text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 1640/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 41-42 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 κάτοικο ... 2) Ψ2 κάτοικο ... και 3) Ψ3 κάτοικο .... που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 15 Ιουνίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 710/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 του ίδιου Κώδικα και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ιδίου Κώδικα, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε.
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα από ..., ... και 2... αποδεικτικά επίδοσης του αρχιφύλακα ...του Α.Τ. ..., της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... και του επιμελητή Δικαστηρίων της ίδιας Εισαγγελίας .... αντίστοιχα, οι πολιτικώς ενάγοντες Ψ1 , Ψ3 και Ψ2 κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα να εμφανισθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Αυτοί όμως δεν εμφανίστηκαν όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση και έγινε η συζήτηση αυτής. Γι'αυτό το Δικαστήριο θα προσχωρήσει στη συζήτησή της, αφού εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Με την από 8-4-2009 αίτηση του Χ1 ζητείται για τους σ'αυτήν αναφερομένους δύο λόγους αναίρεσης η αναίρεση της υπ'αριθμ. 41-42/2009 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, Μαζί με αυτήν θα εξετασθούν και οι από 17-6-2009 πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ).
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου με γνώση της πλαστότητας από τον τρίτο τιμωρείται κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Ειδικώτερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 216 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου από τρίτο πρόσωπο απαιτείται αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το χρησιμοποιηθέν έγγραφο είναι πλαστό ή νοθευμένο και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Ο τρίτος λόγος αναίρεσης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ του Κ.Π.Δ.) ιδρύεται για παραβίαση των διατάξεων που αφορούν τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, δηλαδή για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 329, 330 και 331 του ως άνω Κώδικα, αφού στην έννοια της δημοσιότητας συμπεριλαμβάνονται και η προφορικότητα, η αμεσότητα της διαδικασίας και η κατ' αντιδικία διεξαγωγή της δίκης. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται ότι η συνεδρίαση δεν έγινε δημόσια, υπό την έννοια ότι δεν ήταν δυνατή η ελεύθερη είσοδος στην αίθουσα συνεδριάσεως του δικαστηρίου και η κατά τρόπο ανεμπόδιστο παρακολούθηση της διαδικασίας στο ακροατήριο στον καθένα που επιθυμούσε αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για το ότι η συνεδρίαση αυτού κατά τη 14 Ιανουαρίου 2009 δεν ήταν δημόσια. Από τα ταυτάριθμα όμως με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά τα οποία δεν προσβάλλει ο αναιρεσείων ως πλαστά, σαφώς προκύπτει ότι όλες οι συνεδριάσεις του ως άνω Δικαστηρίου ήταν δημόσιες, δηλαδή και αυτή της 14ης Ιανουαρίου 2009 (Βλ. πρώτη σελίδα των πρακτικών). Πρέπει να σημειωθεί ότι η διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης με κατηγορούμενο τον αναιρεσείοντα άρχισε κατ' ουσίαν την 14-1-2009, όταν ο αναιρεσείων το μεν διόρισε συνηγόρους για να τον υπερασπισθούν το δε πρόβαλε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του και γενικά συμμετείχε στη δίκη χωρίς να στερηθεί κάποιο δικαίωμά του (Βλ. σελ. 2 έως 5 της προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ, 329, 331 παρ. 1, 333, 364, παρ. 1, 369 και 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναίρεσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επί πλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με την συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου.
Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρα 171 παρ. 1 δ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ). Ειδικώτερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης σε βάρος του, και την από 10-9-2001 (εσφαλμένα αναφέρεται αυτή στο αναιρετήριο με ημερομηνία 10-1-2001) αναφορά του δικηγόρου Ψ1 (πολιτικώς ενάγοντος) προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ενώ το έγγραφο τούτο δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου πλήρως διαπιστώνεται από την χωρίς όρκο κατάθεση, λόγω της ιδιότητάς του ως πολιτικώς ενάγοντος, του Ψ1 ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 980/2006 απόφασή του, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (3ο φύλλο αυτών) και τα οποία αναγνώσθηκαν (υπ' αριθμ. 1 σχετικό) δημόσια στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. 11η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης). Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία η εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 41-42/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "Κατά του Ζ1 και Ζ2 κατοίκων ... ασκήθηκε ποινική δίωξη για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών από διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση, από κοινού, ήτοι για παράβαση των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 98, 375 παρ. 1 εδ. τελευταίο και 2 Π.Κ. κατόπιν της από 19-3-2001 εγκλήσεως του Π1 κατοίκου ..., της από 19-3-2001 εγκλήσεως του ... της από 19-3-2001 εγκλήσεως του ... της από 19-3-2001 εγκλήσεως του ..., της από 19-3-2001 εγκλήσεως του Ψ3 της από 23-3-2001 εγκλήσεως του ...., της από 28-3-2001 εγκλήσεως της Ψ2 και της από 26-3-2001 εγκλήσεως του Π2 και παραγγέλθηκε η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως από τον Ανακριτή του Β' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Ο πρώτος κατηγορούμενος Ζ1 μετά την απολογία του ενώπιον του ως άνω Ανακριτή, κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος και κρατήθηκε προσωρινά δυνάμει του υπ' αριθμ. 20/2001 εντάλματος προσωρινής κρατήσεως του ανωτέρω Ανακριτή από 19-6-2001. Με το υπ' αριθμ. 1370/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (κακουργημάτων) και οι δύο ως άνω κατηγορούμενοι για να δικασθούν ως υπαίτιοι τελέσεως του προαναφερομένου κακουργήματος για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτών ποινική δίωξη. Δυνάμει του ιδίου βουλεύματος διατηρήθηκε σε ισχύ η υπ' αριθμ. 26/2001 διάταξη του Ανακριτή του Β' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης δυνάμει της οποίας είχαν επιβληθεί στο δεύτερο κατηγορούμενο Ζ2 οι περιοριστικοί όροι που είχαν τεθεί σ' αυτόν, ενώ έγινε δεκτή η από 25-6-2001 προσφυγή του Ζ1 κατά του υπ' αριθμ. 20/2001 εντάλματος προσωρινής κρατήσεως του Ανακριτή του Β' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και αντικαταστάθηκε η εις βάρος του επιβληθείσα προσωρινή κράτηση με τους περιοριστικούς όρους α) της καταβολής εγγυοδοσίας ποσού δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών β) της εμφανίσεως του την 1η και την 15η κάθε μήνα στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου της κατοικίας του και γ)της απαγορεύσεως εξόδου αυτού από τη χώρα. Η προσφυγή αυτή έγινε δεκτή διότι το Συμβούλιο δέχθηκε ότι ο προσφεύγων Ζ1 μετά του εγκλεισμό του στις Φυλακές, προσπάθησε να μειώσει τις συνέπειες της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως, καταρτίζοντας και υπογράφοντας την 16-7-2001 με τους εγκαλούντες ιδιωτικά συμφωνητικά επίλυσης οικονομικών διαφορών και σωρευτικής αναδοχής χρέους με βάση τα οποία ανελάμβανε αυτός την υποχρέωση να εξοφλήσει εξ ολοκλήρου το σύνολο της οφειλής του με αποδοχή ισόποσων συναλλαγματικών, οι δε αντισυμβαλλόμενοι - εγκαλούντες ανελάμβαναν την υποχρέωση να δηλώσουν μετά την ικανοποίηση τους ότι δεν έχουν καμμία απαίτηση εναντίον του και ότι οι οφειλές οφείλονται σε παρεξήγηση και κακή εκτίμηση των πραγματικών και οικονομικών δεδομένων. Την υπεράσπιση του Ζ1 είχαν αναλάβει κατ' αρχήν ο δικηγόρος Καβάλας Δ2 και ο δικηγόρος Ψ1. Ο τελευταίος (Ψ1) ως υπερασπιστής του Ζ1 κατά το μήνα Ιούνιο 2001 χειρίστηκε δύο υποθέσεις του τελευταίου την μία στον Ανακριτή του Β' Τμήματος Πλημ/κών Θεσσαλονίκης και την άλλη στην Ανακρίτρια του Στ' Τμήματος Θεσσαλονίκης. Με την ιδιότητα του αυτή, ο Ψ1 επιμελήθηκε και συνέταξε το από 28-6-2001 απολογητικό υπόμνημα του Ζ1 ως και τις υπ' αριθμ. 60/25-6-2001 και 62/3-7-2001 προσφυγές του κατά ενταλμάτων προσωρινής του κρατήσεως, δεδομένου ότι ήδη είχε εκδοθεί και άλλο ένταλμα προσωρινής του κρατήσεως (το υπ' αριθμ. 26/28-6-2001) από την Στ' Ανακρίτρια Θεσσαλονίκης. Ο Ζ1 ζήτησε από τον Ψ1 να διαπραγματευθεί συμβιβασμό με πιστωτές του. Ο Ψ1 για να επιτύχει τούτο ζήτησε από τον εντολέα του οικονομικά στοιχεία που εκείνος όμως δεν του έδωσε. Στις 9 Ιουλίου 2001 όταν ο Ζ1 αρνήθηκε οριστικά την χορήγηση των παραπάνω στοιχείων του, έπαυσε συναινετικά η πληρεξουσιότητα του Ψ1 και η δυνατότητα αυτού εκπροσωπήσεως του εντολέα του. Αμέσως, στις 9 Ιουλίου 2001, ο Ψ1 τηλεφώνησε σε συναδέλφους του δικηγόρους που εκπροσωπούσαν τους πολιτικώς ενάγοντες στις δίκες κατά Ζ1 δηλώνοντας σ' αυτούς ότι παύει να είναι πληρεξούσιος δικηγόρος του τελευταίου. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο Ψ1 με τον συνάδελφο του Δ2 στις 9-7-2001, πληροφορείται απ' αυτόν ότι συνήγορος υπερασπίσεως του Ζ1 θα ανελάμβανε ο κατηγορούμενος Δικηγόρος Χ1. Στις 10-7-2001 επικοινωνεί ο Ψ1 με τον κατηγορούμενο τηλεφωνικά και ο τελευταίος τον διαβεβαιώνει ότι έγγραφη εντολή που να διορίζει αυτόν ως συνήγορο υπεράσπισης του Ζ1 θα κατατεθεί άμεσα στις σχετικές δικογραφίες. Περί τα τέλη Ιουλίου 2001 τηλεφώνησαν στο Ψ1 από τη Γραμματεία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης προκειμένου, ως υπερασπιστής του Ζ1 να λάβει γνώση προτάσεως του Εισαγγελέως Πλημ/κών Θεσσαλονίκης που αφορούσε μία εκ των δύο υποθέσεων του Ζ1 και τότε αυτός αμέσως εδήλωσε στη Γραμματεία της ως άνω Εισαγγελίας ότι έχει παύσει η πληρεξουσιότητα του από 9-7-2001 και ότι δεν έχει καμμία δυνατότητα να λάβει γνώση της Εισαγγελικής προτάσεως. Έτσι, από 9-7-2001 παύει η πληρεξουσιότητα που είχε χορηγηθεί στον Ψ1 να εκπροσωπεί και να υπερασπίζεται τον Ζ1 . Μόνος υπερασπιστής του τελευταίου κατόπιν εντολής αυτού δυνάμενος να τον εκπροσωπεί ενώπιον των Δικαστηρίων ορίζεται έκτοτε (από 9-7-2001) ο κατηγορούμενος Δικηγόρος Χ1, ο οποίος αποδέχεται την εντολή άμεσα επίσης στις 9-7-2001. Στις 12 Ιουλίου 2001 ο κατηγορούμενος επικοινωνεί τηλεφωνικώς με τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εγκαλούντων - πιστωτών του Ζ1 , Δ3 και του δηλώνει ότι εκπροσωπεί πλέον τον Ζ1 και του προτείνει να υπογράψουν οι εντολείς του συμφωνητικά συμβιβασμού με τον Ζ1 ρυθμίσεως του χρέους του τελευταίου με δόσεις. Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος πριν αναλάβει την υπεράσπιση του Ζ1 εκπροσωπούσε ομάδα εγκαλούντων - πιστωτών αυτού στην υπόθεση που εκκρεμούσε εις βάρος του Ζ1 ενώπιον της Ανακρίτριας του ΣΤ' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και είχε επιτύχει με την ιδιότητα αυτή συμβιβασμό των πιστωτών του στην υπόθεση αυτή. Στις 16 Ιουλίου 2001, κατά τις απογευματινές ώρες ο κατηγορούμενος επισκέπτεται το γραφείο του Δ3 με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ζ1 ζητεί τον συμβιβασμό των εντολέων του με τον δικό του εντολέα και φέρει μαζί του έγγραφα σχέδια συμφωνητικών συμβιβασμού φέροντα μόνον την υπογραφή του Ζ1. Οι εντολείς του Δ3 αρνούνται τον συμβιβασμό και αρνούνται να υπογράψουν τα προτεινόμενα συμφωνητικά συμβιβασμού. Ο Δ3 κράτησε φωτοτυπίες των ως άνω συμφωνητικών και στις 17-7-2001 αποστέλλεται FAX από το γραφείο του προς το γραφείο του κατηγορουμένου στο οποίο αναφέρεται ότι οι εντολές του δεν συμφωνούν με τον προτεινόμενο συμβιβασμό και αρνούνται να υπογράψουν. Το γεγονός ότι η πληρεξουσιότητα του Ψ1 και η δυνατότητα αυτού εκπροσωπήσεως του Ζ1 έληξε στις 9-7-2001 και έκτοτε μόνος υπερασπιστής του τελευταίου δυνάμενος να εκπροσωπεί τούτον ως πληρεξούσιος δικηγόρος του έγινε ο κατηγορούμενος Δικηγόρος Χ1 αποδεικνύεται ανενδοίαστα α) από τις εναργείς, σαφείς και λεπτομερείς καταθέσεις του μάρτυρος Ψ1 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου β) από τις σαφείς και λεπτομερείς καταθέσεις των μαρτύρων 1) δικηγόρου Καβάλας Δ2 ο οποίος ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατέθεσε ότι από 9-7-2001 και εντεύθεν τόσον αυτός όσον και ο Ψ1 έπαυσαν να είναι πληρεξούσιοι δικηγόροι του Ζ1 και ότι στις 9-7-2001 του τηλεφώνησε ο Ζ1 και του είπε ότι δικηγόρος του θα είναι πλέον ο κατηγορούμενος, ενώπιον δε του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατέθεσε ότι εντός του χρονικού διαστήματος από 15 έως 20 Ιουλίου 2001 επισκέφθηκε τον Ζ1 στη Φυλακή όπου εκρατείτο, τον είδε να συνομιλεί με τον κατηγορούμενο τον οποίο του συνέστησε ως νέο πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο τελευταίος το αποδέχθηκε και δεν αντέλεξε 2) του δικηγόρου Θεσσαλονίκης..., πληρεξουσίου δικηγόρου αντιδίκων του Ζ1 ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ότι επικοινωνήσας και με τον Ψ1 και τον κατηγορούμενο πληροφορήθηκε στις 9-7-2001 ότι ο Ψ1 δεν ήταν πλέον συνήγορος του Ζ1 3) του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Δ4 ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι ήταν παρών στο γραφείο του Δ3 ως συνεργάτης τότε αυτού όταν στις 12 και 16 Ιουλίου 2001 επισκέφθηκε το γραφείο αυτό ο κατηγορούμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος Ζ1 και ότι το απόγευμα της 16ης Ιουλίου 2001 που επισκέφθηκε ο κατηγορούμενος το γραφείο του Δ3 έφερε μαζί του έγγραφα συμφωνητικά τα οποία ο Δ3 επέδειξε στους εγκαλούντες αλλά αυτοί δεν συμφώνησαν και αρνήθηκαν να υπογράψουν. 4) της συνεργάτιδος του Δ3 , ..., ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού η οποία κατέθεσε ότι στις 16-7-2001 μετέβη στο γραφείο του Δ3 ο κατηγορούμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ζ1 και 5) του Δικηγόρου Θεσσαλονίκης, μάρτυρος υπερασπίσεως Δ3 ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ότι ο κατηγορούμενος ήλθε στο γραφείο του στις 16-7-2001 ως συνήγορος του Ζ1 και του έφερε οκτώ (8) συμφωνητικά συμβιβασμού προκειμένου να τα υπογράφουν οι εντολείς του αντίδικοι του Ζ1 και ότι στις 17 Ιουλίου 2001 απεστάλη από το γραφείο του στο γραφείο του κατηγορουμένου το προαναφερόμενο FAX, γ) από το Βιβλίο επισκέψεων που τηρείται στη Δικαστική Φυλακή ....από το οποίο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 9-7-2001 έως και 21-8-2001 επισκέφθηκε πολλές φορές τον εκεί κρατούμενο Ζ1 . Ειδικότερα, επισκέφθηκε τούτον στις 9.10, 11, 12 και 17 Ιουλίου 2001, δηλαδή σχεδόν σε καθημερινή βάση, συνέχισε δε να επισκέπτεται τούτον και στις 20, 26 και 27-7-2001 ως και στις 7 και 21-8-2001 (βλ. το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του Διευθυντή Δικαστικής Φυλακής ...), πράγμα που συνάδει με καθήκοντα υπερασπιστού και πληρεξουσίου δικηγόρου του Ζ1. Αποδεικνύεται περαιτέρω από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι μετά την άσκηση της υπ' αριθμ. 60/25-6-2001 προσφυγής του Ζ1 κατά του υπ' αριθμ. 20/2001 εντάλματος προσωρινής κρατήσεως του Ανακριτή του Β' Τμήματος Πλημ/κών Θεσσαλονίκης και ενώ αυτή εκκρεμούσε ακόμη, κατατέθηκε στις 16-7-2001 στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για λογαριασμό του Ζ1 υπόμνημα πέντε (5) σελίδων με τόπο και ημερομηνία σύνταξης "...3-7-2001" στο τέλος του οποίου κάτω από την ένδειξη "Ο ΠΡΟΣΦΕΥΓΩΝ - ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΣ" υφίσταται χειρόγραφη εγγραφή με τα στοιχεία: "Ψ1 Δικηγόρος AM ...Δ/νση ..." και υπογραφή. Η χειρόγραφη αυτή εγγραφή τέθηκε στο ως άνω υπόμνημα μετά από απάλειψη με λευκή επικαλλυπτική ουσία (bianco) άλλης γραφής η οποία με κατάλληλο φωτισμό διαβάζεται ως εξής "Δ1 - Δικηγόρος AM ... - ...". Στο υπόμνημα αυτό ήταν προσαρτημένα οκτώ (8) ιδιωτικά συμφωνητικά συμβιβασμού του Ζ1 με τους εγκαλούντες στην υπόθεση για την οποία είχε εκδοθεί το ως άνω ένταλμα προσωρινής κρατήσεως. Μνεία των προσαρτημένων στο εν λόγω υπόμνημα ιδιωτικών συμφωνητικών εγένετο και στο περιεχόμενο αυτού ως εξής: "Στις 10-7-2001 καταρτίσθηκαν μεταξύ εμού και των αντιδίκων ιδιωτικά συμφωνητικά συμβιβασμού προς διευθέτηση της διαφοράς μας με τη συμφωνία πως εγώ αναγνωρίζω και ομολογώ ως αληθή όσα διαλαμβάνονται στη μήνυση που κατέθεσαν εις βάρος μου οι αφ'ενός συμβαλλόμενοι, ανέλαβα δε να εξοφλήσω εξ ολοκλήρου το σύνολο της οφειλή μου με υπογραφή ισόποσων συναλλαγματικών όπως αυτό προκύπτει από το εν λόγω ιδιωτικά συμφωνητικά συμβιβασμού". Τον μήνα Αύγουστο 2001 τηλεφώνησαν από το γραφείο του Δ3 στο γραφείο του Ψ1 και τον πληροφόρησαν ότι σε ποινική υπόθεση που αφορούσε τον Ζ1 είχε κατατεθεί στις 16-7-2001 στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ένα υπόμνημα για λογαριασμό του Ζ1 που έφερε στη θέση του υπογράφοντος Δικηγόρου χειρόγραφα τα προσωπικά στοιχεία αυτού (Ψ1) και υπογραφή και ότι μαζί με το υπόμνημα αυτό είχε κατατεθεί και μία σειρά ιδιωτικών συμφωνητικών συμβιβασμού του Ζ1 με τους πιστωτές του - εντολείς του Δ3 Ο Ψ1 αμέσως αρνείται ότι αυτός έχει προβεί σε τέτοιες ενέργειες και δηλώνει στον Δ3 ότι το υπόμνημα αυτό ούτε έχει συνταχθεί ούτε έχει υπογραφεί απ' αυτόν, ενώ δηλώνει και πλήρη άγνοια για τα συνημμένα στο υπόμνημα αυτό συμφωνητικά συμβιβασμού. Επίσης, ο Ψ1 αμέσως δηλώνει ότι κατά την κατάθεση του υπομνήματος στις 16-7-2001 την υπεράσπιση του Ζ1 χειριζόταν μόνον ο Δικηγόρος Χ1 (κατηγορούμενος) έχοντας αναλάβει τα καθήκοντα αυτά από 9-7-2001. Την 10-9-1001 ο Ψ1 υποβάλλει σχετική αναφορά στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης δηλώνοντας ότι η σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση του παραπάνω υπομνήματος έγινε εν πλήρη αγνοία του και ότι την υπεράσπιση του Ζ1 χειριζόταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 9-7-2001 και εντεύθεν ο κατηγορούμενος Δικηγόρος Χ1 Από τους πιστωτές του Ζ1 οι εκπροσωπούμενοι από το Δικηγόρο Θεσσαλονίκης Δ3 δηλαδή οι Π1 , Ψ3, Π2 και Ψ2, μόλις πληροφορήθηκαν τις διατάξεις του υπ' αριθμ. 1370/14-8-2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε λάβει υπόψη του τα ως άνω συμφωνητικά συμβιβασμού και με βάση αυτά είχε κάνει δεκτή την προσφυγή του Ζ1 κατά του εντάλματος προσωρινής του κράτησης διατάσσοντας την αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους κατέθεσαν την κρινόμενη έγκληση, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε υπέγραψαν ή έδωσαν τη συναίνεση τους για την υπογραφή τέτοιων συμφωνητικών. Από την συνεκτίμηση όλων των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων αποδεικνύεται ότι οι φερόμενες ως υπογραφές των ως άνω εγκαλούντων στα επίδικα συμφωνητικά δεν είχαν τεθεί απ' αυτούς αλλά είναι πλαστές. Η διορισθείσα από τον Πταισματοδίκη του Γ' Τμήματος Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης δικαστική γραφολόγος ... στην από .... έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης της καταλήγει ανενδοίαστα στο συμπέρασμα ότι οι φερόμενες ως υπογραφές των εγκαλούντων στα επίδικα συμφωνητικά συμβιβασμού δεν έχουν τεθεί απ' αυτούς και είναι πλαστές. Άλλωστε είναι εμφανές ότι στα συμφωνητικά αυτά εμφανίζονται ελλιπή τα ατομικά προσδιοριστικά στοιχεία του καθενός από τους εγκαλούντες αφού δεν αναφέρονται ούτε τα ονόματα, ούτε τα πατρώνυμα τους εκτός από το συμφωνητικό που αφορά στον Ψ3 στο οποίο αυτός αναφέρεται λανθασμένα ως .... τόσο στην πρώτη σελίδα όσον και δίπλα στην υποτιθέμενη υπογραφή του. Αντίστοιχα η Ψ2 στο σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό που φέρεται να αφορά σ' αυτήν αναφέρεται ως... και φέρεται να υπογράφει με αυτό το επίθετο. Ο κατηγορούμενος Δικηγόρος Θεσσαλονίκης είναι αυτός που συνέταξε το παραπάνω από 13-7-2001 υπόμνημα ως ο μόνος νομικός παραστάτης και υπερασπιστής του Ζ1 κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 9-7-2001 και εντεύθεν και προσεκόμισε τούτο με τα προσαρτημένα σ' αυτό πλαστά συμφωνητικά συμβιβασμού στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης στις 16-7-2001 προκειμένου τα συνημμένα στο υπόμνημα και σ' αυτό μνημονευόμενα συμφωνητικά να ληφθούν υπόψη από το Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης το οποίο θα αποφαινόταν τόσον επί της ουσίας της ποινικής δίωξης που είχε ασκηθεί εναντίον του Ζ1 για υπεξαίρεση σε κακουργηματικό βαθμό όπως προαναφέρθηκε όσον και επί της προσφυγής του κατά του υπ' αριθμ. 20/19-6-2001 εντάλματος προσωρινής κρατήσεως του Ανακριτού του Β' Τμήματος Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης γνωρίζοντας την πλαστότητα των συμφωνητικών αυτών ώστε να τύχει ευνοϊκότερης μεταχείρισης ο Ζ1 γίνει δεκτή η προσφυγή του και αντικατασταθεί με περιοριστικούς όρους η προσωρινή του κράτηση. Έτσι ο κατηγορούμενος στις 16-7-2001 εν γνώσει του χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, επισυνάπτοντας αυτά γνωρίζοντας την πλαστότητα τους στο από 13-7-2001 υπόμνημα του Ζ1 που απευθυνόταν στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Θεσσαλονίκης και το οποίο ενεχείρισε στις 16-7-2001 στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα στη δικαστική γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... η οποία, συνέταξε επί του εγγράφου αυτού έκθεση εγχειρίσεως με ημερομηνία 16-7-2001 χωρίς αναφορά στο ονοματεπώνυμο του καταθέσαντος τούτο. Στην κρίση του αυτή άγεται το Δικαστήριο μετά από συνεκτίμηση των εξής στοιχείων α) την 2-8-2001 για την ίδια υπόθεση που έχει κατατεθεί το επίδικο υπόμνημα κατατέθηκε για λογαριασμό του Ζ1 και νέο υπόμνημα που στην πρώτη σελίδα του φέρει την ημερομηνία 13-7-2001. Το υπόμνημα αυτό όπως δεν αμφισβητείται από τον κατηγορούμενο, συνετάγη και υπεγράφη από τον ίδιο (κατηγορούμενο). Αντιπαραβάλλοντας το υπόμνημα αυτό με το επίδικο υπόμνημα προκύπτει ότι και τα δύο έγγραφα συντάχθηκαν από το ίδιο πρόσωπο με τη μέθοδο "ηλεκτρονικής γραφής και επικόλλησης" (η πρώτη τους σελίδα είναι πανομοιότυπη, τα σφάλματα στα σημεία στίξης ή τα εσφαλμένα κενά μεταξύ γραμμάτων ή λέξεων ταυτίζονται) β) Την 13-7-2001 σε συγγενή υπόθεση με αυτήν για την οποία κατατέθηκε το επίδικο υπόμνημα με τα προσαρτημένα πλαστά συμφωνητικά συμβιβασμό, κατατέθηκε για λογαριασμό του Ζ1 υπόμνημα που στην πρώτη σελίδα του φέρει την ημερομηνία 12-7-2001. Η υπόθεση αυτή είναι εκείνη που εκκρεμούσε στην Ανακρίτρια του ΣΤ' Τμήματος Πλημ/κών Θεσσαλονίκης. Το υπόμνημα αυτό συγκρινόμενο με το επίδικο υπόμνημα έχει ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο και ακριβώς την ίδια μορφολογική εμφάνιση με εκείνο με συνέπεια να κρίνεται ότι προέρχονται από το ίδιο ηλεκτρονικό αρχείο. Καταθέτρια του εν λόγω από 12-7-2001 υπομνήματος με την ιδιότητα της πληρεξουσίου Δικηγόρου του Ζ1 εμφανίζεται στο έγγραφο αυτό η Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ... η οποία συνεργαζόταν και συστεγαζόταν με τον κατηγορούμενο στο ίδιο γραφείο στη Θεσσαλονίκη κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα του Ιουλίου 2001 γ) ο κατηγορούμενος ήταν στις 16-7-2001 ο μόνος νομικός παραστάτης, πληρεξούσιος Δικηγόρος και υπερασπιστής του Ζ1 και ο μόνος ο οποίος ως εκ τούτου είχε τη δυνατότητα να εμφανισθεί στον αρμόδιο Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και να καταθέσει για λογαριασμό του εντολέα του το ένδικο υπόμνημα δ) κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 9-7-2001 έως 16-7-2001 ο κατηγορούμενος επισκεπτόταν σχεδόν επί καθημερινής βάσεως τον Ζ1 στη Δικαστική Φυλακή .... όπως προαναφέρθηκε πράγμα που συνάδει με συζητήσεις και σχεδίαση του ενδίκου υπομνήματος ε)γνώση της σχετικής Εισαγγελικής προτάσεως έλαβε τελικά ο κατηγορούμενος όπως προκύπτει από την σημείωση αρμόδιας Γραμματέως επί του υπομνήματος αυτού στ)ο μάρτυρας Δικηγόρος Θεσσαλονίκης Δ4 συνεργάτης του Δ3 και παρών στο γραφείο αυτού όταν στις 16-7-2001 προσήλθε εκεί ο κατηγορούμενος με τα προαναφερόμενα συμφωνητικά συμβιβασμού που αρνήθηκαν να υπογράψουν οι εντολείς του Δ3 κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι "αυτά τα ίδια συμφωνητικά που επιδείχθηκαν στους πελάτες του Δ3 αυτά τα ίδια κατατέθηκαν και στο Συμβούλιο με πλαστές υπογραφές". Περαιτέρω, από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος είναι εκείνος ο οποίος στις 16-7-2001 στη ... ενόθευσε έγγραφο (το ως άνω ένδικο υπόμνημα) με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα: κατά τον τρόπο που αναφέρεται αμέσως παρακάτω. Ο κατηγορούμενος στη ... στις 16-7-2001 επενέβη στο από 13-7-2001 υπόμνημα του Ζ1 το οποίο έφερε στο τέλος του κειμένου και κάτω από την ένδειξη "Ο προσφεύγων - απολογούμενος" τα στοιχεία: "Δ1 Δικηγόρος AM ... - ..." δηλαδή τα στοιχεία της συνεργάτιδος του Δ1 και απάλειψε αυτά με λευκή επικαλυπτική ταινία (bianco) αφήνοντας μόνον την υπογραφή της και θέτοντας χειρόγραφα τα στοιχεία "Ψ1 Δικηγόρος AM ... - Δ/νση ..." δηλαδή τα στοιχεία του Δικηγόρου Ψ1 στην ενέργεια του δε αυτή προέβη με σκοπό να εμφανίσει τον τελευταίο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζ1 και ως εκείνον που συνέταξε και προσεκόμισε το προαναφερόμενο υπόμνημα με τα επισυναπτόμενα σ' αυτό οκτώ (8) έγγραφα συμφωνητικά συμβιβασμού στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και ως εκ τούτου να παραπλανήσει με τη χρήση του τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ότι συντάκτης και καταθέτης του υπομνήματος με τα συνημμένα συμφωνητικά ήταν ο Ψ1 γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες δεδομένου ότι η κατάθεση πλαστών συμφωνητικών συνιστά ποινικά αξιόλογη πράξη από τις συνέπειες της οποίας ήθελε να προφυλαχθεί ο κατηγορούμενος με την μη αναφορά των ατομικών στοιχείων της συνεργάτιδας του τότε Δικηγόρου Δ1, γεγονός που παρέπεμπε απευθείας σ' αυτόν, ως μόνο υπερασπιστή και πληρεξούσιο Δικηγόρο του Ζ1 αλλά και με τη σαφή παράθεση των ατομικών στοιχείων του προγενεστέρου πληρεξουσίου δικηγόρου του Ζ1, Ψ1 ώστε να εμπλακεί ο τελευταίος (Ψ1) σε τυχόν μεταγενέστερες ποινικές διαδικασίες και όχι αυτός που ήταν πραγματικά ο μόνος υπερασπιστής του κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Το Δικαστήριο στην κρίση του περί του ότι η νόθευση του παραπάνω εγγράφου του από 13-7-2001 υπομνήματος του Ζ1 εγένετο από τον κατηγορούμενο άγεται από την συνεκτίμηση κυρίως των εξής αποδεικτικών στοιχείων α) Από την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Δικαστικής Γραφολόγου Φ1 που διορίστηκε δυνάμει της υπ'αριθμ. 233/2002 πράξεως του Πταισματοδίκη ΙΔ' Τμήματος Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης για να γνωμοδοτήσει εάν η υπογραφή και τα χειρόγραφα στοιχεία που βρίσκονται κάτω από την ένδειξη "Ο προσφεύγων - Απολογούμενος" στο από 13-7-2001 απολογητικό υπόμνημα του Ζ1 τέθηκαν από τον Χ1 ή από τον Ψ1 ή από άλλο άτομο, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "τα χειρόγραφα στοιχεία που βρίσκονται κάτω από την ένδειξη "Ο προσφεύγων - απολογούμενος" στο από 13-7-2001 απολογητικό Υπόμνημα του Ζ1 τέθηκαν από τον Χ1. Η υπό κρίση υπογραφή που συνοδεύει τα χειρόγραφα στοιχεία δεν προέρχεται ούτε από το χέρι του Χ1 ούτε από τον Ψ1 αλλά από άλλο άτομο, προφανώς αυτό που είχε γράψει την αρχική εγγραφή στο ίδιο τμήμα του εγγράφου, η οποία στη συνέχει σβήστηκε με λευκό υγρό (bianco). Οι τρεις ιδιωτικές γραφολογικές γνωματεύσεις που διενεργήθηκαν κατόπιν εντολής του κατηγορουμένου Χ1 η μία από τον Ειδικό Δικαστικό Γραφολόγο ...από Σεπτέμβριο 2005 με θέμα "Εξέταση προέλευσης 5 αμφισβητουμένων υπογραφών σε 4 από 13-7-2001 ιδιωτικά συμφωνητικά και στο από 13-7-2001 υπόμνημα και χειρογράφων σημειώσεων επί του ως άνω υπομνήματος από τον Χ1" η άλλη από Φεβρουάριο 2002 με θέμα "Διερεύνηση της προέλευσης των υπογραφών σε τέσσερα ιδιωτικά συμφωνητικά επίλυσης οικονομικών διαφορών, καθώς και της υπογραφής και μιας εγγραφής στο από 13-7-2001 υπόμνημα του Ζ1" και η τρίτη από 1-8-2002 από την Ειδική Δικαστική Γραφολόγο ... με θέμα να εξετάσει γραφολογικά τα εξής έγγραφα: α) τέσσερα ιδιωτικά συμφωνητικά με ημερομηνία 13-7-2001 επίλυσης οικονομικών διαφορών και σωρευτικής αναδοχής χρέους τα οποία φαίνεται ότι υπογράφηκαν αφ' ενός μεταξύ Ζ1 και του Ζ2 και αφετέρου μεταξύ του Π1 της Ψ2 του Ψ3 και του Π2 και β) τις χειρόγραφες συμπληρώσεις στο από 13-7-2001 Υπόμνημα (τελευταία σελίδα) του Ζ1 ενώπιον της Εισαγγελίας Πλη/κών Θεσσαλονίκης για να αποφανθεί αν οι υπάρχουσες υπογραφές σ' αυτά και οι χειρόγραφες συμπληρώσεις, ή κάποια απ' αυτές μπορούν να αποδοθούν σ' αυτόν (στον Χ1) ή ανήκουν σε κάποιον άλλον ή κάποια άλλα πρόσωπα που καταλήγουν σε διαφορετικό συμπέρασμα, κρίνονται επισφαλείς ως προς τα συμπεράσματα τους αφού αποφαίνονται με πιθανολόγηση και όχι με βεβαιότητα καθόσον τα υπό κρίση έγγραφα δεν ήσαν τα πρωτότυπα αλλά φωτοτυπικά αντίγραφα και το συγκριτικό υλικό ιδιαίτερα περιορισμένο και μονομερές. Πρέπει εδώ να επισημανθεί ως προς τις τρεις γραφολογικές γνωματεύσεις ότι δεν έγινε γραφολογική ανάλυση και αντιπαραβολή της κρινόμενης εγγραφής σε σχέση με την γραφή και υπογραφή του Ψ1 Εξάλλου και οι τρεις αυτές γραφολογικές γνωματεύσεις αποφεύγουν να εξετάσουν και να συγκρίνουν μεταξύ τους τις υπογραφές που υπάρχουν στο τέλος του κειμένου και τις χειρόγραφες εγγραφές του κειμένου με τη γραφική συνήθεια του κατηγορουμένου Χ1 β) Μόνος υπερασπιστής του Ζ1 κατά τον κρίσιμο χρόνο (16-7-2001) ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος και συνέταξε ο ίδιος το εν λόγω υπόμνημα και προσεκόμισε τούτο στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης προσαρτώντας σ' αυτό τα πλαστά συμφωνητικά συμβιβασμού γνωρίζοντας την πλαστότητά τους και επομένως ο μόνος που είχε τη δυνατότητα επεμβάσεως στα επ' αυτού βεβαιούμενα περιστατικά και ο μόνος που είχε συμφέρον να προφυλαχθεί από τις έννομες συνέπειες μιας ποινικά κολάσιμης πράξεως (της χρήσεως πλαστών εγγράφων). Ο κατηγορούμενος αρνείται οποιαδήποτε σχέση του με τη διαπραγμάτευση των συγκεκριμένων ιδιωτικών συμφωνητικών όπως και με την σύνταξη και κατάθεση του κρισίμου υπομνήματος ισχυριζόμενος ότι τότε (16-7-2001) δεν είχε καν την εντολή εκπροσωπήσεως του Ζ1 ως πληρεξούσιος δικηγόρος του και ως εκ τούτου δεν είχε πρόσβαση στη σχετική δικογραφία ούτε συμμετείχε στις συζητήσεις περί συμβιβασμού των δύο πλευρών. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι ανέλαβε την υπεράσπιση του Ζ1 στις 20 Ιουλίου 2001 όταν ο τελευταίος απάλλαξε τον Ψ1 από τα καθήκοντα του πληρεξουσίου Δικηγόρου του και διόρισε αυτόν ως πληρεξούσιο Δικηγόρο του. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου δεν είναι αληθής εφόσον όπως αναλυτικά εκτέθηκε παραπάνω ο Ψ1 έπαυσε να είναι πληρεξούσιος δικηγόρος του Ζ1 στις 9-7-2001 και έκτοτε (από 9-7-2001) και εντεύθεν ανέλαβε καθήκοντα υπερασπιστού και πληρεξουσίου του Δικηγόρου ο κατηγορούμενος Δικηγόρος Χ1 . Το γεγονός ότι ο τυπικός διορισμός του κατηγορουμένου ως πληρεξουσίου Δικηγόρου του Ζ1 με έγγραφη δήλωση που κατατέθηκε στη σχετική δικογραφία έγινε μεταγενέστερα στις 27-7-2001, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο πραγματικός διορισμός του κατηγορουμένου ως πληρεξουσίου Δικηγόρου του Ζ1 και ανάληψη των σχετικών καθηκόντων του εγένετο προγενέστερα στις 9-7-2001. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ο Ψ1 ήταν ο υπερασπιστής του Ζ1 στις 16-7-2001 διότι είναι εκείνος ο οποίος ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης για να λάβει γνώση της σχετικής Εισαγγελικής προτάσεως. Πράγματι, όπως προκύπτει από την από 20-7-2001 βεβαίωση της Γραμματέως της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... ο Ψ1 είναι εκείνος ο οποίος κατ'αρχήν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση της κρίσιμης Εισαγγελικής προτάσεως για τους Ζ1 και Ζ2. Τούτο όμως συνέβη λόγω του ότι η ως άνω Εισαγγελία αγνοούσε την παύση της πληρεξουσιότητας του Ψ1 από 9-7-2001 διότι στην δικογραφία δεν υπήρχε μέχρι τότε επίσημη δήλωση διορισμού του κατηγορουμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του Ζ1. Άλλωστε κάτω από τη βεβαίωση ειδοποιήσεως του Ψ1 υπάρχει σημείωση από την αρμόδια Γραμματέα ότι τελικώς γνώση της επίμαχης Εισαγγελικής προτάσεως έλαβε ο κατηγορούμενος στις 30-7-2001. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι τα ένσημα που είναι επικολλημένα στο επίμαχο υπόμνημα αφορούν δικηγόρο "παρά πρωτοδίκαις" και όχι δικηγόρο "παρ' εφέταις" όπως είναι αυτός και ως εκ τούτου τα εν λόγω ένσημα δεν είναι δυνατόν να έχουν επικολληθεί υπ' αυτού. Προσκομίζει δε προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού 10 φωτοτυπημένες σελίδες με στήλες επικόλλησης αποκομμάτων ενσήμων από τις οποίες προκύπτει ότι τα αποκόμματα αυτά δεν προέρχονται από τα επικολλημένα στο εν λόγω υπόμνημα ένσημα. Όμως τούτο το ότι δηλαδή δεν συμπίπτουν τα προσκομιζόμενα αποκόμματα με τα ένσημα που έχουν επικολληθεί στο επίμαχο υπόμνημα ως και το ότι τα ένσημα αυτά αφορούν σε δικηγόρο παρά πρωτοδίκαις ενώ αυτός είναι Δικηγόρος παρ' εφέταις, δεν σημαίνει ότι τα ένσημα αυτά δεν έχουν επικολληθεί από τον κατηγορούμενο δεδομένου ότι δεν μπορεί να γίνει ταυτοποίηση του προσώπου που αγοράζει τα εν λόγω ένσημα ούτε γίνεται σχετική καταγραφή εφόσον η πώληση των ενσήμων αυτών γίνεται ακόμη και από λιανοπωλητές των οικείων Δικηγορικών Συλλόγων σε όποιον ενδιαφερόμενο ζητήσει αυτά, με συνέπεια όλοι οι Δικηγόροι να δύνανται να προμηθευθούν όποια ένσημα επιθυμούν. Επίσης και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το επίμαχο υπόμνημα κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης από τον πατέρα του Ζ1 , Ζ2 ο οποίος είχε αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι δεν ευρίσκει έρεισμα σε κάποιο αποδεικτικό μέσο ούτε επιβεβαιώνεται τέτοιο περιστατικό από τους εξετασθέντες μάρτυρες και τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εξάλλου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί λογικά και αξιόπιστα ότι ένας μη νομικός όπως ο Ζ2 εμφανίστηκε στην αρμόδια Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και κατέθεσε υπόμνημα σε δικογραφία για λογαριασμό κατηγορουμένου, ενέργεια που επιτρέπεται και συνάδει μόνον σε νομικό παραστάτη κατηγορουμένου και ότι αντιστοίχως η ως άνω Γραμματεύς δέχθηκε να κατατεθεί κατά τέτοιο τρόπο υπόμνημα σε ποινική δικογραφία. Τέλος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η κατάθεση στις 16-7-2001 του νοθευμένου υπομνήματος του Ζ1 με ημεροχρονολογία 13-7-2001 μαζί με τα προσαρτημένα σ' αυτά πλαστά ιδιωτικά συμφωνητικά στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης δεν έχει έννομες συνέπειες διότι το κατατεθέν αυτό υπόμνημα δεν έχει αποδεικτική δύναμη διότι κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 309 παρ. 2 εδ' τελευταίο ΚΠΔ που προστέθηκε σ'αυτό με το άρθρο 19 ν. δ/τος 4090/1960 και που ορίζει ότι "αν μετά το πέρας της ανακρίσεως και την υποβολή των εγγράφων στον Εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα, ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του συμβουλίου, αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπόλοιπους διαδίκους ή τους αντικλήτους αυτών για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους σε εύλογη προθεσμία, που την καθορίζει το ίδιο". Έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία δεν είναι τα υπομνήματα τα οποία υποβάλλουν οι διάδικοι στο συμβούλιο διότι δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική δύναμη. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. λαμβάνεται υπόψη το έγγραφο με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 13 στοιχ. γ' Π.Κ. και όχι με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 309 παρ. 2 εδ. τελευταίο ΚΠΔ που αφορά σε έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του Συμβουλίου, όπως αναλύθηκε στη νομική σκέψη της παρούσης αποφάσεως, ανεξαρτήτως δηλαδή αν το έγγραφο αυτό έχει ή όχι αποδεικτική δύναμη (βλ. ΑΠ 1126/1994 Ποιν. Χρ. 1994.847 που αφορά σε πλαστογραφία υπογραφών Ελλήνων Μουσουλμάνων σε έγγραφο υπόμνημα χωρίς τη συναίνεση του). Πρέπει λοιπόν κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω να κηρυχθεί ο εκκαλών κατηγορούμενος ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της χρήσεως πλαστών εγγράφων και της νοθεύσεως εγγράφου. Στον κατηγορούμενο όμως ο οποίος έζησε ως το χρόνο τελέσεως των ως άνω εγκλημάτων έντιμο ατομικό οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο, έχων λευκό ποινικό μητρώο, πρέπει να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ.". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο των πράξεων της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση και της νόθευσης εγγράφου και τον καταδίκασε με την παραδοχή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ., συνολικά σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη, ως και σε χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του, εκ δέκα (10) ευρώ για καθένα των πολιτικώς εναγόντων.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2α, 94, 98 και 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα ως προς την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δημιουργείται αντίφαση στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και ασάφεια ως προς τον αριθμό των υπό χρονολογία 13-7-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού που επισυνάφθηκαν στο απολογητικό υπόμνημα του Ζ1 με την αναφορά στο αιτιολογικό ότι αυτά ήταν οκτώ (8) (υπ' αρ. 10 και 19 έγγραφα ενώ πραγματικά ήταν τέσσερα (4), αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού στο διατακτικό σαφώς αναφέρεται ότι αυτός έκανε χρήση μόνο τεσσάρων (4) πλαστών ιδιωτικών συμφωνητικών (για τα οποία και μόνο καταδικάσθηκε - βλ. 34η σελίδα προσβαλλόμενης απόφασης) και συνεπώς χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλει την από παραδρομή αναφορά του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης μεγαλύτερου αριθμού ιδιωτικών συμφωνητικών συμβιβασμού από εκείνα για τα οποία καταδικάσθηκε (άρθρο 463 εδ. Β ΚΠΔ). Ακόμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος το ότι δεν συναξιολόγησε τις λοιπές τέσσερις εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης - γνωμοδοτήσεως και αρκέσθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση γι'αυτόν για το έγκλημα της νόθευσης εγγράφου στην από 29-11-2002 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που διενέργησε, μετά νόμιμο διορισμό της, η δικαστική γραφολόγος Φ1, είναι αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από το ίδιο το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Βλ. σελ. 30-31 αυτής) γίνεται αξιολόγηση αυτών και επισημαίνεται το επισφαλές των συμπερασμάτων τους. Η ιδιαίτερη μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου Φ1 όπως είχε υποχρέωση να κάνει το Δικαστήριο (άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠΔ) και η ξεχωριστή επισήμανση του αποτελέσματός της είναι επιτρεπτή, έγινε δε σε συνδυασμό όμως και με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου). Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως των προσθέτων επί της κρινόμενης αιτήσεως λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμελείς της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω πρόσθετους λόγους αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός κύριος ή πρόσθετος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους η κρινόμενη αίτηση και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.4.2009 αίτηση και τους από 15.6.2009 επ' αυτής πρόσθετους λόγους του Χ1 κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 41-42/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρήση πλαστού εγγράφου. Νόθευση εγγράφου. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή του νόμου από Δικαστήριο της ουσίας. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης και πρόσθετων λόγων για έλλειψη αιτιολογίας και μη ορθή εφαρμογή ποινικών διατάξεων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1638/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2491/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "E.T.C.O. Συμμετοχών και Συμβουλευτικών Υπηρεσιών Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 256/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 172/8-5-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθ. 9/2009 έκθεση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... κατά του υπ'αριθμ. 2491/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθ. 2491/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις της παράλειψης υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης και της υποβολής εν γνώσει του ανακριβών στοιχείων (άρθρα 26 § ια, 27 Π.Κ. και άρθρα 1 § 1 ιγ, 2 § 1, 4 § 3α', 5 και 9 § 5 Ν.3213/2003, όπως η παράγραφος 5 του άρθρου 9 με την παραγρ. 4β του άρθρου 13 του ν.3242/2004 και 27 § 3 σε συνδ. με τα άρθρα 24, 25, 26 και 28 του ν.2429/1996, όπως η παραγρ. 2 του άρθρου 24 αντικ. με το άρθρο 13 § 1 Ν.2836/2000). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αφού ασκήθηκε από τον εξουσιοδοτημένο, πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Νικ. Χαραλαμπέα, δικηγόρο Αθηνών, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς της εσφαλμένης ερμηνείας της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 484 § 1β' και δ' Κ.Π.Δ.).
Κατά το άρθρο 1 § 1 ιγ του Ν.3213/2003, δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, των συζύγων τους και των ανηλίκων τέκνων τους υποβάλλουν και οι μέτοχοι και εταίροι κάθε μορφής εταιρειών, οι οποίες κατέχουν άδεια λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών, ελεύθερης λήψης ή παροχής κάθε μορφής συνδρομητικών τηλεοπτικών υπηρεσιών, καθώς και λειτουργίας ραδιοφωνικών σταθμών. Κατά το πρώτο εδάφιο της παραγρ. 2 του ιδίου άρθρου, η δήλωση της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τους υπόχρεους μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την ορκωμοσία ή την ανάληψη των καθηκόντων τους ή την απόκτηση της άδειας ή την έναρξη της επιχείρησης ή του επαγγέλματός τους. Επίσης, η δήλωση αυτή υποβάλλεται κάθε χρόνο κατά το διάστημα της θητείας, της άσκησης της δραστηριότητας ή της διατήρησης των υπόχρεων και για τρία (3) χρόνια μετά από την απώλεια ή τη λήξη της, το αργότερο την 30η Ιουνίου κάθε έτους. Επίσης κατά το άρθρο 2 § 1α του Ν.3213/2003, η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει, λεπτομερώς, τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία θεωρούνται, ιδίως: ι. τα έσοδα, από κάθε πηγή, κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη πριν από την αρχική υποβολή της δήλωσης και κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για τις μετέπειτα υποβαλλόμενες δηλώσεις.
ιι. Τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους. ιιι. Οι μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών, τα ομόλογα και ομολογίες κάθε είδους, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κάθε είδους.
ιν. Οι καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα. v. Τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα. vι. Η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση. βι. Σε περίπτωση απόκτησης νέου περιουσιακού στοιχείου ή επαύξησης υφισταμένου, στη δήλωση περιλαμβάνεται, υποχρεωτικώς, το ύφος της σχετικής δαπάνης, καθώς και αναλυτική παράθεση της πηγής προέλευσης των σχετικών πόρων. Σε περίπτωση εκποίησης μνημονεύεται το εισπραχθέν τίμημα. ιι. Οι υπόχρεοι οφείλουν να επισυνάπτουν στη δήλωση και αντίγραφα των οικείων παραστατικών. Κατά την παράγραφο 1γ εδάφιο πρώτο του ιδίου άρθρου, η δήλωση υποβάλλεται από τον υπόχρεο και υπογράφεται από τον ίδιο, αν σε αυτή αναγράφονται μόνον τα δικά του περιουσιακά στοιχεία, από τη σύζυγό του, αν αναγράφονται μόνο δικά της στοιχεία, και από αμφότερους τους συζύγους, αν αναγράφονται περιουσιακά στοιχεία και των δύο ή των ανήλικων τέκνων τους. Ενώ, κατά το δεύτερο εδάφιο της ιδίας παραγράφου, η δήλωση περιουσιακής κατάστασης συνοδεύεται υποχρεωτικά από αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης του υποχρέου για το αντίστοιχο οικονομικό έτος. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 3 § 2α και 2βι του Ν.3213/2003 (όπως η παραγρ. 2βι αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 § 3 του Ν.3327/2005, που τέθηκε σε ισχύ στις 11-3-2005), οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις των υπόχρεων των εδαφίων στ' έως και ιε της παραγρ. 1 του άρθρου 1 αυτού, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, υποβάλλονται σε πενταμελή επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και προεδρεύεται από Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Κατά την παράγραφο 2δ του ίδιου άρθρου (4), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 § 5 του Ν.3327/2005, οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων των περιπτώσεων στ', θ', ί, ία και ίβ της παραγρ. 1 του άρθρου 1, καθώς και των προέδρων των διευρυμένων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, των νομαρχών και των δημάρχων ελέγχονται, υποχρεωτικώς, κάθε έτος. Οι δηλώσεις των προσώπων της περίπτωσης ία της παραγρ. 1 ελέγχονται κατ'απόλυτη προτεραιότητα. Για τις λοιπές κατηγορίες προσώπων που υπάγονται στην αρμοδιότητα της πενταμελούς Επιτροπής, ο έλεγχος είναι δειγματοληπτικός........ επίσης, κατά την παραγρ. 4 του άρθρου 3, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 § 6 του Ν.3327/2005, μετά το τέλος του ελέγχου και εφόσον διαπιστώνονται παραβάσεις του νόμου που συνεπάγονται καταλογισμό ή ποινική ευθύνη, συντάσσεται έκθεση, η οποία υποβάλλεται αρμοδίως.....Αν ανακύπτει περίπτωση ποινικής ευθύνης, η έκθεση αποστέλλεται στον αρμόδιο για την άσκηση ποινικής δίωξης όργανο..... Περαιτέρω, κατά την παραγρ. 3 του άρθρου 4 του Ν.3213/2003, ελεγχόμενος που παραλείπει να υποβάλλει την κατά τα άρθρα 1 και 2 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως και τέσσερα (4) έτη....
Κατά το άρθρο 5, για τις αξιόποινες πράξεις του προηγουμένου άρθρου ασκείται ποινική δίωξη από τον αρμόδιο εισαγγελέα Εφετών και ενεργείται απευθείας ανάκριση από εφέτη ανακριτή οριζόμενο από το όργανο διεύθυνσης του οικείου εφετείου, για την κατηγορία αποφαίνεται το συμβούλιο εφετών με βούλευμα υποκείμενο σε αναίρεση και οι σχετικές πράξεις εκδικάζονται σε πρώτο βαθμό από το τριμελές εφετείο και σε δεύτερο βαθμό από το πενταμελές εφετείο. Η ενδεχόμενη εκπρόθεσμη υποβολή της δήλωσης δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, ούτε αποκλείει τον καταλογισμό αυτής στον υπαίτιο, αφού τέτοια συνέπεια δεν αναφέρεται στον νόμο, αλλά μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο κατά την επιμέτρηση της ποινής (ΑΠ 1749/2005). Η δε προβλεπόμενη από το άρθρο 3 § 4 του Ν.3213/2003 διαδικασία, με τη σύνταξη από την επιτροπή ελέγχου των δηλώσεων έκθεσης (πορίσματος) για τη διαπίστωση ποινικής ευθύνης και τη διαβίβαση αυτής στον αρμόδιο για την άσκηση ποινικής δίωξης, συνιστά ειδική δικονομική προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής δίωξης (ΑΠ 839/2001 Π.λογ. έτους 2001 σελ. 1011).
Κατά το άρθρο 27 § 1 του Π.Κ., με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά τον νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι αντικείμενο του δόλου είναι το σύνολο των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. 'Αμεσος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης επιθυμεί και επιδιώκει ευθέως την πραγμάτωση των περιστατικών που συναπαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή όταν πράττει έχοντας επίγνωση ότι η πράξη του συνεπάγεται με βεβαιότητα την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Ενδεχόμενος δόλος υπάρχει, όταν ο δράστης προβλέπει ότι με την πράξη του ενδέχεται να πραγματωθούν τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό.
Κατά το άρθρο 30 § 1 Π.Κ., η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν αυτός κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν (πραγματική πλάνη). Αν, όμως, η άγνοια αυτών των περιστατικών μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του υπαιτίου, η πράξη καταλογίζεται σ'αυτόν ως έγκλημα από αμέλεια. Πραγματική πλάνη είναι η άγνοια ή η εσφαλμένη αντίληψη του δράστη για κάποιο συστατικό στοιχείο-όρο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που αποδίδεται σ'αυτόν, το οποίο (στοιχείο) μπορεί να αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα, νομικές ιδιότητες ή σχέσεις και άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ή σε περιστατικά που επαυξάνουν τη βαρύτητά του, χωρίς να έχει σημασία η πηγή προέλευσης της πλάνης. Η πραγματική πλάνη αποτελεί λόγο άρσης του καταλογισμού, αποκλείοντας τον δόλο και την ενσυνείδητη αμέλεια.
Κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β'του Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν στο βούλευμα δεν περιέχονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες τα περιστατικά αυτά υπήχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. 'Ελλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, με την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό του βουλεύματος, στο οποίο, ως λογικό συμπέρασμα, καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που περιγράφονται στο διατακτικό του βουλεύματος. Αιτιολογία υπάρχει και όταν το παραπεμπτικό βούλευμα αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ίδιου βουλεύματος, εφόσον αυτή περιέχει τις ανωτέρω διαλαμβανόμενες αναγκαίες αναφορές (δείτε και ΑΠ 1254/2006 Π.Χρ. ΝΖ'/507, ΑΠ 157/07 Π.Χρ. ΝΖ/1003).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπ'αριθ. 2491/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι από τη δέουσα εκτίμηση του κατά την ενεργήθείσα κυρία ανάκριση, συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού και δη από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, λαμβανομένων υπ' όψη σε συνδυασμό με τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου φρονούμε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι αυτός τέλεσε τις ως άνω αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις.
Ειδικότερα εν προκειμένω προκύπτουν τα ακόλουθα περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος Χ1 υπήρξε μέτοχος της εταιρίας "ALFA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.", για τα έτη 2003 μέχρι και 2007. Υπό την προρρηθείσα ιδιότητα του μετόχου, με βάση τις ως άνω νομοθετικές διατάξεις, όφειλε αυτός κατά το ως άνω χρονικό διάστημα και δη κατ' έτος, να υποβάλλει σύμφωνα με το Ν. 3213/2003, αλλά και για τα επόμενα τρία τελευταία χρόνια, από την τυχόν απώλεια της ιδιότητας του μετόχου, δήλωση περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες), εμπεριέχουσας μάλιστα ακριβή στοιχεία στην Εισαγγελία του Α.Π. Ειδικότερα δε αυτός, με πρόθεση παράλειψε να υποβάλει την ως άνω δήλωση για το έτος 2007, το βραδύτερο μέχρι την 30/6/2007.
Επιπρόσθετα δε αυτός υπέβαλε εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία για τα έτη 2003, 2004, 2005 και 2006 στην Εισαγγελία του Α.Π. κατά τα ειδικότερα και αναλυτικότερα εκτιθέμενα στο Διατακτικό.
Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία επιρρίπτοντας την ευθύνη στον Ε1 που ήταν στέλεχος της ως άνω εταιρίας, τον οποίο είχε εξουσιοδοτήσει αυτός (ο κατηγορούμενος) να του συντάσσει τις εν λόγω περιουσιακές του δηλώσεις λόγω του φόρτου εργασίας του.
Όμως η ως άνω ιδιότητα του, ως μετόχου του ως άνω τηλεοπτικού σταθμού, επί σειρά ετών μάλιστα, λαμβανόμενη υπ' όψη σε συνδυασμό με τη σωρεία των παραβάσεων του, οι οποίες προκύπτουν εν προκειμένω και εκτίθενται στο Διατακτικό, φρονούμε ότι δεν αποδυναμώνουν, αλλά ότι αντιθέτως ενισχύουν την προκύπτουσα δολία προαίρεση του, σε σχέση με την από αυτόν προκύπτουσα, από το προρρηθέν αποδεικτικό υλικό, ως τελεσθείσα και δη κατ' επανάληψη, αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις ως άνω διατάξεις, για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη και του απαγγέλθηκε κατηγορία και που αυτό εξειδικεύεται και περιγράφεται ως τελεσθέν από αυτόν, κατά τα ακολούθως εκτιθέμενα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω φρονούμε ότι προκύπτουν εν προκειμένω σοβαρές ενδείξεις ενοχής βάρος του κατηγορουμένου Χ1 για τις προρρηθείσες πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1 και 98 ΠΚ και άρθρων 1 παρ. 1, 4 παρ. 3 Ν. 3327/2005, 1 παρ. 10 Ν. 2328/95, όπως αντικ. με άρθρο 12 παρ. 3 Ν. 3310/05 και άρθρα 25 και 27 Ν. 2429/96, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 9 παρ. 5 Ν. 3213/2003, όπως η παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ. 4 περ. Β' Ν. 3242/04.
Πρέπει επομένως, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9, 309 παρ. 1 ε, 313, 119 παρ. 1 και 122 παρ. 1 ΚΠΔ σε συνδ. με το άρθρο 28 παρ. 2 Ν. 2429/1996, να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, το οποίο είναι αρμόδιο, καθ' ύλη και κατά τόπο για να δικάσει τις ως άνω αποδιδόμενες σ' αυτόν πλημ/κές πράξεις.
Η αιτιολογία όμως αυτή που περιλαμβάνεται στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, αλλά τυπική, αφού δεν αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες παραπέμπεται να δικασθεί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ούτε εκτίθενται οι νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Οι ελλείψεις δε αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από τα όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει, όσον αφορά τα περιστατικά αυτά, εξολοκλήρου το σκεπτικό. Επομένως κατά παραδοχή του με στοιχείο "Β" λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 § ΙΔ' Κ.Π.Δ., πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, ενώπιον του ιδίου Συμβουλίου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). Παρέλκει δε κατόπιν τούτου η ενασχόληση με τον με στοιχείο "Α" λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να γίνει τυπικά και κατ'ουσία δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ιδίου Συμβουλίου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές.
Αθήνα 20 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η με αριθ. 9/2009 αίτηση του Χ1 κατοίκου ... στρέφεται κατά του 2491/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών για να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις της εκ προθέσεως παράλειψης υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης και της υποβολής εν γνώσει του ανακριβών στοιχείων κατ' εξακολούθηση.
Συνεπώς πρέπει να εξεταστεί η βασιμότητα των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 ιγ' του ν.3213/2003, δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης υποβάλλουν και οι μέτοχοι και εταίροι κάθε μορφής εταιρειών, οι οποίες κατέχουν άδειες λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών, ελεύθερης λήψης ή παροχής κάθε μορφής συνδρομητικών τηλεοπτικών υπηρεσιών καθώς και λειτουργίας ραδιοφωνικών σταθμών. Κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, η δήλωση υποβάλλεται κάθε χρόνο κατά το διάστημα της θητείας της άσκησης της δραστηριότητας ή της διατήρησης της ιδιότητας των υπόχρεων... το αργότερο την 30/6 κάθε έτους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ.Ια του ιδίου νόμου, η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία θεωρούνται ιδίως: Ι) τα έσοδα από κάθε πηγή...κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη πριν από την αρχική υποβολή της δήλωσης και κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για τις μετέπειτα υποβαλλόμενες δηλώσεις....III) οι μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών, τα ομόλογα και ομολογίες κάθε είδους, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κάθε είδους IV) οι καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα κλπ. Κατά δε το άρθρο 4 παρ.3 του αυτού νόμου, ελεγχόμενος που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 1 και 2 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και του άρθρου 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εν μέρει ή και εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση αφού αυτή αποτελεί μέρος του βουλεύματος όταν σε αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται εν όλω ή εν μέρει και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 1151/2006). Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό με το διατακτικό, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος το άνω Συμβούλιο, από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται και παραδεκτώς αναφέρεται καθ' ολοκληρίαν στην εισαγγελική πρόταση δέχτηκε ανελέγκτως ότι: "Από τη δέουσα εκτίμηση του κατά την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση, συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού και δη από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, λαμβανομένων υπ' όψη σε συνδυασμό με τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου φρονούμε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι αυτός τέλεσε τις ως άνω αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις.
Ειδικότερα εν προκειμένω προκύπτουν τα ακόλουθα περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ1 υπήρξε μέτοχος της εταιρίας "ALFA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.", για τα έτη 2003 μέχρι και 2007. Υπό την προρρηθείσα ιδιότητα του μετόχου, με βάση τις ως άνω νομοθετικές διατάξεις, όφειλε αυτός κατά το ως άνω χρονικό διάστημα και δη κατ' έτος, να υποβάλλει σύμφωνα με το Ν. 3213/2003, αλλά και για τα επόμενα τρία τελευταία χρόνια, από την τυχόν απώλεια της ιδιότητας του μετόχου, δήλωση περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες), εμπεριέχουσας μάλιστα ακριβή στοιχεία στην Εισαγγελία του Α.Π.
Ειδικότερα δε αυτός, με πρόθεση παράλειψε να υποβάλει την ως άνω δήλωση για το έτος 2007, το βραδύτερο μέχρι την 30/6/2007.
Επιπρόσθετα δε αυτός υπέβαλε εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία για τα έτη 2003, 2004, 2005 και 2006 στην Εισαγγελία του Α.Π. κατά τα ειδικότερα και αναλυτικότερα εκτιθέμενα στο Διατακτικό.
Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία επιρρίπτοντας την ευθύνη στον Ε1 που ήταν στέλεχος της ως άνω εταιρίας, τον οποίο είχε εξουσιοδοτήσει αυτός (ο κατηγορούμενος) να του συντάσσει τις εν λόγω περιουσιακές του δηλώσεις λόγω του φόρτου εργασίας του.
Όμως η ως άνω ιδιότητά του, ως μετόχου του ως άνω τηλεοπτικού σταθμού, επί σειρά ετών μάλιστα, λαμβανόμενη υπ' όψη σε συνδυασμό με τη σωρεία των παραβάσεων του, οι οποίες προκύπτουν εν προκειμένω και εκτίθενται στο Διατακτικό, φρονούμε ότι δεν αποδυναμώνουν, αλλά ότι αντιθέτως ενισχύουν την προκύπτουσα δολία προαίρεσή του, σε σχέση με την από αυτόν προκύπτουσα, από το προρρηθέν αποδεικτικό υλικό, ως τελεσθείσα και δη κατ' επανάληψη, αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις ως άνω διατάξεις, για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη και του απαγγέλθηκε κατηγορία και που αυτό εξειδικεύεται και περιγράφεται ως τελεσθέν από αυτόν, κατά τα ακολούθως εκτιθέμενα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω φρονούμε ότι προκύπτουν εν προκειμένω σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου Χ1 για τις προρρηθείσες πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1 και 98 ΠΚ και άρθρων 1 παρ. 1, 4 παρ. 3 Ν. 3327/2005, 1 παρ. 10 Ν. 2328/95, όπως αντικ. με άρθρο 12 παρ. 3 Ν. 3310/05 και άρθρα 25 και 27 Ν. 2429/96, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 9 παρ. 5 Ν. 3213/2003, όπως η παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ. 4 περ. Β' Ν. 3242/04.
Πρέπει επομένως, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9, 309 παρ. 1 ε, 313, 119 παρ. 1 και 122 παρ. 1 ΚΠΔ σε συνδ. με το άρθρο 28 παρ. 2 Ν. 2429/1996, να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, το οποίο είναι αρμόδιο, καθ' ύλη και κατά τόπο για να δικάσει τις ως άνω αποδιδόμενες σ' αυτόν πλημ/κές πράξεις.και ειδικότερα του ότι: Α) Με την ιδιότητα του ως άνω μετόχου επιχειρήσεως Μ.Μ.Ε. και συγκεκριμένα της εταιρίας "ALFA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.", ενώ είχε την υποχρέωση να υποβάλει δήλωση περιουσιακής κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3213/2003, κάθε χρόνο κατά το διάστημα διατήρησης της ιδιότητάς του και για τρία χρόνια μετά την απώλειά της, το αργότερο μέχρι την 30η Ιουνίου κάθε έτους, αυτός ενεργώντας με πρόθεση, παρέλειψε να υποβάλει την εν λόγω δήλωση για το έτος 2007, το αργότερο μέχρι την 30/6/2007.
και Β) Με την ίδια ως άνω ιδιότητά του και υπέχοντας την ίδια ως άνω υποχρέωση, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, υπέβαλε εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των ετών 2004, 2005 και 2006, που υποβλήθηκαν στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Συγκεκριμένα:
1) Στη δήλωση περιουσιακής καταστάσεως για το έτος 2004, που υποβλήθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, στις 27/9/04, δεν δήλωσε την ύπαρξη, κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο υποβολής της δήλωσης, των χαρτοφυλακίων αμοιβαίων κεφαλαίων (Interamerican σταθερό ομολογιακό), ποσών 86.072,46, 43.101,56, 14.837,75 και 14.837,75 ευρώ, που τηρούσε στην Τράπεζα Eurobank EFG. Επίσης, ενώ στις 9/7/03 έλαβε χώρα μεταφορά συνολικού ποσού 3.045.455 ευρώ από τον ... λογαριασμό της εταιρείας ALFA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε. στον ... λογαριασμό του στην Τράπεζα Novabank, δεν δήλωσε το εν λόγω ποσό στην ως άνω δήλωση του έτους 2004, ως εισόδημα ή οικονομική ενίσχυση κατά το προηγούμενοοικονομικό έτος. 2) Στην δήλωση περιουσιακής καταστάσεως για το έτος 2005, που υποβλήθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, στις 30/6/05, δήλωσε την ύπαρξη κοινών με τη σύζυγο του λογαριασμών στηνΤράπεζα Novabank, συνολικού ποσού 305.996,04 ευρώ. Όμως, από τη σχετική έρευνα που διενεργήθηκε από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, διαπιστώθηκε, ότι, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο υποβολής της δήλωσης, τηρούσε στην ως άνω τράπεζα με τη σύζυγό του, τους ...και ... κοινούς λογαριασμούς, ποσών 177.289,11 και 50.000 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και χαρτοφυλάκια και λογαριασμούς σε κατάστημα PRIVATE BANKING της ίδιας τράπεζας (μετρητά, ομόλογα, μετοχές και εναλλακτικές επενδύσεις) με κωδικό ..., ποσού 412.557,39 ευρώ, δηλαδή συνολικά 639.846 ευρώ. Επίσης, στις 3/12/04, έλαβε χώρα κατάθεση ποσού 83.380,18 ευρώ στον ...λογαριασμό του στην ίδια τράπεζα, που προήλθε από χρέωση του ... λογαριασμού του Κ1 το οποίο δεν δήλωσε στην ως άνω δήλωσή του του έτους 2005, ως οικονομική ενίσχυση κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος και 3) Στη δήλωση περιουσιακής καταστάσεως για το έτος 2006, που υποβλήθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, στις 29/6/06, δήλωσε την ύπαρξη κοινών με τη σύζυγό του λογαριασμών στην Τράπεζα Novabank, συνολικού ποσού 235.697,59 ευρώ. Όμως, από τη σχετική έρευνα που διενεργήθηκε από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, διαπιστώθηκε, ότι, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο υποβολής της δήλωσης, τηρούσε στην ως άνω τράπεζα με τη σύζυγό του, τους ..., ... και ... κοινούς λογαριασμούς, ποσών 112.138,05, 50.000 και 40.000 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και χαρτοφυλάκια και λογαριασμούς σε κατάστημα PRIVATE BANKING της ίδιας τράπεζας (μετρητά, ομόλογα, μετοχές και εναλλακτικές επενδύσεις) με κωδικό 6000075, ποσού 477.787,95 ευρώ, δηλαδή συνολικά 679.926 ευρώ. Επίσης, στις 18/3/05, 3/6/05 και 7/12/05 έλαβαν χώρα καταθέσεις ποσών 47.370, 120.550 και 160.000 ευρώ, αντίστοιχα στον ...λογαριασμό του στην Τράπεζα Novabank, που προήλθαν από χρέωση του ως άνω... λογαριασμού του Κ1 τα οποία δεν δήλωσε στην ως άνω δήλωσή του, του έτους 2006 ως οικονομικές ενισχύσεις κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος".
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον σε αυτή αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άνω άρθρων, που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, στο σκεπτικό και το διατακτικό του βουλεύματος, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, αναφέρεται ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις περί τελέσεως υπό του αναιρεσείοντος των άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμπεται και περιγράφονται ειδικότερα κατά τόπο, χρόνο και λοιπές κατά το νόμο περιστάσεις. Ήτοι διαλαμβάνεται στην αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων, καίτοι ήταν υπόχρεος κατά το νόμο, ως μέτοχος επιχειρήσεως ΜΜΕ και δη της εταιρείας "ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" να δηλώσει στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου τα περιουσιακά του στοιχεία για το έτος 2007 το αργότερο μέχρι τις 30/6/2007 παρέλειψε με πρόθεσή του να υποβάλει τη σχετική δήλωση περιουσιακής κατάστασης. Πλέον τούτου, αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι εν γνώσει του στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των ετών 2004, 2005 και 2006 δήλωσε ανακριβή στοιχεία περί της περιουσιακής του καταστάσεως. Ειδικότερα, όσον αφορά τη δήλωση για το έτος 2004, την υπέβαλε στον Αντεισαγγελέα του ΑΠ εκπρόθεσμα και συγκεκριμένα στις 27/9/2004. Η δήλωση αυτή, όπως και οι υπόλοιπες για τα έτη 2005 και 2006 ήταν ανακριβείς κατά τα αναφερόμενα στην άνω αιτιολογία. Περαιτέρω, η αιτίαση ότι, ενώ δεν παρέλειψε την υποβολή της σχετικής δήλωσης για το έτος 2007, όπως αντιθέτως κατηγορείται αλλά, όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, την υπέβαλε καθυστερημένα και προκύπτει τούτο από τη δικογραφία, είναι αβάσιμη, αφού η τυχόν εκπρόθεσμη υποβολή της δήλωσης αυτής δεν έχει ως συνέπεια την άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή τον αποκλεισμό του καταλογισμού του υπαιτίου, αφού κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στο νόμο αλλά απλώς μπορεί, σε περίπτωση καταδίκης, να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (ΑΠ 1749/2005). Περαιτέρω, η αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών εσφαλμένως και αναιτιολόγητα αποδίδει στον αναιρεσείοντα πρόθεση για όλες τις πράξεις, για τις οποίες παραπέμπεται, καθόσον είχε αναθέσει σε τρίτο και δη στον εξουσιοδοτηθέντα από αυτόν Ε1 να συγκεντρώσει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία και να συντάξει όλες τις σχετικές δηλώσεις και έτσι η καθυστερημένη υποβολή της τελευταίας δηλώσεως του έτους 2007 δεν οφείλεται σε δολία προαίρεσή του, ούτε γνώριζε την ανακρίβεια (την οποία αμφισβητεί) των προηγουμένων δηλώσεών του, ήτοι των ετών 2004, 2005 και 2006, είναι αβάσιμη. Ειδικότερα, ως προς τον αποδιδόμενο δόλο, η ως άνω αιτιολογία του βουλεύματος είναι επαρκής, αφού διαλαμβάνει ότι εν γνώσει του υπέβαλε ανακριβή στοιχεία στις δηλώσεις των ετών 2004, 2005 και 2006 και εκ προθέσεως παρέλειψε να υποβάλει σχετική δήλωση μέχρι την 30/6/2007 που ορίζεται ως το αργότερο χρονικό σημείο υποβολής της δήλωσης κατά το νόμο. Εξάλλου δε, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων τούτων και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς τους, διαλαμβάνεται δε περί τούτου (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την παραπομπή. Άλλο βέβαια είναι το θέμα της μη υπάρξεως δόλου, ως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, και κατά τούτο η σχετική αιτίαση είναι απαράδεκτη διότι πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. Όσον δε αφορά την αιτίαση ότι το Συμβούλιο απέρριψε αναιτιολόγητα τον ισχυρισμό του περί πραγματικής πλάνης, συνισταμένης στο ότι είχε αναθέσει την σύνταξη των δηλώσεων στον άνω Ε1 και έτσι δε γνώριζε, ήτοι αγνοούσε εκείνα για τα οποία κατηγορείται και συνεπώς δεν μπορούν να καταλογιστούν σε αυτόν οι πράξεις για τις οποίες παραπέμπεται είναι αβάσιμη. Τούτο διότι, από την επισκόπηση της απολογίας του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφέτη Ανακριτή και του υποβληθέντος σε αυτόν από 6/6/2008 υπομνήματός του προκύπτει ότι δεν υπέβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης του και δη ότι αγνοούσε συστατικό όρο της αντικειμενικής υπόστασης των άνω ποινικών αδικημάτων για τα οποία παραπέμπεται. Συγκεκριμένα, και σε σχέση μόνο με την παράλειψη υποβολής της δήλωσης του έτους 2007 προέβαλε δια του άνω υπομνήματός του ότι "αγνοούσα παντελώς τη μη υποβολή της και σπεύδω αμέσως να συμπληρώσω μια ολιγωρία για την οποία τελούσα σε πραγματική πλάνη, που αποκλείει το δόλο και την ενσυνείδητη αμέλεια. Η μετοχική μου ιδιότητα, την οποία εγώ θεωρώ ισχυρή και απρόσβλητη, σύμφωνα με τα όσα εξέθεσα παραπάνω, θεωρήθηκε πεπλανημένα ότι εξέλειψε από τους υπεύθυνους της ALPHA Δορυφορική Τηλεόραση ΑΕ, με συνέπεια να μην υποβάλουν, ως είχαν υποχρέωση, αλλά και χωρίς να με ενημερώσουν σχετικά, τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης του 2007, όπως έκαναν το 2006 αν και είχα αποχωρήσει το Φεβρουάριο από το σταθμό". Ο ισχυρισμός του αυτός, υπό το περιεχόμενο τούτο, δεν συνιστά άγνοια του αναιρεσείοντος συστατικού όρου της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών και συνεπώς, λόγω της αοριστίας του, το Συμβούλιο δεν όφειλε να απαντήσει (ΑΠ 1243/2005), δοθέντος ότι κατά το άρθρο 30 παρ. 1β του ΠΚ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που τη συγκροτούν, συνάγεται ότι ως πραγματική πλάνη που έχει ως αποτέλεσμα το μη καταλογισμό της αξιόποινης πράξης στο δράστη, θεωρείται η άγνοια ή η εσφαλμένη αντίληψη του δράστη σχετικά με ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξεως (ΑΠ 646/2008, 330/2007) χαρακτηριστικό της οποίας (πλάνης) είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει. Ανεξαρτήτως τούτων το Συμβούλιο απήντησε με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων, ως μέτοχος του άνω τηλεοπτικού σταθμού, επί σειρά ετών μάλιστα, λαμβανομένη υπόψη σε συνδυασμό με τη σωρεία των παραβάσεών του, οι οποίες προκύπτουν και εκτίθενται στο διατακτικό, δεν αποδυναμώνουν αλλά αντιθέτως ενισχύουν την δολία προαίρεσή του σε σχέση με την προκύπτουσα από το αποδεικτικό υλικό, ως τελεσθείσα και δη κατ' επανάληψη αντικειμενική υπόσταση των πράξεων αυτών. Περαιτέρω και αναφορικά με την αιτιολογία του βουλεύματος, αποδίδεται σε αυτό η πλημμέλεια ότι "το βούλευμα καθίσταται παντελώς αναιτιολόγητο, ασαφές και αόριστο, μη προσδιορίζοντας τους χρόνους κατά τους οποίους, σύμφωνα με το σκεπτικό και το διατακτικό του τηρούσα περιουσιακά στοιχεία αλλά και μη προσδιορίζοντας από τα χρηματικά ποσά και τα περιουσιακά στοιχεία που παραθέτει, ποιο δήλωσα και ποιο παρέλειψα να δηλώσω, μη προσδιορίζοντας αν σε αυτό που δήλωσα εμπεριέχεται αυτό, που κατά το βούλευμα τηρούσα και περαιτέρω μη προσδιορίζοντας αν αυτό που δήλωσα σε άλλη κατά το βούλευμα χρονική στιγμή ταυτίζεται με αυτό που κατά το βούλευμα τηρούσα σε άλλη χρονική στιγμή και αυτό που κατά το βούλευμα παρέλειψα αν δηλώσω σε άλλη χρονική στιγμή" και έτσι σε σχέση με τις δηλώσεις των ετών 2004, 2005 και 2006 δεν περιλαμβάνεται αναφορά αν τα διαλαμβανόμενα στις δηλώσεις αυτές δηλώθηκαν ή δεν δηλώθηκαν ή αποτελούν μέρος των δηλωθέντων. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη καθόσον από την επισκόπηση του βουλεύματος προκύπτουν σαφώς οι επιμέρους ανακρίβειες των δηλώσεων που έλαβαν χώρα κατά το προηγούμενο εκάστης δηλώσεως οικονομικό έτος, το οποίο τάσσεται ως χρόνος ελέγχου για τα έσοδα του υπόχρεου και των πηγών αυτών, χωρίς βέβαια να απαιτείται και ο καθορισμός των ημερομηνιών κτήσεως των εσόδων. Εν όψει δε του ότι τα έσοδα που πρέπει να δηλώνονται, ο νόμος τα ορίζει ενδεικτικά (ιδίως...), ελέγχονται και εκείνα που πηγή έχουν τις "εναλλακτικές επενδύσεις", ο όρος δε αυτός είναι γνωστός στις συναλλαγές και δεν δημιουργεί αντίφαση ή ασάφεια. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. Ια του ν.3213/2003 κατά την οποία ως περιουσιακά στοιχεία θεωρούνται ιδίως i) τα έσοδα από κάθε πηγή, κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη πριν από την αρχική υποβολή της δήλωσης και κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για τις μετέπειτα υποβαλλόμενες δηλώσεις, σαφώς προκύπτει ότι νοούνται τα κτώμενα έσοδα καθ' όλο το προηγούμενο οικονομικό έτος διότι διαφορετικά ο έλεγχος, τον οποίο επιβάλλει ο νόμος κατ' έτος, θα ήταν αδύνατος. Από την επισκόπηση του βουλεύματος ακριβώς τούτο προκύπτει δι' αναφοράς στην αιτιολογία του των ανακριβειών των δηλώσεων του αναιρεσείοντος κατά τα κρίσιμα οικονομικά έτη από τις 30/6/2003 και εντεύθεν.
Συνεπώς, το Συμβούλιο Εφετών ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις, τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και δεν στέρησε το προσβαλλόμενο βούλευμά του νόμιμης βάσης. Κατ' ακολουθίαν οι περί του αντίθετου εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. δ' και β' του ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι. Επομένως, εφόσον δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 9/26-1-2009 αίτηση του Χ1 κατοίκου ... για αναίρεση του 2491/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. . Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πόθεν έσχες. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση όταν σε αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το αδίκημα. Η εκπρόθεσμη υποβολή δηλώσεων του πόθεν έσχες δεν έχει ως συνέπεια την άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή τον αποκλεισμό του καταλογισμού, αλλά απλώς μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ο δόλος δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα. Η ανάθεση των δηλώσεων σε τρίτον δεν συνιστά πραγματική πλάνη αφού δεν αναφέρεται σε όρο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνεπώς το Συμβούλιο δεν υποχρεούτο να απαντήσει. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ποινή, Πλάνη πραγματική, Δόλος, Εισαγγελική Πρόταση, Πόθεν έσχες.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1635/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 8005/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον ...κάτοικο ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Πετρίτση. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. .... και 2. .... κάτοικους ... που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Νάκο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 15/7.3.08 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 446/2008.
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποίαν οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το ποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 8005/ 2007 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως ότι "στην ..., στις ... και περί ώρα 05.10 περίπου, ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο εκινείτο επί της ταχείας κυκλοφορίας ...με κατεύθυνση προς ... και επί της αριστερής λωρίδας του ρεύματος πορείας του. Στο ύψος του ξενοδοχείου ..., ο πεζός Θ1 με πρόθεση να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα του ρεύματος της ... επί του οποίου εκινείτο το αυτοκίνητο, υπερπήδησε τις μπάρες ασφαλείας που υπάρχουν επί της διαχωριστικής νησίδας της ανωτέρω λεωφόρου και παρεμβλήθηκε στην πορεία του αυτοκινήτου, το οποίο τη μοιραία στιγμή διερχόταν από το σημείο εκείνο με αποτέλεσμα από αυτό και να τραυματισθεί θανάσιμα. Ο θάνατος του δεν αποδεικνύεται ότι οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά που αποδίδεται στον κατηγορούμενο με το κλητήριο θέσπισμα. Ειδικότερα το γεγονός της αιφνιδιαστικής παρεμβολής στην πορεία του αυτοκινήτου, την οποία υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, επιβεβαιώνει το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από την ... έκθεση αυτοψίας και το συνημμένο σε αυτή σχεδιάγραμμα της τροχαίας που συντάχτηκε για το ατύχημα κηλίδα αίματος προερχόμενη από τον τραυματισμό του πεζού σε απόσταση μόλις 30 εκατοστών του μέτρου, αλλά και το γεγονός ότι όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό νοσηλείας του νοσοκομείου Ευαγγελισμός και την έκθεση νεκροψίας νεκροτομής, ο παθών δεν υπέστη από την επαφή του με το αυτοκίνητο τραυματισμό των κάτω άκρων (εκτός εκδοράς δεξιού ισχύος και γόνατος), όπως θα αναμενόταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αν βρισκόταν ήδη στο οδόστρωμα. Λόγω της αιφνιδιαστικής παρεμβολής ο κατηγορούμενος εστερείτο της δυνατότητας να αποφύγει τον παθόντα, τον οποίο αντιλήφθηκε, εν όψει των συνθηκών (νύχτα με περιορισμένη ορατότητα, παρά το φωτισμό της οδού, λόγω βροχόπτωσης τη στιγμή εκείνη και ομίχλης και σκούρων ενδυμάτων του πεζού) σε απόσταση 3-5 μέτρων, είτε με τροχοπέδηση, είτε με αποφευκτικό ελιγμό, τον οποίον εκτός των άλλων δεν αποδεικνύεται ότι μπορούσε να πραγματοποιήσει, διότι θα είχε ως αποτέλεσμα την αιφνίδια είσοδο του σε άλλη λωρίδα κυκλοφορίας με κίνδυνο την πρόκληση ατυχήματος. Περί της ταχύτητας με την οποία εκινείτο ο κατηγορούμενος, δεν μπορεί να σχηματιστεί ασφαλής κρίση. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν υπερέβαινε τα 60 χλμ/ ώρα. Οι γονείς του παθόντος μη αυτόπτες υποστηρίζουν ότι υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο το οποίο ήταν όπως αποδεικνύεται από την έκθεση αυτοψίας. Σε κάθε όμως περίπτωση και δεδομένου ότι το ανωτέρω υψηλό όριο έχει τεθεί αποκλειστικά προς ασφαλή κίνηση των οχημάτων που κινούνται επί της ταχείας κυκλοφορίας οδού και όχι προς ασφάλεια των πεζών, στους οποίους είναι απαγορευμένη η εκτός των υπογείων διαβάσεων διέλευση της, τυχόν υπέρβαση του ως άνω ορίου ή έστω και της ταχύτητας που όφειλε να είναι ρυθμισμένη, με τις επιταγές του άρθρου 19 του ΚΟΚ, δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος. Και τούτο διότι ο κατηγορούμενος, ως μέσος συνετός οδηγός ούτε όφειλε ούτε μπορούσε να προβλέψει ότι πεζός υπερπηδώντας τα κιγκλιδώματα της διαχωριστικής νησίδας θα επιχειρούσε να διασχίσει την ταχείας κυκλοφορίας .... Επομένως και εφόσον δεν αποδεικνύεται η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αμέλεια πρέπει να κηρυχθεί αθώος της ανθρωποκτονίας που του αποδίδει το κλητήριο θέσπισμα". Ακολούθως, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο, της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, διέλαβε στην απόφαση του αυτή ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς η συνδρομή της αμέλειας του κατηγορουμένου για το θάνατο του Θ1 διότι δεν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα γεγονότα εκείνα που αποκλείουν την συνυπαιτιότητά του. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι βρέθηκε κηλίδα αίματος του θύματος σε απόσταση 30 εκατοστών, δεν αναφέρει αν η κηλίδα αίματος βρέθηκε εντός ή εκτός του οδοστρώματος. Περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι ο παθών παρενεβλήθη αιφνιδιαστικά στην πορεία του αυτοκινήτου, ήτοι ότι ο παθών είχε εισέλθει στο οδόστρωμα, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι, εφόσον αυτός δεν υπέστη από την επαφή με το αυτοκίνητο τραυματισμό των κάτω άκρων (εκτός εκδοράς δεξιού ισχίου και γόνατος), δεν βρισκόταν στο οδόστρωμα, αφού, αν βρισκόταν εκεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, θα είχε τραυματιστεί στα κάτω άκρα. Περαιτέρω, δεν αιτιολογείται σαφώς γιατί ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να ενεργήσει ακινδύνως αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, αφού δεν αναφέρεται αν στις άλλες λωρίδες της ...έβαιναν αυτοκίνητα λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, το ατύχημα έγινε στις 05.10' περίπου. Εξάλλου, ενώ δέχεται το Εφετείο ότι υπήρχε φωτισμός επί της οδού αλλά επικρατούσε βροχόπτωση και ομίχλη, γεγονός που υπαγόρευε κατά το νόμο στον κατηγορούμενο να έχει την ταχύτητα του οχήματος του προσαρμοσμένη στις καιρικές αυτές συνθήκες λαμβάνοντας υπόψη του και την ολισθηρότητα της οδού έτσι ώστε να μειώσει την ταχύτητα του και να είναι η οδήγηση του ασφαλής, δεν αιτιολογείται σαφώς η παραδοχή ότι (ο κατηγορούμενος) έβαινε με ταχύτητα εξήντα χιλιομέτρων, ούτε διευκρινίζεται αν η ταχύτητα αυτή ήταν η ενδεδειγμένη εν όψει των συνθηκών αυτών. Τέλος, αναφορικά με την ταχύτητα του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος, ενώ από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει η σφοδρότητα της συγκρούσεως, εν όψει του ότι έσπασε το παρμπρίζ του αυτοκινήτου του και δημιουργήθηκε μεγάλη οπή από το σώμα του παθόντος, ουδέν περί τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει, παρότι το γεγονός αυτό συνδέεται με την ταχύτητα του οχήματος, με αποτέλεσμα η περί αυτής η αιτιολογία να καθίσταται ασαφής. Λόγω των ελλιπών και ασαφών αυτών αιτιολογιών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της υπόκρίση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8005/ 2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Έννοια αμελείας. Ασαφής αιτιολογία. Δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα γεγονότα εκείνα που αποκλείουν την συνυπαιτιότητά του. Δεν αιτιολογείται γιατί ο δράστης δεν μπορούσε να ενεργήσει ακινδύνως αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά διότι δεν αναφέρεται ότι στις άλλες λωρίδες της λεωφόρου έβαιναν άλλα αυτοκίνητα. Δεν αιτιολογείται ότι η αναφερόμενη ταχύτητα ήταν η ενδεδειγμένη ενόψει των επικρατουσών συνθηκών (βροχόπτωση - ομίχλη). Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1637/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Νικόλαο Μπιχάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ - Μηνά Σταύρου, περί αναιρέσεως της 616/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 661/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 349 παρ. 3 εδ. α' ΠΚ όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ή προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην καθ' οιονδήποτε τρόπο (παροτρύνσεις, πιέσεις κλπ) και με οποιαδήποτε μέσα (παροχή καταλύματος, ανεύρεση ερωτικών συντρόφων κλπ) παρακίνηση της γυναίκας που δεν είναι ακόμη πόρνη, να τραπεί στην πορνεία ή και η ενίσχυση της τυχόν ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσης ακόμη αποφάσεως αυτής να πράξει αυτό. Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα, θύμα όμως μόνο γυναίκα, αδιακρίτως ηλικίας. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν πλείονες γυναίκες θύματα, αφού (εκ της χρήσεως του όρου "γυναίκες", δεν προκύπτει το αντίθετο ούτε η γυναίκα να είναι "αμέμπτων" ηθών, είναι όμως αναγκαίο να μην είναι ήδη πόρνη και επομένως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της μαστρωπείας είναι η προαγωγή στην πορνεία να αφορά γυναίκα που δεν είναι ήδη πόρνη. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος, σε πλείονα πρόσωπα, άνευ επιλογής, δηλαδή η παροχή κατά συνήθεια σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό προσώπων, αντί χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής. Η προαγωγή στην πορνεία πρέπει επίσης να γίνεται κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία. Κατ' επάγγελμα ενεργεί ο δράστης όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, από κερδοσκοπία δε ενεργεί ο δράστης με κίνητρο και σκοπό τον προσπορισμό αθεμίτου περιουσιακού οφέλους ή ενός αθεμίτου κέρδους θετικού ή αποθετικού, αποτιμητού όμως σε χρήμα, ανεξαρτήτως της επιτεύξεώς του, ενώ δεν δημιουργείται ασάφεια από την παραδοχή της τελέσεως της πράξεως και κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία. Η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεώς της, όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά ούτε να απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, αρκεί να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλόμενη 616/2008 απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περ. πραγμάτων κρίση του μετ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων δηλ. καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και απολογία του κατηγορουμένου τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Οι αλλοδαπές Π1, Π2 και Π3 υπήκοοι όλες Μολδαβίας, ευρισκόμενες στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (FYROM), γνώρισαν έναν Αλβανό υπήκοο με το όνομα Ν1 και αποδέχθηκαν πρότασή του να τις μεταφέρει στην Ελλάδα για να εργαστούν. Οι ανωτέρω δεν είχαν τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα για να εισέλθουν νόμιμα στην Ελλάδα και εκείνος, γνωρίζοντας συνοριακές διαβάσεις μη φυλασσόμενες, κατόρθωσε να εισέλθει μαυτές από τέτοια διάβαση στη χώρα, στις 26.8.2001, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί και στη συνέχεια με αυτοκίνητο που γιαυτό το σκοπό τις περίμενε κοντά στα σύνορα και για το οποίο προφανώς είχε συνεννοηθεί ο ανωτέρω Αλβανός, να μεταφερθούν στη .... Εκεί περίμενε τις ανωτέρω αλλοδαπές ο Φ1 που τις οδήγησε στο σπίτι που θα διέμεναν και ανακοίνωσε σαυτές ότι θα εργάζονται στο κατάστημα του μπαρ. Επίσης είπε σαυτές ότι εκτός της εργασίας τους ως σερβιτόρες σε μπαρ θα έπρεπε να ικανοποιούν ερωτικά άνδρες που εκείνος θα εύρισκε ως πελάτες. Οι ανωτέρω αλλοδαπές δεν ήθελαν να εκδίδονται, όμως υπέκυψαν καθόσον τους επέστησε ότι ήταν παράνομα στη χώρα και ότι δεν γινόταν διαφορετικά, γιατί δεν θα τους πρόσφερε ούτε εργασία και εκείνες δεν είχαν καθόλου χρήματα για να συντηρηθούν. Ο Φ1 ήταν μαζί με τον Αλβανό υπήκοο και ενδεχομένως και άλλα άτομα, εκείνος που οργάνωνε την εισαγωγή των αλλοδαπών γυναικών, όχι μόνο για να τις χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται ο ίδιος, αλλά και να τις παραχωρεί σε άλλους, προφανώς έναντι οικονομικού ανταλλάγματος. Έτσι και στην περίπτωση των ανωτέρω αλλοδαπών, είχε προσυμφωνήσει με τον κατηγορούμενο να του αποστείλει αλλοδαπές και γιαυτό το λόγο, την επόμενη ημέρα από την άφιξη τους στη ..., τις επιβίβασε στις 27.8.2001 σε αεροπλάνο που εκτελούσε την πτήση προς ... και έφθασαν στην πόλη των .... Στο αεροδρόμιο περίμενε τις αλλοδαπές ο κατηγορούμενος, ο οποίος με αυτοκίνητο τύπου "CMPRIO", που ανήκε στον αδελφό του ...μετέφερε αυτές στο ξενοδοχείο "..." στο ... και εγκαταστάθηκαν εκεί. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παρέλαβε αυτές από το αεροδρόμιο ... και τις μετέφερε στο προαναφερόμενο ξενοδοχείο δέχεται και ο ίδιος. Καταθέτει βέβαια απολογούμενος ότι η εμπλοκή του με τις αλλοδαπές ήταν μόνο η ανωτέρω και τούτο έγινε γιατί του το ζήτησε ο θαμώνας του κέντρου διασκέδασης στο οποίο εργαζόταν με τον τίτλο "..." και βρίσκεται στο ..., αναφερόμενος στον Φ1 όμως τούτο αντικρούεται από τις προανακριτικές απολογίες των αλλοδαπών που αναγνώστηκαν, οι οποίες καταθέτουν ότι δεν συνοδεύτηκαν από τον Φ1 στα ... και ότι ο τελευταίος μετά από δύο περίπου εβδομάδες έφθασε στα ... και τις παρέλαβε και τις μετέφερε στη ... και καταθέτουν στη συνέχεια για την εκμετάλλευση τους από τον κατηγορούμενο το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα, μετά την εγκατάσταση των αλλοδαπών γυναικών στο ξενοδοχείο, ο κατηγορούμενος, αφού εύρισκε άνδρες που ήθελαν να έχουν σεξουαλικές σχέσεις με γυναίκες, κανόνιζε τις συναντήσεις μεταξύ αυτών και των τριών ως άνω αλλοδαπών σε ξενοδοχεία και σπίτια, αφού διευκρινίστηκε μαυτές ότι τα ποσά που θα έπαιρναν από κάθε πελάτη με τον οποίο θα έρχονταν σε ερωτική επαφή θα ήταν εκείνα για τα οποία είχαν συμφωνήσει και με τον Φ1 δηλαδή πέντε χιλιάδες δραχμές, από τις είκοσι χιλιάδες που πλήρωνε ο πελάτης. Τα χρήματα αυτά καταβάλλονταν από τους πελάτες στον κατηγορούμενο και εκείνος στη συνέχεια έδινε το ανωτέρω συμφωνηθέν ποσό στις αλλοδαπές. Ως προς τα περιστατικά αυτά με σαφήνεια κατέθεσαν οι τρεις αλλοδαπές, και κρίνεται ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια, ενόψει του ότι αυτές δεν είχαν λόγο να καταθέσουν μαυτό το περιεχόμενο ψευδώς, ούτε όφελος, σε συνδυασμό και με την αλήθεια όσων ανωτέρω εκτέθηκαν για την ομολογούμενη απ' αυτόν συμμετοχή στην εξυπηρέτηση του ζητήματος της διαμονής τους, αλλά και του γεγονότος ότι αυτές δεν συνοδεύονταν από τον Φ1 στα ... Ο κατηγορούμενος εξακολούθησε αυτή τη δραστηριότητά του, με τις ανωτέρω τρεις αλλοδαπές από την επόμενη της αφίξεώς τους στα ... μέχρι τις 10.9.2001 και καθημερινά έκλεινε ερωτικές συναντήσεις των τριών γυναικών με άνδρες αντί της ανωτέρω αμοιβής. Οι τρεις αλλοδαπές δεν προέκυψε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι ήταν πόρνες. Οι ίδιες κατέθεσαν στις απολογίες τους ότι δεν ήθελαν να έχουν ερωτικές σχέσεις με πελάτες, αλλά μόνο να εργαστούν ως σερβιτόρες σε μπαρ, αλλά κάτω από τις συνθήκες που προεκτέθηκαν αναγκάστηκαν να το αποδεχθούν. Καταθέτει βέβαια αντίθετα η εξ αυτών Π2 στην αναγνωσθείσα από 22.11.2001 έκθεση εξετάσεως της ως μάρτυρα με διερμηνέα, ότι από την αρχή είχαν συμφωνήσει και οι τρεις αλλοδαπές με τον Ν1, ότι εκτός από την εργασία τους στο μπαρ θα ικανοποιούσαν και ερωτικά άνδρες αντί αμοιβής, όμως παρεκτός του ότι μόνο από τη συμφωνία τους γιαυτό δεν αποδεικνύεται και ότι αυτές ήταν πόρνες, η ίδια στην από την ίδια ημερομηνία απολογία της δεν αναφέρει το ίδιο, οι λοιπές δεν επιβεβαιώνουν αυτή την αναφορά της ανωτέρω ομοεθνούς τους και όλες αναφέρονται στην κατάσταση κάτω από την οποία αναγκάστηκαν να δεχθούν να εκδίδονται με αμοιβή. Κατ' ακολουθία τούτων, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος με τις περισσότερες αυτές πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος προήγαγε στην πορνεία τις τρεις προαναφερόμενες αλλοδαπές γυναίκες, κατ' επάγγελμα, καθόσον επανειλημμένα τέλεσε την πράξη αυτή με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος.
Μετά ταύτα κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "στα ..., κατά το χρονικό διάστημα που προσδιορίζεται από τις αρχές Σεπτεμβρίου μέχρι την 10-9-2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος προήγαγε στην πορνεία γυναίκες. Πιο συγκεκριμένα, αφού οδήγησε και υπέδειξε στις αλλοδαπές Π1, Π2 και Π3 υπηκόους όλες Μολδαβίας, οι οποίες είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα από αφύλακτο σημείο της μεθορίου, να διαμένουν στο Ξενοδοχείο "...", στο..., τις επισκεπτόταν καθημερινά καθ' όλο το διάστημα της παραμονής τους και τις προέτρεπε να δέχονται στο δωμάτιο όπου διέμεναν άντρες, με σκοπό την επ' αμοιβή συνουσία με αυτούς, προάγοντας τις κατά τον τρόπο αυτό στην πορνεία. Από την επανειλημμένη δε τέλεση της πράξεώς του αυτής, με δεδομένο ότι από την αμοιβή των 25.000 δρχ. που εισέπραττε κάθε μια εκ των προαναφερομένων γυναικών για κάθε άντρα-πελάτη, με τον οποίο αυτές εξεδίδοντο, ο κατηγορούμενος παρακρατούσε τις 20.000 δρχ., προκύπτει σαφής σκοπός του για πορισμό εισοδήματος από την ως άνω πράξη της προαγωγής γυναικών στην πορνεία" και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και χρηματική ποινή έξι χιλιάδων (6.000) Ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο διέλαβε σ' αυτή την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 § 1α, 27 § 1, 98 και 349 § 3 Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παρεβίασε αυτές ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δεν στέρησε έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα όπως προανακριτικές ομολογίες κατηγορουμένων, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπ' όψη τα άλλα. Άλλωστε το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλ. από ποιο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Περαιτέρω η διαφοροποίηση του ποσού που αποκόμιζε ο αναιρεσείων από κάθε προαναφερόμενη γυναίκα για κάθε άντρα με τον οποίο εξεδίδετο για το επίδικο χρονικό διάστημα, το οποίο αναφέρεται στο σκεπτικό σε 15.000 δραχμές και στο διατακτικό σε 20.000 δραχμές δεν αποτελεί αντίφαση κατά την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη και εν πάση περιπτώσει δεν επηρεάζει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μαστροπείας. Το ίδιο ισχύει και με την παραδοχή στο σκεπτικό ότι ο αναιρεσείων κανόνιζε τις συναντήσεις των αναφερομένων ανωτέρω γυναικών σε ξενοδοχεία και σπίτια, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι τις επισκέπτονταν ο αναιρεσείων καθημερινά καθ' όλο το διάστημα παραμονής να τις προέτρεπε να δέχονται στο δωμάτιο του ξενοδοχείο "..." όπου διέμεναν άντρες... Επομένως οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος που πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες.
Μετά από αυτά, πρέπει ν'απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-4-2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 616/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του άρθρου 349 παρ. 3 εδ. α΄ ΠΚ (μαστροπεία). Έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης πότε υφίσταται. Η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διάταξης ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Μαστροπεία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1634/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 61/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με κατηγορούμενο τον .... κάτοικο .... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαπετρίδη. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. .... και 2. .... κατοίκους ....που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Βαλέντη.
Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 5/5.2.09 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 196/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 286 παρ. 1 ΠΚ όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 20 παρ. 5α του ν. 2331/ 1995, όποιος κατά την εκπόνηση μελέτης ή τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου αναλόγου έργου ή μιας κατεδάφισης, με πρόθεση ή από αμέλεια, ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι α) ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος αυτού, το οποίο είναι έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης εννόμου αγαθού, είναι και ο έχων τη διεύθυνση του οικοδομικού έργου επιβλέπων μηχανικός, ο οποίος διευθύνει την εκτέλεση του έργου και δίνει οδηγίες και διαταγές υποχρεωτικές για εκείνους που εκτελούν το έργο β) η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος συνίσταται στην παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες διενέργεια του οικοδομικού... έργου και στην από την αιτία αυτή πρόκληση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου. Ως "κοινώς αναγνωρισμένοι τεχνικοί κανόνες" νοούνται οι απλοί και κοινοί τεχνικοί κανόνες, που είναι γενικώς γνωστοί και εφαρμόζονται κατά την εκτέλεση τέτοιου έργου από προπαιδευμένους και έμπειρους τεχνικούς, οι οποίοι έχουν πρακτική ενασχόληση σε τέτοια έργα, είναι δε αναγκαίοι (οι τεχνικοί κανόνες) για την ασφάλεια όσων έχουν σχέση με το έργο, τόσο κατά την εκτέλεση του, όσο και μετά από αυτή, κατά τη χρήση του. Η παράβαση των κανόνων αυτών μπορεί να συντελεστεί με ενέργεια ή παράλειψη. Ως κίνδυνος δε για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπων νοείται η κατάσταση που με τις συντρέχουσες περιστάσεις της εγκλείει σοβαρή πιθανότητα μελλοντικής πρόκλησης θανάτου ή βλάβης της υγείας ανθρώπου, χωρίς να είναι απαραίτητο να πραγματωθεί και το τελικό αυτό αποτέλεσμα της και γ) για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος ή αμέλεια. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠΔ να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 παρ.3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αυτής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 61/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, το Δικαστήριο τούτο, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε κατά πλειοψηφία ανελέγκτως ότι (αντιγραφούν τα εντός των παρενθέσεων από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 61/2008 απόφασης). Ακολούθως, το Δικαστήριο κατά πλειοψηφία κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο της πράξεως αυτής. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ασαφή και αντιφατική αιτιολογία και εσφαλμένως εφήρμοσε το νόμο. Συγκεκριμένα, δεν εκτίθενται στην αιτιολογία τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το Δικαστήριο κατέληξε στην απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι το ισόγειο της οικοδομής περατώθηκε πλήρως και παραδόθηκε προς χρήση και ασφαλή διαμονή, περαιτέρω δέχεται αντιφατικά ότι η ασφάλεια της οικοδομής που παραδόθηκε για χρήση εξαρτάται από μελλοντική ενέργεια του κατηγορουμένου, ήτοι από την τοποθέτηση στο μέλλον και των υπολοίπων επτά υποστυλωμάτων, παρά δε ταύτα δέχεται ότι δεν παραβιάστηκαν οι κανόνες της οικοδομικής και δεν προκλήθηκε κίνδυνος για τους ανθρώπους, στους οποίους παρέδωσε τη χρήση της οικοδομής. Εξάλλου δε, ενώ δέχεται ότι ο κατηγορούμενος δεν εφάρμοσε τη στατική μελέτη όπως από την οικοδομική άδεια προεβλέπετο, ήτοι δεν εμφύτευσε τα δεκατέσσερα υποστυλώματα αλλά μόνο τα επτά, με αποτέλεσμα κατά την αρμόδια υπηρεσία η οικοδομή να χαρακτηρίζεται ως επικίνδυνη και ετοιμόρροπη, εν τούτοις καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν παρεβίασε τους κοινώς ανεγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες αλλά ενήργησε έτσι λόγω πιέσεως του από τη μητέρα των ιδιοκτητριών της οικοδομής. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι βάσιμοι.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 61/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση του άρθρου 286 ΠΚ. Το έγκλημα αυτό είναι συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως και ενεργητικό υποκείμενο είναι και ο έχων τη διεύθυνση του οικοδομικού έργου επιβλέπων μηχανικός. Ως κοινώς αναγνωρισμένοι τεχνικοί κανόνες νοούνται οι απλοί και κοινοί τεχνικοί κανόνες που είναι γενικώς γνωστοί και εφαρμόζονται κατά την εκτέλεση τέτοιου έργου από προπαιδευμένους και έμπειρους τεχνικούς, οι οποίοι έχουν πρακτική ενασχόληση σε τέτοια έργα, είναι δε αναγκαίοι για την ασφάλεια όσων έχουν σχέση με το έργο τόσο κατά την εκτέλεσή του όσο και μετά αυτή κατά τη χρήση του. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παραβίαση κανόνων οικοδομικής.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1633/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της 259/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2089/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 29 παρ.1 του ν. 3459/ 2006, τιμωρείται με τη στη διάταξη αυτή προβλεπόμενη ποινή, όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιοδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους ... Κατά δε τη διάταξη της παρ.3 του ιδίου άρθρου, βούλευμα ή απόφαση, ότι ο υπαίτιος δεν πρέπει να τιμωρηθεί, μπορεί να εκδοθεί και ο δράστης της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να κριθεί ατιμώρητος, χωρίς να διαταχθεί προηγουμένως η από μέρους του παρακολούθηση θεραπευτικού προγράμματος, όταν το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη και την προσωπικότητα του δράστη, κρίνει ότι η αξιόποινη πράξη ήταν τελείως συμπτωματική και δεν είναι πιθανό να επαναληφθεί αυτή ή κάποια άλλη του κεφαλαίου αυτού. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, ως "συμπτωματική" κατοχή ναρκωτικής ουσίας για αποκλειστική χρήση και χρήση θεωρείται η περιστασιακή, η οποία δικαιολογείται με βάση τις ειδικές συνθήκες και την προσωπικότητα του δράστη, η οποία διαμορφώνεται από την ηλικία, τις διανοητικές λειτουργίες και τις δυνατότητες κρίσεως των επί μέρους περιστάσεων, συνιστά δε η παραδοχή αυτή ειδικό λόγο δυνητικής άφεσης της ποινής. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να περιέχει ο αυτοτελής ισχυρισμός του υπαιτίου όταν ζητεί να κριθεί ατιμώρητος, κατ' εφαρμογή της άνω διατάξεως. Διαφορετικά είναι αόριστος και το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε αυτόν και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του. Η επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά και να εκτείνεται στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 259/2007 απόφασης του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κριθεί ατιμώρητος κατ' εφαρμογή του άρθρου 29 παρ. 3 του ν. 3459/ 2006 χωρίς αναφορά συγκεκριμένων περί τούτου περιστατικών, ήτοι προέβαλε τον ισχυρισμό ότι οι πράξεις του αναιρεσείοντος ήταν τελείως συμπτωματικές. Περί του ισχυρισμού αυτού, το άνω Δικαστήριο ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει διότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος, όμως απήντησε με την ακόλουθη αιτιολογία": "Στη συγκεκριμένη περίπτωση από τα στοιχεία που αποδείχτηκαν στο ακροατήριο και τη συνολική προσωπικότητα και συμπεριφορά του κατηγορουμένου, όπως αυτή προκύπτει από τα στοιχεία αυτά, δεν προέκυψε ότι η πράξη ήταν τελείως συμπτωματική και δεν πρόκειται να επαναληφθεί στο μέλλον, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατελήφθη όχι μόνο να κατέχει τη ναρκωτική ουσία αλλά και να κάνει χρήση αυτής, την παραδοχή του κατηγορουμένου ότι είχε κάνει χρήση ναρκωτικών μία φορά στο παρελθόν και τις περιστάσεις της προμήθειας των ναρκωτικών έναντι αντιτίμου, από τσιγγάνικο καταυλισμό, όπου ο κατηγορούμενος πήγε διότι γνώριζε ότι θα μπορούσε εύκολα να βρει ναρκωτικές ουσίες". Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής διότι περιέχονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο κατέληξε στην απόρριψη του αυτοτελούς τούτου ισχυρισμού, χωρίς να παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άνω άρθρου 29 παρ. 3 του ν. 3459/ 2006. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο, ενώ κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Κώδικα, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του, έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται με σαφήνεια ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, υποχρεωτικά δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του, επί της ενοχής, έστω και αν δεν τον ζητήσει. Αν δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο επί της ενοχής, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα (κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ) για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, η οποία μάλιστα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και στον Αρειο Πάγο. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα για την ποινή και τον καθορισμό της συνολικής ποινής, δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο του κατηγορουμένου, ο οποίος ζήτησε να κριθεί ο κατηγορούμενος ατιμώρητος, ενώ εξάλλου ορθώς το Δικαστήριο αποφάνθηκε και απέρριψε τον προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της συμπτωματικής χρήσης μετά την περί ενοχής απόφαση του και μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί την ποινής, αφού η κρίση αυτού για συμπτωματική χρήση αναφέρεται στο κεφάλαιο της ποινής. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, κατ' εκτίμηση, περί ακυρότητος της διαδικασίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άνω άρθρου 29 παρ. 1 του ν.3459/ 2006, όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση, κατέχει με οποιοδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, μεταξύ των διαπλασσομένων από αυτήν εγκλημάτων, της κατοχής για ίδια αποκλειστική χρήση και της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, υφίσταται αληθής πραγματική συρροή, όπως όμοια συρροή υπάρχει και μεταξύ των από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 1729/ 1987, προβλεπομένων αξιοποίνων πράξεων στον υπαίτιο των οποίων όμως κατά παρέκκλιση των άρθρων 94 και 96 του ΠΚ επιβάλλεται, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.2 του ν. 1729/ 1987, μία ενιαία ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του, αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας. Η αρχή αυτή της ενιαίας ποινής δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 29 παρ. 1 του ν.3459/ 2006, έστω και αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, αφού τούτο δεν ορίζεται ειδικά στο νόμο, αλλά για κάθε μία από τις πράξεις αυτές επιβάλλεται ιδιαίτερη ποινή και ακολούθως χωρεί καθορισμός μιας συνολικής ποινής κατά το άρθρο 94 επ. ΠΚ. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστικά χρήση και χρήσης ναρκωτικών ουσιών χωρίς να είναι τοξικομανής και του επεβλήθη φυλάκιση ενός (1) μηνός για κάθε μία και συνολικώς φυλάκιση ενός μηνός και δεκαπέντε ημερών. Έτσι κρίνοντας το άνω Δικαστήριο ουσίας ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ν. 3459/ 2006.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ πέμπτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει η αίτηση να απορριφθεί και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-11-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 259/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Συμπτωματική κατοχή ναρκωτικής ουσίας για αποκλειστική χρήση και χρήση θεωρείται η περιστασιακή, όταν δικαιολογείται με βάση τις ειδικές συνθήκες και την προσωπικότητα του δράστη, η οποία διαμορφώνεται από την ηλικία, τις διανοητικές λειτουργίες και τις δυνατότητες κρίσεως των επί μέρους περιστάσεων. Η παραδοχή αυτή συνιστά ειδικό λόγο δυνητικής άφεσης της ποινής. Μεταξύ της κατοχής για ίδια αποκλειστική χρήση και της χρήσης υφίσταται αληθής πραγματική συρροή. Η αρχή της ενιαίας ποινής δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 29 παρ. 1 του ν. 3459/2006 έστω και αν αφορούν την ίδια ποσότητα. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Δικαστήριο Αναθεωρητικό.
| 0
|
Αριθμός 1632/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 260/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1 κάτοικο .... και 2) Χ2 κάτοικο .... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ναθαναήλ και με πολιτικώς ενάγουσα τη ... κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 13/06.03.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 423/2008
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί συμφωνά με το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 παρ. 3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αυτής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Υπέρβαση δε εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Ειδικά, επί κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμιση, αν δεν αποδειχθεί ότι το γεγονός είναι ψευδές, το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αν υπάρχει απλή δυσφήμιση και σε περίπτωση που δεν υπάρχει ούτε αυτή, αν υπάρχει εξύβριση, άλλως αν χωρίς την έρευνα αυτή κηρύξει αθώο τον κατηγορούμενο, υπερβαίνει αρνητικώς την εξουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 260/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, το Δικαστήριο τούτο, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε ανελέγκτως ότι: Η εγκαλούσα και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην Αθήνα στις ..., από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο, τη ..., που γεννήθηκε στις .... Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων στην αρχή ήταν αρμονική. Τα πρώτα χρόνια της έγγαμης συμβίωσής τους, οι διάδικοι εργάζονταν στο οδοντοτεχνικό εργαστήριο του Ο1 θείου της εγκαλούσας, ο κατηγορούμενος ως οδοντοτεχνίτης και η εγκαλούσα ως βοηθός. Λίγο μετά τη γέννηση της κόρης τους, η εγκαλούσα διέκοψε την εργασία της, προκειμένου να απασχοληθεί με την ανατροφή της κόρης τους. Όταν, όμως, το παραπάνω τέκνο τους μεγάλωσε και πήγε στο σχολείο, η εγκαλούσα έθεσε θέμα εκ νέου εργασίας της στο παραπάνω εργαστήριο του θείου της, πλην όμως, κατά τους ισχυρισμούς της, αντέδρασε ο κατηγορούμενος σύζυγός της, με συνέπεια η εγκαλούσα να προσπαθήσει να βρει άλλες διατάξεις και συγκεκριμένα δημιούργησε φιλικές σχέσεις με άλλες συνομήλικές της γυναίκες, για τις οποίες ο κατηγορούμενος αντέδρασε. Έτσι, άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στην έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, από λόγους που αφορούν κυρίως το πρόσωπο του κατηγορουμένου, με περαιτέρω συνέπεια την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους και τη μετοίκιση του συζύγου από τη συζυγική οικία στις 4-2-2000, στην οποία συμφώνησε και η εγκαλούσα. Έκτοτε, άρχισε μια σφοδρή αντιδικία μεταξύ τους και κυρίως από την πλευρά της εγκαλούσας, η οποία, μεταξύ των άλλων, άσκησε εναντίον του πρώτου κατηγορουμένου (συζύγου της) την από 20-6-2000 αγωγή της με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει διατροφή σε χρήμα, για την ίδια ατομικά και για λογαριασμό της παραπάνω ανήλικης κόρης τους. Κατά τη συζήτηση της αγωγής της αυτής, ο εναγόμενος - δεύτερος κατηγορούμενος εξέτασε ως μάρτυρα τον πρώτο κατηγορούμενο, Χ1 βαπτηστήρι του θείου της εγκαλούσας, συνάδελφο για πολλά χρόνια του δευτέρου κατηγορουμένου και οικογενειακού φίλου των δύο διαδίκων, ο οποίος κατέθεσε τα αναφερόμενα στο κατηγορητήριο και φερόμενα ως ψευδή. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι, αρκετά από τα κατατεθέντα από τον πρώτο κατηγορούμενο, είναι αληθινά και όχι ψευδή, πολλά δε από τα ανακριβή υποτιθέμενα είναι σαφές ότι συνιστούν κρίσεις και εκτιμήσεις του κατηγορουμένου μάρτυρα. που δε συνιστούν ψευδορκία, ακόμη και αν κάποια από αυτά αφίστανται της πραγματικότητας. Ειδικότερα, τα κατατεθέντα ότι: "Στην αρχή δεν υπήρχαν προβλήματα (μεταξύ των διαδίκων). Ο Χ2 ήταν αφοσιωμένος στην οικογένειά του. Το 1991 η ενάγουσα (εγκαλούσα) σταμάτησε να εργάζεται. Ο μισθός του Χ2 (ο κανονικός μισθός αυτού, όπως υπέλαβε ο μάρτυρας ότι ερωτήθηκε από το δικαστήριο και όχι τα συνολικά εισοδήματα αυτού - υπερωρίες, εργασία κατά τις Κυριακές και Αργίες, κ.λ.π.) είναι 250.000 δραχμές το μήνα (τούτο δεν αμφισβητείται ούτε από την εγκαλούσα", είναι αληθινά και όχι ψευδή. Αληθινό είναι επίσης το κατατεθέν από τον κατηγορούμενο, ότι: "Από τότε που γέννησε το παιδί της (η εγκαλούσα) ζητούσε να βγαίνει έξω με τις φίλες της... και λογικό ήταν να αντιδράσει ο σύζυγος". Το ότι η εγκαλούσα δημιούργησε φιλικές σχέσεις με συνομήλικές της (και τούτο, φυσικά, δεν είναι επιλήψιμο) το κατέθεσαν και οι μάρτυρες - φίλες της, που εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες διαφοροποιούνται σε σχέση με την κατάθεση του κατηγορουμένου - μάρτυρα, ως προς το ότι αυτές καταθέτουν πως έβγαιναν με την εγκαλούσα τα μεσημέρια Σάββατο και Κυριακή και τις απογευματινές ώρες η ..., ενώ ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι η εγκαλούσα ξενυχτούσε με τις φίλες του. Περί του τελευταίου αυτού υπάρχουν ικανές αμφιβολίες περί της αναληθείας του. Αληθές είναι επίσης το κατατεθέν από τον κατηγορούμενο ότι: "Ο Χ2 δεν είχε φαγητό στη δουλειά του, ενώ έπρεπε, και μοιραζόμαστε το δικό μου". Η κατάθεση αυτή του κατηγορουμένου ενισχύεται κυρίως από την κατάθεση του θείου της εγκαλούσας, Ο1 ο οποίος κατέθεσε πρωτόδικα: "Είμαι θείος της μηνύτριας και νονός του Χ1 (πρώτου κατηγορουμένου). Ήταν γνωστό ότι παραμελούσε το σπίτι της (η εγκαλούσα) και έβγαινε συνεχώς με τις φίλες της. Ήταν γνωστό ότι ο Χ2 (κατηγορούμενος σύζυγος της εγκαλούσας) δεν έφερνε φαγητό από το σπίτι του... Ο μισθός του είναι 250.000 δραχμές. Εγώ πλήρωνα και πληρώνω ακόμα τα δίδακτρα του παιδιού, γιατί έχω το Χ2 σαν παιδί μου... Όταν έβγαινε με τις φίλες της η μηνύτρια το παιδί ήταν 8-10 χρονών και το πήγαινε στη μητέρα της, στο ...". Τέλος, τα κατατεθέντα από τον πρώτο κατηγορούμενο, περί του ότι: "Δεν ήταν μια γυναίκα (η εγκαλούσα) που πήγαινες στο σπίτι της και ήταν νοικοκυρεμένο, αδιαφορούσε για το Χ2 και το φαγητό. Αυτό προκάλεσε τη ρήξη μεταξύ τους...", καθώς και το ότι: "Έχει την πείρα να εργαστεί τώρα (η εγκαλούσα) ως βοηθός οδοντοτεχνίτη... Δεν χρειάζεται πτυχίο ως υπάλληλος, εάν επιχειρηματίας χρειάζεται", συνιστούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, περισσότερο κρίσεις και εκτιμήσεις του κατηγορουμένου, ενόψει και του ότι, όσον αφορά το τελευταίο, το επάγγελμα του οδοντοτεχνίτη δικαιούνταν να αποκτήσουν και όσοι εμπειροτέχνες (χωρίς πτυχίο σχολής) είχαν συμπληρώσει εξαετία κατά τη δημοσίευση του ν. 1666/1986, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του οποίου προβλέφθηκε εξαετής μεταβατική περίοδος, μετά την παρέλευση της οποίας, ο εμπειροτέχνης που θα αποδείκνυε την εργασία του σε οδοντοτεχνικό εργαστήριο θα εδικαιούτο να λάβει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος οδοντοτεχνίτη, ανεξαρτήτως του ότι ο κατηγορούμενος, με την κατάθεσή του, διευκρινίζει ότι δεν χρειάζονται πτυχίο Σχολής για υπάλληλο και όχι για επιχειρηματία οδοντοτεχνίτη. Συνακόλουθα, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετούνται τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, που αποδίδονται στον πρώτο κατηγορούμενο και κατ' ακολουθίαν της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις αυτές, που αποδίδεται στο δεύτερο κατηγορούμενο και πρέπει να κηρυχθούν αυτοί Αθώοι των πράξεων τούτων. Ακολούθως, κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφήμισης (τον πρώτο) και της ηθικής αυτουργίας στις άνω πράξης (τον δεύτερο). Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ελλιπή, ασαφή και αντιφατική αιτιολογία και έτσι στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης. Συγκεκριμένα, δεν εκτίθενται στην αιτιολογία τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το Δικαστήριο κατέληξε στην απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Ειδικότερα, ενώ δέχτηκε ότι "αρκετά από τα κατατεθέντα από τον πρώτο κατηγορούμενο είναι αληθινά και όχι ψευδή, πολλά δε από τα ανακριβή υποτιθέμενα είναι σαφές ότι συνιστούν κρίσεις και εκτιμήσεις του κατηγορουμένου μάρτυρα", στη συνέχεια αρκέστηκε στην αθώωση των κατηγορουμένων για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (τον πρώτο) και της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν (τον δεύτερο) με την κρίση ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και κατ' ακολουθία της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν, χωρίς να ερευνήσει περαιτέρω αν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απλής δυσφήμισης ή το έγκλημα της εξύβρισης ως κατά το νόμο όφειλε και έτσι υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Περαιτέρω, ενώ δέχτηκε ότι υπάρχουν αμφιβολίες περί της αναληθείας του περιεχομένου της περικοπής της ένορκης κατάθεσης του κατηγορουμένου Χ1 "ότι η εγκαλούσα ξενυχτούσε με φίλες της", δεν εκθέτει στο αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη των αμφιβολιών ως προς την αναλήθεια του κατατεθέντος από τον κατηγορούμενο αυτό. Εξάλλου, ενώ στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι "έτσι άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στην έγγαμη συμβίωση των διαδίκων από λόγους που αφορούν κυρίως το πρόσωπο του κατηγορουμένου (Χ2) με περαιτέρω συνέπεια τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους και τη μετοίκηση του συζύγου από τη συζυγική οικία στις 4-2-2002, στην οποία συμφώνησε και η εγκαλούσα", εν τούτοις κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης (τον πρώτο) και της ηθικής αυτουργίας στις άνω πράξεις (τον δεύτερο) και ως προς το περιλαμβανόμενο στην υπό κρίση ένορκη κατάθεση του πρώτου ότι "...αυτή απαίτησε να φύγει ο Χ2 από το σπίτι...η αιτία που χώρισαν είναι ότι του είπε η σύζυγος του, δεν μπορώ να ζήσω άλλο μαζί σου. Σήκω και φύγε, δεν αντέχω άλλο", παραδοχή, η οποία έρχεται σε αντίφαση με τα άνω περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν από τη διαδικασία. Πλέον τούτων, ενώ κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους των άνω πράξεων και ως προς τα περιλαμβανόμενα στην κρινόμενη ένορκη κατάθεση του πρώτου ότι "αυτή απαίτησε να φύγει ο Χ2 από το σπίτι... η αιτία που χώρισαν είναι ότι του είπε η σύζυγος του, δεν μπορώ να ζήσω άλλο μαζί σου. Σήκω και φύγε, δεν αντέχω άλλο", στο αιτιολογικό της δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων ως προς τα ανωτέρω μέρη της εις βάρος τους κατηγορίας ούτε οι σκέψεις βάσει των οποίων το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην κρίση της αθωότητας των κατηγορουμένων ως προς τα ως άνω μέρη της κατηγορίας. Επομένως, λόγω των άνω ελλείψεων, ασαφειών και αντιφάσεων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί του εάν η προσβαλλόμενη απόφαση υπήγαγε ορθά τα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 224, 363-362 του ΠΚ και έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Κατ' ακολουθίαν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής των άνω ποινικών διατάξεων και υπέρβασης εξουσίας είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 260/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οιασδήποτε απόφασης μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώριση της απόφασης στο προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Πότε υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί αθωωτικής απόφασης. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται ως θετική ή αρνητική. Θετική υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Ειδικά επί κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμιση αν δεν αποδειχθεί ότι το γεγονός είναι ψευδές, το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αν υπάρχει απλή δυσφήμιση ή σε περίπτωση που δεν υπάρχει ούτε αυτή αν υπάρχει εξύβριση, άλλως υπερβαίνει αρνητικώς την εξουσία του. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Δυσφήμηση συκοφαντική, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 1631/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη- Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της 1304/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Με πολιτικώς ενάγουσες τους 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, κατοίκους ..., που δεν παραστάθηκαν και 4. Ψ4, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Σαμαρτζή.
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2024/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ, 329, 331 παρ. 1, 333, 364, παρ. 1, 369 και 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επί πλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ'αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με την συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου. Εξάλλου, στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει, όμως, να αναφέρονται τα στοιχεία που το εξατομικεύουν, διότι, διαφορετικά, παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτό, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αυτό αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για το ότι ο αναίρεσείων-κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατά συρροή, και της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, α) τις με αριθμό 3022/10/21-α και 3022/10/22-α εκθέσεις εξέτασης αίματος για ανίχνευση οινοπνεύματος και β) μιας εκθέσεως εξετάσεως αίματος και μιας ανακοίνωσης αποτελέσματος εξέτασης αίματος, δίχως ειδικότερο προσδιορισμό των εγγράφων αυτών. Από το περιεχόμενο των πρακτικών της πληττόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν και οι δύο εκθέσεις εξετάσεως αίματος, όμως το περιεχόμενό τους προκύπτει από τη με αριθμό 200/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία αναγνώσθηκε και συνεπώς η αιτίαση ότι από τη μη ανάγνωση των παραπάνω εκθέσεων προκλήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, δια των πρακτικών βεβαιώνεται ότι, μεταξύ των άλλων εγγράφων, αναγνώσθηκαν "...4) έκθεση εξέτασης 5) ανακοίνωση αποτελέσματος εξέτασης αίματος δίχως άλλο ειδικότερο προσδιορισμό. Η κατ' αυτόν τον τρόπο καταχώρηση των εγγράφων αυτών (στα πρακτικά) δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους και, εφόσον βεβαιώνεται ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώστηκαν, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενό τους, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο στα πρακτικά αλλά από το αν πράγματι αναγνώσθηκε και συνεπώς και η αιτίαση ότι προκλήθηκε ακυρότητα από τον ελλιπή προσδιορισμό της ταυτότητας των εν λόγω εγγράφων, είναι αβάσιμη. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω αβάσιμες είναι και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην, περί ενοχής, κρίση του 1) ανέγνωσε και συνεκτίμησε το περιεχόμενο της από 4-1-2005 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, η οποία διενεργήθηκε δίχως την προηγούμενη γνωστοποίηση σ' αυτόν των ονομάτων των πραγματογνωμόνων και 2)έλαβε υπόψη του, δίχως να έχουν αναγνωσθεί στο ακροατήριο, τις 2514/9/134-Ζ/3.1.2005 και από 3.1.2005 εκθέσεις διορισμού των πραγματογνωμόνων, διότι α) όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η ανάγνωση της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης έγινε δίχως ο αναίρεσείων, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, να εναντιωθεί σ' αυτήν και να αμφισβητήσει το κύρος της, όπως είχε υποχρέωση, αφού πρόκειται για ακυρότητα πράξεως της προδικασίας β) από το σκεπτικό της απόφασης δεν προκύπτει ότι τα παραπάνω έγγραφα (εκθέσεις διορισμού πραγματο-γνωμόνων) ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για τη θεμελίωση της περί ενοχής κρίσης του. Επομένως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν και οι σχετικοί, τρίτος και τέταρτος στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως λόγοι, με τους οποίους, αντίστοιχα, προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1304/2008 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος εκεί αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα έγινε τις πρωϊνές ώρες της (06.20) της Πρωτοχρονιάς 2005 στο 57° χιλιόμετρο της ε.ο. .... Τότε οι δύο κατηγορούμενοι, προερχόμενοι από άλλες διασκεδάσεις, εξήλθαν για να συνεχίσουν τη διασκέδασή τους στην περιοχή του ατυχήματος που είναι το νυκτερινό κέντρο διασκέδασης "...". Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, έχοντας ως συνεπιβάτη τον ..., οδηγούσε το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κινούμενο στην ανωτέρω ε.ο. με κατεύθυνση από ...προς ... με σκοπό να συνεχίσουν τη διασκέδασή τους στο κέντρο "...", που είναι στα αριστερά της πορείας του. Όλη τη νύχτα της Παρασκευής είχε φυσικά ξενυχτίσει και καταναλώσει αλκοόλ. Βρέθηκε δε στο αίμα του οινόπνευμα σε ποσοστό 1,00 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος. Είναι λοιπόν σαφές ότι από τις δύο αυτές αιτίες (ξενύχτι και αλκοόλ) τα αντανακλαστικά του ως οδηγού ήταν μειωμένα. Όταν έφθασε στο ύψος του κέντρου αυτού, όπου η οδός είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, έχει πλάτος εννέα μ. ανά κατεύθυνση και μεταξύ τους διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, με φωτισμό ανεπαρκή, ακινητοποίησε το όχημά του προοδευτικά μέσα στο ρεύμα του σε μικρή απόσταση από τη διαχωριστική γραμμή, προκειμένου να υλοποιήσει την πρόθεσή του να στρίψει αριστερά για να εισέλθει στο κέντρο διασκέδασης. Ωστόσο έπραξε τα ανωτέρω χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την όπισθεν αυτού κίνηση (διότι ακολουθούσαν άλλα δύο οχήματα) και φυσικά χωρίς να προειδοποιήσει εγκαίρως και καταλλήλως αυτά για μία τέτοια ανεπίτρεπτη στάση. Έτσι, ο Ο1, που οδηγούσε προσεκτικά και νηφάλια το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ του, ομόρροπα και πίσω από το δεύτερο κατηγορούμενο, κατάφερε και πέδησε εγκαίρως και έτσι. ακινητοποίησε αυτό προ του εμποδίου, σταματώντας λίγο δεξιότερα, έτσι ώστε να προεξέχει το πλάγιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του δευτέρου κατηγορουμένου. Όμως, το δεύτερο αυτοκίνητο που έρχονταν πίσω και από τον Ο1, δηλαδή το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, τελώντας ομοίως υπό την επήρεια οινοπνεύματος (διότι βρέθηκε στο αίμα του οινόπνευμα σε ποσοστό 1,88 γραμμάριο ανά λίτρο αίματος), αντιλήφθηκε (εξ αιτίας της μέθης του και της κούρασης από το ξενύχτι, σε συνδυασμό με τη μεγάλη ταχύτητα που είχε) πολύ καθυστερημένα τα δύο αυτοκίνητα. Επειδή πλέον δεν προλάβαινε να πεδήσει έγκαιρα και αποτελεσματικά, προσπάθησε να τα αποφύγει, περνώντας αριστερά τους, με αποτέλεσμα να εισέλθει εν μέρει και στο αντίθετο ρεύμα. Κατάφερε μεν να αποφύγει τη σύγκρουση με το αυτοκίνητο του Ο1 διότι ήταν δεξιότερα, περνώντας παράλληλα δίπλα του, αλλά δεν μπόρεσε να αποφύγει το αυτοκίνητο του συγκατηγορουμένου του, η ανεπίτρεπτη ακινητοποίηση του οποίου υπήρξε η πρόκληση εμποδίου στην οδό και αρχική αιτία της συγκρούσεως. Έτσι επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του πάνω στο οπίσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του Χ2. Εξ αιτίας της ταχύτητας που είχε, η οποία δεν εξακριβώθηκε, αφού δεν υπήρχαν ίχνη πεδήσεως, αλλά ήταν οπωσδήποτε μεγαλύτερη από το ανώτατο όριο των 70 χ/ω, που ισχύει στην περιοχή, το αυτοκίνητό του εκτράπηκε διαγωνίως αριστερά της πορείας του, παρασύροντας πέντε ανύποπτους πεζούς, και τελικά ακινητοποιήθηκε εκτός οδοστρώματος αριστερά, αφού συγκρούστηκε με ένα άλλο σταθμευμένο όχημα στην είσοδο του νυκτερινού κέντρου. Εξαιτίας της συγκρούσεως παρασύρθηκαν από την πορεία του αυτοκινήτου του πρώτου κατηγορούμενου οι πεζοί: Ψ4, Ψ2, Σ1, Ψ1 και Ψ3. Τραυματίστηκαν όλοι και υπέστησαν η πρώτη αιμορραγική θλάση δεξιού μετωπιαίου λοβού, θλάση αριστερού πνεύμονα, κατάγματα 6ης-7ης πλευράς αριστερά, επιπεπλεγμένο κάταγμα αριστερής κνήμης, κάταγμα αριστερού ωλεκράνου, κάταγμα κόκκυγα, κάταγμα ηβοισχιακού κλάδου αριστερά, κάταγμα εγκαρσίων αποφύσεων και 4ου και 5ου οσφυϊκών σπονδύλων, νευροαξονική θλάση εγκεφάλου, απόλυτη απώλεια επαφής με το περιβάλλον για τρείς μήνες, η δεύτερη κάταγμα λιποειδούς οστού, ρήξη σπληνός, αιμοπνευμονοθωρακα άμφω, κατάγματα πλευρών, κατάγματα κλείδων άμφω, κάταγμα αριστερού αντιβραχιονίου, κάταγμα αριστεράς κοτύλης και αριστερών ηβοϊσχυακών κλάδων, εξάρθρημα αριστερού ιερολαγονίου, πάρευση περονιαίων νεύρων άμφω, ο τρίτος θλάση εγκεφάλου, μικρό επισκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά, μετωποβρεγματίκή-μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία δεξιά, η τέταρτη οσφυϊκή κάκωση και η πέμπτη κάταγμα δεξιού σφυρού. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά συνυπαίτιοι για το ατύχημα (επομένως και για τον τραυματισμό των ανωτέρω παθόντων) είναι και οι δύο κατηγορούμενοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, ο μεν πρώτος κατά το μεγαλύτερο ποσοστό (80%), ο δε δεύτερος κατά το μικρότερο (20%). Ο δεύτερος διότι με την ανεπίτρεπτη και χωρίς προειδοποίηση στάση του επί του οδοστρώματος κατέστη εμπόδιο για τους όπισθεν αυτού κινούμενους, ικανό να δημιουργήσει, όπως και δημιούργησε, τροχαίο ατύχημα, ο δε πρώτος διότι, εξ αιτίας της ταχύτητάς του, την οποία ενόψει των περιστάσεων (πρωϊνές ώρες της πρωτοχρονιάς, κίνηση έμπροσθεν του κέντρου, επίδραση οινοπνεύματος, κόπωση από το ξενύχτι, ανεπαρκής φωτισμός) όφειλε να περιορίσει στο ελάχιστο, αλλά και της μέθης του, αντιλήφθηκε το εμπόδιο καθυστερημένα και δεν μπόρεσε να κάνει έγκαιρα πέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό. Ο (αρνητικός) ισχυρισμός του δεύτερου κατηγορουμένου ότι η ακινητοποίηση του οχήματός του επί του οδοστρώματος δεν συναρτάται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επί του οχήματός του πρόσκρουση του οχήματος του συγκατηγορουμένου του και την εξ αυτής παράσυρση των πεζών, είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι, όπως εξηγήθηκε, με την ανεπίτρεπτη και χωρίς προειδοποίηση στάση του επί του οδοστρώματος κατέστη εμπόδιο για τους όπισθεν αυτού κινούμενους. Αν δεν είχε γίνει αυτό, δεν θα υπήρχε η αρχή του κινδύνου που ολοκληρώθηκε με τις (βαρύτερες) παραλείψεις του συγκατηγορουμένου του. Πρέπει λοιπόν και οι δύο κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται, όπως στο διατακτικό. Πρέπει όμως να τους αναγνωριστεί το ελαφρυντικό ότι μέχρι το χρόνο τελέσεως της πράξεως έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ.2α του ΠΚ).". Με τις παραδοχές του αυτές, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την, κατά τα παραπάνω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναίρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94,314 παρ.1α, 315 παρ.1 του ΠΚ και 42 παρ.1,7γ,10 Ν.2696/99, όπως αντικ. με άρθρο 43 Ν.2963/2001, τις οποίες εφάρμοσε σωστά, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, αιτιάσεις του αναιρεσειόντος, οι οποίες προβάλλονται με τους πέμπτο και όγδοο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι 1) δεν καθορίζεται η ταχύτητα, την οποία το αυτοκίνητο του είχε αναπτύξει στο σημείο του ατυχήματος 2) δεν αιτιολογείται η παραδοχή ότι η ταχύτητα ήταν οπωσδήποτε μεγαλύτερη των 70 χλμ/ω 3)δεν διευκρινίζεται αν υπήρχε δυνατότητα να αντιληφθεί το εμπόδιο από συγκεκριμένη απόσταση, να προβεί σε συγκεκριμένο αποφευκτικό ελιγμό και αν η παράλειψή του αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό των παθόντων και 4)δεν προσδιορίζεται στην απόφαση η πορεία και η απόσταση που διήνυσε το αυτοκίνητό του, μετά την πρόσκρουση στο σταθμευμένο και η θέση των πεζών επί του οδοστρώματος, είναι αβάσιμες διότι: α)Το δικαστήριο με την απόφαση του δέχθηκε ότι η ταχύτητα με την οποία το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος έβαινε, κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν ήταν μεν δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς, ελλείψει ιχνών τροχοπεδήσεως, πλην όμως υπερέβαινε τα 70 χ/ω, η οποία εν όψει των ειδικών συνθηκών που ειδικώς προσδιορίζει, ήταν υπερβολική, β) την παραπάνω παραδοχή επαρκώς αιτιολογεί, λαμβάνοντας υπόψη του τη σφοδρότητα της πρόσκρουσης, την εκτροπή της πορείας του και την ακινητοποίηση του εκτός οδοστρώματος, μετά την σύγκρουσή του με άλλο σταθμευμένο αυτοκίνητο γ) με την ειδικότερη παραδοχή της απόφασης, ότι "ο Ο1 που οδηγούσε προσεκτικά και νηφάλια το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, ομόρροπα και πίσω από το δεύτερο κατηγορούμενο, κατάφερε και πέδησε εγκαίρως και έτσι ακινητοποίησε αυτό, προ του εμποδίου, σταματώντας λίγο δεξιότερα...", το δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, σαφώς δέχεται ότι και ο αναίρεσείων, που οδηγούσε το αυτοκίνητο του και ακολουθούσε εκείνο του Ο1, είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί εγκαίρως το σταθμευμένο αυτοκίνητο, να προβεί σε αποφευκτικό ελιγμό (πέδηση) και έτσι να αποφευχθεί ο τραυματισμός των παθόντων, δ) από το συνδυασμό του διατακτικού και του σκεπτικού της απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, σαφώς προκύπτει η παραδοχή της απόφασης ότι, μετά την πρόσκρουση επί του σταθμευμένου, το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος εξετράπη αριστερά, διαγωνίως, της πορείας του, επέπεσε επί των πεζών που στεκόταν στο έρεισμα της οδού (έξωθεν του κέντρου διασκέδασης) και στη συνέχεια ακινητοποιήθηκε εκτός του οδοστρώματος αριστερά, αφού συγκρούστηκε με άλλο σταθμευμένο όχημα στην είσοδο του νυκτερινού κέντρου. Περαιτέρω η αιτίαση ότι υπάρχει ασάφεια στο σκεπτικό της απόφασης του Εφετείου, ως προς την κρίση του, για την ενοχή του συγκατηγορουμένου του, είναι απαράδεκτη, διότι ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να επικαλείται πλημμέλεια της απόφασης που αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του συγκατηγορουμένου του. Τέλος όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι γι' αυτό, απαράδεκτες.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι και οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά το άρθρο 47 0 του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Δεν εμποδίζεται όμως η επιβολή παρεπόμενης ποινής, που από παραδρομή δεν επιβλήθηκε, αν και σύμφωνα με το νόμο έπρεπε υποχρεωτικά να επιβληθεί ή η επιβολή μέτρου ασφαλείας προβλεπομένου από τον ποινικό κώδικα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1,7,10 του Ν. 2696/1999, όπως αντικ. με το άρθρο 43 Ν.2693/2001, στις περιπτώσεις των παραγράφων 7 εδάφιο γ' και 8 του άρθρου αυτού, η παράβαση τιμωρείται, παράλληλα και ανεξάρτητα από τις ποινικές και λοιπές κυρώσεις που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές, και με την ποινή της αφαίρεσης των κρατικών πινακίδων και της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος για χρονικό διάστημα από δέκα ημέρες έως έξι μήνες, η οποία επιβάλλεται από το δικαστήριο. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, εκτός άλλων, ότι, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος καταδικαστεί για την πράξη της οδήγησης οχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, το δικαστήριο που τον καταδίκασε οφείλει να επιβάλει και την παρεπόμενη ποινή που προαναφέρθηκε, εάν δε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που καταδίκασε αυτόν, παρέλειψε, από προφανή παραδρομή, να διατάξει την επιβολή της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εκδικάζει το ένδικο μέσο της έφεσης του κατηγορούμενου κατά της παραπάνω καταδικαστικής αποφάσεως, δεν εμποδίζεται να διατάξει αυτό την επιβολή της παρεπόμενης ποινής, χωρίς να καθιστά χειρότερη τη θέση αυτού και αναιρετέα την απόφαση του για υπέρβαση εξουσίας. Επομένως, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναίρεσείων καταδικάσθηκε και για την παραπάνω πράξη, από προφανή δε παραδρομή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε επιβάλει την παρεπόμενη ποινή της αφαίρεσης των κρατικών πινακίδων και της άδειας κυκλοφορίας, δεν επήλθε χειροτέρευση της θέσεώς του, εκ της επιβολής αυτής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την πληττόμενη απόφαση του και συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, έκτος στην αίτηση λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπερέβη την εξουσία του, με το να επιβάλει αυτήν. Αντίθετα υπερέβη την εξουσία του, διότι κατέστησε χείρονα τη θέση του αναίρεσείοντος εκ του ότι, ενώ κατά τον καθορισμό της συνολικής ποινής φυλακίσεως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επαύξησε τη ποινή βάσεως των 3 ετών, που επιβλήθηκε σ' αυτόν για τη σωματική βλάβη της Ψ4 κατά ένα έτος από την ποινή φυλακίσεως των 3 ετών για τη σωματική βλάβη της Ψ2, κατά 6 μήνες από την ποινή φυλάκισης των 12 μηνών για τη σωματική βλάβη του Σ1, κατά 6 μήνες από την ποινή φυλάκισης των 12 μηνών για τη σωματική βλάβη της Ψ1, κατά 6 μήνες από την ποινή φυλάκισης των 12 μηνών, για τη σωματική βλάβη της Ψ3 και κατά 6 μήνες από την ποινή φυλάκισης των 12 μηνών για την πράξη της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τούτο (δευτεροβάθμιο), κατά τον καθορισμό της συνολικής ποινής επαύξησε τη βασική ποινή των 30 μηνών για τη σωματική βλάβη της Ψ4 κατά δεκαπέντε μήνες από την ποινή που επιβλήθηκε για τη σωματική βλάβη της Ψ2 δηλαδή κατά τρεις μήνες επιπλέον εκείνης κατά την οποία επαυξήθηκε πρωτοδίκως. Επομένως, έστω και αν δεν επήλθε επαύξηση της συνολικής ποινής χειροτέρευσε η θέση του αναιρεσείοντος και είναι βάσιμος ο σχετικός, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από την ίδια διάταξη, έβδομος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί δε η πληττόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό. Τέλος από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι μετά την επιβολή από το δικαστήριο των ποινών φυλακίσεως, έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος και ζήτησε να επιβληθεί στον πελάτη του το ελάχιστο όριο της ποινής κατά συγχώνευση και να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής. Επομένως, σαφώς συνάγεται, ότι εδόθη σ' αυτόν ο λόγος και για την μετατροπή ή μη της ποινής. Επομένως είναι αβάσιμη η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος και πρέπει να απορριφθεί ο όγδοος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση αυτή. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που το δικαστήριο καθόρισε τη συνολική ποινή, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 1304/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το μέρος που το Δικαστήριο, κατά τον καθορισμό της συνολικής ποινής, επαύξησε την, σε βάρος του αναίρεσείοντος, βασική ποινή φυλακίσεως των τριάντα μηνών, κατά δεκαπέντε (15) μήνες από την ποινή φυλακίσεως που επιβλήθηκε σ' αυτόν για τη σωματική βλάβη της Ψ2 και καθόρισε τη συνολική ποινή φυλακίσεως.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέο καθορισμό της συνολικής ποινής, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια, κατά συρροή και οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για ακυρότητα από τη λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν και των οποίων δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπέρβαση εξουσίας από την επιβολή, για πρώτη φορά, από το Εφετείο παρεπόμενης ποινής, έλλειψη ακροάσεως. Δέχεται λόγο για υπέρβαση εξουσίας, εκ του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επαύξησε την ποινή βάσεως από συντρέχουσα ποινή, κατά μεγαλύτερο μέρος από εκείνο κατά το οποίο είχε προσαυξηθεί με την πρωτόδικη απόφαση. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Αναίρεση μερική, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1629/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 23/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 258/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 120/3.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 15/30-1-2009 αίτηση της Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του με αριθμ. 23/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία της η με αριθμ. 507/2008 έφεση της κατά του με αριθμ. 2447/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών που την παραπέμπει στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών για να δικαστεί για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση από κοινού, της ληστείας από κοινού, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας κατά συρροή και εκθέτω τα ακόλουθα. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματικές πράξεις και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, της υπέρβασης εξουσίας και της απόλυτης ακυρότητας (άρθρ. 484 & 1δ, στ και α , ΚΠΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι οι οποίοι συνίστανται στο ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία λόγω του ότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά προς υποστήριξη της υποκειμενικής υπόστασης των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ότι δεν εκτιμήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά στο σύνολο τους αλλά επιλεκτικά, ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής της ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται δεκτό κατά τρόπο αυθαίρετο και αντιφατικό ότι προκύψανε κατά της αναιρεσείουσας επαρκείς ενδείξεις κατά συμπερασματική κρίση, ότι αναφέρονται κατά τρόπο αόριστο αντιφατικές παραδοχές σχετικά με τον τρόπο κατά κίνητρα των πράξεων τόσο της ανθρωποκτονίας όσο και της ληστείας για τα οποία δεν ασχολείται και τα οποία εκθέτει διαφορετικές ψυχικές και συναισθηματικές καταστάσεις όπως επίσης δεν αναφέρεται ποιός από τους κατηγορουμένους είχαν τα διάφορα βίαια συναισθήματα για τα οποία γίνεται ειδική αναφορά σχετικά με τον τρόπο τέλεσης της πράξης της ανθρωποκτονίας όπως επίσης αναφέρονται αντιφατικές παραδοχές σχετικά με τα μέσα με τα οποία τελέστηκε η πράξη της ανθρωποκτονίας αναφέροντας ότι το θύμα επλήγη κατ'επανάληψη στον τράχηλο, το θώρακα και την κοιλία από νήσσον άμα και τέμνο όργανο χωρίς να προσδιορίζεται ποιός από τους κατηγορουμένους επέφερε τα πλήγματα με αυτό και σε άλλο σημείο ότι και οι δυό μαζί επιτέθηκαν στο θύμα και τον έπληξαν με μαχαίρια που κρατούσαν υπονοώντας ότι και οι δύο κατηγορούμενοι κρατούσαν μαχαίρια με τα οποία έπληξαν το θύμα και εν τέλει το προσβαλλόμενο βούλευμα καταλήγει σε παραπεμπτική κρίση αντίθετη με την Εισαγγελική πρόταση αναιτιολόγητα και αυθαίρετα και με υπερβατικούς και ασύνδετους συλλογισμούς και ο δεύτερος λόγος ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα παρά το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα έδωσε αίμα για την εξέταση για DNA και το οποίο δεν ταυτίστηκε με το ανευρεθέν στον τόπο του εγκλήματος αίμα και παρά το γεγονός ότι το προσβαλλόμενο δέχεται την ύπαρξη αμοιβαίων με το θύμα φιλικών σχέσεων που δεν δικαιολογούν την ιδιαίτερη βαναυσότητα και σκληρότητα με την οποία τελέστηκε η πράξη της ανθρωποκτονίας, περιορίστηκε στον έλεγχο και την αξιολόγηση επιλεκτικά μόνο των στοιχείων που ενισχύουν τις ενδείξεις και δεν ασχολήθηκε παντελώς με τον έλεγχο και την αξιολόγηση το στοιχείων που αποδυναμώνουν την κατηγορία. 'Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ' ά. 93 παρ. 3 Συντ/τος και 139 ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, (ΑΠ Ολ. 19/2001, ΑΠ 1151/2006). Υπέρβαση εξουσίας όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδιαίτερα όταν αποφάνθηκε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του ή έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που με ρητή διάταξη του νόμου υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων ή αποφάνθηκε πέρα από την εξουσία του κατά τα άρθρα 307, 309 και 318 ή, τέλος, παρέπεμψε σε δίκη τον κατηγορούμενο για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη για την ποινική δίωξη έγκληση ή αίτηση (άρθρα 41 και 50) ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης (άρθρο 54) ή για το οποίο δεν έχει επιτραπεί ρητά η έκδοση (άρθρο 438). Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. (ΑΠ Ολ. 9/2001, ΑΠ 347/2007) Και Απόλυτη ακυρότητα όταν κατά την προδικασία ή την κύρια διαδικασία λάβει χώρα παραβίαση δικαιώματος του κατηγορουμένου για το οποίο προνοεί ρητή διάταξη νόμου και τέτοια μπορεί να λάβει χώρα και όταν το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπ'όψη του και αξιολόγησε ένορκες καταθέσεις του υπόπτου κατά την αστυνομική προανάκριση και οι οποίες παρέμειναν στην δικογραφία παρά την ρητή περί της απομάκρυνσης τους πρόβλεψη του άρθρου 31 ΚΠΔ (ΑΠ Ολ. 2/199, ΑΠ 1333/2006). Μόνη όμως η παραμονή των καταθέσεων μέσα στη δικογραφία χωρίς αυτές να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπ'όψη και αξιολογήθηκαν δεν συνιστά ακυρότητα, πολύ δε περισσότερο όταν στο ίδιο το βούλευμα η την απόφαση αναφέρεται ότι αυτές οι καταθέσεις δεν λήφθηκαν υπ'όψη (ΑΠ 599 /2003, ΑΠ 622/2003 ,ΑΠ 610/2004 ,ΑΠ 1333/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα παρακάτω: Στις 26-1-2004 και περί ώρα 12.00 βρέθηκε νεκρός γυμνός μέσα στο μπάνιο του ηλεκτρολογείου το οποίο χρησιμοποιούσε και σαν κατοικία του ο ΑΑ. Ο θάνατος του προήλθε από 15 περίπου τραύματα τα οποία είχε δεχθεί σε διάφορα μέρη του σώματος του από μαχαίρι και είχε συμβεί μεταξύ της 23.00 ώρα της 25-1-2004 έως 03.00 ώρα της 26-1-2004. Η είσοδος των δραστών στο ηλεκτρολογείο έγινε χωρίς να σημειώνεται διάρρηξη, και από αυτό προκύπτει ότι οι δράστες ήταν γνωστοί στο θύμα και ανήκαν στο φιλικό περιβάλλον του αφού το θύμα παρά το προχωρημένο της ώρας τους άνοιξε . Η ανθρωποκτονία έλαβε χώρα στο χώρο που το θύμα χρησιμοποιούσε σαν γραφείο και είχε συρθεί στη συνέχεια μέσα στο μπάνιο όπου και ανευρέθη. Κατά την έρευνα αποδεικτικών στοιχείων και την ιχνηλάτηση του χώρου βρέθηκαν σε διάφορα σημεία του γραφείου του διαδρόμου και του μπάνιου δακτυλικά αποτυπώματα του Χ2 και το αποτύπωμα της αριστερής παλάμης της αναιρεσείουσας σε πλακάκι του τοίχου του διαδρόμου των μπάνιων. Από την περαιτέρω έρευνα προέκυψε ότι έλειπε το μπουφάν του θύματος στις τσέπες του οποίου το θύμα φέρεται να είχε αρκετά χρήματα, περί τα 1000 ευρώ για τις ανάγκες του ηλεκτρολογείου του όπως έλειπε και ο Η/Υ (λάπτοπ) που μόλις είχε αγοραστεί από το θύμα και ένα ηλεκτρικό καλοριφέρ. Από την έρευνα που έγινε προέκυψε η αναιρεσείουσα κατά την προτεραία είχε δεχθεί τηλεφωνικές κλήσεις από το θύμα με το οποίο είχε στενή φιλική σχέση και περί την 15.00 ώρα της 25-1-2004 πήγε στο ηλεκτρολογείο με τον Χ2. Το βράδυ πριν από την ανθρωποκτονία η αναιρεσείουσα με τον Χ2 είχε πάει σε γάμο και από τον γάμο έφυγαν γύρω στις 23 .00 με 23.00 και κάτι μαζί με τον ΒΒ και αφού τον άφησαν στο κέντρο ''...'' πήγαν σπίτι της και μετά πήγαν για το ξενοδοχείο ''...'' περί την 24.30 πρωϊνή. Η απόσταση από τον χώρο που γινόταν ο γάμος που πήγαν μέχρι το σπίτι της και στο ξενοδοχείο είναι πάρα πολύ κοντά και η απόσταση καλύπτεται μόλις σε διάστημα όχι περισσότερο του ενός τετάρτου όπως προέκυψε από την χρονομέτρηση αστυνομικού. Η αναιρεσείουσα ανέφερε κατά την απολογία της στον ανακριτή ότι είχε πάει στο σπίτι της για να κάνει μπάνιο και είχε αφήσει και ρούχα του Χ2 για πλύσιμο γεγονός το οποίο η μητέρα της η οποία ξέρει, μιλάει και αντιλαμβάνεται πολύ καλά την Ελληνική δεν το επιβεβαιώνει, αντίθετα μάλιστα ανέφερε ότι δεν είχε πάει ποτέ ρούχα ξένου ατόμου όπως επίσης δεν επιβεβαιώνει και την ώρα την οποία ανέφερε η αναιρεσείουσα ότι πήγε και έφυγε και από το σπίτι της.
Περαιτέρω στο προσβαλλόμενο γίνεται λόγος στον τρόπο που ενήργησαν οι δράστες, και τα κίνητρα τους όπως επίσης αναφέρει ότι οι δράστες οπωσδήποτε ήταν γνωστοί και ότι για τον λόγο αυτό το θύμα άνοιξε παρά το προχωρημένο της ώρας. Η αναιρεσείουσα κατά την ανάκριση προσπάθησε ν' αποκλείσει την συμμετοχή της κατονομάζοντας σαν δράστη της ανθρωποκτονίας τον Χ2 λέγοντας ότι ο Χ2 κατά την ώρα που αυτή ήταν στο σπίτι πήγε στο ηλεκτρολογείο και σκότωσε τον ΑΑ και επέστρεψε, για να πάνε εν συνεχεία στο ξενοδοχείο, χωρίς να δίδεται όμως από αυτήν απάντηση για το πώς ο ΑΑ άνοιξε στον Χ2 αφού ο ΑΑ δεν θα άνοιγε παρά σε πάρα πολύ γνωστό του άνθρωπο που θα ήταν μαζί με τον Χ2 και αυτός ο πολύ γνωστός άνθρωπος που για χάρη του ο ΑΑ άνοιξε ήταν η αναιρεσείουσα. όπως επίσης η απάντηση της σχετικά με την δικαιολόγηση της ώρας που έφυγαν από τον γάμο, πήγαν σπίτι της και στην συνέχεια πήγα στο ξενοδοχείο ''...'' και η οποία ήταν πάνω από μιάμιση ώρα δεν κρίθηκε πειστική από το προσβαλλόμενο λαμβανομένου ότι για την δικαιολόγηση αυτή η αναιρεσείουσα ανέφερε ότι καθυστέρησαν να πάνε στο ξενοδοχείο λόγω του ότι πήγαιναν σιγά κουβεντιάζοντας με τον Χ2 για τον οποίο είχε αναφέρει ότι αυτός ήταν δράστης της ανθρωποκτονίας την οποία διέπραξε όταν αυτή έκανε μπάνιο.
Το προσβαλλόμενο περαιτέρω περιγράφει τις κινήσεις τόσο του Χ2 όσο και της αναιρεσείουσας για το μετά την ανθρωποκτονία διάστημα μέχρι την εξαφάνιση του Χ2 και καταλήγει ότι την ανθρωποκτονία την σχεδίασαν και την εκτέλεσαν μαζί και ότι κίνητρο τους ήταν η ληστεία. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην παραπεμπτική του κρίση του απορριπτομένων των περί του αναιτιολογήτου και περί των αυθαίρετων, υπερβατικών και ασύνδετων συλλογισμών που αναφέρει η αναιρεσείουσα δεδομένου ότι οι σκέψεις του Συμβουλίου, και αιτιολογημένες είναι και σε πλήρη αρμονία με τα περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την διαδικασία είναι, δοθέντος μάλιστα ότι κατά την παρούσα φάση της διαδικασίας είναι απαραίτητες οι επαρκείς ενδείξεις και όχι αποδείξεις . Επίσης απορριπτέοι είναι και οι ισχυρισμοί περί του ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα έκανε χρήση των καταθέσεων της κατά την αστυνομική προανάκριση γιατί κάτι τέτοιο δεν προέκυψε άλλα και πέρα τούτου το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητά αναφερόμενο σ'αυτές αναφέρει ότι παρά την ύπαρξη τους μέσα στη δικογραφία δεν έκανε χρήση, ούτε και τις έλαβε υπ'όψη. Κατ'ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αναίρεση πρέπει ν'απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Να απορριφθεί η με αριθμ. 15/30-1-2009 αίτηση της Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του με αριθμ. 23/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία της η με αριθμ. 507/2008 έφεση της κατά του με αριθμ. 2447/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών.
Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας.
Αθήνα την 27-3-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθ. εκθ. 15/30-1-2009 αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά του με αριθ. 23/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας, κατά του με αριθ. 2447/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτή, στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, για να δικασθεί για ανθρωποκτονία με πρόθεση και ληστεία από κοινού με άλλον και για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία κατά συρροή, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται ότι, " όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου . Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση κατά τη έννοια της διατάξεως, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας καθείρξεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 380 παρ. 1 του ΠΚ, τιμωρείται με κάθειρξη όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν από την πράξη προήλθε ο θάνατος κάποιου προσώπου ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310) ή αν η πράξη εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν με σκοπό τη ληστεία, κάμπτεται βιαίως η βούληση του θύματος με την άσκηση σωματικής εναντίον του βίας, που εξικνείται στον έσχατο βαθμό της με την από πρόθεση θανάτωσή του και επακολουθεί η σε άμεσο σύνδεσμο με τη θανάτωση αφαίρεση των πραγμάτων, υπάρχει αληθινή συρροή των εγκλημάτων ληστείας και ανθρωποκτονίας με πρόθεση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του σύνθετου εγκλήματος της ληστείας , με το οποίο προσβάλλεται τόσο η προσωπική ελευθερία, όσο και η ατομική ιδιοκτησία, εμπεριέχοντας στην αντικειμενική υπόστασή του στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων της παράνομης βίας και της κλοπής, απαιτείται είτε άσκηση σωματικής βίας, με φυσική δύναμη και ενέργεια ή με μέσα υπνωτικά ή ναρκωτικά ή άλλα ανάλογα περιαγωγή του θύματος σε κατάσταση αναισθησίας ή ανικανότητας προς αντίσταση, χωρίς να είναι απαραίτητη η συνείδηση του θύματος για την ασκούμενη βία, είτε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος ή της ζωής, δηλαδή ψυχολογική βία, που επιδιώκει την κάμψη της προσωπικής αυτενέργειας για να καταστεί δυνατή η αφαίρεση του ξένου κινητού πράγματος. Αν με την παράνομη βία εξουδετερώνεται πλήρως κάθε προβαλλόμενη ή αναφερόμενη αντίσταση του θύματος, τότε με την αφαίρεση (κλοπή) του κινητού πράγματος, συντελείται η αντικειμενική υπόσταση της κυρίως ληστείας( παρ. 1 περ. α άρθρου 380), ενώ αυθύπαρκτη αντικειμενική υπόσταση της ληστείας (ληστρική εκβίαση της παρ.1 περ. β του άρθρου 380), υφίσταται, όταν με παράνομη βία το θύμα εξαναγκάζεται στην παράδοση του κινητού πράγματος. Το έγκλημα της παράνομης βίας είναι υπαλλακτικώς μικτό και επομένως, είτε ως παράνομη βία, είτε ως απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος ή της ζωής, εφόσον συνδυάζεται με κλοπή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση ενός και του αυτού εγκλήματος της ληστείας, του οποίου η παράνομη βία αποτελεί το ένα συνθετικό στοιχείο. Είναι αδιάφορο δε για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως της ληστείας, το αν εκδηλώθηκε αντίσταση του θύματος ή απλώς με το ενδεχόμενο εκδηλώσεώς της ασκήθηκε εναντίον του παράνομη βία, ούτε αν αυτή ήταν πρόσφορη, αρκεί ότι κατά την αντίληψη του δράστη, ήταν κατάλληλη για την επιτυχία της κλοπής.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.
Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο 23/2009 βούλευμά του, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση του συλλεγέντος από τη διενεργηθείσα προανάκριση και την ακολουθήσασα κυρία ανάκριση αποδεικτικού υλικού (όπως καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίας κατηγορουμένων), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Ο ΑΑ διατηρούσε ηλεκτρολογείο αυτοκινήτων στη Λεωφ. ... αρ. ..., στον ... όπου και υπήρχε βοηθητικός χώρος τον οποίο χρησιμοποιούσε ως κουζίνα και δωμάτιο για να μένει. Στις 26.1.04 και ώρα 12.00 βρέθηκε νεκρός, γυμνός μέσα στο μπάνιο του ηλεκτρολογείου, μέσα σε λίμνη αίματος, ο δε θάνατος του σύμφωνα με την υπ' αρ. 217/04 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή Αθηνών ..., προκλήθηκε από 15 περίπου τραύματα στον θώρακα, την κοιλιά, τράχηλο, το από νύσσον άμα και τέμνον όργανο (μαχαίρι), υπελογίσθη δε ότι επήλθε πριν 12-16 ώρες από την ώρα της αυτοψίας. Το στομάχι του θύματος βρέθηκε υπερπλήρες τροφών (πατάτες ταλιατέλες κέτσαπ σε αρχόμενη πέψη), το δε σώμα του βρέθηκε στο δάπεδο του ενός από τα δύο WC που υπήρχαν στο ηλεκτρολογείο. Σε όλο το μήκος του διαδρόμου εντός του νιπτήρα στην εξωτερική κάτω επιφάνεια καθώς και σε πλακάκια του τοίχου κάτω και δεξιά από το νιπτήρα στα πλακάκια δαπέδου αριστερά της εισόδου του πρώτου WC στην εξωτερική πλευρά της πόρτας του υπήρχαν ίχνη αίματος. Η πόρτα του ηλεκτρολογείου ήταν ανοικτή κατά την άφιξη της αστυνομίας ενώ δεν διαπιστώθηκαν ίχνη παραβίασης. Από το χώρο του γραφείου του θύματος είχε αφαιρεθεί ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής, το καλώδιο του οποίου ήταν κομμένο με αιχμηρό αντικείμενο. Προέκυψε περαιτέρω ότι ο ΑΑ, άγαμος ζούσε μόνος του, ήταν φιλήσυχο άτομο, εργατικός, θρήσκος και δεν είχε δημιουργήσει προβλήματα στο χώρο διαμονής του. Είχε πολύ καλές σχέσεις με τους γείτονες επαγγελματίες και με κατοίκους της περιοχής ενώ συχνά πήγαινε στην εκκλησία (των παλαιοημερολογητών), (βλ. ιδία από 26.1.04 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ΣΤ, ιερέα και ΖΖ, γαμβρό του θύματος) και είχε πολύ καλές σχέσεις με τους Ελληνοπόντιους που διέμεναν στην περιοχή, είχε δε προσλάβει στην επιχείρηση του τέτοιους, όπως τον ..., ΗΗ, ΕΕ. Στο παρελθόν είχε συνάψει ερωτική σχέση με την ... με την οποία όμως το θύμα χώρισε, χωρίς προβλήματα, μάλιστα δε είχε προσλάβει τον αδελφό της ... ως βοηθό στο συνεργείο του αν και αργότερα τον απέλυσε διότι "δεν έκανε καλά τη δουλειά του". Μεταξύ των πελατών του θύματος ήταν και η κατηγορουμένη - εκκαλούσα, γεννημένη το έτος 1975 στην ... του ..., κάτοικος τότε ..., η οποία πήγαινε συχνά το αυτοκίνητο της, ένα CITROEN ΖΧ, στο συνεργείο του για επισκευή. Η σχέση του θύματος με την εν λόγω κατηγορουμένη εξελίχθηκε σε πολύ περισσότερο από φιλική, υπήρχε μεταξύ τους ιδιαίτερη οικειότητα και από πλευράς θύματος επιθυμία για δημιουργία ερωτικής σχέσης μαζί της. Ενισχυτικό τούτου είναι και το γεγονός ότι η κατηγορουμένη επισκεύαζε το αυτοκίνητο της στο ηλεκτρολογείο του χωρίς να πληρώνει και επί πλέον έμπαινε και εκινείτο στο χώρο που χρησιμοποιούσε το θύμα εντός του συνεργείου ως κατοικία του αντίθετα από κάθε συνηθισμένο πελάτη και έφτιαχνε καφέδες. Το ίδιο το θύμα δε είχε υποδείξει στον συνάδελφο του ΓΓ την κατηγορουμένη σαν την κοπέλα με την οποία ήθελε να δημιουργήσει ερωτική σχέση ενώ στον αδελφό του ΔΔ ανέφερε και ότι διατηρούσε σχέση με μία ... που καταγόταν από χώρες του ανατολικού μπλοκ (βλ. ιδία από 2.2.04 ένορκη κατάθεση του ΓΓ αλλά και από 29.1.04 και 2.2.04 ένορκες καταθέσεις των ΕΕ και ΔΔ, βοηθού και αδελφού αντίστοιχα του θύματος). Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι όπως προκύπτει από τα με αρ. πρωτ. ... και ... έγγραφα της COSMOTE υπήρχε κυρίως από την πλευρά του θύματος συχνή, σχεδόν καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία με την κατηγορουμένη, είτε με συνομιλίες τους, είτε με μηνύματα.
Στις 25.1.04, ημέρα Κυριακή ο άνω θανατωθείς ΑΑ επισκέφθηκε την Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που λειτουργεί ο άνω Ιερέας ΣΤ και περί ώρα 13.00 μ.μ. έφαγαν μαζί μπριζόλες και ψάρια που το θύμα είχε φέρει (βλ. ιδία από 22.9.04 ένορκη κατάθεση του ΣΤ). Από τα προαναφερόμενα έγγραφα της COSΜΟΤΕ προκύπτει ότι την ίδια ημέρα (25.1.04) είχαν γίνει τηλεφωνικές κλήσεις προς το κινητό του θύματος (με αρ. ...) με αποστολή μηνυμάτων προς αυτό από το κινητό τηλέφωνο της κατηγορουμένης (με αρ. ...) και ανταπόκριση σ' αυτά από το θύμα με συνομιλία και μηνύματα προς αυτή με τελευταίο εκείνο στις 15.43:46 ώρα και με σταθμό βάσης καλούντος κατά την πραγματοποίηση της εκείνη του ... . Δηλαδή το θύμα ώρα 15.43:46 της 25.1.04 βρισκόταν εκτός ηλεκτρολογείου. Η κατηγορουμένη το απόγευμα της ίδιας ημέρας (25.1.04) δέχθηκε τηλεφώνημα από το φίλο της ΒΒ, με το οποίο της ζήτησε να τον μεταφέρει στο γάμο ενός ξάδελφου του που γινόταν στα ... και αυτή του απάντησε ότι έτρωγε και θα μπορούσε μετά να τον πάει με το αυτοκίνητο της στο γάμο. Σε νέα τηλεφωνική κλήση του ιδίου αργότερα αυτός της είπε να περάσει από την καφετέρια "..." όπου βρισκόταν να τον πάρει, όπως και πράγματι έπραξε, αφού περί ώρα 20.30 μ.μ. συνοδευόμενη από τον συγκατηγορούμενό της Χ2, με τον οποίο είχε γνωριστεί τέλος καλοκαιριού 2004 και είχε συνάψει ερωτική σχέση μαζί του, παρέλαβαν τον ανωτέρω ΒΒ από την προαναφερόμενη καφετέρια και στη συνέχεια πήγαν στο τραπέζι του γάμου που γινόταν στην ταβέρνα ..., απ' όπου έφυγαν και οι τρεις τους περί ώρα 22.30' με 23.00 μ.μ., άφησαν τον ΒΒ στην καφετέρια "..." περίπου στις 23.00 ώρα και έφυγαν με το αυτοκίνητο οι δυο τους (κατηγορουμένη και Χ2), χωρίς να του πουν που πηγαίνουν (βλ. ιδία από 30.1.04 και 17.3.08 ένορκες καταθέσεις του ΒΒ). Η κατηγορουμένη συνοδευόμενη από τον ως άνω συγκατηγορούμενό της το ίδιο βράδυ μετέβη στην οικία της η οποία απέχει από το ηλεκτρολογείο του ΑΑ περί τα δύο χιλιόμετρα (βλ. ιδία από 20.12.05 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ...), στην οποία και εισήλθε χωρίς να προκύπτει πότε ακριβώς πήγε και πόσο έμεινε σ' αυτή (βλ. ιδία από 30.1.04 ένορκη κατάθεση της μητέρας της κατηγορουμένης σύμφωνα με την οποία την Κυριακή 25.1.04 το βράδυ ήλθε στο σπίτι η κόρη της δεν ξέρει την ώρα). Η κατηγορουμένη με τον συγκατηγορούμενό της Χ2 περί ώρα 1.30 π.μ. της 26.1.04 αφίχθησαν στο ξενοδοχείο "..." που βρίσκεται στο 50° χιλιόμετρο της Π.Ε.Ο ...-..., όπου και διανυκτέρευσαν αναχώρησαν δε από αυτό το πρωί, περί ώρα 10 π.μ. της 26.1.04 (βλ. ίδια από 30.1.04 ένορκη κατάθεση του ρεσεψιονίστ στο εν λόγω ξενοδοχείο). Από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι ο ΑΑ δολοφονήθηκε άγρια μέσα στο χώρο του ηλεκτρολογείου του στη διάρκεια των ωρών 23.00 μ.μ. της 25.1.04 μέχρι 03.00 π.μ. της 26.1.04 χωρίς να διαπιστωθεί διάρρηξη όπως προαναφέρθηκε, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι δράστες της δολοφονίας ήταν γνωστοί του θύματος γι' αυτό τους άνοιξε την πόρτα ο ίδιος τη νύχτα (βλ. ιδία από 12.12.05 ένορκη κατάθεση του ΖΖ, σύμφωνα με την οποία το θύμα δεν είχε δώσει ποτέ σε κανένα κλειδιά από το μαγαζί του, ούτε είχε χάσει τα κλειδιά του, ότι όταν ήταν το βράδυ στο μαγαζί πάντα κλείδωνε και δεν άνοιγε την πόρτα σε κανέναν, και ότι αν πήγαινε κάποιος γνωστός του το βράδυ και του χτύπαγε την πόρτα θα άνοιγε, ξένος εάν ήταν δεν θα άνοιγε ποτέ), ίχνη πάλης δεν υπήρχαν εκτός από τα τραύματα που έφερε στα χέρια του το θύμα στην προσπάθειά του ν' αμυνθεί, στα κτυπήματα που δέχθηκε στον τράχηλο, θώρακα, κοιλιά, δεξιά ζυγωματική χώρα, αυχένα, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατος του. Το όπλο του εγκλήματος δεν βρέθηκε στον τόπο της δολοφονίας αφού οι δράστες φρόντισαν να το πάρουν μαζί τους μετά από αυτή. Το θύμα βρέθηκε όπως αναφέρθηκε παραπάνω γυμνό πίσω από την πόρτα του δεύτερου WC, ενώ σε όλο το μήκος τού διαδρόμου που οδηγεί στα δύο WC υπήρχαν ίχνη αίματος, γεγονός που συνηγορεί μεταφέρθηκε στο χώρο του WC από τους δράστες. Στη δακτυλοσκοπική έρευνα που έλαβε χώρα στον τόπο της δολοφονίας διαπιστώθηκε η ύπαρξη αποτυπωμάτων του αριστερού αντίχειρα μεσαίου και δεξιού δείκτη του Χ2 σε γυάλινο ποτήρι που βρισκόταν πάνω στο ψυγείο της κουζίνας εξωτερικά πόρτας πρώτης τουαλέτας σε πλαστικό μπουκάλι Coca Cola, στον δεξιό ρουμπινέ (στρόφιγγα) μπαταρίας του νιπτήρα στο τέρμα του διαδρόμου που έχουν είσοδο οι δύο τουαλέτες αλλά και αποτύπωμα της αριστερής παλάμης της κατηγορουμένης-εκκαλούσας σε πλακάκι τοίχου του διαδρόμου μπάνιων (βλ. από 19.5.06 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος Εξερευνήσεων της Διεύθυνσης Εγκλημ/κών Ερευνών), χωρίς να ταυτοποιηθούν ίχνη αίματος που βρέθηκαν στο χώρο (στο δάπεδο της αποθήκης περίπου 70 εκ. μέσα και αριστερά από την είσοδο) με αυτό της κατηγορουμένης (βλ. από 19.5.06 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος Αν. Βιολ. Υλικού της Δ/νσης Εγκλημ. Ερευνών). Το θύμα είχε συνεχώς δουλειά στο ηλεκτρολογείο του, δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, αντίθετα είχε πάντα μαζί του χρήματα, όπως ιδία κατατίθεται από την υπάλληλο του ΗΗ αλλά και από τον ιερέα ΣΤ, ο οποίος και αναφέρει μεγάλο αριθμό χαρτονομισμάτων (πακέτο) που είχε επάνω του το πρωΐ της 25.1.04 και οπωσδήποτε είχε μαζί του 1000 € για να πληρώσει το ενοίκιο του συνεργείου την επόμενη ημέρα, ποσό όμως που δεν βρέθηκε μετά τη δολοφονία του, αφού από το χώρο του συνεργείου αφαιρέθηκε εκτός από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που είχε αγοράσει το θύμα λίγες μέρες πριν με σ' αυτό ενσωματωμένη μικροκάμερα το ηλεκτρικό σώμα καλοριφέρ και το μπουφάν τούτο στο οποίο και συνήθιζε να φυλάει τα χρήματατου, στοιχεία που συνηγορούν ως κίνητρο της δολοφονίας τη ληστεία. Η κατηγορουμένη με τον φίλο της Χ2 τις επόμενες της δολοφονίας ημέρες και μέχρι 29.1.04 φέρονται να κινούνται εκτός της πόλεως του ... σύμφωνα με τις κλήσεις που πραγματοποίησαν από το κινητό της τηλέφωνο που καταγράφονται στα προαναφερόμενα έγγραφα της COSΜΟΤΕ, όπως σε διάφορες περιοχές της ..., του ... κ.α. Ειδικότερα στις 27.1.04 ημέρα Τρίτη πήγαν στην οικία του φίλου τους ... και στο ... όπου φιλοξενήθηκαν από την οποία και αναχώρησαν το πρωί περί ώρα 11.00 π.μ. της 29/1/04. Στη διάρκεια δε της παραμονής τους εκεί η κατηγορουμένη αρνείτο να δώσει το αυτοκίνητο της στην συγκατηγορούμενο φίλο της παρά το γεγονός ότι συνήθιζε να το οδηγεί αυτός και έδειχνε να φοβάται να φύγει από κοντά της ο Χ2 και ήθελε να πάει και αυτή μαζί, σύμφωνα με την από 30.10.04 ένορκη κατάθεση της ... . Στις 29.1.04 o X2 εξαφανίστηκε αδικαιολόγητα ενώ άφησε πίσω του το διαβατήριο του και άλλα προσωπικά έγγραφα στρατολογίας δίπλωμα οδήγησης κ.α.), γεγονός που φανερώνει την εξαιρετικά επείγουσα κατάσταση στην οποία βρισκόταν και την απόφαση του ν' απομακρυνθεί από τον τόπο της δολοφονίας για ν' αποφύγει την εξέταση του από τις αρχές, ενώ άλλος πειστικός λόγος για την αιφνίδια αυτή εξαφάνιση του δεν προέκυψε. Η κατηγορουμένη εκκαλούσα απολογούμενη ισχυρίζεται ότι γνώρισε τον ΑΑ, την Άνοιξη του 2003, ότι η σχέση τους εξελίχθηκε σε φιλική, δεν υπήρχε μεταξύ τους σχέση ερωτική αν και έβλεπε σημάδια εκδηλώσεως ιδιαίτερου ερωτικού ενδιαφέροντος εκ μέρους του ότι στις 25.1.04 επικοινώνησε με τον ΑΑ, το πρωί γιατί είχε πρόβλημα με το αυτοκίνητο της και ήθελε να το φτιάξει ότι έδωσαν ραντεβού στο ηλεκτρολογείο του γύρω στις 15.00 το μεσημέρι ότι πράγματι περίπου στις 15.00 πήγε στο συνεργείο μαζί με τον Χ2 και έφαγαν με το θύμα σουβλάκια (σημειωτέον, όπως προαναφέρθηκε, το θύμα ώρα 15.43:46 φέρεται να καλεί στο κινητό της κατηγορουμένης να συνομιλεί με αυτή με σταθμό βάσης καλούντος τον ..., ενώ ο ίδιος είχε ήδη γευματίσει με τον ιερέα ΣΤ 13.00 μ.μ. της ίδιας ημέρας), ότι από το τραπέζι του γάμου έφυγαν γύρω στις 23.00 με 23.00 και κάτι, ότι αφού άφησαν τον ΒΒ στο "..." πήγαν στο σπίτι της ανέβηκε επάνω, άνοιξε το θερμοσίφωνα, έκανε καφέ, διάλεξε τα ρούχα που θα φορούσε και τα ρούχα του Χ2 τα καθαρά έκανε "ντουζ" και όταν κατέβηκε το μοτέρ του αυτοκινήτου δούλευε ότι για όλα αυτά χρειάστηκε μισή ώρα με 40 λεπτά (σημειωτέον, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω δεν επιβεβαιώνεται από τη μητέρα της η ακριβής ώρα που η κατηγορουμένη εισήλθε και παρέμεινε στην οικία τους), ότι έφτασαν στο ξενοδοχείο τους που βρίσκεται στο 50° χιλιόμετρο της παλαιάς Εθνικής Οδού ...-... σε περίπου 40 λεπτά γιατί πήγαιναν πολύ σιγά συζητώντας για το μέλλον της σχέσης τους. Σε σχετικές ερωτήσεις του ανακριτή γιατί, ενώ σύμφωνα με την κατάθεση του ΒΒ από το γάμο έφυγαν το αργότερο στις 23.00' έφθασαν στο ξενοδοχείο περί τις 1.30' πρωινή, σύμφωνα με την κατάθεση του ..., ενώ αυτή αρχικά είχε καταθέσει ότι έφυγαν κατά τις 24.00 από το γάμο, η κατηγορουμένη απάντησε ότι για μεν τον ΒΒ είναι συνεχώς μεθυσμένος αλκοολικός και είναι αδύνατον να είχε κρατήσει την ακριβή ώρα, για δε τον ... διότι είναι πληροφορία που λέει ότι του έδωσε ο άλλος ρεσεψιονίστ (σημειωτέον ότι ο μάρτυρας ΒΒ στην από 17.3.08 ένορκη κατάθεση του ρητά αναφέρει ότι είναι απόλυτα βέβαιος ότι από το κέντρο δεν έφυγαν αργότερα από τις 23.00) και ότι έφθασαν στο ξενοδοχείο όχι 1.30 π.μ. αλλά 24.30' με 1.00 πρωινή περίπου διότι έβρεχε, ο Χ2 είχε πιεί και σ' όλη τη διάρκεια μιλούσαν για τη σχέση τους. Η κατηγορουμένη απαντώντας σε ερώτηση του ανακριτή γιατί η μητέρα της στην κατάθεση της αναφέρει ότι δεν πήγε ρούχα ξένου ατόμου για πλύσιμο και πως εξηγεί το γεγονός ότι ο συγκατηγορούμενός της εξαφανίστηκε ενώ φέρει ότι τον αναζητεί η αστυνομία αφήνοντας διαβατήριο και όλα τα χαρτιά του, αναφέρει ότι η μητέρα της δεν ξέρει Ελληνικά παρά ελάχιστα και τρομοκρατήθηκε επειδή ήταν ουσιαστικά κρατούμενη και γι' αυτό είπε ότι δεν τα είδε τα ρούχα που πήγε στο σπίτι και τα πήρε ο συγκατηγορούμενός της όταν τσακώθηκαν (όμως στην από 30.1.2004 κατάθεσή της η μητέρα της, δηλώνει ότι καταλαβαίνει καλά και μιλάει Ελληνικά), και ότι ο συγκατηγορούμενός της προφανώς φοβήθηκε ότι αν εμφανιστεί θα τον συλλάβουν. Καταλήγει δε αναφέροντας ότι από την όλη συμπεριφορά του έχει υποψίες ότι αυτός μπορεί να έχει σχέση με το έγκλημα αλλά δεν έχει τα στοιχεία για να έχει βεβαιότητα.
Από το παραπάνω αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι η κατηγορουμένη, δρώντας από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της Χ2, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση επιδιώκοντας να σκοτώσουν, τον ΑΑ και να τον ληστέψουν, επιτέθηκαν σ' αυτόν και τον έπληξαν με μαχαίρια που κρατούσαν σε διάφορα σημεία του σώματος του τουλάχιστον δέκα πέντε φορές στην κοιλιακή θωρακική και αυχενική χώρα προκαλώντας του τραύματα που επέφεραν ως μόνη ενεργός αιτία το θάνατό του. Η συμμετοχή της κατηγορουμένης πιθανολογείται βάσιμα, καθόσον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο ανωτέρω συγκατηγορούμενός της Χ2 είναι μόνο ο δράστης των εγκλημάτων αυτών δεδομένου ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο φέρεται να δολοφονήθηκε ο ως άνω ΑΑ αλλά και όλο το βράδυ της Κυριακής της 25.1.04 και τις πρωινές ώρες της 26.1.04 ήταν μαζί, ενώ ο χρόνος των 30-40 λεπτών που η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι παρέμεινε στην οικία της και ο συγκατηγορούμενός της Χ2 έμεινε μόνος του δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ήταν ικανός ώστε να μεταβεί μόνος του στο συνεργείο του θύματος να τον σκοτώσει κατά τον άγριο τρόπο των πολλαπλών τραυμάτων ν' αφαιρέσει τα κινητά πράγματα αυτού (ηλεκτρονικό υπολογιστή, σώμα καλοριφέρ, 1000 ευρώ τουλάχιστον), ν' απομακρύνει αυτά σε άγνωστο μέρος και στη συνέχεια να επιστρέψει το αυτοκίνητο στην κατηγορουμένη, χωρίς ίχνη αίματος στα ρούχα του (τέτοιο δεν αναφέρθηκε από την τελευταία), εφόσον είναι αμφίβολο αν το θύμα του άνοιγε αν δεν συνοδευόταν από την κατηγορουμένη με την οποία και συνδεόταν στενά (βλ. ιδία από 12.12.05 ένορκη κατάθεση της ..., σύμφωνα με την οποία ο αδελφός της δεν θ' άνοιγε την πόρτα σε κάποιον που δεν ήξερε, μόνο αν ήταν γνωστός του και τον ήξερε θα άνοιγε την πόρτα και θα έκανε μπάνιο). Ο τρόπος που έγινε η ανθρωποκτονία του ΑΑ μαρτυρεί ιδιαίτερη σκληρότητα και βίαια συναισθήματα, αφού έπληξαν το θύμα σε πολλά καίρια σημεία του σώματος του επιδιώκοντας το θάνατο του, τον οποίο και συναποφάσισαν και συνεκτελεσαν, όπως και την ληστεία, δεδομένου ότι το θύμα κέρδιζε αρκετά χρήματα από την εργασία του, και επεδίωκαν να βρουν τα χρήματα αυτά με κάθε τρόπο και να τα ιδιοποιηθούν, ενόψει και της οικονομικής τους κατάστασης, καθόσον ο μεν Χ2 δεν προέκυψε ότι εργαζόταν, η δε κατηγορουμένη προσπαθούσε να επιβιώσει κάνοντας διάφορες δουλειές. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε τμήμα παλαμικού αποτυπώματος βρέθηκε σε πλακάκι τοίχου διαδρόμου μπάνιων του ηλεκτρολογείου του θύματος που ταυτίζεται με το αποτύπωμα της αριστερής παλάμης της εκκαλούσας κατηγορουμένης, σε σημείο στο οποίο δεν δικαιολογείται η ύπαρξη δακτυλικού αποτυπώματος της από μόνο το γεγονός ότι είχε εισέλθει στο παρελθόν στο χώρο όπου διέμενε το θύμα, υποδηλώνοντας, επομενως αναμφισβήτητα την παρουσία της στο χώρο του εγκλήματος, ενώ οι εξηγήσεις που δίνει αναφορικά με τις κινήσεις τους κατά το χρονικό διάστημα από την αναχώρησή τους από το τραπέζι του γάμου και την αποβίβαση του ΒΒ στην καφετέρια "..." και μέχρι την άφιξη τους στο ξενοδοχείο δεν είναι πειστικές ούτε υποστηρίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Εξετέρου, όπως προαναφέρθηκε σε όλο το μήκος του διαδρόμου που οδηγεί στα δύο WC υπήρχαν ίχνη αίματος του θύματος γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το τελευταίο μεταφέρθηκε από τους δράστες στο σημείο που βρέθηκε.
Κατόπιν όλων των παραπάνω, την κρίση του Συμβουλίου τούτου ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο σε βάρος της εκκαλούσας κατηγορουμένης Χ1 κατηγορία για τις αποδιδόμενες σ' αυτήν πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση από κοινού, της ληστείας από κοινού, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας κατά συρροή (αρθρ. 1, 14, 26§1α', 27§ 1, 45, 94§1, 299§1, 380§1 ΠΚ, 1§2β', 10§1, 13β', 14 Ν. 2168/93)".
Με αυτά που δέχθηκε, ως άνω, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, ότι υπάρχουν επαρκείς και αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της ληστείας, από κοινού με το συμπαραπεμπόμενο κατηγορούμενο Χ2 και για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία κατά συρροή, και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, (το Συμβούλιο) διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα προανάκριση και κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα προκύψαντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, ήτοι εκείνες των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 94 παρ.1, 299 παρ.1 και 380 παρ. 1 του ΠΚ, 10 παρ.1, 13 β, 14 του ν. 2168/1993, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Εξάλλου δεν στερείται το βούλευμα νόμιμης βάσεως, αφού με αυτά που δέχθηκε δεν αποβαίνει ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων, αλλά και για τη συνδρομή συναυτουργίας, με συναπόφαση και πλήξη του θύματος με μαχαίρια εκ μέρους και των δύο συγκατηγορουμένων, με κίνητρο και σκοπό την ανθρωποκτονία και τη ληστεία του θύματος. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ.1 εδαφ. β και δ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, (πρώτος στο δικόγραφο), για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επίσης προκύπτει από τα παραπάνω, ότι το Συμβούλιο προέβη σε αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας και όχι μόνον των επιβαρυντικών για την αναιρεσείουσα, χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά σε κάθε ένα από αυτά. Επομένως το Συμβούλιο δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 εδαφ. στ του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 105 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.2 του ν. 2408/1996, "Όταν ενεργείται προανάκριση, σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ.2 του παρόντος, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31". Κατά το δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠοινΔ (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003 και στη συνέχεια με το άρθρο 5 του ν.3346/2005), ορίζεται ότι "αν έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας". Έτσι, με τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση, χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται "η μαρτυροποίησή" του και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ, με τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη, που έχει συλληφθεί ή του υπαιτίου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζομένης κατά τα λοιπά της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 31 ΚΠοινΔ. Και ναι μεν, η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 εδ. δεύτερο του ΚΠοινΔ, δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως της καταθέσεως του υπόπτου, όμως η διάταξη αυτή έχει θεσπισθεί προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου ο οποίος έχει δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίωξη", που του διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), καθώς και του δικαιώματός του από το άρθρο 223 παρ.4 ΚΠοινΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Επομένως, βάσει της διατάξεως αυτής, δεν είναι επιτρεπτό να αξιολογηθούν σε βάρος του όσα τυχόν επιβαρυντικά στοιχεία έχει καταθέσει γι' αυτόν κατά την εξέτασή του κατά την διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως. Συνακόλουθα, μόνον η κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 31 παρ.2 εδ. β' και 105 παρ.2 εδάφ. β' του ΚΠοινΔ, ανάγνωση και αποδεικτική αξιολόγηση σε βάρος του κατηγορουμένου της καταθέσεως του, που δόθηκε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως ή και ανακρίσεως, εφόσον έγινε κατά τη διαδικασία μετά τις 4-6-1996, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠοινΔ και θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ.1 εδαφ. α' του ΚΠοινΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΟλΑΠ 1/2004,), όχι δε και η ύπαρξη αυτής στη σχηματισθείσα δικογραφία και η μη παραμονή της στο αρχείο της εισαγγελίας, εφόσον αυτή, όταν δεν αναγιγνώσκεται ή δεν αξιολογείται από το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, δεν επηρεάζει καθ'οιονδήποτε τρόπο την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (ΑΠ 800/2008). Στην προκείμενη περίπτωση από το άνω προσβαλλόμενο Βούλευμα προκύπτει ρητή αναφορά στο αιτιολογικό του (φύλλο 5ο), ότι το Συμβούλιο δε λαμβάνει υπόψη του, τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις της εκκαλούσας και νυν αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, τόσον ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων, όσον και ενώπιον του Ανακριτή, πριν αυτή αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης. Επομένως, ο από τα άρθρα 484 παρ.1 εδαφ. α' και 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί, παρά το νόμο, παρέμειναν στη δικογραφία και συνεκτιμήθηκαν σε βάρος της οι δοθείσες ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις της, πριν αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης και έτσι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά της δικαιώματα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 15/30-1-2009 αίτηση της Χ1 για αναίρεση του με αριθ. 23/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα απορριπτικής έφεσης κατά βουλεύματος παραπεμπτικού για ανθρωποκτονία με πρόθεση, ληστεία από κοινού, παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία κατά συρροή. 1) Απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας, ως αβάσιμων κατ' ουσίαν. 2) Ο από τα άρθρα 484 παρ.1 εδαφ. α΄ και 171 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠΔ τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί, παρά το νόμο, παρέμειναν στη δικογραφία και συνεκτιμήθηκαν σε βάρος της οι δοθείσες ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις της, πριν αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης και έτσι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά της δικαιώματα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί ρητά αναφέρεται στο αιτιολογικό του βουλεύματος, ότι δεν συνεκτιμήθηκαν οι άνω μαρτυρικές καταθέσεις της αναιρεσείουσας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συναυτουργία, Ληστεία, Οπλοφορία, Οπλοχρησία, Συρροή εγκλημάτων.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1628/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδης, Αντιπρόεδρο, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Χ1. Με εγκαλούμενους τους: 1. Ζ1, 2.Ζ2 και 3. Ζ3.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 4 Φεβρουαρίου 2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 195/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 131/9.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Ο Χ1 υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών στις 4-5-2007 την από 30-4-2007 έγκλησή του κατά των Ζ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών (που εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών), Ζ2, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, και Ζ3- αστυνομικού της προσωπικής ασφάλειας του πρώτου.
Λόγω της άνω ιδιότητας των α, β καταγγελλομένων, η υπόθεση ανατέθηκε με το υπ'αριθμ. 2702/2007 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
Μετά το πέρας της ενεργηθείσης από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας προκαταρκτικής εξέτασης, ο τελευταίος απέρριψε την άνω έγκληση ως καταφανώς αβάσιμη στην ουσία της με την υπ'αριθμ. 392/2008 διάταξή του.
Κατά της τελευταίας αυτής διάταξης ο εγκαλών άσκησε στις 24-12-2008, ενώπιον του γραμματέα του Πταισματοδικείου Αθηνών, την υπ'αριθμ. 160/2008 προσφυγή, για την οποία αρμόδιος να αποφανθεί είναι ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών.
Επειδή ήδη ο πρώτος καταγγελλόμενος υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών (βλ. την από 2-2-2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών).
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε' Κ.Π.Δ. όταν ο καταγγελλόμενος (βλ. ΑΠ 1218/2006, ΑΠ 364/2006) είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Η άνω παραπομπή, όπως προκύπτει από τον δικαιολογητικό λόγο της καθιερώσεώς της, που συνιστάται στην εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και αποκλεισμού κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, συντρέχει και στο στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η κρίση επί προσφυγής του εγκαλούντα κατά απορριπτικής της εγκλήσεώς του διατάξεως (βλ. ΑΠ 1011/2005, ΑΠ 1304/2004 κ.α.) για την ενότητα δε της κρίσης και οικονομίας της δίκης περιλαμβάνονται και συγκατηγορούμενοι. -βλ. ΑΠ 1138/2006, ΑΠ 2264/2005 κ.α.
Επί της ως άνω περιπτώσεως αρμόδιο να αποφανθεί είναι το συμβούλιο του Αρείου Πάγου -άρθρο 137 § 1 στοιχ. 1 Κ.Π.Δ.--βλ. και ΑΠ 1011/2005, ΑΠ 1304/2004 κ.α.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω όπως παραπεμφθεί η κρίση επί της υπ'αριθμ. 160/2008 προσφυγής του Χ1 κατά της υπ'αριθμ. 392.2008 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, καθώς και στις δικαστικές αρχές του Πειραιά, εάν συντρέξει νόμιμη περίπτωση.
Αθήνα 4 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε'του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμό και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Αρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακολούθως. Με την από 30-4-2007 έγκληση του Χ1 κατοίκου ..., κατά των: 1) Ζ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών (που εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών), 2) Ζ2, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και 3) Ζ3, αστυνομικού της προσωπικής ασφάλειας του πρώτου αυτών, ζητήθηκε η ποινική δίωξή της για τις αναφερόμενες σ' αυτήν αξιόποινες πράξεις. Με το υπ' αριθμ. 2702/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκε η υπόθεση, λόγω της ιδιότητας των πρώτων των εγκαλουμένων στις Εισαγγελικές, Ανακριτικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την ως άνω έγκληση, μετά την εξέτασή της, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Χαλκίδας απέρριψε με την υπ' αριθμ. 392/2008 διάταξή του ως καταφανώς αβάσιμη κατ' ουσία (άρθρο 47 παρ. 1 ΚΠΔ) και επέβαλε στον εγκαλούντα τα δικαστικά έξοδα. Κατά της προαναφερόμενης Εισαγγελικής διάταξης ο εγκαλών άσκησε κατ' άρθρο 48 ΚΠΔ ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών την υπ' αριθμ. 160/24-12-2008 προσφυγή του, για την οποία είναι κατ' αρχήν αρμόδιος κατά τόπο να αποφανθεί. Ο τελευταίος (Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών) με το υπ' αριθμ. πρωτ. 24/4-2-2009 έγγραφο του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητά τον κανονισμό αρμοδιότητάς της, προκειμένου να ορισθεί άλλος ως αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προμνημονευόμενη προσφυγή του εγκαλούντος, λόγω της ως άνω προαναφερόμενης ιδιότητας του πρώτου των εγκαλουμένων (Αντεισαγγελέα Εφετών) και τον τόπο της υπηρεσίας του και λόγω συναφείας για τους λοιπούς δύο εγκαλουμένους. Επομένως, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε'και 137 παρ. 1 εδ. β περ. γ ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης από τον κατά τύπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και όταν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. 24/4-2-2009 έγγραφο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών και αφορά τους εγκαλουμένους: 1) Ζ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2) Ζ2, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και 3) Ζ3, αστυνομικό, στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά για να κρίνει και αποφανθεί επί της υπ' αρ. 160/2008 προσφυγής του Χ1 κατά της υπ' αρ. 392/2008 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας και αν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας για δικαστικούς λειτουργούς. Ορισμός δικαστικών αρχών για εξέταση προσφυγής κατά απορριπτικής διάταξης Εισαγγελέα Πρωτοδικών.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1627/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. X1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο, 2. X2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο και 3. X3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αρετή Αλατά, περί αναιρέσεως της 199/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ψ1, κάτοικο ... και 2. Ψ2, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Ιανουαρίου 2009, 2 Φεβρουαρίου 2009 και 23 Ιανουαρίου 2009 τρεις χωριστές αιτήσεις των ανωτέρων αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 161/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 120 παρ. 2 ΚΠοινΔ, το Δικαστήριο, όταν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Σ' αυτή την περίπτωση ενεργεί ό,τι και το συμβούλιο των πλημμελειοδικών όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο. Κατά το άρθρο 473 παρ. 1 εδ. α-γ. του ίδιου Κώδικα, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Τέλος, κατά το άρθρο 487 ΚΠοινΔ στον κατηγορούμενο και στον εισαγγελέα επιτρέπεται έφεση κατά της αποφάσεως με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι είναι καθύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο ή στον εισαγγελέα (άρθρ. 120). Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, όταν το Δικαστήριο κηρύσσει αυτό αναρμόδιο και παραπέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, η απόφασή του αυτή επέχει θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο κοινοποιείται στον κατηγορούμενο, για την άσκηση ενδίκων μέσων, μόνο όταν ο κατηγορούμενος είναι απών. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 320 και 321 με εκείνες των άρθρων 120 παρ. 2 και 121 εδ. α' του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι για να αρχίσει η κύρια διαδικασία, δεν είναι αναγκαίο να είναι πράγματι αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση το δικαστήριο που αναγράφεται στο κλητήριο θέσπισμα ή την κλήση διότι η τυχόν αναγραφή άλλου αναρμόδιου δικαστηρίου, δεν καθιστά άκυρο και ανενεργές, ως προς τις έννομες συνέπειές του, το εισαγωγικό αυτό έγγραφο, το οποίο είναι δηλωτικό του τέλους της προπαρασκευαστικής διαδικασίας και του αμετακλήτου της εισαγωγής της υπόθεσης στο ακροατήριο, διατηρεί την ισχύ του και δεν επαναλαμβάνεται, στηρίζει δε τη διαδικασία τόσο του αναρμοδίου δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο καθύλην δικαστήριο, όσο και του κατ' έφεση δικάζοντος δικαστηρίου.
Στην προκείμενη περίπτωση ο πρώτος αναιρεσείων Χ1 και ο τρίτος αναιρεσείων Χ3, με τον τρίτο και πρώτο λόγο αντίστοιχα των κρινόμενων αιτήσεών τους, ισχυρίζονται ότι επήλθεν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι απορρίφθηκε εσφαλμένα η προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα Χ2 ένσταση ακυρότητας της προδικασίας - κλητηρίου θεσπίσματος, για το λόγο ότι, ναι μεν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, στο οποίο κλήθηκαν αρχικά, και παρέστησαν κηρύχθηκε αναρμόδιο υλικά, ως εκ της ιδιότητας του από αυτούς τρίτου κατηγορουμένου, ως Δημάρχου ..., και η παραπεμπτική απόφαση επέχει θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, υποκείμενου σε έφεση, πλην όμως, έπρεπε να τους κοινοποιηθεί η εν λόγω παραπεμπτική απόφαση πριν τους επιδοθεί η σχετική κλήση να παραστούν στο Τριμελές Εφετείο Θράκης, για να ασκήσουν τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα. Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με τη συμπροσβαλλόμενη με αριθ. 199/2008 παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε την άνω υποβληθείσα από τον κατηγορούμενο Χ2 ένσταση, με την παρακάτω αιτιολογία (φύλλο 4):
"Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 120 παρ. 2, 313, 315, 320 παρ. 1, 321 παρ.1, 2 και 4 και 473 παρ.1 του ΚΠΔ, σαφώς συνάγεται ότι όταν το Δικαστήριο (πλην του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Πταισματοδικείου, άρθρο 120 παρ. 3 ΚΠΔ) κρίνει εαυτό αναρμόδιο, παραπέμπει δια της αποφάσεως του την υπόθεση στο αρμόδιο Δικαστήριο. Σε αυτή την περίπτωση η απόφαση του Δικαστηρίου, επέχουσα θέση παραπεμπτικού βουλεύματος (άρθρο 120 παρ. 2 ΚΠΔ), κοινοποιείται στον κατηγορούμενο, μόνον όταν αυτός είναι απών για την έναρξη της προθεσμίας προς άσκηση κατ' αυτής των ενδίκων μέσων και αφού καταστεί αυτή αμετάκλητη, περαιτέρω, η εισαγωγή της υποθέσεως στο αρμόδιο Δικαστήριο γίνεται, δια κλήσεως του αρμοδίου Εισαγγελέως, εκδιδομένης σύμφωνα με το άρθρο 320 ΚΠΔ, δεν απαιτείται δε, κατά την άνω διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ ή άλλη (διάταξη), επίδοση της ως άνω αποφάσεως και στον παρόντα κατά την απαγγελία αυτής (αποφάσεως) κατηγορούμενο και γενικώς στους παρόντες διαδίκους (ΑD ΗΟC ΑΠ 1033/1978 ΝοΒ 27.117).
Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι Χ2, κάτοικος ..., ΑΑ, κάτοικος ..., Χ3, κάτοικος ... και Χ1, κάτοικος ..., ήταν παρόντες κατά την απαγγελία της υπ' αριθμ. 1101/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης (ο τρίτος των κατηγορουμένων εκπροσωπηθείς από συνήγορο, άρθρο 340 παρ. 2 εδαφ. β' ΚΠΔ), δια της οποίας τούτο, λόγω μεταγενεστέρας, δια του άρθρου 145 παρ. 1 του ν. 3463/2006, μεταβολής της αρμοδιότητας, όσον αφορά τον τρίτο των κατηγορουμένων Χ3, ο οποίος κατά το χρόνο τελέσεως των αποδιδόμενων σ' αυτόν κατηγοριών της παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση, ετύγχανε Δήμαρχος ... του Ν. ..., και λόγω συνάφειας (άρθρα 128 και 129 ΚΠΔ) για τους λοιπούς κατηγορουμένους, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο, να δικάσει τις αποδιδόμενες στους άνω κατηγορουμένους κατηγορίες, για τις πράξεις: α) της μαστροπείας κατ' επάγγελμα και κατά συρροή (τον 1° κατηγορούμενο), β) της παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση (τους 2° και 3° των κατηγορουμένων), γ) της ψευδούς βεβαιώσεως από κοινού κατ' εξακολούθηση (τους 2° και 4° των κατηγορουμένων), δ) της ενεργητικής δωροδοκίας κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση (τον 1° κατηγορούμενο) και ε) της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση (τους 3° και 4° των κατηγορουμένων), για τις οποίες παραπέμφθηκαν αυτοί σε δίκη δια του υπ' αριθμ. ΕΓ1-06/4/28-2-2006 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ροδόπης ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης) και παρέπεμψε αυτήν ενώπιον του αρμοδίου καθύλην Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Όπως προκύπτει: α. για τον πρώτο κατηγορούμενο από το αποδεικτικό του Αστυνομικού ... του Α.Τ. ..., με ημερομηνία 1.2.2007, β. για τον δεύτερο κατηγορούμενο από το αποδεικτικό του Αστυνομικού ... με ημερομηνία 1.2.2007, γ. για τον τρίτο κατηγορούμενο από το αποδεικτικό του Αρχιφύλακα ... του Α.Τ. ... με ημερομηνία 27.1.2007 και δ. για τον τέταρτο κατηγορούμενο από το αποδεικτικό του Αρχιφύλακα ... του Α.Τ. ... με ημερομηνία 27.1.2007, που υπάρχουν στη δικογραφία, η με αριθμό 2/2007 κλήση του Εισαγγελέως Εφετών Θράκης, ή οποία περιέχει όλα τα απαιτούμενα, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, στοιχεία, μνημονεύεται δε σε αυτήν η επέχουσα θέση παραπεμπτικού βουλεύματος υπ' αριθμ. 1101/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, για εμφάνιση των κατηγορουμένων Χ2, κατοίκου ..., ΑΑ, κατοίκου ..., Χ3, κατοίκου ..., Χ1, κατοίκου ... στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης για τη δικάσιμο της 20-3-2007, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 19-9-2007, στη συνέχεια για τη δικάσιμο της 5-11-2007 και στη συνέχεια για την 7-1-2008, οπότε και εκδικάσθηκε η υπόθεση, επιδόθηκε σ' αυτούς κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες. Η υπ' αριθμ. 1101/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, στην οποία αναφέρονται και οι πράξεις για τις οποίες παραπέμπονται οι κατηγορούμενοι, εκδοθείσα στις 14-12-2006 είχε ήδη καταστεί αμετάκλητη κατά την επίδοση της άνω κλήσεως του Εισαγγελέως Εφετών Θράκης προς τους κατηγορουμένους (βλ. από 11-1-2007 βεβαίωση της γραμματέως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης). Συνακόλουθα, στους παρόντες κατά την απαγγελία της υπ' αριθμ.1101/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης κατηγορουμένους δεν ήταν αναγκαία η επίδοση της αποφάσεως. Περαιτέρω, η γενομένη εισαγωγή της υποθέσεως στο Δικαστήριο Τριμελούς Εφετείου Θράκης, αφού κατέστη αμετάκλητη η άνω απόφαση, δια κλήσεως του Εισαγγελέως Εφετών Θράκης, έγινε εγκύρως, ουδεμία δε ακυρότητα λόγω μη επιδόσεως της αποφάσεως προς τους κατηγορουμένους επήλθε, η δε προβαλλόμενη αντίθετη ένσταση, πρέπει να απορριφθεί".
