text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 1512/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης .... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αλετρά, περί αναιρέσεως της 73792/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.2.2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 375/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο, που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση. (άρθρο 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος αυτού, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Στην περίπτωση δε, που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως, ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 73792/12-11-2008 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την 11132/11-9-07 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 125399/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνη είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε μηνών και σε συνολική χρηματική ποινή 900.000 δραχμών, για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, πράξη που τελέστηκε στις 28-6-1999, αφού δέχθηκε τα εξής: " Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, όπου διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα άσκησε εκπρόθεσμα την ένδικη έφεση, καθόσον η υπ' αριθμ. 125399/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα πέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή εννιακοσίων χιλιάδων (900.000) δραχμών, εκδόθηκε την 15-12-2000 με απούσα την εκκαλούσα - κατηγορούμενη, κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 17-10-2001, ως κατοίκου αγνώστου διαμονής, και η τελευταία άσκησε την έφεση στις 11-9-2007. Η εκκαλούσα επικαλείται στην έφεση της ως λόγους ανωτέρας βίας για το εκπρόθεσμο αυτής ότι δεν έλαβε γνώση ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος, ούτε της ως άνω καταδικαστικής απόφασης, διότι της επιδόθηκαν ως αγνώστου διαμονής, ενώ η μόνιμη και σταθερή κατοικία της βρισκόταν από το έτος 1996 έως το έτος 2004 επί της οδού .... Οι λόγοι αυτοί που επικαλείται η εκκαλούσα για το εκπρόθεσμο της άσκησης της ένδικης έφεσης, δεν κρίνονται βάσιμοι από το Δικαστήριο, καθόσον η εκκαλούσα τόσο για την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, όσο και για την επίδοση της εκκαλουμένης πρωτόδικης ερήμην απόφασης (125399/2000) καταδικαστικής απόφασης αναζητήθηκε στη διεύθυνση που είχε δηλώσει στο ΙΚΑ και συγκεκριμένα στην οδό .... στη ..., όπου ήταν η μέχρι τότε γνωστή κατοικία της τελευταίας, όπως προκύπτει από το από .... αποδεικτικό επίδοσης του Αρχ/λακα του Α.Τ .... ο οποίος από την έρευνα που έκανε διαπίστωσε ότι αυτή απουσίαζε από τον τόπο της κατοικίας της και ήταν άγνωστη η διεύθυνση της νέας της κατοικίας. Εξάλλου, όπως προκύπτει η τελευταία δεν μερίμνησε ώστε να ενημερώσει την ανωτέρω υπηρεσία για την αλλαγή της διεύθυνσης κατοικίας της. Κατόπιν τούτου, η κοινοποίηση της προσβαλλόμενης ερήμην απόφασης (125399/2000) έγινε σε αυτήν ως κατοίκου αγνώστου διαμονής, κατ' άρθρο 156 ΚΠΔ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει, πως δεν υπήρχαν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο της άσκησης της εν λόγω έφεσης και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη".
Με αυτά όμως που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι ήταν, κατά το χρόνο επιδόσεως προς αυτήν της εκκαλουμένης αποφάσεως, γνωστής διαμονής, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα: Α) Αν και, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας - ότι ήταν γνωστής διαμονής,- εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο η μάρτυρας υπερασπίσεως ... δεν μνημονεύεται στην πιο πάνω απόφαση ούτε κατ' είδος το αποδεικτικό αυτό μέσο, στην αξιολόγηση του οποίου έπρεπε να προβεί το Δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κατά την βασίμως προβαλλόμενη αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση της πιο πάνω μάρτυρος και Β) το Τριμελές Εφετείο αντιμετώπισε τους πιο πάνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας με ελλιπή και ασαφή αιτιολογία, καθόσον δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εάν η ως άνω διαμονή της κατηγορουμένης, στην οποία αυτή αναζητήθηκε, ήταν γνωστή ή όχι στις αρχές, το δε γεγονός ότι η εκκαλούσα - αναιρεσείουσα αναζητήθηκε στη διεύθυνση που είχε δηλώσει στο ΙΚΑ και ότι, εκ τούτου, αυτή ήταν η μέχρι τότε γνωστή διαμονή της και ότι αυτή δεν μερίμνησε να γνωστοποιήσει ( στο ΙΚΑ) την μεταβολή της κατοικίας της δεν αρκεί, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του και συνεπώς κρίσιμο εν προκειμένω είναι το εάν οι εν λόγω Αρχές και όχι οι Υπηρεσίες του ΙΚΑ γνώριζαν ή όχι την σταθερή και μόνιμη κατοικία της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας στην ... επί της οδού ..., κατά τον χρόνο τόσο επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος όσο και κατά τον χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, οι οποίες έγιναν σε αυτήν ως κατοίκου αγνώστου διαμονής. Περαιτέρω δε, ενόψει του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σαφώς δέχεται ότι η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα κατά τους προαναφερθέντες χρόνους κατοικούσε πράγματι σε άλλη διεύθυνση και συγκεκριμένα σε αυτήν επί της οδού .... δεν αναφέρεται, αν η διεύθυνση αυτή ήταν γνωστή στην παραγγέλουσα την επίδοση δικαστική αρχή ( και όχι στο ΙΚΑ, που είναι αδιάφορο). Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο ( άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί και να κριθεί αν η έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς και σε καταφατική περίπτωση να κριθεί η παραγραφή ή όχι των αξιόποινων των αποδιδόμενων στην αναιρεσείουσα πράξεων, δεδομένου ότι ο Αρειος Πάγος δεν μπορεί να αποφανθεί επί του παραδεκτού ή όχι του ενδίκου μέσου της εφέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 73792/12-11-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει ένδικο μέσο (έφεση) ως εκπρόθεσμο. Δεν αναφέρονται στην απόφαση τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο. Γνωστή είναι η κατοικία που δηλώθηκε στην παραγγέλουσα την επίδοση αρχή και όχι στο ΙΚΑ. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας και παραπέμπει προ-κειμένου να ερευνηθεί και να κριθεί αν η έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς και σε καταφατική περίπτωση να κριθεί η τυχόν παραγραφή.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1519/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγορίου Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 902/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1748/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 349 παρ. 3 του ΠΚ, όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην παρακίνηση, με οποιονδήποτε τρόπο, γυναίκας, που δεν έχει ακόμη πορνευθεί, να παρέχει κατά συνήθεια σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρημάτων ή άλλης αμοιβής, χωρίς να απαιτείται και το άμεμπτο των ηθών της ή η ανηλικότητά της. Ο δράστης ενεργεί κατ' επάγγελμα όταν προβαίνει στην πράξη με τη θέληση να αποτελεί γι' αυτόν η επανάληψη της πηγή βιοπορισμού, ενώ από κερδοσκοπία ενεργεί αυτός, όταν αποβλέπει σε πορισμό εισοδήματος, που αρκεί να προέρχεται και από μία μόνο γυναίκα, ανήλικη ή ενήλικη, έστω και μία φορά. Είναι δυνατή η τέλεση του εγκλήματος αυτού κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία συγχρόνως, γι' αυτό και δεν δημιουργείται ασάφεια στην καταδικαστική απόφαση από την παραδοχή ότι η συγκεκριμένη πράξη έχει τελεστεί κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία. Επίσης, δεν απαιτείται η απόδειξη και αναφορά στην απόφαση του συγκεκριμένου προσώπου, στο οποίο, έναντι αμοιβής, παρέσχε η παρακινούμενη σαρκικές ηδονές. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κατά τα παραπάνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους, δηλαδή, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 902/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θράκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 (αναιρεσείων), τον Σεπτέμβριο του 2001, από κερδοσκοπία προήγαγε στην πορνεία την αλλοδαπή ΑΑ, υπήκοο Ουκρανίας, εκμεταλλευόμενος τα οικονομικά της προβλήματα, η οποία εργαζόταν ως σερβιτόρα στο νυκτερινό κέντρο διασκεδάσεως με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στην ... του νομού ... . Την αλλοδαπή αυτήν παρακίνησε να παρέχει σαρκικές απολαύσεις, σε πελάτες του καταστήματος, αντί χρηματικής αμοιβής, ποσού 15.000 έως 20.000 δραχμών, την οποία εισέπραττε ο ίδιος, προσφέροντάς της μέρος της αμοιβής ποσού 5.000 δρχ. για κάθε ερωτική συνεύρεση και έτσι προήγαγε στην πορνεία την ανωτέρω, η οποία δεν ήταν πόρνη (χαρακτηρισμένη ή αχαρακτήριστη) ... . Τα ανωτέρω, αποδείχθηκαν από τις ως άνω αναγνωσθείσες ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν χωρίς να αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, οι κατηγορούμενοι (ο αναιρεσείων και ο Χ2) τέλεσαν αντικειμενικά και υποκειμενικά την αξιόποινη πράξη που τους αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της παρούσα, στο οποίο το Δικαστήριο αναφέρεται, απορριπτομένου του ισχυρισμού του πρώτου κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος), που προβλήθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισής του, περί μετατροπής της κατηγορίας από μαστρωπεία σε διευκόλυνση αλλοτρίας ακολασίας (άρθρο 348 Π.Κ.), αφού πλήρως αποδείχθηκαν τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την πράξη της ματρωπείας και αποκλείουν το ενδεχόμενο διευκολύνσεως αλλοτρίας ακολασίας". Με τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και επέβαλε σ'αυτόν εκτός της χρηματικής ποινής των 500 ευρώ, και ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας (Τριμελές Εφετείο Θράκης) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 349 παρ. 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω, με επαρκείς σκέψεις το δικαστήριο δέχεται την από κερδοσκοπία τέλεση της πράξης, εκ περισσού δε και πλεοναστικώς απέρριψε τον ισχυρισμό (αρνητικό της κατηγορίας και όχι, ως εσφαλμένα κρίθηκε, ως αυτοτελή) του κατηγορουμένου για την από αυτόν τέλεση του εγκλήματος της διευκόλυνσης αλλοτρίας ακολασίας, ο οποίος σε κάθε περίπτωση, με τις παραδοχές της αποφάσεως, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 365 του ΚΠΔ συνάγεται ότι ακυρότητα της διαδικασίας που ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα, δεν αναγνωσθή ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικά αναφέρονται σ'αυτή τη διάταξη. Όμως δεν δημιουργείται καμμιά ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμα δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε. Άλλωστε, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο αναγνωσθείσης κατάθεσης μάρτυρα που έχει ληφθεί στην προδικασία παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στ. ε' της ΕΣΔΑ να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες, μόνον εφόσον έγινε παρά την εναντίωση αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου οι από 29.12.2001, κατά την προδικασία ληφθείσες, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων: 1) ΒΒ και 