Επομένως, σύμφωνα και με αυτά που προεκτέθηκαν και τις άνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε κατ' έφεση, με πλήρη και ειδική αιτιολογία και κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, ορθά απέρριψε την άνω ένσταση απαραδέκτου, αφού όταν δημοσιεύτηκε η περί παραπομπής των κατηγορουμένων στο αρμόδιο καθύλην Τριμελές Εφετείο Θράκης απόφαση ήταν παρόντες, ενώ δεν άσκησαν έφεση κατ'αυτής και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε, ο δε σχετικοί λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων των άνω δύο κατηγορουμένων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.1 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, έγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το αρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το αρ. 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις, εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συζητήσεως που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποίο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητά του, είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθ. 358 ΚΠοινΔ ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα έγινε η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναγνώσθηκαν, και λήφθηκαν συνακόλουθα υπόψη για την κρίση περί της ενοχής των κατηγορουμένων, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα έγγραφα: "οι από 9-3-05, 13-12-05, 16-12-05, 16-12-05, 17-12-05 και από 17-12-05 εκθέσεις αναγνώρισης, η από 17-12-05 έκθεση παράδοσης παραλαβής και κατάσχεσης, τέσσερις εκθέσεις απομαγνητοφωνήσεως από 8-9-05". Με την αναφορά αυτή των εν λόγω εγγράφων, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού, με την ανάγνωσή τους, έγιναν γνωστά στους παράγοντες της δίκης καθόλο το περιεχόμενό τους και ως εκ τούτου, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ2, δια του παρισταμένου συνηγόρου του, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε, πάντως, από τον τρόπο προσδιορισμού της ταυτότητάς τους στα πρακτικά της δίκης και ως εκ τούτου ορθώς έλαβε υπόψη της η προσβαλλομένη απόφαση και τα έγγραφα αυτά. Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως του άνω κατηγορουμένου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ. 1 και 340 παρ 2 του ΚΠοινΔ, όπως η πρώτη τροποποιήθηκε με το άρθρ. 48 παρ. 1 εδαφ. α του ν. 3.160/2003 και η δεύτερη αντικαταστάθηκε διαδοχικά από τα άρθρ. 24 παρ. 1 του ν. 3160/2003 και 13 του ν. 3.346/2005, προκύπτει ότι σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται στον εκκαλούντα κατηγορούμενο κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του κατά της καταδικαστικής γι' αυτόν αποφάσεως να εκπροσωπείται από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του κατά τις διατυπώσεις του άρθρ. 42 παρ. 2 εδαφ. γ του ΚΠοινΔ. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Η εκπροσώπηση, όμως, αυτή δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 του ΚΠοινΔ απολογία του κατηγορουμένου, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, πρέπει δε να δίδεται από τον ίδιο και όχι από τον εκπροσωπούντα αυτόν, ο οποίος δεν αποκτά από την ιδιότητά του αυτή και την ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να απολογηθεί γι' αυτόν και να απαντά σε ερωτήσεις αντί γι' αυτόν.
Συνεπώς, εφόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά τη διεξαγωγή της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η διευθύνουσα τη συζήτηση πρόεδρος του Δικαστηρίου, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας (βλ. φύλλο 38), ρώτησε τους διαδίκους αν έχουν να προτείνουν συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και αυτοί απάντησαν αρνητικά, και μετά την επί της κατηγορίας πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, έδωσε και πάλι, με βάση τα προπαρατεθέντα άρθρα 501 παρ. 1 και 340 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, στους εκπροσωπούντες τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ3 δύο συνηγόρους του, τελευταία το λόγο και αυτοί ανέπτυξαν τις απόψεις τους ως προς την ενοχή του εκκαλούντος κατηγορουμένου και την ποινή και ζήτησαν την αθώωσή του, ουδεμία ακυρότητα, που να δημιούργησε τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ απορρέοντα λόγο αναιρέσεως επήλθε και επομένως ο επί του ανωτέρω άρθρου στηριζόμενος έβδομος λόγος της αναιρέσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα και δη ότι δεν δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους του πριν από την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ενοχής, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Συναφώς είναι απορριπτέος και ο λόγος ακυρότητας, εκ του ότι δε δόθηκε ο λόγος και πάλι στον Εισαγγελέα, μετά την επί της κατηγορίας αγόρευση των συνηγόρων του ιδίου κατηγορουμένου, διότι από καμία διάταξη νόμου προκύπτει τέτοια υποχρέωση του Προέδρου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρ. 349 παρ.3 εδ. α του ΠΚ, "όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία, προάγει στην πορνεία γυναίκες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και με χρηματική ποινή". Η αναφερόμενη διάταξη δεν έχει θιγεί με το αρ. 7 του Ν. 3064/2002 και απλώς προστέθηκε εδ. 2, που προβλέπει την τέλεση της πράξεως από υπάλληλο, ως επιβαρυντική περίσταση. Προαγωγεία στην πορνεία νοείται η καθοιονδήποτε τρόπο (με παροτρύνσεις, πιέσεις, συστάσεις κλπ) και με οποιαδήποτε μέσα (με παροχή καταλύματος, ανεύρεση ερωτικών συντρόφων, άσκηση ψυχολογικής βίας κλπ), παρακίνηση της γυναίκας, που δεν είναι ακόμη πόρνη, να τραπεί στην πορνεία ή και η ενίσχυση της τυχόν ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσας ακόμη αποφάσεως αυτής να πράξει τούτο. Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα, θύμα όμως μόνο γυναίκα, αδιακρίτως ηλικίας, ενήλικη δηλαδή ή και ανήλικη. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν περισσότερες γυναίκες θύματα (ούτε από τη χρήση του όρου "γυναίκες" προκύπτει το αντίθετο), ούτε επίσης η γυναίκα να είναι "αμέμπτων" ηθών ή ανήλικη. Είναι όμως αναγκαίο, να μην είναι αυτή ήδη πόρνη, υπό την έννοια που αναφέρεται παρακάτω. Η άποψη ότι αρκεί και η παρακίνηση της ήδη εταιριζόμενης γυναίκας, να συνεχίσει τη δραστηριότητά της αυτή, δεν έχει επικρατήσει. Στοιχείο επομένως του εγκλήματος της μαστροπείας είναι, η προαγωγή στην πορνεία να αφορά γυναίκα που δεν είναι ήδη πόρνη. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος, σε περισσότερα πρόσωπα άνευ εκλογής, για σαρκική επαφή, έναντι χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής. Η προαγωγή στην πορνεία, πρέπει επίσης να γίνεται κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία ή και από τα δύο αυτά. Κατ' επάγγελμα άσκηση της μαστροπείας υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για τον πορισμό εισοδήματος, αρκεί δε το όφελος του δράστη και από μία μόνο γυναίκα, ενώ από κερδοσκοπία άσκηση υπάρχει όταν ο δράστης ενεργεί με κίνητρο και σκοπό τον προσπορισμό αθεμίτου περιουσιακού ωφελήματος ή ενός αθέμιτου κέρδους, θετικού ή αποθετικού, αποτιμητού όμως σε χρήμα, ανεξάρτητα από την επίτευξή του. Δεν απαιτείται η απόδειξη και αναφορά στην απόφαση του συγκεκριμένου προσώπου, στο οποίο παρέχεται έναντι αμοιβής η σαρκική ηδονή, ούτε δημιουργείται ασάφεια από την παραδοχή τελέσεως της παραπάνω πράξεως και κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία σωρευτικά. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, αρκεί δε και ο ενδεχόμενος δόλος.
Κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, υπάλληλος , που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο όφελος, ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με την αναφερόμενη ποινή φυλακίσεως, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται από τον νόμο ή την διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου και β) δόλος του δράστη, που περιέχει την θέληση της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και σκοπός του να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομη υλική ή και ηθική ωφέλεια, ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του όπως αναπτύσσεται να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού, ο όρος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, λογικά σημαίνει ότι η πράξη όπως επιχειρείται από το δράστη δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παρανόμου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο) και επί πλέον ότι η βούληση του δράστη κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο). Έτσι μεταξύ της πράξεως και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει τέτοια αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος να είναι είτε ο αποκλειστικός τρόπος είτε πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή της βλάβης.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 235 και 236 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο του ν. 2802/2000, ορίζεται ότι "τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά". Και "με την ποινή του άρθρου 235 τιμωρείται όποιος υπόσχεται ή παρέχει σε υπάλληλο, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφελήματα για τον εαυτό του ή για τρίτο, προκειμένου ο υπάλληλος κατά παράβαση των καθηκόντων του, να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος: 1) της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) απαιτείται, όπως, εκτός από τα άλλα, και δη την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263α' ΠΚ, α) τα δώρα ή ανταλλάγματα, που δεν αρμόζουν σε αυτόν, να δίνονται ή και να υπάρχει υπόσχεση αυτών, για μελλοντική ή τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψή του, χωρίς να ενδιαφέρει αν πραγματοποιήθηκε ή όχι η μέλλουσα ενέργεια ή αν αυτός σκοπούσε σπουδαίως να εκτελέσει την εν λόγω ενέργεια, ωφελήματα δε μπορεί να είναι και κάθε χαριστική παροχή υλικής ή μη φύσεως, ακόμα και παροχή δωρεάν ερωτικών απολαύσεων, σε όφελος του δράστη υπαλλήλου, επί της οποίας παροχής δεν έχει αυτός καμία νόμιμη αξίωση και β) η ενέργεια ή η παράλειψή του να περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και να ανάγεται στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, τα διαγραφόμενα ή προκύπτοντα από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του (Ολ.ΑΠ 6/1998) και 2) της ενεργητικής δωροδοκίας, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τη δεύτερη από αυτές του 236 ΠΚ, απαιτείται υπόσχεση ή παροχή από οποιουδήποτε πολίτη, σε υπάλληλο, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α' και 263 Α' του ΠΚ, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφελημάτων, για τον εαυτό του ή τρίτο και η υπόσχεση ή η παροχή τους να γίνεται για μελλοντική ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου, που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά, όπως διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο, ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, τις διατάξεις και τις οδηγίες των προϊσταμένων του, την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του (βλ. ομοίως Ολ.ΑΠ 6/1998).
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005). Ιδιαίτερα πρέπει να αιτιολογείται όπως πιο πάνω και η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών που προβάλλει ο κατηγορούμενος. Τέτοιοι ισχυρισμοί, είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητος καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και το αίτημα για την αναγνώριση κάποιας από τις ενδεικτικά στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ αναφερόμενες ελαφρυντικές περιστάσεις, όταν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα σε αυτό κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα παρακάτω:
"Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 διατηρούσε και εκμεταλλευόταν στο ..., κέντρο διασκεδάσεως με συγκρότηση μπαρ, και διακριτικό τίτλο "...", το οποίο λειτουργούσε με άδεια στο όνομα της συζύγου του ΒΒ. Στο εν λόγω κέντρο σύχναζαν κυρίως άνδρες που πήγαιναν εκεί, κυρίως για την ανεύρεση γυναικείας συντροφιάς και ειδικότερα για να συνευρεθούν ερωτικά με τις εργαζόμενες, ως σερβιτόρες. Για τις ανάγκες της "επιχειρήσεως" αυτής, που διατηρούσε ο κατηγορούμενος, αναζητούσε νεαρές αλλοδαπές λαθρομετανάστριες, οι οποίες λόγω των έντονων βιοποριστικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν στις χώρες τους, είχαν απόλυτη ανάγκη εργασίας και πραγματοποιήσεως εισοδήματος με το οποίο θα κάλυπταν τις ανάγκες τους, αλλά και θα βοηθούσαν τους οικείους τους. Για το σκοπό της ανευρέσεως γυναικών, της οργανώσεως της διαμονής τους και της εξασφαλίσεως της παροχής των "υπηρεσιών" τους και αποκλεισμού της φυγής τους, όταν θα ανακάλυπταν ποίου είδους υπηρεσίες έπρεπε να προσφέρουν στο κατάστημα του, απευθύνονταν στον ΓΓ, αδελφό της ΔΔ, η οποία απασχολούνταν στο ταμείο του καταστήματος του, ενεργούσε σύμφωνα με τις εντολές που της είχε δώσει ο πρώτος κατηγορούμενος, παράλληλα δε διατηρούσε ερωτικές σχέσεις μαζί του. Ο ΓΓ, δήλωνε στις ενδιαφερόμενες ότι θα εργάζονταν, όπως αυτές θα επιθυμούσαν, είτε ως χορεύτριες, είτε ως σερβιτόρες, στο πάνω κέντρο, μάλιστα δε τους δήλωνε ότι τα έξοδα του ταξιδιού τους και τα πρώτα έξοδα εγκαταστάσεως και διαμονής στην Ελλάδα θα πλήρωνε ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος και θα τα συμψήφιζε τμηματικά με τις αποδοχές τους. Ακόμη, ο ΓΓ, δήλωνε στις ενδιαφερόμενες ότι ο ίδιος και οι συνεργάτες του θα αναλάμβαναν την έκδοση των σχετικών εγγράφων (διαβατηρίων κλπ) και τη μεταφορά τους στην Ελλάδα. Έτσι οργανώνονταν η άφιξη των αλλοδαπών λαθρομεταναστριών στην Ελλάδα, όπου τις υποδέχονταν είτε ο πρώτος κατηγορούμενος είτε συνεργάτες αυτού και τις μετέφεραν στο κατάστημα "...". Παραπλεύρως του καταστήματος αυτού υπήρχαν καταλύματα (δωμάτια), στα οποία διέμεναν οι αλλοδαπές, καθώς επίσης και χωριστό ειδικό ευρύχωρο δωμάτιο με σαλόνι, καναπέ και τζάκι για το οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω. Όλες τις αλλοδαπές ο άνω πρώτος κατηγορούμενος, με τη συνδρομή και των συνεργατών του τις κατακρατούσε περιορισμένες μέσα σε δωμάτια, όπου τις φύλαγε, μη επιτρέποντας σε αυτές να εξέλθουν μόνες, αλλά τις πήγαιναν συνοδεία οπουδήποτε αυτές ήθελαν να μεταβούν, ενώ διατηρούσαν πάντοτε κλειστές τις δύο πόρτες του αύλειου χώρου του καταστήματος, που ασφάλιζαν η μία με κλειδαριά και η άλλη ειδικό μηχανισμό, που άνοιγε με τη χρήση τηλεχειριστηρίου, το οποίο κατείχαν αποκλειστικά είτε ο ... είτε η ΔΔ. Επιπροσθέτως, στον αύλειο χώρο του καταστήματος, που περικλειόταν από περίφραξη με υψηλό τοιχίο και πάνω από αυτό σύρμα, ώστε να αποκλείεται η διαφυγή τους από εκεί, υπήρχαν ελεύθερα άγρια σκυλιά, ενώ στην είσοδο υπήρχε ειδική κάμερα, η οποία κατέγραφε όλες τις κινήσεις εισερχομένων και εξερχόμενων. Κατά το χρονικό διάστημα από 10-4-2001 έως 10-11-2001 ο πρώτος κατηγορούμενος προσέλαβε στο κατάστημα του για τη διευκόλυνση καταναλώσεως ποτών από τους πελάτες αυτού και εγκατέστησε στα παρακείμενα δωμάτια τις αλλοδαπές, ο πρώτος κατηγορούμενος κρατούσε και δεν απέδιδε σ'αυτές διάφορα ποσά, τα οποία καθόριζε κατ' αυθαίρετη βούληση, για τα έξοδα διαμονής τους, την έκδοση διαφόρων εγγράφων παραμονής τους και τα έξοδα μεταφοράς τους στην Ελλάδα, ανερχόμενα σε 1.100 έως 1.200 δολάρια περίπου, όπως ο ίδιος τους έλεγε και η ΔΔ, η οποία ενεργούσε σύμφωνα με τις εντολές που ο ανωτέρω της είχε δώσει. Ακόμη, από τα χρηματικά ποσά, που αναλογούσαν στις αλλοδαπές, παρακρατούνταν 100 δολάρια ως "πρόστιμο", εάν αυτές υπερέβαιναν το χρόνο διάρκειας κάθε ερωτικής συνεύρεσης, που ο πρώτος κατηγορούμενος είχε καθορίσει σε είκοσι (20) λεπτά της ώρας ή όταν οι αλλοδαπές δυσανασχετούσαν και αρνούνταν να συνευρεθούν ερωτικά με πελάτες και γενικά δημιουργούσαν προβλήματα, όπως έγινε και με τις μάρτυρες Ψ2 και Ψ1, από τις οποίες παρακρατήθηκαν, αντίστοιχα, ποσά τουλάχιστον δύο φορές από την καθεμία (βλ. σχετικές καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων). Τις πιο πάνω αλλοδαπές, εκτός από την Ψ2, εκμεταλλεύτηκε γενετησίως ο πρώτος κατηγορούμενος κατά το πιο πάνω αναφερόμενο διάστημα, ειδικώς όμως, τις αλλοδαπές α) ΕΕ, β) ΣΤ μέχρι και τον Ιούλιο του 2001. Οι ως άνω αλλοδαπές εκτός από την Ψ2 η οποία είχε την ιδιότητα της πόρνης - στην οποία πρέπει να ειπωθεί ότι ο κατηγορούμενος με τον ως άνω τρόπο, δηλ. παρέχοντας σ' αυτές κατά σύστημα τον κατάλληλο χώρο για να συνευρίσκέται ερωτικά με διάφορους άνδρες, προσπορίζοντας στον εαυτό του εισόδημα με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, - παρά τη θέληση τους εξωθήθηκαν στην πορνεία από το πρώτο κατηγορούμενο, που συμμετείχε σε κύκλωμα εκμεταλλεύσεως της γενετήσιας ελευθερίας αλλοδαπών γυναικών, μάλιστα δε εξ αυτών η άνω πολιτικώς ενάγουσα Ψ2, αλλά και η μάρτυρας Ψ1, ενώ συνελήφθησαν από τις αρμόδιες αρχές και απελάθηκαν από τη χώρα τον Αύγουστο του 2000 τα μέλη του κυκλώματος και συγκεκριμένα ο άνω ΓΓ, όταν έφθασαν στη χώρα τους, εξανάγκασαν αυτές, με απειλές κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των ιδίων και των οικείων τους να έρθουν με νέα έγγραφα στην Ελλάδα. Μάλιστα, όταν οι ανωτέρω επανήλθαν στην Ελλάδα προκειμένου να διαμένουν και να εργάζονται νόμιμα τις οδήγησαν να τελέσουν (λευκό) πολιτικό γάμο, η μεν αλλοδαπές: 1) ΖΖ, υπήκοο Ρωσίας, 2) ΗΗ, υπήκοο Ρωσίας, 3) ΘΘ, υπήκοο Ουκρανίας, 4) ΚΚ, υπήκοο Ρωσίας, 5) ΛΛ, υπήκοο Καζακστάν, 6) ΕΕ, υπήκοο Ουκρανίας, 7) ΜΜ, υπήκοο Ρωσίας, 8) ΝΝ, υπήκοο Ρωσίας, 9) ΞΞ, υπήκοο Ουκρανίας, 10) ΠΠ, υπήκοο Ουκρανίας, 11) ΣΤ, υπήκοο Ρωσίας, και 12) Ψ2, υπήκοο Ρωσίας. Τις εν λόγω αλλοδαπές, οι οποίες προηγουμένως δεν είχαν χαρακτηριστεί ως εκδιδόμενες με την κατά νόμο προβλεπόμενη άδεια που εκδίδει η οικεία Νομαρχία, ούτε είχαν εκπορνευθεί, πλην της τελευταίας (Ψ2), η οποία είχε επιδοθεί στο παρελθόν σε πορνεία, παρότρυνε, εκμεταλλευόμενος τη δεινή οικονομική κατάσταση, στην οποία βρίσκονταν και με έμμεσες απειλές για τη σωματική τους ακεραιότητα, αλλά και για την ελευθερία τους, υπενθυμίζοντας τους την παράνομη διαμονή τους στη Ελλάδα, - με τη βοήθεια της ΔΔ, την οποία χρησιμοποιούσε για να συνεννοείται με τις αλλοδαπές, οι οποίες αγνοούσαν την ελληνική γλώσσα, - να εκδίδονται σε πελάτες του καταστήματος, αντί χρηματικής αμοιβής, είτε στα παρακείμενα του καταστήματος δωμάτια, όπου αυτές διέμεναν, είτε στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο, με σαλόνι, καναπέ και τζάκι, όπως προειπώθηκε, είτε εκτός αυτού σε διάφορα ξενοδοχεία της περιοχής, όπου οι αλλοδαπές μετέβαιναν με τα αυτοκίνητα των πελατών, οι οποίοι στη συνέχεια επέστρεφαν αυτές στο κατάστημα. Για κάθε ερωτική συνεύρεση οι πελάτες του καταστήματος κατέβαλαν το χρηματικό ποσό των 15.000 δραχμών εάν η ερωτική συνεύρεση γινόταν σε δωμάτιο του καταστήματος από νυκτερινό πελάτη και των 20.000 δραχμών εάν γινόταν σε μη εργάσιμη ώρα (μεσημέρι ή απόγευμα) εκτός του χώρου του καταστήματος, από το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος έπαιρνε το ποσό των 12.000 δραχμών ή των 15.000 δραχμών αντιστοίχως, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 3.000 δραχμών, ή 5.000 δραχμών αντιστοίχως το έπαιρναν οι ίδιες. Από τα παραπάνω χρηματικά ποσά, που αναλογούσαν στις Ψ2, στις 2-3-2001, με τον ΣΣ, η δε Ψ1, στις 19-4-2001, με τον ΤΤ, εργαζομένους του καταστήματος, όπως προαναφέρθηκε, - και συνέχιζαν να εργάζονται στο ως άνω κατάστημα "...", έχοντας πλέον άδεια παραμονής, ως σύζυγοι Ελλήνων, η μεν Ψ2, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ... άδεια παραμονής του Α.Τ. ... και υπ' αριθμ. ... άδεια εργασίας διάρκειας έως την 10-3-2006, μέχρι τον ανωτέρω χρόνο (Ιούλιο 2001), οπότε ο πρώτος κατηγορούμενος διευκολύνοντας την έτι περαιτέρω, την παρέδωσε σε παρόμοια επιχείρηση (μπαρ με γυναίκες που κρατούσαν συντροφιά σε άνδρες πελάτες) της περιοχής ... που εκμεταλλευόταν ο ΥΥ, όπου διέμενε μέχρι τον Νοέμβριο του 2001 περίπου, οπότε και διέφυγε, η δε Ψ1, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ... άδεια παραμονής του Α.Τ. ... και άδεια εργασίας διάρκειας έως την 8-4-2006, μέχρι την 10-11-2001, οπότε επέτυχε να αποδράσει και διέφυγε στην ... . Έτσι, ο πρώτος κατηγορούμενος, έχοντας δημιουργήσει την ανάλογη υποδομή (καταλύματα μόνιμης διαμονής των "απασχολουμένων" στο κατάστημα διασκεδάσεως αλλοδαπών γυναικών, κατάλληλη διαμόρφωση χωριστού ευρύχωρου δωματίου με σαλόνι, καναπέ και τζάκι, πρόσληψη αλλοδαπών γυναικών), για την τέλεση της πράξης της μαστροπείας όσον αφορά στις ένδεκα πιο πάνω αλλοδαπές και της πράξης της διευκόλυνσης της ακολασίας άλλων, όσον αφορά στην άνω πολιτικώς ενάγουσα Ψ2, κατά επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, εξασφάλιζε στον εαυτό του συστηματικά και κατ' επάγγελμα, συνεχές και σημαντικό εισόδημα. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάϊο 2001 έως και 10-11-2001 ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος των κατηγορουμένων ΑΑ, Χ3 και Χ1 αντίστοιχα, ήταν υπάλληλοι, στους οποίους είχε ανατεθεί η άσκηση δημοτικής υπηρεσίας, ειδικότερα δε ο ΑΑ, ήταν Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ..., ο Χ3, Δήμαρχος του άνω Δήμου και ο Χ1, διοικητικός υπάλληλος του ιδίου Δήμου, επιφορτισμένος, κατόπιν εντολής του Δημάρχου, με τη διεκπεραίωση θεμάτων που αφορούσαν τους αλλοδαπούς της περιφέρειας του εν λόγω Δήμου. Ο τρίτος των κατηγορουμένων, ως Δήμαρχος, ήταν προϊστάμενος των διοικητικών υπηρεσιών του Δήμου και διηύθυνε αυτές (άρθρο 114§1 γ Π.Δ. 410/95 περί Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων), κατά πρόταση του περιλαμβανόταν στην ημερήσια διάταξη του Δημοτικού Συμβουλίου κάθε θέμα που αυτός επιθυμούσε άρθρο 108§5 Π.Δ. 410/95), καλούνταν υποχρεωτικά - επί ποινή ακυρότητας - στις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου και μετείχε χωρίς ψήφο στις συζητήσεις του, έχοντας το δικαίωμα να εκφράζει τις απόψεις του πάντοτε κατά προτεραιότητα έναντι κάθε άλλου (άρθρο 108§4 Π.Δ. 410/95). Τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου είχαν δικαίωμα να ζητούν από αυτόν την παροχή πληροφοριών και στοιχείων για ζητήματα που αφορούσαν τα προς ψηφοφορία θέματα και ήταν χρήσιμα για την άσκηση των καθηκόντων τους, εντεύθεν συναγομένου, σε συνδυασμό με την αρχή της νομιμότητας που διέπει τις πράξεις κάθε δημοτικού οργάνου, ότι είχε καθήκον διαφωτίσεως των μελών του Δημοτικού Συμβουλίου επί των γνωστών σ' αυτόν νομικών και πραγματικών ζητημάτων των προς ψηφοφορία θεμάτων. Το ίδιο βέβαια καθήκον διαφωτίσεως των μελών του Δημοτικού Συμβουλίου είχε και ο δεύτερος των κατηγορουμένων, ως Πρόεδρος και διευθύνων τις συζητήσεις αυτού (άρθρο 109§1 Π.Δ. 410/95), ειδικώς μάλιστα όταν ο ίδιος φερόταν εισηγητής των προς ψηφοφορία θεμάτων. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, ο άνω ΑΑ, υπάλληλος του Δασαρχείου και εκλεγμένος στην πιο πάνω θέση τον Ιανουάριο του 2001, δηλ. πέντε (5) μήνες, πριν από τον Ιούνιο 2001, που πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνεδρίαση και κατά την οποία όλως εκτάκτως και χωρίς καμία ενημέρωση συζητήθηκε το θέμα των αλλοδαπών, αγνοούσε παντελώς το συγκεκριμένο θέμα. Έτσι, κατά τις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ..., στις 26-6-2001, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και κατά τις, 31-7-2001 και 28-8-2001, ένα εκ των θεμάτων της ημερησίας διατάξεως ήταν αυτό της "παραμονής αλλοδαπών στην χώρα, άνω του ενός έτους", το οποίο είχε περιληφθεί, στην ημερήσια διάταξη, κατά πρόταση του τρίτου των κατηγορουμένων, εισηγητής αυτού όμως, εντελώς τυπικά, ήταν ο δεύτερος των κατηγορουμένων δεδομένου ότι, ουσιαστικά εισηγητής του εν λόγω θέματος - το οποίο εισηγήθηκε όλως απροόπτως στο τέλος των συνεδριάσεων - ήταν ο τρίτος κατηγορούμενος. Είχε δε εισαχθεί προς συζήτηση το εν λόγω θέμα, ώστε στο Δημοτικό Συμβούλιο να λάβει ή μη απόφαση να βεβαιώσει το χρόνο παραμονής στην περιφέρεια του Δήμου ... των αναφερομένων στο διατακτικό εκατόν εβδομήντα τριών (173) αλλοδαπών λαθρομεταναστών, η πλειοψηφία των οποίων ήταν νεαρές γυναίκες από τις χώρες της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., την Βουλγαρία και την Ρουμανία, προκειμένου να νομιμοποιηθούν στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 66 του ν.2910/2001 (ισχύοντος κατ' αρθρ. 81 από 2-6-2001), δηλαδή με την έκδοση προσωρινής άδειας παραμονής διαρκείας έξι (6) μηνών από την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης. Ο ανωτέρω τρίτος κατηγορούμενος, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του, ενώ είχε την άνω υποχρέωση, εφόσον ήταν και ο ουσιαστικός εισηγητής όπως προαναφέρθηκε δεν ενημέρωσε τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου για τις προϋποθέσεις που έπρεπε να πληρούν οι ενδιαφερόμενοι αλλοδαποί (αρθρ. 66 §§ 1, 2, 5 του ν. 2910/2001), ούτε για τα στοιχεία αυτών (φύλλο, ηλικία, χώρα καταγωγής, διεύθυνση και διάστημα διαμονής στο Δήμο ... , αντικείμενο απασχολήσεως). Αντιθέτως, όλως αορίστως ανέφερε, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των απομαγνητοφωνημένων πρακτικών των συνεδριάσεων, το οποίο στο διατακτικό παρατίθεται, ότι το θέμα αφορούσε αιτήσεις λίγων μεταναστών (δέκα έως δεκαπέντε), βοσκών και εργατών γης. Τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου εμπιστεύθηκαν τις διαβεβαιώσεις του τρίτου των κατηγορουμένων, έχοντας δε την πεποίθηση ότι αποφασίζουν για λίγους λαθρομετανάστες, βοσκούς και εργάτες γης, και αγνοώντας στην πραγματικότητα οτιδήποτε αφορούσε τους αλλοδαπούς αιτούντες (στοιχεία, φύλλο, ηλικία, χώρα καταγωγής, διεύθυνση και διάστημα διαμονής στο Δήμο ..., αντικείμενο απασχολήσεως κ.λ.π.), ακόμη και τον συνολικό αριθμό τους, που ανήλθε στους εκατόν εβδομήντα τρεις (173), έλαβαν ομόφωνα απόφαση να βεβαιώσουν ότι όλοι οι αιτούντες λαθρομετανάστες, διέμεναν επί ένα έτος τουλάχιστον συνεχώς στην περιφέρεια του άνω Δήμου. Η σχετική απόφαση ελήφθη από τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου χωρίς να υπάρχουν σχετικοί φάκελοι με την αίτηση και τα προβλεπόμενα εκ του νόμου δικαιολογητικά (μισθωτήριο συμβόλαιο οικίας ή υπεύθυνη δήλωση ιδιοκτήτη οικίας ή εργοδότη, λογαριασμοί κατανάλωσης νερού και ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφώνου ή έστω υπεύθυνη δήλωση του ίδιου του αλλοδαπού), που θα αποδείκνυαν την επί ένα έτος τουλάχιστον συνεχή διαμονή στο Δήμο ... πριν την 2-6-2001. Ο εν λόγω κατηγορούμενος γνώριζε ότι λίγοι ήταν βοσκοί και εργάτες της γης και ότι η πλειοψηφία ήταν νεαρές γυναίκες από τις χώρες της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., την Βουλγαρία και την Ρουμανία, καθώς επίσης και ότι κανένας από τους αιτούντες δεν διέμενε μέχρι τότε συνεχώς στην περιφέρεια ... επί ένα έτος τουλάχιστον, αφού στις δηλώσεις αναφέρονταν ψευδώς διευθύνσεις διαμονής, ειδικότερα δε πολλές λαθρομετανάστριες φέρονταν να δηλώνουν διαμονή στο χωρίο ... που είναι μικρό και έχει πληθυσμό 100-150 ατόμων, ή οικίες επί της οδού ..., ιδιοκτησίας και εκμεταλλεύσεως του τετάρτου κατηγορουμένου. Παρά ταύτα δεν διαφώτισε, ως ουσιαστικός εισηγητής, τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου, αλλά αντίθετα τα παραπλάνησε, όσον αφορά τον αριθμό των αιτούντων λαθρομεταναστών και την απασχόληση τους, κατά τα προεκτεθέντα. Στο σημείο αυτό σαφής είναι η κατάθεση της μάρτυρος ΦΦ, δικηγόρου, δημοτικής συμβούλου για 4 έτη, η οποία δηλώνει κατηγορηματικά και κατά λέξη "Ήμουν στη συνεδρίαση της 28-8-2001. Το θέμα τέθηκε εκτάκτως στο τέλος της συνεδρίασης. Εισηγητής τυπικά ήταν ο Πρόεδρος του Συμβουλίου (ΑΑ). Την ευθύνη την είχε ο Χ3 (τρίτος κατηγορούμενος - Δήμαρχος). Ο Δήμαρχος είπε ότι αφορούσε τσομπάνηδες και όταν ρωτήθηκε πόσα άτομα αφορούσε ο Δήμαρχος ρώτησε τον Χ1 (τέταρτο κατηγορούμενο) και αυτός είπε ότι πρόκειται για 10-15 άτομα και τα περάσαμε. Έπρεπε να μας ενημερώσει ο Δήμαρχος ότι υπήρχαν και γυναίκες, μας είπε για τσομπάνηδες. Δεν ξέρω γιατί μας το έκανε αυτό ο Δήμαρχος, μας παραπλάνησε, δεν ξέρω αν είχε κάποιο όφελος. Αντιθέτως, ο δεύτερος κατηγορούμενος - (πρόεδρος δημοτικού συμβουλίου) ασχολήθηκε πρώτη φορά με τα κοινά και ήταν άπειρος στα θέματα αυτά". Με τις πιο πάνω ενέργειες αυτές ο κατηγορούμενος Χ3 είχε σκοπό να προσπορίσει παράνομο όφελος στους αιτούντες λαθρομετανάστες, αφού οι τελευταίοι μόνο με την αίτηση τους και την εκδήλωση της σχετικής επιθυμίας τους, χωρίς κανένα απολύτως έλεγχο από πλευράς του Δήμου ..., απέκτησαν το βασικό δικαιολογητικό (βεβαίωση του δημοτικού συμβουλίου για συνεχή διαμονή τουλάχιστον ενός έτους πριν την 2-6-2001), ώστε να νομιμοποιηθούν με την χορήγηση από την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης άδειας παραμονής τους στην Ελλάδα. Στη συνέχεια βέβαια και μετά τη λήψη των άνω αποφάσεων από το Δημοτικό Συμβούλιο (στις συνεδριάσεις αυτού κατά τις ημερομηνίες 27-6-2001, 1-8-2001 και 29-8-2001), υπέγραψε και εξέδωσε ακριβή αποσπάσματα από τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου ..., που περιείχαν τις εκατόν εβδομήντα τρεις (173) αποφάσεις, που μνημονεύονται στο διατακτικό δίπλα στο όνομα εκάστου αιτούντος αλλοδαπού λαθρομετανάστη, με τις οποίες βεβαιωνόταν η διαμονή εκάστου αλλοδαπού στον Δήμο ...και υπέγραφε ως εισηγητής ο δεύτερος κατηγορούμενος (ΑΑ). Όταν όμως αντιλήφθηκε ότι εφέρετο ως εισηγητής πράγμα που δεν είχε συμβεί, διαμαρτυρήθηκε στον τέταρτο κατηγορούμενο, ο οποίος είχε συντάξει και καθαρογράψει τα εν λόγω αποσπάσματα και ο τελευταίος τον καθησύχασε λέγοντας του ότι έγινε λάθος και ότι το θέμα είναι εντελώς τυπικό. Στα αποσπάσματα αυτά (που περιείχαν τις άνω αποφάσεις) και είχαν συνταχθεί και καθαρογραφεί όπως προαναφέρθηκε από τον τέταρτο των κατηγορουμένων, βεβαιωνόταν τα εξής: α) ότι ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου ... ενημέρωσε αρχικώς ως εισηγητής το Συμβούλιο για το νομικό πλαίσιο του συζητούμενου θέματος, ότι δηλαδή σύμφωνα με το άρθρο 66 του ν. 2910/2001 "απαραίτητη προϋπόθεση των αλλοδαπών είναι να μπορούν να αποδείξουν ότι διαμένουν στην χώρα τουλάχιστον ένα έτος πριν την 2-6-2001", β) ότι στη συνέχεια παρουσίασε ειδικώς το αίτημα ενός εκάστου των 173 αλλοδαπών και γ) ότι το Συμβούλιο κατόπιν διαλογικής συζητήσεως για κάθε μία από τις 173 αιτήσεις των αλλοδαπών λαθρομεταναστών, βεβαίωσε ότι έκαστος εξ αυτών διέμενε στο Δήμο ..., όπου εργαζόταν από το 1998 ή κατά περίπτωση το 1999 σε δημότες ..., "για τα οποία το Δημοτικό Συμβούλιο έχει ιδίαν αντίληψη". Τα ανωτέρω αναφερόμενα ήταν ψευδή διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο δεύτερος των κατηγορουμένων, φερόμενος ως εισηγητής, δεν προέβη -όπως ο ίδιος το ομολογεί και δεν αμφισβητείται εξάλλου από κανένα κατηγορούμενο - σε ενημέρωση του Δημοτικού Συμβουλίου για το νομικό πλαίσιο του θέματος, ούτε σε παρουσίαση ειδικά και χωριστά του αιτήματος ενός εκάστου εκ των 173 αλλοδαπών, ούτε είχε συζητηθεί στο Δημοτικό Συμβούλιο κάθε μία από τις 173 αιτήσεις των αλλοδαπών, ώστε να σχηματίσουν τα μέλη του ιδίαν αντίληψη για το ότι καθένας των 173 λαθρομεταναστών διέμενε και εργαζόταν στον Δήμο ... από το 1998 ή κατά περίπτωση το 1999, οι δε δημοτικοί σύμβουλοι είχαν ψηφίσει και αποφασίσει παραπλανηθέντες όσον αφορά τον αριθμό (173) των αιτούντων λαθρομεταναστών και το αντικείμενο απασχόλησης τους, νομίζοντας δηλαδή ότι βεβαιώνουν την διαμονή λίγων βοσκών και εργατών γης, αγνοώντας όμως στην πραγματικότητα οτιδήποτε αφορούσε τους αιτούντες - αλλοδαπούς (στοιχεία, φύλλο, ηλικία, υπηκοότητα, διεύθυνση και διάστημα διαμονής στον Δήμο ..., αντικείμενο απασχολήσεως κ.λ.π.). Τα άνω ψευδή περιστατικά, τα οποία εκ προθέσεως ο τέταρτος κατηγορούμενος βεβαίωσε, για τον οποίο αποδείχθηκε ότι γνώριζε το συγκεκριμένο θέμα, σε συνεργασία με τον τρίτο κατηγορούμενο, ο οποίος του είχε αναθέσει τη διεκπεραίωση όλων των σχετικών με τους αλλοδαπούς θεμάτων, μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, αφού εμφάνιζαν ότι δήθεν το Δημοτικό Συμβούλιο ..., ύστερα από νόμιμη διαδικασία, απεφάσισε ηθελημένα και συνειδητά, με γνώση των κρισίμων περιστάσεων, να βεβαιώσει ότι έκαστος των 173 αιτούντων αλλοδαπών λαθρομεταναστών διέμενε επί διετία ή κατά περίπτωση τριετία στην περιφέρεια του Δήμου, χορηγώντας έτσι στον καθένα εξ αυτών έγκυρο και ισχυρό δικαιολογητικό, που ήταν βασικό κατ' άρθρο 66 του ν. 2910/2001, για να επιτύχει την έκδοση προσωρινής άδειας παραμονής στην Ελλάδα, διάρκειας έξι (6) μηνών από την Περιφέρεια Μακεδονίας - Θράκης. Τέλος, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των κατηγορουμένων Χ2 προκειμένου να αποκτήσουν άδεια παραμονής και άδεια εργασίας, ώστε να μπορούν νόμιμα να διαμένουν στην Ελλάδα και να απασχολούνται στο κατάστημα του, οι κατωτέρω αναφερόμενες αλλοδαπές γυναίκες, τις οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, είχε προσλάβει για την διευκόλυνση κατανάλωσης ποτών από τους πελάτες του καταστήματος του, ενώ παράλληλα προέβαινε στη γενετήσια εκμετάλλευση τους και συγχρόνως παρείχε κατά σύστημα κατάλυμα και διευκολύνσεις στην πολιτικώς ενάγουσα Ψ2, κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα του μηνός Μαΐου 2001 έως 10-11-2001, αφενός υποσχέθηκε και αφετέρου παρείχε ωφελήματα, στους τρίτο και τέταρτο των κατηγορουμένων, οι οποίοι μπορούσαν να βοηθήσουν στη νομιμοποίηση της παραμονής των αλλοδαπών γυναικών στην Ελλάδα, ειδικότερα δε, ο μεν τρίτος των κατηγορουμένων, λόγω της προαναφερθείσης αρμοδιότητας του, όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων από το Δημοτικό Συμβούλιο, κατά το άρθρο 66 του ν. 2910/2001, για βεβαίωση ετήσιας τουλάχιστον συνεχούς διαμονής λαθρομεταναστών στο Δήμο ..., πριν την 2-6-2001, ο δε τέταρτος των κατηγορουμένων, ως εκ των καθηκόντων του, ήτοι της συλλογής των δικαιολογητικών, που κατατείθεντο στο Δήμο, του προελέγχου αυτών, της σύνταξης και καθαρογραφής των κατ' άρθρο 66 ν.2910/2001 αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου ..., της παράστασης στο Δημοτικό Συμβούλιο για τυχόν διευκρινήσεις και της αποστολής των δικαιολογητικών των λαθρομεταναστών στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης για χορήγηση των αδειών παραμονής, ειδικότερα δε (υποσχόταν και παρείχε) στο μεν τρίτο των κατηγορουμένων δωρεάν ερωτική συνεύρεση σε άνετο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο του καταστήματος ή εκτός καταστήματος, όπου επιθυμούσε, με οποιαδήποτε από τις εκεί "απασχολούμενες" αλλοδαπές λαθρομετανάστριες γυναίκες, στο δε τέταρτο των κατηγορουμένων δωρεάν ψυχαγωγία οποτεδήποτε επιθυμούσε στο άνω κατάστημα του, με παροχή δωρεάν όσων ποτών κατανάλωνε ο ίδιος και όσων κερνούσε την κάθε αλλοδαπή κονσοματρίς που του κρατούσε συντροφιά, καθώς επίσης δωρεάν ερωτική συνεύρεση σε δωμάτιο του καταστήματος με οποιαδήποτε από τις εκεί "απασχολούμενες" αλλοδαπές λαθρομετανάστριες γυναίκες. Οι άνω δύο κατηγορούμενοι (τρίτος και τέταρτος), κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα (μέσα Μαΐου 2001 έως 10-11-2001), δέχθηκαν την υπόσχεση των άνω ωφελημάτων προκειμένου να βοηθήσουν στη νομιμοποίηση της παραμονής στην Ελλάδα των ανωτέρω αναφερομένων με στοιχεία 1 έως 11 λαθρομεταναστριών. Έτσι, ο τρίτος των κατηγορουμένων, κατά την συνεδρίαση της 26-6-2001 του Δημοτικού Συμβουλίου ... ενήργησε με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, με συνέπεια να βεβαιωθεί η ετήσια τουλάχιστον διαμονή πριν την 2-6-2001, στο Δήμο ..., των απασχολουμένων στο κατάστημα "..." λαθρομεταναστριών, ειδικότερα δε βεβαιώθηκε ότι εκάστη εκ των κατωτέρω: 1) ΖΖ, 2) ΗΗ, 3) ΘΘ, 4) ΚΚ, 5) ΛΛ, 6) ΜΜ, 7) ΝΝ, 8) ΠΠ και 9) ΣΤ "διαμένει στο ... όπου εργάζεται από το 1998", επίσης ότι 10) η ΕΕ "διαμένει στην ..., όπου εργάζεται από το 1998" και επίσης ότι 11) η ΞΞ "διαμένει στις ... όπου εργάζεται από το 1998". Τις αιτήσεις των άνω αλλοδαπών γυναικών συμπλήρωσε και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά συγκέντρωσε ο τέταρτος των ατηγορουμένων, μεταβαίνοντας μάλιστα ο ίδιος στο άνω κατάστημα "...", προκειμένου οι ανωτέρω αλλοδαπές να υπογράψουν τις σχετικές αιτήσεις, μετά δε τη λήψη των αποφάσεων από το Δημοτικό Συμβούλιο, προέβη στη σύνταξη και καθαρογραφή των άνω αποφάσεων, οι οποίες βεβαίωναν τα αμέσως προαναφερθέντα, στη συνέχεια δε, μετά την υπογραφή αυτών από τον δεύτερο κατηγορούμενο, κατά τα ήδη ανωτέρω αναφερθέντα, προέβη στην υποβολή αυτών (αποφάσεων) μαζί με τα λοιπά δικαιολογητικά στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, η οποία χορήγησε σε κάθε μια από τις ανωτέρω αλλοδαπές εξάμηνη άδεια παραμονής, ενώ καμία εκ των αλλοδαπών δεν διέμενε στον Δήμο ... επί ένα τουλάχιστον συνεχές έτος, πριν την 2-6-2001, αλλά όλες κατέφθασαν σταδιακά κατά το έτος 2001. Σε αντάλλαγμα των ανωτέρω ενεργειών, στις οποίες προέβησαν, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι (τρίτος και τέταρτος), κατά παράβαση των καθηκόντων τους ως υπαλλήλων ο τρίτος των κατηγορουμένων επέλεγε όποτε επιθυμούσε κάποια ή κάποιες από τις ανωτέρω "απασχολούμενες" στο κατάστημα "..." αλλοδαπές (την ΞΞ δεν την επέλεγε διότι δεν την επιθυμούσε), ή κάποια από τις άλλες δύο "απασχολούμενες" του καταστήματος, που είχαν νομιμοποιηθεί με πολιτικό γάμο, κατά τα ήδη αναφερθέντα, δηλαδή την Ψ2 ή την Ψ1 και συνευρισκόταν δωρεάν, είτε εντός του ειδικά διαμορφωμένου ευρύχωρου δωματίου του καταστήματος που διέθετε σαλόνι, με καναπέ και τζάκι, είτε αλλού εκτός του καταστήματος, μάλιστα δε μια φορά αφού επέλεξε την Ψ1, την ΝΝ και μια ακόμη αλλοδαπή, τα στοιχεία της οποίας δεν διακριβώθηκαν, με άλλους δύο άνδρες, τα στοιχεία των οποίων επίσης δεν διακριβώθηκαν, τις οδήγησε στα ... του νομού ..., σε οικίσκο της περιοχής, όπου και συνευρέθη ερωτικά, με την Ψ1 και την ΝΝ, στη συνέχεια τις οδήγησε εκτός του οικίσκου και απαίτησε από αυτές να του κάνουν στοματικό έρωτα, αφού κάθισε σε πλαστική καρέκλα και τις σκέπασε με ένα σεντόνι. Και ο τέταρτος των κατηγορουμένων ψυχαγωγούνταν δωρεάν, όποτε επιθυμούσε, στο άνω κατάστημα, έχοντας στη διάθεση του δωρεάν, αφενός μεν όσα ποτά ανάλωνε, αφετέρου δε οποιαδήποτε από τις ανωτέρω υπό στοιχεία 1 έως 11 αναφερόμενες αλλοδαπές κονσοματρίς καθώς και την Ψ1, επιθυμούσε για συντροφιά και περαιτέρω για ερωτική συνεύρεση σε δωμάτιο του καταστήματος.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν από την χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και όλα τα έγγραφα, που αναγνώστηκαν, χωρίς να αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ΡΡ και ΞΞ, από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και τις απολογίες των κατηγορουμένων. Άλλωστε, η μη ενημέρωση των μελών του Δημοτικού Συμβουλίου, όσον αφορά το θέμα της βεβαιώσεως του χρόνου παραμονής των αιτούντων αλλοδαπών λαθρομεταναστών και της παραπλάνησης αυτών, όσον αφορά τον αριθμό των ενδιαφερομένων και την απασχόληση τους, καθώς επίσης η σύνταξη, υπογραφή και έκδοση των άνω αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου, με τις προεκτεθείσες διακρίσεις και αρμοδιότητες εκάστου των κατηγορουμένων, ομολογείται.
Ο ισχυρισμός ότι δεν στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, όσον αφορά τον τρίτο των κατηγορουμένων, διότι σύμφωνα με το άρθρο 86 παρ. 4 του ν. 3463/2006 "ο δήμαρχος δεν ευθύνεται αστικά, ποινικά και πειθαρχικά για την εκτέλεση και μόνο των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου και της δημαρχιακής επιτροπής, εφόσον δεν έχουν ακυρωθεί, ανακληθεί ή ανασταλεί", είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον εν προκειμένω, η αξιόποινη συμπεριφορά του τρίτου των κατηγορουμένων, σύμφωνα με τα δεκτά γενόμενα κατά τα ανωτέρω, δεν αφορά εκτέλεση αποφάσεων Δημοτικού Συμβουλίου, όπως αβασίμως υποστηρίζεται, αλλά παράβαση των προεκτεθέντων υποχρεώσεων αυτού, απορρεόντων από τις άνω αναφερόμενες διατάξεις.
Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά στοιχειοθετούνται πλήρως, αντικειμενικά και υποκειμενικά, σε βάρος: 1) του πρώτου των κατηγορουμένων (Χ2), οι πράξεις α) της μαστροπείας κατ' επάγγελμα και κατά συρροή όσον αφορά ένδεκα (11) λαθρομετανάστριες, της εκμετάλλευσης ακολασίας άλλων, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της μαστροπείας, σ' αυτή της εκμετάλλευσης ακολασίας άλλων όσον αφορά την πολιτικώς ενάγουσα Ψ2 και β) της ενεργητικής δωροδοκίας κατάσυρροή και κατ' εξακολούθηση, 2) του τρίτου των κατηγορουμένων (Χ3), οι πράξεις α) της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση
και β) της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση και 3) του τετάρτου των κατηγορουμένων (Χ1) α) της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και β) της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση.
Περαιτέρω οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του πρώτου τωνκατηγορουμένων περί συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2β, 84 παρ. 2δ και 84 παρ. 2ε' Π.Κ., πρέπει ν' απορριφθούν ως αόριστοι, δεδομένου ότι όλως αορίστως γίνεται επίκληση της νομικής ορολογίας τους, χωρίς ταυτόχρονη προβολή τους κατά χρόνο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους (Α.Π. 17/2007),αλλά και ως αβάσιμοι, διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στις πράξεις του από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια κ.λ.π., πολύ περισσότερο, ότι όπως προαναφέρθηκε είχε διαμορφώσει τέτοια υποδομή ώστε να προκύπτει πρόθεση του προς επανειλημμένη τέλεση των πράξεων του, ούτε ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια για τηντέλεση των άνω πράξεων (ας σημειωθεί πως αρνείται) και ιδίως ότι επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες αυτών, ούτε αποδείχθηκαν περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής, κοινωνικής διαβίωσης του μετά τις άνω πράξεις. Σε κάθε δε περίπτωση η ποινική του κατάσταση πιστοποιεί την ποιότητα των ενεργειών του και μαρτυρεί την εν γένει κοινωνική του συμπεριφορά. Τέλος, όσον αφορά στους δύο λοιπούςκατηγορουμένους (τρίτο και τέταρτο) το Δικαστήριο κρίνει, ότι, και κατά ουσιαστική παραδοχή των ισχυρισμών τους, πρέπει να αναγνωρισθεί σ' αυτούς η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, αφού από τα εκτεθέντα στοιχεία αποδείχθηκε ότι έως το χρόνο που τελέσθηκαν οι άνω πράξεις έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή".
Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δέχθηκε ως άνω ότι τελέστηκαν οι αποδοθείσες στους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις, ότι η μαστροπεία τελέστηκε κατ' επάγγελμα με επανειλημμένη τέλεση και ότι στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της μαστροπείας κατά συρροή και όχι εκείνο της διευκόλυνσης ακολασίας άλλου (άρθρο 348 παρ.1 ΠΚ), όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος Χ2, αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπο των κατηγορουμένων Χ1 και Χ3 της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 α του ΠΚ, απέρριψε ως αβάσιμους τους λοιπούς αυτοτελείς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, για αναγνώριση στο πρόσωπό τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ. β, δ, και ε του ΠΚ αντίστοιχα και κήρυξε τους κατηγορουμένους, κατά τις στην προσβαλλόμενη απόφασή του διακρίσεις, ενόχους μαστροπείας κατά συρροή κατ'επάγγελμα, παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας κατ'εξακολούθηση και ψευδούς βεβαιώσεως αντίστοιχα κατ'εξακολούθηση και επέβαλε σε αυτούς ποινές φυλακίσεως.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. α, στ, 26 παρ.1 α, 27, 83, 84 παρ.2 α, 94 παρ.1, 98 παρ.1, 235, 236 εδ.α, 242 παρ.1, 259, 263, 263 Α, 349 παρ.3 α του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται, α) αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που αναφέρθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα αποδεικτικό μέσο ούτε (ανάγκη) της αξιολογήσεως ενός εκάστου, β) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται, κατά τις σε αυτή αναφερόμενες διακρίσεις, η εκ μέρους του κατηγορουμένου Χ2, διάπραξη μαστροπείας και δη η προαγωγή σε πορνεία των ένδεκα τον αριθμό αλλοδαπών γυναικών, παρανόμως εισαχθέντων στη χώρα μεταναστριών, που απασχολούντο ως σερβιτόρες στο κέντρο διασκεδάσεως - μπαρ "..." στο ..., ιδιοκτησίας του όπου εν γνώση και με οργάνωση αυτού, συνευρίσκοντο ερωτικά μετ' ανδρών πελατών έναντι αμοιβής 15.000- 20.000 δραχμών, σε ιδιαίτερα δωμάτια του άνω κέντρου, ενώ δεν ήταν προηγούμενα πόρνες, βρισκόμενες υπό τον έλεγχο και την καθοδήγηση του κατηγορουμένου που ελάμβανε το μεγαλύτερο ποσοστό του ποσού της αμοιβής για κάθε σαρκική συνάφεια αυτών με πελάτες και ότι οι άνω γυναίκες, αποσταλείσες από τις ανατολικές χώρες, πρώτη φορά μετερχόνταν την πορνεία, αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίον τις προήγαγε σε πορνεία, η υποδομή που είχε δημιουργήσει ως παραπάνω, (κατάστημα, ειδικοί χώροι, ένδεκα νεαρές αλλοδαπές γυναίκες, σύστημα προμήθειας αλλοδαπών γυναικών, είσπραξη από τους ενδιαφερόμενους πελάτες του μπαρ των χρημάτων από αυτόν και όχι από τις ίδιες τις εκδιδόμενες γυναίκες - σερβιτόρες, που στο τέλος ελάμβαναν μόνο 3.000 δραχμές ανά πελάτη κλπ). Ήτοι αιτιολογείται επαρκώς και η άσκηση κατ' επάγγελμα της μαστροπείας των ένδεκα νεαρών αλλοδαπών γυναικών, εκδιδομένων, με πολλούς άνδρες πελάτες, με την ως άνω υποδομή και την επανειλημμένη τέλεση, που σαφώς από όλα αυτά προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος, με τη μεταξύ τους διανομή των υψηλών αυτών εσόδων και επομένως συνάγεται εμμέσως, πλην σαφώς, από το όλο περιεχόμενο του άνω αιτιολογικού, κατ'ουσίαν απόρριψη του υποβληθέντος αλλά μη συνιστώντος αυτοτελή, ισχυρισμού του δευτέρου των κατηγορουμένων Χ2, για μεταβολή της κατηγορίας της μαστροπείας σε διευκόλυνση ακολασίας άλλου, του άρθρου 348 παρ.1 ΠΚ, γ) αιτιολογείται επαρκώς η τέλεση και των λοιπών αδικημάτων κατ' εξακολούθηση, ο δόλος και οι επί μέρους πράξεις, των αυτουργών κατηγορουμένων, δ) αιτιολογείται επαρκώς και εξειδικεύεται η παράβαση του καθήκοντος και ο δόλος του κατηγορουμένου Δημάρχου ..., η ενεργητική δωροδοκία και ο δόλος του Χ2, και η με παραβίαση των υπηρεσιακών καθηκόντων ως προϊσταμένου των Διοικητικών Υπηρεσιών του Δήμου, βάσει του άρθρου 114 του ΠΔ 410/1995, παράβαση καθήκοντος και παθητική δωροδοκία του κατηγορουμένου Δημάρχου, ο οποίος ως Δήμαρχος μετέχων σε τρεις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, αδιάφορα του ότι δεν είχε δικαίωμα ψήφου, αφού αντί να ενημερώσει, όπως όφειλε από το υπηρεσιακό του καθήκον, κατά τα άρθρα 108 και 114 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, με ενεργό συμμετοχή και διαβεβαιώσεις ότι δεν πρόκειται για περιπτώσεις μόνο 10-15 βοσκών - εργατών, παραπλάνησε τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου και έλαβαν απόφαση για βεβαίωση προσωρινής διαμονής στην περιφέρεια του άνω Δήμου, για διάστημα άνω του έτους, αριθμού συνολικά 173 αλλοδαπών μεταναστών που δεν είχαν διαμείνει επί τόσο χρόνο, σε γνώση του, προκειμένου να προσπορίσει σε αυτούς παράνομο όφελος, αφού έτσι απέκτησαν οι αλλοδαποί χωρίς να έχουν τα νόμιμα προσόντα, παράνομα νόμιμο δικαιολογητικό τις κατωτέρω βεβαιώσεις του Δήμου, ώστε να νομιμοποιηθούν στη συνέχεια με τη χορήγηση από την Περιφέρεια άδειας παραμονής και εργασίας και να εξυπηρετήσει συγχρόνως παράνομα και το συγκατηγορούμενό του Χ2, δίδοντας δια του συνεργαζόμενου στο ζήτημα αυτό αρμόδιου υπαλλήλου τετάρτου κατηγορουμένου, τη βεβαίωση αποσπάσματος αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου και για τις 11 αλλοδαπές, που εκδίδονταν στο προαναφερθέν κατάστημα - μπαρ του τελευταίου, λαμβάνοντας δε ως δώρο (ο Δήμαρχος) δωρεάν ερωτική συνεύρεση με ορισμένες από τις νεαρές αυτές αλλοδαπές, για να ληφθεί η παραπάνω απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου και να χορηγηθούν στη συνέχεια στους αλλοδαπούς τα σχετικά αποσπάσματα - βεβαιώσεις διαμονής, σε συνεργασία και με κοινό δόλο με τον κατηγορούμενο υπάλληλο Χ1, ε) εξειδικεύεται ο δόλος και αιτιολογείται επαρκώς η εκ μέρους του κατηγορουμένου υπαλλήλου Χ1, με την ιδιότητα του Διευθύνοντος τη συζήτηση και ουσιαστικά εισηγητή, ως ορισμένου από τον άνω Δήμο ... αποκλειστικά αρμόδιου για ζητήματα αλλοδαπών, στις κρίσιμες τρεις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ..., ο οποίος, κατά παράβαση του υπηρεσιακού του καθήκοντος της ενημερώσεως και της διαφωτίσεως που και αυτός, εκτός από το Δήμαρχο είχε, κατά το άρθρο 109 του ΠΔ 410/1995, δεν ενημέρωσε τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου για τις προϋποθέσεις του ν. 2910/2001 για να δοθούν οι εν λόγω βεβαιώσεις του Δήμου και αποκρύπτοντας ότι πρόκειται για αιτήσεις 173 παρανόμων μεταναστών, που δεν είχαν τα νόμιμα προσόντα χρόνου διαμονής, αλλά αναφέροντας αορίστως και αυτός, σε συνεργασία με τον παριστάμενο Δήμαρχο, ότι το θέμα αφορούσε δήθεν αιτήσεις μόνο 10-15 μεταναστών χρησιμοποιουμένων ως βοσκών και εργατών στην περιοχή τους, παραπλάνησε και αυτός τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου και έλαβαν απόφαση παροχής σχετικής θετικής βεβαιώσεως για 173 μετανάστες, όπως συμπλήρωσαν αργότερα στα πρακτικά, περί δήθεν παραμονής τους στην περιφέρεια του Δήμου ... για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους και έτσι με τις γενόμενες ψευδείς βεβαιώσεις αυτού - αποσπάσματα - της αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου, που με πρόθεση συνέταξε και χορήγησε στους αλλοδαπούς, επήλθαν οι έννομες συνέπειες, ήτοι πέτυχαν οι αλλοδαποί την έκδοση παράνομα στο όνομά τους προσωρινής άδειας παραμονής και άδειας εργασίας. Επίσης με επαρκή αιτιολογία το Δικαστήριο απάντησε στο μη συνιστώντα αυτοτελή ισχυρισμό του πρώτου αναιρεσείοντος υπαλλήλου, ότι δε στοιχειοθετείται το αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως εγγράφου εκ του ότι τις υπ' αυτού συνταγείσες και δοθείσες στους αλλοδαπούς ψευδείς βεβαιώσεις - αποσπάσματα υπέγραψεν ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου και ότι δεν ενήργησε αυτός εκτός των καθηκόντων του, μη συντρέχουσας περιπτώσεως ελλείψεως ακροάσεως, στ) αιτιολογείται επαρκώς και αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δε συντρέχουν στο πρόσωπο του πρώτου κατηγορουμένου Χ2, οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. β, δ, ε του ΠΚ και το Δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του, ζ) δεν προκύπτει καμία ασάφεια ή αμφιβολία για τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, αλλά αντιθέτως σαφώς προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο όλα τα αναφερόμενα παραπάνω κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, όταν δε στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη "η χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας κλπ", έπεται ότι λήφθηκαν υπόψη και οι δύο ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών Ψ1 ΚΑΙ Ψ2, προφανώς από παραδρομή αναφερομένου στην αρχή του αιτιολογικού του ενικού αριθμού, αφού στο περιεχόμενο του αιτιολογικού γίνεται ρητή αναφορά στις καταθέσεις και των δύο ως άνω αλλοδαπών πολιτικώς εναγουσών, η) από τα πρακτικά προκύπτει (φύλλο 38), ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ3, κατά την επί της ενοχής αγόρευσή του, ζήτησε παντελώς αόριστα, "να αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α και ε του ΠΚ", χωρίς παράθεση ουδενός περιστατικού θετικής καλής συμπεριφοράς του για μεγάλο μετά τις πράξεις χρονικό διάστημα, γιαυτό και το Δικαστήριο, που του αναγνώρισε μόνο το ελαφρυντικό του εδαφίου α, δεν είχεν υποχρέωση να απαντήσει και δη να αιτιολογήσει την απόφασή του για μη χορήγηση του ελαφρυντικού του εδαφίου ε και η σχετική αιτίαση του άνω αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη.( ΑΠ 921/2008).
Συνεπώς οι προβαλλόμενοι από όλους τους αναιρεσείοντες σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Β, Δ, Ε και Η του ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα διαδικασίας, για έλλειψη ακροάσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του ΠΚ, με εκ πλαγίου παράβαση, αλλά και για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμες κατ'ουσίαν και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις αιτήσεις - δηλώσεις αναιρέσεως, κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως με αριθ. 199/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης: α) από 28 -1-2009 του Χ1, β) από 2 -2-2009 του Χ2, γ) με αριθ. εκθ. 4/23-1-2009 του Χ3. Και
Καταδικάζει τους άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πράξεις: Α) Μαστροπεία κατά συρροή (11 περιπτώσεις) και κατ' επάγγελμα. και ενεργητική δωροδοκία κατά συρροή (2ου κατηγορουμένου). Μαστροπείας έννοια (ΑΠ 561/ 2008). Β) Ενεργητική δωροδοκία κατ' εξακολούθηση και συρροή. Έννοια. Γ) Παθητική δωροδοκία κατ' εξακολούθηση - Έννοια (ΑΠ 2/2008). Δ) Ψευδής βεβαίωση κατ' εξακολούθηση. Ε) Παράβαση καθήκοντος Δημάρχου, κατ' εξακολούθηση. - Έννοια. 1) Αβάσιμοι ουσία οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (αιτήσεις όλων των κατηγορουμένων). 2) Αβάσιμος ουσία ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της απορρίψεως του υποβληθέντος μη αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, για μεταβολή της κατηγορίας της μαστροπείας σε διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας, για μη συνδρομή επιβαρυντικής περίστασης κατ' επάγγελμα και για μη αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρ. 84 παρ.2 α, β, δ, ε του ΠΚ. Υπάρχει επαρκής αιτιολογία για όλα. 3) Κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 120 παρ. 2 και 121 εδ. Α ' και 487 του ΚΠΔ, ορθά το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου της κλήσεως, αφού όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, περί παραπομπής των κατηγορουμένων, λόγω της ιδιότητας ως Δημάρχου του ενός από αυτούς στο αρμόδιο καθ' ύλη Τριμελές Εφετείο Θράκης, ήταν παρόντες και δεν χρειαζόταν επίδοση της παραπεμπτικής αυτής αποφάσεως, επέχουσας θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, ενώ δεν άσκησαν έφεση κατ' αυτής και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε, οι δε σχετικοί λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων των άνω δύο κατηγορουμένων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 4) Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, με τον οποίο υποστηρίζεται απόλυτη ακυρότητα, λόγω αοριστίας ορισμένων από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, "οι από 9-3-05, 13-12-05, 16-12-05, 16-12-05, 17-12-05 και από 17-12-05 εκθέσεις αναγνώρισης, η από 17-12-05 έκθεση παράδοσης παραλαβής και κατάσχεσης, τέσσερις εκθέσεις απομαγνητοφωνήσεως από 8-9-05", είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος (ΑΠ 31, 600, 909/2008). 5) Ουδεμία ακυρότητα, που να δημιούργησε τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ απορρέοντα λόγο αναιρέσεως, επήλθε και επομένως ο επί του ανωτέρω άρθρου στηριζόμενος έβδομος λόγος της αναιρέσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα και δη ότι δεν δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους του πριν από την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ενοχής, είναι αβάσιμος, διότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι η πρόεδρος του Δικαστηρίου ρώτησε τους διαδίκους αν έχουν να προτείνουν συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και αυτοί απάντησαν αρνητικά, και μετά την επί της κατηγορίας πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, έδωσε και πάλι τον λόγο στους εκπροσωπούντες, με βάση τα παρατεθέντα αρθρ. 501 παρ. 1 και 340 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Κ.Χ., δύο συνηγόρους του, τελευταία το λόγο και αυτοί, μη δικαιούμενοι σε απολογία για λογαριασμό του απολιπόμενου κατηγορουμένου, ανέπτυξαν τις απόψεις τους ως προς την ενοχή του εκκαλούντος κατηγορουμένου και την ποινή και ζήτησαν την αθώωση του, και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 24, 928/2007). 6) Είναι απορριπτέος ο λόγος απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, του τρίτου αναιρεσείοντος, εκ του ότι δε δόθηκε ο λόγος και πάλι στον Εισαγγελέα, μετά την επί της κατηγορίας αγόρευση των συνηγόρων του ιδίου κατηγορουμένου, διότι από καμία διάταξη νόμου προκύπτει τέτοια υποχρέωση του Προέδρου. 7) Δεν προκύπτει καμία ασάφεια ή αμφιβολία για τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, σαφώς προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο όλα τα αναφερόμενα παραπάνω κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, όταν δε στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη "η χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας κλπ", έπεται ότι λήφθηκαν υπόψη και οι δύο ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών Α.Α. και Κ.Ο. προφανώς από παραδρομή αναφερομένου στην αρχή του αιτιολογικού του ενικού αριθμού, αφού στο περιεχόμενο του αιτιολογικού γίνεται ρητή αναφορά στις καταθέσεις και των δύο ως άνω αλλοδαπών πολιτικώς εναγουσών. 8) Από τα πρακτικά προκύπτει (φύλλο 38), ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Κ.Χ., κατά την επί της ενοχής αγόρευση του, ζήτησε παντελώς αόριστα, "να αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α και ε του ΠΚ", χωρίς παράθεση ουδενός περιστατικού θετικής καλής συμπεριφοράς του για μεγάλο μετά τις πράξεις χρονικό διάστημα, γ/αυτό και το Δικαστήριο, που του αναγνώρισε μόνο το ελαφρυντικό του εδαφίου α΄, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και δη να αιτιολογήσει την απόφαση του για μη χορήγηση του ελαφρυντικού του εδαφίου ε΄ και η σχετική αιτίαση του άνω αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη (ΑΠ 921/2008). Απορρίπτει αιτήσεις ως αβάσιμες.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Δωροδοκία, Μαστροπεία, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση, Δήμαρχος, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1625/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 2007/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1013/2008.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, οδιάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο τοοποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα τουδικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενηαπόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση πουυπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τοναντιπρόσωπο του και από εκείνον που την δέχεται, είτεακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση μεδήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά τηςσυνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το ΔικαστικόΣυμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσοαπαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σταδικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Χ, με την από 6/8/2008 δήλωσή του, που έγινε στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών δια του πληρεξουσίου του Αριστ. Καραμπασιάδη, δικηγόρου Αθηνών, στην οποία έχει δοθεί σχετική εντολή και για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 3/2008 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από τη με αρ. έκθ. 59/2008 αίτηση αναιρέσεως του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της με αριθ. 2007/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 5παρ. 4 του ν. 2943/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη με αρ. έκθ. 59/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθ. 2007/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως λόγω έγγραφης δηλώσεως παραιτήσεως του αιτούν-τος στο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 1623/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ'αριθμ. 1860/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 252/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 121/03.04.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω την με αριθ. 211/2008 αναίρεση του .... κατά του με αριθμ. 1860/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο παραπέμπεται μαζί με τους συγκατηγορουμένους του στο ακροατήριο του τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για Απάτη κατά συναυτουργία από δράστες που δρουν κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 15.000 ε Εγκληματική οργάνωση κατά συναυτουργία για διάπραξη αξιοποίνων πράξεων απάτης και υπεξαίρεσης Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ'επάγγελμα και κατ'εξακολούθηση και εκθέτω τα παρακάτω. Από τις διατάξεις των άρθρων 462 και 476 & 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, εκτός από όσα ορίζονται με ειδικές διατάξεις του κώδικα είναι α) έφεση και β) αναίρεση και κατά την δεύτερη". Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε ......ή εναντίον απόφασης η βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται...... "το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί... και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο..." προκύπτει ότι στον ΚΠΔ προβλέπονται περιοριστικά τα ένδικα μέσα και τα βουλεύματα και αποφάσεις τα οποία ο διάδικος μπορεί ν' ασκήσει αποκλειομένης έτσι της δυνατότητας του ν' ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης εναντίον βουλευμάτων που κατά ρητή διάταξη του νόμου δεν προβλέπεται. Στην προκειμένη περίπτωση κατά του αναιρεσείοντα και των συγκατηγορουμένων του που δεν άσκησαν αναίρεση ασκήθηκε ποινική δίωξη, για Απάτη κατά συναυτουργία από δράστες που δρουν κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 15.000 ε, Εγκληματική οργάνωση κατά συναυτουργία για διάπραξη αξιοποίνων πράξεων απάτης και Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ'επάγγελμα και κατ'εξακολούθηση. Κατά το άρθρον 187 Π.Κ. όπως ίσχυε, 1. όστις συμφωνεί με άλλον να διαπράξουν κακούργημα ή ενώνεται με άλλον δια την διάπραξιν περισσοτέρων κακουργημάτων που δεν καθωρίσθησαν ακόμη ειδικώς, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον εξ μηνών. 2. Όστις συμφωνεί ή ενώνεται με άλλον δια να διαπράξουν εν ή περισσότερα πλημμελήματα δια τα οποία απειλείται ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται δια φυλακίσεως. Δια του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2928/27-6-2001 αντικατεστάθη καθ'ολοκληρίαν το άρθρον 187 Π.Κ. Ως τίτλος αυτού ετέθη Εγκληματική οργάνωσις. Κατά την παρ. 1 του νέου άρθρου, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται, όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει την διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων, εκ των αναφερομένων στην παράγραφον αυτή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το κακούργημα της Απάτης (αρθρ. 386) και Τέλος κατά το άρθρον 7 του άνω ν. 2928/2001, όπως το πρώτον εδάφιο του άρθρου αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 του ν. 3251/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187 Α του Π.Κ. κηρύσσεται από το Συμβούλιον Εφετών. Για τον σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, εάν κρίνη ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρόταση του στο Συμβούλιον Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητα τους, έστω και εάν για οποιοδήποτε από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι κατά του υπό κρίση βουλεύματος δεν προβλέπεται άσκηση αναίρεσης και ως εκ τούτου η υπό κρίση αναίρεση πρέπει ν'απορριφθεί σαν απαράδεκτη και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα .
Δια ταύτα Προτείνω όπως:
Α. Να απορριφθεί σαν απαράδεκτη η με αριθ. 211/2008 αναίρεση του .... κατά του με αριθμ. 1860/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης στον παραπάνω. Αθήνα την 25-3-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός "
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 187 Π.Κ. όπως ίσχυε, 1. όστις συμφωνεί με άλλον να διαπράξουν κακούργημα ή ενώνεται με άλλον δια την διάπραξιν περισσοτέρων κακουργημάτων που δεν καθωρίσθησαν ακόμη ειδικώς, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον εξ μηνών. 2. Όστις συμφωνεί ή ενώνεται με άλλον δια να διαπράξουν εν ή περισσότερα πλημμελήματα δια τα οποία απειλείται ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται δια φυλακίσεως. Δια του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2928/27-6-2001 αντικατεστάθη καθ'ολοκληρίαν το άρθρον 187 Π.Κ. Ως τίτλος αυτού ετέθη Εγκληματική οργάνωση. Κατά την παρ. 1 του νέου άρθρου, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται, όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων, εκ των αναφερομένων στην παράγραφο αυτή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το κακούργημα της απάτης (άρθρ. 386) και, τέλος κατά το άρθρον 7 του άνω ν. 2928/2001, όπως το πρώτον εδάφιο του άρθρου αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 του ν. 3251/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187 Α του Π.Κ. κηρύσσεται από το Συμβούλιον Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, έστω και εάν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης. Από τις παραπάνω διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων για εγκλήματα που προβλέπονται από το αρ. 187 του Π.Κ., καθώς και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο το ένδικο μέσο της αναίρεσης και ότι ο περιορισμός αυτός καταλαμβάνει όχι μόνο τα αμιγώς παραπεμπτικά βουλεύματα αλλά και εκείνα τα οποία μαζί με την παραπεμπτική διάταξη περιέχουν και απαλλακτικές υπέρ του κατηγορουμένου διατάξεις και αυτό λόγω του σκοπού του νόμου, ο οποίος είναι η ταχεία περαίωση των υποθέσεων αυτών, εκτείνεται δε και στα συναφή εγκλήματα ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα τους ως κακουργήματα ή πλημμελήματα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του, που δεν άσκησαν αναίρεση, ασκήθηκε ποινική δίωξη, για απάτη κατά συναυτουργία από δράστες που δρουν κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 15.000 €, εγκληματική οργάνωση κατά συναυτουργία για διάπραξη αξιοποίνων πράξεων απάτης και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ'επάγγελμα και κατ'εξακολούθηση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε το με αριθμό 1860/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο παραπέμπεται μαζί με τους συγκατηγορουμένους του στο ακροατήριο του τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για τις προαναφερόμενες πράξεις.
Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά του παραπάνω βουλεύματος, κατά τον οποίον, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν επιτρέπεται αναίρεση, είναι απαράδεκτη (ΚΠΔ 476 § 1). Πρέπει δε, μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου του τελευταίου, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση στο φάκελλο της υποθέσεως από τον αρμόδιο γραμματέα, να απορριφθεί (ΚΠΔ 476) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Δεκεμβρίου 2008 και με αριθμό καταθέσεως 211/2008 στο γραμματέα του Εφετείου Αθηνών αναίρεση του ...., κατά του 1.860/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.- Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Τα βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών που περατώνουν την κύρια ανάκριση για πράξεις του άρθρου 187 του Π.Κ., μετά το Ν. 2928/2001, δεν υπόκεινται σε αναίρεση. Αυτό ισχύει και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους. Απορρίπτει αίτηση.
|
Οργάνωση εγκληματική
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Οργάνωση εγκληματική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1620/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Τελώνη, περί αναιρέσεως της 144, 145/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Μαρτίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, καθώς και στους από 15 Απριλίου 2009 προσθέτους λόγους του πρώτου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 408/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 α του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών ο καθένας, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη επί τριετία. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο στο αιτιολογικό του δέχθηκε ότι από τα εκτιθέμενα σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : Στην ..., στις 27-8-2001 οι κατηγορούμενοι, Χ1 και Χ2, ενώ ήταν υποχρεωμένοι σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή λόγω του επαγγέλματός τους, από αμέλεια τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της παρακάτω πράξεως τους και προκάλεσαν σε άλλο σωματικές κακώσεις. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, ως επιβλέπων μηχανικός και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ως εργολάβος της οικοδομής, επί των οδών ... και ..., ανέθεσαν στον ΑΑ την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στον δεύτερο όροφο αυτής (οικοδομής) χωρίς να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας στην προαναφερόμενη οικοδομή κατά την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, ώστε να διασφαλίσουν τα πέρατα των πλακών και των ξυλοτύπων με προστατευτικό στηθαίο ή προσωρινό κιγκλίδωμα επαρκούς αντοχής ώστε να προλαμβάνονται οι πτώσεις από ύψος, κατά παράβαση του ΠΔ 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" (ΦΕΚ 193/Α/26-8-1980 και ειδικότερα της παρ.1 του άρθρου 17 αυτού, η οποία ορίζει ότι "τα πέρατα των ξυλοτύπων και πλακών δέον όπως εξασφαλίζονται δι' ανθεκτικών προσωρινών κιγκλιδωμάτων και θωρακίων ή δια δικτύων. Ταύτα δέον να ελέγχονται περιοδικώς ως προς την αντοχή των και αποξυλώνονται μόνο μετά την εγκατάσταση των εξωτερικών ικριωμάτων κατά τις διατάξεις του παρόντος", καθώς και των διατάξεων του άρθρου 41 του ΠΔ 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών εις εργοτάξια οικοδομικών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού (ΦΕΚ 260/Α/16-9-1981) στο οποίο εκτός άλλων ορίζεται ότι "τα ανοίγματα κατακόρυφων επιφανειών πρέπει να έχουν προστατευτικόν στηθαίων ή προσωρινόν κιγκλίδωμα επαρκούς αντοχής" και αυτών του Π.Δ. 305/1996, για τις "ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/57/ΕΟΚ" και ειδικότερα με το παράρτημα 4, μέρος Β, τμήμ. 11, παραγρ. 5 αυτής (οδηγίας), με αποτέλεσμα ο ως άνω εργαζόμενος στην οικοδομή αυτή, ΑΑ, πλησιάζοντας το πέρας της πλάκας του δευτέρου ορόφου της οικοδομής, να ακουμπήσει σε ένα καδρόνι και να πέσει στο κενό, υποστάς: κάταγμα ρινός, κάταγμα δεξιού αγκώνα, κάταγμα δεξιάς κνήμης, δεξιάς ποδοκνημικής και πιθανό κάταγμα μετώπου, όπως προκύπτει από την από 29-8-2001 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ... . Η αμελής δε αυτή συμπεριφορά των κατ/νων καθώς και η συγκλίνουσα αμέλεια του ίδιου του παθόντος είχε ως αποτέλεσμα την κατά τα ανωτέρω πτώση του από το ύψος της πλάκας του δευτέρου ορόφου της οικοδομής και τον εντεύθεν σοβαρό τραυματισμό του. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι είχαν ληφθεί προστατευτικά μέτρα και ειδικότερα ότι είχε τοποθετηθεί προσωρινό κιγκλίδωμα, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από την κατάθεση του μάρτυρα στο ακροατήριο την υπ' αριθ. πρωτ. ... έκθεση Αυτοψίας Εργατικού Ατυχήματος των Επιθεωρητών του Υπουργείου Εργασίας και τις φωτογραφίες που έχουν ενσωματωθεί σε αυτή, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αποδείχθηκε ότι είχαν τοποθετηθεί αντί κιγκλιδώματος, καδρόνια μη επαρκούς αντοχής, τα οποία υποχώρησαν υπό το βάρος του σώματος του παθόντος και έτσι αυτός βρέθηκε στο κενό. Πρέπει επομένως, να κηρυχθούν ένοχοι οι κατ/νοι όπως κατηγορούνται.
Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, αναφέρει σε τι συνίσταται η δια παραλείψεως αμέλεια των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, εργολάβου οικοδομών και επιβλέποντος μηχανικού αντίστοιχα, ήτοι εκτίθενται ποία συγκεκριμένα προστατευτικά μέτρα όφειλαν να πάρουν, ως εργολάβος του συγκεκριμένου έργου ανεγέρσεως οικοδομής ο ένας και ως επιβλέπων μηχανικός ο άλλος, προς προστασία των προσληφθέντων και χρησιμοποιουμένων από αυτούς στην αναγειρόμενη οικοδομή εργατών, όπως του από πτώση από το ύψος της πλάκας του δευτέρου ορόφου τραυματισθέντος αλλοδαπού εργάτη και δη ότι δε μερίμνησαν να τοποθετήσουν προστατευτικά κιγκλιδώματα - στηθαία στα πέρατα κάθε ορόφου της ανεγειρόμενης από αυτούς οικοδομής, προς προστασία των απασχολουμένων από αυτούς εργατών, για την περίπτωση ατυχήματος, όπως είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, α) από το άρθρο 17 του Π.Δ. 778/1980 (ΦΕΚ 193/Α/ 26-8-1980), "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", να εξασφαλίζουν τα πέρατα των ξυλοτύπων με προστατευτικό στηθαίο ή προσωρινό κιγκλίδωμα επαρκούς αντοχής, ώστε να προλαμβάνονται οι πτώσεις από ύψος των απασχολουμένων εργατών και β) από το άρθρο 41 του ΠΔ 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών σε εργοτάξια οικοδομικών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού (ΦΕΚ 260/Α/16-9-1981), στο οποίο εκτός άλλων ορίζεται ότι τα ανοίγματα κατακορύφων επιφανειών πρέπει να έχουν προστατευτικό στηθαίο ή προσωρινό κιγκλίδωμα επαρκούς αντοχής και γ) από τις διατάξεις του ΠΔ 305/1996, για τις "ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 92/57/ΕΟΚ, αναφέρει δε και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των αναφερομένων παραλείψεων, ως μόνης ενεργού αιτίας του επελθόντος αποτελέσματος του σοβαρού τραυματισμού του εργάτη, από την πτώση του στο έδαφος, λόγω απώλειας της ισορροπίας του και υποχωρήσεως καδρονίου, γεγονός που θα αποφευγόταν, αν οι κατηγορούμενοι είχαν λάβει τα παραπάνω προσήκοντα προστατευτικά μέτρα. Επί πλέον το Δικαστήριο δέχεται συνδρομή συντρέχουσας αμέλειας του παθόντος, "που ακούμπησε σε καδρόνι και έπεσε στο κενό", χωρίς να εξειδικεύει και να αιτιολογεί ιδιαίτερα την αμελή συμπεριφορά αυτού, πράγμα το οποίο και δεν είχεν υποχρέωση κατά το νόμο να πράξει.
Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Δ' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως των δύο κρινόμενων αιτήσεων, με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου, για ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ, κατά την οποία ορίζεται, "στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία", προκύπτει, ότι, ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, προκαλείται, όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη. Ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται επίσης, αν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση, χωρίς αυτή να αναγνωσθεί ή ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην ανάγνωση της καταθέσεως του απολιπόμενου μάρτυρα και το Δικαστήριο την αναγνώσει και τη λάβει υπόψη του, χωρίς να βεβαιώσει αιτιολογημένα την αδυναμία εμφανίσεώς του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 333 του ΚΠοινΔ και από τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. δ' της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και του άρθρου 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του "Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα" (ν. 2462/1997), να εξετάζει τους μάρτυρες στο ακροατήριο και δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα, όταν το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, εφόσον βεβαιώσει στην απόφασή του την αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα στο ακροατήριό του, έστω και αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί σχετικά. Η εναντίωση αυτή του κατηγορουμένου αποτελεί περιστατικό, το οποίο εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 334 παρ. 2 ΚΠοινΔ και μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη, αν εμποδίζει την εξακρίβωση της αλήθειας. Τούτο ισχύει ιδίως, όταν ο μάρτυρας έχει αποβιώσει ή είναι αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής η ανεύρεσή του ή η εμφάνισή του στο ακροατήριο και η κατάθεση αυτού, που λήφθηκε στην προδικασία είναι εντελώς αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας. Διαφορετικά η εναντίωση του κατηγορουμένου ως προς την ανάγνωση τέτοιας καταθέσεως, αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 6 και 18 της ΕΣΔΑ, διότι απολήγει στην παρεμπόδιση διεξαγωγής δίκαιης και ουσιαστικής δίκης. (ΑΠ 371/2007, 1395/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 γ ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι όταν εμφανίζεται ο εκκαλών στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο "σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 365 και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329-338, 340, 344, 347, 348, 349, 352, 357- 363, 366- 373.".
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδριάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Πατρών ανέγνωσε μέσω των αναγνωσθέντων πρακτικών του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και έλαβε υπόψη του, για την έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεώς του, τη δοθείσα στον πρώτο βαθμό στο ακροατήριο κατάθεση του μάρτυρος - παθόντος, παρά τη ρητή εναντίωση των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, όχι όμως και την ένορκη κατάθεση του ιδίου παθόντος στην προδικασία, όπως ζήτησεν ο εισαγγελέας της έδρας, λόγω αντιρρήσεως των κατηγορουμένων και μη προκύπτουσας αδυναμίας εμφανίσεώς του στο ακροατήριο, με την εξής αιτιολογία. ( βλ. σελ. 3) :
"Στη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 502 Κ.Π.Δ., εκτός άλλων, ορίζεται, ότι "σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν". Κατά συνέπεια, εφόσον η ως άνω διάταξη επιτάσσει, ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, το αίτημα της Εισαγγελέα, πρέπει να γίνει δεκτό και να αναγνωσθεί η περιεχόμενη στα πρακτικά της Πρωτοβάθμιας Δίκης, κατάθεση του απουσιάζοντος πρώτου μάρτυρα και παθόντα για την ανάγνωση της οποίας δεν είναι απαραίτητο να συντρέχει αδυναμία εμφάνισης του, παρά την εναντίωση του πρώτου κατηγορουμένου.
Όσον αφορά δε την πρόταση της Εισαγγελέα, να αναγνωσθεί η κατάθεση του απολλειπόμενου μάρτυρα-παθόντος, που είχε ληφθεί κατά την προδικασία, πρέπει ν' απορριφθεί, εφόσον ο κατηγορούμενος, δια του ανωτέρω συνηγόρου του αντιλέγει στην ανάγνωση αυτής (κατάθεσης) και δεν προέκυψε αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα αυτού στο ακροατήριο, διότι άλλως παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ.δ' της ΕΣΔΑ (ν.δ.53/1974) και το άρθρο 14 παρ.3 στοιχ. του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Ν.2462/1997) να εξετάζει τους μάρτυρες (ΑΠ 91/2007 Ποιν.Χρ.ΝΖ 995)".
Η παραπάνω αιτιολογία είναι ειδική και σύμφωνη με το νόμο, για την ανάγνωση της εν λόγω καταθέσεως του παθόντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μέσω της αναγνώσεως των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, που είναι υποχρεωτική, κατά το άνω άρθρο 502 παρ.1γ του ΚΠοινΔ, χωρίς να είναι αναγκαίο να βεβαιώνεται αδυναμία εμφανίσεως του μάρτυρος - παθόντος στο Εφετείο και χωρίς να παραβιάζονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα των κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη και το δικαίωμα αυτών να εξετάσουν τον μάρτυρα και να του υποβάλουν ερωτήσεις, αφού ζήτησαν αναβολή για προσαγωγή του άνω μάρτυρος, το δε δικαίωμά τους αυτό το άσκησαν άλλωστε στην πρωτοβάθμια δίκη, κατά την οποίαν και παρέστησαν. (βλ. 330/2007 απόφαση πρωτοβαθμίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών).
Κατά συνέπεια και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, δεν δημιουργήθηκε καμία ακυρότητα από το γεγονός ότι το Δικαστήριο, αφού απέρριψε τις αντιρρήσεις των κατηγορουμένων, ανέγνωσε τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έλαβε υπόψη του για την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του την ανωτέρω ένορκη κατάθεση, του αλλοδαπού μάρτυρα (παθόντος) που δόθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και όχι κατά την προδικασία.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως των δύο κρινομένων αιτήσεων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για την ενοχή του κατηγορουμένου ή την επιβολή ποινής ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που το προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν με επάρκεια την ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποίο επακριβώς έγγραφο αναγνώσθηκε κάθε φορά. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει, τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του, γιατί διαφορετικά, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του εγγράφου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια στο αιτιολογικό της αποφάσεως, ως προς το αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, προβάλλεται με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, του αναιρεσείοντος Χ1, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε έγγραφο, το οποίο φέρεται μεν ως αναγνωσθέν με τον τίτλο " η αριθ. 4315/6-11-2003 ένορκη βεβαίωση", του εγγράφου όμως αυτού δεν προσδιορίζεται με επάρκεια στην προσβαλλόμενη απόφαση η ταυτότητα, αφού δεν αναφέρεται η αρχή στην οποία δόθηκε, ο τόπος που δόθηκε και η ταυτότητα του εξετασθέντος μάρτυρος και επήλθε έτσι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Όμως, ενόψει του ότι, ο προσδιορισμός της ταυτότητας του κάθε αναγνωστέου εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας περί του ότι τα έγγραφα αυτά και όχι κάποια άλλα αναγνώσθηκαν στη συγκεκριμένη δίκη, ο προαναφερόμενος, ως παραπάνω, προσδιορισμός της ταυτότητας του εν λόγω εγγράφου, παρά την ελλιπή αναφορά του τίτλου του, είναι επαρκής, ώστε να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά του. Άλλωστε η κατά τον παραπάνω τρόπο καταχώριση στα πρακτικά του εν λόγω εγγράφου, δεν δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την ταυτότητά του, ενόψει και του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε του κειμένου της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης στους παράγοντες της δίκης, κατέστη αυτή γνωστή κατά το περιεχόμενό της και τα στοιχεία του εξετασθέντος μάρτυρος στον εκπροσωπούντα τον απουσιάζοντα αναιρεσείοντα Χ1 συνήγορό του, οπότε ο τελευταίος είχε την πλήρη δυνατότητα να ελέγξει το έγγραφο αυτό και να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό του, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον άνω τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και το πιο πάνω αποδεικτικό στοιχείο. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, περί απόλυτης ακυρότητας πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του Χ1, πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθ. εκθ. 4/9-3-2009 και 5/9-3-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 και τους από 15-4-2009 Προσθέτους Λόγους, για αναίρεση της με αριθ. 144,145/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ, για καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Εργολάβος και επιβλέπων μηχανικός οικοδομής. 1) Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, γιατί ως εργολάβος και επιβλέπων μηχανικός ανεγειρόμενης οικοδομής, αντίστοιχα, οι δύο αναιρεσείοντες, δεν έλαβαν τα απαιτούμενα από τα ισχύοντα ΠΔ, όπως είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, προστατευτικά μέτρα ασφαλείας. Κιγκλιδώματα, για τους χρησιμοποιούμενους στο έργο εργάτες (ΑΠ 533/2005). Έννοια άρθρ. 15, 28, 314 παρ. 1α ΠΚ. 2) Ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, για ελλιπή προσδιορισμός της ταυτότητας αναγνωστέου εγγράφου, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί. 3) Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ και Δ΄ ΚΠΔ σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται ακυρότητα, για το λόγο ότι το Δικαστήριο ανέγνωσε τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έλαβε υπόψη του για την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του την ένορκη στο ακροατήριο και όχι κατά την προδικασία, κατάθεση του αλλοδαπού μάρτυρος παθόντος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Απορρίπτει αιτήσεις.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1618/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Μωραΐτου, περί αναιρέσεως της 21778/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 23 Φεβρουαρίου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 11/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικασταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως, για να έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βία, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως, της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του Κ.Π.Δ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 21778/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος - κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από τη συνήγορο του, δικηγόρο Αθηνών Βιργινία Μωραϊτη, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμό 76452/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για την παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 σε συνολική ποινή φυλάκισης 15 μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα ως και σε συνολική χρηματική ποινή 1000 ευρώ. Από τη σχετική υπ' αριθμό 986/22-01-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, είχε προβάλει με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, ότι "την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι δεν έλαβε γνώση τόσο του κλητηρίου θεσπίσματος, όσο και την ερήμην του απόφαση, εφόσον είχε αποχωρήσει από τη μισθωθείσα επαγγελματική στέγη επί της ...". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή, του μόνο ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώσεως από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως, περιοριζόμενος στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Ο ασφαλιστικός φορέας του εκκαλούντος (ΙΚΑ) εγνώριζε τη διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος που είχε αυτός δηλώσει, ήτοι ... και την διεύθυνση της έδρας της επιχείρησής του ... . Ουδεμία άλλη διεύθυνση είχε γνωστοποιήσει στο ΙΚΑ ο εκκαλών ούτε άλλωστε και στην Εισαγγελία αν και γνώριζε ότι είχε με το ασφαλιστικό φορέα δικαστικές δοσοληψίες λόγω των οφειλομένων εκ μέρους του εισφορών. Η έφεσή του συνεπώς ασκηθείσα μετά την προθεσμία της εφέσεως, ήτοι δύο χρόνια μετά την επίδοση της αποφάσεως (7-6-06) δηλαδή στις 22-1-2008 πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη".
Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτοι απαράδεκτης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της, σε συνδυασμό με την παραδεκτή επισκόπηση της ως άνω αναφερομένης έκθεσης εφέσεώς του και του αναγνωσθέντος από 7-6-2006 αποδεικτικού επίδοσης της εκκαλούμενης (υπ' αρ. 7642/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) προς τον κατηγορούμενο του Αρχ/κα... του Α.Τ..... Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του ...νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της επαγγελματικής μισθίας κατοικίας του που αναφέρεται στη μήνυση ως τελευταία γνωστή επαγγελματική κατοικία του, στη ... και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτός διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο.
Εξάλλου και η συναφής αιτίαση, που προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα με το δικόγραφο των από 13.4.2009 πρόσθετων λόγων αναίρεσης (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ) για την ακυρότητα της ως άνω επιδόσεως για το λόγο ότι ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στο κατάστημα του αντί της κατοικίας του και ως μη ανευρεθείς, η επίδοση έγινε με τοιχοκόλληση στο Γραφείο του Δημάρχου του Δήμου ...χωρίς προηγουμένως να αναζητηθεί αυτός και στην κατοικία του, είναι απορριπτέα για τους προεκτεθέντας λόγους, ενώ, βεβαιουμένου από το όργανο επιδόσεως στη συνταχθείσα έκθεση ότι ο αναζητούμενος στο κατάστημα του κατηγορούμενου, στη τελευταία γνωστή διεύθυνση της επαγγελματικής του εγκαταστάσεως, δε βρέθηκε εκεί αυτός ή κάποιο από τα αναφερόμενα στην παραπάνω διάταξη πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία του και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από τα άρθρα 155 και 156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, υποχρέωση να αναζητήσει και τη συγκεκριμένη "ως άνω διεύθυνση της κατοικίας του, αφού αυτή η διεύθυνση ήταν κατά τα πιο πάνω άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της επαγγελματικής του εγκαταστάσεως, όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει γνωστής κατοικίας του και επομένως η ως άνω επίδοση ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομη.
Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ, κύριοι και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία και για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-12-2008 αίτηση και τους επ' αυτή, από 23-2-2009 πρόσθετους λόγους του ... κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 21778/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης που απέρριψε έφεση κατά καταδικαστικής απόφασης ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) χωρίς επίκληση λόγου ανώτερης βίας. Απόρριψη σχετικής αίτησης αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1617/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1020/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 152/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 85/10-3-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ.1 του ΚΠΔ την από 8-1-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... κατά του υπ' αριθ. 1020/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα ο ήδη αναιρεσείων παραπέμφθηκε σε πρώτο και τελευταίο βαθμό στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μαζί με άλλους κατηγορουμένους για τα κακουργήματα, για να δικαστεί ως συναυτουργός για πλαστογραφία και απάτη κατ' εξακολούθηση που τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος επτά τραπεζών που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με ζημιά ανώτερη των 73.000 ευρώ, αλλά και των 150.000 ευρώ (άρθρα 26 παρ. 1, 27, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 3α2, 386 παρ. 1β, 3β', σε συνδ. με το άρθρο 1 παρ.1 του νόμου 1608/1950, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ.5 του ν. 1738/1987 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1877/1990, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ.1 του ν. 2572/1993, το εδάφιο β' προστέθηκε με το άρθρο 24 παρ.3 του ν. 2298/1995 και τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ.3 εδάφ. γ' του ν. 2408/1996 και τα άρθρα 16 παρ.2 του ν.δ. 2576/1993, 263 εδ. β' του Π.Κ.).
II. Η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως κατά το άρθρο 473 παρ.1 του ΚΠΔ, αφού ασκήθηκε με την από 8-1-2009 δήλωση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 4/2009 έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε σ' αυτόν στις 5-1-2009, είναι όμως απαράδεκτη για τους εξής λόγους:
III. Από τη διάταξη 308 παρ.1 εδάφ. β' του ΚΠΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ.7 του ν. 1738/1987, στην οποία ορίζεται ότι "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου 1608/1950 η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δε χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρόταση του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη για τα συναφή πλημμελήματα" σαφώς προκύπτει ότι κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων για εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου 1608/1950 και εκδόθηκαν κατά την οριζόμενη στη διάταξη αυτή διαδικασία δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο το ένδικο μέσο της αναίρεσης και ότι ο περιορισμός αυτός καταλαμβάνει όχι μόνο τα αμιγώς παραπεμπτικά βουλεύματα αλλά και εκείνα τα οποία μαζί με ην παραπεμπτική διάταξη περιέχουν και απαλλακτικές υπέρ του κατηγορουμένου διατάξεις και αυτό λόγω του σκοπού του νόμου, ο οποίος είναι η ταχεία περαίωση των υποθέσεων αυτών που αφορούν κατάχρηση του δημόσιου χρήματος (ΑΠ 1932/1999 (Συμβ.) Ποιν. Χρον. Ν./1820), εκτείνεται δε και στα συναφή εγκλήματα ανεξάρτητα από το χαρακτήρα τους, ως κακουργήματα ή πλημμελήματα.(ΑΠ 309/2004 Ποιν.Χρον.ΝΕ/121).
Συνεπώς, εφόσον εν προκειμένω ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε κατά την προαναφερόμενη διαδικασία για έγκλημα που προβλέπεται από το άρθρο 1 του νόμου 1608/1950, όπως ισχύει σήμερα, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και για το οποίο γενικά δεν προβλέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου από τον κατηγορούμενο και πρέπει κατόπιν τούτου ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω 1) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 8-1-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατοίκου ... ,κατά του υπ' αριθμ. 1020/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον ανωτέρω αναιρεσείοντα.-
Αθήνα 6-3-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.1 εδ.β' του ΚΠΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ.7 του ν.1738/1987, στην οποία ορίζεται ότι τα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου 1608/1950 η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα" σαφώς προκύπτει ότι κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων για εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου 1608/1950 και εκδόθηκαν κατά την οριζόμενη στη διάταξη αυτή διαδικασία δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο το ένδικο μέσο της αναίρεσης και ότι ο περιορισμός αυτός καταλαμβάνει όχι μόνο τα αμιγώς παραπεμπτική βουλεύματα αλλά και εκείνα τα οποία μαζί με την παραπεμπτική διάταξη περιέχουν και απαλλακτικές υπέρ του κατηγορουμένου διατάξεις και αυτό λόγω του σκοπού του νόμου, ο οποίος είναι η ταχεία περαίωση των υποθέσεων αυτών, που αφορούν κατάχρηση του δημοσίου χρήματος, εκτείνεται δε και στα συναφή εγκλήματα ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα τους ως κακουργήματα ή πλημμελήματα.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 1020/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε κατά την προαναφερόμενη διαδικασία σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών μαζί με άλλους κατηγορουμένους για τα κακουργήματα, για να δικασθεί ως συναυτουργός για πλαστογραφία και απάτη κατ'εξακολούθηση που τελέσθηκε κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, σε βάρος επτά τραπεζών που έχουν την έδρα του στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με ζημία ανώτερη των 73.000 ευρώ (βλ. σχετική 102 β σελίδα του προσβαλλόμενου βουλεύματος) αλλά και των 150.000 ευρώ (άρθρα 26 παρ.1, 27, 42 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1 και 3, 386 παρ.1 β και 3 β, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ.1 του νόμου 1608/1950, όπως η παρ.1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ.5 του ν.1738/1987 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν.1877/1990, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ.1 του ν. 2572/1993, το εδ. β' προστέθηκε με το άρθρο 24 παρ.3 του ν. 2298/1995 και τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ.3 εδ.γ' του ν. 2408/1996 και τα άρθρα 16 παρ.2 του ν.δ/τος 2576/1993 και 263 εδ.β' του ΠΚ).
Συνεπώς, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε κατά την προαναφερόμενη διαδικασία για έγκλημα που προβλέπεται από το άρθρο 1 του νόμου 1608/1950, όπως ισχύει σήμερα, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και για το οποίο γενικά δεν προβλέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου από τον κατηγορούμενο και πρέπει κατόπιν τούτου να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ'αρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ η κρινόμενη αίτηση, αφού ειδοποιήθηκε να προσέλθει ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και να εκθέσει τις απόψεις του για το παραδεκτό της ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση επί του φακέλλου της δικογραφίας του αρμοδίου γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-1-2009 αίτηση του Χ1 κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ'αριθμ. 1020/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση. Δεν υπόκειται το παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για εγκλήματα που προ-βλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου 1608/1950. Απόρριψη σχετικής αίτησης αναίρεσης.
|
Καταχραστές Δημοσίου
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Καταχραστές Δημοσίου.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1619/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καλονόμο, περί αναιρέσεως της 2060/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Ιανουαρίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 210/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ, κατά την οποία ορίζεται, "στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία ", προκύπτει, ότι, ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, προκαλείται, όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη. Ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται επίσης, αν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση, χωρίς αυτή να αναγνωσθεί ή ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην ανάγνωση της καταθέσεως του απολιπόμενου μάρτυρα και το δικαστήριο την αναγνώσει και τη λάβει υπόψη του, χωρίς να βεβαιώσει αιτιολογημένα την αδυναμία εμφανίσεώς του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 333 του ΚΠοινΔ και από τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. δ' της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και του άρθρου 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του "Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα" (ν. 2462/1997), να εξετάζει τους μάρτυρες στο ακροατήριο και δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, εφόσον βεβαιώσει στην απόφασή του την αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα στο ακροατήριό του, έστω και αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί σχετικά. Η εναντίωση αυτή του κατηγορουμένου αποτελεί περιστατικό, το οποίο εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 334 παρ. 2 ΚΠοινΔ και μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη, αν εμποδίζει την εξακρίβωση της αλήθειας. Τούτο ισχύει ιδίως, όταν ο μάρτυρας έχει αποβιώσει ή είναι αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής η ανεύρεσή του ή η εμφάνισή του στο ακροατήριο και η κατάθεση αυτού, που λήφθηκε στην προδικασία είναι εντελώς αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας. Διαφορετικά η εναντίωση του κατηγορουμένου ως προς την ανάγνωση τέτοιας καταθέσεως, αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 6 και 18 της ΕΣΔΑ, διότι απολήγει στην παρεμπόδιση διεξαγωγής δίκαιης και ουσιαστικής δίκης. (ΑΠ 371/2007, 1395/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδριάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης ανέγνωσε και έλαβε υπόψη, για την έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεώς του, τις από 24-9-2001 και 25-9-2001 δύο ένορκες καταθέσεις, που είχε δώσει κατά την προανάκριση η μάρτυρας κατηγορίας ΑΑ, παρά τη ρητή εναντίωση των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, με την εξής αιτιολογία σχετικής παρεμπίπτουσας αποφάσεώς του (βλ. σελ. 6) :
"Εν προκειμένω, η κληθείσα ως μάρτυρας ΑΑ δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1346/11-9-2008 παρεμπίπτουσα απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και κατόπιν της εξετάσεως στο ακροατήριό του μάρτυρα ΒΒ, ο οποίος επί λέξει είχε καταθέσει ότι "έχω δει την ΑΑ πριν δυο μήνες, ζει εδώ στην Κρήτη και συγκεκριμένα στον ...", αναβλήθηκε η εκδίκαση της υποθέσεως για τη σημερινή δικάσιμο, προκειμένου να κλητευθεί η παραπάνω αλλοδαπή ως μάρτυρας. Από το από 15-10-2008 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα ..., προκύπτει ότι αυτός μετέβη στον ..., όπου, όπως αναφέρει, κατοικεί η εν λόγω μάρτυρας και θυροκόλλησε με την παρουσία του αστυφύλακα ... σχετική κλήση για εμφάνιση της στη δίκη. Όμως, δεδομένου ότι ο ... είναι μία ευρύτερη περιοχή όπου υπάρχουν ξενοδοχεία, κατοικίες κ.λ.π, ουδόλως προσδιορίζεται στο αποδεικτικό επιδόσεως σε ποια διεύθυνση ή έστω σε ποιο συγκεκριμένο σημείο της περιοχής ... έγινε η θυροκόλληση της κλήσης με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κλήτευση της μάρτυρος. Αλλά ούτε και σε περίπτωση που αναβαλλόμενης και πάλι της εκδίκασης της υποθέσεως, διαταχθεί η εκ νέου κλήτευση της μάρτυρος, όπως φωτούν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, θα καταστεί δυνατή η κλήτευση της, δεδομένου ότι δεν υπάρχει γνωστή ακριβής διεύθυνση αυτής. Εξάλλου, ούτε και η ίδια στις προανακριτικές καταθέσεις της έχει δηλώσει συγκεκριμένη διεύθυνση κατοικίας αλλά μόνο κάτοικος ... . Επομένως, εφόσον είναι άγνωστος ο ακριβής τόπος διαμονής της και ως εκ τούτου αδύνατη η κλήτευση της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 365 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ανακαλούμενης της υπ' αριθμ. 1346/2008 παρεμπίπτουσας απόφασης αυτού του δικαστηρίου, πρέπει το παρόν Δικαστήριο να χωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης και να αναγνώσει τις καταθέσεις της μάρτυρος αυτής που δόθηκαν κατά την προδικασία, δεδομένου ότι η ανάγνωση των καταθέσεων αυτής είναι, κατά την κρίση του δικαστηρίου ουσιώδης για την ανακάλυψη της αληθείας, αφού είναι η μοναδική μάρτυρας κατηγορίας, απορριπτόμενου του αιτήματος των συνηγόρων των κατηγορουμένων περί αναβολής της δίκης προκειμένου να κλητευθεί εκ νέου η εν λόγω μάρτυρας και περί μη αναγνώσεως των προανακριτικών καταθέσεων αυτής".
Η παραπάνω αιτιολογία είναι ειδική και επαρκής για την ανάγνωση των εν λόγω καταθέσεων, ήτοι το Εφετείο δέχθηκε κατ' άρθρον 365 παρ.1 α του ΚΠοινΔ, με πλήρη αιτιολογία, ότι η εμφάνιση της ως άνω αλλοδαπής μάρτυρος στο ακροατήριό του ήταν αδύνατη, εξαιτίας του γεγονότος ότι αυτή, κάτοικος ..., δεν διέμενε σε συγκεκριμένη διεύθυνση της περιοχής ..., όπου είχε δηλώσει ότι διέμενε ο μάρτυρας αστυνομικός ... και όπου αναζητήθηκε με αναβολή προηγούμενη της δίκης και δεν ανευρέθηκε, ενώ η ιδία η μάρτυρας δεν είχε δηλώσει στις προανακριτικές της καταθέσεις προσωρινά κάτοικος σε συγκεκριμένη ακριβή διεύθυνση για να κλητευθεί, άρα έκρινε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα κλητεύσεώς της, θεώρησε δε τούτο (Δικαστήριο) τις ανωτέρω καταθέσεις αυτής εντελώς αναγκαίες, για την εξακρίβωση της αλήθειας. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, δεν δημιουργήθηκε καμία ακυρότητα από το γεγονός ότι το Εφετείο Κρήτης, αφού απέρριψε τις αντιρρήσεις των κατηγορουμένων, ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του για την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του τις ανωτέρω ένορκες, κατά την προδικασία, καταθέσεις της παραπάνω μάρτυρος.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' σχετικός λόγος αναιρέσεως των δύο κρινομένων αιτήσεων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρ. 349 παρ.3 εδ. α του ΠΚ, "όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία, προάγει στην πορνεία γυναίκες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και με χρηματική ποινή". Η αναφερόμενη διάταξη δεν έχει θιγεί με το αρ. 7 του Ν. 3064/2002 και απλώς προστέθηκε εδ. 2, που προβλέπει την τέλεση της πράξεως από υπάλληλο, ως επιβαρυντική περίσταση. Προαγωγεία στην πορνεία νοείται η καθοιονδήποτε τρόπο (με παροτρύνσεις, πιέσεις, συστάσεις κλπ) και με οποιαδήποτε μέσα (με παροχή καταλύματος, ανεύρεση ερωτικών συντρόφων, άσκηση ψυχολογικής βίας κλπ), παρακίνηση της γυναίκας, που δεν είναι ακόμη πόρνη, να τραπεί στην πορνεία ή και η ενίσχυση της τυχόν ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσας ακόμη αποφάσεως αυτής να πράξει τούτο. Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα, θύμα όμως μόνο γυναίκα, αδιακρίτως ηλικίας, ενήλικη δηλαδή ή και ανήλικη. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν περισσότερες γυναίκες θύματα (ούτε από τη χρήση του όρου "γυναίκες" προκύπτει το αντίθετο), ούτε επίσης η γυναίκα να είναι "αμέμπτων" ηθών ή ανήλικη. Είναι όμως αναγκαίο, να μην είναι αυτή ήδη πόρνη, υπό την έννοια που αναφέρεται παρακάτω. Η άποψη ότι αρκεί και η παρακίνηση της ήδη εταιριζόμενης γυναίκας, να συνεχίσει τη δραστηριότητά της αυτή, δεν έχει επικρατήσει. Στοιχείο επομένως του εγκλήματος της μαστροπείας είναι, η προαγωγεία στην πορνεία να αφορά γυναίκα που δεν είναι ήδη πόρνη. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος, σε περισσότερα πρόσωπα άνευ εκλογής, για σαρκική επαφή, έναντι χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής. Η προαγωγεία στην πορνεία, πρέπει επίσης να γίνεται κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία ή και από τα δύο αυτά. Κατ' επάγγελμα άσκηση της μαστροπείας υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για τον πορισμό εισοδήματος, αρκεί δε το όφελος του δράστη και από μία μόνο γυναίκα, ενώ από κερδοσκοπία άσκηση υπάρχει όταν ο δράστης ενεργεί με κίνητρο και σκοπό τον προσπορισμό αθεμίτου περιουσιακού ωφελήματος ή ενός αθέμιτου κέρδους, θετικού ή αποθετικού, αποτιμητού όμως σε χρήμα, ανεξάρτητα από την επίτευξή του. Δεν απαιτείται η απόδειξη και αναφορά στην απόφαση του συγκεκριμένου προσώπου, στο οποίο παρέχεται έναντι αμοιβής η σαρκική ηδονή, ούτε δημιουργείται ασάφεια από την παραδοχή τελέσεως της παραπάνω πράξεως και κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία σωρευτικά. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, αρκεί δε και ο ενδεχόμενος δόλος.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005). Ιδιαίτερα πρέπει να αιτιολογείται όπως πιο πάνω και η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών που προβάλλει ο κατηγορούμενος. Τέτοιοι ισχυρισμοί, είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητος καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι η μεταβολή της κατηγορίας και το αίτημα για την αναγνώριση κάποιας από τις ενδεικτικά στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ αναφερόμενες ελαφρυντικές περιστάσεις, όταν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω:
"Επειδή, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των παρόντων κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος των κατηγορουμένων, Χ1, Χ2 και Χ3, στο ... κατά το χρονικό διάστημα από 14 Αυγούστου έως 24 Σεπτεμβρίου 2001, από κοινού με πρόθεση, ενεργώντας κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία, προήγαγαν στη πορνεία γυναίκες. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος Χ3 έχοντας γνωρίσει στο ... την Βουλγαρικής υπηκοότητας ΑΑ, την έπεισε να έλθει στην Ελλάδα την 10-8-2001 και στη συνέχεια την οδήγησε στο κέντρο διασκέδασης "...", ιδιοκτησίας τυπικά του πρώτου κατηγορουμένου ΓΓ, στην πραγματικότητα όμως του τρίτου κατηγορουμένου, αδελφού του, Χ2, στο οποίο εργαζόταν και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1. Εκεί, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, την προήγαγε στην πορνεία, μαζί με, άλλες επτά εργαζόμενες, ως σερβιτόρες-χορεύτριες, αλλοδαπές, υπηκοότητας Ρωσικής, Βουλγαρικής και Ρουμανικής, μεταξύ των οποίων και η ΔΔ (τα στοιχεία των υπολοίπων δεν εξακριβώθηκαν, τούτο όμως δεν είναι αναγκαίο για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος βλ. ΑΠ 1013/2005 Π.Χρ. 2006, 124), οι οποίες, όπως και η ΑΑ δεν είχαν ακόμα πορνευθεί, παροτρύνοντας και εξωθώντας αυτές με κάθε τρόπο να παρέχουν σαρκικές ηδονές σε τρίτους πελάτες του καταστήματος, αντί χρηματικής αμοιβής 20.000 δραχμών, είτε εντός δωματίων που υπήρχαν πίσω από αυτό, είτε μεταφερόμενες με Ι.Χ. αυτοκίνητο σε άλλους χώρους. Τα ποσά δε αυτά τα εισέπρατταν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι, αποδίδοντας στις αλλοδαπές 5.000 δραχμές, αποκομίζοντας έτσι αθέμιτο κέρδος. Τα παραπάνω προκύπτουν με σαφήνεια από τις από 24-9-2001 και 25-9-2001 ληφθείσες κατά την προανάκριση καταθέσεις που επιτρεπτά αναγνώσθηκαν, της προαναφερθείσας ΑΑ, η οποία όπως κατέθεσε εργάσθηκε ως σερβιτόρα στο κατάστημα "..." από 14-8-2009 έως 23-9-2001 με αμοιβή 1.000 δραχμών που της κατέβαλε ο Χ2 και ο ίδιος ανάλογα με τις "βίζιτες" που έκανε με πελάτες του καταστήματος της απέδιδε 5.000 δραχμές για κάθε μία, ότι αυτός την εξανάγκαζε να κάνει καθημερινά 2-3 "βίζιτες", ότι στο κατάστημα αυτό την οδήγησε ο κατηγορούμενος Χ3 ο οποίος της έστειλε χρήματα για να έλθει στην Ελλάδα, ότι όλες οι βράδυνες συνευρέσεις γίνονταν από την ίδια όσο και από τις άλλες αλλοδαπές στα δωμάτια πίσω από το μπαρ και τέλος ότι ο κατηγορούμενος Χ1 που εργαζόταν ως σωματοφύλακας στο κατάστημα τις μετέφερε με το Ι.Χ. αυτοκίνητο του, μάρκας FORD ESCORD, χρώματος πράσινου, σε πελάτες. Τα παραπάνω ενισχύονται και από το κατασχεθέν κατά την προανάκριση και ανευρεθέν σε δωμάτιο του καταστήματος όπου διέμεναν οι αλλοδαπές, τετραδίου στο εξώφυλλο του οποίου αναγράφεται "VRABIE ANNA VASILE COCORAS" και στις σελίδες του οποίου (2, 3, 4) αναγράφεται κατάσταση με ημερομηνίες, η λέξη "visite" με αριθμούς και η λέξη "suma" με χρηματικά ποσά. Τέλος όλοι οι προαναφερθέντες κατηγορούμενοι ενήργησαν κατά τα ανωτέρω, κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία, ήτοι κατ' επανάληψη και απέβλεπαν στον πορισμό εισοδήματος. Επομένως οι κατηγορούμενοι αυτοί πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της ως άνω πράξεως κατά συρροή. Αντίθετα δημιουργήθηκαν αμφιβολίες στο Δικαστήριο για το εάν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη αυτή, δεδομένου ότι όσον αφορά τον πρώτο, αυτός τυπικά ήταν μόνο ιδιοκτήτης του κέντρου "...", ενώ στην πραγματικότητα το εκμεταλλευόταν ο αδελφός του, τρίτος κατηγορούμενος η ίδια δε η αλλοδαπή ΑΑ στις προανακριτικές καταθέσεις της αναφέρει ότι δεν τον είχε δει στο κατάστημα, όσον δε αφορά τον τέταρτο και έκτο, δεν προέκυψε σαφώς και πέραν πάσης αμφιβολίας ότι προήγαγαν στην πορνεία τις εν λόγω αλλοδαπές, αφού όπως προέκυψε αυτοί εργάζονταν περιστασιακά στο μπαρ του καταστήματος. Επομένως οι κατηγορούμενοι αυτοί πρέπει να κηρυχθούν αθώοι της παραπάνω πράξεως. Επίσης όλοι οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι των αποδιδόμενων σ' αυτούς πράξεων της σωματεμπορίας κατά συναυτουργία και της παράνομης κατακράτησης αφού, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε η χρήση από τους κατηγορουμένους απατηλών μέσων και απειλών καθώς και επιβολή εξουσίας προκειμένου να εκδίδονται οι αλλοδαπές γυναίκες, ενώ, όπως προέκυψε, αυτές διέμεναν σε διαμέρισμα στον ..., με ελευθερία κινήσεων.
Το αίτημα δε του κατηγορουμένου Χ1, να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά ήτοι ότι "είναι παιδί πολύτεκνης οικογένειας και εργάζεται από παιδική ηλικία (το οποίο ανάγεται στο παρελθόν) και ότι διατηρεί ποίμνιο με το οποίο προσπαθεί να επιβιώσει", δεν αρκούν να στοιχειοθετήσουν καλή συμπεριφορά του μετά την πράξη, το δε επικαλούμενο από αυτόν ότι επί έξι έτη δεν έχει απασχολήσει τις αρχές, συνιστά απλώς παθητική συμπεριφορά αυτού, η οποία όμως δεν αρκεί για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού (ΑΠ 260/1991 Υπερ. 1991.623)".
Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δέχθηκε ως άνω ότι η μαστροπεία τελέστηκε κατ'επάγγελμα και από κερδοσκοπία με επανειλημμένη τέλεση, ότι στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της μαστροπείας κατά συναυτουργία και συρροή, απέρριψε ως αβάσιμους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, για αναγνώριση στο πρόσωπό τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ. α και ε του ΠΚ, κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους, για διάπραξη πλημμελημάτων μαστροπείας κατά συναυτουργία και κατά συρροή, οκτώ αλλοδαπών γυναικών, κατ'επάγγελμα και από κερδοσκοπία και επέβαλε σε αυτούς συνολική ποινή φυλακίσεως 60 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 550 ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. α, στ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1,45, 83, 84 παρ.2, 94 παρ.1, 349 παρ.3 του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται, α) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται, κατά τις σε αυτή αναφερόμενες διακρίσεις, η εκ μέρους των κατηγορουμένων, διάπραξη μαστροπειών με καταμερισμό εργασιών, η μαστροπεία και δη η προαγωγή σε πορνεία των οκτώ τον αριθμό αλλοδαπών γυναικών, που απασχολούντο ως σερβιτόρες - χορεύτριες στο κέντρο διασκεδάσεως - μπαρ "..." στο ..., ιδιοκτησίας ουσιαστικά του από αυτούς Χ2 και σε γνώση και με οργάνωση των τριών συγκαταδικασθέντων, η συνεύρεση μετ' ανδρών πελατών σε σαρκική συνάφεια με αμοιβή 20.000 δραχμών, είτε σε ιδιαίτερα δωμάτια του άνω κέντρου, είτε σε άλλους χώρους μεταφερόμενες με ΙΧΕ αυτοκίνητο από τον Χ2 ο οποίος εργαζόταν και ως σωματοφύλακας στο κέντρο, ενώ δεν ήταν προηγούμενα πόρνες, βρισκόμενες υπό τον έλεγχο και την καθοδήγηση των κατηγορουμένων που ελάμβαναν το μεγαλύτερο ποσοστό του ποσού της αμοιβής για κάθε σαρκική συνάφεια αυτών με πελάτες (15.000 δραχμές) και ότι οι άνω γυναίκες, προερχόμενες από τις ανατολικές χώρες, πρώτη φορά μετέρχονταν την πορνεία. Επίσης αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο τις προήγαγον σε πορνεία, ότι αυτό γινόταν κατ' επανάληψη και ότι απέβλεπαν οι κατηγορούμενοι στον πορισμό εισοδήματος, αναφέρεται η υποδομή που είχαν δημιουργήσει οι κατηγορούμενοι ως παραπάνω, (κατάστημα - κέντρο διασκεδάσεως για ανεύρεση πελατών, ειδικοί χώροι για σαρκική συνάφεια πίσω από το κέντρο, οκτώ νεαρές αλλοδαπές γυναίκες, σύστημα προμήθειας αλλοδαπών γυναικών, τήρηση των λογαριασμών σε κατασχεθέν τετράδιο), ήτοι αιτιολογείται επαρκώς και η άσκηση κατ'επάγγελμα και από κερδοσκοπία της μαστροπείας των οκτώ νεαρών αλλοδαπών γυναικών, εκδιδομένων, με πολλούς άνδρες πελάτες, επί 2-3 φορές την ημέρα η καθεμία, με την ως άνω υποδομή και την επανειλημμένη τέλεση, περιστατικά από τα οποία σαφώς προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος, με τη μεταξύ τους διανομή των υψηλών αυτών κερδών, αιτιολογείται επαρκώς ο κοινός δόλος και οι συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, των συναυτουργών καταστηματάρχη - σερβιτόρων κατηγορουμένων, β) αιτιολογείται επαρκώς η συνδρομή ως παραπάνω της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της μαστροπείας του άρθρου 349 παρ.1,3 ΠΚ, γ) αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δε συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου Χ1, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. ε του ΠΚ και το Δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη ως ανωτέρω αιτιολογία απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, δ) δεν προκύπτει καμία ασάφεια ως προς τον τόπο που εγένοντο οι συνευρέσεις των εκδιδομένων γυναικών με τους πελάτες τους, δεχθέν το Δικαστήριο ότι εγένοντο αυτές είτε σε ειδικά δωμάτια πίσω από το κέντρο διασκεδάσεως, είτε και αλλού, σε άλλους χώρους που τις μετέφερε ο κατηγορούμενος Χ1 με ΙΧΕ αυτοκίνητο.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από τους αναιρεσείοντες σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του ΠΚ, με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμες κατ'ουσίαν και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθ. εκθ. 1/ 21-1-2009 και 2/21-1-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της με αριθμό 2060/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τους άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μαστροπεία από κοινού κατά συρροή και κατ' επάγγελμα, κερδοσκοπία. Μαστροπεία - έννοια (ΑΠ 561/2008). 1) Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για κατά παράβαση του άρθρου 363 παρ. 1 ΚΠΔ ανάγνωση προανακριτικών καταθέσεων μάρτυρος, παρά την δηλωθείσα αντίρρηση των κατηγορουμένων και αναιτιολόγητη παραδοχή του ανέφικτου εμφανίσεως της μάρτυρος. 2) Αβάσιμοι ουσία οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. 3) Αβάσιμος ουσία ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της απορρίψεως του υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρ. 84 παρ. 2 ε ΠΚ. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Μαστροπεία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1624/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 246/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 12/10-3-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 369/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 151/27.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Εισάγω στο Δικαστήριό Σας (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 ΚΠΔ, προς συζήτηση και έκδοση αποφάσεως, την με αριθμό 12/10-3-2009 αίτησή μου, με την οποία ζητώ να αναιρεθεί το με αριθμό 246/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την με αριθμό 26/9-9-2008 προσφυγή του κατηγορούμενου δικηγόρου Αθηνών, Χ κατά του 402/2008 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών.
ΙΙ. Για την βασιμότητα του λόγου για τον οποίο ασκήθηκε η κρινόμενη αναίρεση, αναφέρομαι εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο της 12/10-3-2009 σχετικής εκθέσεως.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να γίνει δεκτή η αίτησή μου.
2) Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο με αριθμό 246/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
3) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό συμβούλιο, που θα το αποτελέσουν άλλοι δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα.
Αθήνα 3 Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 483 παρ. 3 ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, υποβάλλοντας σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2, το οποίο εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 322 παράγραφοι 1 και 3 του αυτού Κώδικα, ο κατηγορούμενος, που, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 περίπτωση 7 του ίδιου Κώδικα, κλητεύθηκε με κλητήριο θέσπισμα απ` ευθείας στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου, έχει δικαίωμα, αφού ενημερωθεί για την προανάκριση (ή την προκαταρκτική εξέταση), να προσφύγει μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στο αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο αποφασίζει μέσα σε δέκα ημέρες από της υποβολής της έκθεση προσφυγής, μαζί με τη σχετική πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, εφόσον ο νόμος δεν απαγορεύει την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που εκδόθηκε βάσει του προαναφερόμενου άρθρου 322 παρ. 3 ΚΠοινΔ και απέρριψε κατ` ουσία την προσφυγή του κατηγορουμένου. Το δικαίωμα δε τούτο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν αποκλείεται από το τρίτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 322, κατά το οποίο το Συμβούλιο αποφασίζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, διότι η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο στην προσφυγή του κατηγορουμένου.
Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του με αριθ. 246/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ` ουσίαν η υπ' αριθ. 26/2008 προσφυγή του κατηγορουμένου δικηγόρου, κατά του με αριθ. 402/2008 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, εφόσον ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ. α' του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ' αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, είναι υποχρεωμένο να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως που αφορά την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αποβλέπουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που ανήκουν σε αυτόν, προβλεπόμενα και από το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ και ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται επιτρεπτώς για τη διερεύνηση της βασιμότητας ή μη του αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων δικηγόρος Αθηνών παραπέμφθηκε με το με αριθ. 402/2008 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για το αδίκημα της συναυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως. Κατά του κλητηρίου θεσπίσματος αυτού άσκησε ο κατηγορούμενος τη με αριθ. 26/2008 προσφυγή και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο με αριθ. 246/2009 βούλευμά του απέρριψεν αυτήν ως αβάσιμη. Όμως, ο κατηγορούμενος ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατέθεσε την από 15-9-2008 αίτησή του, συνταγείσας σχετικής εκθέσεως καταθέσεως, απευθυνομένη προς το Συμβούλιο ΕΦετών Αθηνών, ζητώντας σαφώς να εμφανιστεί αυτοπροσώπως ενώπιόν του, για την παροχή διευκρινίσεων επί της άνω προσφυγής του κατά του κλητηρίου θεσπίσματος. Το Συμβούλιο αυτό, με το προσβαλλόμενο 249/2009 βούλευμά του απέρριψε σιωπηρώς το ως άνω αίτημα, χωρίς μάλιστα πρόταση του Εισαγγελέα επ' αυτού, απορρίψαν κατ' ουσίαν και την προσφυγή του κατηγορουμένου. Έτσι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και επήλθε απόλυτη ακυρότητα και επομένως, είναι βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 519, 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 246/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών, απορρίψαντος προσφυγή του κατηγορουμένου κατά κλητηρίου θεσπίσματος. Πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, διότι το Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε σιωπηρώς το κατ' άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ υποβληθέν εγγράφως προηγούμενο αίτημα του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, χωρίς μάλιστα πρόταση του Εισαγγελέα επ' αυτού, απορρίψαν κατ' ουσία και την προσφυγή του κατηγορουμένου. Έτσι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και το άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ και επήλθε απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρον 171 παρ. 1δ ΚΠΔ και επομένως, είναι βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Κλητήριο θέσπισμα.
| 0
|
Αριθμός 1616/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Νικόλαο Μπιχάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λέοντα, περί αναιρέσεως της 2112/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με συγκατηγορούμενο τον ....
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 κάτοικο .... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φερμελή.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 563/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδ.α' του ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, πρέπει, να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή, σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα, νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει, να αναφέρεται και αιτιολογείται στη δικαστική απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν σ' αυτή περιέχονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 2112/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη σε δεύτερο βαθμό για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και από υπόχρεο, σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης, όπως αυτή αλληλοσυμπληρώθηκε από το διατακτικό της, διαλαμβάνεται ότι, από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης και την όλη διαδικασία αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Η κατηγορουμένη Χ1 ήταν η επιβλέπουσα μηχανικός της κατασκευαζομένης πενταώροφης οικοδομής επί της οδού .... Στις ...γίνονταν εργασίες σιδηροπλισμού στα υποστυλώματα της πιλοτής. Τις εργασίες σιδηροπλισμού της παραπάνω οικοδομής είχε αναλάβει υπεργολαβικά η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ". Στην εταιρεία αυτή εργάζονταν οι εργατοτεχνίτες Ψ2 και Ψ1 Κατά την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών ο Ψ2 διαμόρφωνε τα προς τοποθέτηση σίδερα και συγκεκριμένα έκοβε σε τμήματα τους κλωβούς τσερκοπλέγματος και τα έδινε στο Ψ1. Ο τελευταίος εργαζόταν σε ύψος 2,40 μ από το δάπεδο της πιλοτής και πατούσε στο δάπεδο που είχε διαμορφωθεί με τη χρήση καδρονιών και μεταλλικών ικριωμάτων. Η συγκεκριμένη σκαλωσιά είχε κατασκευαστεί για τις ανάγκες σκυρόδεσης της δοκού και του υποστυλώματος. Ο Ψ1 στην προσπάθειά του να μεταφέρει και να τοποθετήσει στην κολόνα ένα τσερκόπλεγμα που του είχε δώσει ο Ψ2 έπεσε από το δάπεδο εργασίας που έσπασε στο δάπεδο της πιλοτής. Από την πτώση του αυτή τραυματίστηκε στον αυχένα, στη σπονδυλική στήλη και σε άλλα μέρη του σώματός του. Για τη σωματική βλάβη σε βάρος του παθόντος Ψ1 ευθύνεται η παραπάνω κατηγορουμένη, η οποία ενεργώντας με την παραπάνω ιδιότητά της, παρότι γνώριζε ότι τα πέρατα των ξυλοτύπων και πλακών πρέπει να εξασφαλίζονται με ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα και θωράκια ή με δίχτυα, τα οποία έπρεπε να ελέγχονται περιοδικά για την αντοχή τους και να αποξηλώνονται μόνο μετά την εγκατάσταση των εξωτερικών ικριωμάτων και ότι το πλάτος των διαδρόμων εργασίας των ικριωμάτων πρέπει να είναι επαρκές και ανάλογα με την εργασία για την οποία κατασκευάσθηκε το ικρίωμα και ειδικότερα πρέπει να είναι 0,60 μ, αν υποβαστάζει μόνο εργαζομένους και επιπλέον τα μαδέρια που αποτελούν το δάπεδο εργασίας πρέπει να υποβαστάζονται από τρία τουλάχιστον στηρίγματα, ώστε να αποκλείεται κάθε κίνδυνος ταλάντωσης ή κάμψης, δεν τηρούσε τα παραπάνω μέτρα ασφαλείας. Ειδικότερα, στην παραπάνω οικοδομή δεν υπήρχαν στο ξυλότυπο όπου πατούσε ο παθών κατά την εκτέλεση των εργασιών σιδηροπλισμού ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα και θωράκια και επιπλέον το δάπεδο εργασίας του παραπάνω παθόντος δεν είχε επαρκές πλάτος και δεν ήταν στερεωμένο σωστά, ώστε να αποκλείεται κάθε κίνδυνος ταλάντωσης ή κάμψης. Το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης του παραπάνω παθόντος η κατηγορουμένη αυτή μπορούσε να προβλέψει και να το αποφύγει αν είχε λάβει και τηρούσε κατά την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών όλα τα παραπάνω μέτρα ασφαλείας, όπως είχε υποχρέωση και μπορούσε να πράξει σύμφωνα με τις παραπάνω ιδιότητές της, γνώσεις και ικανότητες. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την επιβαλλόμενη, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Και τούτο διότι ενώ δέχεται ότι πρόκειται για έγκλημα που τελέσθηκε δια παραλείψεως και ότι η αμέλεια της αναιρεσείουσας δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος και ότι η αναιρεσείουσα είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει το επελθόν αποτέλεσμα, δεν προσδιόρισε όπως όφειλε την προέλευση της υποχρέωσης αυτής, αν δηλαδή , η υποχρέωση πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά της, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Επομένως, ο πρώτος λόγος κατά το σκέλος Α,Β της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος και, πρέπει, να γίνει δεκτός ενώ παρέλκει η έρευνα των ετέρων λόγων. Κατ' ακολουθία η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του ΚΠοινΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνου που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμό 2112/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Έγκλημα δια παραλείψεως τελούμενο. Ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου. Ανάγκη να αναφέρεται στην απόφαση η ύπαρξη της ιδιαίτερης αυτής υποχρέωσης καθώς και να προσδιορίζεται ο νομικός κανόνας από τον οποίο αυτό πηγάζει. Η έλλειψη αυτή ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 1
|
Αριθμός 1614/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την κοινή δήλωση αποχής του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη και του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού, που αφορά τη μη συμμετοχή τους στη σύνθεση του Ε' Ποινικού Τμήματος, στο οποίο εισήχθη για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 15.5.2009 η από 5.3.2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατά της με αριθμό 170/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 220/23.6.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Ο αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Κούκλης και ο Αρεοπαγίτης Αναστάσιος Λιανός προέβησαν προς τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, στην από 5-6-2009 "δήλωση αποχής" - με την οποία δηλώνουν ότι: στην δικάσιμο της 15-5-2009 στο Ε' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου έγινε η συζήτηση της από 7-4-2009 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1. Στο άνω τμήμα μετέχουν ως μέλη αυτού ο πρώτος ως Πρόεδρος, ο δεύτερος ως μέλος επειδή μεταξύ αυτών και του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Γεωργίου Παπαϊωάννου υπάρχει λόγος ευπρέπειας που επιβάλλει την αποχή αυτών από της εκτελέσεως των καθηκόντων τους στην άνω αναίρεση και συγκεκριμένως ότι ο παραπάνω δικηγόρος έχει οριστεί ως εισηγητής στην από 16-11-2007 αγωγή κακοδικίας που έχει εγείρει κατ'αυτών ο Ψ1 -και η οποία εκκρεμεί στο δικαστήριο αγωγών κακοδικίας.
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 3 ΚΠΔ τα δικαστικά πρόσωπα οφείλουν να δηλώσουν τυχόν σοβαρούς λόγους ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή τους από την άσκηση των καθηκόντων τους, ακόμη και αν δεν υπάρχουν οι λόγοι που υπάγονται στα άρθρα 14 και 15 του ίδιου κώδικα (=ΚΠΔ), ήτοι και όταν συντρέχουν λόγοι ευπρέπειας που θέτουν σε αμφιβολία την ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτον αυτής (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. Α σελ. 40, ΑΠ 1919/2008, ΑΠ 214/63, ΑΠ 1568/2002, ΑΠ 2651/2008 κ.α.) όπως στενή φιλία με τον συνήγορο του διαδίκου (βλ. ΑΠ 2651/2008, Κονταξή ΚΠΔ (2006) 347, 381 με παραπομπές) η συμμετοχή και δη ως Εισηγητή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο αγωγών κακοδικίας που εκδικάζει σχετική αγωγή κατά του δικαστή, αφού, είναι σαφές ότι και τότε μπορεί να τεθεί σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτο του δικαστή όταν μάλιστα ο τελευταίος γνωρίζει την άνω συμμετοχή του πληρεξουσίου δικηγόρου και η οποία εκκρεμεί. Ενόψει των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχουν αντίθετα στοιχεία που να αμφισβητούν το περιεχόμενο των άνω δηλώσεων, πρέπει αυτές να γίνουν δεκτές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως γίνει δεκτή η από 5-6-2009 δήλωση αποχής του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη και του Αρεοπαγίτη Αναστάσιου Λιανού να απόσχουν οι ανωτέρω της εκτελέσεως των καθηκόντων τους κατά την εκδίκαση της από 7-4-2009 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1 κατά της υπ'αριθμ. 170/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Αθήνα 20 Ιουνίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κονταξής".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 5.6.2009 δήλωση των: 1) Κωνσταντίνου Κούκλη, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και 2) Αναστασίου Λιανού, Αρεοπαγίτη, η οποία απευθύνθηκε στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, και φρονούν ότι σοβαροί λόγοι ευπρέπειας τους επιβάλλουν να απόσχουν από την άσκηση των καθηκόντων τους κατά την εκδίκαση της από 7.4.2009 αίτησης αναίρεσης του Χ1 κατά της υπ' αριθμ. 170/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως συμβούλιο κατά το άρθρο 23 παρ. 4 του ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία.
Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 3 του ΚΠΔ, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 14 του ιδίου Κώδικα λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σ'αυτό, δεν δύναται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, ως και του αναφερομένου στο άρθρο 15 εδ. α' του ΚΠΔ λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων του σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτή.
Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής σοβαρός λόγος αποχής συντρέχει, οσάκις τίθενται σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση του δικαστή ή το απροκατάληπτο αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Μετά τη συζήτηση της 15.5.2009 της από 7.4.2009 αίτησης αναίρεσης του Χ1 κατά της υπ' αριθμ. 170/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Κούκλης και ο Αρεοπαγίτης Αναστάσιος Λιανός, Πρόεδρος και μέλος της συνθέσεως του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που εκδίκασε την ως άνω υπόθεση, υπέβαλαν προς τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου την από 5.6.2009 δήλωση αποχής τους. Σύμφωνα δε με το περιεχόμενό της, οι συγκεκριμένοι δύο δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι συμμετέχουν ο μεν πρώτος ως Πρόεδρος, ο δε δεύτερος ως μέλος της συνθέσεως του ανωτέρω τμήματος, που δίκασε την προαναφερόμενη υπόθεση, μετά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναίρεσης, κατά τη μελέτη της διαπίστωσαν ότι υφίστανται στο πρόσωπό τους σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, που επιβάλλουν την αποχή τους από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Συγκεκριμένα οι λόγοι που επικαλούνται συνίστανται στο γεγονός ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, δικηγόρος Αθηνών, Γεώργιος Παπαϊωάννου έχει οριστεί Εισηγητής στο δικαστήριο που δικάζει τις αγωγές κακοδικίας της υπόθεσης που αφορά αγωγή κακοδικίας του Ψ1 κατ' αυτών. Εξ αυτού του λόγου δηλονότι της συμμετοχής τους στη δίκη που κρίνουν ως δικαστές με την ως άνω ιδιότητά τους και στη δίκη που δικάζονται ως εναγόμενοι με την παράλληλη συμμετοχή σε αμφότερες τις δίκες αυτές του αυτού δικηγόρου με τις διαφορετικές ως άνω ιδιότητες, κατ' αντικειμενική κρίση ο θιγόμενος διάδικος ευλόγως μπορεί να θεωρήσει ότι η κρίση των δηλούντων αποχή ως άνω δύο Δικαστών δεν ήταν αποτέλεσμα απροκατάληπτης και αδιάβλητης κρίσης τους και επομένως το συμφέρον της δικαιοσύνης και η διασφάλιση του κύρους αυτής επιβάλλει την αποχή των δηλούντων δύο δικαστικών λειτουργών για σοβαρό λόγο ευπρέπειας, από την ενάσκηση των καθηκόντων τους στην προαναφερόμενη ποινική υπόθεση. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση δήλωση αποχής, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 5.6.2009 δήλωση αποχής των Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη και του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού. Και Αποφαίνεται ότι οι ανωτέρω δύο δικαστικοί λειτουργοί δεν θα συμμετάσχουν στη σύνθεση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδίκασε την από 7.4.2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά της υπ' αριθμ. 170/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση Εξαιρέσεως Δήλωση αποχής Δικαστή από την αναιρετική διαδικασία. Παραδοχή σχετικής δήλωσης.
|
Εξαίρεση δικαστή
|
Εξαίρεση δικαστή.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1613/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την από 5 Ιουνίου 2009 δήλωση αποχής της Αρεοπαγίτου Βιολέττας Κυτέα, που αφορά τη μη συμμετοχή της στη σύνθεση του Ε' Ποινικού Τμήματος, στο οποίο εισήχθη για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 8.5.2009 η 25/26.3.2009 αίτηση αναιρέσεως της ... κατά της 434/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
'Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 221/23.6.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
I) Η Αρεοπαγίτης Βιολέττα Κυττέα υπέβαλε στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου την από 5-6-2009 δήλωση αποχής, στην οποία αναφέρει ότι:
Κατά τη δικάσιμο της 8-5-2009 κατά τη συζήτηση της υπ'αριθμ. 25/26-3-2009 αίτησης αναίρεσης της ... συμμετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου και μάλιστα ορίστηκε εισηγητής επί της άνω αιτήσεως αναιρέσεως.
Επειδή όμως συνδέεται "με στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις με την αναιρεσείουσα", προέβη στην άνω δήλωση και ζητάει να μην συμμετάσχει στην σχετική διαδικασία.
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 23 § 3 Κ.Π.Δ. τα δικαστικά πρόσωπα δεν δύνανται να ασκήσουν τα δικαιοδοτικά τους καθήκοντα και όταν υπάρχει σοβαρός λόγος ευπρέπειας, ήτοι οσάκις μπορεί να τεθεί σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτον αυτής (βλ. ΑΠ 2651/2008 ΑΠ 1919/2008 κ.α., Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Π.Δ. Τόμ. Α σελ. 40), πράγμα που μπορεί να συμβεί, κατ'αντικειμενική κρίση, και όταν ο διάδικος και ο δικαστής συνδέονται με στενή φιλία (ατομική -οικογενειακή). Η άνω περίπτωση αποτελεί μάλιστα κλασσικόν λόγον ευπρέπειας του άρθρου 23 Κ.Π.Δ. Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται η αλήθεια του αναφερόμενου λόγου, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση δήλωση αποχής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω να γίνει δεκτή η από 5-6-2009 δήλωση αποχής της Αρεοπαγίτου Βιολέττας Κυττέα και απόσχει αυτής της ασκήσεως των καθηκόντων της επί της υπ'αριθμ. 25/26-3-2009 αιτήσεως αναιρέσεως της ...
Αθήνα 20 Ιουνίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 5-6-2009 δήλωση της Αρεοπαγίτη Βιολέττας Κυτέα, η οποία απευθύνθηκε στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, και φρονεί ότι σοβαροί λόγοι ευπρέπειας του επιβάλλουν να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων της κατά την εκδίκαση της 25/26-3-2009 αίτησης αναίρεσης της ... κατά της υπ' αριθμ. 434/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως συμβούλιο κατά το άρθρο 23 παρ. 4 Κ.Π.Δ., και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 3 του Κ.Π.Δ., εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 14 του ιδίου κώδικα, λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σ' αυτό, δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντά του, ως και του αναφερόμενου στο άρθρο 15 εδ. 1 του Κ.Π.Δ., λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται επίσης και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτή. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής σοβαρός λόγος αποχής συντρέχει, οσάκις τίθενται σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση του δικαστή ή το απροκατάληπτο αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Μετά τη συζήτηση της 25/2009 αιτήσεως αναιρέσεως της ... κατά υπ' αρ. 434/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η Αρεοπαγίτης Βιολέττα Κυτέα υπέβαλε προς τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου την από 15-6-2009 δήλωση αποχής. Σύμφωνα δε με το περιεχόμενό της, η συγκεκριμένη δικαστικός λειτουργός, που ορίστηκε εισηγητής της υπόθεσης, μετά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τη μελέτη της, διαπίστωσε ότι υφίστανται στο πρόσωπό της σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, που επιβάλουν την αποχή της από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Συγκεκριμένα οι λόγοι που επικαλείται συνίστανται στο γεγονός, ότι συνδέεται με στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις με την αναιρεσείουσα δικηγόρο .... Την στενή δε αυτή - και όχι απλή - φιλική και οικογενειακή σχέση της πιο πάνω Αρεοπαγίτη με την αναιρεσείουσα, κατ' αντικειμενική κρίση, ο θιγόμενος διάδικος ευλόγως μπορεί να θεωρήσει ότι η κρίση της δικαστή δεν ήταν αποτέλεσμα απροκατάληπτης και αδιάβλητης κρίσης και, επομένως, το συμφέρον της δικαιοσύνης και η διασφάλιση του κύρους αυτής επιβάλλει την αποχή της δηλούσης δικαστικού λειτουργού, για σοβαρό λόγο ευπρέπειας, από την ενάσκηση των καθηκόντων του στην προαναφερόμενη υπόθεση.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση δήλωση αποχής, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 5-6-2009 δήλωση αποχής της Αρεοπαγίτη Βιολέττας Κυτέα Και
Αποφαίνεται ότι η ανωτέρω δικαστικός λειτουργός δε θα συμμετάσχει στη σύνθεση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδίκασε την 25/2009 αίτηση αναίρεσης της ... κατά της υπ' αρ. 434/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση εξαιρέσεως. Δήλωση αποχής Δικαστή από την αναιρετική διαδικασία. Παραδοχή σχετικής δήλωσης.
|
Εξαίρεση δικαστή
|
Εξαίρεση δικαστή.
| 0
|
Αριθμός 1612/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Ποιν. Τμήμα Διακοπών - (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 3 και 6 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου ..., Γεωργιανού υπήκοου, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 397/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 397/2009 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 15.1.2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τον Δικαστή του Δικαστηρίου του Ρηγίου Καλαβρίας Ιταλίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Θεσσαλονίκης την με αριθμό και ημερομηνία 3/8-5-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον του Γραμματέα του τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Μιχαήλ Θεολόγου, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 791/2009.
Αφού άκουσε
τον εκζητούμενο, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκτελεστεί το από 15.1.2009 Ευρωπαϊκό Ενταλμα Σύλληψης των αρχών της Ιταλίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ", σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου, επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής αποφάσεως του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή. Επομένως, η υπό κρίση με αριθμ. εκθ. 3/8-5-2009 νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης ασκηθείσα έφεση του εκζητουμένου αλλοδαπού υπηκόου Γεωργίας, κατά της με αριθμ. 397/8-5-2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία τούτο διέταξε την εκτέλεση του υπό στοιχεία 4360/08 R.G.N.R./4557/08 R.G.I.P./ αρ.476/08 ROOC/15-1-2009 Eυρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του Δικαστή του Δικαστηρίου του Ρηγίου Καλαβρίας Ιταλίας κατά του άνω εκκαλούντος, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπι-κής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιπτώσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, κατά δε το άνω άρθρο 22 παρ. 1 του ίδιου νόμου κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Eισαγγελέα εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 αυτού, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών, όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα.
Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών, ειδικότερα δε μεταξύ των άλλων, και για ανθρωποκτονία από πρόθεση και για οργανωμένες ληστείες και κλοπές ( στοιχ. ιδ, ιη).
Στην προκείμενη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία,από τα με αριθ. 397/2009 πρακτικά του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με όσα ο ίδιος εξέθεσε δια διορισθέντος διερμηνέα ο εκζητούμενος ενώπιον του Αρείου Πάγου, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέταξε την εκτέλεση του υπό στοιχεία 4360/08 R.G.N.R./4557/08 R.G.I.P./ αρ.476/08 ROOC/15-1-2009 Eυρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του Δικαστή του Δικαστηρίου του Ρηγίου Καλαβρίας Ιταλίας κατά του άνω εκκαλούντος Γεωργιανού υπηκόου. Το ως άνω Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, που προσάγεται σε επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, εκδόθηκε προκειμένου ο εκζητούμενος να συλληφθεί και να προσαχθεί ενώπιον της Ιταλικής δικαστικής αρχής που εξέδωσε το ένταλμα για να διωχθεί και να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της ληστείας, πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν υπ'αυτού στην Ιταλία. Συγκεκριμένα ο εκζητούμενος διώκεται για το ότι, στις 9-7-2008, στο Ρήγιο Καλαβρίας της Ιταλίας, από κοινού με τον... έπληξαν με μυτερό αγχέμαχο όπλο σε διάφορα μέρη του σώματος τον ... και τον σκότωσαν και στη συνέχεια τον λήστεψαν, πράγμα στο οποίο και στόχευαν.
Η αξιόποινη αυτή πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της ληστείας, προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 61 παρ.2, 110- 575 και 628 παρ. 3 α του Ποινικού Κώδικα της Ιταλίας, με ποινή ισόβιας καθείρξεως και φυλακίσεως όχι κατώτερης των είκοσι ετών. Το ένδικο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, φέρει ημεροχρονολογία εκδόσεως, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστικού λειτουργού που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του Ν. 3251/2004, ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, μνεία των διατάξεων στις οποίες βασίστηκε η δίωξη και η έκδοση αυτού περί σύλληψης, φύση και νομικό χαρακτηρισμό των αξιoποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο, το πλαίσιο της προβλεπόμενης ποινής, τόπο και περιστάσεις τελέσεως των άνω αξιόποινων πράξεων και επομένως πληροί όλες τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητάς του, κατά το Ν. 3251/2004. Περαιτέρω, οι άνω πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος, εμπίπτουν σε εκείνες τις πράξεις, για τις οποίες, κατά το άρθρο 10 παρ. 2 περ. ιγ' του Ν. 3251/2004, επιτρέπεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου και με μόνη προϋπόθεση να τιμωρείται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητική της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον τριών (3) ετών ως προς το ανώτατο όριό τους, περίπτωση η οποία κατά τα παραπάνω συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση. Ανεξαρτήτως τούτου, οι εν λόγω πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται και από το Ελληνικό ποινικό δίκαιο, της ανθρωποκτονίας με πρόθεση με ποινή ισόβιας καθείρξεως και της ληστείας με επελθόντα θάνατο του θύματος με ποινή επίσης ισόβιας καθείρξεως (άρθρα 299 παρ.1 και 380 παρ.1,2 Ελλην. ΠΚ). Τέλος, συντρέχουν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 10 του Ν. 3251/2004 θετικές προϋποθέσεις για να επιτραπεί η εκτέλεση του άνω εντάλματος, ενώ δεν συντρέχει καμία από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του ίδιου νόμου περιπτώσεις απαγορεύσεως της εκτελέσεως ή δυνατότητας, αντιστοίχως, να απαγορευθεί η εκτέλεσή του, για τις προαναφερόμενες πράξεις που διώχθηκε ο εκζητούμενος εκκαλών.
Περαιτέρω, αφού κατά τα προεκτεθέντα, συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση, όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απεφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, σύμφωνα με τα άρθρα 9, 10 παρ. 1,2 εδ.ιγ, 11 περ.ζ και 19 παρ.1,3 του Ν.3251/2001. ορθώς όλες τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους ο εκζητούμενος - εκκαλών, χωρίς να αμφισβητεί ότι είναι το πρόσωπο που αφορά το υπό κρίση ένταλμα, δε συγκατατίθεται στην έκδοσή του και επικαλείται ότι δεν τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται και ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και το ένδικο ένταλμα σύλληψης δεν πρέπει να εκτελεσθεί.
Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση του εκζητουμένου, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει κατ' ουσία τη με αριθ. εκθ. 3/8-5-2009 έφεση του ...., υπηκόου Γεωργίας, κατοίκου Θεσσαλονίκης, κατά της με αριθμ. 397/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία αποφασίστηκε η σε βάρος του εκτέλεση του υπό στοιχεία 4360/08 R.G.N.R./4557/08 R.G.I.P./ αρ.476/08 ROOC/15-1-2009 Eυρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του Δικαστή του Δικαστηρίου του Ρηγίου Καλαβρίας Ιταλίας. Και.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση υπηκόου Γεωργίας σε δικαστικές αρχές Ιταλίας με βάση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμη η έφεση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1611/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... κατοίκου .... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκλαβουνάκο, περί αναιρέσεως της 110/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 672/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ.1 του ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι, "καμιά απόφαση του Δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμία διάταξη ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας". Κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ.2,3 του ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι "πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος, όπου υπάρχει, καθώς και οι παρόντες διάδικοι (παρ.2). Η παράβαση της παρ.2 συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης, του βουλεύματος και της διάταξης (παρ.3). Τέλος, κατ'άρθρο 369 παρ.1 του ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή στους εισαγγελείς. Έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα...". Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις πρέπει να δίνεται ο λόγος στον εισαγγελέα της έδρας για να προτείνει επί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας. Η πρόταση όμως του εισαγγελέα επί της κατηγορίας στο τέλος, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, όταν ζητεί την ενοχή του κατηγορουμένου, εμπεριέχει οπωσδήποτε και την πρότασή του για απόρριψη των τυχόν αυτοτελών ισχυρισμών που έχει προβάλλει ο κατηγορούμενος και κατά συνέπεια η παράλειψη του εισαγγελέα να προτείνει ειδικώς επί των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου καλύπτεται με τη συνολική του πρόταση επί της ενοχής και δεν δημιουργείται καμία απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά τα άρθρα 170, 171 και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ. (ΑΠ 1232/2009,511/2008, ΑΠ 1415/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα έξι μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία.
Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε μεν προβάλλει στην αρχή της διαδικασίας παραδεκτά αρνητικούς των κατηγοριών ισχυρισμούς και αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής νομικής πλάνης στο πρόσωπό του, κατ'άρθρο 31 παρ.2 ΠΚ, (βλ. σελ. 3-27), δόθηκε ο λόγος στην εισαγγελέα της έδρας να προτείνει επ'αυτών και η εισαγγελέας της έδρας επιφυλάχθηκε να προτείνει επ'αυτών με την πρόοδο της δίκης (βλ. σελ. 34), και μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, που της δόθηκε εκ νέου ο λόγος επί της κατηγορίας, "ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου για τις άνω δύο πράξεις που καταδικάστηκε και για μη δόλια ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα που αθωώθηκε", (βλ. σελ. 47), το δε Δικαστήριο, επαρκώς αιτιολογημένα απέρριψε με ρητή διάταξή του τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως. Η άνω δε πρόταση της εισαγγελέως της έδρας επί της ενοχής, σιωπηρώς εμπεριέχει και πρόταση απορρίψεως του ως άνω προβληθέντος περί συγγνωστής νομικής πλάνης αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου.
Επομένως, ο συναφής μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τα άρθρα 32 παρ.1, 138 παρ.2, 171 παρ.1 β, 369 και 510 παρ. 1 στοιχ.Α' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο ειδικότερα προβάλλεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την παραπάνω παράλειψη προτάσεως της εισαγγελέως επί του αυτοτελούς ισχυρισμού του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει στην αίτηση άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-4-2009 αίτηση του..., για αναίρεση της με αριθμό 110/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση και ψευδής ανώμοτη κατάθεση (άρθρ. 225 παρ. 1α και 229 ΠΚ). Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι ο εισαγγελέας δεν πρότεινε επί υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, καθόσον η πρόταση του εισαγγελέα επί της ενοχής σιωπηρώς ενέχει και πρόταση απορρίψεως του ισχυρισμού (ΑΠ 1232/2009, 511/2008, 62/ 2005). Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδής ανώμοτη κατάθεση, Εισαγγελική Πρόταση.
| 1
|
Αριθμός 1610/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 542/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.4.2009 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 20.5.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 697/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ, 329, 331 παρ. 1, 333, 364, παρ. 1, 369 και 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επί πλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Εξάλλου, στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει, όμως, να αναφέρονται τα στοιχεία που το εξατομικεύουν, διότι, διαφορετικά, παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις. Εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτό, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αυτό αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για το ότι ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση, έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, 1) πέντε αποκόμματα εφημερίδων 2) φωτοτυπία ενημερωτικού σημειώματος αποδοχών, 3) φωτοτυπία εκκαθαριστικού σημειώματος 4) φωτοτυπία αστυνομικής ταυτότητας και 5) φωτοτυπία δήλωσης εισοδήματος οικονομικού έτους 2001. Διά των πρακτικών βεβαιώνεται ότι, μεταξύ των άλλων εγγράφων, αναγνώσθηκαν τα έγγραφα αυτά, δίχως άλλο ειδικότερο προσδιορισμό. Η κατ' αυτόν τον τρόπο καταχώρηση των εγγράφων αυτών στα πρακτικά δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα τους και εφόσον βεβαιώνεται ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώστηκαν, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενο τους, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο στα πρακτικά αλλά από το αν πράγματι αναγνώσθηκε.
Συνεπώς η αιτίαση ότι προκλήθηκε ακυρότητα από τον ελλιπή προσδιορισμό της ταυτότητας των εν λόγω εγγράφων, είναι αβάσιμη. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, μοναδικός στο δικόγραφο της αίτησης του αναιρεσείοντος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από το άρθρο 216 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως. Η χρήση του εγγράφου από τον υπαίτιο της καταρτίσεως ή της νοθεύσεως, θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει γνώση πράγματι ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Εξ άλλου από το άρθρο 220 β' Π.Κ. προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν βεβαίωση, με αναληθές περιεχόμενο για περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σε δημόσιο έγγραφο, δηλαδή αυτό που εκδίδεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση ότι το βεβαιούμενο περιστατικό είναι αναληθές και μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, είτε για τον εαυτό του είτε για τρίτο και ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο, δηλαδή πρέπει ο επιτυγχάνων την λήψη της βεβαιώσεως να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του περιστατικού και να έχει πρόθεση εξαπατήσεως του υπαλλήλου, ο οποίος παρασύρθηκε, έστω και από αμέλεια ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαιώσεως. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή η μη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ή απαλλάχθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα κατά κατηγορία, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος των, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου εξ αυτών χωριστά, ούτε είναι απαραίτητη αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των, ούτε είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά κατ' άρθρον 510 § 1 περ. Ε' ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ότι απεδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη η οποία εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στην διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση, του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνδυαζόμενο με το διατακτικό της, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι: " α) ο κατ/νος (Χ1) ενεφανίσθη στις ... στο ...Αστ. Τμήμα ...και ζήτησε από τον κατά την ώρα εκείνη αρμόδιο αστυνομικό υπάλληλο να προβεί στη θεώρηση ακριβούς φωτοαντιγράφου του υπ' αρ. ... δελτίου αστ. Ταυτότητας, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από το ... αστ. τμήμα ..., στον κάτοχο αυτού Σ1 του... και της ...γεν. στις 20-12-1968. Το φωτοαντίγραφο της παραπάνω αστ. Ταυτότητας εξέδωσε ο ίδιος από ένα πλαστό δελτίο αστ. Ταυτότητας, με τα ίδια στοιχεία, το οποίο κατάρτισε, αφού παραποίησε τα στοιχεία της πραγματικής του αστ, ταυτότητας με αρ. ...., εκδοθείσας από το ... αστ. Τμήμα ...με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και έγχρωμου εκτυπωτή, διατηρώντας τη φωτογραφία και την υπογραφή του. Το πλαστό δε αυτό δελτίο αστ. Ταυτότητας επέδειξε στον ανωτέρω αρμόδιο αστυνομικό υπάλληλο (αστ. Μ1) του ...' αστ. Τμήματος και εξαπατώντας τον ότι είναι γνήσιο, πέτυχε να βεβαιωθεί απ' αυτόν η ακρίβεια του εν λόγω φωτοαντιγράφου. Ακολούθως, του θεωρημένου αυτού πλαστού φωτοτυπικού αντιγράφου της παραπάνω πλαστής ταυτότητας, το προσκόμισε ως δικαιολογητικό για την έκδοση πιστωτικών καρτών στα εις το διατακτικό της παρούσας διαλαμβανόμενα τραπεζικά καταστήματα β) στις 17.7.2001,2.8.2001, 6.8.2001 και 6.9.2001, προέβη στην κατάρτιση των εξής εγγράφων 1) ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών φερομένου ότι εκδόθηκε από το ανύπαρκτο Γυμνάσιο ... για τον καθηγητή Σ1, το οποίο φέρεται ψευδώς ως εκδοθέν από τον εκκαθαριστή του "Γυμνασίου" αυτού Ε1, 2) το εις το διατακτικό διαλαμβανόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος με στοιχεία φορολογουμένου Σ1. Ακολούθως δε τα παραπάνω πλαστά χρησιμοποίησε-μαζί με το προαναφερθέν πλαστό δελτίο ταυτότητας-στις εις το διατακτικό αναφερόμενες τράπεζες και έλαβε πιστωτικές κάρτες όπως ήδη έχει αναφερθεί. Σύμφωνα με τα παραπάνω θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, κατά τα εις το διατακτικό της παρούσης διαλαμβανόμενα."Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, στη συνέχεια, το Εφετείο Θεσ/νίκης κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Α) α) Την 17-7-2001 προσήλθε στο ... ΑΤ ... στον οδό ...και εκεί ζήτησε από τον αστ/κα Μ1 να προβεί στη θεώρηση ακριβούς φωτοαντιγράφου του αριθ. ... Αστ. Δελτίου ταυτότητας το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από το ...ΑΤ ..., στον κάτοχο αυτού Σ1 του ... και της... γεν.20-12-1968. Το φωτοαντίγραφο της προαναφερόμενης ΑΔΤ εξέδωσε ο ίδιος από ένα πλαστό Α.Δ. Ταυτότητας με τα ίδια στοιχεία το οποίο κατάρτισε αφού παραποίησε τα στοιχεία της πραγματικής του αστυνομικής ταυτότητας με αριθ. ... εκδοθείσα από το ΑΤ. ..., με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και έγχρωμου εκτυπωτή, διατηρώντας την φωτογραφία και την υπογραφή του. Το πλαστό αυτό Δελτίο Αστυνομικής ταυτότητας επέδειξε στον ανωτέρω αστυνομικό υπάλληλο και εξαπατώντας τον ότι είναι γνήσιο, πέτυχε να βεβαιωθεί από τον ανωτέρω υπάλληλο η ακρίβεια του φωτοαντιγράφου αυτού. Ακολούθως το θεωρημένο αυτό φωτοτυπικό αντίγραφο της πλαστής ως άνω ταυτότητας προσκόμισε ως δικαιολογητικό για την έκδοση πιστωτικών καρτών στα αντίστοιχα καταστήματα των Τραπεζών στις 17-7-01 EFG EUROBANK υποκατάστημα ... και στις 2-8-01 στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας Δωδεκανήσου. β) Την 17-7-01 και σε άλλη χρονική στιγμή προσήλθε στο ...' ΑΤ ... στην οδό ... και εκεί ζήτησε από τον αστ/κα Μ1 να προβεί στη θεώρηση ακριβούς φωτοαντιγράφου του αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από του ...ΤΑ .., στον κάτοχο αυτού Σ2 του ... και της ... γεν.20-12-1968. Το φωτοαντίγραφο της προαναφερόμενης ΑΔΤ εξέδωσε ο ίδιος από ένα πλαστό Α.Δ. Ταυτότητας με τα ίδια στοιχεία το οποίο κατάρτισε αφού παραποίησε τα στοιχεία της πραγματικής του αστυνομικής ταυτότητας με αριθ. ... εκδοθείσα από το ΑΤ.Α. ..., με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και έγχρωμου εκτυπωτή, διατηρώντας την φωτογραφία και την υπογραφή του. Το πλαστό αυτό Δελτίου και Αστυνομικής ταυτότητας επέδειξε στον ανωτέρω αστυνομικό υπάλληλο και εξαπατώντας τον ότι είναι γνήσιο, πέτυχε να βεβαιωθεί από τον ανωτέρω υπάλληλο η ακρίβεια του φωτοαντιγράφου αυτού. Ακολούθως το θεωρημένο αυτό, φωτοτυπικό αντίγραφο της πλαστής ως άνω ταυτότητας προσκόμισε ως δικαιολογητικό για την έκδοση πιστωτικής κάρτας υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας .... γ) Την 5-9-01 προσήλθε στο ... ΑΤ ... στην οδό ... και εκεί ζήτησε από τον ανθ/μο... να προβεί στη θεώρηση ακριβούς φωτοαντιγράφου του αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από το..' ΤΑ ... στον κάτοχο αυτού Σ3 του ... και της ... γεν 20-12-1968. Το φωτοαντίγραφο της προαναφερόμενης ΑΔΤ, εξέδωσε ο ίδιος από ένα πλαστό Α.Δ. Ταυτότητας με τα ίδια στοιχεία το οποίο κατάρτισε αφού παραποίησε τα στοιχεία της πραγματικής του αστυνομικής ταυτότητας με αριθμ. ... εκδοθείσα από το ΑΤ.Α.... με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και έγχρωμου εκτυπωτή, διατηρώντας την φωτογραφία του. Το πλαστό αυτό Δελτίο Αστυνομικής ταυτότητας επέδειξε στον ανωτέρω αστυνομικό υπάλληλο και εξαπατώντας τον ότι είναι γνήσιο, πέτυχε να βεβαιωθεί από τον ανωτέρω υπάλληλο η ακρίβεια του φωτοαντιγράφου αυτού. Ακολούθως το θεωρημένο αυτό φωτοτυπικό αντίγραφο της πλαστής ως άνω ταυτότητας προσκόμισε ως δικαιολογητικό για την έκδοση πιστωτικής κάρτας στις 6-9-01 στο υποκατάστημα της ΕΤΕ ....Β) Στις 17-7-01, 2-7-01,6-8-01 και 6-9-01 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε και χρήση αυτών των πλαστών εγγράφων. Ειδικότερα κατάρτισε: 1) α) Ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών φερομένου ως εκδοθέντος από το ανύπαρκτο Γυμνάσιο ... για τον καθηγητή Σ1 και το οποίο φέρεται ότι υπέγραψε ο Εκκαθαριστής του Γυμνασίου Ε1. β) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με στοιχεία φορολογουμένου Σ1 με ΑΦΜ ...οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε παραποιώντας με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή το δικό του αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2000, με ΑΦΜ ... και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου. Ακολούθως τα έγγραφα αυτά προσκόμισε στις 17-7-01 μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας το οποίο υφάρπαξε κατά τον περιγραφόμενο υπό στοιχ. Α 1α του παρόντος τρόπο, ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του υποκαταστήματος της Τράπεζας EFG EUROPANK υποκατάστημα ..., και ζήτησε με αίτηση του με το ονοματεπώνυμο Σ1 την έκδοση πιστωτικής κάρτας (MATERCARD) η οποία και τελικά δεν εκδόθηκε διότι αποκαλύφθηκε η δράση του κατηγορουμένου.2) α) ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών φερομένου ως εκδοθέντος από το ανύπαρκτο Γυμνάσιο... για τον καθηγητή Σ1 το οποίο φέρεται ότι υπέγραψε ο Εκκαθαριστής του Γυμνασίου Ε1. β)Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με στοιχεία φορολογουμένου Σ1 με ΑΦΜ ... οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε παραποιώντας με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή το δικό του αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2000 με ΑΦΜ ... και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου, γ) αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2001 με τα στοιχεία Σ1 και ΑΦΜ ...και ΑΔΤ ... το οποίο κατάρτισε με τη χρήση Η/Υ παραποιώντας τα στοιχεία της δικιάς του γνήσιας αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης. Ακολούθως τα έγγραφα αυτά προσκόμισε στις 2-8-01 μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθ.... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, το οποίο υφάρπαξε κατά τον περιγραφόμενο υπό στοιχ. Αα του παρόντος τρόπο, ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου ... του υποκαταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας υποκατάστημα ...,(ο οποίος και στη συνέχεια τον αναγνώρισε ανεπιφύλακτα) και ζήτησε με αίτηση του και με το ονοματεπώνυμο Σ1 την έκδοση πιστωτικής κάρτας ΕΜΠΟΡΟΚΑΡΤΑ VISA η οποία και εκδόθηκε στις 7-8-01 πλην όμως δεν πρόλαβε να παραδοθεί στα χέρια του διότι στο μεταξύ έγινε γνωστή η παράνομη δράση του. 3) α) Ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών φερομένου ως εκδοθέντος από το ανύπαρκτο Γυμνάσιο ... για τον καθηγητή του Σ2, το οποίο φέρεται ότι υπέγραψε ο Εκκαθαριστής του Γυμνασίου Ε1. β)Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με στοιχεία Φορολογουμένου Σ2 με ΑΦΜ ...οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε παραποιώντας με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή το δικό του αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2000 με ΑΦΜ .... και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου. Ακολούθως τα έγγραφα αυτά προσκόμισε στις 6-8-01 μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθ. ...Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, το οποίο υφάρπαξε κατά τον περιγραφόμενο υπό στοιχ. Α1α του παρόντος τρόπο ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου ... του υποκαταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας, υποκατάστημα ... (ο οποίος και στη συνέχεια τον αναγνώρισε ανεπιφύλακτα) και ζήτησε με αίτηση του και με το ονοματεπώνυμο Σ2 του ... την έκδοση πιστωτικής κάρτας ΕΜΠΟΡΟΚΑΡΤΑ VISA, η οποία και τελικά δεν εκδόθηκε, διότι στο μεταξύ έγινε γνωστή η παράνομη δράση του.4)α) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με στοιχεία φορολογουμένου Σ3 με ΑΦΜ ...οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε παραποιώντας με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή το δικό του αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2000 με ΑΦΜ ....και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου. β) αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2001 με τα στοιχεία Σ3 και ΑΦΜ ... και ΑΔΤ ..., το οποίο κατάρτισε με τη χρήση Η/Υ, παραποιώντας τα στοιχεία της δικιάς του γνήσιας αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης. Ακολούθως τα έγγραφα αυτά προσκόμισε στις 6-8-01 μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, το οποίο υφάρπαξε κατά τον περιγραφόμενο υπό στοιχ. Α1 του παρόντος τρόπο το όνομα Σ3 ενώπιον της αρμοδίου υπαλλήλου ...του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας υποκατάστημα.... και ζήτησε με αίτηση του και με το ονοματεπώνυμο Σ3 την έκδοση πιστωτικής κάρτας MASTERCARD η οποία και τελικά δεν εκδόθηκε διότι στο μεταξύ έγινε γνωστή η παράνομη δράση του. Με τις παραπάνω παραδοχές στο σκεπτικό της αποφάσεως αλληλοσυμπληρουμένης και με το διατακτικό της, 1) ως προς τις παραπάνω με στοιχεία Αα, Β1α και Β1β, πράξεις, υπάρχει η απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά καθώς επίσης και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 § 1, 220 β' ΠΚ που εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην απόφαση τα συγκροτούντα την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, πραγματικά περιστατικά, και ακόμη, ως προς την πράξη της πλαστογραφίας, με την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, επαρκώς αιτιολογείται και ο σκοπός του αναιρεσείοντος, να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπάλληλους των τραπεζών περί της γνησιότητας των πλαστών εγγράφων. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, ως προς την ειδικότερη πράξη της υφαρπαγής της ψευδούς βεβαίωσης, που τελέστηκε με την εξαπάτηση του αστυφύλακα Μ1, (με στοιχ. Αα), δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογείται, ειδικώς, ο δόλος του αναιρεσείοντος αφού αυτός προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται στην ενοχή του κατηγορουμένου.
Συνεπώς οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ως προς τις παραπάνω ειδικότερες, πράξεις είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Αντίθετα ως προς τις λοιπές (δύο) αξιόποινες πράξεις της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και (επτά) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, η απόφαση στερείται της κατά τα ανωτέρω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι στο σκεπτικό της απόφασης δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν τις πράξεις αυτές, ούτε παρατίθενται σκέψεις και συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Δικαστήριο που την εξέδωσε, κατέληξε στην περί ενοχής κρίση του. Εξάλλου στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι δυνατή η συμπλήρωση της αιτιολογίας της απόφασης από το διατακτικό της, ως προς τις πράξεις αυτές, διότι πρόκειται για καθολική αναφορά, εκ της οποίας δεν καλύπτεται η έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, που προβάλλεται με τους πρόσθετους λόγους, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τις παραπάνω πράξεις είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση, ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν, αλλά και εκείνη της επιβολής της ποινής, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως(άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, την 542/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα: Ι) ως προς τις διατάξεις της, με τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων για τις μερικότερες πράξεις που αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης αυτής α) με στοιχ. Αβ και Αγ (υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως που φέρεται ότι τέλεσε 1) την 17η-7-01 και σε άλλη χρονική στιγμή, από εκείνη κατά την οποία τέλεσε την με στοιχείο Αα και 2) υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως την οποία φέρεται ότι τέλεσε την 5-9-01) και β) με στοιχεία Β2α, Β2β, Β2γ, Β3α, Β3β, Β4α και Β4β (πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση, που αναφέρεται στην κατάρτιση των φερομένων ως πλαστών και τη χρήση των παρακάτω εγγράφων και ειδικότερα, του ενημερωτικού σημειώματος αποδοχών, του εκκαθαριστικού σημειώματος και της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, με τα στοιχεία του Σ1, του ενημερωτικού σημειώματος αποδοχών και του εκκαθαριστικού σημειώματος φόρου εισοδήματος με τα στοιχεία του Σ2 και του εκκαθαριστικού σημειώματος φόρου εισοδήματος και τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος με τα στοιχεία του Σ3) και
ΙΙ) ως προς τη διάταξή της με την οποία επιβλήθηκε η ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους, κατά τα λοιπά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία μετά χρήσεως, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση. Αναιρεί εν μέρει για έλλειψη αιτιολογίας. Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος για εκ νέου συζήτηση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία, Αναίρεση μερική.
| 0
|
Αριθμός 1609/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ...που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ανδρουλάκη, περί αναιρέσεως της 302/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 κάτοικο ... που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 667/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 και 28 του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της εξ αμελείας ανθρωποκτονίας απαιτείται το αποτέλεσμα, που επήλθε, να οφείλεται σε αμέλεια του υπαιτίου, η οποία, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 28 Π.Κ., εμφανίζεται είτε ως συνειδητή αμέλεια, που υφίσταται, όταν ο δράστης προβλέπει μεν ότι από τη συμπεριφορά του είναι δυνατόν να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, δεν απέχει όμως από αυτή, γιατί πιστεύει, ότι δεν θα επέλθει τέτοιο αποτέλεσμα, είτε με τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν λείπει από τον υπαίτιο κάθε πρόβλεψη για ενδεχομένη παραγωγή του αξιοποίνου αποτελέσματος, που προκλήθηκε από την πράξη του. Έτσι το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα εξ αμελείας, πρέπει, ενόψει της προαναφερθείσας διακρίσεως, να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη αμελείας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε η απόφαση αυτή να έχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Περαιτέρω, όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, η οποία προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για την κατ' αυτό τον τρόπο τελούμενη ανθρωποκτονία από αμέλεια, που συντελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή όχι μόνον των όρων του άρθρου 28 Π. Κ., αλλά και εκείνων του άρθρου 15 Π.Κ., κατά το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη της αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται, όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στη διακώλυση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ύπαρξη τέτοιας ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως σε έγκλημα, που τελείται από παράλειψη, μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη του νόμου ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, τα οποία συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, είτε από σύμβαση, είτε από προηγουμένη συμπεριφορά του υπαιτίου εκ της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος και πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Όταν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν μπορούμε να φανταστούμε ότι αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια, που δεν έγινε, τότε με πιθανότητα που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πατρών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 302/2009 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτός συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "Η πολιτικώς ενάγουσα Ψ1 στο παρελθόν είχε μία εξωμήτριο κύηση και της είχαν αφαιρέσει μία σάλπιγγα. Αυτή ήθελε να μείνει έγκυος και για το σκοπό αυτό επισκέφτηκε τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 καθηγητή της γυναικολογίας, καθόσον αυτός θεωρούνταν καλός γιατρός. Πράγματι, αυτή με τη φροντίδα του κατηγορουμένου αυτού έμεινε έγκυος. Αυτός τον Ιούλιο του 2001 της έκανε περίδεση μήτρας, διότι παρουσίασε αιμορραγία και είχε δίδυμη κύηση. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος αυτός παρέπεμψε την πολιτικώς ενάγουσα Ψ1 στο δεύτερο κατηγορούμενο Χ2, πτυχιούχο της ιατρικής και τον συνέστησε ως συνεργάτη του και της είπε ότι μπορεί να τον επισκέπτεται, όταν ο ίδιος απουσιάζει. Στις αρχές Οκτωβρίου 2001 η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα ενεφάνισε προβλήματα στην εγκυμοσύνη της. Αυτή επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 ο οποίος της είπε να πάει στο Π.Π.Γ.Ν..... Εκεί αυτή δε συνάντησε καθόλου τον κατηγορούμενο αυτόν, αλλά μόνο το δεύτερο κατηγορούμενο Χ2. Ο τελευταίος την επισκέφθηκε τόσο στην αίθουσα τοκετού, όπου την εισήγαγαν για την αντιμετώπιση του προβλήματος στην εγκυμοσύνη της όσο και στην εντατική, όπου την μετέφεραν μετά τον τοκετό. Ενόψει αυτών η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα δεν είχε την άμεση και συνεχή παρακολούθηση του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 ο οποίος ήταν ο προσωπικός της γιατρός. Η παρακολούθηση αυτή ήταν αναγκαία λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της εγκυμονούσας πολιτικώς ενάγουσας, ώστε σε περίπτωση που θα διαπιστωνόταν ότι αυτή θα οδηγούνταν σε πρόωρο τοκετό που θα ενείχε κίνδυνο για τη ζωή των εμβρύων, να αφαιρούνταν τα έμβρυα με καισαρική τομή που θα μείωνε τον κίνδυνο θανάτου αυτών λόγω αναπνευστικής ανεπάρκειας κα περιγεννητικής ασφυξίας. Πλην όμως η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα οδηγήθηκε στο χειρουργείο στις 14-10-2001 με μεγάλη καθυστέρηση, ενώ είχε εξέλθει το άκρο του ποδιού του ενός εμβρύου. Αυτό συνέβη λόγω των πελατειακών σχέσεων που είχε οργανώσει ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 που κάποιες ασθενείς τις αναγόρευε σε προσωπικές του ασθενείς και τις μεταχειριζόταν ως πελάτισσες του και ενώ αυτές βρίσκονταν σε δημόσιο νοσοκομείο, δεν υπήρχε εύκολα δυνατότητα παρέμβασης στις περιπτώσεις αυτές άλλων γιατρών της Γυναικολογικής Κλινικής. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα που η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα εισήλθε στη Γυναικολογική Κλινική με σοβαρό πρόβλημα ρήξης θυλακίου και απουσίαζε ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 λόγω προβλημάτων υγείας, δεν επιλήφθηκε του περιστατικού αυτού της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας κανένας άλλος γιατρός, εκτός από το δεύτερο κατηγορούμενο Χ2, που απλά ήταν πτυχιούχος της Ιατρικής Σχολής, εμφανιζόταν μεν ότι πραγματοποιούσε κάποια διδακτορική διατριβή στη Μαιευτική Γυναικολογία με θέμα τη μελέτη της παραγωγικότητας, υπογονιμότητας και της ενδομητρίωσης κυστών στις μήτρες των γυναικών, αλλά στην πραγματικότητα ενεργούσε ως όργανο του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 στο χώρο της Γυναικολογικής Κλινικής. Μετά την απουσία του παραπάνω κατηγορουμένου, που εφάρμοζε τη συγκεκριμένη τακτική στη Γυναικολογική Κλινική και την έλλειψη γνώσης και εμπειρίας από το δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 που ενεργούσε παράνομα κατ' εντολή του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 αφού δεν ήταν γυναικολόγος, δεν υπήρχε η παρακολούθηση που έπρεπε, η διάγνωση της σοβαρότητας της περίπτωσης αυτής, ούτε σχεδιασμός αντιμετώπισης αυτής σε περίπτωση πρόωρου τοκετού. Έτσι, δε διαγνώστηκε έγκαιρα ο επερχόμενος τοκετός, ούτε το γεγονός ότι το πρώτο εξερχόμενο έμβρυο είχε λάβει θέση εξόδου από τη μήτρα ανάποδα με τα πόδια, γεγονός που σε συνδυασμό με το ότι τα έμβρυα ήταν δίδυμα αύξανε τον κίνδυνο και ιατρικά πλέον ασφαλής ήταν η αφαίρεση των εμβρύων με καισαρική τομή. Ασφαλώς, εάν η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα γνώριζε την πραγματική κατάσταση ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 δεν ήταν γυναικολόγος δε θα εμπιστευόταν σ' αυτόν την παρακολούθηση της. Αποτέλεσμα ήταν, όταν ο τοκετός επήλθε πρόωρα με εμφανή σημεία από νωρίς το απόγευμα της 14ης-10-2001 με πόνο στη μέση που δεν μπορούσε να εκτιμήσει η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα, για τον οποίο παραπονέθηκε σε ειδικευόμενο γιατρό της Γυναικολογικής Κλινικής, που πραγματοποίησε επίσκεψη στο θάλαμο της και παράλληλα αυτή εμφάνιζε μεγάλη απώλεια αμνιακού υγρού, για τα οποία συμπτώματα κλήθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 και επιλήφθηκε αυτών, ο τελευταίος από έλλειψη γνώσεων δεν μπόρεσε να προβεί σε ορθή εκτίμηση της κατάστασης της πολιτικώς ενάγουσας που επέβαλε την άμεση μεταφορά της στο χειρουργείο και την εφαρμογή της καισαρικής τομής. Αντίθετα ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 παρέμεινε προς παρακολούθηση της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας και την καθησύχαζε, ώστε να μην ανησυχεί και ότι το πρόβλημα της αντιμετωπίζεται σωστά. Έτσι, υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση 6-7 ωρών, κατά τη διάρκεια των οποίων τα έμβρυα ήταν εκτεθειμένα σε σοβαρό κίνδυνο ασφυξίας από την έλλειψη οξυγόνου. Η εισαγωγή της πολιτικώς ενάγουσας στην αίθουσα τοκετού του χειρουργείου ήταν αναπόφευκτη, στην οποία υποχρεώθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 όταν είδε να εξέρχεται από τα γεννητικά όργανα της το άκρο του ποδιού του ενός εμβρύου. Τότε για πρώτη φορά ειδοποιήθηκε ο εφημερεύων ιατρός ...., ο οποίος επιλήφθηκε του περιστατικού, χωρίς από την ένορκη κατάθεση του ίδιου ή άλλο αποδεικτικό μέσο να προκύπτει ότι προϋπήρξε προηγούμενη ενασχόληση αυτού με τη συγκεκριμένη περίπτωση. Πλέον η κατάσταση της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας ήταν αρκετά επιβαρυμένη, δεδομένου ότι αυτή εμφάνιζε εμετούς προφανώς από την τοκολυτική αγωγή που της χορηγούνταν από το στόμα και έντονη ανησυχία, για το λόγο αυτό της έγινε νάρκωση που δεν συνηθίζεται σε φυσιολογικούς τοκετούς και μετά τον τοκετό οδηγήθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Ανάλογα επιβαρυμένη ήταν και η κατάσταση των εμβρύων που επί πολλές ώρες παρέμειναν εκτεθειμένα στην έλλειψη οξυγόνου μετά την έναρξη του τοκετού και την απώλεια μεγάλης ποσότητας αμνιακού υγρού. Έτσι, η εφαρμογή της καισαρικής τομής και μάλιστα μετά την έξοδο του ενός εμβρύου από τα γεννητικά όργανα της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας ήταν αδύνατη και υποχρεωτικά ακολουθήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση φυσιολογικός τοκετός με τον αυξημένο κίνδυνο που αυτός ενείχε. Τελικά, τα έμβρυα επιβίωσαν μία εβδομάδα περίπου μετά τη γέννησή τους και μεταφέρθηκαν στην Παιδιατρική Κλινική του ίδιου νοσοκομείου, όπου παρέμειναν νοσηλευόμενα, ενώ σύμφωνα με τα ιατρικά πιστοποιητικά ο θάνατος τους οφειλόταν σε προωρότητα, σε περιγεννητική ασφυξία, σε ΙΣΑΔ, σε αναπνευστική ανεπάρκεια και σε εγκεφαλική αιμορραγία. Γεγονός είναι ότι τα έμβρυα γεννήθηκαν πρόωρα την 27η εβδομάδα της κύησης, πλην όμως ο θάνατος αυτών δεν οφείλεται στην προωρότητα, αφού, σύμφωνα με τα επιστημονικά δεδομένα, τα έμβρυα είναι βιώσιμα, ακόμα και αν γεννιούνται μετά την 24η εβδομάδα της κύησης, οπότε αν υπάρχει δυνατή αντιμετώπιση της κάθε περίπτωσης, υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιβίωσης αυτών σε ποσοστά για τα οποία έχουν δια τυπωθεί διαφορετικές επιστημονικές απόψεις. Ενόψει όσων εκτέθηκαν παραπάνω ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε σύμφωνα με τους κανόνες που ρυθμίζουν την άσκηση του επαγγέλματος του και τις κρατούσες συνθήκες στον οικείο τομέα δραστηριότητάς του και μπορούσε να καταβάλλει σύμφωνα με τις προσωπικές του ικανότητες δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που επέφερε η πράξη του. Ειδικότερα αυτός ευθύνεται για το θάνατο των δύο νεογνών, διότι ως θεράπων γιατρός της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας και έχοντας την εποπτεία της Μαιευτικής Κλινικής του Π.Π.Γ.Ν. ..., παρέλειψε να εποπτεύσει προσωπικά την πορεία της κύησης αυτής τόσο κατά την εισαγωγή αυτής στο νοσοκομείο όσο και κατά τον τοκετό, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η επιτυχής ιατρική αντιμετώπισή του, αλλά ανέθεσε στο δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 την παρακολούθηση της, τον οποίο συνέστησε ως συνεργάτη του και ο οποίος ήταν ανειδίκευτος γιατρός και δεν μπορούσε να παρακολουθεί ένα τόσο σοβαρό περιστατικό, ούτε καν ορθή τοκολυτική αγωγή ακολούθησε, αφού τη χορήγησε από το στόμα και όχι ενδοφλεβίως, με αποτέλεσμα την παραπάνω σοβαρή διαταραχή της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας. Έτσι, η τελευταία οδηγήθηκε σε πρόωρο τοκετό κατά τη διάρκεια του οποίου απουσίαζε ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 και δεν ήταν πλέον δυνατή η καισαρική τομή σ' αυτή. Εξαιτίας των παραπάνω παραλείψεων του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 τα δύο έμβρυα κατά τη γέννησή τους παρουσίασαν προγεννητική ασφυξία, οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια και εγκεφαλική αιμορραγία και από τις οποίες επήλθε ο θάνατος τους στις 20 και 21-10-2001, αντίστοιχα, ο οποίος δεν θα επερχόταν αν είχε λάβει χώρα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση και θεραπεία της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας. Επίσης, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε σύμφωνα με τους κανόνες που ρυθμίζουν την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος και τις κρατούσες συνθήκες, στον οικείο τομέα δραστηριότητας του και μπορούσε να καταβάλει σύμφωνα με τις προσωπικές του ικανότητες, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προξένησε η πράξη του. Ειδικότερα, αυτός ευθύνεται για το θάνατο των δύο νεογνών, διότι ανέλαβε την παρακολούθηση της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας και την αντιμετώπιση των προβλημάτων της εγκυμοσύνης της κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο παραπάνω νοσοκομείο, χωρίς να είναι γιατρός γυναικολόγος, αλλά πτυχιούχος της Ιατρικής και υποψήφιος διδάκτορας στη Μαιευτική Γυναικολογία, χωρίς δηλαδή να έχει εξειδικευμένες γνώσεις και ικανότητες, με συνέπεια να μην μπορεί να διαγνώσει τη σοβαρότητα της κατάστασης της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας και να ενημερώσει για την ακριβή κατάσταση της κύησης τον παραπάνω πρώτο κατηγορούμενο, θεράποντα γιατρό της, ο οποίος απουσίαζε, ώστε αυτή να τύχει της ενδεδειγμένης ιατρικής αντιμετώπισης και να οδηγηθεί σε πρόωρο τοκετό και σε θάνατο των νεογνών. Επομένως, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή για την οποία κατηγορούνται". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναίρεσε ίων κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ένοχος για ανθρωποκτονία από αμέλεια, κατά συρροή, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ. 1β, 28, 79, 302 παρ. 1 ΠΚ και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, με την απόφαση γίνεται δεκτό ότι: 1) κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η πολιτικώς ενάγουσα εισήλθε στη γυναικολογική κλινική του Νοσοκομείου, με σοβαρό πρόβλημα ρήξης θυλακίου, ο αναίρεσε ίων απουσίαζε λόγω προβλημάτων υγείας και 2) "αυτός ευθύνεται για το θάνατο των νεογνών, διότι ως θεράπων γιατρός της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας και έχοντας την εποπτεία της Μαιευτικής Κλινικής του Π.Π.Γ.Ν. ..., παρέλειψε να εποπτεύσει προσωπικά την πορεία της κύησης αυτής, τόσο κατά την εισαγωγή αυτής στο νοσοκομείο όσο και κατά τον τοκετό, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η επιτυχής ιατρική αντιμετώπισή του...", δίχως να διευκρινίζεται και ειδικά να αιτιολογείται ότι, αν και είχε προβλήματα υγείας, είχε τη δυνατότητα να παραβρεθεί και να επιληφθεί προσωπικά του κρίσιμου τοκετού. Περαιτέρω γίνεται δεκτό 1) ότι, λόγω της ιδιότητας της πολιτικώς ενάγουσας, "ως προσωπικής ασθενούς του αναιρεσείοντος", δεν επιλήφθηκε του περιστατικού αυτού κανένας άλλος γιατρός, εκτός από το δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 που απλά ήταν πτυχιούχος της Ιατρικής σχολής και συνεργάτης του και 2) ο Χ2 "την επισκέφθηκε τόσο στην αίθουσα του τοκετού, όπου την εισήγαγαν για την αντιμετώπιση του προβλήματος στην εγκυμοσύνη της όσο και στην εντατική, όπου τη μετέφεραν μετά τον τοκετό..." δίχως να διευκρινίζεται αν οι ενέργειες αυτές έγιναν με την εντολή του εφημερεύοντος ή κάποιου γιατρού της μαιευτικής κλινικής, από αυτούς που την είχαν στελεχώσει και βρισκόταν σ' αυτήν, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ή άλλου προσώπου και στην τελευταία περίπτωση αν είχαν ενημερωθεί οι υπηρετούντες στην κλινική αυτή γιατροί (εφημερεύοντες κλπ), για την κρισιμότητα του περιστατικού και ο λόγος για τον οποίο δεν επιλήφθηκαν αυτού, εγκαίρως, όπως είχαν υποχρέωση, λόγω της ιδιότητας των. Τέλος, ενώ γίνεται δεκτό ότι "ότι τα έμβρυα γεννήθηκαν πρόωρα την 27η εβδομάδα της κύησης, πλην όμως ο θάνατος αυτών δεν οφείλεται στην προωρότητα, αφού, σύμφωνα με τα επιστημονικά δεδομένα, τα έμβρυα είναι βιώσιμα, ακόμη και αν γεννιούνται μετά την 24η εβδομάδα της κύησης, οπότε, αν υπάρχει δυνατή αντιμετώπιση της κάθε περίπτωσης, υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιβίωσης αυτών σε ποσοστά για τα οποία έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις", όμως: α) δεν παρατίθενται στην απόφαση οι επιστημονικές απόψεις, οι οποίες, κατά την κρίση του Εφετείου, ταυτίζονται με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, ως προς την δυνατότητα επιβίωσης των πρόωρα γεννηθέντων βρεφών β)δεν διευκρινίζεται αν στην προκειμένη περίπτωση υπήρχαν οι προϋποθέσεις που τάσσονται από τις επιστημονικές απόψεις, που προεκτέθηκαν, για την επιβίωση των παραπάνω βρεφών, εφόσον είχε επιτευχθεί η γέννησή τους με καισαρική τομή, αν υπήρχε δυνατότητα αντιμετώπισης της κατάστασης των πρόωρων βρεφών και τέλος αν οι αναφερόμενες "σοβαρές πιθανότητες επιβίωσης" των βρεφών πλησίαζαν τα όρια της βεβαιότητας, στην περίπτωση που η πολιτικώς ενάγουσα είχε γεννήσει με καισαρική τομή. Με τα δεδομένα αυτά οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβάσεως, είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον αναιρεσείοντα, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (519 ΚΠΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, ως προς τον αναιρεσείοντα, την 302/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή. Αναιρεί για εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 28 και 302 του Π.Κ.
|
Συρροή εγκλημάτων
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
Αριθμός 1608/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλειδαρά, περί αναιρέσεως της 2185/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 674/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 70 παρ. 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων της χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2081/1995, ορίζεται, "όποιος εκχερσώνει, υλοτομεί αποψιλωτικά ή καλλιεργεί έκταση δημόσια ή ιδιωτική που κηρύχθηκε αναδασωτέα, τιμωρείται...". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 παρ.1 του ίδιου νόμου (998/1979),ορίζεται," κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως αναδασωτέα τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, ανεξαρτήτως της ειδικωτέρας κατηγορίας αυτών ή της θέσεως στην οποίαν βρίσκονται, εφόσον ταύτα καταστρέφονται ή αποψιλούνται συνεπεία πυρκαϊάς ή παρανόμου υλοτομίας κλπ", κατά δε το άρθρο 41 παρ. 1, ορίζεται, " η κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων ενεργείται δι' αποφάσεως του οικείου Νομάρχη, καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίον δημοσιεύεται εν φωτοσμικρύνσει μετά της αποφάσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Επομένως, στην απόφαση που καταδικάζει για παράβαση του άρθρου 70 παρ. 1 του ν. 998/1979, πρέπει να αναφέρονται η απόφαση του Νομάρχη, το σχετικό σχεδιάγραμμα και η δημοσίευση αυτών στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Περαιτέρω, κατ'άρθρο 71 παρ.1 του ιδίου ως άνω νόμου 998/1979, όπως αντικ. με άρθρο 46 παρ.1 του ν. 2145/1993, ορίζεται, "εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος ή καθ'υπέρβαση των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων εξαιρέσεων, την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος, οριστικής ή προσωρινής μορφής ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση, εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή...".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατ' είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθενται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σχετικά με το έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 70 παρ.1, δεν απαιτείται να αναφέρεται στην απόφαση βάσει ποιας πράξεως ή αποφάσεως της Διοικήσεως η έκταση αυτή, επί της οποίας ο κατηγορούμενος προέβη στις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, έχει χαρακτηρισθεί ως δασική, γιατί οποιαδήποτε έκταση της Ελληνικής Επικράτειας, δημόσια ή ιδιωτική που καλύπτεται από αραιά ή πενιχρή βλάστηση οποιασδήποτε διαπλάσεως και ειδικότερα, από δασικά είδη αείφυλλων, πλατύφυλλων (κουμαριές, σχοίνους, ρείκια, κλπ), χαρακτηρίζεται ως δασική από το άρθρο 3 παρ.2 Ν. 998/79. Ούτε άλλωστε απαιτείται ο καθ' όρια προσδιορισμός της εκχερσωθείσας εκτάσεως, εφόσον δεν ανακύπτει ζήτημα ταυτότητας της δασικής εκτάσεως. Η ανέγερση δε οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος εντός εκτάσεως κηρυχθείσας ως αναδασωτέας, δεν τιμωρείται κατά το άνω άρθρο 70 και είναι ανέγκλητη ποινικά, ενώ τιμωρούνται κατά το άρθρο 71 παρ.1,3 του ν. 998/1979, οι άνω κατασκευές εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, αν παραβλάπτουν καθ'οινδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή της δασικής εκτάσεως. Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίασή της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2185/2008 απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται σε αυτή, (κατάθεση μάρτυρος, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και αναγνωσθέντα έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια συνηγόρου), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, στο αιτιολογικό του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά : "αποδείχθηκε ότι: Το άρθρο 71 του ν.998/79 ουδέν διαλαμβάνει και επομένως δεν προβλέπει ποινική και διοικητική κύρωση για κτίσματα και εγκαταστάσεις που έχουν ανεγερθεί ή ανεγείρονται επί ήδη κηρυχθείσας αναδασωτέας έκτασης που κηρύχθηκε ως τέτοια συνεπεία καταστροφής της δασικής βλάστησης. Και τη μεν καταστροφή δι'εκχερσώσεως ή δια αποψιλωτικής υλοτομίας ως και την καλλιέργεια δημοσίας ή ιδιωτικής έκτασης που έχει ήδη κηρυχθεί αναδασωτέα τιμωρεί ο νομοθέτης με τις στο άρθρο 70 παρ.1 998/79 προβλεπόμενες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, την δε ανέγερση κτίσματος, επί ήδη κηρυχθείσας αναδασωτέας έκτασης, ουδέν και το άρθρο 70 ν. 998/79 διαλαμβάνει και επομένως δεν τιμωρεί αυτή ποινικά και διοικητικά. Ο κατηγορούμενος σε χρόνο που σαφώς προσδιορίζεται και πέραν της 30-8-2001, έως και 3-9-2001, όπως προκύπτει από τις σαφείς καταθέσεις του μάρτυρα του κατηγορητηρίου δασοφύλακα Φ1 στην παρούσα και σε προηγούμενες δίκες, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, σε ιδιωτική δασική έκταση που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...και είναι δασική διότι αποτελείτο από σχίνα, πουρνάρια και ρείκια, δηλαδή βλάστηση που συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και στην εξυπηρέτηση της υγιεινής διαβίωσης του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον, επιχείρησε ανεπίτρεπτη μεταβολή της χρήσης της έκτασης αυτής, ανεγείροντας ως κατασκευαστής κτίσμα εντός αυτής χωρίς δικαίωμα ήτοι 1 μανδρότοιχο με ύψος 2 μέτρα και μήκος 123 μέτρα με συνέπεια την καταστροφή της δασικής βλάστησης. Το ιδιωτικό δάσος αυτό είχε αναγνωριστεί με την υπ'αριθμ. ... απόφαση του Υπ.Γεωργίας στο όνομα Ι1 και την παραπάνω πράξη του ο κατ/νος τέλεσε με πρόθεση δεδομένου ότι γνώριζε ότι επρόκειτο για δασική έκταση, αφού μολονότι ο δασοφύλακας Φ1 τον πληροφόρησε για τούτο καλώντας τον να σταματήσει τις εργασίες, αυτός συνέχισε και τις ολοκλήρωσε στις 3-9-2001. Αναφορικά με το χρόνο τέλεσης της πράξης ο μάρτυρας Φ1 κατέθεσε κατηγορηματικά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πως οι εργασίες γίνοντας και από 30-8-2001 έως 2-9-2001. Εξάλλου, ο ίδιος είχε καταθέσει, όπως ορθά η εκκαλουμένη αξιολόγησε την κατάθεσή του στη δικάσιμο της 8-11-06 ενώπιον του Μον.Πρωτ. Ναυπλίου, ότι και την ίδια την ημέρα της 3-9-2001 που ξαναπήγε στο χώρο των εργασιών δούλευαν οι εργάτες και ειδικά κατέθεσε πως στις 3-9-01 έκαναν στηρίγματα, μετά σοβάτιζαν, έβαφαν. Και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε τα ίδια και ειδικότερα ότι "από τις 30-8-2001 ως την 3-9-2001 είδα κατασκευές διαφορετικές ανάμεσα στα διαστήματα αυτά. Ο μαντρότοιχος στο ιδιωτικό μέρος ολοκληώθηκε μεταξύ τις 30-8-2001 και της 3-9-2001 μία ημέρα δηλαδή πριν πάω εγώ. Ήταν όλα φρέσκα ακόμα όπως άμμος, χαλίκια, τσιμεντόλιθοι. Στις 3-9-2001 δούλευαν ακόμα κάποιοι στα αγροτικά τμήμα των εκτάσεων αυτών". Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος ο κατ/νος για την ανεπίτρεπτη μεταβολή χρήσης κατ'άρθρο 71 παρ.1 ν.998/79 στην ως άνω ιδιωτική δασική έκταση, απορριπτομένου του περί παραγραφής του αξιοποίνου ισχυρισμού του και αθώος για την κατασκευή τοιχείου μήκους 111 μέτρων και ύψους 2 μέτρων, εντός της κηρυχθείσας με την 2562/01 απόφασης του Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου αναδασωτέας έκτασης 4.233,75 τ.μ., που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 552/12-7-01) και συνοδεύεται από το οικείο σχεδιάγραμμα, που δεν τιμωρείται, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 70 παρ.1 και 71 παρ.1 ν.998/79, καθόσον μάλιστα μεταξύ του χαρακτηρισμού μιας έκτασης ως δάσους ή δασικής και ως αναδασωτέας υφίσταται ουσιαστική εννοιολογική διαφορά".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, αφού αναγνώρισε στον κατηγορούμενο τη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 α του ΠΚ, τον κήρυξε : α) ένοχο του ότι "Στην δασική θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Δήμου ... στις 3-9-2001, ως κατασκευαστής έβλαψε την κατά προορισμό χρήση του ως άνω ιδιωτικού δάσους με τα αναφερόμενα στο υπό στοιχείο Α του παρόντος χαρακτηριστικά, που είχε αναγνωριστεί με την με αριθμ. ... απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας στο όνομα του Ι1 η οποία μπορούσε να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, αφού χωρίς την άδεια της δασικής αρχής προέβει στην ανέγερση ενός μανδρότοιχου εντός του ως άνω δάσους που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα περιοχή με την 2562/22-6-2001 απόφαση του Περιφερειάρχη Πελοποννήσου (ΦΕΚ 552/12-7-2001) και ειδικότερα ενός με ύψος δύο (2) μέτρα και μήκος εκατόν είκοσι τρία (123) μέτρα με συνεπεία την καταστροφή της αναφυείσας δασικής βλάστησης η οποία αποτελούνταν από σχίνα πουρνάρια και ρείκια". Και β) Κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο του ότι "Στη δασική θέση .... της κτηματικής περιφέρειας Δήμου ... στις 3-9-2001, ως κατασκευαστής έβλαψε την κατά προορισμό χρήση του ως άνω ιδιωτικού δάσους με τα αναφερόμενα στο υπό στοιχείο Α του παρόντος χαρακτηριστικά, που είχε αναγνωριστεί, με την με αριθμ. 90658/26-11-1935 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας στο όνομα του Ι1 η οποία μπορούσε να συμβάλει στην διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, αφού χωρίς την άδεια της δασικής αρχής προέβει στην ανέγερση ενός μανδρότοιχου εντός του ως άνω δάσους που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα περιοχή με την 2562/22-6-2001 απόφαση του Περιφερειάρχη Πελοποννήσου (ΦΕΚ 552/12-7-2001) και ειδικότερα ενός με ύψος δύο (2) μέτρα και μήκος εκατόν έντεκα (111) μέτρα με συνεπεία την καταστροφή της αναφυείσας δασικής βλάστησης η οποία αποτελούνταν από σχίνα πουρνάρια και ρείκια". Με βάση αυτά που προεκτέθηκαν και αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, που δίκασε κατ' έφεση και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ την ημέρα, για την πράξη του ότι ως κατασκευαστής ενός μανδροτοίχου εντός ιδιωτικού δάσους, έβλαψε την κατά προορισμό χρήση του, που είχε όμως κηρυχθεί αναδασωτέα περιοχή, με την υπ' αριθμό 2562/22-6-2001 απόφαση του Περιφερειάρχη Πελοποννήσου(ΦΕΚ 552/12-7-2001), σημειώνοντας αυτό ως παράβαση του άρθρου 7Ι παρ. 1 ν. 998/1979), δεν διέλαβε την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τούτο γιατί υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις, αφού, ενώ αθώωσε τον κατηγορούμενο για ανέγερση μανδροτοίχου ύψους 2μ. και μήκους 111 μ., χωρίς άδεια της δασικής αρχής, εντός αναγνωρισμένου ιδιωτικού δάσους, επειδή είχεν κηρυχθεί αναδασωτέα περιοχή με την άνω απόφαση του Περιφερειάρχη Πελοποννήσου, για το ορθό νομικό λόγο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, που σημειώνει και στο άνω αιτιολογικό του, ότι η πράξη αυτή δεν τιμωρείται από τα άνω άρθρα 70, 71 του ν. 998/1979, καθόσον μεταξύ του χαρακτηρισμού μίας εκτάσεως ως δάσους ή δασικής και ως αναδασωτέας υφίσταται ουσιαστική εννοιολογική διαφορά, στη συνέχεια, αντιφατικά, κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο, με τα ίδια ως παραπάνω πραγματικά δεδομένα, κατασκευής άλλου μανδροτοίχου, μήκους 123 μ., ήτοι για κατασκευή και βλάβη της κατά προορισμό χρήσης του ιδιωτικού δάσους, που έγινε ομοίως ως άνω εντός ιδιωτικού δάσους, σε περιοχή, που κηρύχθηκε ως αναδασωτέα με την ιδία με αριθ. 2562/12-7-2001 απόφαση του Περιφερειάρχη Πελοποννήσου, οπότε και δε στοιχειοθετείται το εν λόγω αδίκημα. Επίσης δημιουργείται σύγχυση αν πρόκειται για διαφορετικό μανδρότοιχο ή για προέκταση του ιδίου, ενώ δεν προσδιορίζεται και ο τρόπος μεταβολής και παραβλάψεως της χρήσεως του ιδιωτικού δάσους, με την κατασκευή του άνω μανδροτοίχου των 127 μ., αφού η κήρυξη της εκτάσεως αυτής ως αναδασωτέας, προ της παρεμβάσεως σημαίνει ότι ήδη είχε καταστραφεί η προϋπάρχουσα δασική βλάστηση. Επομένως, η απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά παραδοχή του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, βάσιμου λόγου αναιρέσεως (ενώ παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους της) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 ΚΠοινΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι εφικτή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 2185/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατασκευή μανδροτοίχου εντός ιδιωτικού άλσους, που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα έκταση, χωρίς άδεια της Δικαστικής Αρχής (άρθρ. 71 παρ. 1 Ν. 998/1979 - έννοια άρθρ. 70 και 71 Ν. 998/1979). Βάσιμος ουσία ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων λόγω ασαφειών και αντιφάσεων. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δασικά αδικήματα.
| 0
|
Αριθμός 1607/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Δημήτριο Τίγγα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ... κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σιουρούνη, περί αναιρέσεως της 154/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον....,κάτοικο..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 591/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Έλλειψη της απαιτούμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δικ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δικ. συντρέχει όταν δεν περιέχονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά: α) τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, στην οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, β) οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και γ) οι σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη της αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς το δόλο ειδικά δεν υπάρχει, κατ' αρχήν, ανάγκη αιτιολογίας του, διότι ενυπάρχει στην παραγωγή των (συγκροτούντων το αδίκημα) περιστατικών και προκύπτει από αυτή, εκτός εάν για τη θεμελίωση της υποκειμενική υποστάσεως του εγκλήματος αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος ή αξιώνεται από το νόμο ειδικός δόλος. Εξάλλου κατά το άρθρο 362 Π.Κ. "όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή...". Κατά δε το άρθρο 363 Π.Κ. "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών...". Τέλος κατά το 366 παρ. 1 του Π.Κ. "αν το γεγονός του άρθρου 362 (της απλής δυσφημήσεως) είναι αληθινό, η πράξη μένει ατιμώρητη. Η απόδειξη όμως της αλήθειας του γεγονότος απαγορεύεται όταν αυτό αφορά σχέσεις του οικογενειακού ή του ιδιωτικού βίου που δεν θίγουν το δημόσιο συμφέρον και ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγινα κακόβουλα". Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που γενικώς κατ' είδος αναφέρει (ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την απολογία της κατηγορουμένης), αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος Αυγούστου έως τέλος Οκτωβρίου 2001 ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων και ειδικότερα ενώπιον των ...., ... και ... ότι ο εγκαλών είναι απατεώνας και έχει καταχραστεί χρήματα της πολυκατοικίας. Τ' ανωτέρω είναι αληθή εφόσον αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη όσο διάστημα ήταν διαχειριστής δεν είχε καταβάλει στο Ι.Κ.Α. εισφορές της καθαρίστριας και τα λεγόμενα μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος και για τον λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της απλής δυσφήμησης (362 ΚΠολΔ). Ας σημειωθεί ότι η κατηγορουμένη είχε διαφωνίες με τον εγκαλούντα σχετικά με την διαχείριση της πολυκατοικίας επί της οδού ... όπου και διαμένουν και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχη όπως στο διατακτικό". Στη συνέχεια το Εφετείο κήρυξε "ένοχη την κατηγορούμενη, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης σε απλή δυσφήμηση, του ότι: Κατά το χρονικό διάστημα από τέλος Αυγούστου έως 27 Οκτωβρίου 2001 ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του και ειδικότερα απευθυνόμενη προφορικά σε φίλους και συνοίκους της πολυκατοικίας επί της οδού ...., όπου διαμένουν, διατύπωσε προφορικά για τον εγκαλούντα ..., τους ψευδείς και πρόσφορους να βλάψει τη θεμελιωμένη επί της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του παθόντος τούτου εκτίμηση ισχυρισμούς, ότι "έχει καταχραστεί χρήματα της πολυκατοικίας και είναι απατεώνας και καραγκιόζης". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες όσον αφορά τη θεμελίωση του εγκλήματος της απλής δυσφημήσεως κατόπιν μεταβολής της αρχικής κατηγορίας περί συκοφαντικής δυσφημήσεως. Διότι ενώ με το σκεπτικό της αποφάσεως του Εφετείου γίνεται δεκτό ότι ήταν αληθινά όσα σε βάρος του εγκαλούντος ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων η αναιρεσείουσα και κρίνεται ότι πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη απλής δυσφημήσεως (και όχι συκοφαντικής σύμφωνα με την αρχική κατηγορία), δεν παρατίθεται κάποια αιτιολόγηση του δόλου της ούτε της συνδρομής λόγου αποκλεισμού της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 366 Π.Κ. για το ατιμώρητο της απλής δυσφημήσεως, εάν είναι αληθές το γεγονός στο οποίο αναφέρεται. Επί πλέον διαλαμβάνεται στο διατακτικό με τρόπο αντιφατικό (και ανακόλουθο) προς τις παραδοχές του αιτιολογικού, ότι τα γεγονότα που ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων σε βάρος του εγκαλούντος η αναιρεσείουσα ήταν ψευδή. Με το ανωτέρω περιεχόμενο στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δικ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, οι οποίες παραβιάσθησαν εκ πλαγίου και έτσι στερείται αυτή νόμιμης βάσεως. Επομένως είναι βάσιμοι οι προβαλλόμενοι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Ποιν.Δικ. λόγοι αναιρέσεως, ενώ αποβαίνουν χωρίς αντικείμενο οι κατατείνοντες στο ίδιο αποτέλεσμα λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 154/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση. Καταδίκη από το Εφετείο για απλή δυσφήμηση κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, αφού επί πλέον δέχθηκε και ότι τα δυσφημιστικά γεγονότα ήταν αληθινά, παραλείποντας να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 366 ΠΚ και να κρίνει ατιμώρητη την πράξη. Έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως. Αναιρεί και παραπέμπει την υπόθεση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική, Δυσφήμηση απλη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1606/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνης (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αιτούντος - αναιρεσείοντος Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Δημητρούκα, περί επανεξετάσεως λόγων αναίρεσης της 117/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 1549/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την επανεξέταση των λόγων αναίρεσής της, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1606/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 370 και 514 ΚΠΔ, τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο, ενώ κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως, αλλά στην περίπτωση κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε από παραδρομή, να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς αναιρετικό λόγο, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως που σωρευτικώς διατυπώνεται, με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως, να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις παραπάνω διατάξεις, διότι επί του μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου δεν υπάρχει απόφαση. Το ίδιο όμως, δεν ισχύει στην περίπτωση που ο Άρειος Πάγος, εκ παραδρομής παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναιρέσεως, αυτεπαγγέλτως, κατ1 άρθρο 511 ΚΠΔ, ερευνώμενο, ο οποίος δεν προτάθηκε, ανεξαρτήτως του αν ο αναιρεσείων, με υποβληθέν υπόμνημα του στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, επεσήμανε την ύπαρξη τέτοιου λόγου και ζήτησε την αυτεπάγγελτη ερευνά του, καθόσον ο Άρειος Πάγος, μετά την εξέταση όλων των παραδεκτώς προβληθέντων αναιρετικών λόγων και ελλείψει εκκρεμότητας παραδεκτώς προταθέντος λόγου, απεκδύεται της εξουσίας του και δεν έχει δικαιοδοσία να επανέλθει εκ νέου προς εξέταση της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων - αιτών, με την κρινόμενη από 10-10-2008 αίτηση του, επιδιώκει την εξέταση του προταθέντος και μη εξετασθέντος λόγου αναιρέσεως υπό στοιχ. Β' (περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ), του από 21-9-2007 κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως του αιτούντος, κατά της υπ' αριθμό 117/2007 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και κατά των υπ' αριθμό 1716 και 1717/2006 προπαρασκευαστικών αποφάσεων του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, η οποία (αίτηση αναιρέσεως), απορρίφθηκε με την υπ1 αριθμό 1549/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προεκδοθείσας υπ' αριθμό 1549/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου και της από 21-9-2007 αιτήσεως αναιρέσεως, σε συνδυασμό με τους από 7-1-2008 προσθέτους λόγους του αιτούντος, κατά της προαναφερομένης υπ' αριθμό 117/2007 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, και κατά των υπ' αριθμό 1716 και 1717/2006 προπαρασκευαστικών αποφάσεων του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, μεταξύ των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, ο αιτών είχε προβάλει με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Ειδικότερα, ότι το Δικαστήριο που τον καταδίκασε για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας πραγματογνώμονα και της απάτης, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του έγγραφο και συγκεκριμένα το χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, με χρονολογία εκδόσεως το έτος 1963, το οποίο δεν αναγνώστηκε. Αντίθετα, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου και ειδικότερα από την υπ' αριθμό 1549/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ερευνήθηκε από τον Άρειο Πάγο και απορρίφθηκε με την εν λόγω απόφασή του, αφού κρίθηκε ότι μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, περιλαμβάνεται και η φερόμενη με αναληθή χρόνο, με αριθμό 13 από του έτους 1963 αεροφωτογραφία της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, και η προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη της το εν λόγω έγγραφο, το οποίο αναγνώστηκε στο ακροατήριο και όχι οποιοδήποτε άλλο, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Πράγματι, η από του έτους 1963 αεροφωτογραφία της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, είναι ένα και το αυτό έγγραφο που αναφέρεται με την ονομασία "Χάρτης της ΓΥΣ του 1963". Αυτό συνεπικουρείται και από το γεγονός ότι, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι έγγραφο με στοιχεία αεροφωτογραφία του έτους 1963 δεν υφίσταται. Επομένως, αναγνώσθηκε και ορθά λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και επί του σχετικού δεύτερου λόγου της από 21-9-2007 αιτήσεως αναιρέσεως, απάντησε ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθμό 1549/2008 απόφαση του. Τούτο δε προκύπτει και από τα λοιπά έγγραφα που αναγνώσθηκαν και συγκεκριμένα: α) από το με α.α. 12 από 2-6-1998 συνοδευτικό έγγραφο του χάρτη της Γ.Υ.Σ, β) από το με α.α. 14 με αριθμό 6213/4 τοπογραφικό διάγραμμα της Γ.Υ.Σ, γ) από το με α.α. 15 από 6-9-2005 τοπογραφικό διάγραμμα της Γ.Υ.Σ, δ) από την με α.α. 5 με χρονολογία 14-6-2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, του διορισθέντος με την υπ' αριθμό 958/1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών, πραγματογνώμονα και το τοπογραφικό διάγραμμα που τη συνοδεύει, στην οποία γίνεται αναφορά (σελίδα 3 αυτής), μόνο για τον χάρτη της Γ.Υ.Σ. του έτους 1963, ε) από το με α.α. 8 έγγραφο και δη τη με αριθμό 846/1997 απόφαση του Εφετείου Πατρών και στ) από το με α.α. 11 υπ' αριθμό ... έγγραφο της Γ.Υ.Σ., κατά το περιεχόμενο του οποίου, το τοπογραφικό διάγραμμα υπ' αριθμό 6213/4 έχει αποδοθεί από τις αεροφωτογραφίες υπ' αριθμό 43697, 43698, 43949, 43950 λήψεως 1970 και τις υπ' αριθμό 54517, 54518 έτους λήψεως 1971. Πράγματι, από τα ως άνω έγγραφα προκύπτει ότι το έγγραφο Χάρτης της Γ.Υ.Σ έτους 1963, αναγνώσθηκε και ότι σ' αυτά γίνεται σχετική αναφορά του επίμαχου αυτού εγγράφου, το οποίο άλλωστε αναφέρεται και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως σώμα των διωκομένων εγκλημάτων α) της ψευδορκίας πραγματογνώμονα και β) της απάτης στο δικαστήριο. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός περί επανεξετάσεως, για απόλυτη ακυρότητα, λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., περί επανεξετάσεως, του λόγου αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας, επί της από 21-9-2007 αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμό 117/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 1549/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας. Ο προβαλλόμενος λόγος για απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, σε έγγραφο που δεν είχε αναγνωστεί είναι αβάσιμος. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1604/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γιώτσα, περί αναιρέσεως της 466/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Άρματος Βοιωτίας, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρύδα.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 800/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων, που δεν είναι βεβαία η ανάγνωση τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν βέβαια με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της αυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του που ενδεχομένως περιλαμβάνει και το συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα αναγνωσθέντα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, μεταξύ των οποίων και στο με αριθμό ... γραμμάτιο είσπραξης, που αναγνώσθηκε, καθώς επίσης, και στα με αριθμό ... και ... γραμμάτια είσπραξης, τα οποία όμως δεν είχαν αναγνωσθεί. Από τα πρακτικά, όμως, τη δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, με αριθμούς ... και ..., προκύπτει αναμφισβήτητα από το περιεχόμενο άλλων και συγκεκριμένα από την, από μηνός Φεβρουαρίου 2002 έκθεση ειδικής πραγματογνωμοσύνης της οικονομικής διαχείρισης του συνεταιρισμού, η οποία αναγνώσθηκε και στην οποία γίνεται αναφορά των εγγράφων αυτών.
Συνεπώς, ο κατηγορούμενος γνώριζε το περιεχόμενο τους, και είχε πλέον τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενο τους.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, προς στήριξη της κρίσεως του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του, τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να έχουν αναγνωσθεί και χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα τους, με αποτέλεσμα να στερηθεί αυτός της δυνατότητας να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενο τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 εδ. α' του ΠΚ, όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του Ν. 2408/1996 "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του, ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται αντικειμενικώς, α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ή 73.000 ευρώ κατά το άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, με το οποίο δόθηκε η επίσημη αντιστοιχία, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή μερικά κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεση του αυτή. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαίρεσης καθίσταται και ο εντολοδόχος, ο οποίος, κατά το άρθρο 713 ΑΚ, έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση, νομικής ή υλικής φύσεως που του ανατέθηκε από τον εντολέα και αρνείται να αποδώσει στον τελευταίο το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κινητό πράγμα, που αυτός του εμπιστεύθηκε, καθώς και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει, είτε από τον νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται η εξουσία αυτή και από τη δημιουργία μιας πραγματικής καταστάσεως.
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την υπ' αριθμό 466/2008 απόφαση του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία κατ' είδος λεπτομερώς αναφέρει, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη γενικά τη διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι ο κατηγορούμενος στο ..., κατά το από 27-11-1996 έως 4-12-1996 χρονικό διάστημα, υπό την ιδιότητα του ως μονίμου γραμματέα και ταμία του Αγροτικού Συνεταιρισμού Άρματος Θηβών, με βάση τα υπ' αριθμό ... και ... πρακτικά του Δ.Σ της Γ.Σ του εν λόγω Συνεταιρισμού αντίστοιχα, ενεργώντας δηλαδή ως εντολοδόχος και ασκώντας εξολοκλήρου την ταμειακή διαχείριση του εν λόγω Συνεταιρισμού ως εκπρόσωπος, και κατ' εντολή και για λογαριασμό αυτού, επί των θεμάτων της Αγροτικής Πίστης, (η οποία περιελάμβανε την από μέρους της ΑΤΕ χορήγηση βραχυπρόθεσμων δανείων στο συνεταιρισμό, για λογαριασμό των μελών του τελευταίου), ιδιοποιήθηκε παρανόμως το συνολικό ποσό των 11.408.387 δραχμών ή 33.480,23 ευρώ (2.827.340 + 6.500.000 + 2.081.047). Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος υπεξαίρεσε τα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσά που ενσωματώνονται στα κατωτέρω γραμμάτια είσπραξης. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος υπεξαίρεσε τα ποσά των: α) 2.827.340 δραχμών το οποίο αναγράφεται στο υπ' αριθμό ... γραμμάτιο είσπραξης και εισέπραξε από τον δανειολήπτη ..., β) ποσό 6.500.000 δραχμών που αναγράφεται στο υπ' αριθμό ... γραμμάτιο είσπραξης, όπου αναγράφεται ποσό (6.500.000) δραχμών, το οποίο εισέπραξε από τον δανειολήπτη ..., και γ) 2.081.047 δραχμών που αναγράφεται στο υπ' αριθμό ... γραμμάτιο είσπραξης, που εισέπραξε από τον δανειολήπτη ... . Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, του δικαστηρίου δεχόμενου ότι η τέλεση της έλαβε χώρα υπό την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε του Π.Κ, κατά τα στο διατακτικό, καθόσον δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις ως και των λοιπών αυτοτελών ισχυρισμών του με τους οποίους προβάλλεται ότι τα υπεξαιρεθέντα ποσά δεν είναι τέτοιας ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αφού το Δικαστήριο δέχεται το αντίθετο, ενώ κατά τα λοιπά οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν απλώς άρνηση της κατηγορίας".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του, κήρυξε ένοχο, τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, της πράξεως της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, ως εντολοδόχος και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δυο (2) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα του ότι "με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσε τις παρακάτω πράξεις και ειδικότερα στο ... κατά το χρονικό διάστημα από τις 19-07-1996 έως τις 04-12-1996, υπό την ιδιότητα του ως μονίμου γραμματέα και ταμία του Αγροτικού Συνεταιρισμού Άρματος Θηβών, δυνάμει των υπ' αριθμ. ... και ... πρακτικών του Δ.Σ της Γ.Σ του ως άνω συνεταιρισμού αντίστοιχα, ενεργώντας δηλαδή ως εντολοδόχος και ασκώντας εξ' ολοκλήρου την ταμειακή διαχείριση του εν λόγω συνεταιρισμού ως εκπρόσωπος, κατ' εντολή και για λογαριασμό αυτού τα θέματα της Αγροτικής Πίστης" (που περιλάμβανε την χορήγηση βραχυπρόθεσμων δανείων από την ΑΤΕ) στο συνεταιρισμό, για λογαριασμό των μελών του τελευταίου, ιδιοποιήθηκε παρανόμως το συνολικό ποσό των 11.408.387 δραχμών ή 33.480,23 ευρώ (2.827.340 + 6.500.000 + 2.081.047). Ειδικότερα για το ότι ο κατηγορούμενος υπεξαίρεσε τα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσά που ενσωματώνονται στα υπ' αριθμ. γραμμάτια είσπραξης ..., όπου αναγράφεται ποσό (2.827.340) δραχμών, το οποίο εισέπραξε από τον δανειολήπτη ..., ... όπου αναγράφεται ποσό (6.500.000) δραχμών το οποίο εισέπραξε από τον δανειολήπτη ..., ..., όπου αναγράφεται ποσό 2.081.047 δραχμών, το οποίο εισέπραξε από τον δανειολήπτη ...". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 375 παρ. 1β, 2 του Π.Κ, για την οποία καταδικάστηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στην προαναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες της αποφάσεως, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσείων με την ιδιότητα του μονίμου γραμματέα και του ταμία του εν λόγω Αγροτικού Συνεταιρισμού, στον οποίο είχε ανατεθεί η ταμειακή διαχείριση των οικονομικών του συνεταιρισμού, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 11.408,387 δραχμών, ήδη ...ευρώ, και συγκεκριμένα α) το ποσό των 2.827.340 δραχμών που αναφέρεται στο υπ' αριθμό ... γραμμάτιο είσπραξης και εισέπραξε από τον δανειολήπτη ..., β) ποσό 6.500.000 δραχμών, ήδη ...ευρώ, που αναφέρεται στο υπ' αριθμό ... γραμμάτιο είσπραξης και αφορά τον δανειολήπτη ... και γ) ποσό 2.081.047 δραχμών, ήδη ευρώ, που αναφέρεται στο ... γραμμάτιο είσπραξης και αφορά το δανειολήπτη ... . Αιτιολογείται επίσης, η πρόθεση του αναιρεσείοντος, ο οποίος ενσωμάτωσε το ως άνω χρηματικό ποσό στην περιουσία του, που ανήκε στην περιουσία του ως άνω συνεταιρισμού, με αποτέλεσμα να προκληθεί βλάβη στην περιουσιακή κατάσταση του, που υπερβαίνει το ποσό των 33.480 ευρώ.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος μεν που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, ενώ κατά το μέρος που, με την αιτίαση του πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ότι το αιτιολογικό της αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, είναι αβάσιμος, γιατί δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται, όπως εν προκειμένω, στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.
Περαιτέρω, η από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 179 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του Π.Κ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαράδεκτο προβληθέντα ισχυρισμό. Έτσι, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει, ότι έγινε και προφορική ανάπτυξη του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσης του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το Δικαστήριο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν (Ολ. ΑΠ 2/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για την πράξη που προαναφέρθηκε στην πιο πάνω ποινή, και του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου του, ζήτησε να αναγνωριστεί στο πρόσωπο του και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2ε του Π.Κ". Ειδικότερα, προς θεμελίωση της συνδρομής στο πρόσωπο του, της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, ισχυρίσθηκε τα εξής: "ότι αν, παρά τα ανωτέρω, το δικαστήριο σας αχθεί σε κρίση περί ενοχής μου, πρέπει να αναγνωριστεί στο πρόσωπο μου, και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2ε του Π.Κ, αφού από τη φερόμενη τέλεση της πράξεως μέχρι σήμερα δεν έχω απασχολήσει ποτέ τις αρχές και έχω συμπεριφερθεί". Με το πιο πάνω, όμως, περιεχόμενο, ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείουντος, ήταν απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος, προεχόντως, λόγω της πρόδηλης αοριστίας του, αφού δεν εκτίθενται καθόλου αντίστοιχα περιστατικά, τα οποία να συνδέονται με συγκεκριμένα θετικά στοιχεία από μέρους του, και για τον οποίο το δικαστήριο που τον απέρριψε, δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει περί τούτου οποιαδήποτε αιτιολογία. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως και ειδικότερα για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ.2 στοιχ. α του Κ.Π.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.7 του Ν. 1947/1991 και άρθρο 34 παρ.2 του Ν. 2172/1993, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 353 του Κ.Π.Δ, υποβάλλει αίτημα κατά τη διάρκεια της δίκης, άμεσης κλήσεως και εμφανίσεως μάρτυρα στο ακροατήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ζήτησαν να κληθεί και εξετασθεί ως μάρτυρας διαρκούσης της συνεδριάσεως, ο ... στο πρόσωπο του οποίου ο εξεταζόμενος στο ακροατήριο μάρτυρας κατηγορίας ... αναφέρθηκε. Το δικαστήριο, όμως, επιφυλάχθηκε και τελικά δεν απάντησε στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου. Από την παράλειψη όμως αυτή, δε δημιουργήθηκε οποιαδήποτε ακυρότητα της διαδικασίας, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος για την μερικότερη πράξη της υπεξαιρέσεως ποσού 6.262.734 δραχμών, που αποτελούσε το αντικείμενο εξετάσεως του μάρτυρα, και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε κατά τρόπο απαράδεκτο, λόγω της προφανούς αοριστίας του, αφού έπρεπε να προσδιορίζεται το αντικείμενο της εξετάσεως του, ώστε το δικαστήριο, να κρίνει για την αναγκαιότητα της κλητεύσεως του μάρτυρα.
Συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πέμπτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνιστάμενη στο γεγονός ότι δε δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο, προκειμένου να τοποθετηθεί για τις τυχόν απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντα. Τούτο, γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι μετά την πρόταση του εισαγγελέα επί της ενοχής ή μη δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους του κατηγορουμένου οι οποίοι, αφού ανέπτυξαν την υπεράσπιση του εντολέα τους, ζήτησαν την απαλλαγή του, άλλως το χαρακτηρισμό της πράξεως, όχι ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α και 2ε του Π.Κ. Πέραν αυτών, δεν προκύπτει ότι στην άρνηση του διευθύνοντος, ο κατηγορούμενος προσέφυγε στο δικαστήριο, ώστε να του δοθεί ο λόγος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Αγροτικού Συνεταιρισμού (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-4-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 466/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Αγροτικού Συνεταιρισμού από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση από εντολοδόχο ξένης περιουσίας. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αναιρεί και παραπέμπει. Παρέλκει η έρευνα λοιπών λόγων.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1603/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Πνευματικό, 2. Χ2, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βαλκάνο, 3. Χ3 και 4. Χ4, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπόκοτα, περί αναιρέσεως της 2649/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Απριλίου 2008, 7 Απριλίου 2008 και 8 Απριλίου 2008 (κοινή αίτηση της 3ης και 4ης των αναιρεσειουσών) τρεις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 779/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η υπό κρίση α) από 9 Απριλίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, β) από 9 Απριλίου 2008 αίτηση αναιρέσεως της Χ3 και Χ4 και γ) από 8 Απριλίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ2, κατά της υπ' αριθμό 2649/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει, λόγω τη πρόδηλης συνάφειας τους, να συνεκδικαστούν και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996 και 509 παρ. 1 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην έκθεση, με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται αναγκαίως, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο, διότι, αν δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον λόγος σαφής και ορισμένος, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται στο σύνολο της, ως απαράδεκτη. Για να είναι δε σαφής και ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή επίκληση του στο αναιρετήριο, αλλά προσαπαιτείται συγκεκριμένη μνεία των νομικών πλημμελειών σε σχέση με αυτόν. Ειδικότερα, ως προς τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, της έλλειψης από την απόφαση της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για να είναι ο λόγος αυτός σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης (Ολ. ΑΠ 2/2002, 19/2001), ως προς δε τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει, για να είναι ο λόγος αυτός σαφής και ορισμένος, να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ή επί παραβιάσεως εκ πλαγίου της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, σε τι συνίστανται οι ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, εξαιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε και τέλος, επί εσφαλμένης ερμηνείας, ποια είναι η αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων "και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Οι αορίστως δε στην έκθεση αναιρέσεως διατυπούμενοι λόγοι, δε μπορούν να συμπληρωθούν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Π.Δ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως.
Α) Επί της αναιρέσεως του Χ1:
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ1 αριθμό 2649/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε, ο αναιρεσείων, Χ1, σε συνολική ποινή καθείρξεως 15 ετών για τις πράξεις α) της κακουργηματικής απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά και τρίτων προσώπων κατ' εξακολούθηση, από την οποία η ζημία που προκλήθηκε, είναι μεγαλύτερη των 50.000.000 δραχμών ή 146.000 ευρώ και β) της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση. Προς θεμελίωση δε της κρινόμενης με αριθμό 9 Απριλίου 2008 αιτήσεως του, επικαλείται κατά λέξη και πιστή αντιγραφή από την έκθεση αναιρέσεως τα παρακάτω: "1. Η ως άνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ, και διότι δεν παραθέτει τα στοιχεία εκείνα που θεμελιώνουν την περί ενοχής κρίση του και συγκεκριμένα δεν αναφέρει από ποια στοιχεία πείστηκε και ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι εγώ εξέδωσα τα αναφερόμενα τιμολόγια και ακόμη αν ποτέ με συγκείμενα άτομα είχα συναλλαγή και ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που το οδήγησαν στο να αποφανθεί ότι δεν πρόκειται περί φορολογικής παραβάσεως, αλλά ο νόμος 1608/1950 και πως προέκυψε η ζημία τρίτου, ούτως ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή του. Αναιρετέα λοιπόν τυγχάνει η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' άρθρο 510 περ. Δ του Κ.Π.Δ. και 2. Διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας και απέρριψε σιγή προβληθέντα κατά την έναρξη της διαδικασίας αυτοτελή μου ισχυρισμό περί λήψεως υπόψιν μαρτυρικών καταθέσεων πριν αποκτήσω την ιδιότητα του κατηγορουμένου και αναιρετέα κατέστη η προσβαλλόμενη κατ' άρθρο 510 περ. Δ του Κ.Π.Δ".
Β) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως των Χ3 και Χ4.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθμό 2649/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκαν, οι ως άνω αναιρεσείουσες, σε ποινή φυλάκισης 2 ετών για την πράξη της απλής συνέργειας σε πλημμεληματική απάτη. Προς θεμελίωση δε της κρινόμενης από 9 Απριλίου 2008 αιτήσεως τους, επικαλούνται κατά λέξη και πιστή αντιγραφή από την κοινή έκθεση αναιρέσεως τα παρακάτω: "Η ως άνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ, και αναιρετέα καθίσταται κατ' άρθρο 510 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, και συγκεκριμένα πουθενά δικαιολογεί ότι εμείς γνωρίζαμε την έκνομη δραστηριότητα του πρώτου των καταδικασθέντων και τον βοηθήσαμε στην πράξη του και συγκεκριμένα ότι του παρείχαμε συνδρομή για την είσπραξη ορισμένων επιταγών. Τις επιταγές όμως αυτές μπορούσε να τις εισπράξει και ο ίδιος και δεν χρειαζόταν τη βοήθεια μας. Άλλωστε κανένα στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο η προσβαλλόμενη δεν επικαλείται προς απόδειξη της σκέψεως αυτής ενώ η άποψη της μειοψηφίας στην απόφαση αυτή είναι πλήρως αιτιολογημένη. 2. Διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας και ως προς το σκέλος περί μη χορηγήσεως ελαφρυντικού στη δεύτερη από εμάς καθώς και στην επιβολή της αυτής ποινής με ελαφρυντικό στην πρώτη από εμάς και μη ελαφρυντικό στη δεύτερη από εμάς και αναιρετέα κατέστη κατ' άρθρο 510 περ.Δ Κ.Π.Δ".
Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση του δικογράφου των αιτήσεων αναιρέσεως, α) του Χ1 και β) της Χ3 και της Χ4, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένα με σαφήνεια και πληρότητα τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και ειδικότερα σε τι συνίστανται οι ελλείψεις, ως προς την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των παραδοχών της, καθώς και τις πλημμέλειες ως προς τη μη ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ενόψει, όμως, των ανωτέρω, λόγω της πρόδηλης αοριστίας των προβαλλόμενων, σε καθεμία περίπτωση με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του δικογράφου των λόγων αναιρέσεως, α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ναι μεν ασκήθηκαν εμπρόθεσμα (473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) και κατά αποφάσεως που υπόκειται σ' αυτήν (άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ), πλην, όμως, δεν περιέχουν κανένα λόγο αναιρέσεως, από αυτούς που ορίζει περιοριστικά το άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι ως άνω κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν χωριστά στον καθένα από τους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα, (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ ).
Γ) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2.
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. β' του Π.Κ, προκύπτει ότι για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλο αξιόποινη πράξη, απαιτείται η παροχή άμεσης συνδρομής από το συνεργό κατά τη διάρκεια της κυρίας πράξεως και κατά την εκτέλεση της από τον αυτουργό, ούτως ώστε χωρίς τη συνδρομή εκείνου, να μην είναι δυνατή μετά βεβαιότητας η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 2649/2007 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Κατόπιν εντολής της αρμόδιας υπηρεσίας του ΣΔΟΕ, υπάλληλοι της, πραγματοποίησαν το έτος 2000 ελέγχους σε διάφορες εταιρείες προς εντοπισμό διακίνησης εικονικών φορολογικών στοιχείων, δηλαδή τιμολογίων μεγάλης αξίας, τα οποία εκδίδονταν για συναλλαγή ανύπαρκτη και τα οποία εν συνεχεία υποβάλλονταν από επιτηδείους στις αρμόδιες ΔΥΟ προς είσπραξη σημαντικών ποσών από επιστροφή του ΦΠΑ, χωρίς να τα δικαιούνται, αφού οι συναλλαγές που αναφέρονταν στα τιμολόγια δεν είχαν πραγματοποιηθεί, με αποτέλεσμα να υφίσταται αντίστοιχη ζημία το Δημόσιο, Στα πλαίσια της έρευνας αυτής μετέβησαν στη λειτουργούσα στο 10 χιλ. της παλαιάς εθνικής οδού ... - ... επιχείρηση με την επωνυμία "ΑΑ- ΓΕΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ - ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ", όπου προέβησαν στην κατάσχεση πέντε φορολογικών στοιχείων αξίας 27.616.350 δρχ., εκδόσεως "ΒΒ - οικοδομικά υλικά - χωματουργικές εργασίες - εμπόριο χρωμάτων", με έδρα τα ..., διότι θεωρήθηκαν ως στοιχεία ύποπτης συναλλαγής, αφού οι υπάλληλοι της ανωτέρω επιχείρησης δεν ηδύνατο να δώσουν πειστικές εξηγήσεις γι' αυτά. Κατόπιν τούτου οι ανωτέρω υπάλληλοι μετέβησαν στα ..., όπου εφέρετο ως έδρα της εκδότριας εταιρείας και μετά από έρευνα διαπίστωσαν, ότι τέτοια επιχείρηση στο όνομα ΒΒ ουδέποτε λειτούργησε, αφού δεν είχε γραφεία, ενώ εστερείτο οποιωνδήποτε σχετικών μηχανημάτων απαραιτήτων για τη δραστηριότητα που υποτίθεται ότι ασκούσε και ότι η σύστασή της είχε γίνει μόνο για την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Αναζητήθηκε ο φερόμενος ως εκπρόσωπος και υπεύθυνος της εν λόγω επιχείρησης ΒΒ και ανευρέθη στη ..., όπου διέμενε μονίμως και δήλωσε στους ανωτέρω υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων και ο μάρτυρας ΓΓ, ότι ουδέποτε είχε αναπτύξει οποιαδήποτε εμπορική δραστηριότητα και υπέδειξε ως δημιουργό της όλης κατάστασης τον πρώτο κατηγορούμενο, τον οποίο γνώρισε μέσω του κοινού τους φίλου ΔΔ, επίσης κατοίκου .... Όπως προκύπτει από την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα αλλά και από το πόρισμα ελέγχου της υπηρεσίας, ο ΒΒ είναι άτομο αλκοολικό και άνεργο, το οποίο συχνάζει σε διάφορα ουζερί της ..., ενώ το βράδυ κοιμάται στις καρέκλες των εξωτερικών ιατρείων του νοσοκομείου ... και ουδεμία οικονομική δυνατότητα έχει προς σύσταση και λειτουργία εμπορικής επιχείρησης. Μετά από έρευνα που ακολούθησε στο αρχείο του ΚΕΠΓΟ διαπιστώθηκε, ότι και ο ΔΔ εφέρετο ως επιχειρηματίας με έναρξη εργασιών κατόπιν δηλώσεώς του την 5-12-1997 στη ΔΟΥ ... και αντικείμενο εργασιών "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ και ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ" και έδρα το ..., ενώ με τα ίδια στοιχεία εφέρετο να έχει υποβάλλει δήλωση έναρξης εργασιών την 19-3-1998 στη ... ΔΟΥ με το ίδιο αντικείμενο εργασιών και διεύθυνση της επιχείρησης "..." στη ... . Και ο ΔΔ, όπως και ο ΒΒ, ήταν άνεργος, συχνά έγκλειστος των φυλακών με διάφορα οικονομικά και ψυχολογικά προβλήματα. Εκμεταλλευόμενος ο πρώτος κατηγορούμενος την άθλια οικονομική αλλά και ψυχική και γενικά την κατάσταση της υγεία των ανωτέρω ατόμων (ΒΒ και ΔΔ), τους έπεισε να υπογράψουν πληρεξούσιο με το οποίο τον όριζαν ειδικό πληρεξούσιό τους και του έδιναν την εντολή να τους εκπροσωπεί σε κάθε δημόσια αρχή και ενεργεί κάθε πράξη διαχείρησης, χωρίς βεβαίως αυτοί να γνωρίζουν ή να μπορούν να αντιληφθούν τις έννομες συνέπειες που μπορούσε να έχει αυτή η πράξη της. Έτσι έπεισε τον ΔΔ και τον ΒΒ να υπογράψουν τα υπ' αριθμ. ... και ... πληρεξούσια, αντίστοιχα, της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Αλεξάνδρας Κατρανά - Τσάλα, με τα οποία τον καθιστούσαν ειδικό πληρεξούσιό τους και διαχειριστή τους. Με βάση τα πληρεξούσια αυτά, ο πρώτος κατηγορούμενος, που ήταν και αυτός άνεργος και ουδεμία εμπορική και γενικά επαγγελματική δραστηριότητα είχε, συνέστησε εικονικές επιχειρήσεις στο όνομα των προαναφερομένων προσώπων με μοναδικό σκοπό τη θεώρηση βιβλίων και στοιχείων και την παράνομη βάσει αυτών είσπραξη επιστρεφομένου φόρου προστιθέμενης αξίας, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος τόσο ο ίδιος όσο και οι τρίτοι δηλαδή οι εταιρείες προς τις οποίες πωλούσε να εικονικά φορολογικά στοιχεία, αφού τα υπέβαλαν στο Δημόσιο και εισέπραξαν την επιστροφή φόρου εκ ποσοστού 18%, το οποίο μοιράζονταν μεταξύ τους, με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, αφού τα ανωτέρω εικονικά φορολογικά στοιχεία, που εμφάνιζαν στις αρμόδιες ΔΟΥ απεικόνιζαν εικονικές στο σύνολό τους συναλλαγές, που ποτέ δεν είχαν πραγματοποιηθεί εξαπατώντας με τον τρόπο αυτό τους υπαλλήλους της ΔΟΥ, οι οποίοι κατέβαλαν το ποσό του ΦΠΑ, ενώ παράλληλα ζημιώθηκαν και οι ΒΒ και ΔΔ, αφού ενεπλάκησαν σε δικαστικούς αγώνες με τις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος με σκοπό να εξαπατήσει το Ελληνικό Δημόσιο προέβη στη δημιουργία πλασματικής φορολογικής σχέσης ήτοι χρησιμοποιώντας το άνω ... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Αλεξάνδρας Κατρανά - Τσάλα υπέβαλε δήλωση έναρξης επαγγέλματος στο όνομα ΒΒ στη ΔΟΥ ... με αντικείμενο εργασιών οικοδομικές εργασίες και θεώρησε στο όνομα της επιχείρησης αυτής πολλά φορολογικά στοιχεία (ΤΟΥ, ΔΑ και τιμολόγια) τα οποία εν συνεχεία πωλούσε σε επιχειρήσεις και επιτηδευματίες αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος, τόσο ο ίδιος όσο και οι επιχειρήσεις, αφού τα υπέβαλαν στο Δημόσιο και εξαπατώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους, ότι οι αναφερόμενες σ' αυτά συναλλαγές είναι υπαρκτές και έχουν πραγματοποιηθεί εισέπραττε την επιστροφή του φόρου εκ ποσοστού 18%, τον οποίον μοιράζονταν μεταξύ τους, με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Έτσι με τα στοιχεία της εταιρείας "ΒΒ" εξέδωσε τα αναφερόμενα στο διατακτικό εικονικά φορολογικά, στοιχεία, στην αξία των οποίων, το εκ ποσοστού 18% ποσό του ΦΠΑ ανέρχεται σε 141.632.798 δρχ., το οποίο ωφελήθηκε τόσον αυτός, όσο και οι επιχειρήσεις προς τις οποίες πώλησε τα εικονικά φορολογικά στοιχεία, αφού μοιράζονταν αυτό λαμβάνοντας το ποσό των 70.816.399 δρχ. ο καθένας, με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου, η οποία υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. ή 146.000 ΕΥΡΩ. Επίσης αποδείχθηκε ότι κατά τον ίδιο τρόπο και διαδικασία ο πρώτος κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας το υπ' αριθμ. ... πληρεξούσιο υπέβαλε στη ΔΟΥ ... δήλωση έναρξης εργασιών στο όνομα ΔΔ με αντικείμενο εργασιών οικοδομικές εργασίες και έδρα το ... και θεώρησε βιβλίο εσόδων και εξόδων, τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών και λοιπά φορολογικά στοιχεία. Τα εικονικά φορολογικά στοιχεία της επιχείρησης "ΔΔ", ο πρώτος κατηγορούμενος τα πωλούσε στο δεύτερος κατηγορούμενο, ο οποίος ασκούσε ενεργή επιχειρηματική δράση στη ..., ο οποίος αρχικά χρησιμοποίησε αυτά στην αρμόδια ΔΥΟ για να λαμβάνει επιστροφή φόρου προστιθέμενης αξίας, το οποίο μοιραζόταν με τον πρώτο κατηγορούμενο προσπορίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι μόνον ο ίδιος αλλά και ο πρώτος κατηγορούμενος, με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου. Εν συνεχεία, όμως, ο δεύτερος κατηγορούμενος λόγω της ενεργού επιχειρηματικής του δραστηριότητας ανεύρισκε επιχειρηματίες, που επιθυμούσαν να δραστηριοποιούνται με τον ως άνω παράνομο τρόπο λαμβάνοντας επιστροφή ΦΠΑ και τους προμήθευε με τα εικονικά τιμολόγια που του έδινε ο πρώτος κατηγορούμενος παρέχοντας έτσι άμεση συνδρομή σ' αυτόν στην πώληση και διακίνηση των άνω εικονικών φορολογικών στοιχείων. Μάλιστα, επειδή ο δεύτερος κατηγορούμενος εδραστηριοποιείτο στην περιοχή της ..., όπου ανεύρισκε και τους λήπτες των εικονικών τιμολογίων, ο πρώτος κατηγορούμενος για να μην κινήσει υποψίες στους υπαλλήλους των αρμοδίων ΔΟΥ, στους οποίους θα υποβάλλονταν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία της εταιρείας ΔΔ με έδρα την ..., κατέβαλε την 19-3-1998 και δεύτερη δήλωση έναρξης εργασιών στο όνομα του ανωτέρω προσώπου στη ... ΔΟΥ με αντικείμενο χωματουργικές εργασίες και έδρα "..." στη ... . Εν συνεχεία δε θεώρησε τα φορολογικά στοιχεία για να τα χρησιμοποιήσει για την παράνομη δραστηριότητά του. Κατόπιν τούτου με τη συνδρομή του δευτέρου κατηγορουμένου, ο οποίος υποδείκνυε στον πρώτο και τον έφερνε σε επαφή με διάφορες επιχειρήσεις πρόθυμες να συνεργαστούν μαζί του πωλούσε τα εικονικά φορολογικά στοιχεία της εταιρείας ΔΔ σε επιχειρήσεις της ... και συγκεκριμένα σε 48 επιχειρήσεις που τα αποδέχθηκαν και εν συνεχεία τα εμφάνισαν στην αρμόδια ΔΟΥ, οι υπάλληλοι της οποίας πείστηκαν ότι είχαν τελεστεί οι εμπορικές πράξεις που περιέχονταν σ' αυτά και τους κατέβαλαν το εκ ποσοστού 18% ποσό του ΦΠΑ, που αντιστοιχούσε επί των εικονικών τιμολογίων της εταιρείας "ΔΔ", το οποίο ωφελούνταν παράνομα ο πρώτος κατηγορούμενος, ο δεύτερος κατηγορούμενος και οι εταιρείες προς τις οποίες πωλούνταν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία, αφού μοιράζονταν αυτό μεταξύ τους λαμβάνοντας το ? ο καθένας, με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ παράλληλα ζημιώθηκε και ο ΔΔ, αφού ενεπλάκη σε δικαστικούς αγώνες.
Συνεπώς, η άμεση συνδρομή του δευτέρου κατηγορουμένου στην υπό του πρώτου κατηγορουμένου απατηλή ως άνω συμπεριφορά είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη φοροδιαφυγή αλλά και την παράνομη ωφέλεια του ιδίου αλλά και του πρώτου κατηγορουμένου, οι οποίοι ελάμβαναν μέρος του ΦΠΑ ως αμοιβή για τις προαναφερόμενες ενέργειές τους, με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ παράλληλα ζημιώθηκε και ο ΔΔ, που ενεπλάκη σε δικαστικούς αγώνες, Ως εκ τούτου υφίσταται περίπτωση πραγματικής συρροής της πράξεως της απάτης με εκείνη της φοροδιαφυγής, απορριπτομένου του αντιθέτου περί τούτου ισχυρισμού του δευτέρου κατηγορουμένου, ως αβασίμου. Αποδείχθηκε ότι με τα στοιχεία της εταιρείας ΔΔ, ο πρώτος κατηγορούμενος εξέδωσε τα αναφερόμενα στο διατακτικό φορολογικά στοιχεία, στην αξία των οποίων το εκ ποσοστού 185 ποσό του φόρου, που ανέρχεται σε 184.043.814 δρχ., ωφελήθηκαν από κοινού ο πρώτος κατηγορούμενος, ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος συνέδραμε τον πρώτο στην έκδοση και την προώθηση των εικονικών φορολογικών στοιχείων και οι επιχειρήσεις προς τις οποίες επωλήθησαν αυτά ήτοι κατά ποσό 61.347.938 δρχ. ο καθένας, με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. ή 146.000 ΕΥΡΩ. Μάλιστα στο γραφείο της επιχείρησης του δευτέρου κατηγορουμένου στη ... βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στελέχη - μπλοκ επιταγών από τα οποία ο κατηγορούμενος είχε εκδώσει επιταγές ποσού 30.000.000 δρχ. περίπου, στο όνομα των μελών της οικογενείας του πρώτου κατηγορουμένου ήτοι στη σύζυγό του και τη θυγατέρα του (λοιπές κατηγορούμενες) οι οποίες και εισέπραξαν το ανωτέρω ποσό προσφέροντας έτσι βοήθεια στην εκπλήρωση της παράνομης δραστηριότητας του πρώτου κατηγορουμένου, αφού το ποσόν αυτό αποτελούσε την αμοιβή του για τα εικονικά τιμολόγια που έδινε στις επιχειρήσεις και διακινούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος. Οι κατηγορούμενοι απολογούμενοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αρνήθηκαν τη συμμετοχή τους στην έκδοση και διακίνηση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Η εικονικότητα των φορολογικών στοιχείων και η παράνομη δράση των κατηγορουμένων καθώς και ο τρόπος με τον οποίον ενεργούσαν, όπως αναλυτικά αναφέρεται παραπάνω, προκύπτει από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρος ΓΓ ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου καθώς και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και από τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο εκθέσεις ελέγχου του ΣΔΟΕ. Επίσης η εικονικότητα των τιμολογίων αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ουδεμία εργασία ή εμπορική πράξη διενεργήθηκε από τις εταιρείες ΒΒ και ΔΔ κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ότι οι εταιρείες αυτές εστερούντο οποιωνδήποτε σχετικών μηχανημάτων απαραιτήτων για τη δραστηριότητα που υποτίθεται ότι ασκούσαν, ενώ στο βιβλίο εσόδων - εξόδων που κατασχέθηκαν στο γραφείο του λογιστή ΕΕ, φέρονται καταχωρημένα φορολογικά στοιχεία με επιχειρήσεις, οι οποίες ουδεμία συναλλαγή είχαν με τις προαναφερόμενες εταιρείες, η σύσταση των οποίων έγινε μόνο για την έκδοση των εικονικών τιμολογίων. Πρέπει, επομένως, με βάση τα ανωτέρω να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, ο μεν πρώτος (Χ1) για την πράξη της απάτης εις βάρος του Δημοσίου κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, αφού με την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων παρέστησε ψευδώς στις αρμόδιες φορολογικές αρχές ότι οι εταιρείες που εκπροσωπούσε είχαν εκτελέσει τις εργασίες που αναφέρονταν στα σχετικά τιμολόγια και έπρεπε να τους επιστραφεί ο αναλογούν φόρος προστιθέμενης αξίας, ενώ αυτές ήταν ανύπαρκτες, ουδεμία πράξη είχαν εκτελέσει, με αποτέλεσμα το Δημόσιο να καταβάλει το πόσό των 141.632.798 δρχ. για ΦΠΑ των εικονικών φορολογικών στοιχείων της εταιρείας "ΒΒ" μέρος των οποίων από 70.816.798 δρχ. έλαβε ο πρώτος κατηγορούμενος και το υπόλοιπο οι εταιρείες προς τις οποίες τα επώλησε και τα υπέβαλαν στις αρμόδιες υπηρεσίες και το ποσό των 184.043.814 δρχ. για ΦΠΑ των εικονικών φορολογικών στοιχείων της εταιρείας "ΔΔ" μέρος των οποίων εκ δραχμών 61.347.938 δρχ. έλαβε έκαστος εκ των δύο πρώτων κατηγορουμένων και το υπόλοιπο οι εταιρείες προς τις οποίες τα επώλησε, με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου, η οποία υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. ή 146.000 ΕΥΡΩ. Επίσης, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, όπως αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, τόσο της εταιρείας ΒΒ όσο και της εταιρείας ΔΔ. Ακόμη, πρέπει, να παύσει η εις βάρος του ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αδικήματος της έκδοσης φορολογικών στοιχείων της εταιρείας "ΒΒ" που εκδόθηκαν πριν την 18-1-2000, αφού το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 18-1-2005 ήτοι μετά πάροδο πέντε ετών από της εκδόσεώς των και η πράξη είναι πλημμεληματικού χαρακτήρα. Και ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος άμεσης συνέργειας στη διαπραχθείσα υπό του πρώτου κατηγορουμένου απάτη εις βάρος του Δημοσίου, το αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει τα 146.000 ΕΥΡΩ, αφού διευκόλυνε τον πρώτο στην εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου με την ανεύρεση επιχειρήσεων, οι οποίες υπέβαλαν τα εικονικά τιμολόγια της εταιρείας ΔΔ στις αρμόδιες υπηρεσίες, προκειμένου να πεισθούν ότι είχαν τελεστεί οι εμπορικές πράξεις που περιέχονταν σ' αυτά και στη συνέχεια να τους επιστρέψουν το αντίστοιχο ΦΠΑ, το οποίο μοιράζονταν μεταξύ τους. Επίσης, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος άμεσης συνέργειας στην έκδοση των εικονικών τιμολογίων της εταιρείας "ΔΔ" κατ' εξακολούθηση, ενώ αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην έκδοση των εικονικών τιμολογίων της εταιρείας ΒΒ και πρέπει να κηρυχθεί αθώος της άμεσης συνέργειας στην έκδοση αυτών. Τέλος, οι τρίτη και τέταρτη κατηγορούμενες παρείχαν απλή συνδρομή στις παράνομες δραστηριότητες του πρώτου κατηγορουμένου με την είσπραξη των επιταγών που εξέδωσε ο δεύτερος για λογαριασμό του πρώτου και κατ' εντολή του. Οι ανωτέρω κατηγορούμενες γνώριζαν την παράνομη προέλευση των χρημάτων που εισέπραξαν από τις επιταγές εκδόσεως του Χ2, δεδομένου ότι ο πατέρας και σύζυγός τους, αντιστοίχως, ουδεμία επαγγελματική δραστηριότητα είχε και μάλιστα εκείνη των χωματουργικών εργασιών, ώστε να δικαιούται επιστροφή του φόρου και τον ενίσχυσαν στη διάπραξη των ως άνω παρανόμων πράξεων με τη διευκόλυνση της εισπράξεως των επιταγών, τις οποίες λόγο του μεγάλου ύψους απέφυγε να εισπράξει στο όνομά του ο πρώτος κατηγορούμενος για να μη κινήσει τις υποψίες στους αρμοδίους υπαλλήλους της τράπεζας για την παράνομη δραστηριότητά του. Οι επιταγές που εισέπραξαν οι ανωτέρω κατηγορούμενες ανέρχονται στο ποσό μικρότερο των 30.000.000 δρχ. και κατά το ποσό αυτό, με την ως άνω συνδρομή τους ζημίωσαν το Ελληνικό Δημόσιο. Δεδομένου δε ότι το ποσόν αυτό δεν υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ. η πράξη τους φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα και κατόπιν τούτου πρέπει κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου να κηρυχθούν ένοχες οι κατηγορούμενες της απλής συνέργειας στην πράξη της κοινής απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' εξακολούθηση κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από απλή συνέργεια σε κακουργηματική απάτης εις βάρος του Δημοσίου δεδομένου ότι η ζημία εις βάρος του Δημοσίου είναι μικρότερη των 50.000.000 δρχ. 146.000 €). Δεδομένου δε ότι το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στις κατηγορούμενες στις 9-2-2005, οι μερικότερες πράξεις της απλής συνέργειας στην κοινή απάτη που τελέστηκαν πριν την 9-2-2000, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή και πρέπει γι' αυτές να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη.
Ένα μέλος η εφέτης Μαρία Νικολοπούλου είχε τη γνώμη ότι έπρεπε να κηρυχθούν αθώες οι ανωτέρω κατηγορούμενες. Διότι η 3η και 4η κατηγορούμενες (Χ3 και Χ4, θυγατέρα και μητέρα του κατηγορουμένου αντίστοιχα πρέπει να κηρυχθούν αθώες, αφού δεν αποδείχθηκε ότι παρείχαν με πρόθεση απλή συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 κατά την εκτέλεση των αδίκων πράξεων που διέπραξε της απάτης σε βάρος του Δημοσίου με ζημία μικρότερη των 50.000.000 δραχ. Αντίθετα πίστευαν ότι τις επιταγές που τους έδιδε, προέρχονταν από την εργασία. και όχι από παράνομες δραστηριότητές του. Πρέπει, όμως, ομόφωνα να αναγνωρισθεί στην τρίτη κατηγορουμένη το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρ. 842 ΠΚ) αφού αποδείχθηκε ότι αυτή μέχρι την τέλεση της άνω πράξης διήγαγε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Το αίτημα του δευτέρου κατηγορουμένου με το οποίο ζητεί να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 842 ΠΚ (προτέρου εντίμου βίου) πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, διότι αποδείχθηκε ότι ο πρότερος βίος του δεν ήταν έντιμος, αφού αυτός στο παρελθόν είχε χρησιμοποιήσει εικονικά φορολογικά στοιχεία στην επιχείρησή του για να εισπράξει παράνομα επιστροφή φόροι, πράξη για την οποία καταδικάσθηκε με την αριθμ. 365/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε φυλάκισης 4 μηνών (βλ. ποινικό μητρώο, το οποίο ελήφθη υπόψει μόνο για τη χορήγηση ή μη του ελαφρυντικού). Επίσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμο πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου για αναγνώριση σ' αυτόν του ελαφρυντικού του άρθρου 842 ΠΚ (μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς), αφού μόνο το γεγονός ότι επέδειξε καλή συμπεριφορά στις φυλακές δεν αρκεί χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών. Και τούτο διότι μόνη η παθητική (μη κακή) συμπεριφορά στις αυστηρές συνθήκες του τόπου της κράτησης δεν αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος είχε καλή συμπεριφορά κατά την έννοια του νόμου (βλ. ΑΠ 1553/1995 Ποιν.Χρον. ΜΣΤ-896)".
Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Χ2, ένοχο των πράξεων α) της άμεσης συνέργειας σε απάτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου κατ' εξακολούθηση και β) της άμεσης συνέργειας στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών και 10 μηνών.
Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2, διέλαβε στην απόφαση του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Χ2, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α, 46 παρ. 1 στοιχ. β', 94 παρ.1, 98, 386 παρ. 1 και 3 του Π.Κ, και άρθρο 1 του Ν. 1608/1950 όπως αντικ. με το άρθρο 4 παρ.4 του ν. 1738/1987, και άρθρο 19 του Ν.2523/1997, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές.
Ειδικότερα, αιτιολογούνται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος. Συγκεκριμένα, ότι ο αναιρεσείων εξαιτίας της εμπορικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας του, και του ευρύ κύκλου γνωριμιών του, ανεύρισκε διάφορους επιχειρηματίες, οι οποίοι ανέπτυσσαν έκνομη δραστηριότητα, σχετική με την προμήθεια εικονικών φορολογικών στοιχείων. Τους επιχειρηματίες αυτούς, ο εν λόγω αναιρεσείων τους προμήθευε με εικονικά τιμολόγια, που του χορηγούσε ο συγκατηγορούμενός του Χ1, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό της συμμετοχικής του δραστηριότητας, άμεση συνδρομή στην υπό του τελευταίου, παράνομη διακίνηση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Αιτιολογείται επίσης, η παραδοχή σύμφωνα με την οποία ο ως άνω αναιρεσείων, υποδείκνυε στον συγκατηγορούμενό του Χ1, διάφορες εμπορικές επιχειρήσεις στην περιοχή της ..., αφού γνώριζε αυτός (αναιρεσείων), ότι ο ως άνω συγκατηγορούμενός του είχε επιμεληθεί και επιτύχει να υποβάλει προηγουμένως, για λογαριασμό της εταιρείας ΔΔ, που είχε την έδρα της στην ... της ..., την από 19-3-1998 δήλωση έναρξης εργασιών, στη ... ΔΟΥ και στη συνέχεια να εκδοθεί ικανός αριθμός εικονικών φορολογικών στοιχείων, που διατέθηκαν σε 48 διάφορες επιχειρήσεις της ... . Επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή κατά την οποία με την έκδοση των εικονικών αυτών φορολογικών στοιχείων, τα οποία οι αρμόδιοι ελεγκτικοί μηχανισμοί θεώρησαν ως γνήσια, να εξαπατηθούν και να πεισθούν ότι οι αναφερόμενες στα φορολογικά αυτά στοιχεία, εμπορικές συναλλαγές, είχαν πραγματοποιηθεί με αποτέλεσμα να καταβληθεί ο αναλογών φόρος προστιθέμενης αξίας, από 18% και από τα καταβληθέντα και εισπραχθέντα χρηματικά ποσά, να τα διανέμονται κατά 1/3 ο αναιρεσείων Χ1, κατά 1/3 ο αναιρεσείων Χ2 και κατά το έτερο 1/3, η εκάστοτε εμπορική επιχείρηση, η οποία προμηθευόταν το αντίστοιχο εικονικό φορολογικό στοιχείο. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται η συμμετοχική δράση του εν λόγω αναιρεσείοντος Χ2 και η δόλια προαίρεση του, και από την παραδοχή της αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία στο γραφείο της επιχείρησης του, που αυτός διατηρούσε στη ..., βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στελέχη - μπλόκ επιταγών, από τα οποία ο ποιο αναιρεσείων, είχε εκδώσει επιταγές συνολικού ποσού 30.000.000 δραχμών στο όνομα των μελών της οικογένειας του συγκατηγορουμένου του, Χ1, ήτοι στη σύζυγο και τη θυγατέρα του, οι οποίες και εισέπραξαν τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, προϊόντα αναμφισβήτητα της έκνομης δραστηριότητας του. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή κατά την οποία, προκύπτει η αναμφισβήτητη εικονικότητα των φορολογικών στοιχείων, ενόψει του ότι οι φερόμενες ως πραγματοποιηθείσες από τις εταιρείες ΒΒ και ΔΔ, εμπορικές συναλλαγές, ήσαν ανύπαρκτες. Τέλος, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία από την παραπάνω αξιόποινη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος Χ2, εκτός άλλων προσώπων, ζημιώθηκε και το Ελληνικό Δημόσιο, με το συνολικό ποσό των 141.632.798 δραχμών, που υπερβαίνει αυτό των 50.000.000 δραχμών ή 146.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο, ως επιστροφή του Φ.Π.Α.
Επειδή φαινόμενη κατ' ιδέα συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 94 ΠΚ περί συρροής εγκλημάτων, υπάρχει όταν εμφανίζονται κατ' αρχήν για την ίδια ή περισσότερες αξιόποινες πράξεις περισσότεροι ποινικοί νόμοι ως εφαρμοστέοι, πλην όμως από τη λογική και αξιολογική σχέση μεταξύ τους προκύπτει ότι τελικά ένας από αυτούς είναι εφαρμοστέος, ο οποίος έτσι αποκλείει την εφαρμογή των λοιπών, που φαινομενικά μόνο συρρέουν. Με την έννοια αυτή φαινόμενη κατ' ιδέα συρροή υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία περισσότεροι ποινικοί νόμοι καλύπτουν την όλη απαξία και υπόσταση (αντικειμενική και υποκειμενική) της αξιόποινης πράξεως και τελούν μεταξύ τους σε σχέση γενικού και ειδικού, οπότε ισχύει η αρχή της ειδικότητας, κατά την οποία ο ειδικός νόμος αποκλείει την εφαρμογή του γενικού, με βάση τον κανόνα "τα ειδικά των γενικών επικρατέστερα". Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, το έγκλημα της φοροδιαφυγής διαπράττει και όποιος, εξαπατώντας τη φορολογική αρχή, έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α., κατά δε το δε το άρθρο 19 του ίδιου νόμου και όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία. Πλαστό θεωρείται το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου, ενώ εικονικό θεωρείται και όταν εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής. Οι ειδικές αυτές διατάξεις, που αναφέρονται στην αξιόποινη φοροδιαφυγή, αποκλείουν την εφαρμογή των γενικών περί πλαστογραφίας και απάτης διατάξεων των άρθρων 216 και 386 ΠΚ. Αν όμως η κατάρτιση των πλαστών φορολογικών στοιχείων ή η απατηλή ενέργεια του δράστη κατατείνει όχι μόνο στη φοροδιαφυγή, αλλά και στην παράνομη ωφέλεια ή βλάβη τρίτων ή στην πρόκληση και άλλης περαιτέρω ζημίας του Δημοσίου ή στον προσπορισμό και άλλου οφέλους του, εκτός της μειώσεως ή αποφυγής της φορολογικής επιβάρυνσης του, τότε οι ειδικές διατάξεις περί αξιόποινης φοροδιαφυγής δεν εκτοπίζουν εξολοκλήρου την εφαρμογή των γενικών περί πλαστογραφίας και απάτης διατάξεων των άρθρων 216 και 386 ΠΚ, γιατί τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της φοροδιαφυγής στην περίπτωση αυτή δεν συμπίπτουν με εκείνα της πλαστογραφίας ή απάτης, οι οποίες, πέραν των στοιχείων της φοροδιαφυγής, περιέχουν και άλλη ποινικώς κολάσιμη εγκληματική δραστηριότητα αυτού (δράστη). Επομένως, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, που αποτελεί και το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ειδικότερα ότι δεν υφίσταται αληθής συρροή μεταξύ των πράξεων που αυτός καταδικάσθηκε, ήτοι της πράξεως της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και της φοροδιαφυγής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1905/2000), αφού σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, κηρύχθηκε ένοχος των πράξεων της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, με τη μορφή της άμεσης συνέργειας.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος μεν που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, ενώ κατά το μέρος που με την αιτίαση του πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ότι το αιτιολογικό της αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, είναι αβάσιμος, γιατί δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται, όπως εν προκειμένω, στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, που αποτελεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, τρίτο λόγο αναιρέσεως και συγκεκριμένα ότι το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την κρίση περί της ενοχής του, έλαβε υπόψη του τις μαρτυρικές καταθέσεις του ιδίου, οι οποίες λήφθηκαν από τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ, προτού αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου και ότι οι καταθέσεις αυτές έπρεπε να τεθούν εκτός της δικογραφίας, είναι αβάσιμη, γιατί από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική γι' αυτόν απόφαση, δεν έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις του, αλλά στηρίχθηκε στα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία). Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αποτελούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, για τους οποίους το δικαστήριο δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία.
Επίσης, η από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 179 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 του Π.Κ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαράδεκτο προβληθέντα ισχυρισμό. Έτσι, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει, ότι έγινε και προφορική ανάπτυξη του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσης του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το Δικαστήριο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν (Ολ. ΑΠ 2/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στην πιο πάνω ποινή, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ζήτησε να αναγνωριστεί στο πρόσωπο του το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ. Το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα του, με την παρακάτω αιτιολογία "Το αίτημα του δευτέρου κατηγορουμένου με το οποίο ζητεί να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ(προτέρου εντίμου βίου), πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο, διότι αποδείχθηκε ότι ο πρότερος βίος του δεν ήταν έντιμος, αφού αυτός στο παρελθόν είχε χρησιμοποιήσει εικονικά φορολογικά στοιχεία στην επιχείρηση του για να εισπράξει παράνομα επιστροφή φόρου, πράξη για την οποία καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμό 365/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε φυλάκιση 4 μηνών (βλ. ποινικό μητρώο, το οποίο ελήφθη υπόψη μόνο για τη χορήγηση ή μη του ελαφρυντικού). Η αιτιολογία δε, την οποία διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να απορρίψει τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με ειδική δε αναφορά στο Δελτίο του Ποινικού του Μητρώου, αιτιολόγησε ότι και κατά το παρελθόν είχε επιδείξει ανάλογη παραβατικότητα, που δεν δικαιολογούσε την παραδοχή του αιτήματος του. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του Χ2 και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει α) από 8-4-2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..., β) την από 7-4-2008 αίτηση του Χ2, κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ... και γ) την από 8-4-2008 αίτηση των Χ3 και Χ4, κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 2649/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για κακουργηματική απάτη σε βάρος του Δημοσίου με ζημία άνω των 50.000.000 δρχ και φοροδιαφυγή (έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων) με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (έλλειψη νόμιμης βάσης), β) εσφαλμένης εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) απόλυτης ακυρότητας. Αόριστοι οι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει αναιρέσεις ως απαράδεκτες. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων για αναίρεση β΄ κατηγορουμένου. Απορρίπτει αιτήσεις.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Απάτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Καταχραστές Δημοσίου.
| 0
|
Αριθμός 1601/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σταθόπουλο, περί αναιρέσεως της 9100/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2009 αίτησή του καθώς και στο από 4 Μαΐου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 448/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ'άρθρο 372 παρ.1 ΠΚ, "όποιος αφαιρεί (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών ..." κατά δε το άρθρο 378 ιδίου Κώδικος κλοπή ... που έγινε α) μεταξύ συγγενών και αγχιστέων σε ευθεία γραμμή, θετών γονέων και θετών τέκνων, συζύγων και μνηστευμένων, ανεψιών καθώς και των συζύγων και των μνηστήρων τους β) από σύζυγο στην περιουσία που άφησε ο σύζυγός του γ) εναντίον επιτρόπου ή επιμελητή του υπαιτίου, καθώς επίσης και σε βάρος προσώπου με το οποίο ο υπαίτιος ή συμμέτοχος διατελεί σε σχέση εξάρτησης ή ζει στο ίδιο σπίτι, διώκεται ύστερα από έγκληση. Εκ των διατάξεων των άνω άρθρων σαφώς προκύπτει ότι τα στοιχεία του βασικού εγκλήματος της κλοπής είναι αντικειμενικώς α) (το) πράγμα ήτοι κάθε ενσώματο αντικείμενο που είναι δεκτικό εξουσιάσεως (κατά την αντίληψη του ΠΚ και όχι του ΑΚ προς την οποίαν όμως εν πολλοίς συμπίπτει) β) να είναι κινητό, εκείνο δηλαδή που κατά την κοινή, φυσική αντίληψη μπορεί να μετακινηθεί γ) να είναι ξένο εν όλω ή εν μέρει, ήτοι να ανήκει σε άλλον και όχι στο δράστη, λαμβανομένης προς τούτο υπ' όψη της κυριότητος του πράγματος κατά τον ΑΚ, αφού ο ΠΚ δεν περιέχει ίδιο αυτόνομο ορισμό δ) να αφαιρεθεί από την κατοχή άλλου, την φυσική εξουσία, δηλαδή, κάποιου προσώπου, εις την έννοια της κατοχής περιλαμβανομένης τόσο της πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας, όσο και της βουλήσεως της εξουσιάσεως, η δε αφαίρεση της κατοχής αυτής να γίνει χωρίς τη θέληση του κατόχου και υποκειμενικώς ε) ο δόλος του δράστου, αρκεί και ενδεχόμενος που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το αφαιρούμενο πράγμα είναι ξένο και βρίσκεται στην κατοχή άλλου και τη βούληση ή αποδοχή της αφαιρέσεως του πράγματος από την ξένη κατοχή, χωρίς την συναίνεση του δικαιούχου, για να το υπαγάγει ο δράστης στην κατοχή του, με σκοπό να το έχει οριστικά στην ιδιοκτησία του παρανόμως, δηλαδή χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 378 ΠΚ κλοπή μεταξύ συγγενών (υφαίρεση) εισάγει προνομιούχο περίπτωση εγκλήματος λόγω των ιδιαιτέρων σχέσεων που συνδέουν δράση και παθόντα, αναφερομένων περιοριστικά και απαιτουμένου να υπάρχουν κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, σχέσεων, μεταξύ των οποίων είναι η συγγένεια εξ αίματος ή αγχιστείας. Αυτή πρέπει να είναι σε ευθεία γραμμή, όπως γονείς και τέκνα, έγγονοι, παππούδες-γιαγιάδες, θετοί γονείς και τέκνα, ακριβώς δε αυτών των σχέσεων η υφαίρεση διώκεται κατ'έγκληση, τιμωρείται όμως όπως και η κυρία πράξη (της κλοπής). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι ανάγκη κατ'αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών αυτών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί άμεσο δόλο (εν γνώσει), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά κατ'άρθρον 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ, η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 9100/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ' όψη του (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου) (εδέχθη) τα εξής. "Ο κατηγορούμενος ενεργώντας από πρόθεση στο ..., αφήρεσε από την οικία της εγκαλούσας δύο (2) ηχεία στερεοφωνικού συγκροτήματος και διάφορες οικιακές συσκευές. Τα παραπάνω προκύπτουν από την εκτίμηση της ενόρκου καταθέσεως της μάρτυρα, των αναγνωσθέντων εγγράφων και την απολογία του κατ/νου, ο οποίος ομολογεί ότι την ντουλάπα με τις οικ. συσκευές την έβγαλε έξω από το σπίτι και ότι το ψυγείο το είχε μεταφέρει ο ίδιος στο κυλικείο του σχολείου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα έλαβε γνώση της εκ μέρους του κατ/νου κατά τα άνω παρανόμου ιδιοποιήσεως τον Ιανουάριο του 2005, αφού από το καλοκαίρι του 2004 βρισκόταν σε συζητήσεις με τον κατ/νο για την επιστροφή των πραγμάτων αυτών άνευ προσφυγής στα δικαστήρια, οπότε πρέπει ν'απορριφθεί ο προταθείς από τον κατ/νο αυτοτελής ισχυρισμός περί εκπροθέσμου εγκλήσεως. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατ/νος όπως κατηγορείται".
Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στο ... κατά το χρονικό διάστημα του καλοκαιριού του έτους 2004 αφαίρεσε ξένα εν όλω κινητά πράγματα από την κατοχή συγγενούς του με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και συγκεκριμένα αφαίρεσε από την ευρισκόμενη στον ανωτέρω τόπο οικία της εγκαλούσας ..., η οποία είναι θεία του διαμένουσα στην ..., δύο ηχεία στερεοφωνικού συγκροτήματος μάρκας TECKNICS, διάφορες οικοσκευές και είδη οικιακής χρήσεως ιδιοκτησίας της εγκαλούσας, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα".
Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 και 372 παρ.1 α ΠΚ που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ' όψη του, τα ξένα κινητά πράγματα, τα οποία ο αναιρεσείων αφήρεσε από την κατοχή της θείας του (εγκαλούσης) και δη από την οικία της, την πρόθεσή του να τελέσει την πράξη γνωρίζων ότι τα πράγματα είναι ξένα ως και τον σκοπόν της παρανόμου ιδιοποιήσεώς των με τις ως άνω ενέργειές του. Μετά ταύτα ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και, κατ'εκτίμηση, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ'ό μέρος δε υπό την επίκληση του λόγου ελλείψεως αιτιολογίας, επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ουσία της υποθέσεως.
Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν υπάρχουν μεταξύ κατηγορουμένου και παθούσης οι ιδιαίτερες σχέσεις που απαιτεί το άρθρο 378 ΠΚ και δη η εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγένεια σε ευθεία γραμμή, αφού η εγκαλούσα είναι θεία του κατηγορουμένου, (ο οποίος είναι υιός της αδελφής του συζύγου της), και συνεπώς έγινε δεκτό, ότι πρόκειται περί κλοπής. Επομένως δεν γεννάται θέμα υπάρξεως ή μη εμπροθέσμου εγκλήσεως, η οποία, κατά τ'άνω απαιτείται, μόνο στην υφαίρεση, όπως αβασίμως επρότεινε στο άνω Εφετείο ο αναιρεσείων, το οποίο και εν πάση περιπτώσει απέρριψε την σχετική ένστασή του. Εντεύθεν και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, περί υπερβάσεως εξουσίας, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόρριψη της άνω ενστάσεως και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 378 και 117 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο υπό στοιχ. 3 του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως λόγος, περί απαραδέκτου της ασκηθείσης ποινικής διώξεως "διότι δεν εξετιμήθησαν ορθώς τα πραγματικά περιστατικά" είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι (ως εκτίθεται) βάλλει κατά της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων. Η επιβαλλομένη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται εκείνοι, οι οποίοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, ή της ικανότητος προς καταλογισμόν, ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν, ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Πρέπει όμως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος και σαφής δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται με τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται από τον νόμο, για την συγκρότηση της νομικής εννοίας του πραγματικού ισχυρισμού και να αναπτυχθεί προφορικά (άρθρα 141 παρ.2 και 331 ΚΠΔ), ώστε να παρέχεται η δυνατότης αξιολογήσεως και εις περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Εφ'όσον δε δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός παραδεκτώς υποβληθέντος τοιούτου σαφούς και ορισμένου ισχυρισμού, ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως. Αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί εμπράκτου μετανοίας τοιούτος, η δε υπό του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του επίκληση του ισχυρισμού τούτου έχει ως συνέπεια την εξάλειψη του αξιοποίνου των εγκλημάτων της κλοπής και της υπεξαιρέσεως. Ούτω κατ'άρθρον 379 παρ.1 ΠΚ, το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τις αρχές για την πράξη του, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωμένο.... Απαιτείται επομένως για να είναι σαφής και ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός και να προκύπτει, εντεύθεν υποχρέωση του δικαστηρίου να τον εξετάσει και να αιτιολογήσει την σχετική κρίση του, όχι μόνο η επίκληση της "εμπράκτου μετανοίας", αλλά πρέπει, για την θεμελίωση του άνω ισχυρισμού, να γίνεται επίκληση των κατά την άνω διάταξη πραγματικών περιστατικών, ήτοι ότι έλαβε χώραν απόδοση του πράγματος ή εντελής ικανοποίηση του ζημιουμένου με την έννοια της πλήρους αποκαταστάσεως της ζημίας του παθόντος, η οποία μπορεί να γίνει και με κάθε δικαιοπραξία μεταξύ παθόντος και δράστου, κατά την οποίαν συμφωνείται η ικανοποίηση του πρώτου, η απόδοση ή ικανοποίηση να έγινε με την θέληση του δράστου και πριν εξετασθεί οπωσδήποτε από τις αρχές δηλαδή οικειοθελώς και χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων ήτοι εκουσίως και αυθορμήτως και όχι υπό την πίεση του παθόντος και την απειλή αποκαλύψεως της πράξεως, απώτατο δε χρονικό σημείο της εμπράκτου μετανοίας είναι το αργότερο μέχρι να κληθεί ο δράστης προς εξέταση από την αρχή, κατά την προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση ή κυρία ανάκριση, από γενικό ή προανακριτικό υπάλληλο ή ανακριτή ως κατηγορουμένου και όχι μετά την κλήση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 9100/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και τα πρακτικά αυτής ουδένα ισχυρισμόν περί εμπράκτου μετανοίας προέβαλε ο νυν αναιρεσείων, στη δε απολογία του εξέθεσεν ότι: "μία μέρα πήραν από την αστυνομία και μου είπαν ότι η θεία μου κατέθεσε ότι τα ηχεία ήσαν στην καφετέρια. Εγώ ρώτησα τον πατέρα μου, ο οποίος μου είπε ότι ήταν στη ντουλάπα και τα έβγαλα και της τα έδωσα. Το ψυγείο το είχα πάρει προσωρινά για το κυλικείο του Σχολείου και το επέστρεψα. Το πήρα το Μάρτιο και το επέστρεψα το καλοκαίρι, το είχα βάλει στο υπόγειο. Το παρέδωσα στην ξαδέλφη μου". Ούτως όμως δεν υπάρχει σαφής και ορισμένος ισχυρισμός, δηλαδή με την επίκληση των συγκεκριμένων περιστατικών προς θεμελίωση εμπράκτου μετανοίας και ουδεμία υποχρέωση είχε το δικαστήριο να απαντήσει επ'αυτού. Εντεύθεν και οι σχετικοί λόγοι του κυρίου δικογράφου μεν αναιρέσεως, κατά το οποίο επί λέξει "Διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς μου περί αμέσου αποδόσεως σε κάθε περίπτωση, των δήθεν υφαιρεθέντων κινητών ... καίτοι τούτο προέκυψε και εκ της ομολογίας της μηνυτρίας, χωρίς να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ... ήτοι σε κάθε περίπτωση έδει να τύχει εφαρμογής το άρθρο 379 ΠΚ και να απαλλαγώ πάσης ποινής", των δε προσθέτων λόγων, κατά τους οποίους "η επίκληση στην απολογία μου των ανωτέρω περιστατικών συνιστά επίκληση του λόγου άρσης του αδίκου της πράξεως ... που προβλέπεται στο άρθρο 379 ΠΚ ..." το οποίο η απόφαση δεν εδέχθη, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να απορριφθούν, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 103/16-3-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 9100/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως και τους από 4 Μαΐου 2009 προσθέτους λόγους. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία κλοπής (άρθρ. 372 ΠΚ). Στοιχεία υφαίρεσης (άρθρ. 378 ΠΚ). Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Δόλου αιτιολογία. Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εφόσον οι παραδοχές της αποφάσεως είναι ότι υπάρχει κλοπή, δεν έχει σημασία το εμπρόθεσμο ή μη της εγκλήσεως, το οποίο ενδιαφέρει μόνο στην υφαίρεση. Υφαίρεση είναι η κλοπή μεταξύ συγγενών σε ευθεία γραμμή και όχι μεταξύ θείου - ανεψιού. Αυτοτελής ισχυρισμός περί εμπράκτου μετανοίας. Πρέπει να είναι ορισμένος (άρθρο 379 ΠΚ) για να έχει υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει. Απορρίπτει αίτηση.
|
Υφαίρεση
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Κλοπή, Έγκληση, Υφαίρεση, Έμπρακτη μετάνοια.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1602/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 1210, 1211/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, κάτοικο ... και 2. Ψ2, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 16 Φεβρουαρίου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 537/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1Π.Κ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί παράνομα αυτό, καθόν χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Περαιτέρω, η υπεξαίρεση αναβαθμίζεται σε κακούργημα, που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν υπάρχουν όλα τα στοιχεία της απλής υπεξαίρεσης και επί πλέον μία από τις ακόλουθες περιοριστικά απαριθμούμενες δυο επιβαρυντικές περιστάσεις, εάν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, (παρ.1 περ. β που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν.2721/3-6-1999), ή αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίσταση (παρ. 2 εδ. β που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.3β του Ν.2721/1999). Διαχείριση δε ξένης περιουσίας έχει κάποιος όταν έχει εξουσία από το νόμο ή από τη σύμβαση να ενεργεί για λογαριασμό άλλου (του εντολέα του) επί της περιουσίας του όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως αυτού.
Εξάλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 περ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Σε αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη το έτος 1990, θανατώθηκαν οι γονείς των πολιτικώς εναγόντων. Το 1990 ο πολιτικώς ενάγων Ψ1 ενεργώντας για λογαριασμό της αδερφής του Ψ2 (δεύτερης πολιτικώς ενάγουσας) και της γιαγιάς του ΑΑ, έδωσε εντολή στον κατηγορούμενο που είναι δικηγόρος ..., ν' ασκήσει για λογαριασμό του ίδιου, της αδελφής και τη γιαγιά του αγωγή κατά του υπαιτίου του αυτοκινητικού ατυχήματος και της ασφαλιστικής εταιρίας, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Για την αμοιβή του τελευταίου συμφωνήθηκε προφορικά η παρακράτηση από αυτόν ποσοστού 10 % του χρηματικού ποσού που θα επιδίκαζε τελεσίδικα το Δικαστήριο μαζί με τους τόκους που αυτός θα εισέπραττε για λογαριασμό της. Ο κατηγορούμενος άσκησε αγωγή κατά των υπαιτίων οδηγών των αυτοκινήτων του ατυχήματος και των ιδιοκτητών τους ΒΒ, ΓΓ και ΔΔ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 6586/97 οριστική απόφαση, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη από την 2557/98 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης της έφεσης που ασκήθηκε εναντίον της και κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη και της αναίρεσης που ασκήθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 447/2000). Με την παραπάνω απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επιδικάσθηκε υπέρ των πολιτικώς εναγόντων - αδελφών το ποσό των 12.200.000 δρχ. για τον καθένα και αυτό των 3.500.000 δρχ. υπέρ της γιαγιάς και το ποσό των 790.000 δρχ. για τα δικαστικά της έξοδα και συνολικά 28.690.000 δρχ. Εναντι του ποσού αυτού εισπράχθηκαν Α] Από τον κατηγορούμενο α) από το ΔΔ την 19-3-97 2.000.000 δρχ., 1.000.000 δρχ. την 31-3-97, 500.000 την 24-4-97, 500.000 την 10-5-97 500.000 την 17-5-97, 500.000 την 30-6-97 και 200.000 δρχ. μεταξύ των μηνών Μαρτίου - Ιουνίου '97 και συνολικά το ποσό των 7.000.000 δρχ. Β] από την ασφαλιστική εταιρία ΑΣΤΗΡ για λογαριασμό των ασφαλισμένων σ' αυτή ΒΒ και ΓΓ, α) 13.950.000 δρχ. την 16-4-97 και β) 8.793.000 την 17-9-98 (καθαρό ποσό με αφαίρεση του φόρου και συνολικά 22.693.000 δρχ. γ) Από το ΓΓ 1.600.000 δρχ. Β] από τον εγκαλούντα, πολιτικώς ενάγοντα για τον εαυτό του και για λογαριασμό των λοιπών διαδίκων 8.000.000 δρχ. από τον ΔΔ. Συνολικά λοιπόν εισπράχθηκε ποσό από 40.563.000 δρχ. με βάση δε το ποσό αυτό και η συμφωνία του πρώτου πολιτικώς ενάγοντος και του κατηγορουμένου ο κατηγορούμενος έπρεπε να κρατήσει ως αμοιβή του, έναντι των υπηρεσιών του 4.056.300 δρχ. Αποδείχθηκε όμως ότι ο κατηγορούμενος από το ποσό των 32.563.000 δρχ. που εισέπραξε κατέβαλε στους εγκαλούντες 12.000.000 δρχ. την 16-4-97 β) 2704350 την 21-1-99 και συνολικά 14704350 δρχ. Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί και αυτό των 1.563.000 δρχ. που κατέβαλε ο κατηγορούμενος για δικαστικό ένσημο κα τέλος απογράφου που σημαίνει ότι ουσιαστικά κατέβαλε στους δικαιούχους 16.267.350 δρχ. Με βάση τα παραπάνω ο κατηγορούμενος κράτησε ως αμοιβή του 16.295.650 δρχ. δηλαδή ποσό μεγαλύτερο απ' ότι δικαιούται για την αμοιβή του κατά 12.239.350 δρχ. (32.563.000 - 16.267.350). Το ποσό αυτό, λαμβανομένων υπόψη τον χρόνον και της οικονομικής κατάστασης των δικαιούχων είναι ιδιαίτερο μεγάλης αξίας και οι εγκαλούντες το εμπιστεύθηκαν στον κατηγορούμενο στα πλαίσια της εντολής που έδωσαν σ' αυτόν, όπως εκτίθεται παραπάνω. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν και τα αναγνωσθέντα έγγραφα συνομολογεί ο κατηγορούμενος, προβάλλοντας όμως τον ισχυρισμό ότι η συμφωνία μεταξύ αυτού και του πρώτου εγκαλούντος που αφορούσε την αμοιβή του ήταν να καθορίζει αυτός τους τόκους. Ο ισχυρισμός όμως αυτός κρίνεται εντελώς αναληθής, διότι αποφεύγει να δώσει εξήγηση στο πως θα μπορούσε αρχικά, το χρόνο σύναψης της συμφωνίας να υπολογιστούν οι τόκοι, όταν δε μπορούσε να υπολογίσει το χρόνο περίπτωση της υπόθεσης. Επίσης δε δίνει οποιαδήποτε εξήγηση για το πώς θα αμοιβόταν σε περίπτωση που λυνόταν συμβιβαστικά η υπόθεση. Ο ισχυρισμός του επίσης για το ότι ο πρώτος εγκαλών πρότεινε η συμφωνία για τους τόκους γιατί δεν είχε χρήματα να του δώσει κρίθηκε εντελώς αβάσιμος διότι ο κατηγορούμενος και δε μπορούσε να γνωρίζει το περί τόκων και βέβαια σε οποιαδήποτε περίπτωση ο εγκαλών δεν ήταν αναγκαίο να καταβάλει χρήματα εφ' όσον η αμοιβή του δικηγόρου θα γινόταν όταν η υπόθεση περατωνόταν. Αφού επομένως αποδείχθηκε ότι στον τόπο και τρόπο που αναφέρονται στο διατακτικό, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα τα χρήματα της περιουσίας των εγκαλούντων πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης, που αναφέρεται στο διατακτικό, με το ελαφρυντικό που του αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της παραπάνω πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή και επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για την πράξη της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και του επέβαλε κατά πλειοψηφία ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, την εκτέλεση της οποίας, κατά πλειοψηφία, ανέστειλε επί τρία έτη. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 375 παρ. 1β, 2 του Π.Κ, κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στην προαναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες της αποφάσεως, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσείων με την ιδιότητα του νομικού παραστάτη των εγκαλούντων, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο πράγμα, που του είχαν εμπιστευθεί, λόγω της ιδιότητας του, ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Συγκεκριμένα, αιτιολογούνται οι παραδοχές, εκείνες σύμφωνα με τις οποίες: α) είχε συμφωνηθεί προφορικά μεταξύ αυτού (αναιρεσείοντος) και του πρώτου των εγκαλούντων Ψ1, που ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών εγκαλούντων, ότι το ύψος της αμοιβής του προσδιορίστηκε σε ποσοστό 10% επί του ποσού, το οποίο θα επιδικαζόταν τελεσίδικα με τους τόκους, από την ευδοκίμηση αγωγής αποζημιώσεως εξ' αυτοκινήτων, β) ότι ο αναιρεσείων με την εν λόγω ιδιότητα του, είχε εισπράξει για λογαριασμό των εντολέων του και από την ως άνω αιτία, σε εκτέλεση της υπ' αριθμό 2557/1998 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για την επιδικασθείσα τελεσίδικα απαίτηση και από τόκους, το συνολικό ποσό των 32.563.000 δραχμών (ήδη ευρώ), εκτός του ποσού των 8.000.000 δραχμών, που έλαβε ο ίδιος ο εγκαλών Ψ1, γ) ότι η αμοιβή του αναιρεσείοντος από την ως άνω αιτία ανερχόταν κατά τη συμφωνία τους, σε ποσό 4.056.300 δραχμές, (40.563.000 Χ 10% ίσον 4.056.300), δ) ότι ο αναιρεσείων έναντι του ποσού των 32.563.000 δραχμών που ο ίδιος εισέπραξε, κατέβαλε συνολικά στους εγκαλούντες το ποσό των 16.267.350 δραχμών, ε) ότι ο αναιρεσείων αντί της δικαιούμενης αμοιβής του, από 4.056.300 δραχμές, παρακράτησε το επί πλέον χρηματικό ποσό από 12.239.350 δραχμές, που αυτός εισέπραξε και το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα και, το οποίο οπωσδήποτε κρίνεται για τις συγκεκριμένες συνθήκες ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Επιπρόσθετα δε, το αιτιολογικό περιέχει με λεπτομερή ανάπτυξη τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, ενώ κατά το μέρος που, με την αιτίαση του πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ότι το αιτιολογικό της αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, είναι αβάσιμος, γιατί δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ακόμη και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, ενώ, στην προκείμενη περίπτωση το διατακτικό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε ασάφεια ή αντίφαση. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του αιτιολογικού, ως προς το ύψος του δικαιούμενου απ' αυτόν ποσού, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Τούτο, γιατί όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών, αιτιολογείται με πληρότητα και σαφήνεια, ότι η αμοιβή την οποία θα ελάμβανε ο αναιρεσείων, σύμφωνα με το περιεχόμενο της προφορικής συμφωνίας με τον εγκαλούντα Ψ1, είχε προσδιορισθεί χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία σε ποσοστό 10%, επί της συνολικής απαιτήσεως που θα επιδίκασε τελεσίδικα το Εφετείο Θεσσαλονίκης και σε καμία περίπτωση, οι τόκοι δεν θα περιερχόντουσαν αποκλειστικά και μόνο σ' αυτόν( κατηγορούμενο). Ούτε, επίσης, συνάγεται ανάλογη αντίφαση όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, σε αντιστοιχία με τις παραπάνω παραδοχές, από το γεγονός που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η συμφωνία ...που αφορούσε τη αμοιβή του, ήταν να εισπράξει αυτός τους τόκους, κρίνεται εντελώς αναληθής". Αντίθετα ενισχύει την πιο πάνω παραδοχή, σύμφωνα με την οποία η απαίτηση του αναιρεσείοντος, αδιστάκτως είχε προσδιορισθεί σε ποσοστό 10%, επί του ποσού που θα επιδικαζόταν τελεσίδικα, συμπεριλαμβανομένων των τόκων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων, που δεν είναι βεβαία η ανάγνωση τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν βέβαια με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της αυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του που ενδεχομένως περιλαμβάνει και το συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα αναγνωσθέντα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, μεταξύ των οποίων και οι με α. α 13 του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων δώδεκα (12) φωτοτυπίες αποδείξεων, που αναγνώσθηκαν. Από τα πρακτικά, όμως, τη δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, το περιεχόμενο των ως άνω δώδεκα (12) εγγράφων αποδείξεων, προκύπτει αναμφισβήτητα από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων και από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως, δεν ήταν δε αναγκαίο να προσδιορίζεται η χρονολογία εκδόσεως, ο εκδότης αυτών ή το περιεχόμενο τους. Άλλωστε, δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα το γεγονός ότι οι ως άνω αποδείξεις αναγνώσθηκαν και ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος γνώριζε το περιεχόμενο τους, και είχε πλέον τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενο τους.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, τελευταίος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, προς στήριξη της κρίσεως του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του, τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία ναι μεν αναγνώσθηκαν, χωρίς όμως, να προσδιορίζεται η ταυτότητα τους, με αποτέλεσμα να στερηθεί αυτός της δυνατότητας να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενο τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε υπερέβη την εξουσία του, με το να αποφανθεί επί προκαταρκτικού ζητήματος, υπαγόμενου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και ειδικότερα, για το ό,τι δέχτηκε σχετικά με το ύψος της αμοιβής του, που ανέρχεται σε ποσοστό 10% επί της απαιτήσεως που θα επιδικαζόταν τελεσίδικα από το Εφετείο Θεσσαλονίκης, στην οποία απαίτηση συμπεριλαμβάνονταν και οι τόκοι. Ο ισχυρισμός αυτός, που αποτελεί το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, είναι διττώς απαράδεκτος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, γιατί το ποινικό δικαστήριο έχει κατά κανόνα την εξουσία να κρίνει παρεμπιπτόντως για οποιοδήποτε αστικής φύσεως ζήτησε, που αναφύεται ενώπιον του και έχει σχέση με τη διεξαγόμενη ποινική δίκη, με εξαίρεση μόνο την περίπτωση, κατά την οποία, με ρητή διάταξη νόμου απαιτείται να προηγηθεί για την επίλυση του προκαταρκτικού ζητήματος, απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, περί της οποίας εδώ δεν πρόκειται και γιατί κατά τα λοιπά, με την επίφαση της υπερβάσεως εξουσίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ,), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183Κ.Πολ.Δικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ, δικηγόρου, κατοίκου ... και τους επ' αυτής από 16 Φεβρουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 1210-1211/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση. Καταδικαστική απόφαση. Αναίρεση με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και γ) απόλυτη ακυρότητα. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επάγεται απόλυτη ακυρότητα το γεγονός ότι στο έγγραφο που αναγνώσθηκε δεν προσδιορίζεται ο χρόνος εκδόσεως, ο εκδότης ή το περιεχόμενό του. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1605/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αναστάσιο Λιανό (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Φράγκου), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Χρήστο Ροκόφυλλο και Διονυσία Μουζάκη και 2. Χ2, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγγελάκο, περί αναιρέσεως της 1100/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Χ3, 2. Χ4 και 3. Χ5. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ LOGISTICS", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δήμα και 2. Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Ντιάτζεο Ελλάς, Ανώνυμη Εταιρία Εμπορίας, Εισαγωγών και Αντιπροσωπειών Ποτών" και τον διακριτικό τίτλο "Diageo Hellas S.A.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πορφύρη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουλίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, καθώς και στους από 20 Νοεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους του πρώτου αναιρεσείοντος που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1422/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι υπό κρίση από 11 Ιουλίου 2008 και 14 Ιουλίου 2008, αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατά της υπ' αριθμό 1100/14-4-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, είναι παραδεκτές και ταυτόσημοι, πρέπει, λόγω τη πρόδηλης συνάφειας τους, να συνεκδικαστούν.
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 1100/2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται στα με αριθμούς 266/2008 και ταυτάριθμα 1100/2008 πρακτικά, από την απόφαση 3772/2006 και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο 1ος κατ/νος Ινδός, κάτοικος ..., με το ψευδώνυμο "μπαμπάς", που γνωριζόταν αρκετό καιρό με τον 5° κατ/νο Χ2, κάτοικο ..., έμπορο αυτοκινήτων και με πρωτοβουλία αυτών και του 4ου κατ/νου, που διέθετεν αγρόκτημα με εγκατελειμένα θερμοκήπια, σπίτι και αποθήκες στην περιοχή ..., ομού με άλλους, γνωστούς τους, αποκαλυφθέντες και μη όπως κατωτέρω, συναποφάσισαν και οργάνωσαν καλά με επισκέψεις του χώρου, συλλογή πληροφοριών, πρόσληψη συνεργών και ανεύρεση και χρήση διαρρηκτικών εργαλείων και φορτηγών αυτοκινήτων για τη μεταφορά των κλοπιμαίων κιβωτίων ποτών και μηχανημάτων κλαρκ για τη φόρτωση των φορτηγών, την από κοινού κλοπή μεγάλων ποσοτήτων φιαλών οινοπνευματωδών ποτών, που ανήκαν στην κυριότητα της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας "DIAGEO HELLAS S.A." και φυλλάσσονταν, κατόπιν σύμβασης μεταξύ τους φύλαξης και διανομής, στις αποθήκες της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας "ΑΤΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ Α.Ε.", στη βιομηχανική περιοχή ... . Έτσι αφού κατόπτευσαν επανειλημμένα το χώρο, την περιοχή και ανθρώπους, αφού συνέλεξαν χρήσιμες πληροφορίες από εργαζομένους στις εταιρείες αυτές αλλοδαπούς και Έλληνες εργάτες, ιδία δε ότι στην εταιρεία ΑΤΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ, έγινε στις 1-7-2005 απογραφή και το Σαββατοκύριακο 2 και 3/7/2005, θα έκλεινε η εταιρεία και θα έλλειπε το προσωπικό, από κοινού αποφάσισαν, οργάνωσαν και έδρασαν με σύστημα και εκπληκτική επιτυχία το διήμερο αυτό, νυχτερινές ώρες. Συγκεκριμένα βρήκαν τον 3° κατ/νο ινδό Χ4, που εργαζόταν στο εργοστάσιο της εταιρείας ΝΕΟΧΡΗΜ του μάρτυρα ΑΑ, του εξήγησαν και προφανώς με πληρωμή αυτός ανέλαβε και αφαίρεσε λάθρα τα κλειδιά του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου της ΝΕΟΧΡΗΜ και τα παρέδωσε στον 1° κατ/νο και αυτός τα παρέδωσε στον συγκατ/νο καταδικασθέντα στον πρώτο βαθμό ΩΩ, ο οποίος και αφαίρεσε το άνω φορτηγό αυτοκίνητο για να χρησιμοποιηθεί στη φόρτωση και μεταφορά μέρους των κλοπιμαίων, όπως και έγινε, στις αποθήκες του αγροκτήματος - φάρμας του 4ου κατ/νου, δύο δρομολόγια ολονυχτίς, με οδηγό τον 2° αλλοδαπό κατ/νο και μετά επιστράφηκε το φορτηγό στη θέση που ήταν παρκαρισμένο στην αυλή της εταιρείας. Έτσι οι κατ/νοι 1ος, 4ος και 5ος από κοινού, με την άμεση συνδρομή των κατ/νων 2ου και 3ου, ως άνω, μαζί με τους καταδικασθέντες στον Α' βαθμό, απορριφθείσας της εφέσεως τους ως ανυποστήρικτης, ΩΩ, ΦΦ και ΥΥ, ως εργάτες και άλλους 5 εργάτες που προσέλαβαν και δεν αποκαλύφθηκε η ταυτότητα τους, με τη χρήση ΙΧΕ αυτοκινήτων και του άνω φορτηγού αυτοκινήτου της εταιρείας ΝΕΟΧΡΗΜ, πήγαν όλοι μαζί, στο χώρο της εταιρείας ΑΤΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ Α.Ε., στην τοποθεσία "..." Βιομηχανικής περιοχής ..., στις 2-3-2005, περί ώρα 22.30, άνοιξαν με τροχό μία μεγάλη τρύπα, 1 x 1 μ. στον τοίχο μίας μεταλλικής αποθήκης και με τη χρήση των κλαρκ της εταιρείας αυτής, χωρίς να κτυπήσει ο υπάρχων συναγερμός, άρπαξαν και φόρτωσαν στο φορτηγό πολλά κιβώτια ποτών, για παράνομη ιδιοποίηση και κάνοντας τη νύκτα αυτή δύο δρομολόγια, με οδηγό τον 2° κατ/νο, με την παρουσία και την καθοδήγηση όλων, τα ποτά αυτά μεταφέρθηκαν και εναποθηκεύθηκαν την ίδια νύκτα σε αποθήκες του αγροκτήματος ιδιοκτησίας του 4ου κατ/νου, όπου και κλειδώθηκαν, αφού τοποθετήθηκε και έξω από την πόρτα, από τον 4° κατ/νο, ένας άγριος σκύλος του. Ο 4ος κατ/νος, μάλιστα οδηγούσε το δικό του τζιπ χρώματος λευκού και πήγαινε μπροστά από το φορτηγό, δεικνύοντας το δρόμο και πίσω από το φορτηγό, πήγαινε με άλλο ΙΧΕ, ένα πράσινο HUNDAI αυτοκίνητο, ο 1ος κατ/νος (βλ. καταθέσεις αστυνομικών μαρτύρων και απολογίες 1ου, 2ου και 3ου κατ/νου). Αφού είδαν ότι πήγε καλά η άνω επιχείρηση και δεν τους αντιλήφθηκε κανείς, την επόμενη νύκτα, περί ώρα 20.30 της 3-7-2005, ο 5ος κατ/νος, όπως είχαν σχεδιάσει όλοι από κοινού, μαζί με κάποιο άγνωστο συνεταίρο του, τους συγκατ/νους και δέκα ακόμη αγνώστους συνεργούς τους εργάτες και οδηγούς, έφεραν από την ... τρία μεγάλα φορτηγά αυτοκίνητα, εκ των οποίων το ένα ήταν νταλίκα, και όλοι από κοινού ενεργώντας, σε διάφορους ρόλους, αφαίρεσαν με τον ίδιο υποδειγματικό τρόπο και άλλα κιβώτια ποτών, φόρτωσαν με τον ίδιο τρόπο τα τρία φορτηγά και τα μετέφεραν σε αποθήκες τους σε άγνωστη περιοχή των ..., μη εισέτι αποκαλυφθείσες, τα οποία και ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Τα ποτά που συνολικά αφαίρεσαν από τις αποθήκες της κατόχου εταιρείας ΑΤΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ Α.Ε, ανήκοντα όμως στην κυριότητα της εταιρείας "DIAGEO HELLAS SA", είναι 5.742 φιάλες ουίσκυ μάρκας DIMPLE, 15.344 φιάλες ουίσκυ μάρκας JOHNNY WALKER RED LABEL, 14.688 φιάλες ουίσκυ μάρκας CARDHU, 2.160 φιάλες τεκίλα μάρκας JOSE GUERNO, 720 φιάλες λικέρ μάρκας BAILEYS και 145 φιάλες αεριούχων ποτών βότκας μάρκας SMIRNOFF, συνολικής αξίας 448.246 ευρώ. Η αποκάλυψη των δραστών έγινε από το γεγονός ότι είχε θραυσθεί κατά την εν λόγω επιχείρηση κλοπής της πρώτης νύχτας το φλας του άνω χρησιμοποιηθέντος ΙΧΦ αυτοκινήτου του ΑΑ, που είχεν μάλιστα λάσπες στις ρόδες του και έτσι μάθανε, από ένα Ινδό εργαζόμενο στο εργοστάσιο της εταιρείας ΝΕΟΧΡΗΜ του μάρτυρος ΑΑ πώς και ποιος Ινδός (ο Χ5- 1ος κατ/νος) πήρε τα κλειδιά, σε ποιόν τα παρέδωσε και μετά ποιος το οδήγησε και πού ξεφόρτωσε μέρος των κλοπιμαίων ποτών, όπως προεκτέθηκαν αναλυτικά, και μετ' ολίγες ημέρες η Ασφάλεια Α.Τ. ..., προέβη στις πρώτες προσαγωγές και συλλήψεις των Ινδών κατ/νων οι οποίοι και αποκάλυψαν με λεπτομέρειες, τις δύο συνεχόμενες κλοπές, όλους τους συμμέτοχους κατ/νους και τον τόπο εναποθήκευσης των ποτών στο αγρόκτημα του 4ου κατ/νου Χ1 (βλ. καταθέσεις αστυνομικών ..., ... και ..., οι οποίοι, χωρίς να ασκούν προανακριτικά καθήκοντα, απλώς άκουσαν στο Αστυνομικό Τμήμα, τους 1° και 2° κατ/νους να ομολογούν πλήρως με λεπτομέρειες τις δύο συνεχόμενες κλοπές των ποτών και να κατονομάζουν τους συμμέτοχους τους 3°, 4° και 5° κατ/νο, ενώ τίποτα δεν άκουσαν για συμμετοχή των 6ου και 7ου των κατ/νων. Στη συνέχεια, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Πλημ/κών Θηβών στις 9-7-2005, περί ώραν 11.00, έγινε επίσκεψη και έρευνα στη φάρμα του 4ου κατ/νου Χ1 και εκεί οι Αστυνομικές Αρχές βρήκαν και κατέσχεσαν, σε αποθήκη κλειδωμένη, που απέξω φυλούσε άγριος σκύλος ιδιοκτησίας του 4ου κατ/νου, από τα ως άνω κλοπιμαία ποτά, 860 κιβώτια με 6 φιάλες ουίσκυ έκαστο, μάρκας CARDHU, 229 κιβώτια των 6 φιαλών έκαστο με ουίσκυ μάρκας JOSE GUERNO και 476 κιβώτια με 12 φιάλες έκαστο με ουίσκυ μάρκας DIMPLE. Σε παρακείμενη μέσα στη φάρμα κατοικία του ιδιοκτήτη 4ου κατ/νου, εν απουσία αυτού, αλλά με την παρουσία του άνω εισαγγελικού λειτουργού και της μάρτυρος, αρχικά συγκατηγορουμένης φίλης αυτού ΒΒ, με την οποία και συζούσε εκεί ο 4ος κατ/νος, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στην κατοχή του 4ου κατ/νου, στο υπνοδωμάτιό του, μία χάρτινη συσκευασία με ακατέργαστη ινδική κάνναβη βάρους, ένα μαχαίρι με μήκος λάμας 11 εκατ., ένας σιγαστήρας πιστολιού, ένα αεροβόλο πιστόλι, 25 φυσίγγια κυνηγίου και 10 φυσίγγια με ελαστικά σκάγια, ένα κουτί άδειο καφέ που περιείχε κρυμμένη ακατέργαστη κάνναβη βάρους 28,6 γραμ., 2 δισκία χαπιών STEDON 10MG, σε συρτάρι του γραφείου του 6 αποξηραμένα δενδρύλλια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, ύψους 40-50 εκατ. και στο γραφείο του επίσης μία ξιφολόγχη, που όλα κατείχε παράνομα, τα όπλα και πυρομαχικά χωρίς σχετική άδεια της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής, ενώ τα ναρκωτικά κατείχεν, για δική του αποκλειστική χρήση, ως χρήστης, χωρίς να είναι τοξικομανής, ήτοι χωρίς να έχει την έξη χρήσης ναρκωτικών μη δυνάμενος να την αποβάλει με δικές του δυνάμεις. Όλοι οι κατ/νοι, αποδείχθηκε περαιτέρω ότι τέλεσαν την πράξη της διακεκριμένης κλοπής αυτής, οι 1ος, 4ος και 5ος, ενωμένοι προς διάπραξη κλοπών αξίας άνω των 73.000 ευρώ, ως συναυτουργοί και οι 2ος και 3ος ως άμεσοι συνεργοί, όπως κρίθηκε και στον πρώτο βαθμό, κατ' επάγγελμα, διότι έδρασαν, όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου, με μεγάλη μελέτη και προετοιμασία, έχοντες διαμορφώσει υποδομή, με ειδικά διαρρηκτικά εργαλεία, με εξεύρεση φορτηγών και οδηγών και αλλοδαπών εργατών με καλή αμοιβή για τη μεταφορά των κλοπιμαίων, κλαρκ και οδηγούς ειδικούς για τη γρήγορη φόρτωση τόσων ποσοτήτων κιβωτίων ποτών, με χρήση ΙΧΕ αυτοκινήτων και αποθηκών για αποθήκευση των κλοπιμαίων ποτών, από τα οποία και προκύπτει πρόθεση επανάληψης, έγινε ήδη δύο συνεχόμενες νύχτες, κατ' εξακολούθηση, χωρίς να τους αντιληφθούν και προκύπτει σκοπός αυτών προς πορισμό μεγάλου και εύκολου εισοδήματος, αφού ήδη μέχρι σήμερα δεν αποκαλύφθηκε το μέρος που απέκρυψαν στην ... και προφανώς επώλησαν τις υπόλοιπες μεγάλες ποσότητες των κλαπέντων ποτών, που κουβάλησαν με μία νταλίκα και δύο άγνωστα φορτηγά σε άγνωστο μέρος των ... . Ο ισχυρισμός του 4ου κατ/νου ότι δήθεν είχεν εκμισθώσει την αποθήκη του που βρέθηκε μέρος των κλοπιμαίων στον πρώτο κατ/νο Ινδό, δε γίνεται πιστευτός και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού δεν υπάρχει έγγραφο συμφωνητικό, έξω από την κλειδωμένη αποθήκη του βρέθηκε δεμένος ένας άγριος σκύλος (λυκόσκυλο) που φυλούσε τα ποτά της ιδιοκτησίας αυτού, του 4ου κατ/νου και όπως προεκτέθηκε αυτός ήταν παρών στη διαδικασία φόρτωσης και εκφόρτωσης των δύο φορτίων ποτών στη δική του αποθήκη, συνοδεύον τη νύχτα των κλοπών το φορτηγό με το δικό του τζιπ, υποδεικνύοντας στον οδηγό το δρόμο προς τη φάρμα του, διαψεύδει δε κάθε τέτοια εκδοχή και ο 1ος κατ/νος στην απολογία του, ενώ και οι κατ/νοι 2ος και 3ος στις απολογίες τους καταθέτουν κατηγορηματικά για την ενεργό συμμετοχή του 4ου στην άνω κλοπή, ο 3ος μάλιστα αναφέρει ότι μένει δίπλα στη φάρμα Χ1 και αυτός τον προσέλαβε με έναν άλλο ακόμα αλλοδαπό για το ξεφόρτωμα του φορτηγού στη φάρμα του, χαρακτηριστικά ο 3ος καταθέτει "πήγαινε ο Χ1 μαζί με το φορτηγό, δύο φορές με το άσπρο τζιπ και ξαναγύρισε" (βλ. και καταθέσεις μαρτύρων αστυνομικών). Ο 5ος κατ/νος Χ2, διατηρεί έκθεση αυτοκινήτων και μάνδρα στη Λεωφ. ... στο ... και προβάλλει ως άλλοθι το αναγνωσθέν Διαβατήριο του, που πράγματι φέρει σφραγίσεις θεωρήσεις του Αλβανικού όμως Συνοριακού Σταθμού ..., με είσοδο οδικώς στην Αλβανία 1-7-2005 και με έξοδο από Αλβανία στις 4-7-2005 και προσκομίζει επίσης την αναγνωσθείσα βεβαίωση του ξενοδοχείου των ... της Αλβανίας ..., από την οποία προκύπτει ότι κάποιος Χ2 διέμεινε εκεί από 1-7-2005 έως 4-7-2005. Όμως το άλλοθι αυτό δε γίνεται αποδεκτό από το δικαστήριο, διότι εκτιμώντας ελεύθερα τα άνω έγγραφα, δε συνάγει ουδεμία βεβαιότητα, ότι μετέβη πράγματι ο ίδιος ο κατ/νος στην Αλβανία, προφανώς δε ο κατ/νος ζήτησε και εκδόθηκαν τα παραπάνω γνήσια μεν τυπικά έγγραφα με παράνομο τρόπο, ενδεχομένως και εκ των υστέρων, μέσω κάποιου γνωστού και έμπιστου αυτού Αλβανού υπηκόου και αυτά τα έγγραφα, μη γνήσια ως προς το βεβαιούμενο δι αυτών γεγονός παρουσίας του κατ/νου στην Αλβανία το άνω κρίσιμο τριήμερο, δε μπορούν να αναιρέσουν τις προαναφερθείσες αποδείξεις για την παρουσία του κατ/νου στο χώρο της κλοπής και τις δύο ημέρες 2-7-2005 και 3-7-2005. Μάλιστα ο 1ος κατ/νος στο ακροατήριο, ανεπιτυχώς προσπάθησε να πείσει το δικαστήριο, αναιρώντας όλα αυτά που είχε πει με σαφήνεια σε βάρος του 4ου αυτού κατ/νου για την ενεργό παρουσία και συμμετοχή του στις κλοπές, και στην απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι δήθεν πρόκειται για κάποιον άλλο ..., με τον οποίο όμως όλως συμπτωματικά είχε ραντεβού έξω από το κατάστημα του 4ου κατ/νου στην οδό ..., που αυτός όμως ο δήθεν άλλος ... του υπέδειξε ότι αυτό είναι το μαγαζί του, (το κατάστημα του 5ου κατ/νου Χ2), ότι πήγε να του δώσει κάποια χρήματα που του χρωστούσε, γιατί τον είχε φέρει παράνομα από το εξωτερικό στην Ελλάδα και ότι ο Χ2 έφερνε παράνομα λαθρομετανάστες αλλοδαπούς από το εξωτερικό, όπως είχε φέρει παλαιότερα και αυτόν. Ο μάρτυρας υπεράσπισης του 5ου κατ/νου ΓΓ, που στην κατάθεση του θέλησε να ενισχύσει το άνω άλλοθι απουσίας στην Αλβανία για δουλειές τους με μία Αλβανική εταιρεία πετρελαίου, στο τέλος της κατάθεσης του, είπεν, "τις ημερομηνίες που κατηγορείται ήταν έξω, στην Αλβανία ήταν μόνος του, απλά συνεργασθήκαμε, δεν αποκλείω τίποτα, το αποκλείω, 2/7/08 έπρεπε να είναι στα ..., σήμερα δεν αποκλείω τίποτα ...". Και η ως μάρτυρας υπεράσπισης του 4ου κατ/νου εξετασθείσα ΓΓ, που συζούσε με αυτόν στη φάρμα, κατέθεσε ότι τη νύχτα της 2-7-2005 είδε το φορτηγό που οδηγούσε ο 2ος κατ/νος που ήρθε 2 φορές στη φάρμα τους και ξεφόρτωσαν πολλά κιβώτια ποτών, επί 1,5-2 ώρες, με την παρουσία του φίλου της 4ης κατ/νου, που τους υπέδειξε την αποθήκη που τα έβαλαν, ισχυρισθείσα και αυτή ότι ο 1ος κατ/νος είχε δήθεν μισθώσει την αποθήκη λέγοντας ότι θα έφερνε ποτά από την Ινδία, πράγμα που κρίνει ως αναληθή ισχυρισμό το δικαστήριο. Ο ισχυρισμός του 3ου κατ/νου ότι δήθεν τελούσε σε πλάνη και δεν γνώριζε ότι τελείτο κλοπή και θεωρούσε ότι έκανε νυχτερινή εργασία φόρτωσης και εκφόρτωσης των ποτών για μεροκάματο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού αυτός αφαίρεσε τα κλειδιά του φορτηγού αυτοκινήτου της εταιρείας ΝΕΟΧΡΗΜ και τα παρέδωσε στον 1° κατ/νο και μετά συμμετείχε ενεργά, όπως περιγράφηκε παραπάνω στην όλη διαδικασία φόρτωσης και εκφόρτωσης, βλέποντας την τρύπα που άνοιξαν και έχοντας πλήρη επίγνωση ότι βοηθά άμεσα στην πραγμάτωση της κλοπής αυτής, η δε συνεργεία αυτού είναι άμεση υλική συνδρομή κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, η συνδρομή του δε αυτή αυτού και του 2ου κατ/νου Αλβανού οδηγού του πρώτου φορτηγού αυτοκινήτου, ήταν αναγκαία και παρασχέθηκε κατά τέτοιο τρόπο, ως παραπάνω και τις δύο νύχτες, ώστε, χωρίς τη βοήθεια αυτού και του 2ου κατ/νου οδηγού, να μην ήταν δυνατή η διάπραξη της κλοπής αυτής των μεγάλων ποσοτήτων κιβωτίων φιαλών ποτών και όχι απλή, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εν λόγω κατ/νοι στους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Το δικαστήριο, κατέληξε στην παραπάνω περί ενοχής κρίση του, στηριχθέν όχι μόνο στις απολογίες των συγκατ/νων τους, κατά παραβίαση του άρθρου 211Α Κ.Π.Δ., όπως αβάσιμα υποστήριξε ο 5ος κατ/νος, αλλά και στις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο αστυνομικών μαρτύρων, τα έγγραφα και την αναγνωσθείσα από 8-7-2005 προανακριτική κατάθεση του Ινδού μάρτυρος ΔΔ, λαθρομετανάστη, ο οποίος συγκατοικούσε με τον 3° κατ/νο και εργαζόταν πριν στις αποθήκες της εταιρείας ΑΤΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ Α.Ε. και τελευταία στο άνω εργοστάσιο της εταιρείας ΝΕΟΧΡΗΜ και γνώριζε τους κατ/νους συμπατριώτες του και για την κλοπή των ποτών.
Κατά τη γνώμη όμως του μέλους του δικαστηρίου τούτου Κων/νου Γαζετά, εφέτη, ο 5ος κατ/νος, έπρεπε να κηρυχθεί αθώος λόγω αμφιβολιών ως προς τη συμμετοχή του, ενόψει και του υποστηριχθέντος άλλοθι απουσίας αυτού στην Αλβανία κατά το χρόνο διάπραξης των κλοπών αυτών.
Όσον αφορά την πράξη της οδήγησης του άνω φορτηγού αυτοκινήτου εκ μέρους του 2ου κατ/νου χωρίς άδεια ικανότητας οδήγησης, πρέπει να αθωωθεί, διότι προέκυψεν ότι αυτός κατείχε την επιδειχθείσα και αναγνωσθείσα νόμιμη άδεια οδήγησης του Αλβανικού κράτους και δικαιολογημένα πίστευε ότι δικαιούται με αυτό να οδηγεί στην Ελλάδα, χωρίς κάποια επικύρωση, η πλάνη του δε αυτή κρίνεται συγγνωστή, εν γένει περιστάσεων και των γνώσεων του. Ο έκτος κατ/νος ΤΤ, που εργαζόταν στην εταιρεία "ΑΤΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ Α.Ε.", ως οδηγός κλαρκ και φέρεται ότι έδωσε πληροφορίες στους συγκατ/νους του και βοήθησε, σαν άμεσος συνεργός, στη διάπραξη των δύο αυτών κλοπών των ποτών, πρέπει να κηρυχθεί αθώος, κατά πλειοψηφίαν (4-1), λόγω αμφιβολιών, γιατί από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψεν η ως άνω συνδρομή αυτού, ούτε από την απολογία του 1ου κατ/νου, που πρώτος κατέδωσεν στην Αστυνομία όλους τους συμμετόχους στη μεγάλη αυτή κλοπή των ποτών.
Κατά τη γνώμη όμως του μέλους εφέτη, Κων/νου Γαζετά, έπρεπε ο εν λόγω κατ/νος να κηρυχθεί ένοχος άμεσης συνδρομής, διότι αποδείχθηκε πλήρως η γνωριμία του με τους Ινδούς κατ/νους και η συμμετοχή του στις κλοπές, όπως καταδικάστηκε και στον Α βαθμό. Ο 7ος κατ/νος ΣΣ, που καταδικάστηκε στον πρώτο βαθμό, για άμεση συνδρομή στην άνω κλοπή των ποτών, με το να φέρει απλώς σε επαφή τον 1° και τον 5° κατ/νο με τον 4°, γνωστό του ως πελάτη στο συνεργείο αυτοκινήτων που διατηρεί στην περιοχή, για να τους παραχωρήσει ο 4ος την αποθήκη φάρμας του για απόκρυψη μέρους των κλοπιμαίων ποτών, ενθαρρύνοντας μάλιστα ψυχικά αυτούς στη διάπραξη της εν λόγω κλοπής, ομόφωνα πρέπει να κηρυχθεί αθώος, λόγω αμφιβολιών, διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτός γνώριζε ότι είχε σχεδιασθεί και θα ενεργείτο η ως άνω κλοπή.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, απορριπτόμενων των αυτοτελών ισχυρισμών των κατ/νων, να κηρυχθούν ένοχοι διακεκριμένης κακουργηματικής κλοπής κατ' εξακολούθηση, ομόφωνα, οι 1ος, 4ος κατ/νοι και κατά πλεοψηφίαν ο 5ος (μειοψηφούντος του εφέτη Κων/νου Γαζετά), ένοχοι ομόφωνα άμεσης συνδρομής στις άνω κλοπές οι 2ος και 3ος κατ/νοι, αναγνωριζομένου στους 2ο και 3ο, του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ., λόγω λευκού ποινικού μητρώου και προτέρου εντίμου ατομικού και οικογενειακού βίου αυτών, ένοχος ομόφωνα ο 4ος κατ/νος κατοχής των άνω ναρκωτικών ουσιών για αποκλειστικά δική του χρήση, χωρίς να είναι τοξικομανής και παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών, όπως στο διατακτικό. Τα αιτούμενα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 δ και ε του Π.Κ., δε θα αναγνωρισθούν στους κατ/νους 1ο, 2ο, 3° και 5°, διότι δεν αποδείχθηκε ειλικρινής μετάνοια ή μεταμέλεια αυτών ούτε ότι για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα μετά τις άνω πράξεις τους, συμπεριφέρθηκαν καλά.
Στον 4ο κατ/νο, δεν θα αναγνωρισθεί το αιτούμενο αόριστα ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. διότι, ανεξάρτητα της αοριστίας του, δεν αποδείχθηκε ότι προ της άνω, πράξης του, διήγεν έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο".
Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε τους αναιρεσείοντες-κατηγορούμενους ενόχους και ειδικότερα τον μεν κατηγορούμενο Χ1, ομόφωνα ένοχο των πράξεων α) της κακουργηματικής κλοπής (άρθρα 372 παρ.1 και 374 παρ. δ και ε' του Π.Κ, β) της κατοχής για δική του αποκλειστική χρήση μικρής ποσότητας ναρκωτικών ουσιών και γ) παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών, και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως (6) ετών, τον δε Χ2, κατά πλειοψηφία, ένοχο της πράξεως των διακεκριμένων κλοπών από κοινού, που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και του επέβαλε ποινή καθείρξεως (6) ετών. Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφαση του, σε σχέση πάντοτε και μόνο για την πράξη της κακουργηματικής κλοπής, που προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, από μέρους του αναιρεσείοντος Χ1, καθώς και από τον έτερο αναιρεσείοντα Χ2, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, 45, 94 παρ.1, 98 παρ.1, 372 παρ.1 και 374 περ. δ και ε' του Π.Κ. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, για την πράξη για την οποία αυτοί καταδικάσθηκαν και συγκεκριμένα, ότι οι αναιρεσείοντες από κοινού ενεργούντες και μετά από κοινή απόφαση τους, με πρόθεση αφαίρεσαν από την κατοχή άλλων ξένα στο σύνολο τους κινητά πράγματα, αφού προηγουμένως είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, καθώς και ότι από την επανειλημμένη τέλεση τους, προκύπτει σκοπός τους, για πορισμό εισοδήματος. Συγκεκριμένα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες οι κατηγορούμενοι, από τις αποθήκες της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ", που βρίσκονταν στην περιοχή ... της ..., στη θέση "...", και η οποία δυνάμει συμβάσεως είχε αναλάβει τη φύλαξη πραγμάτων κυριότητας της εταιρείας "DAGEO HELLAS S.A.", και αφού παραβίασαν με διαρρηκτικά εργαλεία την κλειδωμένη πόρτα της αποθήκης, αφαίρεσαν διάφορες ποσότητες αλκοολούχων και αεριούχων ποτών, κυριότητας της εν λόγω εταιρείας, συνολικής αξίας 448.246,20 ευρώ, που φυλάσσονταν σε αποθήκες της". Αιτιολογείται επίσης, η παραδοχή ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι με άλλους, μη διαδίκους, στην παρούσα δίκη, συγκατηγορούμενούς τους, ενώθηκαν προκειμένου να διαπράττουν κλοπές. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία τις κλοπές αυτές διαπράττουν κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση τους, σε συνδυασμό με την υποδομή που αυτοί είχαν διαμορφώσει, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Πράγματι οι κατηγορούμενοι δρούσαν όχι ευκαιριακά, αλλά με βάση οργανωμένο σχέδιο, με τη λήψη προφυλακτικών μέτρων, με μεθοδικότητα αφού φρόντισαν με την εξεύρεση φορτηγών και με τη συνδρομή αλλοδαπών οδηγών, προκειμένου να δυσχερανθεί η ανεύρεση και ανακάλυψη των δραστών, να επιτύχουν το σκοπό τους. Επιπρόσθετα στο αιτιολογικό της απόφασης, γίνεται ρητή μνεία και αναφορά στο γεγονός ότι το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής των κατηγορουμένων, έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, μεταξύ των οποίων και αυτές των μαρτύρων ΒΒ, ΕΕ και ΣΤ, καθώς και το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων χωρίς να κάνει οποιαδήποτε επιλεκτική χρήση αυτών.
Συνεπώς, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος του κυρίου δικογράφου, καθώς και ο αντίστοιχος τρίτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων αναιρέσεως του Χ1 και ο αντίστοιχος δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 211Α του ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 § 8 του ν. 2408/1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 § 1 εδάφ. δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφόρησης τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στη μαρτυρική κατάθεση ή στην ομολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά, τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, όσο και σε καταθέσεις των μαρτύρων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους, και δη τον μεν πρώτο ομόφωνα, το δε δεύτερο κατά πλειοψηφία, της πράξεων της κακουργηματικής κλοπής και επέβαλε στον καθένα απ' αυτούς ποινή καθείρξεως (6) ετών. Από την παραδεκτή δε επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι την κρίση του περί της ενοχής αυτών, το δικαστήριο δεν την στήριξε αποκλειστικά και μόνο σε όσα κατέθεσαν οι συγκατηγορούμενοί τους, Χ5 και Χ4, αλλά στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα στις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, στην ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και στα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ., τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, και ο αντίστοιχος δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως του Χ1, όπως και ο αντίστοιχος τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως του Χ2, για απόλυτη ακυρότητα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ, απόλυτη ακυρότητα επιφέρει η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο αυτού οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως και υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του αυτού Κώδικα. Περαιτέρω κατά το άρθρο 63 του ΚΠΔ, η πολιτική αγωγή με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, μόνον από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ. Η νομιμοποίηση δε του πολιτικώς ενάγοντος εξαρτάται από το περιεχόμενο της σχετικής δηλώσεως του, στην οποία, σύμφωνα με το άρθρο 84 ΚΠΔ, πρέπει να διαλαμβάνεται και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αξιόποινης πράξης και της ηθικής βλάβης, εκτός αν από τη φύση της πράξεως η βλάβη είναι αυτονόητη. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του Π.Κ., η οποία ορίζει ότι τιμωρείται με τις αναφερόμενες ποινές όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, προκύπτει ότι από το έγκλημα της κλοπής παθών δηλαδή φορέας του εννόμου αγαθού κατά του οποίου στρέφεται η πράξη της κλοπής είναι τόσο ο κύριος όσο και ο κάτοχος του παρανόμως αφαιρεθέντος κινητού πράγματος, κάτοχος δε είναι και εκείνος που κατέχει το πράγμα ως εντολοδόχος ή θεματοφύλακας από σύμβαση εντολής ή παρακαταθήκης (άρθρα 997, 713 και 822 Α.Κ).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την έναρξη της διαδικασίας, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η με την επωνυμία ΑΤΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ανώνυμη εταιρεία που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Δήμα, δήλωσε ότι παρίσταται, ως πολιτικώς ενάγουσα στην κατά των κατηγορουμένων κατηγορία της διακεκριμένης κλοπής και ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως από 40 ευρώ,ποσό που της επιδικάσθηκε. Επίσης, η εταιρεία με την επωνυμία "DIAGEO HELLAS AE", που την εκπροσώπησε ο εξουσιοδοτηθείς με το από 17-1-2008 πρακτικό του Δ.Σ. αυτής, πληρεξούσιος δικηγόρος Αθηνών Παναγιώτης Πορφυρής, την ως άνω χρονική στιγμή δήλωσε ότι η ως άνω εταιρείαπαρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα στην κατά των κατηγορουμένων κατηγορία της διακεκριμένης κλοπής και ζήτησε την επιδίκαση υπέρ της εταιρείας αυτής, χρηματικής ικανοποιήσεως ποσού 50 ευρώ, που της επιδικάσθηκε. Τη δήλωση αυτή επανέλαβαν οι εκπρόσωποι των ως άνω εταιρειών και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο εκ νέου επιδίκασε υπέρ αυτών το ποσό των 40 και 50 ευρώ αντίστοιχα, απορρίπτοντας στη συνέχεια την σχετική περί αποβολής ένσταση των κατηγορουμένων, με την παρακάτω αιτιολογία "Στην προκείμενη περίπτωση, από τις δηλωθείσες παραστάσεις πολιτικής αγωγής των δυο ανωνύμων εταιρειών, τις απαγγελθείσες κατηγορίες, τα πρακτικά από 17-1-2008 των Δ.Σ. των πολιτικώς εναγουσών εταιρειών και την εκκαλουμένη 3772/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτουν τα παρακάτω: Οι κατηγορούμενοι διώχθηκαν και καταδικάστηκαν στον πρώτο βαθμό για διακεκριμένες κλοπές από κοινού, κατά συρροή και κατ' επάγγελμα και άμεση συνεργεία αντίστοιχα σε διακεκριμένη κλοπή στις 2 και 3-7-2007 από τις αποθήκες της εταιρείας "ΑΤΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΑΕ" στα ... εκατοντάδες φιάλες ποτών, συνολικής αξίας 448.246,2 ευρώ, ιδιοκτησίας της εταιρείας "DIAGEO HELLAS AE", η οποία και με σύμβαση τα είχε τοποθετήσει στις άνω αποθήκες για φύλαξη και μόνο, ενώ η εταιρεία "ΑΤΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ", είχε αναλάβει την φύλαξη αυτών, έχουσα την κατοχή και ευθύνη φύλαξης και απόδοσης των ποτών στην αντισυμβαλλομένη εταιρεία, που είχε και την κυριότητα. Οι ως άνω όμως δύο εταιρείες παρέστησαν ως άνω και στον Α' βαθμό και χωρίς προβολή κάποιας ένστασης κατ' αυτών επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση 40 και 50 ευρώ αντίστοιχα σε αυτές. Στις εκθέσεις εφέσεως των κατηγορουμένων, δεν υπάρχει ειδικός λόγος έφεσης για παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής. Ήδη δε προβάλλεται σχετική ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής για έλλειψη νομιμοποίησης. Η ως άνω πολιτική αγωγή τυπικά παραδεκτή είναι και νόμιμη κατ' άρθρο 932 του ΑΚ, γιατί με τις ως άνω πράξεις κλοπής, πλήττεται η εμπορική πίστη και η φήμη, άρα υφίσταται ηθική βλάβη, τόσο η έχουσα την κυριότητα των πραγμάτων εταιρεία "DIAGEO HELLAS ΑΕ", όσον και η με σύμβαση έχουσα την ευθύνη φύλαξης και την κατοχή στις αποθήκες της, των φερομένων ως κλαπέντων ποσοτήτων ποτών και επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί η ένσταση των κατηγορουμένων περί αποβολής της πολιτικής αγωγής".
Συνεπώς, ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τον οποίο παρανόμως παρέστησαν, ως πολιτικώς ενάγουσες, οι ως άνω εταιρείες οι οποίες δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, Γεωργίου Δήμα και Παναγιώτη Πορφυρή, αντίστοιχα με την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων των εταιρειών αυτών, εμφανίστηκαν και δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο, γιατί από τα με χρονολογία 17-1-2008 πρακτικά των Δ.Σ. των εταιρειών αυτών, προκύπτει ότι παρασχέθηκε στα ως αν πρόσωπα η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να παραστούν για λογαριασμό των εταιρειών που αυτοί εκπροσωπούσαν, κατά την εκδίκαση της κατηγορίας της κλοπής, κατά των ως άνω κατηγορουμένων και να δηλώσουν για λογαριασμό των εταιρειών τους, παράσταση πολιτικής αγωγής, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη επικύρωση του γνησίου της υπογραφής των εξουσιοδοτούντων προσώπων, ήτοι του Προέδρου, Αντιπροέδρου και των μελών του Δ.Σ των εταιρειών αυτών. Ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος από τους αναιρεσείοντες, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ., σχετικός περί απολύτου ακυρότητας, πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2, είναι απορριπτέος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως καθώς και, οι επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1, από 20-11-2008 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα πρέπει να επιβληθούν χωριστά για τον καθένα από αυτούς (583 Κ.Π.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγουσών εταιρειών που παρέστησαν και τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για την καθεμία από αυτές (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Ιουλίου 2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ... και τους επ' αυτής από 20-11-2008 πρόσθετους λόγους, καθώς και την από 14 Ιουλίου 2008 αίτηση του Χ2, κρατουμένου των δικαστικών Φυλακών ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 1100/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα από αυτούς και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγουσών από πεντακόσια (500) ευρώ για την καθεμία από αυτές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για διακεκριμένες κλοπές, με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και γ) απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 211Α ΚΠΔ). Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επάγεται ακυρότητα από το γεγονός ότι δικαστήριο στήριξε την κρίση περί ενοχής, όχι μόνο στην κατάθεση συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά και με άλλα αποδεικτικά μέσα. Ούτε επάγεται ακυρότητα για την παράσταση της πολιτικής αγωγής εταιριών που εκπροσωπήθηκαν από πρόσωπα που είχαν ειδική εντολή, χωρίς να είναι αναγκαία η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής των εξουσιοδοτούντων αυτά προσώπων. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κλοπή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1600/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γκίκα, περί αναιρέσεως της 577/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουτσό.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 483/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων και βουλευμάτων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στα άρθρα 510 και 484 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη, απορριπτέα (άρθρο 476 και 513 Κ.Π.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγον αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με παραπομπή σε στοιχεία που βρίσκονται σε άλλα έγγραφα (ή με την άσκηση προσθέτων λόγων με έγγραφο που κατατίθεται στο γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου κατ' άρθρον 509 παρ. 2 Κ.Π.Δ.). Επίσης δεν επιτρέπεται να εξετασθούν (ούτε) αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, οι υπό στοιχ. Α', Γ', Δ', Ε', ΣΤ' και Η' της παραγράφου 1 του άρθρου 510 Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως, διότι η αυτεπάγγελτη έρευνα αυτών που προβλέπεται από το άρθρο 511 ιδίου Κώδικος, προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Ειδικότερα για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παρεβιάσθη, η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που εδόθη σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που εδέχθη το δικαστήριο ότι απεδείχθησαν κατά τη γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη υπ' αριθμ. 43/5 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 577/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν ο κατηγορούμενος αναιρεσείων καταδικάσθη εις ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα έως τριετία για βαριά σωματική βλάβη. Στην έκθεση αναιρέσεως ο αναιρεσείων δηλώνει κατά λέξη: "Επειδή, η ανωτέρω απόφαση εσφαλμένως υπήγαγε την φερόμενη σωματική βλάβη του μηνυτού και πολιτικώς ενάγοντα σε αποδεικτικά μέσα και δη έγγραφα, τα οποία ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο τους είναι διοικητικού χαρακτήρα, αναφερόμενα μόνον εμμέσως στην φερόμενη βαριά σωματική βλάβη του μηνυτού. Ως αποδεικτικά έγγραφα για την επίδικη σωματική εκλήφθηκαν από το Εφετείο: Α) Το άνευ ημερομηνίας "εξιτήριο ασθενή" του Νοσηλευτικού Ιδρύματος Ν.Ι.Μ.Ι.Τ.Σ., το οποίο αναφέρει ως "τελική διάγνωση: ΚΑΤΑΓΜΑ ΚΟΤΥΛΗΣ - ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ". Πλην όμως, ούτε η βαρύτητα του τραυματισμού, ούτε το είδος της αγωγής προκύπτουν. Δεδομένου δε ότι τα συγκεκριμένα ιατρικά στοιχεία συνιστούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα κανείς άλλος, εκτός από τον μηνυτή δεν μπορεί να προσκομίσει σχετικά με ιατρικές εξετάσεις έγγραφα και στοιχεία. Β) Την υπ' αριθμόν ... "ιατροδικαστική έκθεση" του ιατροδικαστή ... και της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, η οποία απλώς επισημαίνει ότι "σύμφωνα με το εξιτήριο του Νοσοκομείου Ν.Ι.Μ.Ι.Τ.Σ. ο ανωτέρω (ενν. ο μηνυτής) νοσηλεύθηκε από 19-6-2002 έως 25-6-2002 με διάγνωση "κάταγμα κοτύλης αριστερά - συντηρητική αγωγή".
Συνεπώς, και εν προκειμένω η σχετική ιατροδικαστική έκθεση αναφέρεται στο ως άνω εξιτήριο, χωρίς να παρέχονται πρωτογενή ιατρικά στοιχεία. Το Εφετείο αφενός εδέχθη κατά βάση ένα διοικητικό έγγραφο για να αιτιολογήσει ένα ιατρικής φύσεως πραγματικό γεγονός, αφετέρου αποστέρησε από τον εντολέα μας κάθε προσήκουσα και συγκεκριμένη δυνατότητα να αμυνθεί, έχοντας πλήρη και τεκμηριωμένη γνώση του επίδικου τραυματισμού, της έκτασης και κυρίως της βαρύτητάς του. Ως εκ τούτου, το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής διάταξης, και μάλιστα εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ)". Ούτως όμως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ουδένα σαφή και ορισμένο λόγο περιέχει, σε σχέση με την εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως από την απόφαση και δή ουδόλως προσδιορίζει τη συγκεκριμένη διάταξη, η οποία παρεβιάσθη, ούτε αναφέρει εις τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διατάξεως που εφηρμόσθη από την προσβαλλομένη απόφαση, αφού οι άνω αιτιάσεις δεν συνιστούν τον επικαλούμενο λόγον αναιρέσεως, ούτε, άλλωστε, αυτόν της ελλείψεως αιτιολογίας ή άλλον τινά εκτιμώμενον εκ των εις το άρθρο 510 Κ.Π.Δ. αναφερομένων, ενώ υπό την επίκληση του ανωτέρω επικαλουμένου λόγου του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. βάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Μετά ταύτα η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, λόγω της αοριστίας της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 476 παρ. 1, 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), ο οποίος πρέπει και να καταδικασθεί και στη δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 43/5 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 577/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) και στη δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εξ ευρώ πεντακοσίων (500).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιέχει ένα τουλάχιστον λόγο αναιρέσεως σαφή και ορισμένο άλλως είναι απαράδεκτη. Πότε ορισμένος ο λόγος περί εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση λόγω της αοριστίας της (άρθρα 476§1, 513§1 ΚΠΔ) -.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 2
|
Αριθμός 1599/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τσιρόπουλο, περί αναιρέσεως της 116/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 297/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για την κατ'άρθρο 224 παρ.2 ΠΚ στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται α) ο μάρτυς να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας για την εξέτασή του β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση του, ότι αυτά τα οποία κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να (τα) καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστου του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε, θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυς αντελήφθη ή από διηγήσεις τρίτων επληροφορήθη και ως τούτου εγνώριζε.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά κατ'άρθρον 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 116/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ'όψη του και δη "ένορκες επ'ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου (εδέχθη) τα εξής: "Την 7-3-2001 εκδικάστηκε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου υπόθεση με κατηγορούμενο τον Φ1, κάτοικο .... Οι κατηγορίες που είχαν αποδοθεί στον Φ1 ήταν εκείνες της παράνομης θήρας και της παράνομης κατοχής κυνηγετικού όπλου. Η σχετική ποινική δίωξη είχε ασκηθεί κατά του Φ1 με βάση την από 6-12-1999 μήνυση του κατηγορουμένου που ήταν θηροφύλακας. Κατά την εξέτασή του, ως μηνυτή, στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου την 7-3-2001, ο κατηγορούμενος κατέθεσε, μεταξύ των άλλων: "Ο κατηγορούμενος... μου είπε ότι ήθελε να δοκιμάσει την καραμπίνα του. Δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι πήγαινε για κυνήγι... 'Ηταν στο αγρόκτημά του και μου είπε ότι ήθελε να το δοκιμάσει. Ο κατηγορούμενος μένει 500 μ. από εκεί. Δεν γνωρίζω ακριβώς αν λέγεται ... η .... Ο ίδιος μου είπε ότι είναι χαλασμένο το όπλο του". Μετά από αυτά, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου κήρυξε αθώο τον Φ1 για τις προαναφερόμενες πράξεις. Όμως, τα πιο πάνω αναφερόμενα (κατατεθέντα από τον κατηγορούμενο) δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αφού: α) Η περιοχή στην οποία ο κατηγορούμενος, ως θηροφύλακας, συνάντησε τον Φ1 απέχει από το αγρόκτημα και την οικία του τελευταίου 3.800 περίπου μέτρα, β) ο κατηγορούμενος γνώριζε, ως εκ της υπηρεσίας του, ότι η περιοχή αυτή λέγεται ..., αφού αναφέρει αυτό στη προαναφερόμενη μήνυσή του, γ) ο Φ1 όχι μόνο δεν είπε στον κατηγορούμενο ότι ήθελε να δοκιμάσει τη καραμπίνα του, αλλά όπως αναφέρει στη μήνυση του, μόλις είδε αυτόν (κατηγορούμενο) και το Θ1 (θηροφύλακα) του πρότεινε το όπλο και του είπε : "... φύγε, γιατί θα σου ρίξω, δεν σου δίνω το όπλο...",δ) ο Φ1 έδωσε την εντύπωση στον κατηγορούμενο ότι πήγαινε για κυνήγι ,αφού, στη προαναφερόμενη μήνυσή του, αναφέρει ότι ο Φ1 κυνηγούσε και ε) ο Φ1 όχι μόνο δεν είπε στον κατηγορούμενο ότι το όπλο του ήταν χαλασμένο και ότι ήθελε να το δοκιμάσει, αλλά όταν ο τελευταίος του το ζήτησε εκείνος (Φ1) του πρότεινε το όπλο και του είπε "...φύγε, γιατί θα σου ρίξω,", όπως προαναφέρθηκε, και μόνο όταν είδε και τον άλλο θηροφύλακα (Θ1) τους έδωσε το όπλο. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα (κατατεθέντα από αυτόν) δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, όπως από το περιεχόμενο της από 6-12-1999 μήνυσής του προκύπτει, Εν όψει αυτών το Δικαστήριο πρέπει να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο για ψευδορκία μάρτυρος". Μετά ταύτα εκήρυξεν ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στο .... στις ... ενώ εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον Αρχής Αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα ενώ εξετάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Ναυπλίου, σε ποινική υπόθεση με κατηγορούμενο τον Φ1 κατέθεσε ψευδώς ότι "Ο κατηγορούμενος... μου είπε ότι ήθελε να δοκιμάσει την καραμπίνα του. Δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι πήγαινε για κυνήγι...Ήταν στο αγρόκτημά του και μου είπε ότι ήθελε να το δοκιμάσει. Ο κατηγορούμενος μένει 500 μ. από εκεί. Δεν γνωρίζω ακριβώς αν λέγεται...ή.... Ο ίδιος μου είπε ότι είναι χαλασμένο το όπλο του". Τα αληθινά όμως ήταν τα όσα αναφέρει στην από 6-12-99 μήνυση του σε βάρος του Φ1 και συγκεκριμένα ότι "Στις ... και περί ώρα 17.00 ευρεθείς εκ της υπηρεσίας μου στη θέση ...μαζί με τον Θηροφύλακα Θ1, ο Φ1, μόλις μας είδε μου πρότεινε το όπλο και μου είπε "φύγε γιατί θα σου ρίξω", "δεν σου δίνω το όπλο" που του είχα ζητήσει. Μόλις είδε και τον άλλο θηροφύλακα μας το έδωσε και κατασχέσαμε μία καραμπίνα μάρκας LUIGI FRANCHI με αριθμό ..., που έφερνε πέντε φυσίγγια αντί για τρία. Κατασχέσαμε πέντε (5) φυσίγγια Νο 8. Κυνηγούσε χωρίς άδεια θήρας και δεν μας επέδειξε άδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου, όλα αυτά όμως ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους".
Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 και 224 ΠΚ που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ'όψη του, χωρίς να εξαιρεί κανένα, ούτε από τα έγγραφα, ούτε από τις μαρτυρικές καταθέσεις και χωρίς να είναι απαραίτητο, για την αιτιολογία να εκθέτει, από ποίο συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο ειδικώς και ορισμένως, μάρτυρες ή έγγραφα, προέκυψε η ενοχή του κατηγορουμένου, τα πραγματικά γεγονότα τα οποία είναι ψευδή και δεν είναι κρίσεις ή γνώμες εκ του ότι κατέθεσεν ότι "δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι πήγαινε για κυνήγι", αφού αυτό συνδέεται ακριβώς με τα λοιπά κατατεθέντα πραγματικά περιστατικά ήτοι ότι "μου είπε ότι ήθελε να δοκιμάσει την καραμπίνα του" και "μου είπε ότι είναι χαλασμένο το όπλο του", εξού και του εδημιουργήθη η άνω άποψη, επίσης αναφέρει ποία τ'αληθή και πως ακριβώς εγνώριζεν αυτά.
Μετά ταύτα οι σχετικοί μόνοι λόγοι αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 116/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία (άρθρ. 224 ΠΚ). Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 1
|
Αριθμός 1598/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) .... και 2) .... κατοίκων .... που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Ασπρίδη, περί αναιρέσεως της 1492/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Ιανουαρίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 171/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων για την πράξη που με στοιχείο "Α" του σκεπτικού και του διατακτικού της απόφασης αναφέρεται και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες υπ' αριθ. 4/19-1-2009 και 5/19-1-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων ... και .... αντίστοιχα, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ'αριθ. 1492/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και των οποίων οι λόγοι είναι ίδιοι, είναι προδήλως συναφείς και πρέπει να συνεξεταστούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν ως οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε καταστάσεις διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλες φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο είτε από διοικητικές πράξεις. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος οι αποδείξεις που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του α.ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει προέκυψαν τα εξής: "Το Δικαστήριο πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει την πράξη που τους αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι διότι αποδείχθηκε ότι: Στο ... από κοινού ενεργώντας, κατά το χρονικό διάστημα από 30/6/2000 έως 6/5/2003 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση παρέβησαν τις διατάξεις του άρθρου μόνον του Α.Ν. 690/95 και ειδικότερα ενώ ήταν εργοδότες, δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον απασχολούμενο σ'αυτούς, τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές που καθορίζονταν από τη σύμβαση αυτή, τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, τις αποφάσεις διαιτησίας, το νόμο και το έθιμο. Συγκεκριμένα να και απασχόλησαν την γεωργική επιχείρηση θερμοκηπίων που διατηρούσαν, με αντικείμενο την παραγωγή, εμπορία και πώληση χονδρικώς φυτευτικών προϊόντων, σε θερμοκήπια στο ... , .... και ...., του μηνυτή .... ως εργάτη από 6/1/2000 έως 6/5/2003 αντί ημερομισθίου που ανερχόταν από 6/1/00 έως 31/5/00, στις 5.000 δρχ., από 1/6/00 έως 31/1/2003 στις 5.500 δρχ. και από 1/2/2003 έως 6/5/03 στα 18 Ευρώ, δεν κατέβαλαν στον ανωτέρω: Α) 1) Για διαφορές - υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών: α) έως και 30/6/00, το χρημ. ποσό των 319.396 δρχ. (937,33 Ευρώ) που αφορούσαν χρονικό διάστημα από 6/1/00 έως 30/6/00 β) έως και 31/12/00, το χρημ. ποσό των 336.798 δρχ. (ή 988,40 Ευρώ) για το χρονικό διάστημα από 1/7/00 έως 31/12/00, 2) για δώρο Πάσχα 2000, ποσό 49.231 δρχ. (144,48 Ευρώ), 3) για δώρο Χριστουγέννων 2000, το χρημ. ποσό τω ν 192,175 δρχ., (563,98 Ευρώ) και 4) για αποζημίωση εργασίας για αργίες και Κυριακές έτους 2000, ποσό 485.808 δρχ. (1.425,70 Ευρώ). Β) Για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος 1/1/2001 έως 31-12-01 ποσό 2.156 Ευρώ, έως και 6/5/03 οπότε τον απέλυσαν. Επίσης δεν κατέβαλαν στον ανωτέρω έως 6/5/03: ποσό 2.667 Ευρώ ως αποζημίωση εργασίας Κυριακών και Αργιών έτους 2001, ποσό 1.990,416 Ευρώ ως αποζημίωση υπερωριακής απασχόλησης έτους 2001, ποσό 4.462,59 Ευρώ για υπερωρίες Κυριακών και Αργιών έτους 2001, για δώρο Πάσχα έτους 2001 ποσό 298,61 Ευρώ, ποσό 582,75 Ευρώ για δώρο Χριστουγέννων έτους 2001, ποσό 559,44 Ευρώ για αποδοχές αδείας έτους 2001 και ποσό 303,03 Ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2001 και συνολικά για το έτος 2001 το ποσό των 13.019,83 Ευρώ. Γ) Ποσό 2.829,501 Ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2002 (χρονικό διάστημα 1-1-02/31-12-02), ποσό 1.566 Ευρώ ως αποζημίωση εργασίας Κυριακών και Αργιών έτους 2002, ποσό 10.048,88 Ευρώ για υπερωρίες καθημερινής εργασίας έτους 2002, ποσό 4.395 Ευρώ για υπερωρίες Κυριακής και αργιών έτους 2002, ποσό 314,08 Ευρώ για δώρο Πάσχα έτους 2002, ποσό 614,75 Ευρώ για αποδοχές αδείας έτους 2002, ποσό 319,67 Ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2002 και ποσό 614,75 Ευρώ για δώρο Χριστουγέννων έτους 2002, ήτοι συνολικά δεν του υπέβαλαν για το 2002 ποσό 20.706,63 Ευρώ. Δ) Ποσό 771,92 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος 1/1/03 έως 6/5/2003, ως επίσης, για το ίδιο χρονικό διάστημα: ποσό 804,51 Ευρώ για διαφορές από εργασία Κυριακής και Αργίας, ποσό 1.206,76 Ευρώ για υπερωρία καθημερινής εργασίας, ποσό 469,29 Ευρώ για υπερωρίες Κυριακών και Αργιών, ποσό 332,02 Ευρώ για δώρο Πάσχα 2003, ποσό 664,04 Ευρώ για αποδοχές αδείας και 332,02 Ευρώ για επίδομα αδείας του 2003 και συνολικά για το διάστημα από 1/1/03 έως 6/5/03, ποσό 4.580,56 Ευρώ". Μετά από αυτά το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους της ανωτέρω πράξεως και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, αν έστειλε δε την ποινή φυλακίσεως για μία τριετία. Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα δεν προσδιορίζεται σ'αυτήν: α) αν οι αποδοχές του ανωτέρω απασχοληθέντος καθορίζονται από ατομική σύμβαση εργασίας ή από συλλογική σύμβαση εργασίας ή από το νόμο ή από διαιτητική απόφαση ή από έθιμο, δεδομένου ότι στην απόφαση αναφέρονται συμπλετικά όλες οι ανωτέρω πηγές καθορισμού, χωρίς άλλη διευκρίνιση, β) ο χρόνος κατά τον οποίο τα μερικότερα κονδύλια έπρεπε να καταβληθούν και ο χρόνος καταβολής τους καθορίζεται από ατομική σύμβαση εργασίας, νόμο, συλλογική σύμβαση κλπ και γ) το σύνολο των δικαιούμενων αποδοχών για κάθε επιμέρους χρονικό διάστημα και το σύνολο των καταβληθεισών, ώστε με τον κατάλληλο μαθηματικό υπολογισμό να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, δεδομένου ότι τα αναγραφόμενα στην απόφαση ποσά για διαφορές και υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών, για εργασία Κυριακών και αργιών και για υπερωριακή απασχόληση, αναφέρονται όλως αορίστως χωρίς να αναφέρεται πως αυτά προκύπτουν. Εξαιτίας των ως άνω ελλείψεων στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως να αναιρεθεί αυτή, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων και να παραπεμφθεί η υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 1492/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση του ΑΝ 690/ 1945. Στοιχεία του εγκλήματος. Για την πληρότητα της αιτιολογίας απαιτείται να αναφέρονται εκτός άλλων και η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής, κλπ), ο χρόνος διάρκειας της σύμβασης εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές και έκτακτες αποδοχές, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών ώστε μετά την αφαίρεση αυτού να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες αποδοχές και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε καθοριστεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο. Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
Αριθμός 1595/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δρακούλη Δρακουλόγκωνα, και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, περί αναιρέσεως της 1224/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12.11.2008 και 20.11.2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1790/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 12.11.2008 και 20.11.2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 1224/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς, πρέπει ως συναφείς να συνεκδικασθούν.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι αντικειμενικώς ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 19 του ΠΚ προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση) και παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), πειθώ και φορτικότητα, β) διάπραξη από τον άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή, ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτή, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν αναγκαία, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την έννοια αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, η ύπαρξη δηλαδή άμεσου δόλου (μη αρκούντος του ενδεχόμενου) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και τον σκοπό. Ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη 1224/2008 απόφασή του που εξέδωσε, δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: α) Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ2, εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Πειραιώς κατά την δικάσιμο της 11.3.2002, όπου εκδικάζετο η από 6.2.2002 ανακοπή που άσκησε ο εγκαλών εναντίον της υπ' αριθμ. 43/2002 διαταγής πληρωμής και κατέθεσε τα παρακάτω: "Είμαστε φίλοι και συνεργάτες με τον καθού. Το καράβι βγήκε σε πλειστηριασμό. Ο κ. Χ1 ενδιαφέρθηκε για την αγορά του και το κτύπησε στον πλειστηριασμό. Είχε παρευρεθεί και ο Ψ1 και του λέει το θέλω και εγώ το καράβι. Δέχθηκαν να το πάρουν μαζί το πλοίο, έδωσε ο κ. Χ1 2.000.000 δρχ. Οι επίδικες συναλλαγματικές έγιναν μετά. Ο κ. Χ1 αρρώστησε και ο κ. Ψ1 το μεταβίβασε σε ξένη εταιρεία. Οι συναλλαγματικές δόθηκαν έναντι των ποσών που είχε χαλάσει ο κ. Χ1, υπήρχε συναλλαγή. Από πλειστηριασμό το απέκτησε. Στον πλειστηριασμό ο κ. Χ1 εμφανίσθηκε, προς το τέλος εμφανίσθηκε ο Ψ1. Τα έξοδα αφορούσαν την αξιοπλοΐα του πλοίου. 'Ηταν φίλοι χρόνια και είχαν συμφωνήσει να το πάρουν μισό-μισό. Συμψηφίσθηκαν τα 2.000.000 δρχ. Την έκανε την εταιρεία ο ανακόπτων μόνος του. Έχουν μετοχές οι εταιρείες Ονδούρας με απλή παράδοσή τους. Μεταβιβάζεται αυτόματα και το μισό του πλοίου. Το έχει αγοράσει ο κ. ... και την μισή εταιρεία, έτσι συνηθίζεται. Δεν τον έβαλε μεσίτη ο ανακόπτων. Τα γνωρίζω άμεσα αυτά. Εγώ εκεί τους είδα στον πλειστηριασμό. Δεν γνωρίζω για προηγούμενο πλειστηριασμό. Το ήθελε ο Χ1 το πλοίο". Όλα δε τα παραπάνω κατατατεθέντα ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος αυτός το γνώριζε, δεδομένου ότι τα αντίστοιχα αληθινά περιστατικά ήταν ότι το εν λόγω πλοίο, το οποίο εκτέθηκε σε πλειστηριασμό στις 12.7.2000, είχε αποκτηθεί κατά κυριότητα από τον εγκαλούντα κατόπιν διενέργειας δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού που είχε λάβει χώρα στις 10.4.1996 και είχε συμμετάσχει κατόπιν υποδείξεως του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος είχε λάβει και αμοιβή για την μεσολάβησή του. Στη συνέχεια, ο εγκαλών απώλεσε την κυριότητα του πλοίου, διατήρησε όμως την νομή και κατοχή μέχρι τις 12.7.2000, όπου έλαβε χώρα ο δεύτερος πλειστηριασμός επιβαρυνόμενος μέχρι τότε με τα έξοδα συντηρήσεως και τα τέλη ελλιμενισμού του. Ο εγκαλών συμμετείχε στον ανωτέρω πλειστηριασμό, καταβάλλοντας ως εγγύηση το ποσό των 2.000.000 δρχ. και συμφωνήθηκε με τον πρώτο κατηγορούμενο να ενεργήσει ως αντιπρόσωπός του στον πλειστηριασμό, ο οποίος, όταν συνετάγη η σχετική πράξη κατακύρωσης και αποδοχής πλειοδοσίας, δήλωσε ότι ενεργεί για λογαριασμό του εγκαλούντα και εισέπραξε και την ανάλογη αμοιβή από τον τελευταίο. Ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ τους η κατ' ισομοιρία κτήση της κυριότητας του πλοίου και οι επίμαχες συναλλαγματικές δόθηκαν στον πρώτο κατηγορούμενο ως εγγύηση, με την συμφωνία ότι θα εξοφληθούν υπό τον όρο της πωλήσεως του πλοίου, ήτοι όταν εκπληρωνόταν η μεσιτεία του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος τον είχε πείσει ότι είχε βρεί αγοραστή και ότι έπρεπε να δοθούν οι συναλλαγματικές ως ένδειξη φερεγγυότητας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ως άνω αναιρεσείων προέβη στην ως άνω ψευδή κατάθεση ύστερα από προτροπές και παραινέσεις του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος είχε συμφέρον από την έκβαση της δίκης επί της πιο πάνω ανακοπής, αφού ήταν διάδικος (δηλαδή καθ' ού η ανακοπή). Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους, τον μεν δεύτερο αναιρεσείοντα Χ2 ψευδορκίας μάρτυρα, τον δε πρώτο τούτων Χ1, ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν και επέβαλε σ' αυτούς ποινή φυλάκισης έξ (6) και τεσσάρων (4) μηνών, αντιστοίχως, τις οποίες ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1 α και 229 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται τα ψευδή περιστατικά, τα οποία κατέθεσε ενόρκως εξεταζόμενος ο αναιρεσείων Χ2, και η απ' αυτόν γνώση του ψεύδους αυτών, η οποία προέκυπτε από το ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσής του που αναφέρεται αυτούσιο στο διατακτικό της απόφασης, και ότι ήταν παρών στον διενεργηθέντα στις 12.7.2000 πλειστηριασμό του πλοίου, και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατό να μην είχαν υποπέσει στην αντίληψή του ότι ήσαν αναληθή τα όσα κατέθεσε.
Περαιτέρω, με την παραδοχή του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα έπεισε τον συγκατηγορούμενό του να διαπράξει το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, πλήρως αιτιολογείται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο κατηγορούμενος προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στον πιο πάνω φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Εξάλλου, όπως προκύπτει με σαφήνεια από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, προσδιορίζει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και από τα οποία δέχθηκε ότι προέκυψαν τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι και δεν απαιτείτο ειδική αναφορά στο περιεχόμενο κάθε μαρτυρικής κατάθεσης και κάθε εγγράφου ξεχωριστά, ούτε η ιδιαίτερη αξιολόγησή τους, αλλά αρκούσε η στο προοίμιο του σκεπτικού γενική αναφορά των κατά το είδος τους μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο. Η εν μέρει επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της αποφάσεως και η παραπομπή σ' αυτό δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση και περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ ταυτόσημοι λόγοι αναιρέσεως και των δύο δικογράφων, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και, καθ'ό μέρος βάλλουν κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ως απαράδεκτοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Η παράλειψη ανάγνωσης εγγράφων από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, που προσκομίσθηκαν από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, δεν συνιστά, μόνη αυτή, έλλειψη ακρόασης κατά τα άρθρα 9, 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αλλά παρέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αίτησης ή πρότασης, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους, κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσείων Χ1 ή ο συνήγορός του υπέβαλε στο ακροατήριο έτερη ένορκη κατάθεση του 2ου αναιρεσείοντος Χ2, ούτε ότι έγινε προσφυγή στο Δικαστήριο σε άρνηση του διευθύνοντος τη συζήτηση Προέδρου ν' αναγνώσει αυτή. Συνακόλουθα και δεδομένου ότι δεν προσβάλλονται τα ως άνω πρακτικά ως πλαστά, ούτε ζητείται η διόρθωσή τους κατ' άρθρο 145 ΚΠοινΔ, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' κατ' εκτίμηση των δικογράφων των αιτήσεων συναφής δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης από την μη ανάγνωση "έτερης ένορκης κατάθεσης του 2ου αναιρεσείοντος" αν και προσκομίσθηκε στο ακροατήριο και είχε επισημειωθεί επ' αυτής από τον Πρόεδρο η λέξη "αναγνωστέο", είναι, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 12.11.2008 και 20.11.2008 αιτήσεις των 1) Χ1, και 2) Χ2, για αναίρεση της 1224/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία η εν μέρει επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της απόφασης και η παραπομπή σ' αυτό, αν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης με την αιτίαση ότι δεν αναγνώσθηκε έγγραφο αν και προσκομίσθηκε στο ακροατήριο και είχε επισημειωθεί επ' αυτού από τον Πρόεδρο η λέξη "αναγνωστέο", εφόσον από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ή το συνήγορό του το έγγραφο αυτό, ούτε ότι έγινε προσφυγή στο Δικαστήριο σε άρνηση του διευθύνοντος τη συζήτηση να αναγνώσει αυτό. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 1591/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χριστοφοράτο, περί αναιρέσεως της 12868/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 795/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και λόγω παραγραφής να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για το αδίκημα των ασφαλιστικών εισφορών για το διάστημα από 1.1.1998 έως 1.3.2001.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 ΚΠΔ, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου δεν εμφανιστεί ο εκκαλών η έφεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και η σχετική απόφαση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση. Κατά την παράγραφο όμως 4 του ίδιου άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ. 8 του ν. 1941/1991, εάν η έφεση ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση του άρθρου 370 εδ. β και γ του ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο παρά την απουσία του εκκαλούντος, προχωρεί στην έκδοση σχετικής απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο 370 εδ. β ΚΠΔ, η ποινική δίωξη τελειώνει με την οριστική παύση της ποινικής δίωξης, όταν, μεταξύ άλλων εκεί αναφερομένων περιπτώσεων, έχει παραγραφεί το αξιόποινο της πράξης. Συνακόλουθα, αν το αξιόποινο της πράξης έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, το Εφετείο οφείλει, εφόσον η έφεση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, παρά την απουσία του εκκαλούντος, να μην απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, αλλά να προχωρήσει στην οριστική παύση της ποινικής δίωξης, λόγω παραγραφής, διαφορετικά υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111-113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου περί πλημμελημάτων, είναι πενταετής, αρχίζει δε σε κάθε περίπτωση από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι πάντως περισσότερο από τρία έτη για τα πλημμελήματα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 12868/2007 απόφασή του ως ανυποστήρικτη, λόγω απουσίας του εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος, την έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 18528/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν αυτός είχε καταδικαστεί για παράβαση του α.ν. 86/1967 σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, η οποία είχε μετατραπεί σε χρηματική προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως και σε χρηματική ποινή 500 ευρώ. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967 "Περί επιβολής κυρώσεων κατά καθυστερούντων την καταβολήν και την απόδοση εισφορών εις Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως", τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών "όστις υπέχων νόμιμον υποχρέωσιν καταβολής των βαρυνουσών αυτόν τον ίδιον ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομένους πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής, Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς, δεν καταβάλει τούτους εντός μηνός, αφ' ής αύται κατέστησαν προς τους ως άνω οργανισμούς". Έτσι και η προαναφερόμενη πράξη, σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 18 εδ. β ΠΚ χαρακτηρίζεται πλημμέλεια και συνακόλουθα παραγράφεται μετά πέντε έτη από την ημέρα που τελέσθηκε ή με τον υπολογισμό της αναστολής μετά οκτώ έτη από τότε. Με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας για τον λόγο ότι απέρριψε ως ανυποστήρικτη την από 14.9.2006 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της προαναφερομένης υπ' αριθ. 18528/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, χωρίς το δικαστήριο να προχωρήσει στην έκδοση αποφάσεως για οριστική παύση της ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής του ως άνω πλημμελήματος, για το οποίο ο αναιρεσείων είχε κηρυχθεί ένοχος πρωτοδίκως. Από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η προσβαλλόμενη απόφαση, εξαιτίας της απουσίας του αναιρεσείοντος, τότε εκκαλούντος, κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του (μετά την απόρριψη σχετικού αιτήματος περί αναβολής της δίκης λόγω ασθενείας του), την απέρριψε ως ανυποστήρικτη, χωρίς να ερευνήσει ούτε το εμπρόθεσμο της ασκήσεώς της ούτε το ζήτημα της λόγω παραγραφής (ολικής ή μερικής) εξαλείψεως του αξιοποίνου του πλημμελήματος της μη έγκαιρης καταβολής προς το ΤΕΒΕ εργοδοτικών εισφορών, για τις οποίες είχε κηρυχθεί ένοχος πρωτοδίκως. Η έρευνα όμως αυτή ήταν αναγκαία γιατί, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως, το προαναφερόμενο πλημμέλημα φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 1.2.2002 και ως εκ τούτου κατά τη συζήτηση της εφέσεως (22.2.2007) είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής του, ήτοι εκείνος της οκταετίας με την τριετή αναστολή για τις πράξεις που τελέσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 μέχρι 22.1.1999. Ειδικότερα, από το από ... αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ..., προκύπτει ότι η υπ' αριθ. 18528/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, επιδόθηκε στον Δήμαρχο ... για τον κατηγορούμενο λόγω του ότι ήταν αγνώστου διαμονής. Εξάλλου, από την υπ' αριθ. πρωτ. 10629/2006 έκθεση εφέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων άσκησε την έφεση κατά της προαναφερομένης καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 14 Σεπτεμβρίου 2006. Επομένως, η ως άνω έφεση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 1 εδ. β και 4 ΚΠΔ). Ενόψει αυτών, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, όφειλε να αποφανθεί για το εμπρόθεσμο και το παραδεκτό της εφέσεως και την περίπτωση που θα έκρινε την έφεση εμπρόθεσμη και παραδεκτή, να αποφανθεί αν συντρέχει ή όχι περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 370 εδ. β ΚΠΔ, ήτοι για οριστική παύση της ποινικής δίωξης λόγω μερικής παραγραφής του αξιοποίνου του πλημμελήματος (κατ' εξακολούθηση), για το οποίο είχε κηρυχθεί ένοχος ο αναιρεσείων κατά την ημέρα της εκδικάσεως της ως άνω εφέσεώς του, κατά τα προεκτιθέμενα. Εφόσον δεν άσκησε την εξουσίαν του αυτή, υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 12868/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης λόγω μη εξέτασης του εμπροθέσμου της έφεσης και της παραγραφής εν μέρει του αξιοποίνου της πράξης αυτεπαγγέλτως παρά την απουσία του εκκαλούντος αλλά απορριψάσης την έφεση ως ανυποστήρικτη. Παραδοχή λόγου αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ (υπέρβαση εξουσίας). Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
Αριθμός 1588/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαντζουράνη, περί αναιρέσεως της 471/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Παπαθανασίου.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1881/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 1 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιούμενη αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του ένδικου αυτού μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από τον Εισαγγελέα των λόγων της εφέσεως, στην οποία πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν δε η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τη δέχεται τυπικά και προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, δεν υπερβαίνει την εξουσία του και δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 471/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας, το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε τυπικά την από 15-9-2005 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας κατά της 2586/2005 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ, για την αξιόποινη πράξη της απάτης επί Δικαστηρίου, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Στην ανωτέρω έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τον αναιρετικό έλεγχο, αναφέρεται ότι ο εκκαλών Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της προδιαληφθείσας αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο αναιρεσείων για την άνω πράξη, "ενώ, κατ' ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, έπρεπε να κηρυχθεί αυτός ένοχος, αφού από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που ενόρκως εξετάστηκαν στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, αποδείχθηκε κατά τρόπο σαφή ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται και έπρεπε να τύχει της ανάλογης ποινής. Ειδικότερα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, την 5-12-00, ενώπιον του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ο οποίος επιδίκασε στους δικαιούχους απαλλοτριωτέων εκτάσεων την κατά νόμο αποζημίωση για τα ακίνητα που κατελάμβανε η κατασκευή του οδικού άξονα ...-..., παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι είναι δικαιούχος αποζημιώσεως εκτάσεως 5.434 τμ. συμπεριλαμβάνοντας όμως σ' αυτή ως ιδική του και έκταση και ένα τμήμα από μεγαλύτερο κτήμα του εγκαλούντος Ψ, εκτάσεως 4.934 τμ. Αποσιωπώντας το αληθές αυτό γεγονός έπεισε το Δικαστή και του επιδίκασε συνολικώς αποζημίωση 22.231.000 δρχ. ή 65.241,38 €. Εάν ο Δικαστής εγνώριζε το αληθές δεν θα επιδίκαζε το ποσόν αυτό, αλλά ποσό μειωμένο κατά 35.803,31 € το οποίο εζημιώθη ο εγκαλών. Από τον προσκομιζόμενο, πανομοιότυπο με τον ευρισκόμενο στη δικογραφία, πλην πλήρως διευκρινισθέντα και αναγνωσθέντα κτηματολογικό πίνακα (τοπογραφικό διάγραμμα από Μαΐου 2000 του Τοπογράφου Μηχανικού ...) σε συνδ. με τις καταθέσεις των μαρτύρων και την επ' αυτού εφαρμογή των συμβολαιογραφικών τίτλων κυριότητος και το ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως που υπάρχει στη δικογραφία με το οποίο ο Χ, επώλησε στον εγκαλούντα 2,5 στρέμματα από το κτήμα του προκύπτει σαφώς ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδεται. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, όντας παρών, τόσο κατά το χρόνο της τοπογραφικής αποτύπωσης, όσο και κατά το χρόνο του Δικαστηρίου, προφανώς επωφελήθηκε του γεγονότος ότι ο εγκαλών δεν θα αντιληφθεί από την ..., που διαμένει και διέμενε τότε, τα γεγονότα, και έτσι δήλωσε, αποσιωπώντας την αλήθεια όλο το κτήμα για το οποίο εισέπραξε την απαλλοτρίωση, ως δικό του. Η πράξη αυτή προκύπτει και από το γεγονός ότι και τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, που προσκομίσθηκαν και ανεγνώσθησαν από το Δικαστήριο, εφαρμοζόμενα με απλή και μόνο ανάγνωση επί του τοπογραφικού διαγράμματος, δεν αποδεικνύουν κύριο της όλης εκτάσεως των 6.434 τμ., τον κατηγορούμενο, αλλά μικρότερης. Για το υπολειπόμενο μέρος αυτής δεν δίδεται, από τον κατηγορούμενο και τους μάρτυρες του, πειστική εξήγηση σε ποιον ανήκει η έκταση, αλλά και αν θεωρηθεί ότι ανήκει στον ίδιο, όπως πεπλανημένως και αναιτιολογήτως υπέλαβε το Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του, βάσει τίνων τίτλων κυριότητος την νέμεται και την κατέχει. Επειδή με την υποβληθείσα αίτηση προς άσκηση εφέσεως και το συμπληρωματικό αυτής δικόγραφο, με το οποίο ο εγκαλών προσκόμισε πλήρως διευκρινισμένο, κατά τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της απάτης και θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής κατά τα διαλαμβανόμενα στο εναντίον του κατηγορητήριο του Εισαγγελέως Πλημ/κών. Έτσι, όπως διατυπώθηκε, η έφεση του παραπάνω Εισαγγελέα περιέχει την κατά τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ απαιτούμενη για την άσκησή της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον ο Εισαγγελέας στη συνταχθείσα σχετική έκθεση εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τις συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ο εν λόγω κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος της απάτης και, επί πλέον, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, όπως και τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η ενοχή του κατηγορουμένου και εντεύθεν η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Μετά από αυτά, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας, το οποίο έκρινε ως τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση του Εισαγγελέα Εφετών και επιλήφθηκε της κατ' ουσία έρευνας της υποθέσεως, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, τέταρτος στο δικόγραφο της αίτησης, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη και η οποία, σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος υπάρχει, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Όταν δε η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, πράγμα που αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της απάτης, και κρίνεται ανέλεγκτα από το Δικαστήριο της ουσίας, απαιτείται επί πλέον να προσδιορίζεται και το μέγεθος αυτής. Για τη συντέλεση πάντως του εγκλήματος της απάτης αρκεί και ένας μόνον από τους τρεις πιο πάνω τρόπους απατηλής συμπεριφοράς. Ειδικότερα οι δύο πρώτοι τρόποι, δηλαδή η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και η αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών, συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ η αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών πραγματώνεται με παράλειψη ανακοινώσεως στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία έχει υποχρέωση ο δράστης ν' ανακοινώσει σ' αυτόν είτε από το νόμο είτε από σύμβαση είτε από προηγούμενη ενέργεια αυτού. Έτσι παραδοχή των δύο ή και των τριών αυτών υπαλλακτικών τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση που καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, στερεί δε την απόφαση νόμιμης βάσης και έτσι επέρχεται εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Δεν δημιουργείται όμως τέτοια ασάφεια και αντίφαση, όταν αναφέρονται οι δύο πρώτοι τρόποι εφόσον στο σκεπτικό ή το διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά του άλλου δεν διαφοροποιεί τον τρόπον τελέσεως της πράξεως, αλλά προσδιορίζει το δόλο του δράστη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατά το άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και που στηρίζουν την περί συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος κρίση του Δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία έγινε η συναγωγή των περιστατικών αυτών και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί ο προσδιορισμός του είδους των, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα. Εξ άλλου δεν είναι παραδεκτός λόγος η κακή εκτίμηση των αποδείξεων διότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την νομική ορθότητα της αποφάσεως και δεν ερευνά την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, για τις οποίες κρίνει κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης με αριθμό 471/2008 αποφάσεως σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, στην ..., στις 5 Δεκεμβρίου 2000, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η εκ της πράξεως δε αυτής προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, παρέστησε εν γνώσει ψευδώς (δια της από 25-5-00 αιτήσεως του και των από 7-12-2000 προτάσεων του) στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ο οποίος κατά τη δικάσιμο της 5-12-2000 δίκαζε επί της αιτήσεως αυτού(κατηγορουμένου) περί αναγνωρίσεως του ως δικαιούχου της αποζημιώσεως που είχε ορισθεί προσωρινά με την υπ' αριθμ. 645/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ότι είναι κύριος (με έκτακτη χρησικτησία) και επομένως δικαιούχος της κατά τα άνω ορισθείσας αποζημιώσεως του υπ' αριθμ. 4 κτήματος, εκτάσεως 6.434 τμ, με τις επ' αυτού α) 120 μεγάλες ελιές (λαδολιές και χονδρολιές), β) 25 μεγάλες συκιές και γ) 8 μεγάλες αχλαδιές, που εικονίζεται στο από μηνός Μαϊου 2000 κτηματολογικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... και τον από 19-5-2000 κτηματολογικό πίνακα του ιδίου ως άνω τοπογράφου μηχανικού. Ο άνω ψευδής ισχυρισμός του υποστηρίχθηκε α) με την εν γνώσει παρασιώπηση αληθινών εγγράφων, που ο ίδιος είχε στην κατοχή του και γνώριζε το περιεχόμενο τους, όπως η από 16-1-1986 ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα του ΑΑ, δια της οποίας περιήρχετο σε αυτόν επιφάνεια εδάφους 1,5 στρέμματος από το υπ' αριθμ. 4 κτήμα και β) με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση ψευδών κατά περιεχόμενο αποδεικτικών στοιχείων και ειδικότερα των ως άνω από μηνός Μαϊου 2000 κτηματολογικού διαγράμματος και από 19-5-2000 κτηματολογικού πίνακα, στα οποία αυτός (κατηγορούμενος) εφέρετο ως εικαζόμενος αποκλειστικός κύριος του ως άνω υπ' αριθμ.4 κτήματος, εκτάσεως 6.434 τμ, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα ΒΒ, που προσήγαγε κατά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως, σύμφωνα με την οποία οι αιτούντες, μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος, ασκούσαν πράξεις νομής στα απαλλοτριούμενα ακίνητα πάνω από εικοσαετία. Η αλήθεια είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν κύριος του όλου ακινήτου των 6.434 τμ και επομένως δικαιούχος της όλης αποζημίωσης, συνολικού ύψους 22.231.000 δραχμών ή 65.241,38 ευρώ (αξία εδάφους 9.651.000 δραχμές (6434 Χ 1500) + αξία μεγάλων ελαιοδέντρων 10.800.000 δραχμές (120Χ90.000 δρχ.) + αξία συκοδέντρων 1.500.000 δραχμές (25Χ60.000) + αξία αχλαδιών 280.000 δραχμές (8Χ35.000), αλλά κύριος ενός τμήματος τούτου, επιφάνειας 1500 τμ, και επομένως δικαιούχος ενός τμήματος της αποζημίωσης, ύψους 10.030.000 δραχμών ή 29.936,90 ευρώ (αξία εδάφους 2.250.000 (1500Χ1500) + αξία 72 μεγάλων ελαιοδέντρων 6.480.000 δρχ. (72Χ90.000) + αξία 17 συκοδέντρων 1.020.000 δρχ. (17Χ60.000) + αξία 8 αχλαδιών 280.000 δρχ. (8Χ35.000). Κύριος του υπόλοιπου τμήματος, εκτάσεως 4.934 τμ, με τα επ' αυτού 48 μεγάλα ελαιόδεντρα και 8 μεγάλες συκιές και επομένως δικαιούχος της υπόλοιπης αποζημίωσης συνολικού ύψους 12.201.000 δραχμών ή 35.806,31 ευρώ (αξία εδάφους 7.401.000 δρχ (4934Χ1500) + αξία 48 μεγάλων ελαιοδέντρων 4.320.000 δραχμές (48Χ90.000) + αξία 8 μεγάλων συκιών 480.000 δραχμές (8Χ60.000), είναι ο πολιτικώς ενάγων Ψ. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος είναι κύριος ενός τμήματος μόνον από το επίδικο υπ' αριθμ. 4 κτηματοτεμάχιο, επιφάνειας 1500 τμ, στηρίζεται κυρίως:1) στο περιεχόμενο της από 16-1-86 ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα του ΑΑ, δια της οποίας, όπως προλέχθηκε, κατελήφθη σε αυτόν εδαφικό τμήμα, εμβαδού 1,5 στρέμματος από το υπ' αριθμ. 4 κτήμα, 2) στην υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Οιχαλίας Μαριγούλας Αξιοτοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε την ακίνητη κληρονομιαία περιουσία, την οποία του άφησε ο αποβιώσας το 1992 πατέρας του ΑΑ, αληθινός κύριος, με την από 16-1-1986 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 247/27Δ/1993 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, και στην οποία (κληρονομιαία περιουσία) περιλαμβάνεται και ... 14) "ένας αγρός με 13 ελιές στη θέση "...", έχει έκταση μέτρα τετραγωνικά χίλια πεντακόσια (1500) περίπου και συνορεύει βόρεια με ποτάμι, δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων ΓΓ, νότια με ιδιοκτησία ΔΔ και ανατολικά με ιδιοκτησία ΕΕ", 3) στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος καίτοι είχε προβεί στην αποδοχή της πατρικής κληρονομίας εντούτοις δεν προσκόμισε κατά την οριστική κτηματογράφηση τίτλους (βλ. το από 29-9-08 απαντητικό έγγραφο Ν.Α Μεσσηνίας) και 4) στο ότι κατά την υποβολή το έτος 1997 (δηλαδή σε χρόνο ανύποπτο) της σχετικής δηλώσεως στοιχείων ακινήτων ουδόλως περιέλαβε σε αυτή (δήλωση) ακίνητο επιφάνειας 6.434 τμ στη θέση "...", παρ' όλο που ισχυρίζεται κυριότητα σε αυτό με χρησικτησία τουλάχιστον επί μία εικοσαετία προ του έτους 2000. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το κτήμα που αποδέχθηκε (υπ'αριθμ. 14) ήταν μεγαλύτερο και εγγράφη μικρότερο στη διαθήκη για λόγους εφορίας δεν αποδείχθηκε και αναιρείται κυρίως από το γεγονός ότι στην ως άνω πράξη αποδοχής (...) αναγράφονται ακίνητα τα οποία άφησε ο διαθέτης στον κληρονομούμενο μεγαλύτερης εκτάσεως (3000, 7000, 2500, 4000 τμ). Δεν αποδείχθηκε εξάλλου ότι ο κατηγορούμενος ενέμετο το όλο ακίνητο (6434τμ) μετά το θάνατο του πατέρα του, παρεκτός του ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από το θάνατο του τελευταίου (1992) έως το 2000 δεν επαρκεί για να του προσπορίσει κυριότητα με χρησικτησία. Επομένως στις 5-12-2000, ημεροχρονολογία συζητήσεως της αιτήσεως αναγνωρίσεως δικαιούχων αποζημίωσης, ο κατηγορούμενος ήταν κύριος με πρωτότυπο τρόπο μόνο του ως άνω τμήματος (1500 τμ) του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Περαιτέρω, όπως ήδη εκτέθηκε, κύριος του υπόλοιπου τμήματος των 4934 τμ (6434-1500) ήταν ο πολιτικώς ενάγων και ειδικότερα: α) ενός τμήματος εκτάσεως 2,5 στρεμμάτων, που βρίσκεται ανατολικά του ακινήτου του κατηγορούμενου, το οποίο αγόρασε ατύπως στις 3-2-1987 από το ΕΕ, δυνάμει του υπό ιδίαν ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού και του οποίου κατέστη κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας(άσκηση πράξεων νομής, όπως επίβλεψη και εποπτεία), προσμετρουμένου στο χρόνο της δικής του νομής (1987-2000) του χρόνου της νομής των δικαιοπαρόχων του(ΕΕ και πατρός τούτου) (τουλάχιστον από το 1950 έως το 1987) και β) Ενός τμήματος, εκτάσεως 2.434 τμ, που βρίσκεται δυτικά του ακινήτου του κατηγορουμένου και αποτελεί το ανατολικό τμήμα, μείζονος εκτάσεως, επιφάνειας 8 στρεμμάτων, η οποία περιήλθε κατά κυριότητα σ' αυτόν(πολιτικώς ενάγοντα) με τη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της αποβιωσάσης το έτος 1994 μητέρας του ΣΤ, αληθινής κυρίας (με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας άσκηση πράξεων νομής, όπως επίβλεψη, εποπτεία και συλλογή καρπών από το έτος 1929 έως και το χρόνο θανάτου της) (υπ' αριθμ. ... και ... αποδοχή κληρονομίας και διόρθωση πράξης αποδοχής κληρονομίας, αντιστοίχως, της συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Ζερβού). Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η ενσωμάτωση του ως άνω πρώτου τμήματος (2,5 στρεμμάτων) του πολιτικώς ενάγοντος στην ιδιοκτησία του κατηγορουμένου αποδεικνύεται με σαφήνεια και από τα ακόλουθα: Ενώ το ακίνητο που απεδέχθη ο κατηγορούμενος, εκτάσεως 1,5 στρέμματος περίπου, συνορεύει ανατολικά, κατά την πράξη αποδοχής, με ιδιοκτησία ΕΕ, δηλαδή με τον άμεσο δικαιοπάροχο του πολιτικώς ενάγοντος, στο αναγνωσθέν κτηματολογικό διάγραμμα, το ακίνητο (υπ' αριθμ. 4), ιδιοκτήτης του οποίου φέρεται ο κατηγορούμενος, συνορεύει ανατολικά όχι με ιδιοκτησία πολιτικώς ενάγοντος, πρώην ΕΕ, αλλά με ιδιοκτησία ΖΖ, η οποία βρίσκεται ανατολικά της ιδιοκτησίας του πολιτικώς ενάγοντος, πρώην ΕΕ. Τέλος αποδείχθηκε, ότι τα παραπάνω, δηλαδή την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την επίκληση και προσαγωγή των ανωτέρω ψευδών κατά περιεχόμενο αποδεικτικών στοιχείων, έκανε ο κατηγορούμενος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, ήτοι να λάβει την ανωτέρω επιπλέον αποζημίωση, ύψους 12.201.000 δραχμών ή 35.806,31 ευρώ και να βλάψει την περιουσία του πολιτικώς ενάγοντος και να παραπλανήσει το προαναφερόμενο Δικαστήριο να τον αναγνωρίσει δικαιούχο και της ως άνω αποζημίωσης. Έτσι δε, το Δικαστήριο παραπλανήθηκε και με την υπ' αριθμ. 14/2001 απόφαση του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο δικαιούχο και της ανωτέρω αποζημίωσης (35.806,31 ευρώ), την οποία και εισέπραξε αυτός, βλάπτοντας την περιουσία του πολιτικώς ενάγοντος, η ζημία δε που του προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να λεχθεί ότι δεδομένου ότι επί απάτης στο Δικαστήριο η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο δράστης παρουσίασε στον δικάζοντα δικαστή τα ψευδή γεγονότα ως αληθή, προσκομίζοντας και τα συναφή ψευδή αποδεικτικά μέσα του ή σε κάθε περίπτωση παρασιωπώντας τα αληθή αποδεικτικά στοιχεία, αβασίμως διατείνεται ο κατ/νος με τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί παραγραφής ότι έχει πλέον εξαλειφθεί το αξιόποινο της αποδιδόμενης σ' αυτόν ανωτέρω πράξεως. Και τούτο διότι η αξιόποινη πράξη της απάτης στο Δικαστήριο, που του αποδίδεται, τελέστηκε στις 5-12-2000, κατά συνέπεια δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111§§1,3, 112, 113§§2 και 3 ΠΚ, μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως στο παρόν Δικαστήριο (8-10-2008) σε παραγραφή, έτσι ώστε να εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής, αφού από την έναρξη του χρόνου της παραγραφής της (5-12-2000) μέχρι τη σημερινή εκδίκαση της (8-10-2008) δεν έχει παρέλθει-παρά τα όσα αβασίμως διατείνεται ο κατηγορούμενος- ο χρόνος της παραγραφής και της αναστολής της (οκταετία). Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται, με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (84§2α ΠΚ), δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, μέχρι την τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως διήγε έντιμο οικογενειακό και κοινωνικό βίο". Με βάση τις παραδοχές αυτές, τα Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξεως της απάτης στο Δικαστήριο, από την οποία η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την διεξαχθείσα αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της απάτης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε αυτά καθώς επίσης και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας, με όσα διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, προσδιορίζει με σαφήνεια και χωρίς καμιά αντίφαση την αξιόποινη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο εξαπατήθηκε το Δικαστήριο και σαφώς προσδιορίζει το ύψος της ζημίας του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Ειδικώς εκτίθενται στην απόφαση τα ψευδή γεγονότα, τα οποία εν γνώσει του παρέστησε ο κατηγορούμενος ως αληθινά και τα συγκεκριμένα ψευδή, κατά περιεχόμενο, αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε και εξ αιτίας των οποίων παραπλανήθηκε το Δικαστήριο και εξέδωσε την ευνοϊκή για τον αναιρεσείοντα απόφαση, πλήρως δε εξειδικεύεται η κατά τον τρόπο αυτό τέλεση της απάτης, η δε απλή αναφορά του δευτέρου, ήτοι της παρασιωπήσεως αληθινών γεγονότων, δεν διαφοροποιεί τον τρόπο αυτό και δεν δημιουργεί ασάφεια ή αντίφαση καθόσον στη συνέχεια, κατά την εξειδίκευση των επί μέρους περιστατικών που συγκροτούν αυτή, διευκρινίζεται κατά τρόπο απολύτως σαφή και κατανοητό ότι η εξαπάτηση του Δικαστηρίου από τον κατηγορούμενο έγινε με την ηθελημένη και μόνο παράσταση των ως άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών και όχι με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, διότι με την αναφορά αυτή το Δικαστήριο προσδιορίζει, ειδικότερα, το δόλο του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, ουδεμία έλλειψη υφίσταται στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως από το λόγο ότι δεν αναφέρεται το τι προέκυψε από καθένα ειδικά αποδεικτικό μέσο και ότι έγινε αξιολογική συσχέτιση αυτών, από την οποία το δικαστήριο με βάση τις διατάξεις των άρθρων 177, 178 και 179 του ΚΠΔ και χωρίς παραβίαση των κανόνων της λογικής, κατέληξε στο συμπέρασμα περί τελέσεως από τον κατηγορούμενο του άνω εγκλήματος, διότι αναφέρεται ότι στην περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του κατέληξε τούτο, αφού έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, δεν συνιστά δε έλλειψη αιτιολογίας αν οι ανωτέρω παραδοχές είναι σύμφωνες ή μη με τις καταθέσεις μαρτύρων, γιατί αυτό ανάγεται στην περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, ως αναγόμενες στην περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, τρεις πρώτοι στο δικόγραφο της αίτησης, λόγοι αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης βάσης, τυγχάνουν αβάσιμοι και πρέπει, μετά απ' αυτά, ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (176,183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 471/8-10-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη επί δικαστηρίου, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, έλλειψη νόμιμης βάσης και υπέρβαση εξουσίας, διότι προσδιορίζεται σαφώς ο τρόπος τελέσεως της απάτης και η έφεση του Εισαγγελέα Εφετών είναι ειδικά αιτιολογημένη. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Υπέρβαση εξουσίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1589/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Ρίκο, περί αναιρέσεως της 8571-8572/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ζ2 που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σωτηρόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 6/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει, ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει, είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται άμεσος δόλος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Περαιτέρω ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2571-2572/2008 απόφαση του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτά συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που, κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Στις ...απεβίωσε στο χωριό .... η Θ1. Η θανούσα με τις από ..., ... και ... ιδιόγραφες διαθήκες της εγκατέστησε σ' όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της τους αναφερόμενους σ' αυτές κληρονόμους, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβανόταν οι εγκαλούντες Ζ2 και Ζ1. Οι πιο πάνω διαθήκες, με επιμέλεια των κληρονόμων, δημοσιεύτηκαν και κηρύχθηκαν κυρίες και ειδικότερα η πρώτη με τα υπ' αριθ. 3357 και 1170/10-12-81 πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η δεύτερη με τα 930/14-2-86 πρακτικά και η τρίτη με τα 115 και 25/13-1-1989 πρακτικά. Για την κήρυξη κυριών των πιο πάνω ιδιόγραφων διαθηκών κατέθεσε ως μάρτυρας ως προς τη γνησιότητα της γραφής και υπογραφής της ως άνω διαθέτιδας ο Λ1 αδελφός του κατηγορουμένου-που εξετάστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης στη παρούσα ποινική δίκη. Ο κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 13-12-2000 (αριθ. κατ. 11354/1999/13-12-2000) αναγνωριστική αγωγή δικαιώματος κυριότητας του σε ακίνητο της κληρονομίας, εμβαδού 20 στρεμμάτων, με βάση το από ....προσύμφωνο πώλησης. Στην αγωγή του αυτή ο κατηγορούμενος, την οποία έστρεψε, μεταξύ άλλων, και κατά των συζύγων των εγκαλούντων Ζ2 κα Ζ1, ισχυρίστηκε ότι το κληρονομικό δικαίωμα της ...συζ. Ζ2 στηριζόμενο στην πιο πάνω πρώτη διαθήκη, που δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κυρία την προηγούμενη της κατάρτισης του προσυμφώνου με τη μαρτυρία μάλιστα του αδελφού του Λ1 ασχέτως με τη μη γνησιότητα αυτής (της διαθήκης), η οποία συντάχθηκε δια χειρός από το σύζυγο της όγδοης εναγομένης Ζ1, μετά από προτροπή και υπόδειξη του συζύγου της έκτης εναγομένης Ζ2 στην κατοικία της δεύτερης εναγομένης και μετά από συμφωνία όλων των εναγομένων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της μητέρας τους Θ1, αυτή (η διαθήκη) χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικώς και κυρίως με τον χαρακτήρα της έγγραφης συμφωνίας διανομής, προκειμένου να προσδιοριστεί το συντομότερο το κληρονομικό δικαίωμα (μερίδιο) καθενός από τα παιδιά των αρχικώς πέντε κληρονόμων, τα οποία με τον τρόπο αυτό και χωρίς τη διαδικασία της αποποίησης κληρονομίας από τους γονείς τους είχαν καταστεί αυτοδικαίως κληρονόμοι της γιαγιάς τους Θ1. Ση συνέχεια ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε με την ως άνω αγωγή του ότι " ...τη διαθήκη αυτή (την από ...), που συντάχθηκε από τα ίδια πρόσωπα όπως και η πρώτη από ..., οι εναγόμενοι δημοσίευσαν και κήρυξαν κυρία στις ..., τέσσερα και πλέον χρόνια μετά το θάνατο της κληρονομούμενης... ".Επί της αγωγής εκδόθηκε η 58/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που κατέστη τελεσίδικη με τη 273/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με τις οποίες απορρίφθηκε η αγωγή. Από τα ως άνω όμως αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι, και στην περίπτωση που οι ως άνω διαθήκες δεν είναι γνήσιες, αυτές συντάχθηκαν και υπογράφηκαν από τους εγκαλούντες όπως διέδωσε ανωτέρω ο κατηγορούμενος, ή είχαν οποιαδήποτε συμμετοχή στη σύνταξη και υπογραφή τους ως να προέρχονται από την ως άνω διαθέτιδα και ειδικότερα με τη σύνταξη τους από το Ζ1, με προτροπή, υπόδειξη και υπαγόρευση από το Ζ2. Στοιχεία που να μαρτυρούν ότι οι παραπάνω διαθήκες "πλαστογραφήθηκαν" από τους εγκαλούντες δεν προέκυψαν, τα όσα δε καταθέτει ο μάρτυρας υπερασπίσεως Λ1 - αδελφός του κατηγορουμένου - ότι ενώπιον του συντάχθηκαν και υπογράφηκαν οι διαθήκες από τους Ζ2 και Ζ1 (για τους οποίους ο ίδιος είχε καταθέσει ότι τόσο η γραφή όσο και η υπογραφή τους είναι της διαθέτιδας Θ1) δεν κρίνονται καθόλου πειστικά. Μάλιστα αυτός υπερακοντίζει και τα όσα ο ίδιος ο κατηγορούμενος υποστηρίζει στην απολογία του, καταθέτοντας ότι όταν πήγε με τον αδελφό του να συλλυπηθούν στην οικία που ήσαν συγκεντρωμένοι οι κληρονόμοι, οι σύζυγοι κλπ τους επέδειξαν τις ήδη συνταχθείσες και υπογραφείσες διαθήκες από τους εγκαλούντες, δηλαδή ότι είχαν ήδη συνταχθεί και υπογραφεί όταν αυτοί έφθασαν στον σπίτι, ενώ αντίθετα ο μάρτυρας αδελφός του καταθέτει ότι αυτό έγινε ενώπιον τους. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα παραπάνω αναφερόμενα στην αγωγή του για τους εγκαλούντες Ζ2 και Ζ1 ήταν ψευδή και ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτών και τα οποία περιήλθαν σε γνώση τρίτων (υπαλλήλων γραμματείας δικαστηρίου, δικαστών κλπ.). Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι οι παραπάνω αναφορές του για τους εγκαλούντες έγιναν στα πλαίσια από δικαιολογημένο ενδιαφέρον του και την προστασία δικαιώματος του, κατ' άρθρο 367&1γ ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει ότι οι αναφορές αυτές σε βάρος των εγκαλούντων έγιναν στα πλαίσια προστασίας του με την αγωγή αξιούμενου δικαιώματος κυριότητας του και ούτε ήταν ικανές οι ως άνω αναφορές να επηρεάσουν την εξέλιξη της πολιτικής δίκης. Κατόπιν αυτών θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των αποδιδόμενων πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή". Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε το σκεπτικό της, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά "αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Από τα πρακτικά, εξάλλου, της ίδιας απόφασης προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν, μεταξύ των άλλων, και οι με αριθμούς "12, 13, 14 και 15" εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες αν και αφορούν τη γνησιότητα των διαθηκών, όμως δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό, αλλά ούτε και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκε το περιεχόμενο τους με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, με στοιχ.3.6. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο, μεταξύ των άλλων δέχθηκε και ότι "...Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι, και στην περίπτωση που οι ως άνω διαθήκες δεν είναι γνήσιες, αυτές συντάχθηκαν και υπογράφηκαν από τους εγκαλούντες, όπως διέδωσε ανωτέρω ο κατηγορούμενος ή είχαν οποιαδήποτε συμμετοχή στη σύνταξη και υπογραφή τους ως να προέρχονται από τη διαθέτιδα και ειδικότερα με τη σύνταξη τους από το Ζ1, με προτροπή και υπαγόρευση από το Ζ2". Επομένως δεν υπάρχει σαφής παραδοχή στην απόφαση, περί της γνησιότητας των διαθηκών και το Δικαστήριο φαίνεται να δέχεται ότι η συκοφαντική δυσφήμηση, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, στοιχειοθετείται στην προκειμένη περίπτωση και αν ακόμη το γεγονός που ισχυρίστηκε και διέδωσε, είναι αληθές, που δεν το αποκλείει με την παραδοχή αυτή, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της πληττόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο, ως προς την ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 363 ΠΚ. και η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως και ο, από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, με στοιχ. 3.1. στο δικόγραφο της αίτησης, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, είμαι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και στη συνέχεια να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου η πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, κατά συρροή, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνιστά πλημμέλημα, χρόνος δε τελέσεως αυτής είναι εκείνος της 13-12-2000. Επομένως μέχρι σήμερα παρήλθε οκταετία και πρέπει να παύσει το Δικαστήριο τούτο την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής(άρθρο 511 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8571-8572/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος ... για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, κατά συρροή, που φέρεται ότι τέλεσε στην Πάτρα, την 13/12/2000, σε βάρος των εγκαλούντων Ζ1 και Ζ2.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 1 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση. Αναιρεί προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας γιατί δεν προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του έγγραφα που αναγνώστηκαν και για την πλαγίου παράβαση, αφού δεν προκύπτει αν δέχεται ως ψευδές το γεγονός που ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1586/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλος - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χριστοφοράτο, περί αναιρέσεως της 48168/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1670/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά δε τη διάταξη του τρίτου εδαφίου του άνω άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 εδ. β' του ν. 2408/ 1996 και ισχύει από 4-6-1996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 48168/ 2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ζήτησε την αναβολή της δίκης "για να προσκομιστούν έγγραφα για την αλλαγή διεύθυνσης του". Το αίτημα τούτο, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με παρεμπίπτουσα απόφαση του, ταυτάριθμη με την άνω οριστική, το απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία "το αίτημα αναβολής τη δίκης, για να προσκομισθούν από τον κατηγορούμενο έγγραφα σχετικά με την αλλαγή της διεύθυνσης της κατοικίας του πρέπει να απορριφθεί γιατί ο κατηγορούμενος - εκκαλών, εφόσον γνώριζε ότι η έφεση που έχει ασκήσει είναι εκπρόθεσμη, όφειλε να έχει ήδη προσκομίσει τα έγγραφα αυτά καθώς και οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής του". Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής εφόσον αναφέρεται με σαφήνεια ο λόγος, για τον οποίο δεν κρίνεται δικαιολογημένη η αναβολή και αιτιολογείται η απόρριψη του σχετικού αιτήματος. Επομένως, ο περί του, αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επόμ. του ίδιου Κώδικα. Αν η έφεση ασκηθεί εκπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του αυτού Κώδικα απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή (Ολ.ΑΠ 3/1995). Η απορριπτική αυτή απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, αρκεί να διαλαμβάνει το χρόνο της νόμιμης επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, εκείνον της άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς να απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή η μνεία των, κατά το άρθρο 161 παρ. 1 ΚΠΔ, στοιχείων της εγκυρότητας της επίδοσης (Ολ. ΑΠ 8/1995, 4/1995, 6, 7/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ιδίου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 48168/ 2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 114092/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός έχει καταδικαστεί ερήμην σε φυλάκιση τριών (3) ετών για παράβαση του άρθρου 45 του ν. 2065/ 1993. Από τη σχετική 3189/ 27-2-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναίρεσης, προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, προέβαλε ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι του επιδόθηκε ως άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός κατά το χρόνο της επίδοσης είχε γνωστή διαμονή στην οδό ... στον ... . Δεν αναφέρει όμως στην έφεση του ότι την τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του είχε δηλώσει στην αρμόδια για την επίδοση της εκκαλούμενης Εισαγγελική Αρχή. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, για την απόρριψη της έφεσης ως εκπρόθεσμης, διέλαβε ότι "από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος κακώς κλητεύτηκε ως αγνώστου διαμονής κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλούμενης αποφάσεως (2-11-2000) γιατί, όπως ισχυρίζεται, διέμενε στην οδό ... στον ..., δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει στη ΔΟΥ ..., ως διεύθυνση κατοικίας του, για την πράξη προσδιορισμού του ΦΠΑ, την οδό ... - .. (όπου ήταν και η έδρα της επιχείρησης του) και όπου αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε κατά την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, η ίδια δε διεύθυνση αναφέρθηκε και στην από 17-7-1997 ειδική έκθεση ελέγχου των ελεγκτών της ... ΔΟΥ και στη μηνυτήρια αναφορά της ίδιας ΔΟΥ προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατόπιν των παραπάνω, ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι άσκησε την κρινόμενη έφεση εκπρόθεσμα γιατί κακώς κλητεύτηκε ως αγνώστου διαμονής, πρέπει να απορριφθεί". Ακολούθως απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό του και περαιτέρω, μετά την εξέταση της αναφερομένης μάρτυρος και την ανάγνωση του από 2-11-2000 αποδεικτικού επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως του αστυφύλακα ... προς τον κατηγορούμενο, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε εντέλει την έφεση του αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία "από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, αποδείχτηκε ότι η τελευταία γνωστή στις αρχές διεύθυνση κατοικίας του κατηγορουμένου ήταν στην .., οδός ..., την οποία είχε δηλώσει στη ΔΟΥ ... .
Συνεπώς, νομίμως κλητεύτηκε ως αγνώστου διαμονής κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης (2-11-2000) και εφόσον άσκησε την έφεση εκπρόθεσμα (στις 27-2-2008) δηλαδή μετά την πάροδο επτά και πλέον ετών από την επίδοσητης εκκαλουμένης, πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Η άνω αιτιολογία του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου είναι ειδική και εμπεριστατωμένη καθόσον διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, εκείνον της άσκησης της έφεσης και το από 2-11-2000 αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα ..., το οποίο αναγνώσθηκε και από το οποίο προκύπτει ότι επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα η εκκαλούμενη ερήμην απόφαση. Η επίδοση αυτή έγινε νομίμως, ως αγνώστου διαμονής, στην άνω γνωστή στην Εισαγγελική αρχή διεύθυνση (...) μετά την άκαρπη αναζήτηση των κατά το άρθρο156 προσώπων. Εξάλλου, η άνω διεύθυνση, στην οποία αναζητήθηκε ήταν, κατά σαφή παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, η τελευταία γνωστή διαμονή του αναιρεσείοντος στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών, η οποία αναφέρεται στη σχετική μηνυτήρια αναφορά της ... ΔΟΥ ... .
Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να διαλάβει αιτιολογία αναφορικά με το αν ο αναιρεσείων διέμενε ή όχι στη διεύθυνση που αναφέρει ο ίδιος στην έφεση του. Επομένως, ο δεύτερος και τελευταίος κατ' εκτίμηση εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 90/2008 αίτηση του X για αναίρεση της 48168/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία. Αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία άλλως ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ αναιρετικός λόγος. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 1585/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε στο ακροατήριο με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Ανδρέου και Δημήτριο Κακόγιαννο, περί αναιρέσεως της 1425/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ... χήρα Θ1, που δεν παραστάθηκε. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1594/2007.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους τα περιστατικά που αποδείχτηκαν έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και του τι προέκυψε από το καθένα απ'αυτά. Πρέπει όμως να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ'αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 1425/2007 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε κατά πλειοψηφία με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ'είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ήδη αποβιώσας εγκαλών, Θ1, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε (βαρύτατη καρδιακή πάθηση), με το ...πληρεξούσιο του Συμβ/φου Μαραθώνα, Σταύρου Παπαδογεώργη, διόρισε τον κατηγορούμενο (αδελφό του), Χ1, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του με την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να μεταβιβάσει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, το αναφερόμενο στο διατακτικό, που βρίσκεται στην Κτηματική Περιφέρεια του ..., επιφάνειας 985,34 τετρ. Μέτρων, οικόπεδό του και να εισπράττει το τίμημα αυτού ή να πιστώνει με αυτό τον αγοραστή. 'Ετσι, ο κατηγορούμενος δυνάμει του πιο πάνω πληρεξουσίου και ως εντολοδόχος του εγκαλούντος, με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της κάθετης αυτής ιδιοκτησίας-οικοπέδου) της Συμβ/φου Αθηνών, Σοφίας Βελέντζα, μεταβίβασε την ως άνω κάθετη ιδιοκτησία αντί τιμήματος (όσον και η από την αρμόδια ΔΟΥ υπολογισθείσα αντικειμενική του αξία) 36.422.293 δραχμών, στους αγοραστές .... και ... κατά ιδανικό μερίδιο 70% στον πρώτο και 30% στη δεύτερη. Από το τίμημα αυτό, μέρος του (άνω ποσού) από 22.500.000 δραχμές ή 66.030,81 ευρώ πιστώθηκε για προθεσμία τριών (3) μηνών, το οποίο εισέπραξε τελικά ο ίδιος (κατηγορούμενος) και συντάχθηκε σχετικά το με αριθμό ... συμβόλαιο εξοφλήσεως της αυτής Συμβ/φου, ενεργώντας ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα πάντα του εντολοδόχου του αδελφού του, ο οποίος κατά το χρόνο αυτό νοσηλευόταν σε νοσοκομείο του Λονδίνου με την κατά τα άνω σοβαρή καρδιακή πάθηση. 'Όμως, ο κατηγορούμενος καταχρώμενος της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης του εγκαλούντος αδελφού του στο πρόσωπό του, δεν παρέδωσε, όπως προς τούτο είχε υποχρέωση, σε αυτόν (εγκαλούντα) το ως άνω χρηματικό ποσό, παρά τις έντονες οχλήσεις του τελευταίου. Κατά μήνα Ιούλιο έτους 1998 μάλιστα, με τη μεσολάβηση του δικηγόρου του (εγκαλούντος) ... που εξετάσθηκε ως μάρτυρας πρωτόδικα στο ακροατήριο (στο παρόν Δικαστήριο δεν του χορηγήθηκε η προς τούτο άδεια από το ΔΣΑ), όχλησε ο τελευταίος τον κατηγορούμενο κατ'επανάληψη τηλεφωνικά για επιστροφή του τιμήματος στον αδελφό του και, παρά τις υποσχέσεις του για τακτοποίηση του θέματος, αθέτησε την υπόσχεσή του. Ο εγκαλών εξάλλου με την από 14-7-1998 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση και δήλωση προς τον κατηγορούμενο αδελφό του, που επιδόθηκε σε αυτόν στις ...., όπως προκύπτει από την ...έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., που αναγνώστηκε, προσκάλεσε τον τελευταίο να αποδώσει σε αυτόν μέσε σε προθεσμία τριών (3) ημερών από της επιδόσεως σε αυτόν της άνω δηλώσεως, το άνω υπόλοιπο τίμημα και του δήλωσε ότι σε διαφορετική περίπτωση θα στραφεί σε βάρος του δικαστικά για την αναγκαστική είσπραξη του οφειλόμενου σε αυτόν χρηματικού ποσού, ζητώντας παράλληλα από τον αρμόδιο Εισαγγελέα την άσκηση ποινικής διώξεως, κατ'αυτού, χωρίς όμως ο κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος απολογούμενος στο Δικαστήριο αυτό ομολόγησε, να απαντήσει στο άνω εξώδικο. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι μετά από προφορική συμφωνία με το μηνυτή, το τίμημα της πωλήσεως του εν λόγω οικοπέδου θα παρακρατούσε εκείνος για τον εαυτό του, δεν αποδείχθηκε από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα. Αντίθετα, αναιρείται από το γεγονός, που αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος το μέρος του τιμήματος, που δεν είχε πιστωθεί, αλλά του το είχαν καταβάλλει οι αγοραστές κατά την πώληση του οικοπέδου, δηλαδή, το ποσό των 2.422.293 -1.500.000=922.293 δραχμών το κατέθεσε στο κοινό με τον αδελφό του λογαριασμό καταθέσεων (τραπεζικό) και ο τελευταίος το ανέλαβε και το χρησιμοποίησε για τα ιατρικά έξοδα, χωρίς ο κατηγορούμενος να διαμαρτυρηθεί. Εάν όμως είχε γίνει η παραπάνω συμφωνία, οπωσδήποτε ο τελευταίος θα τα είχε καταθέσει σε δικό του λογαριασμό (τραπεζικό). Αποδείχθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα το άνω χρηματικό ποσό (22.500.000 δρχ.), το αντικείμενο δε αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του είχε εμπιστευθεί ο εγκαλών λόγω της άνω παθήσεώς του και της ιδιότητας του κατηγορουμένου ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, καθώς και από αυτές των μαρτύρων που εξετάσθηκαν πρωτόδικα, από τα πρακτικά και την απόφαση του Α'θμίου Δικαστηρίου, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο Δικαστήριο αυτό και την κατάθεση του μάρτυρα της πολιτικής αγωγής και δεν αναιρούνται από την απολογία του κατηγορουμένου, που αρνείται την πράξη του, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως, που ταυτίζεται με τις θέσεις του κατηγορουμένου. Με βάση τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία το Εφετείο κήρυξε κατά πλειοψηφία ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης κινητού πράγματος ιδιαίτερης μεγάλης αξίας κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης από υπαίτιο που του το είχαν εμπιστευθεί, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και δεχόμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.1 ε' ΠΚ, επέβαλε σ'αυτόν κατά πλειοψηφία ποινή φυλάκισης δύο ετών και πέντε μηνών την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 §§ 1β & 2 του ΠΚ, όπως η παρ.2 του άρθρου αυτού αντικ. με το άρθρο 1 § 9 του Ν. 2408/1996 και όπως οι παράγραφοι 1 και 2 τούτου ίσχυαν πριν από τη συμπλήρωσή τους με το άρθρο 14 § 3 του Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα από την γενόμενη επίκληση στην αρχή του σκεπτικού όλων των αποδεικτικών μέσων, κατά το είδος τους, μεταξύ των οποίων των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και επομένως και η κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ...., οι αναγνωσθείσες εντολές πληρωμής ποσού 52.900.000 δρχ. και 67.320 δρχ. προς τον Θ1, εν όψει μάλιστα του ότι από το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει καμμιά ανακολουθία ως προς τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης καμμία αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης...., ως και την απολογία του κατηγορουμένου, αφού πέραν της γενικής στο προοίμιον αναφοράς κατά το είδος τους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του ρητά διαλαμβάνεται στο κείμενο του σκεπτικού ότι "η κατάθεση του μάρτυρα της πολιτικής αγωγής δεν αναιρείται από την απολογία του κατηγορουμένου, που αρνείται την πράξη του, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, που ταυτίζεται με τις θέσεις του κατηγορουμένου". Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας αποδίδεται σ'αυτήν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων με την ειδικότερη αιτίαση της παράλειψης αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ τους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι πλήττεται μ'αυτόν η αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 § 1 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 § 1 εδ. δ' του ΚΠΔ και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Όμως η ανάγνωση του εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνον από τη ρητή μνεία του σχετικού μέρους των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλ'αρκεί να διαπιστώνεται η ανάγνωσή του είτε από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης κατά, την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε και από ρητή αναφορά στο κείμενο του σκεπτικού. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετέιο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση έλαβε υπόψη του μεταξύ άλλων εγγράφων και την ... από 14-7-1998 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., με την οποία επιδόθηκε στον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα η προς αυτόν απευθυνόμενη από 14-7-1998 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση και δήλωση. Και ναι μεν η παραπάνω έκθεση επίδοσης δεν αναφέρεται στην οικεία θέση των πρακτικών μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων στην οποία αναφέρεται μόνο η από 14-7-1998 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση και δήλωση, όμως το ότι αναγνώσθηκε αυτή αναφέρεται στο κείμενο του σκεπτικού. Συνακόλουθα, εφόσον αναγνώσθηκε το έγγραφο αυτό δόθηκε στον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του η δυνατότητα να προβούν στις κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ δηλώσεις και εξηγήσεις τους σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, και δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης.
Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι'αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε ο κατηγορούμενος ούτε ο συνήγορός του προέτειναν και ανέπτυξαν κάποιον ισχυρισμό αλλά μόνο ότι μετά την ανάγνωση της από...έκθεσης ένορκης εξέτασης μάρτυρα ... ενώπιον του 11ου Ανακριτού, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, προέβη σε σχολιασμό του τελευταίο αναγνωσθέντος εγγράφου και κατέθεσε έγγραφο με την προμετωπίδα "Ισχυρισμός του Κατηγορουμένου", στο οποίο με τ'απαρριθμούμενα σ'αυτό δέκα επιχειρήματα ισχυρίζεται ότι δεν υπεξήρεσε αυτός το αποδιδόμενο σ'αυτόν ποσό. Ανεξάρτητα όμως του ότι από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί αναπτύχθηκαν και προφορικά, δεν αποτελούν αυτοί αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά μόνο υπερασπιστικά επιχειρήματα, επί των οποίων δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο ν'απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόφασή του. Για τον ίδιο λόγο το Εφετείο δεν είχε λόγο ν'απαντήσει επί των ισχυρισμών που πρόβαλε ο κατηγορούμενος στην απολογία του και έχουν ως εξής: "...ΕΙΧΑΜΕ ΣΥΜΦΩΝΗΣΕΙ ΝΑ ΤΑ ΠΑΡΩ ΕΓΩ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΘΕΙ Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΗ ΜΟΥ". Πήγε και μου πήρε 15.000.000 δρχ. επιπλέον. Τα έβαλα σε κοινό λογαριασμό λόγω πόθεν έσχες. Τα 52.000.000 δρχ. ήταν από πώληση άλλη, δική μου. ΕΒΑΛΑ ΤΑ 14.000.000 δρχ. ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΗΤΑΝ ΑΠΟ ΔΙΚΑ ΜΟΥ, ΕΙΧΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ. ΠΑΝΤΑ ΕΤΣΙ ΣΥΝΗΘΙΖΑΜΕ, ΥΠΗΡΧΕ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ. ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΗΣΑ ΣΤΟ ΕΞΩΔΙΚΟ ΓΙΑΤΙ ΤΟΥ ΤΗΛΕΦΩΝΗΣΑ ΚΑΙ ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΔΕΝ ΕΣΤΕΙΛΑ ΚΑΝΕΝΑ ΕΞΩΔΙΚΟ...". Εφόσον και αυτός είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια της εσφαλμένης αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-9-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 1425/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και απόρριψη λόγων αναίρεσης ως αβάσιμων για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 375 §§ 1β και 2 ΠΚ, απόλυτης ακυρότητας λόγω λήψεως υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε και έλλειψη αιτιολογίας σε υπερασπιστικό ισχυρισμό. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1584/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκλαβουνάκο, περί αναιρέσεως της ΒΤ3088/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1601/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 4 του ν.2523/ 1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν.3220/ 2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ. 2). Εικονικό είναι το στοιχείο, που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής... (παρ. 4). Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 3088/2008 απόφασης που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνο-νται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται καθόσον αυτός, στον Πειραιά..., με περισσότερες εξακολουθητικές πράξεις που έλαβαν χώρα κατά το διάστημα από 31-5-2001 (εκ παραδρομής αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, από 31-1-2001 ενώ από τότε έως τις 31-5-2001 το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχτεί ότι παρεγράφη το αξιόποινο της πράξεως και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη) έως 31-8-2001 και τέλεσε με την ιδιότητά του ως διευθύνων σύμβουλος και επομένως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "ΒΑΦΕΙΑ ΤΥΠΩΤΗΡΙΑ Αττικής ΑΕ" με έδρα την οδό Ρούμελης αρ. 3, εξέδωσε εικονικά τιμολόγια που περιγράφονται αναλυτικά στο διατακτικό προς της εταιρεία "... ΟΕ" για διευκόλυνση της τελευταίας, για απόκρυψη φορολογητέας ύλης, πράγμα που αυτός γνώριζε. Τα τιμολόγια αυτά αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές, γεγονός που ενισχύεται από το ότι συνομολογείται άλλωστε από τον κατηγορούμενο η προαναφερόμενη εταιρεία "ΒΑΦΕΙΑ ΤΥΠΩΤΗΡΙΑ Αττικής ΑΕ" είχε πτωχεύσει από το έτος 2000 και επομένως κατά τη λειτουργία είχε διακόψει τη δραστηριότητα της κατά τον κρίσιμο χρόνο". Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της άνω πράξεως με το ακόλουθο διατακτικό "στον Πειραιά, την 1-6-2004, χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 30-9-2004 έκθεση ελέγχου του διενεργήσαντος τον έλεγχο σώματος δίωξης οικονομικού εγκλήματος χρονικό διάστημα από 31-1-01 (το σωστό είναι από 31-5-2001) έως 31-8-01 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "ΒΑΦΕΙΑ ΤΥΠΩΤΗΡΙΑ Αττικής ΑΕ" με αντικείμενο τυπωτήρια υφασμάτων και έδρα στην οδό Ρούμελης αρ. 3, εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλονότι φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ειδικότερα εξέδωσε προς την εταιρεία ".... ΟΕ" τα πιο κάτω αναλυτικά αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, τα οποία είναι εικονικά διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, προκειμένου να διευκολυνθεί η αποδεχθείσα αυτά επιχείρηση, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα εξέδωσε αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Τα φορολογικά αυτά στοιχεία είναι τα εξής:
..... Βαφεία Αττικής ΑΕ Αφοί ... ΟΕ 45.346.285 8.162.331 .....
..... Βαφεία Αττικής ΑΕ Αφοί ... ΟΕ 72.374.191 13.027.354 ....
..... Βαφεία Αττικής ΑΕ Αφοί ....ΟΕ 51.841.400 9.331.452 .....
..... Βαφεία Αττικής ΑΕ Αφοί ....ΟΕ 52.868.483 9.156.327 .....
Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 2523/1997, την οποία δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Από το άνω σκεπτικό και διατακτικό που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι δεν υπάρχει η αντίφαση που επικαλείται ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης, ότι δηλαδή ενώ κατά το σκεπτικό τα εικονικά φορολογικά στοιχεία που εξέδωσε ο αναιρεσείων είναι τιμολόγια, στο διατακτικό αναφέρονται ως εικονικά φορολογικά στοιχεία αφού διευκρινίζεται στο αιτιολογικό ότι πρόκειται για εικονικά τιμολόγια, τούτο δε προκύπτει και από το διατακτικό στο οποίο αυτά προσδιορίζονται ειδικότερα με τους αριθμούς 832 έως 879, και αναφέρεται ότι εκδόθηκαν από 31-5-2001 έως 31-8-2001. Επομένως, οι περί του αντιθέτου ως άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' καιΕ' του ΚΠΔ (πρώτος και δεύτερος) λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου είναι αβάσιμοι. Η αιτίαση περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων και δη ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι ο αναιρεσείων εξέδωσε τα πιο πάνω εικονικά τιμολόγια είναι απαράδεκτη διότι ανάγεται στην ανέλεγκτη κρίση, του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/ 1997, αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι (6) μηνών, με μια μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα (3-5 έτη), εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αν ο κατηγορούμενος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, το δικαστήριο υποχρεούται να αποφασίσει συγχρόνως, πριν από κάθε μετατροπή, για την αναστολή της ποινής, αφού διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως αν υπάρχει προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου σε στερητική της ελευθερίας ποινή (ή ποινές) πάνω από έξι (6) μήνες και αποφανθεί για τη συνδρομή ή όχι της προϋποθέσεως αυτής. Διαφορετικά, αν το δικαστήριο αποφασίσει τη μετατροπή της ποινής χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί και να αποκλείσει την αναστολή αυτής, υπερβαίνει την εξουσία του. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, ενώ κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα για την άνω αξιόποινη πράξη σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει αιτιολογημένα για την αναστολή αυτής με αυτεπάγγελτη έρευνα αν αυτός βαρύνεται ή όχι με προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη σε ποινές άνω των έξι (6) μηνών. Ειδικότερα, διέλαβε στην αιτιολογία του ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναστολής διότι δεν έχει επισυναφθεί στη δικογραφία το δελτίο ποινικού μητρώου του αναιρεσείοντος προκειμένου να διαπιστωθεί αν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως σε ποινή ή ποινές στερητικές της ελευθερίας, που υπερβαίνον τους έξι (6) μήνες, ούτε παρέστη αυτοπροσώπως ο αναιρεσείων προκειμένου να διαπιστωθεί τούτο δια δηλώσεως του. Η αιτιολογία αυτή είναι ανεπαρκής δοθέντος άλλωστε ότι η μη επισύναψη του ποινικού μητρώου δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα. Έτσι το Δικαστήριο ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου, του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ τελευταίου λόγου της αιτήσεως αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς της διάταξη της για μετατροπή της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό μόνο στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την ΒΤ-3088/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ως προς τη διάταξη της για μετατροπή της ποινής των δώδεκα (12) μηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φορολογική νομοθεσία. Το αδίκημα του άρθρου 19 § 1, 2 και 4 του ν. 2523/1997 είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του νόμου αυτού. Παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού. Ποινή δώδεκα (12) μηνών που μετετράπη σε χρηματική χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναστολή. Αναίρεση λόγω υπέρβασης εξουσίας ως προς τη διάταξη περί μετατροπής.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής μετατροπή.
| 0
|
Αριθμός 1587/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φλώρο, περί αναιρέσεως της 39451/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1672/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επόμ. του ίδιου Κώδικα. Αν η έφεση ασκηθεί εκπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή (Ολ. ΑΠ 3/1995). Η απορριπτική αυτή απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, για να έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, αρκεί να διαλαμβάνει το χρόνο της νόμιμης επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, εκείνον της άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς να απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή η μνεία των, κατά το άρθρο 161 παρ. 1 ΚΠΔ, στοιχείων της εγκυρότητας της επίδοσης (Ολ. ΑΠ 8/1995, 4/1995, 6, 7/1995). Σε περίπτωση όμως που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1451/2007, 731/2003, 1457/2002). Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή αθωωτικής ή όποιας άλλης κρίσεως του, ήτοι να προκύπτει ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 39451/2008 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της την 13321/25-10-2997 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 32000/ 2000 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε ερήμην σε φυλάκιση δεκαπέντε (15) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή και χρηματική ποινή 2.934,70 ευρώ για παράβαση του άρθρου 31 του ν. 1591/1986. Με την άνω έφεση του, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο προς έρευνα του λόγου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων ως εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο αυτής, προέβαλε ότι ακύρως επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση την 11-6-2001 προς αυτόν ως άγνωστης διαμονής καθόσον πρότερον και κατά το χρόνο εκείνο ήταν γνωστής διαμονής στην οδό ... περιοχής ..... Τον ισχυρισμό του αυτό ανέπτυξε και προφορικώς ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενώπιον του ακροατηρίου του άνω Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και προς απόδειξη του ζήτησε την εξέταση της μάρτυρος ..., η οποία εξετάστηκε και η κατάθεση της περιλαμβάνεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, επικαλέσθηκε δε και έγγραφα, τα οποία προσεκόμισε και ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο και τα οποία αναφέρονται στα πρακτικά της απόφασης αυτής. Το άνω Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην αιτιολογία ότι "Από το ... αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα ... (Α/Τ ...) προκύπτει ότι την ως άνω ημερομηνία επεδόθη στον εκκαλούντα Χ1 η ερήμην του εκδοθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με αριθμό 32000/ 2000. Η ανωτέρω απόφαση του επεδόθη ως αγνώστου διαμονής, δεδομένου ότι η τελευταία γνωστή κατοικία του ήτο στην οδό ... και δεν προέκυπτε ότι είχε γνωστοποιήσει αλλαγή κατοικίας. Από το ... έγγραφο της ΔΟΥ ... προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών προκύπτει ότι στη ΔΟΥ είχε δηλώσει ως τόπο κατοικίας του την οδό ... και παρά το γεγονός ότι είχε φορολογικές εκκρεμότητες δεν φρόντισε να ενημερώσει την αρμόδια ΔΟΥ ότι είχε αλλάξει κατοικία, ώστε να του επιδοθεί το κλητήριο θέσπισμα στην νέα του κατοικία που ισχυρίζεται ότι είχε την οδό ..., χωρίς όμως να προκύπτει ο ακριβής χρόνος αλλαγής της κατοικίας. Κατά συνέπεια, αφού από της επιδόσεώς της ερήμην απόφασης (11-6-2001) ως το χρόνο άσκησης της κρινόμενης έφεσης (25-10-2007) παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των έξι ετών πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη". Η αιτιολογία όμως αυτή είναι ελλιπής καυίσαφής διότι, ενώ ο αναιρεσείων προς απόδειξη του άνω ισχυρισμού του περί ακυρότητος της προς αυτόν επιδόσεως της εκκαλουμένης, συνεπεία της οποίας δεν έλαβε γνώση αυτής και έτσι άσκησε εκπρόθεσμα την έφεση του, επικαλέστηκε τα άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, από το σκεπτικό όμως αυτής προκύπτει ότι δεν συνεκτιμήθηκαν και έτσι η απόφαση αυτή είναι αναιρετέα κατά τον περί τούτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ βάσιμο λόγο της αναίρεσης. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και εν όψει του ότι η πράξη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος είναι πλημμέλημα από δε το χρόνο τέλεσης αυτής (2-2-1995 έως 1-11-1995) έως σήμερα έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ (8) ετών, το αξιόποινο αυτής παρεγράφη (αρθρ. 111 παρ.3 και 113 παρ.3 ΠΚ) και κατ' εφαρμογή του άρθρου 370 εδ.β' ΚΠΔ πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη (αρθρ. 518 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 39451/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παύει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη του ότι στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 2-2-1995 έως και 1-11-1995, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής διότι απεδέχθη εικονικά φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ειδικότερα, με την ιδιότητα του ασκούντος ατομική επιχείρηση, ζήτησε, έλαβε και κατεχώρησε στα βιβλία της τα πιο κάτω αναλυτικά αναφορικάφορολογικά στοιχεία, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους και ειδικότερα δεν υπάρχει αντικείμενο για μίσθωση, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα απεδέχθη αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης.
Τα φορολογικά αυτά στοιχεία είναι τα παρακάτω, και είναι όλα εκδόσεως της επιχείρησης ΕΤΒΑ LEASING AE: 1) τιμ. ... αξίας 204.395 δρχ. 2)τιμ. ... αξίας 204.395 δρχ 3) τιμ. ... αξίας 204.395 δρχ 4) τιμ. ...αξίας 204.395 δρχ 5)τιμ. ... αξίας 201.873 δρχ 6)τιμ. ... αξίας 201.873 δρχ 7) τιμ. ... αξίας 201.873 δρχ 8) τιμ. ... αξίας 201.873 δρχ 9)τιμ. ... αξίας 201.873 δρχ 10) τιμ. ...αξίας 201.873 δρχ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση εκπρόθεσμη. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει η αιτιολογία της απορριπτικής της έφεσης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Σε περίπτωση όμως που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής, πρέπει να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 αρ. 1 Δ΄ αναιρετικός λόγος. Αν κριθεί κάποιος λόγος βάσιμος ερευνάται η τυχόν παραγραφή της πράξεως. Αναιρεί και Π.Ο.Π.Δ.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1580/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στην Δικαστική Φυλακή ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 304/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ψ1, κάτοικο ... και 2. Ψ2, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 663/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 182/18.5.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Το συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθμ. 304/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης τον Χ για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως ανθρωποκτονίας από πρόθεση και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση - 299 παρ. 1, 26, 27, 18, 19 ΠΚ- Το άνω βούλευμα επιδόθηκε σ'αυτόν και δη στον ίδιο (= στα χέρια του) στις 31-3-2009 και κατ'αυτού άσκησε δια του πληρεξουσίου του Χρήστου Λαμπάκη -με βάση την από 14-4-2009 πληρεξουσιότητα αυτού, στην οποία βεβαιούται νομίμως το γνήσιο της υπογραφής του αυθημερόν - ενώπιον του γραμματέα του συμβουλίου πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης στις 16-4-2009 την υπ'αριθμ. 2/2009 αναίρεση προβάλλων ως λόγους αναίρεσης έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δη διότι α) δεν έλαβε υπόψη την υπ'αριθμ. ... ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή ΑΑ και την από 10-10-2008 έκθεση αυτοψίας των ΒΒ-ΓΓ, β) δεν απάντησε αιτιολογημένα στο αίτημα αυτού προς διενέργεια νέων ανακριτικών πράξεων και δη την άρση του τηλεφωνικού και τραπεζικού απορρήτου και την παροχή πληροφοριών για τις εισερχόμενες κλήσεις στα τηλέφωνά του για το χρονικό διάστημα από 1-7-2008 έως και 10-10-2008, που είχε υποβάλλει σ'αυτό.
Η υπό κρίση αναίρεση είναι τυπικά δεκτή - άρθρα 462, 463, 465, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1, 2, 482, 484 παρ. 1 περ. δ ΚΠΔ - και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία.
Να σημειωθεί εδώ, σε σχέση με την προθεσμία ότι, όντως η αναίρεση είναι εμπρόθεσμη αφού η προθεσμία της αναίρεσης στη συγκεκριμένη περίπτωση - δεδομένου ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται και σε έφεση - 478 εδ. α ΚΠΔ - αρχίζει μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης, που είναι 10 ημέρες από της επομένης της επίδοσης (473 παρ. 1, 168 ΚΠΔ), ήτοι από 11-4-2009 - άρθρο 473 παρ. 1 εδ. τελ. ΚΠΔ - βλ. και ΑΠ 678/73, ΑΠ 543/64, ΑΠ 8/96, ΑΠ 44/97, ΑΠ 924/97 κ.ά.-
Με άλλες λέξεις η προθεσμία αναίρεσης για τον κατηγορούμενο προκειμένου περί βουλεύματος που υπόκειται και σε έφεση είναι μεν 20 ημέρες που άρχεται από της επομένης της νομίμου επιδόσεώς του αλλά προϋποτίθεται ότι δεν ασκήθηκε έφεση και ότι η αναίρεση ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας της εφέσεως, διότι εάν ασκήθηκε εντός της προθεσμίας αυτής (εφέσεως) ασκείται κατά βουλεύματος μη υποκειμένου κατά τον χρόνον αυτόν σε αναίρεση -βλ. ΑΠ 1140/2004, ΑΠ 587/2001 κ.α., Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. β σελ. 165, Ζησιάδη Ποινική Δικονομία τομ. γ εκδ. γ σελ. 115-.
ΙΙ) Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ότι "από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού που έχει συγκεντρωθεί και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου , προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται αναλυτικά και αιτιολογημένα στην εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας αναφέρεται εξ ολοκλήρου το Συμβούλιο, προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων... Με βάση τα δεδομένα αυτά το Συμβούλιο κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί η αίτηση του κατηγορουμένου με την οποία ζητά συμπληρωματική ανάκριση ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς και ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση που του αποδίδεται...."- Στην εισαγγελική πρόταση γίνονται δεκτά ότι προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:
Την 10-10-2008 και περί ώρα 12.00 μ.μ. ο κατηγορούμενος - χωρίς να δώσει τα στοιχεία της ταυτότητας του - τηλεφώνησε στην Άμεση Δράση και δήλωσε ότι σκότωσε μια γυναίκα και ότι το πτώμα της βρίσκεται σε κατάστημα επί της οδού ... στη ..., ανακοίνωσε δε, ότι θα παραδοθεί παρουσία του δικηγόρου του. Πράγματι, μετά από λίγο προσήλθε στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας ο κατηγορούμενος Χ συνοδευόμενος από τον Δικηγόρο του και ανέφερε στους αρμοδίους προανακριτικούς υπαλλήλους της ανωτέρω Υπηρεσίας ότι περί την 08.30 π.μ. της ίδιας ημέρας (10-10-2008) τον επισκέφτηκε στο κατάστημα "τυπογραφείο" ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται στην οδό ... αρ. ... στο κέντρο της ..., η ΩΩ, ζητώντας την επιστροφή των χρημάτων που του είχε δανείσει, ότι ακολούθησε μεταξύ τους λογομαχία και ότι στη συνέχεια με τη χρήση ενός πτυοσκαπάνου, της κατάφερε πολλαπλά χτυπήματα στο κεφάλι, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό της και ότι στη συνέχεια τοποθέτησε το πτώμα σε χάρτινο κιβώτιο και το πτυοσκάπανο μέσα σε ένα κουβά κάτω από την εσωτερική σκάλα, που υπάρχει στο κατάστημα, κλείδωσε την πόρτα και συνάντησε τον δικηγόρο του. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος, παρέδωσε τα κλειδιά του καταστήματος στους αστυνομικούς (οπ. τα παραπάνω προκύπτουν από την με ημερομηνία 10-10-2008 έκθεση αυθορμήτου παρουσιάσεως και συλλήψεως).
Πράγματι, Αστυνομικοί της εν λόγω Υπηρεσίας μετέβηκαν στην διεύθυνση που τους υπέδειξε ο κατηγορούμενος στην οδό ... αρ. ..., ..., όπου και βρίσκεται το κατάστημα ιδιοκτησίας του με την επωνυμία ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ - ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ ΓΑΜΟΥ ΒΑΦΤΙΣΕΩΝ Χ" και αφού άνοιξαν την εξωτερική πόρτα με τα κλειδιά, που ο ίδιος τους είχε δώσει, διαπίστωσαν τα ακόλουθα: Το κατάστημα αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και πατάρι. Το ισόγειο επικοινωνεί με το πατάρι με εσωτερική μεταλλική σκάλα. Στο ισόγειο και πάνω σε πάγκο εργασίας βρέθηκε κίτρινο χαρτί με εντύπωμα αίματος. Στο κεφαλόσκαλο της εσωτερικής σκάλας, που οδηγεί στο υπόγειο, στη δεξιά πλευρά βρέθηκε ένας κουβάς χρώματος λαχανί, σκεπασμένος με δυο (2) μαύρες μπλούζες και εντός αυτού υπήρχε ένα μεταλλικό πτυοσκάπανο με ξύλινη λαβή Εισηγητής που είχε κηλίδες αίματος και στο πάτο του κουβά υπήρχε ποσότητα αίματος. Στο πατάρι του καταστήματος οι αστυνομικοί βρήκαν ένα χάρτινο κιβώτιο διαστάσεων 1Χ0.50μ σφραγισμένο με ταινία συσκευασίας και τυλιγμένο με νάιλον, εντός του οποίου υπήρχε πτώμα γυναίκας ηλικίας 55-60 ετών, σκεπασμένο με κίτρινη μπλούζα και χαρτομάντιλα, τοποθετημένο σε εμβρυϊκή θέση, μέσα σε ποσότητα αίματος, εγκεφαλικής ουσίας και τριχών. Κάτω από το χάρτινο κιβώτιο υπήρχε στρωμένο νάιλον με ίχνη αίματος και κάτω απ'αυτό ένα μαύρο σεντόνι πάνω στο οποίο υπήρχε εγκεφαλική ουσία. Το δάπεδο του παταριού ήταν στρωμένο με μοκέτα χρώματος μπορντώ, η οποία σε κάποιο σημείο δίπλα από το χάρτινο κιβώτιο ήταν εμποτισμένη με ποσότητα αίματος. Σε καρέκλα δίπλα από το κιβώτιο υπήρχαν δυο (2) διαφάνειες, πάνω στις οποίες βρισκόταν ένα (1) ζεύγος χειρουργικών γαντιών και πάνω σε παρακείμενο πάγκο υπήρχε μονωτική ταινία. Γύρω από το χώρο που βρέθηκε το κιβώτιο με το πτώμα της γυναίκας, στο ντουλάπι και στο καναπέ υπήρχαν διάστικτες μικρές κηλίδες αίματος. Στο βάθος του παταριού προς την πλευρά της εισόδου βρέθηκε ένα χάρτινο κιβώτιο διαστάσεων 1Χ0.50μ το οποίο επίσης είχε ίχνη αίματος, ενώ ήταν σχισμένο στη μια του γωνία. Δεξιά αυτού υπήρχε μια γυναικεία τσάντα χρώματος μαύρου και από τα έγγραφα που βρέθηκαν εντός αυτής εξακριβώθηκαν τα στοιχεία του θύματος, ήτοι ότι επρόκειτο για την ΩΩ, γενν. 15-8-1946, κάτοικος ... . Περαιτέρω σε νομότυπη έρευνα που διενεργήθηκε στη κατοικία το θύματος βρέθηκαν και κατασχέθηκαν αποδείξεις καταθέσεων σε διάφορες Τράπεζες, πενήντα μία (51) συναλλαγματικές συνολικής αξίας 115.710 ευρώ, πέντε (5) βιβλιάρια καταθέσεων και μία (1) δερμάτινη ατζέντα (τα παραπάνω προκύπτουν από την με ημερομηνία 10-10-2008 έκθεση αυτοψίας έρευνας και κατάσχεσης που διενεργήθηκε από τους ΒΒ (Υπαστυνόμο Β') και ΓΓ (Υπαστυνόμου Α') της Δ/νσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, την με ημερομηνία 11-10-2008 ένορκη κατάθεση του Αστυνομικού ΔΔ, τις τριάντα τέσσερις (34) φωτογραφίες του τόπου του εγκλήματος).
Σύμφωνα με την συνημμένη με αριθμ. πρωτ. ... ιατροδικαστική έκθεση του ειδικού ιατροδικαστή ΑΑ από την εξέταση του πτώματος της ΩΩ διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα : το πτώμα έφερε πολλαπλές ανοικτές κακώσεις κατά την κεφαλή προερχόμενες από θλών και τέμνον όργανο, όπως είναι το στρατιωτικό πτυοσκάπανο, που ανευρέθη εντός του καταστήματος, επίσης φέρει δυο θλαστικές κακώσεις χροιάς μέλαινης στο δεξιό βραχίονα διαστάσεων 5X3 και 7X2 εκατ. και επίσης θλαστική εκχύμωση χροιάς μέλαινης κατά το άνω τριτημόριο του αριστερού βραχίονος, ενώ επίσης υπάρχει αμυντικό τραύμα στη παλαμιαία επιφάνεια της βάσης του μικρού δακτύλου του αριστερού χεριού. Τα μαλακά μόρια του τριχωτού της κεφαλής φέρουν 11 θλαστικά τραύματα εκ των οποίων τα περισσότερα συνοδεύονται με ανοικτά κατάγματα του υποκείμενου κρανίου, τα οστά του κρανίου φέρουν συντριπτικά κατάγματα του θόλου καθώς και εγκάρσιο κάταγμα της βάσεως. Περαιτέρω, όπως διαπιστώνει ο ανωτέρω ιατροδικαστής οι κακώσεις του τριχωτού της κεφαλής πρέπει να προκλήθηκαν όταν το θύμα βρισκόταν πεσμένο στο δάπεδο όπως και τα δυο χτυπήματα στην αυχενική χώρα, τα οποία προκλήθηκαν πιθανόν από το στυλιάρι του πτυοσκαπάνου. Τέλος, συμπεραίνει ότι ο θάνατος της ανωτέρω οφείλεται σε βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις συνεπεία πολλαπλών χτυπημάτων με πτυοσκάπανο και ότι επήλθε περίπου 09.00 π.μ. της 10-10-2008.
Από τις με ημερομηνία 24-10-2008 ανωμοτί καταθέσεις των Ψ2 και Ψ1, θυγατέρων της θανούσας ΩΩ, προκύπτει ότι η μητέρα τους το τελευταίο χρονικό διάστημα βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση και όπως τους είχε εκμυστηρευτεί ο λόγος ήταν ότι είχε δανείσει χρήματα στο κατηγορούμενο, τα οποία όμως δεν της είχε επιστρέψει και ότι για το λόγο αυτό αναγκάσθηκε να πάρει καταναλωτικά δάνεια από τις Τράπεζες Πειραιώς, Γενική και Eurobank, ενώ για τον ΕΕ αναφέρουν ότι είχε στενή σχέση με τη μητέρα τους. Εξάλλου, ο ΕΕ στην από 4-11-2008 ένορκη εξέταση του ενώπιον της Ανακρίτριας καταθέτει ότι η θανούσα τα τελευταία δυο χρόνια δάνειζε στον κατηγορούμενο χρήματα (πάνω από 95.000 ευρώ) - δεν γνωρίζει εάν ο δανεισμός ήταν με τόκο - και ότι εκείνος (ο κατηγορούμενος) της έδινε συναλλαγματικές της συζύγου του (οι οποίες τελικά αποδείχθηκαν ότι ήταν πλαστές) και τη διαβεβαίωνε ότι από απαίτηση που έχει σε βάρος του ιδρύματος ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ ύψους 85.000 ευρώ θα την εξοφλούσε (και αυτό αποδείχθηκε τελικά ψευδές). Επίσης ο ανωτέρω μάρτυρας καταθέτει, ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος είπε στη θανούσα να συναντηθούν την Παρασκευή 10-10-2008 προκειμένου να της δώσει 5.000 ευρώ και για την ημέρα που διαπράχθηκε το έγκλημα καταθέτει επί λέξει τα ακόλουθα : "... Είχαμε συνεννοηθεί με την ΩΩ να πάμε μαζί στον Χ, θα συναντιόμασταν έξω από το τυπογραφείο 08.15. εγώ πήγα στο τυπογραφείο 08.25 -08.30. Άνοιξα τη πόρτα και εκείνη τη στιγμή κατέβαινε ο Χ από το πατάρι κα με κάλεσε να μπω μέσα. Εγώ προτίμησα να περιμένω την ΩΩ σε μια καφετέρια εκεί κοντά. Δεν πρόσεξα αν τα ρούχα του ήταν λερωμένα. Ενώ βρισκόμουν στην καφετέρια κάλεσα το κινητό της ΩΩ. Την πρώτη φορά δεν απάντησε. Τη δεύτερη φορά της τηλεφώνησα ενώ βρισκόμουν ήδη στη δουλειά μου στο ... . Απάντησε ο Χ. Στην ερώτηση μου Που είναι η ΩΩ, μου απάντησε ότι είναι στη τουαλέτα. Μετά από 10-15 λεπτά ξανακάλεσα το κινητό της ΩΩ και ήταν απενεργοποιημένο. Τότε κάλεσα στο κινητό του Χ και μου είπε ότι η ΩΩ είχε πάει να πάρει ένα πάπλωμα. Ξανακάλεσα στο κινητό του Χ και ήταν απενεργοποιημένο". Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, πολλές φορές έπαιζε στο καζίνο, με συνέπεια να δημιουργεί χρέη και να δανείζεται χρήματα συνέχεια από διάφορους συγγενείς και φίλους, όπως και από την θανούσα ΩΩ, η οποία - όπως και άλλοι δανειστές του - τον επισκέπτονταν συχνά στο κατάστημα του ζητώντας την επιστροφή των χρημάτων, που του είχαν δανείσει.
Ο κατηγορούμενος τόσο στην απολογία του ενώπιον των αρμοδίων προανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας (Τμήμα 1ο) Θεσσαλονίκης όσο και στην απολογία του ενώπιον της Ανακρίτριας του 4ου Τακτικού Τμήματος Πλημ/κών Θεσσαλονίκης ισχυρίζεται ότι το έτος 2000 έχοντας σοβαρά οικονομικά προβλήματα γνώρισε τη θανούσα ΩΩ, η οποία του παρουσιάστηκε ως έχουσα μεγάλη οικονομική επιφάνεια που εξυπηρετούσε διάφορους επιχειρηματίες δανείζοντας τους χρήματα έναντι τόκου 5% μηνιαίως και ότι από τότε άρχισε να δανείζεται διαφορά χρηματικά ποσά από την ανωτέρω, τα οποία όμως δεν μπορεί να προσδιορίσει σε ύψος, ώσπου, όπως του δήλωσε η ίδια, όφειλε πλέον 150.000 ευρώ μόνο σε τόκους και τον πίεζε καθημερινά με τηλεφωνήματα τόσο στο κινητό του τηλέφωνο όσο και στο τηλέφωνο της οικίας του αλλά και με καθημερινές επισκέψεις της στο τυπογραφείο του απειλώντας τον τόσο η ίδια όσο και κάποιος φίλος της με το όνομα ΕΕ, ο οποίος μάλιστα τον είχε απειλήσει στο παρελθόν επιδεικνύοντας του όπλο. Ισχυρίζεται επίσης ο κατηγορούμενος ότι την 10-10-2008 και περί ώρα 08.00 π.μ. τον επισκέφτηκε για ακόμη μια φορά η ανωτέρω θανούσα στο τυπογραφείο του απαιτώντας τα χρήματα της, ότι τον απείλησε, ακολούθησε μεταξύ τους λογομαχία και ότι στη συνέχεια η ανωτέρω θανούσα του επιτέθηκε πιάνοντας τον από τα ρούχα, οπότε εκείνος άρπαξε το πτυοσκάπανο, που βρισκόταν δίπλα του και τη χτύπησε στο κεφάλι και ότι αυτό που συνέβη οφείλεται στο συσσωρευμένο πανικό και απόγνωση που ένιωθε, χωρίς να αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει στη πραγματικότητα.
Ενόψει των παραπάνω εκτεθέντων συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η θανούσα ΩΩ θα πήγαινε στο κατάστημα του τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, άλλωστε ο ίδιος είχε ορίσει τη συνάντηση αυτή για να της καταβάλλει το χρηματικό ποσό των 5.000 ευρώ, ενδεχομένως να λογομάχησαν, αλλά σίγουρα δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ότι επειδή εκείνη του επιτέθηκε πρώτη πιάνοντας τον από τα ρούχα, αυτός άρπαξε το πτυοσκάπανο, που βρισκόταν δίπλα του και τη χτύπησε στο κεφάλι (άλλωστε πρόκειται για μία μικροκαμωμένη γυναίκα, το σώμα της οποίας, χώρεσε σε ένα χάρτινο κιβώτιο διαστάσεων 1Χ0.50μ και σίγουρα δεν μπορεί ο κατηγορούμενος να ένιωσε απειλή από την υποτιθέμενη επίθεση της). Επιπλέον, από τον όλο τρόπο ενέργειας του κατηγορουμένου, όπως προέκυψε από τα συλλεγέντα στοιχεία που εκτίθενται πιο πάνω, τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το συμβάν, το μέσο, που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για να πλήξει τη θανούσα, την κατεύθυνση και τον αριθμό των πληγμάτων (δηλαδή το ότι την χτύπησε με πτυοσκάπανο έντεκα (11) φορές στο κεφάλι και δυο φορές στην αυχενική χώρα και μάλιστα όταν η θανούσα ήταν ήδη πεσμένη στο έδαφος, χωρίς να μπορεί να υπερασπισθεί τον εαυτό της), οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε τη θέληση να αφαιρέσει τη ζωή της ανωτέρω, ενέργησε δε ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που του επέτρεπε να αντιλαμβάνεται τα αντικειμενικά στοιχεία της πράξης του τόσο κατά την απόφαση όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης αυτής. Θεωρώ επίσης ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου μετά τη τέλεση του εγκλήματος (ήτοι ότι τοποθέτησε το πτώμα της γυναίκας σε χάρτινο κιβώτιο, το οποίο μάλιστα σφράγισε με ταινία συσκευασίας και το τύλιξε με νάιλον, ότι ακολούθως βγήκε από το κατάστημα του αγόρασε ένα μπουκάλι νερό και τηλεφώνησε στη σύζυγο του να του φέρει καθαρά ρούχα να αλλάξει, ενώ στη συνέχεια κλείδωσε και τοποθέτησε στη είσοδο του καταστήματος σημείωμα με την ένδειξη "επιστρέφω σε λίγο" και πήγε να συναντήσει τον δικηγόρο του) συνηγορεί στο συμπέρασμα αυτό.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι ενήργησε υπό καθεστώς βρασμού ψυχικής ορμής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Συμπερασματικά και κατ'ακολουθία των ανωτέρω, συντρέχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου Χ, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 51, 52, 59, 63 και 299 παρ. 1ΠΚ, και συνεπώς θα πρέπει το Συμβούλιο σας να αποφανθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ.1 και 313 ΚΠΔ, για τη παραπομπή του στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης (αρθρ. 109 περ. α', 119 παρ. 1, 122 παρ. 1 ΚΠΔ) για να δικαστεί ως υπαίτιος τέλεσης του προαναφερόμενου εγκλήματος.
Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της κύριας ανάκρισης ο κατηγορούμενος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατέθεσε αίτηση με την οποία ζητούσε την άρση του τραπεζικού απορρήτου των τραπεζικών λογαριασμών της θανούσας ΩΩ και του ΕΕ, όπως επίσης και την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου των κινητών και σταθερών τηλεφώνων των ανωτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι υπήρχε τοκογλυφική συναλλαγή με τους ανωτέρω και ότι δεχόταν πιέσεις και απειλές από αυτούς. Η εν λόγω αίτηση του απορρίφθηκε ως μη νόμιμη από την Ανακρίτρια του 4ου Τακτικού Τμήματος Πλημ/κών Θεσσαλονίκης. Με την από 10-11-2008 αίτηση του ο κατηγορούμενος ζητά να διαταχθεί συμπληρωματική κύρια ανάκριση προκειμένου να διαταχθεί η άρση του τηλεφωνικού και τραπεζικού απορρήτου σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παραπάνω αναφερόμενη αίτηση του. Για το ζήτημα αυτό εκθέτω τα ακόλουθα : Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 εδ. α' ΚΠΔ σε περίπτωση που ανακύψει διαφωνία μεταξύ του ανακριτή και των διαδίκων ή του εισαγγελέα κατά τη διάρκεια της ανάκρισης συνιστάμενη σε άρνηση του πρώτου να δεχτεί πρόταση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους, που έχει ως περιεχόμενο τη διενέργεια κάποιας ανακριτικής πράξης, αρμόδιο να αποφασίσει προς άρση της διαφωνίας είναι το Συμβούλιο Πλημ/κών κατόπιν προσφυγής σε αυτό από τους ανωτέρω. Με την υπό κρίση αίτηση ο κατηγορούμενος δεν ασκεί προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου Πλημ/κών κατά της διάταξης της ως άνω Ανακρίτριας, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για άρση του τηλεφωνικού και τραπεζικού απορρήτου του θύματος ΩΩ και του ΕΕ, όπως είχε δικαίωμα, αλλά ζητά την διενέργεια συμπληρωματικής κύριας ανάκρισης προκειμένου να διενεργηθούν οι παραπάνω ανακριτικές πράξεις, αίτημα για το οποίο όμως ήδη η ως άνω Ανακρίτρια έχει αποφανθεί απορρίπτοντας το αιτιολογημένα. Περαιτέρω θεωρώ ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος για συμπληρωματική κύρια ανάκριση, καθώς έγιναν όλες οι αναγκαίες ανακριτικές πράξεις προς εξακρίβωση της αλήθειας και των περιστατικών που επικαλείται υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος (εξετάστηκαν οι προτεινόμενοι από αυτόν μάρτυρες, κατασχέθηκαν έγγραφα της θανούσας κλπ), εξάλλου η άρση του τραπεζικού και τηλεφωνικού απορρήτου της θανούσας ΩΩ και τρίτων προσώπων (ΕΕ, Ψ2) δεν σχετίζεται με την αξιόποινη πράξη που αφορά τη παρούσα ποινική δικογραφία (της ανθρωποκτονίας με πρόθεση) και γι'αυτό δεν δικαιολογείται (σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 3 ΝΔ 1059/1971 και 4 παρ/φοι 2, 3 του Ν. 2225/1994). Επειδή, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και τους συλλογισμούς βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου (ΑΠ 1561/2007 ΝοΒ 2008 . 1295, ΑΠ 1698/2007, ΑΠ 1668/2007 κ.ά.).
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα απαιτείται να προκύπτει ανενδοιάστως ότι ελήφθησαν - εκτιμήθησαν όλα βλ. ΑΠ 2/2003 - ολ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 1999/2006, ΑΠ 48/2007 κ.α.
Τούτο απαιτεί ο νόμος και όχι ρητή μνεία-αναφορά αυτών σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο του βουλεύματος, η οποία άλλωστε μπορεί να είναι και τυπική.
'Ετσι η λήψη ενός αποδεικτικού μέσου, έστω και αν θεωρείται ως ιδιαίτερο, όπως η πραγματογνωμοσύνη και η έκθεση αυτοψίας, μπορεί να προκύπτει και από το σκεπτικό του βουλεύματος (πρβλ. ΑΠ 1498/2007, ΑΠ 2168/2005).
Το παραπεμπτικό βούλευμα περιέχει την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όταν αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου - ΑΠ 855/2006, ΑΠ 65/2007, ΑΠ 656/2007, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 1762/2006 κ.ά.- Επειδή η άρση του τραπεζικού και τηλεφωνικού απορρήτου συνιστά ανακριτική πράξη - βλ. άρθρα 3 νδ 1052/71 και 4 ν.2225/94, ΠΔ 47/2005, ν. 3115/2003- και μάλιστα "για την διακρίβωση" συγκεκριμένων εγκλημάτων.
Η ενέργεια των αναγκαίων ανακριτικών πράξεων απόκειται στην κυριαρχική κρίση του (ανακριτή-) συμβουλίου - βλ. και ΑΠ 557/78, ΑΠ 448/68, ΑΠ 9/2001 ολ. κ.α.
'Ετσι και η ανάγκη διενέργειας συμπληρωματικής ανάκρισης, αφού αυτό κρίνει εάν μπορεί να σχηματίσει ασφαλή κρίση από τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 307 στοιχ. α ΚΠΔ προκύπτει ότι μόνο κατά τη διεξαγωγή της ανάκρισης και κατά τη διάρκεια αυτής είναι δυνατή η υποβολή από τους διαδίκους αιτήσεων και προτάσεων για τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων επί της εκκρεμούς κατηγορίας και προς τον σκοπόν διευκρίνισης αυτής.
Εάν ο ανακριτής φρονεί ότι δεν πρέπει να ενδώσει το σχετικό αίτημα εισάγεται και επιλύεται από το συμβούλιο (πλημμελειοδικών) μετά από αίτηση. 'Ετσι δεν είναι επιτρεπτή η υποβολή τέτοιων αιτημάτων στο συμβούλιο Πλημμελειοδικών, τυχόν δε υποβολή αυτών δεν δημιουργεί υποχρέωση απαντήσεως, πολλώ μάλλον αιτιολογημένης απαντήσεως, αφού οίκοθεν το συμβούλιο -εάν διαπιστώσει την ανάγκη- διατάσσει περαιτέρω ανάκριση (άρθρο 309 στοιχ. δ ΚΠΔ) - βλ. ΑΠ 1724/2007 Ποινικός Λόγος 1341 = ΠΧρ 2008 σελ. 551.
Πάντως τούτο το αίτημα για συμπληρωματική ανάκριση θεωρείται ότι απορρίπτεται από το συμβούλιο με μόνη την αιτιολογία υπάρξεως επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου από τα άλλα αποδεικτικά μέσα - βλ. ΑΠ 1230/2007, ΑΠ 829/2006, ΑΠ 1317/2007, ΑΠ 494/2001 κ.ά.- Ενόψει των ανωτέρω οι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι: ο πρώτος διότι στο σκεπτικό του προσβαλλομένου γίνεται ρητή μνεία των φερομένων ως μη ληφθέντων αποδεικτικών μέσων (=ιατροδικαστική έκθεση - αυτοψία). Το λεγόμενο ότι στο βούλευμα δεν γίνεται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα της εισαγγελικής πρότασης αλλά μόνο στα πραγματικά περιστατικά είναι αβάσιμο όχι μόνο διότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει αλλά και διότι τα πραγματικά περιστατικά στηρίζονται, προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα που ρητά αναφέρονται, μεταξύ δε αυτών και τα ανωτέρω? (δεν είναι νοητή παραπομπή δηλ. μόνο στα πραγματικά περιστατικά αφού αυτά στηρίζονται σε αποδεικτικά μέσα.
Ο δεύτερος λόγος είναι και αυτός - όπως αναφέρεται ανωτέρω - αβάσιμος, όχι μόνο διότι δεν απαιτείται απάντηση και δη αιτιολογημένη στο σχετικό αίτημα αλλά και διότι χώρησε τέτοια απάντηση.
Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 2/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ'αριθμ. 304/2009 βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 11 Μαΐου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμό 2 από 16 Απριλίου 2009 αίτηση αναιρέσεως, του Χ, κατά του υπ' αριθμό 304/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφερείας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστεί, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και, κατά βουλεύματος, που υπόκειται σε αναίρεση, ( άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ), γι' αυτό πρέπει να γίνει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά της.
Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 299 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του αυτού άρθρου 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά τη έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση, είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Επειδή, η, κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ, απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του Κ.Π.Δ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του Κ.Π.Δ, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν δημόσια την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι, κατ' επιλογή, μερικά εξ αυτών. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: "Την 10-10-2008 και περί ώρα 12.00 μ.μ. ο κατηγορούμενος, χωρίς να δώσει τα στοιχεία της ταυτότητάς του, τηλεφώνησε στην Άμεση Δράση και δήλωσε ότι σκότωσε μια γυναίκα και ότι το πτώμα της βρίσκεται σε κατάστημα επί της οδού ... στη ..., ανακοίνωσε δε, ότι θα παραδοθεί παρουσία του δικηγόρου του. Πράγματι, μετά από λίγο προσήλθε στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας ο κατηγορούμενος Χ συνοδευόμενος από τον Δικηγόρο του και ανέφερε στους αρμοδίους προανακριτικούς υπαλλήλους της ανωτέρω Υπηρεσίας ότι περί την 08.30 π.μ. της ίδιας ημέρας (10-10-2008) τον επισκέφτηκε στο κατάστημα "τυπογραφείο" ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται στην οδό ... αρ. ... στο κέντρο της ..., η ΩΩ, ζητώντας την επιστροφή των χρημάτων που του είχε δανείσει, ότι ακολούθησε μεταξύ τους λογομαχία και ότι στη συνέχεια με τη χρήση ενός πτυοσκαπάνου, της κατάφερε πολλαπλά χτυπήματα στο κεφάλι, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό της και ότι στη συνέχεια τοποθέτησε το πτώμα σε χάρτινο κιβώτιο και το πτυοσκάπανο μέσα σε ένα κουβά κάτω από την εσωτερική σκάλα, που υπάρχει στο κατάστημα, κλείδωσε την πόρτα και συνάντησε τον δικηγόρο του. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος, παρέδωσε τα κλειδιά του καταστήματος στους αστυνομικούς (οπ. τα παραπάνω προκύπτουν από την με ημερομηνία 10-10-2008 έκθεση αυθορμήτου παρουσιάσεως και συλλήψεως). Πράγματι, Αστυνομικοί της εν λόγω Υπηρεσίας μετέβηκαν στην διεύθυνση που τους υπέδειξε ο κατηγορούμενος στην οδό ... αρ. ..., ..., όπου και βρίσκεται το κατάστημα ιδιοκτησίας του με την επωνυμία "ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ - ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ ΓΑΜΟΥ ΒΑΦΤΙΣΕΩΝ Χ" και αφού άνοιξαν την εξωτερική πόρτα με τα κλειδιά, που ο ίδιος τους είχε δώσει, διαπίστωσαν τα ακόλουθα: Το κατάστημα αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και πατάρι. Το ισόγειο επικοινωνεί με το πατάρι με εσωτερική μεταλλική σκάλα. Στο ισόγειο και πάνω σε πάγκο εργασίας βρέθηκε κίτρινο χαρτί με εντύπωμα αίματος. Στο κεφαλόσκαλο της εσωτερικής σκάλας, που οδηγεί στο υπόγειο, στη δεξιά πλευρά βρέθηκε ένας κουβάς χρώματος λαχανί, σκεπασμένος με δυο (2) μαύρες μπλούζες και εντός αυτού υπήρχε ένα μεταλλικό πτυοσκάπανο με ξύλινη λαβή που είχε κηλίδες αίματος και στο πάτο του κουβά υπήρχε ποσότητα αίματος. Στο πατάρι του καταστήματος οι αστυνομικοί βρήκαν ένα χάρτινο κιβώτιο διαστάσεων 1Χ0.50μ σφραγισμένο με ταινία συσκευασίας και τυλιγμένο με νάιλον, εντός του οποίου υπήρχε πτώμα γυναίκας ηλικίας 55-60 ετών, σκεπασμένο με κίτρινη μπλούζα και χαρτομάντιλα, τοποθετημένο σε εμβρυϊκή θέση, μέσα σε ποσότητα αίματος, εγκεφαλικής ουσίας και τριχών. Κάτω από το χάρτινο κιβώτιο υπήρχε στρωμένο νάιλον με ίχνη αίματος και κάτω απ'αυτό ένα μαύρο σεντόνι πάνω στο οποίο υπήρχε εγκεφαλική ουσία. Το δάπεδο του παταριού ήταν στρωμένο με μοκέτα χρώματος μπορντώ, η οποία σε κάποιο σημείο δίπλα από το χάρτινο κιβώτιο ήταν εμποτισμένη με ποσότητα αίματος. Σε καρέκλα δίπλα από το κιβώτιο υπήρχαν δυο (2) διαφάνειες, πάνω στις οποίες βρισκόταν ένα (1) ζεύγος χειρουργικών γαντιών και πάνω σε παρακείμενο πάγκο υπήρχε μονωτική ταινία. Γύρω από το χώρο που βρέθηκε το κιβώτιο με το πτώμα της γυναίκας, στο ντουλάπι και στο καναπέ υπήρχαν διάστικτες μικρές κηλίδες αίματος. Στο βάθος του παταριού προς την πλευρά της εισόδου βρέθηκε ένα χάρτινο κιβώτιο διαστάσεων 1Χ0.50μ το οποίο επίσης είχε ίχνη αίματος, ενώ ήταν σχισμένο στη μια του γωνία. Δεξιά αυτού υπήρχε μια γυναικεία τσάντα χρώματος μαύρου και από τα έγγραφα που βρέθηκαν εντός αυτής εξακριβώθηκαν τα στοιχεία του θύματος, ήτοι ότι επρόκειτο για την ΩΩ, γενν. 15-8-1946, κάτοικος ... . Περαιτέρω σε νομότυπη έρευνα που διενεργήθηκε στη κατοικία το θύματος βρέθηκαν και κατασχέθηκαν αποδείξεις καταθέσεων σε διάφορες Τράπεζες, πενήντα μία (51) συναλλαγματικές συνολικής αξίας 115.710 ευρώ, πέντε (5) βιβλιάρια καταθέσεων και μία (1) δερμάτινη ατζέντα (τα παραπάνω προκύπτουν από την με ημερομηνία 10-10-2008 έκθεση αυτοψίας έρευνας και κατάσχεσης που διενεργήθηκε από τους ΒΒ (Υπαστυνόμο Β') και ΓΓ (Υπαστυνόμου Α') της Δ/νσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, την με ημερομηνία 11-10-2008 ένορκη κατάθεση του Αστυνομικού ΔΔ, τις τριάντα τέσσερις (34) φωτογραφίες του τόπου του εγκλήματος).
Σύμφωνα με την συνημμένη με αριθμ. πρωτ. ... ιατροδικαστική έκθεση του ειδικού ιατροδικαστή ΑΑ από την εξέταση του πτώματος της ΩΩ διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: το πτώμα έφερε πολλαπλές ανοικτές κακώσεις κατά την κεφαλή προερχόμενες από θλών και τέμνον όργανο, όπως είναι το στρατιωτικό πτυοσκάπανο, που ανευρέθη εντός του καταστήματος, επίσης φέρει δυο θλαστικές κακώσεις χροιάς μέλαινης στο δεξιό βραχίονα διαστάσεων 5X3 και 7X2 εκατ. και επίσης θλαστική εκχύμωση χροιάς μέλαινης κατά το άνω τριτημόριο του αριστερού βραχίονος, ενώ επίσης υπάρχει αμυντικό τραύμα στη παλαμιαία επιφάνεια της βάσης του μικρού δακτύλου του αριστερού χεριού. Τα μαλακά μόρια του τριχωτού της κεφαλής φέρουν 11 θλαστικά τραύματα εκ των οποίων τα περισσότερα συνοδεύονται με ανοικτά κατάγματα του υποκείμενου κρανίου, τα οστά του κρανίου φέρουν συντριπτικά κατάγματα του θόλου καθώς και εγκάρσιο κάταγμα της βάσεως. Περαιτέρω, όπως διαπιστώνει ο ανωτέρω ιατροδικαστής οι κακώσεις του τριχωτού της κεφαλής πρέπει να προκλήθηκαν όταν το θύμα βρισκόταν πεσμένο στο δάπεδο όπως και τα δυο χτυπήματα στην αυχενική χώρα, τα οποία προκλήθηκαν πιθανόν από το στυλιάρι του πτυοσκαπάνου. Τέλος, συμπεραίνει ότι ο θάνατος της ανωτέρω οφείλεται σε βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις συνεπεία πολλαπλών χτυπημάτων με πτυοσκάπανο και ότι επήλθε περίπου 09.00 π.μ. της 10-10-2008. Από τις με ημερομηνία 24-10-2008 ανωμοτί καταθέσεις των Ψ2 και Ψ1, θυγατέρων της θανούσας ΩΩ, προκύπτει ότι η μητέρα τους το τελευταίο χρονικό διάστημα βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση και όπως τους είχε εκμυστηρευτεί ο λόγος ήταν ότι είχε δανείσει χρήματα στο κατηγορούμενο, τα οποία όμως δεν της είχε επιστρέψει και ότι για το λόγο αυτό αναγκάσθηκε να πάρει καταναλωτικά δάνεια από τις Τράπεζες Πειραιώς, Γενική και Eurobank, ενώ για τον ΕΕ αναφέρουν ότι είχε στενή σχέση με τη μητέρα τους. Εξάλλου, ο ΕΕ στην από 4-11-2008 ένορκη εξέταση του ενώπιον της Ανακρίτριας καταθέτει ότι η θανούσα τα τελευταία δυο χρόνια δάνειζε στον κατηγορούμενο χρήματα (πάνω από 95.000 ευρώ) - δεν γνωρίζει εάν ο δανεισμός ήταν με τόκο - και ότι εκείνος (ο κατηγορούμενος) της έδινε συναλλαγματικές της συζύγου του (οι οποίες τελικά αποδείχθηκαν ότι ήταν πλαστές) και τη διαβεβαίωνε ότι από απαίτηση που έχει σε βάρος του ιδρύματος ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ ύψους 85.000 ευρώ θα την εξοφλούσε (και αυτό αποδείχθηκε τελικά ψευδές). Επίσης ο ανωτέρω μάρτυρας καταθέτει, ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος είπε στη θανούσα να συναντηθούν την Παρασκευή 10-10-2008 προκειμένου να της δώσει 5.000 ευρώ και για την ημέρα που διαπράχθηκε το έγκλημα καταθέτει επί λέξει τα ακόλουθα : " ... Είχαμε συνεννοηθεί με την ΩΩ να πάμε μαζί στον Χ, θα συναντιόμασταν έξω από το τυπογραφείο 08.15. εγώ πήγα στο τυπογραφείο 08.25 -08.30. Άνοιξα τη πόρτα και εκείνη τη στιγμή κατέβαινε ο Χ από το πατάρι κα με κάλεσε να μπω μέσα. Εγώ προτίμησα να περιμένω την ΩΩ σε μια καφετέρια εκεί κοντά. Δεν πρόσεξα αν τα ρούχα του ήταν λερωμένα. Ενώ βρισκόμουν στην καφετέρια κάλεσα το κινητό της ΩΩ . Την πρώτη φορά δεν απάντησε. Τη δεύτερη φορά της τηλεφώνησα ενώ βρισκόμουν ήδη στη δουλειά μου στο ... . Απάντησε ο Χ. Στην ερώτηση μου Που είναι η ΩΩ, μου απάντησε ότι είναι στη τουαλέτα. Μετά από 10-15 λεπτά ξανακάλεσα το κινητό της ΩΩ και ήταν απενεργοποιημένο. Τότε κάλεσα στο κινητό του Χ και μου είπε ότι η ΩΩ είχε πάει να πάρει ένα πάπλωμα. Ξανακάλεσα στο κινητό του Χ και ήταν απενεργοποιημένο". Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, πολλές φορές έπαιζε στο καζίνο, με συνέπεια να δημιουργεί χρέη και να δανείζεται χρήματα συνέχεια από διάφορους συγγενείς και φίλους, όπως και από την θανούσα ΩΩ, η οποία - όπως και άλλοι δανειστές του - τον επισκέπτονταν συχνά στο κατάστημα του ζητώντας την επιστροφή των χρημάτων, που του είχαν δανείσει. Ο κατηγορούμενος τόσο στην απολογία του ενώπιον των αρμοδίων προανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας (Τμήμα 1ο) Θεσσαλονίκης όσο και στην απολογία του ενώπιον της Ανακρίτριας του 4ου Τακτικού Τμήματος Πλημ/κών Θεσσαλονίκης ισχυρίζεται ότι το έτος 2000 έχοντας σοβαρά οικονομικά προβλήματα γνώρισε τη θανούσα ΩΩ, η οποία του παρουσιάστηκε ως έχουσα μεγάλη οικονομική επιφάνεια που εξυπηρετούσε διάφορους επιχειρηματίες δανείζοντας τους χρήματα έναντι τόκου 5% μηνιαίως και ότι από τότε άρχισε να δανείζεται διαφορά χρηματικά ποσά από την ανωτέρω, τα οποία όμως δεν μπορεί να προσδιορίσει σε ύψος, ώσπου, όπως του δήλωσε η ίδια, όφειλε πλέον 150.000 ευρώ μόνο σε τόκους και τον πίεζε καθημερινά με τηλεφωνήματα τόσο στο κινητό του τηλέφωνο όσο και στο τηλέφωνο της οικίας του αλλά και με καθημερινές επισκέψεις της στο τυπογραφείο του απειλώντας τον τόσο η ίδια όσο και κάποιος φίλος της με το όνομα ΕΕ, ο οποίος μάλιστα τον είχε απειλήσει στο παρελθόν επιδεικνύοντας του όπλο. Ισχυρίζεται επίσης ο κατηγορούμενος ότι την 10-10-2008 και περί ώρα 08.00 π.μ. τον επισκέφτηκε για ακόμη μια φορά η ανωτέρω θανούσα στο τυπογραφείο του απαιτώντας τα χρήματα της, ότι τον απείλησε, ακολούθησε μεταξύ τους λογομαχία και ότι στη συνέχεια η ανωτέρω θανούσα του επιτέθηκε πιάνοντας τον από τα ρούχα, οπότε εκείνος άρπαξε το πτυοσκάπανο, που βρισκόταν δίπλα του και τη χτύπησε στο κεφάλι και ότι αυτό που συνέβη οφείλεται στο συσσωρευμένο πανικό και απόγνωση που ένιωθε, χωρίς να αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει στη πραγματικότητα.
Ενόψει των παραπάνω εκτεθέντων συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η θανούσα ΩΩ θα πήγαινε στο κατάστημα του τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, άλλωστε ο ίδιος είχε ορίσει τη συνάντηση αυτή για να της καταβάλλει το χρηματικό ποσό των 5.000 ευρώ, ενδεχομένως να λογομάχησαν, αλλά σίγουρα δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ότι επειδή εκείνη του επιτέθηκε πρώτη πιάνοντας τον από τα ρούχα, αυτός άρπαξε το πτυοσκάπανο, που βρισκόταν δίπλα του και τη χτύπησε στο κεφάλι (άλλωστε πρόκειται για μία μικροκαμωμένη γυναίκα, το σώμα της οποίας, χώρεσε σε ένα χάρτινο κιβώτιο διαστάσεων 1Χ0.50μ και σίγουρα δεν μπορεί ο κατηγορούμενος να ένιωσε απειλή από την υποτιθέμενη επίθεση της). Επιπλέον, από τον όλο τρόπο ενέργειας του κατηγορουμένου, όπως προέκυψε από τα συλλεγέντα στοιχεία που εκτίθενται πιο πάνω, τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το συμβάν, το μέσο, που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για να πλήξει τη θανούσα, την κατεύθυνση και τον αριθμό των πληγμάτων (δηλαδή το ότι την χτύπησε με πτυοσκάπανο έντεκα (11) φορές στο κεφάλι και δυο φορές στην αυχενική χώρα και μάλιστα όταν η θανούσα ήταν ήδη πεσμένη στο έδαφος, χωρίς να μπορεί να υπερασπισθεί τον εαυτό της), οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε τη θέληση να αφαιρέσει τη ζωή της ανωτέρω, ενέργησε δε ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που του επέτρεπε να αντιλαμβάνεται τα αντικειμενικά στοιχεία της πράξης του τόσο κατά την απόφαση όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης αυτής. Θεωρώ επίσης ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου μετά τη τέλεση του εγκλήματος (ήτοι ότι τοποθέτησε το πτώμα της γυναίκας σε χάρτινο κιβώτιο, το οποίο μάλιστα σφράγισε με ταινία συσκευασίας και το τύλιξε με νάιλον, ότι ακολούθως βγήκε από το κατάστημα του αγόρασε ένα μπουκάλι νερό και τηλεφώνησε στη σύζυγο του να του φέρει καθαρά ρούχα να αλλάξει, ενώ στη συνέχεια κλείδωσε και τοποθέτησε στη είσοδο του καταστήματος σημείωμα με την ένδειξη "επιστρέφω σε λίγο" και πήγε να συναντήσει τον δικηγόρο του) συνηγορεί στο συμπέρασμα αυτό.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι ενήργησε υπό καθεστώς βρασμού ψυχικής ορμής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Συμπερασματικά και κατ'ακολουθία των ανωτέρω, συντρέχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου Χ, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 51, 52, 59, 63 και 299 παρ. 1ΠΚ, και συνεπώς θα πρέπει το Συμβούλιο σας να αποφανθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ.1 και 313 ΚΠΔ, για τη παραπομπή του στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης (αρθρ. 109 περ. α', 119 παρ. 1, 122 παρ. 1 ΚΠΔ) για να δικαστεί ως υπαίτιος τέλεσης του προαναφερόμενου εγκλήματος".
Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος- κατηγορούμενου και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφερείας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτιος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, για το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, και 299 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις.
Συνεπώς, η αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ.1 δ του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Ειδικότερα, εκτίθεται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με πληρότητα και σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, και δεν είναι αναγκαία η αναφορά για κάθε περιστατικό που δέχεται, του αποδεικτικού μέσου από το οποίο προκύπτει, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους και με πληρότητα αναφέρεται στο βούλευμα, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο αρμόδιο δικαστήριο, έλαβε υπόψη του το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και όχι μόνο μερικά, όπως αβασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων. Βέβαια, το γεγονός ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα και ειδικότερα στο προοίμιο του σκεπτικού δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία και αναφορά στη με 1879/2008 ιατροδικαστική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ειδικού ιατροδικαστή ΑΑ, και στην από 10-10-2008 έκθεση αυτοψίας, ως αυτοτελών αποδεικτικών μέσων, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη. Τούτο, γιατί όσο μεν αφορά την πιο πάνω έκθεση αυτοψίας, αυτή δε θεωρείται ότι αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά εκτιμάται ως έγγραφο, το οποίο άλλωστε και αξιολογήθηκε. Όσο δε αφορά την πιο πάνω έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, του ιατροδικαστή ΑΑ, σύμφωνα με τις παραδοχές του βουλεύματος, αδιστάκτως προκύπτει ότι αυτή λήφθηκε υπόψη από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, με ρητή και λεπτομερή μάλιστα αναφορά στο περιεχόμενό της, ώστε πλέον να μην καταλείπεται οποιαδήποτε περί του αντιθέτου αμφιβολία. Περαιτέρω, αιτιολογούνται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσείων: α) περί ώρα 12.00 μ.μ της 10-10-2008, χωρίς να αποκαλύψει τα στοιχεία της ταυτότητάς του, ανακοίνωσε τηλεφωνικά στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, ότι είναι ο δράστης ανθρωποκτονίας που διέπραξε σε βάρος άγνωστης γυναίκας, και ότι το πτώμα της βρίσκεται στο κατάστημά του, κείμενο επί της οδού ... της πόλεως της ... και ότι συντόμως ο ίδιος με την παρουσία του συνηγόρου του, θα εμφανιστεί προκειμένου να παραδοθεί, β) ότι μετά παρέλευση μικρού χρόνου από της τελέσεως της πράξεως, εμφανίστηκε στην οικεία αστυνομική αρχή, συνοδευόμενος από το συνήγορό του, όπου αποκάλυψε στους προανακριτικούς υπαλλήλους, ότι τις πρωϊνές ώρες της ίδιας ημέρας τον επισκέφθηκε στο κατάστημά του η παθούσα ΩΩ, από τον οποίο η τελευταία του ζήτησε την επιστροφή αγνώστου χρηματικού ποσού, που αυτή του είχε δανείσει και ότι μεταξύ τους επακολούθησε λογομαχία, και ότι αυτός (αναιρεσείων), με τη χρήση ενός πτυοσκάπανου, κατάφερε στην περιοχή της κεφαλής της αλλεπάλληλα χτυπήματα, εξαιτίας των οποίων προκλήθηκε η θανάτωσή της, γ) ότι μετά την πράξη του αυτή, τοποθέτησε το άψυχο πλέον σώμα της παθούσας γυναίκας σε χάρτινο κιβώτιο, ενώ, φρόντισε το μέσο του εγκλήματος να το φυλάξει κάτω από την εσωτερική σκάλα, και αφού κλείδωσε την πόρτα του καταστήματός του, παρουσιάστηκε αυθόρμητα στις αστυνομικές αρχές, παραδίδοντας και τα κλειδιά του καταστήματός του, δ) ότι σύμφωνα με την υπ' αριθμό ... πιο πάνω ιατροδικαστική έκθεση, διαπιστώθηκε ότι το πτώμα έφερε πολλαπλές ανοικτές κακώσεις στην περιοχή της κεφαλής, που προέρχονταν από θλών και τέμνον όργανο και συγκεκριμένα από στρατιωτικό πτυοσκάπανο. Επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία, κατά την ως άνω ιατροδικαστική έκθεση διαπιστώθηκαν εκτός των άλλων και 11 θλαστικά τραύματα στα μαλακά μόρια του τριχωτού της κεφαλής, τα περισσότερα των οποίων συνοδεύονται με ανοικτά κατάγματα του κρανίου, ενώ τα οστά του κρανίου φέρουν συντριπτικά κατάγματα του θόλου και εγκάρσιο κάταγμα της βάσεως του κρανίου, ε) ότι ο θάνατος της ανωτέρω γυναίκας οφείλεται σε βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία πολλαπλών κτυπημάτων με το ως άνω όργανο, στ) ότι μεταξύ του δράστη και της θανούσας υπήρχαν οικονομικές διαφορές, εξαιτίας της αξιώσεως της τελευταίας να της επιστρέψει το χρηματικό ποσό, ανερχόμενο σε 95.000 ευρώ, που αυτή του είχε δανείσει την τελευταία διετία, ενώ ο ίδιος (αναιρεσείων) αντιμετώπιζε τη χρονική εκείνη περίοδο άμεσα οικονομικά προβλήματα, λόγω της εμπλοκής και συμμετοχής του σε τυχερά παιγνίδια, παράλληλα και με τις οχλήσεις διάφορων τρίτων δανειστών του. Αιτιολογείται ακόμη, η παραδοχή εκείνη σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων, τις πρωϊνές ώρες της ημέρας του συμβάντος, δέχθηκε την επίσκεψη της παθούσας στο χώρο της εργασίας του και ότι εξαιτίας της λογομαχίας που προηγήθηκε την χτύπησε στο κεφάλι, καταφέροντας τα καίρια εκείνα πλήγματα που διαπιστώθηκαν από τον ιατροδικαστή, εξαιτίας των οποίων αυτή κατέληξε. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται το υποκειμενικό στοιχείο του δράστη, ο οποίος είχε την πρόθεση να αφαιρέσει τη ζωή της παθούσας ΩΩ, η οποία και λόγω της σωματικής της διάπλασης, αφού επρόκειτο περί μικροκαμωμένης γυναίκας, δε μπορούσε αυτή να αντισταθεί στις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις. Άλλωστε, η από μέρους του κατηγορουμένου χρήση του ως άνω θλώντος και τέμνοντος οργάνου (πτυοσκάπανου), σε συνδυασμό, αφενός μεν, με τα αλλεπάλληλα και πολλαπλά 11 χτυπήματα σε καίριο και ζωτικό χώρο του σώματος, την κεφαλή, όπου περικλείεται η εγκεφαλική ουσία, αφετέρου με αντίστοιχα χτυπήματα στην αυχενική χώρα, καταδηλούν και ενισχύουν την πρόθεση του δράστη, να αφαιρέσει τη ζωή της παθούσας και όχι να της προκαλέσει άλλου είδους σωματικές κακώσεις. Τέλος, αιτιολογείται η παραδοχή ότι την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων την τέλεσε ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά τη λήψη της αποφάσεώς του, όσο και κατά την εκτέλεσή της, γεγονός το οποίο εκτός άλλων προκύπτει από την επακολουθήσασα συμπεριφορά του, με σειρά ενεργειών του, αφού διέθετε την απαιτούμενη ψυχραιμία και νηφαλιότητα, όχι μόνο να εναποθέσει το σώμα της άψυχης γυναίκας σε ένα χαρτοκιβώτιο, το οποίο στη συνέχεια και ασφάλισε με τη χρήση ταινίας συσκευασίας, αλλά και να επικοινωνήσει με τη σύζυγό του, προκειμένου να του φέρει καθαρά ρούχα, προφανώς γιατί είχαν λερωθεί από το αίμα της παθούσας, και τέλος να επικοινωνήσει με την οικεία αστυνομική Αρχή, όπου και αποκάλυψε όσα είχαν διαδραματισθεί από τον ίδιο στο χώρο της εργασίας του, σε βάρος της άτυχης γυναίκας. Ενόψει αυτών, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθώς και η αίτησή στο σύνολό της. Περαιτέρω, είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την οποία το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, απέρριψε χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, το αίτημά που υπέβαλε ενώπιον της τακτικής Ανακρίτριας, για τη διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως, προκειμένου να διαταχθεί η άρση του τραπεζικού απορρήτου και η παροχή πληροφοριών σχετικών με την εισαγωγή τηλεφωνικών κλήσεων του, για συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, απέρριψε τα πιο πάνω αιτήματά του με την ακόλουθη αιτιολογία "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 εδ. α Κ.Π.Δ, σε περίπτωση που ανακύψει διαφωνία μεταξύ του ανακριτή και των διαδίκων ή του εισαγγελέα κατά τη διάρκεια της ανάκρισης συνιστάμενη σε άρνηση του πρώτου να δεχτεί πρόταση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους, που έχει ως περιεχόμενο τη διενέργεια κάποιας ανακριτικής πράξης, αρμόδιο να αποφασίσει προς άρση της διαφωνίας είναι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών κατόπιν προσφυγής σε αυτό από τους ανωτέρω. Με την υπό κρίση αίτηση ο κατηγορούμενος δεν ασκεί προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου πλημμελειοδικών κατά της διάταξης της ως άνω ανακρίτριας, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για άρση του τηλεφωνικού και τραπεζικού απορρήτου του θύματος ΩΩ και του ΕΕ, όπως είχε δικαίωμα, αλλά ζητά τη διενέργεια συμπληρωματικής κυρίας ανάκρισης προκειμένου να διενεργηθούν οι παραπάνω ανακριτικές πράξεις, αίτημα για το οποίο όμως, ήδη η ανακρίτρια έχει αποφανθεί απορρίπτοντας το αιτιολογημένα. Περαιτέρω, δεν συντρέχει κανένας λόγος για συμπληρωματική κύρια ανάκριση, καθώς έγιναν όλες οι αναγκαίες ανακριτικές πράξεις προς εξακρίβωση της αλήθειας και των περιστατικών που επικαλείται υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος (εξετάστηκαν οι προτεινόμενοι από αυτόν μάρτυρες, κατασχέθηκαν έγγραφα της θανούσας κλπ), ενώ, η άρση του τραπεζικού και τηλεφωνικού απορρήτου της θανούσας ΩΩ και τρίτων προσώπων (ΕΕ, Ψ2), δεν σχετίζεται με την αξιόποινη πράξη που αφορά την παρούσα ποινική δικογραφία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και γι' αυτό δεν δικαιολογείται (σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 3 Ν.Δ 1059/1971 και 4 παρ. 2 και 3 του Ν. 2225/1994).
Η αιτιολογία την οποία, ως εκ περισσού, διέλαβε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών στο προσβαλλόμενο βούλευμα, είναι η απαιτούμενη από το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ενώ, στην άρνηση της ανακρίτριας να ικανοποιήσει το πιο πάνω αίτημά του, για τη διενέργεια περαιτέρω ανακριτικών πράξεων, μπορούσε να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο θα επέλυε ενδεχόμενη διαφωνία. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η, επί της ουσίας, αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, με αριθμό 2 από 16-4-2009, αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμό 304/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, με το οποίο παραπέμφθηκε για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Στοιχεία του αδικήματος. Επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ανθρωποκτονία από πρόθεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1579/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , κατοίκου ..., που εκπροσωπήθη-κε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 3494/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 180/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 17 του Π.Κ., ως χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενέργησε ή όφειλε να ενεργήσει ενώ, είναι αδιάφορος ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα. Η ακριβής δε μνεία του χρόνου τέλεσης της αξιόποινης πράξης στην καταδικαστική απόφαση είναι αναγκαία, εκτός άλλων, και για τον υπολογισμό του χρόνου της παραγραφής, σε περίπτωση που ανακύπτει ζήτημα παραγραφής και άρα εξάλειψης, λόγω αυτής, του αξιοποίνου της πράξης, μέχρι και την εκδίκαση της αναίρεσης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 του ίδιου Κώδικα, τόπος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη, καθώς και ο τόπος όπου επήλθε ή, σε περίπτωση απόπειρας, έπρεπε σύμφωνα με την πρόθεση του υπαιτίου να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι ο κατηγορούμενος Χ1 τέλεσε την πράξη της απόπειρας απελευθέρωσης κρατουμένου. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι αυτός έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει την αξιόποινη πράξη της ελευθέρωσης κρατουμένου, δηλαδή με πρόθεση να ελευθερώσει άλλον που κρατούσαν με διαταγή της αρχής, επεχείρησε πράξη που αποτελεί τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως και ειδικότερα ενώ αστυνομικοί της Άμεσης Δράσης συνέλαβαν τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 και τον οδήγησαν σε περιπολικό όχημα, αυτός προσπάθησε να τον απελευθερώσει επιτιθέμενος εναντίον των αστυνομικών και κτυπώντας τους με τα γροθιές και κλωτσιές, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την προσπάθειά του, όχι από δική του θέληση, αλλά από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη θέλησή του και διότι συγκρατήθηκε από τους παραπάνω αστυνομικούς ο κατηγορούμενος. Τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν, εκτός των άλλων και από τις σαφείς, τεκμηριωμένες και πειστικές καταθέσεις των δυο μαρτύρων κατηγορίας-αστυνομικών, οι οποίοι όσα καταθέτουν τα γνωρίζουν εξ' ιδίας αντιλήψεως, αφού είναι αυτοί που κρατούσαν τον συλληφθέντα, τον οποίο προσπάθησε να απελευθερώσει ο κατηγορούμενος με τον παραπάνω τρόπο. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν μπορεί αυτός να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της απόπειρας απελευθέρωσης κρατουμένου, αφού έχει κηρυχθεί ήδη αθώος για τις πράξεις της αντίστασης και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι διαφορετικά είναι τα στοιχεία που θεμελιώνουν και στοιχειοθετούν κάθε μια από τις ανωτέρω πράξεις. Κατ' ακολουθία, πρέπει ο εν λόγω κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πιο πάνω πράξεως (απόπειρας απελευθέρωσης κρατουμένου). Στη συνέχεια το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της πράξεως της απόπειρας απελευθέρωσης φυλακισμένου και του επέβαλε ποινή φυλάκισης (3) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα, κηρύχθηκε ένοχος "του ότι έχοντας αποφασίσει να τελέσει την αξιόποινη πράξη της ελευθέρωσης φυλακισμένου, δηλαδή με πρόθεση να ελευθερώσει άλλον που κρατούνταν με διαταγή της αρχής, επεχείρησε πράξη που αποτελεί τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως και συγκεκριμένα ενώ αστυνομικοί της διεύθυνσης Άμεσης Δράσης συνέλαβαν τον Χ2, κάτοικο ... και τον οδήγησαν σε περιπολικό όχημα, αυτός προσπάθησε επιτιθέμενος εναντίον των αστυνομικών και κτυπώντας τους με γροθιές και κλωτσιές να τον ελευθερώσει, πλην όμως, δεν ολοκλήρωσε την προσπάθειά του όχι από δική του θέληση, αλλά από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη θέλησή του". Έτσι, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε την απαιτούμενη από το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και στερεί την απόφαση της νόμιμης βάσης. Τούτο, γιατί ούτε στο αιτιολογικό της αποφάσεως, ούτε στο διατακτικό της, δεν προσδιορίζεται ο τόπος και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος, (ΑΠ 1421/2008) για το οποίο αυτός κηρύχθηκε ένοχος.
Συνεπώς, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τη μορφή της ελλείψεως νόμιμης βάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι ουσιαστικά βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 3494/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για απόπειρα απελευθέρωσης κρατουμένου, με την επίκληση των λόγων: α) της υπερβάσεως εξουσίας, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ) της ελλείψεως νόμιμης βάσης. Υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας γιατί δεν προσδιορίζεται ούτε στο αιτιολογικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό ο χρόνος τελέσεως και ο τόπος τελέσεως του αδικήματος (ΑΠ 1421/2008). Παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απόπειρα, Κρατούμενου απελευθέρωση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1578/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Λάλα, περί αναιρέσεως της 11554/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1026/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε " γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως, της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του Κ.Π.Δ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 11554/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος - κατηγορουμένου εκπροσωπηθεντος στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμό 113403/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για την παράβαση του άρθρου 45 του Ν. 2065/1992, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών. Από τη σχετική υπ' αριθμό 9942/19-7-2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ..., ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλει με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, ότι "1) Η ένδικη έφεση ασκείται εμπρόθεσμα καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση 113403/1999 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αλλά και το κλητήριο που προηγήθηκε, έχουν επιδοθεί ακύρως σε μένα ως δήθεν άγνωστης διαμονής, και όχι στην κατοικία μου επί της οδού ... αρ. ..., ..., όπου πράγματι κατοικούσα μέχρι και τον Ιούνιο 2003 στη συνέχεια δε κατοικούσα με την οικογένειά μου, αρχικώς και μέχρι τον Ιούνιο 2006 επί της οδού ... αρ. ..., έκτοτε δε και μέχρι σήμερα στην επί της οδού ... αρ. ... οικία, διευθύνσεις που είναι γνωστές στις αρχές και β) σχετικά με την κατηγορία δεν έχω τελέσει το αδίκημα αυτό ή οποιοδήποτε άλλο συναφές.
Συνεπώς η κατηγορία είναι αβάσιμη ως προς εμένα και πρέπει να αθωωθώ". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως, περιοριζόμενος στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: " Από το από 13-2-2001 αποδεικτικό επιδόσεως στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής της 113403/1999 ερήμην του εκδοθείσας αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο τελευταίος άσκησε έφεση την 19-7-2007, ήτοι μετά πάροδο 6 και πλέον ετών από την επίδοσή της. Πρέπει να σημειωθεί δε ότι η επίδοση της ερήμην αποφάσεως έγινε στην Κηφισίας ... στο ... ως τελευταία γνωστή διαμονή του εκκαλούντος και δεν προκύπτει ότι αυτός, παρά το γεγονός ότι είχε δικαστικές εκκρεμότητες γνωστοποίησε στον Εισαγγελέα, κατά κάποιο νόμιμο τρόπο, αλλαγή της διευθύνσεως". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του (... αρ. ...), και περιορίστηκε στην αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του, που αναφέρεται στη μήνυση ως τελευταία γνωστή κατοικία του, στην ..., και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτός διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Μαϊου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ... αρ. ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 11554/14-2-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της με την επί-κληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού, ότι ήταν γνωστής διαμονής. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1577/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εκκαλούντα τον Χ1 κρατούμενο στις Φυλακές .... και με εγκαλούμενο τον Ψ1. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 10 Μαρτίου 2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 434/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού, με αριθμό 123/06.04.2009 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 10-3-2009 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή, επί υποθέσεως με καταγγελόμενο και τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς Ψ1 εκθέτω τα εξής:
Κατά την διάταξη του άρθρ. 136 περ. ε' Κ.Π.Δ., ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή υπάρχει και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από του βαθμού του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρ. 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο (βλ. ΑΠ 418/65). Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος ή καταγγελλόμενος, όταν η υπόθεση ευρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθή ποινική δίωξη, για την ταυτότητα της αιτίας, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρεάστου της δικαστικής κρίσεως και τον αποκλεισμό υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρετήσεως. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρ. 137 § 1 περ. γ' Κ.Π.Δ., αρμόδιο να αποφασίση για την παραπομπή δικαστήριο είναι ο 'Αρειο Πάγος, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότης του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Χ1 πρώην κρατούμενος του Νοσοκομείου Κρατουμένων .... και ήδη κρατούμενος στην Δικαστική Φυλακή.... υπέβαλε την από 25-2-2008 έγκλησή του (βλ. την από 25-2-2008 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα), στρεφομένη και κατά του Ψ1 Εισαγγελέως Πρωτοδικών ο οποίος υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, με απόσπαση στη Δικαστική Φυλακή ... . Εφ'όσον, όμως, στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο και Εισαγγελία Πρωτοδικών, πλην του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου και παραπομπής της προκειμένης υποθέσεως από τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές άλλου Πρωτοδικείου και, συγκεκριμένως, αυτές του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
Να παραπεμφθή η υπόθεση της από 25-2-2008 εγκλήσεως του Χ1 ήδη κρατουμένου στην Δικαστική Φυλακή ..., στρεφομένης και κατά του Ψ1 Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, από τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, στις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Αθήναι 3 Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος- Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του Κ.Ποιν.Δ., όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής δίωξης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 Κ.Ποιν.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο Χ1 πρώην κρατούμενος στο νοσοκομείο κρατουμένων ... και ήδη κρατούμενος στη δικαστική φυλακή .... υπέβαλε την από 25-2-2008 έγκλησή του στρεφομένη και κατά του Ψ1 Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, που υπηρετεί με απόσπαση στη δικαστική φυλακή ..., με την οποία ζητεί την ποινική δίωξή του για αξιόποινες πράξεις φερόμενες ως τελεσθείσες απ' αυτόν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του. Στη συνέχεια ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με την κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 384/10-3-2009 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητεί να ορισθεί από τον Άρειο Πάγο σε Συμβούλιο άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές για την εξέταση της προαναφερόμενης έγκλησης σε βάρος του ως άνω Εισαγγελικού λειτουργού, επειδή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς υπάγεται μόνο το Πρωτοδικείο Πειραιώς, στην Εισαγγελία του οποίου υπηρετεί ο εγκαλούμενος. Ενόψει αυτών, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας και παραπομπής της ανωτέρω έγκλησης από τον κατά τόπον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της από 25 Φεβρουαρίου 2008 έγκλησης του Χ1 κατά του Ψ1 Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, για τις αποδιδόμενες σ'αυτόν με την ως άνω έγκληση αξιόποινες πράξεις από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας για δικαστικό λειτουργό. Παραπομπή σε αρμόδιες ανακριτικές και δικαστικές αρχές.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 1574/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Τσιρίδη, περί αναιρέσεως της 280/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Χ2 και 2. Χ3.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1122/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίων συνετός και συνειδητός άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή των όρων 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όμως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από συμπλήρωση νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Όταν δε το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμελείας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Οι αυτές ως άνω προϋποθέσεις απαιτούνται και για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια (άρθρο 314 παρ.1 ΠΚ). Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 28, 264, 265 και 265 και 266 παρ.1 του ΠΚ συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος του εμπρησμού από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση μεν ότι αν δεν καταβλήθηκε από το δράστη η προσοχή που απαιτείται κατ'αντικειμενική κρίση, την οποία κάθε μετρίων συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις κρατούσες στις συναλλαγές συνήθειες, την κοινή πείρα και λογική κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι μπορούσε αυτός από τις προσωπικές περιστάσεις και ικανότητες του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, είτε το πρόβλημα ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, το αξιόποινο δε αυτό αποτέλεσμα πρέπει να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη του δράστη.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν λάβει υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 280/2008 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, όσο αφορά το καταδικαστικό μέρος της απόφασης που αναφέρεται και στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο: "Στις 13-10-2001, προσέδεσε στην ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη ... το δεξαμενόπλοιο "S...", σημαίας των νήσων ..., νηολογίου ... υπ'αριθμ. ..., ολικής χωρητικότητας 113.838 κόρων και συνολικού μήκους 317 μέτρων, πλοιοκτησίας της Minot Navigation S.A. με πλοίαρχο τον 8ο των εκκαλούντων κατ/νων Χ1. Το πλοίο το διαχειριζόταν, έχοντας αναλάβει όλες τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με τη συντήρηση, επάνδρωση και τεχνική επίβλεψή του, δυνάμει της από 1-10-20 . συμβάσεως διαχειρίσεως, η εδρεύουσα στον ... εταιρία με την επωνυμία Aegean Oceanic S.A., η οποία έχει εγκατασταθεί νομίμως στην Ελλάδα, κατόπιν της υπ'αριθμ. 1241325/30/20436/4-7-1995 κοινής απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 178/ΤΑΠΣ/14-7-1995), εκπροσωπούμενη από τον 5ο των κατ/νων ΑΑ. Στο πλοίο επρόκειτο να γίνουν εργασίες επισκευών και συντήρησης, ενόψει της διενέργειας σ'αυτό, από τον νηογνώμονα DET NORSKE VERITAS, ελέγχων της πενταετούς επιθεώρησης, την επίβλεψη δε των επισκευαστικών εργασιών η διαχειρίστρια εταιρία είχε αναθέσει στους 6ο και 7ο των κατ/νων ΒΒ και ΓΓ αντιστοίχως, από τους οποίους ο μεν πρώτος ήταν τεχνικός διευθυντής της, ο δε δεύτερος αρχιμηχανικός της, τις δε ελασματουργικές εργασίες ανέλαβε να εκτελέσει, κατόπιν συμβάσεως, η εταιρία "Good Work-ΔΔ- Χ3 Ο.Ε.", της οποίας ο μεν 4ος των κατ/νων ΔΔ ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, ο δε 3ος αυτών Χ3 επιφορτίσθηκε με την ευθύνη της εκτέλεσης των ελασματουργικών εργασιών. Η εν λόγω εργολήπτρια εταιρία (Good Work) για το συγκεκριμένο έργο καθήκοντα μεν τεχνικού ασφαλείας ανέθεσε στον 2ο των κατ/νων Χ2, την έκδοση δε πιστοποιητικών απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια (gas free) ανέθεσε στον 1ο των κατ/νων ΕΕ, Χημικό Ναυτιλίας. Μεταξύ των επισκευαστικών εργασιών που είχαν προγραμματισθεί ήταν και η τοποθέτηση επιθεμάτων στα ενισχυτικά των δαπέδων των υπ'αριθμούς 2 και 4 δεξαμενών φορτίου του πλοίου, οι οποίες, όπως και οι υπόλοιπες δεξαμενές του, στη διάρκεια του πλου του πλοίου προς τον ... και πριν τον κατάπλου του στη ..., είχαν πλυθεί από το πλήρωμα με εκτόξευση ύδατος. Μετά την πρόσδεση του πλοίου, ο 1ος κατηγορούμενος ΕΕ επισκέφθηκε το πλοίο και αφού διαπίστωσε, μετά από σχετικούς ελέγχους και μετρήσεις, ότι οι τιμές των αερίων ήταν μέσα στα επιτρεπόμενα όρια, εξέδωσε το υπ'αριθμ. ... πιστοποιητικό απαλλαγής ευφλέκτων αερίων, στο οποίο οι υπ'αριθμούς 2, 3 και 4 κεντρικές δεξαμενές φορτίου του πλοίου χαρακτηρίζονται ως χώροι ασφαλείς για ανθρώπους και για την εκτέλεση θερμών εργασιών (χρήση φλόγας). Με βάση το πιστοποιητικό αυτό, ο υπεύθυνος του συνεργείου Χ3 (3ος κατ/νος) συνέταξε και κατέθεσε στην αρμόδια Υπηρεσία του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς την από 15-10-2001 υπεύθυνη δήλωσή του, με την οποία βεβαίωνε 1) ότι, σε κάθε ομάδα εργασίας θα διατίθεντο δύο φορητοί πυροσβεστήρες, καθώς και μάνικα νερού (λάστιχο) συνδεδεμένη με το δίκτυο πυρκαγιάς και 2) ότι, σε όλη τη διάρκεια των επισκευαστικών εργασιών, σε κάθε χώρο όπου θα εκτελούνταν εργασίες, θα υπήρχε ένα άτομο-πυροσβέστης, κάτοχος του πτυχίου της Σχολής Σωστικών Πυροσβεστικών Μέσων Ασπροπύργου. Στηριζόμενη στα προαναφερθέντα έγγραφα, η αρμόδια Λιμενική Αρχή χορήγησε αυθημερόν, μετά από σχετική αίτηση του Πλοιάρχου του πλοίου (8ου κατ/νου), την υπ'αριθμ. ... άδεια μικροεπισκευών με χρήση φλόγας, με αποτέλεσμα να αρχίσουν αμέσως οι εργασίες από τα συνεργεία της εργολήπτριας εταιρίας "Good Work". Καθημερινά δε, πριν από την έναρξη των εργασιών, ο 1ος κατ/νος, μετά από νέο έλεγχο και μετρήσεις εξέδιδε νέο πιστοποιητικό απαλλαγής από εύφλεκτα αέρια (gar free), με αποτέλεσμα να ανανεώνεται από τη Λιμενική Αρχή η αρχικώς εκδοθείσας για την εκτέλεση των εργασιών άδεια. 'Ετσι, μέχρι τις 20-10-2001, εκδόθηκαν, με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο, τα πιστοποιητικά υπ'αριθμούς α) ..., β) ...., γ) ..., δ) ..., ε) ... και στ) ..., ισχύος μέχρι την 24η ώρα της 20ης-10-2001. Οι ελασματουργικές εργασίες άρχισαν στις κεντρικές δεξαμενές φορτίου υπ'αριθμούς 2 και 3, στις 15-10-2001, αλλά, ύστερα από υποδείξεις των εργαζομένων, οι 2ος και 3ος των κατ/νων (Χ2 και Χ3 αντιστοίχως) έκριναν ότι η υπ'αριθμ. 2 δεξαμενή, παρά την προηγηθείσα-όπως ήδη αναφέρθηκε- έκπλυσή της, δεν είχε καθαρισθεί επαρκώς, με αποτέλεσμα ο πλοίαρχος Χ1 (8ος κατ/νος) να δώσει εντολή στους άνδρες του πληρώματος να καθαρίσουν τα υπολείμματα πετρελαίου που είχαν απομείνει σ'αυτήν, με ξύστρες, όπως και πράγματι έγινε. Στις 18-10-2001, άρχισαν οι ελασματουργικές εργασίες και στην εκ των κεντρικών δεξαμενών φορτίου υπ'αριθμ. 4 δεξαμενή, χωρίς, όμως, να προηγηθεί καθαρισμός με ξύστρες των τυχόν υπαρχόντων και σ'αυτήν υπολειμμάτων πετρελαίου, όπως είχε γίνει στη δεξαμενή υπ'αριθμ. 2. Στην υπ'αριθμ. 4 δεξαμενή φορτίου κατέβηκε για να εργασθεί συνεργείο της εργολήπτριας εταιρίας, αποτελούμενο από τους 1) ΣΤ, βοηθό σωληνουργού, 2) ΖΖ, ελασματουργό, 3) ΗΗ, επίσης ελασματουργό, 4) ΘΘ, βοηθό ελασματουργού και 5) ΚΚ, βοηθό σωληνουργού. Για την ασφαλή εκτέλεση των εργασιών που θα εκτελούνταν εκεί, ο τεχνικός ασφαλείας Χ2 (2ος κατ/νος) υπέδειξε στον υπεύθυνο της εργολήπτριας εταιρίας Χ3 (3ο κατ/νο) και στον πλοίαρχο Χ1 (8ο κατ/νο) να υπάρχει μάνικα επιτόπου καθώς και, ανά πόστα, πυροσβεστήρας και μπουγέλα (κάδος) με νερό, Η δεξαμενή υπ'αριθμ. 4 είχε μήκος 59,30 μέτρων, πλάτος 16,63 μέτρων και ύψος 28,59 μέτρων, συνολικό δε όγκο 28.143,49 κυβ. μέτρων. Στο μέσον της, χωριζόταν εγκαρσίως με μια στεγανή, διάτρητη φρακτή ύψους 19 μέρων από τον πυθμένα, καθένα δε από τα δύο μη στεγανά τμήματα, που σχηματίζονταν, είχε πέντε εγκάρσιους ενισχυμένους νομείς, ύψους 4 μέτρων, περίπου, οι οποίοι, σε όλο το μήκος του, απείχαν μεταξύ τους ίσο διάστημα. Ακόμα, σε όλο το εκ 59,30 μέτρων μήκος της δεξαμενής, αριστερά και δεξιά της διαμήκους κεντρικής γραμμής στον πυθμένα, υπήρχαν από επτά διαμήκη ενισχυτικά, τα οποία είχαν μορφή "Τ", με διαστάσεις, το μεν κατακόρυφο τμήμα τους 724 mm ύψος και 15 mm πάχος, το δε οριζόντιο (flat bar) 230 mm πλάτος και 28 mm πάχος, επάνω δε από τη δεξαμενή, στο κύριο κατάστρωμα του πλοίου, υπήρχαν 20 κυκλικά ανοίγματα αερισμού (μάτια) και η κάθοδος στο εσωτερικό της γινόταν από κλίμακα (σκάλα) καθόδου ελικοειδή, με αρκετά πλατύσκαλα, ευρισκόμενη στην πρυμναία δεξιά πλευρά της, ενώ υπήρχε και (άλλη) κατακόρυφη μορφής κλίμακα στην πρωραία αριστερή πλευρά της δεξαμενής. Στις μεταλλικές επιφάνειες της δεξαμενής, και κυρίως στα χαμηλά της μέρη, είχαν παραμείνει προσκολλημένα κατάλοιπα αργού πετρελαίου, και ειδικότερα βαρειά υπολείμματα αργού πετρελαίου, αναμεμειγμένα με χώμα, σκουριά ή με άλλα στερεά κατάλοιπα, που είχαν επικαθήσει στην επιφάνεια μεταλλικών τμημάτων της δεξαμενής, βρίσκονταν δε σε στερεά ή ημιστερεά κατάσταση στα διαμήκη ενισχυτικά και, στην κάτω πλευρά των flat bar, με πάχος κυμαινόμενο από ένα μέχρι έξι εκατοστά του μέτρου. Λόγω της περιεκτικότητάς τους, τα κατάλοιπα αυτά ήταν δυνατόν, υπό συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας, να εκλύσουν εύφλεκτα αέρια, δημιουργώντας έτσι ατμόσφαιρα πρόσφορη για έκρηξη ή εκδήλωση πυρκαγιάς στη δεξαμενή, ενώ μπορούσαν επίσης να καούν υπό την επίδραση παρατεταμένης φλόγας, ελευθερώνοντας υψηλά ποσά θερμότητας, συνεπεία της μεγάλης θερμογόνου δύναμης τους. Στις 19-10-2001, μετέβησαν στο πλοίο τα τρία μέλη της Μικτής Επιτροπής Επιθεωρήσεως Εργασίας- ας σημειωθεί ότι και αυτοί είχαν την ιδιότητα του κατ/νου στην προκειμένη υπόθεση και κηρύχθηκαν αθώοι με την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου- και, στα πλαίσια των καθηκόντων τους, προέβησαν σε έλεγχο του μηχανοστασίου, του καταστρώματος και των εκ των κεντρικών δεξαμενών υπ'αριθμούς 2 και 3, στις οποίες βρίσκονταν περισσότεροι εργαζόμενοι, ενώ δεν κατέβηκαν στη δεξαμενή υπ'αριθμ. 4, διότι από το ύψος του καταστρώματος σχημάτισαν μίαν εικόνα της διάταξης των συνεργείων που εργάζονταν στο εσωτερικό της, με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο του πιστοποιητικού απαλλαγής ευφλέκτων αερίων (gas free) εκείνης της ημέρας, να τους δημιουργηθεί η βεβαιότητα ότι όλα έβαιναν καλώς και ότι είχαν ληφθεί όλα τα επιτασσόμενα από το νόμο μέτρα ασφαλείας. Στις 20-10-2001, στην εν λόγω υπ'αριθμ. 4 δεξαμενή εξακολουθούσαν να εργάζονται οι προαναφερθέντες πέντε ελασματουργοί-σωληνουργοί, τοποθετώντας μεταλλικά επιθέματα (τεμάχια λαμαρίνας) στα διαμήκη ενισχυτικά, από τις 8 η ώρα το πρωί, σε δύο ομάδες (πόστες), τριών ατόμων η μία και δύο ατόμων η άλλη, από τις οποίες (ομάδες) η μεν πρώτη εργαζόταν μεταξύ των νομέων 58-59 της πρυμναίας περιοχής, η δε δεύτερη μεταξύ των νομέων 63-64 στο πρωραίο τμήμα του πρυμναίου ημίσεος της δεξαμενής. Στις 11.35 η ώρα, μετά από τρίωρη περίπου εργασία συγκόλλησης (πονταρίσματος), εκδηλώθηκε αιφνιδίως στο εσωτερικό της δεξαμενής μία μικρή εστία φωτιάς, εξαιτίας της παρατεταμένης επίδρασης της χρησιμοποιούμενης για τα "πονταρίσματα" (συγκολλήσεις) φλόγας επί των καταλοίπων αργού πετρελαίου, που υπήρχαν, όπως ήδη ελέχθη, στις οριζόντιες και κάθετες επιφάνειες των διαμήκων ενισχυτικών. Αν και η εστία της φωτιάς, όπως προαναφέρθηκε, ήταν σχετικά μικρή, οι εργαζόμενοι στο εσωτερικό της δεξαμενής δεν μπόρεσαν να την κατασβέσουν, διότι δεν τους είχαν διατεθεί επαρκή πυροσβεστικά μέσα, αφού μέσα στη δεξαμενή υπήρχαν μόνο ένας κάδος νερού (μπουγέλο), και μάλιστα σε απόσταση 30 περίπου μέτρων από το σημείο όπου εκδηλώθηκε η φωτιά, και ένας πυροσβεστήρας στο πρωραίο ήμισυ της δεξαμενής, στην άλλη πλευρά της φρακτής, ενώ μάνικες νερού συνδεδεμένες με το δίκτυο πυρκαγιάς του πλοίου υπήρχαν μεν, αλλά στο κατάστρωμα του πλοίου και όχι δίπλα στις θέσεις εργασίας όπως έπρεπε, ώστε να είναι δυνατή η χρησιμοποίησή τους. Πέραν, όμως της ανεπάρκειας των πυροσβεστικών μέσων, το ότι η αρχική μικρή εστία της φωτιάς δεν αντιμετωπίστηκε αμέσως, οφείλεται και στο γεγονός ότι, για μερικά λεπτά μετά την ανάφλεξη, κανένας από το κατάστρωμα δεν αντελήφθη ότι είχε εκδηλωθεί φωτιά στο εσωτερικό της δεξαμενής, ώστε να γίνει άμεση διακοπή της παροχής των αερίων (οξυγόνου και προπανίου), με τα οποία γίνονταν οι συγκολλήσεις (πονταρίσματα) και να χρησιμοποιηθούν, έστω και από ψηλά οι μάνικες νερού. 'Ετσι, η φωτιά εξαπλώθηκε τοπικά, δυνάμωσε από την έκλυση θερμότητας προερχόμενης από την καύση των υψηλών θερμογόνων καταλοίπων αργού πετρελαίου και επεκτάθηκε προς το πρυμναίο τμήμα της δεξαμενής καίγοντας και τους ελαστικούς σωλήνες παροχής προπανίου και οξυγόνου και ενισχυόμενη συνεχώς. Οι εργαζόμενοι στο εσωτερικό της δεξαμενής είχαν πλέον αντιληφθεί τον κίνδυνο και κατευθύνθηκαν προς την πρυμναία κλίμακα της δεξαμενής για να ανέλθουν στο κατάστρωμα, ειδικότερα δε ο αρχιμηχανικός της διαχειρίστριας εταιρίας "Aegean Oceanic S.A." ΓΓ (7ος κατ/νος), ο οποίος επίσης βρισκόταν μέσα στη δεξαμενή υπ'αριθμ. 4 επί της φρακτής, κατευθύνθηκε στην πλησιέστερη προς τη θέση όπου βρισκόταν κατακόρυφη κλίμακα η οποία οδηγούσε σε ανθρωποθυρίδα. Στο μεταξύ, μέσα στη δεξαμενή δημιουργήθηκε ατμόσφαιρα καυσαερίων ατελούς καύσεως ή και άκαυστου προπανίου, που, ακολούθως, διενεργήθηκε και εξελίχθηκε, σε ταχεία κατάκαυση, στη διάρκεια της οποίας, συσωρεύθηκε μεγάλη ποσότητα θερμών αερίων, που εκτονώθηκε βίαια και προκάλεσε κύμα θερμών αερίων υψηλής πίεσης και ταχύτητας. Το φαινόμενο συνοδεύτηκε από ήχο ελαφρώς συριστικό και η επελθούσα τελική κατάκαυση είχε έναν τόνο συριγμού και "πουφ", είχε δε ως συνέπεια, εξαιτίας του κύματος των θερμών και υπό πίεση αερίων, ο μεν ΓΓ (7ος κατ/νος), ο οποίος ήδη πλησίαζε στην κορυφή της σκάλας που οδηγούσε στο κατάστρωμα, να ωθηθεί προς τα επάνω και να υποστεί εγκαύματα συνολικής εκτάσεως 30% στο πρόσωπο, στον τράχηλο, στα άνω άκρα και στις κνήμες, οι δε λοιποί πέντε εργαζόμενοι (ΣΤ, ΖΖ, ΗΗ, ΘΘ και ΚΚ), οι οποίοι βρίσκονταν σε διάφορα σημεία της πρυμναίας σκάλας και προσπαθούσαν να εξέλθουν της δεξαμενής, να δεχθούν για περισσότερο χρόνο την επίδραση του θερμικού κύματος και να υποστούν εκτεταμένα εγκαύματα, συνεπεία των οποίων υπέκυψαν. Κινητοποιήθηκε ακολούθως το πλήρωμα και οι λοιποί εργαζόμενοι και άρχισαν να ρίχνουν νερό για να σβήσουν τη φωτιά, αλλά ήδη ήταν αργά για τους πέντε εργαζόμενους, οι οποίοι είχαν χάσει τη ζωή τους. Το περιστατικό δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τυχαίο, όπως ισχυρίζονται οι κατ/νοι, αρνούμενοι οποιαδήποτε υπαιτιότητά τους, αφού αποδείχθηκε ότι ύπαρξη πετρελαιοειδών καταλοίπων σε μέρη όπου εκτελούνται θερμές εργασίες μπορεί να προκαλέσει, όταν η χρησιμοποιούμενη φλόγα έρχεται σε επαφή με αυτά, μικρές εστίες φωτιάς, κι αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος, για τον οποίον, όπως προαναφέρθηκε, καθαρίστηκε περισσότερο προσεχτικά, με εντολή του πλοιάρχου του πλοίου, (8ου κατ/νου) η υπ'αριθμ. 2 κυρία δεξαμενή φορτίου αυτού, πράγμα που, άλλωστε, προβλέπεται και από τα άρθρα 14,1 5 και 22 του Π. Δ/τος 70/1990. Αλλά ούτε και το ότι η εκδήλωση φωτιάς ήταν αποτέλεσμα διαρροής προπανίου δεν μπορεί να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι, λόγω της οσμηρότητας του προπανίου, η διαρροή του θα γινόταν αμέσως αντιληπτή από τους εργαζομένους, οι οποίοι θα διέκοπταν την παροχή του, πράγμα που δεν συνέβη. Εξ άλλου, σε μία τέτοια περίπτωση, η εικόνα της φωτιάς δεν θα ήταν αυτή του "κρεβατιού", αλλά οι φλόγες θα ήταν διάσπαρτες στον αέρα και μη σταθερές και δεν θα μπορούσαν να προκαλέσουν την ανάφλεξη των καταλοίπων, ούτε και θα ακουγόταν "συριγμός", ο οποίος γίνεται αντιληπτός όταν καίγονται τέτοια κατάλοιπα. Ακόμα, το περιστατικά δεν μπορεί να αποδοθεί σε επαφή του εργαλείου ηλεκτοσυγκόλλησης (τσιμπίδας) με κάποια μεταλλική επιφάνεια, διότι στα υπολείμματα των καμένων καλωδίων των εργαλείων ηλεκτροσυγκόλλησης και στις διάφορες μεταλλικές επιφάνειες, που εξετάσθηκαν αρμοδίως, δεν εντοπίσθηκαν τήξεις οφειλόμενες σε τέτοιου είδους επαφή. Με βάση τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι, το συμβάν οφείλεται στον μη επαρκή καθαρισμό της δεξαμενής υπ'αριθμ. 4 του πλοίου από τα κατάλοιπα του αργού πετρελαίου στις περιοχές όπου εκτελούνται θερμές εργασίες, σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια των μέτρων πυρασφάλειας, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν. Το επελθόν δε αποτέλεσμα, δηλ. ο θάνατος των πέντε εργατών και ο τραυματισμός του αρχιμηχανικού της διαχειρίστριας εταιρίας ΓΓ, καθώς και η πρόκληση της πυρκαγιάς και η παραβίαση των διατάξεων του Π.Δ/τος 70/1990 "περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων σε ναυπηγοεπισκευαστικές ζώνες", αποδέχθηκε, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, ότι οφείλεται στην εμπεριέχουσα ευσυνείδητη αμέλεια συγκλίνουσα συμπεριφορά των 2ου, 3ου και 8ου των εκκαλούντων κατηγορουμένων, συνιστάμενη στο ότι, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, προέβλεψαν μεν ως δυνατόν το αξιόποινο ως άνω αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι παραλήψεις και οι πράξεις τους, πίστεψαν όμως ότι δεν θα επερχόταν. Ειδικότερα: Ο 8ος κατηγορούμενος Χ1, πλοίαρχος του πλοίου, ευθύνεται διότι, ενώ ήταν υπεύθυνος, ως εκ της ιδιότητάς του, για την ασφάλεια των επιβαινόντων-συμπεριλαμβανομένων και των εργαζομένων σ'αυτό- δεν μερίμνησε για τον επιμελή και επαρκή καθαρισμό της δεξαμενής υπ'αριθμ. 4 και επέτρεψε να εκτελεσθούν οι εργασίες φλόγας χωρίς να έχουν ξυσθεί επαρκώς τα κατάλοιπα αργού πετρελαίου και ακολούθως να έχουν (άρθρα 5 και 20 του Π. Δ/τος 70/1990 πρβλ Εφ.Πειρ. 1442/1998 ΠΧ 1999, 161) ...
Συνεπώς, απορριπτομένων των συνιστώντων άρνηση της κατηγορίας αυτοτελών ισχυρισμών των 2ου και 8ου των κατηγορουμένων, οι μεν εκ των κατηγορουμένων Χ2, Χ3 και Χ1 (2ος, 3ος και 8ος αντιστοίχως) πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι: α) ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή-5 πράξεις, β) σωματικής βλάβης από αμέλεια, γ) εμπρησμού από αμέλεια από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και δ) παραβάσεις του Π.Δ/τος 70/1990, σε συνδ. με άρθρο 1 α του ν. 2294/1994, αναγνωριζομένης σ'αυτούς της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' ΠΚ, ήτοι ότι μέχρι την τέλεση των πράξεων τους, έζησαν βίο έντιμο ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το πιο πάνω Δικαστήριο έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για τις πράξεις: α) της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (ενσυνείδητης) κατά συρροή, β) του εμπρησμού από αμέλεια, γ) της παράβασης του Π.Δ/τος 70/1990 και δ) της σωματικής βλάβης από αμέλεια και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι οκτώ (28) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 28, 84 παρ.2 περ.α', 94 παρ.1 και 2, 98, 266 παρ.1, 302 παρ.1, 314 παρ.1α και 315 παρ.1 β ΠΚ, 1 έως 9, 11 έως 15, 18, 20,21 και 22 του Π.Δ/τος 70/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ.1 α του ν. 2294/1994, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των παρόντων κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα το ως άνω δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, εξέθεσε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του (αναιρεσείοντος) πραγματικά περιστατικά και προσδιόρισε σαφώς τη μορφή της ενσυνείδητης αμέλειάς του, αλλά και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός ενήργησε και δέχθηκε ότι από έλλειψη της προσοχής που αυτός όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν επερχόταν, με αποτέλεσμα να επιφέρει εκτός από τον εμπρησμό τμημάτων του ως άνω πλοίου, και το θάνατο των εργαζομένων στη δεξαμενή 4 του ως άνω πλοίου ΘΘ, ΚΚ, ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ και τον τραυματισμό του ΓΓ. Ακόμη, το ίδιο ως άνω Δικαστήριο επαρκώς αιτιολογεί τον υφιστάμενο μεταξύ της επιδιεχθείσας από τον αναιρεσείοντα αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος σε έξι (6) ανθρώπους αιτιώδη σύνδεσμο που αξιώνεται για την κατάφαση της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας κατά συρροή και σωματικής βλάβης από αμέλεια, ο οποίος δεν διακόπηκε λόγω της παρεμβληθείσης συμπεριφοράς των συγκατηγορουμένων του Χ2 και Χ3 (τεχνικού ασφαλείας και εργολάβου που εκτελούσε τις θερμές ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες στη δεξαμενή 4 αντίστοιχα), η οποία δεν αποκλείει την ευθύνη του αναιρεσείοντος, με την ιδιότητά του ως πλοιάρχου του πλοίου "S..." στο οποίο διενεργούνται οι θερμές ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες από τους επιβαίνοντας και εργαζομένους στο πλοίο αυτό μεταξύ των οποίων οι ως άνω έξι παθόντες (όπως δεν αποκλείει και την αμελή συμπεριφορά των άλλων δύο καταδικασθέντων συγκατηγορουμένων του Χ2 και Χ3), αυτοτελώς κρινόμενη συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας και σωματικής βλάβης από αμέλεια (ως και του εγκλήματος του εμπρησμού από αμέλεια για το οποίο επίσης καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων). Η τοιαύτη αιτιολογία για την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος (ως και των άλλων δύο καταδικασθέντων) συγκατηγορουμένων του με άλλα περιστατικά για την ενσυνείδητη αμέλειά τους), δεν είναι αντίθετη με την αιτιολογία για τη συμπεριφορά που επέδειξε ο ΕΕ Χημικός ναυτιλίας εκδίδοντας το σχετικό πιστοποιητικό απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια (gas free) σε σχέση με την αριθμ. 4 δεξαμενή του ως άνω πλοίου, προκειμένου να εκτελεσθούν εντός αυτής θερμές ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες από ειδικούς ελασματουργούς, χωρίς να προηγηθεί ολοσχερής καθαρισμός του χώρου εργασίας, όπως αποδείχθηκε από την εξέλιξη των γεγονότων (εκδήλωση πυρκαϊάς και θανάσιμος και μη τραυματισμός των εργαζομένων), με την επισήμανση ότι η απαλλαγή του ως άνω χημικού ναυτιλίας για την έκδοση ψευδών πιστοποιητικών (με την πρόσκαιρη και ολιγόλεπτη κάθοδο του στο πυθμένα της δεξαμενής 4 του ως άνω πλοίου, τη λήψη δειγμάτων των καταλοίπων και την εξέταση τους στο εργαστήριο, όπου διαπίστωνε ότι δεν ήταν εύφλεκτα) δεν αίρει αυτοδίκαια και την υπαιτιότητα (αμελή συμπεριφορά) του αναιρεσείοντος (ως και των άλλων δύο καταδικασθέντων συγκατηγορουμένων του), αφού αυτή συγκροτείται εκτός της παράλειψής του για ολοσχερή καθαρισμό του χώρου εργασίας στη δεξαμενή 4 του ως άνω πλοίου, και από άλλες ενέργειες και παραλείψεις του κατά την εκδήλωση της πυρκαϊάς, τόσο κατά την έναρξη της όσο και κατά την επέκταση αυτής, για τις οποίες δεν συνευθυνόταν και ο χημικός ναυτιλίας ΕΕ. Δηλονότι η αιτιολογία της απαλλαγής του ΕΕ δεν καλύπτει και την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ούτε είναι αντιφατική προς αυτήν που αναφέρεται για την καταδίκη του τελευταίου, αφού η αμελής συμπεριφορά αυτού περιλαμβάνει πλείονα περιστατικά εκείνων που αποτελούσαν τη συμπεριφορά του ΕΕ όπως έχει προαναφερθεί και διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με την επισήμανση ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της έκδοσης ψευδών πιστοποιητικών που φερόταν ότι τέλεσε ο ως άνω χημικός ναυτιλίας απαιτείτο και το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου (άρθρο 221 παρ1 του ΠΚ). Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη γνώμη, όμως, του μέλους του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος. Τούτο, γιατί υφίσταται αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της αποφάσεως, σε σχέση με την αμέλεια που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα. Πράγματι, κατά την οικεία παραδοχή της αποφάσεως, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, και συγκεκριμένα γιατί με την ιδιότητα του πλοιάρχου του πλοίου S..., κατά τη διάρκεια των εκτελουμένων ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών, ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, κατά το άρθρο 20 του Π.Δ 70/1990, να επιμεληθεί για τον καθαρισμό των δεξαμενών του πλοίου, αυτός δεν μερίμνησε για τον επιμελή και επαρκή καθαρισμό των επιφανειών της δεξαμενής No 4 και συγκεκριμένα επέτρεψε να εκτελεσθούν οι εργασίες φλόγας, χωρίς να έχουν ξυσθεί επαρκώς τα κατάλοιπα αργού πετρελαίου, με αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια των θερμών εργασιών κοπής μετάλλου να αναφλέγουν τα κατάλοιπα και να προκληθεί πυρκαγιά, εξαιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατος των εργαζομένων στη δεξαμενή αυτή προσώπων. Οι παραδοχές όμως, αυτές έρχονται σε αντίφαση με άλλες παραδοχές της αποφάσεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και η απόφαση, να στερείται νόμιμης βάσης. Τούτο, γιατί, ενώ, στο αιτιολογικό της αποφάσεως γίνεται δεκτό, ότι ο Χημικός Ναυτιλίας ΕΕ, που ήταν αποκλειστικά ο μόνος αρμόδιος για τον έλεγχο της καθαριότητας των δεξαμενών και αρμόδιος, επίσης, για την έκδοση των σχετικών πιστοποιητικών, ανταποκρίθηκε με επιμέλεια στα καθήκοντά του και στη συνέχεια εξέδωσε το οικείο πιστοποιητικό με το οποίο βεβαίωνε ότι τα κατάλοιπα στον πυθμένα της δεξαμενής No 4, δεν έπιαναν φωτιά και ότι για το λόγο αυτό, το δικαστήριο δεχόμενο τον υπερασπιστικό ισχυρισμό του (ΕΕ), τον κήρυξε αθώο. Παρόλα αυτά, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, γιατί δεν μερίμνησε να καθαριστεί η συγκεκριμένη δεξαμενή από τα κατάλοιπα, τα οποία σύμφωνα με την οικεία πιστοποίηση του ως άνω χημικού, δεν έχρηζαν καθαρισμού και σε κάθε περίπτωση, δεν ήσαν ικανά να προκαλέσουν την ανάφλεξη της πυρκαγιάς. Εφόσον λοιπόν την κρίση του το δικαστήριο, όσον αφορά την απαλλαγή του ως άνω Χημικού Ναυτιλίας, την στήριξε στην πιστοποίηση και στην βεβαίωση του ίδιου, ότι τα κατάλοιπα στη δεξαμενή 4, δεν είναι ικανά να προκαλέσουν πυρκαγιά, δεν μπορεί να λειτουργήσει το περιεχόμενο της ίδιας πιστοποίησης διαφορετικά για τον αναιρεσείοντα. Πράγματι, ο τελευταίος με την ιδιότητα του πλοιάρχου, στηριζόμενος αποκλειστικά και μόνο στην πιστοποίηση του ως άνω Χημικού, ο οποίος για το λόγο αυτό και μόνο ανέλαβε το συγκεκριμένο έργο, δηλαδή του ελέγχου και της βεβαιώσεως για την ύπαρξη ή μη καταλοίπων και εξ' αυτής, της αδυναμίας πρόκλησης ή όχι πυρκαγιάς, δεν μπορούσε να αποστεί από ανάλογη ενέργεια, αυτής της ελεύθερης εισόδου ανθρώπινου δυναμικού και εκτέλεσης εργασιών στη συγκεκριμένη δεξαμενή με αριθμό 4, αφού βεβαιώθηκε και πείστηκε από την ως άνω πιστοποίηση του χημικού ναυτιλίας, ότι τα κατάλοιπα αργού πετρελαίου της δεξαμενής No 4, δεν είναι ικανά να προκαλέσουν πυρκαγιά. Διαφορετικά, δεν ήταν αναγκαία η παρέμβαση του ως άνω ειδικού επιστήμονα, αφού σε ανάλογη περίπτωση η διαπίστωση ή όχι ανάλογων φαινομένων, θα αποτελούσε αποκλειστική προνομία του εκάστοτε πλοιάρχου. Μετά από αυτά, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους του δικαστηρίου, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση, για τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο, της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του Κ.Π.Δ).
Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει κατά πλειοψηφία, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, την από 16 Μαΐου 2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 280/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία και σωματική βλάβη από αμέλεια κατά συναυτουργία σε εργαζομένους σε πλοίο κατά τη διάρκεια ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών. Επάρκεια αιτιολογίας για καταδίκη πλοιάρχου. Μειοψηφία ενός Δικαστή για αντίφαση αιτιολογίας λόγω αθώωσης του Χημικού Ναυτιλίας. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης (κατά πλειοψηφία) κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Συναυτουργία, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1572/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Στράτογλου, περί αναιρέσεως της 1236/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Αυγούστου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1376/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει την αναιρεσείουσα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο 515 παρ. 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εμφανιστεί ο αναιρεσείων, όχι όμως κάποιος από τους άλλους διαδίκους, τότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου προχωρεί τη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 1ης Οκτωβρίου 2008 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ..., ο πολιτικώς ενάγων Ψ κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία εμφανίστηκαν και παρέστησαν νόμιμα οι δύο αναιρεσείοντες. Κατά συνέπεια, πρέπει το Δικαστήριο τούτο να προχωρήσει στη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την από το αυστηρότερο αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3327/2006, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε και είναι ψευδή και γ) να υφίσταται αμέσως δόλος του, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτή ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει να αρνείται να τα καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος, πρέπει, να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως η υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κ.λ.π., β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένης πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1236/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών και πολιτικώς ενάγων, Ψ και ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2, συνεργάζοντο, κατά το έτος 1998 και στα πλαίσια συμβάσεων επιμόρτου αγροληψίας και χρησιδανείου, στην εκμετάλλευση αγρών του πρώτου, κειμένων στην κτηματική περιφέρεια ... . Η συνεργασία όμως των προαναφερομένων δεν εξελίχθηκε ομαλά με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν μεταξύ τους έριδες και προστριβές, που εξελίχθηκαν σε δικαστική αντιδικία, σχετικά με τον αλωνισμό μιας των εκτάσεων της συνεκμεταλλεύσεώς τους, που ο εγκαλών υποστήριζε ότι έγινε εν αγνοία του. Κρίσιμο γεγονός, στην ως άνω περίπτωση ήταν ο χρόνος που ο δεύτερος κατηγορούμενος προήλθε στον αλωνισμό, δεδομένου ότι μεταξύ της ημερομηνίας της 23-6-1998, που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι έγινε και της 27-6-1998, που διατείνεται ο εγκαλών, μεσολάβησε κατάσχεση της ηρτημένης παραγωγής του ως άνω κτήματος από την Αγροτική Τράπεζα, για χρέη του εγκαλούντα έναντι αυτής. Όπως αποδείχθηκε όμως ο αλωνισμός του άνω κτήματος από τον δεύτερο κατηγορούμενο έγινε στις 27-6-1998, ημερομηνία, άλλωστε, κατά την οποία, μετά καταγγελία του εγκαλούντος, επελήφθη της υποθέσεως το Α.Τ. ..., άνδρες του οποίου μετέβησαν επί τόπου, έλαβαν στοιχεία των αδελφών ΑΑ και ΒΒ, ιδιοκτητών της θεριζοαλωνιστικής μηχανής και ακολούθως, καταχώρησαν το συμβάν στο βιβλίο συμβάντων του Τμήματός τους. Στα πλαίσια της προανακριτικής διαδικασίας για την ποινική σχετικά με το συμβάν υπόθεση, κατέθεσε ως μάρτυρας ο πρώτος κατηγορούμενος, αγροφύλακας τότε ... ο οποίος, αρχικά, ενώπιον της Πταισματοδίκου Θεσσαλονίκης, Βασιλικής Κούκουλη, κατέθεσε, ότι ως αγροφύλακας της περιοχής, παραβρέθηκε στις 23-6-1998, στο θεριζοαλωνισμό του προαναφερομένου κτήματος από τον συγκατηγορούμενό του, επιβεβαιώνοντας τον σχετικό ισχυρισμό του. Στη συνέχεια κληθείς εκ νέου κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό χρόνο, ενώπιον της ιδίας Πταισματοδίκου και παρότι η τελευταία του επεσήμανε ότι οι αδελφοί ΑΑ-ΒΒ, δηλαδή οι ως άνω θεριζοαλωνιστικές, αναφέρουν ότι ο αλωνισμός έλαβε χώραν στις 17-6-1998, ημερομηνία η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι η πραγματική, εν τούτοις ο ίδιος, αφού διαφοροποιεί την αρχική του κατάθεση μόνο ως προς το ότι δεν παραβρέθηκε στον θεριζοαλωνισμό αλλά απλώς τον είδε να γίνεται, κατέθεσε και πάλι εν γνώσει του ψευδώς ότι η ημερομηνία του αλωνισμού είναι η 23-6-1998. Τη κρίση του δε αυτή στηρίζει το Δικαστήριο ιδιαίτερα στην αναγνωσθείσα πιο πάνω με ημερομηνία 29-11-1998 επιστολή του εν λόγω κατηγορουμένου του, ότι ο άνω θεριζοαλωνισμός είχε λάβει χώρα την 23-6-1998. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί την υπογραφή του στην παραπάνω επιστολή, ενώ ο ισχυρισμός του ότι την υπέγραψε χωρίς να την αναγνώσει και ότι αγνοούσε το περιεχόμενο της, επειδή είχε εμπιστοσύνη στον εγκαλούντα, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο, κρίνεται δε, προβαλλόμενος εκ των υστέρων για υπεράσπιση του, ως προσχηματικός και συνεπώς απορριπτέος. Ενόψει τούτων στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η πράξη της ψευδορκίας που αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενέργεια αυτή του πρώτου κατηγορουμένου, προήλθε από τις φορτικές προτροπές και παραινέσεις του συγκατηγορουμένου του και συγγενούς τους, Χ2, ο οποίος είχε άμεσο συμφέρον, αφού με τον τρόπο αυτό, θα στήριζε τη θέση του σχετικά με την ημέρα του αλωνισμού, ώστε να αποβεί υπέρ του η αντιδικία του με τον εγκαλούντα. Με τα δεδομένα δε αυτά στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία που του αποδίδεται. Επομένως, πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των παραπάνω πράξεων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο με βάση τις παραδοχές αυτές, κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες για τη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας στην αξιόποινη αυτή πράξη, αντίστοιχα, και τους επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών στον καθένα, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία, και επιπλέον τους υποχρέωσε να καταβάλουν στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 45 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1α και 224 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω, αναφορικά με την αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Τριμελές Εφετείο κατά το σχηματισμό της περί ενοχής τους κρίσης: α) το από 15-1-1998 τρία ιδιωτικά συμφωνητικά χρησιδανείου, επίμορτης αγροληψίας και μισθώσεως αγροτικού ακινήτου, β) η υπ' αριθμ. κατάθεσης 1586/15-1-1999 αγωγή του δευτέρου αυτών κατά του πολιτικώς ενάγοντος, γ) η υπ' αριθμ. 21001/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε επί της ανωτέρω αγωγής, καίτοι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ουδαμώς προκύπτει η ουσιαστική βασιμότητα της αιτίασης αυτής, καθόσον ρητά αναφέρεται στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι εκτιμήθηκαν όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης και αναγνώσθηκαν και στα οποία περιλαμβάνονται τα ανωτέρω με αριθμ. 4, 5, 6, 9 και 10 αντίστοιχα, αναγνωσθέντα έγγραφα. Το ότι δε το δευτεροβάθμιο ως άνω Δικαστήριο επισημαίνει ιδιαίτερα στην αιτιολογία του την από 29-11-1998 επιστολή του πρώτου αναιρεσείοντος (με την ιδιότητα του ως αγροφύλακα) προς τον πολιτικώς ενάγοντα, εκτιμωμένη ως εξώδικη ομολογία τουπρώτου αναιρεσείοντος ως προς το κρίσιμο ζήτημα του θεριζοαλωνισμού αγρών την 23η ή την 27η Ιουνίου 1998, δεν σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε και τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία. Προσέτι ρητώς αναφέρεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης ο τρόπος ενέργειας του δεύτερου αναιρεσείοντος για την τέλεση απ' αυτόν του εγκλήματος ηθικής αυτουργίας στη ψευδή μαρτυρία του πρώτου αναιρεσείοντος (φορτικές προτροπές και παραινέσεις του προς το συγγενή του πρώτου αναιρεσείοντος). Εντεύθεν η σχετική αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση ως προς το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδομαρτυρία είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Αυγούστου 2008 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1236/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρα. Ηθική αυτουργία. Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και μη ορθή εφαρμογή του νόμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1571/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ηρειώτη, περί αναιρέσεως της 117, 118, 119/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκους ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 29 Δεκεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 766/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ιδίου Κώδικα. Περαιτέρω κατά το άρθρο 515 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εμφανιστεί ο αναιρεσείων, δεν εμφανιστεί όμως κάποιος από τους άλλους διαδίκους, τότε το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση αυτής σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από ημερομηνία 1 Σεπτεμβρίου 2008 αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., οι πολιτικώς ενάγοντες Ψ1 και Ψ2 κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στο οποίο εμφανίστηκε και παρέστη νόμιμα ο αναιρεσείων. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο τούτο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της προκειμένης υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 28 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του αναιρεσείοντος Χ πλήττεται η υπ' αριθμ. 117-118-119/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για τα εγκλήματα της απόπειρας ανθρωποκτονίας, επικίνδυνης σωματικής βλάβης, οπλοφορίας και οπλοχρησίας και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα επτά (17) ετών και τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή 300 ευρώ. Στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όμως, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ), και ειδικώτερα την περί αποπείρας και επικίνδυνης σωματικής βλάβης διατάξεων (άρθρων 42 περ. 1 και 309 ΠΚ), πλήττεται ευθέως η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών με την αναφορά μόνο περιστατικών που αφορούν τις αποδείξεις ως προς την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 και ως προς την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του ετέρου πολιτικώς ενάγοντος Ψ2 αντίστοιχα (βλ. 2η και 3η σελίδες της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης). Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και συνακόλουθα και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, δεδομένου ότι μία από τις προϋποθέσεις για την εξέταση των προσθέτων λόγων αναίρεσης είναι, κατά την έννοια του άρθρου 509 παρ. 2 ΚΠΔ, η ύπαρξη ενός τουλάχιστον παραδεκτού κύριου λόγου αναίρεσης, αφού δε η ένδικη αναιρετική αίτηση κρίθηκε ότι δεν περιέχει κανένα παραδεκτό κύριο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με την προηγούμενη σκέψη, είναι απαράδεκτοι και οι από 29 Δεκεμβρίου 2008 πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Κατόπιν όλων των παραπάνω πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση, και τους από 29 Δεκεμβρίου 2008 επ' αυτής πρόσθετους λόγους, του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/7-1/8-119/2008 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως αόριστης και συνακόλουθα των πρόσθετων λόγων της.
|
Πρόσθετοι λόγοι
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 1570/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της 11/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 26 Ιανουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 714/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β και ζ του νόμου 1729/1987, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (ήδη άρθρο 20 παρ. 1 περ. β κα ζ του κ.ν.ν. 3459/2006) τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ'αυτό ποινές, όποιος, εκτός των άλλων περιπτώσεων, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών ουσιών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα, γιατί ο νομικός όρος "αγορά" είναι τόσο εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά. Περαιτέρω η κατοχή ναρκωτικών ουσιών ως έγκλημα πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά. Ακόμα, όσον αφορά την κατά συναυτουργία τέλεση των ως άνω εγκλημάτων (άρθρο 45 ΠΚ, που υπάρχει όταν περισσότεροι από ένα εκτελούν τα εγκλήματα αυτά από κοινού, με τον όρο δε αυτό εκφράζεται αντικειμενικώς μεν ότι περισσότεροι από ένας συνέπραξαν στην τέλεσή της, υποκειμενικώς δε ότι οι περισσότεροι αυτοί είχαν κοινό δόλο, δηλαδή τέλεσαν το έγκλημα ή τα εγκλήματα ύστερα από συναπόφαση), για την αιτιολόγηση της απόφασης αρκεί να αναφέρονται σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση σε καθένα από τα εγκλήματα αυτά ως συναυτουργός. Δεν είναι όμως αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην καταδικαστική απόφαση η διακεκριμένη συμμετοχική δράση του καθενός συναυτουργού με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές ενέργειες. Ειδικότερα συγκατοχή ναρκωτικής ουσίας υπάρχει όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσίασης της συγκεκριμένης ποσότητας, η οποία πρέπει να είναι σαφώς προσδιορισμένη και να υφίσταται η δυνατότητα σε όλους τους συναυτουργούς (δράστες) άσκησης της φυσικής εξουσίασης αυτής με τη δυνατότητα διαθέσεως και διαπιστώσεως οποτεδήποτε της υπάρξεως αυτής. Τέλος, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Π.Κ. "αν οι περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μια και μόνο ποινή, για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 11/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στα αστυνομικά όργανα του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών ... περιήλθον ανώνυμες καταγγελίες ότι ο κατηγορούμενος Χ, μαζί με τον ΑΑ, κατέχει και διακινεί σε τοξικομανείς στη θέση "..." του ΔΔ. ... ναρκωτικά. Κατόπιν των πληροφοριών αυτών οι αστυνομικοί μετέβησαν στην ως άνω θέση που τους είχε υποδειχθεί προς παρακολούθηση. Στις 10.5.2006, απογευματινές ώρες, οι αστυνομικοί αντιλήφθηκαν τους ανωτέρω, οι οποίοι μετέβησαν με το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου Χ στην ως άνω τοποθεσία, αποβιβάστηκαν και έκρυψαν κάτω από κλαριά κάποιο αντικείμενο. Μετά την αποχώρηση του κατηγορουμένου και του ΑΑ, οι ενεδρεύοντες αστυνομικοί προέβησαν σε διερεύνηση του χώρου και βρήκαν μία νάυλον σακούλα η οποία περιείχε τρεις επιμέρους συσκευασίες, περιέχουσες ινδική κάνναβη βάρους 790, 524 και 268 γραμματίων αντίστοιχα. Την επομένη (11.5.2006) και περί ώρα 10η βραδινή επανήλθαν ο κατηγορούμενος μαζί με τον ΑΑ στην ως άνω τοποθεσία που είχαν κρύψει τις παραπάνω ποσότητες ινδικής κάνναβης και όταν κινήθηκαν προς τη συγκεκριμένη θέση, οι αστυνομικοί, οι οποίοι συνέχιζαν την φύλαξη του χώρου, τους συνέλαβαν. Μετά την σύλληψη των ανωτέρω, άγνωστο άτομο τηλεφώνησε στο Τμήμα Ασφαλείας ... και υπέδειξε σημείο, κοντά στην ως άνω τοποθεσία που συνελήφθησαν οι κατηγορούμενοι, όπου βρισκόταν κρυμμένη ηρωίνη. Πράγματι τα αστυνομικά όργανα μετέβησαν στην υποδειχθείσα τοποθεσία και στην ρίζα μίας ελιάς βρήκαν θαμμένη μία νάυλον σακούλα που περιείχε ποσότητα ηρωίνης, βάρους 277 γραμμαρίων και μία ζυγαριά ακριβείας. Ο κατηγορούμενος, εξεταζόμενος, μετά τη σύλληψη του, στην Αστυνομική Διεύθυνση ... (Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών), παραδέχθηκε ότι είχε αγοράσει και κατείχε, από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του (πρωτοδίκως) ΑΑ, τις παραπάνω - ναρκωτικές ουσίες (ινδική κάνναβη και ηρωίνη). Επίσης, απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως άλλωστε και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ομολόγησε ότι οι ανευρεθείσες ποσότητες ινδικής κάνναβης και ηρωίνης, καθώς και η ζυγαριά ακριβείας ανήκαν σ' αυτόν και στον ΑΑ από κοινού, ισχυρισθείς ότι είχαν τις ποσότητες αυτές για δική τους χρήση. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του κατηγορουμένου ελέγχεται ως αναληθής, απορρίφθηκε δε και από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον πρόκειται για πολύ μεγάλες ποσότητες για να καλύπτουν αποκλειστικά και μόνο τις ανάγκες δύο ατόμων (κατηγορουμένου και ΑΑ), εκ των οποίων μάλιστα ο κατηγορούμενος είναι απλός χρήστης και όχι τοξικομανής, ενώ, εξάλλου, όπως κατέθεσαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και οι μάρτυρες αστυνομικοί, η ποσότητα των ναρκωτικών, οι κινήσεις του κατηγορουμένου και ο τρόπος δράσεώς του, μαρτυρούν ότι τις παραπάνω ποσότητες ο κατηγορούμενος τις είχε αγοράσει και τις κατείχε, από κοινού με τον ΑΑ, με σκοπό να τις διαθέσει περαιτέρω σε τρίτους, έναντι τιμήματος. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ως πρωτοδίκως ο ως άνω κατηγορούμενος για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής από κοινού, κατ' εξακολούθηση, των παραπάνω ποσοτήτων ναρκωτικών, με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Χ στο ... και σε άλλους άγνωστους τόπους, κατά το χρονικό διάστημα από 18.6.2005 έως 11-5-2006, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, έκανε χρήση ινδικής κάνναβης, χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και για την πράξη αυτή".
Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της κλοπής από κοινού με τον ΑΑ ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, της κατοχής από κοινού με τον ως άνω αναφερόμενο ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους και της χρήσης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και μετ' απόρριψη του ισχυρισμού περί του ότι είναι τοξικομανής και δη τις κατεχόμενες απ' αυτόν ποσότητες ναρκωτικών είχε για δική του αποκλειστική χρήση και περί της συνδρομής στο πρόσωπο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α και δ του ΠΚ, και του επιβλήθηκε η συνολική ποινή της καθείρξεως των 10 ετών και 1 μηνός και η χρηματική ποινή των 25.000 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1 και 98 παρ. 1 ΠΚ, 4 παρ. 1 και 3 πιν. Α αρ. 5 και 6, 5 παρ. 1 και ζ και παρ. 2 και 12 παρ. 1 του ν. 1729/1987, όπως τα άρθρα 5 και 12 του νόμου αυτού αντικ. με άρθρα 10 και 14 του ν. 2161/1993, το δε άρθρο 12 στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 και 4 του ν. 3189/2003 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκαν: α) ισχυρισμός του αναιρεσείοντος του ότι ήταν τοξικομανής και όχι χρήστης ναρκωτικών ουσιών, στηριζόμενο το Δικαστήριο της ουσίας για την απόφασή του αυτή και στην από 5-7-2006 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ιατροδικαστή ..., και β) ο ισχυρισμός ότι κατείχε την ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών για δική του χρήση, ενόψει της μεγάλης ποσότητας αυτών (1.582 γραμμάτια αποξηραμένης ινδικής κάνναβης, επιμερισμένη σε τρεις συσκευασίες, και 277 γραμμάρια ηρωΐνης, του τόπου φύλαξης αυτών και της κατοχής ζυγού ακριβείας). Επίσης είναι απορριπτέες ως αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) ως προς την έλλειψη αιτιολογίας λόγω του μη επακριβούς προσδιορισμού του τόπου της χρήσεως απ'αυτόν των ναρκωτικών ουσιών, που μπορεί να είναι διάφορος εν μέρει των τόπων της αγοράς τους και της κατοχής τους, επιπλέον δε δεν επηρεάζεται η τοπική αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων (Τριμελούς και Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας) με την αναφορά διαφόρων τόπων της περιφέρειας όμως των Δικαστηρίων της Καλαμάτας ως τόπων τέλεσης των εγκλημάτων από τον αναιρεσείοντα β) ως προς το χρόνο της κατοχής των ναρκωτικών ουσιών από τον αναιρεσείοντα, προσδιοριζόμενα σε μία ημερομηνία (11-5-2006), που είναι η ημέρα που συνελήφθη και κατελήφθη να κατέχει τις ως άνω διάφορες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, ενώ ο χρόνος της αγοράς τους είναι προγενέστερος και εκτείνεται από την 1-1-2006 έως την 11-5-2006 και όχι μόνο στην ημερομηνία της κατοχής τους, αφού η αγορά των ναρκωτικών ουσιών από τον αναιρεσείοντα προηγήθηκε της κατοχής και υπήρξε σταδιακή, γ) ως προς την αναφορά τιμήματος (1000 ευρώ) για την αγορά της ινδικής κάνναβης όχι όμως και των 277 γραμμαρίων ηρωΐνης, για την οποία είναι άγνωστο το ύψος του τιμήματος αυτού όχι και η μη καταβολή αυτού, αφού δεν καθίσταται από το λόγο αυτό αόριστη η σχετική κατηγορία σε βάρος του αναιρεσείοντος, όπως έχει προαναφερθεί στην αρχή της παρούσας για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης ο αναιρεσείων δια των συνηγόρων του προέβαλε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπο αυτού (αναιρεσείοντος) των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της επίδειξης από αυτόν ειλικρινούς μετάνοιας και επιδίωξης να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α και δ του ΠΚ αντίστοιχα), επικαλέσθηκε δε για τη θεμελίωσή τους τα εξής: "Προβάλλω στο Δικαστήριό σας τον παρακάτω αυτοτελή ισχυρισμό τον οποίο αναπτύσσω και προφορικά. "Στο πρόσωπό μου πρέπει να τύχουν εφαρμογής οι ελαφρυντικές περιπτώσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α και δ του ΠΚ και συνεπώς να μου αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά: α) του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α και β) της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρο 84 παρ. 2δ). Ο ισχυρισμός μου αυτός είναι βάσιμος και ευπρόσωπος ερείδεται δε στην πάγια νομολογία των ποινικών δικαστηρίων ιδίως του Αρείου Πάγου, στις απόψεις λόγω όλων των θεωρητικών της ποινικής επιστήμης αλλά και σε αδιάσειστα πραγματικά - ουσιαστικά στοιχεία και έγγραφα της δικογραφίας στην παρούσα ποινική δίκη. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ: Α. - Η θέσπιση της διάταξης (84 παρ. 2 Π.Κ.), που διατυπώθηκε από τον Ν. Χωραφά, στοχεύει στην θεμελίωση λόγων μείωσης της ποινής, εφ' όσον συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις, που καθορίζονται ενδεικτικά και οδηγούν το Δικαστή σε ηπιότερη μεταχείριση του δράστη. Δηλαδή, αξιολογώντας την προσωπικότητα του δράστη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, να μειώνει αυτήν, κατά το μέτρο του άρθρου 83 Π. Κ. Παγίως δε γίνεται δεκτό ότι οι ελαφρυντικές περιστάσεις έχουν εφαρμογή σε κάθε έγκλημα οποιασδήποτε βαρύτητας και σε κάθε εγκληματία (βλ. Α.Π. 267/1995). Ως εκ τούτου είναι προφανώς ορθές οι αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων, που αναγνωρίζουν ελαφρυντικά σε δράστες αξιόποινων πράξεων μεγαλύτερης απαξίας και βαρύτητας (π.χ. ανθρωποκτονία από πρόθεση ή υπόθεση "17 Νοέμβρη" κ.λ.π.) σε σχέση με την παρούσα υπόθεση (βλ. Α.Π. 1091/2002, Α.Π. 842/1999, Εφ.ΑΘ. 699/2003, υπόθεση "17 Ν"). Αρκεί να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η τεκμηρίωση του αιτούμενου ελαφρυντικού. Β.1.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2α' ελαφρυντική περίσταση θεωρείται το ότι: "Ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο έντιμος βίος ανάγεται σε όλες τις μορφές της ζωής: ατομική, επαγγελματική, οικογενειακή και κοινωνική και απαιτείται συμπεριφορά σύμφωνη με τους νόμους και τους κανόνες της ηθικής. Βεβαίως ο νομοθέτης δεν αξιώνει "άσπιλη" ζωή αλλά απλώς "έντιμη", αφού δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί "άτιμη" η ζωή ενός δράστη που υπέπεσε σε μια τυπική παράβαση μικρής κοινωνικής σημασίας (βλ. Μανωλεδάκης Γενική Θεωρία Π.Δ., τ.β', Λ. Λυμπερόπουλος Π.Χρ. ΜΗ', 97 και ιδίως Α.Π. 1091/2002 Αρμενόπουλος 2003, 254).
Συνεπώς ο έντιμος βίος απαιτεί θετική συμπεριφορά, αποδεικνυόμενη με συγκεκριμένα περιστατικά και δεν αναιρείται από τυχόν καταδίκες μικρής κοινωνικής σημασίας και απαξίας. Ισχυρίζομαι ευπρόσωπα και αληθινά ότι στα 27 χρόνια της ζωής μου και έως την 11/05/2006 που έγινε η ανόητη και ολέθρια πράξη μου, έζησα έντιμη προσωπική, επαγγελματική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Η παραδοχή αυτή θεμελιώνεται στα παρακάτω στοιχεία και γεγονότα: α) Μεγάλωσα με μεγάλες στερήσεις, όπως και τα υπόλοιπα αδέλφια μου, από τη μητέρα μου, καθ' ότι ο πατέρας μου μας εγκατέλειψε παντελώς από την βρεφική μου ηλικία, ζώντας αρμονικά με την οικογένεια μου (μητέρα και 2 αδέλφια). Με πολύ κόπο και δυσκολίες τελείωσα το Τεχνικό Επαγγελματικό Λύκειο, με διαγωγή κοσμιοτάτη και πήρα πτυχίο Ηλεκτρολόγου. Υπηρέτησα κανονικά τη στρατιωτική μου θητεία, αφοσιωμένος στο καθήκον και στην πατρίδα με συνέπεια και εντιμότητα, χωρίς να δώσω αφορμή με οποιαδήποτε αρνητική συμπεριφορά (βλ. σχετικά έγγραφα). β) Εργάστηκα κανονικά από το 2000 έως τις αρχές του 2003 στη σιρματουργεία "ΑΦΟΙ ... Ε.Π.Ε." (...) και από τον Μάρτιο του 2003 έως τη σύλληψη μου (11-10-2006) εργάστηκα επίσης συνεχώς και με ασφάλιση στο Σ/Μ "lidl" στην ..., χωρίς να δημιουργήσω οποιοδήποτε πρόβλημα στους εργοδότες μου ή στους συναδέλφους μου, όντας άψογος και συνεπής στην εργασία μου. Γεγονός πού αναγνωρίζεται από την κατάθεση της Προϊσταμένης του "Lidl" στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (βλ. βεβαιώσεις εργοδοτών, καρτέλες ενσήμων Ι.Κ.Α. ...). γ) Δεν απασχόλησα ποτέ τις Διωκτικές Αρχές για παράνομες ή ανήθικες πράξεις, ως δράστης ή ως ύποπτος, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το ποινικό μου μητρώο, το οποίο είναι ΛΕΥΚΟ και δείχνει ότι δεν ήμουν παραβατικό άτομο. Η μοναδική παράβαση μου (χρήση ουσιών μέχρι την ημέρα της σύλληψής μου για την παρούσα υπόθεση) και για την οποία επικρίνω τον εαυτό μου δεν αίρει τον πρότερο έντιμο χαρακτήρα μου, αφού: ί) είναι ήσσονος σημασίας καθ' ότι ως χρήστης έβλαψα μόνο τον εαυτό μου και κανέναν άλλο, ii) το αδίκημα της χρήσης ουσιών αντιμετωπίζεται από τον ποινικό νομοθέτη με πολύ "ήπιες" ποινές, ακόμα και "ατιμώρητο". iii) δεν έχω τιμωρηθεί ποτέ μέχρι σήμερα, όπως προκύπτει και από το ποινικό μου μητρώο, iν) η νομολογία, ιδίως του Αρείου Πάγου, αναγνωρίζει την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου ακόμα και σε περιπτώσεις δραστών με πρότερη καταδίκη σε πιο απαξιωτικά αδικήματα (π.χ. κλοπή) (βλ. προσκομιζόμενη Α.Π. 1091/2002 με την οποίο, αναγνωρίστηκε σε δράστη ανθρωποκτονίας από πρόθεση ελαφρυντική περίσταση πρότερου έντιμου βίου, παρότι αυτός είχε πριν καταδικαστεί για κλοπή σε φυλάκιση 5 μηνών ...), ν) στη δικαστηριακή πρακτική και του παρόντος Δικαστηρίου πολύ συχνά αναγνωρίζεται το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου σε κατηγορούμενους με ίδιες κατηγορίες (κακουργηματική κατοχή) όταν είναι χρήστες αλλά έχουν λευκό ποινικό μητρώο. δ) Ο έντιμος βίος μου συνεπικουρείται και από την με ημερομηνία 14-1-2008 βεβαίωση των Δ. Φ. ..., που σημειώνει την καλή διαγωγή μου κατά τους (20) και πλέον μήνες της κράτησης μου, αφού: ουδέποτε τιμωρήθηκα πειθαρχικά και είχα καλή συμπεριφορά. Γεγονός που επιβεβαιώνει τον ήπιο και φιλήσυχο χαρακτήρα μου.
2.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 β' ελαφρυντική περίσταση θεωρείται το ότι: "ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Κατά την έννοια αυτή το ελαφρυντικό παρέχεται "αν αποδειχθεί ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και δεν αρκεί η ρηματική μεταμέλεια κατά τη διάρκεια της δίκης, αλλά απαιτείται να είναι έμπρακτη και με τη θέληση του. Δηλαδή να συνοδεύεται από πράξεις ή ενέργειες που μαρτυρούν ότι αυτός πράγματι επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του". Τέτοια έμπρακτη συμπεριφορά έχει ενδεικτικά θεωρηθεί ότι αποτελούν μεταξύ άλλων πράξεις όπως: α) η ομολογία της συμμετοχής του υπαιτίου στην πράξη, η αποκάλυψη των συμμέτοχων και η μη υπαναχώρηση από τις ομολογίες του (βλ. υπόθεση "77 Ν." Εφ. Αθ. 699/2003), β) η απεξάρτηση και γενικότερα η αποκοπή και απόρριψη των ναρκωτικών ουσιών ως τρόπος ζωής από πρώην χρήστες όπως εγώ (βλ. διατάξεις και πνεύμα άρθρου 31 του Ν. 3459/2006 περί ναρκωτικών). Στην παρούσα υπόθεση επικαλούμαι τα παρακάτω περιστατικά, πράξεις και ενέργειες, από τα οποία προκύπτει και αποδεικνύεται η ειλικρινής μετάνοια μου και η έμπρακτη επιδίωξη μου να άρω και να μειώσω τις συνέπειες από την ανόητη και καταστροφική εμπλοκή μου με τις ναρκωτικές ουσίες. α) Ομολόγησα αμέσως μετά τη σύλληψή μου τις πράξεις μου στους Αστυνομικούς, εξεταζόμενος στο Τ.Α. ..., αυθόρμητα, παραδέχθηκα την αγορά και κατοχή τους και το ίδιο έπραξα και ενώπιον του κ. Ανακριτή ... . Η ομολογία μου ήταν ειλικρινής, περιέγραψα αναλυτικά τα περιστατικά, συνεργάστηκα και απάντησα σε όλες τις ερωτήσεις που μου έθεσαν οι Αρχές με τη θέληση μου, χωρίς να μου ασκηθεί σωματική ή ψυχολογική βία. Η ειλικρινής ομολογία μου επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των (3) αστυνομικών μαρτύρων στην παρούσα υπόθεση, β) Αποκάλυψα με ευθύτητα το πρόσωπο από το οποίο αγοράσαμε την ποσότητα του 1,5 περίπου κιλού κάνναβης, περιγράφοντας αναλυτικά όλες τις ενέργειες, τα γεγονότα και τα στοιχεία που διέθετα. Δεν υπαναχώρησα από την αληθινή αυτή ομολογία μου τόσο για τον εαυτό μου όσο και για τον προμηθευτή μας, ανεξάρτητα από την αθωωτική για αυτόν απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την οποία, σέβομαι απολύτως και την επίκληση από αυτόν του άρθρου 211ΑΚΠ.Δ. γ) Με τη βοήθεια, ιδίως των γιατρών και των υπηρεσιών του Νοσοκομείου "κρατουμένων ..., αλλά και των Δ.Φ. ... έδωσα μια δύσκολη και επίμονη μάχη, για να απεξαρτηθώ από τις ναρκωτικές ουσίες, ιδίως την ηρωίνη, πράγμα που πέτυχα. Ειδικότερα, παρά τα ισχυρά στερητικά σύνδρομα που εκδηλώθηκαν αμέσως μετά τη σύλληψή μου (12-5-06, βλ. έγγραφο Γ.Ν. ...), σιγά σιγά, λαμβάνοντας με υπόδειξη των θεραπόντων γιατρών υποκατάστατα φάρμακα, κατάφερα αποκοπώ εντελώς από όλες τις ουσίες και είμαι πλέον από καιρό "καθαρός", δ) Δυστυχώς η χρήση ηρωίνης μου προκάλεσε ηπατίτιδα C, εξαιτίας της οποίας ταλαιπωρούμαι επί πολλούς μήνες, νοσηλευόμενος σε διάφορα νοσηλευτικά ιδρύματα, όντας κρατούμενος (βλ. υπ' αριθμ. ... ιατρική γνωμάτευση νοσοκομείου κρατουμένων ...). Αυτό το αδιαμφισβήτητο και πολύ σοβαρό γεγονός για τη ζωή μου, πέραν των κινδύνων και της μεγάλης ταλαιπωρίας μου, είχε και ως πρόσθετη συνέπεια να μην μπορώ να εργαστώ στη φυλακή επαρκώς για ευνόητους λόγους, παρά την μεγάλη επιθυμία μου. Ωστόσο, όντας κρατούμενος και με αυτήν την πολύ σοβαρή ασθένεια, προσπαθώ επίμονα να αλλάξω ζωή και ενδιαφέροντα, ώστε όταν αποφυλακισθώ να είμαι χρήσιμος, σωστός και φιλήσυχος πολίτης.
Συνεπώς τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν φρονώ ότι θα πρέπει να οδηγήσουν στην αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2α' και, δ' στο πρόσωπο μου και στην επιβολή ελαττωμένης ποινής κατ' άρθρο 83 Π.Κ. σε συνδυασμό και με τις διατάζεις του άρθρου 79 Π.Κ.".
Όμως, οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν θεμελιώνονται στα πιο πάνω συναφώς επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά, καθόσον: α) δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση των πράξεων, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά και β) για τη στοιχειοθέτηση της περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' του Π.Κ., πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επεζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, μη αρκούσης ούτε της ομολογίας για την τέλεση αυτών μετά τη σύλληψή του και τη βεβαιότητα αποκάλυψης της εγκληματικής δραστηριότητάς του από το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών μέσων ούτε και της αποκάλυψης του πωλητού των ναρκωτικών ουσιών προς αυτόν, δηλονότι του ΒΒ, η οποία όμως δεν επαληθεύθηκε από την ποινική διαδικασία (βλ. 17η σελίδα προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί των ανωτέρω δύο αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος που ήταν αόριστοι, εκ περισσού δε με ειδική και πλήρη αιτιολογία απέρριψε αυτούς ως αβάσιμους (βλ. 17η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και όλοι οι πρόσθετοι (1ος έως 7ος) επ' αυτής λόγοι, με τους οποίους, κατ' εκτίμησή τους, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (τόσο ως προς την ενοχή του για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς και κατοχής από κοινού ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους όσο και ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του) και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των προαναφερομένων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Ακόμη είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η), με την παραδοχή από το Δικαστήριο της ουσίας ότι οι κατεχόμενες από τον αναιρεσείοντα ναρκωτικές ουσίες προορίζονταν για περαιτέρω διάθεση σε τρίτους, χωρίς να προσδιορίζονται ο χρόνος της τοιαύτης διάθεσης και τα πρόσωπα που θα αποκτούσαν ναρκωτικές ουσίες από τον αναιρεσείοντα. Και τούτο διότι δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών η προς περαιτέρω διάθεση ή προς ιδίαν αποκλειστική χρήση κατοχή αυτών από το δράστη, ούτε επιπλέον απαιτείται για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης η αναφορά σ'αυτή ότι ο δράστης και κάτοχος της ναρκωτικής ουσίας προόριζε αυτή για δική του αποκλειστική χρήση. Μόνο αν υποβληθεί πλήρης και ορισμένος αυτοτελής ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο για προμήθεια ή κατοχή ναρκωτικών ουσιών προς ιδίαν αποκλειστική χρήση, οφείλει το δικαστήριο να διαλάβει στην απόφασή του την ως άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη αυτού. Το τελευταίο συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την αναφερόμενη στη 16η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης, για την απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβασίμου.
Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής από 26-1-2009 πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Απριλίου 2008 αίτηση του Χ και τους πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Έννοια αυτών. Συναυτουργία. Απόρριψη ισχυρισμών για κατοχή ναρκωτικών προς ιδία χρήση και ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 §§ 2α και 2δ ΠΚ. Νόμιμο και ορισμένο σχετικών ισχυρισμών. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και μη ορθή εφαρμογή του νόμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Συναυτουργία.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1569/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ζερδέ, περί αναιρέσεως της 1921/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Φωτάκη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24 Σεπτεμβρίου 2007 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 619/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 24 Σεπτεμβρίου 2009 δύο αιτήσεις αναιρέσεως: 1) του Χ1 και 2) του Χ2 (υπ' αριθμ. εκθέσεως 7 και 6/2007) στρέφονται κατά της αυτής υπ' αριθμ. 1921/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Αυτές ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες, να εξετασθούν περαιτέρω. Κατά το άρθρο 308 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή με χρηματική ποινή, και αν είναι ασήμαντη τιμωρείται με κράτηση ή πρόστιμο". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης διαβαθμίζεται, αναλόγως της σπουδαιότητάς της, σε απλή (ή ελαφρά), σε εντελώς ελαφρά, η οποία, χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει όλως επιπόλαιες συνέπειες, και σε ασήμαντη, η οποία είναι αυτή που έχει ήπιες συνθήκες. Περαιτέρω, από το άρθρο 45 Π.Κ. συνάγεται, ότι η συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος που διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή, με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους, είτε κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας να θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει, ότι και κάποιος άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δράση του με την δράση του άλλου, η δε σύμπραξη συνίσταται στην διάπραξη από καθένα πράξεων της αντικειμενικής υπόστασης. Για την αιτιολόγηση της απόφασης στην περίπτωση της συναυτουργίας, αρκεί να αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην καταδικαστική απόφαση η διακεκριμένη συμμετοχική δράση του καθενός συναυτουργού με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές πράξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείο χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1921/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 08-12-2001, στη ..., αμφότεροι οι κατηγορούμενοι κτύπησαν δια των γρόνθων και ποδών τον εγκαλούντα Ψ σε διάφορα μέρη του σώματός του προκαλώντας σ' αυτόν κάταγμα (ΑΡ) ΠΔΚ (περόνης) και αμφισφύριο κάταγμα (αρ) ΠΔΚ. Τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από το ως άνω αποδεικτικό υλικό και ιδίως από τις καταθέσεις των εξετασθέντων πολιτικώς ενάγοντος και μάρτυρος ΑΑ που καταθέτουν ρητώς, έχοντας ιδία αντίληψη ο μεν πρώτος ως παθών την σωματικήν βλάβην, η δε δεύτερη ως παρούσα κατά το συμβάν ότι οι κατηγορούμενοι κτύπησαν τον πολιτικώς ενάγοντα με αποτέλεσμα να υποστεί σωματική βλάβη και λεπτομερώς όλες τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα τα ανωτέρω καταθέσεις που δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των λοιπών εξετασθέντων μαρτύρων οι οποίοι δεν ήταν παρόντες, όπως ρητώς καταθέτουν και ειδικώς ο ΒΒ καταθέτει ότι "... είχαν διαξιφιστεί, όμως εγώ έφυγα και η αδελφή του ήταν 5 μέτρα πίσω μου. Μου είπε ότι τον πιάσανε, εγώ δεν είδα να τον δέρνουν. Εμαθα από την αδελφή μου ότι του είχαν σπάσει το πόδι ...". Επομένως, πρέπει, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη του Δικαστηρίου, να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των πράξεων της σωματικής βλάβης με πρόθεση για την οποία κατηγορούνται, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό, να τους αναγνωριστεί όμως η ελαφρυντική περίσταση του άρθρ. 84 παρ. 2 γ ΠΚ διότι ωθήθηκαν στην πράξη τους αυτή από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, ο οποίος, όπως προέκυψε από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό παρενοχλούσε σεξουαλικά τη σύζυγο του πρώτου και θυγατέρα του δεύτερου των κατηγορουμένων". Με βάση αυτά τα περιστατικά το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες απλής σωματικής βλάβης και τους επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών μηνών στον καθένα, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2 περ. γ και 308 παρ. 1α Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Εξάλλου η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η συμμετοχική δράση καθενός αυτών ως συναυτουργών και ειδικότερα ποίος εκ των δύο κτύπησε τον πολιτικώς ενάγοντα είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι με γρόνθους και με τα πόδια τους προκάλεσαν τις σωματικές κακώσεις στον πολιτικώς ενάγοντα. Εξάλλου, επί συναυτουργίας η σύμπραξη συνίσταται στην διάπραξη από τον καθένα συναυτουργό πράξεων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή ποίος από τους δύο συναυτουργούς και πώς κτύπησε τον παθόντα και σε ποίο σημείο του σώματός του, δηλονότι δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός και ο διαχωρισμός των κακώσεων που επήλθαν από τον ένα ή τον άλλον των δύο αναιρεσειόντων. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες και με το ίδιο περιεχόμενο οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως πολιτικώς ενάγοντος Ψ (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 24 Σεπτεμβρίου 2007 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1921/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη κατά συναυτουργία. Επάρκεια αιτιολογίας απόφασης ως προς τα στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Απόρριψη σχετικών αιτήσεων αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη απλή.
| 0
|
Αριθμός 1568/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Παπαγεωργόπουλο, περί αναιρέσεως της 37,38,39/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη την Χ2.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 741/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 349 παρ. 1α και 2α του Π.Κ., όποιος για να εξυπηρετήσει την ακολασία άλλων προάγει στην πορνεία ανήλικο, που είναι νεότερο των δέκα πέντε ετών ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην καθ' οιονδήποτε τρόπο (παροτρύνσεις, πιέσεις κ.λπ.) και με οποιαδήποτε μέσα (παροχή καταλύματος, ανεύρεση ερωτικών συντρόφων κλπ) παρακίνηση της γυναίκας (ανήλικης ή ενήλικης) που δεν είναι ακόμη πόρνη, να τραπεί στην πορνεία ή και η ενίσχυση της τυχόν ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσης ακόμη αποφάσεως αυτής να πράξει τούτο. Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα, θύμα όμως μόνο γυναίκα, αδιακρίτως ηλικίας και με τη διάκριση ως προς το ύψος της ποινής εάν αυτή είναι νεώτερη των 15 ετών. Δεν είναι αναγκαίο η γυναίκα να είναι "αμέπτων" ηθών, είναι όμως αναγκαίο να μη είναι ήδη πόρνη. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος σε πλείονα πρόσωπα, άνευ εκλογής, δηλαδή η παροχή κατά συνήθεια σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό προσώπων, αντί χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής. Ακόμη, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 351 του Π.Κ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του ν. 3064/2001 "όποιος με τη χρήση βίας, απειλή ή άλλον εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευσή του τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ. Κατά την παράγραφο 4 εδ. α, β και δ ΠΚ του ίδιου άρθρου, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ στον υπαίτιο, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αν η πράξη (της σωματεμπορίας) στρέφεται κατά ανηλίκου (περίπτωση α'), ή τελέσθηκε από ένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στα στοιχ. γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 349 του ΠΚ (περίπτωση β') ή τελείται κατ' επάγγελμα (άρθρο 13 περ. στ' ΠΚ - περίπτωση δ'). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ κάθε συναυτουργός μιας αξιόποινης πράξης τιμωρείται ως αυτουργός αυτής. Προϋπόθεση για την τέλεση μιας πράξης κατά συναυτουργία είναι α) ο κοινός δόλος των δραστών και β) η αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξη καθενός αυτών (δραστών). Η σύμπραξη μπορεί να συνίσταται, είτε στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, είτε στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές, η δε πράξη να είναι άδικη για όλους τους συναυτουργούς. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για μη καταλογισμό της πράξης του δράστη λόγω πραγματικής πλάνης του (άρθρο 30 παρ. 1 του Π.Κ.), ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 37-38-39/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, για τον αναιρεσείοντα και τη συγκατηγορούμενή του Χ2 για τα εγκλήματα της μαστροπείας και της σωματεμπορίας από κοινού: "Περί τέλη Μαΐου του έτους 2004 περιήλθε στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών της Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής η πληροφορία σπείρα Αλβανών των οποίων αναφέρθηκαν τα μικρά ονόματα εξωθεί στην πορνεία γυναίκες από την Αλβανία, μεταξύ των οποίων και μία ανήλικη ηλικίας 13-14 ετών, ότι στην ομάδα συμμετείχε και η μητέρα της ανήλικης, η οποία επίσης εκδιδόταν επί χρήμασι και ότι για το κλείσιμο των ραντεβού, τα οποία γίνονταν μόνο με αλλοδαπούς πελάτες προκειμένου να αποφύγουν οι δράστες τη σύλληψη τους με τη μέθοδο του αστυνομικού-"πελάτη", χρησιμοποιούσαν το κινητό τηλέφωνο με τον αριθμό ... . Μετά από έρευνες των αστυνομικών προέκυψε ότι οι ανωτέρω αλλοδαποί δράστες διέμεναν στο ξενοδοχείο ..., στην οδό ... αριθ. ..., στην ... . Στις 9-6-2004 αστυνομικοί της πιο πάνω υπηρεσίας έθεσαν υπό παρακολούθηση το προαναφερθέν ξενοδοχείο και διαπίστωσαν ότι τις πρωινές ώρες της ημέρας αυτής ένας άνδρας, μία γυναίκα και ένα κορίτσι, που όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, η δεύτερη κατηγορουμένη Χ2 και η κόρη της δεύτερης ΑΑ (η οποία ήταν ανήλικη και μάλιστα δεν είχε συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας της, αφού είχε γεννηθεί στις 31-10-1989), βγήκαν από το ξενοδοχείο και συναντήθηκαν διαδοχικά σε τρία σημεία του κέντρου των ... (..., ... και ...) με ισάριθμους αλλοδαπούς άνδρες, προφανώς Πακιστανούς, με τους οποίους εισέρχονταν σε κάποιες οικίες και παρέμεναν εκεί επί 15-30 λεπτά. Τις μεσημβρινές ώρες της επομένης (10-6-2004) οι κατηγορούμενοι βγήκαν πάλι μαζί με την ανήλικη, μετέβησαν στην περιοχή ... και συναντήθηκαν με έναν αλλοδαπό, ο οποίος, όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων ήταν ο Πακιστανός υπήκοος ΒΒ. Όλοι μαζί μπήκαν σε διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας που βρισκόταν στην οδό ... αριθ. ... . Τότε επενέβησαν οι αστυνομικοί, οι οποίοι, συνοδευόμενοι από εκπρόσωπο της δικαστικής αρχής, διενήργησαν νόμιμη έρευνα. Κατά την έρευνα βρήκαν στο υπνοδωμάτιο τον ΒΒ ημίγυμνο και την ανήλικη εντελώς γυμνή, ενώ σε διπλανό δωμάτιο του διαμερίσματος ανέμεναν οι κατηγορούμενοι και ο Πακιστανός υπήκοος ΓΓ. Στο κρεβάτι του υπνοδωματίου βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα προφυλακτικό, στην κατοχή της δεύτερης κατηγορουμένης βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένα πλαστό ειδικό δελτίο ταυτότητας ομογενούς και ένα κινητό τηλέφωνο, ενώ στην κατοχή του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν το χρηματικό ποσό των 6.580 ευρώ, ένα σημειωματάριο-ατζέντα με ονόματα και αριθμούς τηλεφώνων αλλοδαπών και ένα κινητό τηλέφωνο, που όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων είχε τον αριθμό κλήσεως ..., δηλαδή ήταν εκείνο μέσω του οποίου κανονίζονταν τα ερωτικά ραντεβού. Από την έρευνα που επακολούθησε διαπιστώθηκε ότι η δεύτερη κατηγορουμένη είχε τελέσει γάμο στην Αλβανία με τον ... και είχε αποκτήσει με αυτόν δύο τέκνα, τον ... και τη ΑΑ. Μετά τη λύση του γάμου της με τον ανωτέρω, ήλθε στην Ελλάδα μαζί με τον αρχικά συγκατηγορούμενό της και ήδη φυγόδικο ΔΔ, του οποίου το μικρό όνομα είχε αναφερθεί με την τηλεφωνική καταγγελία στους αστυνομικούς. Εδώ η δεύτερη κατηγορουμένη άρχισε να εκδίδεται επί χρήμασι, αποδίδοντας μέρος των χρημάτων που εισέπραττε στον ανωτέρω αρχικά συγκατηγορούμενό της. Κατά το διάστημα της παραμονής της στην Ελλάδα γνώρισε στην ... και τον πρώτο κατηγορούμενο, φίλο και συμμέτοχο του ΔΔ. Ένα περίπου έτος πριν από τη σύλληψή τους οι κατηγορούμενοι, από κοινού με τον ήδη φυγόδικο αρχικά συγκατηγορούμενό τους, εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη, λόγω ηλικίας και χαρακτήρα, θέση της πιο πάνω ανήλικης, με υποσχέσεις για οικονομικά άνετη ζωή και παροχή άλλων ωφελημάτων (όπως γλυκίσματα και σοκολάτες που της προσέφεραν προκειμένου να κάμψουν την αντίσταση της), μετέφεραν αυτήν στην Ελλάδα από την Αλβανία, όπου μέχρι τότε διέμενε με τον πατέρα της και από τότε μέχρι τις 10-6-2004 την κατακρατούσαν με σκοπό να προβούν στη γενετήσια εκμετάλλευση της και την προήγαγαν στην πορνεία, εκδίδοντας την για ερωτική συνεύρεση κατ' επανάληψη και με άγνωστο αριθμό αλλοδαπών ανδρών, ιδίως δε στις 10-6-2004 με τους προαναφερθέντες δύο άνδρες πακιστανικής καταγωγής, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος ύψους 45 ευρώ για κάθε συνεύρεση. Και ναι μεν η ανήλικη με την αναγνωσθείσα από 11-6-2004 προανακριτική της κατάθεση δήλωσε ότι πριν από τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις των κατηγορουμένων σε βάρος της είχε σχέσεις με κάποιον ομοεθνή της ονόματι ΕΕ και ότι αυτός την προήγαγε στην πορνεία κατά τα διαστήματα κατά τα οποία η μητέρα της δεύτερη κατηγορουμένη βρισκόταν στην Αλβανία και εν αγνοία εκείνης, όμως η κατάθεση της στο σχετικό σημείο της δεν κρίνεται πειστική και είναι προδήλως προϊόν υπαγορεύσεως από τους έμπειρους προαγωγούς της, οι οποίοι γνώριζαν τη σημασία μιας τέτοιας δηλώσεως και οι οποίοι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, είχαν επίσης την εμπειρία και την πρόνοια να εκδίδουν την ανήλικη μόνο σε αλλοδαπούς για να αποφύγουν τη σύλληψη τους με τη μέθοδο του αστυνομικού-"πελάτη". Τέλος οι κατηγορούμενοι τελούσαν την αξιόποινη πράξη της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αξιόποινων πράξεων της μαστροπείας από κοινού και της σωματεμπορίας από κοινού, οι οποίες τους αποδίδονται, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό, απορριπτομένου του ισχυρισμού της δεύτερης κατηγορουμένης ότι το αδίκημα της μαστροπείας απορροφάται από εκείνο της σωματεμπορίας. Το αίτημα των κατηγορουμένων να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, διότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν στην αρχή αυτής της αποφάσεως δεν προέκυψε ότι αυτοί έδειξαν ειλικρινή μετάνοια και επιχείρησαν να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες των πράξεων τους. Αντίθετα παραμένουν αμετανόητοι εφόσον εξακολουθούν να αρνούνται τις πιο πάνω πράξεις τους, μόνη δε η απλή δήλωση της δεύτερης ότι μετανοεί διότι δεν προστάτευσε τη θυγατέρα της από το ΔΔ δεν αρκεί για την απόδειξη ειλικρινούς μεταμέλειας της κατά την έννοια της προαναφερθείσης διατάξεως ...". Ακολούθως, με βάση τις άνω παραδοχές, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της μαστροπείας και της σωματεμπορίας από κοινού και, απορρίπτοντας τον αυτοτελή ισχυρισμό του για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ του ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και συνολική χρηματική ποινή εβδομήντα χιλιάδων (70.000) ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 349 παρ. 1α, 2 περ. α και γ και 351 παρ. 1 και 4 περ. α, β και δ του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Εξάλλου και αναφορικά με την αιτίαση του αναιρεσείοντος περί μη εφαρμογής από το δικαστήριο της ουσίας της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 30 παρ. 1 του Π.Κ., πρέπει να επισημανθεί ότι αυτός επιχειρεί το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού να προβάλει τον ερειδόμενο στην προαναφερόμενη ποινική διάταξη αυτοτελή ισχυρισμό που οδηγεί, σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του, στο μη καταλογισμό των αξιοποίνων πράξεων της μαστροπείας και σωματεμπορίας ανηλίκου (μόνο ως προς το στοιχείο της μη γνώσης ότι η παθούσα θυγατέρα της συγκατηγορούμενής του ήταν ανήλικη και μικρότερη των 15 ετών, με συνέπεια τη μη θεμελίωση της επιβαρυντικής μορφής των ως άνω εγκλημάτων). Πλέον συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης ουδείς αυτοτελής ισχυρισμός εκ μέρους του αναιρεσείοντος ή της συνηγόρου του υποβλήθηκε περί πραγματικής του πλάνης, ούτε μπορεί να συναχθεί κάτι τέτοιο από το μέρος της απολογίας του κατά την οποία ανάφερε, κατά πιστή μεταφορά "Μου είχε πει ότι η κόρη της ήταν 17 ετών". Η συνήγορος του αναιρεσείοντος πρότεινε αορίστως μόνο τον αυτοτελή ισχυρισμό περί της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιας, ήτοι του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ' του ΠΚ, χωρίς την επίκληση οιουδήποτε περιστατικού που θα θεμελίωνε τον εν λόγω ισχυρισμό (βλ. 244 σελίδα των ως άνω πρακτικών). Επομένως η ως άνω αιτίαση του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί καθόσον ερείδεται σε ανύπαρκτη προϋπόθεση, δηλονότι σε παραδεκτή προβολή του ισχυρισμού περί πραγματικής πλάνης ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, για τον οποία δεν αποφάνθηκε. Για τον αυτό λόγο είναι απορριπτέα και η αιτίαση περί μη αναγνωρίσεως από το δικαστήριο της ουσίας της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του ΠΚ, λόγω του λευκού ποινικού μητρώου του (αναιρεσείοντος) που υπήρχε στη δικογραφία, αφού τέτοια ελαφρυντική περίσταση δεν επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων ή η παραστάσα συνήγορός του, παρεκτός του ότι η ύπαρξη του λευκού ποινικού μητρώου και μόνο δεν ήταν αρκετή για το ορισμένο και νόμιμο της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης. Επισημαίνεται ότι ο αναιρεσείων δεν παραπονείται για την απόρριψη του αορίστως προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιάς του (άρθρο 84 παρ. 2 περ. δ του ΠΚ).
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 8 Απριλίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 37-38-39/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μαστροπεία. Σωματεμπορία από κοινού. Επιβαρυντική περίπτωση αυτών. Καταδικαστική απόφαση. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή ποινικών διατάξεων. Απόρριψη ισχυρισμών περί πραγματικής και νομικής πλάνης και περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 § 2δ του ΠΚ. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και μη ορθή εφαρμογή ποινικών διατάξεων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Μαστροπεία, Πλάνη.
| 2
|
Αριθμός 1567/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ..., κατοίκου ...και 2) ..., κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Φωκά, περί αναιρέσεως της 2412/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Λαμτζίδη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28.9.2007 δύο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1726/2007.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 28.9.2008 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του ... και του ...στρέφονται κατά της αυτής υπ' αριθ. 2412/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Αυτές ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες, να εξεταστούν περαιτέρω.
Από τις διατάξεις των άρθρων 229 παράγραφος 1 και 224 παράγραφος 2 του ΠΚ, προκύπτει ότι υπαίτιος των πράξεων, που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέμματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παράγραφος 1 και ότι τα ενόρκως εκτιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παράγραφος 2 του ΠΚ. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παράγραφος β εδ. α του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, προκύπτει ότι για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση) και παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στον φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής εξαρτήσεως. Υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2412/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος (πρώτος αναιρεσείων), κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο: 1) υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης κατά του εγκαλούντα ... την με ημερομηνία καταθέσεως 7.9.2001 έγκλησή του, η οποία έλαβε αριθμό ΒΜ ΣΤ 20001 Εγχ/739, με την οποία εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς ότι ην 6.8.2001, ενεργώντας από κοινού με τη σύζυγό του ... και την .... προέβησαν στην κατεδάφιση διαχωριστικού τοιχείου των ομόρων ιδιοκτησιών τους, που δήθεν είχε κατασκευαστεί το έτος 1980 κατόπιν κοινής συμφωνίας τους, ενώ γνώριζε ότι τα παραπάνω ήταν ψευδή και ότι αληθές ήταν ότι ο εγκαλών δεν τέλεσε καμμία από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις της φθοράς και της αυτοδικίας, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, το παραπάνω διαχωριστικό τοιχείο, που φέρεται να κατασκεύασε αυτός το έτος 1980, κτίσθηκε από τον δεύτερο συγκατηγορούμενό του ..., κατόπιν εντολής αυτού, παρανόμως το έτος 2001. Στον ίδιο δε τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, κατά την κατάθεση της παραπάνω ψευδούς κατά το περιεχόμενό της εγκλήσεως, εν γνώσει του βεβαίωσε το περιεχόμενο αυτής, 2) με συνεχείς προτροπές και υποδείξεις προκάλεσε στον δεύτερο συγκατηγορούμενό του ... την απόφαση να καταθέσει ενόρκως ψευδώς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ψέμματα, ότι δήθεν το παραπάνω τοιχείο κτίσθηκε από αυτόν (πρώτο κατηγορούμενο) το έτος 1980, ενώ το αληθές είναι ότι το τοιχείο αυτό χτίσθηκε κατόπιν εντολής αυτού από τον ως άνω δεύτερο συγκατηγορούμενο αυθαιρέτως και παρανόμως το έτος 2001. Αποδείχθηκε επίσης, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) στην Θεσσαλονίκη, την 2.8.2002, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, με ενάγοντα - αιτούντα τον εγκαλούντα και εναγόμενο καθού η αίτησή του πρώτο συγκατηγορούμενό του, εν γνώσει του κατέθεσε ψέμματα, ότι το διαχωριστικό τοιχείο που υφίστατο μεταξύ των ιδιοκτησιών των ως άνω τότε διαδίκων κτίσθηκε το έτος 1980, ενώ το αληθές είναι ότι το τοιχείο κτίσθηκε από τον ίδιο κατόπιν εντολής του πρώτου συγκατηγορουμένου του το έτος 2001. Επομένως, εφόσον στοιχειοθετούνται αντικειμενικά και υποκειμενικά οι αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στους παραπάνω κατηγορουμένους, πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας". Με τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες και δη τον μεν πρώτο των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, τον δε δεύτερο αυτών, του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα και τους επέβαλε αντίστοιχα συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών και ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε για μία τριετία. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα ως άνω άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για το ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι είχαν γνώση της αναλήθειας των καταμηνυθέντων και ενόρκως βεβαιωθέντων από τον πρώτο και των ενόρκως βεβαιωθέντων από τον δεύτερο αυτών, καθώς και όσων για τον εγκαλούντα - πολιτικώς ενάγοντα ισχυρίστηκαν, καίτοι από όσα εκτίθενται στο σκεπτικό δεν είναι καθόλου αυτονόητη τέτοια γνώση. Εξάλλου, το διατακτικό είναι τυπική επανάληψη του σκεπτικού, χωρίς να περιέχει οιανδήποτε παραδεκτή συμπλήρωσή του. Ειδικότερα σε σχέση με το στοιχείο αυτό του αμέσου δόλου (γνώση), η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει στο σκεπτικό της τις φράσεις "εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς", "εν γνώσει του βεβαίωσε το περιεχόμενο αυτής (εγκλήσεως)", "εν γνώσει του κατέθεσε ψέμματα", χωρίς όμως να αιτιολογεί από ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση τους αυτή εν σχέσει με την αναλήθεια την περιστατικών τα οποία ο πρώτος κατηγορούμενος περιέλαβε στην κατά του εγκαλούντος έγκλησή του και βεβαίωσε ενόρκως εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ο δε δεύτερος βεβαίωσε ενόρκως ως μάρτυρας την 2.8.2002 κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εξέτασή του σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ του εγκαλούντος και του πρώτου αναιρεσείοντος. Εξάλλου, η πληρότητα της αιτιολογίας για την ηθική αυτουργία του πρώτου αναιρεσείοντος συνδέεται με την πληρότητα και της αιτιολογίας για την ψευδορκία μάρτυρα του δευτέρου αναιρεσείοντος, που δεν υπάρχει, κατά τα προεκτιθέμενα. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια στην απόφαση, και πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει μετά από αυτά η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο, όμως, από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2412/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρα. Υποκειμενικό στοιχείο των εγκλημάτων αυτών είναι ο άμεσος δόλος που πρέπει να αναφέρεται στην καταδικαστική απόφαση. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το στοιχείο του άμεσου δόλου του κατηγορουμένου. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα, Δόλος.
| 1
|
Αριθμός 1573/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκλαβουνάκο, περί αναιρέσεως της 55133/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 578/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ'του ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.2 του ίδιου κώδικα αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία ... αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά ... κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα ο πολιτικώς ενάγων Ψ1 για να εμφανιστεί κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας απόφασης συνεδρίαση. Ο προαναφερόμενος πολιτικώς ενάγων όμως δεν εμφανίστηκε κατ'αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώ εμφανίστηκε και παρέστη νόμιμα ο αναιρεσείων. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέμενα, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν.5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ.1 περ.α' του ν. 2408/1996, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή που δεν πληρώθηκε. Επίσης, με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 2721/1999 προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παρ. 5 κατά το οποίο για πράξης που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου, σύμφωνα δε με την παρ. 2 εδ. α του πιο πάνω άρθρου 22, αν η προαναφερόμενη δήλωση του δικαιούμενου σε έγκληση, δεν υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν. 5960/1933, συνάγεται ότι (και πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ. 3 του νόμου 3472/2006 ΦΕΚ Α' 135/4-7-2006), δικαιούχος της έγκλησης δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημιά από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του δικαιουμένου σε έγκληση προηγούμενου κομιστή δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2408/1966, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή (Ολομ. ΑΠ 23/2007 και 24/2007).Ο άδικος χαρακτήρα της πράξης αυτής δεν επηρεάζεται και το αξιόποινο της συμπεριφοράς του εκδότη της ακάλυπτης επιταγής δεν αίρεται από το γεγονός ότι αυτός είχε παύσει τις πληρωμές του κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 171 ΚΠΔ, κατά την οποία "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο ακόμη προκαλείται... 2) αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 και 68 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος είναι παράνομη και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, από την οποία δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.α' του αυτού Κώδικα, μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως και όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68, 83, 84 ΚΠΔ, 914 και 932 ΑΚ και 64 παρ.2 ΚΠολΔ μόνον εκείνος που υπέστη από την εγκληματική σε βάρος του πράξη άμεση ζημία, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, νομιμοποιείται να παραστεί κατά του υπαιτίου ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ως πολιτικώς ενάγων και να ενασκήσει τις αξιώσεις του, το επιτρεπτό δε της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωση και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 43α του ν. 3190/1955 η εταιρία περιορισμένης ευθύνης μπορεί να συσταθεί από ένα πρόσωπο, ή να καταστεί μονοπρόσωπη, της οποίας αναγκαία το πρόσωπο αυτό είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής αυτής. Δηλονότι στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο της εταιρίας συμπίπτει μεν με το φυσικό πρόσωπο που την εκπροσωπεί, αλλά δεν ταυτίζεται με αυτό και σε κάθε ενέργεια του φυσικού αυτού προσώπου πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση αν η τοιαύτη ενέργειά του γίνεται επ'ονόματί του και με ατομική του ευθύνη ή ως εκπροσώπου της μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, της οποίας είναι μόνο μέτοχος και διαχειριστής.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 55133/2007 απόφαση, και από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας που επιτρεπτώς επισκοπούνται για την εξέταση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ'εξακολούθηση (άρθρα 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 και 98 παρ.1 ΠΚ και 79 του ν.5960/1933, όπως το τελευταίο άρθρο ισχύει μετά τις σταδιακές τροποποιήσεις του) και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών και χρηματική ποινή 6.000 ευρώ, η δε ποινή φυλάκισης μετατράπηκε σε χρηματική ποινή 5 ευρώ ημερησίως. Εγκαλούσα για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη είναι η μονοπρόσωπη εταιρία με την επωνυμία "ΛΑΜΠΡΑΝΟ ΕΛΛΑΣ ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" σε διαταγή της οποίας εκδόθηκαν οι τρεις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ακάλυπτες επιταγές, που υπέβαλε έγκαιρα, ήτοι την 5-12-2003 την κατά νόμο έγκληση δια του νομίμου εκπροσώπου της Ψ1. Περαιτέρω, όμως όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης (βλ. 2η σελίδα αυτών) στο εν λόγω δικαστήριο εμφανίστηκε ο Ψ1 και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για το ποσό των 600 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί λόγω του αδικήματος, ως πρωτοδίκως κρίθηκε το ποσό αυτό, χωρίς να διατυπώσει ότι η τοιαύτη δήλωση και παράσταση πολιτικής αγωγής γίνεται για λογαριασμό της απ'αυτόν εκπροσωπούμενης ως άνω μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, εγκαλούσας και δικαιούχου της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη της που υπέστη από τη μη πληρωμή των ως άνω τριών επιταγών σε διαταγή της οποίας εκδόθηκαν και των οποίων έγινε τελευταία κάτοχος μετά την πληρωμή τους απ'αυτήν στις τράπεζες που είχαν παραδοθεί ως ενέχυρο. Εξάλλου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να πληρώσει "στον πολιτικώς ενάγοντα και μηνυτή Ψ1" ατομικά το ποσό των 600 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί λόγω του αδικήματος, συγχέοντας την ιδιότητα της εγκαλούσας με αυτήν του πολιτικώς ενάγοντος. Με το να δεχθεί όμως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 ατομικά έσφαλε, αφού δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής είχε μόνο η εγκαλούσα ως άνω μονοπρόσωπη ΕΠΕ που την εκπροσωπούσε ο ως άνω εμφανισθείς ως πολιτικώς ενάγων ατομικά και συνεπώς έλαβε χώρα απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με το να δεχθεί παράνομα ότι νομιμοποιείτο ενεργητικά για να παραστεί ατομικά ως πολιτικώς ενάγων ο Ψ1. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, περιττής μετά ταύτα καθισταμένης της έρευνας των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 55133/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Ποιος είναι ο πολιτικός ενάγων και εγκαλών σε επιταγή κομιστής της οποίας είναι Ε.Π.Ε. και πως γίνεται η σχετική δήλωση παράστασης στο ποινικό δικαστήριο. Παραδοχή αίτησης αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, εκ της κακής παράστασης της πολιτικής αγωγής κατά την εκδίκαση του ανωτέρω εγκλήματος. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Τραπεζική επιταγή, Ανώνυμη εταιρία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1576/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Καλαμίτση, περί αναιρέσεως της 15005/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1014/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο ισχυρισμός για εξάλειψη του αξιοποίνου συνεπεία παραγραφής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, αφού δέχθηκε την εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως εμπρόθεσμη, με την αιτιολογία ότι η επίδοση της ερήμην εκδοθείσας καταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επιδόθηκε ακύρως στον κατηγορούμενο στις 21-11-2006 ως αγνώστου διαμονής, γιατί αυτός ήταν τότε γνωστής διαμονής, προχώρησε στην κατ'ουσίαν εξέταση της υποθέσεως και καταδίκασε τον κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τελεσθείσα στις 31-3-2000. Όμως, από την παραδεκτά επισκοπούμενη με αριθ. 13124/23-10-2007 έκθεση εφέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος πρόβαλε, πλην άλλων και σαφή και ορισμένο ειδικό λόγο εφέσεως, ότι εκτός από την παραπάνω επίδοση σε αυτόν της ερήμην αποφάσεως και η κλήση για παράσταση αυτού στη δίκη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που εκδόθηκε ερήμην του και του επιδόθηκε στις ..., ως αγνώστου διαμονής, λόγω μη ανευρέσεώς του στην ιδία διεύθυνση κατοικίας στη ..., είναι άκυρη, γιατί αυτός ήταν γνωστής διαμονής στη... γεγονός γνωστό στις εισαγγελικές, δικαστικές και φορολογικές Αρχές και ως εκ τούτου δεν ανεστάλη η κύρια διαδικασία και ότι κατά συνέπεια, λόγω συμπληρώσεως πενταετίας, έχουν παραγραφεί οι πράξεις μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο που φέρονται ότι τελέστηκαν στις 31-3-2000 και για τις οποίες καταδικάστηκε. Στο ακροατήριο επίσης, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, πριν κηρυχθεί η λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δήλωσε κατά λέξη τα εξής: "Δεν είναι νόμιμη η κλήτευση του κατηγορουμένου. Έχουν παραγραφεί οι υπ' αριθ. 1 έως και 4 πράξεις κλπ". Ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, υποβλήθηκε μεν αορίστως στο ακροατήριο στις 28-2-2008, πλην είχε υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, με τον εν λόγω ειδικό λόγο εφέσεως και το Δικαστήριο, όφειλε να απαντήσει επ' αυτού, καθόσον αληθούς υποτιθεμένου του ισχυρισμού αυτού η πράξη είχε πράγματι υποπέσει στην πενταετή παραγραφή. Το Δικαστήριο, όμως, ενώ δέχθηκε ακυρότητα της επιδόσεως της αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου εμπρόθεσμη την ασκηθείσα έφεση του κατηγορουμένου, επί του παραπάνω υποβληθέντος ορισμένου με ειδικό λόγο εφέσεως αυτοτελούς ισχυρισμού, ουδέν απάντησε. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, σχετικός πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως( άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 15005/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρ. 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας επί αυτοτελούς ισχυρισμού. Ο περί ακύρου κλητεύσεώς του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που καταδικάστηκε ερήμην και περί παραγραφής, λόγω μη αναστολής της κύριας διαδικασίας αυτοτελής ισχυρισμός υποβλήθηκε στο ακροατήριο μεν αορίστως, αλλά είχε υποβληθεί ορισμένος με ειδικό λόγο εφέσεως και το Δικαστήριο είχε υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα. Αναιρεί και παραπέμπει λόγω μη απαντήσεως στον παραπάνω ισχυρισμό.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 1564/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 1567/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ....κάτοικο .... που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 740/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 504 παρ.2 ΚΠοινΔ, αναίρεση επιτρέπεται κατά της αποφάσεως, που κήρυξε το δικαστήριο ολικά αρμόδιο και που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση. Εξάλλου κατά το άρθρο 470 του ιδίου κώδικα, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του. Η παράβαση της υπό της διατάξεως αυτής θεσπιζομένης απαγορεύσεως συνιστά υπέρβαση εξουσίας, η οποία αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' ΚΠοινΔ. Με τη μνημονευθείσα διάταξη καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου καθοιονδήποτε τρόπο, δηλαδή είτε αμέσως είτε εμμέσεως. Τέτοια χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου επέρχεται και όταν το Εφετείο, κρίνον έφεση του καταδικασθέντος πρωτοδίκως για επικίνδυνη σωματική βλάβη, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, δηλαδή για τα οποία υπό των άρθρων 308 παρ.1α'-309 ΠΚ και 1 παρ.1 α, 10 παρ.1 13 β' και 14 Ν. 2168/1993, προβλεπόμενα πλημμελήματα (άρθρο 18 ΠΚ), δέχεται, εκ της εκτιμήσεως των ενώπιόν του προσαχθεισών αποδείξεων, ότι αυτός τέλεσε την αξιόποινη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας (άρθρα 42 παρ.1 και 299 παρ.1 ΠΚ), δηλαδή αποφαίνεται, ως συντρέχουσα, η τελευταία κακουργηματική πράξη, για την οποία όμως δεν είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος πρωτοδίκως. Κατ'ακολουθίαν δε της παραδοχής του αυτής, το ανωτέρω δικαστήριο, διαπιστώνον την καθ'ύλην αναρμοδιότητά του για την εκδίκαση της τοιουτοτρόπως χαρακτηρισθείσας αξιόποινης πράξεως και παραπέμπον εντεύθεν τον εκκαλούντα κατηγορούμενο να δικασθεί ενώπιον του αρμοδίου να δικάσει σε βαθμό κακουργήματος δικαστηρίου, αφού στην περίπτωση αυτή η πράξη τιμωρείται, σύμφωνα με τα συνδυασμένα άρθρα 42 παρ.1, 52 παρ.2 και 3, 83 περ.α' και 299 παρ.1 ΠΚ, με πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και μέχρι είκοσι ετών, εκθέτει έτσι αυτόν στον κίνδυνο να τιμωρηθεί με βαρύτερη ποινή. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης κήρυξε με την 3469/06 απόφασή του ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιόποινων πράξεων της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της παράνομης οπλοφορίας και της παράνομης οπλοχρησίας, καταδίκασε αυτόν σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών για την πρώτη εξ αυτών και 8 μηνών για κάθε μία των λοιπών, καθώς και εξακοσίων (600) € για τη δεύτερη από αυτές, καθόρισε δε συνολική ποινή φυλακίσεως εξ είκοσι ενός (21) μηνών. Ο αναιρεσείων άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 1567/2008 απόφασή του, εκτιμώντας τις αποδείξεις, έκρινε, ότι ο αναιρεσείων είχε τελέσει στη Θεσσαλονίκη και κατά την 3-4-2005 την αξιόποινη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος του παθόντος ... και ακολούθως, αφού δέχθηκε, ότι η πράξη αυτή είχε κακουργηματική μορφή, γιατί δεν έφερε τα στοιχεία της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που είχε χαρακτήρα πλημμελήματος, ακύρωσε την απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, για την καταδικαστική διάταξη όλων των μνημονευθεισών πράξεων, κήρυξε το ίδιο και το πρωτόδικο δικαστήριο καθ'ύλην αναρμόδια για να προβούν στην εκδίκαση των πράξεων αυτών και παρέπεμψε την όλη υπόθεση στο αρμόδιο μικρό ορκωτό δικαστήριο, που θα όριζε ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης. 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο κατέστησε χείρονα τη θέση του αναιρεσείοντος και υπερέβη την εξουσία του. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ'ουσίαν, ο μοναδικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, ο υποστηρίζων την επί του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ ερειδομένη πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, στην οποία υπέπεσε η πλησσομένη απόφαση, και ακολούθως να αναιρεθεί αυτή στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 510 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εξ ολοκλήρου την 1567/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους, που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου. Αναιρείται η προσβαλλόμενη λόγω υπερβάσεως εξουσίας, διότι το Εφετείο έκρινε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε απόπειρα ανθρωποκτονίας (κακούργημα) όχι επικίνδυνη σωματική βλάβη (πλημμέλημα) για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, ακύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κήρυξε το τελευταίο αναρμόδιο καθ' ύλη και παρέπεμψε την υπόθεση για να δικαστεί στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, καθιστώντας έτσι χείρουσα τη θέση του κατηγορουμένου, εφόσον τον εξέθεσε να δικαστεί σε βαρύτερη ποινή.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Κατηγορούμενος.
| 0
|
Αριθμός 1563/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Κουτσούκο, περί αναιρέσεως της 288/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Οκτωβρίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1726/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1) Ως προς το δεύτερο των αναιρεσειόντων, Χ2: Κατά το άρ. 32 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3346/2005, "επιβληθείσες ποινές με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος διάρκειας μέχρι έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν οπωσδήποτε εκτιθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δεκαοκτώ μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών". Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα ή δημοσίου κατηγόρου, κατά περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ενόσω η απόφαση, κατ' εφαρμογήν του άρ. 32 του Ν. 3346/2005 βρίσκεται στο αρχείο, η τυχόν ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση δεν εισάγεται προς συζήτηση και αν εισαχθεί κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή της, ούτε χωρεί κατ' αυτής αναίρεση. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση, που έπαυσε ως προς του αναιρεσείοντα αυτόν, υφ' όρον την ποινική δίωξή του για εξύβριση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 § 1 του άνω νόμου, δεν υπόκειται σε αίτηση αναιρέσεως από αυτόν (ΚΠΔ 504 § 1. 370) και, επομένως, ως προς το διάδικο αυτόν, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΚΠΔ 476 § 1) και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
2) Ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων Χ1: Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 288/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο εγκαλών είναι πολιτικός μηχανικός εργολάβος δημοσίων έργων. Το έτος 2000 συνεργαζόταν με την κατασκευαστική εταιρεία ΤΕΚ Θεσσαλονίκης ΑΕ η οποία ενδιαφέρθηκε να συμμετάσχει σε μειοδοτικό διαγωνισμό που προκήρυξε η ΔΕΥΑ ... για το έργο εγκατάστασης επεξεργασίας λυμάτων του Δήμου ... . Την πρόταση της παραπάνω εταιρείας για τον εν λόγω διαγωνισμό έκανε ο εγκαλών ο οποίος καταγόμενος από την ... και διατηρών εκεί οικία, επισκεπτόταν συχνά το νησί και είχε λάβει γνώση του εν λόγω διαγωνισμού. Ο εγκαλών έκανε πράγματι για λογαριασμό της εταιρείας την μελέτη του εν λόγω έργου, πλην όμως κατά το διαγωνισμό που θα ελάμβανε χώρα στην ... στις 11-9-2000 η εταιρεία τελικά δεν έλαβε μέρος, διότι ο προϋπολογισμός του έργου υπολειπόταν πολύ από το απαιτούμενο ποσό για την κατασκευή του έργου. Την παραπάνω ημέρα διεξαγωγής του διαγωνισμού για την ανάδειξη εργολάβου κατασκευής του εν λόγω έργου ο εγκαλών υπέβαλε στη ΔΕΥΑ ... δήλωση περί μη συμμετοχής της παραπάνω εταιρείας στον εν λόγω διαγωνισμό. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας (11-9-2000) κατά τη διάρκεια περιπάτου του εγκαλούντος στην πλατεία ... με τον ΑΑ (εκπρόσωπο ΤΕΚ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ), ο οποίος ήταν κι αυτός στο νησί, πλησίασε τον εγκαλούντα ο κατ/νος Χ1 ο οποίος ήταν Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου ... και μεγαλόφωνα του είπε ότι έμαθε ότι πήρε το έργο και στη συνέχεια τον ρώτησε "πόσα σου πήρε ο Δήμαρχος;". Αυτά όλα ειπώθηκαν ενώπιον του ΑΑ και της παρέας του κατ/νου. Ο εγκαλών του απάντησε "τι είναι αυτά που λες, αφού εγώ δεν έλαβα καν μέρος στο διαγωνισμό". Στη συνέχεια ο εγκαλών ενημέρωσε το Δήμαρχο ΒΒ για το παραπάνω περιστατικό με τον κ. Χ1 κι εκείνος του ζήτησε να του τα καταθέσει εγγράφως. Ο εγκαλών πράγματι συνέταξε και παρέδωσε στο Δήμαρχο την από 12-9-2000 επιστολή του στην οποία εξιστορούσε τα ανωτέρω που συνέβησαν στην πλατεία ... και την οποία προσυπέγραψε ως αυτήκοος μάρτυρας ο ΑΑ. Την εν λόγω επιστολή που περιέχεται στα πρακτικά της από 25-10-2000 συνεδρίασης του Δ.Σ. ... την διάβασε ο Δήμαρχος στο Δημοτικό Συμβούλιο, στο οποίο παρευρίσκονταν και οι κατ/νοι, ο 1ος κατ/νος ως Πρόεδρος του Δ.Σ. και ο 2ος ως Δημοτικός Σύμβουλος. Ο 1ος κατ/νος Χ1 όταν τον ρώτησε ο Δήμαρχος αν αποδέχεται το περιεχόμενο της επιστολής είπε για τον εγκαλούντα ότι "ο συγκεκριμένος άνθρωπος που έρχεται μια φορά το χρόνο ήταν ψευδομάρτυρας σε δικαστήρια μέσα, σε δύο δικαστήρια
ας βάλει λοιπόν νερό στο κρασί του ο κύριος και να ζητήσει συγνώμη γιατί δεν είμαστε του ίδιου επιπέδου ... . Ο συγκεκριμένος άνθρωπος θέλει πουλήσει εκδούλευση στο δήμαρχο αυτός ήταν ο σκοπός του ...". Ο εγκαλών με την από 25-10-2000 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο Χ1 τον κάλεσε να του γνωστοποιήσει σε ποια δικαστήρια ήταν ψευδομάρτυρας. Ο κατ/νος Χ1 με την από 14-11-2000 εξώδικη απάντηση που κοινοποιήθηκε στον εγκαλούντα του απάντησε ότι "Η θέση μου ήταν ότι εφόσον αυτά που αναφέρατε στην επιστολή σας δεν ευσταθούσαν για το πρόσωπό μου τότε γιατί να μην έχετε καταθέσει και ως ψευδομάρτυρας, σε Δικαστήριο". Η φράση ότι ο εγκαλών έχει καταδικαστεί δυο φορές για ψευδομαρτυρία, αποτελεί γεγονός το οποίο αναμφισβήτητα, ανεξάρτητα από την αλήθεια ή την αναλήθειά του. βλάπτει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Από τα παραπάνω δε αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια του γεγονότος, δοθέντος ότι ο εγκαλών είχε πράγματι καταδικασθεί δύο φορές για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία όχι όμως και για ψευδορκία. Ο κατηγορούμενος γνώριζε για τις καταδίκες του εγκαλούντος, και μάλιστα τον ακριβή αριθμό αυτών, πλην όμως δεν ήταν βέβαιος για το αδίκημα για το οποίο δικάστηκε ο τελευταίος. Ωστόσο η περί καταδίκης για ψευδορκία αναφορά του κατηγορουμένου έγινε με πρόθεση να προσβληθεί η τιμή του εγκαλούντος. Η πρόθεσή του δε αυτή είναι εμφανής α) από το ότι επιλέγει να αναφερθεί σ' αυτό το γεγονός στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου ... γνωρίζοντας ότι επρόκειτο για τον πλέον πρόσφορο τρόπο διάδοσης αυτού στην κοινωνία της ... και β) το αναφέρει επιδιώκοντας να πληροφορηθεί η ... κοινωνία ότι ο εγκαλών είναι αναξιόπιστο και ανυπόληπτο πρόσωπο, δεδομένου ότι η διάδοση του γεγονότος αυτού είναι η πλέον κατάλληλη για να υποστηριχθεί η θέση, ότι το περιεχόμενο της επιστολής που ανέγνωσε ο Δήμαρχος στο Δημοτικό συμβούλιο και της οποίας συντάκτης είναι ο εγκαλών, είναι ψευδές, στοχεύοντας με τον τρόπο αυτό αφενός στην υπέρ αυτού αντιστροφή των εντυπώσεων που προκάλεσε η επιστολή αυτή και αφετέρου στο να εμποδίσει το Δήμαρχο να επωφεληθεί απ' αυτήν. Με τα δεδομένα αυτά δεν στοιχειοθετείται η πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως για την οποία κατηγορείται ο πρώτος των κατηγορουμένων, αλλά εκείνη της απλής δυσφήμησης για την οποία, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος έζησε ως το χρόνο που έγινε η παραπάνω πράξη έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και πρέπει να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α Π.Κ.". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της απλής δυσφημήσεως και ειδικότερα του ότι: "στις 25-10-2000 με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίστηκε ή διέδωσε για κάποιον άλλο γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του και ειδικότερα: Στην ... στις 25-10-2000 κατά τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου ανέφερε για το μηνυτή Ψ μεταξύ άλλων τα κάτωθι: "... ο συγκεκριμένος ήταν ψευδομάρτυρας σε δύο δικαστήρια. Ας ζητήσει συγνώμη, γιατί δεν είμαστε του ίδιου επιπέδου. Μου είπε ... προχώρα και είμαι μαζί σου. Και την άλλη μέρα στέλνει επιστολή ... . Ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήθελε να πουλήσει εκδουλεύσεις στον Δήμαρχο ...". Όλα τα ανωτέρω γεγονότα έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή. Δέχεται ότι στο πρόσωπο του 1ου κατηγορουμένου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του ότι, ο κατ/νος έζησε ως το χρόνο που έγινε η παραπάνω πράξη έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 84 § 2α' και 362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία, κατηγορουμένου, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, Ψ, την ένορκη επίσης κατάθεση του μάρτυρα της πολιτικής αγωγής ΓΓ, ο οποίος αναφέρεται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, ως μάρτυρας κατηγορίας και την ανωμοτί, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, κατάθεση στο ακροατήριο του πολιτικώς ενάγοντος Ψ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: "Η βαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα για απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1Α Κ.Ποιν.Δικ.) άλλως για έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δικ. (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 7 του Ν. 1941/1991 και άρθρο 34 παρ. 2 του Ν. 2172/1993) αφού το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματός μου με το οποίο ζήτησα να μην εξετασθεί ο προταθείς από τον πολιτικώς ενάγοντα μάρτυρας κατηγορίας (ΑΠ 800/2001 Ποιν.Λογ. 2001, 1709 - ΑΠ 1522/96 Ποιν.Χρον. 1997, 855). Η τυχόν εξέταση μη γνωστοποιηθέντος μάρτυρα μπορεί να γίνει μόνο με απόφαση του Δικαστηρίου και όχι μόνο με την πρωτοβουλία ή την απόφαση του Διευθύνοντος την συζήτηση". Από την επισκόπηση των ταυτάριθμων με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών του δικάσαντος Δικαστηρίου, στην οποία παραδεκτά το Δικαστήριο αυτό προβαίνει κατά την άσκηση του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα, κατά πιστή αντιγραφή από τα άνω πρακτικά: "Στο σημείο αυτό ο εκπρόσωπος του πολιτικώς ενάγοντος, αφού ζήτησε, έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο και είπε: Κατά το πρωτόδικο δικαστήριο είχε εξετασθεί ως μάρτυρας ο ΓΓ. Ο συγκεκριμένος συμπεριλαμβανόταν στον κατάλογο των μαρτύρων του κατηγορητηρίου και γι' αυτό είχε καταθέσει στην πρωτόδικη δίκη. Όταν εκδικαζόταν η υπόθεση αυτή στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο μάρτυρας αυτός δεν είχε κληθεί και γι' αυτό το λόγο ο Εισαγγελέας μετά από πρόταση του πρότεινε να εξετασθεί. Το ίδιο συνέβη και τώρα, ο μάρτυρας αυτός δεν κλητεύθηκε για να εμφανισθεί στο δικαστήριο για να καταθέσει στην υπόθεση αυτή και γι' αυτό γνωστοποιήσαμε στους κατ/νους ότι θα εξετάσουμε το μάρτυρα ΓΓ. Στη συνέχεια παρέδωσε στην Πρόεδρο την από 9-9-2008 γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων που επιδόθηκε με τις υπ' αρ. ... και ... εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή ..., ... . Στη συνέχεια μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και με εντολή της Προέδρου αναγνώσθηκε στο ακροατήριο τα προαναφερόμενα έγγραφα.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να εξετασθεί ως μάρτυρας ο ΓΓ. Οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατ/νων, αφού έλαβαν διαδοχικά το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησαν να μην εξετασθεί ως μάρτυρας ο ΓΓ διότι η γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων δεν έχει κοινοποιηθεί στον Εισαγγελέα Εφετών Δωδ/σου. Στο σημείο αυτό η Πρόεδρος, δήλωσε ότι το Δικαστήριο επιφυλάσσεται να αποφανθεί περί του αιτήματος του πολιτικώς ενάγοντα, και που αφορά την εξέταση του μάρτυρα ΓΓ". Ενόψει όσων παραπάνω έχουν λεχθεί, εφόσον ο εξετασθείς μάρτυρας είχε γνωστοποιηθεί στους κατηγορουμένους, η μη γνωστοποίηση αυτού στον Εισαγγελέα, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο άνευ εννόμου συμφέροντος (ΚΠΔ 463) και, κατά συνέπεια, απαραδέκτως. Η δε προβαλλόμενη αιτίαση, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων της απόλυτης ακυρότητας και της ελλείψεως ακροάσεως, ότι το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί τους αιτήματός του (κατηγορουμένου), να μην εξεταστεί ο εν λόγω μάρτυρας, είναι αβάσιμη, αφού το δικαστήριο, με την εξέταση αυτού, απάντησε, εκ των πραγμάτων, αρνητικώς στο παραπάνω αίτημά του. Άλλωστε, από τα ίδια πρακτικά, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατά της άνω αποφάσεως του Προέδρου, προσέφυγε στο δικαστήριο. Επομένως, οι από τα άρθρα 170 § 2 και 171 § 1 ΚΠΔ επικαλούμενες ακυρότητες για απόλυτη ακυρότητα και έλλειψη ακροάσεως, που στηρίζουν τους κατ' άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' και Β' ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως είναι αβάσιμες και πρέπει οι σχετικοί λόγοι να απορριφθούν. Για τον ίδιο λόγο είναι αβάσιμη και ως τέτοια, πρέπει να απορριφθεί η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι κατά παράβαση της ΚΠΔ 326 § 3, ο πολιτικώς ενάγων ενώ είχε υποχρέωση να γνωστοποιήσει πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από το Δικαστήριο, σε αυτόν και τον Εισαγγελέα κατάλογο των μαρτύρων που θα εξετάσει, διότι η κατηγορούμενη πράξη επέτρεπε σε αυτόν την απόδειξη της αληθείας, όμως παρέλειψε να πράξει αυτό και στον Εισαγγελέα και συγκεκριμένα, ενώ ζήτησε να εξεταστεί ως μάρτυράς του, ΓΓ και με εξώδικη δήλωση του είχε γνωστοποιηθεί (στον αναιρεσείοντα), παρέλειψε να πράξει αυτό και για τον Εισαγγελέα. Τέλος, προβάλλεται η αιτίαση ότι εκ μέρους του εξέφρασε για τον πολιτικώς ενάγοντα αξιολογικές κρίσεις, που δεν αποτελούν γεγονότα κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 362 - 363 ΠΚ. Αβάσιμα όμως, ενόψει των όσων παραπάνω έχουν λεχθεί και έχουν κριθεί με την προσβαλλομένη απόφαση. Επίσης, για τον ίδια λόγο, είναι αβάσιμη η αιτίαση ότι με όσα έγιναν δεκτά με την τελευταία, παραβιάστηκε εκ πλαγίου η ΠΚ 362, με το να δεχθεί αντιφατικά γεγονότα για το δόλο του αναιρεσείοντος, καθόσον κατά τα προρρηθέντα καμμιά αντίφαση στις παραδοχές της δεν έχει εμφιλοχωρήσει. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί και ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Οκτωβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 8341/8-10-2008 αίτηση των: 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της με αριθμό 288/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πρώτος αναιρεσείων - αναίρεση κατά αποφάσεως η οποία έπαυσε υφ' όρον την ποινική δίωξη κατ' αυτού κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 § 1 Ν. 3346/2005. Απαράδεκτη κατ' αυτής η αναίρεση. Απορρίπτεται η αναίρεση (άρθρ. 476§1 ΚΠΔ) και καταδικάζεται ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Δεύτερος αναιρεσείων: Λόγοι αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, άλλως για έλλειψη ακροάσεως. Μη κοινοποίηση μαρτύρων από πολιτικώς ενάγοντα και στον Εισαγγελέα. Ο κατηγορούμενος που εναντιώθηκε για το λόγο αυτό στην εξέτασή τους στο ακροατήριο δεν έχει έννομο συμφέρον να επικαλεστεί τη σχετική αυτή ακυρότητα. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή ως προς την απλή δυσφήμηση. Απορρίπτει αιτήσεις.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Δυσφήμηση απλη, Παραγραφή υφ' όρο.
| 2
|
Αριθμός 1559/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θωμά, και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γλύκα, περί αναιρέσεως της 646-689/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καλλίγερο.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10.12.2008 και 9.12.2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 60/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ.1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: Να μη καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτήν την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία, για την πληρότητα, ν' αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου. Εξάλλου, στο άρθρο 3 του ν. 1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπονται οι υποχρεώσεις του εργολάβου, μεταξύ των οποίων είναι και η λήψη και η τήρηση των μέτρων ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, ενώ στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου προβλέπονται οι υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, μεταξύ των οποίων είναι και η επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης μέτρων ασφαλείας, που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες προβλέπουν ειδικώς και τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού οικοδομικού έργου, αναφορικά με τα μέτρα ασφαλείας, συνάγεται ότι οι υποχρεώσεις αυτές συνίστανται στην επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης μέτρων ασφαλείας και εξειδικεύονται όσον αφορά τα κλιμακοστάσια οικοδομών από το άρθρο 26 του π.δ. 778/1984, το οποίο ορίζει "πάσαι αι μόνιμοι κλίμακες δέον όπως εξασφαλίζωνται έναντι πτώσεως των εργαζομένων εκατέρωθεν (συμπεριλαμβανομένου και του φανού του κλιμακοστασίου, εφ' όσον υπάρχει διάστασις αυτού μεγαλυτέρα των είκοσι πέντε εκατοστών (0.25) του μέτρου), δι' ανθεκτικού ξυλίνου ή μεταλλικού κιγκλιδώματος προσωρινού, φέροντος χειρολισθήρα εις ύψος ενός (1) μέτρου από της γραμμής αναβάσεως και ράβδον μεσοδιαστήματος εις ύψος ημίσεος (0,50) μέτρου, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα κατά το είδος τους μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναγνώστηκαν, τις απολογίες των κατηγορουμένων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 15.00' ώρα της 6.11.2001, στο ... και επί της οδού ... αριθ. ..., σε νεοανεγειρόμενη οικοδομή ιδιοκτησίας του ΑΑ, συνέβη εργατικό ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα ο εργάτης ΑΑ, Αλβανός υπήκοος, ο οποίος εργαζόταν σ' αυτήν και συγκεκριμένα στο ξεκαλούπωμα ξυλείας και μεταφοράς αυτής από τον ημιώροφο στον δεύτερο όροφο. Για την μεταφορά της ξυλείας ο ΑΑ ήταν αναγκασμένος να ανέβει από το ισόγειο με περιστροφική τσιμεντένια σκάλα, αυτός δε εργαζόταν στο συνεργείο του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2, στον οποίο ο ιδιοκτήτης της οικοδομής είχε αναθέσει το έργο της ανεγέρσεως αυτής, υπό την επίβλεψη της πρώτης κατηγορουμένης πολιτικού μηχανικού Χ1, η οποία είχε συντάξει και τα σχέδια της οικοδομής. Την ημέρα που συνέβη το ατύχημα, η οικοδομή βρισκόταν σε φάση εργασιών εφαρμογής ξυλοτύπων β' ορόφου και ο παθών μετέφερε ξυλεία χρησιμοποιώντας την ως άνω περιστροφική τσιμεντένια σκάλα, η οποία προς την πλευρά του ακαλύπτου χώρου του γειτονικού ακινήτου ήταν απόλυτα ελεύθερη χωρίς προστατευτικό κιγκλίδωμα. Ο παραπάνω εργάτης, μεταφέροντας την ογκώδη ξυλεία, έχασε την ισορροπία του και, αφού δεν υπήρχε κιγκλίδωμα να τον συγκρατήσει, έπεσε στο κενό, από ύψος πέντε (5) περίπου μέτρων, με συνέπεια να υποστεί βαρείες κακώσεις κεφαλής, και από μόνη την αιτία αυτή να αποβιώσει στις 6.11.2001. Η ανυπαρξία του προστατευτικού κιγκλιδώματος διαπιστώθηκε κατά την αυτοψία που διενήργησαν περί την 16.00' ώρα της ιδίας ημεροχρονολογίας αστυνομικοί του Α.Τ. ... στον τόπο του ατυχήματος. Το συγκεκριμένο αυτό μέτρο ασφαλείας (ύπαρξη προστατευτικού κιγκλιδώματος) κατά την εκτέλεση του οικοδομικού έργου, η ύπαρξη του οποίου θα απέτρεπε τον θανάσιμο τραυματισμό του εργάτη ΑΑ, και όφειλαν να τηρήσουν, ήταν να φροντίσουν να τοποθετηθεί τέτοιο προστατευτικό κιγκλίδωμα προς την δεξιά πλευρά της περιστροφικής τσιμεντένιας σκάλας που οδηγούσε από το ισόγειο στον 1ο όροφο και μάλιστα στην πλευρά που έβλεπε στην ακάλυπτο χώρο του γειτονικού ακινήτου, τόσο η δεύτερη κατηγορουμένη επιβλέπουσα μηχανικός του έργου, όσο και ο πρώτος κατηγορούμενος, εργολάβος του έργου, διότι αυτοί, λόγω των ιδιοτήτων τους είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 και 7 ν. 1396/1983 και 20 π.δ. 778/1980, να αποτρέψουν την επέλευση του αξιοποίνου αποτελέσματος του θανασίμου τραυματισμού του παθόντος. Επομένως, οι κατηγορούμενοι εκκαλούντες πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, όπως κατηγορούνται, αφού από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποίαν ώφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους. Σ' αυτούς, οι οποίοι ως τον χρόνο τελέσεως της πράξεως αυτής έζησαν έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο, πρέπει να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 παρ. 1 ΠΚ, 3 και 7 του Ν.1396/1983, και 20 π.δ. 778/1980, που εφήρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο παραβίασε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει με τις παραδοχές της, αλλά και επικαλείται, τον επιτακτικό κανόνα δικαίου, από τον οποίο πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση των αναιρεσειόντων προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, (ανθρωποκτονία), για την οποία η διάταξη του άρθρου 302 ΠΚ απειλεί ποινή και συγκεκριμένα όσον αφορά τον αναιρεσείοντα εργολάβο του έργου την διάταξη του άρθρου 3 του Ν. 1396/1983 σε συνδυασμό με το άρθρο 20 του π.δ. 778/80, όσον αφορά την αναιρεσείουσα ως επιβλέπουσα μηχανικό την διάταξη του άρθρου 7 του ως άνω νόμου σε συνδυασμό επίσης με το άρθρο 20 του ως άνω Π.Δ. Δεν υπάρχει δε καμμία αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού όσον αφορά την αποδιδομένη στην αναιρεσείουσα αμέλειά της από την παράλειψή της να προβεί στην από τις παραπάνω διατάξεις επιβαλλόμενη ενέργειά της εκ του ότι στο μεν σκεπτικό διαλαμβάνεται ότι "το ως άνω μέτρο ασφαλείας (ύπαρξη προστατευτικού κιγκλιδώματος) κατά την εκτέλεση του οικοδομικού έργου ώφειλε αυτή να τηρήσει (ομού με τον εργολάβο του έργου)" και της παραδοχής στο διατακτικό ότι "δεν φρόντισε να τοποθετήσει προστατευτικό κιγκλίδωμα", αφού και από τις δύο διαφορετικές διατυπώσεις με σαφήνεια προκύπτει η από την παραπάνω διάταξη υποχρέωσή της να επιβλέψει για την ύπαρξη του ως άνω μέτρου ασφαλείας. Καμμία αντίφαση, ομοίως, δεν δημιουργείται μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την κίνηση του παθόντος, εκ του ότι στο μεν σκεπτικό αναφέρεται "τραυματίστηκε θανάσιμα ο εργάτης ΑΑ, ο οποίος εργαζόταν ... και συγκεκριμένα στο ξεκαλούπωμα ξυλείας και μεταφοράς αυτής από τον ημιώροφο στον δεύτερο όροφο", στο δε διατακτικό ότι ο ΑΑ μετέφερε ξυλεία, προερχόμενη από το ξεκαλούπωμα του ξυλοτύπου του 2ου ορόφου". Συνακόλουθα, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ συναφείς περί του αντιθέτου λόγοι και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, και 321 παρ. 1 στοιχ. δ' και 4 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά, υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλλου της δικογραφίας, επιτρεπτά επισκοπούμενα για την έρευνα της βασιμότητας λόγου αναίρεσης, και ειδικότερα από την ΒΤ 2704/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, ήταν παρών κατά την εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορίας και δεν προέβαλε ισχυρισμό περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος για οποιονδήποτε λόγο. Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της από 9.12.2008 αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, με την αιτίαση ότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτό ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει η υποχρέωσή του ως υπαιτίου να ενεργήσει, είναι, σύμφωνα με τα στην μείζονα σκέψη εκτεθέντα, απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 510 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκτός από τους αναφερόμενους στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου λόγους, μπορούν να προταθούν σε ό,τι αφορά το πολιτικό μέρος της απόφασης και οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι καθιερώνονται από την πολιτική δικονομία, μεταξύ των οποίων είναι και ο από το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ λόγος, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην πρωτόδικη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η ΒΤ 2704/5.4.2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ενεφανίσθη πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ο Ψ και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά των κατηγορουμένων και ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν 40 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη που έχει υποστεί εξ αιτίας της αξιόποινης πράξης τους. Το ως άνω όμως Δικαστήριο υποχρέωσε τους κατηγορουμένους να καταβάλουν στον ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 44 ευρώ, ποσό το οποίο και του επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο επιδίκασε περισσότερο από το αιτηθέν στον πολιτικώς ενάγοντα και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 2 του ΚΠΔ και 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ συναφής πρώτος λόγος της από 9.12.2008 αναιρέσεως.