2) ΓΓ, από τα ενσωματωμένα δε στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι η ανάγνωση των δύο αυτών μαρτυρικών καταθέσεων έγινε χωρίς να προβληθεί αντίρρηση εκ μέρους της εκπροσωπούσης του τότε απόντα εκκαλούντα - αναιρεσείοντα δικηγόρου Σοφίας Σαριπανίδου (βλ. 4η σελίδα αυτών). Επομένως, δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο από την ανάγνωση των δύο ως άνω καταθέσεων των απουσών μαρτύρων, αφού δεν υπήρξε σχετική εναντίωση του κατηγορουμένου, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας και δεν συνεκτιμήθηκαν τόσο η προανακριτική όσον και η ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απολογία, πλήττοντας έτσι την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης: α) ούτε η εκπροσωπούσα αυτόν δικηγόρος ούτε ο Εισαγγελέας ή άλλος παράγων της δίκης ζήτησε την ανάγνωση της προανακριτικής απολογίας του και το Δικαστήριο αρνήθηκε τούτο, 2) με την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης αναγνώσθηκε και η σ'αυτά περιεχομένη απολογία του (βλ. 6η σελίδα αυτών), η οποία και συνεκτιμήθηκε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα κατά τη διαμόρφωση της καταδικαστικής σε βάρος του κρίσης. Επομένως η ανωτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος με την οποία πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπή αιτιολογία είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Οκτωβρίου 2008 αίτηση - δήλωση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 902/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παιδεραστία. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Πότε αναγιγνώσκονται οι καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν στην προδικασία. Λήψη υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απολογίας κατηγορουμένου στη προανάκριση και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παιδεραστία.
| 0
|
Αριθμός 1511/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του με αριθμό 173/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 289/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 112/1.4.09 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Εφετών Nαυπλίου με το 173/2008 βούλευμα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει ο κατηγορούμενος Χ1, κάτοικος ..., κατά του 402/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Ναυπλίου, με το οποίο ο εκκαλών κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών "για κακουργήματα", για να δικαστεί ως υπαίτιος ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και άμεση αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση (βλ. βούλευμα).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Διαφορετικά η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων των άρθρων 484 και 510 ΚΠΔ, που προβλέπουν τους λόγους αναίρεσης ή περιγραφική απλώς αναφορά αυτών δεν αρκεί. Ειδικότερα για την πληρότητα των λόγων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, και προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία της απόφασης ή του βουλεύματος και αν υπάρχει αιτιολογία, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της απόφασης. Οι ανύπαρκτοι λόγοι αναιρέσεως και οι εξομοιούμενοι με αυτούς ασαφείς και αόριστοι λόγοι, που είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από την έκθεση, όπως με υπόμνημα του αναιρεσείοντος, ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων και δεν είναι δυνατή η αυτεπάγγελτη έρευνα αυτών από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 484 παρ. 3 και 511 ΚΠΔ, οι οποίες προϋποθέτουν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 2/2002 και 19/2001, ΑΠ 1643/2003). Στη προκειμένη περίπτωση στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε εμπροθέσμως από τον κατηγορούμενο και για την οποία συντάχθηκε η 4/29-1-2009 έκθεση αναιρέσεως από την αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου, αναφέρονται ως λόγοι αναίρεσης τα εξής: "Καθώς προκύπτει από την ασκηθείσα έφεση μου κατά του πρωτοβάθμιου βουλεύματος συμπεριέλαβα εις αυτήν τους κατωτέρω λόγους: 1) Ο εγκαλών εμένα με την έγκληση του με το αντιφατικό και αλλοπρόσαλλο δόλιον εις το ψεύδος κατασκεύασμα της αποκαλύπτεται ένας αλλοπρόσαλλος και αναξιόπιστος συνθέτης του δολίως ψευδεστάτου περιεχομένου της εγκλήσεώς του. Και ιδού αμέσως κατωτέρω η αναμφισβήτητη αλήθεια του γενονότος αυτού. 1) Λέγει στην έγκληση του και στην σελίδα 3 αυτής επί λέξει ότι : "Ουδέποτε η φερομένη ως διαθέτης ΑΑ εμφανίσθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Άργους Αικατερίνης Καλαλά-Καμπόσου". Και συνεχίζει ο εγκαλών στην αυτή σελίδα 3 της εγκλήσεώς του επί λέξει "Ουδείς δε μάρτυρας συνέπραξε κατά την σύνταξη της {εννοεί της διαθήκης) υπό την έννοια ότι ουδέποτε η θανούσα και δη στις 27-8-2000 εδήλωσε την τελευταία αυτής βούληση ώστε να παρίστανται μάρτυρες". Και τώρα η αναφορά μου σε άλλο κεφάλαιο της εγκλήσεώς και ειδικώτερον στις σελίδες 6 και 7 αυτής.2) Λέγει ο εγκαλών στην σελίδα 6 αυτής επί λέξει ότι : "Η 2α μηνυομένη συμβολαιογράφος μολονότι αντελήφθη την παραπάνω πασιφανή κατάσταση της ΑΑ {η οποία θα ήτο εντελώς αντιληπτή και σε ένα μικρό παιδί} εξ αιτίας του ότι είχε στερηθεί παντελώς της χρήσεως του λογικού και της συνειδήσεως λόγω αυτής της καταστάσεως της δεν μπορούσε να προβεί στην έκφραση και διατύπωση δηλώσεως της τελευταίας βουλήσεως της, παρά ταύτα προέβη {εννοεί την συμβολαιογράφο} στην σύνταξη της επίδικης διαθήκης και εβεβαίωσε τα όσα λέγει ότι εβεβαίωσε". Και τώρα η αναφορά μου στην σελίδα 7 της εγκλήσεως, στην οποία ο εγκαλών λέγει επί λέξει ότι "Οι 3ος, 4ος και 5ος των μηνυομένων μολονότι αντελήφθησαν την ανωτέρω κατάσταση [εννοεί της ΑΑ] εξ αιτίας της οποίας δεν μπορούσε να συντάξει διαθήκη, εν τούτοις παραστάθηκαν ως μάρτυρες κατά την σύνταξη της και την υπέγραψαν παρέχον τες συνδρομή κλπ". Και στην συνέχεια ο εγκαλών στην αυτήν ως άνω σελίδα της εγκλήσεως του λέγει επί λέξει ότι "Η επίδικη διαθήκη δεν θα καταρτιζόταν αν οι ανωτέρω μηνυόμενοι {εννοεί τους μάρτυρες της διαθήκης} δεν είχαν συμπράξει σε αυτήν ως μάρτυρες όπως ώφειλαν να πράξουν ευθύς αμέσως μόλις βρέθηκαν ενώπιον της ορατής και αντιληπτής από οποιονδήποτε τρίτο της αδυναμίας της διαθέτιδος ΑΑδια την σύνταξη της διαθήκης". Έχομεν συνεπώς ενώπιον μας μιας έγκληση με τα δύο ως άνω μέρη αυτής που αθροίζονται σωρευτικώς αντιφάσκοντα. Κατά το ένα μέρος αυτής ούτε η διαθέτιδα ούτε οι μάρτυρες εμφανίσθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου για να εμφανίζεται η συμβολαιογράφος να συντάσσει την επίδικη διαθήκη μόνη της χωρίς την εμφάνιση της ΑΑ ως διαθέτιδας και χωρίς την εμφάνιση των μαρτύρων. Κατά το άλλο μέρος της αυτής εγκλήσεως εμφανίσθησαν και η διαθέτιδα και οι μάρτυρες ενώπιον της συμβολαιογράφου και ενώ οι εμφανισθέντες αντιληφθήκανε την πασιφανή κατάσταση της αδυναμίας της διαθέτιδας να συντάξει διαθήκη, παρά ταύτα οι μάρτυρες παρέστησαν στην σύνταξη της. Αυτή η έγκληση με τα δύο αντιφάσκοντα μεταξύ τους ουσιώδη ψεύδη περιήλθε στα χέρια του Κου Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, ο οποίος ώφειλε να ακολουθήσει την κατωτέρω δικονομική μεταχείριση, την οποία επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 478 § 1 και 2 β' Κ.Ποιν.