Μετά από αυτά, πρέπει: α) ν' απορριφθεί η από 10.12.2008 αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), β) ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να διαταχθεί η απάλειψη της διάταξής της για την επί πλέον του ποσού των τεσσαράκοντα (40) ευρώ στον ως άνω πολιτικώς ενάγοντα επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, αφού δεν συντρέχει λόγος να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο για νέα συζήτηση (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 646-689/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Διατάσσει την απάλειψη της διατάξεως της αποφάσεως αυτής, με την οποία υποχρεώνεται ο κατηγορούμενος να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα το πλέον των τεσσαράκοντα (40) ευρώ επιδικασθέντος με την ίδια απόφαση ποσού για χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 9.12.2008 αίτηση του Χ2, κατοίκου ....
Απορρίπτει την από 10.12.2008 αίτηση της Χ1, κατοίκου ....
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγοντος, η οποία ορίζεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, και στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
α) Ανθρωποκτονία από αμέλεια τελεσθείσα από επιβλέποντα πολιτικό μηχανικό κατά παράβαση των μέτρων ασφαλείας όσον αφορά κλιμακοστάσια οικοδομών που προβλέπονται από το άρθρο 26 του π.δ. 778/1984. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού. β) Η μη μνεία στο κλητήριο θέσπισμα του άρθρου του ποινικού νόμου συνιστά σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται αν δεν προταθεί. Απορριπτέος ο σχετικός λόγος αναίρεσης. γ) Επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος ποσού για χρηματική ικανοποίηση στον πολιτικώς ενάγοντα. Γίνεται δεκτός ο από το άρθρο 510 § 2 ΚΠΔ λόγος αναίρεσης και διατάσσεται η απάλειψη της σχετικής διάταξης της προσβαλλόμενης απόφασης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναίρεση μερική, Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική, Χρηματική ικανοποίηση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1557/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 761/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1725/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983, όπως αντικ. με το άρθρο 3 παρ.13 του Ν. 2242/1994 και με το άρθρο 8 παρ. 11 του Ν. 1512/1985,οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν την μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 δρχ. μέχρι 5.000.000 δρχ., ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω διάταξη γίνει από αμέλεια τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 δρχ. μέχρι 2.000.000 δρχ. Σε περίπτωση απλών υπερβάσεων άδεια κατασκευής μπορεί να επιβληθεί ποινή μειωμένη. Κατά δε το άρθρο 22 του Ν. 1577/1985, αυθαίρετο είναι το έργο, που κατασκευάζεται είτε χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, είτε καθ' υπέρβασή της ή με βάση ανακληθείσα άδεια.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα ακόλουθα: "Επειδή από την αποδεικτική διαδικασία γενικός την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάστηκε ένορκα στο ακροατήριο, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο και από την υπόλοιπη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στη θέση "..." ..., , με πρόθεση ενεργώντας προέβη σαν ιδιοκτήτης στην κατασκευή κτισμάτων χωρίς την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας. Συγκεκριμένα με την ανωτέρω ιδιότητα του προέβη α. στην κατασκευή στεγάστρου (κιόσκι) αποτελούμενο από βάση σκυροδέματος, φερόμενο σε ξύλινα κατακόρυφα υποστηλώματα με επικάλυψη κεραμοσκεπής σε ξύλινα ζευκτά, στην κατασκευή δύο συνεχόμενων κτισμάτων από φέρουσα τοιχοποιία επιχρισμένη και επικάλυψη κεραμοσκεπής, με χρήση το μεν πρώτο για εγκατάσταση μηχανημάτων, το δε δεύτερο για ορνιθώνα, γ. στην κατασκευή δύο συνεχόμενων κτισμάτων εκ των οποίων το πρώτο είναι ανοιχτό υπόστεγο (ανοιχτό από την μια πλευρά) με τοιχοποιία από πλινθοδομή και επικάλυψη κεραμοσκεπής, ενώ το δεύτερο είναι κλειστός αποθηκευτικός χώρος με τοιχοποιίες από τσιμεντόλιθους και θολωτή επικάλυψη από σκυρόδεμα. Οι ανωτέρω κατασκευές έγιναν χωρίς προηγουμένως να έχει εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δε συντρέχει στο πρόσωπο του η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, καθόσον από το προσκομιζόμενο από αυτόν υπ' αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Ιερισσού προκύπτει ότι δεν διαθέτει καμία περιουσία στην εν λόγω περιοχή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το ανωτέρω πιστοποιητικό δεν αποδεικνύει από μόνο του, άνευ ετέρου, το γεγονός της μη ύπαρξης οιουδήποτε δικαιώματος κυριότητας του κατηγορουμένου στη περιοχή, αφού είναι κοινώς γνωστό ότι πολλές ιδιοκτησίες, όπως αυτές που αποκτώνται με τα προσόντα της χρησικτησίας, δεν καταγράφονται στο Υποθηκοφυλακείο. Πέραν αυτού ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν εναντιώθηκε προς την από ... έκθεση αυτοψίας, που διενήργησε η Πολεοδομία... για τις παραπάνω αυθαίρετες κατασκευές, προβάλλοντας τις (όψιμες σήμερα) θέσεις του περί μη ύπαρξης ιδιοκτησίας του στην περιοχή, αλλά, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Μ1, με υπεύθυνη δήλωση του προς την παραπάνω υπηρεσία αποδέχθηκε την εν λόγω αυτοψία. Το γεγονός αυτό ενισχύει περαιτέρω τη θέση του παρόντος δικαστηρίου περί της υπάρξεως της ιδιότητας του ιδιοκτήτη στο πρόσωπο του και συνεπώς κάθε αντίθετος ισχυρισμός του τυγχάνει απορριπτέος. Κατ' ακολουθία αυτών θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη για την οποία κατηγορείται".
Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ την ημέρα.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 του ΠΚ, 17 παρ.1,8 Ν. 1337/1983, όπως τροπ. με τα άρθρα 8 παρ. 11 του Ν. 1512/1985, 22 παρ.1,3 του Ν. 1577/1985 και με το άρθρο 3 παρ.13 του Ν. 2242/1994, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος : 1) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρας, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δικηγόρου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά, 2) αιτιολογείται επαρκώς η αμφισβητηθείσα ιδιότητα του κατηγορουμένου ως ιδιοκτήτη του ακινήτου εντός του οποίου έγιναν οι αυθαίρετες κατασκευές κτισμάτων, 3) προσδιορίζονται στην απόφαση ο χρόνος κατά τον οποίο και ο τόπος στον οποίο ο κατηγορούμενος προέβη, χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας στις αυθαίρετες κατασκευές, εξειδικεύεται ποιες κατασκευές έγιναν και τέλος, ενόψει της από το άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 προβλέψεως ηπιότερης ποινικής μεταχείρισης εάν η πράξη τελείται εξ αμελείας, σαφώς το δικαστήριο δέχεται, τόσο στο προπαρατεθέν αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό, την από πρόθεση τέλεση αυτής. Για δε την επάρκεια της αιτιολογίας αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην απόφαση ο αριθμός του αγροτεμαχίου, η ειδικότερη θέση ανεγέρσεως των κτισμάτων, οι διαστάσεις των κτισμάτων, η σε τετραγωνικά μέτρα έκταση των αυθαίρετων κατασκευών και η αξία αυτών, ως αβασίμως κατά τούτο υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αφού ειδικότερα για την αξία, αυτή συνεκτιμάται μόνον ως στοιχείο για την επιμέτρηση της ποινής.
Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από συνδυασμό των άρθρων 329, 358, 364 και 365 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί, προκύπτει κατά περιεχόμενο από άλλο αποδεικτικό μέσο. Επίσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας επέρχεται, αν το Δικαστήριο δεν αναγνώσει υποβληθέντα από τον κατηγορούμενο έγγραφα, εφόσον όμως υποβληθεί σχετικό προς τούτο αίτημα. Τα πρακτικά δε της αναβληθείσας προηγουμένως δίκης είναι κατ'άρθρον 364 παρ.2 ΚΠοινΔ, υποχρεωτικό να αναγνωσθούν, η μη ανάγνωση όμως αυτών, εφόσον δε ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο, οπότε θα μπορούσε να προκύψει έλλειψη ακροάσεως, δεν επάγεται ακυρότητα. (ΑΠ 854/2004, 1473/2002, ΑΠ 819/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο και τον τρίτο κατά το τρίτο σκέλος του λόγο της αναιρέσεως, ισχυρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του περί ενοχής και δη περί της ιδιότητας αυτού ως υπευθύνου ιδιοκτήτη του αγροτεμαχίου στο οποίο έγιναν οι αυθαίρετες κατασκευές κτισμάτων, έλαβε υπόψη στο αιτιολογικό του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε και δη Υπεύθυνη Δήλωση αυτού προς την Πολεοδομία ..., ενώ αντίθετα δεν ανέγνωσε τα με αριθ. 879/2007 πρακτικά προηγηθείσας αναβλητικής του αποφάσεως και τα κατά τη δίκη εκείνη αναγνωσθέντα έγγραφα και δοθείσα μαρτυρική κατάθεση. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκε καμία Υπεύθυνη Δήλωση του κατηγορουμένου, αλλά στο αιτιολογικό του το Δικαστήριο αναφέρει, πλην άλλων στοιχείων, για να στηρίξει την κρίση του περί της ιδιότητας του κατηγορουμένου ως ιδιοκτήτη του επίμαχου αγροτεμαχίου, ότι "σύμφωνα με κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Μ1, με υπεύθυνη δήλωσή του προς την παραπάνω πολεοδομία αποδέχθηκε την εν λόγω αυτοψία". Επομένως, σαφώς το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το περιεχόμενο της αναφερθείσας στο αιτιολογικό Υπεύθυνης αυτής Δήλωσης του κατηγορουμένου, προέκυπτε από την άνω μαρτυρική κατάθεση. Επίσης δεν αναγνώσθηκαν μεν τα πρακτικά της αναβλητικής ως άνω αποφάσεως, αλλά δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τον παρασταθέντα συνήγορο του αναιρεσείοντος για ανάγνωση. Άρα ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε και οι ως άνω σχετικοί, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για ακυρότητα της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠοινΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Όμως από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 η άλλη διάταξη του ΚΠοινΔ, δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων το λόγο σε αυτούς, για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία τους και τη σχέση τους προς την δικαζόμενη υπόθεση.
Συνεπώς, εφόσον από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης δεν προκύπτει το αντίθετο, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από την μη παροχή από τον διευθύνοντα τη συζήτηση αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση του παρισταμένου συνηγόρου και εκπροσωπούντος τον αναιρεσείοντα, του λόγου σε αυτόν, μετά τη κατάθεση του εξετασθέντος μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας για να υποβάλει ερωτήσεις ή να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις του, σχετικά με την αξιοπιστία του και έτσι ο σχετικός πέμπτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων επικαλείται υπέρβαση εξουσίας για το λόγο, ότι ενώ δυνάμει της αναβλητικής με αριθ. 879/2007 αποφάσεως του ιδίου δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου είχε γίνει τυπικά δεκτή η έφεσή του, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη τελειωτική του απόφαση απάγγειλε και πάλι το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Όμως από την ως άνω επανάληψη της τυπικής παραδοχής της ιδίας εφέσεως, προφανώς από παραδρομή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ουδεμία ακυρότητα επήλθε, ούτε υπέρβαση εξουσίας υπάρχει και ο σχετικός έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος "..... στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης" (περ. β). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και το πιο πάνω αίτημα για την αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, που προτείνεται κατ' άρθρο 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι σαφής και ορισμένος και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 921/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για την πράξη που προαναφέρθηκε στην πιο πάνω ποινή, ζήτησε δια του συνηγόρου του "την αναγνώριση του ελαφρυντικού 84 παρ. 2β ΠΚ". Με το πιο πάνω περιεχόμενο, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της από την διάταξη 84 παρ. 2 περ. β ελαφρυντικής περιστάσεως, είναι αόριστος, αφού παρατίθεται μόνο η σχετική διάταξη, χωρίς να εκτίθενται περιστατικά που να τον θεμελιώνουν και το Δικαστήριο, που πράγματι δε διέλαβε σχετική αιτιολογία για την απόρριψή του, δεν ήταν υπόχρεο να απαντήσει και δη αιτιολογημένα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' τέταρτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί συνδρομής της πιο πάνω ελαφρυντικής περιστάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 79 του ΠΚ η επιμέτρηση της ποινής ανήκει, σε κάθε περίπτωση, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα σχετικά με την ενοχή του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του και άλλη ειδικότερη αιτιολογία, εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου, όπως εν προκειμένω συμβαίνει με την προπαρατεθείσα και όπως ισχύει διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, κατά την οποία, για την επιβολή καθεμιάς από τις απειλούμενες σ' αυτήν διαζευκτικώς παραπάνω ποινές, είναι υποχρεωμένο το ουσιαστικό δικαστήριο να αιτιολογήσει την σχετική περί ποινής διάταξή του, προσδιορίζοντας την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτό βρίσκεται. Αν η απόφαση δεν διαλαμβάνει τέτοια αιτιολογία, είναι αναιρετέα μόνον ως προς το μέρος της που αφορά την επιβλητέα ποινή για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. (ΑΠ 43/2009, 921/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ναι μεν αυτή διέλαβε στο περί ποινών τμήμα της, αιτιολογία σχετικά με τους όρους του άρθρου 79 ΠΚ, πλην όμως δεν περιέχει καμιά αιτιολογία ούτε για την αξία των από τον αναιρεσείοντα ανεγερθέντων αυθαίρετων κτισμάτων ούτε περί του αν υποβαθμίζουν ή όχι και αν ναι σε ποιο βαθμό το φυσικό ή πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής, κριτήρια τα οποία κατά τα παραπάνω επηρεάζουν κατά το νόμο το ύψος της επιβλητέας ποινής. Επομένως, κατά παραδοχή του πρώτου, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μερικώς, ήτοι μόνον ως προς το περί ποινής μέρος της και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΟΙΝΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμ. 761/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής εν μέρει, ήτοι και μόνον ως προς την περί ποινής διάταξη αυτής.
Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το άνω αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. 2) Απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος απόλυτης ακυρότητας: α) για το λόγο ότι λήφθηκαν υπόψη στο σκεπτικό ένα έγγραφο, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα, διότι από τα πρακτικά προκύπτει σαφώς ότι δεν αναγνώσθηκε, αλλά προκύπτει αυτό από τη μαρτυρική κατάθεση, β) δεν αναγνώσθηκαν τα πρακτικά και τα έγγραφα της αναβληθείσας δίκης και δε δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του κατηγορουμένου μετά την εξέταση του μάρτυρα για υποβολή ερωτήσεων, καθόσον δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου. 3) Είναι αναιρετέα μόνον ως προς το μέρος της που αφορά την επιβλητέα ποινή για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 Ν. 1337/1983, για την επιβολή καθεμιάς από τις απειλούμενες σ' αυτήν διαζευκτικώς ποινές, είναι υποχρεωμένο το ουσιαστικό δικαστήριο να αιτιολογήσει την σχετική περί ποινής διάταξή του, προσδιορίζοντας εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 79 ΠΚ και την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτό βρίσκεται, πράγμα που ουδόλως πράττει (ΑΠ 43/2009). Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Αναίρεση μερική, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.
| 2
|
Αριθμός 1554/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2 σύζυγο Χ1, το γένος ..., κατοίκων ... περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2375/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 κάτοικο ...
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Φεβρουαρίου 2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 274/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 136/10.04.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ, τις αριθμ. 19/11-2-2009 και 20/11-2-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1 κατοίκου ... και 2) Χ2 το γένος ..., κατοίκου ..., αντίστοιχα, οι οποίες ασκήθηκαν αυτοπροσώπως από τους ίδιους και στρέφονται κατά του αριθμ. 2375/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως και το αίτημα αυτών για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους, στο συμβούλιό σας, εκθέτω δε τα ακόλουθα. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το αριθμ. 3517/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν για απάτη κατά συναυτουργία από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ, από δράστες που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια - Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις. Επί των εφέσεών των αυτών εξεδόθη το αριθμ. 2375/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε τις εφέσεις αυτές ως ουσιαστικά αβάσιμες - Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις τους, οι οποίες ασκήθηκαν νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως.
Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 17-2-2009 (βλ. σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως), οι δε αιτήσεις ασκήθηκαν την 11-2-2009 ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγησαν δε από εκείνη οι αριθμ. 19/11-2-2009 και 20/11-2-2009, αντίστοιχα, εκθέσεις, στις οποίες διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκαν και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και κατ'εκτίμηση των δικογράφων των αιτήσεων αναιρέσεως η απόλυτη ακυρότητα και η υπέρβαση εξουσίας (άρθρα 484 παρ. 1 στοιχ. α, β, δ, στ ΚΠΔ).
Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Το αίτημα όμως των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου σας, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται σ'αυτό ο λόγος για τον οποίον επιθυμούν να παραστούν αυτοπροσώπως στο Συμβούλιο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Αλλά και αν γίνει δεκτό ότι το αίτημα υποβλήθηκε νομοτύπως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, αφού η παρουσία των αναιρεσειόντων, οι οποίοι αναπτύσσουν τις απόψεις τους εκτενώς και επαρκώς στις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, δεν έχει να προσφέρει οτιδήποτε για την εξέλιξη της υπόθεσης, δεδομένου και του ότι ενώπιον του Συμβουλίου σας, θα κριθούν νομικά ζητήματα και όχι η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του Π.Κ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από την άνω διάταξη επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, ή, ανεξάρτητα από το εάν διαπράττει ο υπαίτιος απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ (Α.Π. 1023/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (βλ. Α.Π. 625/2005 ΠΧ, ΝΣΤ, 21, Α.Π. 382/2006 ΠΧ, ΝΣΤ, 898, Α.Π. 573/2003 ΠΧ, ΝΔ, 123, Α.Π. 1975/2001 ΠΧ, ΝΒ, 639, Α.Π. 692/2000 ΠΧ, ΝΑ, 47 κ.λ.π.).
Ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη (ΑΠ 1081/2007, ΑΠ 278/2007, ΑΠ 2418/2005 Ποιν.Δ. 2006, 672).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 45 Π.Κ. με τον όρο από κοινού, νοείται αντικειμενικά σύμπραξη δύο ή περισσότερων προσώπων στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους, είτε κατά την τέλεση της ώστε να ενώσουν την δράση τους. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται είτε στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε στο ότι το έγκλημα συντελείται με επί μέρους συγκλίνουσες πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Α.Π. 1388/2006 Ποιν. Χρ. ΝΖ 620).
Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτικά παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1565/2002 ΠΧ, ΝΓ, 536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ, ΝΑ, 244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 1057/2008, ΑΠ 1155/2000 ΠΧ, ΝΑ, 398).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθμό 2375/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τη συνεκτίμηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, συνημμένων στη δικογραφία εγγράφων, απολογίες κατηγορουμένων, εξηγήσεων μηνυτή και κατηγορουμένων ενώπιον του Συμβουλίου κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους) προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο εγκαλών Ψ1, κάτοικος ..., είναι επιχειρηματίας ασχολούμενος με την εμπορία ΙΧΕ αυτοκινήτων στη Γερμανία και υπήρξε επί σειρά ετών μαθητής στην Αγγλική Γλώσσα στην εκπαιδευτική επιχείρηση του πρώτου κατηγορουμένου. Η μητέρα του εγκαλούντος διατηρούσε από καιρό φιλική σχέση με τους κατηγορούμενους . Από τα τέλη του έτους 2002 και ενώ ο εγκαλών βρισκόταν στο ...της Γερμανίας, όπου διαμένει και εργάζεται, οι κατηγορούμενοι ενδιαφέρθηκαν για την επαγγελματική σταδιοδρομία του εγκαλούντος, επιθυμώντας έντονα να πληροφορηθούν λεπτομέρειες για την οικονομική του κατάσταση. Κατά τις αρχές του έτους 2003 ο πρώτος κατηγορούμενος συνάντησε τη μητέρα του εγκαλούντος στην έδρα της επιχείρησης του (οδός ... ) και την πληροφόρησε ότι χρειάζονταν να δανειστεί ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, προκειμένου να επεκτείνει τις εργασίες του και τις δραστηριότητες του σε νέους κλάδους σπουδών, να προσλάβει έμπειρο εκπαιδευτικό προσωπικό και να ανακαινίσει τις εγκαταστάσεις του με σκοπό να δημιουργήσει το πρώτο ευρωπαϊκών προδιαγραφών Κολέγιο στην Ελλάδα σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (Oxford) του Ηνωμένου Βασιλείου (U.K). Της ανέφερε ότι είχε αποφασίσει να μην απευθυνθεί σε τραπεζικά ιδρύματα προς δανεισμό αλλά να συγκεντρώσει κοντά του χρηματοδότες, οι οποίοι θα είχαν την οικονομική δυνατότητα να του δανείσουν τουλάχιστον 150.000 Ευρώ έκαστος, της έδειξε δε σχετικούς οικονομικούς πίνακες, στοιχεία και αναλύσεις, ενώ πρότεινε ως τρόπο διασφάλισης του ποσού του εγκαλούντος την υπογραφή ιδιωτικού συμφωνητικού. Αρχές Φεβρουαρίου του 2003 οι κατηγορούμενοι συναντήθηκαν με τον εγκαλούντα που εν τω μεταξύ βρισκόταν στην Ελλάδα και του επιβεβαίωσαν τα ανωτέρω. Κατά την 3.3.2003 ο εγκαλών δάνεισε στους εγκαλούμενους το ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ για χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών, δηλαδή από 3.3.2003 έως 31.7.2003. Οι όροι χορήγησης αυτού του δανείου, η διάρκεια του και ο τρόπος αποπληρωμής συμπεριλήφθηκαν στο από 3.3.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο υπεγράφη από τον εγκαλούντα και τους κατηγορουμένους στα γραφεία της επιχείρησης του πρώτου κατηγορουμένου, με την επωνυμία "Διεθνές Επιστημονικό Κέντρο ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "I.S. COLLEGE" επί της ανωτέρω οδού. Σημειώνεται ότι η δεύτερη κατηγορούμενη Χ2 συμβλήθηκε ως δικηγόρος, εταίρος της ανωτέρω ΕΠΕ και συνυπευθύνως υπογράφουσα. Ειδικότερα, δυνάμει του ανωτέρω συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: 1) ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) αποδέχθηκε να χρηματοδοτήσει το Διεθνές Επιστημονικό Κέντρο ΕΠΕ (I.S. COLLEGE) δια του νομίμου εκπροσώπου του πρώτου κατηγορούμενου και της εταίρου δεύτερης κατηγορούμενης με το ποσό των 150.000 ευρώ και για χρονικό διάστημα πέντε μηνών (5) δηλαδή από 3.3.2003 έως 31.7.2003 με δυνατότητα παράτασης τριών επιπλέον μηνών, δηλαδή μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2003, εφόσον αυτό γίνει αποδεκτό και από τον νόμιμο εκπρόσωπο του I.S college, δηλαδή τον πρώτο κατηγορούμενο ήτοι και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, 2) ο πρώτος των συμβαλλομένων (πρώτος κατηγορούμενος), νόμιμος εκπρόσωπος του Διεθνούς Επιστημονικού Κέντρου ΕΠΕ (I.S College) αποδέχεται τη χρηματοδότηση από τον δεύτερο των συμβαλλομένων (εγκαλούντα) με τις εξής υποχρεώσεις: 1) να επιστρέψει το ποσό αυτό, δηλαδή 150.000 ευρώ κατά την 31.7.2003 εκτός εάν συμφωνηθεί παράταση 3 μηνών οπότε θα πρέπει να τα επιστρέψει μέχρι την 3.10.2003, 2) να έχει ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) δικαίωμα ποσοστού 10% επί της αξίας του Κολεγίου (εκτιμηθέν σε 880.000.000 δρχ. το 1998 από Άγγλους εκτιμητές) μέχρι να γίνει πλήρης εξόφληση των χρημάτων του, δηλαδή των 150.000 ευρώ, οπότε ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) δεν θα έχει καμία περαιτέρω αξίωση τόσο από τον πρώτο κατηγορούμενο ατομικά όσο και από την εταιρεία ως τέτοια (Διεθνές Επιστημονικό Κέντρο I.S.College) και 3) δηλώνεται με το συμφωνητικό αυτό ότι ο δεύτερος συμβαλλόμενος (εγκαλών) λαμβάνει σήμερα δηλαδή ...συναλλαγματική υπογεγραμμένη από τον νόμιμο εκπρόσωπο του Διεθνούς Επιστημονικού Κέντρου Ε.Π.Ε (πρώτο κατηγορούμενο), όπου καταγράφεται η υποχρέωση των 150.000 ευρώ προς τον δεύτερο των συμβαλλομένων (εγκαλούντα) με ημερομηνία την .... Επίσης δηλώνεται ότι σε περίπτωση χρονικής παράτασης τριών μηνών, θα αλλαχθεί η συναλλαγματική δηλαδή θα ακυρωθεί η με ημερομηνία ...και θα εκδοθεί άλλη συναλλαγματική με ημερομηνία αντίστοιχη δηλαδή την ... και λήξη την .... Λίγες εβδομάδες μετά την κατάρτιση του ανωτέρω δανείου ο πρώτος κατηγορούμενος άρχισε να ζητά από τον εγκαλούντα και νέο δάνειο προκειμένου, όπως ισχυριζόταν, να μη χαλάσει η δουλειά και η επέκταση των εργασιών του. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες και σχεδόν καθημερινές τηλεφωνικές προτροπές και εκκλήσεις από τους πρώτο και δεύτερη των κατηγορουμένων, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να πεισθεί ο εγκαλών να τους χορηγήσει και νέο δεύτερο δάνειο. Έτσι, κατά την ... ο εγκαλών έδωσε πάλι στους εγκαλούμενους λόγω δανείου, χρηματικό ποσό 150.000 ευρώ για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών, δηλαδή από ... μέχρι .... Οι όροι χορήγησης αυτού του δανείου, η διάρκειά του και ο τρόπος αποπληρωμής συμπεριλήφθηκαν στο από ... ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο υπεγράφη από τον εγκαλούντα και τους κατηγορουμένους στα γραφεία της επιχείρησης του πρώτου κατηγορουμένου, με την επωνυμία "Διεθνές Επιστημονικό Κέντρο ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "I.S COLLEGE" επί της ανωτέρω οδού. Σημειώνεται πάλι ότι η δεύτερη κατηγορούμενη συμβλήθηκε ως δικηγόρος, εταίρος της ανωτέρω ΕΠΕ και συνυπευθύνως υπογράφουσα. Ειδικότερα, δυνάμει του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού έγιναν αποδεκτά τα ακόλουθα: 1) ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) απεδέχθηκε να χρηματοδοτήσει το Διεθνές Επιστημονικό Κέντρο ΕΠΕ (I.S COLLEGE) δια του νομίμου εκπροσώπου του πρώτου κατηγορούμενου και της εταίρου δεύτερης κατηγορούμενης με το ποσό των 150.000 Ευρώ και για διάστημα οκτώ (8) μηνών, δηλαδή από ... έως ..., 2) ο πρώτος των συμβαλλομένων (πρώτος κατηγορούμενος), νόμιμος εκπρόσωπος του Διεθνούς Επιστημονικού Κέντρου ΕΠΕ (I.S College) αποδέχεται τη χρηματοδότηση από τον δεύτερο των συμβαλλομένων (εγκαλούντα) με τις εξής υποχρεώσεις: α) να επιστρέψει το ποσό αυτό, δηλαδή τα 150.000 Ευρώ την ... (εκτός εάν συμφωνηθεί παράταση και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη), β) να έχει ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) δικαίωμα ποσοστού 15% επί της αξίας του Κολεγίου (εκτιμηθέν σε 880.000.000 δρχ. το έτος 1998 από Άγγλους εκτιμητές) μέχρι να γίνει πλήρης εξόφληση των χρημάτων δηλαδή των 150.000 ευρώ, οπότε ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) δεν θα έχει καμία περαιτέρω απαίτηση τόσο από τον πρώτο κατηγορούμενο ατομικά όσο και από την εταιρεία ως τέτοια (Διεθνές Επιστημονικό Κέντρο I.S.College), γ) λαμβάνει ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) σε πλαστικοποιημένη μορφή τις άδειες που έχει το I.S.College από τα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Κέιμπριτζ, που αναφέρεται ότι είναι άκρως εμπιστευτικές και θα επιστραφούν αμέσως με την εξόφληση του κεφαλαίου των 150.000 ευρώ, δ) ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) λαμβάνει συναλλαγματική ποσού εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ με ημερομηνία λήξης την ..., υπογεγραμμένη από τον νόμιμο εκπρόσωπο του I.S.College (πρώτο κατηγορούμενο), ε) ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών ) λαμβάνει μια υπεύθυνη δήλωση του νόμου 1599/1986 όπου καταφαίνεται και δηλώνεται ότι το ποσό του δανείου είναι 150.000 ευρώ. Από το περιεχόμενο των δύο ανωτέρω ιδιωτικών συμφωνητικών με σαφήνεια προκύπτει ότι η κρίσιμη ψευδής παράσταση και διαβεβαίωση των κατηγορουμένων που προκάλεσαν στον εγκαλούντα την απόφαση να προβεί στα ανωτέρω δύο δάνεια συνολικής αξίας 300.000 Ευρώ συνίσταται στο ότι δήθεν η αξία της επιχείρησης αποτιμάται από Άγγλους εκτιμητές τουλάχιστον σε 880.000.000 δρχ. και ότι κατά συνέπεια διασφαλιζόταν δήθεν επαρκώς ο εγκαλών με την παραχώρηση ποσοστών 10% και 15% αντίστοιχα της αξίας της επιχείρησης μέχρι την αποπληρωμή του δανείου. Περαιτέρω, προέκυψε ότι κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν στον εγκαλούντα ότι ήταν σε θέση να αναπτύξουν ως επιχειρηματικό σχέδιο το πρώτο Ευρωπαϊκών προδιαγραφών Κολλέγιο στην Ελλάδα σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και ότι επέλεξαν τον ιδιωτικό και όχι τον τραπεζικό δανεισμό, τόσο οι κατηγορούμενοι όσο και η επιχείρησή τους, δηλαδή η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Διεθνές Επιστημονικό Κέντρο Ε.Π.Ε" της οποίας οι κατηγορούμενοι είναι οι μοναδικοί εταίροι, ο πρώτος μάλιστα και διαχειριστής αυτής, είχαν σε βάρος τους δυσμενή οικονομικά στοιχεία, τα. οποία απέκλειαν την πρόσβαση τους στο τραπεζικό σύστημα δανεισμού, γεγονός το οποίο απέκρυψαν από τον εγκαλούντα. Ειδικότερα τα δυσμενή οικονομικά στοιχεία που οι κατηγορούμενοι απέκρυψαν ήταν: α) ότι σε διαμέρισμα κυριότητας της δεύτερης των κατηγορουμένων επί των οδών ... και ... ήδη από τις ...υπήρχαν τα εξής βάρη: αα) προσημείωση ποσού 13.000.000 δρχ. υπέρ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εγγραφείσα από την 20.12.1996, τραπείσα σε υποθήκη κατά την ... για το ποσό των 4.637,40 ευρώ δυνάμει της με αριθμό 9830/2000 τελεσίδικης Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αβ) προσημείωση ποσού 13.000.000 δρχ. υπέρ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εγγραφείσα την ..., αγ) προσημείωση υποθήκης ποσού 25.000.000 δρχ. υπέρ της Τράπεζας Εργασίας εγγραφείσα την .... και αδ) αναγκαστική κατάσχεση για το ποσό των 10.000.000 δρχ. υπέρ της Τράπεζας Εργασίας εγγραφείσα από την ..., β) ότι στο 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του διαμερίσματος, ιδιοκτησίας της δεύτερης κατηγορούμενης επί της οδού... υπήρχαν τα ακόλουθα βάρη: βα) προσημείωση υποθήκης 30.000.000 δρχ. υπέρ της Τράπεζας Εργασίας εγγραφείσα την ... στον τόμο... με αριθμ....του βιβλίου Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών και ββ) αναγκαστική κατάσχεση ποσού 30.000.000 δρχ. υπέρ της Τράπεζας Εργασίας εγγραφείσα δυνάμει της με αριθμ.... έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή ... την ... στον τόμο ...και με αριθμό ...του βιβλίου Κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, γ) ότι σε βάρος του πρώτου κατηγορούμενου κατά τη διετία 2000-2002 υπήρχαν τέσσερις (4) ακάλυπτες επιταγές συνολικού ποσού 47.542.19 ευρώ (βλ. την από ...έγγραφη κατάσταση επιταγών) και δ) ότι σε βάρος της εταιρείας (Διεθνές Επιστημονικό Κέντρο Ε.Π.Ε) είχαν εκδοθεί το έτος 2000 δύο (2) Διαταγές Πληρωμής συνολικού ποσού 190.867,31 ευρώ και το έτος 2002 έντεκα (11) ακάλυπτες επιταγές συνολικού ποσού 186.691,12 ευρώ.
Τα δε παραπάνω δυσμενή οικονομικά στοιχεία τόσο σε βάρος των κατηγορουμένων όσο και σε βάρος της επιχείρησή τους, τα οποία απέκρυψαν οι κατηγορούμενοι, εάν γνώριζε ο εγκαλών δεν θα προέβαινε στους προαναφερόμενους δανεισμούς της επιχείρησης. Οι κατηγορούμενοι με τις έγγραφες εξηγήσεις, τα απολογητικά υπομνήματα και την απολογία τους στην ανάκριση, καθώς και τα υπομνήματα που κατέθεσαν μετά την άσκηση της έφεσης ισχυρίζονται ότι δεν εξαπατήθηκε ο εγκαλών, αφού τόσο η πρωτοβουλία όσο και οι όροι σύναψης των δανείων τέθηκαν από την πλευρά του εγκαλούντος και της μητέρας του, ενώ το δάνειο ήταν απόλυτα αναγκαίο, ενόψει μάλιστα των σοβαρών καρδιολογικών προβλημάτων υγείας του πρώτου κατηγορουμένου μετά το έτος 1998, προκειμένου να επεκταθεί η επιχείρηση. Αιτιώνται δε επίσης δανεισμό σε δύο δόσεις με πολύ υψηλούς τόκους 1) 150.000 ευρώ και τόκοι 2% μηνιαίως δηλαδή 3.000 ευρώ μηνιαίως και 2) 150.000 ευρώ και τόκοι 2,66% μηνιαίως δηλαδή 4000 ευρώ μηνιαίως δηλαδή συνολικά 7.000 ευρώ μηνιαίως δηλαδή 24% και 31,2%, αντίστοιχα, ετησίως τόκοι. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού τους προσκομίζουν την με αριθμό 52/19-01-2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία έκρινε ότι το σύνολο του ανωτέρω ποσού των 300.000 ευρώ ενσωματώνει τοκογλυφικούς τόκους ύψους 56.750 ευρώ και περιόρισε κατά νόμο την οφειλή στο ύψος των 243.250 ευρώ. Ο παραπάνω ισχυρισμός περί τοκογλυφικών τόκων δεν ασκεί έννομη επιρροή αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης της πράξης που αποδίδεται στους κατηγορουμένους. Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού και εκμεταλλευόμενοι την εμπειρία που διέθεταν στις συναλλαγές (ας σημειωθεί ότι ο πρώτος είναι ακαδημαϊκός καθηγητής, αλλά και επιχειρηματίας, η δε δεύτερη δικηγόρος) αφενός με την ψευδή παράσταση αναφορικά με την αξία της επιχείρησής τους και αφετέρου με την απόκρυψη των δυσμενών περιουσιακών τους στοιχείων και την λόγω της θέσης τους αυτής αδυναμία λήψης δανείων από πιστωτικά ιδρύματα, δεν σκόπευαν να επεκτείνουν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, αλλά είχαν εξ αρχής σκοπό να χρησιμοποιήσουν το ποσό που απατηλώς απέσπασαν από τον εγκαλούντα ώστε να αντιμετωπίσουν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους. Ας σημειωθεί δε ότι με την από ... έγγραφη δήλωση αναγνώρισης χρέους 312.000 ευρώ ο πρώτος κατηγορούμενος δηλώνει ότι ι) "οφείλω εις τον κ Ψ1 το ποσόν των τριακοσίων δώδεκα χιλιάδων ευρώ (312.000 Ε) βάσει των ιδιωτικών συμφωνητικών των από ... και από ..που έχουν υπογραφεί υπ' εμού και τον κ. Ψ1
ΙΙ) το ποσόν αυτό των 312.000 Euro θα αποδοθεί εις τον κ. Ψ1 (δια μέσω τραπέζης) την .... Ο λογαριασμός θα γίνει στηv Alpha Bank (όπως μέχρι σήμερον)". Αποκλειστικός σκοπός των κατηγορουμένων ήταν να προσποριστούν παράνομο περιουσιακό όφελος από την περιουσία του εγκαλούντος με τις προαναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις τους. Την εξαπάτησή του από τους κατηγορούμενους επιβεβαίωσε σαφώς ο εγκαλών ενώπιον του συμβουλίου, αναφέροντας ότι αυτοί του παρέστησαν ψευδώς ότι η παραπάνω επιχείρηση είναι μεγάλης οικονομικής επιφάνειας αποτιμώμενη σε 880.000.000 δραχμές και επίσης του απέκρυψαν την δυσμενή οικονομική τους κατάσταση, γεγονότα τα οποία αν αυτός γνώριζε δεν θα προέβαινε στην παραπάνω χρηματοδότηση. Οι παραπάνω κατηγορούμενοι, προκειμένου να αποσπάσουν τα παραπάνω χρηματικά ποσά από τον εγκαλούντα ενήργησαν μεθοδικά εκμεταλλευόμενοι τη φιλική σχέση που υπήρχε μεταξύ του εγκαλούντος και της μητέρας με αυτούς, λειτουργώντας επί τη βάσει σχεδίου, και περαιτέρω ενόψει της υποδομής που διαμόρφωσαν (δια των επανειλημμένων επαφών και τηλεφωνικών επικοινωνιών με το θύμα -εγκαλούντα και την μητέρα του, στους οποίους έκαναν τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και την αθέμιτη απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής τους κατάστασης, προκειμένου να πεισθεί ο εγκαλών να δώσει σε δυο δόσεις κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα το παραπάνω ποσό χρημάτων) και την οργανωμένη ετοιμότητα τους με πρόθεση της κατά τα άνω επανειλημμένης τέλεσης του εγκλήματος της απάτης, απέβλεπαν στον πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, από την επανειλημμένη κατά τα άνω τέλεση της πράξης της απάτης προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους, δοθέντος μάλιστα ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν αποδώσει το ποσό το οποίο αυτός τους δάνεισε, έχοντας περαιτέρω ως επιδίωξη να ματαιώσουν την είσπραξη από αυτόν του οφειλομένου δανείου. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι δεν υφίσταται απάτη εκ μέρους τους αλλά απλά μια αστική διαφορά και δη διαφορά από σύμβαση δανείου δεν αποδείχθηκε από τα παραπάνω αποδεικτικά, ενόψει των όσων αναλυτικά προεκτέθηκαν.
Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και για το λόγο αυτό απέρριψε τις απ'αυτούς ασκηθείσες, κατά του αριθμ. 3517/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εφέσεις ως κατ'ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκαν παραπεμπτέοι, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ, 45 και 386 παρ. 1 και 3 εδ. α - β ΠΚ, όπως η παράγ. 3 αντικ. με άρθρο 14 παρ. 2α-β του Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα περιγράφονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της πράξεως της απάτης, την οποία φέρεται ότι διέπραξε ο αναιρεσείων Χ1 σε βάρος του Ψ1, στην οποία συμμετείχε ως συναυτουργός και η αναιρεσείουσα Χ2 και ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, κατ'εκτίμηση δε του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ1 για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, με την αιτίαση ότι δεν υφίσταται απάτη αλλά αστική διαφορά από σύμβαση δανείου, είναι αβάσιμος. Επίσης διαλαμβάνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά τη συνδρομή στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων της επιβαρυντικής περίστασης της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως του εγκλήματος της απάτης, καθόσον στηρίχθηκε η σχετική κρίση του εκδώσαντος το βούλευμα αυτό Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στην υποδομή, την οποία είχαν διαμορφώσει αυτοί (επανειλημμένες επαφές και τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον εγκαλούντα και την μητέρα του, στους οποίους έκαναν τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και την αθέμιτη απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής τους κατάστασης) και την οργανωμένη ετοιμότητά τους με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της ίδιας ως άνω πράξεως από την οποία προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και στην επανειλημμένη τέλεση της πράξεως από την οποία προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Οι λοιπές αναφερόμενες στις κρινόμενες αιτήσεις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων πλήττουν, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, την επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου Εφετών, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικώς και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Περαιτέρω ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας καθόσον δεν προσδιορίζεται σ'αυτόν σε τι συνίσταται ειδικότερα η απόλυτη ακυρότητα και ποιες είναι οι παραβιασθείσες διατάξεις που την επέφεραν (ΑΠ 378/2002 Ποιν. Δικ. 2002, 806), αλλά και αν γίνει δεκτό ότι ο λόγος αυτός είναι σαφής και ορισμένος, και ότι αφορά κακή σύνθεση του εκδώσαντος το προσβαλλόμενο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου, που στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι υφίσταντο γεγονότα δικαιολογούντα υπόνοιες για την αμεροληψία της Αντεισαγγελέως Εφετών Βιργινίας Σακελλαροπούλου, που υπέβαλε τη σχετική πρόταση στο Συμβούλιο και δεν παρέστη σ'αυτό, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η συνδρομή τέτοιων γεγονότων, ως προς κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 14 του ΚΠΔ πρόσωπα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο Εισαγγελέας, δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του δικαστικού συμβουλίου, στο οποίο υπέβαλε σχετική πρόταση ή μετέσχε το πρόσωπο τούτο, αλλά λόγο εξαιρέσεώς του. Τέτοιο όμως λόγο εξαιρέσεως της παραπάνω Αντεισαγγελέως δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ούτε και προκύπτει ότι αυτοί υπέβαλαν με αίτηση, κατά τους ορισμούς του άρθρου 16 επ. ΚΠΔ, όπως δεν προκύπτει ότι ο λόγος αυτός έγινε δεκτός και παρά ταύτα η εξαιρεθείσα υπέβαλε σχετική πρόταση στο Συμβούλιο (ΑΠ 1744/2004 ΠΧ, ΝΕ, 704).
Επίσης από τα οριζόμενα στις διατάξεις του Ν. 2472/1997, περί προσωπικών δεδομένων, σαφώς συνάγεται ότι ο νόμος αυτός δεν έχει εφαρμογή επί της ποινικής διαδικασίας, για την οποία ισχύουν οι διατάξεις του ΚΠοινΔ, οι οποίες ως ειδικές κατισχύουν του ως άνω νόμου (ΑΠ 1945/2002 Ποιν.Δικ. 2003, 626). Ενώ, εκτός άλλων, στις διατάξεις των άρθρων 31, 239 επόμ και 251 επ. ΚΠοινΔ, σαφώς ορίζεται, ότι ο Εισαγγελέας, ο Ανακριτής, οι προανακριτικοί υπάλληλοι και το Δικαστήριο υποχρεούνται να ερευνούν κάθε στοιχείο που είναι απαραίτητο για την ανεύρεση της αλήθειας και να χρησιμοποιούν κάθε αποδεικτικό μέσο προς το σκοπό αυτό, εκτός βέβαια από εκείνα που απαγορεύονται ρητώς από το Σύνταγμα και το νόμο. Εξ άλλου, δυνατότητα χρήσης προσωπικών δεδομένων υπάρχει, όχι μόνο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ατόμου, στα οποία αυτά αφορούν, αλλά και για την υπεράσπιση οποιουδήποτε δικαιώματος, είτε αυτό ανήκει στο ίδιο πρόσωπο, είτε σε τρίτο (ΑΠ 1561/2005). Επομένως η αιτίαση, κατ'εκτίμηση του δικογράφου των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα εξαιτίας του ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του έγγραφα, που αφορούσαν προσωπικά δεδομένα των αναιρεσειόντων και της εταιρείας τους, που προσκομίστηκαν από τον εγκαλούντα, στον οποίο είχαν δοθεί από την Τειρεσίας ΑΕ, είναι αβάσιμη.
Τέλος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο λόγος, κατ' εκτίμηση του δικογράφου των αιτήσεων αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι ο εγκαλών δεν νομιμοποιείτο στην υποβολή της κρινόμενης εγκλήσεως, διότι τα χρήματα με τα οποία εδάνεισε τους αναιρεσείοντες δεν ήταν δικά του και συνεπώς δεν υπέστη ο ίδιος βλάβη, καθόσον το έγκλημα της απάτης διώκεται αυτεπαγγέλτως και όχι κατ'έγκληση.
Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1α-β-δ-στ ΚΠοινΔ πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθούν οι με αριθμ. 19/11-2-2009 και 20/11-2-2009 αιτήσεις αναιρέσεως, που ασκήθηκαν αντιστοίχως από τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 το γένος ..., κατοίκων ..., κατά του αριθμ. 2375/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες.
3) Να απορριφθεί ως απαράδεκτο, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμο, το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου σας, που διατυπώθηκε από τους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 στις αντίστοιχες με αριθμό 19/11-2-2009 και 20/11-2-2009 αιτήσεις αναιρέσεως κατά του 2375/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Αθήνα 3 Απριλίου 2009
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Οι κρινόμενες 19/11-2-2009 και 20/11-2-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) Χ1 και 2) Χ2 το γένος ... αντίστοιχα, κατοίκων ..., κατά του 2375/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι εφέσεις αυτών κατά του 3517/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν για απάτη, κατά συναυτουργία, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ, από δράστες που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, ήτοι για παράβαση των άρθρων 1, 13 περ. στ, 45, 26 § 1α, 27 § 1, και 386 § 3 α, β του ΠΚ, όπως η § 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του ν. 2721/1999, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, συνεκδικαζόμενες, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.
ΙΙ. Το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου, ανεξαρτήτως της αοριστίας αυτού, αφού δεν προσδιορίζεται σ'αυτό ο λόγος για τον οποίον επιθυμούν να παραστούν αυτοπροσώπως στο Συμβούλιο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εξειδικεύοντας τα προς διευκρίνηση θέματα, είναι απορριπτέο και ως ουσιαστικώς αβάσιμο, αφού με την κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν με σαφήνεια και πληρότητα τις πλημμέλειες που αποδίδουν στο προσβαλλόμενο βούλευμα και οι απόψεις τους και οι ισχυρισμοί τους αναπτύσσονται εκτεταμένα σε αυτές.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ, ως λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα μπορεί να προταθεί και ο λόγος του στοιχείου Α', δηλαδή της απόλυτης ακυρότητας του άρθρου 171 του ίδιου Κώδικα, που προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τα αναφερόμενα σ' αυτό θέματα. Γι' αυτό όταν προβάλλεται τέτοιος λόγος πρέπει να προσδιορίζονται και οι διατάξεις αυτές που επέφεραν την ακυρότητα. Διαφορετικά ο αναιρετικός λόγος είναι αόριστος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο και των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων, προτείνεται, ως λόγος αναίρεσης του προσβαλλόμενου παραπεμπτικού βουλεύματος, η απόλυτη ακυρότητα με την αιτίαση ότι "στο βούλευμα δεν είναι ξεκάθαρο εάν ή όχι συμμετείχε στη σύνθεση του Συμβουλίου Εφετών" η Αντεισαγγελέας Βιργινία Σακελλαροπούλου, που συνέταξε την υπ' αριθ. 1859/2008 πρόταση, για την οποία, όπως οι αναιρεσείοντες αναφέρουν, "στο υπόμνημα που καταθέσαμε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών κάναμε ξεκάθαρο ότι είχαμε βάσιμους φόβους και υπόνοιες μεροληψίας εις βάρος μας εκ μέρους της" και τούτο, διότι, ενώ αρχικώς αναφέρεται στο βούλευμα ότι στη συνεδρίαση παρέστη η Αντεισαγγελέας Όλγα Σμυρλή, εν συνεχεία αναφέρεται ότι αυτή εισήγαγε προς το Συμβούλιο την 1859/2008 πρόταση, η οποία όμως δεν είναι συνταχθείσα από αυτήν, καθώς από το αναγραφόμενο στο βούλευμα ότι: "Η εισαγγελέας που παρέστη κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων, αφού άκουσε τα διάδικα μέρη, αναφέρθηκε στην ως άνω 1816/2008 πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών...", δεν προκύπτει με σαφήνεια ποια Εισαγγελέας παρέστη και ότι δεν έχουν λάβει γνώση του περιεχομένου της 1816/2008 πρότασης. Με το πιο πάνω περιεχόμενο ο προβαλλόμενος, από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α' ΚΠΔ. λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα, είναι απορριπτέος προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν προσδιορίζεται σ'αυτόν σε τι συνίσταται ειδικότερα η απόλυτη ακυρότητα και ποιες είναι οι παραβιασθείσες διατάξεις που την επέφεραν. Ανεξαρτήτως τούτων, αν γίνει δεκτό ότι ο λόγος αυτός είναι σαφής και ορισμένος, και ότι αφορά κακή σύνθεση του εκδώσαντος το προσβαλλόμενο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου, διότι υφίσταντο γεγονότα δικαιολογούντα υπόνοιες για την αμεροληψία της Αντεισαγγελέως Εφετών Βιργινίας Σακελλαροπούλου, που υπέβαλε τη σχετική πρόταση στο Συμβούλιο και δεν παρέστη σ'αυτό, ο λόγος αυτός πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 15 του Κ.Π.Δ. όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου (14 ΚΠΔ) είναι εξαιρετέα αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα, που μπορούν να δικαιολογήσουν δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Η τυχόν συνδρομή μόνο της τελευταίας περιπτώσεως δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του δικαστικού συμβουλίου, όπως αποτελεί η συμμετοχή σ' αυτό δικαστικών προσώπων, που αποκλείονται κατά το άρθρο 14 του Κ.Π.Δ. από την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά λόγο εξαιρέσεως του διεγείροντος υπόνοιες μεροληψίας δικαστικού προσώπου, ο οποίος πρέπει να προταθεί κατά τα άρθρα 16 επ. Κ.Π.Δ. πριν από την έκδοση του βουλεύματος, μόνο δε, εάν γίνει αυτός δεκτός και παρά ταύτα συμμετάσχει ο εξετασθείς στην έκδοση του βουλεύματος, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. α' του Κ.Π.Δ., που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' του ίδιου κώδικα. Επομένως, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' Κ.Π.Δ., πρώτος λόγος των υπό κρίση αιτήσεων, περί κακής συνθέσεως του εκδόσαντος το προσβαλλόμενο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου, ο οποίος στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι υφίσταντο γεγονότα δικαιολογούντα υπόνοιες για μεροληψία της πιο πάνω Αντεισαγγελέως, η οποία είτε υπέβαλε μόνο την πρόταση στο δικαστικό συμβούλιο, είτε και παραστάθηκε σ' αυτό, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η συνδρομή τέτοιων γεγονότων, ως προς κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 14 του Κ.Π.Δ. πρόσωπα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο εισαγγελέας, δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του δικαστικού συμβουλίου, στο οποίο μετέσχε το πρόσωπο τούτο, αλλά λόγο εξαιρέσεως του μετασχόντος. Τέτοιο όμως λόγο εξαιρέσεως της παραπάνω Αντεισαγγελέως δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ούτε και προκύπτει ότι αυτοί υπέβαλαν με αίτηση, κατά τους ορισμούς του άρθρου 16 επ. Κ.Π.Δ., όπως δεν προκύπτει ότι ο λόγος αυτός έγινε δεκτός και παρά ταύτα ο εξαιρεθείς μετέσχε στην έκδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Περαιτέρω και με την εκδοχή ότι ο προβαλλόμενος πιο πάνω λόγος αναίρεσης, περί κακής συνθέσεως του εκδόσαντος το προσβαλλόμενο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου έχει ως περιεχόμενο μόνο το ότι δεν καθίσταται σαφές αν παραστάθηκε και ποιος εισαγγελέας σε αυτό και ποιος συνέταξε την αναφερόμενη σε αυτό 1859/2008 πρόταση, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο του βουλεύματος, ότι στο Συμβούλιο που το εξέδωσε παραστάθηκε η Αντεισαγγελέας Εφετών Όλγα Σμυρλή και ότι αυτή εισήγαγε την αναφερόμενη στο βούλευμα 1859/2008 πρόταση της Αντεισαγγελέως Εφετών Βιργινίας Σακελλαροπούλου. Τέλος η διαλαμβανόμενη στον αυτό λόγο αιτίαση, ότι στο βούλευμα "γίνεται αναφορά στην υπ' αριθ. 1816/2008 πρόταση η οποία δήθεν αναφέρεται ανωτέρω στο κείμενο, ενώ είναι η πρώτη φορά που γίνεται μνεία αυτής στο βούλευμα, δεν έχουμε λάβει γνώση του περιεχομένου της", είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, αφού η αναφορά του αριθμού 1816/2008, αντί του αριθμού 1859/2008, που αποτελεί τον αριθμό της προτάσεως που η πιο πάνω Αντεισαγγελέας εισήγαγε στο Συμβούλιο Εφετών, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή και η εσφαλμένη αυτή αναγραφή δεν πλήττει τα δικαιώματα των κατηγορουμένων, αφού το κείμενο της πρότασης της Αντεισαγγελέως που εισήχθη στο Συμβούλιο παρατίθεται εξ ολοκλήρου και ενσωματώνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα και της προτάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες δεν αμφισβητούν ότι έλαβαν γνώση. Μόνο δε η μη γνώση της προτάσεως αυτής, διότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία που ορίζεται στον ΚΠΔ (άρ. 308 παρ. 2), θα ίδρυε παραδεκτό λόγο αναίρεσης, περιστατικά τα οποία όμως δεν εκτίθενται στον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης.
IV. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη παράλειψη ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείτο, επιπλέον, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά όμως την αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τέλεσης του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Εξάλλου, κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητας του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεσθεί και από περισσότερους του ενός δράστες, κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, κατά το οποίο, αν δυο ή περισσότερες τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη αυτή πράξη, καθένας τους τιμωρείται, ως συναυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενική σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
V. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. "...Ο εγκαλών Ψ1, κάτοικος ..., είναι επιχειρηματίας ασχολούμενος με την εμπορία ΙΧΕ αυτοκινήτων στη Γερμανία και υπήρξε επί σειρά ετών μαθητής στην Αγγλική Γλώσσα στην εκπαιδευτική επιχείρηση του πρώτου κατηγορουμένου. Η μητέρα του εγκαλούντος διατηρούσε από καιρό φιλική σχέση με τους κατηγορούμενους. Από τα τέλη του έτους 2002 και ενώ ο εγκαλών βρισκόταν στο ... της Γερμανίας, όπου διαμένει και εργάζεται, οι κατηγορούμενοι ενδιαφέρθηκαν για την επαγγελματική σταδιοδρομία του εγκαλούντος, επιθυμώντας έντονα να πληροφορηθούν λεπτομέρειες για την οικονομική του κατάσταση. Κατά τις αρχές του έτους 2003 ο πρώτος κατηγορούμενος συνάντησε τη μητέρα του εγκαλούντος στην έδρα της επιχείρησης του (οδός ...) και την πληροφόρησε ότι χρειάζονταν να δανειστεί ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, προκειμένου να επεκτείνει τις εργασίες του και τις δραστηριότητες του σε νέους κλάδους σπουδών, να προσλάβει έμπειρο εκπαιδευτικό προσωπικό και να ανακαινίσει τις εγκαταστάσεις του με σκοπό να δημιουργήσει το πρώτο ευρωπαϊκών προδιαγραφών Κολέγιο στην Ελλάδα σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (Oxford) του Ηνωμένου Βασιλείου (U.K). Της ανέφερε ότι είχε αποφασίσει να μην απευθυνθεί σε τραπεζικά ιδρύματα προς δανεισμό αλλά να συγκεντρώσει κοντά του χρηματοδότες, οι οποίοι θα είχαν την οικονομική δυνατότητα να του δανείσουν τουλάχιστον 150.000 Ευρώ έκαστος, της έδειξε δε σχετικούς οικονομικούς πίνακες, στοιχεία και αναλύσεις, ενώ πρότεινε ως τρόπο διασφάλισης του ποσού του εγκαλούντος την υπογραφή ιδιωτικού συμφωνητικού. Αρχές Φεβρουαρίου του 2003 οι κατηγορούμενοι συναντήθηκαν με τον εγκαλούντα που εν τω μεταξύ βρισκόταν στην Ελλάδα και του επιβεβαίωσαν τα ανωτέρω. Κατά την ... ο εγκαλών δάνεισε στους εγκαλούμενους το ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ για χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών, δηλαδή από ... έως .... Οι όροι χορήγησης αυτού του δανείου, η διάρκεια του και ο τρόπος αποπληρωμής συμπεριλήφθηκαν στο από ... ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο υπεγράφη από τον εγκαλούντα και τους κατηγορουμένους στα γραφεία της επιχείρησης του πρώτου κατηγορουμένου, με την επωνυμία "Διεθνές Επιστημονικό Κέντρο ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "I.S. COLLEGE" επί της ανωτέρω οδού. Σημειώνεται ότι η δεύτερη κατηγορούμενη Χ2 συμβλήθηκε ως δικηγόρος, εταίρος της ανωτέρω ΕΠΕ και συνυπευθύνως υπογράφουσα. Ειδικότερα, δυνάμει του ανωτέρω συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: 1) ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) αποδέχθηκε να χρηματοδοτήσει το Διεθνές Επιστημονικό Κέντρο ΕΠΕ (I.S. COLLEGE) δια του νομίμου εκπροσώπου του πρώτου κατηγορούμενου και της εταίρου δεύτερης κατηγορούμενης με το ποσό των 150.000 ευρώ και για χρονικό διάστημα πέντε μηνών (5) δηλαδή από ... έως ... με δυνατότητα παράτασης τριών επιπλέον μηνών, δηλαδή μέχρι την ... εφόσον αυτό γίνει αποδεκτό και από τον νόμιμο εκπρόσωπο του I.S college, δηλαδή τον πρώτο κατηγορούμενο ήτοι και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, 2) ο πρώτος των συμβαλλομένων (πρώτος κατηγορούμενος), νόμιμος εκπρόσωπος του Διεθνούς Επιστημονικού Κέντρου ΕΠΕ (I.S College) αποδέχεται τη χρηματοδότηση από τον δεύτερο των συμβαλλομένων (εγκαλούντα) με τις εξής υποχρεώσεις: 1) να επιστρέψει το ποσό αυτό, δηλαδή 150.000 ευρώ κατά την ... εκτός εάν συμφωνηθεί παράταση 3 μηνών οπότε θα πρέπει να τα επιστρέψει μέχρι την ..., 2) να έχει ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) δικαίωμα ποσοστού 10% επί της αξίας του Κολεγίου (εκτιμηθέν σε 880.000.000 δρχ. το 1998 από Άγγλους εκτιμητές) μέχρι να γίνει πλήρης εξόφληση των χρημάτων του, δηλαδή των 150.000 ευρώ, οπότε ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) δεν θα έχει καμία περαιτέρω αξίωση τόσο από τον πρώτο κατηγορούμενο ατομικά όσο και από την εταιρεία ως τέτοια (Διεθνές Επιστημονικό Κέντρο I.S. College) και 3) δηλώνεται με το συμφωνητικό αυτό ότι ο δεύτερος συμβαλλόμενος (εγκαλών) λαμβάνει σήμερα δηλαδή ... συναλλαγματική υπογεγραμμένη από τον νόμιμο εκπρόσωπο του Διεθνούς Επιστημονικού Κέντρου Ε.Π.Ε. (πρώτο κατηγορούμενο), όπου καταγράφεται η υποχρέωση των 150.000 ευρώ προς τον δεύτερο των συμβαλλομένων (εγκαλούντα) με ημερομηνία την .... Επίσης δηλώνεται ότι σε περίπτωση χρονικής παράτασης τριών μηνών, θα αλλαχθεί η συναλλαγματική δηλαδή θα ακυρωθεί η με ημερομηνία ...και θα εκδοθεί άλλη συναλλαγματική με ημερομηνία αντίστοιχη δηλαδή την ... και λήξη την .... Λίγες εβδομάδες μετά την κατάρτιση του ανωτέρω δανείου ο πρώτος κατηγορούμενος άρχισε να ζητά από τον εγκαλούντα και νέο δάνειο προκειμένου, όπως ισχυριζόταν, να μη χαλάσει η δουλειά και η επέκταση των εργασιών του. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες και σχεδόν καθημερινές τηλεφωνικές προτροπές και εκκλήσεις από τους πρώτο και δεύτερη των κατηγορουμένων, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να πεισθεί ο εγκαλών να τους χορηγήσει και νέο δεύτερο δάνειο. Έτσι, κατά την ... ο εγκαλών έδωσε πάλι στους εγκαλούμενους λόγω δανείου, χρηματικό ποσό 150.000 ευρώ για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών, δηλαδή από ... μέχρι .... Οι όροι χορήγησης αυτού του δανείου, η διάρκειά του και ο τρόπος αποπληρωμής συμπεριλήφθηκαν στο από ... ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο υπεγράφη από τον εγκαλούντα και τους κατηγορουμένους στα γραφεία της επιχείρησης του πρώτου κατηγορουμένου, με την επωνυμία "Διεθνές Επιστημονικό Κέντρο ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "I.S COLLEGE" επί της ανωτέρω οδού. Σημειώνεται πάλι ότι η δεύτερη κατηγορούμενη συμβλήθηκε ως δικηγόρος, εταίρος της ανωτέρω ΕΠΕ και συνυπευθύνως υπογράφουσα. Ειδικότερα, δυνάμει του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού έγιναν αποδεκτά τα ακόλουθα: 1) ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) απεδέχθηκε να χρηματοδοτήσει το Διεθνές Επιστημονικό Κέντρο ΕΠΕ (I.S COLLEGE) δια του νομίμου εκπροσώπου του πρώτου κατηγορούμενου και της εταίρου δεύτερης κατηγορούμενης με το ποσό των 150.000 Ευρώ και για διάστημα οκτώ (8) μηνών, δηλαδή από ...έως ..., 2) ο πρώτος των συμβαλλομένων (πρώτος κατηγορούμενος), νόμιμος εκπρόσωπος του Διεθνούς Επιστημονικού Κέντρου ΕΠΕ (I.S College) αποδέχεται τη χρηματοδότηση από τον δεύτερο των συμβαλλομένων (εγκαλούντα) με τις εξής υποχρεώσεις: α) να επιστρέψει το ποσό αυτό, δηλαδή τα 150.000 Ευρώ την ... (εκτός εάν συμφωνηθεί παράταση και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη), β) να έχει ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) δικαίωμα ποσοστού 15% επί της αξίας του Κολεγίου (εκτιμηθέν σε 880.000.000 δρχ. το έτος 1998 από Άγγλους εκτιμητές) μέχρι να γίνει πλήρης εξόφληση των χρημάτων δηλαδή των 150.000 ευρώ, οπότε ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) δεν θα έχει καμία περαιτέρω απαίτηση τόσο από τον πρώτο κατηγορούμενο ατομικά όσο και από την εταιρεία ως τέτοια (Διεθνές Επιστημονικό Κέντρο I.S.College), γ) λαμβάνει ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) σε πλαστικοποιημένη μορφή τις άδειες που έχει το I.S.College από τα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Κέιμπριτζ, που αναφέρεται ότι είναι άκρως εμπιστευτικές και θα επιστραφούν αμέσως με την εξόφληση του κεφαλαίου των 150.000 ευρώ, δ) ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) λαμβάνει συναλλαγματική ποσού εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ με ημερομηνία λήξης την ... υπογεγραμμένη από τον νόμιμο εκπρόσωπο του I.S.College (πρώτο κατηγορούμενο), ε) ο δεύτερος των συμβαλλομένων (εγκαλών) λαμβάνει μια υπεύθυνη δήλωση του νόμου 1599/1986 όπου καταφαίνεται και δηλώνεται ότι το ποσό του δανείου είναι 150.000 ευρώ. Από το περιεχόμενο των δύο ανωτέρω ιδιωτικών συμφωνητικών με σαφήνεια προκύπτει ότι η κρίσιμη ψευδής παράσταση και διαβεβαίωση των κατηγορουμένων που προκάλεσαν στον εγκαλούντα την απόφαση να προβεί στα ανωτέρω δύο δάνεια συνολικής αξίας 300.000 Ευρώ συνίσταται στο ότι δήθεν η αξία της επιχείρησης αποτιμάται από Άγγλους εκτιμητές τουλάχιστον σε 880.000.000 δρχ. και ότι κατά συνέπεια διασφαλιζόταν δήθεν επαρκώς ο εγκαλών με την παραχώρηση ποσοστών 10% και 15% αντίστοιχα της αξίας της επιχείρησης μέχρι την αποπληρωμή του δανείου. Περαιτέρω, προέκυψε ότι κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν στον εγκαλούντα ότι ήταν σε θέση να αναπτύξουν ως επιχειρηματικό σχέδιο το πρώτο Ευρωπαϊκών προδιαγραφών Κολλέγιο στην Ελλάδα σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και ότι επέλεξαν τον ιδιωτικό και όχι τον τραπεζικό δανεισμό, τόσο οι κατηγορούμενοι όσο και η επιχείρησή τους, δηλαδή η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Διεθνές Επιστημονικό Κέντρο Ε.Π.Ε." της οποίας οι κατηγορούμενοι είναι οι μοναδικοί εταίροι, ο πρώτος μάλιστα και διαχειριστής αυτής, είχαν σε βάρος τους δυσμενή οικονομικά στοιχεία, τα. οποία απέκλειαν την πρόσβαση τους στο τραπεζικό σύστημα δανεισμού, γεγονός το οποίο απέκρυψαν από τον εγκαλούντα. Ειδικότερα τα δυσμενή οικονομικά στοιχεία που οι κατηγορούμενοι απέκρυψαν ήταν: α) ότι σε διαμέρισμα κυριότητας της δεύτερης των κατηγορουμένων επί των οδών...και ... ήδη από τις ... υπήρχαν τα εξής βάρη: αα) προσημείωση ποσού 13.000.000 δρχ. υπέρ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εγγραφείσα από την ..., τραπείσα σε υποθήκη κατά την ... για το ποσό των 4.637, 40 ευρώ δυνάμει της με αριθμό 9830/2000 τελεσίδικης Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αβ) προσημείωση ποσού 13.000.000 δρχ. υπέρ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εγγραφείσα την ..., αγ) προσημείωση υποθήκης ποσού 25.000.000 δρχ. υπέρ της Τράπεζας Εργασίας εγγραφείσα την ... και αδ) αναγκαστική κατάσχεση για το ποσό των 10.000.000 δρχ. υπέρ της Τράπεζας Εργασίας εγγραφείσα από την ..., β) ότι στο 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του διαμερίσματος, ιδιοκτησίας της δεύτερης κατηγορούμενης επί της οδού ... υπήρχαν τα ακόλουθα βάρη: βα) προσημείωση υποθήκης 30.000.000 δρχ. υπέρ της Τράπεζας Εργασίας εγγραφείσα την ... στον τόμο ... με αριθμ. ... του βιβλίου Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών και ββ) αναγκαστική κατάσχεση ποσού 30.000.000 δρχ. υπέρ της Τράπεζας Εργασίας εγγραφείσα δυνάμει της με αριθμ. ... έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή ... την ...στον τόμο ... και με αριθμό ... του βιβλίου Κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, γ) ότι σε βάρος του πρώτου κατηγορούμενου κατά τη διετία 2000-2002 υπήρχαν τέσσερις (4) ακάλυπτες επιταγές συνολικού ποσού 47.542.19 ευρώ (βλ. την από ... έγγραφη κατάσταση επιταγών) και δ) ότι σε βάρος της εταιρείας (Διεθνές Επιστημονικό Κέντρο Ε.Π.Ε.) είχαν εκδοθεί το έτος 2000 δύο (2) Διαταγές Πληρωμής συνολικού ποσού 190.867, 31 ευρώ και το έτος 2002 έντεκα (11) ακάλυπτες επιταγές συνολικού ποσού 186.691,12 ευρώ. Τα δε παραπάνω δυσμενή οικονομικά στοιχεία τόσο σε βάρος των κατηγορουμένων όσο και σε βάρος της επιχείρησή τους, τα οποία απέκρυψαν οι κατηγορούμενοι, εάν γνώριζε ο εγκαλών δεν θα προέβαινε στους προαναφερόμενους δανεισμούς της επιχείρησης. Οι κατηγορούμενοι με τις έγγραφες εξηγήσεις, τα απολογητικά υπομνήματα και την απολογία τους στην ανάκριση, καθώς και τα υπομνήματα που κατέθεσαν μετά την άσκηση της έφεσης ισχυρίζονται ότι δεν εξαπατήθηκε ο εγκαλών, αφού τόσο η πρωτοβουλία όσο και οι όροι σύναψης των δανείων τέθηκαν από την πλευρά του εγκαλούντος και της μητέρας του, ενώ το δάνειο ήταν απόλυτα αναγκαίο, ενόψει μάλιστα των σοβαρών καρδιολογικών προβλημάτων υγείας του πρώτου κατηγορουμένου μετά το έτος 1998, προκειμένου να επεκταθεί η επιχείρηση. Αιτιώνται δε επίσης δανεισμό σε δύο δόσεις με πολύ υψηλούς τόκους 1) 150.000 ευρώ και τόκοι 2% μηνιαίως δηλαδή 3.000 ευρώ μηνιαίως και 2) 150.000 ευρώ και τόκοι 2, 66% μηνιαίως δηλαδή 4000 ευρώ μηνιαίως δηλαδή συνολικά 7.000 ευρώ μηνιαίως δηλαδή 24% και 31, 2%, αντίστοιχα, ετησίως τόκοι. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού τους προσκομίζουν την με αριθμό 52/19-01-2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία έκρινε ότι το σύνολο του ανωτέρω ποσού των 300.000 ευρώ ενσωματώνει τοκογλυφικούς τόκους ύψους 56.750 ευρώ και περιόρισε κατά νόμο την οφειλή στο ύψος των 243.250 ευρώ. Ο παραπάνω ισχυρισμός περί τοκογλυφικών τόκων δεν ασκεί έννομη επιρροή αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης της πράξης που αποδίδεται στους κατηγορουμένους. Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού και εκμεταλλευόμενοι την εμπειρία που διέθεταν στις συναλλαγές (ας σημειωθεί ότι ο πρώτος είναι ακαδημαϊκός καθηγητής, αλλά και επιχειρηματίας, η δε δεύτερη δικηγόρος) αφενός με την ψευδή παράσταση αναφορικά με την αξία της επιχείρησής τους και αφετέρου με την απόκρυψη των δυσμενών περιουσιακών τους στοιχείων και την λόγω της θέσης τους αυτής αδυναμία λήψης δανείων από πιστωτικά ιδρύματα, δεν σκόπευαν να επεκτείνουν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, αλλά είχαν εξ αρχής σκοπό να χρησιμοποιήσουν το ποσό που απατηλώς απέσπασαν από τον εγκαλούντα ώστε να αντιμετωπίσουν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους. Ας σημειωθεί δε ότι με την από ... έγγραφη δήλωση αναγνώρισης χρέους 312.000 ευρώ ο πρώτος κατηγορούμενος δηλώνει ότι ι) "οφείλω εις τον κ.Ψ1 το ποσόν των τριακοσίων δώδεκα χιλιάδων ευρώ (312.000 Ε) βάσει των ιδιωτικών συμφωνητικών των από ... και από ... που έχουν υπογραφεί υπ' εμού και τον κ. Ψ1,
ΙΙ) το ποσόν αυτό των 312.000 Euro θα αποδοθεί εις τον κ.Ψ1 (δια μέσω τραπέζης) την .... Ο λογαριασμός θα γίνει στηv Alpha Bank (όπως μέχρι σήμερον)". Αποκλειστικός σκοπός των κατηγορουμένων ήταν να προσποριστούν παράνομο περιουσιακό όφελος από την περιουσία του εγκαλούντος με τις προαναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις τους. Την εξαπάτησή του από τους κατηγορούμενους επιβεβαίωσε σαφώς ο εγκαλών ενώπιον του συμβουλίου, αναφέροντας ότι αυτοί του παρέστησαν ψευδώς ότι η παραπάνω επιχείρηση είναι μεγάλης οικονομικής επιφάνειας αποτιμώμενη σε 880.000.000 δραχμές και επίσης του απέκρυψαν την δυσμενή οικονομική τους κατάσταση, γεγονότα τα οποία αν αυτός γνώριζε δεν θα προέβαινε στην παραπάνω χρηματοδότηση. Οι παραπάνω κατηγορούμενοι, προκειμένου να αποσπάσουν τα παραπάνω χρηματικά ποσά από τον εγκαλούντα ενήργησαν μεθοδικά εκμεταλλευόμενοι τη φιλική σχέση που υπήρχε μεταξύ του εγκαλούντος και της μητέρας με αυτούς, λειτουργώντας επί τη βάσει σχεδίου, και περαιτέρω ενόψει της υποδομής που διαμόρφωσαν (δια των επανειλημμένων επαφών και τηλεφωνικών επικοινωνιών με το θύμα -εγκαλούντα και την μητέρα του, στους οποίους έκαναν τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και την αθέμιτη απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής τους κατάστασης, προκειμένου να πεισθεί ο εγκαλών να δώσει σε δυο δόσεις κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα το παραπάνω ποσό χρημάτων) και την οργανωμένη ετοιμότητα τους με πρόθεση της κατά τα άνω επανειλημμένης τέλεσης του εγκλήματος της απάτης, απέβλεπαν στον πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, από την επανειλημμένη κατά τα άνω τέλεση της πράξης της απάτης προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους, δοθέντος μάλιστα ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν αποδώσει το ποσό το οποίο αυτός τους δάνεισε, έχοντας περαιτέρω ως επιδίωξη να ματαιώσουν την είσπραξη από αυτόν του οφειλομένου δανείου. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι δεν υφίσταται απάτη εκ μέρους τους αλλά απλά μια αστική διαφορά και δη διαφορά από σύμβαση δανείου δεν αποδείχθηκε από τα παραπάνω αποδεικτικά, ενόψει των όσων αναλυτικά προεκτέθηκαν. ...". Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξης της απάτης κατά συναυτουργία από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και απέρριψε τις 191/2008 και 192/2008 εφέσεις τους, κατά του 3517/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως κατ'ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
VI. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο κατέληξε στην κρίση του αυτή, αφού, με δικές του σκέψεις, εξετίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτό αποδεικτικά μέσα, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους- αναιρεσείοντες πιο πάνω αξιόποινη πράξη και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης αυτής πράξεως, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13στ, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1α, 45 και 386 παρ. 3 α, β-1 ΠΚ, όπως ισχύουν, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Για την πληρότητα δε της πιο πάνω αιτιολογίας δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα περιγράφονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της πράξεως της απάτης, την οποία φέρεται ότι διέπραξε ο αναιρεσείων Χ1 σε βάρος του Ψ1, στην οποία συμμετείχε ως συναυτουργός και η αναιρεσείουσα Χ2. Επίσης διαλαμβάνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά τη συνδρομή στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων της επιβαρυντικής περίστασης της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως του εγκλήματος της απάτης, καθόσον στηρίχθηκε η σχετική κρίση του εκδώσαντος το βούλευμα αυτό Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στην υποδομή, την οποία είχαν διαμορφώσει αυτοί (επανειλημμένες επαφές και τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον εγκαλούντα και την μητέρα του, στους οποίους έκαναν τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και την αθέμιτη απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής τους κατάστασης) και την οργανωμένη ετοιμότητά τους με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της ίδιας ως άνω πράξεως από την οποία προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και στην επανειλημμένη τέλεση της πράξεως από την οποία προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους.
VII. Ο πρώτος αναιρεσείων Χ1, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης της συνεκδικαζόμενης αιτήσεώς του, προβάλει την αιτίαση της "έλλειψης εννόμου συμφέροντος του εγκαλούντος", στην άσκηση της υπό κρίσιν εγκλήσεώς του, "αφού από ουδέν στοιχείο προκύπτει ότι τα χρήματα ήταν ιδικά του και ότι τη βλάβη υπέστη ο ίδιος". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, εκτιμώμενος, ως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. στ του ΚΠΔ για υπέρβαση εξουσίας, λόγω του ότι δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη για την ποινική δίωξη έγκληση, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού ουδεμία έγκληση απαιτείται για την άσκηση ποινικής δίωξης για την πράξη της απάτης και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος. Η δεύτερη αναιρεσείουσα, με την αυτή πιο πάνω αιτίαση προβάλει την "έλλειψη νομιμοποιήσεως πολιτικής αγωγής", διότι "από ουδέν στοιχείο προκύπτει ότι τα χρήματα ήταν ιδικά του". Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού, η κακή παράσταση της πολιτικής αγωγής στην προδικασία, δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης (βλ. άρ. 171 παρ. 2 ΚΠΔ).
VIII. Ο αναιρεσείων Χ1, με τον τρίτο από τη διάταξη του άρθρου 484 § 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως (και όχι του άρ. 510 παρ. 1 εδ. Ε, που από παραδρομή αναφέρει), προβάλει την αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 § 1 ΠΚ, καθόσον "δεν εκτίθενται στο βούλευμα σαφώς, πλήρως και ορισμένως τα κατά την κρίση του προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, ή εν τη εκθέσει τούτων υπάρχει αντίφαση προς εαυτά ή προς το διατακτικό του βουλεύματος". Προς θεμελίωση του λόγου αυτού της αναίρεσης ο αναιρεσείων, αναλίσκεται σε εκτενή έκθεση επιχειρημάτων και ανάλυση αποδεικτικών μέσων, καταλογίζοντας στο προσβαλλόμενο βούλευμα τις αναφερόμενες στην αίτησή του ελλείψεις, ως προς την αιτιολόγηση των διαφόρων παραδοχών του, όπως το ότι ουδέν αναφέρεται στο βούλευμα για την εμπειρία ή απειρία του εγκαλούντος στις συναλλαγές, για την προέλευση των χρημάτων αυτού, ενώ δεν ξεκαθαρίζεται εάν το δάνειο το έλαβε η εταιρεία ή οι κατηγορούμενοι προσωπικώς και ουδεμία αναφορά γίνεται στα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην υφαρπαγή, κατά τους αναιρεσείοντες, της .... "δήλωσης χρέους", η οποία, όπως αναφέρουν, ήταν προϊόν εκβιασμού και ότι το εκδοθέν βούλευμα "δεν έχει ερείσματα, δεν στηρίζεται σε παραστατικά στοιχεία, αλλά "ανακυκλώνει" την έγκληση του τοκογλύφου εγκαλούντος Ψ1", ο οποίος δεν είναι "επενδυτής", αλλ' ένας "στυγνός" τοκογλύφος και ότι όλα τα ιδιωτικά συμφωνητικά τα συνέταξε ο πρώτος αναιρεσείων, ενώ η δεύτερη, σύζυγος του πρώτου, υπέγραψε απλώς κατόπιν ιδικής του παρακλήσεως και αιτήματος του εγκαλούντος "δια την διεκπεραίωση γραφειοκρατικώς των εκκρεμοτήτων σε περίπτωση θανάτου του" και η οποία, όπως αναφέρει στην αίτησή της, παραπέμπεται λόγω της ιδιότητας αυτής ως Δικηγόρου. Όλες οι πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμες, αφού για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, είτε δεν ήταν αναγκαία η έκθεση των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του (εμπειρία ή απειρία του εγκαλούντος στις συναλλαγές, πηγή των χρημάτων του, ποιος ωφελήθηκε από την πράξη της απάτης - οι κατηγορούμενοι ή η εταιρεία κλπ), ενώ, κατά το μέρος που οι αιτιάσεις αυτές αφορούν εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων που οδήγησαν, κατά τον αναιρεσείοντα, στην περί παραπομπής αυτού κρίση, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού η τυχόν εσφαλμένη αυτή κρίση, δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 του ΚΠΔ. Το ίδιο ισχύει και για τις προβαλλόμενες, κατά τα λοιπά, αιτιάσεις, οι οποίες, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου Εφετών. Επισημαίνεται ότι οι μετά σφοδρότητος προβαλλόμενες αιτιάσεις κατά της εισαγγελικής πρότασης, αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού, το περιεχόμενο και οι παραδοχές της εισαγγελικής πρότασης, δεν προσβάλλονται με λόγους αναίρεσης, δεδομένου ότι το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε δικές του σκέψεις, χωρίς να παραπέμψει στην εισαγγελική πρόταση. Επίσης το ότι το Συμβούλιο Εφετών δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες είναι έμπειροι στις συναλλαγές και ότι εξαπάτησαν τον εγκαλούντα και για να στηρίξει το συμπέρασμα αυτό, όπως αναφέρουν οι αναιρεσείοντες, "χρησιμοποιεί το ότι είναι Ακαδημαϊκός Καθηγητής εις βάρος του, ενώ το 3517/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, αναφέρει ότι: ".... οι παραπάνω διαβεβαιώσεις και παραστάσεις τους ήταν εν γνώσει τους ψευδείς διότι στην πραγματικότητα ο πρώτος δεν ήταν ένας καταξιωμένος ακαδημαϊκός ούτε καθηγητής Ξένων Γλωσσών αλλά πτυχιούχος της Γεωπονικής Σχολής Αθηνών...", στερείται έννομης σημασίας, αφού οι τυχόν αντίθετες παραδοχές του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και του Συμβουλίου Εφετών δεν ιδρύουν αναιρετικό λόγο. Τέλος οι προβαλλόμενες στον αυτό λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, κατά τις οποίες, όπως οι αναιρεσείοντες αναφέρουν, "το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (εν. το Συμβούλιο Εφετών) δεν έχει δικαίωμα αλλαγής κατηγορητηρίου, με μοναδικό σκοπό να ευρεθεί οπωσδήποτε "ατραπός" δια να παραπεμφθούμε εις το ακροατήριον" είναι παντελώς αβάσιμες, αφού οι αναιρεσείοντες παραπέμπονται για να δικαστούν για τις πράξεις που περιγράφονται στο πρωτόδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Το Συμβούλιο δε Εφετών ερευνώντας εκ νέου κατ' ουσία την υπόθεση διαλαμβάνει στην αιτιολογία του ό,τι εκείνο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε, και η τυχόν διαφορετική αιτιολογία από εκείνη όπου αναφέρεται στο πρωτόδικο βούλευμα (ή στην εισαγγελική πρόταση) δεν συνιστά μεταβολή της κατηγορίας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες.
IX. Η αναιρεσείουσα Χ2, με τον τρίτο, από τη διάταξη του άρθρου 484 § 1 στοιχ. β ' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, προβάλει την αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 § 1 ΠΚ, καθόσον αυτή, όπως αναφέρει στην αίτησή της, "δεν αναγράφεται παντάπασιν εις τα αρχικά (και κύρια) συμφωνητικά δανείου της ... και ... ούτε συνομολόγησα για τον εγκαλούντα λήψη δανείου δια τον εαυτό μου ατομικώς, αλλά ουδέ και για την ΕΠΕ....απλώς εδέχθη ως απλή εταίρος της ΕΠΕ εν περιπτώσει θανάτου του πρώτου εξ ημών να ασχοληθώ με την διεκπεραίωση των υποχρεώσεων της ΕΠΕ προς τον αιτούντα...". Όλες οι πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμες. Το Συμβούλιο Εφετών με τις πιο πάνω παραδοχές του δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα προσυπέγραψε τα πιο πάνω συμφωνητικά ως " δικηγόρος, εταίρος της ΕΠΕ και συνυπευθύνως υπογράφουσα" και συνεπώς, πλήττουν απαραδέκτως την περί τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου. Άλλωστε, ουδεμία επιρροή ασκεί η ιδιότητα με την οποία η εν λόγω αναιρεσείουσα προσυπέγραψε τα πιο πάνω συμφωνητικά, αφού η ποινική αυτής ευθύνη θεμελιώνεται στο ότι αυτή, υπό τα εκτιθέμενα στο βούλευμα περιστατικά, από κοινού με τον σύζυγό της, με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους, έβλαψε την περιουσία του μηνυτή πείθοντας αυτόν με την παράσταση των αναφερομένων στο βούλευμα ψευδών γεγονότων ως αληθινών, να καταβάλει τα αναφερόμενα σε αυτό χρηματικά ποσά. Ομοίως, κατά λοιπά οι αιτιάσεις που αναφέρονται στον αυτόν λόγο αναίρεσης της ίδιας αναιρεσείουσας -εν μέρει αντίστοιχα με τα υποστηριζόμενα και από τον πρώτον αναιρεσείοντα-, αφορούν εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων που οδήγησαν, κατά την αναιρεσείουσα, στην εσφαλμένη, κατ' αυτήν, περί παραπομπής της κρίση, (όπως η εκτιθέμενη στην αίτηση κατάθεση της μητέρας του εγκαλούντος), απαραδέκτως προβάλλονται, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η τυχόν εσφαλμένη αυτή κρίση, δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης και, επομένως, ο λόγος αυτός με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Χ. Ο αναιρεσείων Χ1, με τον τέταρτο από τη διάταξη του άρθρου 484 § 1 περ. στ' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, προβάλει την αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών, υπερέβη την εξουσία του, διότι, όπως αναφέρει, "η διαφορά είναι καθαρά αστικής φύσεως και επιχειρείται η ποινικοποίηση της". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ως αποδειχθέντα, συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν. Κατά τα λοιπά όσα διαλαμβάνονται στον αυτό λόγο αναίρεσης, δεν συνιστούν παραδεκτό λόγο αναίρεσης, από τους, από τους περιοριστικά αναφερόμενους το άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ. Ειδικότερα στον λόγο αυτό εκτίθενται αιτιάσεις- κατηγορίες κατά των δικαστών, που εξέδωσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα, διότι "κατασκεύασαν" την σε βάρος τους κατηγορία, καθόσον δέχθηκαν αναποδείκτως τα όσα αναφέρονται σε αυτό, ενώ, όπως υποστηρίζουν, οι ίδιοι ήταν θύματα του εγκαλούντος και της μητέρας του (εκβιασμών και άλλων αξιόποινων πράξεων) και η σχετική κατ'αυτών δίκη αναβλήθηκε κατ' επανάληψη μέχρι να εκδοθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν για την απαλλαγή τους. Τέλος ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο, από τη διάταξη του άρθρου 484 § 1 περ. δ και ε ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, και για εσφαλμένη εφαρμογή του άρ. 386 παρ. 3Β του ΠΚ, ουδέ περιστατικό εκθέτει, προς θεμελίωσή τους, αναφερόμενος στα όσα ήδη έχει εκθέσει στους προηγούμενους λόγους αναίρεσης.
ΧΙ. Επίσης οι προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα με τον τέταρτο, από τη διάταξη του άρθρου 484 § 1 περ. δ' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις, για έλλειψη αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αποτελούν εν μέρει επανάληψη των όσων αναφέρονται στους προηγούμενους λόγους αναίρεσης, με τους οποίους απαραδέκτως πλήττεται η περί τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου Εφετών και εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Ειδικώς η διαλαμβανόμενη στον αυτόν λόγο (τέταρτο λόγο) αναίρεσης της ίδιας αναιρεσείουσας, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα, διότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο (άρ. 171 παρ. 1 δ, 177 παρ. 2, 484 παρ. 1 στοιχ. α ΚΠΔ), ήτοι ότι, κατά παράβαση του Ν. 2472/1997, περί προσωπικών δεδομένων, παρανόμως δόθηκαν από την Τειρεσία Α.Ε. στον εγκαλούντα απόρρητα στοιχεία (προσωπικά δεδομένα) των κατηγορουμένων, είναι απορριπτέα προεχόντως, ως αόριστη, αφού δεν αναφέρεται ποιων προσωπικών δεδομένων των κατηγορουμένων έγινε παράνομη χρήση, και ειδικότερα, αν το Συμβούλιο, Εφετών έλαβε υπόψη του τα στοιχεία αυτά. Περαιτέρω, και ανεξαρτήτως αν υπάρχει, δυνατότητα χρήσης προσωπικών δεδομένων όχι μόνο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ατόμου, στα οποία αυτά αφορούν, αλλά και για την υπεράσπιση οποιουδήποτε δικαιώματος, είτε αυτό ανήκει στο ίδιο πρόσωπο, είτε σε τρίτο, η πιο πάνω αιτίαση είναι απορριπτέα και ως αβάσιμη, αφού, δεν προκύπτει από τα αιτιολογικό του βουλεύματος ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία που δόθηκαν στον εγκαλούντα από την Τειρεσία Α.Ε., προκειμένου να στηρίξει στην παραδοχή του ότι οι αναιρεσείοντες, "... είχαν σε βάρος τους δυσμενή οικονομικά στοιχεία, τα. οποία απέκλειαν την πρόσβαση τους στο τραπεζικό σύστημα δανεισμού, γεγονός το οποίο απέκρυψαν από τον εγκαλούντα..." (εφόσον η αναιρεσείουσα αναφέρεται στην παραδοχή αυτή του βουλεύματος).
ΧΙΙ. Μετά από αυτά, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις 19/11-2-2009 και 20/11-2-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1 και 2) Χ2 το γένος ..., κατοίκων ..., αντίστοιχα, κατά του 2375/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθώς και το αίτημα αυτών για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα που παραπέμπει για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία. Αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Στοιχεία κακουργηματικής απάτης από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες και απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα. Πότε είναι ορισμένος. Λόγος ακυρότητας για κακή σύνθεση του Συμβουλίου, διότι κατά του συντάξαντος την πρόταση Εισαγγελέως οι κατηγορούμενοι διατυπώνουν υπόνοια μεροληψίας, χωρίς να έχουν ζητήσει εξαίρεση. Απαράδεκτος ο λόγος. Αιτιολογία βουλεύματος. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 386 παρ. 3α. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα. Προσωπικά δεδομένα. Χρήση στοιχείων κατά παράβαση του Ν. 2472/1997, που δόθηκαν από την Τειρεσία ΑΕ. Αοριστία ισχυρισμού. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.
| 1
|
Αριθμός 1552/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιατράκο, περί αναιρέσεως της 333/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.
Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 406/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης άλλως εάν κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στην διάταξη του 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ Δ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 23-2-2009 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως ο αναιρεσείων ... ζητεί την αναίρεση της 333/19-12-2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία καταδικάστηκε, για απλή δυσφήμηση, σε ποινή σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως. Ως λόγο αναιρέσεως διαλαμβάνει στην κρινόμενη αίτησή του, κατά λέξη, τα εξής: "Η προσβαλλομένη απόφασις, στερείται της επιβαλλομένης από το αρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Ποιν.Δικονομίας, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού δεν μνημονεύει κανένα στοιχείο, από το οποίο να προέκυψε σαφώς η περί ενοχής μου κρίση. Ειδικότερα. Η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, εις την οποίαν εστήριξεν την ενοχήν μου, περί του ότι δήθεν, ο αναιρεσίβλητος μου, δεν συμμετείχε στην δίκη αύτη, κατά την οποία εδόθη η επίδικος μαρτυρική μου κατάθεσις, είναι εσφαλμένη διότι ο μηνυτής μου, δεν συμμετείχε δήθεν εις την δίκην αυτήν, ώστε να δικαιολογείται η κατάθεσις δυσφημιστικών γ' αυτόν περιστατικών. Η αιτιολογία αύτη της προσβαλλομένης απόφασης είναι ανεπίτρεπτος σε Εφετειακόν επίπεδον, διότι η υπ' αριθμ. 933/28/3/2002 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, η οποία και αποτελεί το πρώτον αναγνωστέον έγγραφον στοιχείον, εξεδόθη κατόπιν της υπό χρον. 27/10/1997 μηνύσεως του, ... υπό την ιδιότητα του, ως εντολοδόχου διαχειριστού της Ο.Ε. υπό την επωνυμίαν ...και μάλιστα κατά την εκδίκασιν (της 28/9/2002) παρέστην ούτος, ως πολιτικώς ενάγων και εξητάσθη και μάρτυρας κατηγορίας. Επισυνάπτω επίσημον φωτοτυπικόν αντίγραφαν της μηνύσεως του αυτής, επί βάσει της οποίας εξεδόθη η αναγνωσθείσα απόφασις υπό του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με αριθμ. 933/28/3/2002 απόφασις του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Επομένως η συμμετοχή του στην δίκην αυτήν ήτο άμεσος. Τρίτον. Η παράλειψης του Εισαγγελέως Εφετών Κρήτης να κλητεύσει τους μάρτυρες κατηγορίας ιδρύει νόμιμον λόγο αναίρεσης.
Συνεπώς η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως περί του ότι δήθεν ο μηνυτής μου δεν συμμετείχε εις την δίκην αυτήν είναι απολύτως εσφαλμένη, και τούτο εκτός των άλλων σημαίνει, ότι ηγνόησεν πλήρως την ομολόγησιν της αποφάσεως αυτής και ουδόλως ελήφθη υπ' όψιν το περιεχόμενον της, αλλά πλήρως ηγνοήθη, όλως αναιτιολογήτως, διότι διαφορετικά θα έπρεπε να δεχθή την αθωότητα μου, και για τον λόγον αυτόν απέκλεισεν την εφαρμογήν του όρθρο 267 Π.Κ., και ούτως περιέπεσεν εις την παράβασιν του κεφ. Δ διατάξεως του όρθρου 510 Κ.Ποιν.Δικ. και τυγχάνει αναιρετέα. Τα αυτά ισχύουν και δια την πρόταση του Εισαγγελέως της έδρας, ο οποίος παρέλειψεν να κλητεύσει τον μάρτυρα του κατηγορητηρίου και το δε Δικαστήριον παρέλειψεν αναιτιολόγητα, να διατάξει την βιαίαν προσαγωγήν του, ως ουσιώδους Δεύτερον. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφασις, περιέχει αντιφατικές κρίσεις και αιτιολογίες, και τυγχάνει αναιρετέα. Διότι. Δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείον την αθωότητα μου, ως προς το πρώτον δήθεν έγκλημα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφημίσεως και κατ'επιτρεπτήν μεταβολήν του κατηγορητηρίου. Ενώ αντιθέτως εδέχθη την ενοχήν μου, για την απλήν δήθεν δυσφήμησιν. Από τα διαλαμβανόμενα όμως πραγματικά περιστατικά, εις την κατάθεσιν μου είναι αληθή και μάλιστα πλήρως αποδεδειγμένα, τόσο από το περιεχόμενον των αναγνωσθέντων εγγράφων, και συγκεκριμένα από την προαναφερθεισαν με αριθμ. 933/2004 απόφασιν του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου αλλά και τα ... υπ' αριθμ. 1-2-3-4-5-7-8-10-11-14- 15-18- έγραφα που κατέθεσα, ως και τα με αριθμ. ... δελτία του Επόπτη Εργασίας του .... Από την εκτίμησιν του περιεχομένου των οποίων, αποδεικνύεται πλήρως η αθωότητα μου, τα οποία όμως απαραδέκτως, το εκδόσαν την αναιρεσιβαλλόμενην απόφασιν Δικαστήριον, παρέλειψεν εντελώς να αιτιολογήσει, την παράλειψιν, της αξιολόγησης των, κατά παράβασιν της παρ. 1 του αρθρ. 510 Κ. Ποιν. Δικ. και η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, τυγχάνει αναιρετέα για έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής αιτιολογίας".
Με αυτό, όμως, το περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν περιέχει σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ. Ειδικότερα, η αιτίαση του αναιρεσείοντος κατά την οποία, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στην αίτησή του, "η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, εις την οποίαν εστήριξεν την ενοχήν μου, περί του ότι δήθεν, ο αναιρεσίβλητος μου, δεν συμμετείχε στην δίκη αύτη, κατά την οποία εδόθη η επίδικος μαρτυρική μου κατάθεσις, είναι εσφαλμένη", είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαραδέκτως προβαλλόμενη, αφού η τυχόν εσφαλμένη παραδοχή πραγματικών περιστατικών δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Το ίδιο ισχύει και ως προς τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι τα διαλαμβανόμενα στην επίμαχη κατάθεσή του πραγματικά περιστατικά είναι αληθή και από την εκτίμηση των αναφερομένων από αυτόν αποδεικτικών καταθέσεων προκύπτει πλήρως η αθωότητά του. Επίσης η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι "η παράλειψη του Εισαγγελέως Εφετών Κρήτης να κλητεύσει τους μάρτυρες κατηγορίας ιδρύει νόμιμο λόγο αναίρεσης", ανεξαρτήτως της αοριστίας της (δεν μνημονεύονται οι μάρτυρες των οποίων τη κλήτευση παραλήφθηκε), είναι απορριπτέα, επίσης, ως απαράδεκτη, διότι η μη κλήτευση μαρτύρων κατηγορίας από τον εισαγγελέα δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ. Εξάλλου οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δημιουργείται αντίφαση από το γεγονός ότι το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης έκρινε ότι δεν τελέστηκε το αδίκημα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης και κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας τον έκρινε ένοχο την απλής δυσφημήσεως, είναι αόριστες αφού δεν εκθέτει σε τι συνίσταται η αντίφαση αυτή, ενώ η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια ότι αυτή "απέκλεισε την εφαρμογή του άρθρου 267 ΠΚ" (προφανώς εννοεί το άρθρο 367 του ΠΚ), είναι επίσης απορριπτέα, ως αόριστη, διότι δεν αναφέρεται σαφώς, αν προβλήθηκε - και με ποιό περιεχόμενο- ισχυρισμός από τη διάταξη αυτή. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας της αποφάσεως, πλήττεται η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/2/2009 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (με αρ. πρωτ. 1715/24-2-2009) του ... κατοίκου ..., κατά της 333/19-12-2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απλή δυσφήμηση. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Πότε είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεων για έλλειψη αιτιολογίας. Δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Απόρριψη αίτησης ως απαράδεκτης.
|
Δυσφήμηση απλη
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Δυσφήμηση απλη.
| 0
|
Αριθμός 1551/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιατράκο, περί αναιρέσεως της 334/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.
Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 405/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, άλλως εάν κριθεί παραδεκτή να απορριφθεί ως αβάσιμη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 224 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι αντικειμενικώς ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Εξάλλου από τις αυτές διατάξεις προκύπτει ψευδορκία τελεί και ο ψευδομηνυτής, έστω και αν δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής, όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της έγκλησής του ενώπιον του αρμοδίου οργάνου, στο οποίο την υποβάλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει, ότι είναι ψευδές. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, κατά το οποίο, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση του κατηγορουμένου ότι η γενόμενη καταμήνυση είναι ψευδής και τα πραγματικά περιστατικά, που κατέθεσε, ήταν επίσης ψευδή. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 334/2008 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: ".... Με βάση την από 3-6-1999 μήνυση του Μ1 (και νυν μηνυτή) κατά του Χ1 (και νυν κατηγορουμένου) ασκήθηκε κατά του τελευταίου ποινική δίωξη για απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου και για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Στη συνέχεια ο Χ1 άσκησε στις 3-9-2001 την από 29-8-2001 μήνυσή του κατά του Μ1 στην οποία ισχυρίστηκε ότι η από 3-6-1999 μήνυση του τελευταίου ήταν ψευδής και με βάση την μήνυση αυτή, ασκήθηκε κατά τον Μ1 ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Για τις εν λόγω αποδοθείσες στον Μ1 κατηγορίες εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 164/27-5-2004 απαλλακτικό βούλευμα, μετά την έκδοση του οποίου ο τελευταίος (Μ1) άσκησε κατά του κατηγορουμένου την ένδικης μήνυσή του, με την οποία του αποδίδει ότι εν γνώσει του τον κατεμήνυσε ψευδώς ότι τα αναφερόμενα στην από 3-6-1999 μήνυσή του είναι ψευδή με σκοπό να προκαλέσει, όπως και έγινε την καταδίωξη του για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία. Από τις αναγνωσθείσες ποινικές αποφάσεις προκύπτει ότι το περιεχόμενο της από 3-6-1999 μηνύσεως έχει κριθεί αμετάκλητα ότι είναι αληθές, ο δε κατηγορούμενος Χ1 μετά την έκδοση σειράς αποφάσεων, έχει καταδικασθεί για τις πράξεις της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου και της χρήσης πλαστών αποδείξεων, με την υπ' αριθμ. 158/28-9-2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής αναιρέσεως με την υπ' αριθμ. 972/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί αν ο κατηγορούμενος, κατά την κατάθεση στις 3 Σεπτεμβρίου του 2001 της από 29-8-2001 μηνύσεώς του είχε τον απαιτούμενο κατά τα άρθρα 229 και 224 ΠΚ υπερχειλή δόλο, καθόσον η μήνυση του αποδεδειγμένα ήταν ψευδής. Από τα παραπάνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν είχε δώσει δάνειο στον μηνυτή και ότι τα χρηματικά ποσά που αναγραφόντουσαν στις 24 αποδείξεις που προσκόμισε στο δικαστήριο, στις 5 από τις οποίες είχε προσθέσει τη λέξη "δάνειο" νοθεύοντάς της, προκειμένου να αποδείξει το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. κατάθ. 2842/762/1998 χρηματικής αγωγής του δεν αντιπροσώπευαν δανεισθέντα ποσά, αλλά ποσά που είχαν δοθεί στο μηνυτή για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της επιχειρήσεως του ελαιουργείου "... ΟΕ", της οποίας ήταν διαχειριστής, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 164/36/7-2-1997 πρακτικό συμβιβασμού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, πράγμα το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος, ως πατέρας της εκ την ομορρύθμων μελών ... και εκπρόσωπός της, όπως επίσης γνώριζε ότι ο μηνυτής ενεργούσε διαχείριση, λαμβάνοντας σχετικές εντολές από τους συνεταίρους και ότι ενδιαφερόταν για τις υποχρεώσεις του ελαιουργείου (βλ. αναγν. από 1-3-1997 εντολή της εταιρείας περί εκποιήσεως των εκθλιπτικών δικαιωμάτων του ελαιουργείου, την οποία συνυπογράφει ο κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος της συνεταίρου κόρης του, καθώς και τα τιμολόγια πωλήσεως ελαιολάδου στην Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ηρακλείου και τις αποδείξεις εισπράξεως του τιμήματος). Ήτοι ο κατηγορούμενος είχε δόλο ψευδούς καταμηνύσεως και τέλεσε την πράξη αυτή, καθώς και εκείνη της ψευδορκίας, καθόσον επιβεβαίωσε ενόρκως ενώπιον της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, στην οποία κατέθεσε τη μήνυση, το περιεχόμενό της, εν γνώσει του ότι τούτο (περιεχόμενο) ήταν ψευδές....". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για α) ψευδή καταμήνυση και β)ψευδορκία μάρτυρος Για τις πράξεις του δε αυτές, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 94 παρ. 1, 229 παρ. 1 και 224 παρ. 1, 2 του ΠΚ, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως.
Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Επομένως ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που πλήττουν την απόφαση του Εφετείου για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, είναι αβάσιμες. Από τη γενόμενη επίκληση στην αρχή του σκεπτικού όλων των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά και συνεπώς και τα πιο πάνω έγγραφα. Η παράλειψη δε αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων (και επομένως και των αναφερομένων από τον αναιρεσείοντα), δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως. Επίσης οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τους οποίες το Δικαστήριο δέχθηκε τα αντίθετα από εκείνα που προέκυπταν από τα αναφερόμενα από αυτόν αποδεικτικά στοιχεία (μεταξύ των οποίων και η από 7/9/2007 μήνυσή του), πρέπει να απορριφθούν, διότι προβάλλονται απαραδέκτως, αφού η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, κατά τις οποίες αυτή είναι εσφαλμένη, "διότι ηγνόησε πλήρως τα προσκομισθέντα, μετ' επίκληση του περιεχομένου των έγγραφα, των οποίων η ανάγνωση παρελήφθη, ενώ ήτο ουσιώδης και καθοριστική για την έκβαση της δίκης αυτής", αναφέρονται δε, "ενδεικτικώς", τρία έγγραφα και το περιεχόμενό τους, που κατά τον αναιρεσείοντα "αγνοήθηκαν", είναι απορριπτέες, ως αβάσιμες, αφού από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προσκόμισε έγγραφα των οποίων ζήτησε την ανάγνωση και το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του ή δεν αποφάνθηκε σχετικά. Ανεξαρτήτως αυτών, από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι αναγνώστηκε η αναφερόμενη στην αίτηση 162/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (ως έγγραφο με αριθμό 4), η οποία και λήφθηκε υπόψη από το Πενταμελές Εφετείο και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά έγγραφα που αναγνώστηκαν.
Ακολούθως ο αναιρεσείων εκθέτει στην κρινόμενη αίτηση τι έπραξε ο αναιρεσίβλητος εν αγνοία των ομορρύθμων μελών και των δικαιούχων ελαιοπαραγωγών και πελατών του ελαιουργείου της ιδιοκτησίας της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία ... και από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτουν τα εκτιθέμενα από αυτόν πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν και πλήρως αποδείχθηκαν, αγνοήθηκαν από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, χωρίς καμία αιτιολογία και, επομένως, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, η υπό χρονολογία 3/9/2001 μήνυσής του, εναντίον του αναιρεσιβλήτου, "ήταν απολύτως αληθούς περιεχομένου", ενώ η από 3/6/1999 μήνυση του αναιρεσιβλήτου εναντίον του, "είναι απολύτως ψευδής και σκηνοθετημένη", στη συνέχεια δε ο αναιρεσείων εκθέτει τους λόγους, για τους οποίους, κατά την άποψή του οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του ήταν ψευδείς, ενώ ήταν αληθή τα υπό αυτού υποστηριχθέντα, όπως αυτό αποδείχθηκε "πλήρως από τα αναγνωσθέντα και μη έγγραφα και όμως τα ηγνόησαν τα ποινικά δικαστήρια, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσιβαλλομένη, χωρίς καμία απολύτως αιτιολογία". Όλες οι πιο πάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καθώς και οι λοιπές που περιέχονται στην κρινόμενη αίτηση απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνακόλουθα, μετά την απόρριψη του μοναδικού, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγου αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/2/2009 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (με αρ. πρωτ. 1717/24-2-2009) του Χ1 κατοίκου ... κατά της 334/19-12-2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρος. Στοιχεία εγκλημάτων. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 1549/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Α' Τύπου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκέκοβιτς και 2) Χ2, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Αλιγιζάκη, περί αναιρέσεως της 3167/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορουμένοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17 Φεβρουαρίου 2009 και 16 Μαρτίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντιστοίχως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 512/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αναιρέσεις των 1) Χ1 από 17/2/2009 και 2) Χ2 από 16/3/2009, ασκηθείσαι δια δηλώσεως από τους άνω (καταδικασθέντας, ως κατωτέρω), επιδοθείσης στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στρεφόμεναι δε κατά της αυτής αποφάσεως, υπ'αριθμ. 3.167/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει, λόγω, της μεταξύ τους συναφείας, να συνεκδικασθούν.
Α) Επί της από 17/2/2009 αναιρέσεως του Χ1.
Από τη διάταξη του άρθρου 211 ΚΠΔ "Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα... στην ίδια υπόθεση...". Ως ανακριτικά καθήκοντα νοούνται οι ανακριτικές πράξεις που ενεργούνται από ανακριτικό υπάλληλο προς βεβαίωση του εγκλήματος και της ενοχής ή αθωότητος του κατηγορουμένου. Δεν είναι δε ανακριτική πράξη η ενεργουμένη σύλληψη και προσαγωγή κάποιου στο Αστυνομικό τμήμα από απλό αστυνομικό, αφού δεν είναι προανακριτικός υπάλληλος και για την ενέργειά του αυτός δεν προβαίνει στη σύνταξη σχετικής ανακριτικής πράξεως προς βεβαίωσή της, η οποία συντάσσεται στη συνέχεια από τον αρμόδιο να προβεί στη σύνταξη αυτής προανακριτικό υπάλληλο. Η παραβίαση της άνω διατάξεως δημιουργεί σχετική ακυρότητα εκ της διατάξεως του άρθρου 173 § 1 εδ. α' Κ.Π.Δ.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 31 § 2 και 105 Κ.Π.Δ., όπως η § 2 του πρώτου (31) αντικατεστάθη με το άρθρο 2 Ν. 3160/2003 και το δεύτερο (105) αντικατεστάθη με το άρθρο 2 § 2α' του Ν. 2408/1996 προκύπτει ότι οι κατά το στάδιο της προδικασίας λαμβανόμενες ανώμοτες ή ένορκες καταθέσεις των κατηγορουμένων τίθενται στο αρχείο της αρμοδίας εισαγγελίας Πρωτοδικών και δεν αποτελούν μέρος της κατ'αυτών (κατηγορουμένων) δικογραφίας. Σε αντίθετη περίπτωση, αναγνώσεως δηλαδή, και αποδεικτικής αξιοποιήσεως των καταθέσεων αυτών κατά το μέχρι την έκδοση αμετακλήτου αποφάσεως ατέλεστο μέρος της διαδικασίας, δημιουργείται απόλυτη ακυρότης της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 § 1δ' Κ.Π.Δ., ιδρύουσα τον εκ του άρθρου 510 § 1α Κ.Π.Δ. σχετικό λόγο αναιρέσεως (ολομ. Α.Π. 2/1999). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση κατεδικάσθησαν οι αναιρεσείοντες εις ποινές καθείρξεως δέκα επτά (17) ετών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) € ο πρώτος Χ1 και δέκα επτά (17) ετών και πέντε (5) μηνών συνολικώς ως και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) € ο δεύτερος Χ2 για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από κοινού κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, χωρίς να είναι τοξικομανείς και ο δεύτερος, επί πλέον (και) για παράνομη οπλοκατοχή, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2α' Π.Κ., αμφότεροι. Το Εφετείο ως άνω, για τον σχηματισμό της περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίσεώς του έλαβεν υπ'όψη του και αξιολόγησε στο σκεπτικό του, πλην των λοιπών αναφερομένων στην προσβαλλομένη απόφασή του στοιχείων, και εκείνα που ο συγκατηγορούμενος του πρώτου κατηγορουμένου, δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, είπε προφορικώς, όταν συνελήφθη ως ύποπτος τελέσεως των άνω πράξεων και κατά την μεταγωγή του στο Αστυνομικό τμήμα, στον αστυνομικό ΑΑ, ο οποίος εξητάσθη ως μάρτυς στο ακροατήριο. Η λήψη υπ'όψη από το δικαστήριο των ως άνω πληροφοριών, τις οποίες μετέφερε σ'αυτό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως, ο ανωτέρω μάρτυς αστυνομικός κατά την εξέτασή του ως μάρτυρος κατηγορίας, δεν εμπίπτει στις ανωτέρω διατάξεις, καθ'όσον δεν αποτελούν ανώμοτη ή ένορκη κατάθεση του συγκατηγορουμένου του αυτού (Χ2), αλλ' απλή αναφορά στην πηγή γνώσεως του μάρτυρος ΑΑ, χρήσιμη κατά την αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου της καταθέσεώς του (ο οποίος και βεβαίως δεν διενήργησε ανακριτικά καθήκοντα. Ειδικότερα ο τελευταίος αυτός μάρτυς κατέθεσε "... μας είπε ότι τα είχε για λογαριασμό του Χ1, ότι αυτός έκανε την μεταφορά, τα χρήματα τα έπαιρνε ο Χ1 και ότι ο Χ1 κανόνιζε πως θα γινόταν η διακίνηση ... ο Χ2 όταν τον πιάσαμε, μας έδωσε το τηλέφωνο του Χ1 και μας είπε ότι αυτός έκανε κουμάντο και αυτός έπαιρνε τα λεφτά από τα ναρκωτικά ... Δεν ξέρω τι είπε ο Χ1 στην απολογία του στον ανακριτή. Ήμουν ο επικεφαλής στην επιχείρηση και όταν συλλάβαμε τον Χ2 του έκανα κάποιες ερωτήσεις ... Από την πρώτη στιγμή ο Χ2 μας είπε ότι πρώτα πήγαινε ο Χ1 και έπαιρνε τα λεφτά και μετά πήγαινε αυτός και παρέδιδε τα ναρκωτικά", ήτοι κατέθεσε τα προερχόμενα από διηγήσεις του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2, συγκατηγορουμένου του πρώτου κατηγορουμένου (πρώτου αναιρεσείοντος) Χ1, αμέσως μετά την σύλληψή του και πριν από την προανακριτική του εξέταση από τους αρμοδίους καθ'ύλην προανακριτικούς αστυνομικούς υπαλλήλους, τουτ'αυτό δε εδέχθη, και η προσβαλλομένη απόφαση στο σκεπτικό της ήτοι ότι "παραδεκτώς αξιολογούνται στο αποδεικτικό πόρισμά της όσα κατέθεσε ο μάρτυρας αστυνομικός σχετικά με την εμπλοκή του πρώτου κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση, μεταφέροντας τις σχετικές διηγήσεις του, που έγιναν μετά μεν τη σύλληψή του, πριν όμως την προανακριτική του εξέταση από τους καθ'ύλη αρμοδίους προανακριτικούς αστυνομικούς υπαλλήλους και δεν είναι εξαιρετέος". Ούτω κρίναν το ανωτέρω Εφετείο δεν παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 31 § 2 και 105 Κ.Π.Δ., ούτε εδημιουργήθη απόλυτη ακυρότης από τη διάταξη του άρθρου 171 § 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ., αφού δεν παρεβιάσθη ο κανών του άρθρου 211 Α' Κ.Π.Δ.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ό μέρος δε με αυτόν επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. Η απαιτουμένη από τα άνω άρθρα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική, δηλαδή, ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφίεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που της εξέδωσε. Ούτως η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τοιαύτης αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του Δικαστηρίου κρίση. Τέλος κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' Κ.Π.Δ., που προσετέθη με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητος του δράστη". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως τους συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστου να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Για την συνδρομή της ετέρας επιβαρυντικής περιστάσεως, της τελέσεως του εγκλήματος κατά συνήθεια, απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως υπό την ως άνω εκτεθείσα έννοια, από την οποία (να) προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη στη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητος αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 3167/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων "τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων ...", (εδέχθη ) τα εξής: "Αστυνομικοί της Υπηρεσίας διώξεως ναρκωτικών, με επικεφαλής τον μάρτυρα ΑΑ, επί ένα περίπου μήνα προ της 14/10/2005, αξιοποιώντας πληροφορία που έλεγε ότι στην περιοχή των ... δύο άτομα αλβανικής καταγωγής, των οποίων είχε δοθεί η περιγραφή και ο αριθμός κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του ενός (1ος κατηγορούμενος), διακινούσαν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών, είχαν εντοπίσει και παρακολουθούσαν τους δύο κατηγορουμένους. Από την παρακολούθηση προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος που εκινείτο με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, συναντούσε πολύ συχνά, ιδίως μεσημβρινές ώρες και σε διάφορες καφετέριες, τον δεύτερο, που διέμενε στους ... στην οδό ... και κινούταν με ... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Από την παρακολούθηση προέκυψε επίσης ότι και οι δύο δεν εργάζονταν ο δε πρώτος εκτός από την οικία του στην οδό ... στις ... διατηρούσε και άλλη οικία επί της οδού ... στους ... . Στις 14/10/2005 πρωϊνές ώρες ο πρώτος κατηγορούμενος άφησε το αυτοκίνητό του σε πλυντήριο αυτοκινήτων κοντά στο σπίτι του και στη συνέχεια συναντήθηκε με τον δεύτερο, που εκινείτο με το αυτοκίνητο του επιβιβάσθηκε σ αυτό και μετά από λίγο χώρισαν. Το απόγευμα της ίδιας μέρας ο δεύτερος κατηγορούμενος ο οποίος βρισκόταν στην οικία του εξήλθε απ'αυτήν κρατώντας στα χέρια του ένα δέμα. Αμέσως οι αστυνομικοί αποφάσισαν να τον ελέγξουν, περί ώρα 16.00'. Διαπιστώθηκε ότι το δέμα περιείχε σε νάϋλον συσκευασία ποσότητα 546 γραμ. ηρωίνης. Επίσης στην τσέπη του παντελονιού του κατηγορουμένου βρέθηκε ένα κινητό τηλέφωνο με αριθμό κλήσης ..., όπως και το ποσό των 500 €, τα οποία και κατασχέθηκαν (βλ. από 14/10/2005 έκθεση κατασχέσεως ΓΓ). Σε ερώτηση των αστυνομικών για την προέλευση και τον προορισμό των ναρκωτικών, αφού τους έδωσε τα στοιχεία της ταυτότητάς του, είπε ότι τα μεταφέρει για λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου, με τον οποίο συνεννοούταν στο κινητό με αριθμό κλήσεως ..., και για λογαριασμό κάποιου ομοεθνή του με τα στοιχεία ΒΒ που βρισκόταν στην Αλβανία, ο οποίος και του είχε παραδώσει τα ναρκωτικά, όπως και άλλα που είχε στο σπίτι του, ότι αυτός δεν έπαιρνε χρήματα για τα ναρκωτικά που παρέδιδε, αλλά τα χρήματα τα έπαιρνε ο πρώτος κατηγορούμενος. Την συγκεκριμένη ποσότητα επρόκειτο να την παραδώσει σε έναν Πακιστανό όπως του είχε υποδειχθεί από τους ανωτέρω. Διαπιστώθηκε δε ότι στο τηλέφωνο του υπήρχαν καταχωρημένες κλήσεις από το τηλέφωνο του πρώτου κατηγορουμένου, η τελευταία των οποίων ήταν το μεσημέρι της ημέρας πριν την έρευνα που κατά τα άνω του διενεργήθηκε. Στη συνέχεια τους οδήγησε στο σπίτι του και εκεί στο πατάρι βρέθηκε ταξιδιωτικός σάκος μέσα στον οποίο υπήρχαν 16 αυτοσχέδιες συσκευασίες ηρωϊνης συνολικού βάρους 4.275 γραμ., 4 αυτοσχέδιες συσκευασίες της αυτής ναρκωτικής ουσίας συνολικού βάρους 13 γραμ. μία αυτοσχέδια συσκευασία κοκκαϊνης βάρους 234 γραμ., μία ζυγαριά ακριβείας "TANGENT" ένα περίστροφο MAGNOUM 357 με δύο φυσίγγια και 1 φυσίγγιο περιστρόφου 38 mm.τα οποία και κατασχέθηκαν (βλ. από 14/10/2005 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως ΔΔ, που αναγνώσθηκε). Επακολούθησε η σύλληψη του δεύτερου κατηγορουμένου (βλ. από 14/10/2005 ώρα, 19:30' έκθεση συλλήψεως του ΓΓ που αναγνώσθηκε). Στη συνέχεια και ενόψει των δηλώσεων του δευτέρου κατηγορουμένου περί της συμμετοχής του πρώτου στην υπόθεση τα αστυνομικά όργανα προέβησαν σε σύλληψη και του πρώτου κατηγορουμένου (βλ. από 14/10/2005 ώρα 19.45' έκθεση συλλήψεως του αυτού ως άνω αστυνομικού, που αναγνώσθηκε). Στη σωματική έρευνα που του διενεργήθηκε βρέθηκε το με αριθμό κλήσεως ... κινητό τηλέφωνο τύπου NOKIA, για το οποίο είχε κάνει ήδη λόγο ο δεύτερος κατηγορούμενος αμέσως μετά την έρευνα που του διενεργήθηκε που κατέληξε στην ανεύρεση της ποσότητας των 546 γραμ. ηρωίνης, λέγοντας ότι στο τηλέφωνο αυτό επικοινωνούσε με τον πρώτο κατηγορούμενο και από αυτό, όπως προέκυψε από τη συσκευή του είχε δεχθεί κλήση ολίγο προ της ακινητοποιήσεως του και της σωματικής ερεύνης. Η κλήση βέβαια επιβεβαιώθηκε και από την έρευνα της τηλεφωνικής συσκευής του πρώτου κατηγορουμένου, όπως καταθέτει ο αστυνομικός ΑΑ, ο οποίος καταθέτει και για άλλες αμοιβαίες τηλεφωνικές κλήσεις μεταξύ των δύο κατηγορουμένων, προκειμένου να καταδείξει ότι γνωριζόντουσαν και είχαν συχνή επικοινωνία, γεγονός το οποίο όμως αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα, ο οποίος, από την επί μακρό χρόνο παρακολούθηση τους, έχει ιδία αντίληψη των συχνών συναντήσεων τους και δεν χρειάζεται να διαταχθεί, όπως αιτείται ο πρώτος κατηγορούμενος, πραγματογνωμοσύνη με σκοπό να εξετασθούν τα δύο τηλέφωνα για να διαπιστωθεί πόσες κλήσεις έγιναν μεταξύ τους, κάτι το οποίο, παρεκτός του ότι δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να διαπιστωθεί ενόψει της τωρινής μετά 4 και πλέον έτη καταστάσεως των τηλεφώνων, δεν θα έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι η συχνή επικοινωνία των δύο κατηγορουμένων, η οποία καταδεικνύει την ανάμιξη του πρώτου στην παρούσα υπόθεση και την προμήθεια κατοχή και διακίνηση των ναρκωτικών, ανάμιξη την οποία βέβαια από την πρώτη στιγμή πριν ακόμη την προανακριτική του εξέταση, όπως ήδη λέχθηκε, ρητώς επιβεβαίωσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, προκύπτει από την παρακολούθηση και την κατάθεση του επικεφαλής της επιχειρήσεως μάρτυρα αστυνομικού. Βέβαια ο πρώτος κατηγορούμενος αρνείται ότι είχε συχνές συναντήσεις με τον δεύτερο και ισχυρίζεται ότι τυχαία συναντήθηκαν μερικές φορές σε καφενείο της περιοχής όπου σύχναζαν ομοεθνείς τους, στο πλαίσιο δε αυτών των τυχαίων συναντήσεων τους τοποθετεί και την συνάντηση την ημέρα της συλλήψεως και την επιβίβαση του στο αυτοκίνητο του δευτέρου και την μεταφορά του με αυτό. Διαψεύδεται όμως από την κατάθεση του αστυνομικού που τους παρακολουθούσε. Επίσης, ερωτώμενος για τον λόγο για τον οποίο την ίδια μέρα και πριν ο συγκατηγορούμενός του φύγει για να πάει να παραδώσει τα ναρκωτικά τον κάλεσε στο κινητό, δίδει την απάντηση για να τον ρωτήσει τι κάνει, χωρίς βέβαια να μπορεί να δώσει πειστική απάντηση στο εύλογο ερώτημα πως γνώριζε τον αριθμό του κινητού ενός απλού γνωστού του και αν είναι συνηθισμένο να καλούμε στο κινητό έναν γνωστό με τον οποίο δεν μας συνδέει κάτι περισσότερο από περιστασιακές συναντήσεις σε ένα καφενείο, για να τον ρωτήσουμε που είναι ή τι κάνει εκείνη τη στιγμή. Αντιθέτως ο δεύτερος κατηγορούμενος ερωτηθείς σχετικώς, κατά την προανάκριση (βλ. από 15-10-2005 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου του ΔΔ, αποσπάσματα της οποίας αναγνώσθηκαν κατά την απολογία του προς κατάδειξη των αντιφάσεων μεταξύ αυτών που έλεγε στο ακροατήριο και κατά την προανακριτική απολογία του κατ άρθρο 366 παρ. 3 ΚΠΔ), δήλωσε ότι το τηλεφώνημα έγινε για να του ζητήσει ο πρώτος κατηγορούμενος να πάρει από τα ναρκωτικά που υπήρχαν στο σπίτι του, τα οποία πριν 3 μέρες του είχε παραδώσει ο ανωτέρω ΒΒ εντός του ταξιδιωτικού σάκου, την ποσότητα που βρέθηκε κατά την έρευνα που διενεργήθηκε μόλις βγήκε από την οικία του και να πάει να την παραδώσει στον Πακιστανό στον οποίο είχε παραδώσει και την προηγουμένη άλλη ποσότητα, πάλι κατόπιν εντολής του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος και, όπως γινόταν συνήθως, κανόνιζε τα ραντεβού και εισέπραττε το τίμημα. Από τις εισπράξεις αυτές προερχόταν και το ποσό των 1020 €, σε χαρτονομίσματα κυρίως των 5 και 10 €, που βρέθηκε στην οικία που διέμενε μόνος επί της οδού ... στην ... και όχι στην οικία επί της οδού ... στις ..., όπου διέμενε με τη σύζυγο του, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας υπερασπίσεως και τα δύο τέκνα του (βλ. από 14/10/2005 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως ΓΓ, που αναγνώσθηκε). Ο ίδιος ισχυρίζεται αβάσιμα ότι το ποσό αυτό προερχόταν από οικονομίες του ιδίου και της συζύγου του, σημειωτέον, ότι τότε δεν εργαζόταν, όπως ο ίδιος παραδέχεται, και προοριζόταν για την αγορά επίπλων προς εξοπλισμό του παιδικού δωματίου, πλην όμως δεν δίδει πειστική απάντηση στο εύλογο ερώτημα γιατί αφού ήταν προϊόν οικογενειακών οικονομιών, δεν βρισκόταν στο σπίτι της οικογενείας, τόσο περισσότερο καθόσον είχε τον ανωτέρω προορισμό, αλλά στο δεύτερο σπίτι του το οποίο επισκεπτόταν μόνος και όπου διέμενε μόνος (ο ίδιος ισχυρίζεται ότι το χρησιμοποιούσε για ερωτικές συναντήσεις με εξώγαμη σχέση του) και γιατί αποτελούνταν από μικρής αξίας χαρτονομίσματα, τα οποία, κατά δίδαγμα κοινής πείρας, συγκεντρώνονται από πωλήσεις δόσεων ναρκωτικών σε χρήστες. Βέβαια ο δεύτερος κατηγορούμενος στον ανακριτή, αλλά και στο ακροατήριο του πρωτόδικου και του παρόντος Δικαστηρίου ανακάλεσε το περιεχόμενο της προανακριτικής του απολογίας, η οποία, σημειωτέον, λήφθηκε κατά τους νομίμους τύπους (βλ, έντυπο απολογίας), ισχυριζόμενος ότι αυτά που έλεγε αναφερόταν στον ΒΒ και οι αστυνομικοί πρόσθεσαν και το όνομα του συγκατηγορουμένου του, πλην όμως δεν δίδει απάντηση στο εύλογο ερώτημα γιατί, σε τέτοια περίπτωση, υπέγραψε την απολογία του, το περιεχόμενο της οποίας μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως, αφού, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, βρίσκεται στην Ελλάδα επί 14 έτη και γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική γλώσσα, λόγος άλλωστε για τον οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε διερμηνέας σε κανένα στάδιο της διαδικασίας. Επίσης πρέπει και τούτο καταδεικνύει την προσπάθειά του, για ευνόητους λόγους, να αφήσει εκτός της υποθέσεως τον συγκατηγορούμενό του, να τονισθεί ότι στο ακροατήριο ισχυρίσθηκε το πρώτο ότι ο ΒΒ είναι αδελφός της μητέρας του (θείος του) και εξαιτίας της σχέσεως αυτής τον πλησίασε όταν ήταν άνεργος και του πρότεινε να διακινεί για λογαριασμό του ναρκωτικά, ενώ στην προανακριτική απολογία του είπε ότι ο συγκατηγορούμενός του ήταν εκείνος που του γνώρισε τον ΒΒ και στη συνέχεια του πρότειναν να διακινεί ναρκωτικά για λογαριασμό τους, όπως και έκανε μετά από τηλεφωνικές συνεννοήσεις είτε με τον ένα είτε με τον άλλο. Η προανακριτική απολογία του δευτέρου κατηγορουμένου κρίνεται ως αποδίδουσα την πραγματικότητα, εφόσον ενισχύεται και από τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, όπως τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ τους, σε καθημερινή σχεδόν βάση, συναντήσεις, διατήρηση από τον πρώτο δύο οικιών, ανεύρεση στην δεύτερη οικία του ανωτέρω ποσού, η προέλευση του οποίου από τα εισοδήματά του εκ της εργασίας του ή άλλης πηγής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, αφού την περίοδο εκείνη δεν εργαζόταν, αλλά και αυτοκίνητο διέθετε και δύο σπίτια είχε μισθωμένα και τετραμελή οικογένεια συντηρούσε και ποσό 1020 € είχε συγκεντρώσει και τέλος την κατάθεση του αστυνομικού.
Συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 211 Α ΚΠΔ, αφού η κρίση περί τελέσεως των πράξεων που αποδίδονται στον πρώτο κατηγορούμενο δεν στηρίζεται μόνον στην προανακριτική απολογία του συγκατηγορουμένου του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά και στα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που σχολιάσθηκαν επαρκώς ανωτέρω. Πρέπει να τονισθεί ότι ο Εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη και κατά των τριών ως άνω ατόμων, η δε ανάκριση ως προς τον ΒΒ περαιώθηκε με την έκδοση του 29/2005 εντάλματος συλλήψεως του 28ου τακτικού ανακριτή, παραπέμφθηκε δε και εκείνος στο ακροατήριο με το κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Εφετών, η δε σε βάρος του διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω μη συλλήψεώς του, ελλείψει επαρκών προσδιοριστικών της ταυτότητας του και της κατοικίας του στοιχείων, ανεστάλη, δυνάμει της 44/1-3-2006 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών. Από όλα τα ανωτέρω καθίσταται βεβαία και δεν υπάρχει αμφιβολία περί τούτου η συνεργασία και η από κοινού δράση των δύο κατηγορουμένων στην τέλεση των πράξεων της αγοράς και κατοχής των ως άνω μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, ανεξάρτητα αν αυτές βρισκόταν στο σπίτι του δευτέρου, αφού, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν είχε την φυσική εξουσία επ' αυτών και μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους, αφού είχε δυνατότητα ανά πάσα να επισκεφθεί την οικία του συγκατηγορουμένου του, μετά του οποίου συναντιόταν σχεδόν καθημερινώς και είχε πλήρη ενημέρωση περί τούτων, ανεξάρτητα του ότι, από λόγους πρόνοιας και αυτοπροστασίας του, κατά το διάστημα της παρακολουθήσεως, τουλάχιστον, δεν είχε πραγματοποιήσει τέτοια επίσκεψη και μπορούσε να τα διαθέτει κατά τη βούλησή του, αφού κατόπιν εντολών του τα διακινούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, πηγαίνοντας στα ραντεβού που αυτός είχε κανονίσει, υπέρ τούτου δε συνηγορεί το γεγονός ότι αυτός εισέπραττε το τίμημα που αντιστοιχούσε στην ποσότητα που είχε διατεθεί κάθε φορά. Σε άλλη δε δίκη, όπως ήδη λέχθηκε, θα ερευνηθεί η μορφή και έκταση της συμμετοχικής δράσης του ετέρου κατηγορουμένου με τα στοιχεία ΒΒ α.λ.σ. Τις ανωτέρω πράξεις οι κατηγορούμενοι τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι η επανειλημμένη τέλεση και ο οργανωμένος τρόπος δράσης τους με την αγορά ιδιαίτερα μεγάλων ποσοτήτων "σκληρών" ναρκωτικών ουσιών διαφορετικών ειδών με σκοπό την εμπορία η οργάνωση της διακινήσεως τους με τον ανωτέρω τρόπο προς άλλους εμπόρους και τοξικομανείς και η υποδομή που είχαν διαμορφώσει με σκοπό επανειλημμένης τέλεσης τους (άλλος ο παραδίδων τα ναρκωτικά και άλλος ο εισπράττων το τίμημα, διατήρηση περισσοτέρων οικιών, στη μία μόνον των οποίων φυλάσσονταν οι ναρκωτικές ουσίες, για να μη γίνονται αντιληπτοί από τις διωκτικές αρχές και να αποτρέπεται ο εντοπισμός τους, και να μπορούν, όπως ο πρώτος, να ισχυρίζονται ότι ουδεμία σχέση έχουν με τα τυχόν ανευρεθέντα ναρκωτικά), σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν εργάζονταν κατά το χρονικό εκείνο διάστημα, καταδεικνύουν ότι ασχολούνται συστηματικά με την διακίνηση ναρκωτικών με σκοπό να πορίζονται με τον τρόπο αυτό εισόδημα, αδιαφορώντας για τις ολέθριες συνέπειες των πράξεων τους, έχουν δε βαθιά ριζωμένη ροπή για την διάπραξη τέτοιων εγκληματικών πράξεων ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Κατ' ακολουθία τούτων στοιχειοθετούνται πλήρως οι πράξεις που τους αποδίδονται όπως εξειδικεύονται κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία τους στο διατακτικό και πρέπει, αφού απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί τους, να κηρυχθούν ένοχοι, κατά το διατακτικό. Περαιτέρω ο δεύτερος κατηγορούμενος στην οικία του ... στους ... κατείχε παράνομα ένα περίστροφο MAGNOUM 357 Β τύπου "ΡΥΤΗΟΝ" με αριθμό σειράς ... καθώς και δύο φυσίγγια 0,357 L /&1AGNOUK/I και ένα φυσίγγιο 0,38 SPECIAL χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και της πράξεως αυτής, κατά το διατακτικό. Στους κατηγορουμένους πρέπει να αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ που τους αναγνωρίσθηκαν και πρωτοδίκως".
Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία και κατεδικάσθησαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφηρμόσθησαν. Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη για την ενοχή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, και όχι μόνον μερικά, ή ειδικότερη δε αναφορά και αξιολόγηση τινών κατ'ουδέν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη όλα τα άλλα, εφ'όσον προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως ότι δεν εστηρίχθη "μόνο στην προανακριτική απολογία του β' κατηγορουμένου Χ2 άνευ άλλων αποδεικτικών στοιχείων, ούτε (εστηρίχθη) στα υπό του αστυνομικού κατατεθέντα", όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων (Χ1). Περαιτέρω με την απαιτουμένη αιτιολογία το μεν απέρριψε το περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης αίτημα, το δε εδέχθη τις συνθήκες τελέσεως κατ' επάγγελμα και συνήθεια της παραβάσεως του Ν. περί ναρκωτικών.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση, εξ αιτίας των ανωτέρω ανυπάρκτων πλημμελειών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Χ1 πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Β) Επί της από 16/3/2009 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 - 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 484 § 1, 509 § 1 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση αναιρέσεως να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Ειδικότερα για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγου αναιρέσεως της ελλείψεως από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και ο Κ.Π.Δ., δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την σχετική αίτηση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποίες οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες η ποία αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπ' όψη ή δεν εξετιμήθησαν από το δικαστήριο της ουσίας (ολ. Α.Π. 2/2002, 19/2001). Εξάλλου για την αιτιολόγηση της τελέσεως της αγοράς ναρκωτικών ουσιών κατ'άρθρον 5 § 1 εδ. β' Ν. 1729/1987 (όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 10 Ν. 2161/1993, άρθρ. 20 § 1 περ. β Κ.ΝΝ-Ν. 3459/2006) δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος ή της ταυτότητος των πωλητών ή αγοραστών. Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Χ2 με την κρινομένη αίτησή του παραπονείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση σε σχέση με την ενοχή του με λόγον ότι, κατά πιστή εδώ μεταφορά, "Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την πράξη της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών χωρίς όμως στην παρατεθείσα αιτιολογία του να περιλάβει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αδικημάτων, αλλά απλώς αρκέστηκε στο να επαναλάβει το παντελώς αόριστο κατηγορητήριο στο ομοίως αόριστο διατακτικό της απόφασης.
Συνεπώς λόγω της έλλειψης αναφοράς σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την εφαρμοστέα ουσιαστική ποινική διάταξη, το δικαστήριο στέρησε την απόφασή του από την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί ο νόμος. Εξάλλου, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για αγορά ναρκωτικής ουσίας από αγνώστους στην ευρύτερη περιοχή των ... ή σε άλλο σημείο της ... αντί αγνώστου τιμήματος σύμφωνα με την απόφαση, χωρίς όμως να μνημονεύεται το τίμημα που καταβλήθηκε. Εντούτοις το τίμημα της αγοράς των ναρκωτικών συνιστά ουσιώδες στοιχείο της αγοραπωλησίας, σύμφωνα με την πάγια νομολογία Α. Πάγου" Ούτως ο άνω λόγος ως διατυπούται κατά μεν το πρώτο σκέλος του είναι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζει εις τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας ή από ποίες συγκεκριμένες παραδοχές προκύπτει η έλλειψη αυτή, και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά δε το έτερο σκέλος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, κατά τ'άνω εκτεθέντα, δεν είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται το ύψος του τιμήματος, η δε παραδοχή της αποφάσεως "αγόρασε (από άγνωστο άτομο παραδοχή βέβαια για την οποία δεν υπάρχει παράπονο), αντί αγνώστου χρηματικού ποσού" λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στο στοιχείο αυτό το οποίο είναι αδιάφορο για την στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Εξ'άλλου ο αυτός λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της παραβάσεως του Ν. περί Ναρκωτικών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος αφού υπάρχει η απαιτουμένη αιτιολογία, όπως ακριβώς εξετέθη και δια τον όμοιον λόγον της αναιρέσεως του Χ1. Το γεγονός δε ότι το δικαστήριο της ουσίας, εδέχθη την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2 α' Π.Κ. όπως, άλλωστε, (τους) είχε αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως, δεν δημιουργεί αντίφαση με την παραδοχή της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως, όπως αβασίμως, αιτιάται, ο αναιρεσείων, αφού η αντικειμενική υπόσταση της τελευταίας αυτής κρίνεται ακριβώς και μόνο κατά τον χρόνο τελέσεώς της. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 στοιχ. δ' ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι η λήψη υπ'όψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν ανεγνώσθησαν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, διότι ούτως αποστερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητος να εκθέσει τις απόψεις του και να κάμει παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως δημιουργείται, διότι παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο ακροατήριο, τα οποία έλαβεν υπ'όψη του το δικαστήριο, και όταν στα πρακτικά της αποφάσεως δεν αναγράφονται τα προσδιοριστικά στοιχεία των εγγράφων που (φέρονται ότι) έχουν αναγνωσθεί, διότι τότε δεν μπορεί να διαγνωσθεί χωρίς αμφιβολία ποίο έγγραφο ανεγνώσθη και εις ποίον έγγραφον εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως ούτε είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου ή η χρονολογία του, ενώ τα στοιχεία που το προσδιορίζουν δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του. Ούτως ο προσδιορισμός της ταυτότητος του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για την δημιουργία βεβαιότητος ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο ανεγνώσθη στη συγκεκριμένη δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του εκήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και παράνομης οπλοκατοχής, ως μη τοξικομανή, με την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως 84 § 2 α Π.Κ. και επέβαλε σ'αυτόν ποινή καθείρξεως συνολικώς δέκα επτά (17) ετών και πέντε (5) μηνών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) Ευρώ. Στην άνω κρίση του το δικαστήριο και δη στην περί ενοχής τοιαύτη, έλαβεν υπ'όψη του, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση α) τις από 14/10/2005 δύο εκθέσεις παραδόσεως και κατασχέσεως ναρκωτικού, β) την από 14/10/2005 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως, γ) την από 14/10/2005 έκθεση γνωστοποίησης ναρκωτικών ουσιών, δ) την από 2/12/2005 έκθεση παράδοσης και παραλαβής ναρκωτικών και ε) φωτοαντίγραφο κάρτας παραμονής. Η ούτω γενομένη καταχώριση επαρκώς προσδιορίζει την ταυτότητα των άνω εγγράφων και ουδεμία γεννάται αμφιβολία περί αυτής, εν όψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ως άνω προσδιορισμόν έκάστον δεν ανεγνώσθησαν και ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με τα έγγραφα αυτά, εφ'όσον, εις πάσαν περίπτωση, κατά την ανάγνωσή των έλαβε γνώση (της ταυτότητος) αυτών.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Χ2 να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει της αιτήσεις των: 1) Χ1 από 17/2/2009 και 2) Χ2 από 16/3/2009, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3167/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) έκαστον.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρα 211 ΚΠΔ, 173§1α' ΚΠΔ, 211Α, 171 § 1δ' ΚΠΔ, 31 § 2 και 105 ΚΠΔ, όπως ισχύει. Δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότης όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του μεταξύ άλλων και την κατάθεση αστυνομικού που συνέλαβε (απλώς) τον συγκατηγορούμενο και ο οποίος του είπε πληροφοριακώς ότι κατέθεσε στο ακροατήριο, χωρίς δηλαδή ένορκη ή ανώμοτη κατάθεση σε αρμόδιο προανακριτικό υπάλληλο. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως, αρκεί να προκύπτει ότι έλαβε υπ΄ όψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν ειδικώς αξιολόγησε κάποια. Η αιτιολογία της αποφάσεως εκτείνεται και στο αίτημα της πραγματογνωμοσύνης το οποίο, εάν απορριφθεί, πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς. Πότε κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση πράξεως. Αόριστος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, εάν δεν αναφέρει σε τι κεφάλαιο αναφέρεται η έλλειψη. Για την αιτιολόγηση της αγοράς ναρκωτικών δεν απαιτείται η αναφορά του ύψους του τιμήματος. Ταυτότης εγγράφων: αρκεί να αναφέρονται τα προσδιοριστικά αυτών στοιχεία, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το συγκεκριμένο έγγραφο ανεγνώσθη και όχι άλλο, με την ανάγνωσή του δε έλαβε γνώση ο κατηγορούμενος (άρθρα 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ σε συνδ. με 171§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ). Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Αποδεικτικά μέσα, Έγγραφα, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη.
| 1
|
Αριθμός 1548/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1.Χ1 κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ... που δεν παρέστη στο ακροατήριο και 2. Χ2 και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κοσσίδα, περί αναιρέσεως της 2787/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Νοεμβρίου 2008 και 4 Μαρτίου 2009 αιτήσεις τους αντίστοιχα, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 509/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του παραστάντος αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε : α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 14 Νοεμβρίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και β) να απορριφθεί ως αβάσιμη εκείνη του δευτέρου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αναιρέσεις των Χ1 και β) Χ2 από 14 Νοεμβρίου 2008 και 4 Μαρτίου 2009 αντιστοίχως, στρέφονται κατά της υπ'αριθμ. 2787/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και πρέπει, λόγω της μεταξύ των συναφείας να συνεκδικασθούν.
Α) Επί της από 14 Νοεμβρίου 2008 αναιρέσεως του Χ1 Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ.α' του ίδιου Κώδικος, εάν δεν εμφανισθεί ο αιτών την αναίρεση η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία ...αποδεικτικό επιδόσεως του .... υπηρετούντος στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο αναιρεσείων εκλητεύθη από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νομίμως και εμπροθέσμως, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, πλην όμως αυτός δεν ενεφανίσθη κατ' αυτήν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος Χ1 άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.).
Β) Επί της από 4 Μαρτίου 2009 αναιρέσεως του Χ2. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 2787/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων "κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάστηκε ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και ο οποίος αναφέρεται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και (από) τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, (την) απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία και γενικά από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, έστω και αν δεν γίνεται ειδική μνεία αυτών εγγράφων" (εδέχθη) τα εξής:... "Στις αρχές του δεύτερου δεκαήμερου του Σεπτεμβρίου του 2005, οργανωμένο κύκλωμα διακίνησης λαθρομεταναστών μετέφερε στην Ελλάδα, από το Μπαγκλαντές, μέσω της Τουρκίας άγνωστο αριθμό λαθρομεταναστών, μέρος των οποίων οι αναφερόμενοι στο διατακτικό εικοσιεννέα (29) υπήκοοι Μπαγκλαντές, που δεν είχαν ταξιδιωτικά έγγραφα, μεταφέρθηκαν στην Αθήνα, με φορτηγό αυτοκίνητο στις 15-9-2005. Αμέσως μετά την άφιξή τους στην οδό ..., οι δύο κατηγορούμενοι (Χ2, Χ1 )τους έκλεισαν σε υπόγειο εμβαδού δέκα (10) περίπου τετραγωνικών μέτρων, το οποίο φρουρούσαν για να μην είναι δυνατόν να δραπετεύσουν, κρατούσαν άλλωστε κλειδωμένη την πόρτα του υπογείου και τους αποστέρησαν με τον τρόπο αυτό αυθαίρετα από την ελευθερία τους με αποτέλεσμα να καταστήσουν ανέφικτη σ'αυτούς την παροχή προστασίας εκ μέρους των πολιτειακών οργάνων και ιδίως των αστυνομικών αρχών. Κατά την διάρκεια της κράτησης δεν τους παρείχαν οι εν λόγω δύο κατηγορούμενοι στους λαθρομετανάστες τροφή και νερό σε επαρκείς ποσότητες και επί πλέον τους απειλούσαν ότι θα τους αποστερήσουν περαιτέρω την τροφή και το νερό και θα βιαιοπραγούσαν σε βάρος τους, εξαναγκάζοντάς τους έτσι με την παραπάνω βία και απειλές να επικοινωνήσουν με τους οικείους τους στην Ελλάδα και το εξωτερικό, μέσω κινητών τηλεφώνων που έθεταν προσωρινά και αποκλειστικά για το σκοπό αυτό στη διάθεσή τους και να ζητήσουν την καταβολή προς τους ίδιους κατηγορούμενους ποσών 3000 έως 6000 ευρώ, παράνομο όφελος στην αποκόμιση του οποίου απέβλεπαν αυτοί (κατηγορούμενοι). Η παράνομη κατακράτηση διήρκεσε μέχρι τις πρώτες απογευματινές ώρες της 16-9-2005, οπότε αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής, οι οποίοι μετέβηκαν στον υπόγειο, τους απελευθέρωσαν και για το λόγο αυτό δεν καταβλήθηκαν τα ποσά, τα οποία απαιτούσαν οι παραπάνω κατηγορούμενοι για να απελευθερώσουν τους λαθρομετανάστες. Αποδείχθηκε ακόμη ότι μετά από συναπόφαση, κατά το αμέσως πριν την 16-9-2005 χρονικό διάστημα, και με τη συμμετοχή και άλλων προσώπων, τα στοιχεία ταυτότητας των οποίων δεν διακριβώθηκαν, ενώθηκαν για την διάπραξη των κακουργημάτων της αρπαγής και της απόπειρας εκβίασης (πλην της τετελεσμένης εκβίασης). Κατ'ακολουθίαν αποδείχθηκαν όλα τα επιβαρυντικά στοιχεία τα οποία στοιχειοθετούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των αποδιδομένων σ'αυτούς αξιοποίνων πράξεων και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, χωρίς όμως την συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων 133, 84 παρ.2 α', 84 παρ.2 ε' ΠΚ, οι οποίες ανεξαρτήτως της αοριστίας των, και δεν αποδείχθηκαν, και γενικά όλων των αντιθέτων ισχυρισμών απορριπτομένων ως αβασίμων (βλ. ΑΠ 78/1998 Π.Χρον. ΜΗ, 724, ΑΠ 43/1998 Ποιν.Χρον. ΜΗ, 724, ΑΠ 927/1999 Π.Χρον. Ν., 433)". Μετά ταύτα τους εκήρυξεν ενόχους των άνω πράξεων.
Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία και κατεδικάσθησαν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφηρμόσθησαν. Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη για την ενοχή των κατηγορουμένων, την παράνομη κατακράτηση των λαθρομεταναστών με απειλή, στο συγκεκριμένο χώρο, όπου τους μετέφεραν στην Ελλάδα από το εξωτερικό (μέσω Τουρκίας), τη βία, με την οποίαν τους εξηνάγκασαν να ζητήσουν την καταβολήν εις αυτούς (κατηγορουμένους) των ανωτέρω ποσών υπό των οικείων των ώστε ούτω να αποκομίσουν οι τελευταίοι παράνομο όφελος ως και ο τρόπος με τον οποίο τούτο δεν επετεύχθη, εν τέλει, ενώ δεν είναι απαραίτητο, για την αιτιολογία της αποφάσεως, με ποία ιδιότητα τους απήγαγαν και τους κατεκράτησαν παράνομα.
Συνεπώς, ο σχετικός μόνος λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση, όσον αφορά την ενοχή του αναιρεσείοντος Χ2 είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ενώ καθ'ό μέρος υπό την επίκληση αυτού πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αυτός είναι απαράδεκτος.
Η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται εκείνοι, οι οποίοι τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, της ικανότητος προς καταλογισμόν, την μείωση της ικανότητος αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Πρέπει όμως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος και σαφής, δηλαδή κατά περίπτωση να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικά τα περιστατικά που απαιτούνται από τον νόμο για την συγκρότηση της νομικής εννοίας αυτού (πραγματικού ισχυρισμού) και να αναπτυχθεί προφορικά (άρθρο 141 παρ.2 και 331 ΚΠΔ), ώστε να παρέχεται η δυνατότης αξιολογήσεως και, εις περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν εις το ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. 'Αλλως το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ'αυτού και μάλιστα αιτιολογημένως (Ολ.ΑΠ 2/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατά την αγόρευσή του ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε την απαλλαγή του, "άλλως να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά 84 παρ.2 α και 2 ε' ΠΚ". Ούτως όμως προβληθέντες οι ισχυρισμοί αυτοί (περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη) ήσαν αόριστοι και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, αν και απήντησεν ως εκ περισσού, ως ανωτέρω. Επομένως ο αυτός (μόνος) λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ'ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 14 Νοεμβρίου 2008 και 4 Μαρτίου 2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2787/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση ανυποστήρικτη. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για αρπαγή και απόπειρα εκβιάσεως. Αυτοτελείς ισχυρισμοί: αιτιολογία για την απόρριψή τους όταν αυτοί είναι ορισμένοι και σαφείς. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ερημοδικία αναιρεσείοντος, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Απόπειρα, Αρπαγή, Εκβίαση.
| 0
|
Αριθμός 1547/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιώρα, περί αναιρέσεως της 3769/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 493/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 περ. δ' του Ν. 3037/2002, "απαγόρευση παιγνίων" ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος), κατά δε το άρθρο 2 § 1 του αυτού νόμου απαγορεύεται η διεξαγωγή, εκτός άλλων, και των ανωτέρω ηλεκτρονικά διεξαγομένων παιγνίων, καθώς και η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών, σε δημόσια γενικά κέντρα, (όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσεως), και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, ενώ με το άρθρο 4 § 1 του ίδιου νόμου τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παραγρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 4 εδ. α και 7 παρ. 1α του Β.Δ. 29/1971 τα τυχηρά παίγνια απαγορεύονται καθ` άπασαν την Ελληνικήν Επικράτειαν, οι δε "εκμεταλλευόμενοι ή διευθύνοντες κέντρα, επιτρέποντες την διενέργειαν σε αυτά τυχηρών παιγνίων, τιμωρούνται διά χρηματικής ποινής και φυλακίσεως μέχρι δύο ετών και εν υποτροπή διά χρηματικής ποινής και φυλακίσεως μέχρι πέντε ετών, ως και στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων μέχρι πέντε ετών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξ άλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν ο δικαστής, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, ή, κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης 3769/2008 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στην ..., στις 17-11-2004, ως ιδιοκτήτης εκμεταλλευόταν καφετέρια-μπαρ με την επωνυμία "...". Υπό τη ιδιότητα αυτή εγκατέστησε και έθεσε σε λειτουργία εντός του καταστήματος αυτού έξη (6) ηλεκτρονικούς υπολογιστές, συνδεδεμένους όλους με κεντρικό υπολογιστή ελεγχόμενο από τον ίδιο ή τον προσωρινά υπεύθυνο του καταστήματος με τους οποίους παιζόταν το τυχηρό παίγνιο "φρουτάκια". Ειδικότερα ο παίκτης κατέβαλε στον κατηγορούμενο ή τον υπεύθυνο του καταστήματος ένα χρηματικό ποσό και ο τελευταίος του διέθετε αντίστοιχα με τα καταβληθέντα χρήματα μονάδες καταχωρημένες στον υπολογιστή για να παίξει το παιχνίδι. Ο παίκτης έπαιζε το παιχνίδι πατώντας ένα κουμπί του υπολογιστή και με κάθε πάτημα εμφανίζονταν στην οθόνη φρουτάκια-ζωάκια ανά τρία στη σειρά. Στόχος του παίκτη ήταν να επιτευχθεί τρίλιζα, δηλαδή να εμφανιστούν στην οθόνη του υπολογιστή τρία όμοια ζωάκια ή φρουτάκια στην ίδια σειρά. Τότε ο παίκτης κέρδιζε τα συμφωνημένα χρήματα. Αν μετά από κάθε κτύπημα δεν εμφανιζόταν τρίλιζα μειωνόταν ο αριθμός των μονάδων με τις οποίες είχε πιστωθεί ο παίκτης καταβάλλοντος τα χρήματα και όταν οι μονάδες μηδενίζονταν ο παίκτης είχε χάσει τα χρήματα που διέθεσε. Το αποτέλεσμα του παιγνίου, το οποίο διεξάγεται στους υπολογιστές που διαθέτουν ανάλογο λογισμικό, όπως οι ως άνω που είχε εγκαταστήσει ο κατηγορούμενος στο κατάστημα του εξαρτάται αποκλειστικά από την τύχη, χωρίς ο παίκτης να μπορεί να επιτύχει με τη δική του ικανότητα το αποτέλεσμα που θα ήθελε. Κατά την ως άνω ημέρα αστυνομικοί που επισκέφθηκαν για έλεγχο το κατάστημα του κατηγορουμένου βρήκαν σε λειτουργία τρεις (3) από τους ως άνω υπολογιστές στους οποίους ισάριθμοι θαμώνες διενεργούσαν το ανωτέρω τυχηρό παίγνιο χωρίς άδεια της αρχής, ενώ ο προσωρινά υπεύθυνος του καταστήματος ... κατ' εντολή και εν γνώσει του κατηγορουμένου, είχε επιτρέψει τη διεξαγωγή του παιχνιδιού και έλεγχε μέσω του κεντρικού υπολογιστή τους τρεις εν λειτουργία υπολογιστές, και, όταν αντελήφθη τους αστυνομικούς, άλλαξε το πρόγραμμα των υπολογιστών, ώστε να μη μπορούν οι αστυνομικοί να επιβεβαιώσουν τη διεξαγωγή του παράνομου παιχνιδιού, με την κατάσχεση τους κατά το χρόνο που με το ανάλογο λογισμικό διεξαγόταν το ως άνω τυχηρό παίγνιο. Οι αστυνομικοί όμως που επισκέφθηκαν το κατάστημα διαπίστωσαν με βεβαιότητα την ανωτέρω διεξαγωγή, όπως επιβεβαίωσε με την κατάθεση του ο μάρτυρας...". Με τις σκέψεις αυτές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον ο κατηγορούμενο αναιρεσείοντα του ότι: "Στην ..., στις 17-11-2004, ως ιδιοκτήτης εκμεταλλευόταν καφετέρια-μπαρ με την επωνυμία "...", στο οποίο εγκατέστησε και έθεσε σε λειτουργία εντός αυτού 6 ηλεκτρονικούς υπολογιστές με μονάδες πονταρίσματος και ανάλογο λογισμικό για τη διεξαγωγή του τυχηρού παιγνίου "φρουτάκια", στις οθόνες τριών δε από τους υπολογιστές αυτούς παιζόταν από αντίστοιχους θαμώνες του καταστήματος το ανωτέρω παίγνιο με προσπάθεια των παικτών να εμφανίζονταν στις οθόνες τους φρουτάκια- ζωάκια σχηματίζοντας τρίλιζα, αποτέλεσμα που εξαρτάτο αποκλειστικά από την τύχη, ενώ αυτό απαγορεύεται". Για την πράξη του δε αυτή, η οποία, όπως έκρινε προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. δ, 2 παρ. 1 και 4 του Ν. 3037/2002, σε συνδ. με τα άρ. 4 και 7 του Β.Δ. 29/1971, επέβαλε στον ποινή φυλακίσεως 4 μηνών και σε χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 €), η οποία ανεστάλη για 3 έτη.
Με αυτές τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το δικάσαν Εφετείο διέλαβε στην εν λόγω απόφαση την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες πιο πάνω αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι, από τις παρατιθεμένες στην κρινόμενη αίτηση καταθέσεις μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου, προκύπτει, όπως αναφέρει, ότι "ουδόλως αποδείχθηκε η οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή την οποία παντελώς αβάσιμα και παράνομα επικαλείται η προσβαλλόμενη απόφαση", και ότι, ενώ από κανένα αποδεικτικό μέσο από αυτά που επικαλείται στο σκεπτικό της η αναιρεσιβαλλόμενη, δεν αποδεικνύεται η καταβολή χρηματικού ποσού και, κατ' ακολουθίαν, η συνομολόγηση στοιχήματος, εντούτοις έγιναν δεκτά τα αντίθετα, και συνεπώς, όπως, στη συνέχεια εκθέτει ο αναιρεσείων, "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υποπίπτει στην πλημμελή αιτιολόγηση της κρίσης περί ενοχής του κατηγορουμένου δεχόμενη την ύπαρξη δήθεν οικονομικής συναλλαγής όταν αυτή δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, καθότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληροί τους όρους της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που τίθενται από το Σύνταγμα και το νόμο...". Οι πιο πάνω αιτιάσεις δεν στοιχειοθετούν ό παραδεκτό λόγο αναίρεσης, αφού η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει λόγον αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 501 παρ. 1 του ΠΚ, οι δε πιο πάνω αιτιάσεις, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν απαραδέκτως την περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο πρώτος, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Επίσης, ο αναιρεσείων με τον αυτό (πρώτο) λόγο, όπως και με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι δεν αιτιολόγησε την απόρριψη, ούτε απάντησε στον υποβληθέντα γραπτά και προφορικά αυτοτελή ισχυρισμό του "περί αντισυνταγματικότητας και πολύ περισσότερο περί ευθείας αντίθεσης των διατάξεων του Ν. 3037/2002 με το κοινοτικό δίκαιο". Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, προεχόντως, διότι από τα πρακτικά της δίκης ουδόλως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων πρόβαλε τους πιο πάνω, ως "αυτοτελείς" χαρακτηριζόμενους από τον ίδιο ισχυρισμούς, ώστε το Δικαστήριο να απαντήσει σε αυτούς. Επομένως, οι από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ και Β του ΚΠΔ, πιο πάνω λόγοι αναίρεσης, με τις αιτιάσεις αυτές, για έλλειψη αιτιολογίας και έλλειψη ακροάσεως, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι
Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι η διάταξη του άρθρου 3 του νόμου 3037/2002 είναι ευθέως αντίθετη προς το άρθρο 4 παρ. 1 Συντάγματος, καθώς καταλήγει, όπως αναφέρει, "στο παράδοξο, να επιτρέπεται υλικά η διενέργεια ενός ψυχαγωγικού παιγνίου όπως π.χ. είναι το σκάκι και παράλληλα να απαγορεύεται η διενέργειά του μέσω διαδικτύου", αφού ο νόμος, "σε ό,τι αφορά τις υπηρεσίες διαδικτύου η απαγόρευση διενέργειας παιγνίων στα σχετικά καταστήματα επαναλαμβάνεται στο άρθρο 3, κατά τρόπο απόλυτο, καταλαμβάνοντας κάθε είδους παιχνιδιού, ψυχαγωγικού ή μη" και έτσι, όπως αναφέρει ο αναιρεσείων, χρησιμοποιώντας ο νόμος "δύο διαφορετικά κριτήρια, εκ των οποίων το ένα είναι το όλως συμπωματικό κριτήριο του τρόπου διεξαγωγής, εισάγει διπλή ανισότητα επιφυλάσσοντας ανόμοια ρύθμιση για τα ίδια πράγματα...". Οι πιο πάνω αιτιάσεις αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού η κρίση κατά πόσο είναι συνταγματική ή όχι η ρύθμιση του άρ. 3 του ν. 3037/2002, με την οποία απαγορεύεται γενικά η διενέργεια κάθε είδους παιχνιδιού, ψυχαγωγικού ή μη, στα καταστήματα παροχής υπηρεσιών διαδικτύου (βλ.σχετ. ΣτΕ 246/2004 ΕλΔνη 45.1115), ουδόλως σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση, που αφορά τη διενέργεια απαγορευμένου τυχερού παίγνου με ηλεκτρονικό υπολογιστή, κατά παράβαση των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνεται η διάταξη του άρ. 3 του ν. 3037/2002, ώστε να προκύψει ζήτημα αν αυτή είναι σύμφωνη, ή όχι, με το Σύνταγμα.
Περαιτέρω ο αναιρεσείων στον αυτό λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι οι εφαρμοσθείσες διατάξεις του Ν. 3037/2002 έρχονται σε αντίθεση προς τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, "όπως άλλωστε κρίθηκε με την C-65/05 απόφαση του ΔΕΚ από 26.10.2006, κατά την οποία, εκδοθείσα επί προσφυγής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελλάδος, "η Ελληνική Δημοκρατία, εισάγοντας με το άρθρο 2§1 του Ν. 3037/2002 την απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28 ΕΚ, 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, καθώς και από το άρθρο 8 της Οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22 Ιουνίου 1998, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 98/48/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20 Ιουλίου 1998". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η πιο πάνω C-65/05 απόφαση του ΔΕΚ, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις συγκεκριμένες ποινικές διατάξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, και οι οποίες αφορούν τη διενέργεια, διά μέσου ηλεκτρονικών υπολογιστών, τυχηρών παιγνίων, δεδομένου ότι η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη σε κάθε περίπτωση και όχι μόνο όταν αυτή τελείται μέσω ηλεκρονικών υπολογιστών, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ΒΔ 19/1971. Περαιτέρω διαλαμβάνονται στον αυτό λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, κατά τις οποίες, όπως αναφέρει ο αναιρεσείων, "η προσβαλλόμενη δέχεται ότι τέλεσα την αξιόποινη πράξη της παραγράφου 1 περ. δ', 2 παρ. 1, 3 και 4 παρ. 1 του Ν. 3037/2002, πράγμα αδύνατο σύμφωνα με τα άνω αναφερόμενα, διότι δεν μπορεί να τέλεσα ταυτόχρονα την πράξη του άρθρου 2 και την πράξη του άρθρου 3". Ειδικότερα, όπως ισχυρίζεται, "είτε τέλεσα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 2, είχα δηλαδή καταστήσει στο λογισμικό των υπολογιστών ειδικό πρόγραμμα για τη διεξαγωγή παιγνίων γεγονός που δεν αποδείχθηκε ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, όπως αναφέρεται ως άνω, είτε πρόκειται για την πράξη του άρθρου 3 για τη διενέργεια δηλαδή παιγνίων μέσω διαδικτύου. Σε αυτή την περίπτωση όμως δεν υπάρχει δυνατότητα επεμβάσεως, δεδομένης της ευχερούς εναλλαγής των υπηρεσιών του διαδικτύου από τους χρήστες σε σύντομο χρονικό διάστημα...". Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η πράξη για την οποία κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων αφορά παράβαση της διάταξης του άρ. 2 παρ. 1 του ν. 3037/2002 (σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρ. 4 του ΒΔ 29/71) και όχι του άρ. 3 του ν. 3037/2002, την οποία ουδόλως αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. Τα όσα δε περαιτέρω εκτίθενται στον αυτό λόγο αναίρεσης (περί αντιθέσεως του εξεταζόμενου νόμου προς το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ), αφορούν την πιο πάνω γενική απαγόρευση (δηλαδή την απαγόρευση κάθε είδους παίγνιου) και όχι την συγκεκριμένη υπόθεση, για την οποία ισχύουν όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σε σχέση με την C-65/05 απόφαση του ΔΕΚ. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των πιο πάνω ποινικών διατάξεων, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 13/20-3-2009 αίτηση του .... κατοίκου ... για αναίρεση της 3769/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2009
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο. Απαγορεύεται η διεξαγωγή της περιλαμβανομένων και των υπολογιστών. Παράβαση των άρθρων 1 περ. δ, 2 παρ. 1 και 4 του Ν. 3037/ 2002, σε συνδ. με τα άρθρ. 4 και 7 του Β.Δ. 29/1971. Οι εφαρμοσθείσες διατάξεις του Ν. 3037/2002 δεν έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα ή προς τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Απορρίπτει αίτηση.
|
Παίγνια ηλεκτρονικά
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παίγνια ηλεκτρονικά.
| 0
|
Αριθμός 1550/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Λαρίσης και 2) ... κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, περί αναιρέσεως της 52-53/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.3.2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 542/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, ως προς την διάταξη που αφορά την απέλαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 524 ΚΠΔ, "Αν η νέα συζήτηση διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που ασκήθηκε μόνον από εκείνον που καταδικάστηκε ή σε όφελός του, το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απαγόρευση του άρθρου 470", κατά δε το τελευταίο αυτό άρθρο "Στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε η υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Δεν εμποδίζεται όμως η επιβολή παρεπόμενης ποινής, που από παραδρομή δεν επιβλήθηκε, αν και σύμφωνα με το νόμο έπρεπε υποχρεωτικά να επιβληθεί, ή η επιβολή μέτρου ασφαλείας προβλεπόμενου από τον ποινικό κώδικα". Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 17 παράγραφος 2 Ν. 1729/1987, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 5 παράγραφος 2 Ν. 3189/2003 (άρθρο 35 παράγραφος 2 Ν. 3459/2006 Κώδ. Νόμων για τα Ναρκωτικά (Κ.Ν.Ν.), "για αλλοδαπούς που καταδικάζονται για παράβαση των άρθρων του παρόντος Κεφαλαίου σε ποινή καθείρξεως, το δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλασή τους από την χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή τους, οπότε ισχύουν και γι' αυτούς οι ρυθμίσεις της παραγράφου 1. Για την εκτέλεση της απέλασης εφαρμόζεται το άρθρο 74 του ΠΚ με επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις, οι οποίες έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επιβολή της ισόβιας απέλασης αποτελεί παρεπομένη ποινή και είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης, για παράβαση του Ν. περί ναρκωτικών, σε ποινή καθείρξεως αλλοδαπού υπηκόου κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης' ούτως στην περίπτωση αυτή, η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντικατεστάθη με το άρθρο 2 παράγραφος 5 Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως για απέλαση, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 περ. Δ' ΚΠΔ, εκτείνεται μόνο στην αναφορά ότι πρόκειται για υπήκοο κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι αυτός κατεδικάσθη εις ποινή καθείρξεως για την ανωτέρω παράβαση (Ν. περί Ναρκωτικών, του Κεφαλαίου Δ' ΚΝΝ). Μόνον εφόσον προβληθεί από αυτόν, με αυτοτελή ισχυρισμό, η συνδρομή σπουδαίου λόγου (ιδίως οικογενειακού), που δικαιολογεί την παραμονή του στη χώρα, η αιτιολογία της αποφάσεως που διατάσσει την απέλαση εκτείνεται και στην απόρριψη του ισχυρισμού αυτού (αυτοτελούς).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παράγραφος 1 ΠΚ, "Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού που καταδικάσθηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα .... Η απέλαση εκτελείται αμέσως μετά την έκτιση της ποινής. Το αυτό ισχύει και όταν η απέλαση επιβλήθηκε από το δικαστήριο ως παρεπομένη ποινή ....". Εκ της διατάξεως του άνω άρθρου, που εντάσσεται εις το Τέταρτο Κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικος και στα υπό στοιχ. ΙΙΙ μέτρα ασφαλείας, προκύπτει ότι η άνω απέλαση α) είναι μέτρο ασφαλείας, β) επιβάλλεται υπό του δικαστηρίου, αν ο αλλοδαπός κατεδικάσθη σε κάθειρξη ή φυλάκιση (ή εάν κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 74 ΠΚ, του επεβλήθη μέτρο ασφαλείας των άρθρων 69, 71 και 72) και γ) επιβάλλεται κατά τρόπο δυνητικόν, αφού ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις της πράξεως και η προσωπικότης του καταδικασθέντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κατεδίκασε τους αναιρεσείοντας για παράβαση του Ν. περί Ναρκωτικών και δη τον πρώτο ... για πώληση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών και τον δεύτερο ... για άμεση συνδρομή σ' αυτές τις πράξεις, αμφοτέρους ως μη τοξικομανείς, σε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ έκαστον. Παράλληλα, διετάχθη για πρώτη φορά, εφ' όσον στην εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν διελαμβάνετο ανάλογη διάταξη και η ισόβια απέλασή τους από την χώρα. Όμως, ενώ εις το σκεπτικό της περί ποινής αποφάσεως αναφέρεται ότι "οι πράξεις για τις οποίες εκηρύχθησαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι προβλέπεται και τιμωρείται για παράβαση", μεταξύ άλλων, (και) "του άρθρου 17 Ν. 1729/1987 ως ισχύει", στο σκεπτικό των επιβληθεισών παρεπομένων ποινών (αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων δήμευση) αναφέρεται ότι, κατά λέξη, "πρέπει να διαταχθεί η ισόβια απέλαση των παραπάνω κατηγορουμένων, που είναι Αλβανοί υπήκοοι, από την χώρα, αμέσως μετά την έκτιση της ποινής, σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 1 ΠΚ, όπως η παράγραφος αυτή αντικ. με άρθρο 1 Ν. 1941/1991 και άρθρον 1 παράγραφος 4 Ν. 2408/1996", και μετά ταύτα διατάσσει "την ισόβια απέλαση των κατηγορουμένων, που είναι Αλβανοί υπήκοοι, από την χώρα αμέσως μετά την έκτιση της ποινής". Εντεύθεν και δεν καθίσταται σαφές, από τις άνω αιτιολογίες της αποφάσεως, εάν η ισόβια απέλαση των κατηγορουμένων από την χώρα αμέσως μετά την έκτιση της ποινής, διετάχθη σύμφωνα με τα άρθρα 17 παράγραφος 2 Ν. 1729/1987 (35 ΚΝΝ) ως παρεπομένη ποινή ή 74 ΠΚ ως δυνητικό μέτρον ασφαλείας και ως εκ τούτου θα μπορούσε να επιβληθεί το πρώτον από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το μεν στην περίπτωση του άρθρου 17 παράγραφος 2, κατά την οποίαν η απέλαση αυτή πρέπει να επιβληθεί υποχρεωτικώς από τον νόμο και το δικαστήριο του πρώτου βαθμού δεν την επέβαλε από παραδρομή (άρθρο 470 εδάφιο β' ΚΠΔ), (δεδομένου, κατά τ' άνω, ότι στην εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν διελαμβάνετο ανάλογη διάταξη), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία, εφ' όσον δεν προεβλήθη συγκεκριμένος αυτοτελής ισχυρισμός περί συνδρομής σπουδαίου λόγου δικαιολογούντος την παραμονή τους στην Ελλάδα, το δε στην περίπτωση του μέτρου ασφαλείας κατά το άρθρο 74 ΠΚ, με αναφορά στην απόφαση, προς αιτιολόγηση της επιβολής της, ειδικών και συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων τελέσεως των πράξεων, στοιχείων σχετικών με την προσωπικότητα των καταδικασθέντων ως και των αποδεικτικών μέσων που οδηγούν στην άνω κρίση της, στοιχεία τα οποία ουδόλως αναφέρονται.
Συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση, όσον αφορά την διάταξη αυτής περί απελάσεως των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων, στερείται της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 περίπτωση Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, μόνο κατά την διάταξή της σε σχέση με την απέλαση των αναιρεσειόντων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο την εξέδωσε, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 52-53/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά την διάταξή της που αφορά την απέλαση των αναιρεσειόντων. Και
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, κατά το αναιρούμενο μέρος της.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρα 524, 479 ΚΠΔ. Απέλαση αλλοδαπού (άρθρ. 17 § 2 Ν. 1729/1987) είναι παρεπόμενη υποχρεωτική ποινή. Κατ΄ άρθρο 74 ΠΚ η απέλαση αλλοδαπού είναι δυνητικό μέτρο ασφαλείας. Πρέπει στην απόφαση να καθορίζεται πως επεβλήθη αυτή για να υπάρχει αιτιολογία στην απόφαση. Εάν επιβληθεί με το άρθρ. 17 § 2 Ν. 1729/1987 πρέπει να υπάρχει αυτοτελής ισχυρισμός του καταδικασθέντος ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι παραμονής στη χώρα και να αιτιολογείται η απόρριψή του. Η επιβάλλουσα το μέτρον ασφαλείας του άρθρ. 74 ΠΚ πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς. Αναιρεί εν μέρει κατά τη διάταξη που αφορά την απέλαση του αναιρεσείοντος. Παραπέμπει κατά το μέρος τούτο.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ναρκωτικά, Αλλοδαπού απέλαση, Αναίρεση μερική.
| 0
|
Αριθμός 1553/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα- Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 209, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1345/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 142/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 116/03.04.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, κατ'άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την υπ'αριθμ. 1/2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1345/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, ως και το αίτημα αυτού για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας, και εκθέτω τα εξής:
Με το υπ'αριθμ. 514/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικασθεί: α) για πλαστογραφία με χρήση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ και β) για απάτη κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ (αρ. 13 περ. γ', στ', 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1, 3 β' και 386 παρ. 1, 3α ΠΚ, όπως αντικ. με αρ. 14 ν. 2721/99). Μετά από έφεση που άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 1345/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ'ουσία την έφεση (48/2008) αυτού και επικύρωσε το εκκαλούμενο (514/2008).
Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε από τον τελευταίο στις 16-1-2009 νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, (εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση στις 8-1-2009 και στον αντίκλητό του δικηγόρο, επίσης με θυροκόλληση στις 20-1-2009). Περιέχει δε συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως ήτοι: α) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (αρ. 484 παρ. 1δ και β' ΚΠΔ). Τέλος, το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο για κακουργήματα (αρ. 462, 463, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 και 482 παρ. 1α, 2 ΚΠΔ).
Συνεπώς, η κρινομένης αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ' (νέα αρίθμηση) του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση ή την προανάκριση, σε σχέση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος του βουλεύματος, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό του, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος συνιστά, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' του Κ.Π.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που το εξέδωσε, με εξολοκλήρου επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται κατ'είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις (Αστυνομικών και Τραπεζικών υπαλλήλων) τα συνημμένα στην δικογραφία έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, το απολογητικό υπόμνημα αυτού και το εφετήριο του έχουν προκύψει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ο κατηγορούμενος (εκκαλών) Χ κατά την διάρκεια από 6/2/2005 μέχρι στις 29/6/2006 επιδιώκοντας τον δανεισμό χρημάτων από Τράπεζες και την έκδοση πιστωτικής κάρτας Euroline σχεδίασε με μεθοδικότητα τον τρόπο δράσης του και προς τούτο νόθευσε τα εκκαθαριστικά σημειώματα της εφορίας των ετών 2004 και 2005 εμφανιζόμενος στα υποκαταστήματα των Τραπεζών EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε, ΠΕΙΡΑΙΩΣ και ΕΤΕ εξαπατώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους αυτών ως προς την πιστοληπτική του ικανότητα και έτσι πέτυχε να δανειστεί χρήματα μεγαλυτέρων ποσών από την πραγματική οικονομική του κατάσταση. Για την επιτυχή έκβαση του σκοπού του κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα επισκεπτόταν διάφορα υποκαταστήματα Τραπεζών εμφανιζόμενος προς τους υπαλλήλους αυτών λόγω αλλοιώσεως των εκκαθαριστικών σημειωμάτων με μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια από την πραγματική. Ειδικότερα: Στις 6/2/2005 εμφανίστηκε στον αρμόδιο υπάλληλο του υποκαταστήματος της Τράπεζας EFG EUROBANK ERGASIAS Α. Ε. που βρίσκεται στην οδό ... της πόλης ... δηλώνοντας προς αυτόν και αναγράφοντας σε σχετική αίτηση του πως τα καθαρά εισοδήματα του από το ασκούμενο επάγγελμα του ανέρχονται στο ποσό των 14.900 ευρώ. Ενώ το πραγματικό ποσό που προέκυπτε από το εκκαθαριστικό του σημείωμα για το έτος αυτό (2005) ήταν ύψους 7.725,24 ευρώ. Με τον ανωτέρω τρόπο πέτυχε να εκταμιευτεί ποσό ύψους 15000 ευρώ. Ενώ αν ο υπάλληλος γνώριζε το αληθινό του εισόδημα δεν θα προέβαινε στον δανεισμό του προαναφερομένου χρηματικού ποσού. 0 κατηγορούμενος διαπιστώνοντας την ευόδωση του σκοπού του συνέχισε την ανωτέρω δραστηριότητα του και στις 31/10/2005 επισκέφθηκε το υποκατάστημα της ίδιας ανωτέρω Τράπεζας (EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε) στην οδό ... δηλώνοντας πως το εισόδημα του από το ασκούμενο επάγγελμα του ανέρχεται στο ποσό των 27000 ευρώ, ενώ σύμφωνα με το γνήσιο εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας το δηλούμενο εισόδημα του ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 7.725,24 ευρώ και έτσι πέτυχε να εκταμιευτεί στο όνομα του δάνειο ύψους 6000 ευρώ. Στις 7/12/2005 και πάλι από την ίδια ανωτέρω Τράπεζα (EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.) πέτυχε να εκδοθεί στο όνομα του κάρτα Eurline προσκομίζοντας το εκκαθαριστικό του σημείωμα, το οποίο είχε προηγούμενα νοθεύσει προσθέτοντας με την μέθοδο του κολάζ μπροστά στον αριθμό 7 τον αριθμό 2 μεταβάλλοντας έτσι το πραγματικό του εισόδημα, που προέκυπτε από την φορολογική του δήλωση στο ποσό των 27.725,24 ευρώ. Oι υπάλληλοι του τμήματος χορηγήσεων πιστωτικών καρτών αν γνώριζαν την αληθινή του οικονομική κατάσταση δεν θα προέβαιναν στην χορήγηση της ανωτέρω πιστωτικής κάρτας. Περαιτέρω στις 18/7/2005 μετέβη στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς, που βρίσκεται στην περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού ... προσκομίζοντας στον αρμόδιο υπάλληλο χορηγήσεων δανείων ΑΑ νοθευμένο εκκαθαριστικό σημείωμα στο οποίο αναγραφόταν ως εισόδημα του από τα ελευθέρια επαγγέλματα που ασκούσε το ποσό των 27.725,24 ευρώ, ενώ το αληθές εισόδημα του, που προέκυπτε από την φορολογική του δήλωση ανερχόταν στο ποσό των 7.725,24 ευρώ. 0 αρμόδιος υπάλληλος χορηγήσεων δανείων σύμφωνα με το προσκομισθέν εκκαθαριστικό σημείωμα, του χορήγησε δάνειο ύψους 10.000 ευρώ, το οποίο δεν θα του χορηγούνταν αν προσκόμιζε το γνήσιο εκκαθαριστικό του σημείωμα. Στις 29/6/2006 ο κατηγορούμενος ενεργώντας με την ίδια μεθοδικότητα μετέβη στο υποκατάστημα της ΕΤΕ, που βρίσκεται στην οδό ... αριθμ. ... προσκομίζοντας στην αρμόδια υπάλληλο ΒΒ νοθευμένο εκκαθαριστικό σημείωμα του τρέχοντος έτους (2005) το οποίο είχε προηγουμένως νοθεύσει με την μέθοδο του κολάζ προσθέτοντας μπροστά από τον αριθμό 7 τον αριθμό 9 και έτσι εμφανίστηκε πως το καθαρό εισόδημα του από την εργασία του ανέρχεται στο ποσό των 97.725,24 ευρώ έναντι του αληθινού των 7.725,24 ευρώ. Με τον ανωτέρω τρόπο του εγκρίθηκε η λήψη του δανείου ύψους 25.000 ευρώ. Η ανωτέρω υπάλληλος αντιλαμβανόμενη την πλαστότητα του προσκομισθέντος εκκαθαριστικού σημειώματος ειδοποίησε δια του Διευθυντού του υποκαταστήματος Αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, άνδρες της οποίας προσήλθαν στο υποκατάστημα της Τράπεζας και συνέλαβαν τον κατηγορούμενο. Κατά την διενεργηθείσα νομότυπη έρευνα στο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του με αριθμ. κυκλοφορίας ... και στην συνέχεια στα γραφεία του Κέντρου Ανάπτυξης Ελληνικού Εμπορίου (Κ.Α.ΕΛ.Ε.) (δια του οποίου ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα) βρέθηκε να κατέχει νοθευμένα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2004 και 2005 για να χρησιμοποιηθούν περαιτέρω σε διάφορα υποκαταστήματα Τραπεζών για την λήψη δανείων. Στην ενέργεια του αυτή προέβαινε για να εμφανίζει στους αρμοδίου υπαλλήλους χορηγήσεων δανείων, πως η πιστοληπτική του ικανότητα ήταν τέτοια, που να δικαιολογεί την λήψη των αιτουμένων δανείων. Ενώ αν εμφάνιζε την πραγματική του οικονομική κατάσταση, η οποία απεικονιζόταν στα κατεχόμενα γνήσια εκκαθαριστικά σημειώματα, δεν θα ήταν δυνατή η χορήγηση των εγκριθέντων τελικά δανείων και της προαναφερομένης πιστωτικής κάρτας. Κατά την έρευνα βρέθηκαν φωτοαντίγραφα εκκαθαριστικών σημειωμάτων με την μέθοδο της φωτοτυπίας του οικονομικού έτους 2004, στο οποίο αντί του πραγματικού εισοδήματος των 7.382,64 ευρώ αναγραφόταν το ποσό των 67.382,64 ευρώ, το οποίο φέρεται να έχει καταρτιστεί στις αρχές Απριλίου του έτους 2005. Περαιτέρω βρέθηκε στην κατοχή του και εκκαθαριστικό σημείωμα του έτους 2005 στο οποίο αναγραφόταν ως εισόδημα το χρηματικό ποσό των 97.725,24 ευρώ, ενώ όπως προαναφέρθηκε τα πραγματικά του εισοδήματα κατά το ανωτέρω οικονομικό έτος ανερχόταν στο ποσό των 7.725,24 ευρώ. Ο κατηγορούμενος έχοντας σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος προέβαινε στην δανειοδότηση του από διάφορα υποκαταστήματα Τραπεζών ανερχόμενα σε διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία δεν θα μπορούσε να λάβει, εάν προσκόμιζε το ατομικό του εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, το οποίο ήταν αναγκαίο για την λήψη δανείων. Με την μέθοδο της παραποιήσεως των εισοδημάτων του και αυξάνοντας έτσι την πιστοληπτική του ικανότητα λάμβανε δάνεια διαφόρων χρηματικών ποσών, που περιγράφονται ανωτέρω. Σκοπός του κατηγορουμένου δια της παραγωγής φωτοαντιγράφων των νοθευμένων εκκαθαριστικών σημειωμάτων ήταν να χρησιμοποιηθούν αυτά και σε άλλα υποκαταστήματα Τραπεζών για την λήψη διαφόρων δανείων. Σκοπός του ήταν ο πορισμός εισοδημάτων για τον βιοπορισμό του. Στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι αναγκαίο ο βιοπορισμός του να προέρχεται αποκλειστικά από τον τρόπο απόκτησης εισοδημάτων με τον τρόπο αυτό, αρκεί και μερική χρησιμοποίηση των εισοδημάτων αυτών προς βιοπορισμό του. Εκ των ανωτέρω συνάγεται πως πραγματώνονται τα διωκόμενα εγκλήματα της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ επάγγελμα και της πλαστογραφίας (τελεσθεί σας δια της νοθεύσεως) κατ' εξακολούθηση και κατ επάγγελμα (άρθρα 386 παρ. 1, 3 περ. α και 216 παρ. 1, 3 περ. β του Π. Κ. όπως ισχύουν σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 13 στοίχ στ. και 98 παρ. 1,2 του Π.Κ.)". Περαιτέρω, συνεχίζει το Συμβούλιο Εφετών "Επί πλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως για τη διαπίστωση της καταβολής εκ μέρους του κατηγορουμένου των δόσεων των δανείων, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο της λήψεως των δανείων ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα δανειδοτήσεως λόγω του ύψους του δηλουμένου εισοδήματος του στην αρμόδια ΔΟΥ. Ενόψει τούτων, πρέπει να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος Χ, κάτοικος ... στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για τις προαναφερθείσες πράξεις που του αποδίδονται. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο το οποίο παρέπεμψε τον εκκαλούντα στο Τριμελές Εφετείο [Κακουργημάτων] Θεσσαλονίκης, για να δικαστεί για τις παραπάνω πράξεις, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε.
Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία της, να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να διαταχθεί η εκτέλεση του, καθώς και να διατηρηθούν σε ισχύ η 29/2006 διάταξη του Δ' Ανακριτή Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ο περιοριστικός όρος απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, η 30/2007 διάταξη του ίδιου Ανακριτή, με την οποία επιβλήθηκε σ'αυτόν ο περιοριστικός όρος της εμφανίσεως του στο Α. Τ. του τόπου κατοικίας του και το 941/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το οποίο επιβλήθηκε στον παραπάνω εγγύηση 5.000 ευρώ".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, το οποίο και επικύρωσε στο σύνολό του, αφού όμως απάλειψε ουσιαστικά από το διατακτικό του την επιβαρυντική περίσταση της "κατά συνήθεια" τέλεσης των ως άνω πράξεων, αφενός, διέλαβε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που εκτέθηκε στη νόμιμη σκέψη της παρούσας, αφετέρου ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 13 γ' και στ', 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1,3 εδ. β' και 386 παρ. 1, 3α ΠΚ (όπως αντικ. με αρ. 14 ν. 2721/99), τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κύρια ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εν λόγω πράξεων της απάτης κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα και της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα, οι οποίες πράξεις και συρρέουν αληθινά (ΑΠ 238/2000 Π.Χρ. Ν. 694, ΑΠ 1819/1997 Π.Χρ. ΜΗ 607). Δεν εμφιλοχώρησε δε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Ειδικότερα, προσδιορίζεται εκτενώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ο τρόπος αλλοιώσεως των ως άνω εκκαθαριστικών σημειωμάτων της Εφορίας, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, με τη μέθοδο της παραποιήσεως των εισοδημάτων του, και αιτιολογείται πλήρως ο σκοπός αυτού (αναιρεσείοντος) να παραπλανήσει με τη χρήση των νοθευμένων εκκαθαριστικών σημειωμάτων τους αρμοδίους υπαλλήλους των παραπάνω Τραπεζών ως προς την πιστοληπτική του ικανότητα, πετυχαίνοντας έτσι να δανεισθεί χρήματα και μάλιστα χρηματικά ποσά μεγαλύτερα από την πραγματική οικονομική του κατάσταση.
Επίσης αιτιολογείται πλήρως στο προσβαλλόμενο βούλευμα τόσο ο τρόπος της παραπλάνησης των αρμοδίων υπαλλήλων των ως άνω Τραπεζών, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, που είναι η παράσταση εν γνώσει του ψευδών γεγονότων ως αληθινών, όσο και το συνολικό όφελος που πέτυχε ο τελευταίος, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ, με αντίστοιχη συνολική ζημία των ανωτέρω Τραπεζών, καθώς επίσης και η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ'επάγγελμα τελέσεως των πράξεων της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) κατ'εξακολούθηση και της απάτης κατ'εξακολούθηση.
Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις αυτού, που με το πρόσχημα της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών είναι απαράδεκτες. Τέλος, το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας πρέπει να απορριφθεί διότι με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως εκτενώς εκθέτει τις απόψεις του και δεν χρειάζεται να δώσει οποιαδήποτε διευκρίνιση.
Κατ' ακολουθία αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: α) να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος Χ για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας. Και
β) να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 1/2009 αίτηση αναιρέσεως του ως άνω κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1345/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και
γ) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 4 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η κρινόμενη 1/2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του 1345/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίπτεται κατ' ουσία την 48/2008 έφεσή του κατά του 514/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, για να δικαστεί: α) για πλαστογραφία με χρήση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ και β) για απάτη κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ (αρ. 13 περ. γ', στ', 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1, 3 β' και 386 παρ. 1, 3α ΠΚ, όπως αντικ. με αρ. 14 ν. 2721/99), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
ΙI. Το εμπεριεχόμενο στην κρινόμενη αίτηση αίτημα του αναιρεσείοντος " να κλητευθεί στη συζήτηση της παρούσας αναίρεσης ώστε να δώσει και αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου εξηγήσεις στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου περί των ισχυρισμών και αιτημάτων του" για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου, "προς παροχή περαιτέρω διευκρινήσεων επί της αιτήσεώς του", ανεξαρτήτως της αοριστίας αυτού, αφού δεν εξειδικεύονται τα προς διευκρίνηση θέματα, είναι απορριπτέος και ως ουσιαστικώς αβάσιμο, αφού με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τις πλημμέλειες που αποδίδει στο προσβαλλόμενο βούλευμα και οι απόψεις του και οι ισχυρισμοί του αναπτύσσονται εκτεταμένα σε αυτά.
IIΙ. Από το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή, αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας που προβλέπεται στο εδάφιο β της παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, απαιτείται επιπλέον ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001. Περαιτέρω κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη παράλειψη ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Είναι, επίσης, δυνατόν από μία πράξη απάτης να είναι παθόντες πλείονες. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείτο επιπλέον, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά όμως την αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητας του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 και 386 του Π.Κ. σαφώς προκύπτει ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας ή η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου και της απάτης (όχι όμως πάντα και η απόπειρα αυτής) συρρέουν αληθώς (πραγματικά) μεταξύ τους και καμιά απ' αυτές δεν απορροφάται από την άλλη, διότι η κάθε μία από αυτές είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά, και δεν αποτελεί η μία συστατικό στοιχείο της άλλης ή επιβαρυντική περίσταση, ούτε και αναγκαίο μέσο διάπραξης αυτής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου με τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του συμβουλίου, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος (εκκαλών) Χ κατά την διάρκεια από 6/2/2005 μέχρι στις 29/6/2006 επιδιώκοντας τον δανεισμό χρημάτων από Τράπεζες και την έκδοση πιστωτικής κάρτας Euroline σχεδίασε με μεθοδικότητα τον τρόπο δράσης του και προς τούτο νόθευσε τα εκκαθαριστικά σημειώματα της εφορίας των ετών 2004 και 2005 εμφανιζόμενος στα υποκαταστήματα των Τραπεζών EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε, ΠΕΙΡΑΙΩΣ και ΕΤΕ εξαπατώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους αυτών ως προς την πιστοληπτική του ικανότητα και έτσι πέτυχε να δανειστεί χρήματα μεγαλυτέρων ποσών από την πραγματική οικονομική του κατάσταση. Για την επιτυχή έκβαση του σκοπού του κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα επισκεπτόταν διάφορα υποκαταστήματα Τραπεζών εμφανιζόμενος προς τους υπαλλήλους αυτών λόγω αλλοιώσεως των εκκαθαριστικών σημειωμάτων με μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια από την πραγματική. Ειδικότερα: Στις 6/2/2005 εμφανίστηκε στον αρμόδιο υπάλληλο του υποκαταστήματος της Τράπεζας EFG EUROBANK ERGASIAS Α. Ε. που βρίσκεται στην οδό ... της πόλης ... δηλώνοντας προς αυτόν και αναγράφοντας σε σχετική αίτησή του πως τα καθαρά εισοδήματα του από το ασκούμενο επάγγελμα του ανέρχονται στο ποσό των 14.900 ευρώ. Ενώ το πραγματικό ποσό που προέκυπτε από το εκκαθαριστικό του σημείωμα για το έτος αυτό (2005) ήταν ύψους 7.725,24 ευρώ. Με τον ανωτέρω τρόπο πέτυχε να εκταμιευτεί ποσό ύψους 15.000 ευρώ. Ενώ αν ο υπάλληλος γνώριζε το αληθινό του εισόδημα δεν θα προέβαινε στον δανεισμό του προαναφερομένου χρηματικού ποσού. 0 κατηγορούμενος διαπιστώνοντας την ευόδωση του σκοπού του συνέχισε την ανωτέρω δραστηριότητα του και στις 31/10/2005 επισκέφθηκε το υποκατάστημα της ίδιας ανωτέρω Τράπεζας (EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε) στην οδό ..., δηλώνοντας πως το εισόδημα του από το ασκούμενο επάγγελμα του ανέρχεται στο ποσό των 27.000 ευρώ, ενώ σύμφωνα με το γνήσιο εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας το δηλούμενο εισόδημα του ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 7.725,24 ευρώ και έτσι πέτυχε να εκταμιευτεί στο όνομα του δάνειο ύψους 6.000 ευρώ. Στις 7/12/2005 και πάλι από την ίδια ανωτέρω Τράπεζα (EFG EUROBANK ERGASIAS Α. Ε.) πέτυχε να εκδοθεί στο όνομα του κάρτα Eurline προσκομίζοντας το εκκαθαριστικό του σημείωμα, το οποίο είχε προηγούμενα νοθεύσει προσθέτοντας με την μέθοδο του κολάζ μπροστά στον αριθμό 7 τον αριθμό 2 μεταβάλλοντας έτσι το πραγματικό του εισόδημα, που προέκυπτε από την φορολογική του δήλωση στο ποσό των 27.725,24 ευρώ. Oι υπάλληλοι του τμήματος χορηγήσεων πιστωτικών καρτών αν γνώριζαν την αληθινή του οικονομική κατάσταση δεν θα προέβαιναν στην χορήγηση της ανωτέρω πιστωτικής κάρτας. Περαιτέρω στις 18/7/2005 μετέβη στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς, που βρίσκεται στην περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού Θεσσαλονίκης προσκομίζοντας στον αρμόδιο υπάλληλο χορηγήσεων δανείων ΑΑ νοθευμένο εκκαθαριστικό σημείωμα στο οποίο αναγραφόταν ως εισόδημα του από τα ελευθέρια επαγγέλματα που ασκούσε το ποσό των 27.725,24 ευρώ, ενώ το αληθές εισόδημα του, που προέκυπτε από την φορολογική του δήλωση ανερχόταν στο ποσό των 7.725,24 ευρώ. 0 αρμόδιος υπάλληλος χορηγήσεων δανείων σύμφωνα με το προσκομισθέν εκκαθαριστικό σημείωμα, του χορήγησε δάνειο ύψους 10.000 ευρώ, το οποίο δεν θα του χορηγούνταν αν προσκόμιζε το γνήσιο εκκαθαριστικό του σημείωμα. Στις 29/6/2006 ο κατηγορούμενος ενεργώντας με την ίδια μεθοδικότητα μετέβη στο υποκατάστημα της ΕΤΕ, που βρίσκεται στην οδό ... αριθμ. ... προσκομίζοντας στην αρμόδια υπάλληλο ΒΒ νοθευμένο εκκαθαριστικό σημείωμα του τρέχοντος έτους (2005) το οποίο είχε προηγουμένως νοθεύσει με την μέθοδο του κολάζ προσθέτοντας μπροστά από τον αριθμό 7 τον αριθμό 9 και έτσι εμφανίστηκε πως το καθαρό εισόδημα του από την εργασία του ανέρχεται στο ποσό των 97.725,24 ευρώ έναντι του αληθινού των 7.725,24 ευρώ. Με τον ανωτέρω τρόπο του εγκρίθηκε η λήψη του δανείου ύψους 25.000 ευρώ. Η ανωτέρω υπάλληλος αντιλαμβανόμενη την πλαστότητα του προσκομισθέντος εκκαθαριστικού σημειώματος ειδοποίησε δια του Διευθυντού του υποκαταστήματος Αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, άνδρες της οποίας προσήλθαν στο υποκατάστημα της Τράπεζας και συνέλαβαν τον κατηγορούμενο. Κατά την διενεργηθείσα νομότυπη έρευνα στο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του με αριθμ. κυκλοφορίας ΝΕΥ 5044 και στην συνέχεια στα γραφεία του Κέντρου Ανάπτυξης Ελληνικού Εμπορίου (Κ.Α.ΕΛ.Ε) (δια του οποίου ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα) βρέθηκε να κατέχει νοθευμένα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2004 και 2005 για να χρησιμοποιηθούν περαιτέρω σε διάφορα υποκαταστήματα Τραπεζών για την λήψη δανείων. Στην ενέργεια του αυτή προέβαινε για να εμφανίζει στους αρμοδίου υπαλλήλους χορηγήσεων δανείων, πως η πιστοληπτική του ικανότητα ήταν τέτοια, που να δικαιολογεί την λήψη των αιτουμένων δανείων. Ενώ αν εμφάνιζε την πραγματική του οικονομική κατάσταση, η οποία απεικονιζόταν στα κατεχόμενα γνήσια εκκαθαριστικά σημειώματα, δεν θα ήταν δυνατή η χορήγηση των εγκριθέντων τελικά δανείων και της προαναφερόμενης πιστωτικής κάρτας. Κατά την έρευνα βρέθηκαν φωτοαντίγραφα εκκαθαριστικών σημειωμάτων με την μέθοδο της φωτοτυπίας του οικονομικού έτους 2004, στο οποίο αντί του πραγματικού εισοδήματος των 7.382,64 ευρώ αναγραφόταν το ποσό των 67.382,64 ευρώ, το οποίο φέρεται να έχει καταρτιστεί στις αρχές Απριλίου του έτους 2005. Περαιτέρω βρέθηκε στην κατοχή του και εκκαθαριστικό σημείωμα του έτους 2005 στο οποίο αναγραφόταν ως εισόδημα το χρηματικό ποσό των 97.725,24 ευρώ, ενώ όπως προαναφέρθηκε τα πραγματικά του εισοδήματα κατά το ανωτέρω οικονομικό έτος ανερχόταν στο ποσό των 7.725,24 ευρώ. Ο κατηγορούμενος έχοντας σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος προέβαινε στην δανειοδότηση του από διάφορα υποκαταστήματα Τραπεζών ανερχόμενα σε διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία δεν θα μπορούσε να λάβει, εάν προσκόμιζε το ατομικό του εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, το οποίο ήταν αναγκαίο για την λήψη δανείων. Με την μέθοδο της παραποιήσεως των εισοδημάτων του και αυξάνοντας έτσι την πιστοληπτική του ικανότητα λάμβανε δάνεια διαφόρων χρηματικών ποσών, που περιγράφονται ανωτέρω. Σκοπός του κατηγορουμένου δια της παραγωγής φωτοαντιγράφων των νοθευμένων εκκαθαριστικών σημειωμάτων ήταν να χρησιμοποιηθούν αυτά και σε άλλα υποκαταστήματα Τραπεζών για την λήψη διαφόρων δανείων. Σκοπός του ήταν ο πορισμός εισοδημάτων για τον βιοπορισμό του. Στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι αναγκαίο ο βιοπορισμός του να προέρχεται αποκλειστικά από τον τρόπο απόκτησης εισοδημάτων με τον τρόπο αυτό, αρκεί και μερική χρησιμοποίηση των εισοδημάτων αυτών προς βιοπορισμό του. ... Επί πλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως για τη διαπίστωση της καταβολής εκ μέρους του κατηγορουμένου των δόσεων των δανείων, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο της λήψεως των δανείων ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα δανειοδοτήσεως λόγω του ύψους του δηλουμένου εισοδήματος του στην αρμόδια ΔΟΥ ...".
ΙV. Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιόποινων πράξεων της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και της κακουργηματικής απάτης, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες και απάτες, κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου 514/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο επικύρωσε και διέταξε την διατήρηση σε ισχύ της 29/2006 διάταξης του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ο περιοριστικός όρος απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, και της 30/2007 διάταξης του ίδιου Ανακριτή, με την οποία επιβλήθηκε σ'αυτόν ο περιοριστικός όρος της εμφανίσεως του στο Α.Τ. του τόπου κατοικίας του και του 941/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το οποίο επιβλήθηκε στον παραπάνω εγγύηση 5.000 ευρώ.
V. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα πιο πάνω αξιόποινες πράξεις και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των αξιόποινων αυτών πράξεως, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντα στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ., 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1, 3 εδ. β και 386 παρ. 1, 3α του ΠΚ, όπως ισχύουν, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Για την πληρότητα δε της πιο πάνω αιτιολογίας δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην αίτηση επί πλέον στοιχεία.
VΙ. Οι διατυπούμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις ότι και με αυτά που δέχτηκε το συμβούλιο ότι αποδείχθηκαν, "δεν τελείται κανένα από τα άνω αδικήματα, διότι η επίτευξη σύμβασης δανείου δεν αποτελεί ποινικά άδικη πράξη, αλλά νόμιμη σύμβαση, που, εφόσον είναι έγκυρη, παράγει πλήρως τις συνέπειες της", εφόσον δι' αυτών υπονοείται ότι ο αναιρεσείων προκειμένου να επιτύχει τη σύναψη των πιο πάνω συμβάσεων ηδύνατο να προβεί στην περιγραφόμενη στο σκεπτικό του βουλεύματος συμπεριφορά (νόθευση και χρήση πλαστών εγγράφων, εξαπάτηση των τραπεζικών υπαλλήλων κλπ) και το αξιόποινο ή όχι της συμπεριφοράς αυτής εξαρτάται από το κατά πόσο είναι έγκυρη ή όχι η επιδιωκόμενη σύμβαση, σαφώς και δεν στηρίζονται οι αιτιάσεις αυτές στο νόμο. Οι περαιτέρω διατυπούμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι "το δηλούμενο ύψος του εισοδήματος προηγουμένων ετών δεν αποτελεί πράξη ικανή σε παραπλάνηση για σύναψη δανείου", απαραδέκτως προβάλλονται, αφού πλήττουν την περί τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου, κατά την οποία, αν ο αναιρεσείων "εμφάνιζε την πραγματική του οικονομική κατάσταση, η οποία απεικονιζόταν στα κατεχόμενα γνήσια εκκαθαριστικά σημειώματα, δεν θα ήταν δυνατή η χορήγηση των εγκριθέντων τελικά δανείων και της προαναφερομένης πιστωτικής κάρτας". Άλλωστε οι αιτιάσεις αυτές είναι και αβάσιμες, αφού το ύψος των δανείων που χορηγούν οι Τράπεζες, εξαρτάται (όπως, άλλωστε δέχεται και το προσβαλλόμενο βούλευμα) και από το ύψος των εισοδημάτων του δανειολήπτη, και για το λόγο αυτό οι Τράπεζες ζητούν, μεταξύ των απαραίτητων δικαιολογητικών για τη χορήγηση του δανείου και την προσκόμιση και των εγγράφων στην πλαστογράφηση των οποίων προέβη ο αναιρεσείων. Είναι δε αδιάφορο, για τη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων για τα οποία παραπέμπεται να δικασθεί ο αναιρεσείων, αν, για την εγκυρότητα της συμβάσεως του δανείου, απαιτείται, κατά νόμο, η χρήση των εγγράφων αυτών. Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι (στα με στοιχεία 1, 2, 3 και 4 της αιτήσεως), από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ και ε του ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ποινικών διατάξεων, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, καθώς και διότι, όπως ο αναιρεσείων αναφέρει, το προσβαλλόμενο βούλευμα "δεν περιέλαβε σαφείς και ειδικές παραδοχές ότι οι συμβάσεις των δανείων και της πιστώσεως καταρτίστηκαν έγκυρα και ότι τα ποσά των δανείων καταβλήθηκαν από το δανειστή", και διότι "δεν περιλήφθησαν παραδοχές ότι, κατά νόμο, απαιτούνταν η υποβολή εκκαθαριστικού σημειώματος ως αναγκαίου στοιχείου για τη λήψη δανείου ή πιστωτικής κάρτας κλπ, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Επίσης απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, είναι και οι διατυπούμενοι στην αίτηση (με στοιχείο 5), από τις αυτές διατάξεις του ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, με τις αιτιάσεις ότι, "δεν υπάρχει σαφής και ειδική παραδοχή ότι τα φερόμενα ως νοθευμένα χρησιμοποιήθηκαν υπό την έννοια που ορίζει ο νόμος", αφού με πληρότητα και σαφήνεια περιέχονται σχετικές παραδοχές στο προσβαλλόμενο βούλευμα.
VII. Περαιτέρω, με την λεπτομερώς περιγραφόμενη στο σκεπτικό του βουλεύματος συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, κατά την οποία αυτός κατ' επανάληψη διαπράττει απάτες και πλαστογραφίες, συμπεριφορά η οποία, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, είχε σκοπό τον βιοπορισμό αυτού, με πληρότητα αιτιολογεί την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τελέσεως των πιο πάνω αδικημάτων από τον αναιρεσείοντα, όπου, το σκοπούμενο συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία, υπερβαίνουν συνολικά τα 15.000 ευρώ, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας και η αναφορά των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του (δηλαδή μνεία των υπαλλήλων με τους οποίους αυτός συναλλάχθηκε, "του τρόπου προσέγγισης και των λοιπών αναγκαίων στοιχείων", "αν κατέστησαν ληξιπρόθεσμα (τα δάνεια), αν πληρώνονται κανονικά οι δόσεις τους, αν τηρήθηκαν οι όροι τους, ή αν καταγγέλθηκαν", αν εκδόθηκε και αν χρησιμοποιήθηκε η πιστωτική κάρτα κλπ), ενώ, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, στο σκεπτικό του βουλεύματος διαλαμβάνονται τα καταστήματα των τραπεζών με τις οποίες αυτός συναλλάχθηκε, οι συμβάσεις που κατάρτισε, το ύψος των δανείων που χορηγήθηκαν κλπ, χωρίς να απαιτείται, για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης τόσο του εγκλήματος της απάτης, όσο και της πλαστογραφίας, να επήλθε τελικά το επιδιωκόμενο από τον αναιρεσείοντα κέρδος ή ζημία, και, συνεπώς, δεν είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η σχετική αναφορά. Εξάλλου, ορθώς το Συμβούλιο Εφετών εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 386 παρ. 1 του ΠΚ και δέχτηκε ότι δεν απορροφάται η απάτη από την πλαστογραφία, αλλά ότι συρρέουν αληθινά μεταξύ τους, λόγω της ετερότητας των προσβαλλόμενων με τα εγκλήματα αυτά εννόμων αγαθών, της ετερότητας, δηλαδή του νομικού αντικειμένου των εγκλημάτων αυτών και διότι το καθένα από τα εγκλήματα αυτά είναι αυτοτελές και συγκροτείται η αντικειμενική του υπόσταση από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, ενώ η αντικειμενική υπόσταση εκάστου δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως ή επιβαρυντική περίσταση του άλλου, ούτε το αναγκαίο μέσο για την τέλεσή του. Επίσης, τα όσα αναφέρει στην αίτησή του ο αναιρεσείων σχετικά με το ότι "δεν λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επιμέρους ποσών της κάθε μιας μερικότερης πράξης, αφού η εξακολουθητική συμπεριφορά δεν αναιρεί την αυτοτέλεια κάθε μιας πράξης", δεν στηρίζονται στο νόμο, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω (παρ. ΙΙΙ), ενώ αιτιολογημένα απέρριψε το Συμβούλιο Εφετών το αίτημα του αναιρεσείοντος για τη διενέργεια περαιτέρω ανάκρισης για να διευκρινισθούν ζητήματα που δεν σχετίζονται με την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τα οποία αυτός παραπέμπεται (αν καταβλήθηκαν τα ποσά των δανείων κλπ). Επομένως και οι διαλαμβανόμενοι στην αίτηση, με στοιχεία 6-10, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ και ε του ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ποινικών διατάξεων, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος (όπως, ότι "κανείς απ' τους εξετασθέντες ως μάρτυρες κατηγορίας δεν κατέθεσε ότι μου εκχωρήθηκαν τα δανεικά", ότι το Συμβούλιο Εφετών, "εκτίμησε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν από τη διαδικασία", κλπ), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ομοίως απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, είναι και ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τις αιτιάσεις ότι "κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν έκανε δεκτό (το Συμβούλιο Εφετών), ότι, σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να παύσουν οι περιοριστικοί όροι που τέθηκαν, αφού δεν συντρέχει καμία προϋπόθεση τους", καθόσον, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 463 εδ. α', 482 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 286 και 291 του ίδιου Κώδικα ΚΠΔ, δεν υπόκειται σε αναίρεση το βούλευμα, κατά τις πιο πάνω διατάξεις του.
VIII. Mετά ταύτα, και την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1/16-1-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του 1345/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, καθώς και το αίτημα αυτού για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον αυτού του Συμβουλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα παραπεμπτικό για: α) κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως, β) κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση τελεσθείσες από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες και απάτες κατ' επάγγελμα (όχι και κατά συνήθεια) και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Συρροή (πραγματική) απάτης και πλαστογραφίας. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Δεν προσβάλλεται με αναίρεση το βούλευμα ως προς τις διατάξεις του για την διατήρηση των περιοριστικών όρων που είχαν τεθεί. Απορρίπτει τους λόγους αυτούς.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
Αριθμός 1555/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπακωνσταντόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 2.861/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.273/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Για την κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας, απαιτείται πλέον, κατά την παράγραφο 3 α, β του άρθρου 216 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον, αλλά και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) ή διάπραξη πλαστογραφιών κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων ( 5.000.000 ) δραχμών ( ήδη 15.000 ευρώ). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του από αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης απαιτείται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίησή του, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο απατώμενος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, που ενέχει περιουσιακή διάθεση και συνεπάγεται περιουσιακή βλάβη και 3) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή), στην οποία παραπείστηκε ο παθών. Κατά την παρ. 3 εδ. α, β του άρθρου 386 ΠΚ όπως αντικ. με το αρθ. 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν διαπράττεται κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Το έγκλημα της πλαστογραφίας είναι σχετικό με τα υπομνήματα, προϋποθέτει κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνήσιου εγγράφου και έχει χαρακτήρα σωρευτικά μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του, που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή η κατάρτιση εξ αρχής πλαστού εγγράφου και η νόθευση γνήσιου, δεν μπορεί να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος, συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Σε περίπτωση δε συνδρομής, επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση και των δύο τρόπων τέλεσης, υπόκεινται δύο αυτοτελή εγκλήματα που συρρέουν μεταξύ τους πραγματικά. Το έγκλημα της απάτης προϋποθέτει, την πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του υπαίτιου ή τρίτου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση δηλαδή του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, την παράλειψη δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου. Το πρόσωπο του παραπλανήσαντος, δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο του ωφεληθέντος, ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Από υποκειμενική άποψη και τα δύο εγκλήματα, έχουν υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελούνται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι επί πλαστογραφίας, η παραπλάνηση του άλλου με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, σε σχέση με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, καθώς και η επιδίωξη περιουσιακού οφέλους του ίδιου ή άλλου ή βλάβης του άλλου και επί απάτης, η αποκομιδή παράνομου περιουσιακού οφέλους του ίδιου ή άλλου, με βλάβη τρίτου.
Από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει ακόμη, ότι στις περιπτώσεις που προσβάλλονται κατ' εξακολούθηση περιουσιακά έννομα αγαθά, κρίσιμο μέγεθος για τον προσδιορισμό της σχετικής αξίας (του οφέλους ή της ζημίας) ως ευτελούς, ιδιαίτερα μεγάλης, ανώτερης των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ κ.λ.π. είναι το άθροισμα του αντικειμένου του συνόλου των μερικότερων πράξεων. Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2721/1999 στο άρθρο 98 του ΠΚ προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος που έχει ως εξής: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Σε τούτο συνηγορεί και το ότι με την παραγρ. 2 του ίδιου άρθρου 14, η με την παραγρ. 7 του ν. 2408/1996 προστεθείσα φράση στο τέλος της παραγρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ αντικαταστάθηκε ως εξής : " αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000)". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά δε το άρθρο 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της πληρότητας της αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 45 του ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάση των οποίων το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Δεν απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη.
Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 2861/2007 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα, φερόμενο ως δράσαντα άλλοτε μόνος και άλλοτε από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του, μη αναιρεσείοντα, Χ2, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε από πρόθεση τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας από κοινού κατ' εξακολούθηση, μετά χρήσεως κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το συνολικό όφελος της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και τους πλημ/τος έκδοσης ακάλυπτων επιταγών και εξακολούθηση με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, ανακύπτουν όμως αμφιβολίες κατά πόσο τέλεσε τα εγκλήματα της κακουργηματικής απάτης και σύσταση συμμορίας και πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Επίσης ο δεύτερος κατηγορούμενος αποδείχθηκε ότι τέλεσε από πρόθεση τόσο τα κακουργήματα της απάτης κατ' επάγγελμα και συνήθεια, το συνολικό όφελος της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ όσο και αυτό της πλαστογραφίας από κοινού κατ' εξακολούθηση μετά χρήσεως κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια το συνολικό όφελος της υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών όχι όμως και αυτό της συστάσεως και συμμορίας και πρέπει να κηρυχθεί αθώος αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Ειδικότερα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι: 1) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ανεξάρτητα της πραγμάτωσης ή μη του οφέλους αυτού 2) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από τα οποία ως παραγωγό αιτίας παραπλανήθηκε κάποιος και 3) βλάβη ξένης περιουσίας που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η διάταξη της παραγράφου 3 του ανωτέρω άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά μεν από το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν 2408/1996 που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, ακολούθως δε από το άρθρο 14 παρ 4 του Ν. 22721/1999 που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος, ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ ή αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση από αυτόν του εγγράφου θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (δηλαδή της κατάρτισης ή της νόθευσης ή της χρήσης) σκόπευε να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (όπως η τελευταία δευτερεύουσα πρόταση προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α του Ν 2408/1996). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την αντικειμενική υπόσταση της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν είτε η κατάρτιση εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 13γ του ΠΚ από την αρχή στο όνομα άλλου σαν να είχε γίνει από άλλο εκτός από το ενεργητικό υποκείμενο πρόσωπο, είτε νόθευση δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του με μεταβολή του περιεχομένου του που γίνεται με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση και τη θέληση των απαρτιζόντων τη πράξη περιστατικών και το σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Οι έννομες συνέπειες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο και είναι αδιάφορο αν η εξαπάτηση επιτεύχθηκε, η δε παραπέρα χρήση του εγγράφου αυτού από τον πλαστογράφο, δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας, αλλά λαμβάνεται υπόψη μόνο ως επιβαρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση ποινής. Προς το γενόμενο έννομο αγαθό των διατάξεων του δεκάτου κεφαλαίου του ΠΚ κατά την κρατούσα άποψη θεωρείται η ασφάλεια των εγγράφων συναλλαγών και αποδείξεων (βλ.Ν. Ανδρουλάκη Περί συρροής εγκλημάτων 1968Β/74, Γάκος Ειδικό μέρος 1959, Βησ. Δέδες εγκλήματα περί τα υπομνήματα 1977 σελ. 17, ΑΠ 742/1986 Ποιν. Χρ. ΛΕ σελ. 1977) ή κατ' άλλη άποψη το υπόμνημα αυτό καθ' εαυτό, ήτοι το έγγραφο που παριστάνει κατά τρόπο γνήσιο γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομη σημασία καθόσον η ασφάλεια της απόδειξης αποτελεί το αποτέλεσμα της ποινικής προστασίας του (Μανωλέδακης. Η διαλεκτική έννοια των εννόμων αγαθών 19 σελ. 79. Μαργαρίτης Κατάρτιση πλαστής διαθήκης Αρμεν. 1981 σελ. 524 Συρροή πλαστογραφίας - ψευδώς βεβαίωσης Υπερ. 1991 σελ. 113. 524, Κ. Φελουτζή ψευδής βεβαίωση και πλαστογραφία ΠΧρ ΜF σελ. 769 και ΑΠ 132/2007). Για την κακουργηματική απάτη ιδέ σχετικά ΑΠ 132/2007 Νόμος 425251, ΑΠ2 76/2007 σε συμβούλιο Νόμος 429130, ΑΠ 487/2007 Νόμος 435521, ΑΠ 156/2006 Νόμος 395620, ΑΠ 93/2006 Νόμος 392154, ΑΠ 323/2007 Νόμος 434051, ΑΠ 176/2006 Νόμος 395624 και ΑΠ 66/2007 Νόμος 422615. Για δε την κακουργηματική πλαστογραφία ίδε σχετικά πλην άλλων, ΑΠ 132/2007 Νόμος 425251, ΑΠ 540/1989 Ποιν. Χρον. Μ. σελ. 29, ΑΠ 37/1998 Ποιν Χρον. ΜΗ σελ 730, ΑΠ 329/1998 Ποιν. Χρ. ΜΗ σελ 905). Στην προκείμενη περίπτωση από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: οι κατηγορούμενοι οι οποίοι γνωρίσθηκαν τυχαία σε καφετέρια του ... κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2000, έψαχναν για δουλειά εν όψει του ότι ο μεν πρώτος ήταν ναυτικός και πλησίαζε η συνταξιοδότησή του, ο δε δεύτερος είχε διακόψει πρόσφατα την λειτουργία επιχείρησης τροφοδοσίας πλοίων, λόγω οικονομικών δυσχερειών. Έτσι αποφάσισαν να συνεργασθούν και να ασκούν επιχείρηση εμπορίας ηλεκτρικών ειδών και μηχανημάτων και να ανοίξουν ατομική επιχείρηση στον ... και επί της οδού ... αριθ. ... με την επωνυμία "INTERFON ΓΕΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ", η οποία λειτουργούσε επ' ονόματι του πρώτου εξ αυτών ο οποίος ήταν καινούριος στην αγορά εν αντιθέσει προς τον 2ο γνωστό μεν στην αγορά, πλην δεν είχε και το καλύτερο όνομα μέσα σ' αυτήν. Αρχικά για τον εξοπλισμό του άνω καταστήματος ο δεύτερος προέβη κατ'εντολή του πρώτου, ο οποίος παρείχε σχεδόν εν λευκώ εξουσιοδότηση προς αυτόν ως γνώστη των συνθηκών αγοράς του ..., στην κατάρτιση των από 29-5-2000 και 20-6-2000 μισθώσεων μακράς διαρκείας τριάντα έξι (36) μηνών, συνολικά τριών (3) φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων και FAX με μισθώτρια εταιρία με την επωνυμία "XEROX HELLAS AE". Σ' αυτήν κατέβαλαν τα μισθώματα των δύο (2) πρώτων μηνών με ισόποση επιταγή η οποία και εξοφλήθηκε. Έτσι ο δεύτερος των κατηγορουμένων, ο οποίος πράγματι ήταν και αφανής εταίρος στην άνω προσωπική Εταιρεία του πρώτου απευθύνθηκε αρχικά προς την στην ... επί της οδού ... αριθμός ... εδρεύουσα εταιρεία με την επωνυμία "INTERSYS ΑΕ" συστήματα πληροφορικής και επικοινωνίας, για την αγορά, προς μεταπώληση σε τρίτους, με κέρδος, τηλεοράσεων, βιντεοκάμερων, ηχοσυστημάτων και άλλων ηλεκτρονικών ειδών. Ο αρμόδιος υπάλληλος της άνω πωλήτριας εταιρείας προκειμένου να ελέγξει την φερεγγυότητα του πρώτου ζήτησε από τον δεύτερο με τον οποίο προέβη στις σχετικές διαπραγματεύσεις, αντίγραφο φορολογικής δήλωσης το Ε9 και την δήλωση έναρξης επαγγέλματος στην αρμόδια εφορία και αφού ήλεγξε τα άνω στοιχεία, προέβη στην πώληση εμπορευμάτων, σταδιακά, μέχρι τέλους Ιουλίου του έτους 2000 αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 23.831.597 δραχμών. Τις διαπραγματεύσεις για την αγορά των άνω εμπορευμάτων έκανε αποκλειστικά ο δεύτερος κατηγορούμενος όπως ρητά κατατέθηκε από το σύνολο των εξετασθέντων μαρτύρων. Προς κάλυψη του τιμήματος αυτού ο πρώτος κατηγορούμενος είχε δώσει στην άνω πωλήτρια Εταιρεία εννέα (9) τραπεζικές επιταγές συνολικού ύψους 22.000.000 δραχμών. Από αυτές οι με αριθμό ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος συρόμενη επί του με αριθμό ... λογαριασμό ποσού 2.850.000 πληρωτέα σε διαταγή του Χ2 με τόπο εκδόσεως τον ... και ημερομηνία εκδόσεως την 2-9-2000, και η με αριθμό ... επιταγή της αυτής πληρώτριας τράπεζας Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, συρόμενη επί του αυτού ως άνω λογαριασμού ποσού 1.560.000 δραχμών πληρωτέα και αυτή σε διαταγή του άνω Χ2 με τόπο εκδόσεως τον ... ημερομηνία εκδόσεως την 15-9-2000 ήταν πλαστές καθ' όλες τις ενδείξεις πλαστογράφησε δε αυτές ο δεύτερος κατηγορούμενος συμπληρώνοντας αυτός εν αγνοία και χωρίς σχετική εξουσιοδότηση του φερόμενου ως εκδόσαν αυτών Χ2 όλες τις σχετικές έντυπες ενδείξεις αυτών και θέτοντας αυθαίρετα και χωρίς σχετική συναίνεση αυτού, στη θέση του εκδότη υπογραφή κατ' ελεύθερη απομίμηση. Ομοίως η με αριθμό ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας συρόμενη επί του με αριθμό ... λογαριασμό ποσού 1.250.000 δραχμών πληρωτέα σε διαταγή του Χ2 με τόπο εκδόσεως τον ... και ημερομηνία εκδόσεως 15-9-2000 ήταν πλαστή καθ' όλα αυτής τα στοιχεία και κατάρτισε αυτήν ο δεύτερος κατηγορούμενος, συμπληρώνοντας, ο δεύτερος κατηγορούμενος συμπληρώνοντας όλες τις σχετικές έντυπες ενδείξεις επ' αυτών, θέτοντας στη θέση του εκδότη κατ' απομίμηση την υπογραφή του ΑΑ, εν αγνοία και χωρίς την θέληση του και προσθέτοντας όλως αυθαιρέτως και την σφραγίδα αυτού " ΑΑ - Χαρτικά - απορρυπαντικά - ... - ... Α.Φ.Μ ... ΔΟΥ ... . Τις άνω πλαστές επιταγές απέστειλε στην πωλήτρια αποκλειστικά ο δεύτερος κατηγορούμενος και όχι ο πρώτος από αυτούς όπως ρητά κατατέθηκε από όλους τους μάρτυρες κατηγορίας, αφού προηγουμένως η άνω πωλήτριας Εταιρεία δια των εντεταλμένων οργάνων αρνήθηκε να συνεχίσει να πουλά σ' αυτόν εμπορεύματα εάν δεν εξοφλούντο οι αρχικά δοθείσες επιταγές. Μετά την αποστολή των άνω ως πλαστών επιταγών και την επιβεβαίωση της πλαστότητας αυτών από τις άνω πληρώτριες τράπεζες η άνω Πωλήτρια Εταιρεία Intersys ΑΕ, προσποιούμενη ότι οι προαναφερθείσες επιταγές δεν επαρκούσαν για τα εμπορεύματα ήτοι δύο συστημάτων HOME CINEMA αξίας 2.000.000 δραχμών και αντιληφθείσα ότι είχε πέσει θύμα απάτης ζήτησε να της φέρουν και άλλη επιταγή προκειμένου την ίδια ημέρα το απόγευμα ήτοι την 18-8-2000 και περί ώρα 5 μμ να παραδώσει το εμπόρευμα. Πράγματι ο δεύτερος κατηγορούμενος και αφού προσποιήθηκε στον αρμόδιο υπάλληλο της άνω πωλήτριας εταιρείας Intersys ΑΕ ότι είναι ο πρώτος κατηγορούμενος απέστειλε με κούριερ την με αριθμό ... επιταγή της ΕΤΕ συρόμενη επί του με αριθμό ... λογαριασμού, ποσού 12.500.000 δραχμών, πληρωτέα και αυτή σε διαταγή του άνω Χ2 με τόπο εκδόσεως την ... και με ημερομηνία εκδόσεως την 15-9-2000. Την επιταγή αυτή η άνω πωλήτρια Εταιρεία Intersys ΑΕ απέστειλε στην πληρώτρια τράπεζα στο υποκατάστημα ... αυτής, η οποία και εβεβαίωσε ότι είναι πλαστή, πλαστογράφησε δε αυτήν ο δεύτερος κατηγορούμενος, θέτοντας κατ' ελεύθερη απομίμηση υπογραφή κάποια άτομα και τον αριθμό φορολογικού μητρώου ... . Έτσι ειδοποιήθηκε από την άνω πληρώτρια εταιρεία Intersys ΑΕ η ασφάλεια, για το επικείμενο ραντεβού της 5ης απογευματινής της 18-8-2000, στην οποίαν (ασφάλεια) παραδόθηκαν οι πλαστές επιταγές. Άνδρες ασφαλείας μετέβησαν στο άνω ορισθέν ραντεβού, αλλά δεν κατάφεραν να συλλάβουν τον ΒΒ που πήγε κατ' εντολή του δεύτερου κατηγορουμένου ήταν να παραλάβει τα άνω παραγγελθέντα εμπορεύματα διότι κάτι υποψιάσθηκε και εξαφανίσθηκε. Ο υπάλληλος κούριερ έφερε και τις δύο φορές τις τραπεζικές επιταγές στην άνω πωλήτρια Εταιρεία οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, μάρκας FORD TRANSIT 1800 χρώματος μπλε, το οποίο είχε κλαπεί από την κατοχή του ιδιοκτήτη του κατά το χρονικό διάστημα από 16η ώρα της 18-8-2000 μέχρι την 7ην πμ ώρα της 21-5-2000 από την οδό ... αριθμό ... κατέθεσε ο ιδιοκτήτης αυτού ..., κάτοικος ... . Ο άνω ΒΒ που μετέβη, στο άνω κλεισθέν ραντεβού στην αποθήκη της άνω πωλήτριας εταιρείας INTERSYS ΑΕ για να παραλάβει τα άνω παραγγελθέντα εμπορεύματα οδηγούσε ένα ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο μάρκας FORD TRANSIT χρώματος μπλέ, με αριθμό κυκλοφορίας ... . Αφού ο οδηγός φόρτωσε τα υποτιθέμενα εμπορεύματα, καθ' όσον ο υπεύθυνος αποθήκης της άνω πωλήτριας εταιρίας, που είναι (η αποθήκη) στον ... και επί της οδού ...αριθμός ..., ... κατόπιν εντολής του υπεύθυνου πιστωτικού ελέγχου της άνω εταιρείας ΓΓ, ο οποίος αφού του έδωσε τους σχετικούς κωδικούς των εμπορευμάτων, τον παρότρυνε να αντικαταστήσει τα εμπορεύματα με διαφημιστικό υπέγραψε το σχετικό παραστατικό παραλαβής και απεχώρησε, ο άνω ... ειδοποίησε τους Αστυνομικούς του Τμήματος Οικονομικών Εγκλημάτων της Δ.Α.Α που είχαν λάβει κατάλληλες θέσεις γύρω από την αποθήκη τηλεφωνικώς, περί της παραλαβής του άνω εμπορεύματος", δίδοντας στοιχεία του φορτηγού αυτοκινήτου με τον οποίο έγινε η μεταφορά και περιγράφοντας σχετικά τον οδηγό αυτού. Οι άνω Αστυνομικοί ακολούθησαν το άνω αυτοκίνητο προκειμένου να εξακριβώσουν το ακριβές σημείο, στο οποίο θα μεταφέροντο το άνω εμπορεύματα. Κατά την διάρκεια της πορείας του φορτηγού, ο οδηγός του επειδή πιθανόν φοβόταν, μήπως κάποιος τον παρακολουθούσε, προέβηκε σε ενέργειες από τις οποίες θα διαπίστωνε εάν επαληθεύοντο ή διαψεύδοντο οι φόβοι του. (σταματούσε απότομα, παρκάριζε για λίγο, ξεκινούσε απότομα). Στη συνέχεια επειδή προφανώς αντελήφθη ότι παρακολουθείτο άρχισε να κάνει βόλτες στα πέριξ τετράγωνα να παραβιάζει τους ερυθρούς σηματοδότες και με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο της άνω Υπηρεσίας να χάσει τα ίχνη του. Τον ακολούθησε μόνον η μοτοσυκλέττα που οδηγούσε ο άνω Αστυνομικός ... ο οποίος διατάχθηκε από τον προϊστάμενο του να σταματήσει σε πρόσφορο σημείο το άνω φορτηγό. Όταν εβρίσκετο όπισθεν του εν λόγω φορτηγού στην συμβολή των οδών ... και ... και ενώ ο σηματοδότης έδειχνε ερυθρό φως, κατέβηκε από την μοτοσυκλέττα και αφού πλησίασε τον οδηγό του φορτηγού δείχνοντάς του ταυτόχρονα την ταυτότητά του και δηλώνοντας του ότι είναι Αστυνομικός τον κάλεσε να σταματήσει για να τον ελέγξει. Αυτός αρχικά έδειξε να συνεργάζεται μαζί του με σκοπό "να του κλείσει τα μάτια" πλην όταν ο άνω Αστυνομικός έφθασε ακριβώς δίπλα του άνοιξε ξαφνικά την πόρτα του οδηγού με αποτέλεσμα να τον χτυπήσει με αυτήν στον ώμο κάνοντας τον να χάσει την ισορροπία του. Συγχρόνως ξεκίνησε, προσπέρασε αντικανονικά το εμπρόσθεν αυτού εσταθμευμένο αυτοκίνητο ΙΧΕ και αφού παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη διήλθε κάθετα τη λεωφόρο ... με κίνδυνο προκλήσεως τροχαίου ατυχήματος. Ο άνω αστυνομικός επιβιβασθείς της μοτοσυκλέτας του, τον ακολούθησε πλην σε απόσταση διακοσίων μέτρων περίπου εισήλθε στον περίβολο μιας αποθήκης, για να ξεφύγει από την πίσω πόρτα αυτής πλην λόγω του ότι ήταν κλειστή, άφησε το αυτοκίνητο με αναμμένη μηχανή, και πηδώντας την κλειδωμένη πόρτα, βγήκε στο δρόμο και ακολούθως, πηδώντας την περίφραξη, εισήλθε στο χώρο των εργασιών Ε.Τ.Μ.Α όπου και εξαφανίσθηκε και δεν κατάφερε να εντοπισθεί. Από επιδειχθείσες φωτογραφίες ο άνω Αστυνομικός αναγνώρισε στο πρόσωπο του άνω οδηγού τον ΒΒ, σε βάρος του οποίου, εκκρεμούσε το με αριθμό 19/4-8-2000 ένταλμα συλλήψεως του 22ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών για πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος. Κατά την επιστροφή των άνω Αστυνομικών στον τόπο όπου είχε εγκαταλείψει το άνω φορτηγό αυτοκίνητο διαπιστώθηκε ότι οι πινακίδες αυτές ήταν παραποιημένες, ήτοι με μαύρη μονωτική ταινία είχε γίνει αυτό, και μέσα στο αυτοκίνητο υπήρχαν δύο πινακίδες με αριθμό κυκλοφορίας ... . Ήτοι το αυτοκίνητο που παρέλαβε τα άνω "εμπορεύματα ήταν το ίδιο αυτοκίνητο με αυτό που με άλλο οδηγό παρέδωσε την άνω επιταγή στον ... και είχε κατά τα άνω κλαπεί. Όλες οι προαναφερθείσες τραπεζικές επιταγές είναι πλαστές όπως αποδεικνύεται από σχετικές βεβαιώσεις των φερόμενων ως πληρωτριών τραπεζών, οι οποίες και αναγνώσθηκαν. Η άνω υπηρεσία του τμήματος οικονομικού εγκλήματος ως Δ.Α.Α επελήφθη της υποθέσεως κατόπιν καταγγελίας του αναφερομένου ΓΓ που ενεργούσε όπως προαναφέρθηκε επ' ονόματι και για λογαριασμό της άνω πωλήτριας ΑΕ Ιntersys. Στη συνέχεια ο δεύτερος κατηγορούμενος απευθύνθηκε ως εκπρόσωπος του πρώτου και αφού συστήθηκε ως Χ2 στις στην ... και επί της οδού ... ή λεωφόρος ... και ... αριθμός ... εδρεύουσα ΕΠΕ με την επωνυμία DRACOM συστήματα πληροφορικής ΕΠΕ" προκειμένου να προμηθευτεί από αυτήν εκτυπωτές, φωτοαντίγραφα FAX και διάφορα άλλα ηλεκτρονικά ήδη. Συγκεκριμένο άτομο συστηθέν ως Χ2 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον υπάλληλο της άνω εταιρείας ονόματι ΔΔ και ζήτησε κατά μήνα Μάιο έτους 2000 προμηθευτεί εμπορεύματα από αυτήν. Μετά διημέρου μετέβη στα γραφεία της άνω ατομικής επιχείρησης του Χ2 στα οποία κατά φαινόμενο εφέρετο ως υπάλληλος, ο δεύτερος κατηγορούμενος ενώ πράγματι ήταν αφανής εταίρος αυτής, ο υπεύθυνος πωλήσεων της άνω εταιρείας DRACOM ΔΔ, ο οποίος αφού έκανε τις σχετικές διαπραγματεύσεις όπως ρητά κατατέθηκαν από αυτόν (ΔΔ) ήτοι ως προς την έναρξη της μεταξύ τους συνεργασίας τρόπο πληρωμής μεταφοράς και διαθεσιμότητας έγινε η πρώτη συναλλαγή. Όπως ρητά κατέθεσε ο άνω μάρτυρας ΔΔ, από επιδειχθείσες σ' αυτόν φωτογραφίες αναγνώρισε στο πρόσωπο του δευτέρου κατηγορουμένου Χ1, που τον συνάντησε τέσσερις έως πέντε φορές τον άνθρωπο με τον οποίου διαπραγματεύθηκε σ' όλες τις μεταξύ τους αγοραπωλησίες. Κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους από τον μήνα Μάιου του έτους 2000 μέχρι του μήνα Αύγουστο του ίδιου έτους οι άνω κατηγορούμενοι αγόρασαν από την αναφερθείσα εταιρεία εμπορεύματα αξίας 26.000.000 δραχμών περίπου για την καταβολή του τιμήματος αυτού, ο άνω Χ1 ενεργώντας με την ιδιότητα έδωσε 7 επιταγές από τις οποίες εισέπραξαν μόνον τη μία. Ειδικότερα έδωσε την με αριθμό ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος με αριθμό λογαριασμού ... με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως η 20-9-2000, ποσού 4.010.000, η οποία αποδείχθηκε ότι ήταν πλαστή, ενώ τους παρέστησε ψευδώς ότι είναι γνήσια. Επίσης έδωσε και την με αριθμό ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με αριθμό λογαριασμού ... ποσού 6.318.000 η οποία ομοίως αποδείχθηκε ότι είναι πλαστή. Ειδικότερα η πρώτη των άνω επιταγών ήταν πλαστή καθ' όλα τα στοιχεία, και τη πλαστογραφία έκανε ο πρώτος των κατηγορουμένων, ο οποίος συμπλήρωσε όλες τις σχετικές έντυπες ενδείξεις αυτής και συγκεκριμένα το ποσό 4.010.000, ημερομηνία εκδόσεως 20-9-2000 τόπο εκδόσεως την ... πληρωτέα σε διαταγή ... και έθεσε κατ' ελεύθερη απομίμηση, στη θέση του εκδότη υπογραφή και εκεί ανέγραψε τον αριθμό φορολογικού μητρώου ... και τηλέφωνο ... . Ομοίως και η δεύτερη των άνω επιταγών ήταν πλαστή, την δε πλαστογραφία διέπραξε ο πρώτος των κατηγορουμένων Χ2 ο οποίος εκ προθέσεως, έθεσε στη θέση του εκδότη κατ' απομίμηση εν αγνοία και χωρίς την θέλησή του την υπογραφή ατόμου ονόματι ΑΑ εν αγνοία και χωρίς τη θέληση θέτοντας και τη σφραγίδα "ΑΑ - χαρτικά - απορρυπαντικά ... - ... φορολογικού μητρώου ... ΔΟΥ ... . Στην κατάρτιση των άνω πλαστών επιταγών προέβη εκ προθέσεως, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους και εξ οπισθογραφήσεως η κομίστρια εταιρεία με την επωνυμία "DRACOM συστήματα πληροφορικής ΕΠΕ" ότι οι άνω επιταγές ήταν γνήσιες προς όλα τα στοιχεία και είχαν εκδοθεί νόμιμα από τους φερόμενους ως εκδότες αυτών, των δε πλαστών αυτών επιταγών, τελώντας εν γνώσει τη πλαστότητας, έκανε χρήση παραδίδοντας τις στην άνω πωλήτρια Εταιρεία με την επωνυμία "DRACOM συστήματα πληροφορικής ΕΠΕ", για την αγορά ηλεκτρονικών ειδών, συνολικής αξίας 26.000.000 δραχμών. Είναι δε άτομο που διαπράττει πλαστογραφίες και' επάγγελμα ήτοι από την επανειλημμένη τέλεση των άνω πράξεων και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σκοπός αυτού, για πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια δηλαδή από την επανειλημμένη τέλεση των άνω πράξεων προκύπτει σταθερή ροπή αυτού για την διάπραξη του εγκλήματος της κακουργηματικής πλαστογραφίας, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, το δε συνολικό όφελος αυτού και η συνολική ζημία της άνω εταιρείας υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Ο δεύτερος των κατηγορούμενων παρέδωσε ψευδώς στον εκπρόσωπο της άνω πωλήτριας εταιρίας "DRACOM συστήματα πληροφορικής ΕΠΕ ΣΤ και στον υπεύθυνο πωλήσεων αυτής ΔΔ ότι οι προαναφερθείσες επιταγές ήταν γνήσιες προς όλα τα στοιχεία ενώ η αλήθεια είναι ότι οι άνω επιταγές είναι πλαστές και έτσι πείστηκαν οι άνω ΣΤ και ΔΔ να συνεργασθούν υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα με αυτόν και να δεχθούν να πωλήσουν εμπορεύματα συνολικής αξίας 26.000.000 δραχμών, όπως επίσης να δεχθούν έναντι του τιμήματος τις άνω πλαστές επιταγές επιπλέον εγνώριζαν την αληθινή κατάσταση προφανώς δε θα εδέχοντο. Στη συνέχεια ο δεύτερος κατηγορούμενος ενεργώντας με την προαναφεθείσα διττή ιδιότητα ήτοι ως εκπρόσωπος της Εταιρείας "Ιnterhome Χ2", αφανής εταίρος αυτής απευθύνθηκε προς την άνω στην ... και επί της οδού ... αριθμό ... εδρεύουσα εταιρεία με την επωνυμία "PRINTES AE" όπου ήλθε σε επαφή με την ΕΕ προκειμένου να αρχίσουν συνεργασία. Η τελευταία επισκέφθηκε τα γραφεία της Interhome, και συμφώνησε να πωλήσει στη τελευταία φορητούς υπολογιστές μάρκας HP και Compaq. Η αρχική συνεργασία της ήταν με μετρητά και επιταγές εκ των οποίων οι με αριθμούς ... και ... ποσών 2.750.000 και 4.366.000 δεν είχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον φερόμενο χρόνο εκδόσεως και πληρωμής αυτών. Ενώ ο ίδιος είχε διαβεβαιώσει την άνω ότι οι επιταγές αυτές είχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια η οποία κατόπιν τούτου δέχθηκε να δεχθή επιταγές και όχι μετρητά. Στη συνέχεια ο άνω δεύτερος κατηγορούμενος που με την προαναφερθείσα διττή ιδιότητα του απευθύνθηκε στην ενταύθα και επί της οδού ... εδρεύουσα εταιρεία με την επωνυμία ... ΕΠΕ μηχανές γραφείου, συστημάτων οργανώσεως επιχειρήσεων, όπου ήλθε σε επαφή με τον υπάλληλο της εταιρείας αυτής ΖΖ για την αγορά φορητών και επιτραπέζιων ηλεκτρονικών υπολογιστών και ασυρμάτων τηλεφώνων. Στις 5-6-2000 η άνω εταιρεία ... ΕΠΕ απέστειλε στην INΤERFON τα στο με αριθμό ... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αναφερόμενα εμπορεύματα με φορτηγό στον οδηγό του οποίου παρεδόθη η με αριθμό ... επιταγή με εκδότη τον πιο πάνω κατηγορούμενο, ημερομηνία εκδόσεως 9-8-2000 μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 2.874.185 δραχμών η οποία εμφανίσθηκε στις 10-8-2000 προς πληρωμή και δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Κατόπιν τούτων ο άνω ΖΖ μετέβη ο ίδιος στο κατάστημα του πρώτου των κατηγορουμένων στον ... και επί της οδού ... αριθμός ... αλλά βρήκε αυτό κλειστό. Κατόπιν τούτων μετέβη στο τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος Δ.Α.Α oπου από επιδειχθείσες αιτήσεις για την έκδοση αστυνομικής ταυτότητας αναγνώρισε στο πρόσωπο τον δεύτερο κατηγορούμενο τον άνθρωπο που έκανε μαζί τις διαπραγματεύσεις και παρέδωσε σ' αυτόν ακάλυπτη μεταχρονολογημένη επιταγή εκδόσεως της Ιnterfon γενική εταιρεία ηλεκτρονικών υπολογιστών κινητής τηλεφωνίας του πρώτου κατηγορουμένου του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος εξέδωσε την άνω επιταγή, όπως όλες τις στο σκεπτικό αναφερόμενες εν γνώσει ότι δεν έχει αντίστοιχο διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο. Τις παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθών ήτοι ότι οι προαναφερθείσες τραπεζικές επιταγές ήταν γνήσιες ενώ κατά τα άνω αποδείχθηκε ότι ήταν πλαστές έκανε όπως ρητά κατατέθηκε από όλους τους μάρτυρες ο δεύτερος κατηγορούμενος και έτσι παρεπλάνησε τους νομίμους εκπροσώπους ή τους αρμόδιους προς τούτο υπαλλήλους των παθουσών άνω εταιρειών και δέχθηκαν να τους πουλήσουν τα άνω εμπορεύματα με μεταχρονολογημένες επιταγές και όχι μετρητά όπως ασφαλώς θα έπρατταν εάν εγνώριζαν οι τελευταίοι την αληθινή κατάσταση και έτσι ζημιώθηκαν οι άνω εταιρείες με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της ατομικής επιχείρησης του πρώτου κατηγορουμένου και του αφανούς εταίρου αυτής δεύτερου κατηγορουμένου.
Συνεπώς ένοχος κακουργηματικής απάτης ως προς το γεγονός της πλαστότητας των άνω τραπεζικών επιταγών όχι όμως και της υπάρξεως αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων καθ' όσον εφόσον όλες οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες δεν αποτελεί γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 396 ΠΚ η διαβεβαίωση ότι θα υπάρχει αντίστοιχο διαθέσιμο κεφάλαιο πρέπει να κηρυχθεί ο δεύτερος κατηγορούμενος και να αθωωθεί ο πρώτος της σχετικής πράξης. Περαιτέρω από τα αυτά τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 κατά το στο διατακτικό αναφερόμενο χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος εξέδωσε με πρόθεση στο διατακτικό αναφερόμενες τραπεζικές επιταγές, οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους καίτοι εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα, μη πληρωμή λόγω ελλείψεωις αντιστοίχων διαθέσιμων κεφαλαίων. Έτσι οι άνω κατηγορούμενοι από κοινού με τον φυγόδικο ΒΒ διέπραξαν το αδίκημα της κακουργηματικής πλαστογραφίας άπαντες απά- της σε βαθμό κακουργήματος ο δεύτερος από αυτούς και της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών ο πρώτος, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι διέπραξαν το αδίκημα της συστάσεως και συμμορίας και συνεπώς αμφότεροι οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι αυτής. Ο άνω δεύτερος κατηγορούμενος, ενήργησε βάσει σχεδίου και όχι ευκαιριακά, μεθοδευμένα και οργανωμένα διαμορφώσας την κατάλληλη υποδομή με την μίσθωση επ' ονόματι του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν νέος στην αγορά και δεν υπήρχαν δυσμενή σε βάρος του στοιχεία εν αντιθέσει με αυτόν, ο οποίος πολλάκις είχε καταδικασθεί για πλαστογραφίες και απάτες γεγονός που ήταν γνωστό στους κύκλους της αγοράς οι οποίοι κατόπιν τούτου δεν τον εμπιστεύοντο, και ο οποίος για το λόγο αυτό λειτούργησε και ήταν αφανής εταίρος της εταιρείας με διακριτικό τίτλο INTERFON ατομικής επιχείρησης του που με την προμήθεια εντύπων επιταγών των οποίων συμπλήρωνε, από κοινού με τον πρώτο κατά τα κοινά στοιχεία και έθεταν πλαστές υπογραφές των φερόμενων ως εκδοτών ή οπισθογραφώντας επιταγή των πωλητριών εταιρειών στις οποίες έδινε είτε πλαστές είτε ακάλυπτες επιταγές. Όλα τα προαναφερθέντα που αποδείχθηκα πλήρως από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία, μαρτυρούν ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ενεργούσε απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό πορισμό εισοδήματος έχοντας διαμορφώσει κατάλληλη υποδομή και έχοντας ροπή για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του αφού με τις ψευδείς παραστάσεις ότι οι επιταγές που έδιδε για την αγορά των άνω εμπορευμάτων ήταν γνήσιες ενώ κατά τα άνω αποδείχθηκε ότι ήταν πλαστές πέτυχε την παράδοση των άνω εμπορευμάτων. Η δε ωφέλεια που πέτυχαν με τις άνω πλαστογραφίες αμφότεροι οι κατηγορούμενοι και τις απάτες και η αντίστοιχη ζημία των προαναφερθείσων πωλητριών εταιρειών και επιχειρήσεων "INTERSYS AE", "DRACOM ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΕΠΕ", "PRINTEC ΑΕ" και "... ΕΠΕ" που παραπλανήθηκαν και συνηλλάγησαν με τον δεύτερο που ενεργούσε υπό την άνω διττή ιδιότητα του υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθούν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι ένοχοι της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατ' εξακολούθηση και ατομικώς κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το συνολικό όφελος της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ο δεύτερος από αυτούς και για απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια το συνολικό όφελος της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, συνιστάμενης μόνο στο γεγονός ότι εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στους πελάτες των επιταγών ότι είναι γνήσιες και να κηρυχθεί αθώος για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης ο πρώτος κατηγορούμενος, κηρυχθεί όμως ένοχος του εγκλήματος έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Τέλος πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, του πρώτου από αυτούς ότι είναι θύμα σπείρας η οποία πλαστογράφησε επιταγές και τις κυκλοφορούσε με το όνομά του, του δε δευτέρου ότι ήταν απλός υπάλληλος του πρώτου από αυτούς, καθόσον τις πλαστογραφημένες επιταγές οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι τις έστελναν στις παθούσες πωλήτριες εταιρείες με άτομο της εμπιστοσύνης τους και εκπροσωπούσαν το τίμημα των πωληθέντων εμπορευμάτων στην αποστολή μάλιστα η τελευταία πλαστή επιταγή στη INTERSYS είχε ειδοποιηθεί και το τμήμα δίωξης οικονομικού εγκλήματος ΔΑΑ ενώ όσον αφορά τον Χ1 από τους μάρτυρες κατατέθηκε ότι αυτός διενεργούσε τις σχετικές διαπραγματεύσεις και από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτός ήταν υπάλληλος απλός του πρώτου, τουναντίον προέκυψε ότι ήταν αφανής εταίρος στην ατομική επιχείρηση αυτού. Τέλος κατατέθηκε από τους άνω μάρτυρες οι απαιτήσεις των πωλητριών εταιρειών και επιχειρήσεων δεν εξοφλήθηκαν πλήρως αλλά κατά ένα μικρό ποσό και υποχρεώθηκαν να υπογράψουν τις αναγνωρισθείσες εξοφλητικές αποδείξεις, προκειμένου να εισπράξουν έστω και τα μικρά αυτά ποσά. Τέλος πρέπει να αναγνωρισθεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του πρώτου κατηγορουμένου οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ καθ' όσον ο κατηγορούμενος αυτός πράγματι επέδειξε ειλικρινά μετάνοια και επεζήτησε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, εξοφλήσας τμήμα των άνω απαιτήσεων των παθουσών. Τουναντίον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του δεύτερου κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άνω άρθρου 84 παρ. 2 δ αλλά ούτε κατά περιπτώσεις του εδαφίου ε' του άρθρου αυτού και συνεπώς οι όλως αόριστοι άλλωστε σχετικοί ισχυρισμοί αυτού πρέπει να απορριφθούν ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι". Ακολούθως, το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, ένοχο α) κακουργηματικής πλαστογραφίας και δη κατάρτισης και χρήσης πλαστών εγγράφων - τραπεζικών επιταγών, κατ'εξακολούθηση, άλλοτε μόνος και άλλοτε από κοινού με το συγκατηγορούμενό του Χ2, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος υπερβαίνον το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ και β) κακουργηματικής απάτης κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία των παθουσών εταιρειών, υπερβαίνον το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ και στη συνέχεια το Δικαστήριο, αφού δεν αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κάποια από τις αιτηθείσες ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ και ε του ΠΚ, του επέβαλε ποινή καθείρξεως έξι ετών για καθεμία πράξη και συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω, σε βαθμό κακουργήματος, δύο εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. γ, στ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1,2, 94 παρ.1, 98 +, 216 παρ.1,2,3 και 386 παρ. 1,3 α του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία συγκατηγορουμένου, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια συνηγόρου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση :
α) αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων δύο εγκλημάτων, με σκοπό παράνομου οφέλους, β) ως προς τις δύο με αριθμούς ... και ... τραπεζικές επιταγές Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος σε διαταγή του συγκατηγορουμένου του δήθεν εκδότη Χ2, που δέχθηκε ότι τις πλαστογράφησε ο αναιρεσείων, δεν υπάρχει αντίφαση εκ του ότι στο αιτιολογικό δέχθηκε ότι τις παρέδωσε, κάνοντας χρήση πλαστών εγγράφων, ο αναιρεσείων, στο πλαίσιο της από κοινού απάτης, στην εταιρεία "ΙΝΤΕRSΥΣ ΑΕ", προς κάλυψη τιμήματος αγορασθέντων εμπορευμάτων, συνολικού ύψους 22.000.000 δραχμών, ενώ προηγουμένως είχε δεχθεί ότι αυτές τις δύο ομού με άλλες επτά πλαστές επιταγές, τις είχε παραδώσει στην ίδια εταιρεία ο άνω συγκατηγορούμενός του εκδότης, αφού πρόδηλα πρόκειται για παραδρομή και οι άνω δύο πλαστές επιταγές, όπως με σαφήνεια γίνεται δεκτό στο διατακτικό, φερόμενες ως δήθεν εκδοθείσες από τον Χ2, ως και οι λοιπές, δεν παραδόθηκαν από τον Χ2, αλλά από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, ως αφανής συνεταίρος του συγκατηγορουμένου του ναυτικού, εμφανίσθηκε και διαπραγματεύθηκε αποκλειστικά μόνος του την αγορά με τους εκπροσώπους της άνω πωλήτριας ανώνυμης εταιρείας, στο όνομα της ατομικής επιχειρήσεως του μόνου εμφανούς στην αγορά συνεταίρου του Χ2, με την επωνυμία "INTERFON ΓΕΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ", τους οποίους και διαβεβαίωσε ότι όλες οι υπ'αυτού παραδοθείσες επιταγές ήταν γνήσιες, γ) δεν υπάρχει ασάφεια ως προς το ζήτημα ποιες επιταγές πλαστογράφησε ο αναιρεσείων μόνος και ποίες από κοινού με το συγκατηγορούμενό του, καθόσον προκύπτει σαφώς από το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελ.56 και 59) ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για πλαστογραφία πέντε επιταγών, από τις οποίες μόνο για τη με αριθμό ... της Γενικής Τράπεζας, εκδόσεως δήθεν ΑΑ, καταδικάστηκε ότι πλαστογράφησε από κοινού με το συγκατηγορούμενό του Χ2, δ) δεν υπάρχει ασάφεια και αντίφαση από την καταδίκη του αναιρεσείοντος μόνου και για την πλαστογραφία της με αριθμό ... επιταγής ΕΤΕ, με δήθεν εκδότη τον ΑΑ, ενώ για άλλες πλαστές επιταγές με φερόμενο δήθεν τον ίδιο ως άνω εκδότη καταδικάσθηκε για πλαστογραφία τελεσθείσα από κοινού με το συγκατηγορούμενο συνεταίρο του Χ2, ε) όσον αφορά τη με αριθμό ... επιταγή ΕΤΕ, ποσού 1.250.000 δραχμών και όχι 12.500.000 δραχμών, όπως από παραδρομή σημειώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλαστογραφημένη από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, εμφανισθείς και προσποιούμενος στους εκπροσώπους της πωλήτριας εταιρείας ΙΝΤΕRSΥS ΑΕ, ότι είναι δήθεν το πρόσωπο του συγκατηγορουμένου του Χ2, την παρέδωσε με ιδιωτικό ταχυδρομείο και απέστειλε το φυγόδικο συνεργάτη του ΒΒ προς παραλαβή των εμπορευμάτων, διαφυγόντα τη σύλληψη μετά την παραλαβή, εφόσον υπήρχε ο σκοπός παραπλανήσεως και παράνομου περιουσιακού οφέλους, είναι αδιάφορο αν στο μεταξύ οι εκπρόσωποι της εν λόγω εταιρείας αντιλήφθηκαν την απάτη και το κατήγγειλαν στην Αστυνομία και δεν απώλεσαν τα πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα, στ) συντρέχει αιτιώδης σύνδεσμος της παραπλανητικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της επελθούσας βλάβης στην περιουσία της πωλήτριας εταιρείας η οποία παρέδωσε τα εμπορεύματα χωρίς ποτέ να λάβει το αντίστοιχο τίμημα, αφού οι παραδοθείσες επιταγές ήταν πλαστές και ακάλυπτες, εκ δε του γεγονότος ότι ο αρμόδιος υπάλληλος της πωλήτριας εταιρείας ΙΝΤΕRSΥS ΑΕ, προκειμένου να ελέγξει τη φερεγγυότητα της ατομικής επιχειρήσεως του Χ2, ζήτησε από τον εμφανιζόμενο στο όνομα αυτό αναιρεσείοντα αντίγραφα φορολογικής δηλώσεως, το Ε9 και την έναρξη επαγγέλματος στην οικεία ΔΟΥ, τα οποία και έλεγξε και μετά προέβη στην πώληση και παράδοση των εμπορευμάτων, δε συνάγεται, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι αιτία της περιουσιακής διαθέσεως ήταν η προσκόμιση των παραπάνω εγγράφων φορολογικών στοιχείων, αλλά απλώς ότι ήταν καλά οργανωμένο το σχέδιο εξαπατήσεως διαφόρων εταιρειών, με την εμφάνιση νόμιμης υπαρκτής επιχειρήσεως και με την πληρωμή με μεταχρονολογημένες πλαστές επιταγές, ζ) η πλαστογραφία μετά χρήσεως και η απάτη συρρέουν αληθώς στην προκειμένη περίπτωση και η απάτη δεν απορροφάται από τη χρήση πλαστών εγγράφων και για τις δύο αυτές, κακουργηματικές πράξεις ορθά καταδικάσθηκε κατά συρροή ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, η) από τη μη ειδική αναφορά στο αιτιολογικό μεταξύ των άλλων αναγνωσθέντων εγγράφων και των από 2-2-2007, από 8-2-2007 και από 7-2-2007 έγγράφων βεβαιώσεων των τριών εξαπατηθεισών πωλητριών εταιρειών, από τις οποίες προέκυπτε δήλωση των νομίμων εκπροσώπων των εταιρειών αυτών, ότι ο αναιρεσείων ήταν αποκλειστικά και μόνον υπάλληλος του Χ2 και ότι δεν έχουν καμία τώρα πλέον αξίωση κατά των κατηγορουμένων, ικανοποιηθείσες πλήρως, δεν συνάγεται ότι δε συνεκτιμήθηκαν και τα έγγραφα αυτά, τα οποία και δεν αναιρούν τη διάπραξη των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων. Περαιτέρω, αιτιολογείται επαρκώς, ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος έδρασε στην τέλεση των πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερον, ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα τελέσεως των ανωτέρω πράξεων το Δικαστήριο δέχτηκε ότι από την επανειλημμένη και όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου δράση του αναιρεσείοντος, από την υποδομή που είχε διαμορφώσει και την οργανωμένη ετοιμότητά του προς πλαστογράφηση των επιταγών, ενώ κατ'επανάληψη είχε καταδικασθεί για πλαστογραφίες και απάτες, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Επίσης αναφορικά με την κατά συνήθεια τέλεση των εν λόγω πράξεων, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι από την επανειλημμένη τέλεσή τους και την υποδομή που είχε διαμορφώσει, προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ιδιαίτερη αιτιολογία υπάρχει και όσον αφορά το δόλο, τον τρόπο τελέσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, σε συνεργασία και με κοινό δόλο με το συγκατηγορούμενό του Χ2, συνιστάμενο στην έκδοση μεταχρονολογημένων τραπεζικών επιταγών, τις οποίες πλαστογράφησε ο αναιρεσείων ως προς την υπογραφή των δήθεν εκδοτών, τη χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, με την παράδοσή τους στις πωλήτριες εταιρείες, και τον επιδιωκόμενο σκοπό, συνιστάμενο στην παραπλάνηση των αρμοδίων εκπροσώπων των πωλητριών εταιρειών, σε σχέση με την ύπαρξη επαρκούς καλύψεως των μεταχρονολογημένων επιταγών και την υπάρχουσα δήθεν πιστοληπτική τους ικανότητα, προκειμένου να πετύχει, όπως και έγινε, να συναφθούν οι πωλήσεις και να παραδοθούν στους κατηγορουμένους τα εμπορεύματα χωρίς οι πωλήτριες εταιρείες να εισπράξουν το τίμημα. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής, ασαφής και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45, 94,98, 216 και 386 του ΠΚ, των οποίων υποστηρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς και η εκ πλαγίου παράβαση των ιδίων διατάξεων και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής ή και στην αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος και στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ή μη νόμιμο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σε αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξέτασης της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενεη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία δ και ε, ήτοι ότι ο υπαίτιος " έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (στοιχ. δ), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε')". Έτσι, για το ορισμένο των στηριζομένων στις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμών, αντιστοίχως, α) δεν αρκεί ότι ο δράστης δηλώνει ότι "μετανόησε" για το ό,τι έπραξε, αλλά απαιτείται να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά (τόπος, χρόνος και τρόπος) εκδήλωσης της ειλικρινούς μεταμέλειας (στοιχ. δ') και γ) δεν αρκεί η καλή συμπεριφορά και μόνον, χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών, δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης του δράστη μετά την πράξη και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα( στοιχ.ε).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, με ανάπτυξη προφορική και κατάθεση υπομνήματος, που ενσωματώθηκε στα πρακτικά, α) πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι αυτός ήταν μόνον υπάλληλος του συγκατηγορουμένου του Χ2 και β) ζήτησε να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά των περιπτώσεων δ' και ε' της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Συγκεκριμένα, ως προς τα ελαφρυντικά, ισχυρίσθηκε τα εξής: " στην αδόκητη περίπτωση καταδίκης μου, θα πρέπει να μου αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά 1) 84 παρ.2 δ ΠΚ, αφού αποδεικνύεται έμπρακτος μετάνοια δια εξοφλήσεως του συνόλου των ενδίκων απαιτήσεων των φερομένων ως εξαπατηθεισών εταιρειών PRINTEC AE, ... ΕΠΕ και INTERSΥS AE, αίροντας άλλως μειώνοντας τις συνέπειες των πράξεων που εξακολουθώ να αρνούμαι και 2) 84 παρ.2ε, αφού συμπεριφέρθηκα καλώς μέχρι σήμερα".
Το Δικαστήριο της ουσίας, στον πρώτο από τους παραπάνω ισχυρισμούς περί υπαλληλικής ιδιότητας του αναιρεσείοντος, που δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, καθώς και στον ισχυρισμό για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε του ΠΚ, ο οποίος ήταν αόριστος, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη. Όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως της αιτηθείσας ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 δ του ΠΚ, το Δικαστήριο με ειδική και επαρκή αιτιολογία τον απέρριψε, δεχθέν ότι ειλικρινή μετάνοια και προσπάθεια να άρει τις συνέπειες των πράξεών του, επέδειξεν μόνον ο συγκατηγορούμενός του Χ2, ο οποίος εξόφλησε τμήμα μόνον από τις συνολικές απαιτήσεις των παθουσών εταιρειών, και στον οποίον αναγνώρισε την άνω ελαφρυντική περίσταση, ενώ αντίθετα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο και του αναιρεσείοντος η άνω ελαφρυντική περίσταση. Άλλωστε ο αναιρεσείων δεν ισχυρίσθηκε ότι εξόφλησεν ο ίδιος τις απαιτήσεις των παθουσών εταιρειών. Όσον αφορά τον προβληθέντα περί δεδικασμένου αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που προέκυπτε, κατά τους ισχυρισμούς του, από τις με αριθμούς 1085/2005 και 6807/2004 αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς αντίστοιχα, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα. Με την πρώτη ως άνω επικαλούμενη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά τα εκτιθέμενα από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, αθωώθηκε για πλαστογραφία ορισμένων επιταγών ο συγκατηγορούμενός του Χ2 και όχι ο ίδιος ο αναιρεσείων, ο οποίος δεν ήταν κατηγορούμενος στη δίκη εκείνη. Με την επικαλούμενη με αριθ. ΒΤ 6807/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών αθωώθηκε ο αναιρεσείων για την πλαστογράφηση της με αριθμό ... επιταγής ΕΤΕ, αλλά με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάσθηκε μόνον ο Χ2 για την πλαστογραφία αυτής της επιταγής και όχι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος. Ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση για πλαστογράφηση, μόνος ή από κοινού, πέντε άλλων επιταγών και επομένως το Δικαστήριο, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε μη νόμιμο ισχυρισμό δεδικασμένου, αφού οι επικαλούμενες αποφάσεις δεν αφορούσαν τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο κατηγορίες.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τελευταίος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, λόγος, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε, χωρίς να διαλάβει ειδική αιτιολογία στην απόφασή του, ως προς τους παραπάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19- 6- 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της με αριθμ. 2861/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Α) Απάτη κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια ποσού οφέλους - ζημίας κατά κεφάλαιο υπερβαίνον τα 5.000.000 δρχ. Β) Πλαστογραφία και χρήση πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με περιουσιακό όφελος συνολικό άνω των 5.000.000 δρχ. 1) Η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3α ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, κατά το πρώτο σκέλος της, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως απαιτεί τέλεση κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το ποσό του οφέλους ή της ζημίας να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ (ΑΠ 222/2008, 1074/2006). Είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσία αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. 2) Επίσης αιτιολογείται επαρκώς ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος έδρασε στην τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας και της απάτης: α) κατ' επάγγελμα, δεχθέν ότι από την επανειλημμένη τέλεση και την βάσει σχεδίου και όχι ευκαιριακή δράση του και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει και την οργανωμένη ετοιμότητά του με την πλαστογράφηση των επιταγών, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και β) κατά συνήθεια, δεχθέν ότι από την επανειλημμένη τέλεσή τους προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. 3) Συρρέουν αληθώς η απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και η πλαστογραφία με σκοπό περιουσιακού οφέλους. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Εξακολουθούν έγκλημα, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
Αριθμός 1556/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου (ο οποίος ορίσθηκε με την με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1, κατοίκου ..., που δεν παρέστη, 2. Χ2, κατοίκου ..., 3. Χ3, κατοίκου ..., 4. Χ4, κατοίκου ..., 5. Χ5, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κωνσταντέλλο και 6. Χ6, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αγγελακόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 131/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Ιουλίου 2008, πέντε (5) τον αριθμό και από 7 Ιουλίου 2009, χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.253/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των παραστάντων αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε αφ' ενός μεν, να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 10 Ιουλίου 2008 αίτηση αναιρέσεως της πρώτης αναιρεσείουσας Χ1, αφετέρου δε, να απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης των υπολοίπων αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Αν δε ο αναιρεσείων δηλώσει αρχικά διεύθυνση κατοικίας στην αλλοδαπή, η επίδοση της κλήσεως γίνεται νόμιμα, κατ'άρθρον 273 περ. ε και 96 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, στο διορισθέντα αντίκλητο δικηγόρο αυτού, της έδρας του Αρείου Πάγου, των Αθηνών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 23-10-2008 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., η πρώτη αναιρεσείουσα Χ1, κάτοικος ..., κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση της κλήσεως στο διορισθέντα υπ' αυτής αντίκλητο δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Κωνσταντέλλο, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 29/4/2009, που προσδιορίστηκε η κρινόμενη με αριθ. Εκθ. 27/10-7-2008 αίτησή της. Κατά την παραπάνω συνεδρίαση, η αναιρεσείουσα όμως δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκε δια συνηγόρου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αυτής, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
Κατά τη διάταξη του αρ. 349 παρ.3 εδ. α του ΠΚ, "όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία, προάγει στην πορνεία γυναίκες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και με χρηματική ποινή". Η αναφερόμενη διάταξη δεν έχει θιγεί με το αρ. 7 του Ν. 3064/2002 και απλώς προστέθηκε εδ. 2, που προβλέπει την τέλεση της πράξεως από υπάλληλο, ως επιβαρυντική περίσταση. Προαγωγή στην πορνεία νοείται η καθοιονδήποτε τρόπο (με παροτρύνσεις, πιέσεις, συστάσεις κλπ) και με οποιαδήποτε μέσα (με παροχή καταλύματος, ανεύρεση ερωτικών συντρόφων, άσκηση ψυχολογικής βίας κλπ), παρακίνηση της γυναίκας, που δεν είναι ακόμη πόρνη, να τραπεί στην πορνεία ή και η ενίσχυση της τυχόν ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσας ακόμη αποφάσεως αυτής να πράξει τούτο. Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα, θύμα όμως μόνο γυναίκα, αδιακρίτως ηλικίας, ενήλικη δηλαδή ή και ανήλικη. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν περισσότερες γυναίκες θύματα (ούτε από τη χρήση του όρου "γυναίκες" προκύπτει το αντίθετο), ούτε επίσης η γυναίκα να είναι "αμέμπτων" ηθών ή ανήλικη. Είναι όμως αναγκαίο, να μην είναι αυτή ήδη πόρνη, υπό την έννοια που αναφέρεται παρακάτω. Η άποψη ότι αρκεί και η παρακίνηση της ήδη εταιριζόμενης γυναίκας, να συνεχίσει τη δραστηριότητά της αυτή, δεν έχει επικρατήσει. Στοιχείο επομένως του εγκλήματος της μαστροπείας είναι, η προαγωγεία στην πορνεία να αφορά γυναίκα που δεν είναι ήδη πόρνη. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος, σε περισσότερα πρόσωπα άνευ εκλογής, για σαρκική επαφή, έναντι χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής. Η προαγωγή στην πορνεία, πρέπει επίσης να γίνεται κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία ή και από τα δύο αυτά. Κατ' επάγγελμα άσκηση της μαστροπείας υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για τον πορισμό εισοδήματος, αρκεί δε το όφελος του δράστη και από μία μόνο γυναίκα, ενώ από κερδοσκοπία άσκηση υπάρχει όταν ο δράστης ενεργεί με κίνητρο και σκοπό τον προσπορισμό αθεμίτου περιουσιακού ωφελήματος ή ενός αθέμιτου κέρδους, θετικού ή αποθετικού, αποτιμητού όμως σε χρήμα, ανεξάρτητα από την επίτευξή του. Δεν απαιτείται η απόδειξη και αναφορά στην απόφαση του συγκεκριμένου προσώπου, στο οποίο παρέχεται έναντι αμοιβής η σαρκική ηδονή, ούτε δημιουργείται ασάφεια από την παραδοχή τελέσεως της παραπάνω πράξεως και κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία σωρευτικά. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, αρκεί δε και ο ενδεχόμενος δόλος.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. ΑΠ 1/2005). Ιδιαίτερα πρέπει να αιτιολογείται όπως πιο πάνω και η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών που προβάλλει ο κατηγορούμενος. Τέτοιοι ισχυρισμοί, είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητος καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι η μεταβολή της κατηγορίας και το αίτημα για την αναγνώριση κάποιας από τις ενδεικτικά στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ αναφερόμενες ελαφρυντικές περιστάσεις, όταν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω: "Από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, κατηγορίας και υπερασπίσεως, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά καθώς και των πρακτικών της πρωτοδίκου αποφάσεως, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής: Στα τέλη Ιουνίου 2000 ήλθε στην Ελλάδα η πολιτικώς ενάγουσα Ψ για να εργαστεί ως χορεύτρια στο μπαρ "..." του πρώτου κατηγορουμένου Χ4, που βρίσκεται στο ... . Την στρατολόγησε στη ... ο αδελφός της δεύτερης κατηγορουμένης ΑΑ, ο οποίος και ανέλαβε να την εφοδιάσει με τα απαραίτητα έγγραφα και εισιτήριο αεροπορικό για την Κων/πολη, και απ' εκεί από την μεθόριο εισήλθε παράνομα στην Ελλάδα και κατέφθασε στο ως άνω μπαρ του πρώτου κατηγορουμένου. Εκεί την ανέμεναν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι (Χ4 και Χ1) και της ανακοίνωσαν ότι μεταξύ των άλλων θα έκανε βίζιτα με πελάτες και τις έδωσαν να καταλάβει ότι δεν είχε άλλη επιλογή. Σε ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο του μπαρ καθ' όλο το διάστημα του μηνός Ιουλίου 2000, τόσον η πολιτικώς ενάγουσα όσον και οι αναφερόμενες στο διατακτικό οκτώ αλλοδαπές γυναίκες που εργάζονταν στο ως άνω μπαρ ως σερβιτόρες-κονσοματρίς παρακινούμενες από τους δύο πρώτους κατηγορούμενους που ενεργούσαν από κοινού ως προς πορισμό συνεχούς εισοδήματος δέχθηκαν να παρέχουν σαρκικές ηδονές με αόριστο αριθμό ανδρών πελατών του ως άνω καταστήματος "..." έναντι αμοιβής 15.000 δραχμών εάν η συνεύρεση γινόταν σε δωμάτιο του καταστήματος και 20.000 δραχμών εάν η συνεύρεση γινόταν σε μη εργάσιμη ώρα εκτός του χώρου του καταστήματος. Τα ως άνω ποσά προσποριζόταν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, επιχορηγώντας κάθε φορά εκάστη αλλοδαπή με το ποσό των 3.000 δραχμών ή 5.000 δραχμών αντιστοίχως. Έτσι οι ως άνω δύο πρώτοι κατηγορούμενοι προήγαγαν στην πορεία τις ως άνω νεαρές αλλοδαπές γυναίκες που μέχρι τότε δεν ασκούσαν το επάγγελμα της πόρνης, ενεργώντας κατ' επάγγελμα, αφού κάθε ημέρα οι ως άνω γυναίκες ερχόταν σε σαρκική συνάφεια με πελάτες του καταστήματος αρκετές φορές, η δε εξ αυτών πολιτικώς ενάγουσα τουλάχιστον 10 φορές ημερησίως. Η δεύτερη κατηγορουμένη μάλιστα κατά την ημερησία έναρξη λειτουργίας του καταστήματος μοίραζε "μάρκες", στους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των κατηγορουμένων δηλ. στους Χ3, Χ2 και Χ5, οι οποίοι ήσαν σερβιτόροι στο ως άνω κατάστημα και έδιναν από μία σε κάθε πελάτη που επιθυμούσε να συνευρεθεί με κάποια από τις προαναφερθείσες αλλοδαπές κονσοματρίς, εισπράττοντας από αυτόν την αμοιβή εκάστης εκδόσεως και αποδίδοντας την στην ταμία δεύτερη κατηγορουμένη. Στο τέλος της ερωτικής συνευρέσεως ο πελάτες παρέδιδε την μάρκα στην αλλοδαπή, η δε τελευταία στο τέλος του ωραρίου του καταστήματος παρέδιδε τις κάρτες που είχε συλλέξει στην ως άνω ταμία, η οποία τις εξαργύρωνε, αποδίδουσα την αμοιβή που τις αναλογούσε. Η δεύτερη κατηγορουμένη κρατούσε επί πλέον χρήματα για την εξόφληση των εξόδων μεταφοράς των γυναικών στην Ελλάδα, αλλά και πρόστιμο που επέβαλαν σ' αυτές, αν η ερωτική συνεύρεση δεν τελείωνε εντός 20 λεπτών και αν οι ως άνω αλλοδαπές γυναίκες δεν δεχόταν να συνευρεθούν με κάποιο πελάτη του καταστήματος. Στο τέλος Ιουλίου 2000 η πολιτικώς ενάγουσα απελάθηκε στη ..., πλην όμως εκεί την περίμενε ο ανωτέρω αδελφός της δεύτερης κατηγορουμένης, ο οποίος αφού προέβη σε αλλαγή του ονοματεπωνύμου την έστειλε ξανά πίσω στην Ελλάδα για να του ξεχρεώσει τα έξοδα μεταφοράς της. Η πολιτικώς ενάγουσα ήλθε πάλι στην Ελλάδα και εργάσθηκε στο ως άνω μπαρ από 8-4-01 μέχρι 10-11-01 και κατά το διάστημα αυτό συνέχισαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι να την εκδίδουν κατά τα ανωτέρω, βοηθούμενοι πάλι από τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο κατηγορουμένους σύμφωνα με τα όσα έχουν προαναφερθεί. Μάλιστα για να τη νομιμοποιήσουν και να δρουν ανενόχλητοι, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι της βρήκαν γαμπρό, τον κηπουρό τους ΒΒ, με τov οποίο τέλεσε λευκό πολιτικό γάμο και για να εξοφλήσει τα έξοδα μεταφοράς της στην Ελλάδα τα οποία κατ' αυθαίρετο τρόπο καθόρισαν αθροιστικά με τα προηγούμενα σε 2.500 δολλάρια, την ενθάρρυναν και την παρακινούσαν σε ανεπίλεκτη και πάλι παροχή σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό ανδρών πελατών του ως άνω μπαρ έναντι αμοιβής κατά τα ανωτέρω. Στο διάστημα αυτό η πολιτικώς ενάγουσα εκδιδόταν τουλάχιστον 5 φορές ημερησίως. Στο ως άνω κατάστημα του πρώτου κατηγορουμένου σύχναζαν και οι αστυνομικοί Χ8 και Χ6, ο πρώτος αστυνόμος Α' και διοικητής του AT ... και ακολούθως από 31-8-2001 διοικητής στο Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης ... και ο δεύτερος αρχ/κας παραγωγικής σχολής και συνεπώς ανακριτικός υπάλληλος. Επίσης αστυνόμος Α' ήταν και ο κατηγορούμενος Χ7, ο οποίος ήταν και διοικητής του Α.Τ. ..., στο οποίο υπαγόταν και η περιοχή του καταστήματος του πρώτου κατηγορουμένου. Αυτός λόγω της ως άνω ιδιότητας του ήταν υποχρεωμένος να φροντίζει για την επιτήρηση των δημοσίων κέντρων της περιφέρειας του και για τον έλεγχο της λειτουργίας του, δυνάμενος να διατάξεις και να οργανώσει αιφνιδιαστικούς ελέγχους κάθε καταστήματος και να βεβαιώσει την διάπραξη οποιουδήποτε εγκλήματος συλλαμβάνοντας το δράστη οδηγώντας τον στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, αν και γνώριζε την παράνομη εργασία και γενετήσια εκμετάλλευση των νεαρών αλλοδαπών γυναικών που εργαζόταν στο μπαρ του πρώτου κατηγορουμένου ως σερβιτόρες, ουδέποτε οργάνωσε αιφνιδιαστικό έλεγχο προς βεβαίωση της συντελούμενης κατά συρροή μαστροπείας και άλλων παραβάσεων, αλλά απεκάλυπτε έγκαιρα στον πρώτο κατηγορούμενο Χ4 τους προγραμματισμένους κατ' εντολή του Γενικού Δ/ντή ... ελέγχους από τον Ο.Π.Κ.Ε. και ΕΛΑΣ ... στο κατάστημα του, με αποτέλεσμα οι έλεγχοι για βεβαίωση διαφόρων παραβάσεων να αποβαίνουν άκαρποι, αφού ο ιδιοκτήτης του μπαρ έκρυβε τις απασχολούμενες παράνομα αλλοδαπές γυναίκες. Επίσης οι λοιποί ως άνω αστυνομικοί Χ8 κατά τα δύο χρονικά διαστήματα (1-31/7/2000 και 8-4-2001 - 10/11/2001) και ο Χ6 κατά το χρονικό διάστημα από 1-31/7/2000 ουδέποτε κατήγγειλαν αρμοδίως όπως είχαν υποχρέωση λόγω της ως άνω ιδιότητας των, ως προανακριτικών υπαλλήλων, την υποπίπτουσα στην αντίληψη τους καθ' εκάστη επίσκεψη στο ως άνω κατάστημα προεκτεθείσα γενετήσια εκμετάλλευση των αλλοδαπών νεαρών γυναικών. Όλοι οι ως άνω αστυνομικοί ελάμβαναν από τον πρώτο κατηγορούμενο ως αντάλλαγμα για την ως άνω προστασία που του παρείχαν στο κατάστημα του δώρα και άλλα ανταλλάγματα που δεν δικαιούνταν και συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος τους παραχωρούσε κατ' επανάληψη γυναίκες σερβιτόρες που εργαζόταν στο κατάστημα του, τις οποίες προήγαγε στην πορνεία και με τις οποίες ερχόταν σε ερωτική συνεύρεση χωρίς να καταβάλουν αμοιβή. Έτσι ο αστυνομικός έκτος κατηγορούμενος Χ7 κατά μεν το πρώτο διάστημα του Ιουλίου 2000 δέχθηκε κατ' επανάληψη τη δωρεά επίσκεψη στην οικία του για ερωτική συνεύρεση της ... ενώ κατά το δεύτερο χρονικό διάστημα (8-4-2001 μέχρι 10-11-2001) δεχόταν συχνά τη δωρεά επίσκεψη στην οικία του για ερωτική συνεύρευση της Χ1 και δύο τουλάχιστον φορές δέχθηκε στην οικία του τη δωρεά επίσκεψη για ερωτική συνεύρεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ. Επίσης ο έβδομος κατηγορούμενος αστυνομικός Χ8 κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα συνευρέθηκε ερωτικά κατ' επανάληψη σε δωμάτιο του καταστήματος του μπαρ του πρώτου κατηγορουμένου με την πολιτικώς ενάγουσα καθ' υπόδειξη του πρώτου κατηγορουμένου και χωρίς να καταβάλει αμοιβή το πρώτο διάστημα 5 φορές και το δεύτερο διάστημα 4 φορές. Αλλά και ο όγδοος κατηγορούμενος αστυνομικός Χ6 κατά το χρονικό διάστημα από 1/7/2000 μέχρι 31/7/2000 δέχθηκε κατ' επανάληψη τη δωρεάν ψυχαγωγία στο κατάστημα του πρώτου κατηγορουμένου με τη δωρεά παροχή όσων ποτών κατανάλωνε ο ίδιος και όταν κερνούσε την κάθε αλλοδαπή κονσοματρίς που του κρατούσε συντροφιά, ενώ οι λοιποί πελάτες πλήρωναν 2.000 δραχμές για κάθε απλό ποτό και επί πλέον συνευρέθη ερωτικά δωρεάν κατ' επανάληψη με την ... που εργαζόταν ως σερβιτόρα στο κατάστημα του πρώτου κατηγορουμένου ομοίως και ο έβδομος κατηγορούμενος Χ8 και αυτός κατά αμφότερα τα ως άνω χρονικά διαστήματα δεχόταν δωρεά τα ποτά που κατανάλωνε ο ίδιος και η κονσοματρίς που του κρατούσε συντροφιά. Τέλος αποδείχθηκε ότι οι πέντε πρώτοι κατηγορούμενοι μετά από συναπόφαση ενώθηκαν μεταξύ τους για να διαπράξουν κατά συρροή μαστροπεία δηλ. κατ' επάγγελμα προαγωγή στην πορνεία των αλλοδαπών νεαρών γυναικών που προσλάμβανε ο πρώτος κατηγορούμενος στο παραπάνω κατάστημα του ως σερβιτόρες-κονσοματρίς. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι σύμφωνα με τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Στους κατηγορουμένους εκτός από τον πρώτο, πρέπει να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου-βίου το οποίο τους έχει ήδη αναγνωρισθεί πρωτόδικα. Περίπτωση αναγνωρίσεως ετέρων ελαφρυντικών στους ως άνω κατηγορουμένους και στον πρώτο κατηγορούμενο που ζητούνται με τους αναφερομένους στα πρακτικά της παρούσας αυτοτελείς ισχυρισμούς δεν συντρέχει, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι έδειξαν ειλικρινή μεταμέλεια και ότι μετά την πράξη τους για μεγάλο χρονικό διάστημα διήγαν καλή διαγωγή, ενώ τα αίτια από τα οποία κινήθηκαν στις πράξεις τους είναι μη ταπεινά". Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δέχθηκε ως άνω ότι η μαστροπεία τελέστηκε κατ'επάγγελμα με επανειλημένη τέλεση, ότι στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της μαστροπείας κατά συρροή και άμεση συνέργεια σε μαστροπείες και όχι εκείνο της διευκόλυνσης ακολασίας άλλου(άρθρο 348 παρ.1ΠΚ), όπως ισχυρίστηκαν οι κατηγορούμενοι, απέρριψε ως αβάσιμους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, για αναγνώριση στο πρόσωπό τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ. α, β, δ, και ε του ΠΚ, αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπο των εκ των κατηγορουμένων, Χ3, Χ5, Χ2 και Χ6 της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 α του ΠΚ και κήρυξε τους κατηγορουμένους, κατά τις στην προσβαλλόμενη απόφασή του διακρίσεις, όπως είχαν διωχθεί και καταδικασθεί και στον πρώτο βαθμό, ενόχους, συμμορίας για διάπραξη πλημμελημάτων μαστροπείας, μαστροπείας κατά συρροή και άμεσης συνέργειας στη διάπραξη μαστροπειών, ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας, υπόθαλψη εγκληματιών και επέβαλε σε αυτούς ποινές φυλακίσεως. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. α, στ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1,45, 46 παρ.1β, 53, 79, 83, 84 παρ.2, 94 παρ.1, 98 παρ.1, 187 παρ.3β, 231 παρ.1, 235, 236 εδ.α, 262, 263, 349 παρ.3 του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται, α)επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται, κατά τις σε αυτή αναφερόμενες διακρίσεις, η εκ μέρους των κατηγορουμένων, σύσταση συμμορίας για διάπραξη μαστροπειών με καταμερισμό εργασιών, η μαστροπεία και δη η προαγωγή σε πορνεία των εννέα τον αριθμό αλλοδαπών γυναικών, λαθρομεταναστριών, που απασχολούντο ως σερβιτόρες στο κέντρο διασκεδάσεως - μπάρ " ..." στο ..., του εξ αυτών Χ4, και σε γνώση και με οργάνωση όλων, συνευρίσκοντο μετ'ανδρών πελατών σε σαρκική συνάφεια με αμοιβή 15.000- 20.000 δραχμών, σε ιδιαίτερα δωμάτια του άνω κέντρου, ενώ δεν ήταν προηγουμένως πόρνες, βρισκόμενες υπό τον έλεγχο και την καθοδήγηση των κατηγορουμένων που ελάμβαναν το μεγαλύτερο ποσοστό του ποσού της αμοιβής για κάθε σαρκική συνάφεια αυτών με πελάτες και ότι οι άνω γυναίκες, αποσταλείσες από τις ανατολικές χώρες, πρώτη φορά μετερχόνταν την πορνεία, αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίον τις προήγαγον σε πορνεία, η υποδομή που είχαν δημιουργήσει οι κατηγορούμενοι ως παραπάνω (κατάστημα, ειδικοί χώροι, εννέα νεαρές αλλοδαπές γυναίκες, σύστημα προμήθειας αλλοδαπών γυναικών, με ειδική ταμία την κατηγορούμενη Χ1, σύστημα πληρωμής με μάρκες, άμεση συνέργεια των τριών σερβιτόρων κατηγορουμένων, με προκαταβολική είσπραξη από τους ενδιαφερόμενους πελάτες του μπαρ των χρημάτων από αυτούς και όχι από τις ίδιες τις εκδιδόμενες γυναίκες - σερβιτόρες, που στο τέλος ελάμβαναν μόνο 3.000 δραχμές ανά πελάτη - μάρκα που επέστρεφαν, δωροδοκία των αστυνομικών της περιοχής κλπ), ήτοι αιτιολογείται επαρκώς και η άσκηση κατ' επάγγελμα της μαστροπείας των εννέα νεαρών αλλοδαπών γυναικών, εκδιδομένων, με πολλούς άνδρες πελάτες, επί 5-6 φορές την ημέρα η καθεμία, με την ως άνω υποδομή και την επανειλημμένη τέλεση, που σαφώς από όλα αυτά προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος, με τη μεταξύ τους διανομή των υψηλών αυτών κερδών, αιτιολογείται επαρκώς η άμεση συνέργεια στις μαστροπείες ο δόλος και οι συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, των συναυτουργών σερβιτόρων κατηγορουμένων και η υπόθαλψη των άνω εγκλημάτων και των εγκληματιών από τον αστυνομικό αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, β) αιτιολογείται επαρκώς η συνδρομή ως παραπάνω της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της μαστροπείας του άρθρου 349 παρ.1,3 ΠΚ, ήτοι της κατ' επάγγελμα προαγωγής γυναικών σε πορνεία και επομένως συνάγεται σαφώς, από το όλο περιεχόμενο του άνω αιτιολογικού, ότι στοιχειοθετείται μαστροπεία και όχι σε διευκόλυνση ακολασίας άλλου, του άρθρου 348 παρ.1 ΠΚ, γ) αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δε συντρέχουν στο πρόσωπο των κατηγορουμένων, οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α (του Χ4), εδ. β', δ', ε' (όλων) του ΠΚ και το Δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό των κατηγορουμένων, δ) επαρκώς αιτιολογείται η ενεργητική δωροδοκία του Χ4, όσον και η παθητική δωροδοκία του αναιρεσείοντος Αρχιφύλακα αστυνομικού Χ6, ο οποίος ήταν συχνός πελάτης του άνω κέντρου και δέχθηκε κατ' επανάληψη τη δωρεάν ψυχαγωγία του και με δωρεάν κατ' επανάληψη ερωτική συνεύρεσή του με τη σερβιτόρα ..., ως αντάλλαγμα της υπ' αυτού παρεχόμενης προστασίας, κατά παράβαση των καθηκόντων του, ως προανακριτικού υπαλλήλου, που ήταν να καταγγείλει αρμοδίως τις άνω επί αρκετό χρόνο, σε γνώση του, τελούμενες εγκληματικές πράξεις μαστροπείας και τους άνω οργανωμένα και με ανοχή και προστασία και των άλλων δύο συγκαταδικασθέντων συναδέλφων του Αστυνομικών, σαφώς προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο όλα τα αναφερόμενα παραπάνω κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, όταν δε στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη οι "καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως", χωρίς μάλιστα να διαχωρίζονται σε δοθείσες ενόρκως, έπεται ότι λήφθηκε υπόψη και η ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και η σχετική αιτίαση των αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμη. Συνεπώς οι προβαλλόμενοι από όλους τους αναιρεσείοντες σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του ΠΚ, με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, λόγω παραβιάσεως των διατάξεων που καθορίζουν την επ' ακροατηρίου, όσον και την αποδεικτική διαδικασία και για παραβίαση των αρχών προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης, αορίστως, χωρίς αναφορά συγκεκριμένων παραβάσεων, είναι απορριπτέοι, ως παντελώς αόριστοι.
Τέλος, ο αναιρεσείων Χ6 προβάλλει ως λόγο αναιρέσεως, την από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου, καθόσον του επέβαλε για τις δύο πράξεις που καταδικάστηκε συνολική ποινή ενός έτους και δύο μηνών, ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που του είχε επιβάλλει ίσες ποινές φυλακίσεως με το δευτεροβάθμιο, ήτοι δώδεκα και έξι μηνών αντίστοιχα για τις δύο πράξεις που κηρύχθηκε ένοχος, του είχε επιβάλει συνολική ποινή μικρότερη, ήτοι ενός έτους και σαράντα ημερών, όπως προκύπτει και από την ιδιόχειρη σημείωση της προεδρεύουσας του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επί του σχετικού φακέλου της δικογραφίας, που προσάγει σε ακριβές αντίγραφο του γραμματέως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αφού ο αναιρεσείων δεν προκύπτει, ούτε επικαλείται ότι προκάλεσε και έγινε διόρθωση της παραπάνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι από την επισκοπούμενη με αριθ. 780/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία δεν προσβάλλεται ως πλαστή, αποδεικνύεται, κατά το άρθρο 141 παρ.3 του ΚΠοινΔ, ότι και στον πρώτο βαθμό επιβλήθηκε στον άνω αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 12 και 6 μηνών αντίστοιχα για τις δύο πράξεις που καταδικάσθηκε και συνολική ποινή φυλακίσεως 16 μηνών (12+4), ενώ στο δεύτερο βαθμό, από την προσβαλλόμενη με αριθ. 131/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης προκύπτει, ότι του επιβλήθηκε ίση ποινή φυλακίσεως 12 και 6 μηνών αντίστοιχα για τις ίδιες πράξεις, αλλά συνολική ποινή μικρότερη, ήτοι 14 μηνών (12+2) και επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δε χειροτέρευσε τη θέση του κατηγορουμένου και δεν υπερέβη την εξουσία του.
Κατ' ακολουθίαν, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμες κατ' ουσίαν και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως, κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως με αριθ. 131/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, με αριθμούς εκθέσεων : α) 27/10-7-2008 της Χ1, β) 28/10-7-2008 του Χ2, γ) 29/10-7-2008 του Χ3, δ) 30/10-7-2008 του Χ4, ε) 31/10-7-2008 του Χ5 και στ) από 7-7-2008 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Φαρσάλων, του Χ6. Και
Καταδικάζει τους άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 20 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης της Α' αναιρεσείουσας ως ανυποστήρικτη, λόγω μη παράστασης αυτής, νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθείσας. Μαστροπεία από κοινού κατά συρροή και κατ' επάγγελμα. Άμεση συνέργεια σε μαστροπεία. Συμμορία. Υπόθαλψη εγκληματία. Ενεργητική δωροδοκία κατ' εξακολούθηση και συρροή. Παθητική δωροδοκία. Αβάσιμοι ουσία οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (όλων αναιρεσειόντων). Αβάσιμος ουσία ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της απορρίψεως του υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου για μεταβολή της κατηγορίας της μαστροπείας σε διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας, για μη συνδρομή επιβαρυντικής περίστασης κατ' επάγγελμα και για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του 84 παρ. 2α, β, δ, ε ΠΚ. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (των 2ου, 3ου, 5ου, 6ου αναιρεσειόντων) για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για παραβίαση των αρχών της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης λόγω παντελούς αοριστίας του. Αβάσιμος ουσία ο λόγος αναιρέσεως (4ου αναιρεσείοντος) για υπέρβαση εξουσίας λόγω επιβολής στο β' βαθμό μεγαλύτερης συνολικής ποινής από εκείνη που επέβαλε του πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συνέργεια, Δωροδοκία, Μαστροπεία, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1546/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αριάδνη Νούκα, περί αναιρέσεως της 44/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Τζούμα.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 459/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 302 παρ.1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη ή παράλειψή του. Η αμέλεια, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 28 Π.Κ, διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποίαν προέβλεψε μεν, ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο, ενώ δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τα αποδεικτικά, όμως, μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 44/2009 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ... Ο κατηγορούμενος, στην 34η χιλιομετρική θέση της Νέας Ε.Ο. ...-..., στις 20-7-2004 και περί ώρα 21:45, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε κατά την οδήγηση του οχήματος του το θανάσιμο τραυματισμό του ΑΑ, κατοίκου εν ζωή ... . Συγκεκριμένα, αποδείχθηκαν τα παρακάτω: Στον παραπάνω τόπο και χρόνο, οδηγώντας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... IX φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο ήταν φορτωμένο με μπάλες από άχυρα, έβαινε επί αγροτικής χωμάτινης οδού, η οποία συμβάλλει διαγωνίως στη ΝΕΟ ...-... . Στο σημείο αυτό η ΕΟ είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, πλάτους 4 μέτρων η κάθε μία. Το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος είναι 11 μέτρα, μαζί με το έρεισμα, πλάτους 1,5 μέτρων ανά κατεύθυνση. Επίσης, παρουσιάζει κατωφέρεια με μικρή κλίση (στην κατεύθυνση προς ...). Κατά το χρόνο εκείνο το οδόστρωμα ήταν ξηρό, οι συνθήκες καλές, η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή, χωρίς φωτισμό, ενώ είχε ήδη νυχτώσει. Από το σημείο που ο χωματόδρομος συμβάλλει στην ΕΟ και προς ... (αριστερά σε σχέση με την πορεία του κατηγορουμένου) η ορατότητα δεν περιορίζεται από φυσικά ή άλλα εμπόδια, ενώ προς ... (δεξιά σε σχέση με την πορεία του κατηγορουμένου) η ορατότητα είναι απεριόριστη τουλάχιστον μέχρι 350 μέτρα. Από το σημείο αυτό και πέρα περιορίζεται η ορατότητα γιατί ο δρόμος παρουσιάζει καμπύλη. Κατά τον ίδιο χρόνο, και επί της ως άνω ΕΟ έβαινε ο ΑΑ, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, με κατεύθυνση προς ... . Όταν λοιπόν ο κατηγορούμενος έφθασε στο σημείο συμβολής του χωματόδρομου με την ΕΟ και έχοντας πρόθεση να διασχίσει το ρεύμα πορείας προς ... για να εισέλθει στο απέναντι ρεύμα προς ... (αριστερά σε σχέση με την πορεία του), δεν οδηγούσε το ως άνω όχημα του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και εισήλθε στην ΕΟ χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων και να παραχωρήσει προτεραιότητα, όπως όφειλε στους οδηγούς που κινούνταν σ' αυτήν, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 26 παρ. 5 εδ. δ' του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ). Έτσι, κινούμενος διαγωνίως, ενώ ακόμα βρισκόταν σε πορεία εισόδου προς το ρεύμα του, χωρίς να περάσει εντελώς τη διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, να εισέλθει πλήρως σ' αυτό και να ευθυγραμμίσει το όχημα του, συγκρούστηκε με το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ΑΑ, ο οποίος υπέστη κατάγματα οστών των οφθαλμικών κογχών και των ρινικών οστών, κάταγμα της άνω μοίρας του δεξιού βραχιονίου οστού, κάταγμα της κάτω μοίρας των αριστερών κερκίδας και ωλένης, ανοιχτό κάταγμα του αριστερού αγκώνα (της άρθρωσης), πλήρη ακρωτηριασμό του μικρού δακτύλου της αριστερής άκρας χειρός, κάταγμα της κάτω μοίρας αμφοτέρων των κνημών και περονών και διάσπαρτες εκδορές και εκχυμώσεις σώματος, εξαιτίας των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του. Από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης το μεν IX φορτηγό κατέληξε κάθετα σε παρακείμενο αγρό, δεξιά σε σχέση με την πορεία του και σε απόσταση 25 μέτρων περίπου από το σημείο σύγκρουσης, ενώ το άλλο όχημα (IX), το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς, ακινητοποιήθηκε κάθετα στο δεξιό άκρο της ΕΟ, σε απόσταση 9 μέτρων περίπου από το σημείο σύγκρουσης, το οποίο ορίζεται στο κέντρο και προς τα αριστερά του ρεύματος κυκλοφορίας προς ... (βλ. σχεδιάγραμμα και έκθεση αυτοψίας της τροχαίας). Η κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με το σημείο σύγκρουσης ενισχύεται και από τις σχετικές φωτογραφίες, στις οποίες εμφαίνονται οι χαραγές που άφησαν στο οδόστρωμα τα σπασμένα εξαρτήματα του φορτηγού, οι οποίες είναι παράλληλες σε σχέση με την πορεία του IX αυτοκινήτου και πλησίον της διακεκομμένης διαχωριστικής (των δύο ρευμάτων) γραμμής. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν πλαγιομετωπική. Συγκεκριμένα, το ΙΧΕ αυτοκίνητο συγκρούστηκε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του στο πίσω πλάγιο δεξιό μέρος του ΙΧΦ αυτοκινήτου. Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή η συγκρουσθείσα επιφάνεια του φορτηγού είναι η παραπάνω ενισχύεται και από το ότι οι δεξιοί τροχοί του πίσω άξονα μετατοπίστηκαν προς τα εμπρός (βλ. τις φωτογραφίες), κάτι που δεν ήταν δυνατόν να συμβεί αν το φορτηγό είχε ήδη ευθυγραμμιστεί.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι, κατά το χρόνο της σύγκρουσης το φορτηγό του είχε ευθυγραμμιστεί στο ρεύμα πορείας του (προς ...) και ότι ο οδηγός του IX αυτοκινήτου είχε επιπέσει στο πίσω μέρος του φορτηγού μετά την ευθυγράμμιση. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από γεγονός ότι το σημείο σύγκρουσης ορίζεται στο κέντρο και προς τα αριστερά του ρεύματος κυκλοφορίας προς ..., το οποίο υποδηλώνει ότι κατά το χρόνο της σύγκρουσης το φορτηγό εκινείτο ακόμη διαγωνίως επί της ΕΟ, χωρίς να έχει περάσει εντελώς τη διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας. Επίσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι εισήλθε στο οδόστρωμα της ΕΟ, αφού προηγουμένως σταμάτησε το όχημα του, ήλεγξε και βεβαιώθηκε ότι δεν κινούνται άλλα οχήματα σ' αυτήν, μέχρι του σημείου που έφθανε η ορατότητα του και ότι το αυτοκίνητο του θύματος βρισκόταν πέραν από το πεδίο ορατότητας του, δηλαδή πέραν από τα 350 μέτρα, μετά την καμπύλη του δρόμου, και έτσι δεν ήταν δυνατόν να το δει. Είναι αλήθεια ότι το αυτοκίνητο του τελευταίου υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή. Τούτο καταδεικνύει ότι η ταχύτητα του υπερέβαινε τα 90 χλμ/ώρα, που είναι το όριο ταχύτητας στο σημείο του ατυχήματος. Το γεγονός όμως αυτό, ουδόλως στηρίζει τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι το αυτοκίνητο του θύματος βρισκόταν πέραν από το πεδίο ορατότητας του, για τους παρακάτω λόγους. Το σημείο συγκρούσεως βρίσκεται σε απόσταση 10 μέτρων περίπου από το σημείο συμβολής του χωματόδρομου στην ΕΟ και συνεπώς το θύμα θα έπρεπε να τρέχει με τόση μεγάλη ταχύτητα ώστε να καλύψει την πέραν των 350 μέτρων απόσταση μέσα στον ίδιο χρόνο που χρειάστηκε το φορτηγό μέχρι το σημείο συγκρούσεως, πράγμα το οποίο δεν αποδείχθηκε. Εκτός τούτου, και αν ακόμα υποθέσουμε ότι, κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος ετοιμαζόταν να εισέλθει στην ΕΟ, το αυτοκίνητο του θύματος βρισκόταν μετά την καμπύλη του δρόμου (δηλαδή πέραν από τα 350 μέτρα, που έφθανε η ορατότητα του), εφόσον ήταν νύχτα και το εν λόγω αυτοκίνητο εκινείτο με τα φώτα αναμμένα, χωρίς να υπάρχει αντιθέτως κινούμενο όχημα, αυτός μπορούσε ευχερώς να τα αντιληφθεί προτού φθάσει τούτο στο ανώτερο σημείο της καμπύλης, δεδομένου ότι λόγω της καμπύλης η δέσμη φωτός φεύγει προς τα πάνω, και να πράξει όπως όφειλε. Να του παραχωρήσει δηλαδή προτεραιότητα, ενόψει και του γεγονότος ότι το όχημα του ήταν φορτωμένο και δεν θα μπορούσε να κινηθεί με ταχύτητα στο οδόστρωμα της ΕΟ για να εισέλθει εγκαίρως στο απέναντι ρεύμα κυκλοφορίας. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε ανέλεγκτα στην ΕΟ, χωρίς να αντιληφθεί το αυτοκίνητο του θύματος το οποίο ερχόταν με αναμμένα τα φώτα πορείας και να του παραχωρήσει προτεραιότητα, με τις ως άνω συνέπειες ...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας καταδίκασε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, κατά πλειοψηφία, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Για την πράξη του δε αυτή το Τριμελές Εφετείο επέβαλε στον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία.
ΙΙΙ. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 28 και 302 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα προσδιορίζονται με επάρκεια οι συνθήκες επέλευσης του ένδικου ατυχήματος, το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου (άνευ συνειδήσεως αμέλεια) και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του ΑΑ. Συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη απόφαση, με την παραδοχή της ότι η αμέλεια του κατηγορουμένου συνίσταται στο ότι, αντί αυτός όταν έφθασε στο σημείο συμβολής του χωματόδρομου με την ΕΟ, όπου αυτός εκινείτο, και έχοντας πρόθεση να διασχίσει το ρεύμα πορείας προς Θεσσαλονίκη για να εισέλθει στο απέναντι ρεύμα προς Φλώρινα, εισήλθε στην ΕΟ χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων και να παραχωρήσει προτεραιότητα, όπως όφειλε, αλλά κινούμενος διαγωνίως και χωρίς να περάσει εντελώς τη διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας και να ευθυγραμμίσει το όχημα του, συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ΑΑ, ο οποίος υπέστη τις αναφερόμενες στην απόφαση σωματικές βλάβες, εξαιτίας των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του, με πληρότητα αιτιολογεί, κατά ποιόν τρόπο οι ανωτέρω αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα ενέργειες, είχαν ως αποτέλεσμα τη σύγκρουση και τον εντεύθεν θάνατο του ΑΑ, καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος.
IV. Ειδικότερα ο αναιρεσείων, με τον πρώτο, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεση, για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδίδει, σ' αυτήν τις πλημμέλειες ότι δεν αιτιολογεί την παραδοχή της ότι δεν ακινητοποίησε το όχημά του πριν την είσοδό του στην εθνική οδό, τη στιγμή μάλιστα που, όπως αναφέρει, πλήρως αποδείχθηκε, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, (φωτογραφικό υλικό και καταθέσεις μαρτύρων ... και ...), που το Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε, ότι η ακινητοποίηση αυτού ήταν εκ των πραγμάτων υποχρεωτική, λόγω υψομετρικής διαφοράς του χωματόδρομου με την εθνική οδό. Ότι αυθαίρετα και χωρίς καμία απολύτως αιτιολογία δέχεται ως δεδομένο, ότι η απόσταση από το σημείο εξόδου του αναιρεσείοντος από τον χωματόδρομο μέχρι το σημείο συγκρούσεως είναι δέκα μέτρα χωρίς ν' αναφέρει από που προκύπτει αυτή η απόσταση. Επίσης ότι δεν προσδιορίσει ποια ήταν η ταχύτητα του θανόντος, ποιος ήταν κατά προσέγγιση ο χρόνος που απαιτήθηκε για να φτάσει το φορτηγό του αναιρεσείοντος στο σημείο συγκρούσεως, δεδομένου ότι από το διαφημιστικό φυλλάδιο του αυτοκινήτου του παθόντος και από την κατάθεση του πραγματογνώμονα προκύπτει ότι το αυτοκίνητο αυτό έβαινε με ταχύτητα που ξεπερνούσε τα 200 χλμ την ώρα και τα 350 μέτρα διανύονται σε 6.3 δευτερόλεπτα, ενώ "δεν αναφέρει από που διαμόρφωσε άποψη ότι μετά την καμπύλη δεν υπήρχε αντιθέτως κινούμενο όχημα και κυρίως δεν αναφέρει με ποια σκάλα φώτων κινούνταν ο θανών". Επίσης, στον αυτό λόγο αναίρεσης, προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απορρίπτουσα τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το φορτηγό του είχε ευθυγραμμιστεί επί του ρεύματος πορείας προς ..., στηρίχθηκε σε αντιφατικές αιτιολογίες, διότι η παραδοχή ότι οι δεξιοί τροχοί μετατοπιστήκαν προς τα εμπρός και όχι με πλάγια προς τα αριστερά φορά, αποδεικνύουν πλήρως την ευθυγράμμιση του φορτηγού επί του οδοστρώματος και την ευθεία κίνηση του επ' αυτού και όχι την διαγώνια κίνηση του, όπως και οι χαραγές που άφησαν στο οδόστρωμα τα σπασμένα εξαρτήματα του φορτηγού, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως συνεκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην αίτηση, (φωτογραφικό υλικό, σχεδιάγραμμα της τροχαίας κλπ), από τα οποία πλήρως αποδείχθηκε το γεγονός της ευθυγραμμίσεως του φορτηγού αυτοκινήτου πριν από την σύγκρουση, "με αποτέλεσμα να καταλείπονται λογικά κενά". Οι πιο πάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα αναφερόμενα στην αίτηση αποδεικτικά μέσα (φωτογραφίες, έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων), είναι αβάσιμες, αφού το Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία και αξιολογική συσχέτιση εκάστου. Επίσης δεν απαιτείται να αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης από ποιο αποδεικτικό μέσο προκύπτει κάθε παραδοχή του Δικαστηρίου, ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται η παράθεση των επιπλέον στοιχείων που αναφέρονται στην αίτηση. Κατά τα λοιπά οι πιο πάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αναφέρονται σε εσφαλμένη - κατά τον αναιρεσείοντα - εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία, όμως, δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Έτσι, οι παραδοχές του Τριμελούς Εφετείου, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν ήλεγξε την κίνηση της εθνικής οδού πριν εισέλθει σε αυτή από το χωματόδρομο, ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν το αναφερόμενο στη απόφαση, ότι το όχημα του αναιρεσείοντος δεν είχε ευθυγραμμισθεί κατά το χρόνο στης σύγκρουσης και ότι, με την ταχύτητα που έτρεχε το όχημα του θανόντος οδηγού (άνω των 90 χλμ/ώρα), δεν μπορούσε να διανύσει την απόσταση των 350 μετρων, πριν διανύσει το όχημα του κατηγορουμένου την απόσταση των 10 μέτρων, αποτελούν εκτιμήσεις περί τα πράγματα και δεν ελέγχονται αναιρετικά. Αντίφαση που ιδρύει αναιρετικό λόγο, νοείται αντίφαση που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και όχι από της παραδοχές αυτής με όσα προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλονται οι πιο πάνω αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
V. Ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση με τις ανωτέρω παραδοχές της δέχεται, όπως κατά λέξη αναφέρει, "από την μία ότι η αμέλεια μου είναι ενσυνείδητη και από την άλλη ασυνείδητη. Η ενσυνείδητη αμέλεια προκύπτει από την παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι σε κάθε περίπτωση είχα στο οπτικό μου πεδίο τον θανόντα. Αφού λοιπόν είχα τον θανόντα σε οπτική επαφή και δεν παραχώρησα προτεραιότητα σ' αυτόν αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι βλέποντας το αυτοκίνητο του θανόντα προέβλεψα μεν ότι από τη συμπεριφορά μου μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευα όμως ότι θα το αποφύγω. Η ασυνείδητη αμέλεια προκύπτει από την παραδοχή της απόφασης ότι εισήλθα ανέλεγκτα στην ΕΟ χωρίς ν' αντιληφθώ το αυτοκίνητο του θύματος το οποίο ερχόταν με αναμμένα φώτα πορείας και να του παραχωρήσω προτεραιότητα και ότι από αμέλεια μου, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλα κατά τις περιστάσεις και μπορούσα να καταβάλω προξένησα με το όχημα μου, κατά την οδήγηση του, το θανάσιμο τραυματισμό του ΑΑ, χωρίς να προβλέψω το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη μου". Έτσι, όπως αναφέρει ο αναιρεσείων, "δεν καθίσταται φανερό ποιό από τα δύο είδη αμέλειας δέχθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα από την ασάφεια και την αντίφαση αυτή να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 28, και 302 ΠΚ". Οι πιο πάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Το ότι ο αναιρεσείων είχε τον θανόντα σε οπτική επαφή και δεν παραχώρησε προτεραιότητα σ' αυτόν και συνεπώς βλέποντας αυτός το αυτοκίνητο του θανόντα προέβλεψε μεν ότι μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το αποφύγει, δεν αποτελεί παραδοχή της απόφασης, αλλά αυθαίρετο συμπέρασμα του αναιρεσείοντος. Αντιθέτως με την προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων "μπορούσε ευχερώς να τα αντιληφθεί προτού φθάσει τούτο (δηλαδή το Ι.Χ.Ε) στο ανώτερο σημείο της καμπύλης, δεδομένου ότι λόγω της καμπύλης η δέσμη φωτός φεύγει προς τα πάνω, και να πράξει όπως όφειλε ... . Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε ανέλεγκτα στην ΕΟ, χωρίς να αντιληφθεί το αυτοκίνητο του θύματος το οποίο ερχόταν με αναμμένα τα φώτα πορείας και να του παραχωρήσει προτεραιότητα, με τις ως άνω συνέπειες ...".
Συνεπώς, το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε άνευ συνειδήσεως αμέλεια του κατηγορούμενου αναιρεσείοντος και για την αμέλεια αυτή κρίθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας, όπως προκύπτει και από το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VΙ. Μετά από αυτά και την απόρριψη των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας στον αναιρεσείοντα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 186, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 3/16-3-2009 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 44/21-1-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (σύγκρουση αυτοκινήτων). Στοιχεία εγκλήματος. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Αιτιολογία συνειδητής και ασυνείδητης αμέλειας. Δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1545/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάρη, περί αναιρέσεως της ΑΤ114/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 454/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ελλειψη αιτιολογίας υπάρχει και όταν ενώ μία αξιόποινη πράξη τιμωρείται είτε από πρόθεση είτε από αμέλεια τελουμένη, δεν εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση για την πράξη αυτή περιστατικά που να στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου ότι η πράξη αυτή ετελέσθη από πρόθεση και όχι από αμέλεια.
Περαιτέρω κατ' άρθρα 264 παρ. 1 της Αγορανομικής Διατάξεως 14/1989 "απαγορεύεται στους λιανοπωλητές να διατηρούν και να εκθέτουν για πώληση έτοιμο κιμά, δηλαδή κομμένο εκ των προτέρων από νωπό ή κατεψυγμένο κρέας", 15 Π.Δ. 40 της 11/21-1-1977 "περί της κτηνιατρικής επιθεωρήσεως των σφαγίων ζώων και προϊόντων ζωϊκής προελεύσεως". Τα τρόφιμα αναλόγως των αποτελεσμάτων των κτηνιατρικών επιθεωρήσεων βάσει της εν γένει υγιεινής και ποιοτικής καταστάσεως εις ην ταύτα ευρίσκονται και των όρων της ισχυούσης νομοθεσίας χαρακτηρίζονται ως ακολούθως: ε) ακατάλληλα προς κατανάλωσιν ως μη πληρούντα τις διατάξεις της ισχυούσης νομοθεσίας, ως τοιαύτα νοούνται τα τρόφιμα τα οποία δεν πληρούν ένα ή περισσοτέρους όρους της σχετικής νομοθεσίας. Η τύχη τούτων καθορίζεται εις τας οικείας διατάξεις".
Τέλος κατ' άρθρον 30 Ν.Δ 136/1946 με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και δι' αμφοτέρων των ποινών τούτων τιμωρούνται ... παρ. 15 "Οι οπωσδήποτε παραβαίνοντες τας κατά τον παρόντα νόμον εκδιδομένας αγορανομικάς διατάξεις και άλλας αστυνομικάς διατάξεις ρυθμιζούσας αγορανομικά αντικείμενα" και άρθρο 33 αυτού, εάν η άνω παράβαση ετελέσθη εξ αμελείας επιβάλλεται φυλάκιση το πολύ εξ μηνών ή χρηματική ποινή. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. Α.Τ. 114/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, τούτο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, μετά από αναφορά κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων εδέχθη τα εξής: "Στις 18-10-2004, τυγχάνων διευθυντής του S/M CARREFOUR -ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε., που βρίσκεται επί της οδού ... στην περιοχή ..., κατά γενόμενο αγορανομικό έλεγχο κατελήφθη να έχει εντός του χώρου του κρεοπωλείου του άνω καταστήματος προς πώληση 32 κιλά κιμά από βόειο και χοίρειο κρέας, νωπό ή κατεψυγμένο προκομμένο ενώ ο κιμάς πρέπει να παρασκευάζεται παρουσία του πελάτη από το επιλεγόμενο από αυτό κρέας. Την παραπάνω δε ποσότητα κιμά, που ήταν κομμένη εκ των προτέρων και τοποθετημένη σε δισκάκια από φελιζόλ και ως εκ τούτου ήταν ακατάλληλη προς βρώση και κατανάλωση, ως μη πληρούσα τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, διέθετε αυτός στην κατανάλωση. Επομένως ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών".
Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι "στον ... την 18-10-2004 τυγχάνων Δ/ντής του S/M CARREFOUR-ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ κατ/τος ευρισκομένου επί της οδού ..., από πρόθεση: Α) Παραβίασε την 14/89 Αγορανομική Διάταξη και συγκεκριμένα εντός του χώρου του κρεοπωλείου του ανωτέρου καταστήματος κατά γενόμενο αγορανομικό έλεγχο κατελήφθη να έχει, προς πώληση [32] τριάντα δύο κιλά κιμά [προκομμένο] από βόειο και χοίρειο κρέας νωπό ή κατεψυγμένο, ενώ ο κιμάς πρέπει να παρασκευάζεται παρουσία του πελάτη από επιλεγόμενο απ' αυτόν κρέας μετά ή χωρίς κόκαλα. Β) Κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο και με την ίδια ιδιότητα, κατελήφθη να διαθέτει στην κατανάλωση τρόφιμα ακατάλληλα προς βρώση και κατανάλωση, ήτοι τρόφιμα τα οποία δεν πληρούσαν τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και ειδικότερα κατελήφθη να κατέχει και να διαθέτει προς πώληση [32] τριάντα δύο κιλά κιμά από βόειο και χοίρειο κρέας τοποθετημένο σε δισκάκια από φελιζόλ, κιμάς κομμένος εκ των προτέρων".
Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και ειδικότερα την μορφή της υπαιτιότητος του αναιρεσείοντος ήτοι την πρόθεση (δόλο) με την οποίαν ετέλεσε τις άνω παραβάσεις.
Συνεπώς ο σχετικός μόνος λόγος της αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση εις την οποίαν, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν προσδιορίζεται ο δόλος ή η αμέλεια τελέσεως των πράξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, απορριπτέα δε στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως.
Περαιτέρω εφόσον ο Άρειος Πάγος σύμφωνα με το άρθρο 514 εδ. δ' ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 50 παρ. 7 Ν 3160/2003, μπορεί, ακόμη και αν δεν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, αυτεπαγγέλτως να παραθέσει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφηρμόσθη στην προσβαλλομένη απόφαση, πολύ δε περισσότερο δικαιούται να πράξει τούτο (και) όταν ο αναιρεσείων είναι παρών.
Συνεπώς πρέπει στην προκειμένη περίπτωση να παρατεθεί στην προσβαλλομένη απόφαση το άρθρο 30 παρ. 15 Ν.Δ. 136/1946 που εφηρμόσθη στην προσβαλλομένη απόφαση, σε σχέση με την παράβαση της Α.Δ. 14/1989.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Μαρτίου 2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. Α.Τ. 114/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Και
Συμπληρώνει την άνω απόφαση με την παράθεση στο σκεπτικό της του άρθρου 30 παρ. 15 ΝΔ 136/1946.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση αγορανομικής διατάξεως (άρθρ. 30 § 15, Ν.Δ. 136/1946 και άρθρο 33) αυτού. Η πράξη τιμωρείται ή από δόλο ή από αμέλεια, η μορφή δε της υπαιτιότητας πρέπει να αναγράφεται στην απόφαση. Άρθρο 514 εδ. δ' ΚΠΔ όπως ισχύει. Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου μπορεί να παραθέσει το άρθρο που εφηρμόσθη εάν δεν έχει παρατεθεί από το δικαστήριο της ουσίας. Απορρίπτει αίτηση. Συμπληρώνει με την παράθεση του άρθρου 30 παρ. 15 ΝΔ 136/1946.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αγορανομικός Κώδικας.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1544/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Θάνο, περί αναιρέσεως της 5202/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 365/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τα διάταξη της παρ.1 εδ. α του άρθρου 29 του Ν. 2971/2001 (αντίστοιχη της προϊσχύουσας διάταξης του άρθρου 24 παρ. 2α' του ΑΝ 2344/1940, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΑΝ 263/1968), "Όποιος χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής ή με άδεια που εκδίδεται κατά παράβαση του νόμου αυτού επιφέρει στον αιγιαλό, την παραλία, τη θάλασσα, τον πυθμένα, τη ζώνη λιμένα, τη μεγάλη λίμνη, πλεύσιμο ποταμό, όχθη ή παρόχθια ζώνη μεγάλης λίμνης ή πλεύσιμου ποταμού οποιαδήποτε μεταβολή με την κατασκευή, τροποποίηση ή καταστροφή έργων ή του εδάφους ή του πυθμένα με τη λήψη χώματος, λίθων ή άμμου ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, ανεξάρτητα αν με τον τρόπο αυτόν επήλθε ζημιά σε οποιονδήποτε, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους....". "Αιγιαλός", κατά διάταξη της παρ.1 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, "είναι η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της". Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, ενώ η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι, κατ' αρχή, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Μόνο, αν, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώση ορισμένων περιστατικών, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που τη δικαιολογούν. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε , στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5202/2008 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι διευθύνων σύμβουλος και με την ιδιότητα αυτή νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ "ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΑΣΤΗΡ ", η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα ..., στη θέση "...", ξενοδοχεία. Παραπλεύρως του Ξενοδοχείου "..." της ως άνω εταιρίας, κατά το πρώτο πενθήμερο του μηνός Μαρτίου 2002, ο κατηγορούμενος υπό την ως άνω ιδιότητα του, χωρίς οποιαδήποτε άδεια της αρμόδιας αρχής επέφερε στον αιγιαλό μεταβολή με την κατασκευή έργου και τροποποίηση του εδάφους και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο κατασκεύασε αμμοκράτη από φυσικούς ογκολίθους, εμβαδού 76 τ.μ., ήτοι μήκους 19μ. και πλάτους 4,00 μ. μέσα στη θάλασσα, όπως υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α του τοπογραφικού διαγράμματος που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας της Κτηματικής Υπηρεσίας ..., που συνορεύει νοτιοδυτικά (πλευρά ΓΔ) με αιγιαλό, με τη λωρίδα δηλαδή της ξηράς που συνορεύει με τη θάλασσα και βρέχεται από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της και καλύπτεται και προς όλες τις άλλες διευθύνσεις με θάλασσα....". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος με το ελαφρυντικό, που και πρωτοδίκως του είχε αναγνωριστεί, ότι στην πράξη του αυτή προέβη από αίτια μη ταπεινά (άρθρο 84 παρ. 2 β ΠΚ), και για την πράξη του αυτή, η οποία, συνιστά παράβαση του άρθρου 29 παρ.1 του Ν.2971/2001, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια.
ΙΙΙ. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παράβασης του άρθρου 29 παρ.1 του Ν.2971/2001, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία εφάρμοσε ορθά, και την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, κατά τη σαφή πιο πάνω διάταξη του άρ. 29 παρ.1 του ν. 2971/01, αποτελεί αξιόποινη πράξη, τιμωρούμενη με τις στη διάταξη αυτή ποινές, πλην άλλων, και η χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής μεταβολή του αιγιαλού με οποιονδήποτε τρόπο, όπως είναι και η κατασκευή αμμοκράκτη, με ρίψη ογκολίθων στον αιγιαλό, αρκεί, κατ' αυτόν τον τρόπο να επήλθε μεταβολή αυτού, όπως αιτιολογημένα δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση με τις πιο άνω παραδοχές της ότι επήλθε με την περιγραφόμενη σε αυτή κατασκευή. Οι προσωρινές κατασκευές που αναφέρει στην αίτησή του ο αναιρεσείων (πέργολες σε αιγιαλό, πύργος ναυαγοσώστη, αποδυτήρια κλπ), που δεν έχουν σταθερή σύνδεση με το έδαφος και δεν εμπίπτουν στην εν λόγω διάταξη, εφόσον δεν μεταβάλουν τον αιγιαλό, δεν έχουν σχέση με την επίμαχη κατασκευή, που δεν είναι προσωρινή κατασκευή, και μετέβαλαν τον αιγιαλό, κατά τις παραδοχές της απόφαση, στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς, ο από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 περ'. Ε του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 29 αρ. 1 του ν. 2971/01, με την αιτίαση ότι, κατά διάταξη αυτή, "κατασκευής έργων" νοείται "κάθε τεχνική κατασκευή που δημιουργεί κατά οιονδήποτε τρόπο σταθερή σύνδεση με το έδαφος" και "από κανένα σημείο της άνω αποφάσεως δεν προκύπτει ότι υπήρξε κατασκευή εν τη έννοια του νόμου εκ μέρους του καταδικασθέντος", είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της αποφάσεως δεν απαιτείται η παράθεση επιπλέον στοιχείων. Ειδικότερα, αναφορικά με το δόλο του αναιρεσείοντος, δεν απαιτείται η παράθεση επιπλέον περιστατικών, αφού ο δόλος αυτός προκύπτει από τις αναφερόμενες στο σκεπτικό ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς της συγκεκριμένης πράξεως, αφού, για το αξιόποινο της πράξεως αυτής, δεν απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοιά της, και πρόσθετα στοιχεία, όπως ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη αυτή τελών εν γνώσει ότι αυτό απαγορεύεται. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης με την αιτίαση ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της απαγορεύσεως τελέσεως της πράξεως αυτής. Ούτε, άλλωστε ο αναιρεσείων πρότεινε οποιοδήποτε περί πλάνης ισχυρισμό, ώστε το Δικαστήριο να υποχρεούται να του απαντήσει. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που διαλαμβάνονται στον αυτό λόγο αναίρεσης, κατά τις οποίες, όπως αυτός αναφέρει, "από τα αναγραφόμενα στο κείμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι ο καταδικασθείς όχι μόνον δεν γνώριζε την τέλεση της πράξεως, καθότι αυτή έγινε μεν από τα συνεργεία της εταιρίας της οποίας τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος αλλά τα άτομα αυτά ενεργούσαν υπό τις οδηγίες και εντολές της ΔΕΚΕ, εν απουσία του, που τότε κατασκεύαζε αποστραγγιστικό έργο στο σημείο εκείνο με την τοποθέτηση σωληνώσεων για να καταλήγουν τα όμβρια ύδατα στην θάλασσα", ανεξαρτήτως της αβασιμότητας αυτών, αφού πουθενά στην απόφαση δεν αναφέρεται, ούτε συνάγεται, ότι ο καταδικασθείς δεν γνώριζε την τέλεση της πράξεως, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου.
IV. Μετά από αυτά κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 8/26-2-2009 αίτηση του ..., κατοίκου ..., για αναίρεση της 5202/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση του άρθρου 29 § 1 εδ. α του Ν. 2971/2001. Μεταβολή αιγιαλού χωρίς άδεια. Έννοια διατάξεως, Κατασκευή έργου αμμοκράτη. Λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και για έλλειψη αιτιολογίας. Αβάσιμοι οι λόγοι. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αιγιαλού μεταβολή.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1543/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Απόστολο Καραγιάννη και Λάμπρο Μπρεάνο, περί αναιρέσεως της 593, 594, 595/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 306/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 του ίδιου Κώδικα, με πρόθεση πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης και επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα αυτά περιστατικά και τα αποδέχεται. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν την αφαίρεση ζωής άλλου, με θετική ενέργεια ή και ακόμη με την παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο και υποκειμενικά δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, που συνίσταται, ο μεν άμεσος, στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της θανάτωσης του άλλου, ο δε ενδεχόμενος, στην αποδοχή του ενδεχομένου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου. Ειδικότερα επί ενδεχομένου δόλου, ο υπαίτιος δεν θέλει μεν ούτε επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει όμως ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειας ή παραλείψεως του και το αποδέχεται. Απαιτείται δηλαδή πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος και αποδοχή του. Η αποδοχή ειδικότερα του εγκληματικού αποτελέσματος, αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πεποίθηση (πίστη) ή την ελπίδα ή την ευχή αποφυγής του (μη επελεύσεώς του), η οποία πεποίθηση, ελπίδα ή ευχή, αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του ΠΚ, στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ του ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό και των δύο τούτων στοιχείο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 1 και 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη ή παράλειψη οφειλόμενης ενεργείας αυτού (άρθρο 15 ΠΚ), η οποία σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υποστάσεως, επιφέρει δηλαδή τη θανάτωση του παθόντος, καθώς και εκείνη, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια ή σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την ανωτέρω πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), ώστε, κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα και συστατικό μέρος αυτής, ενόψει του όλου σχεδίου του δράστη. Επίσης από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του προαναφερόμενου άρθρου του ΠΚ, συνάγεται περαιτέρω ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση, είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητώς στη διάταξη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από αυτά τα στάδια, δεν συντρέχουν οι όροι της παραγράφου 2 του άρθρου 299 ΠΚ, για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή την επιβολή πρόσκαιρης αντί ισόβιας κάθειρξης, θεωρείται ότι υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής, όταν λαμβάνει χώρα αιφνίδια υπερδιέγερση ενός συναισθήματος ή πάθους, όπως οργής, φόβου κλπ, η οποία εξελίχθηκε τέτοια ψυχική κατάσταση ώστε να αποκλείει από τον δράστη τη δυνατότητα να σταθμίσει τα αίτια που τον ωθούν στην τέλεση της πράξεως και εκείνα που τον συγκρατούν από αυτήν, χωρίς όμως να φθάσει μέχρι τη διατάραξη της συνειδήσεώς του, με συνέπεια την ανικανότητα ή μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό κατά τα άρθρα 34 και 36 του ΠΚ. Ο βρασμός ψυχικής ορμής είναι μια διατάραξη της συνείδησης, που περιορίζεται μόνο στην υπερένταση του συναισθήματος και του πάθους και δεν απαιτείται εντεύθεν η συναγωγή αξιολογικής κρίσης ότι συνεπεία τούτου επήλθε και ουσιαστική μείωση της ικανότητας του δράστη να αντιληφθεί το άδικο χαρακτήρα της πράξης ή να ενεργήσει σύμφωνα με τη συνείδησή του γι' αυτό. Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 313 ΠΚ προκύπτει ότι στοιχεία του εγκλήματος της συμπλοκής είναι ο δόλος του δράστη που ενέχει τη γνώση αυτού ότι πρόκειται περί συμπλοκής πολλών (τουλάχιστον τριών) και τη θέληση αυτού να λάβει μέρος εις αυτή καθ' οιονδήποτε τρόπο. Μεταξύ του παραπάνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας και της συμπλοκής, αν κάποιος από τους συμπλακέντες ευθύνεται ειδικά για πράξη ανθρωποκτονίας, υπάρχει αληθινή συρροή, αφού πρόκειται για ανεξάρτητες και αυτοτελώς κολάσιμες αξιόποινες πράξεις, συγκείμενες από ιδιαίτερα στοιχεια και κανένα απ' αυτά δεν απορροφάται από το άλλο, καθόσον δεν αποτελεί κανένα συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση του άλλου ή κατά νόμο αναγκαίο μέσο τελέσεως ή την αναγκαία συνέπεια αυτού. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 α του ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, και κατά την όμοια του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρ. 310 παρ. 2 ΠΚ) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης ( άρ. 308) απαιτείται πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλου και δόλος του δράστη κατευθυνόμενος στην παραγωγή αυτών των αποτελεσμάτων, ενώ η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντα ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, όπως αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 του Π.Κ., ενώ για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι καταρχήν αναγκαίο να δικαιολογείται, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και το στοιχείο της αποδοχής του.
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Aθηνών, με την την προσβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείoντα για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, σε βρασμό ψυχικής ορμής, με ενδεχόμενο δόλο, κατά συρροή, όπως δε προκύπτει από τα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "... Ο ΑΑ, ξυλουργός είχε αναλάβει την εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών σε υπό ανέγερση οικοδομή επί της οδού ..., στην ... και δη παραπλεύρως στον αριθμό ... όπου βρίσκεται η κατοικία του κατηγορουμένου. Το συνεργείο του ΑΑ αποτελούσαν οι, ο αδελφός του BB, ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ, γιος του αδελφού του. Στις 24/6/1999 ο BBστάθμευσε το ΑΡΑ 1391 ΙΧΕ αυτοκίνητο του, εργοστασίου κατασκευής LADA με το οποίο μετέβη στον τόπο της εργασίας του, μπροστά στην είσοδο του χώρου στάθμευσης (γκαράζ) της οικίας του κατηγορουμένου, σε τρόπο ώστε απέκλειε την είσοδο και έξοδο απ' αυτόν των αυτοκινήτων. Στις 11.30' της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος προσπάθησε να εξέλθει με το αυτοκίνητο του από τον στεγασμένο χώρο σταθμεύσεως και διαπίστωσε την ύπαρξη στην είσοδο αυτού του σταθμευμένου ως άνω αυτοκινήτου και αμέσως άρχισε, με παρατεταμένο κορνάρισμα του αυτοκινήτου του, να ειδοποιεί τον ιδιοκτήτη του σταθμευμένου αυτοκινήτου να έλθει να το απομακρύνει. Σε λίγο εμφανίσθηκε ο BB και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο του για να το απομακρύνει. Μόλις τον είδε ο κατηγορούμενος άρχισε να βρίζει με τις φράσεις "αλήτες, πούστηδες, κωλόπαιδα, μου έχετε κάνει τη ζωή μαύρη", εννοώντας ότι κάποιοι από τους εργαζόμενους στην παρακείμενη οικοδομή, το τελευταίο διάστημα, απέκλειαν την είσοδο του χώρου σταθμεύσεως με τα αυτοκίνητα που στάθμευαν εκεί. Αμέσως δημιουργήθηκε φραστικό επεισόδιο με ανταλλαγή εκατέρωθεν ύβρεων σε έντονο ύφος, κατά τη διάρκεια του οποίου ο κατηγορούμενος εξήγαγε από την τσέπη του παντελονιού του ένα ημιαυτόματο πιστόλι, τύπου Ζastava γιουγκοσλαβικής κατασκευής με γεμιστήρα που περιείχε έξι φυσίγγια. Ακούγοντας τους διαπληκτισμούς ο ΑΑ, που εργάζονταν στην γειτονική κατά τα άνω οικοδομή προσέτρεξε σε βοήθεια του αδελφού του. Όπως καταθέτει, ο εν λόγω ΑΑ, παρά την διάθεση του να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, όπως θα λεχθεί κατωτέρω, δεν κρατούσε κάτι στα χέρια του, ούτε τα ως άνω λοιπά μέλη του συνεργείου του, που μετ' ολίγο προσέτρεξαν στον τόπο του επεισοδίου, που λάμβανε χώρα, όπως θα λεχθεί, έξω από το γκαράζ, κρατούσαν στα χέρια τους διάφορα αντικείμενα ή εργαλεία με τα οποία θα μπορούσαν να επιτεθούν στον κατηγορούμενο, παρότι οι ίδιοι, για πρώτη φορά στο παρόν Δικαστήριο και με την αυτή διάθεση να βοηθήσουν, όπως θα λεχθεί και για τον λόγο που θα εκτεθεί, τον κατηγορούμενο, καταθέτουν ότι κρατούσαν κάποιο από τα εργαλεία τους. Ενώ πλησίαζαν οι ανωτέρω στην είσοδο του χώρου στάθμευσης ο BB, απομακρυνόμενος λόγω του φόβου που του προκάλεσε η θέα του όπλου, τους κατέστησε προσεκτικούς, λέγοντας "παιδιά έχει πιστόλι, προσέχετε". Πρώτος πλησίασε ο ΑΑ, ο οποίος με την γυναίκα του κατηγορουμένου που βρισκόταν εκεί τον παρακάλεσαν να βάλει το όπλο στην τσέπη, πράγμα το οποίο αυτός έκανε. Όταν είδε όμως να πλησιάζουν οι λοιποί εργαζόμενοι το έβγαλε εκ νέου από την τσέπη του παντελονιού του, λέγοντας "τώρα θα σας δείξω εγώ κωλόπαιδα που μου έχετε κάνει τη ζωή δύσκολη". Επακολούθησε έντονο φραστικό επεισόδιο μεταξύ τους, κατά το οποίο έγινε ανταλλαγή ύβρεων, το οποίο επέτεινε την οργή του κατηγορουμένου και αύξησε την ψυχική υπερένταση του, εξαιτίας του προηγηθέντος επεισοδίου με τον BB, όταν δε είδε να πλησιάζουν και οι λοιποί ως άνω εργατοτεχνίτες του συνεργείου, όπως δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση, χωρίς κατά το κεφάλαιο της αυτό να προσβληθεί με έφεση από τον Εισαγγελέα, λόγω και του φόβου του, περιήλθε σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, με την εκτεθείσα στην υπό στοιχείο Ι έννοια και στην κατάσταση αυτή ευρισκόμενος, όταν ο ΑΑ, για να αποτρέψει την χρήση του όπλου και την πρόκληση θανάσιμων τραυματισμών, κινήθηκε προς το μέρος του, προκειμένου να του το αποσπάσει, άρχισε, ευρισκόμενος στην πόρτα του γκαράζ ή λίγο μέσα απ' αυτήν και οι λοιποί έξω απ' αυτό, στον υπάρχοντα ελεύθερο χώρο (βλ. φωτογραφίες του όλου χώρου) να πυροβολεί, με συνεχόμενες βολές εναντίον τους, έχοντας ανθρωποκτόνο πρόθεση, όπως τούτο συνάγεται εκ του ότι είχε εστραμμένο το όπλο προς την κατεύθυνση όλων των ανωτέρω και του ότι αυτοί βρισκόντουσαν σε πολύ κοντινή απόσταση που κυμαίνονταν από 1-5 μέτρα, οπότε ήταν ενδεχόμενο οι σφαίρες να τους πλήξουν σε ζωτικό σημείο του σώματος τους και να προκαλέσουν τον θανάσιμο τραυματισμό τους, ενδεχόμενο, το οποίο αποδέχθηκε και έτσι άρχισε να πυροβολεί και μάλιστα όχι μόνον μία φορά, αλλά περισσότερες, τελικά, όπως θα λεχθεί, πυροβόλησε 4 φορές, γεγονός που καταδεικνύει την ανθρωποκτόνο πρόθεση του. Όταν άρχισε να πυροβολεί οι λοιποί, πλην του ΑΑ, που βρισκόταν σε απόσταση 1,5-2 μέτρα, άρχισαν να απομακρύνονται για να σωθούν. Από τις τέσσερες συνολικά βολές που έριξε εναντίον τους οι σφαίρες έπληξαν τους ΑΑ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, από τους οποίους ενδιαφέρουν εν προκειμένω οι τρεις πρώτοι, αφού γι αυτούς καταδικάσθηκε πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος. Από τους ανωτέρω τραυματίσθηκε σοβαρά στο αριστερό χέρι (διαμπερές τραύμα) και στον χώρο της κοιλίας (τυφλό τραύμα) ο ευρισκόμενος στην πολύ κοντινή ως άνω απόσταση ΑΑ. Ειδικότερα έφερε διαμπερές τραύμα αριστερού αντιβραχίου με πύλη εισόδου βλήματος κατά τη μεσότητα της εσωτερικής επιφανείας του αριστερού αντιβραχίου και πύλη εξόδου κατά το κάτω τριτημόριο της έξω επιφανείας, αντίστοιχα, επίσης έφερε τραύμα στην κοιλιακή χώρα, με πύλη εισόδου βλήματος 5 περίπου εκατοστά κάτω από την ξιφοειδή απόφυση, εξ αιτίας του οποίου υπέστη ρήξη του μεσεντερίου του ανιόντος κόλου, πλησίον της δεξιάς κολικής καμπής, τραύμα έλικος λεπτού εντέρου αφορών μόνον τον ορογόνο χιτώνα άνευ εισόδου στον αυλό του εντέρου, τραύμα επίσης ορογόνου χιτώνα σε δύο σημεία της δεξιάς κολικής καμπής παχέος εντέρου, άνευ εισόδου στον αυλό του εντέρου. Ο ιατροδικαστής αποφαίνεται περαιτέρω ότι " η τοπογραφική θέση των τραυμάτων ως και η πύλη εισόδου αυτών συνάδει με τη φορά πλήξεως, δια βολίδων όπλου μικρού διαμετρήματος, λοξώς εκ των άνω προς τα κάτω, δεδομένης της τρώσεως ενδοκοιλιακών σπλάχνων, μεσεντερίου, εντέρων (βλ. ... έκθεση ιατροδικαστού ... και ... πιστοποιητικό νοσηλείας Ασκληπείου Βούλας). Ο ΓΓ, που βρισκόταν σε απόσταση 3 μέτρων περίπου, υπέστη θλαστικά τραύματα μικρού δακτύλου αριστερού χεριού (βλ. 4990β/28-6-1999 πιστοποιητικό νοσηλείας Ασκληπείου Βούλας). Ο ΔΔ, που βρισκόταν σε απόσταση 4 μέτρων περίπου, διότι τη στιγμή που επλήγη απομακρυνόταν, έφερε διαμπερές τραύμα κάτω τριτημορίου αριστεράς κνήμης και συγκεκριμένα μικρό τραύμα της έξω επιφανείας κάτω τριτημορίου αριστεράς κνήμης και μικρό τραύμα πρόσθιας επιφανείας συστοίχου κνήμης λίγο πιο κάτω από το πρώτο, εκ των οποίων το πρώτο αποτελεί την πύλη εισόδου και το δεύτερο εξόδου της βολίδος (βλ. ... έκθεση του αυτού ιατροδικαστή και ... πιστοποιητικό νοσηλείας του αυτού ως άνω νοσηλευτικού ιδρύματος). Οι τραυματισθέντες μεταφέρθηκαν αμέσως από τους συναδέλφους τους στο Ασκληπείο Βούλας, όπου χάριν στην άμεση χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ο πρώτος και την δέουσα περιποίηση των τραυμάτων αποφεύχθηκε ο άμεσος κίνδυνος κατά της ζωής τους και ειδικότερα του πρώτου. Ο μη θανάσιμος τραυματισμός των ιδίων, αλλά και άλλων από τα ανωτέρω ατόμων οφείλεται, πέραν των ανωτέρω και στο ότι οι βολίδες, συμπτωματικά, είτε δεν τους έπληξαν σε πλέον ζωτικά σημεία του σώματος τους (καρδιά, κεφάλι κλπ), είτε διότι ουδόλως τους έπληξαν. Έτσι, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεως του κατηγορουμένου, δεν επήλθε το γενόμενο αποδεκτό ως ενδεχόμενο από αυτόν, όταν αποφάσισε και επανειλημμένως πυροβόλησε, σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, όπως δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση, αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού των καθών ρίφθηκαν οι πυροβολισμοί εργαζομένων στην οικοδομή που αναφέρθηκε ατόμων. Μετά την ρίψη των πυροβολισμών ο κατηγορούμενος εισήλθε στην οικία του, αφού προηγουμένως πέταξε το πιστόλι στον προαύλιο χώρο αυτής, όπου μαζί με τον γεμιστήρα που έφερε δύο φυσίγγια, βρέθηκε αργότερα, κατόπιν υποδείξεως της συζύγου του κατηγορουμένου, από τον αστυνομικό της άμεσης δράσης μάρτυρα ... . Ο εν λόγω μάρτυρας περισυνέλεξε και τρεις κάλυκες (ο τέταρτος δεν βρέθηκε) των βολίδων που είχαν βληθεί με το εν λόγω όπλο (βλ. από 29-6-1999 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης). Όπως αναφέρεται στην από 24-6-1999 έκθεση αυτοψίας του ..., που αναγνώσθηκε, αλλά και κατέθεσε ο εν λόγω αστυνομικός οι τρεις κάλυκες ευρέθησαν στον εκτός του γκαράζ χώρο και δη ο ένας βρέθηκε επί του οδοστρώματος της οδού ... σε απόσταση 1 μέτρου από το ρείθρο του πεζοδρομίου και στο ενδιάμεσο της από 10-15 μέτρα αποστάσεως μεταξύ της οικίας και του γκαράζ, οι άλλοι δε δύο σε απόσταση 1 περίπου μέτρου έξω από την πόρτα του γκαράζ. Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι ο χώρος έξω από το γκαράζ παρουσιάζει ελαφρά κλίση 10-15% (κατωφέρεια). Η ανωτέρω θέση ανευρέσεως των καλύκων καταδεικνύει την αβασιμότητα του ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ότι βρισκόταν εντός του γκαράζ, όπου και δέχθηκε επίθεση από τα ανωτέρω μέλη του συνεργείου του ΑΑ και τον ίδιο, που έφεραν ξύλα και διάφορα εργαλεία, και για εκφοβισμό πυροβόλησε εντός του γκαράζ προς τα κάτω και εξωστακίσθηκαν οι βολίδες, ισχυρισμό τον οποίο επιβεβαιώνει ο μάρτυρας υπερασπίσεως ..., ο οποίος όμως δεν μπόρεσε να δώσει απάντηση στο εύλογο ρώτημα, γιατί, ενώ έβλεπε από κοντινή απόσταση να συμπλέκονται άτομα εντός του γκαράζ και αυτά επιχειρούσαν να κακοποιήσουν τον κατηγορούμενο, παρήλθε και δεν επενέβη μαζί με τον μεσίτη που ήταν μαζί του, τα στοιχεία του οποίου και δεν δίδει, για να περιορίσει την σοβαρότητα της επίθεσης ή να την αποτρέψει, σε κάθε δε περίπτωση, γιατί δεν ειδοποίησε με το κινητό του τις αστυνομικές αρχές, τόσο περισσότερο καθόσον, όπως ο ίδιος καταθέτει, αμέσως μετά άκουσε πυροβολισμούς, αλλά περιορίσθηκε να μεταβεί αυτοκλήτως στο ΑΤ Βούλας το βράδυ της ίδιας μέρας για να καταθέσει, όσα και στο ακροατήριο κατέθεσε, τα οποία δεν πείθουν το Δικαστήριο περί του (αν) έλαβε χώρα εντός του χώρου του γκαράζ επίθεση των ανωτέρω ατόμων, που έφεραν ξύλα και άλλα αντικείμενα, εναντίον του κατηγορουμένου. Ο ισχυρισμός αυτός βέβαια δεν επιβεβαιώθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο, αφού ο ΑΑ, παρά το ότι, με διάθεση να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω, κατέθεσε κατηγορηματικά ότι όλοι οι προστρέξαντες στον χώρο του επεισοδίου και ο ίδιος βρισκόντουσαν εκτός του γκαράζ και δεν κρατούσαν κάτι στα χέρια τους, κατάθεση που συμπορεύεται και με τα πορίσματα της κοινής λογικής, αφού στο γκαράζ μόλις που χωρούσε το αυτοκίνητο και δεν εναπέμενε ελεύθερος χώρος για να στέκεται η σύζυγος του κατηγορουμένου και να συμπλέκεται αυτός με 5-6 άτομα, οι δε ανωτέρω προσέτρεξαν από περιέργεια στο επεισόδιο και δεν είχαν λόγο να φέρουν μαζί τους οποιαδήποτε αντικείμενα πρόσφορα για επίθεση, αφού στις προθέσεις τους δεν ήταν να επιτεθούν στον κατηγορούμενο, αλλά να πληροφορηθούν τι συνέβαινε. Βέβαια καταθέτοντας στο ακροατήριο για πρώτη φορά ισχυρίσθηκαν ότι κρατούσαν στα χέρια τους εργαλεία που χρησιμοποιούσαν τη στιγμή εκείνη, επίσης ισχυρίσθηκαν όλοι ότι, εκτός από την ανταλλαγή ύβρεων το φραστικό επεισόδιο, υπήρξε συμπλοκή και ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό να τους σκοτώσει, αλλά να τους εκφοβίσει. Βέβαια τα εντελώς αντίθετα κατέθεσαν, τόσο στην αστυνομία, όσο και στην ανάκριση, όπου όλοι οι παθόντες δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής και καταλόγισαν στον κατηγορούμενο, αιτιολογημένα (κατεύθυνση του όπλου προς τα σώματα τους, ρίψη των πυροβολισμών από πολύ μικρή απόσταση κάτι το οποίο μπορούσε να επιφέρει τον θανάσιμο τραυματισμό τους και το ενδεχόμενο αυτό δεν απέτρεψε τον κατηγορούμενο να πυροβολήσει και μάλιστα περισσότερες φορές κλπ.), τουλάχιστον ενδεχόμενο δόλο ανθρωποκτονίας, προς κατάδειξη δε των αντιφάσεων αυτών αναγνώσθηκαν αποσπάσματα των οικείων καταθέσεων τους (357 παρ. 4 ΚΠΔ) και κλήθηκαν να δώσουν εξηγήσεις για τις αντιφάσεις αυτές. Όπως καταθέτουν έλαβαν από τον κατηγορούμενο, ως αποζημίωση, ο μεν ΑΑ 32.000 €, ο ΓΓ 3.000 € και ο ΔΔ 6.000 €, κατόπιν δε τούτου παραιτήθηκαν από την πολιτική αγωγή (βλ. δηλώσεις παραιτήσεως που αναγνώσθηκαν και ένορκη βεβαίωση ΑΑ), το γεγονός δε αυτό αιτιολογεί (το παραδέχονται άλλωστε εμμέσως πλην σαφώς) την διαφοροποίηση των καταθέσεων τους και την προσπάθεια ελαφρύνσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, τους υπερασπιστικούς και αυτοτελείς ισχυρισμούς του οποίου και επιβεβαιώνουν, δηλώνοντας ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα όπως καταθέτουν στο ακροατήριο και ότι καθ' υπόδειξη των δικηγόρων τους διόγκωσαν τις αρχικές καταθέσεις τους για να τον εκδικηθούν και για να επιτύχουν την ικανοποίηση των αξιώσεων τους προς καταβολή αποζημιώσεως και ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να τους σκοτώσει. Οι ισχυρισμοί τους αυτοί, οι οποίοι είναι το επακόλουθο συμφωνιών μετά του κατηγορουμένου, που κατέληξαν στην καταβολή των ανωτέρω σημαντικών ποσών αποζημιώσεως, δεν πείθουν, αφού έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τα αντικειμενικά ευρήματα (ανεύρεση των καλύκων εκτός του γκαράζ και σε απόσταση απ' αυτό, που καταδεικνύει ότι οι πυροβολισμοί ρίφθηκαν ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν, αν όχι εκτός της θύρας του γκαράζ, οπωσδήποτε στο ύψος αυτής και λίγο μέσα απ' αυτήν, το αντίθετο δε πόρισμα της εκθέσεως του ... που αναγνώσθηκε ότι βρισκόταν σε βάθος 2,5 μέτρων απ αυτήν, προς το εσωτερικό του γκαράζ δεν ευσταθεί διότι σε τέτοια περίπτωση ήταν αδύνατον να εκτιναχθούν οι κάλυκες στο σημείο που βρέθηκαν), αλλά και πέραν του εν λόγω αντικειμενικού ευρήματος, καταρρίπτονται από τις καταθέσεις τους στην προανάκριση και ανάκριση, αποσπάσματα των οποίων και αναγνώσθηκαν, αλλά και από τα αναμφισβήτητα γεγονότα της ρίψεως περισσοτέρων του ενός πυροβολισμών προς την κατεύθυνση του σώματος όλων των μελών του συνεργείου, όπως τούτο καταδεικνύεται από τον τραυματισμό των δύο πρώτων στα ανωτέρω σημεία του σώματος των και όχι ενός μόνον και μάλιστα στον αέρα, που θα ήταν ο ενδεδειγμένος και αρκετός για εκφοβισμό. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι πυροβόλησε στο έδαφος για εκφοβισμό, με αποτέλεσμα να εξοστρακισθούν οι βολίδες και να τραυματισθούν οι παθόντες και δεν είχε ανθρωποκτόνο δόλο, δεν μπορεί σοβαρά να υποστηριχθεί και τυγχάνει αβάσιμος, αφού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το προαναφερθέν πόρισμα της ιατροδικαστικής εκθέσεως του ΑΑ, κατά το οποίο η φορά της βολίδος που τον έπληξε στην κοιλιακή χώρα είναι εκ των άνω προς τα κάτω και όχι αντιθέτως όπως θα έπρεπε αν λάμβανε χώρα εξοστρακισμός της επί του εδάφους. Αβάσιμοι, ενόψει των προεκτεθέντων, και σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στις υπό στοιχεία III και IV νομικές σκέψεις, τυγχάνουν περαιτέρω οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, το μεν ότι έλαβε χώρα συμπλοκή και πρέπει να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 313 ΠΚ, αφού όπως λέχθηκε κάτι τέτοιο δεν συνέβη και δεν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην σκέψη III προς τούτο προϋποθέσεις, το δε ότι η πράξη του φέρει τον χαρακτήρα της πράξεως του άρθρου 309 σε συνδυασμό με 308 ΠΚ, άλλως δε του άρθρου 310 ΠΚ, αφού, κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, εκ των αναλυθέντων στην σκέψη IV, προς στοιχειοθέτηση τους, στοιχείων ουδέν συντρέχει εν προκειμένω. Αβάσιμος επίσης τυγχάνει ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ενήργησε σε κατάσταση άμυνας, προεχόντως, διότι δεν υπήρξε επίθεση κατ' αυτού, κατά την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, ελλείψει δε του στοιχείου αυτού, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη, δεν μπορεί να γίνει λόγος για άμυνα, ούτε περαιτέρω, κατά τα εκεί πάντοτε εκτεθέντα, για υπέρβαση των ορίων ανύπαρκτης άμυνας και των κατά την διάταξη του άρθρου 23 συνεπειών, ως προς την ποινική, κατά τις εκεί διακρίσεις, ευθύνη του δράστη. Ούτε περαιτέρω συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι προϋποθέσεις του άρθρου 34 ΠΚ,, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, προεχόντως, διότι ούτε επικαλείται ορισμένως και συγκεκριμένως, ούτε αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, που μπορούν να οδηγήσουν σε εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, αφού δεν αποδείχθηκε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών, ή παροδική διατάραξη της συνειδήσεως ούτε περαιτέρω έλλειψη κατά τον χρόνο της πράξεως της ικανότητας του κατηγορουμένου να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και όσων αναφέρονται στην υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη, η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο φέρει τον χαρακτήρα της απόπειρας ανθρωποκτονίας, κατά συρροή που αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, όπως έγινε δεκτό και πρωτόδικα, αφού συντρέχουν όλα τα εκεί εκτιθέμενα προς στοιχειοθέτηση της, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, με τη μορφή του ενδεχομένου δόλου και πρέπει αφού απορριφθούν οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου που αναλύθηκαν ανωτέρω, ως αβάσιμοι, να κηρυχθεί ένοχος αυτής κατά το διατακτικό. Το αίτημα του κατηγορουμένου να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 β, γ, δ και ε ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι, για μεν την πρώτη και δεύτερη, δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της συνδρομής των προϋποθέσεων που θέτουν οι εν λόγω διατάξεις, για δε την τρίτη υπό στοιχείο δ ελαφρυντική περίσταση, διότι δεν μετανόησε ειλικρινώς για την πράξη του, αφού και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρνείται την τέλεση της, η δε καταβολή σε καθένα από τους παθόντες των προαναφερθέντων ποσών δεν έγινε από πραγματική επιθυμία να άρει τις συνέπειες της πράξεως του, αλλά για να επιτύχει τις επισημανθείσες ανωτέρω διαφοροποιήσεις επί το καλύτερο γι αυτόν των καταθέσεων τους, τις οποίες και μετέβαλαν άρδην, προκειμένου να επιτύχει την τροποποίηση επί το ηπιώτερο της κατηγορίας που τον βαρύνει ή την μεταβολή της σε πλημμέλημα και την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, ενόψει του χρόνου τελέσεως της. Τέλος για την τετάρτη, υπό στοιχείο ε' ελαφρυντική περίσταση πρέπει να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν συμπεριφέρθηκε καλώς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξεως, αφού μετέβη στον ... όπου και κατοικεί, η δε εκεί ζωή του και εν γένει συμπεριφορά του είναι άγνωστη, αλλά και μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, παρά το ότι το πρωτόδικο δικαστήριο στο οποίο δεν παρέστη, αλλ' εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του, έκρινε ότι η έφεση του δεν έχει αναστέλλουσα δύναμη, δεν υπέβαλε εαυτόν σε εκτέλεση της ούτε άρχισε να εκτίει την επιβληθείσα ποινή, αλλά παρέμεινε στο εξωτερικό (...) και κατέστη φυγόποινος, ούτε εμφανίσθηκε στο παρόν Δικαστήριο, αλλ' εκπροσωπήθηκε και πάλι από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του".
ΙΙΙ. Με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, κατά συρροή, με ενδεχόμενο δόλο, σε βρασμό ψυχικής ορμής κατά των ΑΑ, ΓΓ και ΔΔ. Για τις πράξεις αυτές, που συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 42 παρ.1, 94, και 299 παρ. 2, 309 ΠΚ, επιβλήθηκε στον κατηγορουμένο συνολική ποινή καθείρξεως δέκα ετών. Με τις παραδοχές του αυτές, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα δε αναφέρονται στην αιτιολογία, οι συγκεκριμένες ενέργειες του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου, που συνιστούν αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος της κατά συρροή απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση, με ενδεχόμενο δόλο, σε βρασμό ψυχικής ορμής, η σκόπευση δηλαδή και οι επανειλημμένοι πυροβολισμοί με πυροβόλο όπλο και από μικρή απόσταση των τριών πιο πάνω παθόντων, η ανθρωποκτόνος πρόθεσή του, με τη μορφή ενδεχόμενου δόλου, η θέληση δηλαδή, σε βρασμό ψυχικής ορμής, του εγκληματικού αποτελέσματος, το οποίο δεν επήλθε από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του. Αναφέρονται επίσης τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, δεν υπάρχει δε ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του. IV. Ο αναιρεσείων στον πρώτο, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, διαλαμβάνει τις αιτιάσεις ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν, και συγκεκριμένα τις αναφερόμενες στην αίτησή του καταθέσεις μαρτύρων, όμως, όπως αναφέρει, "στα πρακτικά δεν γίνεται μνεία ότι οι καταθέσεις αναγνώσθηκαν ούτε περιλαμβάνονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων, αλλά αντιθέτως γίνεται απλή μνεία ότι ο πρόεδρος κατά την κατάθεση εκάστου μάρτυρος διάβαζε περικοπές από την κατάθεση τους που επιβεβαιώνει το γεγονός ότι δεν αναγνώσθηκε στο σύνολο τους" και έτσι, όπως ισχυρίζεται, στερήθηκε των κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιωμάτων του. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και από όσα αναφέρονται στο πιο πάνω σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο, ανέγνωσε, κατά την εξέταση των αναφερομένων στα πρακτικά μαρτύρων, περικοπές των κατά την προδικασία καταθέσεών τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ.357 παρ.4 του ΚΠΔ, τις οποίες και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όπως ρητώς αναφέρεται (η ανάγνωση και η αξιολόγησή τους) στο αιτιολογικό της απόφασης. Ειδικότερα στο αιτιολογικό της απόφασης σαφώς αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι: "... προς κατάδειξη των αντιφάσεων αυτών αναγνώσθηκαν αποσπάσματα των οικείων καταθέσεων (357&4 ΚΠΔ)" και εν συνεχεία "...καταρρίπτονται από τις καταθέσεις τους στην προανάκριση και ανάκριση αποσπάσματα των οποίων και αναγνώσθηκαν.....", χωρίς να απαιτείται η επιπλέον αναφορά της αναγνώσεως των περικοπών αυτών, κατά την γενόμενη έκθεση στα πρακτικά, των εγγράφων που αναγνώστηκαν. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αναίρεσης αιτιάσεις ότι, οι αναφερόμενες στην αίτησή του καταθέσεις μαρτύρων, λήφθηκαν στο σύνολό τους υπόψη, χωρίς να αναφέρονται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, προκύπτει από το ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα που αναφέρονται πέραν των περικοπών που αναγνώσθηκαν, όπως αυτές που εκθέτει ο αναιρεσείων, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον πλήττουν την περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, με τις πιο πάνω παραδοχές του το Μικτό Ορκωτό Εφετείο με πληρότητα αιτιολογεί τον ενδεχόμενο δόλο του αναιρεσείοντος στην από πρόθεση τέλεση της πράξης της κατά συρροή απόπειρας ανθρωποκτονίας. Ουδεμία δε αντίφαση ή ασάφεια προκαλείται από το ότι το Δικαστήριο "αποφαίνεται πολλαπλώς για την ύπαρξη εκ μέρους του κατηγορουμένου ανθρωποκτόνου πρόθεσης αναφέροντας χαρακτηριστικά "...να πυροβολεί με συνεχόμενες βολές εναντίον τους έχοντας ανθρωποκτόνο πρόθεση ..." και ".. .πυροβόλησε 4 φορές-γεγονός που καταδεικνύει την ανθρωποκτόνο πρόθεση του ...", από το ότι τελικά με τις παραδοχές του ότι "... εκ του ότι είχε εστραμμένο το όπλο προς την κατεύθυνση όλων των ανωτέρω και του ότι αυτοί βρισκόντουσαν σε πολύ κοντινή απόσταση που κυμαίνονταν από 1-5 μέτρα οπότε ήταν ενδεχόμενο οι σφαίρες να τους πλήξουν σε ζωτικό σημείο τους σώματος τους και να προκαλέσουν τον θανάσιμο τραυματισμό τους ενδεχόμενο το οποίο αποδέχθηκε ...", δέχθηκε ότι ο δόλος του αναιρεσείοντος ήταν ενδεχόμενος. Ούτε το συμπέρασμα αυτό αναιρείται από την περαιτέρω παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος είχε "τουλάχιστον" ενδεχόμενο δόλο ανθρωποκτονίας. Άλλωστε, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την τελευταία αυτή παραδοχή, αφού το Δικαστήριο, παρά την έκθεση περιστατικών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην κρίση ότι αυτός ενήργησε με άμεσο δόλο, τελικά αξιολόγησε τα περιστατικά αυτά, και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα ως τελέσαντα τις πιο πάνω πράξεις με ενδεχόμενο δόλο, όπως σαφώς τούτο αναφέρεται, και στο διατακτικό της απόφασης. Επομένως οι συναφείς, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται, η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Τέλος, το Δικαστήριο με τις πιο πάνω παραδοχές του, κατά τις οποίες, οι συγκεκριμένες ενέργειες του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου, συνιστούσαν αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος της κατά συρροή απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση, με ενδεχόμενο δόλο, σε βρασμό ψυχικής ορμής, εκ των πραγμάτων απέρριψε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι οι πράξεις που τέλεσε στοιχειοθετούσαν το αδίκημα της συμπλοκής (313) ή των σωματικών βλαβών των άρθρων 309,308 και 310 του ΠΚ, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο καθώς και ο δόλος του κατηγορουμένου, καθιστούν αβασίμους τους ισχυρισμούς αυτούς. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με όσα διαλαμβάνει στον τέταρτο (με στοιχ. Α και Β), από το άρθ. 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης , κατά τον οποίο το Δικαστήριο απέρριψε χωρίς ειδική αιτιολογία τους ισχυρισμούς του περί εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων του ΠΚ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
V. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και προκειμένου περί απορρίψεως ως αβασίμου αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ήτοι ισχυρισμού που οδηγεί στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, στην άρση ή μείωση του καταλογισμού του δράστη, ή την εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής του, όπως είναι και οι από τα άρθρα 34 και 36 του ΠΚ ισχυρισμοί, για διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή της συνείδησης του δράστη, ένεκα των οποίων δεν έχει αυτός την ικανότητα ή είχε σημαντικά μειωθεί η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του, καθώς και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Το ουσιαστικό, όμως, δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του αναιρεσείοντος, κατέθεσαν εγγράφως και ανέπτυξαν προφορικώς, πλην άλλων ισχυρισμούς περί εφαρμογής του άρ. 34 καθώς και του άρ. 84 § 2 β, γ, δ και ε του ΠΚ. Ειδικότερα, με τον πρώτο, από τη διάταξη του άρ. 34 ΠΚ ισχυρισμό, ο αναιρεσείων εξέθεσε, κατά λέξη, τα εξής: "... και εάν υποθέσουμε ότι η απόφαση (εν. η πρωτόδικη) μπορεί να εκληφθεί ως εν μέρει σωστή δεχθείσα τον βρασμό ψυχικής ορμής, εντούτοις δεν αιτιολογεί, δεν αναλύει και δεν εξειδικεύει γιατί ο βρασμός ψυχικής ορμής δεν έφθασε στο σημείο της άρσης του καταλογισμού δηλαδή την εφαρμογή του άρθρου 34 του ΠΚ το οποίο προβλέπει ... . Η εφαρμογή του άρθρου αυτού θα είχε ως συνέπεια τον μη καταλογισμό της πράξης στον κατηγορούμενο και το ατιμώρητο αυτού. Η έρευνα όμως είτε του βρασμού ψυχικής ορμής είτε του δόλου -πρόθεσης γίνεται από το Δικαστήριο αυτοτελώς και μεμονωμένα. Τέτοια έρευνα όμως ουδέποτε έγινε από το Δικαστήριο όπως προκύπτει από την απόφαση. Το γεγονός όμως ότι κατά την απόφαση αποκλείεται η ήρεμη σκέψη κατά την τέλεση και δέχεται την ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής θα έπρεπε να αιτιολογήσει την ένταση του βρασμού αυτού.
Εν προκειμένω ο βρασμός ψυχικής ορμής ο οποίος προκλήθηκε από αμέσως προηγηθείσα υβριστική, βάναυση και ανάρμοστη συμπεριφορά των παθόντων και δη επίθεση πολλών ατόμων οπλισμένων με ξυλοδοκούς και μαχαίρια οι οποίοι με υπέρτερες μυϊκές δυνάμεις ενωμένες και οι οποίοι ενεργούσαν από κοινού εις βάρος της σωματικής ακεραιότητας του κατηγορουμένου αποκλείει το άδικο της πράξεως και τείνει στην άμυνα .Ούτε τον ισχυρισμό αυτό υιοθέτησε η απόφαση και στο σημείο αυτό ομοίως έσφαλλε". Ο ισχυρισμός αυτός, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά που να τον στηρίζουν. Με τα όσα εξέθεσε πιο πάνω ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων , αποδίδει, ουσιαστικά στην πρωτόδικη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως , αν ο βρασμός ψυχικής ορμής, που δέχθηκε, απέκλειε και τον καταλογισμό. Όμως το Δικαστήριο της ουσίας, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν προκύπτουν περιστατικά που αίρουν τον καταλογισμό του κατηγορουμένου, δεν έχει όμως υποχρέωση να εκθέσει αιτιολογία, ότι δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, εφόσον δε είχε προταθεί σαφής και ορισμένος σχετικός ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη δε περίπτωση, από μεν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν πρόβαλε ισχυρισμό από τη διάταξη του άρ.34 του ΠΚ ( πρόβαλε τον ισχυρισμό περί βρασμού ψυχικής ορμής , που έγινε δεκτός με την πρωτόδικη απόφαση), από δε τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει η προβολή του πιο πάνω ισχυρισμού, με την χωρίς έννομη σημασία για την παρούσα δίκη αιτίαση ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αιτιολόγησε τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, χωρίς παραλλήλως να εκτίθενται περιστατικά που να θεμελιώνουν το από τη διάταξη του άρ. 34 του ΠΚ ισχυρισμό. Τα όσα δε ακολούθως εκθέτει στον ισχυρισμό αυτό ο αναιρεσείων, αναφέρονται στον ισχυρισμό αυτού περί άμυνας και περί υπερβάσεως των ορίων της (άρ. 22 και 23 του ΠΚ), ισχυρισμό, όμως, ως προς την απόρριψη του οποίου δεν προβάλλεται λόγος αναίρεσης. Το Μικτό Ορκωτό δε Δικαστήριο, αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, λόγω της αοριστίας του στον ισχυρισμό αυτό, απάντησε, εκ περισσού, με την πιο πάνω εκτεθείσα αιτιολογία του, απορρίπτοντας αυτόν κυρίως, ως αόριστο. Σε σχέση με τον δεύτερο ισχυρισμό του, περί ελαφρυντικών του άρ. 84 &2 β και γ του ΠΚ, ο αναιρεσείων διέλαβε τα εξής: "Εν κατακλείδι οι συνθήκες τέλεσης των ανωτέρω πράξεων έγιναν υπό το πρίσμα της αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσαν οι παθόντες εναντίον του ή ενώπιον του και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση και εν πάσει περιπτώσει φέρουν πλημμεληματικό και όχι κακουργηματικό χαρακτήρα. Άλλωστε κατά τα ανωτέρω, ωθήθηκε στην εν λόγω πράξη από την προγενέστερη ανάρμοστη συμπεριφορά των παθόντων αλλά και τελώντας υπό την επίδραση σοβαρότατης απειλής". Σε σχέση με τον περί ελαφρυντικών ισχυρισμό του άρ. 84 &2 δ και ε του ΠΚ, ο αναιρεσείων διέλαβε τα εξής: "Ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης ήρε πλήρως τις συνέπειες της πράξεως του και συγκεκριμένα αποκατέστησε τους παθόντες οι οποίοι χαίρουν σήμερα άκρας υγείας, με αποτέλεσμα το εν λόγω συμβάν να ανήκει στο παρελθόν, ουδείς δε εκ των παθόντων διατηρεί οιαδήποτε απαίτηση ή αξίωση κατά του κατηγορουμένου, ουδείς δε επιθυμεί την ποινική του δίωξη και τιμωρία. Ο κατηγορούμενος πολλάκις ήρθε σε επαφή, μετά το επίδικο συμβάν, και έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για την κατάσταση της υγείας έκαστου των παθόντων. Επιπλέον ο εν λόγω κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε υποδειγματικώς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μη δίνοντας αφορμή τα τελευταία εννέα έτη". Με το περιεχόμενο αυτό, οι από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 πρ. β και γ του ΠΚ ισχυρισμοί, όπου απλώς επαναλαμβάνεται η διατύπωση του νόμου, χωρίς να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, που να τους στοιχειοθετούν, είναι αόριστοι. Εξάλλου το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, με βάση τα περαστικά που δέχθηκε στο σκεπτικό της περί ενοχής απόφασης, από τα οποία σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι υπήρξε προηγούμενη της πράξης του αναιρεσείοντος ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση συμπεριφορά των παθόντων, ούτε ότι αυτός ενήργησε υπό την επίδραση πραγματικής σοβαρότατης απειλής, αιτιολογημένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της συνδρομής των προϋποθέσεων που θέτουν οι εν λόγω διατάξεις", και συνεπώς, εκ περισσού αιτιολογημένα απέρριψε τον πιο πάνω αόριστο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω η επίκληση μόνο ότι ο αναιρεσείων έδειξε ενδιαφέρον για την κατάσταση της υγείας των παθόντων και αποκατέστησε αυτούς, με την προφανή έννοια ότι τους κατέβαλε την οφειλόμενη αποζημίωση, δεν αρκεί για να στηρίξει τον περί ειλικρινούς μεταμέλειας ισχυρισμό του, ενώ η αναφορά μόνο ότι κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε υποδειγματικώς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μη δίνοντας αφορμή τα τελευταία εννέα έτη, χωρίς να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η καλή αυτού συμπεριφορά, δεν καθιστά και τον ισχυρισμό αυτόν ορισμένο. Το Δικαστήριο της ουσίας, εντούτοις, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας των ισχυρισμών αυτών, απάντησε, απορρίπτοντας αυτούς, με την προαναφερόμενη πλήρη αιτιολογία του, δεχόμενο, πλην άλλων, ότι ο αναιρεσείων δεν μετανόησε ειλικρινώς για τις πράξεις του, αφού και ενώπιον του Δικαστηρίου αρνήθηκε την τέλεση τους, ενώ η καταβολή στους παθόντες χρηματικών ποσών έγινε προκειμένου να επιτύχει την ευνοϊκότερη γι' αυτόν μεταβολή των αρχικών τους καταθέσεων, ενώ έκρινε ότι αυτός δεν συμπεριφέρθηκε καλώς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξεως, αφού μετέβη στον ..., όπου και κατοικεί, και μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, χωρίς να υποβάλει εαυτόν σε εκτέλεσή της, παρά το ότι το πρωτόδικο δικαστήριο, στο οποίο δεν παρέστη, αλλά εκπροσωπήθηκε, έκρινε ότι η έφεση του δεν έχει αναστέλλουσα δύναμη. Η αιτίαση δε του αναιρεσείοντος ότι δεν αποτελεί κακή συμπεριφορά η ενάσκηση δικαιώματος, δηλαδή να παραστεί δια πληρεξουσίου στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να υποβάλει εαυτόν σε εκτέλεση της πρωτοδίκης απόφασης, είναι αβάσιμη, καθόσον δεν αναιρείται η υποχρέωση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της σε βάρος τους εκδοθείσας εκτελεστής πρωτόδικης αποφάσεως, από το ότι είχε το δικονομικό δικαίωμα να ασκήσει έφεση και να παραστεί δια πληρεξουσίου στην κατ' έφεση δίκη. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς τους πιο πάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
VI. Τα όσα αναφέρει ο αναιρεσείων, περαιτέρω, στον πέμπτο, επίσης από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα ανέλεγκτη εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ετσι, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δεν αιτιολογείται η παραδοχή της απόφασης, γιατί η έκταση των προξενηθεισών σωματικών βλαβών προσδίδουν ανθρωποκτόνο πρόθεση ιδίως όταν οι αναφερθείσες σωματικές βλάβες που υπέστησαν δύο εξ αυτών χαρακτηρίζονται ως ελαφρές, αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού η έκταση των προξενηθεισών σωματικών βλαβών δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόδειξη της ανθρωποκτόνου πρόθεσης, ενώ δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης η αναιτιολόγητη, - κατά τον αναιρεσείοντα - αθώωση του τετάρτου κατηγορουμένου ΒΒ, από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απαλλαγή αυτή, ούτε γιατί δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση για τους τρείς παθόντες, όταν οι εμπλεκόμενοι ήταν έξι και αυτός έρριξε μόνο τέσσερις πυροβολισμούς. Εξάλλου με πληρότητα το Δικαστήριο αιτιολόγησε γιατί τελικά ο κατηγορούμενος δεν πέτυχε τον ανθρωποκτόνο σκοπό του, καθώς και τις συνθήκες που προηγήθηκαν του εγκλήματος, χωρίς να είναι απαραίτητο ο κατηγορούμενος να γνώριζε από πριν τα θύματα, ώστε να δικαιολογείται η ανθρωποκτόνος πρόθεση αυτού, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ενώ, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν ήταν απαραίτητο να αιτιολογήσει περαιτέρω το Δικαστήριο, αν βρασμός ψυχικής ορμής είχε επίδραση στην ικανότητα αυτού προς καταλογισμό.
VII. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-2-2009 αίτηση (δήλωση) αναίρεσης (με αρ. πρωτ. 1368/13-2-09) του X, κατοίκου ..., για αναίρεση της 593, 594 και 595/17.11.2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα ανθρωποκτονία κατά συρροή από πρόθεση σε βρασμό ψυχής ορμής με ενδεχόμενο δόλο. Τι απαιτείται για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής. Ανάγνωση περικοπών καταθέσεων μαρτύρων στην προδικασία. Λόγοι αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, διότι λήφθηκαν υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν (καταθέσεις μαρτύρων στην προδικασία) χωρίς να γίνεται μνεία στα πρακτικά. Ισχυρισμοί ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα της συμπλοκής (άρθρ. 313 ΠΚ) ή των σωματικών βλαβών των άρθρων 309, 308 και 310 ΠΚ. Αιτιολογία αυτοτελών ισχυρισμών περί εφαρμογής του άρθρ. 34 του ΠΚ και του περί ελαφρυντικών του άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ. β, γ, δ και ε. Πρέπει να είναι ορισμένοι. Η έλλειψη των προϋποθέσεων του άρθρ. 34 ΠΚ δεν απαιτείται να αιτιολογείται αν δεν προβληθεί σχετικός ισχυρισμός. Λόγοι που αφορούν εκτίμηση αποδείξεων. Απόρριψη όλων των λόγων.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συρροή εγκλημάτων, Βρασμός ψυχικής ορμής, Καταλογισμού ικανότητα.
| 0
|
Αριθμός 1542/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 2295/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1, κάτοικο ... και 2) Χ2, κάτοικο ... και με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "ΖΩΓΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 3/16.01.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 93/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 122/03.04.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγουμε την από 16-1-2009 υπ'αριθμ. 3 αναίρεσή μας κατά του υπ'αριθμ. 2295/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και προτείνουμε να γίνει δεκτή η άνω αναίρεσή μας διότι οι αναφερόμενοι σ'αυτή λόγοι είναι ορθοί, νόμιμοι και βάσιμοι.
Αθήνα 3 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κονταξής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 483 § 3 εδ. α' Κ.Π.Δ. "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479 ..." ήτοι μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοσή του (άρθρο 306). Οι διατάξεις των άνω άρθρων 483 § 3 και 479 § 2 είναι ειδικές έναντι της § 1 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ. και ούτως ο εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου ασκεί αναίρεση κατά οιουδήποτε βουλεύματος του συμβουλίου εφετών, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 § 2 από την έκδοσή του, δηλαδή εις πάσα περίπτωση, εκτός εάν ο νόμος ρητώς απαγορεύει αυτή. Η αντικατάσταση του άρθρου 476 § 2 Κ.Π.Δ., κατά το οποίο "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση", με το άρθρο 38 Ν. 3160/30-6-2003 "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση", ήτοι η απάλειψη της φράσεως "ή του βουλεύματος" αφορά μόνο τον διάδικο, του οποίου απερρίφθη το ένδικο μέσο κατά βουλεύματος ως απαράδεκτο, και όχι τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αφού το εδ. α' της § 3 του άνω άρθρου 483 δεν εθίγη υπό του άρθρου 41 του άνω νόμου (3160/2003) σχετικά δηλαδή με την δυνατότητα του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου να ασκήσει αναίρεση κατά οιουδήποτε βουλεύματος.
Συνεπώς η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου κατά του υπ'αριθμ. 2295/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίον απερρίφθη παρά το νόμο ως απαράδεκτη η έφεση της Αν. Εταιρίας "ΖΩΓΑΣ Α.Ε." κατά του υπ'αριθμ. 826/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (άρθρ. 484 § 1 στοιχ. ε' Κ.Π.Δ.) έχει ασκηθεί νομοτύπως με δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου και εμπροθέσμως εντός μηνός από της κατά την 17 Δεκεμβρίου 2008 εκδόσεώς του κατά τα άνω άρθρα και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 463 Κ.Π.Δ. "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 480 ιδίου Κώδικος "ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να ασκήσει έφεση κατά των βουλευμάτων του συμβουλίου Πλημμελειοδικών, όταν πρόκειται για κακούργημα και μόνο στις περιπτώσεις β' γ' και δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 479". Εκ των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι παρέχεται το δικαίωμα στον πολιτικώς ενάγοντα να ασκήσει έφεση κατά του βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου, εφ' όσον πριν από την έκδοσή του εδήλωσεν ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων και δεν απεβλήθη της ποινικής διαδικασίας. Εξ άλλου από τα άρθρα 63, 83 § 1 και 84 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι η δήλωση παραστάσεως ως πολιτικώς ενάγοντος του εκ του εγκλήματος παθόντος, η οποία σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 83 § 1 γίνεται είτε με την έγκληση, είτε με άλλο έγγραφο συντασσόμενο μέχρι την περάτωση της ανακρίσεως, πρέπει να περιέχει με ποινή απαραδέκτου, και το είδος της ζημίας, που έχει υποστεί ο εκ του εγκλήματος παθών. Δηλαδή εάν πρόκειται περί αποζημιώσεως λόγω υλικής ζημίας ή περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης κατά τα άρθρα 914 ή 932 ΑΚ. Η ύπαρξη δε ή η ανυπαρξία της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως ερευνάται και αυτεπαγγέλτως και σε οποιαδήποτε στάση της προδικασίας από τα συμβούλια πλημμελειοδικών και εφετών αλλά και από το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 87, 309 § 1α, 310, 317, 318 και 485 Κ.Π.Δ. Στην περίπτωση που η σχετική δήλωση περί παραστάσεως πολιτικής αγωγής περιέχεται στην έγκληση και σ'αυτήν (την τελευταία) περιλαμβάνονται τα προαναφερθέντα στοιχεία προσδιορισμού της ζημίας του, αρκεί η δήλωση του παθόντος ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, και η δήλωση αυτή, εντεύθεν, στην περίπτωση αποζημιώσεως για υλική ζημία, θεωρείται ότι συνιστά παράσταση πολιτικής αγωγής στην ποινική δίκη για επιδίωξη αποζημιώσεως για την περιουσιακή ζημία και προς αποκατάσταση αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 2295/2008 βούλευμά του, με καθολική επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, εδέχθη στο σκεπτικό του ότι η πολιτικώς ενάγουσα εταιρία, ουδέποτε απέκτησε την τοιαύτην ιδιότητα και εκήρυξε απαράδεκτη την έφεση αυτής κατά του υπ'αριθμ. 826/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίον απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των 1) Χ1 και 2) Χ2 για την πράξη της απάτης εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 € κατά συναυτουργίαν, εις βάρος της εταιρίας υπό την επωνυμίαν "ΖΩΓΑΣ Α.Ε.". Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα εδέχθη (όπως και η προς αυτό εισαγγελική πρόταση) ότι η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, "δεν είναι νομότυπη, διότι δεν καθόρισε με την δήλωση αυτή η μηνύτρια εταιρία το είδος της ζημίας για την οποία παρίσταται αυτή, δηλαδή εάν επιδιώκει αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή σωρευτικώς και τις δύο αξιώσεις". Όμως όπως προκύπτει από την από 19/11/2004 έγκληση της ΖΙΩΓΑΣ Α.Ε. το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα και απόδειξη του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, αυτή, αφού εξέθεσε λεπτομερώς τα συγκροτούντα την μνημονευθείσα αξιόποινη πράξη πραγματικά περιστατικά, ανέφερε ακολούθως ότι "ζητούν την άσκηση ποινικής διώξεως για το αδίκημα της απάτης σε βαθμό κακουργήματος που διέπραξε δόλια προς ζημία της εταιρίας των και με αντίστοιχο όφελός τους δηλώνουν παράσταση πολιτικής αγωγής για την ζημία που έχουν υποστεί για το ποσό των 1.000 ευρώ με επιφύλαξη". Ούτως η δήλωση αυτή περί παραστάσεώς της ως πολιτικώς εναγούσης, είχε προδήλως την έννοια ότι ήσκησε την προβλεπομένη εκ του άρθρου 914 Α.Κ. αξίωση αποζημιώσεως για αποκατάσταση της προξενηθείσης σ'αυτήν περιουσιακής ζημίας.
Συνεπώς εφ' όσον το Συμβούλιο Εφετών δεν εδέχθη ότι η εγκαλούσα πολιτικώς ενάγουσα είχε αποβληθεί της ποινικής διαδικασίας, προ της εκδόσεως του πρωτοδίκου βουλεύματος, παρά τον νόμον απέρριψεν ως απαράδεκτη την έφεσή της κατ'αυτού και πρέπει, δεκτού γενομένου του μόνου λόγου αναιρέσεως, να γίνει δεκτή η κρινομένη αίτηση, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο, (Εφετών Αθηνών), συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485, 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ'αριθμ. 2295/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως Εισαγγελέως Αρείου Πάγου (άρθρ. 483§3, 479§2, 483§3). Η περιεχόμενη στην έγκληση δήλωση της αναιρεσείουσας εταιρίας, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα για τη ζημία την οποία υπέστη, έχει προδήλως την έννοια της ασκήσεως της εκ του άρθρου 914 ΑΚ αξιώσεως αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα διότι παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσείουσας, κρίνον ότι η άνω δήλωσή της δεν συνιστούσε νόμιμο παράσταση πολιτικής αγωγής, καθώς δεν καθορίζεται το είδος της ζημίας που υπέστη.
|
Πολιτική αγωγή
|
Πολιτική αγωγή, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1541/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αιτούντων 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2 και 3) Χ3, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πάλλη, για επανεξέταση λόγων αναιρέσεως της από 12.9.2008 αιτήσεως για αναίρεση της 5386/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 273/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Ο Άρειος Πάγος με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες ζητούν την επανεξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2009 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 477/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αιτούντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση επανεξέτασης λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρα 370 και 514 Κ.Π.Δ. τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση όπως είναι αυτή με την οποίαν απορρίπτεται ένδικο μέσο, ενώ κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποίαν απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δευτέρα αίτηση αναιρέσεως κατά της ιδίας αποφάσεως, αλλά στην περίπτωση κατά την οποίαν ο Άρειος Πάγος παρέλειψε από παραδρομή να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς λόγον αναιρέσεως, μπορεί εν όψει της αυτοτελείας κάθε αναιρετικού λόγου, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων να επανέλθει και να τον εξετάσει χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις ανωτέρω διατάξεις, διότι επί του μη εξετασθέντος λόγου δεν υπάρχει απόφαση. Το ίδιο όμως δεν ισχύει και στην περίπτωση που ο Άρειος Πάγος εκ παραδρομής παρέλειψε να εξετάσει λόγον αναιρέσεως αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο κατ' άρθρο 511 Κ.Π.Δ., ο οποίος δεν επροτάθη, ανεξαρτήτως του αν ο αναιρεσείων με υποβληθέν υπόμνημά του στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επεσήμανε την ύπαρξη τοιούτου λόγου και εζήτησε την αυτεπάγγελτη έρευνά του, καθ' όσον ο Άρειος Πάγος, μετά την εξέταση όλων των παραδεκτώς προβληθέντων αναιρετικών λόγων, απεκδύεται της εξουσίας του και, ελλείψει εκκρεμότητος παραδεκτώς προταθέντος λόγου, δεν έχει δικαιοδοσία να επανέλθει εκ νέου προς εξέταση της υποθέσεως. Εξ άλλου η δυνατότης επανεξετάσεως από τον Άρειο Πάγο αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου, η οποία με προηγουμένη απόφασή του είχε απορριφθεί, σε σχέση με λόγο ή λόγους του αναιρετήριου ή του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που φέρονται ότι δεν ηρευνήθησαν, ούτε απερρίφθησαν με την προηγουμένη απόφαση, προϋποθέτει ότι οι λόγοι αυτοί, εκτός της παραδεκτής προβολής τους, να μην αφορούν και βελτίωση, διευκρίνιση και συμπλήρωση πλημμελειών που προεβλήθησαν και απερρίφθησαν. Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως που αποκλείει την επανεξέτασή τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή δι' έκαστον από αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της αποφάσεως, είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότης ή μη της αιτιολογίας.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη από 23/3/2009 αίτησή του επιδιώκει ο αιτών την εξέταση λόγου αναιρέσεως της από 12/9/2008 αιτήσεώς του αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 5386/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, (αναιρέσεως) η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθμ. 273/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Από τα έγγραφα τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του προτεινομένου λόγου προέκυψαν τα εξής: Δια της υπ' αριθμ. 11111/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατεδικάσθησαν οι αιτούντες, ο μεν Χ1 για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρος, οι δε Χ2 και Χ3 για ψευδορκία μάρτυρος. Κατά της αποφάσεως αυτής οι άνω καταδικασθέντες ήσκησαν έφεση και δια της υπ' αριθμ. 76/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατεδικάσθησαν και αύθις δια τας άνω πράξεις έκαστος αυτών, πλην της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για την οποίαν η ποινική δίωξη εκηρύχθη απαράδεκτος, λόγω μη υποβολής σχετικής εγκλήσεως γι' αυτήν. Κατά της τελευταίας αυτής εφετειακής αποφάσεως και κατά τις καταδικαστικές της διατάξεις οι κατηγορούμενοι ήσκησαν αναίρεση, η οποία δια της υπ' αριθμ. 1380/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου έγινε δεκτή και παρεπέμφθη η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Τριμελές Εφετείο. Το τελευταίο αυτό δια της υπ' αριθμ. 5386/2008 αποφάσεώς του εκήρυξεν ενόχους όλους τους κατηγορουμένους για όλες τις αρχικώς πράξεις ήτοι και τον Χ1 (και) για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, δια την οποίαν, κατά τ' άνω, με την υπ' αριθμ. 76/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών είχε κηρυχθεί απαράδεκτος η ποινική δίωξη. Ούτως επέβαλεν εις τους καταδικασθέντας ποινές φυλακίσεως πέντε (5) μηνών εις τον Χ1 για εκάστην των πράξεων ψευδούς καταμηνύσεως, συκοφαντικής δυσφημήσεως και ηθικής αυτουργίας εις ψευδορκία μάρτυρος και συνολικώς εις αυτόν (ποινή φυλακίσεως) επτά (7) μηνών, εις έκαστον δε των λοιπών Χ2 και Χ3 πέντε (5) μηνών για ψευδορκία μάρτυρος. Άπαντες, λοιπόν, ούτοι κατά της αμέσως ανωτέρω υπ' αριθμ. 5386/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ήσκησαν την από 12/9/2008 κοινή αίτηση αναιρέσεως με λόγους: έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις καταδικαστικές διατάξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας σ' αυτή, ύπαρξη δεδικασμένου ως προς την καταδικαστική διάταξη της ψευδούς καταμηνύσεως και υπέρβαση εξουσίας καθ' ό μέρος η απόφαση εκήρυξε ένοχο τον Χ1 και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Μετά ταύτα δια της υπ' αριθμ. 273/2009 αποφάσεώς του το παρόν Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, το μεν απέρριψεν ως αβασίμους τους άνω λόγους ήτοι τόσον της ελλείψεως αιτιολογίας όσον αφορά τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας εις ψευδορκίαν, όσο και της υπάρξεως δεδικασμένου όσον αφορά την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, το δε έκαμε δεκτό τον λόγο της υπερβάσεως εξουσίας όσον αφορά την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως? εντεύθεν αφενός ανήρεσεν εν μέρει και μόνον ως προς τον Χ1 κατά την περί επιμετρήσεως της ποινής διάταξή της, κρίναν ότι δεν υπάρχει λόγος παραπομπής για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως αφού ως προς αυτήν η υπ' αριθμ. 76/2008 έχει καταστεί αμετάκλητη, αφ' ετέρου απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως των Χ2 και Χ3. Νυν οι αιτούντες δια της από 23/3/2009 κρινομένης αιτήσεώς των, αιτιώνται διότι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου παρέλειψε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, αλλά και κατά προβολήν σχετικού ισχυρισμού των εις το υποβληθέν υπόμνημά των μετά την συζήτηση, την ύπαρξη του υφισταμένου λόγου παραγραφής, λόγω συμπληρώσεως οκταετίας από του χρόνου τελέσεως των ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας εις αυτήν, όπερ έπρεπε να πράξει, εφ' όσον εκρίθη παραδεκτός και βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, ο αφορών εις την συκοφαντικήν δυσφήμηση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 511 Κ.Π.Δ. και ζητούν την (επαν)εξέταση του λόγου αυτού. Η αίτηση αυτή, πρέπει, κατ' ανάλογον εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη, αφού μετά την απόρριψη ως αβασίμου της (κοινής) αναιρέσεως των νυν αιτούντων ως προς τα αδικήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας εις αυτήν, ο Άρειος Πάγος έχει απεκδυθεί της εξουσίας του και δεν έχει πλέον δικαιοδοσία για την εκ νέου έρευνα της υποθέσεως, δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραλείψεως από παραδρομή προταθέντος παραδεκτώς λόγου αναιρέσεως.
Πέραν αυτών, οι αιτούντες εσφαλμένως υπολαμβάνουν, ότι ο κριθείς ως βάσιμος λόγος της αναιρέσεως για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αφορά και εις τα λοιπά συρρέοντα αδικήματα, και των οποίων την παραγραφή, εντεύθεν, έπρεπε να εξετάσει η άνω υπ' αριθμ. 273/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αυτεπαγγέλτως. Πλην όμως για αυτά ουδείς λόγος εκρίθη βάσιμος κατά τ' άνω εκτεθέντα και ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως την παραγραφή μόνο για την πράξη, για την οποία εκρίθη βάσιμος και ένας λόγος αναιρέσεως, όχι δε και για τις λοιπές οι κατά των οποίων λόγοι εκρίθησαν αβάσιμοι.
Συνεπώς η αίτηση, εκ του λόγου τούτου, είναι και αβάσιμη. Μετά ταύτα οι αιτούντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 και 583 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/3/2009 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3 για εξέταση λόγων αναιρέσεως σχετικών με την παραγραφήν των αδικημάτων ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας εις αυτήν, που αφορά η υπ' αριθμ. 273/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Και
Καταδικάζει τους αιτούντας στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εάν ο Άρειος Πάγος παρέλειψε από παραδρομή να ερευνήσει παραδεκτώς προταθέντα λόγο αναιρέσεως, μπορεί ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως να επανέλθει, διότι επ΄ αυτού δεν υπάρχει απόφαση. Το ίδιο όμως δεν ισχύει εάν ο Άρειος Πάγος εκ παραδρομής παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναιρέσεως αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ, ο οποίος όμως δεν προτάθηκε, Εφόσον εξέδωσε την απορριπτική απόφασή του, δεν μπορεί να επανέλθει. Εάν κριθεί βάσιμος ο λόγος για το συγκεκριμένο αδίκημα τούτο δεν σημαίνει ότι ο λόγος αυτός αφορά και τα λοιπά συρρέοντα αδικήματα για τα οποία η αναίρεση έχει απορριφθεί ως αβάσιμη. Απορρίπτει αίτηση.
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως.
| 1
|
Αριθμός 1540/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου .., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια, για αναίρεση της 130/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 388/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 περ. β' και ζ' Κώδικος Νόμων για τα ναρκωτικά - ΚΝΝ Ν.3459/2006 με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 2.900 μέχρι 290.000 ευρώ τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει, μεταφέρει ή κατέχει ναρκωτικά. Ως πώληση και αγορά θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των άνω πράξεων της αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός α) της ποσότητος τούτων (βάρους) που είναι αδιάφορη για την στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής, με την ποσότητα (βάρος των ναρκωτικών ουσιών) β) του χρόνου τελέσεως των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος και δ) της ταυτότητος των πωλητών ή αγοραστών.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 130/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου τούτο, μετ' αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων και δη "τις ένορκες καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάσθησαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα πρακτικά του, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τους ισχυρισμούς του πρώτου κατηγορουμένου που προβλήθηκαν από τον συνήγορο που τον εκπροσωπεί στην παρούσα δίκη" (είναι ο αναιρεσείων) ..., εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής περιστατικά: "Ο πρώτος των κατηγορουμένων σε χρόνο που δεν εξακριβώθηκε κατά την ανάκριση, πάντως κατά τους πρώτους μήνες του έτους 2006, αγόρασε από άτομο άγνωστο στην ανάκριση ικανή ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, και ειδικότερα 2.495 γρμ. ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και έκτοτε την κατείχε με σκοπό την εμπορία. Την εν λόγω ποσότητα ναρκωτικών ουσιών τοποθέτησε αυτός στις 16/17 Φεβρουαρίου 2006 στο με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητό του, που οδηγούσε ο ίδιος, και τη μετέφερε προς πώληση, συσκευασμένη σε τρεις πλαστικές σακκούλες, των 525 γρμ. η πρώτη, των 980 γρμ. η δεύτερη και των 990 γρμ. η τρίτη. Τις σακκούλες αυτές, που βρέθηκαν στο αυτοκίνητό του, ύστερα από νομότυπη έρευνα των αστυνομικών οργάνων, οι οποίοι έχοντας σχετικές πληροφορίες των ακινητοποίησαν, αφού προηγήθηκε επεισοδιακή καταδίωξή του στους δρόμους του χωριού ... της ..., επρόκειτο να τις πωλήσει κατά την ημέρα εκείνη (17-2-2006), αντί τιμήματος 10.000 ευρώ στο ΑΑ, που ήταν αστυνομικός και είχε εμφανισθεί στο δεύτερο κατηγορούμενο ως υποψήφιος αγοραστής και ο οποίος μεσολάβησε μεταξύ τους, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, ώστε να καταρτισθεί αυτή η συμφωνία. Και είναι μεν αληθές ότι ο α' κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών από ετών, πλην όμως η χρήση αυτή δεν τον κατέστησε ποτέ τοξικομανή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχος ο α' κατηγορούμενος για τις πράξεις της αγοράς, κατοχής, μεταφοράς και απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, να του αναγνωρισθεί όμως το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α'Π.Κ., δεδομένου ότι μέχρι την τέλεση των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων, έζησε ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και καθόλα κοινωνική ζωή. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που μεσολάβησε στο να καταρτισθεί η σύμβαση πωλήσεως μεταξύ του αστυνομικού ΑΑ και του πρώτου κατηγορουμένου με αντικείμενο την ποσότητα των 2.495 γρμ. ινδικής κάνναβης αντί του ποσού των 10.000 ευρώ. Ειδικότερα, ενόψει του ότι η Αστυνομία είχε πληροφορίες πως στο χωριό ... γίνεται διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, εμφανίσθηκε κατόπιν εντολής του προϊσταμένου του ο αστυνομικός ΑΑ, συνοδευόμενος από τη συνάδελφό του ΒΒ στο καφενείο του χωριού και αφού γνωρίσθηκε με το δεύτερο κατηγορούμενο και απέκτησε την εμπιστοσύνη του, εξέφρασε το ενδιαφέρον του για την αγορά ικανής ποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Ο δεύτερος κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν μπορεί μεν να του προμηθεύσει ναρκωτικά, είναι όμως σε θέση να μεσολαβήσει σε κάποιον γνωστό του, υπονοώντας αυτόν που τον προμήθευε ινδική κάνναβη, ώστε να του εξασφαλίσει την ποσότητα που επιθυμούσε. Πράγματι, ύστερα από σχετικές διαπραγματεύσεις μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου και του ΑΑ, στις οποίες μεσολάβησε ο δεύτερος κατ/νος μεταφέροντας τις εκατέρωθεν απόψεις, -αφού ο πωλητής δεν συνάντησε ποτέ τον μέλλοντα αγοραστή,- συμφωνήθηκε να πωλήσει αυτός την ποσότητα των 2.495 γρμ. ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, αντί του ποσού των 10.000 ευρώ, και για το λόγο αυτό την μετέφερε με το αυτοκίνητό του σε μικρή απόσταση από το καφενείο της ... . Το γεγονός ότι δεν εκπληρώθηκαν τελικά οι εκατέρωθεν παροχές, γιατί ανέκυψε διαφωνία αν θα παραδίδονταν πρώτα τα ναρκωτικά ή αν θα καταβαλλόταν προηγουμένως το τίμημα, δεν αναιρεί την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως μεταξύ τους, στην οποία μεσολαβητικό ρόλο είχε ο δεύτερος κατηγορούμενος ...". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον (πρώτο κατηγορούμενο) Χ του ότι: " Α) Στη ... και στην ..., σε ανεξακρίβωτη μέχρι σήμερα στην ανάκριση ημερομηνία, πάντως εντός των τελευταίων 2-3 ημερών πριν τη σύλληψή του (17-02-2006), αγόρασε ναρκωτικά, και συγκεκριμένα αγόρασε, από άγνωστα μέχρι σήμερα στην ανάκριση πρόσωπα, ακατέργαστη ποσότητα ινδικής κάνναβης, βάρους δύο κιλών και τετρακοσίων ενενήντα πέντε (2,495 γραμμαρίων, με σκοπό την εμπορία, αντί ανεξακρίβωτου τιμήματος, το οποίο πάντως κατέβαλε στους ανωτέρω πωλητές. Β) Στη ..., την 16/17-2-2006, κατείχε, δηλαδή είχε στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να διαθέσει κατά βούληση ναρκωτικά , και συγκεκριμένα, εντός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, κατείχε τρεις (3) νάιλον συσκευασίες με ινδική κάνναβη (χασίς σε φούντα), συνολικού βάρους δύο κιλών και τετρακοσίων ενενήντα πέντε (2.495) γραμμαρίων, και συγκεκριμένα πεντακόσια είκοσι πέντε (525) γραμμάρια η πρώτη, εννιακόσια ογδόντα (980) γραμμάρια η δεύτερη και εννιακόσια ενενήντα (990) γραμμάρια η τρίτη, ποσότητα η οποία βρέθηκε μετά από νομότυπη έρευνα, που διενεργήθηκε από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα της Α.Δ. ..., υπό των οποίων και κατασχέθηκαν. Γ) Στις 16/17-2-2006, μετέφερε ναρκωτικά, και, συγκεκριμένα μετέφερε με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, την ανωτέρω υπό στοιχ. Β' κατεχόμενη από αυτόν ποσότητα ινδικής κάνναβης (χασίς σε φούντα), συσκευασμένη σε τρεις (3) νάιλον συσκευασίες, συνολικού βάρους δύο κιλών και τετρακοσίων ενενήντα πέντε (2.495) γραμμαρίων, και συγκεκριμένα πεντακόσια είκοσι πέντε (525) γραμμάρια η πρώτη, εννιακόσια ογδόντα (980) γραμμάρια η δεύτερη και εννιακόσια ενενήντα (990) γραμμάρια η τρίτη, από τα ... στη ... . Και Δ) Στη ..., την 16-7-2006, έχοντας αποφασίσει να τελέσει την άδικη πράξη της πώλησης ναρκωτικών ουσιών, επιχείρησε πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσης του αδικήματος αυτού, πλην, όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του, όχι από δική του πρωτοβουλία, αλλά από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της βούλησής του, και συγκεκριμένα: Αφού συμφώνησε με τον εμφανιζόμενο σε αυτόν ως υποψήφιο αγοραστή ναρκωτικών ουσιών ΑΑ, Αστυνομικό που υπηρετεί στην Α.Δ. ..., να του πωλήσει ποσότητα ινδικής κάνναβης (χασίς σε φούντα), βάρους δύο κιλών και τετρακοσίων ενενήντα πέντε (2.495) γραμμαρίων, αντί τιμήματος 10.000 ευρώ, με τη μεσολάβηση του γνωστού σε αυτόν προσώπου και συγκατηγορουμένου του ΓΓ, συνεννοήθηκε τηλεφωνικά με τον ανωτέρω διαμεσολαβητή, προκειμένου να ολοκληρωθεί η επιχειρούμενη αγοραπωλησία ναρκωτικών ουσιών και μετέβη στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, με σκοπό να παραδώσει στον υποψήφιο αγοραστή την συμφωνηθείσα πωλούμενη ποσότητα ναρκωτικών, την οποία κατείχε εντός του προαναφερόμενου αυτοκινήτου του. Πλην, όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του, γιατί, τη στιγμή εκείνη, αποκαλύφθηκε η ιδιότητα του υποψήφιου αγοραστή, επενέβησαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα της Α.Δ. ..., τα οποία τον καταδίωξαν, διότι προσπάθησε να διαφύγει, και τον συνέλαβαν". Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την απαιτουμένη κατά τις ανωτέρω διατάξεις (του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ.) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ, τις αποδείξεις κατ' είδος και λεπτομερώς, από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του Ν. περί ναρκωτικών (άρθρ. 20 ΚΝΝ Ν. 3459/2006). Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβεν υπ' όψη της, για να καταλήξει στην ενοχή για την αγορά, για την οποίαν, εφ' όσον κατά τ' άνω εδέχθη ότι πάντως έγινε καταβολή του τιμήματος στους πωλητές, δεν απαιτείται, προς αιτιολόγηση της τελέσεώς της να προσδιορίζεται και το ύψος του τελευταίου, ούτε, άλλωστε, η ταυτότης των πωλητών, η δε παραδοχή της αποφάσεως "από άτομο άγνωστο στην ανάκριση" σημαίνει λογικά ότι η άγνοια περιορίζεται στο στοιχείο αυτό, ούτε απαιτείται να αναφέρει από ποία συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει η αγορά. Επίσης η απόφαση αναφέρει ότι ο αναιρεσείων κατείχε την ναρκωτική ουσία "με σκοπό την εμπορία" στο αυτοκίνητό του που οδηγούσε ο ίδιος και ότι την μετέφερε προς πώληση, πράξη, όμως, η οποία παρέμεινε εν αποπείρα (για την οποίαν μάλιστα δεν υπάρχει αιτίαση). Εντεύθεν και δεν είναι αναγκαίο να παρατίθενται "πλείονα αποδεικτικά στοιχεία, σκέψεις και συλλογισμοί της συγκεκριμένης κρίσης", όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, για την στοιχειοθέτηση των τελεσθεισών πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, χωρίς μάλιστα να προσδιορίζει ο τελευταίος, ποία επί πλέον τα στοιχεία αυτά.
Συνεπώς ο σχετικός μόνος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ., περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά την καταδικαστική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως για αγορά, κατοχή, μεταφορά και απόπειρα πωλήσεως ναρκωτικών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. πρέπει να εκτείνεται και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 332 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφ' όσον όμως προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους. Τοιούτος αυτοτελής ισχυρισμός είναι, προκειμένου περί αγοράς, κατοχής ή πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών και ο περί τοξικομανίας ισχυρισμός, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο της πράξεως έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις.
Στην προκειμένη περίπτωση ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα Χ συνήγορός του στο Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, προέβαλε ως ισχυρισμόν τοξικομανίας ότι: "Πάντοτε ήτο σύννομος. Η εμπλοκή του στη δικαζομένη πράξη συνέχεται άρρηκτα με την έξη χρονίως της χρήσης προϊόντων ινδικής κάνναβης και την δυσμενή ψυχολογική του εξέλιξη τόσο από το δικά του προβλήματα υγείας, όσο και από την απώλεια της μητέρας του από παρεμφερή με την δική του αιτία, ουδέποτε όμως κίνητρο της όποιας παραβατικής του συμπεριφοράς υιοθετήσει το Δικαστήριο με την απόφαση που πρόκειται να εκδώσει, απετέλεσε η επίτευξη παρανόμου κέρδους από την πώληση της συγκεκριμένης ακατέργαστης ινδικής κάνναβης". Ο ισχυρισμός αυτός, ως περί τοξικομανίας τοιούτος, είναι πάντως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον άνω ισχυρισμό, πέραν του ότι ως εκ περισσού απήντησε και τον απέρριψε.
Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας, καθ' ό μέρος αφορά την αναιτιολόγητη απόρριψη του άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17/2/2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 130/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορά, πώληση, κατοχή ναρκωτικών ουσιών (άρθρ. 20 §1 περ. β και ζ ΚΝΝ Ν. 3459/2006. Στοιχεία αυτών. Τι απαιτείται γι΄ αυτές. Πότε αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψή τους, όταν όμως προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τοιούτος είναι και ο περί τοξικομανίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 1539/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγ γελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδόπουλο, για αναίρεση της 4573/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 298/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή η εσφαλμένη εκτίμηση μαρτυρικών καταθέσεων, διότι εις την περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4573/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης το οποίο δίκασε κατ' έφεση, τούτο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και δη "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία" εδέχθη κατά πλειοψηφίαν (ότι απεδείχθησαν) τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, στις 21-1-2001, στην ... Ν. ..., έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει τον ομοεθνή του ΑΑ πήρε μαζί του την επτάσφαιρη κυνηγετική καραμπίνα, την οποία πριν από λίγες ημέρες είχε κλέψει και είχε κρύψει επιμελώς στο δωμάτιο που διέμενε, ώστε να την έχει στη διάθεσή του ανά πάσα στιγμή, όχι για άσκηση θήρας ή σκοποβολής, αλλά για να σκοτώσει τον προαναφερόμενο, τον οποίο, περί ώρα 22.00', αφού παραμόνευσε πυροβόλησε (μ' αυτή) προκαλώντας το θάνατό του - ακολουθία: Ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος οπλοφορίας και οπλοχρησίας". Μετά ταύτα τον εκήρυξε ένοχο των πράξεων αυτών. Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήτο αναγκαία η αναφορά του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, από το οποίο προέκυψε κάθε συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό, ούτε απητείτο να γίνει αξιολογική συσχέτιση μεταξύ όλων των ληφθεισών υπ' όψη μαρτυρικών καταθέσεων ως και όλων των ληφθέντων υπ' όψη λοιπών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία ουδέν εξηρέθη.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ του άρθρου ήτοι 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, με τον οποίον ο αναιρεσείων υπό το πρόσχημα της επικλήσεως της ελλείψεως αιτιολογίας, επιχειρεί αντίθετη, προς εκείνη που εδέχθη το δικαστήριο, αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σχετικά με την ενοχή και την καταδίκη του, αμφισβητών ούτω την κρίση του άνω δικαστηρίου, ως προς το τι προέκυψε από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία, (ο λόγος αυτός) είναι απαράδεκτος, διότι ανάγεται εις την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 Κ.Π.Δ. όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης σύμφωνα με το άρθρο 59 Κ.Π.Δ., όταν, δηλαδή, η απόφαση εξαρτάται από άλλη ποινική δίκη για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και δεν είναι δυνατή ούτε σκόπιμη η ένωση των δύο. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική, ελεύθερη και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει την απόφασή του, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη) του αιτήματος αυτού συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ιδίου Κώδικος λόγο αναιρέσεως. Πάντα τα ανωτέρω ισχύουν υπό την απαραίτητον προϋπόθεση ότι το άνω περί αναβολής αίτημα έχει υποβληθεί και αναπτυχθεί σαφώς και ορισμένως με όλα τα αναγκαία περιστατικά, τα οποία είναι απαραίτητα για την θεμελίωσή του, χωρίς να αρκεί η επίκληση της νομικής διατάξεως, η οποία το προβλέπει ή του νομικού χαρακτηρισμού, με τον οποίον είναι γνωστό αυτό στη νομική ορολογία, για να μπορέσει το δικαστήριο, μετά από αξιολόγηση, να το κάμει δεκτό ή να το απορρίψει, άλλως το δικαστήριο δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου κατά την ανάπτυξη της υπερασπίσεως του τελευταίου "εζήτησε" κατά πιστή εδώ μεταφορά, "την απαλλαγή του κατηγορουμένου, άλλως την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της αποφάσεως του ΜΟΔ Θεσ/νίκης". Ούτως όμως υποβληθέν το αίτημα αυτό χωρίς άλλο τι, ήτο αόριστον και ανεπίδεκτον δικαστικής εκτιμήσεως, με συνέπεια να μην υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει επ' αυτού και μάλιστα με ειδική αιτιολογία, πέραν του ότι απήντησεν η πλειοψηφία του δικαστηρίου, εκ του πράγματος δηλαδή, με την καταδικαστική της κρίση. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι το ότι ανεγνώσθη "πιστό υπηρεσιακό απόσπασμα της αριθμ. 214-220/2008 απόφασης του ΜΟΔ Θεσσαλονίκης" από το οποίο προέκυπτε ότι κατά της αποφάσεως αυτής έχει ασκηθεί έφεση δεν καθιστά ορισμένο το άνω αίτημα αναβολής.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ακροάσεως εκ του άρθρου 170 παρ. 2 ΚΠΔ και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' άρθρον 171 Κ.Π.Δ. "Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγου ακόμη προκαλείται 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: ... Γ) την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος ...". Εκ της άνω διατάξεως, σε συνδυασμό με την του άρθρου 59 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η απόλυτη ακυρότης ως άνω προϋποθέτει την μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής διώξεως και όχι την αναβολή της δίκης και συνεπώς η παραβίαση των τελευταίων δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως.
Συνεπώς ο εκ του τελευταίου αυτού άρθρου αντίθετος σχετικός λόγος της αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω μη αναβολής της δίκης, κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' άρθρο 59 Κ.Π.Δ., είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 3/5-2-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4573/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Αίτημα περί αναβολής της δίκης κατ΄ άρθρο 59 ΚΠΔ. Απόρριψή του πρέπει να είναι αιτιολογημένη, έστω και αν απόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου. Η απλή απόρριψή του συνιστά έλλειψη ακροάσεως. Πρέπει όμως το αίτημα να είναι ορισμένο. Ακυρότητα κατ' άρθρο 171§1γ ΚΠΔ δημιουργεί η παράβαση των διατάξεων για την αναστολή της ποινικής διώξεως, όχι για την αναβολή της δίκης. Απορρίπτει λόγο απολύτου ακυρότητος.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αναβολής αίτημα, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 1538/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Στεφάνου, για αναίρεση της 379/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Ιανουαρίου 2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 296/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 19 Ιανουαρίου 2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 στρέφονται κατά της αυτής αποφάσεως υπ' αριθμ. 379/2008 του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας. Πρέπει, εντεύθεν, να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ των προδήλου συναφείας.
Για την κατ' άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται α) ο μάρτυς να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας για την εξέτασή του β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση του, ότι αυτά τα οποία κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να (τα) καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστου του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε, θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυς αντελήφθη ή από διηγήσεις τρίτων επληροφορήθη και ως εκ τούτου γνώριζε. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Εξ αυτού προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, φορτικότητα, απειλή κ.τ.λ. β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση , θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτοθμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Ήτοι απαιτείται η αναφορά των αληθών περιστατικών που εγνώριζε ο εξετασθείς και αντ' αυτών κατέθεσε τα ψευδή και τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το δικαστήριο εδέχθη ότι αυτός είχε γνώση ότι ταύτα ήσαν ψευδή? και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστου, εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της καταθέσεως ήτο αποτέλεσμα της ενσυνειδήτου ενεργείας του. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία αποτελεί λόγον αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 379/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, τούτο, εδέχθη, μετά από αναφορά κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων και εκτίμηση και αξιολόγηση αυτών, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξεταζόμενος ενόρκως στις 31-10-2002 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας και στις 7-4-2003 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας σε υπόθεση στην οποία ήταν κατηγορούμενος ο νυν εγκαλών ΑΑ για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά του Χ2, κατέθεσε εν γνώσει του τα παρακάτω ψευδή: 1) Στις 31-10-2002 εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Κέρκυρας κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς τα εξής: "Δεν είδα επίθεση να κάνει ο Χ2 ... Δεν είδα τον Χ2 να κτυπάει τον ΑΑ .... Δεν έβρισε ο Χ2 ..." 2) Στις 7-4-2003 εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς τα εξής: "... Δεν ήταν κτυπημένος ο Ψ ...". Τα παραπάνω όμως είναι ψευδή και αυτός αν και γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή, εν γνώσει του τα κατέθεσε ένορκα. Ο κατηγορούμενος Χ2 από πρόθεση, στον παραπάνω τόπο και χρόνους, με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις, έπεισε τον κατηγορούμενο Χ1, να διαπράξει το πλημμέλημα της ψευδορκίας μάρτυρα και να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Κέρκυρας και του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, όσα πιο πάνω κατέθεσε, εν γνώσει του ότι αυτά είναι ψευδή. Ειδικότερα ο δόλος του πρώτου κατηγορουμένου να καταθέσει τα ως άνω ψευδή περιστατικά συνάγεται ανενδοιάστως εκ του ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επεισοδίου που έλαβε χώρα μεταξύ του μηνυτού Ψ και του αδελφού του Χ2 (δεύτερου κατηγορουμένου) στις 29 του μηνός Σεπτεμβρίου 1996 στην περιοχή "..." ..., κατά το οποίο ο μηνυτής είχε επιτεθεί εναντίον του δευτέρου κατηγορουμένου με μία κλαδευτική ψαλίδα και του προκάλεσε οίδημα αριστ. ζυγωματικής χώρας και εκδορές πλάγιας κοιλιακής χώρας και δεξιού ημιθωρακίου (κάτωθι της θηλής του δεξιού μαστού (βλ. την από 29-9-1996 ιατροδικαστική έκθεση του ιδίου ιατροδικαστή), ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος τον χτύπησε στο κεφάλι με τα χέρια του και του προκάλεσε αιμάτωμα δεξιού βλεφάρου και ρινός ... Κατά το επεισόδιο αυτό ανταλλάχθηκαν ύβρεις υπ' αμφοτέρων των παραπάνω εμπλακέντων. Ο πρώτος κατηγορούμενος ο οποίος καθ' ομολογία του ήταν εργάτης στην υπηρεσία του δεύτερου κατηγορουμένου και εργαζόταν στο κτήμα του δεύτερου, ενώ είδε ότι ο δεύτερος είχε αίματα μετά τη συμπλοκή και είδε όλο το επεισόδιο απέφυγε να καταθέσει στις ως άνω ημερομηνίες, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ότι ο δεύτερος χτύπησε το μηνυτή και τον εξύβρισε, καταθέσας μόνο ότι ο μηνυτής χτύπησε και εξύβρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο.
Συνεπώς απέκρυψε από πρόθεση τα περιστατικά αυτά που τα γνώριζε με σκοπό να ωφελήσει το δεύτερο κατηγορούμενο σε δίκη έπειτα από έγκληση του δεύτερου κατηγορούμενου για σωματική βλάβη και εξύβριση σε βάρος του νυν μηνυτή Ψ για τα αντίστοιχα αδικήματα, καταθέτοντας ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου (δεύτερος κατηγορούμενος) και ότι δεν έβρισε και ότι ο μηνυτής δεν ήταν χτυπημένος, παρά του ότι τους είδε ότι συνεπλάκησαν και έδερνε ο ένας τον άλλον ... Επίσης συνάγεται ανενδοιάστως ότι ο πρώτος δεν είχε λόγο να καταθέσει υπέρ του δεύτερου αν αυτός δεν έπειθε γι' αυτό". Μετά ταύτα εκήρυξε ενόχους του κατηγορουμένους ως εξής: Τον Χ1 ψευδορκίας μάρτυρος και τον Χ2 ηθικής αυτουργίας εις αυτήν. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, το Τριμελές Εφετείο Κερκύρας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, για τα οποία κατεδικάσθησαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 224, 46 παρ. 1 Π.Κ., χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και με λογικά κενά και να στερήσει ούτω την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται α) τα δικαστήρια, ενώπιον των οποίων κατέθεσαν αρμοδίως ενόρκως ο πρώτος κατηγορούμενος-αναιρεσείων, Χ1, τα ψευδή περιστατικά, β) τα αληθή περιστατικά, τα οποία εγνώριζε και απέκρυψε, αφού δέχεται (η απόφαση) ότι ο κατηγορούμενος αυτός ήτο αυτόπτης μάρτυς του επεισοδίου μεταξύ του μηνυτού Ψ και του αδελφού του Χ2, δευτέρου κατηγορουμένου και είδε ότι ο τελευταίος αυτός χτύπησε τον μηνυτή στο κεφάλι και τον εξύβρισε τον οποίο είδε και χτυπημένο, και ότι παρά ταύτα κατέθεσε ψευδώς ότι "δεν είδε τον Χ2 να κτυπάει τον Ψ, ο οποίος δεν ήταν κτυπημένος, ούτε έβρισε ο Χ2", γ) η σχέση εξαρτήσεως του πρώτου κατηγορουμένου, εργάτου όντος στην υπηρεσία του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2 και η εξ αυτής πειθώ του να ψευδομαρτυρήσει ο πρώτος. Επίσης, ναι μεν αναφέρει ότι "ο μηνυτής Ψ επιτέθηκε εναντίον του δευτέρου κατηγορουμένου, εν όψει, όμως, του ότι εδέχθη ότι αμφότεροι "αυτοί συνεπλάκησαν και ο ένας έδερνε τον άλλον" ουδεμία αντίφαση υπάρχει όταν δέχεται ότι (και) ο δεύτερος κατηγορούμενος επετέθη κατά του μηνυτού (όπερ είδε ο Χ1). Μετά πάντα ταύτα οι σχετικοί μόνοι λόγοι, οι αυτοί αμφοτέρων των αναιρέσεων, της ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, ειδικότερα όσον αφορά τον δόλον των αναιρεσειόντων σχετικά, ήτοι, με την γνώση των ψευδών περιστατικών από τον πρώτο κατηγορούμενο και την (μη) αναφορά των αληθών εις την προσβαλλομένη απόφαση ως και την ηθική αυτουργία του δευτέρου κατηγορουμένου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ό μέρος δε με αυτούς πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αυτοί είναι απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αναιρέσεις ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, καταδικασθούν δε έκαστος των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 οαρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 19 Ιανουαρίου 2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 379/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντας στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) έκαστον.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρος (224 ΠΚ). Στοιχεία αυτής. Πρέπει να αιτιολογείται στην απόφαση η γνώση του περιστατικού που κατέθεσε ενώ είναι ψευδή. Πρέπει να εκτίθενται τα αληθή περιστατικά (άλλως έλλειψη αιτιολογίας) και πως τα γνώριζε. Στοιχεία ηθικής αυτουργίας (άρθρ. 46 ΠΚ). Πότε εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως - παραβίαση εκ πλαγίου. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 1537/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ και συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.Δεκεμβρίου.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 38/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 84/10.3.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την με αριθμό 210/22-12-2008, αίτηση αναίρεσης της Χ1, κατοίκου ..., οδός ..., την οποία άσκησε η ίδια, κατά του με αριθμό 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το με αριθμό 810/2008 βούλευμά του, όπως αυτό διορθώθηκε με το με αριθμό 1456/2008 όμοιο, παρέπεμψε την αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια της πράξεως της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση από την οποία το περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €, που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 10/9/2001 και 8/10/2001. Κατά του βουλεύματος αυτού η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 2182/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο έκανε δεκτή τυπικά και απέρριψε στην ουσία την έφεσή της, επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεώς της, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε με θυροκόλληση στην αναιρεσείουσα στις 12/12/2008 και στον αντίκλητο δικηγόρο της Αθανάσιο Παναγιωτάτο στις 10/12/2008, η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 22/12/2008 (δηλαδή εντός της τασσομένης από τον νόμο προθεσμίας) ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον, η με αριθμό 210/22-12-2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η υπέρβαση εξουσίας, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η απόλυτη ακυρότητα.
ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148, 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση αναίρεσης να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ωρισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχ. δ', ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως, η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλομένου βουλεύματος στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη να προσδιορίζεται επιπλέον σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως (Ολ. ΑΠ 19/2001, ΑΠ 1922/07, ΑΠ 1840/07, ΑΠ 2250/06).
Εξ άλλου για το ωρισμένο του προβλεπομένου στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχ. α, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ αναιρετικού λόγου της απόλυτης ακυρότητας, πρέπει α) να προσδιορίζεται από ποιά αιτία εχώρησε η απόλυτη ακυρότητα και συγκεκριμένα αν αυτή αφορά την τήρηση των διατάξεων, που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ, οπότε πρέπει να προσδιορίζεται ειδικώς σε τί συνίσταται η παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και β) ποιά διάταξη παραβιάσθηκε η οποία τα διέπει (ΑΠ 208/2004, ΑΠ 378/2002). Ως εκ τούτου σε περίπτωση που υφίστανται τέτοιες ελλείψεις, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και ως εκ τούτου απορριπτέα.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
ΙΙΙ. Στη προκείμενη περίπτωση, στην έκθεση αναίρεσης, η αναιρεσείουσα δηλοί κατά λέξη ότι ασκεί αναίρεση κατά του με αριθμό 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ... "α) για υπέρβαση εξουσίας, β) δεν περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την πραγματογνωμοσύνη και τη στήριξη της πλαστογραφίας, γ) το βούλευμα είναι απολύτως άκυρο κατ'άρθρο 171 ΚΠΔ και αποδέχεται δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος ότι δεν ευρίσκετο συμβολαιογράφος και δεν υπέγραψε κανένα πληρεξούσιο χωρίς να δικαιολογεί την τόση άγνοια του που εβρήκα την ταυτότητα του και πώς έλαβε σύνταξη από το ΤΣΑ χωρίς να γνωρίζει τη μεταβίβαση, θα καταθέσω σχετικό υπόμνημα και παρακαλώ να δεχθείτε την παράστασή μου στο συμβούλιο".
Με αυτό το περιεχόμενο όμως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη λόγω πλήρους αοριστίας των αναιρετικών λόγων που δι'αυτής προβάλλονται. Συγκεκριμένα δεν προσδιορίζεται ούτε ποιές είναι οι ελλείψεις ή οι ασάφειες στην αιτιολογία του βουλεύματος και σε σχέση με ποιά πραγματικά περιστατικά, ούτε σε τί συνίσταται η απόλυτη ακυρότητα και ποιά διάταξη παραβιάσθηκε ως επίσης σε τί συνίσταται η υπέρβαση εξουσίας.
Επομένως, κατά τα εκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, συνεπεία της παντελούς αοριστίας των προαναφερομένων λόγων που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α', δ και στ ΚΠΔ και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας.
ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΑ και σε περίπτωση που η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, δεδομένου ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτουμένη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν υπερέβη την εξουσία του και ουδεμία ακυρότητα εμφιλοχώρησε, παρά τ' αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα. Να απορριφθεί δε το αίτημά της για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του Συμβουλίου Σας λόγω αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζονται τα σημεία του βουλεύματος που χρήζουν προφορικής ανάπτυξης (ΑΠ 85/2005, ΑΠ 1068/2003).
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί νω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 210/2008 αίτηση αναίρεσης της Χ1 κατά του με αριθμό 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας.
Αθήνα 27 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 515 β' ΚΠΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα Χ1 ζητεί την αναβολή της δίκης "δια να διασαφηνίσει την αναίρεσή της μετ' αποδείξεων, αφού δεν κλητεύεται και δεν δύναται να παραστεί". Ο λόγος αυτός δεν συνιστά ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση και πρέπει το σχετικόν αίτημα της αναβολής να απορριφθεί.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι διά το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 ΚΠΔ προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορρίπτεται, χωρίς άλλη περαιτέρω έρευνα (άρθρα 476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για το ορισμένο και εντεύθεν το παραδεκτό του εκ των άρθρων 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτουμένης κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει: α) εάν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλομένου βουλεύματος ή της προσβαλλομένης αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλ' αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη να προσδιορίζεται επί πλέον σε τι ακριβώς συνίστατι η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Το αυτό ισχύει και ως προς τον προβλεπόμενο υπό των άρθρων 484 παρ. 1 στοιχ. α' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα προκειμένου περί βουλευμάτων (άρθρο 171 αριθ. 1 ΚΠΔ) και για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ) προκειμένου περί αποφάσεων, όπου για να είναι σαφής και ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται ποία από τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 171 ΚΠΔ περιπτώσεως απόλυτης ακυρότητος παρέβη το συμβούλιο ή το δικαστήριο σε τι συνίσταται αυτή και τα περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια. Τέλος, και ως προς τον εκ των άρθρων 484 παρ. 1 στοιχ. στ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας, πρέπει, για το ορισμένο αυτού, να αναφέρεται εις τι συνίσταται αυτή, εφ' όσον εις τα άνω άρθρα καθορίζονται περιοριστικώς, οι περιπτώσεις, κατά τας οποίας υπάρχει αυτή η υπέρβαση. Στην προκειμένη περίπτωση, η Χ1 δια του υπ' αριθ. 810/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο διορθώθη δια του υπ' αριθ. 1456/2008 του αυτού Συμβουλίου, παρεπέμφθη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, για να δικασθεί ως υπαιτία ψευδούς βεβαιώσεως, με σκοπό να προσπορίσει σε τρίτον αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα άλλον, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσόν των 73.000 ευρώ, πράξεως τελεσθείσης κατ' εξακολούθηση. Κατ' αυτού ή άνω ήσκησεν έφεση, η οποία απερρίφθη δια του υπ' αριθ. 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Νυν ζητεί την αναίρεση του τελευταίου αυτού βουλεύματος, για τους εξής αναφερομένους στην αίτησή της, κατά λέξη, λόγους: α) Υπέρβαση εξουσίας β) Δεν περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εν σχέσει με την πραγματογνωμοσύνη και την στήριξη της πλαστογραφίας.
γ) Το βούλευμα είναι απολύτως άκυρο κατ' άρθρον 171 ΚΠΔ και αποδέχεται δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος ότι δεν ευρίσκετο συμβολαιογράφος και δεν υπέγραψε κανένα πληρεξούσιο, χωρίς να δικαιολογεί την τόση άγνοιά του πού ευρήκα την ταυτότητά του και πώς έλαβε σύνταξη από το ΤΣΑ χωρίς να εγνώριζε την μεταβίβαση. Θα καταθέσω σχετικό υπόμνημα και παρακαλώ να δεχθήτε την παράστασή μου στο Συμβούλιό Σας".
Ούτω διατυπούμενοι οι λόγοι αυτοί, χωρίς να προσδιορίζεται α) η ειδικότερη μορφή της υπερβάσεως εξουσίας, β) σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας σε σχέση με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος "για την πραγματογνωμοσύνη και την στήριξη της πλαστογραφίας", σε ποία κεφάλαια αυτών ανάγονται ως και ποία πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν και γ) σε ποιά από τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 171 αριθ. 1 ΚΠΔ περιπτώσεις απολύτου ακυρότητος υπέπεσε το Συμβούλιο Εφετών, είναι αόριστοι και πρέπει, γι' αυτό, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Μετά ταύτα και την ειδοποίηση της ίδίας της αναιρεσειούσης, κατά την επί του φακέλλου σημείωση του αρμοδίου Γραμματέως, να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή της, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.12.2008 αίτηση της Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθ. 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε αόριστοι οι λόγοι αναιρέσεως: α) υπερβάσεως εξουσίας, β ) ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, γ) απολύτου ακυρότητας στο βούλευμα ή την απόφαση. Εάν ουδείς λόγος σαφής και ορισμένος, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (άρθρ. 513§1 ΚΠΔ. Απορρίπτει αναίρεση η οποία ουδένα ορισμένο λόγο περιλαμβάνει.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 1.536/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με την πληρεξουσία δικηγόρο του Σταματούλα Πεφάνη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 1.520/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.936/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 590/29.12.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ, την από 8/12/2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ... και νυν κρατούμενου Φυλακών ..., με την οποία αυτός ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 1520/2003 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή 100.000 € για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και σε φυλάκιση 4 μηνών και χρηματική ποινή 8.000 € για χρήση ναρκωτικών ουσιών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στη κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει, από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπλη-ρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικάσαν δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ'αντιθέτως απορρίφθηκαν και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1513/07 ΠΧ ΝΗ - 438, ΑΠ 680/07 ΠΧ ΝΗ -219). Στην κρινόμενη υπόθεση, η παραπάνω με αριθμό 1520/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αμετάκλητη, δεδομένου ότι με την με αριθμό 669/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης από τον αιτούντα. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, Χ, καταδικάσθηκε για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις που συνίστανται στο ότι: Α) Από τον Ιανουάριο του 1997 μέχρι τις 30-5-1998 στην ... και στην ..., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, προέβη στην αγορά ναρκωτικών ουσιών και, συγκεκριμένα 1) στην ... από τις αρχές Ιανουαρίου 1997 μέχρι τα μέσα Μαΐου του 1998 αγόρασε διαδοχικώς, μη διακριβωθείσες ποσότητες ηρωΐνης, οπωσδήποτε όμως 150 γραμμάρια, από κάποιον ονόματι ΑΑ, αγνώστων λοιπών στοιχείων, αντί μη διακριβωθέντος ποσού και 2) Στις 30-5-1998, στην ..., αγόρασε από άγνωστο τρία κιλά και 440 γραμμάρια ηρωΐνης, αντί μη αποκαλυφθέντος τιμήματος, Β) Οι Χ και ΒΒ στην ..., στις 30-5-1998, από κοινού κατείχαν ναρκωτικές ουσίες και, συγκεκριμένα, εντός της επί της οδού ... οικίας του δευτέρου κατείχαν τρία κιλά και 440 γραμμάρια ηρωΐνη, συσκευασμένη σε πέντε δέματα. Τις παραπάνω πράξεις ο Χ ετέλεσε κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή διέπραξε αυτές κατ'επανάληψη και έχοντας διαμορφώσει σχετική υποδομή, καθόσον διέθετε ζυγό ακριβείας μάρκας KERM και διάφορες κρυψώνες, όπως την ανωτέρω οικία, άλλη επί της οδού ... στους ..., καθώς και άλλες μη διακριβωθείσες. Αποσκοπούσε δε στον πορισμό εισοδήματος, έχοντας ροπή επανειλημμένης τελέσεώς τους, Γ) Στην ..., από τα μέσα του 1994 μέχρι τις 30-5-1998 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ηρωΐνης. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ένορκα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και στην απολογία του κατηγορουμένου. Ως νέο γεγονός και απόδειξη για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αίτησής του ο Χ επικαλείται την από 21/3/2005 έγκληση που υπέβαλε σε βάρος του ....Πρωτοδίκη Ανακριτή του 12ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών και των ΓΓ και ΔΔ, αστυνομικών ανακριτικών υπαλλήλων, οι οποίοι όταν συνελήφθη και επελήφθησαν της κυρίας ανάκρισης και προανάκρισης αντίστοιχα. δεν μερίμνησαν να ζητήσουν τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης για την διαπίστωση αν αυτός ήταν τοξικομανής. Η υποβολή αυτής της έγκλησης όμως, προδήλως δεν συνιστά νέο γεγονός, το οποίο αν γνώριζαν οι εκδώσαντες την προαναφερθείσα απόφαση δικαστές θα αναγνώριζαν τον αυτοτελή ισχυρισμό του αιτούντος ότι αυτός ήταν τοξικομανής κατά τα χρόνο τέλεσης των προαναφερθεισών αξιοποίνων πράξεων και θα επέβαλαν σ'αυτόν ελαττωμένη ποινή. 'Αλλωστε το αίτημα για την αναγνώριση του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού υποβλήθηκε ενώπιον του εκδώσαντος την πιο πάνω απόφαση δικαστηρίου και απορρίφθηκε. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων η υπό κρίση αίτηση επανάληψης της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Ι.) Να απορριφθεί η από 8/12/2008 αίτηση του Χ για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 1520/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΙΙ. Να επιβληθούν σε βάρος του ανωτέρω αιτούντος τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 16 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και την πληρεξούσια του αιτούντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν (υπ' αριθμ. 2) "ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Σκοπός της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής της ουσιαστικής αληθείας στη συγκεκριμένη περίπτωση και αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών - αθωώσεων). Ούτως ο θεσμός της επαναλήψεως της διαδικασίας φέρει εξαιρετικό χαρακτήρα και διέπεται από συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις, διότι έρχεται σε σύγκρουση με το θεσμό του δεδικασμένου κτλ. και επιδιώκει την επανόρθωση των δικαστικών πλημμελειών με σκοπό την ορθότερη ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Εντεύθεν και 1) η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, αφού η σχετική αίτηση στρέφεται κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, ήτοι αυτής που απέκτησε την ισχύ δεδικασμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει με τα ένδικα μέσα, 2) η υποβολή της σχετικής αιτήσεως δεν υπόκειται σε προθεσμία και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, 3) οι όροι "γεγονότα" ή "αποδείξεις" είναι ταυτόσημοι, 4) χωρεί επί αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου (και στρατιωτικού) εφ' όσον υπό της αποφάσεως εχαρακτηρίσθη το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα, 5) η επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται μόνον επί αμετακλήτου αποφάσεως και οι περιπτώσεις, καθ' άς χωρεί η επανάληψη της διαδικασίας ορίζονται περιοριστικώς υπό του άνω άρθρου 525 εν όψει του εξαιρετικού χαρακτήρος της διαδικασίας αυτής, η οποία αποτελεί το έσχατο μέσο, με το οποίο επιδιώκεται να επιτευχθεί ο άνω σκοπός. Περαιτέρω νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως (525 παρ. 1 αριθμ. 2) θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, δεν υπεβλήθησαν στην κρίση των δικαστών που εδίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που αγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ηρευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν, ως και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό. Και τούτο διότι, εφ' όσον με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν δημιουργείται στάδιο ελέγχου της δικαστικής κρίσεως, όπως αυτή διεμορφώθη στην οικεία δικαστική απόφαση, ύστερα από βάσανο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, επιδιώκεται με αυτή η διεξαγωγή μιας νέας δίκης με βάση νέα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν υπόψη τους οι δικασταί που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση και από τα οποία αποδεικνύεται η αναλήθεια της πραγματικής βάσεως επί της οποίας εστηρίχθη η δικαστική κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών, Χ, ο οποίος με την υπ' αριθμ. 1.520/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατεδικάσθη αμετακλήτως για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, εις ποινή ισοβίου καθείρξεως και χρηματική ποινή 100.000 ευρώ και για χρήση ναρκωτικών ουσιών εις ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως, απορριφθείσης της κατ' αυτής αναιρέσεως, δια της υπ' αριθμ. 669/2005 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, επικαλούμενος νέα στοιχεία, άγνωστα στους δικαστάς, οι οποίοι εδίκασαν, από τα οποία προκύπτει ότι είναι αθώος για τα ανωτέρω. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, παραδεκτώς δε φερομένη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εν Συμβουλίω (άρθρ. 527 παρ. 1 και 3, 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 1.520/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, με την απόρριψη της κατ' αυτής αναιρέσεως, δια της υπ' αριθμ. 669/2005 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ο αιτών κατεδικάσθη εις ποινή ισοβίου καθείρξεως και χρηματική ποινή 100.000 ευρώ, για παράβαση του Ν.περί ναρκωτικών και δη για αγορά και κατοχή, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ως και χρήση ναρκωτικών ουσιών. Ειδικότερα οι άνω πράξεις συνίστανται στο ότι: "Α) Από τον Ιανουάριο του 1997 μέχρι τις 30-5-1998 στην ... και στην ..., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, προέβη στην αγορά ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα 1) στην ... από τις αρχές Ιανουαρίου 1997 μέχρι τα μέσα Μαΐου του 1998 αγόρασε διαδοχικώς. μη διακριβωθείσες ποσότητες ηρωίνης, οπωσδήποτε όμως 150 γραμμάρια, από κάποιον ονόματι ΑΑ, αγνώστων λοιπών στοιχείων, αντί μη διακριβωθέντος ποσού και 2) Στις 30-5-1998, στην ..., αγόρασε από άγνωστο τρία κιλά και 440 γραμμάρια ηρωίνης, αντί μη αποκαλυφθέντος τιμήματος.
Β) Οι Χ και ΕΕ, στις 30-5-1998, από κοινού κατείχαν ναρκωτικές ουσίες και, συγκεκριμένα, εντός της επί της οδού ... οικίας του δευτέρου κατείχαν τρία κιλά και 440 γραμμάρια ηρωίνη, συσκευασμένη σε πέντε δέματα. Τις παραπάνω πράξεις ο Χ ετέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή διέπραξε αυτές κατ' επανάληψη και έχοντας διαμορφώσει σχετική υποδομή, καθόσον διέθετε ζυγό ακριβείας μάρκας KERM και διάφορες κρυψώνες, όπως την ανωτέρω οικία, άλλη επί της οδού ... στους ..., καθώς και άλλες μη διακριβωθείσες. Αποσκοπούσε δε στον πορισμό εισοδήματος, έχοντας ροπή επανειλημμένης τελέσεως τους,
Γ) Στην ..., από τα μέσα του 1994 μέχρι τις 30-5-1998 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ηρωίνης".
Το δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική του για τον αιτούντα κρίση, αφού έλαβεν υπ' όψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξητάσθησαν ενόρκως ενώπιόν του, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά και ανεγνώσθησαν ως και την απολογία του νυν αιτούντος - κατηγορουμένου, αφού απέρριψε τον περί τοξικομανίας ισχυρισμόν του κατά τον χρόνον της τελέσεως των άνω πράξεων, διότι δεν έκρινε πειστική την από 15.6.1998 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ιατρού ... . Νυν ο αιτών επικαλείται ως νέο στοιχείο και προσκομίζει την από 21.3.2005 έγκληση κατά του ..., Ανακριτού του 12ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών ως και των ΓΓ και ΔΔ, Αρχιφύλακος και Υπαστυνόμου Α' αντιστοίχως, διότι δεν εζήτησαν εγκαίρως την διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης προς διαπίστωση της τοξικομανίας του. Όμως το στοιχείο αυτό λαμβανόμενο υπ' όψη μόνο του ή σε συνδυασμό με τις άνω προσκομισθείσες στο Εφετείο Αθηνών αποδείξεις, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση εις βάρος του αιτούντος, δεν καθιστά φανερό ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος της αξιοποίνου πράξεως της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών, ενώ το αίτημα περί αναγνωρίσεως του κατηγορουμένου ως τοξικομανούς κατά την τέλεση των άνω πράξεων υπεβλήθη ενώπιον του Εφετείου, εκρίθη και απερρίφθη. Δι' ό και η αιτίαση ότι ο αιτών έχει καταδικασθεί με σωρεία προγενεστέρων αποφάσεων για εμπορία ναρκωτικών ως τοξικομανής, εφ' όσον με αυτή επιδιώκεται ο από ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι απαράδεκτη. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, όπως συμπληρώθηκε με τα από 15.1.2009 και 16.2.2009 υπομνήματα και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.12.2008 αίτηση του Χ για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 1.520/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας (άρθρ. 525 επ. ΚΠΔ). Προϋποθέσεις - Στοιχεία απαγορεύσεως αυτής. Τι είναι νέα γεγονότα ή αποδείξεις. Πότε πρέπει να υπάρχουν. Τι ετέθη υπ΄ όψη του Δικαστηρίου και εξητάσθη. Δεν μπορεί με την επανάληψη να ζητείται η επανεξέταση της υποθέσεως διότι δεν είναι ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Απορρίπτει αίτηση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1531/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκέκοβιτς, για αναίρεση της 2166/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1914/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 5 παρ. 1 περ. ζ του ν. 1729/1987, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του αν. ν. 2161/1993 (ήδη άρθρο 20 παρ. 1 περ. ζ του ΚΝΝ - Ν 3459/2006), τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές όποιος κατέχει ναρκωτικά. Η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά. Ακόμα κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ "αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων". Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και8 χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι οι ισχυρισμοί για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2166/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Τέλεσε (ο κατηγορούμενος) την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της κατοχής ποσότητας ακατέργαστης ινδικής κάνναβης την οποία άλλωστε και ο ίδιος ομολογεί στην απολογία του. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι, εντός της οικίας του στο ..., βρέθηκε στις 21-10-2005 να κατέχει μέσα σε πλαστική λεκάνη 5 συσκευασίες ακατέργαστης ινδικής κάνναβης (74,5 γραμ., 78.5 γραμ., 55,5 γραμ., 20,4 γραμ., και 3,9 γραμ.) συνολικού βάρους 232,8 γραμ. και αρίστης ποιότητας.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την ως άνω πράξη και μάλιστα χωρίς να είναι τοξικομανής (βλ. τη με ημερομηνία 5-12-2005 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης) και χωρίς ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 δ και ε του ΠΚ, αφού δεν αποδείχθηκε έμπρακτη μεταμέλειά του ή ότι συμπεριφέρθηκε καλά μετά την τέλεση της πράξεώς του, για μεγάλο χρονικό διάστημα". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών για περαιτέρω διάθεση και επέβαλε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ.1 και 98 ΠΚ, 4 και 5 παρ. 1 περ. ζ του ν. 1729/1987 (όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2161/1993, ν. 3161/1993, ν. 2479/1997 και ν. 3459/2006), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω το Δικαστήριο με πλήρη και ειδική αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι κατά το χρόνο που τέλεσε την πράξη της κατοχής της ποσότητας των 232,8 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης με σκοπό την εμπορία (21-10-2005) δεν ήταν τοξικομανής με αναφορά του ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ και ε του ΠΚ αυτός, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου της ουσίας (βλ. αρχή 6ης σελίδας αυτών), προβλήθηκε κατά τρόπο λίαν αόριστο, χωρίς επίκληση οιουδήποτε περιστατικού, και γι' αυτό το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα. Παρά ταύτα το Δικαστήριο εκ περισσού απήντησε σ' αυτόν απορρίπτοντας τον ως κατ' ουσίαν αβάσιμο ως προς αμφότερες τις επικαλούμενες ελαφρυντικές περιστάσεις με σχετική αιτιολογία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ, 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2166/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Έννοια κατοχής. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για ναρκωτικά. Απόρριψη ισχυρισμών περί τοξικομανίας του κατηγορουμένου και περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2δ και 2ε ΠΚ. Επάρκεια σχετικών ισχυρισμών. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 1530/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μπαταβάνη, για αναίρεση της 28864/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1207/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ προσώπων, προς το δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απηγγέλθη απόντος αυτού, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 ΚΠοινΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 28864/2008 απόφασή του, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την υπ' αριθμ. 417/14.1.2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 43202/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνος είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως για το έγκλημα της κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος (άρθρ. 17 παρ. 1 και 8 του ν. 1337/1983) με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από το από 27.4.2006 αποδεικτικό επίδοσης του ..., Αστυφύλακα ΑΤ ..., προκύπτει ότι αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης, επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ως άγνωστης διαμονής κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 ΚΠοινΔ. Στη διεύθυνση ..., ..., όπου αναζητήθηκε ο κατηγορούμενος, ήταν άγνωστος και άλλη διεύθυνση αυτού δεν ήταν γνωστή στην Εισαγγελική αρχή. Επομένως η γενομένη επίδοση ήταν νομότυπη και η υπό κρίση έφεση είναι εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Εξάλλου από την υπ' αριθμ. 417/14-1-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλει με αυτή επί λέξει τα εξής: "... την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως διότι δεν έλαβε γνώση παρότι ήταν γνωστής διαμονής". Κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του ο ήδη αναιρεσείων δια του συνηγόρου του είπε ότι "ο πελάτης του δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης και ζήτησε να εξετασθεί ως μάρτυρας αποδείξεως περί του εκπροθέσμου της έφεσης" ο ΑΑ, ο οποίος μετά τη νόμιμη όρκισή του κατέθεσε τα εξής "Είμαι φίλος του κατηγορουμένου. Κατοικεί στη ... . Το 2001 έφυγε από την οδό ... και πήγε στη ..., φιλοξενούμενος στο γιο του. Δεν γνώριζε ότι είχε Δικαστήριο. Έλαβε γνώση από τον Αστυφύλακα, κατοικούσε απέναντι από την Αστυνομία, ήταν γνωστός στην Αστυνομία. Το ακίνητο στη ..., δεν ξέρω τι το έκανε, μάλλον το πούλησε". Στη συνέχεια δε ο συνήγορος του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος μετά την Εισαγγελική, απορριπτική της έφεσης πρόταση, "ζήτησε να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση" (βλ. 3η σελίδα των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Με όσα εξέθεσε ο κατηγορούμενος στην πιο πάνω υπ' αριθμ. 417/2008 έφεσή του προβάλλει ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους βεβαίως δεν εμπίπτει, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Δεν ανέφερε, όμως, ο αναιρεσείων στην ως άνω έφεσή του ποία ήταν η τελευταία γνωστή κατοικία του κατά το χρόνο της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και αν αυτή ήταν γνωστή στην Εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση. Το ίδιο συνέβη και ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όταν κατά την εξέταση του εμπροθέσμου της εφέσεώς του, ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του περιορίστηκε να εκθέσει τα πιο πάνω αναφερόμενα. Εξάλλου από την κατάθεση του μάρτυρα δεν προέκυψε κάτι σχετικό για το ζήτημα της γνωστής διαμονής του αναιρεσείοντος παρά μόνο και αορίστως η γνώση του για την ύπαρξη της εκκαλουμένης αποφάσεως, μη προσδιορίζοντας όμως αυτός το χρόνο γνώσεώς της από τον αστυφύλακα λόγω της θέσης της νέας του κατοικίας στη ... απέναντι από την Αστυνομία, στην οποία ήταν γνωστός, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Περαιτέρω, στην πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται μεταξύ άλλων, τόσον η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 43203/2003 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 27-4-2006, η οποία προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα του ΑΤ ..., ..., που βρίσκεται στη δικογραφία, όσο και η ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως στις 14-1-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να αναφέρει το έγγραφο (έκθεση) της εφέσεως λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Δεν υποχρεούταν δε το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία για την εγκυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής ή τους λόγους ανωτέρας βίας για τους οποίους ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, αφού ο προαναφερόμενος και στην έφεση διαλαμβανόμενος ισχυρισμός του, χωρίς αναφορά ότι αυτός είχε κατά το χρόνο της εν λόγω επιδόσεως ειδικώς προσδιοριζομένη γνωστή διαμονή, η οποία ήταν γνωστή στην Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ήταν εντελώς αόριστος και απαράδεκτος. Εφόσον δε στον ισχυρισμό αυτό δεν διαλαμβανόταν και επίκληση λόγων ανώτερης βίας (αφού η αναφορά και μόνο ότι δεν έλαβε γνώση της επιδόσεως παρότι ήταν γνωστής διαμονής, γενικώς και αορίστως δεν συνιστούν ανώτερη βία) δεν ήταν αναγκαία η αιτιολογία και επί του ζητήματος αυτού. Ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε στο ακροατήριο μάρτυρας επί του ζητήματος αυτού, ανεξάρτητα του ότι η εν λόγω μαρτυρική κατάθεση, ήταν ασαφής και αόριστη, κατά τα προαναφερόμενα.
Συνεπώς, με όσα δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τα λοιπά με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση ως και πρωτόδικη τοιαύτη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 28864/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης απορριψάσης έφεση ως εκπρόθεσμη. Επαρκής αιτιολογία απόφασης Δικαστηρίου ουσίας και απόρριψη αίτησης αναίρεσης και μη επίκληση λόγων ανώτερης βίας που να δικαιολογείται το εκπρόθεσμο της έφεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 1529/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Πάντη, για αναίρεση της 1488/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2008 αίτηση της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1966/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητος της επιδόσεως ή ανωτέρας βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 4 ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Εξάλλου, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βίας ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της.
Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1488/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, της αναιρεσείουσας και εκκαλούσας-κατηγορουμένης, εκπροσωπηθείσας στη δίκη εκείνη από τη συνήγορό της δικηγόρο Αθηνών Ζωή Σπανάκη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά αυτής, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. ΑΤ-5558/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία αυτή είχε καταδικασθεί για τις πράξεις της υποβολής ψευδούς υπευθύνου δηλώσεως του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 κατά συρροή και μη, της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατά συναυτουργία και της παραβάσεως του άρθρου 280 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 86/1969 σε α) συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι δύο (22) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ την ημέρα και β) σε χρηματική ποινή 3.000 ευρώ. Από τη σχετική υπ' αριθμ. 200/4.3.2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, φερόμενη στην έφεση ως κάτοικος ... (οδός ... αριθμ. ...), προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς της, είχε προβάλει με αυτή, κατά το ενδιαφέρον ως προς το σημείο αυτό μέρος της, κατά πιστή μεταφορά: "Σοβαροί λόγοι υγείας μη αναστρέψιμοι και διαβεβαίωση από τον γιο της ΑΑ ότι θα την εκπροσωπούσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του και εκείνη στις 23-10-2007 τελικά την άφησαν και δικάσθηκε ερήμην". Οι παραπάνω όμως λόγοι, και αληθείς υποτιθέμενοι, ανάγονται, όπως ορθά επισημαίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, στη μη εμφάνισή της στην πρωτοβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε ερήμην της η εκκαλούμενη ως άνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, και όχι στη δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς της κατά της παραπάνω απόφασης, αφού ληφθεί υπόψη ότι αυτή επιδόθηκε νομότυπα στο σύνοικο σύζυγό της ΒΒ και άρα έλαβε γνώση αυτής στις 20-2-2008, όπως αυτό προκύπτει από το από 20-2-2008 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητής της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ..., γεγονός άλλωστε μη αμφισβητούμενο από την αναιρεσείουσα. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά πιστή μεταφορά και τα ακόλουθα: "... Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι η άσκηση της κρινόμενης έφεσης μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας οφείλεται στην αθέτηση της υπόσχεσης του γιου της (εκκαλούσας) ΑΑ ότι θα φρόντιζε ο ίδιος το θέμα αυτό, τη στιγμή που, όπως ισχυρίστηκε στην έφεσή της "την άφησε και δικάστηκε ερήμην", στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και άρα δεν θα έπρεπε να εφησυχάσει με την παραπάνω υπόσχεσή του, αλλά να ενδιαφερθεί η ίδια, (αφού επρόκειτο για αποκλειστική δική της υπόθεση) να αναθέσει εγκαίρως σε πληρεξούσιο δικηγόρο την άσκηση της έφεσης, όπως και τελικά έπραξε, μέσω της δικηγόρου της Ζωής Σπανάκη. Μετά από αυτά το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι η κατηγορουμένη από ανώτερη βία δεν άσκησε εμπρόθεσμα την κρινόμενη έφεση, η οποία και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί η κατηγορούμενη στα έξοδα της δίκης (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ)". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου ως απαράδεκτη, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεί που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως στην αναιρεσείουσα ως γνωστής διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Επιπλέον με παράλληλη αιτιολογία απέρριψε ως εκ περισσού και τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συνδρομής ανωτέρας βίας με την εκδοχή ότι αυτή αφορούσε (και) την εκπρόθεσμη άσκηση της κρινόμενης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έφεσής της. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Οκτωβρίου 2008 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1488/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης απορριψάσης έφεσης ως εκπρόθεσμη. Επαρκής αιτιολογία απόφασης Δικαστηρίου ουσίας και απόρριψη αίτησης αναίρεσης και μη επίκληση λόγων ανώτερης βίας που να δικαιολογείται το εκπρόθεσμο της έφεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1533/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βασιλάτο, για επανάληψη της διαδικασίας της δίκης και ακύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1922 αποφάσεως του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών.
Το Έκτακτο Επαναστατικό Στρατοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 263/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 248/13-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2α, 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 20-1-2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας υπέρ του Ε1 που περατώθηκε με την από 15-11-1922 αμετάκλητη απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου, με την οποία καταδικάστηκε στην ποινή του θανάτου για εσχάτη προδοσία και ηθική αυτουργία στην από τον Ε6 τελεσθείσα πράξη της παράδοσης προς τον εχθρό μεγάλων τμημάτων στρατού και παρεμπόδισης της ανασυνάθροισης αυτού και εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρο 525 § 1 περίπτωση 2η του; ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε: Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για το λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν κατ'εκείνο το χρόνο, την κρίση του δ'αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκης και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες, νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (ΑΠ 1708/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ. Ν Ε' σελ. 698, ΑΠ 1612/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ' σελ. 597). Αντιθέτως, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο, από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη; τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθόσον -η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 137/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ'σελ, 1070, ΑΠ 557/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ' σελ. 37). Επίσης, δεν αποτελούν νέες αποδείξεις η διαφορετική ή η νέα αξιόλογηση ή η εκτίμηση του ιδίου γεγονότος, τα επιχειρήματα και οι κρίσεις για προϋπάρχουσες αποδείξεις ή οι λόγοι που πλήττουν την κατά το άρθρο 177 ΚΠΔ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως την από ουσιαστικής απόψεως ορθότητα της καταδικαστικής αποφάσεως (ΑΠ 28/96 Π.Χρ. ΜΣΤ 1415, ΑΠ 1743/90 Π.Χρ. ΜΑ 737, Μπουρόπουλος Ερμ. ΚΠοινΔικ τομ. Β' έκδοση 1957, σελ. 307-310). Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, ή αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγο του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από το συνήγορο που παρέστη στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα τη διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου, που τον καταδίκασε. Όπως δ'αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην πιο πάνω διάταξη προσώπων ανεξάρτητο και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση καταδικασμένου (βλ Αιτιολογική Έκθεση Σχεδίου ΚΠΔ 1934, έκδοση Ζαχαροπούλου, σελ. 591, Ομοίως Α. Μπουροπούλου, Ερμηνεία ΚΠΔ, τόμος Β', σελ. 318, Ηλ. Γάφου, Ποινική Δικονομία, τεύχος Γ', σελ. 82 κτλ.). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση, σύμφωνα με την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 § 2 του ΚΠΔ (βλ. ΑΠ 428/1993 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΓ' σελ. 266, ΑΠ 117/1982 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΛΒ' σελ. 799 κτλ. Ομοίως Α. Μπουροπούλου, όπου παραπ. σελ. 318, Ι. Ζησιάδη Ποινική Δικονομία, τόμος Β' σελ. 671). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 του ΚΠΔ, η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο τη βασιμότητα της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί. Τέλος, κατά το άρθρο 528 § 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επανάληψης διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε Δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 § 1 αριθ. 4 σε άλλο Δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών Χ1, εγγονός του καταδικασθέντος σε θάνατο Ε1, επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την από 15-11-1922 αμετάκλητη απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου για το λόγο ότι από τις νέες αποδείξεις που αναφέρονται στην κρινομένη αίτηση και ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι ήταν αθώος. Επομένως η υπό κρίση αίτηση είναι νόμιμη και αρμοδίως κατ'άρθρο 528 παρ. 1 ΚΠΔ εισάγεται στον 'Αρειο Πάγο, αφού η επανάληψη της διαδικασίας για εκείνους που καταδικάστηκαν αμετάκλητα πριν αρχίσει να ισχύει ο ΚΠΔ επιτρέπεται, σύμφωνα με τις διατάξεις τούτου (άρθρο 602 ΚΠΔ). Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για να θεμελιώσει το αίτημα επαναλήψεως της διαδικασίας επικαλείται ο αιτών ότι: "1) Ο μεγάλος πολιτικός αντίπαλος των καταδικασθέντων, Π1 κατά την επάνοδο του στην ελληνική πολιτική σκηνή και κατά την πρωθυπουργία του των ετών 1929-1932, έχοντας πλέον ακριβή και πλήρη γνώση των γεγονότων της κατάρρευσης του Μικρασιατικού μετώπου, της διάλυσης του Ελληνικού Στρατού και της αποχώρησης του από την Μικρά Ασία αλλά και πως εξελίχθηκαν αυτά, προέβη σε δυο αποκαλυπτικές δηλώσεις και διαπιστώσεις, βασιζόμενες σε ψύχραιμη και αντικειμενική γνώση των διαδραματισθέντων τότε (θέρος του 1922) γεγονότων, η ύπαρξη των οποίων, αν ήταν γνωστή στο καταδίκασαν δικαστήριο δεν θα επέτρεπε σ' αυτό την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Τον Ιανουάριο του 1929 απέστειλε στον τότε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος Π2 επιστολή, στην οποία σαφώς μεταξύ άλλων αvαφέρει: "Δύναμαι να διαβεβαιώσω υμάς κατά τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπο ότι ουδείς των πολιτικών αρχηγών της δημοκρατικής παρατάξεως θεωρεί ότι οι ηγείται της πολιτικής, ήτις ηκολουθήθη μετά το 1920, διέπραξαν προδοσία κατά της χώρας ή ότι εν γνώσει οδήγησαν τον τόπο εις την μικρασιατική καταστροφή. Δύναμαι μάλιστα να σας διαβεβαιώσω ότι πιστεύω ακραδάντως ότι θα ήσαν ευτυχείς αν η πολιτική των οδηγεί την Ελλάδα εις εθνικόν θρίαμβον". Κατά δε τη "συνεδρίαση της 31/3/1932 της Βουλής των Ελλήνων ο ίδιος ο Π1 αναφερθείς στο θέμα της θανατικής καταδίκης των έξι καταδικασθέντων σε θάνατο ως άνω πολιτικών ανδρών, έκαμε λόγο πάλι περί της αποσταλείσας στον Π2 ανωτέρω επιστολής, και μάλιστα εδήλωσε ότι αποτελεί ειλικρινή του επιθυμία να αποκατασταθεί η μνήμη των νεκρών, υπέρ των. οποίων ήταν έτοιμος να προσέλθει σε μνημόσυνο όπως δεηθεί, μετά των συγγενών και φίλων αυτών, από κοινού υπέρ εκείνων (Βλέπετε: "Αι Αγορεύσεις του Ελληνικού Κοινοβουλίου 1909-1956", περίοδος Β, Τ6, σελ. 429-431. Μνημονεύεται επίσης στην Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος του Σπ. Μαρκεζίνη, αναφέρεται δε και στην Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος Γ. Κόκκινου και στα πρακτικά της συνεδριάσεως της Βουλής της 31/3/1932, στα οποία καταχωρείται ο ιστορικά ενδιαφέρον πολιτικός διάλογος μεταξύ του Π1 και του Π2). 2) ...ο Π1 πάλι, στη Βουλή στις 31.3.1932 (Συνεδρίασης Ν') σε αγόρευση του δήλωσε: "Πρέπει δε να είπω ένα πράγμα βέβαιον, ότι από τους ανθρώπους εκείνους επί των οποίων εγένετο η εκτέλεση των αποφάσεων του Στρατοδικείου, ο αδικότερα τυφεκισθείς είναι ο μακαρίτης Ε1, Φοβούμαι ότι η καταδίκη και η εκτέλεσις του, ωφείλετο σαφώς εις μιαν ανδρικήν πράξην, την οποίαν έκαμεν. Να προτίμηση δηλαδή να κόψη το χαρτονόμισμα εις δυο, παρά να αρχίσει να εκτυπώνη χαρτονομίσματα και να καταντήση την δραχμήν εις την τύχην του μάρκου. Θεωρώ ότι σπανίως προσεφέρθη τόσον μεγάλη υπηρεσίαν σε μια χώρα όσο εκείνη την οποία προσέφερε τότε ο Ε1". 3) ...την 1/4/1932 σε αγόρευση του στη Βουλή (Συνεδρίαση ΝΑ') ο Π1, Πρωθυπουργός της χώρας, ρητά δηλώνει περί σφαλμάτων κατά την διάρκεια της δίκης και συγκεκριμένα αναφέρει προς τους βουλευτές ότι: "Έχομεν καθήκον να λησμονήσομεν πολλά πράγματα και τους νεκρούς, οι οποίοι βεβαίως εστερήθησαν την ζωή ν των κατά εντελώς άνομον τρόπον ...". Η αγόρευση αυτή του τότε Πρωθυπουργού της χώρας Π1, δέκα περίπου χρόνια μετά την δίκη και την εκτέλεση του Ε1 και πέντε εκ των συγκατηγορουμένων του, είναι καταλυτική για τον τρόπο με τον οποίο έγινε η δίκη. Πέραν αυτών όμως ο Π1 ως πρωθυπουργός και έχων πλέον πλήρη, ακριβή και όχι περιορισμένη και βεβιασμένη πληροφόρηση περί των γεγονότων της κατάρρευσης του μετώπου στη Μ. Ασία ρητά και πανηγυρικά δηλώνει ότι έγιναν σφάλματα κατά την διαδικασία και ενέργειες οι οποίες οδήγησαν σε "άνομη" δίκη με αποτέλεσμα να στερηθούν τη ζωή τους οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι. Οι δικάσαντες στρατοδίκες μη έχοντες τον Νοέμβριο του 1922 την πληροφόρηση, τις μαρτυρίες και την αντικειμενική γνώση των γεγονότων κατά την εποχή εκείνη, την οποία είχε ο πρωθυπουργός δέκα χρόνια μετά έλαβαν την απόφαση της καταδίκης σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλομένης. Εάν όμως είχαν γνώση των πραγματικών γεγονότων και των μαρτυριών έτσι όπως αυτές αποκρυσταλλώθηκαν και συμπληρώθηκαν μετά από μια δεκαετία δεν θα κατέληγαν στην απόφαση αυτή την οποία προσβάλλω με την παρούσα αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. Η δε αναφορά του τότε πρωθυπουργού της χώρας ότι ο Ε1 και οι λοιποί πέντε έχασαν την ζωή τους κατά "άνομο τρόπο" αποτελεί νέο γεγονός και αναντίρρητη μαρτυρία υπέρ της αθωότητας τους, προερχομένη από τα πλέον επίσημα και έγκυρα χείλη. Παρόμοιες ήταν και οι αγορεύσεις του Π3 (Δ' Συντακτική Συνέλευση της 24/3/1924), του Π4 και του Π5 (πρακτικά της 23/1/1931, σελ. 306, 320) στη Βουλή των Ελλήνων οι οποίοι μίλησαν θετικά περί της ανάγκης αναθεώρησης της καταδικαστικής απόφασης. 4). ...... σε αγόρευση του στη Βουλή των Ελλήνων στις 2 Φεβρουαρίου του 1925 ο αντιστράτηγος Σ1, ο οποίος χρημάτισε πρόεδρος της Ανακριτικής Επιτροπής, η οποία παρέπεμψε τους "έξι" και φοβερός πολέμιος τους, δήλωσε: "Η επανάστασις του 1922 υπήρξε μια επανάστασις ιδεολόγων η οποία κατέληξε εις την σκληράν απόφαση της θανατικής καταδίκης ίνα χρησιμεύσει το αίμα εκείνο προς νέαν αναδημιουργίαν. Εξ' όσων όμως ελέχθησαν φαίνεται ότι το αίμα εκείνο έρρευσεν επί ματαίω". Από την δήλωση αυτή του Σ1 προκύπτει ότι υπήρχε προσχεδίαση της θανατικής εκτέλεσης των κατηγορουμένων. Το γεγονός αυτό αποτελεί νέο στοιχείο, το οποίο δεν αποκαλύφθηκε κατά την διάρκεια της δίκης. Συνεπώς στους δικάσαντες στρατοδίκες ήταν άγνωστο. Αν δε ήταν γνωστό, ασφαλώς δεν θα δέχονταν να καταδικάσουν σε θάνατον τους προειρημένους έξι πολιτικούς, αφού θα θιγόταν το κύρος, η τιμή τους και η αμεροληψία τους ως δικαστών, η δε απόφαση τους θα αντιλαμβάνονταν ότι θα ήταν διάτρητη ως κατευθυνόμενη. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Σ1 στον δεύτερο τόμο των απομνημονευμάτων του, απαλλαγμένος πλέον από το πάθος της εποχής εκείνης γράφει για τα γεγονότα της ελληνικής πολιτικής ιστορίας από την επανάσταση του 1909 μέχρι το 1926 ότι: "Άνευ μίσους και άνευ πάθους με την λυδίαν λίθον της αμεροληψίας και του δικαίου ανά χείρας, προσεπάθησα να καταπνίξω το γουρουνάκι που έχομεν πάντες μέσα μας για να εκθέσω με αντικειμενικότητα και αμεροληψίαν την αλήθειαν". Υποδηλώνοντας ότι την εποχή της δίκης των "εξ" κυριαρχούσε πάθος, μίσος και βαναυσότητα ξένα προς την έννοια της δικαιοσύνης και ότι οι "εξ" καταδικασθέντες και εκτελεσθέντες πολιτικοί μεταξύ των οποίων και ο Ε1 υπήρξαν θύματα αυτού του πάθους και αυτού του μίσους και όχι ένοχοι εσχάτης προδοσίας. Ο Σ1 ως πρόεδρος της ανακριτικής επιτροπής, η οποία συνέλεξε το αποδεικτικό υλικό για να θεμελιωθεί η κατηγορία της εσχάτης προδοσίας κατά του Πρωθυπουργού Ε1 και των λοιπών συγκατηγορούμενων του, ως εκ της θέσεως του είχε την δυνατότητα να λαβαίνει γνώση εγγράφων, δημόσιων και ιδιωτικών, μαρτυριών και να έχει μια αποκρυσταλλωμένη και πλήρη γνώση του φακέλου της δικογραφίας, αλλά και εγγράφων τα οποία κατασχέθηκαν και δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ στη δίκη, όπως τα αρχεία του πρώην Πρωθυπουργού Ε2. Έτσι η αναφορά του στη δίκη και την απόφαση αποτελεί αναντίρρητα και αδιαμφισβήτητα νέο αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο αποδεικνύει αβίαστα την αθωότητα του Ε1 και των συγκατηγορούμενων του. 5) Στις 15 Νοεμβρίου 1933 η Ελληνική Πολιτεία σε μια συμβολική πράξη αποκατάστασης των καταδικασθέντων, τοποθέτησε στο τότε κτίριο των Φυλακών Αβέρωφ μια μαρμάρινη πλάκα, στην οποία ανεγράφησαν τα εξής: "Εν τη αιθούση τούτη την 15η Νοεμβρίου 1922, ανεγνώσθη η απόφαση του Έκτακτου Στρατοδικείου, δι' ης κατεδικάσθησαν εις θάνατον και ετυφεκίσθησαν επί εσχάτη προδοσία, οι αείμνηστοι Ε2, Ε3, Ε4, Ε5, Ε1 και Ε6 οίτινες αφιερώσαντες ολόκληρον την ζωήν των και την πολιτικήν των δράσιν υπέρ του Έθνους εκρίθησαν παρά τους Νόμους, το Σύνταγμα και των Ηθικών παρ* ανόμων δικαστών, προδόται της ελληνικής πατρίδος. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης ενετοίχισεν εν έτει 1933". 6) ....... το δίκασαν Έκτακτο Στρατοδικείο κατά την διάρκεια της δίκης δεν γνώριζε την ακριβή έκταση της στρατιωτικής ήττας στην Μ. Ασία, ούτε το ακριβές μέγεθος και την έκταση της αποδιοργάνωσης και των απωλειών του ελληνικού στρατού σε άνδρες, όπλα και εφόδια. Πολλά δε από τα επίσημα έγγραφα τα οποία ασφαλώς και ακριβώς θα διαφώτιζαν το δικαστήριο χάθηκαν στην Μ. Ασία εξαιτίας της βεβιασμένης εκκένωσης της από τον στρατό και τις δημοσιές ελληνικές υπηρεσίες. Δεν ήταν δε δυνατόν το δίκασαν δικαστήριο να γνωρίζει ακριβώς τις ολέθριες στρατιωτικές συνέπειες της ήττας, διότι η αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων, από το λιμάνι της Σμύρνης και την χερσόνησο της Ερυθραίας άρχισε στις 30 Αυγούστου 1922 και ολοκληρώθηκε ουσιαστικά στις 5 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, ενώ η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του έκτακτου στρατοδικείου Αθηνών ξεκίνησε την 31 Οκτωβρίου 1922 και ολοκληρώθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1922. Η συλλογή δέ του προανακριτικού υλικού προηγήθηκε της δίκης προχείρως και μέσα σε βραχύτατο χρονικό διάστημα. Έτσι δεν είχε συλλεχθεί με ακρίβεια ούτε ο αριθμός των απωλειών του ελληνικού στρατού, ούτε ο αριθμός των διασωθέντων τμημάτων αυτού, ο οπλισμός τους και η κατάσταση του, η συνοχή τους και η οργάνωση τους, καθώς και το αξιόμαχο των τμημάτων αυτών, εξαιτίας της προαναφερθείσας ανώμαλης εκκένωσης της Μ. Ασίας από τον ελληνικό στρατό. Η έλλειψη λοιπόν πραγματικής γνώσης από το δικάσαν στρατοδικείο της πραγματικής κατάστασης του διασωθέντος ελληνικού στρατού, προκύπτει και από την αοριστία του κατηγορητηρίου και από την αοριστία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το σημείο αυτό. Ειδικότερα το κατηγορητήριο αναφέρει και η απόφαση δέχθηκε, ότι ο Ε1 τότε πρωθυπουργός της χώρας και οι συγκατηγορούμενοι του, παρέδωσαν στον εχθρό (τουρκικό εθνικιστικό στρατό) αποθήκες πλήρεις εφοδίων χωρίς να καθορίζει ούτε των αριθμό των αποθηκών αυτών, ούτε τη θέση τους, ούτε το είδος και την ποσότητα των εφοδίων που περιείχαν. Η αλήθεια όμως είναι ότι πέραν του Α και Β σωμάτων στρατού, τα οποία με πλήρη τάξη και ανέπαφο σχεδόν τον οπλισμό τους διέφυγαν στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και το Γ σώμα στρατού με το μεγαλύτερο μέρος του πολεμικού υλικού του διέφυγε στις 5 Σεπτεμβρίου 1922 από την βορειοανατολική Μ. Ασία και αποβιβάστηκε στη Ραιδεστό. Όμως και μικρότερα στρατιωτικά τμήματα του ελληνικού στρατού απαγκιστρώθηκαν σε καλή κατάσταση και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα επέστρεψαν από την Μ. Ασία οι: Ι, Π, ΠΙ, IV, V, VII, IX, Χ, XII, XIII μεραρχίες καθώς και η μεραρχία Ιππικού και η ανεξάρτητη μεραρχία. Επίσης διασώθηκαν πολλές μη μεραρχιακές μονάδες (Επιχειρήσεις εις Θράκην (1919-1923), Αρχηγείο Στρατού, Δ. Ι. Σ. 1969, σελ. 78-84). Οι δυνάμεις αυτές ήταν ικανές και εμπειροπόλεμες, εντός βραχυτάτου δε χρόνου οργανώθηκε ο στρατός του Έβρου δυνάμεως εννέα μεραρχιών υπό τον στρατηγό Τ1 και μάλιστα οι συγκεκριμένες δυνάμεις του ελληνικού στρατού ήταν σε τόση επάρκεια και μαχητική ικανότητα ώστε υπήρξε η δυνατότητα οι στρατιώτες των παλαιότερων κλάσεων να απολυθούν, ενώ απολύθηκαν και ευάριθμοι αξιωματικοί, χωρίς να δημιουργηθούν κενά και προβλήματα στο αξιόμαχο και ετοιμοπόλεμο του στρατού. Η στρατιά δε του Έβρου, αποτελούμενη από 100.000 άνδρες υπήρξε τόσο ισχυρή και αξιόμαχη ώστε με το επιχείρημα της ανάληψης δράσης από αυτήν η τότε τουρκική κυβέρνηση απέσυρε τις απαιτήσεις της για την παράδοση σε αυτήν της ανατολικής Θράκης και την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων και δέχθηκε να προχωρήσει σε σύναψη και υπογραφή συνθήκης ειρήνης με την Ελλάδα. Όλα αυτά όμως δεν ήταν τότε γνωστά στο δίκασαν Δικαστήριο, το οποίο ως εκ τούτου δεν είχε αντικειμενική εικόνα των δυνάμεων του ελληνικού στρατού, οι οποίες επέστρεψαν από την Μ. Ασία, την οποία αν είχε δεν θα προέβαινε στην έκδοση της σκληρής απόφασης την οποία πήρε και δεν θα καταδίκαζε στην εσχάτη των ποινών τους έξι άνδρες μεταξύ των οποίων και τον πρώην Πρωθυπουργό Ε1. Επειδή όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα στους λόγους μου υπ' αρ. 1 έως 6, δεν ήταν σε γνώση του δικάσαντος Στρατοδικείου και τούτο είναι αυταπόδεικτο, αφού όλες αυτές οι επίσημες πλέον μαρτυρίες ανθρώπων που ως εκ της θέσεως τους είχαν την δυνατότητα να γνωρίζουν την αλήθεια ανακοινώθηκαν και αναφέρθηκαν από το 1925 και μετά. Επειδή όσα αναφέρονται στον υπ' αριθμ. 6 λόγο μου επίσης ως εκ των περιστάσεων και του χρόνου που διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία δεν ήταν επίσης γνωστά στο δίκασαν δικαστήριο. Άλλωστε στη συγκεκριμένη δίκη, η οποία ολοκληρώθηκε σε βραχύτατο χρονικό διάστημα, αν αναλογιστεί κανείς τις κατηγορίες και το ποιόν των κατηγορουμένων ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατη η πλήρης γνώση του συνόλου των γεγονότων και αποδείξεων από τους δικάσαντες στρατοδίκες. Επειδή για το κύρος του δικαστικού πολιτισμού της χώρας δεν είναι δυνατόν να υφέρπει η κατά τα ως άνω διάτρητη αυτή απόφαση αυτή δυνάμει της οποίας καταδικάστηκαν στην εσχάτη των ποινών για το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας δυο πρώην πρωθυπουργοί, ένας εντολοδόχος πρωθυπουργός και πρόεδρος της Βουλής, δύο υπουργοί και ο αρχιστράτηγος, ενώ δύο ακόμη υπουργοί καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά. Επειδή νομιμοποιούμαι στην κατάθεση της παρούσας αίτησης επανάληψης της διαδικασίας ως εγγονός του Ε1. Είναι δε πασίδηλο ότι οι αναφερόμενοι στην παρούσα αίτηση μου λόγοι εμπεριέχουν νέα γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 525 ΚΠΔ, δηλαδή ήταν άγνωστα στους στρατοδίκες που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Αυτά δε τα στοιχεία από μόνα τους, άλλως σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί τότε στο δικαστήριο εκείνο και τις μαρτυρικές καταθέσεις, καθιστούν φανερό ότι ο Ε1-πρώην πρωθυπουργός και οι συγκατηγορούμενοι του, ήταν αθώοι των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν τόσο βεβιασμένα. Επειδή ο Ε1 και οι λοιποί συγκατηγορούμενοι του αναλαβώντες με νόμιμες δημοκρατικές διαδικασίες τα ανώτατα αξιώματα της Ελληνικής Πολιτείας χειρίστηκαν με ευθύνη, πατριωτισμό και σοβαρότητα τις υποθέσεις του Κράτους, ανάλωσαν δε τη ζωή τους για δημόσιο όφελος εθνικό και κοινωνικό, επιδείξαντες σε δύσκολες στιγμές υψηλό αίσθημα ευθύνης, θάρρος, εντιμότητα, καρτερικότητα και ηρεμία ανθρώπων που γνώριζαν ότι έπραξαν το καθήκον τους και το ανθρωπίνως δυνατόν για την αντιμετώπιση τόσο ζοφερών εθνικών και πολιτικών καταστάσεων όπως αυτές που χωρίς υπαιτιότητα τους αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν. Υπήρξαν δε αναντίρρητα άνθρωποι υψηλού φρονήματος, ανώτερου χαρακτήρα και καλοί πατριώτες. Επειδή από όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα στην αίτηση μου γεγονότα είναι πρόδηλη η αθωότητα του Ε1 και των λοιπών συγκατηγορούμενων του. Επειδή πρέπει να αποκατασταθεί η αδικία, η οποία έχει από τους πάντες αναγνωρισθεί ως τοιαύτη, με βαρύτατα και τραγικά αποτελέσματα για τους ίδιους τους προειρημένους κατηγορούμενους-θύματα, μεταξύ των οποίων και ο Ε1, αλλά και για τους οικείους τους ...". Προσκομίζει δε προς απόδειξη: "1. Φωτοαντίγραφο της ευρεθείσης στην Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, "Μερικής Έκθεσης ενεργηθείσης Ανακρίσεως υπό της Ανακριτικής Επιτροπής (κατηγορητήριο), η οποία στερείται απολύτως νομικής θεμελίωσης". 2. Φωτοαντίγραφο της προσβαλλόμενης με την παρούσα αίτηση απόφασης του Έκτακτου Επαναστατικού Δικαστηρίου, η οποία δημοσιεύεται στο βιβλίο "Η Δίκη των Έξ, Τα Εστενογραφημένα Πρακτικά", έκδοση Πρωίας, Αθήναι 1931. 3. Φωτοαντίγραφα των σελίδων 429-431 εκ του 6ου τόμου της Β' περιόδου των Αγορεύσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου (1909-1956). 4. Φωτοαντίγραφο των δημοσιευμένων πρακτικών της 31. 3. 1932 συνεδρίασης του Ελληνικού Κοινοβουλίου (Συνεδρίαση Ν'). 5. Φωτοαντίγραφο των δημοσιευμένων πρακτικών της 1. 4. 1932 συνεδρίασης του Ελληνικού Κοινοβουλίου (Συνεδρίαση ΝΑ'). 6. Φωτοαντίγραφο της κατά την 2α Φεβρουαρίου 1925 αγόρευσης στο Ελληνικό Κοινοβούλιο του αντιστράτηγου Σ1 (Συνεδρίαση ΡΛΖ'). 7. Φωτοαντίγραφο του Προλόγου του Α' κεφαλαίου του 2ου Τόμου (1913-1923) των απομνημονευμάτων του αντιστράτηγου Σ1. 8. Φωτοαντίγραφο της φωτογραφίας της εντοίχισης από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της αναμνηστικής πλάκας την 15η Νοεμβρίου 1933 σε ανάμνηση του γεγονότος της δίκης και εκτέλεσης των πέντε πολιτικών (μεταξύ των οποίων και ο Ε1) και του αρχιστράτηγου. 9. Φωτοαντίγραφα των σελίδων 78-84 του βιβλίου Επιχειρήσεις εις Θράκην (1919-1923) του τότε Αρχηγείου Στρατού, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού 1969. Όλα τα προσκομιζόμενα έγγραφα αναφέρονται στους λόγους της παρούσας αίτησης μου και αποδεικνύουν αυτούς.". Όμως, οι ανωτέρω δηλώσεις των τότε πολιτικών και στρατιωτικών, καθώς και οι εκτιμήσεις και τα επιχειρήματα του αιτούντος δεν αποτελούν νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα, κατά τη μείζονα σκέψη της παρούσας, έτσι ώστε να καθιστούν πρόδηλη και βέβαιη την αθωότητα του καταδικασθέντος Ε1. Πέραν δε αυτών, ενόψει της παρόδου 86 ετών από την καταδίκη του τελευταίου και του γεγονότος της μη ανευρέσεως στο Αρχείο του Στρατοδικείου Αθηνών και στα Γενικά Αρχεία του Κράτους της σχετικής δικογραφίας και των πρακτικών της καταδικαστικής απόφασης του Εκτάκτου Επαναστατικού Δικαστηρίου Αθηνών (βλ. σχετικά έγγραφα του Στρατοδικείου Αθηνών και των Γενικών Αρχείων του Κράτους) τα από τον αιτούντα επικαλούμενα ως "νέα" στοιχεία δεν μπορούν από μόνα τους να θέσουν υπό κρίση την αξιοπιστία των ληφθέντων υπόψη από το δικαστήριο στοιχείων, αφού, λόγω της ανυπαρξίας των πρακτικών της δίκης, είναι αδύνατη η διερεύνηση της αξιοπιστίας και της αντικειμενικότητας των εξετασθέντων την εποχή εκείνη μαρτύρων. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί η από 20-1-2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ...για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της από 15-11-1922 αμετάκλητης απόφασης του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου ως προς τον Ε1 και να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 5 Μαΐου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του 405 παρ. 1 και 2 του προϊσχύσαντος ΣΠΚ, οριζόταν: "αι περί επαναλήψεως της δίκης διατάξεις της κοινής ποινικής δικονομίας ισχύουσι και επί των στρατιωτικών δικαστηρίων. Την επανάληψιν δε της δίκης δύναται να ζήτηση ό τε καταδικασθείς και ο επίτροπος, συμφώνως προς τας αυτάς διατάξεις". Ήδη όμως η άνω διάταξη του προϊσχύοντος ΣΠΚ απαλείφθηκε, δια του άρθρου 230 του ν.2287/1995, που κύρωσε το νέο ΣΠΚ και ήδη με το ισχύον άρθρο 167 παρ.1 του νέου ΣΠΚ, ορίζεται ότι η ποινική δικαιοσύνη στο στρατό απονέμεται από τα στρατιωτικά δικαστήρια και από τον Άρειο Πάγο. Ήτοι, μη υπάρχουσας στο νέο ΣΠΚ σχετικής με την επανάληψη της δίκης στρατιωτικού δικαστηρίου διατάξεως, εφαρμογή πλέον επί αιτήσεως αναθεωρήσεως δίκης περατωθείσας με απόφαση στρατιωτικού δικαστηρίου, έχει ο ΚΠοινΔ, ήτοι η αίτηση αυτή υπάγεται στις διατάξεις της κοινής ποινικής δικονομίας, των άρθρων 525 επόμενα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 1 και 3 ΚΠοινΔ, ορίζεται: Παρ.1 "Η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή το σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δεύτερου βαθμού ή από το συνήγορό του ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί και μετά το θάνατο του καταδικασμένου ή έπειτα από την έκτιση ή την παραγραφή της ποινής που του επιβλήθηκε". Παρ.3. "Η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, και υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο τη βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα, κατόπιν εισάγει την αίτηση στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο όπου υπηρετεί". Κατά δε το άρθρο 528 παρ.1 ΚΠοινΔ, "αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επανάληψης είναι κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι επί εκδοθείσας αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως εκτάκτου στρατοδικείου, μετά το θάνατο του καταδικασθέντος, την αίτηση επαναλήψεως της δίκης νομιμοποιείται πλέον να υποβάλει, μετά την ως άνω κατάργηση του άρθρου 405 του ΣΠΚ, ο τυχόν επιζών σύζυγος του καταδικασμένου ή και κάθε συγγενής εξ αίματος αυτού μέχρι και του δευτέρου βαθμού, όπως είναι κατά το άρθρο 1463 του ΑΚ και ο εγγονός του καταδικασμένου. Αρμόδιο δε δικαστικό συμβούλιο για εκδίκαση της αιτήσεως είναι στην περίπτωση αυτή το συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠοινΔ έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην πιο πάνω διάταξη προσώπων ανεξάρτητο και αυτοτελές, ανεξάρτητα από το τι θα πράξουν οι υπόλοιποι και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (βλ. Αιτιολ. Έκθεση Σχεδίου ΚΠΔ 1934, έκδοση Ζαχαροπούλου, σελ. 591, Ομοίως Α. Μπουροπούλου, Ερμηνεία ΚΠΔ, τόμος Β', σελ. 318, Ηλ. Γάφου Ποινική Δικονομία, τεύχος Γ, σελ. 82 κτλ.). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση και μετά το θάνατο του καταδικασμένου ή και έπειτα από την εκτέλεση ή την έκτιση ή παρά την παραγραφή της ποινής που επιβλήθηκε, από τα παραπάνω δικαιούμενα συγγενικά πρόσωπα, τα οποία έχουν έννομο συμφέρον για επανάληψη της διαδικασίας και την αθώωση ή την οριστική παύση της δίωξης αν λόγω διαδρομής του αναγκαίου χρόνου της παραγραφής, έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο, διότι η πράξη που καταδικάστηκε ο στενός συγγενής τους έχει ηθική μομφή που αντανακλά και σε αυτούς, αλλά και προς αποκατάσταση της μνήμης του αδίκως καταδικασθέντος οικείου τους. (ΑΠ 197/2008, 137/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, η από 20-1-2008 αίτηση του Χ1, περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας προς το συμφέρον του, εκ πατρός παππού του, καταδικασθέντος σε εκτελεσθείσα ήδη το έτος 1922 ποινή θανάτου, Ε1, τότε πρώην Πρωθυπουργού της χώρας, εγχειρίστηκε στις 12-2-2008 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στρέφεται δε κατά της από 15-11-1922 αμετάκλητης αποφάσεως του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας καταδικάστηκε ο ανωτέρω, καθώς και άλλα πέντε άτομα στην εκτελεσθείσα ποινή του θανάτου, λόγω της τότε Μικρασιατικής καταστροφής, για εσχάτη προδοσία της Χώρας και ηθική αυτουργία σε δύο στρατιωτικούς, για την παρ' αυτών εκ προθέσεως, παράδοση προς τον Τουρκικό εχθρό μεγάλων τμημάτων της στρατιάς Μικράς Ασίας, και την απέναντι του εχθρού φυγή τμημάτων των εκεί Ελληνικών στρατευμάτων, η οποία (απόφαση) έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη. Επίσης, η κρινόμενη αίτηση, περιέχει τα στοιχεία που μνημονεύονται στη διάταξη του άρθρου 527 παρ 3 του Κ.Π.Δ και είναι, κατόπιν τούτου, παραδεκτή και νόμιμη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα στις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η περίπτωση του εδαφίου 2, κατά την οποία: "αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους Δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους Δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το Δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και τα έγγραφα της δικογραφίας. Επίσης, απαιτείται οι αποδείξεις να ήταν άγνωστες στον καταδικασθέντα γιατί διαφορετικά θα μπορούσε να της προσκομίσει. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως, καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις ή ένορκες βεβαιώσεις παλαιών μαρτύρων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Η πιο πάνω φράση "κάνουν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος", αποτελεί μεταφορά στη δημοτική γλώσσα του κειμένου του άρθρου 525 ΚΠοινΔ στην καθαρεύουσα, όπου η αντίστοιχη φράση ήταν "καθιστούν πρόδηλο ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος", και είχε ερμηνευθεί, (ΑΠ 1546/1984), ότι είχε την έννοια ότι τα νέα στοιχεία πρέπει "να εγγίζουν τη βεβαιότητα" για την αθωότητα του καταδικασθέντος. (ΑΠ 1052/2008). Αντιθέτως, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους Δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς, έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή Δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως άνω αίτηση, ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας της δίκης του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών, κατά την οποίαν εκδόθηκε η από 15-11-1922, χωρίς γνωστό αριθμό, αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου. Σύμφωνα δε, με το περιεχόμενο της κρινόμενης αιτήσεως, αναζητήθηκε από τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες (Γενικά Αρχεία του Κράτους, Στρατοδικείο Αθηνών και Αναθεωρητικό Δικαστήριο), η ως άνω υπό κρίση και αγνώστου εισέτι αριθμού καταδικαστική απόφαση και τα πρακτικά του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών, καθώς και ο σχετικός φάκελος της δικογραφίας επί της δίκης εκείνης, τα οποία και δεν ανευρέθηκαν, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από 7-2-2008, 30-1-2008 και 8-1-2008 αντίστοιχες σχετικές βεβαιώσεις.Η απόφαση αυτή προσκομίζεται από τον αιτούντα, σε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο, όπως αυτή έχει δημοσιευθεί στο βιβλίο "Η Δίκη των Εξ, Τα στενογραφημένα Πρακτικά, εκδόσεως Πρωίας, Αθήναι 1931". Από την εν λόγω δε πηγή προκύπτει ότι οι κατ' εκείνη τη δίκη κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι, με την από 15-11-1922 απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών, για τις ακόλουθες πράξεις: "
Κηρύσσει παμψηφεί ενόχους τους κατηγορουμένους: 1)Ε2, 2) Ε3, 3) Ε1, 4) Ε4, 5) Ε6, 6) Ζ1 7) Ζ2 και 8) Ε5. 1)Ότι υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι συναπεφάσισαν την εκτέλεσιν της αμέσως επομένης αξιοποίνου πράξεως και ένεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν από τής 3ης Νοεμβρίου 1920 μέχρι τέλους Αύγουστου 1922 εν Αθήναις και αλλαχού, του Κράτους συνώμοσαν καί συναπεφάσισαν περί πράξεως εσχάτης προδοσίας και συνυπεχρεώθησαν πρός αλλήλους προς ταύτη, ήτοι δια της δια ποικίλων μέσων συστηματικής εργασίας προς κλονισμό του ηθικού του εν Ιωνία μαχομένου στρατού, δια της προβεβουλευμένης μεταφοράς μεγάλης δυνάμεως στρατού εκ του Μικραστιατικού μετώπου επί σκοπώ εξασθενίσεως αυτού και άλλων διαφόρων μέσων ενήργησαν εκ προθέσεως την παράδοσιν εις τον εχθρόν αποθηκών πλήρων πολεμοφοδίων, όπλων, πυροβόλων και παντός άλλου πολεμικού υλικού, ανηκόντων εις την Επικράτειαν.
2)Τον κατηγορούμενον Ε6, τέως αρχηγόν Στρατιάς Μικράς Ασίας, ως υπαίτιον του ότι εν Σμύρνη και αλλαχού από της 13ης Αυγούστου 1922 μέχρι της 23ης ιδίου μηνός και έτους εκουσίως και εκ προθέσεως παρέδωσε προς τον εχθρόν μεγάλα τμήματα της παρ' αυτού διοικουμένης Στρατιάς Μικράς Ασίας και δια διαφόρων μέσων προυκάλεσε την απέναντι του εχθρού φυγήν μεγάλων τμημάτων στρατεύματος και παρημπόδισαν την ανασυνάθροισιν αυτού. Τους δε λοιπούς: 1)Ε1, 2)Ε2, 3)Ε3, 4)Ζ1, 5)Ε4, 6)Ζ2, 7)Ε5, ότι ενώ ο Ε6, αρχηγός ων της Στρατιάς Μικράς Ασίας από 13 μέχρις 23 Αυγούστου 1922, εκουσίως και εκ προθέσεως παρέδωκεν εις τον εχθρόν μεγάλα τμήματα στρατού και παρημπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού, ούτοι εκ προθέσεως παρεκίνησαν αυτόν εις την εκτέλεσιν της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, προστάξαντες και παραγγείλαντες αυτόν και συμβουλεύσαντες αυτόν μετ' απάτης, πειθούς και φορτικότητος.
Καταδικάζει παμψηφεί τους μεν Ε6, Ε2, Ε3, Ε1, Ε5 και Ε4 εις την ποινήν του θανάτου. Τους δε Ζ2 και Ζ1 εις την ποινήν των ισοβίων δεσμών. Διατάσσει την στρατιωτικήν καθαίρεσιν των Ε6, αρχιστρατήγου, Ζ1, υποστρατήγου και Ζ2, υποναυάρχου, και επιβάλλει αυτοίς τα έξοδα και τέλη και δια προσωπικής των κρατήσεως. Επιδικάζει παμψηφεί χρηματικήν αποζημίωσιν υπέρ του Δημοσίου και κατά: 1)Ε2 δραχ. διακοσίων χιλιάδων, 2) Ε3 δραχ. τριακοσίων τριάκοντα πέντε χιλιάδων, 3)Ε1 δραχ. πεντακοσίων χιλιάδων, 4)Ε5 δραχ. ενός εκατομμυρίου, 5)Ε4 δραχ. ενός εκατομμυρίου και 6)Ζ2 δρχ. διακοσίων χιλιάδων.
Εκρίθη, απεφασίσθη και εδημοσιεύθη.
Αθήναι 15 Νοεμβρίου 1922.
Ο Πρόεδρος Ο Γραμματεύς
Α. Οθωναίος Ι. Πεπόνης
Κατά τα εκτιθέμενα δε στην κρινόμενη αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας, της εν λόγω ιστορικής δίκης του 1922, γνωστής και ως Δίκης των Έξι, υπήρξαν νέα γεγονότα και νέες αποδείξεις τα οποία καθιστούν πρόδηλη την πλάνη περί τα πράγματα των δικασάντων δικαστών στρατοδικών και αναμφίβολη την αθωότητα του καταδικασθέντος Ε1, Πρωθυπουργού το έτος 1922 και Υπουργού Οικονομικών κατά το έτος 1921, στην κυβέρνηση Ε2, ως και των λοιπών πέντε συγκαταδικασθέντων με την ποινή του θανάτου και εκτελεσθέντων, ήτοι του Ε2, αρχηγού του τότε Λαϊκού Κόμματος, και Πρωθυπουργού της Χώρας κατά την περίοδο 1921-1922, Ε3, Πρωθυπουργού το έτος 1922, για ολίγες ημέρες, και Υπουργού Εσωτερικών το έτος 1922, των Ε4 και Ε5 υπουργών Στρατιωτικών και Οικονομικών- Εξωτερικών αντίστοιχα στις κυβερνήσεις Ε2 και Ε1, και του αρχιστράτηγου Ε6, διοικητή της Στρατιάς της Μικράς Ασίας και Ανατολικής Θράκης. Ζητείται δε η ακύρωση της αποφάσεως αυτής προκειμένου στη συνέχεια να κηρυχθούν αθώοι, τόσον ο Ε1 παππούς του αιτούντος, όσον και οι λοιποί συγκαταδικασθέντες από το παραπάνω Έκτακτο Επαναστατικό Δικαστήριο. Σύμφωνα δε με το περιεχόμενο της κρινόμενης αιτήσεως, ως νέα γεγονότα και αποδείξεις ο αιτών επικαλείται τα παρακάτω: "1.Διότι ευθύς μετά την έκδοση και εκτέλεση της απόφασης του "Έκτακτου Επαναστατικού Δικαστηρίου" Αθηνών, του οποίου η συγκρότηση και υπήρξε παράνομη και αντίθετη προς τις προβλέψεις και επιταγές του τότε ισχύοντος Συντάγματος αφού η Ελληνική Πολιτεία τότε είχε νόμιμη κυβέρνηση, την κυβέρνηση ..., προέκυψαν σημαντικά γεγονότα, η αποδεικτική δύναμη των οποίων είναι ισχυρότατη, πασιφανής, ανατρέπει το σκεπτικό και καταλύει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως διάτρητης και αντικειμενικώς ανυπόστατης. Πέραν του εώλου και αφ' εαυτού καταρριπτομένου ιστορικού του διατακτικού του κατηγορητηρίου και της απόφασης, την οποία κατέκρινε έντονα η διεθνής κοινή γνώμη και έγκριτοι ευρωπαίοι νομικοί και πολιτικοί της εποχής, διεθνούς κύρους, ως ο άγγλος υπουργός ... (που χαρακτήρισε την απόφαση πολιτική δολοφονία), ο Πρωθυπουργός ... (που χαρακτήρισε την απόφαση πράξη βαρβαρότητας) και ξένοι πρεσβευτές διαπιστευμένοι στην Ελλάδα, υπήρξαν κατά το μεταγενέστερο της απόφασης χρονικό διάστημα "νέα" γεγονότα, αποδείξεις και εκτιμήσεις, άγνωστα, ως εκ του χρόνου που έλαβαν χώρα, στα δικάσαντα μέλη του Στρατοδικείου. Τα νέα αυτά γεγονότα, εκτιμώμενα υπό του κατά το άρθρο 528 ΚΠΔ δικαστηρίου (συμβουλίου) του Αρείου Πάγου, αλλά και σε συνδυασμό προς τα σαθρά και αόριστα στοιχεία της ενώπιον του καταδικάσαντος Δικαστηρίου διαδικασίας, καθιστούν πρόδηλη την περί τα πράγματα πλάνη αυτού και αναμφίβολη, την αθωότητα των καταδικασθέντων, οι οποίοι καθ' όλη τη διάρκεια του βίου τους υπήρξαν συνετοί και έντιμοι άνθρωποι με την αίσθηση του καθήκοντος αναπτυγμένη σε υψηλό βαθμό, επειδή το αποδοθέν σε αυτούς αδίκημα της εσχάτης προδοσίας δεν έλαβε ποτέ χώρα Συγκεκριμένα: Ο μεγάλος πολιτικός αντίπαλος των καταδικασθέντων, Π1 κατά την επάνοδο του στην ελληνική πολιτική σκηνή και κατά την πρωθυπουργία του των ετών 1929-1932 έχοντας πλέον ακριβή και πλήρη γνώση των γεγονότων της κατάρρευσης του Μικρασιατικού μετώπου, της διάλυσης του Ελληνικού Στρατού και της αποχώρησης του από την Μικρά Ασία αλλά και πως εξελίχθηκαν αυτά, προέβη σε δυο αποκαλυπτικές δηλώσεις και διαπιστώσεις, βασιζόμενες σε ψύχραιμη και αντικειμενική γνώση των διαδραματισθέντων τότε (θέρος του 1922) γεγονότων, η ύπαρξη των οποίων, αν ήταν γνωστή στο καταδίκασαν δικαστήριο δεν θα επέτρεπε σ' αυτό την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Τον Ιανουάριο του 1929 απέστειλε στον τότε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος Π2 επιστολή, στην οποία σαφώς μεταξύ άλλων αναφέρει: "Δύναμαι να διαβεβαιώσω υμάς κατά τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπο ότι ουδείς των πολιτικών αρχηγών της δημοκρατικής παρατάξεως θεωρεί ότι οι ηγέται της πολιτικής, ήτις ηκολουθήθη μετά το 1920, διέπραξαν προδοσία κατά της χώρας ή ότι εν γνώσει οδήγησαν τον τόπο εις την μικρασιατική καταστροφή. Δύναμαι μάλιστα να σας διαβεβαιώσω ότι πιστεύω ακράδαντος ότι θα ήσαν ευτυχείς αν η πολιτική των οδηγεί την Ελλάδα εις εθνικόν θρίαμβον". Κατά δε τη συνεδρίαση της 31/3/1932 της Βουλής των Ελλήνων ο ίδιος ο Π1 αναφερθείς στο θέμα της θανατικής καταδίκης των έξι καταδικασθέντων σε θάνατο ως άνω πολιτικών ανδρών, έκαμε λόγο πάλι περί της αποσταλείσας στον Π2 ανωτέρω επιστολής, και μάλιστα εδήλωσε ότι αποτελεί ειλικρινή του επιθυμία να αποκατασταθεί η μνήμη των νεκρών, υπέρ των οποίων ήταν έτοιμος να προσέλθει σε μνημόσυνο όπως δεηθεί, μετά των συγγενών και φίλων αυτών, από κοινού υπέρ εκείνων (Βλέπετε: "Αι Αγορεύσεις του Ελληνικού Κοινοβουλίου 1909-1956, περίοδος Β, Τ6, σελ. 429-431. Μνημονεύεται επίσης στην Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος του Σπ. Μαρκεζίνη, αναφέρεται δε και στην Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος Γ. Κόκκινου και στα πρακτικά της συνεδριάσεως της Βουλής της 31/3/1932, στα οποία καταχωρείται ο ιστορικά ενδιαφέρον πολιτικός διάλογος μεταξύ του Π1 και του Π2). 2. Διότι ο Π1 πάλι, στη Bουλή στις 31-3-1932 (Συνεδρίασης Ν') σε αγόρευση του δήλωσε: "Πρέπει δε να είπω ένα πράγμα βέβαιον, ότι από τους ανθρώπους εκείνους επί των οποίων εγένετο η εκτέλεση των αποφάσεων του Στρατοδικείου, ο αδικότερα τυφεκισθείς είναι ο μακαρίτης Ε1. Φοβούμαι ότι η καταδίκη και η εκτέλεσίς του, ωφείλετο σαφώς εις μιαν ανδρικήν πράξην, την οποίαν έκαμεν. Να προτίμηση δηλαδή να κόψη το χαρτονόμισμα εις δυο, παρά να αρχίσει να εκτυπώνη χαρτονομίσματα και να καταντήση την δραχμήν εις την τύχην του μάρκου. Θεωρώ ότι σπανίως προσεφέρθη τόσον μεγάλη υπηρεσίαν σε μια χώρα όσο εκείνη την οποία προσέφερε τότε ο Ε1". 3. Διότι την 1/4/1932 σε αγόρευση του στη Βουλή (Συνεδρίαση ΝΑ') ο Π1, Πρωθυπουργός τότε της χώρας, ρητά δηλώνει περί σφαλμάτων κατά την διάρκεια της δίκης και συγκεκριμένα αναφέρει προς τους βουλευτές ότι: "Έχομεν καθήκον να λησμονήσομεν πολλά πράγματα και τους νεκρούς, οι οποίοι βεβαίως εστερήθησαν την ζωήν των κατά εντελώς άνομον τρόπον ...". Η αγόρευση αυτή του τότε Πρωθυπουργού της χώρας Π1, δέκα περίπου χρόνια μετά την δίκη και την εκτέλεση του Ε1 και πέντε εκ των συγκατηγορουμένων του, είναι καταλυτική για τον τρόπο με τον οποίο έγινε η δίκη. Πέραν αυτών όμως ο Π1 ως πρωθυπουργός και έχων πλέον πλήρη, ακριβή και όχι περιορισμένη και βεβιασμένη πληροφόρηση περί των γεγονότων της κατάρρευσης του μετώπου στη Μ, Ασία ρητά και πανηγυρικά δηλώνει ότι έγιναν σφάλματα κατά την διαδικασία και ενέργειες οι οποίες οδήγησαν σε "άνομη" δίκη με αποτέλεσμα να στερηθούν τη ζωή τους οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι. Οι δικάσαντες στρατοδίκες μη έχοντες τον Νοέμβριο του 1922 την πληροφόρηση, τις μαρτυρίες και την αντικειμενική γνώση των γεγονότων κατά την εποχή εκείνη, την οποία είχε ο πρωθυπουργός δέκα χρόνια μετά έλαβαν την απόφαση της καταδίκης συμφωνούμε το διατακτικό της προσβαλλομένης. Εάν όμως είχαν γνώση των πραγματικών γεγονότων και των μαρτυριών έτσι όπως αυτές αποκρυσταλλώθηκαν και συμπληρώθηκαν μετά από μια δεκαετία δεν θα κατέληγαν στην απόφαση αυτή την οποία προσβάλλω με την παρούσα αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. Η δε αναφορά του τότε πρωθυπουργού της χώρας ότι ο Ε1 και οι λοιποί πέντε έχασαν την ζωή τους κατά "άνομο τρόπο" αποτελεί νέο γεγονός και αναντίρρητη μαρτυρία υπέρ της αθωότητας τους, προερχομένη από τα πλέον επίσημα και έγκυρα χείλη. Παρόμοιες ήταν και οι αγορεύσεις του Π3(Δ' Συντακτική Συνέλευση της 24/3/1924), του Π4 και του Π5 (πρακτικά της 23/1/1931, σελ. 306, 320) στη Βουλή των Ελλήνων οι οποίοι μίλησαν θετικά περί της ανάγκης αναθεώρησης της καταδικαστικής απόφασης.
4. Διότι σε αγόρευση του στη Βουλή των Ελλήνων στις 2 Φεβρουαρίου 1925 ο αντιστράτηγος Σ1, ο οποίος χρημάτισε πρόεδρος της Ανακριτικής Επιτροπής, η οποία παρέπεμψε τους "έξι" και φοβερός πολέμιος τους, δήλωσε: Η επανάστασις του 1922 υπήρξε μια επανάστασις ιδεολόγων η οποία κατέληξε εις την σκληράν απόφαση της θανατικής καταδίκης ίνα χρησιμεύσει το αίμα εκείνο προς νέαν αναδημιουργίαν. Εξ' όσων όμως ελέχθησαν φαίνεται ότι το αίμα εκείνο έρρευσεν επί ματαίω". Από την δήλωση αυτή του Σ1 προκύπτει ότι υπήρχε προσχεδίαση της θανατικής εκτέλεσης των κατηγορουμένων. Το γεγονός αυτό αποτελεί νέο στοιχείο, το οποίο δεν αποκαλύφθηκε κατά την διάρκεια της δίκης.
Συνεπώς στους δικάσαντες στρατοδίκες ήταν άγνωστο. Αν δε ήταν γνωστό ασφαλώς δεν θα δέχονταν να καταδικάσουν σε θάνατον τους προειρημένους έξι πολιτικούς, αφού θα θιγόταν το κύρος, η τιμή τους και η αμεροληψία τους ως δικαστών, η δε απόφαση τους θα αντιλαμβάνονταν ότι θα ήταν διάτρητη ως κατευθυνόμενη. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Σ1 στον δεύτερο τόμο των απομνημονευμάτων του, απαλλαγμένος πλέον από το πάθος της εποχής εκείνης γράφει για τα γεγονότα της ελληνικής πολιτικής ιστορίας από την επανάσταση του 1909 μέχρι το 1926 ότι: "Άνευ μίσους και άνευ πάθους με την λυδίαν λίθον της αμεροληψίας και του δικαίου ανά χείρας, προσεπάθησα να καταπνίξω το γουρουνάκι που έχομεν πάντες μέσα μας για να εκθέσω με αντικειμενικότητα και αμεροληψίαν την αλήθειαν". Υποδηλώνοντας ότι την εποχή της δίκης των εξ κυριαρχούσε πάθος, μίσος και βαναυσότητα ξένα προς την έννοια της δικαιοσύνης και ότι οι "εξ" καταδικασθέντες και εκτελεσθέντες πολιτικοί μεταξύ των οποίων και ο Ε1, υπήρξαν θύματα αυτού του πάθους και αυτού του μίσους και όχι ένοχοι εσχάτης προδοσίας.
Ο Σ1 ως πρόεδρος της ανακριτικής επιτροπής, η οποία συνέλεξε το αποδεικτικό υλικό για να θεμελιωθεί η κατηγορία της εσχάτης προδοσίας κατά του Πρωθυπουργού Ε1 και των λοιπών συγκατηγορούμενων του, ως εκ της θέσεως του είχε την δυνατότητα να λαβαίνει γνώση εγγράφων, δημόσιων και ιδιωτικών, μαρτυριών και να έχει μια αποκρυσταλλωμένη και πλήρη γνώση του φακέλου της δικογραφίας, αλλά και εγγράφων τα οποία κατασχέθηκαν και δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ στη δίκη, όπως τα αρχεία του πρώην Πρωθυπουργού Ε2. Έτσι η αναφορά του στη δίκη και την απόφαση αποτελεί αναντίρρητα και αδιαμφισβήτητα νέο αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο αποδεικνύει αβίαστα την αθωότητα του Ε1 και των συγκατηγορούμενων του. 5. Στις 15 Νοεμβρίου 1933 η Ελληνική Πολιτεία σε μια συμβολική πράξη αποκατάστασης των καταδικασθέντων, τοποθέτησε στο τότε κτίριο των Φυλακών Αβέρωφ μια μαρμάρινη πλάκα, στην οποία ανεγράφησαν τα εξής: "Εν τη αιθούση τούτη την 15η Νοεμβρίου 1922, ανεγνώσθη η απόφαση του Έκτακτου Στρατοδικείου, δι' ης κατεδικάσθησαν είς θάνατον και ετυφεκίσθησαν επί εσχάτη προδοσία, οι αείμνηστοι Ε2, Ε3, Ε4, Ε5, Ε1 και Ε6 οίτινες αφιερώσαντες ολόκληρον την ζωήν των και την πολιτικήν των δράσιν υπέρ του Έθνους εκρίθησαν παρά τους Νόμους, το Σύνταγμα και των Ηθικών παρ' ανόμων δικαστών, προδόται της ελληνικής πατρίδος. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης ενετοίχισεν εν έτει 1933.
6. Διότι το δίκασαν Έκτακτο Στρατοδικείο κατά την διάρκεια της δίκης δεν γνώριζε την ακριβή έκταση της στρατιωτικής ήττας στην Μ. Ασία, ούτε το ακριβές μέγεθος και την έκταση της αποδιοργάνωσης και των απωλειών του ελληνικού στρατού σε άνδρες, όπλα και εφόδια. Πολλά δε από τα επίσημα έγγραφα τα οποία ασφαλώς και ακριβώς θα διαφώτιζαν το δικαστήριο χάθηκαν στην Μ. Ασία εξαιτίας της βεβιασμένης εκκένωσης της από τον στρατό και τις δημόσιες ελληνικές υπηρεσίες. Δεν ήταν δε δυνατόν το δίκασαν δικαστήριο να γνωρίζει ακριβώς τις ολέθριες στρατιωτικές συνέπειες της ήττας, διότι η αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων, από το λιμάνι της Σμύρνης και την χερσόνησο της Ερυθραίας άρχισε στις 30 Αυγούστου 1922 και ολοκληρώθηκε ουσιαστικά στις 5 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, ενώ η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του έκτακτου στρατοδικείου Αθηνών ξεκίνησε την 31 Οκτωβρίου 1922 και ολοκληρώθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1922.
Η συλλογή δε του προανακριτικού υλικού προηγήθηκε της δίκης προχείρως και μέσα σε βραχύτατο χρονικό διάστημα. Έτσι δεν είχε συλλεχθεί με ακρίβεια ούτε ο αριθμός των απωλειών του ελληνικού στρατού, ούτε ο αριθμός των διασωθέντων τμημάτων αυτού, ο οπλισμός τους και η κατάσταση του, η συνοχή τους και η οργάνωση τους, καθώς και το αξιόμαχο των τμημάτων αυτών, εξαιτίας της προαναφερθείσας ανώμαλης εκκένωσης της Μ. Ασίας από τον ελληνικό στρατό. Η έλλειψη λοιπόν πραγματικής γνώσης από το δίκασαν στρατοδικείο της πραγματικής κατάστασης του διασωθέντος ελληνικού στρατού, προκύπτει και από την αοριστία του κατηγορητηρίου και από την αοριστία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το σημείο αυτό. Ειδικότερα το κατηγορητήριο αναφέρει και η απόφαση δέχθηκε, ότι ο Ε1 τότε πρωθυπουργός της χώρας και οι συγκατηγορούμενοι του, παρέδωσαν στον εχθρό (τουρκικό εθνικιστικό στρατό) αποθήκες πλήρεις εφοδίων χωρίς να καθορίζει ούτε των αριθμό των αποθηκών αυτών ούτε τη θέση τους, ούτε το είδος και την ποσότητα των εφοδίων που περιείχαν. Η αλήθεια όμως είναι ότι πέραν του Α και Β σωμάτων στρατού, τα οποία με πλήρη τάξη και ανέπαφο σχεδόν τον οπλισμό τους διέφυγαν στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και το Γ σώμα στρατού με το μεγαλύτερο μέρος του πολεμικού υλικού του διέφυγε στις 5 Σεπτεμβρίου 1922 από την βορειοανατολική Μ. Ασία και αποβιβάστηκε στη Ραιδεστό. Όμως και μικρότερα στρατιωτικά τμήματα του ελληνικού στρατού απαγκιστρώθηκαν σε καλή κατάσταση και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα επέστρεψαν από την Μ. Ασία οι: Ι, II, III, IV, V, VII, IX, Χ, XII, XIII μεραρχίες καθώς και η μεραρχία Ιππικού και η ανεξάρτητη μεραρχία. Επίσης διασώθηκαν πολλές μη μεραρχιακές μονάδες (Επιχειρήσεις εις Θράκην (1919-1923), Αρχηγείο Στρατού, Δ. Ι. Σ. 1969, σελ, 78-84). Οι δυνάμεις αυτές ήταν ικανές και εμπειροπόλεμες, εντός βραχυτάτου δε χρόνου οργανώθηκε ο στρατός του Έβρου δυνάμεως εννέα μεραρχιών υπό τον στρατηγό Τ1 και μάλιστα οι συγκεκριμένες δυνάμεις του ελληνικού στρατού ήταν σε τόση επάρκεια και μαχητική ικανότητα ώστε υπήρξε η δυνατότητα οι στρατιώτες των παλαιότερων κλάσεων να απολυθούν, ενώ απολύθηκαν και ευάριθμοι αξιωματικοί, χωρίς να δημιουργηθούν κενά και προβλήματα στο αξιόμαχο και ετοιμοπόλεμο του στρατού. Η στρατιά δε του Έβρου, αποτελούμενη από 100.000 άνδρες υπήρξε τόσο ισχυρή και αξιόμαχη ώστε με το επιχείρημα της ανάληψης δράσης από αυτήν η τότε τουρκική κυβέρνηση απέσυρε τις απαιτήσεις της για την παράδοση σε αυτήν της ανατολικής Θράκης και την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων και δέχθηκε να προχωρήσει σε σύναψη και υπογραφή συνθήκης ειρήνης με την Ελλάδα. Όλα αυτά όμως δεν ήταν τότε γνωστά στο δίκασαν Δικαστήριο, το οποίο ως εκ τούτου δεν είχε αντικειμενική εικόνα των δυνάμεων του ελληνικού στρατού, οι οποίες επέστρεψαν από την Μ. Ασία, την οποία αν είχε δεν θα προέβαινε στην έκδοση της σκληρής απόφασης την οποία πήρε και δεν θα καταδίκαζε στην εσχάτη των ποινών τους έξι άνδρες μεταξύ των οποίων και τον πρώην Πρωθυπουργό Ε1". Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 15-11-1922 απόφαση του Έκτακτου Επαναστατικού Στρατοδικείου, που συνεδρίασε στην Αθήνα, συνεκδικάασθηκαν οι: 1) Ε2, 2)Ε3, 3)Ε1(παππούς του αιτούντος) 4)Ε4, 5)Ε6, 6)Ζ1, 7)Ζ2 και 8)Ε5, για την πράξη της εσχάτης προδοσίας όλοι οι προαναφερόμενοι και επιπλέον ο μεν Ε6 για την πράξη της εκουσίας και εκ προθέσεως παράδοσης προς τον εχθρόν μεγάλων τμημάτων της παρ' αυτού διοικουμένης Στρατιάς Μικράς Ασίας και δια διαφόρων μέσων πρόκλησης της απέναντι του εχθρού φυγής μεγάλων τμημάτων του στρατεύματος και παρεμπόδισης της ανασυνάθροισης αυτής, οι δε λοιποί επτά συγκατηγορούμενοι του προαναφερομένου ως ηθικού αυτουργού στην εν λόγω αξιόποινη πράξη του και επιβλήθηκε στους μεν Ε6, Ε2, Ε3, Ε1, Ε5 και Ε4, η ποινή θανάτου, η οποία εκτελέσθηκε την ίδια ημέρα (15-11-1922), στους δε Ζ2 και Ζ1 η ποινή των ισοβίων δεσμών. Για την ανωτέρω δίκη δεν προσκομίστηκαν τα επίσημα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου εκείνου, αλλά μόνο η απόφαση του, στο συνοπτικό σκεπτικό της οποίας δεν γίνεται αναφορά των αποδεικτικών μέσων που λήφθησαν υπόψη για να καταλήξει το Δικαστήριο στην καταδικαστική ως άνω απόφασή του. Με την κρινόμενη αίτηση προσκομίζονται, ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, τα ακόλουθα έγγραφα (σε αντίγραφα): 1) η από 3-2-1929 επιστολή του τότε Προθυπουργού της Ελλάδος Π1 προς τον τότε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως και αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος Π2, σε απάντηση προηγούμενης δικής του επιστολής, στην οποία αναφέρονται, κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "Κύριε Πρόεδρε, ευχαρίστως απαντώ εις την επιστολήν σας, ήτις νομίζω, ότι ανοίγει την οδόν δια μίαν ειλικρινή εξήγησιν. Είμαι ευτυχής ότι αναγνωρίζετε την διαφοράν αντιλήψεων, ήτις δεν ημπορεί παρά νά χωρίζη τά δημοκρατικά κόμματα από το Λαϊκόν ως προς την εκτίμησιν του έργου της 'Επαναστάσεως του 1922 και τών αρχηγών αυτής. Η διαφορά αύτη τών αντιλήψεων εξηγεί δια τί, εν τη εκτιμήσει του έργου της επαναστάσεως εκείνης, παραμερίζομεν τα σφάλματα αυτής σφάλματα αναπότρεπτα από πάσαν επανάστασιν δια να ενθυμούμεθα πάντοτε τας μεγάλας υπηρεσίας τα οποίας, κατά την αντίληψιν του δημοκρατικού κόσμου, προσέφερεν αύτη εις την χώραν κυρίως δια της εις τόσον βραχύ διάστημα χρόνου ανασυγκροτήσεως του στρατού, του οποίου η παρουσία παρά τον Έβρον επέστρεψεν εις την χώραν να συνάψη εις Λωζάνην έντιμον ειρήνην. Αλλ' η εκτίμησις του δημοκρατικού κόσμου προς τους αρχηγούς της Επαναστάσεως εκείνης δεν πρέπει να υποθέτετε ότι αποτελεί εκ μέρους ημών επιβραύευσιν των εν λόγω σφαλμάτων. Δύναμαι να βεβαιώσω υμάς με τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον, ότι ουδείς των πολιτικών αρχηγών της δημοκρατικής παρατάξεως θεωρεί ότι οι ηγείται της πολιτικής ήτις ηκολουθήθη μετά το 1920, διέπραξαν προδοσίαν κατά της πατρίδος ή ότι εν γνώσει ωδήγησαν τον τόπον εις την μικρασιατικήν καταστροφήν Δύναμαι μάλιστα να σας βεβαιώσω, ότι το επ' εμοί πιστεύω ακραδάντως, ότι θα ήσαν ευτυχείς αν η πολιτική των ωδήγει την Ελλάδα εις εθνικόν θρίαμβον. Πιστεύομεν μόνον ότι η ακολοθουθείσα μετά το 1920 πολιτική, εις την οποίαν παρέσυρεν αυτούς η πέραν του προσήκοντος μέτρου προσήλωσίς των εις την δυναστείαν, υπήρξεν ολεθρία δια τα συμφέροντα της χώρας. Αλλ' οσονδήποτε βαρεία και αν ήτο η ευθύνη αυτών δια την ακολουθηθείσαν πολιτικήν ουδείς ηδύνατο υπό ομαλάς περιστάσεις να σκεφθή, ότι το σφάλμα αυτών ηδύνατο να τιμωρηθή δια της τρομεράς ποινής του θανάτου. Η διαφορά όμως ημών από το Λαϊκόν κόμμα είναι ότι ενώ τούτο θεωρεί την δίκην και τας επακολουθήσασας αυτήν, ατυχώς, εκτελέσεις ως έγκλημα, και δη ως έγκλημα ατιμάζον τους αρχηγούς της Επαναστάσεως, στερούν αυτούς της ακεραίας ασκήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων των και εξαλείφουν τας μεγάλας υπηρεσίας, τα οποίας ούτοι προσέφερον εις την χώραν, η κρίσις ημών είναι εντελώς διάφορος. Όταν επαναχθή τις δια της φαντασίας εις την εποχήν του φθινοπώρου του 1922 και αναλογιστεί την ψυχολογικήν κατάστασιν εις την οποίαν περιήχθησαν, όχι απλώς οι αρχηγοί της Επαναστάσεως, αλλ' ολόκληρος σχεδόν ο ελληνικός λαός, ενώπιον του τραγικού θεάματος της καθημερινής αφίξεως των λειψάνων του καταστραφέντος στρατού και των μυριάδων του προσφυγικού πληθυσμού και ενώπιον της εκριζώσεως ενός μεγάλου τμήματος του έθνους από τους πατροπαραδότους εστίας του, θα εννοήση πως η δύναμις των πραγμάτων υπήρξεν ισχυροτέρα των πρώτων σκέψεων της επαναστάσεως όπως παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι ως υπαίτιοι της καταστροφής ενώπιον της Εθνικής Συνελεύσεως. Όταν επί πλέον ληφθή υπ' όψιν ότι οι αρχηγοί της Επαναστάσεως επίστευον ειλικρινώς, ότι άνευ της τρομεράς εκείνης τιμωρίας την οποίαν ουδέν ομαλόν καθεστώς ηδύνατο να διανοηθή δεν ήτο δυνατόν να ανασυγκροτήσουν τον διαλυθέντα μετά την μικρασιατικήν καταστροφήν στρατόν, άνευ της ταχείας ανασυγκροτήσεως του οποίου εκινδυνεύομεν να χάσωμεν τας βορείους επαρχίας της Ελλάδος, θα εννοήσετε καλώς, διατί η προς τους αρχηγούς της επαναστάσεως εκείνης εκτίμησις του δημοκρατικού κόσμου είναι τόσον ριζικώς αντίθετος προς την ιδικήν σας.
Ελπίζω, κύριε Πρόεδρε, η ειλικρινής αυτή εξήγησις να συντελέση όπως οριστικώς γεφυρωθή το χάσμα το οποίον εχώρισε τόσον βαθέως την χώραν. Και μετά την μικρασιατικήν καταστροφήν δύνανται ακόμη να ανατείλουν δια την Ελλάδα ευτυχείς ημέραι. Εάν, μετά τας ειλικρινείς αυτάς εξηγήσεις, συνεχίσωμεν την εργασίαν, εις την οποίαν μετά την ανασυγκρότησιν της Οικουμενικής κυβερνήσεως επιδόθησαν τόσον αξιεπαίνως όλα τα πολιτικά κόμματα της χώρας τα οποία καίπερ διατηρούντα έκαστον τας διαφόρους αντιλήψεις του ως προς τον καλλίτερον τρόπον παρασκευής ευτυχεστέρου πίστεως αυτών ότι η Ελλάς δεν δύναται να προαχθή, παρά μόνον υπό την ανόθευτον λειτουργίαν του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος ημπορούμεν να είμεθα βέβαιοι ότι θα ανατείλουν ευτυχείς και πάλιν δια την χώραν ημέραι. Παρακαλώ, κύριε Πρόεδρε, να πιστεύσητε εις την βεβαίωσιν της εξαιρέτου προς υμάς τιμής".
Αθήναι 3 Φεβρουαρίου 1929 Π1".
2) Τα πρακτικά συνεδριάσεως της Βουλής των Ελλήνων κατά τη συνεδρίαση της 31-3-1932, όπου περιέχονται δηλώσεις στη Βουλή του τότε Πρωθυπουργού Π1, ο οποίος, μεταξύ των άλλων, δήλωσε τα εξής: "Κύριε αρχηγέ του Λαϊκού κόμματος ... πρέπει να σας είπω ένα πράγμα, βέβαιον είναι ότι από τους ανθρώπους εκείνους επί των οποίων εγένετο η εκτέλεσις της αποφάσεως του στρατοδικείου ο αδικώτερον τουφεκισθείς ήτο ο Ε1. Φοβούμαι ότι η καταδίκη του και η εκτέλεσίς του ωφείλετο σαφώς εις μίαν ανδρικήν πράξιν, την οποίαν έκαμε εις το να προτιμήσει να κόψει χαρτονομίσματα εις δύο, παρά ν' αρχίσει να εκτυπώνη χαρτονομίσματα και να καταντήση την δραχμήν εις την τύχην του μάρκου. Θεωρώ ότι σπανίως προσεφέρθη τόση μεγάλη υπηρεσία εις μίαν χώραν, από εκείνην την οποίαν προσέφερε τότε ο Ε1".
3)Τα πρακτικά συνεδριάσεως της Βουλής των Ελλήνων κατά τη συνεδρίαση της 1-4-1932, όπου περιέχονται, επίσης, δηλώσεις στη Βουλή του Π1, ο οποίος μεταξύ άλλων, δήλωσε τα εξής: "Σας λέγω λοιπόν πώς είναι δυνατόν νά έχετε την ιδέα ότι είτε αύριον, είτε μεθαύριον, είτε και σε πέντε σε δέκα χρόνια όπως είπον και χθες, θά δεχθώμεν εμείς ότι οί άνθρωποι της επαναστάσεως του 1922 επειδή έπραξαν κα σφάλματα και έγκλημα αν θέλετε κατά την δικήν σας αντίληψιν, ότι αυτοί, οί άνθρωποι δεν έχουν τά αυτά δικαιώματα με όλους ημάς εις την Ελληνικήν Πολιτείαν, ότι οι άνθρωποι αυτοί θά εθεωρούντο μειωμένοι και ηθικώς και πολιτικώς, ώστε ούτε Υπουργοί νά γίνουν ούτε νά είναι ανεκτοί νά κατέχουν ανωτάτας θέσεις εις την ιεραρχίαν είτε την πολιτικήν είτε την στρατιωτικήν; Βλέπετε ημάς προθύμως ερχόμενους προς το μέρος σας διά της αναγνωρίσεως ότι το ηθικόν των θανατωθέντων δεν τίθεται υπό αμφισβήτησιν από τον πολιτικόν τουλάχιστον κόσμον, διατί δεν έρχεσθε και σεις εις βοήθειάν μας| αναγνωρίζοντες ότι βέβαια ξέρετε και σφάλματα και εγκλήματα γίνονται κατά τάς επαναστάσεις, άλλα είσθε διατεθειμένοι να τα λησμονήσετε, διότι δεν αμφισβητήτε τα ευγενή αισθήματα, από τα οποία ωδηγήθησαν οι άνθρωποι αυτοί ... Και διατί θεωρείτε ότι είναι τόσον μεγάλον πράγμα αυτό πού σας ζητώ. να λησμονηθούν οι νεκροί επιτέλους και όπως είπον χθές ας μείνει εν μικρόν τμήμα υπό τον Διευθυντήν της "Καθημερινής" ο όποιος είπεν, το είπεν αυτός, με την ψυχήν του αφοσιωμένος εις το παρελθόν, οι οποίοι να ζήσουν μέχρι τέλους του βίου των με αυτήν την ανάμνησιν, αλλά το άλλο κόμμα τό λαϊκόν να φύγη από τας αναμνήσεις αύτάς "διότι έχομεν καθήκον να λησμονήσωμεν πολλά πράγματα και τους νεκρούς, οι οποίοι βέβαια εστερήθησαν τήν ζωήν των κατά εντελώς άνομον τρόπον", αλλά και τας χιλιάδας εκείνας των νεκρών, ώς προς τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξη τουλάχιστον καμμία αμφιβολία, ότι δεν διέπραξαν κανένα σφάλμα μεταβάντες να πολεμήσουν και να χάσουν την ζωήν των άδικα".
4) τα πρακτικά συνεδρίασης ΡΛΖ' του Ελληνικού Κοινοβουλίου στις 2.2.1925, που περιέχουν την αγόρευση του αντιστρατήγου Σ1, ο οποίος, σημειωτέον, διετέλεσε πρόεδρος της Ανακριτικής Επιτροπής, που παρέπεμψε σε δίκη τους ανωτέρω οκτώ άνδρες. Στην ως άνω αγόρευση περιέχεται και η ακόλουθη δήλωση αυτού: "Η επανάστασις του 1922 υπήρξε μία επανάστασις ιδεολόγων, η οποία κατέληξε εις την σκληράν απόφαση της θανατικής καταδίκης ίνα χρησιμεύσει το αίμα εκείνο προς νέαν αναδημιουργίαν. Εξ όσων όμως ελέχθησαν διαφαίνεται ότι το αίμα εκείνο έρρευσεν επί ματαίω".
5) τις υπ' αριθ. 78 έως 84 σελίδες του Βιβλίου "Επιχειρήσεις εις Θράκην 1919-1923" Έκδοσης Αρχείου ΔΙΣ και ειδικότερα του Κεφαλαίου V με τον τίτλο "Αποχώρησις του Ελληνικού Στρατού εκ Μικράς Ασίας".
6) τα πρακτικά συνεδρίασης της Βουλής των Ελλήνων στις 24.3.1924 (σελίδες 656-657), όπου έχει καταχωρηθεί συζήτηση μεταξύ των Π3 και Π1 για την αναθεώρηση των δικών που έγιναν κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως (1922) και ειδικότερα περιλαμβάνεται η υπόμνηση εκ μέρους του Π3 του γενομένου εξής διαλόγου (ερώτηση - απάντηση) μεταξύ των Π4 και Π1: "Κύριε Πρωθυπουργέ, αφού αναιρείτε πράξεις της Επαναστάσεως, πρέπει να αναθεωρήσητε και τας δίκας" (ερώτηση Π4), και "Πώς θέλετε υλικώς να αναστήσω νεκρούς;" (απάντηση Π1).
7) το από 14.9.1923 χωρίς διαβάθμιση έγγραφο του Προέδρου της Ανακριτικής Επιτροπής Επιχειρήσεων Μικράς Ασίας Ρ1 προς "τον Κον Αρχηγόν της Επαναστάσεως".
8) το από 18.10.1923 με αριθμό εμπιστευτικού 285 έγγραφο του πιο πάνω προέδρου της ίδιας Επιτροπής, απευθυνόμενο ομοίως προς τον "Κον Αρχηγόν της Επαναστάσεως". Στα ανωτέρω δύο έγγραφα του Ρ1 γίνεται μνεία ότι διαπιστώθηκε έλλειψη επαρκών εγγράφων στοιχείων "επί σημείων τινών σχετικών προς την διεξαγωγήν της τελευταίας φάσεως των εν Μ. Ασία Επιχειρήσεων" και υποβάλλονται ειδικώτερα ερωτήματα στον ίδιο τον Αρχηγό της Επαναστάσεως, χωρίς να προκύπτει από τη δικογραφία αν δόθηκε απάντηση επί των εν λόγω ερωτημάτων. Και 9) Ακριβές φωτοαντίγραφο των σελίδων 78-84 του Βιβλίου "Επιχειρήσεις εις Θράκην (1919-1923) του τότε Αρχηγείου Στρατού, της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού (έκδ. 1969), με το ακόλουθο περιεχόμενο: "ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ V ΑΠΟΧΩΡΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΕΚ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ Ο Όγκος της Μικρασιατικής Στρατιάς μεταφέρεται εις Χίον και Μυτιλήνην.
66. Μετά τους υπόχωρητικούς αγώνας του Νοτίου Συγκροτήματος Μεραρχιών κατά το 2ον δεκαπενθήμερον του Αυγούστου 1922, από του Άφιόν Καραχισάρ προς Σμύρνην, τα Α' και Β' Σώματα Στρατού συνεκεντρώθησαν εις τον λιμένα του Τσεσμέ προς μεταφοράν εις τας νήσους του Αιγαίου. Προηγήθη η επιβίβασις του Β' Σώματος Στρατού (IX, V, VII Μεραρχίας) συντελεσθείσα καθ' όλην την ημέραν της 31ης Αυγούστου. Μετά της XII Μεραρχίας επεβιβάσθη και η IV Μεραρχία του Α' Σώματος Στρατού. Ηκολούθησεν η επιβίβασις των Μεταγωγικών και Σχηματισμών του Α' Σώματος περατωθείσα την πρωΐαν της 1ης Σεπτεμβρίου.
Εν τω μεταξύ αι II και VII Μεραρχίαι του Α' Σώματος Στρατού κατέλαβον γραμμήν αντιστάσεως επί του ... προς προστασίαν της επιβιβάσεως.
Ο όγκος της Μεραρχίας Ιππικού επεβιβάσθη των πλοίων εις Τσεσμέ το απόγευμα της 1ης Σεπτεμβρίου και απέπλευσε δια Πειραιά, όπου αφίχθη την 2αν Σεπτεμβρίου και εστρατοπέδευσεν εις Αθήνας. Το 3ον Σύνταγμα Ιππικού επεβιβάσθη των πλοίων την 2αν Σεπτεμβρίου και απέπλευσεν εκ Τσεσμέ δια Χίον και εκείθεν εις Πειραιά συγκεντρωθείσης ούτω εις Αθήνας ολοκλήρου της Μεραρχίας Ιππικού πλην της επιλαρχίας ..., ήτις ηκολούθησε το Γ' Σώμα μεταφερθεισα εκ Μ. Ασίας εις Ραιδεστόν.
Την 06.00 της 2ας Σεπτεμβρίου η VII Μεραρχία έφθασεν εις Τσεσμέ και προέβη εις την επιβίβασιν των τμημάτων της. Εν συνεχεία επεβιβάσθη η XIII Μεραρχία περί την 1100 και ταύτην ηκολούθησεν η II Μεραρχία (πλην του αποσπάσματος του Συνταγματάρχου Γ1), όπερ παρέμεινεν τελευταίον δια την κάλυψιν της επιβιβάσεως.
Την ιδίαν ήμέραν ανεχώρησεν εκ Τσεσμέ, όπου είχε μεταφέρει το Στρατηγείον του εκ Σμύρνης μεταβαίνων εις Ραιδεστόν και ο νεοδιορισθείς Αρχιστράτηγος .... μετά του επιτελείου του.
Την 01.15 της 3ης Σεπτεμβρίου 1922 υπό την προστασίαν των πυρών του στόλου επεβιβάσθησαν των πλοίων τα τμήματα του τελευταίου επί της Ερυθραίας προκαλυπτικού αποσπάσματος και μετ' αυτού ο Διοικητής τούτου Αντισυνταγματάρχης Γ1 μετά του Μητροπολίτου Τσεσμέ. Ο Ελληνικός Στρατός εγκατέλειπε την Μικράν Ασίαν και μαζί με αυτόν μέρος του διασωθέντος Ελληνικού πληθυσμού εγκατέλειπε την πατρώαν γήν.
Κατά το διάστημα μεταξύ 31ης Αυγούστου και 1ης Σεπτεμβρίου 1922 μετεφέρθησαν εις τάς νήσους του Αρχιπελάγους τα κάτωθι τμήματα άτινα εγκατεστάθησαν προσωρινώς ως ακολούθως:
Β' Σώμα Στρατού (Στρατηγείον): Διοικητής Σώματος Συνταγματάρχης Πεζικού .... Εγκατεστάθη εν Χίω επί του επί της κεντρικής πλατείας κτιρίου της Νομαρχίας. Εν τη πόλει επίσης εστάθμευσαν οι Β' Λόχος Στρατηγείου, Β' Λόχος Τηλεγραφητών, Β' Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού (άνευ πυροβόλων) .....
IV Μεραρχία: Διοικητής Συνταγματάρχης Πεζικού ... εις χωρία Καταρράκτης (12 χιλ. Ν. Χίου) και Αφαλέρ.
V Μεραρχία: Διοικητής Συνταγματάρχης Πεζικού ..., χωρίον Καλλιμασιά (8 χιλιόμετρα Ν. Χίου), ένθα και το Στρατηγείον της και εις χωρίον Νεοχώρι.
IX Μεραρχία: Διοικητής Συνταγματάρχης .... 500 μέτρα ανατολικώς χωρίου Βασιλειώνικου (6 χιλιόμετρα νοτίως Χίου).
XII Μεραρχία: Διοικητής από 1ης Σεπτεμβρίου ο Συνταγματάρχης ... αντί του ομοιοβάθμου του ... μετατεθέντος εις το εν Ανατολική Θράκη Δ' Σώμα Στρατού.
Εν Χίω επίσης εγκατεστάθησαν αποβιβασθείσαι μεταξύ 1ης και 2ας Σεπτεμβρίου αι υπό το Α' Σώμα Στρατού υπαγόμεναι Μεραρχίαι.
XIII Μεραρχία (εντός της πόλεως) με Διοικητήν τον Συνταγματάρχην .... Η ανωτέρω Μεραρχία διετάχθη υπό της Στρατιάς να μεταβή εις Μυτιλήνην αλλά Ο Διοικητής της όλως αυτοβούλως την κατηύθυνεν εις Χίον.
VII Μεραρχία: Διοικητής Συνταγματάρχης Πεζικού ... Εγκατεστάθη εις την Νοτίαν παρυφήν της πόλεως.
Ι Μεραρχία: Διοικητής Συνταγματάρχης Πεζικού ... συνεκεντρώθη εντός της πόλεως.
Εν συνεχεία, η Ι Μεραρχία (3 χιλιόμετρα βορείως της πόλεως) καθώς και πολλοί σχηματισμοί και υπηρεσίαι (βάσεως), Επιμελητείας, Αυτοκινήτων κ.λπ. της Στρατιάς.
67. Εν Μυτιλήνη απεβιβάσθησαν κατά το ως άνω χρονικόν διάστημα-Επιτελείον Νοτίου Συγκροτήματος Από τον Στρατηγόν ... .
-Επιτελείον Α' Σώματος Στρατού μεθ' ολοκλήρου της Π Μεραρχίας (Συνταγματάρχης ...), και Η Ανεξάρτητος Μεραρχία (Συντ/ρχης ...) προερχομένη εκ Ντικελή.
Μέχρι της 3ης Σεπτεμβρίου επερατώθη η συγκέντρωσις των Μονάδων του Νοτίου Συγκροτήματος και των Ανεξαρτήτων Μονάδων της Στρατιάς εις τάς νήσους του Αρχιπελάγους.
Αι μεταφερθείσαι εις τάς νήσους Χίον και Μυτιλήνην Ελληνικαί Δυνάμεις ήσαν:
IV Μεραρχία - Αξιωματικοί 136, οπλίται 197, κτήνη 266
V Μεραρχία - Αξιωματικοί 204, οπλίται 3000, κτήνη 1212
VII Μεραρχία - Αξιωματικοί 240, οπλίται 6500, κτήνη 2800, Πυροβόλα ορειβατικά 11, πολυβόλα 48
XIΙ Μεραρχία - Αξιωματικοί 155, οπλίται 2200, κτήνη 1010, Πυροβόλα ορειβατικά 15, πολυβόλα 15
Δια τάς υπολοίπους Μεραρχίας (Ι, IX, XIIΙ και Μεραρχίαν Ιππικού) δεν υπάρχουσι στοιχεία. Ο Ελληνικός Στρατός εγκατέλειψεν επί του Μικρασιατικού εδάφους ολόκληρον το βαρύ και πεδινόν πυροβολικόν του, μέρος του ορειβατικού πυροβολικού και μεγίστην ποσότητα υλικών και εφοδίων (3).
Τα εις Χίον και Μυτιλήνην αποβιβαζόμενα τμήματα κατηυθύνοντο εις τα περί την πόλιν χωρία δια την ανετωτέραν εν αυτοίς διανομήν και ανασυγκρότησίν των, κυρίως όμως δια την προφύλαξίν των από την φθοροποιόν επίδρασιν των φυγάδων.
Εκ παραλλήλου κατόπιν συντόνων προσπαθειών των Στρατιωτικών Διοικήσεων επετεύχθη Η παρασκευή αρκετών ποσοτήτων άρτου, εξησφαλίσθησαν άλλα τινά τρόφιμα και εξευρέθησαν τα μεταφορικά μέσα δια την εις τα χωρία, εις ά διέμεναν τα Στρατιωτικά τμήματα, μεταφοράν των.
68. Η αποχώρηση της Ανεξαρτήτου Μεραρχίας εκ Μ. Ασίας υπενθυμίζει την κάθοδον των Μυρίων, διότι, καίτοι απεκόπη παντός συνδέσμου μετά των άλλων φιλίων τμημάτων, τελείως μεμονωμένη από της 19ης Αυγούστου, επέτυχε να διανύση άνω των 600 χιλιομέτρων, βαδίζουσα επί 18 ημέρας και αγωνιζομένη κατά διαφόρων τακτικών και άτακτων δυνάμεων του εχθρού. Διαθέτουσα μόνον δύο Συντάγματα τα 51ον και 53ον Πεζικού, ακολουθούμενη και από 4 χιλιάδας πρόσφυγας κατώρθωσε να φθάση εις Ντικελή ακολουθήσασα το δρομολόγιον Τσεντίνζ - Σιμάβ - Σεντουργή - Γκελεμπέ - Κιρκαγάτς - Σόμα - Πέργαμος - Ντικελή. Η Μεραρχία εκ Ντικελή Αποβιβασθείσα εις Μυτιλήνην επανέφερεν αμέσως την τάξιν, οι απείθαρχοι οπλίται αφοπλίσθησαν και οι κάτοικοι της νήσου ανέκτησαν το θάρρος των και επανέλαβαν τάς εργασίας των, ως περαιτέρω εκτίθεται.
Από της 4ης Σεπτεμβρίου ήρξατο η επιβίβασις της Μεραρχίας δια την μεταφοράν εις Θεσσαλονίκην, επί διατεθέντων ατμόπλοιων, περατωθείσα την 8ην (ιδίου μηνός). Εν Θεσσαλονίκη τα τμήματα εστάθμευσαν εις Αγίαν Παρασκευήν και στρατώνας Πεδίου 'Αρεως και επέβαλαν την τάξιν εις ολόκληρον την πόλιν. Την 4ην Σεπτεμβρίου παρέδωκαν εις το έμπεδον VΙ Μεραρχίας τους προς απόλυσιν εφέδρους και παρέμεινεν δύναμις 3210 οπλιτών. Εν συνεχεία ήρξατο δραστήρια η αναδιοργάνωσις των τμημάτων αυτής. Την 21ην, η Μεραρχία μετεφέρθη σιδηροδρομικώς εκ Θεσσαλονίκης εις Θράκην, Λουλέ Μπουργκάς και κατηυλίσθη εις χώρον Τσιφλίκ Κιοϊ - Λουλέ Μπουργκάς.
Την 2αν 'Οκτωβρίου επανήλθεν εις την Μεραρχίαν το εις την διάθεσιν III Μεραρχίας 52ον Σύνταγμα Πεζικού και κατόπιν της διαταχθείσης εκκενώσεως της ανατολικής Θράκης, δια συνεχών πορειών Από της 7ης 'Οκτωβρίου μέχρι 13ης Οκτωβρίου συνεκεντρώθη εις Φερετζίκ υπό την Διοίκησιν του Συνταγματάρχου Πεζικού .... Εν Σέρραις εδέχθη και τα ελάχιστα υπολείμματα ανδρών και στελεχών της XII Μεραρχίας και μετωνομάσθη εις XII Μεραρχίαν. Η Κυβέρνησις Ε1 είχε διατάξει, όπως εκτός του Γ' Σώματος Στρατού, όπερ μετεφέρθη εις Θράκην απ' ευθείας εκ Μ. Ασίας, μεταφερθώσιν επίσης εις Θράκην και αι εις Χίον και Μυτιλήνην αποβιβασθείσαι μονάδες και τούτο μετά την αποκατάστασιν της τάξεως εις τάς νήσους. Την Κυβέρνησιν Ε1 παραιτηθείσαν την 24ην Αυγούστου διεδέχθη η Κυβέρνησις Π6 την 28ην του ίδίου μηνός. Και της Κυβερνήσεως ταύτης η προσοχή εστράφη προς την συγκέντρωσιν και ανασυγκρότησιν του Στρατού.
Η εν Χίω και Μυτιλήνη δημιουργηθείσα κατάστασις.
69.Η παρουσιαζόμενη εν Χίω κατάστασις ήτο οικτρά από πάσης πλευράς. Η πόλις κατεκλύζετο από ικανάς χιλιάδας φυγάδων οπλιτών, κατά το πλείστον αόπλων, ασκόπως περιφερόμενων εις τάς οδούς, Ή κοιμωμένων εις τάς πλατείας και τα πεζοδρόμια. Την πείναν των αντιμετώπιζον, όπως έκαστος ηδύνατο, ζητούντες συνήθως άρτον από τους κατοίκους.
Η εμφάνισις του Κράτους συνίστατο από την ευάριθμον φρουράν της Στρατιωτικής Διοικήσεως και τους ολίγους χωροφύλακας, αδυνατούντας να επιβάλωσι την τάξιν. Υπήρχον επίσης Αξιωματικοί ακάρπως μοχθούντες δια την εκτέλεσιν διδομένων πρός αυτούς διαταγών.
Ένοπλοι φυγάδες, ων αρκετοί αντί στρατιωτικού πηλικίου έφερον και εν Χίω ακόμη τουρκικά σαρίκια, βλοσυροί και αρειμάνιοι περιέτρεχον την πόλιν κατά την νύκτα τρομοκρατούντες τους κατοίκους και διαπράττοντες διαρπαγάς και ληστείας. Ομάς τοιούτων φυγάδων, ωπλισμένων επιπροσθέτως με μαχαίρας και σπάθας (γιαταγάνια), είχον εγκατασταθή εν υπαίθρω εις την κεντρικήν πλατείαν της πόλεως χαρτοπαίζοντες υπό τα όμματα του κατάπληκτου κοινού. Εις την χαρτοπαιξίαν των παρέσυραν και τους αφελέστερους τους οποίους κυριολεκτικώς ελεηλάτουν. Άμα ως απεβιβάσθη εις Χίον το πρώτον συντεταγμένον τμήμα εκ του 25ου Συντάγματος Πεζικού δυνάμεως, 300 ανδρών, ο Διοικητής αυτού Αντισυνταγματάρχης ... διετάχθη υπό του Διοικητού της Στρατιωτικής Διοικήσεως, όπως επιβάλη εν τη πόλει την τάξιν.
Ο εν λόγω Αντισυνταγματάρχης τεθεις επικεφαλής λόχου μετέβη εις την πλατείαν και εκάλεσε τους χαρτοπαίζοντας φυγάδας και ληστάς να διαλυθούν και να φύγουν. Απειλητικοί ούτοι ανέλαβον τα όπλα των και απεπειράθησαν να αντιταχθούν. Ο εν ακροβολισμώ λόχος δια παραγγέλματος του Διοικητού του Συντάγματος έβαλε κατ' αυτών δια πυκνού πυρός και εφόνευσε τινάς εξ αυτών προς μεγίστην ανακούφισιν του κοινού και ικανοποίησιν των κατηγανακτισμένων ανδρών του λόχου. Οι διασωθέντες εγκαταλείψαντες επί τόπου τάς μαχαίρας, τα παιγνιόχαρτα και τα εκ Μ. Ασίας λάφυρά των, εξηφανίσθησαν.
Παρομοία κατάστασις επαρουσιάζετο εν Μυτιλήνη. Πολλαί χιλιάδες οπλίται των Μετόπισθεν Υπηρεσιών της Στρατιάς, αίτινες είχον αποβιβασθή εκεί, εγκαταλείψαντες τάς μονάδας των προέβαινον εις διαφόρους μικροαρπαγάς και ασχημίας, τρομοκρατούντες ούτω την πόλιν. Είχον καταφύγει πολλοί αξιωματικοί εν Μυτιλήνη αλλά ούτοι μη διοικούντες συγκεκροτημένον τμήμα ηδυνάτουν να επιβληθώσι των ταραξιών, οι όποιοι είχον παύσει να σέβωνται πλέον τους Αξιωματικούς των.
Αι Αρχαί Μυτιλήνης είχον διαταγάς της Κυβερνήσεως, ότι όσα στρατεύματα διήρχοντο εκείθεν έδει να αποβιβάζωνται. Τα πρώτα όμως καταφθάσαντα ατμόπλοια ήσαν πλήρη επαναστατημένου και εν διαλύσει στρατού. Τα στρατεύματα αυτά δεν ήθελον να αποβιβασθώσιν, αλλά να εξακολουθήσωσι τον πλουν προς Πειραιά. Εξεδήλουν την απόφασίν των μετά ύβρεων κατά της Κυβερνήσεως, του Στρατιωτικού Διοικητού υπό στρατηγού ..., του Γενικού Διοικητού της νήσου ... και των αρχών εν γένει, εδονείτο δε η ατμόσφαιρα εκ των φωνών και των πυροβολισμών. Παρά την παρέμβασιν των αρχών, όπως αποβιβασθώσι τα άτακτα ταύτα στίφη έμενον ανένδοτα, απεβιβάσθησαν όμως οι εκ Λέσβου καταγόμενοι οπλίται. Τελικώς επέτυχον τρομοκρατούντες τα πληρώματα να εξαναγκάσουν τους πλοιάρχους των πλοίων υπό την απειλήν των όπλων να κατευθυνθούν εις Πειραιά.
Τα ατμόπλοια ταύτα έφθασαν εις Σαλαμίνα, ένθα ο υπό παραίτησιν τότε Υπουργός των Ναυτικών Ε3 αυτοπροσώπως μεταβάς κατώρθωσε να αφοπλίση τους ενόπλους φυγάδας και να τους δώση απολυτήρια δια τας επαρχίας των.
Εις Μυτιλήνην κατέπλευσαν και άλλα ατμόπλοια με αναρχούμενα στρατεύματα. Αι αρχαί κατώρθωσαν να πείσωσιν αυτά να αποβιβασθώσιν εις Μυτιλήνην, όπου ετρομοκράτησαν κυριολεκτικώς την πόλιν, η οποία επανεύρε την ησυχίαν της μετά την άφιξιν συγκεκροτημένων τμημάτων κυρίως μετά την άφιξιν της Ανεξαρτήτου Μεραρχίας. Δια την επιβολήν της τάξεως ωρίσθη Φρούραρχος Μυτιλήνης ο Διοικητής του 53ου Συντάγματος Πεζικού της Ανεξαρτήτου Αντισυνταγματάρχης ... όστις επέτυχε τάχιστα να επαναφέρη την τάξιν εφαρμόζων αυστηρότατα μέτρα. Οι φυγάδες αφωπλίσθησαν, συνελήφθησαν οι εξ αυτών ταραξίαι και συνεκροτήθησαν προσωριναί μονάδες εις τας οποίας προσεκολλήθησαν δια μισθοδοσίαν τα ασύνταχτα πλήθη. Διετάχθη η κατά γράμμα εκτέλεσις των Στρατιωτικών Κανονισμών και δι' οργάνων του Φρουραρχείου ηλέγχετο η πιστή εφαρμογή των. Η έννοια του Κράτους απεκατεστάθη, οι πολίται ανέκτησαν το θάρρος των, τα καταστήματα ήνοιξαν και πάλιν, αι κρατικαί υπηρεσίαι επανέλαβον τας λόγω της αναρχίας διακοπείσας εργασίας των και όλοι ημιλλώντο να συνεισφέρουν τας υπηρεσίας των δια την ανασυγκρότησιν της κρατικής μηχανής. Αμέσως μετά την επιβολήν της τάξεως Ο ορισθεις Φρούραρχος Μυτιλήνης έσπευσε να επιστρέψη εις Ντικελή δια να παρακολούθηση την επιβίβασιν των τμημάτων της Ανεξαρτήτου Μεραρχίας και απεχώρησε μετά των τελευταίων τμημάτων των οπισθοφυλακών εις Μυτιλήνην.
70. Η είκών η οποία παρουσιάζετο εν Χίω και Μυτιλήνη από πλευράς αφικνουμένων προσφυγών ήτο οικτρά και απεριγράπτως χαώδης.
Ολόκληρος η προκυμαία ήτο κατάμεστος προσφύγων, θρηνούντων δια την καταστροφήν των και εν αλλαφροσύνη αναζητούντων μεταξύ του πλήθους τους αγνοουμένους συγγενείς των ιδία μετά κάθε άφιξιν ατμοπλοίου. Το πλήθος των προσφύγων απετέλουν προ παντός γυναίκες, παίδες κάτω των 15 ετών και γέροντες, καθ' όσον οι λοιποί, είτε εσφάγησαν, είτε εκρατήθησαν υπό των Τούρκων, ως όμηροι και εργάται ανοικοδομήσεως καταστραφεισών Τουρκικών πόλεων και χωρίων.
Διημερεύσαντες και διανυκτερεύσαντες επί ικανάς ημέρας εις το ύπαιθρον, πεινώντες και γυμνητεύοντες και υπό την επίδρασιν των μεγάλων συγκινήσεων, είχον εξουθενωθή ψυχικώς και σωματικώς. Δεν ήσαν εις θέσιν να λάβωσι πρωτοβουλίαν τινά δια την βελτίωσιν των συνθηκών της διαβιώσεώς των. Βόμβος Τούρκικου αεροπλάνου ιπταμένου εις μέγα ύψος και εις μεγάλην από της πόλεως απόστασιν εδημιούργει πανικόν εις τα πλήθη των προσφύγων, τρεπομένων εις φυγήν προς πάσαν κατεύθυνσιν. Η διατροφή αυτών υπό της εν Χίω Βάσεως καθίστατο προβληματική, μέγιστος δε επί πλέον κίνδυνος επιδημιών εκ της συγκεντρώσεως τόσον χιλιάδων προσφύγων και εκ της συνυπάρξεως χιλιάδων κτηνών του Στρατού κατά πληθωρικούς όρχους ανά τας οδούς και τας πλατείας της νήσου. Με την πάροδον των ημερών, κατέστη δυνατόν να ληφθώσιν υπέρ των άτυχων θυμάτων εκείνων μέτρα τινά επισιτισμού ως και των όρων της διαβιώσεώς των, έως ότου βραδύτερον μετεφέρθησαν εις Πειραιά και Αθήνας.
Εκ παραλλήλου σοβαρόν πρόβλημα προέκυψεν με τα εκφορτούμενα κτήνη του Στρατού, (ήσαν δε ταύτα τα εκλεκτότερα των εις Τσεσμέ διασωθέντων), διότι τα λοιπά εξετελέσθησαν εκεί δια να μη περιέλθουν εις τον εχθρόν. Ανεπιτήρητα και πεινώντα λόγω ελλείψεως νομής παρέμειναν εις τάς πλατείας της πόλεως παρουσιάζοντα οικτρόν θέαμα. Απεφασίσθη να ειδοποιηθούν οι κάτοικοι της νήσου να αναλάβουν και συντηρήσουν, όσα έκαστος ήθελε κτήνη του Στρατεύματος με την βεβαίωσιν ότι ταύτα θα εγίνοντο ιδιοκτησία των και ότι θα ημείβοντο λίαν ικανοποιητικώς. Τα παραληφθέντα υπό των χωρικών κτήνη συνετηρήθησαν και επέζησαν.
Συγκέντρωσις του Γ' Σώματος Στρατού εις Ραιδεστόν και ανασύνταξις του Στρατού.
71. Τα τελευταία τμήματα του Γ' Σώματος Στρατού, πλην της XI Μεραρχίας, μετά του μεγαλυτέρου μέρους του υλικού των, εγκατέλειψαν την Μ. Ασίαν την μεσημβρίαν της 5ης Σεπτεμβρίου. Απεβιβάσθησαν εις Ραιδεστόν και συνεκεντρώθησαν εις την περιοχήν αυτής έχοντα δύναμιν 60.000 ανδρών περίπου. Αι μονάδες του Γ' Σώματος Στρατού παρέμειναν εν αρχή πέριξ της πόλεως δι' ανάπαυσιν και ανασυγκρότησιν, μετά διήμερον δε ήρχισαν μετακινούμενοι, προς κατάληψιν των οριστικών των θέσεων εν Ανατολική Θράκη. Εκ τούτων :
-Η IIΙ Μεραρχία (πλην Μ. Από σπάσματος του 12ου Συντάγματος Πεζικού) κατέλαβε τον τομέα Τσαλτάτζης με έδραν διοικήσεως την Τυρολόην. Η Μεραρχία αύτη ήρξατο οχυρούσα την από Μπιγιάκ Χάν μέχρι Συληβρίας γραμμήν ήτοι των Αναστασιανών τειχών.
-Η Χ Μεραρχία κατέλαβε τον τομέα των Σαράντα Εκκλησιών με έδραν την πόλιν των Σαράντα Έκκλησιών, Το Μικτόν Απόσπασμα του 12ου Σ.Π. μετά Πεδινής Πυροβολαρχίας εγκατεστάθη εις τον ισθμόν της Χερσονήσου Καλλιπόλεως βορείως Μπουλαΐρ με έδραν το Εξαμύλιον. Το Απόσπασμα ήρξατο αμυντικώς οργανούμενον εις τα υψώματα βορείως του ισθμού της Χερσονήσου Καλλιπόλεως. Η Χερσόνησος αύτη κατείχετο υπό των Γάλλων.
-Η αφιχθείσα ολίγον βραδύτερον Ανεξάρτητος Μεραρχία συνεκεντρώθη περί τον Σιδηροδρομικόν Σταθμόν Αρκαδιουπόλεως.
-Το Στρατηγείον του Γ' Σώματος Στρατού, αι μη Μεραρχιακαί Μονάδες, ως και το 57ον Σύνταγμα Πεζικού εγκατεστάθησαν εις την περιοχήν Λουλέ Μπουργκάς.
72. Μετά την ανάληψιν της αρχής τής υπό τον Π6 Κυβερνήσεως και την ανάληψιν της Επιτελικής Υπηρεσίας υπό του Αντιστράτηγου ..., ελήφθησαν τα πρώτα μέτρα προς ανασύνταξιν του Στρατού. Μετά την μεταφοράν και συγκέντρωσιν των Από βιβασθέντων στρατευμάτων και υπηρεσιών του Νοτίου Συγκροτήματος και της Ανεξαρτήτου Μεραρχίας εις Χίον και Μυτιλήνην, ως και την μεταφοράν του Γ' Σώματος Στρατού και των Υπηρεσιών του εις Θράκην, διετάχθη κατά σειράν επείγοντος η άμεσος απόλυσις των εφέδρων ήτοι των οπλιτών των κλάσεων 1918 και παλαιοτέρων, μεταφερομένων εις την ζώνην του εσωτερικού. Εκ των τηρηθησομένων υπό τα όπλα κλάσεων 1919, 1920, 1921, 1922 απεφασίσθη, όπως οι άνδρες λάβωσι δεκαήμερον κανονικήν άδειαν εκ περιτροπής, ευθύς ως αι Μονάδες, εις ας θα ενετάσσοντο θα έφθανον εις τον τόπον του προορισμού των. Το έργον της μεταφοράς των Από λυομένων εις τάς εστίας των ήτο δυσχερέστατον, αφ' ενός μεν λόγω της ...".
Ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο τούτο γνώμη, από καλύφθηκαν μετά την οριστική καταδίκη του παππού του αιτούντος και των ειρημένων συγκατηγορουμένων του νέα, άγνωστα στους Δικαστές του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών που τους καταδίκασαν, γεγονότα και Από δείξεις, τα οποία, σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί στο εν λόγω Δικαστήριο, καθιστούν φανερό ότι οι ανωτέρω καταδικασθέντες (παππούς του αιτούντος και συγκατηγορούμενοί του) ήταν αθώοι των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων. Ο μεγάλος πολιτικός αντίπαλος των καταδικασθέντων και εκτελεσθέντων πολιτικών Π1, κυρίαρχη πολιτική προσωπικότητα στον Ελλαδικό χώρο, από το έτος 1909 μέχρι τον θάνατό του, με διεθνή ακτινοβολία και αναγνώριση, κατά την επάνοδό του στην ελληνική πολιτική σκηνή και κατά την πρωθυπουργία του κατά τα έτη 1929-1932, έχοντας πλέον, ενόψει των ανωτέρω, ακριβή και πλήρη γνώση των γεγονότων και των συνθηκών της Μικρασιατικής καταστροφής του 1922, προέβη στις προαναφερθείσες από καλυπτικές δηλώσεις και διαπιστώσεις, βασιζόμενες σε αντικειμενική γνώση των διαδραματισθέντων το θέρος του 1922 γεγονότων στο Μικρασιατικό μέτωπο, η ύπαρξη των οποίων, αν ήταν γνωστή στο καταδικάσαν άνω Δικαστήριο, δεν θα ήγετο στην έκδοση της προσβαλλόμενης καταδικαστικής Από φάσεως. Ειδικότερα, ο τότε πρωθυπουργός Π1, στην από 3.2.1929 επιστολή του προς τον τότε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως και αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος Π2, αναφέρει, μεταξύ άλλων, κατά πιστή μεταφορά, και τα εξής: "Δύναμαι να βεβαιώσω υμάς με τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον, ότι ουδείς των πολιτικών αρχηγών της δημοκρατικής παρατάξεως θεωρεί ότι οι ηγέται της πολιτικής, ήτις ηκολουθήθη μετά το 1920, διέπραξαν προδοσίαν κατά της πατρίδος ή ότι εν γνώσει ωδήγησαν τον τόπον εις την Μικρασιατικήν καταστροφήν. Δύναμαι μάλιστα να σας βεβαιώσων, ότι το επ' εμοί πιστεύω ακραδάντως, ότι θα ήσαν ευτυχείς αν η πολιτική των ωδήγει την Ελλάδα εις εθνικόν θρίαμβον". Επίσης, ο Π1 σε αγόρευσή του στη Βουλή κατά τη συνεδρίαση της 31.3.1932, αναφερόμενος ειδικότερο στον Ε1 δήλωσε, όπως προαναφέρθηκε, τα εξής: "Κύριε Αρχηγέ του Λαϊκού Κόμματος... πρέπει να σας είπω ένα πράγμα, βέβαιον είναι ότι από τους ανθρώπους εκείνους επί των οποίων εγένετο η εκτέλεσις της αποφάσεως του Στρατοδικείου ο αδικώτερον τουφεκισθείς ήτο ο Ε1. Φοβούμαι ότι η καταδίκη του και η εκτέλεσις του ωφείλετο σαφώς εις μίας ανδρικήν πράξιν, την οποία έκαμε εις το να προτιμήσει να κόψει χαρτονομίσματα εις δύο παρά ν'αρχίσει να εκτυπώνει χαρτονομίσματα και να καταντήσει την δραχμήν εις την τύχην του μάρκου. Θεωρώ ότι σπανίως προσεφέρθη τόση μεγάλη υπηρεσία εις μίαν χώραν, από εκείνην την οποία προσέφερε τότε ο Ε1", ενώ ο ίδιος (Π1) κατά τη συνεδρίαση της 1-4-1932 δήλωσε στη Βουλή, απευθυνόμενος προς όλους τους βουλευτές, μεταξύ άλλων και τα εξής: "... έχομεν καθήκον να λησμονήσωμεν πολλά πράγματα και τους νεκρούς (εννοώντας τους άνω εκτελεσθέντας), οι οποίοι βέβαια εστερήθηκαν την ζωή των κατά εντελώς άνομον τρόπον ...". Περαιτέρω, αξιοσημείωτο είναι ότι ο αντιστράτηγος Σ1, που ήταν Πρόεδρος της Ανακριτικής Επιτροπής, η οποία παρέπεμψε σε δίκη τους ειρημένους οκτώ κατηγορουμένους, σε αγόρευσή του στη Βουλή των Ελλήνων στις 2-2-1925 δήλωσε, όπως προαναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, και ότι "η Επανάστασις του 1922 υπήρξε μία Επανάστασις Ιδεολόγων, η οποία κατέληξεν εις την σκληράν απόφασιν της θανατικής καταδίκης, ίνα χρησιμεύσει το αίμα εκείνο προς νέα αναδημιουργίαν. Εξ όσων όμως ελέχθησαν διαφαίνεται ότι το αίμα εκείνο έρρευσεν επί ματαίω". Εξάλλου και αναφορικά με τις αποδοθείσες στους κατηγορουμένους κατηγορίες: α) της εκ προθέσεώς τους παράδοσης εις τον εχθρόν αποθηκών πλήρων πολεμοφοδίων, όπλων, πυροβόλων και παντός άλλου πολεμικού υλικού, ανηκόντων εις την Επικράτεια (μέρους της κατηγορίας της εσχάτης προδοσίας που αποδόθηκε σε όλους τους κατηγορουμένους) και β) της εκ προθέσεως του Ε6 παράδοσης προς τον εχθρόν μεγάλων τμημάτων της παρ'αυτού διοικουμένης (ως αρχηγού-διοικητή) της Στρατιάς της Μικράς Ασίας και δια διαφόρων μέσων πρόκλησης της απέναντι του εχθρού φυγής μεγάλων τμημάτων στρατεύματος και παρεμπόδισης της ανασυνάθροισης αυτού (ως φυσικού αυτουργού της πράξης αυτής και των λοιπών επτά συγκατηγορουμένων του ως ηθικών αυτουργών αυτού στην εν λόγω αξιόποινη πράξη) από τα προαναφερόμενα και προσκομισθέντα στο Δικαστήριο αυτό έγγραφα και ειδικότερα από το τμήμα του προμνημονευομένου βιβλίου "Επιχειρήσεις εις Θράκην (1919-1923) του τότε Αρχηγείου Στρατού, προκύπτει ότι η μεταφορά των Μεραρχιών των Α' και Β' Σωμάτων Στρατού, μετά τους υποχωρητικούς αγώνες του Νοτίου Συγκροτήματος Μεραρχιών κατά το 2ο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου 1922, είτε προς τα νησιά του Αιγαίου, Χίο και Λέσβο (αναφέρεται ως Μυτιλήνη) είτε στη Ραιδεστό, έγινε μέσα στα πλαίσια που οι κρατούσες τότε περιστάσεις επέτρεπαν (τα μεταφορικά μέσα που διατίθενταν για τη μεταφορά συγχρόνως και των απερχομένων ακουσίων από την πατρώα γη αμάχων, ο αγώνας τους κατά διαφόρων τακτικών και ατάκτων δυνάμεων του εχθρού και στη συνέχεια η άμεση απόλυση των εφέδρων των κλάσεων 1918 και παλαιοτέρων), χωρίς εντεύθεν να μπορεί να αποδοθεί σε πρόθεση του τότε Αρχηγού της Ελληνικής Στρατιάς της Μικράς Ασίας Ε6 η εγκατάλειψη επί του Μικρασιατικού εδάφους των χρησιμοποιουμένων από τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις πυροβολικού και ποσοτήτων υλικών και εφοδίων με σκοπό να περιέλθουν αυτά στον εχθρό που μεταβλήθηκε από ηττημένο σε νικητή. Ούτε, επίσης, με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν μπορεί να αποδοθεί σ'αυτόν ότι εκ προθέσεως (και όχι συνεπεία τυχόν εσφαλμένων επιλογών του κατά την εκτέλεση των στρατιωτικών του καθηκόντων κατά τον κρίσιμο πιο πάνω χρόνο) προκάλεσε τη φυγή μεγάλων τμημάτων του στρατεύματος που διοικούσε απέναντι του εχθρού και επιπλέον παρεμπόδισε την ανασυνάθροιση αυτού. Συνακόλουθα, αφού δεν τελέσθηκε από το φερόμενο ως αυτουργό η ως άνω εγκληματική πράξη, οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του (μεταξύ των οποίων και ο παππούς του αιτούντος) δεν μπορεί να είναι ηθικοί αυτουργοί της ίδιας εγκληματικής πράξης.
Κατά τη γνώμη, όμως, δύο μελών του Δικαστηρίου τούτου, των Αρεοπαγιτών Νικολάου Ζαΐρη και Κωνσταντίνου Φράγκου-εισηγητή, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη. Τούτο, γιατί, σε σχέση με τους εκτιθέμενους σε αυτή (αίτηση) λόγους, πρέπει να σημειωθούν τα εξής, σε σχέση με όσα στοιχεία ο αιτών επικαλείται και τα οποία κατά τη γνώμη των μειοψηφούντων μελών, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν τη βασιμότητα της αιτήσεως. Ειδικότερα, και σε αναφορά με τους προβαλλόμενους από τον αιτούντα τρεις πρώτους λόγους, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Πράγματι, ο Π1, απέστειλε τις δύο, από Ιανουαρίου 1929 και από 3-2-1929, επιστολές του προς τον Αρχηγό του τότε Λαϊκού κόμματος και Αρχηγό της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως Π2, όπως και προέβη σε σχετικές δηλώσεις ενώπιον του Κοινοβουλίου κατά τις συνεδριάσεις της 31-3-1932 και 1-4-1932. Στις επιστολές και δηλώσεις του αυτές στη Βουλή των Ελλήνων, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, ο Π1 εξέφρασε την προσωπική του γνώμη και κρίση για τις εν λόγω θανατικές καταδίκες, και την εκτέλεση αυτών, για την πράξη της εσχάτης προδοσίας με πρόθεση για την οποία αυτοί καταδικάσθηκαν. Όμως, οι δηλώσεις και οι τοποθετήσεις αυτές του Π1, πέραν από το αναμφισβήτητο γεγονός του αυξημένου κύρους του, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας αποτελούν προσωπικές του κρίσεις και εκτιμήσεις και όχι νέα γεγονότα, ικανά να οδηγήσουν είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με άλλα γεγονότα τα οποία είχαν τεθεί υπό την κρίση του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την ως άνω καταδικαστική απόφαση στην παραδοχή της αιτήσεως. Οι ως άνω δηλώσεις του και συγκεκριμένα ότι ο ίδιος δεν θεωρεί, ότι οι καταδικασθέντες και εκτελεσθέντες ηγέτες και πολιτικοί του αντίπαλοι, λόγω της πολιτικής που ακολουθήθηκε μετά το 1920, διέπραξαν εθνική προδοσία κατά της Χώρας ή ότι εν γνώσει τους οδήγησαν τον τόπο στη Μικρασιατική καταστροφή και ότι στερήθηκαν τη ζωή τους κατά άνομο τρόπο, αυτές έγιναν σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο και μάλιστα μετά 7-10 έτη αργότερα, ενώ είχαν καταλαγιάσει τα πολιτικά πάθη και είχε απομακρυνθεί, χωρίς, όμως, να περιοριστεί ο απόηχος της πρωτοφανούς μεγάλης εθνικής καταστροφής της Μ.Ασίας. Δηλαδή οι τοποθετήσεις του, με τις παραπάνω επιστολές που απηύθυνε προς τον Π2 και αντίστοιχα οι παραπάνω δηλώσεις του στη Βουλή, που επισυνέβησαν μετά πάροδο ικανού χρόνου, σε συνδυασμό με το σύνολο των επιχειρημάτων κατά τη διάρκεια σχετικών διαλόγων στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, χωρίς να προκύπτουν γεγονότα σχετικά είτε με την αποδυνάμωση του κατηγορητηρίου, είτε με την άδικη καταδίκη και το δόλο των εκτελεσθέντων, συνάγεται ότι αυτές συνιστούν αναμφισβήτητα πολιτικές κρίσεις ενός πολιτικού ανδρός και ότι έγιναν στο πνεύμα "κατασιγάσεως των πολιτικών παθών και συμφιλιώσεως του λαού". Δεν πρέπει να παροραθεί το γεγονός ότι για το ζήτημα αυτό, δεν έγιναν κατά το κρίσιμο εκείνο χρονικό διάστημα, είτε από τον ίδιο τον Π1, ή από τους άλλους αρχηγούς των λοιπών κοινοβουλευτικών δυνάμεων, που αναμφισβήτητα γνώριζαν τις λεπτομέρειες των πολιτικών και ιστορικών γεγονότων της δίκης, που ανάγονταν σε γεγονότα της περιόδου εκείνης, ανάλογες δηλώσεις ή αποκαλύψεις ιστορικών γεγονότων τα οποία να ήσαν ικανά να ανατρέψουν την κρίση και την απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου. Άλλωστε, πρόσωπα τα οποία είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική ζωή του τόπου, απέφυγαν να εισαγάγουν σχετική συγκεκριμένη πρόταση τη Βουλή, ούτε λήφθηκε απόφαση ή υποβλήθηκε σχετική πρόταση, ακόμη του ίδιου του Λαϊκού Κόμματος ή μεμονωμένων βουλευτών ή άλλου κόμματος, για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας της Μικρασιατικής καταστροφής και για την ηθική αποκατάσταση της μνήμης των εκτελεσθέντων Πρωθυπουργών και Υπουργών. Η δήλωση στη Βουλή των Ελλήνων, του Αντιστράτηγου Σ1, που έγινε τρία έτη μετά την εκτέλεση της θανατικής ποινής και συγκεκριμένα την 2-2-1925, και ο οποίος είχε χρηματίσει Πρόεδρος της Τριμελούς Επαναστατικής Ανακριτικής Επιτροπής, η οποία και είχε συντάξει το σχετικό πόρισμα και στη συνέχεια παραπέμψει σε δίκη, για την πράξη της εσχάτης προδοσίας, τους κατηγορουμένους πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες, σύμφωνα με την οποία "η επανάσταση του 1922 υπήρξεν μία επανάστασις ιδεολόγων η οποία κατέληξε εις την σκληράν απόφασιν της θανατικής καταδίκης, ίνα χρησιμεύσει το αίμα εκείνο προς νέαν αναδημιουργίαν", κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως νέο γεγονός ή διευκρινιστικό αντίστοιχου γεγονότος το οποίο να είχε τεθεί υπό την κρίση του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, πολύ περισσότερο που με τη δήλωσή του αυτή, δεν αναιρεί το περιεχόμενο του πορίσματος της Επαναστατικής Επιτροπής, όπου αυτός προήδρευε ή ότι ήταν προσχεδιασμένη η καταδίκη και η εκτέλεση των πρωταγωνιστών της Μικρασιατικής καταστροφής. Οι αιτιάσεις ότι οι δικάσαντες δικαστές του στρατοδικείου δεν γνώριζαν την ακριβή έκταση της στρατιωτικής ήττας στη Μικρά Ασία, ούτε το ακριβές μέγεθος και την έκταση της αποδιοργανώσεως και των απωλειών του Ελληνικού Στρατού σε άνδρες, όπλα και πολεμοφόδια και ότι το κατηγορητήριο ήταν αόριστο, ενώ ο στρατός ήταν αξιόμαχος και ετοιμοπόλεμος, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, είναι απορριπτέες, πέραν από το γεγονός, ότι αυτά αφορούν ζητήματα στρατιωτικής φύσεως και ιστορικά πλέον, που δεν αποσαφηνίζονται ούτε προκύπτουν από κάποια προσκομιζόμενα από τον αιτούντα έγγραφα για να συνεκτιμηθούν και επιπλέον, για το λόγο ότι, η έλλειψη τόσον της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όσο και των πρακτικών της δίκης εκείνης, καθιστούν αδύνατο, να συγκριθούν και να αξιολογηθούν τα ζητήματα αυτά, σε σχέση με τα άγνωστα στοιχεία της δικογραφίας (αναγνωσθέντα έγγραφα, καταθέσεις στρατιωτικών μαρτύρων), που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, και βάσει των οποίων κατέληξε στην ως άνω καταδικαστική του κρίση.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη των άνω δύο μειοψηφούντων δικαστών, τα πιο πάνω νέα αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών, μετά από 86 συναπτά έτη, που μεσολάβησαν από τη δίκη εκείνη, συνεκτιμώμενα μόνα τους και σε συνδυασμό μεταξύ τους, δεν είναι ικανά, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, να οδηγήσουν στην παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως. Τούτο, κυρίως, γιατί όχι μόνο δεν υφίσταται η απόφαση και τα πρακτικά της δίκης εκείνης, ώστε συνδυαζόμενα με τα στοιχεία τα οποία επικαλείται ο αιτών, να εκτιμηθούν και να αξιολογηθούν δεόντως, με όσα πραγματικά περιστατικά κατέθεσαν οι μάρτυρες στη δίκη εκείνη και με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που προέκυψαν κατά τη δίκη εκείνη. Πέραν αυτών τα επικαλούμενα από τον αιτούντα, ως νέα γεγονότα, κατά την ίδια γνώμη συνιστούν καθαρά ιστορικά στοιχεία και εν γένει προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις καθώς και διάφορες κρίσεις ιστορικών, στρατιωτικών και πολιτικών εν γένει προσώπων. Οι τοποθετήσεις των προσώπων αυτών εκφράζονται υποκειμενικά, σύμφωνα και με τις πολιτικές και κομματικές τους θέσεις, για ιστορικά πλέον γεγονότα και πρόσωπα, και αναφέρονται σε μία εποχή που συντελέσθηκε η μεγάλη Μκρασιατική καταστροφή των Ελλήνων. Τα επικαλούμενα δε από τον αιτούντα παραπάνω στοιχεία, "ως νέα στοιχεία", δεν μπορούν από μόνα τους να ανατρέψουν και να θέσουν σε αμφισβήτηση την αποδεικτική αξία, των ληφθέντων υπόψη από το δίκασαν Έκτακτο Επαναστατικό Στρατοδικείο, στοιχείων, είναι δε εντελώς αδύνατη η διερεύνηση της αξιοπιστίας και της αντικειμενικότητας των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων, ελλείψει των πρακτικών της δίκης εκείνης. Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, δε μπορεί σήμερα, μετά 86 έτη, να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα, περί του ότι τα στοιχεία αυτά, που όπως προαναφέρθηκε κατά τη γνώμη των μειοψηφούντων μελών, αποτελούν προσωπικές απόψεις και κρίσεις και όχι αυτά καθ' εαυτά γεγονότα, τα οποία σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη, ήσαν γνωστά στους δικαστές που δίκασαν, δεν είναι προδήλως βέβαιο ότι θα κατέληγαν σε διαφορετική κρίση από εκείνη που κατέληξαν. Θα πρέπει, επιπρόσθετα, να σημειωθεί η ιστορικότητα της δίκης εκείνης, που αναμφισβήτητα συγκλόνισε το Έθνος, για τις πρωτοφανείς προεκτάσεις της και τις δυσμενέστατες συνέπειές της, κατά τη διάρκεια της οποίας τους κατηγορούμενους υπερασπίσθηκαν οι παραστάντες επιφανείς συνήγοροι τους.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας δεν καθίσταται φανερό, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 αριθ. 2 ΚΠοινΔ, κατά μέτρο που να εγγίζει την βεβαιότητα, ότι οι καταδικασθέντες ήταν αθώοι και θάπρεπε η κρινόμενη αίτηση, να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Κατ'ακολουθίαν των παραπάνω, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη του Δικαστηρίου, καθίσταται, φανερό, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠοινΔ, που να εγγίζει την βεβαιότητα, ότι ο παππούς του αιτούντος πρώην Πρωθυπουργός Ε1 και οι λοιποί συγκαταδικασθέντες το 1922 με αυτόν στη "Δίκη των 'Εξι", πολιτικοί και στρατιωτικοί άνδρες ήταν αθώοι των ανωτέρω εγκλημάτων εσχάτης προδοσίας της χώρας κλπ, για τα οποία καταδικάσθηκαν αμετάκλητα σε θάνατο και εκτελέστηκαν και θάπρεπε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, κατά πλειοψηφία, ως και κατ'ουσίαν βάσιμη.
'Ομως, ενόψει του ότι η παρούσα απόφαση επί της εν λόγω αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας της δίκης, λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει, η υπόθεση να παραπεμφθεί υποχρεωτικώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ.1 και 2 του Ν. 1756/1988 (όπως αντικαταστάθηκαν η παρ. 1 με το άρθρο 16 παρ.1 του Ν.2331/1993 και η παρ. 2 με το άρθρο 3 παρ. 6 του Ν, 2479/1997) και 3 παρ.3 του Ν.3810/1957, η οποία έχει διατηρηθεί σε ισχύ για τις ποινικές υποθέσεις, στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, την από 20-1-2008 αίτηση του Χ1, για επανάληψη της διαδικασίας της δίκης και ακύρωση της από 15-11-1922 αποφάσεως του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών κατά αποφάσεως του 1922. Ιστορική Δίκη των Έξι. 1. Παραδεκτή η αίτηση επαναλήψεως χωρίς χρονικό περιορισμό και μετά 86 χρόνια. 2. Νομιμοποιείται και έχει έννομο συμφέρον σε υποβολή αιτήσεως, μετά την κατάργηση του άρθρου 450 του ΣΠΚ, με το νέο ΣΠΚ, κυρωθέντα με το ν.2287/1995, που παραπέμπει πλέον στις διατάξεις της κοινής Ποινικής Δικονομίας και ο εγγονός του αμετάκλητα καταδικασθέντος σε θάνατο και εκτελεσθέντος κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ. 1 του ΚΠΔ, διότι η πράξη της εσχάτης προδοσίας που καταδικάστηκε ο παππούς του έχει ηθική μομφή που αντανακλά σήμερα και σε αυτόν. 3. Μπορεί να ασκηθεί η αίτηση επαναλήψεως και μετά το θάνατο του καταδικασμένου ή και έπειτα από την εκτέλεση ή την έκτιση ή παρά την παραγραφή της ποινής που επιβλήθηκε (ΑΠ 197/2008, 137/2004). 4. Νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως 525 ΚΠΔ, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους Δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το Δικαστήριο, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και τα έγγραφα της δικογραφίας. Επίσης απαιτείται οι αποδείξεις να ήταν άγνωστες στον καταδικασθέντα γιατί διαφορετικά θα μπορούσε να τις προσκομίσει. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις ή ένορκες βεβαιώσεις παλαιών μαρτύρων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή/ και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. (ΑΠ 1052/2008). Αντιθέτως, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους Δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή Δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο.(ΑΠ 1011, 856, 197/2008). 5. Κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη του Δικαστηρίου τα νέα συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών, συνεκτιμώμενα μόνα τους και σε συνδυασμό μεταξύ τους, συνιστούν ιστορικά στοιχεία και εν γένει απόψεις και κρίσεις μεν πολιτικών προσώπων, ιστορικών και πολιτικών εν γένει προσώπων, που εκφράζονται όμως με γνώση και εμπειρία για ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα, για μία εποχή που επήλθε η μεγάλη Μικρασιατική καταστροφή των Ελλήνων, οι μεγάλες εθνικές απώλειες εδαφών και ανθρώπων. Οι τοποθετήσεις του Π1 και του Προέδρου της Ανακριτικής Επιτροπής Σ1, προσώπων που πρωταγωνίστησαν και διαδραμάτισαν την εποχή εκείνη ενεργό ρόλο στην πολιτική και στην υπόθεση και δυναμένων να έχουν άποψη για τις συνθήκες, τα αίτια, τους ξένους παράγοντες, τις ευθύνες των τότε κυβερνήσεων και του τότε Βασιλέως της χώρας, ως και για τις προσωπικές ευθύνες των κατηγορηθέντων συγκεκριμένων ως άνω πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών της εποχής εκείνης, για τις μεγάλες εθνικές απώλειες της λεγόμενης Μικρασιατικής καταστροφής, ανεξάρτητα της ελλείψεως του φακέλου της δικογραφίας και των πρακτικών και αντιγράφου της ίδιας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δη των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, των αναγνωσθέντων αποδεικτικών εγγράφων, των δοθεισών απολογιών των κατηγορουμένων, ζήτημα για το οποίο δεν ευθύνεται ο αιτών αλλά η πολιτεία, θεωρούνται νέα στοιχεία, σε σχέση με τα δεδομένα της δίκης και συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα στοιχεία αυτά και οι απόψεις και οι κρίσεις αυτές συνδεόμενες με αληθή γεγονότα, δεν ήσαν γνωστές στους τότε δικάσαντες στρατοδίκες και αν βεβαίως ήταν όλα αυτά, τα νέα στοιχεία, γνωστά σε αυτούς θα κατέληγαν σε αθωωτική απόφαση. 6. Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη δύο μελών του Δικαστηρίου (Ν. Ζαΐρη και Κων. Φράγκου) τα νέα συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών, μετά 86 χρόνια από τη δίκη εκείνη συνεκτιμώμενα μόνα τους και σε συνδυασμό μεταξύ τους, συνιστούν καθαρά ιστορικά στοιχεία και εν γένει απόψεις και κρίσεις πολιτικών προσώπων, ιστορικών, εφημερίδων της εποχής και πολιτικών εν γένει προσώπων, που εκφράζονται υποκειμενικά, σύμφωνα και με τις πολιτικές και κομματικές τους θέσεις, για ιστορικά πλέον γεγονότα και πρόσωπα, για μία εποχή που επήλθε η μεγάλη Μικρασιατική καταστροφή των Ελλήνων, οι μεγάλες εθνικές απώλειες εδαφών και ανθρώπων και οι από την Μικρά Ασία εισροή στην Ελλάδα στρατιών κατατρεγμένων Ελλήνων προσφύγων, επηρεασμένων αναπόφευκτα από τα μεγάλα και τραγικά εκείνα γεγονότα και μη δυναμένων να έχουν αντικειμενική, αλλά υποκειμενική άποψη για τις συνθήκες, τα αίτια, τους ξένους παράγοντες, τις ευθύνες των τότε κυβερνήσεων και του τότε Βασιλέως της χώρας, ως και για τις προσωπικές ευθύνες των κατηγορηθέντων συγκεκριμένων ως άνω πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών της εποχής εκείνης, για τις μεγάλες εθνικές απώλειες της λεγόμενης Μικρασιατικής καταστροφής, ενώ ελλείψει του φακέλου της δικογραφίας και των πρακτικών και αντιγράφου της ίδιας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δη των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, των αναγνωσθέντων αποδεικτικών εγγράφων, των δοθεισών απολογιών των κατηγορουμένων και του αιτιολογικού ενοχής, δεν μπορεί να γίνει μελέτη και σύγκριση των ως πιο πάνω νέων στοιχείων σε σχέση με τα δεδομένα της δίκης και να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι τα στοιχεία αυτά και οι απόψεις και οι κρίσεις αυτές, δεν ήσαν γνωστές στους τότε δικάσαντες στρατοδίκες και αν βεβαίως ήταν όλα αυτά, τα νέα στοιχεία, γνωστά σε αυτούς θα κατέληγαν σε αθωωτική απόφαση. Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια.
|
Ολομέλεια Αρείου Πάγου
|
Επανάληψη διαδικασίας, Ολομέλεια Αρείου Πάγου.
| 0
|
Αριθμός 1535/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2458/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 173/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 298/05.06.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 § § 1+4, 138 § 2β, 528 § 1 σε συνδ. με άρ. 484 και 485 Κ.Π.Δ., την υπ'αρ. 302/07 (εγχειρισθείσα ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων Εφετείου Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως του Χ ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργ. Σκούτα κατά του υπ'αρ. 2458/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα:
Ι) Με την υπ'αριθ. 83041/13-11-2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών ο αναιρεσείων κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών μετατραπείσα προς 4,40 € ημερησίως για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ'εξακολούθηση. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με την υπ'αρ. 9669/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, ως επίσης απερρίφθη και η ασκηθείσα, κατά της εφετειακής αποφάσεως, αναίρεση με την υπ'αρ. 1475/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Κατά της αρχικής εκ των ανωτέρω μνημονευομένων αποφάσεων ήτοι της υπ'αρ. 83041/13-11-2002 του Τριμ. Πλημ/κείου Αθηνών ο άνω καταδικασθείς υπέβαλε την από 10-7-2007 (που κατετέθη την 1-8-07) αίτηση με την οποία ζητούσε την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας και το αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο ήδη, υπ'αριθμ. 2458/2007 βούλευμα απέρριψε την ως άνω αίτηση.
ΙΙ) Κατά του ανωτέρω βουλεύματος ο καταδικασθείς (δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου) άσκησε την 20-12-2007 αναίρεση η οποία είναι εμπρόθεσμη διότι η επίδοση του βουλεύματος στον αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα την 10-12-07 στον δε αναιρεσείοντα την 17-1-08 (αρ. 473 § 1, 474 § 1 Κ.Π.Δ.), είναι δε και παραδεκτή καθ'όσον πρόκειται περί βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 528 § 1 Κ.Π.Δ. σε συνδ. με αρ. 484 και 485, ενώ περιέχει συγκεκριμένους έστω με εσφαλμένο χαρακτηρισμό, λόγους αναιρέσεως (άρ. 474 § 2 Κ.Π.Δ.).
ΙΙΙ) Με τους προβαλλόμενους λόγους υποστηρίζεται ότι υφίσταται υπέρβαση εξουσίας διότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κατά την ερμηνεία των αποδεικτικών στοιχείων και γεγονότων αφού από τα προσκομισθέντα στοιχεία προκύπτει αβίαστα ότι κατά την έκδοση της ερημοκαταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατεδικάσθη (ερήμην) χωρίς να κληθεί νομότυπα, ώστε να προσκομίσει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου διότι ήταν αδύνατον να έχει διαπράξει το αδίκημα αυτό ειδικά το έτος 2000 κατά το οποίο η αστυνομική αρχή τον είχε κατά πόδας μέχρι να στοιχειοθετήσει οπωσδήποτε κατηγορία εναντίον του κατόπιν των όσων εξέθεσε στην αίτησή του και δεν το έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο Εφετών, διευκρινίζει ότι μέχρι και της ημερομηνίας ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως διέμενε και διαμένει στην οδό ... και απορεί πώς δεν του επιδόθηκε η κλήση προκειμένου να εμφανισθεί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κακώς οδηγήθηκε στην απόρριψη της εφέσεώς του ως εκπρόθεσμης αφού δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη της εφέσεώς του. Αναφέρει εκτενώς ότι υφίστατο διαφορά με τους αστυνομικούς του Α.Τ. ... σχηματίσθηκε δικογραφία σε βάρος του, για δωροδικία των αστυνομικών από την οποία αυτός απηλλάγη, κατεμήνυσε τους αστυνομικούς του Α.Τ. ... για ψευδή βεβαίωση κατάχρηση εξουσίας κλπ για τις πλημμεληματικές πράξεις έπαυσε η ποινική δίωξη σε βάρος των αστυνομικών και ότι ένας εξ αυτών παρεπέμφθη μόνο για κατάχρηση εξουσίας με το υπ'αρ. 2182/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Υποστηρίζει επίσης ότι οι αστυνομικοί ενήργησαν σκόπιμα ώστε στο τέλος αφ'ενός να καταδικασθεί τελεσίδικα και να ανακληθεί η άδεια διαμονής του και ότι τα διαβατήρια αλλοδαπών που ευρέθησαν στο κατάστημά του από τους αλλοδαπούς αφ'ενός τα κατείχε προκειμένου να προβεί στην νόμιμη ίδρυση του συλλόγου "Ο ΞΕΝΟΣ" αφ'ετέρου είχε σύμβαση μεταφοράς με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο με εταιρεία τύπου Western Union, πράγμα το οποίο εύκολα αποσιωπήθηκε για να επιτευχθεί ευκολότερα η καταδίκη του, προβάλλοντας έτσι (έστω με εσφαλμένο χαρακτηρισμό) λόγο ελλείψεως αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος.
IV). α) Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει την αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, (η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § ιε Κ.Π.Δ. ιδίου Κώδικα λόγον αναιρέσεως) όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα νέα πραγματικά περιστατικά που ερευνήθηκαν οι νέες αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι αυτά από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως δεν κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε (άρ. 525 § 2 Κ.Π.Δ.). V) Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2α Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν κατ'εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκη και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί ήδη στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΕ σελ. 698, Α.Π. 1612/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ σελ. 597, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 177 επ.). Αντιθέτως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθ'όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 137/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΔ 1070, ΑΠ 557/2002 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ/37, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 233-234).
Οι προβλεπόμενοι από την περ. 3 της παρ. 1 και προβαλλόμενοι λόγοι για δωροληψία και παράβαση καθήκοντος των μετασχόντων του απαγγείλαντος την καταδίκη δικαστηρίου δικαστών που είχαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, για να ληφθεί υπόψη και να θεμελιώσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να είναι αποδεδειγμένοι με αμετάκλητη δικαστική απόφαση (Α.Π. 4/70 Π.Χρ. 1970/126, Θ. Δαλακούρα ενθ. ανωτέρω σελ. 157 επ.). Αν στην περίπτωση του αρ. 525 § 1 αρ. 3 δεν εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση επειδή δεν μπορούσε να εκδικασθεί στην ουσία της η υπόθεση ή επειδή υπήρχαν λόγοι που ανέστειλαν την ποινική δίωξη, τηρείται η διαδικασία των επομένων παραγράφων (3-5).
Εξάλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγο του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορο του που παρέστη στην συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα την διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ του έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην ως άνω διάταξη προσώπων και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (Μπουροπούλου Ερμ. ΚΠΔ τομ. Β σελ. 318). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 § 2 του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 428/1993 σε συμβ. Π.Χρ. ΜΓ σελ. 266 ΑΠ 117/1982 σε συμβ. Π.Χρ. ΛΒ/799 Θ. Δαλακούρα "επανάληψη δ/σίας" σελ. 337, Μπουρ. Ερμ. Κ.Π.Δ. τόμ. Β σελ. 138, Ζησιάδη Ποιν. Δικον. Τομ. 5 σελ. 384).
Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 Κ.Π.Δ. η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο την βασιμότητα της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 του ίδιου Κώδικα Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί.
Τέλος, κατά το άρθρο 528 § 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αιτήσεως. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που κατεδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 § 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν είναι όσες ερευνήθηκαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικάσαντες δικαστές και απορρίφθηκαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό δικαστικής κρίσεως. Λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δεν θεμελιώνουν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου, όπως η μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η μη απάντηση σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η απόρριψη αιτημάτων του για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων (Συμβ. ΑΠ 964/2006 Ποιν. Δικ/σύνη σελ. 1347).
Σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 528 § 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ. κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και στον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485 Κ.Π.Δ. Λόγω του είδους της προσβαλλομένης αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών ως μη καταδικαστικής, ως λόγοι αναιρέσεως μπορούν να προβληθούν οι αναφερόμενοι αποκλειστικά εις το αρ. 484 Κ.Π.Δ. ιδίως οι λόγοι ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας (ΑΠ 706/2005 Ποιν. Λόγος 2005/632, ΑΠ 1448/02 Π.Χρ. 2003/720) υπερβάσεως εξουσίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας υπό την μορφή της εκ πλαγίου παραβάσεως (Θ. Δαλακούρα Επανάληψη της διαδικασίας σελ. 367-370).
VI) Το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις διευκρινίσεις που έδωσε ο αιτών δια των συνηγόρων του κατά την εμφάνισή τους ενώπιον του εν λόγω Συμβουλίου αλλά και το κατατεθέν στις 8-10-2007 υπόμνημα του αιτούντος μετά των σχετικών εγγράφων, απέρριψε την αίτηση του καταδικασθέντος για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας εφ'ης εξεδόθη η υπ'αρ. 83041/13-11-02 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, δεχθέν ότι: Με την υπ' αριθμό 83041/13-11-2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση. Κατά της καταδικαστικής αυτής απόφασης ο αιτών άσκησε έφεση, που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με την 9669/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Επίσης απορρίφθηκε και η κατά της εφετειακής αυτής απόφασης ασκηθείσα από τον αιτούντα αναίρεση με την 1475/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα με την άνω αμετάκλητη, πλέον, απόφαση (83041/2002), ο αιτών καταδικάστηκε επειδή στην ... κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα του έτους 1997 έως τις 10-11-2000 με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο συγκατηγορούμενό του ΑΑ, κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση της διαπραχθείσας απ' αυτόν άδικης πράξης της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα, ο άνω ΑΑ παρέστησε ψευδώς σε άγνωστο αριθμό αλλοδαπών, τα στοιχεία των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστούν, μεταξύ των οποίων και οι ΒΒ και ΓΓ, ότι είναι αστυνομικός με γνωριμίες και προσβάσεις σε πολιτικά πρόσωπα στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και στο Τμήμα Αλλοδαπών της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης ... και ότι έχει τη δυνατότητα μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα έναντι αμοιβής να τους εξασφαλίσει άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, επιπλέον δε τους ζητούσε και διάφορα έγγραφα, ώστε να είναι δυνατή η νομιμοποίηση τους (διαβατήρια, ένσημα ΙΚΑ, πιστοποιητικά κλπ). Οι παθόντες αλλοδαποί, που είχαν εισέλθει παράνομα στη χώρα, αφού πείσθηκαν στις ψευδείς παραστάσεις του άνω ΑΑ, του κατέβαλαν τμηματικά το ποσό των 400.000 με 500.000 δραχμών έκαστος, οι δε ΒΒ και ΓΓ το ποσό των 397.000 και 400.000 δραχμών αντίστοιχα, κατά το οποίο ζημιώθηκε η περιουσία τους με αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια του ΑΑ, η οποία και υπερέβη συνολικά τα 10.000.000 δραχμές, δεδομένου ότι αυτός δεν ήταν αστυνομικός, αλλά δάσκαλος, και δεν είχε καμία δυνατότητα ή πρόσβαση στις αρμόδιες υπηρεσίες, ώστε να επηρεάσει την εξέλιξη της διαδικασίας εκδόσεως άδειας παραμονής σε αλλοδαπούς. Ο δε αιτών καταδικάστηκε, ειδικότερα, γιατί γνώριζε στους αλλοδαπούς παθόντες, τους οποίους ο ίδιος εντόπιζε ευκολότερα λόγω του ότι ήταν και αυτός μετανάστης, τον πιο πάνω συγκατηγορούμενό του, τονίζοντας τη δήθεν ικανότητα του τελευταίου στη βέβαιη και άμεση έκδοση άδειας παραμονής, και συγκέντρωνε από αυτούς τα έγγραφα, που δήθεν απαιτούνταν για την έκδοση της πολυπόθητης άδειας (διαβατήρια, αιτήσεις και διάφορα δικαιολογητικά, πιστοποιητικά γάμου, ληξιαρχικές πράξεις γέννησης), τα οποία και παράδιδε στον άνω συγκατηγορούμενό του. Ο αιτών ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο, που τον κήρυξε ένοχο για την πιο πάνω πράξη, θα κατέληγε σε απαλλακτική γι' αυτόν απόφαση, αν γνώριζε πως, μολονότι σε προγενέστερο χρόνο (19-2-2000) -κατά τον οποίο συνελήφθη από αστυνομικούς του Α.Τ. ... για κλοπή και απόπειρα δωροδοκίας (πράξεις για τις οποίες στη συνέχεια αθωώθηκε)- βρέθηκαν στο χώρο του καταστήματος του φωτοτυπίες διαβατηρίων, εντούτοις το Τμήμα Αλλοδαπών ... σχημάτισε σε βάρος του δικογραφία για την πράξη, που καταδικάστηκε, το Νοέμβριο του 2000, και τούτο επειδή προηγουμένως είχε δώσει (ο αιτών) την από 24-2-2000 ένορκη κατάθεση του (αναφορά), βάσει της οποίας διενεργήθηκε ΕΔΕ από τη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛΑΣ σε βάρος των αστυνομικών του άνω Α.Τ. ... και της Άμεσης Δράσης ..., ήτοι κατά των ΔΔ, ΕΕ, ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των ιδίων για τις πράξεις της κατάχρησης εξουσίας, ψευδούς βεβαίωσης, ψευδούς αναφοράς στην Αρχή, παράβασης καθήκοντος, ψευδορκίας μάρτυρα, ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, επικίνδυνης σωματικής βλάβης, εξύβρισης, απειλής, κλοπής, πλαστογραφίας μετά χρήσεως, παράνομης κατακράτησης, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Ότι από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τις απολογίες των κατηγορουμένων αστυνομικών, που περιέχονται στη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος των τελευταίων, αλλά και στη σχηματισθείσα σε βάρος του (αιτούντος) δικογραφία για τα άνω αδικήματα της κλοπής και της απόπειρας δωροδοκίας, τα οποία συνιστούν νέα στοιχεία, το Δικαστήριο θα καταλήξει στην αθώωση του. Όμως, σύμφωνα με το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του Τμήματος Αλλοδαπών της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών ..., με θέμα "αποστολή συνοδείας των άνω κατηγορουμένων ΑΑ, αιτούντος κλπ, μετά της κατ' αυτών σχηματισθείσας δικογραφίας" -έγγραφο που φέρεται αναγνωστέο με αριθμό 1 στην άνω καταδικαστική απόφαση- κατά τις έρευνες που διενεργήθηκαν στις 11-11-2000 στο κατάστημα και στην οικία του αιτούντος βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, έντεκα φωτοαντίγραφα διαβατηρίων τρίτων προσώπων, τέσσερα φαξ διαβατηρίων τρίτων προσώπων, ένα φωτοαντίγραφο της υπ'αριθ ... βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών για έκδοση δελτίου ταυτότητας, ένα φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμό ... ΑΔΤ, ένα φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμό ... ΑΔΤ και ένα φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμό ... ελληνικού διαβατηρίου στο όνομα ... . Επίσης, κατά το ίδιο έγγραφο, στην έρευνα, που διενεργήθηκε στην οικία του συγκατηγορουμένου του άνω ΑΑ, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τέσσερα φωτοαντίγραφα των υπ' αριθμό ..., ..., ... και ... ΑΔΤ τρίτων προσώπων, τέσσερα φωτοαντίγραφα των υπ' αριθμό ..., ..., ... και ... διαβατηρίων TDV, ανήκοντα σε τρίτα άτομα, τέσσερα φωτοαντίγραφα υπ' αριθμό ..., ..., ... και ... διαβατηρίων τρίτων προσώπων μαζί με φωτοαντίγραφο άδειας παραμονής αλλοδαπών εκδοθείσα από Τ.Α. ... στο όνομα ..., φωτοαντίγραφο υπ' αριθμό ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γάμου και αίτηση στο όνομα της, τρία φωτοαντίγραφα υπ' αριθμό ..., ... βεβαιώσεων πράσινης κάρτας, ένα πρωτότυπο υπ' αριθμό ... βεβαιώσεων πράσινης κάρτας, ένα πρωτότυπο υπ' αριθμό ...βεβαίωσης τύπου Α' εκ πρωτοτύπου πιστοποιητικού στο όνομα ..., ένα πρωτότυπο της από 12-10-1989 ληξιαρχικής πράξης γέννησης, τρία έγγραφα χειρόγραφα αντίστοιχα με ημερομηνίες 12-4-2000, 28-8-2000 και 28-8-2000 του ΑΑ και το υπ' αριθμό ... πολωνικό διαβατήριο σχετικές εκθέσεις έρευνας και κατάσχεσης υπήρξαν αναγνωστέες κατά την καταδικαστική απόφαση).
Συνεπώς, τα πιο πάνω έγγραφα, που αποτέλεσαν αποδεικτικά στοιχεία της προκειμένης ποινικής δικογραφίας (επί της οποίας η καταδικαστική απόφαση), βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο κατάστημα και στην οικία του αιτούντος το Νοέμβριο του 2000, και όχι, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος, στις 19-2-2000. Περαιτέρω, η ένορκη διοικητική εξέταση, που διενεργήθηκε, και η δικογραφία, που σχηματίστηκε, κατόπιν της άνω από 24-2-2000 ένορκης κατάθεσης του αιτούντος, σε βάρος των προαναφερομένων αστυνομικών, αφορά παραβάσεις αυτών σε σχέση με τη σύλληψη του αιτούντος για τις προγενέστερες πράξεις της κλοπής και της απόπειρας δωροδοκίας, για τις οποίες αθωώθηκε με την 57676/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και που, φερόμενες ως τελεσθείσες απ' αυτόν στις 20-2-2000, είναι άσχετες με την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση, για την οποία ο αιτών έχει καταδικαστεί. Εξάλλου, με το 2182/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/δικών Αθηνών και το 3410/2006 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου έπαυσε, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη σε βάρος των αστυνομικών για τα αποδιδόμενα σ' αυτούς άνω πλημμελήματα, και δεν έγινε κατηγορία κατά των αστυνομικών ΕΕ και ΔΔ για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, πράξεις, που φέρονται ότι τελέστηκαν στις 19, 20 και 21/2-2000. Μετά δε την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης, ο αιτών κατέθεσε στις 4-9-2007 μήνυση κατά των ιδίων και πάλι αστυνομικών του Α.Τ., αλλά και εκείνων της Διεύθυνσης Αλλοδαπών ..., των μαρτύρων που εξετάστηκαν προανακριτικά για την προκειμένη δικογραφία, αλλά και των δικαστικών επιμελητών δικαστηρίων και κάθε άλλου αναμεμειγμένου στην υπόθεση αυτή, ισχυριζόμενος τα πιο πάνω και ότι ουδέποτε κλητεύθηκε νομότυπα στη γνωστή διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ... και της επαγγελματικής δραστηριότητας του στην οδό ..., ..., με συνέπεια να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο, που τον καταδίκασε. Κατόπιν τούτων και με βάση την προηγηθείσα νομική σκέψη, τα στοιχεία αυτά, ακόμη και αν θεωρηθούν νέες αποδείξεις (σε κάθε περίπτωση η επικαλούμενη μη νομότυπη κλήτευση του κατηγορουμένου, όπως προειπώθηκε, δεν αποτελεί λόγο επανάληψης της διαδικασίας), εκτιμώμενα είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, που καταδίκασε τον αιτούντα, δεν κάνουν φανερό -όπως απαιτεί ο νόμος- ότι ο καταδικασμένος αιτών είναι αθώος της πιο πάνω πράξης. Τα στοιχεία αυτά δεν εγγίζουν τη βεβαιότητα για την αθωότητα του αιτούντος. Η δε απλή πιθανότητα - ενόψει και της άνω αθωωτικής απόφασης - ότι ο καταδικασθείς αιτών είναι αθώος, δεν αρκεί, κατά τα προεκτεθέντα, για την επανάληψη της διαδικασίας. Σημειώνεται, τέλος, ότι η ένδικη αίτηση υποβάλλεται μετά την απόρριψη προηγουμένης, που είχε ως λόγο επανάληψης της διαδικασίας την ύπαρξη της 1607/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διέταξε την εγγραφή στο βιβλίο σωματείων του υπό σύσταση σωματείου με επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ - Ο ΞΕΝΟΣ" και έδρα την προαναφερομένη οδό ..., ..., γεγονός που -κατά τα ισχυριζόμενα σ' εκείνη την αίτηση από τον αιτούντα- δικαιολογεί την εύρεση των διαβατηρίων στο χώρο της επαγγελματικής του δραστηριότητας (βλ.το 1157/2007 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου, κατά το σκεπτικό του οποίου το Δικαστήριο, που καταδίκασε τον αιτούντα, γνώριζε ότι ο τελευταίος μεριμνούσε για τη σύσταση του σωματείου αυτού).
VII). Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αρ. 93 § 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. διότι αναφέρονται σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά που ερευνήθηκαν οι αποδείξεις από τα οποία προκύπτει σαφώς ότι δεν υφίστανται νέα περιστατικά ή νέες αποδείξεις που να θεμελιώνουν το παραδεκτό της απορριφθείσας αιτήσεως επίσης αναφέρονται οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι αυτά από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως δεν καθιστούν φανερό ότι ο αναιρεσείων ήταν αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Ο λόγος υπερβάσεως εξουσίας που επικαλείται ο αναιρεσείων (σελ. 23) ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών υπερέβη την εξουσία του απορρίπτοντας την αίτησή του είναι αβάσιμος κατά τον νόμο διότι στην ουσία αφορά την επικαλουμένη μη ορθή κλήτευση η οποία όμως ελέγχθηκε και απερρίφθη η αναίρεση που αυτός άσκησε με την υπ'αρ. 1475/06 απόφαση του Αρείου Πάγου, εξάλλου δεν έχει βεβαιωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση πλαστότητα των αποδεικτικών επιδόσεως ή ψευδούς βεβαιώσεως εκ μέρους του επιδόσαντος υπαλλήλου.
Ο αιτών έχει βεβαίως την δυνατότητα υποβολής νέας αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας εφ'όσον θα προβληθεί διάφορος λόγος ή ο ίδιος που απερρίφθη στηριζόμενος όμως σε νέα αποδεικτικά στοιχεία (Συμβ. Α.Π. 1024/2007 Π.Δ/σύνη 2007/1475).
Κατά ακολουθία των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει ν'απορριφθεί και επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα.
VIII) Για τους λόγους αυτούς Προτείνω
Α) Να απορριφθεί η υπ'αρ. 302/07 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ... ή ... αρ. ... κατά του υπ'αριθμ. 2458/07 βουλεύματος (αποφάσεως) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αρ. 83041/2002 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Β) Να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 20 Μαΐου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ρούσσος Εμμανουήλ Παπαδάκης"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρον 525 Κ.Π.Δ. διατάσσεται η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας δια τους εις αυτό αναφερομένους περιοριστικώς λόγους" με "αίτηση η οποία πρέπει να περιέχει τους λόγους ... και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν και υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση" "κατ'άρθρο 527 § 3 ιδίου Κώδικος, κατά δε το άρθρο 528 § 1 Κ.Π.Δ. "Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης" είναι κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527 το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα" και το τελευταίο εδάφιο της παρ. αυτής "κατά της απόφασης του συμβουλίου των εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και στον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485". Εντεύθεν και η κρινομένη από 20/12/2007 αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ'αριθμ. 2458/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίον απέρριψε την από 10/7/2007 αίτηση του νυν αναιρεσείοντος περί επαναλήψεως της διαδικασίας, παραδεκτώς και εμπροθέσμως ασκηθείσα (η έκδοση του βουλεύματος έλαβε χώραν την 30/11/2007 και επεδόθη εις μεν τον αντίκλητο δικηγόρο την 10/12/2007, εις δε τον αναιρεσείοντα την 17/1/2008), είναι νόμιμη περιέχουσα συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν.
Κατά το άρθρο 525 § 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου, για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν (υπ'αριθμ. 2) "ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα -άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν- γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Σκοπός της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής τους ουσιαστικής αληθείας στη συγκεκριμένη περίπτωση και αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών - αθωώσεων). Ούτως ο θεσμός της επαναλήψεως της διαδικασίας φέρει εξαιρετικό χαρακτήρα και διέπεται από συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις, διότι έρχεται σε σύγκρουση με το θεσμό του δεδικασμένου κτλ. και επιδιώκει την επανόρθωση των δικαστικών πλημμελειών με σκοπό την ορθότερη ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Εντεύθεν και 1) η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, αφού η σχετική αίτηση στρέφεται κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, ήτοι αυτής που απέκτησε την ισχύ δεδικασμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει με τα ένδικα μέσα 2) η υποβολή της σχετικής αιτήσεως δεν υπόκειται σε προθεσμία και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε 3) οι όροι "γεγονότα" ή "αποδείξεις" είναι ταυτόσημοι 4) χωρεί επί αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου (και στρατιωτικού), εφ'όσον υπό της αποφάσεως εχαρακτηρίσθη το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα 5) η επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται μόνον επί αμετακλήτου αποφάσεως και οι περιπτώσεις, καθ'ως χωρεί η επανάληψη της διαδικασίας ορίζονται περιοριστικώς υπό του άνω άρθρου 525 εν όψει του εξαιρετικού χαρακτήρος της διαδικασίας αυτής, η οποία αποτελεί το έσχατο μέσο, με το οποίο επιδιώκεται να επιτευχθεί ο άνω σκοπός. Περαιτέρω νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως (525 § 1 αριθμ. 2) θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, δεν υπεβλήθησαν στη κρίση των δικαστών που εδίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπ'όψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ηρευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν, ως και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό. Και τούτο διότι, εφ'όσον με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν δημιουργείται στάδιο ελέγχου της δικαστικής κρίσεως, όπως αυτή διεμορφώθη στην οικεία δικαστική απόφαση, ύστερα από βάσανο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, επιδιώκεται με αυτή η διεξαγωγή μιας νέας δίκης με βάση νέα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν υπόψη τους οι δικασταί που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση και από τα οποία αποδεικνύεται η αναλήθεια της πραγματικής βάσεως επί της οποίας εστηρίχθη η δικαστική κρίση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου 7 της συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, η οποία κυρώθηκε με το ν. 1705/1987 (ΦΕΚ 89), "1. Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου κράτους, για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση, σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους αυτού. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εμποδίζουν την επανάληψη της διαδικασίας σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους, για το οποίο πρόκειται, εάν υπάρχουν αποδείξεις νέων ή μεταγενέστερων της απόφασης γεγονότων, ή υπήρξε θεμελιώδες σφάλμα της προηγούμενης διαδικασίας, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της υπόθεσης". Οι διατάξεις αυτές του άρθρου 4 του ανωτέρω Πρωτοκόλλου, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή τους, αποσκοπούν στην κατοχύρωση του δικαιώματος του καταδικασθέντος με αμετάκλητη δικαστική απόφαση να ζητήσει την επανάληψη της διαδικασίας, σύμφωνα, όμως, "με το νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους". Η παραπομπή αυτή στο εσωτερικό δίκαιο γίνεται για να κριθεί από αυτό, αν ο προβαλλόμενος από τον αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας λόγος περιλαμβάνεται μεταξύ των περιπτώσεων, για τις οποίες επιτρέπεται, κατά το δίκαιο αυτό, η επανάληψη της διαδικασίας, διαφορετικά η παραπομπή αυτή δεν θα είχε έννοια, γιατί η αξιούμενη από την ανωτέρω διάταξη (του άρθρου 4 παρ. 2) προϋπόθεση επαναλήψεως της διαδικασίας, δηλαδή η ύπαρξη "θεμελιώδους σφάλματος" της προηγούμενης διαδικασίας, είναι γενική και απροσδιόριστη, με αποτέλεσμα να μπορεί να υπαχθεί στην έννοια αυτού και κάθε λόγος εφέσεως ή αναιρέσεως, οπότε στην περίπτωση αυτή θα ανετρέπετο το ποινικό δικονομικό σύστημα του κράτους. Τέτοια όμως πρόθεση δεν είχαν. Επομένως, με το άρθρο 4 παρ. 2 του ανωτέρω πρωτοκόλλου 7 δεν τροποποιείται το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ δια της θεσπίσεως νέων, πέραν των περιοριστικώς αναφερόμενων σ'αυτό, περιπτώσεων επαναλήψεως της διαδικασίας (ολ. ΑΠ 66/1991). Τέλος από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας δύναται να υποβληθεί και μετά την απόρριψη προγενεστέρας αιτήσεως, εφ' όσον προβάλλεται διάφορος λόγος η ο ίδιος ο οποίος απερρίφθη, εφ' όσον αυτός στηρίζεται σε νέα αποδεικτικά στοιχεία (διότι άλλως η αίτηση είναι απαράδεκτη κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 476 § 1 και 57 Κ.Π.Δ.).
Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τούτο, από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις διευκρινίσεις που έδωσε ο αναιρεσείων - αιτών δια των συνηγόρων του κατά την εμφάνισή τους ενώπιον του εν λόγω Συμβουλίου, αλλά και το κατατεθέν την 8/10/2007 υπόμνημα αυτού (αιτούντος) μετά των σχετικών εγγράφων, απέρριψε την αίτηση του καταδικασθέντος αυτού για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την υπ'αριθμ. 83041/2002 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, δεχθέν τα εξής: "Με την υπ' αριθμό 83041/13-11-2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση. Κατά της καταδικαστικής αυτής απόφασης ο αιτών άσκησε έφεση, που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με την 9669/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Επίσης απορρίφθηκε και η κατά της εφετειακής αυτής απόφασης ασκηθείσα από τον αιτούντα αναίρεση με την 1475/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα με την άνω αμετάκλητη, πλέον, απόφαση (83041/2002), ο αιτών καταδικάστηκε επειδή στην ... κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα του έτους 1997 έως τις 10-11-2000 με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο συγκατηγορούμενό του ΑΑ, κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση της διαπραχθείσας απ' αυτόν άδικης πράξης της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα, ο άνω ΑΑ παρέστησε ψευδώς σε άγνωστο αριθμό αλλοδαπών, τα στοιχεία των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστούν, μεταξύ των οποίων και οι ΒΒ και ΓΓ, ότι είναι αστυνομικός με γνωριμίες και προσβάσεις σε πολιτικά πρόσωπα στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και στο Τμήμα Αλλοδαπών της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης ... και ότι έχει τη δυνατότητα μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα έναντι αμοιβής να τους εξασφαλίσει άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, επιπλέον δε τους ζητούσε και διάφορα έγγραφα, ώστε να είναι δυνατή η νομιμοποίηση τους (διαβατήρια, ένσημα ΙΚΑ, πιστοποιητικά κλπ). Οι παθόντες αλλοδαποί, που είχαν εισέλθει παράνομα στη χώρα, αφού πείσθηκαν στις ψευδείς παραστάσεις του άνω ΑΑ, του κατέβαλαν τμηματικά το ποσό των 400.000 με 500.000 δραχμών έκαστος, οι δε ΒΒ και ΓΓ το ποσό των 397.000 και 400.000 δραχμών αντίστοιχα, κατά το οποίο ζημιώθηκε η περιουσία τους με αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια του ΑΑ, η οποία και υπερέβη συνολικά τα 10.000.000 δραχμές, δεδομένου ότι αυτός δεν ήταν αστυνομικός, αλλά δάσκαλος, και δεν είχε καμία δυνατότητα ή πρόσβαση στις αρμόδιες υπηρεσίες, ώστε να επηρεάσει την εξέλιξη της διαδικασίας εκδόσεως άδειας παραμονής σε αλλοδαπούς. Ο δε αιτών καταδικάστηκε, ειδικότερα, γιατί γνώριζε στους αλλοδαπούς παθόντες, τους οποίους ο ίδιος εντόπιζε ευκολότερα λόγω του ότι ήταν και αυτός μετανάστης, τον πιο πάνω συγκατηγορούμενό του, τονίζοντας τη δήθεν ικανότητα του τελευταίου στη βέβαιη και άμεση έκδοση άδειας παραμονής, και συγκέντρωνε από αυτούς τα έγγραφα, που δήθεν απαιτούνταν για την έκδοση της πολυπόθητης άδειας (διαβατήρια, αιτήσεις και διάφορα δικαιολογητικά, πιστοποιητικά γάμου, ληξιαρχικές πράξεις γέννησης), τα οποία και παράδιδε στον άνω συγκατηγορούμενό του. Ο αιτών ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο, που τον κήρυξε ένοχο για την πιο πάνω πράξη, θα κατέληγε σε απαλλακτική γι' αυτόν απόφαση, αν γνώριζε πως, μολονότι σε προγενέστερο χρόνο (19-2-2000) -κατά τον οποίο συνελήφθη από αστυνομικούς του Α.Τ. ... για κλοπή και απόπειρα δωροδοκίας (πράξεις για τις οποίες στη συνέχεια αθωώθηκε)- βρέθηκαν στο χώρο του καταστήματος του φωτοτυπίες διαβατηρίων, εντούτοις το Τμήμα Αλλοδαπών ... σχημάτισε σε βάρος του δικογραφία για την πράξη, που καταδικάστηκε, το Νοέμβριο του 2000, και τούτο επειδή προηγουμένως είχε δώσει (ο αιτών) την από 24-2-2000 ένορκη κατάθεση του (αναφορά), βάσει της οποίας διενεργήθηκε ΕΔΕ από τη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛΑΣ σε βάρος των αστυνομικών του άνω Α.Τ. ... και της Άμεσης Δράσης ..., ήτοι κατά των ΔΔ, ΕΕ, ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των ιδίων για τις πράξεις της κατάχρησης εξουσίας, ψευδούς βεβαίωσης, ψευδούς αναφοράς στην Αρχή, παράβασης καθήκοντος, ψευδορκίας μάρτυρα, ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, επικίνδυνης σωματικής βλάβης, εξύβρισης, απειλής, κλοπής, πλαστογραφίας μετά χρήσεως, παράνομης κατακράτησης, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Ότι από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τις απολογίες των κατηγορουμένων αστυνομικών, που περιέχονται στη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος των τελευταίων, αλλά και στη σχηματισθείσα σε βάρος του (αιτούντος) δικογραφία για τα άνω αδικήματα της κλοπής και της απόπειρας δωροδοκίας, τα οποία συνιστούν νέα στοιχεία, το Δικαστήριο θα καταλήξει στην αθώωση του. Όμως, σύμφωνα με το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του Τμήματος Αλλοδαπών της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών ..., με θέμα "αποστολή συνοδείας των άνω κατηγορουμένων ΑΑ, αιτούντος κλπ, μετά της κατ' αυτών σχηματισθείσας δικογραφίας" -έγγραφο που φέρεται αναγνωστέο με αριθμό 1 στην άνω καταδικαστική απόφαση- κατά τις έρευνες που διενεργήθηκαν στις 11-11-2000 στο κατάστημα και στην οικία του αιτούντος βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, έντεκα φωτοαντίγραφα διαβατηρίων τρίτων προσώπων, τέσσερα φαξ διαβατηρίων τρίτων προσώπων, ένα φωτοαντίγραφο της υπ'αριθ ... βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών για έκδοση δελτίου ταυτότητας, ένα φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμό ... ΑΔΤ, ένα φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμό ... ΑΔΤ και ένα φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμό ... ελληνικού διαβατηρίου στο όνομα ... . Επίσης, κατά το ίδιο έγγραφο, στην έρευνα, που διενεργήθηκε στην οικία του συγκατηγορουμένου του άνω ΑΑ, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τέσσερα φωτοαντίγραφα των υπ' αριθμό ..., ..., ... και ... ΑΔΤ τρίτων προσώπων, τέσσερα φωτοαντίγραφα των υπ' αριθμό ..., ..., ... και ... διαβατηρίων TDV, ανήκοντα σε τρίτα άτομα, τέσσερα φωτοαντίγραφα υπ' αριθμό ..., ..., ... και ... διαβατηρίων τρίτων προσώπων μαζί με φωτοαντίγραφο άδειας παραμονής αλλοδαπών εκδοθείσα από Τ.Α. ... στο όνομα ..., φωτοαντίγραφο υπ' αριθμό ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γάμου και αίτηση στο όνομα της, τρία φωτοαντίγραφα υπ' αριθμό ..., ... βεβαιώσεων πράσινης κάρτας, ένα πρωτότυπο υπ' αριθμό ... βεβαιώσεων πράσινης κάρτας, ένα πρωτότυπο υπ' αριθμό ... βεβαίωσης τύπου Α' εκ πρωτοτύπου πιστοποιητικού στο όνομα ..., ένα πρωτότυπο της από 12-10-1989 ληξιαρχικής πράξης γέννησης, τρία έγγραφα χειρόγραφα αντίστοιχα με ημερομηνίες 12-4-2000, 28-8-2000 και 28-8-2000 του ΑΑ και το υπ' αριθμό ... πολωνικό διαβατήριο (σχετικές εκθέσεις έρευνας και κατάσχεσης υπήρξαν αναγνωστέες κατά την καταδικαστική απόφαση).
Συνεπώς, τα πιο πάνω έγγραφα, που αποτέλεσαν αποδεικτικά στοιχεία της προκειμένης ποινικής δικογραφίας (επί της οποίας η καταδικαστική απόφαση), βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο κατάστημα και στην οικία του αιτούντος το Νοέμβριο του 2000, και όχι, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος, στις 19-2-2000. Περαιτέρω, η ένορκη διοικητική εξέταση, που διενεργήθηκε, και η δικογραφία, που σχηματίστηκε, κατόπιν της άνω από 24-2-2000 ένορκης κατάθεσης του αιτούντος, σε βάρος των προαναφερομένων αστυνομικών, αφορά παραβάσεις αυτών σε σχέση με τη σύλληψη του αιτούντος για τις προγενέστερες πράξεις της κλοπής και της απόπειρας δωροδοκίας, για τις οποίες αθωώθηκε με την 57676/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και που, φερόμενες ως τελεσθείσες απ' αυτόν στις 20-2-2000, είναι άσχετες με την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση, για την οποία ο αιτών έχει καταδικαστεί. Εξάλλου, με το 2182/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/δικών Αθηνών και το 3410/2006 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου έπαυσε, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη σε βάρος των αστυνομικών για τα αποδιδόμενα σ' αυτούς άνω πλημμελήματα, και δεν έγινε κατηγορία κατά των αστυνομικών ΕΕ και ΔΔ για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, πράξεις, που φέρονται ότι τελέστηκαν στις 19, 20 και 21/2-2000. Μετά δε την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης, ο αιτών κατέθεσε στις 4-9-2007 μήνυση κατά των ιδίων και πάλι αστυνομικών του Α.Τ., αλλά και εκείνων της Διεύθυνσης Αλλοδαπών ..., των μαρτύρων που εξετάστηκαν προανακριτικά για την προκειμένη δικογραφία, αλλά και των δικαστικών επιμελητών δικαστηρίων και κάθε άλλου αναμεμειγμένου στην υπόθεση αυτή, ισχυριζόμενος τα πιο πάνω και ότι ουδέποτε κλητεύθηκε νομότυπα στη γνωστή διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ... και της επαγγελματικής δραστηριότητας του στην οδό ..., ..., με συνέπεια να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο, που τον καταδίκασε. Κατόπιν τούτων και με βάση την προηγηθείσα νομική σκέψη, τα στοιχεία αυτά, ακόμη και αν θεωρηθούν νέες αποδείξεις (σε κάθε περίπτωση η επικαλούμενη μη νομότυπη κλήτευση του κατηγορουμένου, όπως προειπώθηκε, δεν αποτελεί λόγο επανάληψης της διαδικασίας), εκτιμώμενα είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, που καταδίκασε τον αιτούντα, δεν κάνουν φανερό -όπως απαιτεί ο νόμος- ότι ο καταδικασμένος αιτών είναι αθώος της πιο πάνω πράξης. Τα στοιχεία αυτά δεν εγγίζουν τη βεβαιότητα για την αθωότητα του αιτούντος. Η δε απλή πιθανότητα - ενόψει και της άνω αθωωτικής απόφασης - ότι ο καταδικασθείς αιτών είναι αθώος, δεν αρκεί, κατά τα προεκτεθέντα, για την επανάληψη της διαδικασίας. Σημειώνεται, τέλος, ότι η ένδικη αίτηση υποβάλλεται μετά την απόρριψη προηγουμένης, που είχε ως λόγο επανάληψης της διαδικασίας την ύπαρξη της 1607/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διέταξε την εγγραφή στο βιβλίο σωματείων του υπό σύσταση σωματείου με επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ - Ο ΞΕΝΟΣ" και έδρα την προαναφερομένη οδό ..., ..., γεγονός που -κατά τα ισχυριζόμενα σ' εκείνη την αίτηση από τον αιτούντα- δικαιολογεί την εύρεση των διαβατηρίων στο χώρο της επαγγελματικής του δραστηριότητας (βλ.το 1157/2007 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου, κατά το σκεπτικό του οποίου το Δικαστήριο, που καταδίκασε τον αιτούντα, γνώριζε ότι ο τελευταίος μεριμνούσε για τη σύσταση του σωματείου αυτού)". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αρ. 93 § 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. διότι αναφέρονται σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά που ηρευνήθησαν, οι αποδείξεις από τα οποία προκύπτει σαφώς ότι δεν υφίστανται νέα περιστατικά ή νέες αποδείξεις που να θεμελιώνουν το παραδεκτό της απορριφθείσης αιτήσεως επίσης αναφέρονται οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι αυτά από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως δεν καθιστούν φανερό ότι ο αναιρεσείων ήταν αθώος ή κατεδικάσθη για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Κατ' ακολουθίαν αυτών ο λόγος αναιρέσεως, ως εκτιμάται, περί ελλείψεως από το βούλευμα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία (απο) μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι ούτος είναι αθώος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, ο οποίος υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας επιχειρεί να επιτύχει επανάκριση της υποθέσεως, είναι απαράδεκτος. Επίσης ο έτερος λόγος αναιρέσεως, περί υπερβάσεως εξουσίας από το Συμβούλιο Εφετών, εις μεγάλην έκταση της αιτήσεώς του αναιρέσεως αναπτυσσόμενος, εκ του ότι ο αναιρεσείων δεν εκλητεύθη ορθώς εις την διεύθυνση όπου διέμενε κατά την εκδίκαση (της υποθέσεως), ότε εξεδόθη η άνω 83041/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την επανάληψη της διαδικασίας της οποίας ζητεί ούτος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο διότι η μη νόμιμη κλήτευση του αιτούντος για να παραστεί στη δίκη, κατά την οποίαν κατεδικάσθη, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερομένων περιπτώσεων του άρθρου 525 § 1 Κ.Π.Δ., κατά τις οποίες μόνον επαναλαμβάνεται η ποινική διαδικασία που επερατώθη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για πλημμέλημα ή κακούργημα. Αντιθέτως, μάλιστα, πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών θα υπερέβαινε την εξουσία του εάν ακριβώς εξήταζε την μη νόμιμη κλήτευση του αιτούντος για την άνω δίκη, ως λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας (Ολ.Α.Π. 66/1991). Πέραν αυτών το θέμα αυτό εκρίθη και το μεν απερρίφθη η έφεση κατά της ανωτέρω υπ'αριθμ. 83041/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δια της υπ'αριθμ. 9665/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το δε απερρίφθη η κατά της τελευταίας αυτής αίτηση αναιρέσεως δια της υπ'αριθμ. 1475/2006 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου.
Μετά πάντα ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να
επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 302/20-12-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ'αριθμ. 2458/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίον απερρίφθη η από 10/7/2007 αίτησή του, για επανάληψη της διαδικασίας που επερατώθη με την υπ'αριθμ. 83041/2002 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Προϋποθέσεις - άρθρα 525, 527, 528 επ. ΚΠΔ. Τι είναι νέα γεγονότα ή αποδείξεις. Κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει την αίτηση επιτρέπεται στον αιτούντα αίτηση αναίρεσης. Ουχί λόγος επαναλήψεως διαδικασίας η μη νόμιμη κλήτευση του αιτούντος για να παραστεί στη δίκη, όπου εξεδόθη η καταδικαστική απόφαση. Απορρίπτει αίτηση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1528/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 1844/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1680/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικώτερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτό. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι ο ισχυρισμός για αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος, που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρούνται μεταξύ άλλων (υπό στοιχ. α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενική κοινωνική ζωή, κατά στοιχ." δ) "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του" και (υπό στοιχ. ε) "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για τη δεύτερη επί τις περιστάσεις αυτές, πρέπει, η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επεζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, ενώ για την τρίτη, της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι είτε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στην φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς από πειθαρχική ποινή, και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1844/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, κατ' έφεση, για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών για περαιτέρω διάθεση σε τρίτους - εμπορία και του επιβλήθηκε η ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του προέβαλε αυτοτελείς ισχυρισμούς περί της συνδρομής στο πρόσωπο αυτού (αναιρεσείοντος) των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου, της ελαφρυντικής μετάνοιας και της καλής συμπεριφοράς μετά τις πράξεις του (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ), αντίστοιχα, επικαλέσθηκε δε για τη θεμελίωσή τους, κατά πιστή μεταφορά τους, τα εξής: "Α. Αυτοτελής ισχυρισμός περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ "... ότι ο υπαίτιος έζησε έως το γρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" Εκ του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που ετέθη ενώπιον Σας, ήτοι τα έγγραφα, τις καταθέσεις των μαρτύρων και την απολογία μου ενώπιον Σας, προκύπτει ότι μέχρι το χρόνο της σύλληψης μου έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.
Γεννήθηκα στην ... και μεγάλωσα στην περιοχή της ... . Τελείωσα το δημοτικό και το Λύκειο, εργάστηκα από το έτος 1994 έως και το έτος 1998 στην Εμπορική Τράπεζα (σχετικά βεβαίωση από 20.9.2006 της Εμπορικής Τράπεζας που ανεγνώσθη στο ακροατήριο) και από το έτος 2000 έως και το Μάιο του έτους 2003 ως εξωτερικός συνεργάτης το μεγαλύτερου γραφείου κατασκευαστικής εταιρίας που ανήκει στον ΑΑ στην ... (σχετικά βεβαίωση του ιδίου που ανεγνώσθη στο ακροατήριο).
Ο έντιμος βίος μου αποδεικνύεται από το γεγονός ότι
¦ Είχα σταθερή επαγγελματική δραστηριότητα
¦ Είχα κοινωνική παρουσία μέσω της επαγγελματικής μου δραστηριότητας και της οικογένειας μου (σχετικά βεβαιώσεις από τους Δημάρχους ... και ... και την βεβαίωση του εφημέριου της Ιεράς Μητρόπολης ... που ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο και αποδεικνύουν ότι δεν είχα δημιουργήσει ποτέ κάποιο πρόβλημα έως καιτη στιγμή της συλλήψεως μου)
¦ Έχω οικογένεια
¦ το ποινικό μου μητρώο είναι λευκό. Όπως είναι γνωστό, όμως, δεν αρκεί μόνο το λευκό ποινικό μητρώο για να πιστοποιηθεί ο πρότερος έντιμος βίος, αλλά απαιτείται η απόδειξη θετικής κοινωνικής κλπ συμπεριφοράς (ΑΠ 649/1997, ΠοινΧρ Μ', 155).
Όλα όσα ανέφερα, όσα απέδειξα δια των εγγράφων που αναλυτικά ανωτέρω αναφέρω και εζήτησα να αναγνωσθούν και όσα απέδειξα με την ειλικρινή μου απολογία για την επαγγελματική δραστηριότητα, την οικογενειακή ζωή και την κοινωνική μου παρουσία, αποδεικνύουν ότι είγα θετική κοινωνική παρουσία και αποδεδειγμένα έντιμο βίο. Δεν υφίσταται εξάλλου κανένα στοιχείο που να αντικρούει όσα απέδειξα δια μαρτύρων και εγγράφων! Β. Αυτοτελής ιστορισμός περί της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ ΠΚ "... ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τας συνέπειας της πράξεως του ...". Η ειλικρινής μου απολογία - ομολογία σε συνδυασμό με την από 17.6.2008 εισηγητική έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας της φυλακής ..., όπου κρατούμαι με την οποία βεβαιώνεται από ανθρώπους έμπειρους που διαπιστώνουν καθημερινά τη συμπεριφορά μου και γνωρίζουν το χαρακτήρα μου ότι "... εργάζεται ως καθαριστής και επιδεικνύει εργατικότητα, συνέπεια και υπευθυνότητα στις υποχρεώσεις του και τα καθήκοντα του. Συμπερασματικά, η εν γένει στάση του και η συμπεριφορά του στο Κατάστημα μας καθώς και η έκφραση ενοχών για τα λάθη που έχει ήδη συνειδητοποιήσει, δείχνουν τη μεταμέλειά του και θεωρούμε ότι πρέπει να του δοθούν ανάλογες ευκαιρίες προκειμένου να επανορθώσει, προς όφελος του ιδίου και της οικογένειας του ..." μπορεί να αποτελέσει το ασφαλές αποδεικτικό έρεισμα για την αναγνώριση της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περιστάσεως, η οποία ελλείψει αντιθέτων αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να μου αναγνωριστεί.
Β. Αυτοτελής ισχυρισμός περί της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ "... ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξεώς του ..." Η ελαφρυντική αυτή περίσταση αναγνωρίζεται, αν αποδειχθεί ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη.
Η καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητική καλή διαγωγή (ΑΠ 260/1991/ΠοινΧρ. ΜΣΤ', 1646) ή μόνο ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού (ΑΠ 859/1996, ΠοινΧρ ΜΖ', 1159). Κατά τη διάρκεια της κράτησης μου στις Φυλακές, έχω επιδείξει καλή διαγωγή τόσο απέναντι στους σωφρονιστικούς υπαλλήλους όσο και απέναντι στους συγκροτούμενους μου, όπως προκύπτει εκ της από 17.6.2008 εισηγητικής έκθεσης της κοινωνικής υπηρεσίας της φυλακής Μαλανδρίνου, όπου κρατούμαι με την οποία βεβαιώνεται από ανθρώπους έμπειρους που διαπιστώνουν καθημερινά τη συμπεριφορά μου και γνωρίζουν το χαρακτήρα μου ότι "... η διαγωγή και η συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της κράτησης του στο κατάστημα μας είναι η δέουσα καθώς δεν έχει δημιουργήσει ποτέ κανένα πρόβλημα είτε με τους συγκροτούμενους του είτε με το σωφρονιστικό προσωπικό και επομένως δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και είναι ήσυχος και υπάκουος στους κανονισμούς του Καταστήματος, εργάζεται ως καθαριστής και επιδεικνύει εργατικότητα, συνέπεια και υπευθυνότητα στις υποχρεώσεις του και να καθήκοντα του. Συμπερασματικά, η εν γένει στάση του και η συμπεριφορά του στο Κατάστημα μας καθώς και η έκφραση ενοχών για τα λάθη που έχει ήδη συνειδητοποιήσει, δείχνουν τη μεταμέλεια του και θεωρούμε ότι πρέπει να του δοθούν ανάλογες ευκαιρίες προκειμένου να επανορθώσει, προς όφελος του ιδίου και της οικογένειας του ...". Ουδέποτε κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού μου στο δύσκολο και πιεστικό περιβάλλον με τις πολλές ιδιαιτερότητες των Φυλακών, υπέπεσα σε οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, ουδέποτε δημιούργησα το οιοδήποτε πρόβλημα, αντιθέτως υπομένω καρτερικά τη μέρα που θα αφεθώ ελεύθερος να επιστρέψω στην οικογένεια μου και την εργασία μου.
Η συμπεριφορά μου υπήρξε άψογη όλο αυτό το χρονικό διάστημα, από εσωτερική ανάγκη και όχι εξαιτίας του φόβου που θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι προξενεί η μικροκοινωνία της φυλακής και οι ιδιαίτερες σχέσεις με συγκρατουμένους και σωφρονιστικό προσωπικό.
Όλο αυτό το χρονικό διάστημα πειθάρχησα στους κανόνες των φυλακών και δε δημιούργησα το παραμικρό πρόβλημα. Πρέπει, δε, να επισημάνω στο Δικαστήριο Σας ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα εργάζομαι στο μαγειρείο των φυλακών, όπως συνέβαινε και προ της συλλήψεως μου.
Υπήρξε προσωπική και συνειδητή μου επιλογή, η οποία δεν υπαγορεύτηκε από σκοπιμότητα, αλλά προήρχετο από την πηγαία επιθυμία μου να είμαι απόλυτα συμμορφωμένος με τους ισχύοντες κανόνες και αυτό πρέπει να ασκήσει επιρροή στην απόφασή Σας.
Είναι σαφές ότι οι προβληματικοί χαρακτήρες και οι εγκληματικές προσωπικότητες ξεδιπλώνονται και παρουσιάζονται πιο εύκολα σε όλη τους την έκταση, όταν βρεθούν σε δύσκολο και πιεστικό περιβάλλον, όπως κατεξοχήν αυτό της φυλακής.
Επειδή οι ανωτέρω ισχυρισμοί προβάλλονται σύννομα, καθώς αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που έχουν ως συνέπεια την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί προβλήθηκαν με τρόπο σαφή και ορισμένο (ΑΠ 48/1999, ΠοινΧρ. ΜΘ', 119) και υπό αυτή την έννοια και οι ανωτέρω ισχυρισμοί μου συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, επί των οποίων το Δικαστήριο πρέπει να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά τα άρθρα 93 παρ 3 Σ και 139 ΚΠΔ, άλλως θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' ΚΠΔ.
Επειδή οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί είναι αυτοτελείς κατά την ανωτέρω έννοια, καθόσον είναι σαφείς και ορισμένοι, επειδή εκτός από την επίκληση της συγκεκριμένης νομικής διάταξης ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστός στη νομική ορολογία, γίνεται και σαφής παράθεση των αληθινών περιστατικών που τους θεμελιώνουν (ΑΠ 797/2001, ΠοινΧρ 2002, σελ. 245).
Επειδή οι ελαφρυντικές περιστάσεις έχουν εφαρμογή επί παντός εγκλήματος και παντός εγκληματία (ΑΠ 267/1995, Υπέρ. 1996, 762)".
Όμως, οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν θεμελιώνονται στα παραπάνω συναφώς επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά, καθόσον: α) δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία δραστηριότη-τας μέχρι την τέλεση των πράξεων, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος για βιοπορισμό, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία - δράση και συμπεριφορά, β) για την ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετάνοιας δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της μόνο η επίκληση ότι η μετάνοια είναι ειλικρινής αλλά να εκτίθενται και στοιχεία έμπρακτης εκδήλωσης της, δηλαδή να αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επεζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, μη αρκούσης της ομολογίας του για την τέλεση των πράξεων που έγινε μετά τη σύλληψή του και της εργατικότητάς του στη φυλακή. και γ) η ήσυχη και χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη Φυλακή δεν συνιστά καθεαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά τις πράξεις καλής συμπεριφορά του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη. Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, πολύ δε περισσότερα να αιτιολογήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση του επ' αυτών απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, όμως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο της ουσίας, που απέρριψε κατ' ουσίαν τους ισχυρισμούς αυτούς "αφού δεν αποδείχθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων παραδοχής τους" διέλαβε περί αυτών (πιο πάνω ισχυρισμών) πλεοναστικώς ειδική μεν συνοπτική δε αιτιολογία. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, εκ του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του Π.Κ. (οι οποίοι και μόνο αποτελούν το αντικείμενο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση κα να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την επί 30 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση - δήλωση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1844/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Αίτηση αναίρεσης για απόρριψη ισχυρισμών κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 §§ 2α, 2δ και 2ε ΠΚ. Πότε οι ισχυρισμοί αυτοί είναι νόμιμοι και ορισμένοι.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
| 2
|
Αριθμός 1527/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης X1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 286/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον X2.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαΐου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1071/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 386/17.07.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 10/26-5-2008 αίτηση αναιρέσεως της X, κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό της από το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Χρήστο Κοπατσάρη, δυνάμει της από 20-5-2008 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ'αριθμ. 286/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθμ. 908/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, καθώς και το συγκατηγορούμενό της X2, κάτοικο ..., προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξεως της απάτης από κοινού και μεμονωμένα, κατ'εξακολούθηση, από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα αντίστοιχα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ.
Κατά του παραπάνω βουλεύματος η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη το υπ'αριθμ. 286/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη με την κρινόμενη αίτησή της, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη στις 20-5-2008, η δε αίτηση ασκήθηκε στις 26-5-2008 ενώπιον της Γραμματέα Εφετών Θεσσαλονίκης Ναούμας Γράβα, συνετάγη δε από εκείνη η υπ'αριθμ. 10/26-5-2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος, το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του Π.Κ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από την άνω διάταξη επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, ή, ανεξάρτητα από το εάν διαπράττει ο υπαίτιος απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ (Α.Π. 1023/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (βλ. Α.Π. 625/2005 ΠΧ, ΝΣΤ, 21, Α.Π. 382/2006 ΠΧ, ΝΣΤ, 898, Α.Π. 573/2003 ΠΧ, ΝΔ, 123, Α.Π. 1975/2001 ΠΧ, ΝΒ, 639, Α.Π. 692/2000 ΠΧ, ΝΑ, 47 κ.λ.π.).
Ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη (ΑΠ 1081/2007, ΑΠ 278/2007, ΑΠ 2418/2005 Ποιν.Δ. 2006, 672). Ακόμη, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 Π.Κ., όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999 και άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (Α.Π. 491/2007, Α.Π. 487/2007 ό.π., Α.Π. 364/2007, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών, ΝΟΜΟΣ). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 45 Π.Κ. με τον όρο από κοινού, νοείται αντικειμενικά σύμπραξη δύο ή περισσότερων προσώπων στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους, είτε κατά την τέλεση της ώστε να ενώσουν την δράση τους. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται είτε στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε στο ότι το έγκλημα συντελείται με επί μέρους συγκλίνουσες πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Α.Π. 1388/2006 Ποιν. Χρ. ΝΖ 620).
Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. γ του ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 1057/2008, ΑΠ 1155/2000 ΠΧ, ΝΑ, 398).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 286/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις, αλλά και με συμπληρωματική αναφορά του στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών (ΑΠ 1608/2001 Π.Χρ. ΝΒ, 623, ΑΠ 348/1996 ΠΧ, ΜΖ 33), δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τη συνεκτίμηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, συνημμένων στη δικογραφία εγγράφων και απολογίες κατηγορουμένων) προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εκκαλούσα, δικηγόρος ..., από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της, X2, με τον οποίον τη συνέδεε σχέση μνηστείας, αλλά και μεμονωμένα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας τους άνω εγκαλούντες, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, να προβούν στις παρακάτω πράξεις. Πιο συγκεκριμένα, η εκκαλούσα-κατηγορουμένη, προβάλλοντας την ιδιότητα της, ως δικηγόρου, καl εκμεταλλευόμενη την επιθυμία των εγκαλουσών, Ψ1 και Ψ2, να αγοράσουν διαμερίσματα στην ..., αντί χαμηλού τιμήματος, με τη σύμπραξη του συγκατηγορουμένου της, τους παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς ότι διαχειρίζεται ακίνητα μεγάλης αξίας διαφόρων θρησκευτικών ιδρυμάτων και του Ερυθρού Σταυρού καl ότι επειδή ασχολείται με αγοραπωλησίες ακινήτων, κυρίως με τη συμμετοχή της στη διαδικασία πλειστηριασμών, έχει τη δυνατότητα να τους εξασφαλίσει την αγορά ακινήτου από πλειστηριασμό, αντί ιδιαιτέρως χαμηλού τιμήματος, σε σχέση με την πραγματική εμπορική του αξία. Μάλιστα δε για να προσδώσει αληθοφάνεια στα λεγόμενα της τους εμφάνισε ότι με τον ίδιο τρόπο απέκτησε και η ίδια πολυτελές αυτοκίνητο και διαμέρισμα στην περιοχή της ... . Έτσι, παρέπεισε τις ανωτέρω εγκαλούσες να της αναθέσουν τη διεκπεραίωση της αγοράς διαμερίσματος στο όνομα εκάστης εξ αυτών και να της καταβάλουν, η πρώτη εγκαλούσα, το ποσό των 20.000 ευρώ, στις αρχές Ιουλίου του έτους 2002 και η δεύτερη εγκαλούσα, το ποσό των 30.000 ευρώ, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2003. Προς ενίσχυση δε της πλάνης τους και εφησυχασμό τούτων παρέδωσε, στην πρώτη, ως εγγύηση, τη με αριθ. ... επιταγή της Τράπεζας Αττικής, ονομαστικής αξίας 20.542,92 ευρώ που είχε εκδώσει, την 30-9-2002, ο συγκατηγορούμενός της, σε διαταγή του, και είχε μεταβιβασθεί στην εκκαλούσα με οπισθογράφηση και, στη δεύτερη, τη με αριθ. ... επιταγή της Πανελλήνιας Τράπεζας, ονομαστικής αξίας 30.000 ευρώ, που είχε εκδώσει, την 30-9-2004 η ίδια σε διαταγή της, την οποία οπισθογράφησε στην άνω δεύτερη εγκαλούσα, συστήνοντας όμως προς αυτές ότι οι επιταγές είναι προς εξασφάλιση τους και δεν πρέπει να τις εμφανίσουν στην τράπεζα προς πληρωμή. Στη συνέχεια, εξακολουθώντας την ίδια παραπειστική τακτική, εμφάνισε στις εγκαλούσες ότι έχει κατασχέσει για λογαριασμό της πρώτης, ένα διαμέρισμα στον πέμπτο όροφο οικοδομής επί της συμβολής των οδών ... αριθ. ... (το οποίο μάλιστα υπεδείχθη στην άνω εγκαλούσα από τον συγκατηγορούμενό της), αξίας 50.000.000 δρχ., το οποίο μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού θα μπορέσει αυτή να αποκτήσει αντί του ποσού των 20.000.000 δρχ., και για λογαριασμό της δεύτερης, ένα διαμέρισμα επί της οδού ... αριθ. ..., στην ..., ακριβώς επάνω από το διαμέρισμα της εκκαλούσας, αξίας 60.000.000 δρχ., το οποίο μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού θα ήταν δυνατόν αυτή να αποκτήσει αντί του ποσού των 30.000.000 δρχ. Κατόπιν αυτού, και αφού τις διαβεβαίωσε ψευδώς ότι η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως των διαμερισμάτων αυτών βρίσκεται σε εξέλιξη και ότι επίκειται να εκτεθούν σε πλειστηριασμό, το πρώτο εκ των άνω διαμερισμάτων, περί τα τέλη Νοεμβρίου του έτους 2004 και, το δεύτερο, την 12-5-2004 και μετά από αναβολή την 20-10-2004, κατόρθωσε να αποσπάσει από την πρώτη εγκαλούσα, το ποσόν των 12.500 ευρώ, και από τη δεύτερη, το ποσόν των 13.000 ευρώ, παραδίδοντας μάλιστα στην πρώτη εγκαλούσα, Ψ1, προς δήθεν εξασφάλιση της και άκυρη συναλλαγματική, ήτοι την συναλλαγματική ονομαστικής αξίας 12.500 ευρώ, με ημερομηνία λήξεως 30-11-2004, φερόμενο αποδέκτη τον συγκατηγορούμενο της και τριτεγγυήτρια υπέρ του αποδέκτη την ίδια την εκκαλούσα, η οποία δεν ανέγραφε το όνομα του λήπτη της συναλλαγματικής και δεν έφερε την υπογραφή του εκδότη αυτής. Μετά την είσπραξη των ανωτέρω ποσών, όμως, και συνολικά από την πρώτη εγκαλούσα του ποσού των 32.500 ευρώ (20.000 + 12.500) και, από τη δεύτερη εγκαλούσα, του ποσού των 43.000 ευρώ (30.000+13.000), η εκκαλούσα με το συγκατηγορούμενο της εξαφανίσθηκαν και έπαψαν να απαντούν στις τηλεφωνικές κλήσεις τους. Έτσι, αποκόμισε παράνομα με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των εγκαλουσών τα ανωτέρω ποσά, με την εν γνώσει της παράσταση ως αληθινών των άνω αναφερομένων γεγονότων, τα οποία ήταν ψευδή, εφόσον στην πραγματικότητα αυτή δεν είχε ιδιαίτερη ενασχόληση με αγοραπωλησίες ακινήτων μέσω πλειστηριασμών, ούτε προέκυψε ότι είχε αποκτήσει διασυνδέσεις και γνωριμίες που θα εξασφάλιζαν στις εγκαλούσες την προνομιακή αγορά διαμερίσματος με τον τρόπο αυτό και, επίσης, δεν προέκυψε ότι τα υποδειχθέντα στις εγκαλούσες ακίνητα είχαν ποτέ κατασχεθεί και επρόκειτο να εκτεθούν ή εκτέθηκαν σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό. Περαιτέρω, η εκκαλούσα, εκτός από τις ανωτέρω πράξεις απάτης που, όπως προεκτέθηκε, διέπραξε από κοινού με τον συγκατηγορούμενο της, σε βάρος των παραπάνω εγκαλουσών, τέλεσε, επίσης, απάτη, αυτή τη φορά μεμονωμένα, και σε βάρος της εγκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία "Ω1, Ω2, Ω3 ΚΑΙ Ω4 ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ". Πιο συγκεκριμένα, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στους διαχειριστές της ανωτέρω εταιρίας, Ω1, Ω2 και Ω3 ότι, λόγω της ιδιότητας της ως δικηγόρου, έχει διασυνδέσεις, γνωριμίες και πολύ καλές σχέσεις με όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του θρησκευτικού ιδρύματος, με την επωνυμία "ΧΑΪΜΟΥΤΣΟ ΚΟΒΟ", και ως εκ τούτου έχει τη δυνατότητα να πείσει αυτά να αναθέσουν με σύμβαση έργου στην άνω ομόρρυθμη εταιρία, αποκλειόμενης κάθε άλλης εργολαβικής εταιρίας ή μεμονωμένου εργολάβου, την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής επί οικοπέδου του ιδρύματος, κειμένου στην οδό ... αριθμ. ... . Έτσι, έπεισε τους διαχειριστές της εγκαλούσας εταιρίας να της αναθέσουν με το από 10-9-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό τη διενέργεια κάθε πράξης για τη σύνταξη προσυμφώνου μεταβιβάσεως προς την εταιρία ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και εργολαβικού συμβολαίου και να της καταβάλουν το ποσόν των 30.000 ευρώ, έναντι του ποσού των 100.000 ευρώ, από το οποίο τους εμφάνισε ότι το ποσόν των 30.000 ευρώ συνιστά την αμοιβή της και το υπόλοιπο το αντάλλαγμα προς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ιδρύματος για να επιλέξουν την εγκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία ως εργολάβο. Όλα όμως τα παραπάνω γεγονότα, τα οποία η εκκαλούσα παρέστησε στους διαχειριστές της εν λόγω εταιρίας ήταν ψευδή, αφού στην πραγματικότητα αυτή ουδέποτε είχε διασυνδέσεις και γνωριμίες τέτοιες με τα μέλη του ΔΣ του θρησκευτικού ιδρύματος "ΧΑΪΜΟΥΤΣΟ ΚΟΒΟ" που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν στην ομόρρυθμη εταιρία την ανάληψη της ανωτέρω εργολαβίας ούτε και προέβη σε οποιαδήποτε πράξη για να επιτύχει τη συμμετοχή της εταιρίας στο διαγωνισμό που προκήρυξε το ίδρυμα για την ανάθεση του έργου ανοικοδόμησης του παραπάνω οικοπέδου του. Τούτο, επομένως, είχε ως αποτέλεσμα να αποκομίσει η εκκαλούσα παράνομα το ανωτέρω ποσό των 30.000 ευρώ με αντίστοιχη ζημία στην περιουσία της εγκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας. Περί των ανωτέρω κατέθεσαν σαφώς και κατηγορηματικώς ενώπιον της Ανακρίτριας του Β' Τμήματος Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, οι εγκαλούσες Ψ1 και Ψ2 και επί πλέον ο σύζυγος της Ψ1, ΑΑ, η φίλη της Ψ2, ΒΒ, και τα μέλη της εγκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, Ω1, Ω2, Ω3 και Ω4. Κατόπιν τούτων, ο μοναδικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι τα ανωτέρω ποσά που εισέπραξε από τις εγκαλούσες ήταν προϊόν δανείου προς αυτήν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν 'Αλλωστε, η ίδια, απολογούμενη ενώπιον της ανωτέρω Ανακρίτριας, ανέφερε ότι ουδεμία τέτοια συναλλαγή είχε με τις εγκαλούσες και ότι τις επιταγές που παρέδωσε στις εγκαλούσες, Ψ1 και Ψ2, καθώς και το ιδιωτικό συμφωνητικό που συνετάγη μεταξύ αυτής και της εγκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας υποχρεώθηκε να υπογράψει κατόπιν ψυχικού και σωματικού εξαναγκασμού από το συγκατηγορούμενό της, ο οποίος και καρπώθηκε τα επίδικα ποσά (γεγονός που ο ίδιος αρνείται). Μετά ταύτα, και ενόψει του ότι από την επανειλημμένη τέλεση εκ μέρους της εκκαλούσας, από κοινού με το συγκατηγορούμενο της, του άνω εγκλήματος της απάτης σε βάρος των παραπάνω ανυποψίαστων παθόντων, με τη διαμόρφωση υποδομής και σχεδιασμού για την οργανωμένη ετοιμότητα διάπραξης του εν λόγω εγκλήματος κατ' επανάληψη, προέκυψε αφενός μεν σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου ροπή αυτής για τέλεση τέτοιων πράξεων, ως στοιχείο της προσωπικότητας της, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων που παρέπεμψε αυτή ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Θεσσαλονίκης, για απάτη από κοινού και μεμονωμένα κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει το συνολικό ποσόν των 73.000 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης απέρριψε την, υπό της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, ασκηθείσα κατά του υπ'αριθμ. 908/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της απάτης, καθώς και τα περιστατικά που προσδίδουν σ'αυτή κακουργηματικό χαρακτήρα, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13στ, 45, 98 και 386 παρ. 1 και 3 εδ. α και β του ΠΚ, όπως στο άρθρο 98 ΠΚ προστέθηκε η παράγραφος 2 με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 και το άρθρο 386 αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και το άρθρο 14 παρ. 2 α.β του Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, περιγράφονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση α) των μερικοτέρων πράξεων απάτης, τις οποίες φέρεται ότι διέπραξε η αναιρεσείουσα σε βάρος των Ψ1 και Ψ2, στις οποίες συμμετείχε ως συναυτουργός και ο μη ασκήσας αναίρεση συγκατηγορούμενος της Χ2, β) της μερικότερης πράξης απάτης, την οποία φέρεται ότι διέπραξε η ίδια σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ω1, Ω2, Ω3 και Ω4 ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", από τις οποίες (μερικότερες πράξεις) το συνολικό όφελος που απεκόμισε η ίδια και η αντίστοιχη ζημία που προξένησε στους παθόντες, υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, αλλά και αυτό των 73.000 ευρώ. Επίσης διαλαμβάνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά τη συνδρομή στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας της επιβαρυντικής περίστασης της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της απάτης, καθόσον στηρίχθηκε η σχετική κρίση του εκδώσαντος το βούλευμα αυτό Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης στην επανειλημμένη τέλεση αυτής, η οποία συντρέχει και στο κατ'εξακολούθηση έγκλημα (ΑΠ 1885/2001 Π.Χ., ΝΒ, 647, ΑΠ 1307/2002 Π.Χ., ΝΓ, 497), και από την οποία, όπως δέχθηκε προκύπτει αφενός σκοπός αυτής για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή της προς διάπραξη του εγκλήματος της απάτης αλλά και στην υποδομή, την οποία είχε διαμορφώσει αυτή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των ιδίων ως άνω μερικοτέρων πράξεων. Περαιτέρω, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις της αναιρεσείουσας με τις οποίες πέτυχε αυτή να δημιουργήσει στους παθόντες την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης όσων είχαν συμφωνηθεί με βάση την ψευδή πραγματική κατάσταση και δυνατότητα που είχε εμφανίσει αυτή, έχοντας ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει τα όσα είχαν συμφωνηθεί. Κατ'ακολουθίαν οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 10/26-5-2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης X1, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 286/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα.
Αθήνα 7 Ιουλίου 2008
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ., το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών γεγονότων συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα την περιουσιακή βλάβη στον παραπλανηθέντα ή άλλον, προς το σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχα παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, επιπλέον, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 και ισχύει από τις 3-6-1999 και εντεύθεν, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ (5.00.000 δραχμών), είτε χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δραχμών). Ακόμη κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 του Π.Κ., όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 Π.Κ. συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη της ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεση της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτόν τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος (Ολ.ΑΠ 50/1990). Καθένας δε των συμμετόχων τιμωρείται ως αυτουργός της αξιόποινης πράξης που τέλεσαν. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δ'εσφαμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λίγο αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά γεγονότα ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 286/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την υπ' αριθμ. 88/29-10-2007 έφεση της αναιρεσείουσας X1 κατά του υπ' αριθμ. 908/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο έχει παραπεμφθεί αυτή, καθώς και ο συγκατηγορούμενός της Χ2 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης για να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξεως της απάτης από κοινού και μεμονωμένα, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα αντίστοιχα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης δέχθηκε, με συμπληρωματική αναφορά και στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα, δικηγόρος ..., από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της, Χ2, με τον οποίον τη συνέδεε σχέση μνηστείας, αλλά και μεμονωμένα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας τους άνω εγκαλούντες, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, να προβούν στις παρακάτω πράξεις. Πιο συγκεκριμένα, η εκκαλούσα-κατηγορουμένη, προβάλλοντας την ιδιότητα της, ως δικηγόρου, καl εκμεταλλευόμενη την επιθυμία των εγκαλουσών, Ψ1 και Ψ2, να αγοράσουν διαμερίσματα στην ..., αντί χαμηλού τιμήματος, με τη σύμπραξη του συγκατηγορουμένου της, τους παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς ότι διαχειρίζεται ακίνητα μεγάλης αξίας διαφόρων θρησκευτικών ιδρυμάτων και του Ερυθρού Σταυρού καl ότι επειδή ασχολείται με αγοραπωλησίες ακινήτων, κυρίως με τη συμμετοχή της στη διαδικασία πλειστηριασμών, έχει τη δυνατότητα να τους εξασφαλίσει την αγορά ακινήτου από πλειστηριασμό, αντί ιδιαιτέρως χαμηλού τιμήματος, σε σχέση με την πραγματική εμπορική του αξία. Μάλιστα δε για να προσδώσει αληθοφάνεια στα λεγόμενα της τους εμφάνισε ότι με τον ίδιο τρόπο απέκτησε και η ίδια πολυτελές αυτοκίνητο και διαμέρισμα στην περιοχή της ... . Έτσι, παρέπεισε τις ανωτέρω εγκαλούσες να της αναθέσουν τη διεκπεραίωση της αγοράς διαμερίσματος στο όνομα εκάστης εξ αυτών και να της καταβάλουν, η πρώτη εγκαλούσα, το ποσό των 20.000 ευρώ, στις αρχές Ιουλίου του έτους 2002 και η δεύτερη εγκαλούσα, το ποσό των 30.000 ευρώ, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2003. Προς ενίσχυση δε της πλάνης τους και εφησυχασμό τούτων παρέδωσε, στην πρώτη, ως εγγύηση, τη με αριθ. ... επιταγή της Τράπεζας Αττικής, ονομαστικής αξίας 20.542,92 ευρώ που είχε εκδώσει, την 30-9-2002, ο συγκατηγορούμενός της, σε διαταγή του, και είχε μεταβιβασθεί στην εκκαλούσα με οπισθογράφηση και, στη δεύτερη, τη με αριθ. ... επιταγή της Πανελλήνιας Τράπεζας, ονομαστικής αξίας 30.000 ευρώ, που είχε εκδώσει, την 30-9-2004 η ίδια σε διαταγή της, την οποία οπισθογράφησε στην άνω δεύτερη εγκαλούσα, συστήνοντας όμως προς αυτές ότι οι επιταγές είναι προς εξασφάλιση τους και δεν πρέπει να τις εμφανίσουν στην τράπεζα προς πληρωμή. Στη συνέχεια, εξακολουθώντας την ίδια παραπειστική τακτική, εμφάνισε στις εγκαλούσες ότι έχει κατασχέσει για λογαριασμό της πρώτης, ένα διαμέρισμα στον πέμπτο όροφο οικοδομής επί της συμβολής των οδών ... αριθ. ... (το οποίο μάλιστα υπεδείχθη στην άνω εγκαλούσα από τον συγκατηγορούμενό της), αξίας 50.000.000 δρχ., το οποίο μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού θα μπορέσει αυτή να αποκτήσει αντί του ποσού των 20.000.000 δρχ., και για λογαριασμό της δεύτερης, ένα διαμέρισμα επί της οδού ... αριθ. ..., στην ..., ακριβώς επάνω από το διαμέρισμα της εκκαλούσας, αξίας 60.000.000 δρχ., το οποίο μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού θα ήταν δυνατόν αυτή να αποκτήσει αντί του ποσού των 30.000.000 δρχ. Κατόπιν αυτού, και αφού τις διαβεβαίωσε ψευδώς ότι η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως των διαμερισμάτων αυτών βρίσκεται σε εξέλιξη και ότι επίκειται να εκτεθούν σε πλειστηριασμό, το πρώτο εκ των άνω διαμερισμάτων, περί τα τέλη Νοεμβρίου του έτους 2004 και, το δεύτερο, την 12-5-2004 και μετά από αναβολή την 20-10-2004, κατόρθωσε να αποσπάσει από την πρώτη εγκαλούσα, το ποσόν των 12.500 ευρώ, και από τη δεύτερη, το ποσόν των 13.000 ευρώ, παραδίδοντας μάλιστα στην πρώτη εγκαλούσα, Ψ1, προς δήθεν εξασφάλιση της και άκυρη συναλλαγματική, ήτοι την συναλλαγματική ονομαστικής αξίας 12.500 ευρώ, με ημερομηνία λήξεως 30-11-2004, φερόμενο αποδέκτη τον συγκατηγορούμενο της και τριτεγγυήτρια υπέρ του αποδέκτη την ίδια την εκκαλούσα, η οποία δεν ανέγραφε το όνομα του λήπτη της συναλλαγματικής και δεν έφερε την υπογραφή του εκδότη αυτής. Μετά την είσπραξη των ανωτέρω ποσών, όμως, και συνολικά από την πρώτη εγκαλούσα του ποσού των 32.500 ευρώ (20.000 + 12.500) και, από τη δεύτερη εγκαλούσα, του ποσού των 43.000 ευρώ (30.000+13.000), η εκκαλούσα με το συγκατηγορούμενο της εξαφανίσθηκαν και έπαψαν να απαντούν στις τηλεφωνικές κλήσεις τους. Έτσι, αποκόμισε παράνομα με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των εγκαλουσών τα ανωτέρω ποσά, με την εν γνώσει της παράσταση ως αληθινών των άνω αναφερομένων γεγονότων, τα οποία ήταν ψευδή, εφόσον στην πραγματικότητα αυτή δεν είχε ιδιαίτερη ενασχόληση με αγοραπωλησίες ακινήτων μέσω πλειστηριασμών, ούτε προέκυψε ότι είχε αποκτήσει διασυνδέσεις και γνωριμίες που θα εξασφάλιζαν στις εγκαλούσες την προνομιακή αγορά διαμερίσματος με τον τρόπο αυτό και, επίσης, δεν προέκυψε ότι τα υποδειχθέντα στις εγκαλούσες ακίνητα είχαν ποτέ κατασχεθεί και επρόκειτο να εκτεθούν ή εκτέθηκαν σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό. Περαιτέρω, η εκκαλούσα, εκτός από τις ανωτέρω πράξεις απάτης που, όπως προεκτέθηκε, διέπραξε από κοινού με τον συγκατηγορούμενο της, σε βάρος των παραπάνω εγκαλουσών, τέλεσε, επίσης, απάτη, αυτή τη φορά μεμονωμένα, και σε βάρος της εγκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία "Ω1, Ω2, Ω3 ΚΑΙ Ω4 ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ". Πιο συγκεκριμένα, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στους διαχειριστές της ανωτέρω εταιρίας, Ω1, Ω2 και Ω3 ότι, λόγω της ιδιότητας της ως δικηγόρου, έχει διασυνδέσεις, γνωριμίες και πολύ καλές σχέσεις με όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του θρησκευτικού ιδρύματος, με την επωνυμία "ΧΑΪΜΟΥΤΣΟ ΚΟΒΟ", και ως εκ τούτου έχει τη δυνατότητα να πείσει αυτά να αναθέσουν με σύμβαση έργου στην άνω ομόρρυθμη εταιρία, αποκλειόμενης κάθε άλλης εργολαβικής εταιρίας ή μεμονωμένου εργολάβου, την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής επί οικοπέδου του ιδρύματος, κειμένου στην οδό ... αριθμ. ... . Έτσι, έπεισε τους διαχειριστές της εγκαλούσας εταιρίας να της αναθέσουν με το από 10-9-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό τη διενέργεια κάθε πράξης για τη σύνταξη προσυμφώνου μεταβιβάσεως προς την εταιρία ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και εργολαβικού συμβολαίου και να της καταβάλουν το ποσόν των 30.000 ευρώ, έναντι του ποσού των 100.000 ευρώ, από το οποίο τους εμφάνισε ότι το ποσόν των 30.000 ευρώ συνιστά την αμοιβή της και το υπόλοιπο το αντάλλαγμα προς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ιδρύματος για να επιλέξουν την εγκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία ως εργολάβο. Όλα όμως τα παραπάνω γεγονότα, τα οποία η εκκαλούσα παρέστησε στους διαχειριστές της εν λόγω εταιρίας ήταν ψευδή, αφού στην πραγματικότητα αυτή ουδέποτε είχε διασυνδέσεις και γνωριμίες τέτοιες με τα μέλη του ΔΣ του θρησκευτικού ιδρύματος "ΧΑΪΜΟΥΤΣΟ ΚΟΒΟ" που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν στην ομόρρυθμη εταιρία την ανάληψη της ανωτέρω εργολαβίας ούτε και προέβη σε οποιαδήποτε πράξη για να επιτύχει τη συμμετοχή της εταιρίας στο διαγωνισμό που προκήρυξε το ίδρυμα για την ανάθεση του έργου ανοικοδόμησης του παραπάνω οικοπέδου του. Τούτο, επομένως, είχε ως αποτέλεσμα να αποκομίσει η εκκαλούσα παράνομα το ανωτέρω ποσό των 30.000 ευρώ με αντίστοιχη ζημία στην περιουσία της εγκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας. Περί των ανωτέρω κατέθεσαν σαφώς και κατηγορηματικώς ενώπιον της Ανακρίτριας του Β' Τμήματος Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, οι εγκαλούσες Ψ1 και Ψ2 και επί πλέον ο σύζυγος της Ψ1, ΑΑ, η φίλη της Ψ2, ΒΒ, και τα μέλη της εγκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, Ω1, Ω2, Ω3 και Ω4. Κατόπιν τούτων, ο μοναδικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι τα ανωτέρω ποσά που εισέπραξε από τις εγκαλούσες ήταν προϊόν δανείου προς αυτήν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν 'Αλλωστε, η ίδια, απολογούμενη ενώπιον της ανωτέρω Ανακρίτριας, ανέφερε ότι ουδεμία τέτοια συναλλαγή είχε με τις εγκαλούσες και ότι τις επιταγές που παρέδωσε στις εγκαλούσες, Ψ1 και Ψ2, καθώς και το ιδιωτικό συμφωνητικό που συνετάγη μεταξύ αυτής και της εγκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας υποχρεώθηκε να υπογράψει κατόπιν ψυχικού και σωματικού εξαναγκασμού από το συγκατηγορούμενό της, ο οποίος και καρπώθηκε τα επίδικα ποσά (γεγονός που ο ίδιος αρνείται). Μετά ταύτα, και ενόψει του ότι από την επανειλημμένη τέλεση εκ μέρους της εκκαλούσας, από κοινού με το συγκατηγορούμενο της, του άνω εγκλήματος της απάτης σε βάρος των παραπάνω ανυποψίαστων παθόντων, με τη διαμόρφωση υποδομής και σχεδιασμού για την οργανωμένη ετοιμότητα διάπραξης του εν λόγω εγκλήματος κατ' επανάληψη, προέκυψε αφενός μεν σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου ροπή αυτής για τέλεση τέτοιων πράξεων, ως στοιχείο της προσωπικότητας της, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων που παρέπεμψε αυτή ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Θεσσαλονίκης, για απάτη από κοινού και μεμονωμένα κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει το συνολικό ποσόν των 73.000 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης απέρριψε την, υπό της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, ασκηθείσα κατά του υπ'αριθμ. 908/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της απάτης, καθώς και τα περιστατικά που προσδίδουν σ'αυτή κακουργηματικό χαρακτήρα, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέα η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ, 45, 98 και 386 παρ. 1 και 3 εδ. α και β του ΠΚ, όπως στο άρθρο 98 ΠΚ προστέθηκε η παράγραφος 2 με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 και το άρθρο 386 αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και το άρθρο 14 παρ. 2α.β του Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, περιγράφονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση α) των μερικοτέρων πράξεων απάτης, τις οποίες φέρεται ότι διέπραξε η αναιρεσείουσα σε βάρος των Ψ1 και Ψ2, στις οποίες συμμετείχε ως συναυτουργός και ο μη ασκήσας αναίρεση συγκατηγορούμενος της Χ2, β) της μερικότερης πράξης απάτης, την οποία φέρεται ότι διέπραξε η ίδια σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ω1, Ω2, Ω3 και Ω4 ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", από τις οποίες (μερικότερες πράξεις) το συνολικό όφελος που απεκόμισε η ίδια και η αντίστοιχη ζημία που προξένησε στους παθόντες, υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, αλλά και αυτό των 73.000 ευρώ. Επίσης διαλαμβάνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά τη συνδρομή στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας της επιβαρυντικής περίστασης της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της απάτης, καθόσον στηρίχθηκε η σχετική κρίση του εκδώσαντος το βούλευμα αυτό Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης στην επανειλημμένη τέλεση αυτής, η οποία συντρέχει και στο κατ'εξακολούθηση έγκλημα και από την οποία, όπως δέχθηκε προκύπτει αφενός σκοπός αυτής για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή της προς διάπραξη του εγκλήματος της απάτης αλλά και στην υποδομή, την οποία είχε διαμορφώσει αυτή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των ιδίων ως άνω μερικοτέρων πράξεων. Γι' αυτό η σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας περί ελλιπούς αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος λόγω μη διασάφησης σ'αυτή ποία εκ των δύο μορφών της κακουργηματικής απάτης αποδίδεται σ'αυτήν (κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια) είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον αυτή φέρεται ότι έχει τελέσει και τις δύο προαναφερόμενες μορφές της κακουργηματικής απάτης. Περαιτέρω, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις της αναιρεσείουσας με τις οποίες πέτυχε αυτή να δημιουργήσει στους παθόντες την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης όσων είχαν συμφωνηθεί με βάση την ψευδή πραγματική κατάσταση και δυνατότητα που είχε εμφανίσει αυτή, έχοντας ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει τα όσα είχαν συμφωνηθεί. Κατ'ακολουθίαν οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Μαΐου 2008 αίτηση αναιρέσεως της X1, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 286/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κακουργηματική. Στοιχεία αυτής. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για κακουργηματική απάτη για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη αυτής.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1526/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ντάλτα, περί αναιρέσεως της 348-349/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1648/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β και ζ του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (άρθρο 20 παρ. 1 περ. β και 2 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά - ΚΝΝ - ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2.900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών ουσιών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα, γιατί ο νομικός όρος "αγορά" είναι τόσο εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά. Επίσης, με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 15β του ν. 2479/1997 (ήδη άρθρο 23 του ν. 3459/2006) είναι επιβαρυντική περίπτωση, για την οποία προβλέπεται μεγαλύτερη ποινή στερητική της ελευθερίας και χρηματική, αν ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του ως άνω νόμου, εκτός των λοιπών περιπτώσεων, είναι υπότροπος. Θεωρείται δε υπότροπος κατά το ίδιο ως άνω άρθρο, όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγουμένης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για κατοχή ναρκωτικών σε ποσότητα που εξυπηρετούσε αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες (άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1729/1987 ήδη άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 3459/2006), για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 348-349/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά τα τέλη Μαρτίου 2005 περιήλθε στην Υπ/ση Δίωξης Ναρκωτικών ... η πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος διακινεί ναρκωτικές ουσίες σε άτομα που συχνάζουν σε νυκτερινά κέντρα της πόλης. Στη συνέχεια οι αστυνομικοί έθεσαν υπό παρακολούθηση τον κατηγορούμενο και διαπίστωσαν ότι καθημερινά επισκεπτόταν νυκτερινά κέντρα και εκεί είχε συναντήσεις με τοξικομανείς. Την 29-3-05 ο κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε το ... ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε από αστυνομικούς στη συμβολή των οδών ... και ... και σε νομότυπη έρευνα βρέθηκαν στο αυτοκίνητό του ναρκωτικές ουσίες. Ειδικότερα ένα μικρόδεμα ηρωΐνης βάρους 3 γραμμαρίων, ένα ηρωΐνης βάρους 2 γραμμαρίων, 25 δισκία μεθαδόνης. Επίσης ο ίδιος κατείχε 1300 ευρώ και δύο κινητά τηλέφωνα. Ακολούθησε έρευνα στο σπίτι του στην οδό ... και εκεί βρέθηκε μία ζυγαριά ακριβείας και το χρηματικό ποσό των 3100 ευρώ. Την παραπάνω ποσότητα των ναρκωτικών ο κατηγορούμενος είχε αγοράσει την 22-3-2005 από άγνωστο Αλβανό με το όνομα ΑΑ. Ειδικότερα ποσότητα 10 γραμμαρίων είχε αγοράσει με τίμημα 200 ευρώ, 5 γραμμάρια κοκαΐνη με τίμημα 250 ευρώ και 15 δισκία μεθαδόνης με τίμημα 5 ευρώ το κάθε δισκίο. Ο κατηγορούμενος με την 468-469/1998 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης έχει καταδικαστεί για το κακούργημα της κατοχής ναρκωτικών. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και το γεγονός ότι αφενός κατείχε διάφορα είδη ναρκωτικών ουσιών και είχε στο σπίτι του και ζυγαριά ακριβείας σε συνδυασμό και με την κατάθεση του αστυνομικού ΒΒ ότι είχε παρακολουθήσει τον κατηγορούμενο και είχε διαπιστώσει επαφές με τοξικομανείς οδηγούν στην κρίση ότι αυτός αγόρασε τα παραπάνω ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής, όπως κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά ως υπότροπος εφόσον τέλεσε την πράξη αυτήν πριν από την παρέλευση δεκαετίας από τη δημοσίευση της αμετάκλητης απόφασης που προαναφέρθηκε. Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι στον κατηγορούμενο πρέπει να αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ. Εφόσον η καλή συμπεριφορά στηρίζεται σε θετική στάση του προσώπου και όχι σε περιστατικά μη αρνητικής του στάσης. Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κρατούμενος για χρονικό διάστημα τριών ετών στη φυλακή είχε καλή διαγωγή. Όμως το περιστατικό αυτό δεν αρκεί για την αναγνώριση στο πρόσωπό του του παραπάνω ελαφρυντικού, εφόσον όντας υπό περιορισμό, είναι υποχρεωμένος να υπακούει στους κανόνες της φυλακής, τους οποίους, αν παραβεί θα αντιμετωπίσει συνέπειες, η δε συμπεριφορά του αυτή δεν διαμορφώνεται σε καθεστώς ελευθερίας, στο οποίο το άτομο μπορεί με δική του βούληση να εκδηλώσει τη συμπεριφορά του για να κριθεί αν αυτό είναι καλή. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου". Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών όντας τοξικομανής αλλά και υπότροπος και του επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3000) ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 98 του ΠΚ, 4 παρ. 1 3 πιν. Α5-6, 5 παρ. 1 περ. β και ζ και παρ. 2, 8 και 13 παρ. 1 του ν. 1729/1987 όπως ίσχυε πριν τον ν. 3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του ότι οι απ' αυτόν συνεχόμενες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών δεν προορίζονταν για περαιτέρω διάθεση σε τρίτους - για εμπορία, αλλά αποκλειστικά για δική του χρήση, ενόψει όλων των συνθηκών της κατοχής τους (διάφορες ποσότητες διαφόρων ναρκωτικών, θέση τους μέσα στο αυτοκίνητό του, ύπαρξη ζυγαριάς ακριβείας). Εξάλλου ως προς την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε με πληρότητα και σαφήνεια στην αιτιολογία του περιστατικού περί συνδρομής στο πρόσωπο του της επιβαρυντικής περίπτωσης του ότι είναι υπότροπος, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 468-469/1998 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την οποία ανέγνωσε ως έγγραφο (βλ. σελίδα 7η πρακτικών υπό στοιχ. 10 έγγραφο) και έλαβε ρητώς υπόψη του, πράγματι προκύπτει ότι αυτή είναι αμετάκλητη απόφαση (βλ. στο τέλος αυτής την από 1-4-2005 σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση για μη άσκηση κατ' αυτής κάποιου ενδίκου μέσου) και ότι με αυτή έχει κταδικαστεί ο αναιρεσείων στις 3-11-1998, εκτός άλλων, και για κατοχή ναρκωτικών ουσιών σε βαθμό κακουργήματος, σε ποινή κάθειρξης και χρηματική ποινή. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης νόμιμης βάσης, ακολούθως δε πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Σεπτεμβρίου 2008 δήλωση - αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 348-349/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή αλλά υπότροπο. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και μη ορθή εφαρμογή του νόμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1525/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κακαράντζα, περί αναιρέσεως της 241/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1779/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. ζ του ν. 1729/1987, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 του ν. 3161/1993 και ισχύει με τον ΚΝΝ 3459/2006 (ήδη άρθρο 20 του τελευταίου νόμου), προκύπτει ότι ο δράστης των εγκλημάτων της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2900) έως διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι: α) η κατοχή ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίαση τους από το δράστη, ώστε να μπορεί να διαπιστώσει σε κάθε στιγμή την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τις εξουσιάζει πραγματικά και β) μεταφορά είναι η μετακίνηση των ναρκωτικών ουσιών από τόπο σε τόπο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε με πτήση στο Ελληνικό εναέριο χώρο. Προς στοιχειοθέτηση όμως του εγκλήματος της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών απαιτείται η μετακόμιση τους να τελείται προς διευκόλυνση ή πραγματοποίηση της κυκλοφορίας αυτών με οποιαδήποτε αιτία από τόπο σε τόπο. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου (5 του ν. 1729/1987 - ήδη άρθρο 20 του ν. 3459/2006) αν η πράξη έχει τελεσθεί με περισσότερους τρόπους από τους προβλεπόμενους στην προηγούμενη παράγραφο, αφορά όμως την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, στον υπαίτιο επιβάλλεται μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί του δράστη κάποιου από τα εγκλήματα του άρθρου 5 του ν. 1729/1987 περί της συνδρομής στο πρόσωπό της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 24 του ίδιου νόμου (μεταμέλειας) - (βλ. ήδη άρθρο 27 του ν. 3459/2006) και για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Oταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 241/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: Α) κατείχε ποσότητα αποξηραμένης ινδικής κάνναβης συνολικού βάρους 15480 γραμμαρίων. Β) Μετέφερε την ως άνω ποσότητα με το υπ' αριθμ. ... ΔΧΕ αυτοκίνητο (ταξί) του πρώτου κατηγορουμένου από ... στην ..., όπως ομολογεί και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν αποδείχθηκε ότι είναι τοξικομανής ούτε κατείχε την ως άνω ποσότητα προς ιδία αποκλειστική χρήση, αν ληφθεί υπόψη και η μεγάλη ποσότητα αυτής το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό Στρατολογικού Γραφείου Σερρών και η υπ' αριθμ. ... ιατρική βεβαίωση ΓΚΚ Τρικάλων, δεν αποδεικνύουν έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών από τον κατηγορούμενο που δεν μπορεί να αποβάλει με δικές του δυνάμεις, γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν οι ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί του ιδίου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ως πρωτοδίκως, να απορριφθούν δε οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί του περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ και 27 ΚΝΝ (ν. 3459/2006), διότι δεν αποδείχθηκε ότι επέδειξε για μεγάλο χρονικό διάστημα καλή συμπεριφορά, η δε εντός των φυλακών καλή συμπεριφορά επιβεβλημένη και επιτηδευμένη μικρής διάρκειας δεν αρκεί προς τούτο. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 27 ΚΝΝ, αφού πέραν των άλλων, δεν προκύπτει καταδίκη των προσώπων, τα οποία επικαλείται ότι συνέλαβαν τα όργανα της Υποδ/σης Δίωξης Ναρκωτικών ουσιών με δική του πρωτοβουλία". Ακολούθως, το Δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 5 παρ. 1 περ. ζ και παρ. 2 και 4 παρ. 1, 3 πιν. Α περ. 6 του ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 παρ. 1 περ. ζ και παρ. 2 του ν. 3459/2006), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του παρόντος κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω το Δικαστήριο με πλήρη αιτιολογία απέρριψε κατ' ουσίαν τους από το άρθρο 24 του ν. 1729/2987 (ήδη άρθρο 27 του ν. 3459/2006) και το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου με τους οποίους επιχείρησε τον μετριασμό της προβλεπόμενης για τα εγκλήματα που τέλεσε ποινής του, με την ορθή παραδοχή ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη χορήγηση σ' αυτόν κάποιας από τις δύο ως άνω ελαφρυντικές περιστάσεις (μεταμέλεια και σύμπραξης με τις διοικητικές αρχές για την αποκάλυψη δραστών - παραβατών του νόμου περί ναρκωτικών και παραμονή του εκτός φυλακής για μεγάλο χρονικό διάστημα επιδεικνύοντας απλή διαγωγή). Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω δύο αυτοτελών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος και απορριπτέος, κατά το μέρος δε πλήττεται με τον ίδιο ως άνω λόγο η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτό πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-10-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις φυλακές ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 241/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Έννοια κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Απόρριψη ισχυρισμών από τα άρθρο 84 παρ. 2ε ΠΚ και 24 του ν. 1729/1987 (άρθρο 27 του ΚΑΝ 3459/2006) -.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 1524/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ασημακόπουλο και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Πολιτικό, για αναίρεση της 8/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αναγνωστόπουλο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Απριλίου 2008 και 3 Απριλίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1259/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναιρέσεως της πρώτης αναιρεσείουσας και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται στο Δικαστήριο αυτό για συζήτηση: α) η από 14-4-2008 αίτηση-δήλωση αναιρέσεως της Χ1 και 2) η από 3-4-2008 αίτηση του Χ2 με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 8/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκαν αμφότεροι οι ως άνω σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών αντίστοιχα για το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης από κοινού. Οι κρινόμενες αιτήσεις ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει συνεκδικαζόμενες να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό πλημμελήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή τρίτου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή, ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπρατουμένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης υπαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 8/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής Ψ τον Μάρτιο του 1999 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα λόγω κατασκευής πολυώροφης οικοδομής στα ... της ... . Τα ίδια προβλήματα αντιμετώπιζε τότε και ο πατέρας του ΑΑ που κατασκεύαζε άλλη πολυώροφη οικοδομή στο ... της ... . Για το λόγο αυτό ο ανωτέρω μηνυτής αναζητούσε τρόπο χρηματοδότησης. Ο γνωστός του ΑΑ πληροφορηθείς το πρόβλημά του ενημέρωσε αυτόν ότι υπήρχε ένα γραφείο στην ... που θα μπορούσε να τον εξυπηρετήσει ως προς το θέμα της χρηματοδότησης και τον έφερε σε επαφή με την πρώτη κατηγορουμένη, που διατηρούσε γραφείο επί της Λεωφόρου ... αρ. ... . Έτσι τον Μάρτιο του 1999 ο Ψ μετέβη στο ως άνω γραφείο της πρώτης κατηγορουμένης, η οποία του συνεστήθη ως εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "OPTISA INVESTMENT AND CONSULTING AE" με έδρα το ... . Παρευρίσκετο και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος συνεστήθη ως διευθυντής της προαναφερομένης εταιρίας. Και οι δύο κατηγορούμενοι παρέστησαν στον Ψ ότι δήθεν η ανωτέρω εταιρία είχε τη δυνατότητα να τον χρηματοδοτήσει, για να αποπερατώσει ο ίδιος και ο πατέρας του τις ανεγειρόμενες πολυώροφες οικοδομές στα ... και στο ..., αντίστοιχα, με δάνειο ύψους 6.000.000 δολλαρίων. Για το λόγο αυτό ο εγκαλών προσκόμισε στους κατηγορουμένους τα οικονομικά του στοιχεία που του εζήτησαν. Ολίγον αργότερον οι κατηγορούμενοι του ζήτησαν μία εγγυητική επιστολή Ρουμανικής Τράπεζας, διότι δήθεν η χρηματοδότηση του δανείου θα γινόταν μέσω της Ενώσεως Ελβετικών Τραπεζών. Όταν όμως εξασφάλισε και προσκόμισε στους κατηγορουμένους την επιστολή αυτή, οι τελευταίοι παρέστησαν ότι έχουν άλλο συνεργάτη της εταιρίας τους στη ..., τον ΒΒ, ο οποίος είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και δυνατότητα να τον χρηματοδοτήσει και ότι έπρεπε όμως ο εγκαλών να καταβάλει το ποσό των 250.000 δολλαρίων ΗΠΑ ως προμήθεια για το δάνειο των 6.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ. Όταν ο εγκαλών τους είπε ότι δεν έχει τόσα χρήματα να τους δώσει αλλά μόνο 200.000 δολλάρια ΗΠΑ, οι κατηγορούμενοι το δέχθηκαν και ο εγκαλών πείστηκε να τους καταβάλει δια του πατρός του ΑΑ στο ... την 6-9-1999 το ποσό των 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ. Το ποσό αυτό το παράλαβε ο ανωτέρω ΒΒ στο ... από τον πατέρα του εγκαλούντος, κατόπιν εντολής του τελευταίου και το ιδιοποιήθηκαν παράνομα οι κατηγορούμενοι, όπως προέβλεπαν τα σχέδιά τους. Μάλιστα για να άρουν κάθε δισταγμό του εγκαλούντος και να τους καταβληθεί το πιο πάνω ποσό και να το παραδώσει ο πατέρας του στον ΒΒ στο ..., η πρώτη κατηγορουμένη Χ1 υπέγραψε στην ... μία απόδειξη με ημερομηνία 6-9-1999 ότι έλαβε την ίδια ημερομηνία δια χειρός του ΒΒ στο ... το ποσό των 200.000 δολ. από τον πατέρα του εγκαλούντος ΑΑ ως δήθεν άτοκο δάνειο το οποίο όφειλε να επιστρέψει. Στη συνέχεια με ημερομηνία 18-9-1999 στην ... υπογράφτηκε ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της κατηγορουμένης Χ1 ως νόμιμης εκπροσώπου της εταιρίας "OPTISA INVESTMENT & CONSULTING AE" και του εγκαλούντος Ψ , βάσει του οποίου η ως άνω εταιρία αναλαμβάνει να χρηματοδοτήσει τον εγκαλούντα με το ποσό των 6.000.000 δολλ. ΗΠΑ με έξι (6) ισόποσες τμηματικές μηνιαίες καταβολές, αρχής γενομένης από 29-10-1999 και καθέκαστο μήνα των υπολοίπων μέχρι 31-3-2000. Όμως αν και παρήλθε η ως άνω εναρκτήρια ημεροχρονολογία καταβολής των δόσεων καμία δόση δεν καταβλήθηκε από την εταιρία των κατηγορουμένων, ούτε και ουδέποτε καταβλήθηκε κάποια δόση, ούτε και επεστράφη ποτέ το παραπάνω καταβληθέν ποσό των 200.000 δολ. ΗΠΑ. Και τούτο διότι τα παραπάνω γεγονότα, ότι δηλαδή η ανωτέρω εταιρία είχε τη δυνατότητα χρηματοδοτήσεως του εγκαλούντος καθώς και ότι ο ΒΒ είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και επίσης δυνατότητα χρηματοδοτήσεως, τα οποία γεγονότα αμφότεροι οι κατηγορούμενοι παρέστησαν ως αληθή, ήταν ψευδή, καθόσον ούτε η ως άνω εταιρία είχε τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει τον εγκαλούντα με το προαναφερόμενο ποσό, αλλά ούτε και ο ΒΒ είχε αυτή τη δυνατότητα, δεδομένου μάλιστα ότι αυτός την εποχή εκείνη ήταν έγκλειστος στις φυλακές της ... . Συνέπεια των ψευδών αυτών παραστάσεων ήταν να παραπειστεί ο Ψ και να τους καταβάλει το ποσό των 200.000 δολλ. ΗΠΑ, με αποτέλεσμα να αποκομίσουν το εξ αυτού παράνομο περιουσιακό όφελος, όπως είχαν σκοπό, το οποίο και καρπώθηκαν και κατά το οποίο μειώθηκε η περιουσία του εγκαλούντος, λόγω ακριβώς των ανωτέρω παραπλανητικών ενεργειών τους. Το ποσό δε αυτό υπερβαίνει το ποσό των 2.500.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Εάν ο μηνυτής γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δηλαδή ότι η ως άνω εταιρία και οι συνεργάτες της δεν είχαν τη δυνατότητα να τον χρηματοδοτήσουν με το πιο πάνω ποσό και δεν παραπλανήτο δεν θα είχε πειστεί και δεν θα κατέβαλε το ποσό των 200.000 δολλ. ΗΠΑ για δήθεν έξοδα και προμήθεια του υπό έγκριση δανείου και δεν θα είχε ζημιωθεί. Για όλα αυτά σαφείς και με λόγο γνώσεως είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, από τους οποίους ο ένας είναι ο παθών και ο άλλος ο ΑΑ, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, συνέστησε τον πρώτο στην πρώτη κατηγορουμένη και παραβρέθηκε μάλιστα στην πρώτη συνάντησή τους. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία και ειδικότερα η πρώτη ισχυρίζεται ότι και αυτή την παραπλάνησε ο ΒΒ, ο οποίος παραπλάνησε και τον εγκαλούντα για να του καταβάλει το ποσό των 200.000 δολ. ΗΠΑ. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον στις ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της ιδίας και του δεύτερου κατηγορουμένου βασίστηκε ο εγκαλών και μέσω του πατέρα του προέβη σ' αυτή την καταβολή. Εξάλλου η ίδια η πρώτη κατηγορούμενη υπέγραψε την από 6-9-1999 απόδειξη, δεχόμενη ότι αυτή δια χειρός του ΒΒ έλαβε το ποσό των 200.000 δολλ. ΗΠΑ. Μάλιστα ουδέποτε αμφισβήτησε την υπογραφή της στην απόδειξη αυτή, ενώ αν δεν υπέγραφε την απόδειξη ο εγκαλών δεν θα κατέβαλε τα χρήματα. Εδώ ας σημειωθεί ότι όπως αποδείχθηκε οι κατηγορούμενοι από την πρώτη συνάντησή τους με τον εγκαλούντα βεβαίωσαν αυτόν ότι μπορούσαν να του εξασφαλίσουν της ως άνω χρηματοδότηση. Επομένως, οι υποσχέσεις περί την χρηματοδότηση συνοδεύονταν και από ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονταν στο παρόν, όπως ότι η εταιρία και οι συνεργάτες της είχαν τη δυνατότητα χρηματοδότησης, και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως και δυνατότητας των δραστών κατηγορουμένων που είχαν ήδη λάβει την πρόθεση να μην εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους. Επομένως, υπάρχει γεγονός υπό την έννοια του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 1352/2000 ΠΧ ΝΑ'513). Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 ισχυρίζεται ότι αυτός διατηρούσε απλώς φιλικές σχέσεις με την πρώτη κατηγορουμένη και ότι πήγαινε περιστασιακά στα γραφεία της εταιρίας για να φτιάχνει τα κομπιούτερ της. Ο ισχυρισμός του β' κατηγορουμένου δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος γνώριζε όλα τα σχετικά με την δραστηριότητα της πρώτης κατηγορουμένης, γνώριζε ότι ο εγκαλών ενδιαφερόταν για χρηματοδότηση και μάλιστα συστήθηκε σ' αυτόν ως διευθυντής της εταιρίας, κατήρτιζε τα έγγραφα της εταιρίας, κατήρτισε και το συμφωνητικό της χρηματοδότησης του Ψ και μάλιστα το Νοέμβριο του 1999 μετέβη στη Γερμανία ως διευθυντής της εταιρίας, για να παραδώσει φάκελο στον ABAY. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, χορηγηθεί δε στον δεύτερο κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (αρ. 84 παρ. 2 α ΠΚ). Αντίθετα το αίτημα της κατηγορουμένης για χορήγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ πρέπει να απορριφθεί, καθόσον μετά την πράξη παραμένει στις φυλακές". Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε αμφότέρους τους αναιρεσείοντες ενόχους κακουργηματικής απάτης από κοινού και επέβαλε κατά τα ανωτέρω, στην μεν πρώτη αυτών ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών, στο δε δεύτερο αυτών ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, επιπλέον δε υποχρέωσε καθένα των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων να καταβάλει στον εγκαλούντα πολιτικώς ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του. 'Ετσι κρίνοντας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε αυτά στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45 και 386 παρ. 1 και 3 β του ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει στο αιτιολογικό του με σαφήνεια και χωρίς καμμία αντίφαση σε τι συνίστανται οι ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων προς τον εγκαλούντα, προσδιορίζοντας μάλιστα τι καθένας αυτών ενήργησε σε βάρος του εγκαλούντος για να τον εξαπατήσει και παραδώσει σ' αυτούς το ποσό των 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ. Επίσης, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο τους και τον περαιτέρω σκοπό τους να αποκομίσουν από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με το ποσό των 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ που κατέβαλε σ' αυτούς ο εγκαλών κατά τον προμνημονευόμενο τρόπο, δεν απαιτείτο δε να προσδιορισθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση ποίο ποσό τελικά ωφελήθηκε καθένας των αναιρεσειόντων-συγκατηγορουμένων στο έγκλημα της ως άνω κακουργηματικής πράξης της απάτης για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι. Εξάλλου η αιτίαση των αναιρεσειόντων περί εξαπάτησης και αυτών από τον αλλοδαπό ΒΒ, είναι απαράδεκτη, καθόσον με αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας που δέχθηκε τον κοινό δόλο αυτών να εξαπατήσουν τον εγκαλούντα με δικές τους ψευδείς παραστάσεις. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί συμμετοχής του στο ως άνω κακούργημα ως απλός συνεργός και όχι ως συναυτουργός δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικώς της σε βάρος του κατηγορίας και επομένως αιτιολογείται η απόρριψή του με την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο σκεπτικό αυτής για την ενοχή του ως συναυτουργού, όπου προσδιορίζονται και οι δικές του ενέργειες που συντέλεσαν στην εξαπάτηση του εγκαλούντος Ψ. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε λόγοι της ένδικης αίτησης αναιρέσεως του Χ2, με τους οποίους πλήττεται μόνο απ' αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής, κατά το μέρος που αναφέρεται στην καταδίκη αυτού ως συναυτουργού στην ως άνω πράξη της κακουργηματικής απάτης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η αναγνώρισή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' ΚΠΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώστηκε. Τα στοιχεία δε αυτά δεν είναι ανάγκη να συμπίπτουν με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του, που ενδεχομένως περιλαμβάνει και τον συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, μεταξύ άλλων εγγράφων που φέρονται στα πρακτικά (σελίδα 9 αυτών) ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο περιλαμβάνεται υπ' αριθμ. 2 "Η από 6-6-1999 απόδειξη 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ". Υπό τα αναφερόμενα στοιχεία του ως άνω εγγράφου που φέρεται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκε, είναι επαρκή, ώστε να μη καταλείπεται καμμία αμφιβολία για την ταυτότητά του, παρά την ελλιπή αναφορά του συντάκτη της και του λήπτη της εν λόγω απόδειξης, καθόσον δεν αμφισβητήθηκε από κανένα διάδικο και ιδιαίτερα από τον αναιρεσείοντα Χ2 ότι άπαξ έγινε παράδοση του ανωτέρω χρηματικού ποσού από τον εγκαλούντα - πολιτικώς ενάγοντα προς την πρώτη αναιρεσείουσα, ενόψει της απατηλής παράστασης αμφοτέρων των αναιρεσειόντων για τη διαμεσολάβηση τους στη χρηματοδότησή του με το ποσό των 6.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ. Επιπλέον το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι το ανωτέρω ποσό των 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ δόθηκε ως άτοκο δάνειο από τον εγκαλούντα προς την αναιρεσείουσα. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Χ2 εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ του ανεπαρκούς προσδιορισμού της ταυτότητας του παραπάνω εγγράφου, που αναγνώσθηκε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος και όσον αφορά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού αμφοτέρων των αναιρεσειόντων περί συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ, δηλονότι του ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πιο πάνω πράξη ισχυριζόμενοι ότι απορρίφθηκε με ελλιπή αιτιολογία, πλήττοντας έτσι την προσβαλλόμενη απόφαση για τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, μάλιστα δε η πρώτη αναιρεσείουσα αποκλειστικά μόνο κατά τούτο, πρέπει να λεχθούν τα εξής: α) ο αναιρεσείων Χ2, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρόβαλε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό κατά τρόπο αορίστως και συγκεκριμένα αυτός ισχυρίστηκε "... Σε περίπτωση ενοχής να δικασθεί για απλή συνέργεια με τα ελαφρυντικά 84 παρ,. 2 α και ε' ΠΚ" (βλ. σελ. 15 των πρακτικών). Το Δικαστήριο της ουσίας, καίτοι δεν είχε υποχρέωση, να απαντήσει επί του πρόδηλα αορίστου ισχυρισμού αυτού και μάλιστα αιτιολογημένα, αυτό τον απέρριψε ως αβάσιμο (βλ. σελ. 39 των πρακτικών).
Εξάλλου και όσον αφορά την απόρριψη του ίδιου ισχυρισμού της πρώτης αναιρεσείουσας, πρέπει να αναφερθεί ότι μόνο η μνεία ότι συμπεριφέρθηκε για σχετικά μεγάλο διάστημα, κατά το οποίο είναι κρατουμένη δεν αρκεί για να καταστήσει τον εν λόγω ισχυρισμό ορισμένο και ερευνητέο κατά ουσίαν, καθόσον η συμπεριφορά της στη δικαστική φυλακή δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησής της αλλά προϊόν φόβου και καταναγκασμού. Ειδικότερα με την μνεία από την αναιρεσείουσα στο σχετικό σημείωμά της που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και κατά την ανάπτυξη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της που την εκπροσώπησε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, στο οποίο δεν παρέστη η ίδια, ότι καθόλο το διάστημα της κράτησής της στις γυναικείες Φυλακές ... από της 3-5-2004 μέχρι την εκδίκαση της έφεσής της (7-1-2008) έχει επιδείξει καλή διαγωγή, ότι δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά, ότι διατηρεί καλές σχέσεις με τις συγκρατούμενές της και το προσωπικό της φυλακής, ότι ασχολείται με τη ζωγραφική, με την επισήμανση ότι κατά το έτος 2006 βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο στην Πανελλήνια Έκθεση Χειροτεχνίας Κρατουμένων και ότι ολοκλήρωσε με επιτυχία το εκπαιδευτικό πρόγραμμα σχετικά με την πληροφορική που πραγματοποιήθηκε από το Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων (βλ. 3-4 σελίδες των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης) δεν καθίσταται ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός της ορισμένος, αφού όλα αυτά τα περιστατικά αναφέρονται σε συμπεριφορά και δραστηριότητές της αποκλειστικά μέσα στη φυλακή, χωρίς όμως να γίνεται επίκληση ότι από αυτά και μόνο παρέχεται η βεβαιότητα ότι αυτή διαμόρφωσε πλέον έτσι το χαρακτήρα της με την παραμονή της στη φυλακή για 3,5 έτη περίπου, για να συμπεριφέρεται καλά και εκτός φυλακής και ότι θα διάγει βίο καθ' όλα έντιμο, υπό καθεστώς ελεύθερης ζωής, με δική της επιλογή, χωρίς να επηρεάζεται πλέον αρνητικά από έξεις και ροπές της και αίτια που την οδήγησαν στη φυλακή. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί του ως άνω αορίστου αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, εκ περισσού δε αυτό με λιτή αλλά σαφή αιτιολογία τον απέρριψε. Μετά από αυτά είναι απορριπτέος ο μοναδικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως της Χ1. Συνακόλουθα δε όλων των προαναφερομένων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος παραδεκτός για έρευνα της κρινόμενης αίτησης του Χ2, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες α) στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και β) στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Απριλίου 2008 αίτηση της Χ1 και την από 3 Απριλίου 2008 αίτηση του Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες: α) στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα απ' αυτούς και β) στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική απάτη από κοινού. Απόρριψη αιτήσεων αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και για μη ορθή εφαρμογή του νόμου. Ταυτότητα αναγνωσθέντων εγγράφων. Πότε είναι επαρκής ο προσδιορισμός τους. Πότε είναι νόμιμοι και ορισμένοι οι ισχυρισμοί περί ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 §§ 2α και 2ε ΠΚ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.
| 2
|
Αριθμός 1523/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κωνσταντίνου, για αναίρεση της 6937/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1308/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παραγρ. 1 του άρθρου 1 του αν. ν. 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παραγ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 33 του ν. 3346/2005, που ορίζει ότι για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του αν. νόμου 86/1967, απαιτείται το ποσόν των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων και υπερβαίνει συνολικώς τα 2.000 ευρώ, προκύπτει ότι : α) το όριο των 2.000 ευρώ αναφέρεται στο συνολικό ποσόν των κατά περίπτωση εισφορών, εργοδοτικών ή εργατικών, αφού πρόκειται για δύο αυτοτελή εγκλήματα, η αντικειμενική υπόσταση των οποίων συγκροτείται από διαφορετικά περιστατικά, β) αν το συνολικώς οφειλόμενο ποσόν εισφορών, εργοδοτικών ή εργατικών, είναι μικρότερο των 2.000 ευρώ, δεν θεμελιώνεται αξιόποινη πράξη μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών ή παρακρατήσεων εργατικών εισφορών, γ) η εν λόγω διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού απαιτεί επιπροσθέτως η οφειλή να υπερβαίνει το ποσόν των 2.000 ευρώ και επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τη θέση της σε ισχύ, στις 17-6-2005 και δ) το συνολικό ποσόν της οφειλής προσδιορίζεται από το συνολικό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο υπόχρεος καθυστερεί την καταβολή των εισφορών και όχι το ύψος της κατά μήνα οφειλής.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 6937/2008 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, οι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 έως και 1-4-2004 ως εργοδότες επιχείρηση οικοδομοτεχνικού έργου και δη της εταιρίας με την επωνυμία "MODULUS Επιπλοδημιουργίες ΑΕ" και ειδικότερα ως πρόεδρος και δ/νων σύμβουλος ο Χ1 και αντιπρόεδρος ο Χ2 του Δ.Σ. αυτής, έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-2002 έως 28-2-2004 στην εν λόγω επιχείρηση τους προσωπικό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αντί αμοιβής, το οποίο προσωπικό ασφαλίζεται στο ΙΚΑ προς το οποίο έπρεπε να καταβάλουν για την ασφάλισή του τις παρακάτω ασφαλιστικές εισφορές (μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα του ως άνω χρονικού διαστήματος, στο οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία) δεν κατέβαλαν, υπό τις ως άνω ιδιότητές τους, στον παραπάνω Οργανισμό ασφαλιστικές εισφορές ύψους 61.760,70 ευρώ συνολικά για τις οποίες συντάχθηκε η ΠΕΕ ..., ποσό από το οποίο 41.173,78 ευρώ αφορούσε βαρύνουσες τους ίδιους εισφορές (εργοδοτικές) ενώ 20.586,92 ευρώ αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων στην επιχείρησή τους κατά το ως άνω διάστημα, τις οποίες παρακράτησαν με σκοπό να τις αποδώσουν στον άνω Οργανισμό και δεν τις κατέβαλαν κατά τον προαναφερθέντα χρόνο που έγιναν απαιτητές (εργατικές) γενόμενοι με τον τρόπο αυτό υπαίτιοι για υπεξαίρεση του ποσού αυτού.
Συνεπώς πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για τις πράξεις τους αυτές με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 β ΠΚ, αφού αυτές τέλεσαν λόγω των οικονομικών προβλημάτων, τα οποία αντιμετώπιζε η επιχείρησή τους, συνεπεία των οποίων ήδη έχει διακόψει την άνω επιχειρηματική της δραστηριότητα, ήτοι από μη ταπεινά αίτια". Ακολούθως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, επέβαλε σε καθένα απ' αυτούς συνολική ποινή φυλακίσεως 7 μηνών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του αν. ν. 86/1967 και 33 του ν. 3346/2005, με το να καταδικάσει τους δύο αναιρεσείοντες για μη καταβολή εργοδοτικών εισφορών, αφού το σύνολο των εν λόγω εργοδοτικών εισφορών που δέχθηκε ως οφειλόμενες, το οποίο και λαμβάνεται υπόψη κατά τα εκτεθέντα και όχι το ποσόν της οφειλής κάθε μήνα, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, υπερβαίνει τα 2.000 ευρώ, ανερχόμενο σε 41,173,78 ευρώ. Το ίδιο ισχύει και για τη μη καταβολή από τους αναιρεσείοντες των οφειλομένων στο ΙΚΑ εργατικών εισφορών, αφού και αυτές συνολικά υπερέβαιναν το ποσό των 2.000 ευρώ, ανερχόμενες στο ποσό των 20.586,92 ευρώ. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-6-2008 αίτηση-δήλωση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6937/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει καθένα αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη έγκαιρη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για μη έγκαιρη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Ορθή εφαρμογή από το Δικαστήριο της ουσίας του άρθρου 33 του ν. 3346/2005.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
Αριθμός 1521/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, για αναίρεση της 1230-1231/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1906/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (ήδη άρθρο 20 παρ. 1 περ. β' και ζ' του κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά-ΚΝΝ 3459/2006), με την κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2.900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται όποιος, εκτός των άλλων περιπτώσεων, αγοράζει ή κατέχει ναρκωτικά. Για τη θεμελίωση της αγοράς ναρκωτικών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα, γιατί ο νομικός όρος "αγορά" είναι τόσο εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά. Περαιτέρω με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 1729/1987, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση του με άρθρο 2 παρ. 15 β' του ν. 2479/1997, "με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή 10.000.000 δραχμών μέχρι 200.000.000 δραχμών τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του παρόντος νόμου που ενεργεί κατ' επάγγελμα ..."(ήδη άρθρο 23 του ν. 3459/2006 που προβλέπει ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή από 29412 έως 588235 ευρώ για τον κατ' επάγγελμα παραβάτη του άρθρου 20 του νόμου αυτού). Για τη στοιχειοθέτηση δε της κατ' επάγγελμα τελέσεως κάποιου εγκλήματος απαιτείται κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, όπως συμβαίνει στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (98 ΠΚ) όπου πρόκειται περί μορφής, πραγματικής ομοειδούς συρροής ή η διαπίστωση του σκοπού από την ύπαρξη συγκεκριμένης αξιολογικής υποδομής, από την οποία να γίνεται καταφανής ο σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος μέσω της επανειλημμένης τελέσεως. Έτσι και μία μεμονωμένη πράξη μπορεί να αξιολογηθεί ως κατ' επάγγελμα τελεσθείσα, αλλά εφόσον αποδεικνύεται ότι τελέσθηκε όχι ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου και η ύπαρξη αυτής της ειδικής κατά περίπτωση αξιολόγησης υποδομής για την επανειλημμένη τέλεση της κατά τρόπο που να εξασφαλίζει εισόδημα στο δράστη. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός του παραβάτη του νόμου περί ναρκωτικών περί της ιδιότητας του ως τοξικομανούς ατόμου, ή για αναγνώριση στο πρόσωπο αυτού (κατηγορουμένου) ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι, αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1230-1231/2008 αποφάσεώς του τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Όπως και ο κατηγορούμενος ομολόγησε αυτός με περισσότερες πράξεις που ενήργησε με πρόθεση και κατ' εξακολούθηση στη Θεσσαλονίκη αγόρασε και κατείχε κατά το από 5-10-2004 έως 26-8-2005 χρονικό διάστημα ναρκωτικές ουσίες, τις πράξεις του δε αυτές ενεργούσε κατ' επάγγελμα και χωρίς να είναι τοξικομανής. Ειδικότερα αυτός κατά το ως άνω χρονικό διάστημα κατόπιν τηλεφωνικών παραγγελιών και επανειλημμένων συναντήσεων με τον Σ1 αγόρασε κατ' επανάληψη από αυτόν και εν συνεχεία κατείχε, δηλαδή είχε στη φυσική εξουσίασή του ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους, και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά, τις αναφερόμενες ειδικότερα στο διατακτικό επιμέρους ποσότητες μεταλλαγμένης κάνναβης (SKUNK), συνολικού βάρους 4190 γραμμαρίων (4 κιλών και 190 γραμμαρίων). Ως τίμημα αυτός κατέβαλε το ποσό των 10 ευρώ ανά γραμμάριο και συνολικά το ποσό των 41.190 ευρώ. Λόγω της μεγάλης ποσότητας των ως άνω ναρκωτικών ουσιών, οι οποίες αφορούσαν όχι απλώς ακατέργαστη κάνναβη αλλά μεταλλαγμένη τοιαύτην, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αυτές προορίζοντο για να εξυπηρετήσουν αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες, Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μεταβολής της κατηγορίας σε παράβαση του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 1729/1987 (πλημμέλημα προμήθειας και κατοχής ναρκωτικής ουσίας αποκλειστικά για δική του χρήση). Αντίθετα αποδείχθηκε, από την ποσότητα των ως άνω ναρκωτικών, την ανεύρεση μικροσκοπικής ζυγαριάς - μπρελίκ κλπ, ότι την ως άνω ποσότητα ο κατηγορούμενος προόριζε για εμπορία. Ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των ως άνω πράξεών του, που αφορούσαν την ίδια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, με την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης αυτών, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση των ως άνω πράξεων, και από την υποδομή που είχε σχηματίσει ο κατηγορούμενος (εφοδιασμό του με ζυγαριά, μακρόχρονη συνεργασία του με τον Σ1 κλπ) προκύπτει σκοπό του για πορισμό εισοδήματος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αυτός είναι τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 1729/1987 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, αφού, όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα από 2-9-2009 ιατροδικαστική έκθεση του Αναπληρωτή Καθηγητή της Ιατροδικαστικής του Α.Π.Θ ...., ο κατηγορούμενος δεν δύναται να χαρακτηριστεί ως τοξικομανής. Στον κατηγορούμενο πρέπει να αναγνωριστεί η συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός επέδειξε ειλικρινή μετάνοια συνεργασθείς με τα Αστυνομικά Όργανα για τη σύλληψη του προμηθευτή του....".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2 περ. δ' και 98 ΠΚ, 4 παρ. 1, 3 πιν. Α' περ. 6, 5 παρ. 1 περ. Β' και ζ' και παρ. 2 και 8 του ν. 1729/1987, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το ως άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσίας με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης αυτών. Επίσης με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του ότι αυτός είναι τοξικομανής και ότι στην ποσότητα των 4.190 γραμμαρίων μεταλλαγμένης κάνναβης προμηθεύτηκε αποκλειστικά για δική του χρήση και όχι προς εμπορία. Επομένως, οι τα αντίθετα διαλαμβάνοντες σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως (ο δεύτερος κατ' εκτίμηση του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 504 παρ. 3, 492, 373, 310 παρ. 2, 463 και 476 ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι, κατά το μέρος της ποινικής αποφάσεως σχετικά με την απόδοση ή δήμευση των κατασχεθέντων κατά την προδικασία πραγμάτων, επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως στον κατηγορούμενο, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον τρίτο, του οποίου τις αξιώσεις επί των κατασχεθέντων πραγμάτων έκρινε η απόφαση. Ακόμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του ν. 2161/1993 (ήδη άρθρο 37 του ν. 3459/2006), σε περίπτωση καταδίκης για παράβαση των άρθρων 5 έως και 9 του νόμου αυτού, το Δικαστήριο διατάσσει τη δήμευση όλων των πραγμάτων που προήλθαν από την πράξη, του τιμήματος τους. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ρυθμίσεις της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών και ιδία εκείνες του άρθρου 5 αυτού αναφορικά με τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων, Περαιτέρω, η επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, όπως ήδη έχει προαναφερθεί λόγο αναιρέσεως της, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα, απαιτείται να περιλαμβάνει, στην περίπτωση που διατάσσεται με την απόφαση η δήμευση των κατασχεθέντων, και τις σκέψεις με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, με αναφορά στη συγκεκριμένη διάταξη που την προβλέπει, ότι συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση για να δημευθούν τα κατασχεθέντα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1230-1231/2008 απόφαση του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως αποδεικτικών μέσων, αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών (μεταλλαγμένης ινδικής κάνναβης) κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, χωρίς να είναι τοξικομανής, ήτοι για πράξεις περιλαμβανόμενες τα άρθρα 5 και 8 του ν. 1729/1987 (άρθρα 20 παρ. 1 και 23 του ν. 3459/2006), και αφού τον καταδίκασε γι' αυτές σε ποινή κάθειρξης δώδεκα ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, διέταξε περαιτέρω τη δήμευση των κατασχεθέντων κατά την προδικασία: 1)ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου με αριθμ. κυκλοφορίας ... και με τι λοιπά χαρακτηριστικά στοιχεία του που αναφέρονται σ' αυτήν, 2)μία μηχανική ζυγαριά ακριβείας, 3)το χρηματικό ποσό των 650 ευρώ, 4)ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ με την κάρτα SIM και αριθμ. κλήσης .... και 5)τέσσερα δελτία καταθέσεως χρηματικών ποσών 900, 1100, 1800 και 900 ευρώ αντίστοιχα στο όνομα Σ1, με βάση τις αναφερόμενες στην απόφαση διατάξεις του ν. 1729/1987 και 373 ΚΠΔ και αφού προηγουμένως έδωσε τον λόγο στην Εισαγγελέα και στο συνήγορο του αναιρεσείοντος (Βλ. σελ. 15 πρακτικών). Για τη δήμευση όλων αυτών των πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένων του χρηματικού ποσού των 650 ευρώ, του κατασχεθέντος ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου και του κινητού τηλεφώνου, ειδικότερα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: "Επειδή, πρέπει να διαταχθεί η δήμευση ή απόδοση, καταστροφή των κατασχεθέντων (άρθρα 19, 20 Ν. 1729/1987, όπως ισχύει, άρθρο 373 ΚΠΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι το ποσό των 650 ευρώ, τα προμνημονευόμενα ΙΧΕ αυτοκίνητο και κινητό τηλέφωνο προήλθαν από την τέλεση των παραπάνω πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων ή χρησιμοποιήθησαν για την τέλεση αυτών, με την επισήμανση ότι κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της πώλησης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα ναρκωτικών και ότι δεν καθίσταται σαφές από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης κατά ποιο τρόπο και με βάση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε ειδικότερα το Εφετείο ότι το παραπάνω χρηματικό ποσό των 650 ευρώ αποτελεί προϊόν των εγκλημάτων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών από τον αναιρεσείοντα και όχι τμήμα της πώλησης ναρκωτικών ουσιών, πράξη για την οποία αυτός αθωώθηκε. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ σχετικός (τρίτος) λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει ως προς τη διάταξη αυτής περί δημεύσεως μόνο των ως άνω τριών (3) πραγμάτων (γι' αυτά μόνο ζητείται η αναίρεση της σχετικής διάταξης της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο καθόσον αφορά τη διάταξη αυτής με την οποία διατάχθηκε και η δήμευση των ως άνω μνημονευομένων πραγμάτων (χρηματικού ποσού 650 ευρώ, ΙΧΕ αυτοκινήτου και κινητού τηλεφώνου) και να παραπεμφθεί κατά το μέρος αυτό η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ) απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 1230-1231/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και δη μόνο ως προς τη διάταξη αυτής με την οποία διατάχθηκε η δήμευση : α)του χρηματικού ποσού των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ, β)του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, με αριθμ. πλαισίου ..., αριθμ. κινητήρα ...., εργοστασίου κατασκευής NISSAN, μοντέλου ALMERA με αριθμό θυρών (3) και χρώματος πρασίνου και γ)ενός κινητού τηλεφώνου μάρκας ΝΟΚΙΑ με την κάρτα SIM και αριθμ. κλήσης ... που κατασχέθηκαν ως κατεχόμενα από τον αναιρεσείοντα και για την οποία κατάσχεση συντάχθηκαν οι από 29-8-2005 σχετικές εκθέσεις κατάσχεσης του Α/Β ...της Δ/νσης Ασφαλείας Θεσσαλονίκης Υποδ/σης Δίωξης Ναρκωτικών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά την από 7-11-2008 αίτηση-δήλωση του Χ1 κατοίκου .... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή .... κατά της υπ' αριθμ. 1230-1231/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Κατ' επάγγελμα τέλεση αυτών. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης εν μέρει κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Δεκτή εν μέρει αίτηση αναίρεσης ως προς τη διάταξη δήμευσης αντικειμένων χωρίς να είναι προϊόντα ή μέσα των εγκλημάτων αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Δήμευση.
| 0
|
Αριθμός 1520/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βασιλειάδου-Παχουλή, περί αναιρέσεως της 2530/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1760/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτούς ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 2530/2008 αποφάσεως του, το οποίο ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"... Στη ... στις 30-11-2004, χρόνος κατά τον οποίο θεωρήθηκε η σχετική έκθεση ελέγχου του διενεργήσαντος τον έλεγχο Σ.Δ.Ο.Ε Θεσσαλίας και που αποτελεί την έναρξη της παραγραφής του διωκομένου εγκλήματος κατ' άρθρο 2 και 8, 9 του Ν.2954/2001 διαπιστώθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 10-1-2002 έως και 17-11-2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος τέλεσε το αδίκημα της φοροδιαφυγής. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και στους κατωτέρω αναφερόμενους ειδικότερα χρόνους με την ιδιότητά του ως εμπόρου της ατομικής επιχείρησης με την επωνυμία "Χ, ΕΜΠΟΡΙΑ ΧΑΡΤΙΚΩΝ -ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ" με έδρα τη ..., ... και Α.Φ.Μ ...,εξέδωσε προς την επιχείρηση "ΑΑ" με αντικείμενο εργασιών "ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ - ΦΥΛΑΞΗΣ" έδρα τη ... και Α.Φ.Μ ... τα κατωτέρω φορολογικά στοιχεία, συνολικής καθαρής αξίας 976.270,25 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α 175.728,65 ευρώ.
Οικονομικό έτος 2002
1.Τιμολόγιο Πώλησης Νο ...καθαρής αξίας 11.600,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής ...
2.Τιμολόγιο Πώλησης Νο ... καθαρής αξίας 12.400,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής Νο ...
3.Τιμολόγιο Πώλησης Νο ... καθαρής αξίας 12.600,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής Νο ...
4.Τιμολόγιο Πώλησης Νο ... καθαρής αξίας 12.300,00.ευρώ πλέον Φ.Π.Α. με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής Νο ...
5.Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 11.870,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
6. Τιμολόγιο Πώλησης Νο ... καθαρής αξίας 13.450.00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α, με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής Νο ...
7. Δελτίο Αποστολής -Τιμολόγιο Νο ...καθαρής αξίας 13.600,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
8. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.400,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
9. Τιμολόγιο Πώλησης Νο ... καθαρής αξίας 12.907,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής Νο ...
10. Τιμολόγιο Πώλησης Νο ... καθαρής αξίας 13.068,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής Νο ...
11. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.940,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
12. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.694,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
13. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.711,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
14. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.698,50 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
15. Τιμολόγιο Πώλησης Νο ... καθαρής αξίας 12.694,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής Νο ...
16. Τιμολόγιο Πώλησης Νο ... καθαρής αξίας 12.711,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής Νο ...
17. Τιμολόγιο Πώλησης Νο ... καθαρής αξίας 12.698,50 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής Νο ...
18. Τιμολόγιο Πώλησης Νο ... καθαρής αξίας 12.694,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής Νο ...
19. Τιμολόγιο Πώλησης Νο ... καθαρής αξίας 12.711,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής Νο ...
20. Τιμολόγιο Πώλησης Νο ... καθαρής αξίας 12.700,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής Νο ...
21. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.711,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
22. Τιμολόγιο Πώλησης Νο ... καθαρής αξίας 12.040,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής Νο ...
23. Τιμολόγιο Πώλησης Νο ... καθαρής αξίας 12,594,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής Νο ...
24. Τιμολόγιο Πώλησης Νο ... καθαρής αξίας 12.396,75 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής Νο ...
25. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.711,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
26. Τιμολόγιο Πώλησης Νο ... καθαρής αξίας. 12.700,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. με το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής Νο ...
27. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.698,50 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
28. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.690,10 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
29. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12,636,60 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
30. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.711,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
31. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,60 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
32. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,60 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
33. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.698,50 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
34. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.711,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
35. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,60 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
36. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,60 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
37. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.690,10 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
38. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,60 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
Συνολική καθαρή αξία καταχωρηθέντων τιμολογίων στα βιβλία του λήπτη το έτος 2002: 481.018,55 ευρώ.
EΤΟΣ 2003
1. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.711,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ
2. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.698,50 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
3. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,60 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
4. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.711,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
5. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.698,50 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
6. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,60 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
7. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,60 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
8. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.698,50 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
9. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.690,10 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
10. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.86,60 ευρώ πλέον
11. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,60 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
12. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,60 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
13. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.709,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
14. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.711,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
15. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,60 ευρώ πλέον Φ.Π.Α
16. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.709,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
17. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
18. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,60 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
19. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,60 ευρώ πλέον ΦΠΑ
20. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.698,50 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
21. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12,709,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
22. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.709,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
23. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,60 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
24. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.709,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
25. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,60 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
26. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.711,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
27. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.709,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
28. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.698,50 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
29. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.656,50 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
30. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.709,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
31. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.709,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
32. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,60 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
33. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.709,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
34. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.709,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
35. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.686,50 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
36. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.711,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
37. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.709,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
38. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.711,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
39. Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Νο ... καθαρής αξίας 12.709,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
Συνολική καθαρή αξία καταχωρηθέντων τιμολογίων στα βιβλία του λήπτη το έτος 2003: 495.251,70 ευρώ.
Όλα τα ανωτέρω τιμολόγια και δελτία αποστολής ήταν εικονικά, διότι ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν οι περιγραφόμενες σε αυτά συναλλαγές, γεγονός το οποίο ο κατηγορούμενος εγνώριζε και παρά ταύτα τα εξέδωσε με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης.
Ειδικότερα, εκτός από όσα αναφέρθηκαν ήδη, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στη διάρκεια των ετών 2002 και 2003 ο κατηγορούμενος, Χ, κάτοικος ..., διατηρούσε ατομική επιχείρηση με την επωνυμία Χ-ΕΜΠΟΡΙΑ ΧΑΡΤΙΚΩΝ-ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ, η οποία έδρευε στην πόλη της ..., στην οδό ... αριθμ. ..., και είχε ως αντικείμενο την εμπορία χαρτικών και πλαστικών αντικειμένων. Στη διάρκεια του Νοεμβρίου 2004 διενεργήθηκε φορολογικός έλεγχος στην επιχείρηση του κατηγορουμένου από το ΣΔΟΕ Θεσσαλίας και διαπιστώθηκε αναμφίβολα ότι στη διάρκεια του χρονικού διαστήματος από 10.01.2002 έως 17.11.2003, ήτοι στη διάρκεια των οικονομικών ετών 2002 και 2003, ο κατηγορούμενος είχε εκδώσει μεγάλο αριθμό εικονικών φορολογικών στοιχείων (δελτίων αποστολής και τιμολογίων πώλησης) και, ειδικότερα, 38 εικονικά φορολογικά στοιχεία στη διάρκεια του έτους 2002 και 39 εικονικά φορολογικά στοιχεία στη διάρκεια του έτους 2003. Τα συγκεκριμένα φορολογικά στοιχεία (δελτία αποστολής και τιμολόγια πώλησης) εκδόθηκαν προς την επιχείρηση με την επωνυμία ΑΑ, η οποία έδρευε στη ... και είχε ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών καθαρισμού και φύλαξης, προκειμένου δήθεν να πιστοποιηθεί η πώληση διαφόρων εμπορευμάτων από την επιχείρηση του κατηγορουμένου προς τη λήπτρια των φορολογικών στοιχείων. Τα φορολογικά αυτά στοιχεία ήταν εικονικά, διότι δεν είχαν πραγματοποιηθεί οι συναλλαγές που περιγράφονται σε αυτά, ήτοι ο κατηγορούμενος δεν είχε πωλήσει στη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος προς την επιχείρηση ΑΑ τα εμπορεύματα που αναγράφονται στα επίδικα φορολογικά στοιχεία. Την έκδοση αυτών των φορολογικών στοιχείων πραγματοποίησε ο κατηγορούμενος με σκοπό να καταστεί δυνατό να αποκρύψει η λήπτρια των φορολογικών στοιχείων φορολογητέα ύλη της. Πράγματι, η λήπτρια των επίδικων φορολογικών στοιχείων καταχώρησε αυτά στα βιβλία της, με συνέπεια να μειωθεί η φορολογητέα ύλη της κατά το έτος 2002 κατά το ποσό των 481.018,55 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η καθαρή αξία των αντίστοιχων επίδικων τιμολογίων, τα οποία φέρουν χρονολογία έκδοσης 2002, και κατά το έτος 2003 κατά το ποσό των 495.251,70 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η καθαρή αξία των αντίστοιχων επίδικων τιμολογίων, τα οποία φέρουν χρονολογία έκδοσης 2003. Στη διάρκεια της δίκης τούτης ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε καθόλου ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αντέκρουσε καθόλου την επίδικη κατηγορία, η οποία βαρύνει αυτόν. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την επίδικη αξιόποινη πράξη" Ακολούθως, με βάση όσα προεκτέθηκαν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ'εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε 95) ευρώ ημερησίως. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των 2, 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 98 ΠΚ, 19 παρ.1α, 4, 21 και 10 του ν.2523/1997, όπως το άρθρο 19 αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 1α και 21 του ν.2948/2001 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 40 του ν.3220/2004 και τα άρθρα 21 και 10 του ν.2523/1997 αντικαταστάθηκαν με άρθρα 2, 8 και 9 του ν.2954/2001, τις οποίες ορθή ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικώτερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ'αυτά. Περαιτέρω, εκτίθενται στην εν λόγω απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος που συνιστά αυτουργία στην έκδοση κατά το έτος 2002 εικονικών φορολογικών στοιχείων (δελτίων αποστολής και τιμολογίων πώλησης) και 39 αντίστοιχα εικονικών φορολογικών στοιχείων κατά το έτος 2003, αναφέρονται την αποδέκτρια των φορολογικών στοιχείων που ήταν η επιχείρηση με την επωνυμία ΑΑ που έδρευε στη ... και είχε ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών καθαρισμού και φύλαξης, χωρίς να απαιτείται για την ολοκλήρωση της αξιόποινης πράξης του αναιρεσείοντος να έχει γίνει η καταχώρηση των ως άνω εικονικών φορολογικών στοιχείων στα βιβλία της αποδέκτριας επιχείρησης, περιστατικό που συνδέεται με τη συμμετοχή στο έγκλημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ετέρου προσώπου, καίτοι και ως προς αυτό το στοιχείο γίνεται ρητή μνεία στα αντίστοιχα πρακτικά (βλ. σελίδα 10 των πρακτικών). Πρέπει να επισημανθεί ότι ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για τις επίμαχες 77 εμπορικές πράξεις του, μετά την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 19-3-2008 για λόγο που αφορούσε τον τότε εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα για τη δικάσιμο της 18-6-2008, όταν το Δικαστήριο της ουσίας προχώρησε στη διαδικασία χωρίς την παρουσία του (βλ. σελίδα 1η των ίδιων ως άνω πρακτικών). Ακόμα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν ασκεί καμμία επιρροή ως προς την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η μη αναφορά του αν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία αφορούσαν εμπορεύματα που μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών μεταξύ της εκδότριας επιχείρησης και της αποδέκτριας επιχείρησης, αφού ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος προϋποθέτει έγκυρες και πραγματικές συναλλαγές και όχι εικονικές με τις οποίες κάθε συμβαλλόμενο μέρος φέρεται ότι πωλεί ή αγοράζει οιαδήποτε ποσότητα οιουδήποτε είδους παραγομένου ή διατιθέμενου από την επιχείρηση του αναιρεσείοντος. Γι'αυτό οι σχετικές ως άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Κατά τα λοιπά δε με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.3 του ν. 2479/1997, ορίζει ότι "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρω των εξ μηνών, με μία μόνη ή περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων". Εξάλλου το εδάφιο α' της 1ης παραγράφου του άρθρου 100 του ΠΚ, που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.3 περ. β' του ν. 2207/1994, ορίζει ότι "αν κάποιος καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των δύο και μέχρι τριών ετών και συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99, το δικαστήριο μπορεί με την απόφασή του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο χρονικό διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη". Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει, ότι το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο, χωρίς να υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ειδικό και σαφές αίτημα, περί χορηγήσεως αναστολής εκτελέσεως της επιβληθείσας, υπερβαίνουσας τα δύο έτη και εξικνούμενης μέχρι τα τρία έτη ποινής του, να ελέγξει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτής, όπως συμβαίνει αντιθέτως στην προαναφερόμενη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 99 ΠΚ, η οποία αντικαταστάθηκε με το άρ. 2 παρ.3 του ν. 2479/1997. Δηλονότι, στην τελευταία των ως άνω περιπτώσεων, αν δεν υποβληθεί αίτημα για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σχετικά, ούτε βέβαια να διαλάβει στην απόφασή του σχετική αιτιολογία και η ποινή δεν αναστέλλεται. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως του πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας (άρθρθο 510 παρ.1 στοιχ. Η ΚΠΔ) με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν προέβη αυτεπαγγέλτως στην αναστολή εκτελέσεως της σ'αυτόν επιβληθείσης ποινής φυλάκισης τριών (3) ετών, ενόψει του ότι αυτός είχε λευκό ποινικό μητρώο. Η αιτίαση του όμως αυτή δεν είναι νόμιμη σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, αφού αυτός δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως έχει προαναφερθεί, και το εν λόγω δικαστήριο δεν υποχρεούταν αυτεπαγγέλτως να χορηγήσει σ'αυτόν την αναστολή της εκτελέσεως της ως άνω ποινής του ερευνώντας μόνο το πραγματικό λευκό ποινικό μητρώο του που υφίστατο στη δικογραφία σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο, ο οποίος αποσφραγίστηκε μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφαση, χωρίς το περιεχόμενο αυτού να καταστεί γνωστό στο ακροατήριο παρά μόνο στους παράγοντες της δίκης (βλ. τέλος 15ης σελίδας και αρχή 16ης σελίδας των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης). Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η ΚΠΚ λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Τέλος, όσο αφορά την αιτίαση του αναιρεσείοντος με τον τελευταίο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως του ότι "το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 99 του ΠΚ, καθόσον δέχθηκε ότι είχα καταδικαστικές αποφάσεις στο ποινικό μου μητρώο που υπερβαίνουν τους έξι (6) μήνες, ενώ από την ανάγνωση αυτού στο ακροατήριο προέκυψε ότι το ποινικό μου μητρώο ήταν λευκό και δεν είχα καμία ποινική καταδίκη" αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας δεν εφήρμοσε το άρθρο 99 του ΠΚ, αφού δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την περίπτωση αναστολής της εκτελέσεως της επιβληθείσας στο αναιρεσείοντα ποινής φυλάκισης των τριών (3) ετών, αφού η ποινή αυτή υπερέβαινε το υπό του νόμου καθοριζόμενο όριο των δύο (2) ετών, δέχθηκε δε ότι ο αναιρεσείων δεν είχε καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε ποινή περιοριστική της ελευθερίας μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών (βλ. αρχή 16ης σελίδας των πρακτικών), η αναφορά δε στην περί μετατροπής της ποινής αιτιολογία του ότι έχει καταδικασθεί αμετάκλητα σε ποινές στερητικές της ελευθερίας, που η συνολική διάρκειά τους υπερβαίνει το όριο των έξι μηνών (βλ. μέσο της τελευταίας παραγράφου της σελίδας 16 των ίδιων πρακτικών), οφείλεται σε προφανή παραδρομή και δεν είχε κάποια έννομη επιρροή ως προς τη μετατροπή της ποινής φυλάκισης σε χρηματικής.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2530/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας. Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας λόγω μη αναστολής ποινής φυλάκισης δύο ως τριών ετών αυτεπαγγέλτως και όχι μετά από υποβολή σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινής μετατροπή.
| 0
|
Αριθμός 1517/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Δημόπουλο, περί αναιρέσεως της 1109/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 κάτοικο ... που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17.3.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 649/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ιδίου Κώδικα, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία ... αποδεικτικό επίδοσης του αστυνομικού του Α.Τ. ...., κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο πολιτικώς ενάγων Ψ1 κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίασή του. Ο ως άνω όμως δεν εμφανίστηκε προσηκόντως (δια ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου) κατ' αυτή και την εκφώνηση και τη συζήτηση της κρινομένης υπόθεσης. Κατά συνέπεια, αφού εμφανίστηκε και παρέστη νόμιμα ο αναιρεσείων, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον παραπλανηθέντα ή άλλον, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνον που ζημιώθηκε. Περαιτέρω, το ποσό της ζημίας του παθόντος συναρτάται κατά το εδάφιο της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ προς το ύψος της ποινής, αφού ορίζεται ότι ο δράστης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι "ιδιαίτερα μεγάλη", κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο απαιτείται επιπλέον να προσδιορίζει και το μέγεθος αυτής (ζημίας).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1109/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, ήδη εκκαλών, τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται, δηλαδή της απάτης, με την οποία η ζημία που προκλήθηκε ήταν μεγάλη. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στο .... τον Φεβρουάριο 2002, ο Χ1 κατηγορούμενος (1ος) ήδη εκκαλών, παρέστησε ψευδώς στον Ψ1 που ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εγκαλούσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", με έδρα το ... και με σκοπό την παραγωγή και εμπορία τυροκομικών προϊόντων, και επιπλέον στο ... στον αδελφό του ανωτέρω Ψ2, μέλος της ως άνω εταιρείας, ότι ο ίδιος δραστηριοποιείται στον τομέα Γενικού Εμπορίου και Αντιπροσωπείας, έχοντας την έδρα του στη Θεσσαλονίκη, στην οδό ..., ότι εκμεταλλευόμενος τις πολύ καλές του γνωριμίες θα αυξήσει τις πωλήσεις των προϊόντων της εγκαλούσας ομόρρυθμης εταιρείας στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις της Βόρειας Ελλάδας, ότι έχει πολύ καλή φήμη στην αγορά, είναι φερέγγυος, αξιόχρεος με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ακίνητη περιουσία στη Θεσσαλονίκη, στη Χαλκιδική, στην Κατερίνη και σε άλλες πόλεις και τους έπεισε να του πουλήσουν με πίστωση και να του παραδώσουν τμηματικά τις ακόλουθες ποσότητες φέτας παραγωγής τους και συγκεκριμένα: α) την 19.2.2002, 1616 κιλά φέτας, αξίας 7.170 ευρώ, β) την 3.3.2002, 2.400 κιλά φέτας, αξίας 10.653,12 ευρώ, γ) την 4.4.2002, 2.912 κιλά φέτας, αξίας 12.925,78 ευρώ, δ) την 12.4.2002, 3152 κιλά φέτας, αξίας 13.990 ευρώ και ε) την 27.4.2002, 5760 κιλά φέτας, αξίας 25.567,48 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 70.306,38 ευρώ. Έναντι του ως άνω τιμήματος κατέβαλε το ποσό των 14.706 ευρώ και έμεινε υπόλοιπο τιμήματος ποσού 55.600,38 ευρώ. Όμως, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά ήταν ψευδή, διότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν επιχειρηματίας, στερείτο προσωπικού γραφείου, ενώ το "γραφείο", στην οδό ... ήταν κατάστημα καλλυντικών της συζύγου του, δεν είχε καλή φήμη στην αγορά, ούτε φερέγγυος, αφού είχε εκδώσει πολλές ακάλυπτες επιταγές, ήδη έχει εκδοθεί σε βάρος του το υπ' αριθ. 380/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο κατηγορείται για πλαστογραφίες με χρήση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, καθώς και για απάτες κατ' εξακολούθηση από πρόσωπο που διαπράττει καθ' υποτροπή απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με προκληθείσα ζημία άνω των 15.000 ευρώ (βλ. το σχ. Βούλευμα) έχει κηρυχθεί στο παρελθόν σε πτώχευση (βλ. την 392/12.2.1985 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης) και στερείται περιουσίας, περιστατικό που αν γνώριζαν οι εγκαλούντες δεν θα προέβαιναν στις ως άνω αγορές (πρόδηλα εννοείται πωλήσεις για τους εγκαλούντες και αγορές για τον αναιρεσείοντα). Περί της εξαπατήσεώς τους καταθέτουν με σαφήνεια και τα δύο αδέλφια Ψ1 και Ψ2 ομόρρυθμα μέλη της εγκαλούσας ... Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Στην συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο της άνω απάτης, από την οποία προκλήθηκε ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 και 386 παρ. 1 εδ. α' και β' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν λήφθηκε υπόψη το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 392/1985 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται μνεία της εν λόγω (392/1985) απόφασης, με την επισήμανση ότι απ' αυτή προέκυπτε ότι ο αναιρεσείων είχε στο παρελθόν κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, που ήρθη με την εν λόγω απόφαση λόγω της εξαφάνισης της αντίστοιχης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, χωρίς τούτο να επιδρά καθ' οιονδήποτε τρόπο στην ύπαρξη των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της απάτης, για την οποία αυτός καταδικάσθηκε. Άλλωστε, ούτε και ο ίδιος ο αναιρεσείων επικαλείται με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του τέτοια, ευνοϊκή γι' αυτόν, έννομη επιρροή.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο προκύπτει από άλλο αποδεικτικό στοιχείο και τα έγγραφα αναφέρονται απλώς ιστορικώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα ως προς το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, η ανάγνωσή του κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο είναι αναγκαία μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο το λαμβάνει υπόψη, κατά νόμιμη υποχρέωση (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠΔ), στο στάδιο της διαδικασίας που ακολουθεί την περί ενοχής απόφαση και δη κατά την επιβολή της ποινής, και τη χορήγηση ή μη στον καταδικασθέντα αναστολής της ποινής (άρθρο 99 ΠΚ, όπως ήδη ισχύει).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας πρακτικά, αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο και λήφθηκαν υπόψη για τον σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του τα υπ' αριθ. 1 έως 21 αναφερόμενα έγγραφα (σελ. 44 σελίδα των πρακτικών), στα οποία δεν περιλαμβάνεται το δελτίο του ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου. Τα πρακτικά αυτά, αφού δεν προσβλήθηκαν για πλαστότητα από τον κατηγορούμενο, αποδεικνύουν όλα όσα αναμένονται σ' αυτά σύμφωνα με τα άρθρα 140 και 141 ΚΠΔ (παρ. 3 του τελευταίου των άρθρων αυτών). Ακόμη, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι τα μέλη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διάσκεψη αυτών ανέγνωσαν το δελτίο ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου και ότι επηρεάσθηκε από το περιεχόμενο αυτού η κρίση τους για την ενοχή του. Ενόψει τούτων, εφόσον δεν προκύπτει ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το αντίγραφο του ποινικού του μητρώου, καίτοι δεν αναγνώσθηκε, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Έτι περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όπως έχει αντικατασταθεί, ορίζεται ότι: "1. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα έτος, μετατρέπεται σε χρηματική ή πρόστιμο. 2. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από ένα έτος και δεν υπερβαίνει τα δύο, μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός αν ο δράστης είναι υπότροπος και το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της, για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων..... Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία, μπορεί με απόφαση του δικαστηρίου ειδικά αιτιολογημένη να μετατραπεί σε χρηματική, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή αρκεί, για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων". Από τις διατάξεις αυτές, που είναι ουσιαστικού δικαίου, προκύπτει ότι το δικαστήριο έχει υποχρέωση, ανεξαρτήτως αιτήματος του καταδικασθέντος, να μετατρέψει τη στερητική της ελευθερίας ποινή, μόνον αν η χρονική αυτής διάρκεια είναι μικρότερη από ένα έτος. Την ίδια υποχρέωση έχει το δικαστήριο, επίσης ανεξαρτήτως αιτήματος, και αν η χρονική διάρκεια της ποινής είναι μεγαλύτερη από ένα και δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, εκτός αν ο δράστης είναι υπότροπος και το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι, για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, είναι αναγκαία η μη μετατροπή της ποινής. Στις περιπτώσεις αυτές, αν το δικαστήριο παραλείψει να προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, αυτός που καταδικάσθηκε μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 13 του ίδιου άρθρου του Κώδικα, να ζητήσει με αίτησή του από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, τη μετατροπή της ποινής. Αν η ποινή είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία, αυτή είναι αμετάτρεπτη και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του διάταξη για τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής, μπορεί όμως το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του καταδικασθέντος, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, να μετατρέψει την ποινή αυτή σε χρηματική, αν κρίνει ότι η μετατροπή αρκεί για να αποτρέψει τον δράστη, από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση υποβολής αιτήσεως του καταδικασθέντος για τη μετατροπή της ποινής, η διάταξη του δικαστηρίου, με την οποία απορρίπτεται η αίτηση αυτή (για τη μετατροπή της ποινής), πρέπει να είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, αιτιολογημένη ειδικά και εμπεριστατωμένα. Διαφορετικά, αν δηλαδή η αιτιολογία είναι ελλιπής ή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, για ελλιπή αιτιολογία. Αν δε, το δικαστήριο, παραλείψει να απαντήσει σε μία τέτοια αίτηση, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, για έλλειψη ακρόασης. Αν, τέλος, δεν υποβληθεί τέτοια αίτηση, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σχετικά, ούτε βέβαια να διαλάβει στην απόφασή του σχετική αιτιολογία και η ποινή παραμένει αμετάτρεπτη. Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 του Π.Κ., όπως έχει αντικατασταθεί, ορίζεται ότι, "Αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των δύο και μέχρι τριών ετών και συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 (μη αμετάκλητη καταδίκη σε ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη των έξι μηνών), το δικαστήριο μπορεί με την απόφασή του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη ......", υπό περαιτέρω προϋποθέσεις. Και από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν η ποινή είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία, αυτή δεν αναστέλλεται και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του διάταξη για την αναστολή της ποινής, μπορεί όμως το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του καταδικασθέντος, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις που αναφέρονται στο νόμο (άρθρο 100 παρ. 1 εδ. β' και γ') και πρέπει, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του Κώδικα, να μνημονεύονται στην απόφαση. Στην τελευταία αυτή περίπτωση υποβολής αιτήσεως του καταδικασθέντος για την αναστολή της ποινής, η διάταξη του δικαστηρίου, με την οποία απορρίπτεται η αίτηση αυτή (για αναστολή της ποινής), πρέπει να είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, αιτιολογημένη ειδικά και εμπεριστατωμένα. Διαφορετικά, αν δηλαδή η αιτιολογία είναι ελλιπής ή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., για ελλιπή αιτιολογία και αν το δικαστήριο παραλείψει να απαντήσει σε μία τέτοια αίτηση, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ., για έλλειψη ακρόασης. Αν τέλος, δεν υποβληθεί τέτοια αίτηση, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σχετικά, ούτε βέβαια να διαλάβει στην απόφασή του σχετική αιτιολογία και η ποινή δεν αναστέλλεται.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 1109/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών. Στην απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για τη μετατροπή ή αναστολή της ποινής. Από τα πρακτικά δε της απόφασης αυτής προκύπτει, ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου, που τον εκπροσώπησε στη δίκη, δεν προέβαλε αίτημα, για τη μετατροπή της ποινής αυτής σε χρηματική, ούτε για την αναστολή της. Επομένως, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σχετικά, ούτε βέβαια να διαλάβει στην απόφασή του αιτιολογία επί αιτήματος που δεν είχε υποβληθεί και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τέταρτο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η υπέρβαση εξουσίας εκ της μη απαντήσεως στο αίτημα του αναιρεσείοντος για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική ή την αναστολή της καθώς και ανυπαρξία σχετικά αιτιολογίας, στηριζόμενα σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ1 κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 1109/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου. Πότε λαμβάνεται υπόψη το ποινικό μητρώο. Πότε αναστέλλεται και μετατρέπεται η ποινή φυλάκισης των 2 έως 3 ετών.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινής μετατροπή.
| 0
|
Αριθμός 1516/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χριστόπουλο, περί αναιρέσεως της 34758/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1211/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι : 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο, είτε περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, είτε επαναλαμβάνει το διατακτικό, εφόσον αυτό δεν είναι λεπτομερές και δεν εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 34758/2008 απόφασή του, δέχθηκε ότι: "από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο, ως προς τις εγγραφές του πίνακα χρεών 5, 8 και 11 και πρέπει γι' αυτές να κηρυχθεί ένοχος. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι σε βάρος του βεβαιώθηκαν από τη ΔΟΥ ..., ως οριστική βεβαίωση ΦΠΑ, παρακρατούμενοι και επιρριπτόμενοι φόροι ύψους 35.647.301 δραχμών, καταβλητέων σε 2 μηνιαίες δόσεις στις 27-4-2000 και 31-5-2000, με ημερομηνία παραβίασης της προθεσμίας τακτής την 1-7-2000, και δεν τις κατέβαλε ως όφειλε και από την ίδια αιτία φόροι ύψους 3.682.875 δραχμών, καταβλητέο επίσης με τον ίδιο τρόπο τις ίδιες ημερομηνίες, τις οποία δεν κατέβαλε, παραβιάζοντας την ίδια ημέρα την προθεσμία καταβολής όπως και παραπάνω (1-7-2000), και από οριστική βεβαίωση εισοδήματος και λοιποί φόροι και χρέη ύψους 59.942.867 δραχμών, (ήδη 176.043, 60) ευρώ, καταβλητέοι σε έξι μηνιαίες δόσεις από 27-4-2000 μέχρι 31-8-2000 παραβιάζοντας την προθεσμία καταβολής τριών συνεχών δόσεων την 1-7-2000". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε ένοχο, τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, της πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 25 παρ. 1γ του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δυο (2) ετών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα του ότι " στην ... στους κατωτέρω χρόνους με πολλές πράξεις τέλεσε πολλά εγκλήματα και συγκεκριμένα την 1-7-2000, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/1990, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών, που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, και η παραβίαση αναφέρεται στην μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει: 1) προκειμένου για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους τα 3.000.000 δραχμές ή 2) προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά τα 4.500.000 δρχ. Συγκεκριμένα, ενώ, είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη ΔΟΥ .... διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, ηθελημένα δεν κατέβαλε α) ποσό δραχμών 39.330.176 (ήδη 115.507, 12) ευρώ, που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και β) ποσό δραχμών 59.942.867(ήδη 176.043, 66) ευρώ, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, δηλαδή δεν κατέβαλε 3 συνεχείς δόσεις για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις". Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της απόφασης, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Αντίθετα, υφίσταται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, γεγονός το οποίο καθιστά δυσχερή τον αναιρετικό έλεγχο με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Συγκεκριμένα: α) ενώ, στο αιτιολογικό γίνεται δεκτό ότι η προθεσμία καταβολής των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, οι οποίοι σύμφωνα με τις παραδοχές ορίστηκε να καταβληθούν σε δύο (2) δόσεις, ήτοι την 27-4-2000 και 31-5-2000, στο διατακτικό, ενώ, κηρύχθηκε ένοχος, για πράξη που τέλεσε άπαξ και συγκεκριμένα την 1-7-2000, εν τούτοις, φέρεται να έχει τελέσει το συγκεκριμένο αδίκημα, με περισσότερες μερικότερες πράξεις, β) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται δεκτό ότι παραβίασε την υποχρέωση καταβολής, για τους παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, που ήσαν καταβλητέοι σε δυο δόσεις, στο διατακτικό κηρύχθηκε ένοχος, για την μη καταβολή από μέρους του (3) συνεχών δόσεων, γ) ενώ στο αιτιολογικό δέχεται ότι οι λοιποί φόροι ήσαν καταβλητέοι σε έξι μηνιαίες δόσεις, στο διατακτικό αντίθετα, δέχεται ότι ήταν καταβλητέοι σε 3 δόσεις. Έτσι, όμως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στέρησε την απόφασή του της νόμιμης βάσης, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση μόνο με την μη καταβολή και της τελευταίας δόσεως, υφίσταται η ποινική ευθύνη του υπόχρεου οφειλέτη. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών που επισυνάπτεται στην σχετική αίτηση της ΔΟΥ ...., προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι και κατά συνέπεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, εφόσον, η χαρακτηριζόμενη στο νόμο ως πλημμέλημα πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση (άρθρα 12, 18, 98 του ΠΚ και άρθρο 25 παρ. 1, γ 2, 3 του Ν. 1882/1990, όπως αντ. με άρθρο 23 παρ. 1 και 2 του Ν. 2523/1997), φέρεται ότι τελέσθηκε την 1-7-2000, έκτοτε δε και μέχρι την, κατά την 11-3-2009, εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, πολύ δε περισσότερο μέχρι την ημέρα διασκέψεως (8-5-2009), παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο της πράξεως αυτής εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.). Δεδομένου δε ότι ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή, αν κριθεί και ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος (άρθρο 511 εδ. γ' Κ.Π.Δ.), πρέπει, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε εις βάρος του αναιρεσείοντος για την παραπάνω πράξη κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β' του ίδιου Κώδικα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 34758/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος Χ1 για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε απ' αυτόν στην Αθήνα, κατά την 1-7-2000.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Ασάφεια μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού και ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς το στοιχείο του χρόνου που κατέστη ληξιπρόθεσμο το χρέος. Αναιρεί. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1515/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Λεωνίδα Κοτσαλή, Γρηγόριο Τσόλια και Αθανάσιο Ψάλτη, περί αναιρέσεως της 275/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 532/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο απ' αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα απ' αυτά. Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 275/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν στρατεύσιμος της κλάσεως 1995, κλήθηκε με την υπ' αριθ. ...ΕΔΥΕΘΑ/ΓΕΣ, σύμφωνα με το Νόμο περί Στρατολογίας, να προσέλθει στις τάξεις του Στρατού και να καταταγεί στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ την ..., αυτός όμως δεν κατετάγη την ημερομηνία αυτή, όπως όφειλε και έτσι έγινε ανυπότακτος σε ειρηνική περίοδο, από 31-7-2001 έως 4-10-2005, οπότε διακόπηκε η ανυποταξία με την εμφάνιση του στο Φρουραρχείο Αθηνών προς παροχή εξηγήσεων στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης. Στον κατηγορούμενο είχε χορηγηθεί με την υπ' αριθ. ...Γνωμάτευση της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών (ΕΑΑ) Α' εξάμηνη αναβολή για λόγους υγείας επειδή έπασχε από "κυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού με ΥΑΟ: 4/10 cc υπό φαρμακευτική αγωγή κορτιζονοθεραπεία". Με τη λήξη της εξάμηνης αναβολής του επιλέχθηκε για το Σώμα Υλικού Πολέμου, υποχρεούμενος να καταταγεί με την 2001 Δ' ΕΣΣΟ, δηλ. κατά μήνα Ιούλιο του 2001 (βλ. σχετικά τις από ... και ... στρατολογικές μεταβολές στο ΑΦΜ του, καθώς και το υπ' αριθ. ... Πιστοποιητικό τύπου Β'). Λόγω της αναβολής υγείας, αντί να καταταγεί στο ΚΕΥΠ, όπως θα συνέβαινε κανονικά, παραπέμφθηκε από το αρμόδιο ΣΓ Ανατολικής Αττικής στην ΕΑΑ για κρίση της σωματικής του ικανότητας. Όπως όμως προκύπτει από το υπ' αριθ. ...έγγραφο της ΕΑΑ, ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάσθηκε στην ως άνω Επιτροπή. Παρόλα αυτά εισήλθε στο ΣΓ Ανατολικής Αττικής η υπ' αριθ. ...Γνωμάτευση της ΕΑΑ, με την οποία κρίθηκε αυτός ακατάλληλος προς στράτευση (15), επειδή έπασχε από "υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού υπό αγωγή". Ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι στη συνέχεια έλαβε ταχυδρομικά το υπ' αριθ.... Πιστοποιητικό τύπου Α', από το οποίο προέκυπτε ότι αυτός απαλλάχθηκε από τη στράτευση. Σε σχετικό ερώτημα της Εισαγγελίας του Στρατοδικείου ... η ΕΑΑ απάντησε, με το ως άνω έγγραφό της, ότι δεν εκδόθηκε γνωμάτευση γι' αυτόν που να τον έχει κρίνει ακατάλληλο προς στράτευση, εκτός από τη προ αναφερθείσα μία Γνωμάτευση για την εξάμηνη αναβολή. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει σε βαθμό απόλυτης αποδεικτικής βεβαιότητας το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να καταταγεί την 30-7-2001 στο ΚΕΥΠ και γνώριζε την υποχρέωση του αυτή, γι' αυτό εξάλλου και μεθόδευσε με την κατάρτιση πλαστής Γνωμάτευσης την απαλλαγή του από τη στράτευση τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Μόλις που χρειάζεται να σημειωθεί ότι η ως άνω πλαστή Γνωμάτευση, δεν "νομιμοποιούσε", την παραμονή του κατηγορουμένου εκτός των τάξεων του Στρατού, για όσο χρόνο δεν είχε γίνει αντιληπτή η πλαστότητα από την αρμόδια Στρατολογική Αρχή. Κατόπιν αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει κατά την ομόφωνη κρίση των μελών τουΔικαστηρίου, να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο, σύμφωνα με το κατηγορητήριο".
Στη συνέχεια, το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός(1) έτους, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο για την οποία καταδικάστηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 3, 11, 32 στοιχ. α, 193, 198 παρ.2α, 213 παρ.1 του ΣΠΚ, 51, 53 και 54 του Ν. 3421/2005 και των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1, του Π.Κ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές και χωρίς έτσι να στερήσει την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αιτιολογείται η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, που ήταν στρατεύσιμος της κλάσεως του 1995, ενώ κλήθηκε με την υπ' αριθμό ... ΕΔΥΕΘΑ/ΓΕΣ, να προσέλθει στις τάξεις του Στρατού και συγκεκριμένα να καταταγεί στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ την ..., δεν προσήλθε όπως όφειλε με αποτέλεσμα να κηρυχθεί ανυπότακτος σε ειρηνική περίοδο, από 31-7-2001 μέχρι την 4-10-2005 που διακόπηκε η κατάστασή του αυτή, με την εμφάνισή του στο Φρουραρχείο Αθηνών. Αιτιολογείται, ακόμη, η παραδοχή εκείνη σύμφωνα με την οποία πρόθεση του κατηγορουμένου, ήταν να αποφύγει την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, και προκειμένου να επιτύχει την οριστική απαλλαγή του από τις τάξεις του Στρατού, προέβη στην κατάρτιση πλαστής ιατρικής γνωματεύσεως, την οποία προσκόμισε στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών, και για την οποία η φερόμενη ως εκδώσασα αυτήν αρχή, διέψευσε, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι εξέδωσε αντίστοιχη γνωμάτευση, πλην εκείνης, που έτυχε εξάμηνης αναβολής.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., πρώτος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της από το άρθρο 50 § 4 του ν. 3160/2003, προβλεπόταν ως λόγος αναιρέσεως της απόφασης η μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου, που προέβλεπε και τιμωρούσε την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αλλά με την αναφερθείσα τροποποιητική διάταξη η περίπτωση αυτή του λόγου αναίρεσης καταργήθηκε. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 514 του άνω Κώδικα, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 § 7 του ανωτέρω ν. 3.160/2003, ο Άρειος Πάγος παραθέτει αυτεπαγγέλτως το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου, που εφαρμόστηκε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτό δεν έχει παρατεθεί ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα σε αυτή. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για λαθεμένη παράθεση του άρθρου 51 παρ. 1 και 2 του Ν. 3421/2005, "περί Στρατολογίας των Ελλήνων και άλλες διατάξεις" που τιμωρεί την πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αντί του ορθού άρθρου 17 του ν. 1763/1988, που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως του ως άνω αδικήματος, προεχόντως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, το δε Δικαστήριο τούτο παραθέτει αυτεπαγγέλτως σε αυτή το ορθό άρθρο 51 παρ. 1 και 2 του ν. 3421/2005, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η παρατεθείσα ως άνω διάταξη του άρθρου 51 του ν. 3421/2005, αποτελεί αυτούσια διατύπωση με εκείνη του άρθρου 17 του ν. 1763/1988. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 6 από 6 Μαρτίου 2008 αίτηση του..., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 275/2-10-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανυποταξία σε ειρηνική περίοδο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, και γ) απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επάγεται ακυρότητα η λαθεμένη παράθεση της οικείας ποινικής διατάξεως και το δικαστήριο παραθέτει την ορθή. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας, Ανυποταξία.
| 0
|
Αριθμός 1514/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1467/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1588/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό 555/2-12-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την 160/6-10-08 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του 1467/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και του προδικαστικού του 2698/07, το οποίο απέρριψε την έφεσή του κατά του 301/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, επικύρωσε το βούλευμα τούτο και τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τοκογλυφία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' επάγγελμα, αμφότερα κατ' εξακολούθηση [άρθρα 13 περ.γ,στ,60-63,94 παρ.1,98,404 παρ.2,3 ΠΚ,1 παρ.1 περ.αιη, όπως αντικατ. με το άρθρο 6 παρ.1 Ν.2515/97,2 παρ.1 εδ. α, β Ν.2331/95],και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα.
2-Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο, στον οποίο ο νόμος του δίνει το σχετικό δικαίωμα, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα τον παραπέμπει για κακουργήματα, με δήλωση, μέσω της εξουσιοδοτημένης συνηγόρου του Νερατζώ Καρατσιόβη, ενώπιον του γραμματέα του εκδώσαντος αυτό Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πριν προ πάσης προς αυτόν επιδόσεως. Η έκθεση συντάχθηκε από την αρμόδια γραμματέα Αικ. Σωφρόνη με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ και περιέχει τους λόγους για τους οποίους ασκείται, οι οποίοι έγκεινται στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε,[άρθρα 139 και 484 παρ.1 περ.β και δ ΚΠΔ].
Συνεπώς, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και δικαιωματικά ασκηθείσα, οπότε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητά της. Α-Νομικές διατάξεις. α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά.[ΑΠ.19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ. 01/1225, ΠΧΡ.02/402, ΠΛΟΓ. 01/1693]. β-Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. γ-Κατ' εξακολούθηση έγκλημα. Κατά το άρθρο 98 του Π.Κ., αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Στη διάταξη αυτή με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/3-6-1999 προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος, που ορίζει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. δ-Τοκογλυφία. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 404 Π.Κ., όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 14 παρ. 8 του Ν. 2721/3-6-1999,"1. Όποιος σε δικαιοπραξία για την παροχή οποιασδήποτε πίστωσης, ανανέωσή της ή παράταση της προθεσμίας πληρωμής εκμεταλλεύεται την ανάγκη, την πνευματική αδυναμία, την κουφότητα, την απειρία ή την ψυχική έξαψη εκείνου που παίρνει την πίστωση, συνομολογώντας ή παίρνοντας για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα, που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του υπαιτίου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή.2. Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και: α') όποιος, ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. β') όποιος απαλλοτριώνει παραπέρα ή δίνει ως ενέχυρο κάποια απαίτηση που απέκτησε και που είναι του είδους που αναφέρεται στην παρ. 1 ή στην παρ. 2 στοιχ. α' ή επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν απ' αυτή την απαίτηση.3. Αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις των παρ. 1 και 2, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή. Με το άρθρο 14 παρ. 8 του Ν. 2721/3-6-1999 επήλθε νομοθετική μεταβολή στις ποινικές κυρώσεις του εγκλήματος της τοκογλυφίας και, ειδικότερα, στη μεν παράγραφο 1 του άρθρου 404 Π.Κ. η φράση "με φυλάκιση μέχρι δύο ετών" αντικαταστάθηκε με τη φράση "με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών", στη δε παράγραφο 3 του άρθρου αυτού η φράση "με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών" αντικαταστάθηκε με τη φράση "με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".Κατά συνέπεια, μετά την έναρξη της ισχύος του ανωτέρω υπ'αριθμ. 2721/3-6-1999 νόμου, το έγκλημα της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφίας φέρει πλέον κακουργηματικό χαρακτήρα. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το έγκλημα της τοκογλυφίας δύναται να πραγματωθεί με τη συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων, με τη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων ή με την επιδίωξη τοκογλυφικών ωφελημάτων, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί και με την κατάθεση αιτήσεως από το δράστη στο αρμόδιο δικαστήριο για την έκδοση, βάσει αξιογράφων (συναλλαγματικών, επιταγών) που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, διαταγής πληρωμής σε βάρος του θύματος. Οι ανωτέρω τρόποι τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν, εφ' όσον πραγματωθούν, σε αληθινή πραγματική και όχι φαινομένη συρροή, δυνάμενοι να εμφανισθούν και με τη μορφή του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, κατά την έννοια του άρθρου 98 Π.Κ., εφ' όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του τελευταίου, δηλαδή περισσότερες πράξεις που περιέχουν πλήρη τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως κάθε εγκληματικής μορφής από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 404 Π.Κ. και απέχουν χρονικώς μεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καλύπτονται από την ενότητα του δόλου του δράστη. Ως λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται όχι μόνον η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιογράφων, τα οποία ενσωματώνουν μη νομίμους τόκους, χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη ή η επιδίωξη εισπράξεως αυτών (ΑΠ 480/98 ΠΧ ΜΗ/1091,ΑΠ 604/00 ΠΧ ΝΑ/17,ΑΠ.1606/04 ΔΙΚ.04/1569]- ε-Κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Κατά το άρθρο 13 περ.στ ΠΚ "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη". 'Ετσι, κατά την έννοια της άνω διατάξεως (άρθρο 404 παρ. 3 Π.Κ.), ως κατ' επάγγελμα θεωρείται ότι πράττει ο υπαίτιος της τοκογλυφίας, όταν ενεργεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επανάληψη, με σκοπό να πορισθεί από αυτές εισόδημα. Προς τούτο αρκεί και η τέλεση μιας μόνο πράξεως, όταν από αυτήν, εν όψει και της διάρκειας και των λοιπών περιστάσεων που τη συνοδεύουν, προκύπτει η ως άνω επιδίωξη του πορισμού εισοδήματος. Κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, ως κατά συνήθεια τέλεση τοκογλυφίας νοείται η από την κατ' επανάληψη τέλεση αυτής συναγωγή συμπεράσματος ότι ο δράστης έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος της τοκογλυφίας (ΑΠ 1647/1999 ΠΧ Ν' σελ. 734). στ-Νομιμοποίηση εγκληματικών εσόδων. Κατά το άρθρο 2 παρ.1 στοιχ, όπως αντικαταστ. με το άρθρο 3 παρ.1 Ν.3424/05,του Ν.2331/95 "Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και άλλες διατάξεις..", τιμωρείται κατά μεν το στοιχείο α με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κατά δε το στοιχείο β με κάθειρξη αν έδρασε ως υπάλληλος των νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 2α παρ.1 και με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών ,αν ασκεί τέτοιου είδους πράξεις κατ' επάγγελμα ή αν είναι υπότροπος ή έδρασε στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ή τρομοκρατικής ομάδας ή οργάνωσης. Και νομιμοποίηση μεν εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κατά το άρθρο 1 στοιχ.β, όπως τούτο αντικαταστ. με το άρθρο 2 παρ.5 του Ν.3424/05,του ίδιου νόμου νοούνται α) η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του, β) η απόκρυψη ή η συγκάλυψη όσον αφορά τη φύση, προέλευση, διάθεση ή διακίνηση περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, γ) η απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης, του γεγονότος ότι προέρχεται από δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, και δ) η συμμετοχή σε μία από τις πράξεις που αναφέρουν οι προηγούμενες περιπτώσεις, η σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξή της, η απόπειρα διάπραξής της ή η διευκόλυνση της τέλεσης της πράξης. Εγκληματικές δε δραστηριότητες, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ίδιου νόμου νοούνται τα βασικά καλούμενα εγκλήματα, στα οποία περιλαμβάνονται αφενός μεν όσα απαριθμούνται στο στοιχ. α, όπως τούτο τροποπ. αρχικά με το 2 Ν.2479/97,έκτο Ν.2656,ένατο Ν.2803/00,1 Ν.2928/01,70 Ν.3028/02,και αντικατ. τελικά με το άρθρο 2 παρ.1 Ν.3424/05,μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας (υποπερ. δδ), αφετέρου δε, κατά το στοιχ.β, όπως τούτο αντικατ. με το άρθρο 2 παρ.5 Ν.3424/05,κάθε πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητικής της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 Ε. Περιουσία δε, κατά το ίδιο άρθρο (στοιχ.γ) νοείται κάθε είδους ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άϋλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1,που προστέθ. με το άρθρο 3 παρ.1 Ν.3424/05, στοιχ. δ, η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των ανωτέρω στοιχείων α,β και γ της παραγράφου αυτής. Όμως, στις περιπτώσεις αυτές, ο υπαίτιος τιμωρείται και ως αυτουργός ή ως ηθικός αυτουργός των πράξεων των ανωτέρω υπό τα στοιχεία α,β και γ, αν η τέλεσή τους από τον ίδιο ή από άλλον εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης. Εάν το βασικό έγκλημα τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, ο ανωτέρω υπαίτιος ή τρίτος τιμωρείται, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. α) Αν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή κατ' αυτού ή τρίτου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για τη διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Αν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε δύο ή περισσότερους υπαιτίους για το ίδιο βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή εκάστου υπαιτίου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα κατ' αυτού ποινή για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Εάν, στην περίπτωση αυτή, τρίτος διέπραξε ή συμμετείχε στο αδίκημα της νομιμοποίησης από εγκληματικές δραστηριότητες, η ποινή κατ' αυτού για το αδίκημα αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την υψηλότερη ποινή που επιβλήθηκε κατά του υπαιτίου για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Οι ανωτέρω διατάξεις του παρόντος στοιχείου δ' ισχύουν με την επιφύλαξη των διατάξεων του στοιχείου β). Σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο β." Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα εξής συμπεράσματα: α)-Το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα διαπλάσσεται από το νόμο ως υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του (απαίτηση ή αποδοχή δώρου ή ωφελήματος ή υπόσχεσης παροχής), αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δραστηριότητας και μπορεί να εναλλαχθούν, ενώ στην περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων τέλεσης τελείται ένα μόνον έγκλημα, του οποίου μάλιστα χρόνος τέλεσης είναι ο χρόνος που εκδηλώθηκε ο πρώτος τρόπος (τέλεσης). Συνίσταται δε σε μια σύνθετη διαδικασία μέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία στη συνέχεια μετασχηματίζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται νόμιμη. β)-Προσβαλλόμενο έννομο αγαθό από τη νομιμοποίηση είναι η εσωτερική ασφάλεια και η ίδια η κοινωνία, η λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η απονομή της δικαιοσύνης. Τούτο σημαίνει ότι η νομιμοποίηση τιμωρείται και όταν δεν γίνεται μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
γ)-Η τέλεση του αδικήματος προϋποθέτει την ύπαρξη ενός χρονικά πρότερου εγκλήματος, κύριου ή βασικού, που ανήκει στην κατηγορία των εγκλημάτων που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1 του νόμου και από το οποίο προέρχεται η περιουσία που νομιμοποιείται. Τα δυο αυτά εγκλήματα συρρέουν μεταξύ τους με αληθινή πραγματική συρροή. δ)-Η εγκληματική δραστηριότητα από την οποία προέρχεται η περιουσία, η οποία ερευνάται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο, πρέπει όχι απλώς να εικάζεται, αλλά και να εξατομικεύεται πλήρως ως προς το χρόνο και τους δράστες της, έστω και εάν δεν έχουν καταδικασθεί γι' αυτήν ή δεν έχει απαγγελθεί κατηγορία,[ΑΠ.372/02 Π.ΛΟΓ.02/291, ΑΠ.478/00 ΝΟΒ 00/1309]. ε)-Υποκείμενο τελέσεως της νομιμοποίησης μπορεί να είναι και ο αυτουργός ή ο ηθικός αυτουργός του βασικού εγκλήματος υπό την προϋπόθεση ότι η τέλεση αυτού από τον ίδιο τον δράστη ή από άλλον εντάσσεται στο συνολικό σχέδιο δράσης. Ο δράστης δηλ. του βασικού εγκλήματος μπορεί να ταυτίζεται με το δράστη της νομιμοποίησης.
στ)-Η τέλεση του ξεπλύματος του βρώμικου χρήματος δεν απαιτείται κατ' ανάγκη να γίνεται στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ή τρομοκρατικής ομάδας ή οργάνωσης, αλλά μπορεί να τελεσθεί και από ένα μεμονωμένο άτομο. Εάν όμως ο υπαίτιος έδρασε στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής οργάνωσης, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίσταση με αποτέλεσμα η πράξη του να τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. ζ)-Η νομιμοποίηση δεν συνιστά διακεκριμένη αποδοχή προϊόντος του εγκλήματος, ούτε τελεί σε σχέση αμοιβαίου αποκλεισμού προς αυτή. Μεταξύ της αποδοχής και του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος υπάρχει σχέση απορρόφησης. Τα δυο εγκλήματα είναι εναλλάσσουσες έννοιες, δηλ. μεταξύ τους υφίσταται σχέση αλληλοτομής. Μερικές φορές πράξεις αποδοχής είναι συγχρόνως και πράξεις ξεπλύματος χρήματος, π.χ. αγορά κλοπιμαίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, μερικές ουδέποτε συνιστούν και πράξεις ξεπλύματος, ακόμα και εάν συντρέχουν όλες οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ.1 του Ν.2331/95.π.χ.η αποδοχή κλοπιμαίου ευτελούς αξίας, ενώ μερικές πράξεις ξεπλύματος δεν συνιστούν και πράξεις κλεπταποδοχής, π.χ. η μετατροπή περιουσίας από τον ίδιο το δράστη.[Χρ. Μυλωνόπουλος Ποιν. Δίκαιο. Τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και περιουσίας 2001 σελ.636]. η)-Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, γνώση δηλ. και αποδοχή ότι η μετατρεπόμενη ή η μεταβιβαζόμενη ή η αποκτώμενη ή η κατεχόμενη ή η χρησιμοποιούμενη περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες και, επιπλέον, ο δράστης να ενεργεί με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδόποτε εμπλέκεται σ' αυτές, προκειμένου να αποφύγει τούτος τις έννομες συνέπειες των πράξεών του. Είναι δηλ. έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση. θ)-Η νομιμοποίηση των εσόδων ανήκει στην κατηγορία, όπως και η αποδοχή και διάθεση προϊόντων του εγκλήματος, των εξαρτημένων ή συναφών εγκλημάτων, η στοιχειοθέτηση των οποίων προϋποθέτει την προγενέστερη τέλεση κάποιας άλλης αξιόποινης πράξης. Η προηγούμενη πράξη από την οποία προέρχεται η νομιμοποιούμενη περιουσία αρκεί να είναι τελειωτικά άδικη, χωρίς να απαιτείται να είναι και καταλογιστή ή τιμωρητή. Ο δράστης τιμωρείται διότι συγκαλύπτει την εγκληματική προέλευση της περιουσίας. Είναι αδιάφορο, επομένως, εάν το αξιόποινο της προηγούμενης πράξης έχει εξαλειφθεί, λόγω παραγραφής, ανάκλησης ή μη υποβολής της εγκλήσεως, έμπρακτης μετάνοιας κλπ. Κατ' εξαίρεση με τον πρόσφατο νόμο 3424/05,που τροποποίησε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 εδ. δ του Ν.2331/95, στις περιπτώσεις της ελαφράς εγκληματικότητας θεσπίσθηκε εξάρτηση του αξιοποίνου και του τιμωρητού του ξεπλύματος με την προηγούμενη πράξη του βασικού εγκλήματος. Τούτο συμβαίνει όταν το βασικό έγκλημα, από το οποίο προέρχεται η περιουσία που ξεπλένεται, είναι πλημμέλημα που τιμωρείται από το νόμο με φυλάκιση έως ένα έτος. Στην περίπτωση αυτή υφίσταται εξάρτηση του αξιοποίνου και του τιμωρητού του ξεπλύματος από το βασικό έγκλημα, η οποία έχει τις εξής ποινικοδικονομικές συνέπειες: 1) Η νομιμοποίηση υποβιβάζεται από κακούργημα σε πλημμέλημα και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. 2) Εάν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου ή τρίτου για το βασικό έγκλημα, η τυχόν καταδίκη και ποινή κατά του δράστη για τη συναφή νομιμοποίηση δεν μπορεί να υπερβαίνει την ποινή που επιβλήθηκε κατ' αυτού ή κατά του τρίτου για το βασικό έγκλημα. Και 3) εάν εξαλειφθεί το αξιόποινο του βασικού, λόγω π.χ. παραγραφής, ή εάν απαλλαγεί ο δράστης γι' αυτό, τότε εξαλείφεται αντίστοιχα και απαλλάσσεται ταυτόχρονα και ο δράστης της νομιμοποίησης. Αντίθετα, [a contrario] εάν το βασικό έγκλημα είναι κακούργημα ή πλημμέλημα τιμωρούμενο με φυλάκιση άνω του ενός έτους, τότε δεν υπάρχει εξάρτηση του αξιοποίνου του ξεπλύματος από το αξιόποινο και το τιμωρητό του δράστη του βασικού εγκλήματος. Εάν π.χ. το βασικό έγκλημα είναι κλοπή ενός αυτοκινήτου, που τιμωρείται, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, [άρθρο 372 παρ.1 ΠΚ], δεν υπάρχει εξάρτηση της νομιμοποίησης αυτού από το αξιόποινο και από το τιμωρητό της κλοπής. Έτσι, εάν εξαλειφθεί το αξιόποινο του βασικού, εάν δηλ. παραγραφεί η κλοπή, ή εάν απαλλαγεί ο δράστης αυτής, δεν συνεξαλείφεται αντίστοιχα, ούτε συναπαλλάσσεται κατ' ανάγκη και ο δράστης του ξεπλύματος. Ώστε, τα εγκλήματα αυτά, δηλ. το βασικό έγκλημα και το αξιόποινο του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος, έχουν αυτοτελές αξιόποινο, με ξεχωριστό το καθένα άδικο και απαξία.[ΑΠ.1611/07]. ι-Το έγκλημα της τοκογλυφίας συμπεριλαμβάνεται στα βασικά εγκλήματα του εγκλήματος της νομιμοποίησης εγκληματικών εσόδων, είτε τελέσθηκε υπό τη βασική μορφή της καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας [της παραγρ.1],είτε υπό τη βασική μορφή της τοκογλυφικής σύναψης δανείου ή της λήψης τοκογλυφικών ωφελημάτων [της παραγρ.2], είτε τελέσθηκε υπό τη διακεκριμένη-κακουργηματική μορφή του, [κατ' επάγγελμα δηλ. ή κατά συνήθεια],γιατί σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις πληρούται ο αντικειμενικός όρος της γενικής ρήτρας, στην οποία περιέχονται όλα τα εγκλήματα που τιμωρούνται με ποινή στερητικής της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται και ο έτερος αντικειμενικός όρος ότι από την τέλεση αυτής προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 Ε. Β-Παραδοχές και σκέψεις του βουλεύματος Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίας) προέκυψαν τα εξής, κατ' εκτίμηση, ουσιώδη περιστατικά: Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2000 μέχρι τον Μάρτιο του έτους 2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και δη αυτού της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τοκογλυφίας, κατά την παροχή δανείων, που συνήψε ως δανειστής, συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα, που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των (15.000) ευρώ. Ειδικότερα: α-Στις 25/04/2000) συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "Θ.ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ Α.Β.Ε.Ε. ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ-ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡ" και το νόμιμο εκπρόσωπο της Ε1 σύμβαση δανείου ποσού (5.000.000) δραχμών και προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του έλαβε την με αριθμό .... επιταγή της Γενικής Τράπεζας ύψους (5.900.000) δραχμών, εις διαταγή του (κατηγορουμένου) και λήξεως 25/06/2000. Στην ανωτέρω επιταγή περιλαμβανόταν ο τόκος (9% ανά μήνα) ποσού 900.000 δρχ., ήτοι (5.000.000 Χ 9% ανά μήνα=450.000 το μήνα Χ 2 μήνες)= (900.000) δραχμές, τον οποίο ο κατηγορούμενος συνομολόγησε να λάβει για διάστημα 60 ημερών, ενώ ο δικαιοπρακτικός τόκος που αντιστοιχούσε τότε σε 1,20% ( δυνάμει της Π.Σ.Ν.Π. 35/18.4.2000) και ο οποίος θα έπρεπε να καταβληθεί για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ήταν μόλις (120.000) δραχμές. Επομένως, έλαβε τοκογλυφικούς τόκους ύψους (900.000-120.000) -(780.000) δραχμών ή (2.289 ΕΥΡΩ). β- Στις 24/04/2000, συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της Ε1, σύμβαση δανείου ποσού (1.300.000) δραχμών και προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του, έλαβε την με αριθμό ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας ύψους (2.000.000) δραχμών, εις διαταγή "ΠΛΑΓΚΟΝ Α.Ε." και λήξεως την 25/07/2000 για διάστημα 60 ημερών και ο οποίος θα έπρεπε να καταβληθεί για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ήταν τόκος ύψους 18% ανά μήνα και συνολικού ποσού (700.000) δρχ., ήτοι (1.300.000 Χ 18% ανά μήνα=234.000 το μήνα Χ 3 μήνες =700.000 δραχμές), τον οποίο ο κατηγορούμενος συνομολόγησε να λάβει. Επομένως, έλαβε για κεφάλαιο (1.300.000) δραχμές, συνολικούς τόκους (700.000) δραχμών για διάστημα 90 αντιστοιχούσε τότε σε 1,20% (δυνάμει της Π.Σ.Ν.Π. 35/18.4.2000) και ο οποίος θα έπρεπε να καταβληθεί για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ήταν μόλις (46.800) δραχμές, ήτοι τοκογλυφικούς τόκους ύψους (700.000-46.800)=(653.200) δραχμών ή (1.916) ΕΥΡΩ. γ-Στις 20/06/2000, συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της, Ε1, σύμβαση δανείου ποσού (1.000.000) δραχμών και προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του έλαβε την με αριθμό ...επιταγή (ατομική του β' των εγκαλούντων) της Εθνικής Τράπεζας ύψους (1.330.000) δραχμών, εις διαταγή ΠΛΑΓΚΟΝ Α.Ε. και λήξεως 27/09/2000. Στην ανωτέρω επιταγή περιλαμβανόταν ο τόκος (ύψους 10% ανά μήνα) και συνολικού ποσού (330.000) δραχ. ήτοι (1.000.000 Χ 10% ανά μήνα = 100.000 το μήνα ( δηλ. 3.333 δρχ. ανά ημέρα Χ 99 ημέρες=(330.000) δραχμές, τον οποίο συνομολόγησε να λάβει ο κατηγορούμενος. Επομένως, έλαβε για κεφάλαιο (1.000.000) δραχμές, συνολικούς τόκους (330.000) δραχμών για διάστημα 99 ημερών, ενώ ο δικαιοπρακτικός τόκος που αντιστοιχούσε τότε σε 1,16% (δυνάμει της Π.Σ.Ν.Π. 36/28.6.2000) και ο οποίος θα έπρεπε να καταβληθεί για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ήταν μόλις (38.279) δραχμές, ήτοι τοκογλυφικούς τόκους ύψους (330.000-38.279)=(291.721) δραχμών ή (856 ΕΥΡΩ). δ- Στις 13/07/2000, συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της, Ε1, σύμβαση δανείου ποσού (5.000.000) δραχμών και προς εξόφληση της απαιτήσεως του, έλαβε την με αριθμό ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ύψους 6.350.000 δραχμών, εις διαταγή των εγκαλούντων και λήξεως την 14η/10/2000. Στην ανωτέρω επιταγή περιλαμβανόταν ο τόκος (ύψους 8,7% ανά μήνα) και συνολικού ποσού 1.350.000 δρχ., ήτοι 5.000.000 Χ 8,7% ανά μήνα-435.000 το μήνα ( δηλ. 14.500 δρχ. ανά ημέρα Χ 93 ημέρες=(1.350.000) δραχμές, τον οποίο ο κατηγορούμενος συνομολόγησε να λάβει. Επομένως, έλαβε για κεφάλαιο (5.000.000) δραχμές, συνολικούς τόκους (1.350.000) δραχμών για διάστημα 93 ημερών, ενώ ο δικαιοπρακτικός τόκος που αντιστοιχούσε τότε σε 1,16% (δυνάμει της Π.Σ.Ν.Π. 36/28.6.2000) και ο οποίος θα έπρεπε να καταβληθεί για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ήταν μόλις 179.799 δραχμές, ήτοι τοκογλυφικούς τόκους ύψους (1.350.000-179.799)=(1.170.200) δραχμών ή (3.434) ΕΥΡΩ. ε- Στις 20/10/2000 , συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της, Ε1, σύμβαση δανείου ποσού (3.000.000) δραχμών και προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του έλαβε την με αριθμό ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας ύψους 3.810.000 δραχμών, εις διαταγή των εγκαλούντων και λήξεως την 20η/01/2001. Στην ανωτέρω επιταγή περιλαμβανόταν ο τόκος (ύψους 8,7% ανά μήνα) συνολικού ποσού 810.000 δρχ., ήτοι (3.000.000 Χ 8,7% ανά μήνα=261.000 το μήνα (δηλ.8.700 δρχ. ανά ημέρα Χ 92 ημέρες)=810.000 δραχμές, τον οποίο ο κατηγορούμενος συνομολόγησε να λάβει. Επομένως, έλαβε για κεφάλαιο (3.000.000) δραχμών, συνολικούς τόκους (810.000) δραχμών για διάστημα 92 ημερών, ενώ ο δικαιοπρακτικός τόκος που αντιστοιχούσε τότε σε 1,02% (δυνάμει της Π.Σ.Ν.Π. 42.2000) και ο οποίος θα έπρεπε να καταβληθεί για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ήταν (93.840) δραχμές, ήτοι τοκογλυφικούς τόκους ύψους (810.000-93.840) =(716.160) δραχμών ή (2.101 ΕΥΡΩ). στ-Στις 20/10/2000 συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της, Ε1, σύμβαση δανείου ποσού 3.000.000 δραχμών και προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του έλαβε την με αριθμ. ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας ύψους 4.080.000 δραχμών, εις διαταγή των εγκαλούντων και λήξεως 20/02/2001. Στην ανωτέρω επιταγή περιλαμβανόταν ο τόκος (ύψους 8,7% ανά μήνα) και συνολικού ποσού 1.080.000 δρχ. (3.000.000 Χ 8,7% ανά μήνα = 261.000 το μήνα (δηλ. 8.700 δρχ. ανά ημέρα Χ 123 ημέρες =1.080.000 δραχμές), τον οποίο ο κατηγορούμενος συνομολόγησε να λάβει. Επομένως, έλαβε για κεφάλαιο 3.000.000 δραχμών, συνολικούς τόκους 1.080.000 δραχμών για διάστημα 123 ημερών, ενώ ο δικαιοπρακτικός τόκος που αντιστοιχούσε τότε σε 1,02% (δυνάμει της Π.Σ.Ν.Π. 42.2000) και ο οποίος θα έπρεπε να καταβληθεί για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ήταν μόλις 125.460 δραχμές, ήτοι τοκογλυφικούς τόκους ύψους (1.080.000-125.460)=954.540 δραχμών ή (2.801 ΕΥΡΩ). ζ- Στις 25/01/2001, συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της, Ε1 σύμβαση δανείου ποσού (20.000.000) δραχμών και προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του ο 2ος εγκαλών εξέδωσε αυθημερόν και του παρέδωσε την με αριθμ. ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, σε διαταγή του 2ου εγκαλούντα, ύψους 32.000.000 δραχμών, η οποία ήταν λευκή ως προς την ημερομηνία εκδόσεως της κατόπιν ρητής απαίτησης του κατηγορουμένου και υπό τον όρο καταβολής του δανείου. Όπως δε προκύπτει από τα συνημμένα έγγραφα το ποσό του δανείου επεστράφη στον κατηγορούμενο δια της καταβολής 10 ισόποσων μηνιαίων δόσεων ύψους 3.200.000 δραχμών η κάθε μία, οι οποίες και συμπεριλάμβαναν κεφάλαιο (2.000.000) καθώς και τόκους (1.200.000), τοκογλυφικούς και νόμιμους. Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται από τις αποδείξεις καταβολής, στον κατηγορούμενο καταβλήθηκαν τα κάτωθι ποσά στους παρακάτω χρόνους: -Στις 26/03/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές. -Στις 26/04/2001 καταβλήθηκαν στην ALPHA Τράπεζα 3.200.000 δραχμές. -Στις 22/05/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές. -Στις 25/06/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές. -Στις 25/07/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές. -Στις 27/08/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές. -Στις 25/09/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές. -Στις 24/10/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές. Στις 26/11/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές. -Στις 27/12/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές. Συνολικά λοιπόν από τις 25/01/2001, ημερομηνία λήψεως του δανείου και μέχρι την 27/12/2001 (ημερομηνία καταβολής τελευταίας δόσης) ο κατηγορούμενος έλαβε το ποσό των (32.000.000) δραχμών, δηλαδή τόκους συνολικού ύψους (12.000.000) δραχμών για χρονικό διάστημα 336 ημερών, ενώ ο δικαιοπρακτικός τόκος που θα έπρεπε να του καταβληθεί κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και που ήταν 10,25% ετησίως (δυνάμει του Ν.2842/2000 Αρ. 3 παρ.2), δηλαδή 0,854% το μήνα ανήρχετο στο ποσό των (20.000.000) Χ 0,854% το μήνα =170.800 δραχμές το μήνα, (δηλ. 5.693 δρχ. την ημέρα Χ 336 ημερες=1.912.959 δραχμές). Επομένως, συνομολόγησε και έλαβε για κεφάλαιο (20.000.000) δραχμών τοκογλυφικούς τόκους (12.000.000-1.912.959)=10.087.041 δραχμών ή (29.602) ΕΥΡΩ για διάστημα 336 ημερών, ενώ ο δικαιοπρακτικός τόκος που αντιστοιχούσε τότε σε 0,854% το μήνα και ο οποίος θα έπρεπε να του καταβληθεί για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ήταν μόλις (1.912.959) δραχμές. η- Στις 24/05/2001, συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της, Ε1 σύμβαση δανείου ποσού (20.000.000) δραχμών και προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του έλαβε αυθημερόν την με αριθμ. ...επιταγή της Γενικής τράπεζας, εις διαταγή ημών των ιδίων, (εγκαλούντων), ύψους 23.725.000 δραχμών, η οποία περιελάμβανε το κεφάλαιο της απαίτησης του (20.000.000) δραχμές καθώς και τοκογλυφικούς τόκους (3.725.000) δραχμών. Επομένως, για δάνειο ύψους (20.000.000) δραχμών συνομολόγησε και έλαβε από τους εγκαλούντες τόκους 3.725.000 δραχμών (10.931 ΕΥΡΩ) από τις 24/05/2001 έως την 24/07/2001, ενώ εκ του ποσού αυτού οι νόμιμοι τόκοι τους οποίους θα έπρεπε να λάβει και οι οποίοι την εποχή εκείνη ανέρχονταν σε 0,875% το μήνα (Ν.2842/2000 Αρ.3 παρ.2) υπολογίζονται στο ποσό των (20.000.000) Χ 0,875% το μήνα=175.000, δηλ. 5.833 δρχ. την ημέρα επί 62 ημέρες = 361.000 δρχ. ήτοι, συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του τόκους, πέραν του νομίμου ύψους (3.725.000-361.000)=3.364.000 δραχμές ή (9.872 ΕΥΡΩ). θ-Στις 10/07/2001, συμφώνησε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της, Ε1, την ανανέωση του δανείου. Για τον λόγο αυτό παρέλαβε την ίδια ημέρα την με αριθμ.....επιταγή της Γενικής Τράπεζας ύψους 25.700.000 δραχμών, σε διαταγή εμού του ιδίου (β' εγκαλούντα) και με ημερομηνία εκδόσεως την 25η/10/2001. Επομένως, ο κατηγορούμενος συνομολόγησε για τον εαυτό του τόκους συνολικού ύψους (5.700.000) δραχμών για χρονικό διάστημα 3 μηνών (24/07/2001, ημερομηνία καταβολής των τόκων έως 25/10/2001), ενώ ο νόμιμος τόκος που θα έπρεπε να λάβει για το αντίστοιχο διάστημα και που, εκείνη την περίοδο , ανέρχονταν σε 0,854% ανά μήνα (Ν.2842/2000 Α.3 Παρ.2) υπολογίζεται σε (20.000.000 Χ 0,854% ανά μήνα=170.800 δρχ. την ημέρα , δηλ.5.693 δρχ. την ημέρα Χ 90 ημέρες= 512.370 δραχμές. Επομένως, για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος συνομολόγησε παράνομους τόκους ύψους (5.700.000-512.370)=5.188.630 δραχμές. ι-Στις 20-10-2001, ο κατηγορούμενος συμφώνησε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της, Ε1 την ανανέωση του δανείου. Για το λόγο αυτό παρέλαβε την ίδια ημέρα τη με αριθμ....επιταγή της Τράπεζας EUROBANK, ύψους 133.000 ευρώ, σε διαταγή εμού του ιδίου (β' εγκαλούντος) και με ημερομηνία έκδοσης την 25η-10-2002. Επίσης, την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος παρέλαβε τη με αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας EUROBANK, ύψους 95.000 ευρώ, σε διαταγή εμού του ιδίου (β' εγκαλούντος), η οποία έφερε ανοικτή την ημερομηνία έκδοσης της και δόθηκε ως εγγύηση της εξόφλησης του δανείου, παράλληλα, δε ο κατηγορούμενος παρέδωσε στο β' εγκαλούντα τη λευκή επιταγή, ποσού 20.000.000 δραχμών που ο τελευταίος του είχε παραδώσει στις 24-5-2001 ως εγγύηση για την εξόφληση του δανείου. Τελικά το δάνειο αυτό εξοφλήθηκε στις 6-3-2002, οπότε και παρέδωσε ιδιοχείρως ο β' εγκαλών στον κατηγορούμενο το ποσό των 108.800 ευρώ (ή των 37.073.600 δραχμών) σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του δανείου. Επομένως, για την εξόφληση του δανείου οι εγκαλούντες κατέβαλαν τόκους, συνολικού ύψους 17.073.600 δραχμών, ενώ οι νόμιμοι τόκοι που θα έπρεπε να είχαν καταβάλει και που στη συγκεκριμένη περίοδο ανέρχονταν σε 9,75% ετησίως (δηλαδή,0,812% το μήνα),υπολογίζονται σε (20.000.000 Χ 0,812%=162.400 δραχμές, το μήνα, δηλαδή 5.413 δραχμές την ημέρα Χ 286 ημέρες διάρκειας του δανείου=)1.548.118 δραχμές. Επομένως, ο κατηγορούμενος συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του παράνομους τόκους, συνολικού ύψους (17.073.600-1.548.118=) 15.525.482 δραχμών. ια- Τέλος στις 30/11/2001, συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπό της, Ε1, σύμβαση δανείου ποσού ύψους 10.000.000 δραχμών ή (29.347 ΕΥΡΩ). Προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του έλαβε την με αριθμ. ... επιταγή της EUROBANK, ύψους 38.151 ΕΥΡΩ (13.000.000 δραχμών), σε διαταγή εμού του ιδίου, και με ημερομηνία εκδόσεως την 28/02/2002, ενώ οι εγκαλούντες συνολικά κατέβαλαν στον κατηγορούμενο από τις 30-11-2001, ημέρα σύναψης του δανείου έως και την 22/03/2002, το ποσό των (13.294+3.294+10.931 + 10.732)=(38.251) ΕΥΡΩ, έναντι κεφαλαίου (29.347) ΕΥΡΩ. Συνολικά, επομένως, κατέβαλαν για τόκους από τις 30/11/2001 έως και την 22/03/2002 το ποσό των (38.251-29.347)=8.904 ΕΥΡΩ ή (3.030.038 δραχμές),ενώ ο νόμιμος τόκος που θα έπρεπε να λάβει ο κατηγορούμενος για το ανωτέρω κεφαλαίο και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ανέρχονταν σε 9,25% ετησίως (Ν.2842/2000 Αρ.3 Παρ.2) και υπολογίζεται σε (29.347X0,77% ανά μήνα=226 ΕΥΡΩ το μήνα, δηλαδή 7,5 ΕΥΡΩ την ημέρα XI12 ημέρες δανείου)=844 ΕΥΡΩ ή (287.593 δραχμές).Επομένως, έλαβε για το ανωτέρω δάνειο παράνομους τόκους που ανέρχονται στο ποσό των (8.904-844)=8.060 ΕΥΡΩ ή (2.746.445 δραχμές). Συνολικά και από τις 25/04/2000, ημερομηνία συνομολόγησης και λήψης του πρώτου δανείου έως και την 22/03/2002, ημερομηνία εξόφλησης και του τελευταίου δανείου ο κατηγορούμενος παρέδωσε στους εγκαλούντες το συνολικό ποσό των (5.000.000 + 1.300.000 + 1.000.000 + 5.000.000 + 3.000.000 + 3.000.000 + 20.000.000 + 20.000.000 + 10.000.000)=68.300.000 δραχμών (200.440,21) ΕΥΡΩ, ενώ προς αποπληρωμή των δανείων και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα έλαβε το ποσό των (5.900.000 + 2.000.000 + 1.330.000 + 6.350.000 +3.810.000 + 4.080.000 + 32.000.000 + 3.364.000 + 37.073.600 + 13.034.028) - 108.941.628 δραχμών ή (309.838,9 ΕΥΡΩ).Επομένως, έλαβε συνολικά για τόκους το ποσό των (108.941.628-68.300.000=) 37.277.628 δραχμών ή 109.398,70 ευρώ, ενώ το ποσό των νόμιμων τόκων που θα έπρεπε να είχαν καταβάλει οι εγκαλούντες σ' αυτόν ανέρχεται σε 4.352.838 δραχμές και, κατά συνέπεια, συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του τοκογλυφικά ωφελήματα, ύψους (37.277.628-4.352.838=) 32.924.790 δραχμών ή 96.624,40 ευρώ. Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τοκογλυφία και σε βάρος άλλων δανειοληπτών. Ήδη, έχει παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με το 3373/04 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε το 946/05 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκτός των άλλων πράξεων, και για διακεκριμένη τοκογλυφία, την οποία φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "ΠΛΑΓΚΩΝ ΑΕ-ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ". Απολογούμενος πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ο παθών Ε1 έχει τελέσει σε βάρος του τις εξής αξιόποινες πράξεις:α) Κακουργηματική απάτη, που συνίσταται στο ότι του παρέδωσε προς εξόφληση του δανείου των 133.000 Ε. τρεις κλεμμένες επιταγές που σύρονταν από τον ... λογαριασμό του Καταστήματος της Ε.Τ.Ε...., παριστάνοντάς του εν γνώσει ψευδώς ότι ο λογαριασμός αυτός ανήκε στην ανώνυμη εταιρία που εκπροσωπούσε, για την οποία πράξη έχει παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δυνάμει του 519/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και β) Κακουργηματική πλαστογραφία και απάτη, που συνίσταται στη νόθευση της από 6-3-02 ιδιόχειρης απόδειξης είσπραξης του ποσού των 8.800 Ε, με το να αντικαταστήσει το ποσό τούτο στο ποσό των 108.800 Ε., για τις οποίες πράξεις έχει κινηθεί εναντίον του ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Πλημμ/κών Αθηνών, σε εκτέλεση της 271/07 Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Πλην όμως οι υποθέσεις αυτές αφορούν συγκεκριμένες επιμέρους μεταξύ τους οικονομικές σχέσεις και δεν ασκούν επιρροή στο σύνολο των πολυάριθμων και πολύπλοκων σχέσεών τους, που αναφέρονται στην παροχή από τον κατηγορούμενο προς τον παθόντα και στην εταιρία του μεγάλου ύψους δανείων με τη συνομολόγηση και τη λήψη τοκογλυφικών τόκων. Τις παραπάνω δε τοκογλυφικές πράξεις του ο κατηγορούμενος μετέρχεται κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων που περιγράφηκαν ως άνω, αλλά και την τέλεση αντίστοιχων πράξεων σε βάρος άλλων προσώπων-δανειοληπτών, ενδείκνυται υποδομή, την οποία είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως του αυτής με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της τοκογλυφίας, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2000 μέχρι τον Μάρτιο του έτους 2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενεργώντας με συνολικό σχεδιασμό δράσης, απέκτησε και κατείχε εν γνώσει κατά το χρόνο κτήσης της του γεγονότος ότι η περιουσία που απέκτησε, η οποία υπερβαίνει σε αξία το ποσό των 15.000 ευρώ, προέρχεται από την εγκληματική δραστηριότητα της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τοκογλυφίας. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο απέκτησε και κατείχε εν γνώσει του, κατά το χρόνο της κτήσης της, του γεγονότος ότι η περιουσία που απέκτησε σε αξία ύψους 32.924.790 δραχμών ή (96.624,40 ευρώ), προέρχεται από την εγκληματική δραστηριότητα της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τοκογλυφίας, ως αυτή περιγράφηκε επακριβώς ως άνω στις υπό στοιχ.:α-β-γ-δ-ε-στ-ζ-η-θ-ι πράξεις του παρόντος και ιδίως ότι προέρχεται από παράνομους τόκους. Τέλεσε δε την εν λόγω άδικη πράξη του κατ' επάγγελμα, ήτοι με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και στα πλαίσια ενός συνολικού σχεδιασμού, ενόψει του ότι προέκυψε από την εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ότι είχε ταυτόχρονα κα άρρηκτα συνδεδεμένα προσχεδιάσει και εντάξει σε ένα γενικότερο εγκληματικό σχεδιασμό την τέλεση του βασικού εγκλήματος της τοκογλυφίας και της νομιμοποίησης εσόδων προερχόμενων από την εν λόγω εγκληματική δραστηριότητα. Κατόπιν τούτων το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε την έφεσή του ως ουσιαστικά αβάσιμη και τον παρέπεμψε να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τοκογλυφία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' επάγγελμα, αμφότερα δε κατ' εξακολούθηση,[άρθρα 13 περ.γ,στ,60-63,94 παρ.1,98,404 παρ.2,3 ΠΚ,1 παρ.1 περ. αιη, όπως αντικατ. με το άρθρο 6 παρ.1 Ν.2515/97,2 παρ.1 εδ.α,β Ν.2331/95], Γ)-Κριτική αξιολόγηση Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων και δη της μεν τοκογλυφίας, ότι τελέσθηκε με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης, της δε νομιμοποίησης εγκληματικών εσόδων ότι τα εγκληματικά έσοδα που νομιμοποίησε προήλθαν από το βασικό έγκλημα της διακεκριμένης τοκογλυφίας, για την οποία συντρέχουν οι αναγκαίοι για τη θεώρηση αυτής ως βασικού εγκλήματος της νομιμοποίησης εγκληματικών εσόδων όροι της γενικής ρήτρας, τόσον ότι αυτή τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, όσο και από την τέλεση αυτής προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 Ε., καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ.γ,στ,60-63,94 παρ.1,98,404 παρ.2,3 ΠΚ,1 παρ.1 περ. αιη, όπως αντικατ. με το άρθρο 6 παρ.1 Ν.2515/97,2 παρ.1 εδ.α,β Ν.2331/95],τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα. Όσον αφορά το έγκλημα της τοκογλυφίας αναφέρει τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται τόσο για τη συγκρότηση της αντικειμενικής αυτού υπόστασης, τη συνομολόγηση δηλ. κατά τη χορήγηση δανείου υπέρ του ιδίου τόκων που υπερβαίνουν το νόμιμο ποσοστό και τη λήψη τέτοιων τοκογλυφικών τόκων, όσο και για τη συγκρότηση της υποκειμενικής αυτού υπόστασης, τη γνώση δηλ και την αποδοχή του ότι κατά τη σύναψη συμβάσεων δανείου συνομολόγησε και έλαβε υπέρ τού ιδίου τοκογλυφικούς τόκους. Όσον αφορά το έγκλημα της νομιμοποίησης εγκληματικών εσόδων αναφέρει τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται τόσο για τη συγκρότηση της αντικειμενικής αυτού υπόστασης, την προέλευση δηλ. των εσόδων από το βασικό έγκλημα της διακεκριμένης τοκογλυφίας, την απόκτηση και την κατοχή της από το δράστη, όσο και για τη συγκρότηση της υποκειμενικής αυτού υπόστασης, τη γνώση δηλ. και την αποδοχή ότι η αποκτώμενη και κατεχόμενη περιουσία προέρχεται από την εγκληματική δραστηριότητα της τοκογλυφίας. Η αιτίαση ότι το βούλευμα δεν αναφέρει τον τρόπο υπολογισμού των τόκων είναι αβάσιμη διότι για τη συγκρότηση της τοκογλυφίας αρκεί η βεβαίωση ότι ο κατηγορούμενος συνομολόγησε κατά τη σύναψη δανείου τόκους που υπερβαίνουν το ανώτατο θεμιτό ποσοστό τόκου και έλαβε υπέρ αυτού τέτοιους τοκογλυφικούς τόκους. Η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα σφάλλει αναφέροντας ότι η παραπομπή του παθόντος στο αρμόδιο δικαστήριο για κακουργηματική απάτη σχετικά με τις τρεις επιταγές, δυνάμει του 519/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθώς και η κίνηση κατ' αυτού ποινικής δίωξης για κακουργηματική πλαστογραφία και απάτη σχετικά με την από 6-3-02 ιδιόχειρη απόδειξη είσπραξης, κατόπιν της 271/07 Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, καθώς και οι αιτιάσεις του ότι εσφαλμένα εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και πείσθηκε ότι τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες παραπέμπεται, είναι απαράδεκτες διότι βάλλουν κατά της ανέλεγκτα αναιρετικά ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας. Η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία διότι αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του εισαγγελέα είναι αβάσιμη, διότι η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 του Συντάγματος και του άρθρου 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου.[ΑΠ.205/05]. 5-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να απορριφθεί η 160/6-10-08 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του 1467/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και του προδικαστικού του 2698/07, Και
Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε
τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμό 160 από 06-10-2008, αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ' αριθμό 1467/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, κατά του υπ' αριθμό 301/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για τις πράξεις: α) της κακουργηματικής τοκογλυφίας, και β) της κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση,( άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ), γι' αυτό θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά της.
Κατά το άρθρο 404 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ, τοκογλυφία διαπράττει και όποιος, κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του ή την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού, συνομολογεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 8 εδ. β' του Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ. 1 και 2 κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ίδιου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Το έγκλημα της τοκογλυφίας είναι υπαλλακτικώς μικτό και, ως τέτοιο, μπορεί να τελείται με τη συνομολόγηση ή με τη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και η παραλαβή αξιογράφων, που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, χωρίς να προσαπαιτείται και η είσπραξη του αναφερόμενου σ' αυτά ποσού. Ακόμη, κατά την έννοια της προδιαληφθείσας διατάξεως του άρθρου 404 παρ. 3 του ΠΚ, κατ' επάγγελμα θεωρείται ότι πράττει ο υπαίτιος της τοκογλυφίας, όταν ενεργεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επανάληψη με σκοπό να ποριστεί από αυτές εισόδημα. Προς τούτο, αρκεί και η τέλεση μιας μόνον πράξεως, όταν, από αυτήν, ενόψει και της διάρκειας των λοιπών περιστάσεων, που τη συνοδεύουν, προκύπτει η επιδίωξη πορισμού εισοδήματος, βάσει σχεδίου. Κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, κατά συνήθεια τελείται η τοκογλυφία, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής συνάγεται ότι ο δράστης έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτής, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν 2331/1995 "περί προλήψεως και καταστολής της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες", με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία, που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1, που προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ. δ' του Ν. 3424/2005, η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες της παραγράφου αυτής. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, με δικές του σκέψεις, αλλά και με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2000 μέχρι τον Μάρτιο του έτους 2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και δη αυτού της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τοκογλυφίας, κατά την παροχή δανείων, που συνήψε ως δανειστής, συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα, που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των (15.000) ευρώ. Ειδικότερα: α-Στις 25/04/2000) συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "Θ.ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ Α.Β.Ε.Ε. ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ-ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡ" και το νόμιμο εκπρόσωπο της Ε1 σύμβαση δανείου ποσού (5.000.000) δραχμών και προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του έλαβε την με αριθμό ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας ύψους (5.900.000) δραχμών, εις διαταγή του (κατηγορουμένου) και λήξεως 25/06/2000. Στην ανωτέρω επιταγή περιλαμβανόταν ο τόκος (9% ανά μήνα) ποσού 900.000 δρχ., ήτοι (5.000.000 Χ 9% ανά μήνα=450.000 το μήνα Χ 2 μήνες)= (900.000) δραχμές, τον οποίο ο κατηγορούμενος συνομολόγησε να λάβει για διάστημα 60 ημερών, ενώ ο δικαιοπρακτικός τόκος που αντιστοιχούσε τότε σε 1,20% (δυνάμει της Π.Σ.Ν.Π. 35/18.4.2000) και ο οποίος θα έπρεπε να καταβληθεί για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ήταν μόλις (120.000) δραχμές. Επομένως, έλαβε τοκογλυφικούς τόκους ύψους (900.000-120.000) -(780.000) δραχμών ή (2.289 ΕΥΡΩ).
β- Στις 24/04/2000, συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της Ε1, σύμβαση δανείου ποσού (1.300.000) δραχμών και προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του, έλαβε την με αριθμό ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας ύψους (2.000.000) δραχμών, εις διαταγή "ΠΛΑΓΚΟΝ Α.Ε." και λήξεως την 25/07/2000 για διάστημα 60 ημερών και ο οποίος θα έπρεπε να καταβληθεί για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ήταν τόκος ύψους 18% ανά μήνα και συνολικού ποσού (700.000) δρχ., ήτοι (1.300.000 Χ 18% ανά μήνα=234.000 το μήνα Χ 3 μήνες =700.000 δραχμές), τον οποίο ο κατηγορούμενος συνομολόγησε να λάβει. Επομένως, έλαβε για κεφάλαιο (1.300.000) δραχμές, συνολικούς τόκους (700.000) δραχμών για διάστημα 90 αντιστοιχούσε τότε σε 1,20% (δυνάμει της Π.Σ.Ν.Π. 35/18.4.2000) και ο οποίος θα έπρεπε να καταβληθεί για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ήταν μόλις (46.800) δραχμές, ήτοι τοκογλυφικούς τόκους ύψους (700.000-46.800)=(653.200) δραχμών ή (1.916) ΕΥΡΩ.
γ-Στις 20/06/2000, συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της, Ε1, σύμβαση δανείου ποσού (1.000.000) δραχμών και προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του έλαβε την με αριθμό ... επιταγή (ατομική του β' των εγκαλούντων) της Εθνικής Τράπεζας ύψους (1.330.000) δραχμών, εις διαταγή ΠΛΑΓΚΟΝ Α.Ε. και λήξεως 27/09/2000. Στην ανωτέρω επιταγή περιλαμβανόταν ο τόκος (ύψους 10% ανά μήνα) και συνολικού ποσού (330.000) δραχ. ήτοι (1.000.000 Χ 10% ανά μήνα = 100.000 το μήνα ( δηλ. 3.333 δρχ. ανά ημέρα Χ 99 ημέρες=(330.000) δραχμές, τον οποίο συνομολόγησε να λάβει ο κατηγορούμενος. Επομένως, έλαβε για κεφάλαιο (1.000.000) δραχμές, συνολικούς τόκους (330.000) δραχμών για διάστημα 99 ημερών, ενώ ο δικαιοπρακτικός τόκος που αντιστοιχούσε τότε σε 1,16% (δυνάμει της Π.Σ.Ν.Π. 36/28.6.2000) και ο οποίος θα έπρεπε να καταβληθεί για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ήταν μόλις (38.279) δραχμές, ήτοι τοκογλυφικούς τόκους ύψους (330.000-38.279)=(291.721) δραχμών ή (856 ΕΥΡΩ).
δ- Στις 13/07/2000, συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της, Ε1, σύμβαση δανείου ποσού (5.000.000) δραχμών και προς εξόφληση της απαιτήσεως του, έλαβε την με αριθμό ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ύψους 6.350.000 δραχμών, εις διαταγή των εγκαλούντων και λήξεως την 14η/10/2000. Στην ανωτέρω επιταγή περιλαμβανόταν ο τόκος (ύψους 8,7% ανά μήνα) και συνολικού ποσού 1.350.000 δρχ., ήτοι 5.000.000 Χ 8,7% ανά μήνα-435.000 το μήνα ( δηλ. 14.500 δρχ. ανά ημέρα Χ 93 ημέρες=(1.350.000) δραχμές, τον οποίο ο κατηγορούμενος συνομολόγησε να λάβει. Επομένως, έλαβε για κεφάλαιο (5.000.000) δραχμές, συνολικούς τόκους (1.350.000) δραχμών για διάστημα 93 ημερών, ενώ ο δικαιοπρακτικός τόκος που αντιστοιχούσε τότε σε 1,16% (δυνάμει της Π.Σ.Ν.Π. 36/28.6.2000) και ο οποίος θα έπρεπε να καταβληθεί για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ήταν μόλις 179.799 δραχμές, ήτοι τοκογλυφικούς τόκους ύψους (1.350.000-179.799)=(1.170.200) δραχμών ή (3.434) ΕΥΡΩ.
ε- Στις 20/10/2000, συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της, Ε1, σύμβαση δανείου ποσού (3.000.000) δραχμών και προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του έλαβε την με αριθμό ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας ύψους 3.810.000 δραχμών, εις διαταγή των εγκαλούντων και λήξεως την 20η/01/2001. Στην ανωτέρω επιταγή περιλαμβανόταν ο τόκος (ύψους 8,7% ανά μήνα) συνολικού ποσού 810.000 δρχ., ήτοι (3.000.000 Χ 8,7% ανά μήνα=261.000 το μήνα (δηλ.8.700 δρχ. ανά ημέρα Χ 92 ημέρες)=810.000 δραχμές, τον οποίο ο κατηγορούμενος συνομολόγησε να λάβει. Επομένως, έλαβε για κεφάλαιο (3.000.000) δραχμών, συνολικούς τόκους (810.000) δραχμών για διάστημα 92 ημερών, ενώ ο δικαιοπρακτικός τόκος που αντιστοιχούσε τότε σε 1,02% (δυνάμει της Π.Σ.Ν.Π. 42.2000) και ο οποίος θα έπρεπε να καταβληθεί για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ήταν (93.840) δραχμές, ήτοι τοκογλυφικούς τόκους ύψους (810.000-93.840) =(716.160) δραχμών ή (2.101 ΕΥΡΩ).
στ-Στις 20/10/2000 συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της, Ε1, σύμβαση δανείου ποσού 3.000.000 δραχμών και προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του έλαβε την με αριθμ. ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας ύψους 4.080.000 δραχμών, εις διαταγή των εγκαλούντων και λήξεως 20/02/2001. Στην ανωτέρω επιταγή περιλαμβανόταν ο τόκος (ύψους 8,7% ανά μήνα) και συνολικού ποσού 1.080.000 δρχ. (3.000.000 Χ 8,7% ανά μήνα = 261.000 το μήνα (δηλ. 8.700 δρχ. ανά ημέρα Χ 123 ημέρες =1.080.000 δραχμές), τον οποίο ο κατηγορούμενος συνομολόγησε να λάβει. Επομένως, έλαβε για κεφάλαιο 3.000.000 δραχμών, συνολικούς τόκους 1.080.000 δραχμών για διάστημα 123 ημερών, ενώ ο δικαιοπρακτικός τόκος που αντιστοιχούσε τότε σε 1,02% (δυνάμει της Π.Σ.Ν.Π. 42.2000) και ο οποίος θα έπρεπε να καταβληθεί για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ήταν μόλις 125.460 δραχμές, ήτοι τοκογλυφικούς τόκους ύψους (1.080.000-125.460)=954.540 δραχμών ή (2.801 ΕΥΡΩ).
ζ- Στις 25/01/2001, συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της,Ε1, σύμβαση δανείου ποσού (20.000.000) δραχμών και προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του ο 2ος εγκαλών εξέδωσε αυθημερόν και του παρέδωσε την με αριθμ. ...επιταγή της Γενικής Τράπεζας, σε διαταγή του 2ου εγκαλούντα, ύψους 32.000.000 δραχμών, η οποία ήταν λευκή ως προς την ημερομηνία εκδόσεως της κατόπιν ρητής απαίτησης του κατηγορουμένου και υπό τον όρο καταβολής του δανείου. Όπως δε προκύπτει από τα συνημμένα έγγραφα το ποσό του δανείου επεστράφη στον κατηγορούμενο δια της καταβολής 10 ισόποσων μηνιαίων δόσεων ύψους 3.200.000 δραχμών η κάθε μία, οι οποίες και συμπεριλάμβαναν κεφάλαιο (2.000.000) καθώς και τόκους (1.200.000), τοκογλυφικούς και νόμιμους.
Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται από τις αποδείξεις καταβολής, στον κατηγορούμενο καταβλήθηκαν τα κάτωθι ποσά στους παρακάτω χρόνους:
Στις 26/03/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές.
Στις 26/04/2001 καταβλήθηκαν στην ALPHA Τράπεζα 3.200.000 δραχμές.
Στις 22/05/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές.
Στις 25/06/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές.
Στις 25/07/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές.
Στις 27/08/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές.
Στις 25/09/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές.
Στις 24/10/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές.
Στις 26/11/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές.
Στις 27/12/2001 καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα 3.200.000 δραχμές.
Συνολικά λοιπόν από τις 25/01/2001, ημερομηνία λήψεως του δανείου και μέχρι την 27/12/2001 (ημερομηνία καταβολής τελευταίας δόσης) ο κατηγορούμενος έλαβε το ποσό των (32.000.000) δραχμών, δηλαδή τόκους συνολικού ύψους (12.000.000) δραχμών για χρονικό διάστημα 336 ημερών, ενώ ο δικαιοπρακτικός τόκος που θα έπρεπε να του καταβληθεί κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και που ήταν 10,25% ετησίως (δυνάμει του Ν.2842/2000 Αρ. 3 παρ.2), δηλαδή 0,854% το μήνα ανήρχετο στο ποσό των (20.000.000) Χ 0,854% το μήνα =170.800 δραχμές το μήνα, (δηλ. 5.693 δρχ. την ημέρα Χ 336 ημερες=1.912.959 δραχμές).
Επομένως, συνομολόγησε και έλαβε για κεφάλαιο (20.000.000) δραχμών τοκογλυφικούς τόκους (12.000.000-1.912.959)=10.087.041 δραχμών ή (29.602) ΕΥΡΩ για διάστημα 336 ημερών, ενώ ο δικαιοπρακτικός τόκος που αντιστοιχούσε τότε σε 0,854% το μήνα και ο οποίος θα έπρεπε να του καταβληθεί για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ήταν μόλις (1.912.959) δραχμές.
η- Στις 24/05/2001, συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της, Ε1, σύμβαση δανείου ποσού (20.000.000) δραχμών και προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του έλαβε αυθημερόν την με αριθμ. ... επιταγή της Γενικής τράπεζας, εις διαταγή ημών των ιδίων, (εγκαλούντων), ύψους 23.725.000 δραχμών, η οποία περιελάμβανε το κεφάλαιο της απαίτησης του (20.000.000) δραχμές καθώς και τοκογλυφικούς τόκους (3.725.000) δραχμών. Επομένως, για δάνειο ύψους (20.000.000) δραχμών συνομολόγησε και έλαβε από τους εγκαλούντες τόκους 3.725.000 δραχμών (10.931 ΕΥΡΩ) από τις 24/05/2001 έως την 24/07/2001, ενώ εκ του ποσού αυτού οι νόμιμοι τόκοι τους οποίους θα έπρεπε να λάβει και οι οποίοι την εποχή εκείνη ανέρχονταν σε 0,875% το μήνα (Ν.2842/2000 Αρ.3 παρ.2) υπολογίζονται στο ποσό των (20.000.000) Χ 0,875% το μήνα=175.000, δηλ. 5.833 δρχ. την ημέρα επί 62 ημέρες = 361.000 δρχ. ήτοι, συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του τόκους, πέραν του νομίμου ύψους (3.725.000-361.000)=3.364.000 δραχμές ή (9.872 ΕΥΡΩ).
θ-Στις 10/07/2001, συμφώνησε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της, Ε1, την ανανέωση του δανείου. Για τον λόγο αυτό παρέλαβε την ίδια ημέρα την με αριθμ.... επιταγή της Γενικής Τράπεζας ύψους 25.700.000 δραχμών, σε διαταγή εμού του ιδίου (β' εγκαλούντα) και με ημερομηνία εκδόσεως την 25η/10/2001. Επομένως, ο κατηγορούμενος συνομολόγησε για τον εαυτό του τόκους συνολικού ύψους (5.700.000) δραχμών για χρονικό διάστημα 3 μηνών (24/07/2001, ημερομηνία καταβολής των τόκων έως 25/10/2001), ενώ ο νόμιμος τόκος που θα έπρεπε να λάβει για το αντίστοιχο διάστημα και που, εκείνη την περίοδο, ανέρχονταν σε 0,854% ανά μήνα (Ν.2842/2000 Α.3 Παρ.2) υπολογίζεται σε (20.000.000 Χ 0,854% ανά μήνα=170.800 δρχ. την ημέρα , δηλ.5.693 δρχ. την ημέρα Χ 90 ημέρες= 512.370 δραχμές. Επομένως, για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος συνομολόγησε παράνομους τόκους ύψους (5.700.000-512.370)=5.188.630 δραχμές.
ι-Στις 20-10-2001, ο κατηγορούμενος συμφώνησε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπο της, Ε1 την ανανέωση του δανείου. Για το λόγο αυτό παρέλαβε την ίδια ημέρα τη με αριθμ....επιταγή της Τράπεζας EUROBANK, ύψους 133.000 ευρώ, σε διαταγή εμού του ιδίου (β' εγκαλούντος) και με ημερομηνία έκδοσης την 25η-10-2002. Επίσης, την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος παρέλαβε τη με αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας EUROBANK, ύψους 95.000 ευρώ, σε διαταγή εμού του ιδίου (β' εγκαλούντος), η οποία έφερε ανοικτή την ημερομηνία έκδοσης της και δόθηκε ως εγγύηση της εξόφλησης του δανείου, παράλληλα, δε ο κατηγορούμενος παρέδωσε στο β' εγκαλούντα τη λευκή επιταγή, ποσού 20.000.000 δραχμών που ο τελευταίος του είχε παραδώσει στις 24-5-2001 ως εγγύηση για την εξόφληση του δανείου. Τελικά το δάνειο αυτό εξοφλήθηκε στις 6-3-2002, οπότε και παρέδωσε ιδιοχείρως ο β' εγκαλών στον κατηγορούμενο το ποσό των 108.800 ευρώ (ή των 37.073.600 δραχμών) σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του δανείου. Επομένως, για την εξόφληση του δανείου οι εγκαλούντες κατέβαλαν τόκους, συνολικού ύψους 17.073.600 δραχμών, ενώ οι νόμιμοι τόκοι που θα έπρεπε να είχαν καταβάλει και που στη συγκεκριμένη περίοδο ανέρχονταν σε 9,75% ετησίως (δηλαδή,0,812% το μήνα),υπολογίζονται σε (20.000.000 Χ 0,812%=162.400 δραχμές, το μήνα, δηλαδή 5.413 δραχμές την ημέρα Χ 286 ημέρες διάρκειας του δανείου=)1.548.118 δραχμές. Επομένως, ο κατηγορούμενος συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του παράνομους τόκους, συνολικού ύψους (17.073.600-1.548.118=) 15.525.482 δραχμών.
ια- Τέλος στις 30/11/2001, συνήψε με την εγκαλούσα εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπό της, Ε1, σύμβαση δανείου ποσού ύψους 10.000.000 δραχμών ή (29.347 ΕΥΡΩ).Προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του έλαβε την με αριθμ. ...επιταγή της EUROBANK, ύψους 38.151 ΕΥΡΩ (13.000.000 δραχμών), σε διαταγή εμού του ιδίου, και με ημερομηνία εκδόσεως την 28/02/2002, ενώ οι εγκαλούντες συνολικά κατέβαλαν στον κατηγορούμενο από τις 30-11-2001, ημέρα σύναψης του δανείου έως και την 22/03/2002, το ποσό των (13.294+3.294+10.931 + 10.732)=(38.251) ΕΥΡΩ, έναντι κεφαλαίου (29.347) ΕΥΡΩ. Συνολικά, επομένως, κατέβαλαν για τόκους από τις 30/11/2001 έως και την 22/03/2002 το ποσό των (38.251-29.347)=8.904 ΕΥΡΩ ή (3.030.038 δραχμές),ενώ ο νόμιμος τόκος που θα έπρεπε να λάβει ο κατηγορούμενος για το ανωτέρω κεφαλαίο και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ανέρχονταν σε 9,25% ετησίως (Ν.2842/2000 Αρ.3 Παρ.2) και υπολογίζεται σε (29.347X0,77% ανά μήνα=226 ΕΥΡΩ το μήνα, δηλαδή 7,5 ΕΥΡΩ την ημέρα XI12 ημέρες δανείου)=844 ΕΥΡΩ ή (287.593 δραχμές).Επομένως, έλαβε για το ανωτέρω δάνειο παράνομους τόκους που ανέρχονται στο ποσό των (8.904-844)=8.060 ΕΥΡΩ ή (2.746.445 δραχμές).
Συνολικά και από τις 25/04/2000, ημερομηνία συνομολόγησης και λήψης του πρώτου δανείου έως και την 22/03/2002, ημερομηνία εξόφλησης και του τελευταίου δανείου ο κατηγορούμενος παρέδωσε στους εγκαλούντες το συνολικό ποσό των (5.000.000 + 1.300.000 + 1.000.000 + 5.000.000 + 3.000.000 + 3.000.000 + 20.000.000 + 20.000.000 + 10.000.000)=68.300.000 δραχμών (200.440,21) ΕΥΡΩ, ενώ προς αποπληρωμή των δανείων και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα έλαβε το ποσό των (5.900.000 + 2.000.000 + 1.330.000 + 6.350.000 +3.810.000 + 4.080.000 + 32.000.000 + 3.364.000 + 37.073.600 + 13.034.028) - 108.941.628 δραχμών ή (309.838,9 ΕΥΡΩ). Επομένως, έλαβε συνολικά για τόκους το ποσό των (108.941.628-68.300.000=) 37.277.628 δραχμών ή 109.398,70 ευρώ, ενώ το ποσό των νόμιμων τόκων που θα έπρεπε να είχαν καταβάλει οι εγκαλούντες σ' αυτόν ανέρχεται σε 4.352.838 δραχμές και, κατά συνέπεια, συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του τοκογλυφικά ωφελήματα, ύψους (37.277.628-4.352.838=) 32.924.790 δραχμών ή 96.624,40 ευρώ.
Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τοκογλυφία και σε βάρος άλλων δανειοληπτών. Ήδη, έχει παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με το 3373/04 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε το 946/05 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκτός των άλλων πράξεων, και για διακεκριμένη τοκογλυφία, την οποία φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "ΠΛΑΓΚΩΝ ΑΕ-ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ". Απολογούμενος πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ο παθών Ε1 έχει τελέσει σε βάρος του τις εξής αξιόποινες πράξεις: α) Κακουργηματική απάτη, που συνίσταται στο ότι του παρέδωσε προς εξόφληση του δανείου των 133.000 Ε. τρεις κλεμμένες επιταγές που σύρονταν από τον ... λογαριασμό του Καταστήματος της Ε.Τ.Ε. ..., παριστάνοντάς του εν γνώσει ψευδώς ότι ο λογαριασμός αυτός ανήκε στην ανώνυμη εταιρία που εκπροσωπούσε, για την οποία πράξη έχει παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δυνάμει του 519/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και β) Κακουργηματική πλαστογραφία και απάτη, που συνίσταται στη νόθευση της από 6-3-02 ιδιόχειρης απόδειξης είσπραξης του ποσού των 8.800 Ε, με το να αντικαταστήσει το ποσό τούτο στο ποσό των 108.800 Ε., για τις οποίες πράξεις έχει κινηθεί εναντίον του ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Πλημμ/κών Αθηνών, σε εκτέλεση της 271/07 Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Πλην όμως οι υποθέσεις αυτές αφορούν συγκεκριμένες επιμέρους μεταξύ τους οικονομικές σχέσεις και δεν ασκούν επιρροή στο σύνολο των πολυάριθμων και πολύπλοκων σχέσεών τους, που αναφέρονται στην παροχή από τον κατηγορούμενο προς τον παθόντα και στην εταιρία του μεγάλου ύψους δανείων με τη συνομολόγηση και τη λήψη τοκογλυφικών τόκων.
Τις παραπάνω δε τοκογλυφικές πράξεις του ο κατηγορούμενος μετέρχεται κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων που περιγράφηκαν ως άνω, αλλά και την τέλεση αντίστοιχων πράξεων σε βάρος άλλων προσώπων-δανειοληπτών, ενδείκνυται υποδομή, την οποία είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως του αυτής με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της τοκογλυφίας, ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2000 μέχρι τον Μάρτιο του έτους 2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενεργώντας με συνολικό σχεδιασμό δράσης, απέκτησε και κατείχε εν γνώσει κατά το χρόνο κτήσης της του γεγονότος ότι η περιουσία που απέκτησε, η οποία υπερβαίνει σε αξία το ποσό των 15.000 ευρώ, προέρχεται από την εγκληματική δραστηριότητα της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τοκογλυφίας. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο απέκτησε και κατείχε εν γνώσει του, κατά το χρόνο της κτήσης της, του γεγονότος ότι η περιουσία που απέκτησε σε αξία ύψους 32.924.790 δραχμών ή (96.624,40 ευρώ), προέρχεται από την εγκληματική δραστηριότητα της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τοκογλυφίας, ως αυτή περιγράφηκε επακριβώς ως άνω στις υπό στοιχ.:α-β-γ-δ-ε-στ-ζ-η-θ-ι πράξεις του παρόντος και ιδίως ότι προέρχεται από παράνομους τόκους. Τέλεσε δε την εν λόγω άδικη πράξη του κατ' επάγγελμα, ήτοι με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και στα πλαίσια ενός συνολικού σχεδιασμού, ενόψει του ότι προέκυψε από την εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ότι είχε ταυτόχρονα κα άρρηκτα συνδεδεμένα προσχεδιάσει και εντάξει σε ένα γενικότερο εγκληματικό σχεδιασμό την τέλεση του βασικού εγκλήματος της τοκογλυφίας και της νομιμοποίησης εσόδων προερχόμενων από την εν λόγω εγκληματική δραστηριότητα". Περαιτέρω, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, πέραν των αναφερομένων στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, με δικές του σκέψεις δέχθηκε ότι από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και οι σαφείς και ορισμένες καταθέσεις των μαρτύρων ..., ... και ..., εκτιμώμενα υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 177 ηθικής και κατά συνείδηση αξιολόγησης των αποδείξεων, προκύπτουν για τον κατηγορούμενο Χ1 σοβαρές ενδείξεις ενοχής για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν ως άνω αξιόποινες πράξεις, η συνδρομή των οποίων επιβάλλει τον ακροαματικό έλεγχο της υποθέσεως. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι α)ο δεύτερος των εγκαλούντων- πολιτικώς εναγόντων στην παρούσα υπόθεση Ε1 με το υπ' αριθ. 519/2007 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για απάτη κακουργηματική με χρόνο τελέσεως την 12-4-2002, που αφορά σε τρεις επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσών 50.000, 50.000 και 51.450 ευρώ, που έδωσε αυτός στην ήδη κατηγορούμενο Χ1 και β) με την υπ! αριθ. 271/2007 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών έγινε δεκτή σχετική προσφυγή του ήδη κατηγορουμένου Χ1 και παραγγέλθηκε ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του εκεί εγκαλουμένου Ε1 για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση κακουργηματική, και απάτη κακουργηματική, που αφορά στην από 6-3-2002 απόδειξη είσπραξης. Τούτο δε διότι οι εν λόγω υποθέσεις αφορούν σε συγκεκριμένη και επί μέρους οικονομική σχέση μεταξύ των διαδίκων και δεν ασκούν επιρροή στο σύνολο των εκτιθεμένων πολυάριθμων πολύπλοκων οικονομικών σχέσεών τους, που αναφέρονταν στην παροχή από τον κατηγορούμενο Χ1 προς τον εγκαλούντα-πολιτικώς ενάγοντα Ε1 και την εκπροσωπούμενη απ' αυτόν ανώνυμη εταιρεία δανείων μεγάλου ύψους με τη συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών τόκων". Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση που άσκησε ο κατηγορούμενος κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων Αθηνών), για να δικαστεί ως υπαίτιος των πράξεων της κακουργηματικής τοκογλυφίας και της κακουργηματικής νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' εξακολούθηση κατ' εξακολούθηση. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την, κατά τα παραπάνω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ', 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 98 και 404 παρ. 2α και 3 του Π.Κ, και 1 παρ.1 του Ν. 2515/1997, 2 παρ. 1 εδ. α, β του Ν. 2331/1995, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι το βούλευμα, δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, το Συμβούλιο με εμπεριστατωμένη αιτιολογία διαλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των πιο πάνω εγκλημάτων και συγκεκριμένα ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του αναιρεσείοντος, ικανές να επιστηρίξουν δημόσια εναντίον του κατηγορία, για τις πράξεις αυτές. Πράγματι, αναφέρεται αναλυτικά στο προσβαλλόμενο βούλευμα, η συνομολόγηση των επί μέρους δανείων, μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της μηνύτριας εταιρείας με τη επωνυμία "Θ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ Α.Β.Ε.Ε ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡ", η οποία αντιμετώπιζε άμεσα οικονομικά προβλήματα και του αναιρεσείοντος, καθώς και το ύψος τόσο των χορηγηθέντων δανείων, η χρονική διάρκεια ενός εκάστου απ' αυτά, καθώς και το συνολικό ποσό που έλαβε η μηνύτρια εταιρεία, όπως και το ύψος των τοκογλυφικών ωφελημάτων τα οποία ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 32.924.790 δραχμών ή 96.624,40 ευρώ. Επίσης, αιτιολογείται για κάθε δανειακή σύμβαση το ποσοστό του τόκου, που καθορίστηκε σε 8,70% έως 18% μηνιαίως, αντί του ανωτάτου επιτρεπομένου κατά την αντίστοιχη χρονική περίοδο, ποσοστού από 0,854% έως 1,20%, όπως, επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων έναντι του συνολικού ποσού του δανείου που αυτός κατέβαλε στην εγκαλούσα εταιρεία, ύψους 68.300.000 δραχμών ή 200.440,21 ευρώ, έλαβε από την μηνύτρια εταιρεία προς αποπληρωμή του δανείου το συνολικό ποσό των 108.941.628 δραχμών ήδη 309.838,9 ευρώ. Το βούλευμα, επίσης, διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σχετική με την από μέρους του αναιρεσείοντος τέλεση κατ' επάγγελμα της πράξεως αυτής, αφού απέβλεπε στον πορισμό παράνομου εισοδήματος, με τη συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων σε ποσοστό ανερχόμενο από 8,70% έως 18% μηνιαίως, που υπερέβαινε το ποσοστό του ισχύοντος κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, νόμιμου τόκου που κυμαινόταν από 0,854% έως 1,20% μηνιαίως, έχοντας προς τούτο αναπτύξει βάσει σχεδίου του, την κατάλληλη και αναγκαία υποδομή για την τέλεση της πράξεως αυτής, πέραν και από το γεγονός ότι ανάλογη δραστηριότητα επέδειξε ο αναιρεσείων και με άλλο, εκτός της εγκαλούσας εταιρείας, πρόσωπο δηλαδή εις βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΛΑΓΚΩΝ ΑΕ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ", και για την οποία δραστηριότητα παραπέμφθηκε με το υπ' αριθμό 946/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για την πράξη της διακεκριμένης τοκογλυφίας. Αιτιολογείται, επίσης, στο προσβαλλόμενο βούλευμα η παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων, στο επίδικο χρονικό διάστημα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, απέκτησε και κατείχε σε γνώση του κατά το χρόνο της κτήσεως ότι η περιουσία που αυτός απέκτησε ύψους 96.624,40 ευρώ, που αποτελούσε το προϊόν των τοκογλυφικών ωφελημάτων, προέρχεται από την εγκληματική δραστηριότητα που αυτός επέδειξε με τη διενέργεια κατ' επάγγελμα τοκογλυφικών πράξεων και συγκεκριμένα με την είσπραξη τοκογλυφικών ωφελημάτων, πέραν εκείνου του ισχύοντος κατά περίπτωση ποσοστού νόμιμου τόκου. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Συμβούλιο Εφετών εσφαλμένα εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, είναι απαράδεκτες και ως εκ τούτου απορριπτέες γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. Είναι επίσης, απορριπτέα ως αβάσιμη η αιτίαση του ιδίου με την οποία πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα και συγκεκριμένα γιατί το Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε, αναφέρθηκε καθ' ολοκληρία στην εισαγγελική πρόταση, αφού το Συμβούλιο Εφετών, πέραν της αναφοράς του στην εισαγγελική πρόταση, διέλαβε στην αιτιολογία του και δικές του συμπληρωματικές σκέψεις. Ενόψει αυτών, που αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση, αλλά και στις δικές του σκέψεις του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αμφότεροι οι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και η αίτηση αυτή στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την υπ' αριθμό 160 από 6-10-2008, αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμό 1647/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και του υπ' αριθμό 2698/2007 προδικαστικού βουλεύματος του ίδιου Συμβουλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Αναίρεση βουλεύματος με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Υπάρχει αιτιολογία. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Νομιμοποίηση εσόδων.
| 0
|
Αριθμός 1513/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 249/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με κατηγορούμενο τον Χ1 κρατούμενο στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Α' Τύπου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 24/28.04.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 636/2009
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ., αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις, για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη συρροή και κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ. τελευταίο του ίδιου άρθρου του Κώδικα, κατά της αποφάσεως με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης στον κατηγορούμενο και τον Εισαγγελέα. Η αναίρεση είναι επιτρεπτή, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και επομένως και για εκείνον της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ.), οία είναι και το προδιαληφθέν άρθρο, κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής. Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Τέλος, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΠΚ, ο καταδικασμένος σε ποινή στερητική της ελευθερίας, απολύεται υπό προϋποθέσεις και υπό τον όρο της ανακλήσεως, εφόσον έχει καταδικασθεί σε πρόσκαιρη κάθειρξη, αν έχει συμπληρώσει τα τρία πέμπτα της ποινής του, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 108, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 109 του ΠΚ, αν μέσα στο χρονικό διάστημα, από της απολύσεως μέχρι της εκτίσεως της ποινής που υπολειπόταν, όταν αυτό είναι μεγαλύτερο από τρία έτη ή μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών, όταν αυτό είναι μικρότερο, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, εκτίει αθροιστικώς και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως. Η αυτοδίκαιη άρση της υφ' όρο απόλυσης και η εκτέλεση της ποινής και κατά το υπόλοιπο τμήμα της, για το οποίο χορηγήθηκε, δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι μεσολάβησε προηγουμένως ανάκληση αυτής, κατά το άρθρο 107 ΠΚ, για το λόγο ότι ο καταδικασμένος παραβίασε τις υποχρεώσεις που του τέθηκαν με την απόλυση, ούτε από το γεγονός ότι δεν επήλθε το αμετάκλητο της νέας καταδίκης για το έγκλημα που τέλεσε ο καταδικασμένος με δόλο, μέσα στο χρόνο της δοκιμαστικής ελευθερίας και για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πάνω από έξι μήνες και τούτο, διότι ο καθορισμός της συνολικής ποινής συγχωρείται και πριν επέλθει το αμετάκλητο των καταδικαστικών αποφάσεων, που πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 551 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμ. 625/18-5-2005 συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, καθορίσθηκε στον κατηγορούμενο Χ1 συνολική ποινή καθείρξεως 15 ετών, 7 μηνών και 10 ημερών και χρηματική ποινή 358, 70 ευρώ, για τις αξιόποινες πράξεις της διακεκριμένης κλοπής, σωματικής βλάβης, παράβασης του Κ.Ο.Κ. και παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών. Στις 7-10-2005 αποφυλακίσθηκε, δυνάμει του υπ' αριθμ. 327/5-10-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Άμφισσας, υπό τον όρο της ανάκλησης, σύμφωνα με τα άρθρα 105 - 110 Π.Κ., με υπόλοιπο ποινής προς έκτιση της κάθειρξης των 6 ετών, 2 μηνών και 12 ημερών. Κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας του και δη στις 13-8-2007, 14-8-2007, 10-8-2007 και 13-8-2007, τέλεσε αυτός τα αδικήματα της ληστείας, των διακεκριμένων κλοπών και της βαριάς σωματικής βλάβης και καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 566/ 2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών σε συνολική κάθειρξη 11 ετών. Κατόπιν της από 11-3-2009 αιτήσεως του το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφαση του συγχώνευσε την ποινή που επιβλήθηκε με την δεύτερη των παραπάνω αποφάσεων, με το υπόλοιπο της ποινής που επιβλήθηκε με την πρώτη των πιο πάνω αποφάσεων και καθόρισε συνολική ποινή κάθειρξης 14 ετών, 1 μηνός και 5 ημερών. Έτσι όμως που έκρινε το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφαση του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 108 του Π.Κ. και του άρθρου 551 του Κ.Π.Δ. που είναι ουσιαστική κατά το μέρος της που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής, διότι κατά την πρώτη των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό με το άρθρο 109 του Π.Κ., αφού μέσα στο χρονικό διάστημα από της απολύσεως υφ' όρο του κατηγορουμένου, μέχρι της εκτίσεως της ποινής που υπολειπόταν, το οποίο ήταν μεγαλύτερο των τριών ετών, τέλεσε αυτός τα παραπάνω αδικήματα για τα οποία καταδικάσθηκε με την 566/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, όφειλε το Τριμελές Εφετείο Πατρών να αποφανθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση του την αθροιστική έκτιση του πιο πάνω υπολοίπου της ποινής που επιβλήθηκε με την 625/18-5-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και όχι να προβεί στον καθορισμό της συνολικής ποινής.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 108 ΠΚ και 551 ΚΠΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από δικαστές άλλους, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 249/2009 συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Συγχώνευση ποινών. Από τις διατάξεις των άρθρων 108 και 109 του ΠΚ προκύπτει ότι προβλέπεται "άρση της απόλυσης", που επέρχεται αυτοδικαίως Στην τελευταία αυτή περίπτωση, προβλέπεται αθροιστική έκτιση ολοκλήρου του υπολοίπου της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει ο κατάδικος κατά το χρόνο της προσωρινής απόλυσης και της ποινής που επιβλήθηκε για πράξη που τελέστηκε κατά το χρόνο της δοκιμασίας. Λόγοι αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 551, 108, 109 του ΠΚ. Δέχεται αίτηση αναιρέσεως, αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ποινή
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Απόλυση υφ' όρο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.