Δικ., καθήν ο κάθε κ. Εισαγγελεύς οφείλει να εξετάσει εκτός των άλλων και το εάν η έγκληση στηρίζεται στον νόμο, αν είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, ή αν είναι προφανώς αβάσιμη. Τα δύο ως άνω αθροιστικά ουσιωδέστατα ψεύδη της εγκλήσεως αντιφάσκοντα μεταξύ τους καθιστούν αυτό το αντιφατικό και δολίως ψευδέστατο κατασκεύασμα της εγκλήσεως όλως ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, επίσης όλως αόριστο αφού οι αντιφατικότητες αναιρούν άλληλες ως αντιτιθέμενες μεταξύ τους και προφανέστατα αβάσιμες, αφού οι αντιφατικότητες διαψεύδουν αλλήλας. Δηλαδή ο εγκαλών με εγκαλεί για δύο αξιόποινες πράξεις που δεν μπορούν να συνυπάρξουν ως αναιρούσας αλλήλας και η τοιαύτη αναίρεση καθιστά κενή αντικειμένου την έγκληση. Ώφειλε συνεπώς ο κ. Εισαγγελεύς να απορρίψει με διάταξη του την έγκληση. Και αντιστοίχως το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα για την ταυτότητα του ιδίου λόγου ώφειλε να κάνει δεκτή την έφεση μου. Και όχι μόνο τούτο δεν έπραξε αλλά ούτε καν άγγιξε τον λόγον αυτόν της εφέσεως μου ωσεί να τον εξέλαβε ως ανύπαρκτον για να είναι ανύπαρκτη και η εν αναφορά προς αυτόν σχετική αιτιολογία. 2) Και τώρα η αναφορά μου στο πρωτοβάθμιο παραπεμπτικό βούλευμα. Τούτο παραπέμπει την συμβολαιογράφο ότι εν γνώσει της εβεβαίωσε ψευδώς ότι η ως άνω διαθέτης κατά τον χρόνον της συντάξεως της διαθήκης είχε συνείδηση των πράξεων της κλπ. Και στην συνέχεια ότι συνέπραξαν ως μάρτυρες στην σύνταξη της διαθήκης, παρασιωπώντας το γεγονός του ότι η διαθέτης ΑΑ δεν ήτο ικανή να προβεί στην έκφραση και διατύπωση της τελευταίας βούλησης της. Και ότι εγώ εις τούτο ηθικός αυτουργός. Αυτή, όμως, η κατηγορία για την οποία υε παραπέμπει το Βούλευμα διαψεύδεται από τον ίδιον τον εγκαλούντα με το άλλο ψεύδος της εγκλήσεως καθό ούτε μάρτυρες, ούτε η διαθέτιδα εμφανίσθηκαν στην συμβολαιογράφο δια να αίρεται από αυτό το μέρος του Βουλεύματος η αποδιδομένη σε μένα κατηγορία. Ανακύπτει όμως και ένα άλλο κρίσιμο θέμα εν προκειμένω, που συνίσταται με ποίο κριτήριο το προσβαλλόμενο Βούλευμα επέλεξε από τις αντιφάσκουσες και αναιρούσας αλλήλας πράξεις της εγκλήσεως των ανωτέρω. Και αυτό το κρισιμώτατο ουσιαστικό γεγονός, προκύπτον από την ιδία έγκληση, που και αυτό απετέλεσε λόγον της εφέσεως μου, ουδέ καν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τον εξέλαβε ως υπαρκτόν γι' αυτό και ανύπαρκτη οιαδήποτε σχετική αιτιολογία. 3ος λόγος της εφέσεως μου, που είναι ένα άλλο κρισιμώτατο γεγονός της εκ δόλου αναξιοπιστίας του εγκαλούντος και του πολλοστού δόλου αυτού να επιδιώξει να επιτύχει μια άδικη καταδίκη εμού και των λοιπών εν γνώσει του ότι εγώ και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί μου είμαστε αθώοι. Προσοχή ιδιαίτερη επικαλούμαι στο γεγονός του ότι αυτή η έγκληση του εγκαλούντος δεν είναι εκ προθέσεως μόνον αυτού εγκληματικό κατασκεύασμα να επιτύχει την καταδίκη αθώων, αλλά είναι εγκληματική συναπόφαση δόλια και όλων των λοιπών δια να εμφανισθεί ο ένας ο εγκαλών και οι λοιποί ως μάρτυρες εις το αδίστακτο εγκληματικό ψεύδος. Και ιδού η απόδειξη που υποχρεώνει το Συμβούλιο Εφετών όχι μόνον νομικώς και δικονομικώς, αλλά πρωτίστως και ηθικώς, διότι οι ηθικές επιταγές διαπνέουν όλα το δίκαιο των προηγμένων Ευρωπαϊκών χωρών. Αλλά και ως προς αυτό ανύπαρκτη η σχετική αιτιολογία του αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος. Ξαναεγκύπτω στην έγκληση και η αναφορά μου στην σελίδα 2 αυτής, καθήν λέγει ο εγκαλών και οι λοιποί ουσιαστικοί εγκαλούντες ότι η διαθήκη είναι δήθεν πλαστή και ότι τον ψευδοϊσχυρισμόν του αυτόν στηρίζει εις το ότι αναγράφεται στην δημοσία διαθήκη επί λέξει ότι "Στο ... στις 27 Αυγούστου 2000 και στην οικία της ΑΑ επί της οδού ... 19.". Και συνεχίζει ο εγκαλών και οι ουσιαστικοί εγκαλούντες λοιποί στην έγκληση του και στην εν συνεχεία σελίδα επί λέξει ότι "Ωστόσο η κατοικία και η ιδιοκτησία της αποβιωσάσης ΑΑ ουδέποτε βρίσκονταν στην ανωτέρω διεύθυνση και επί της οδού ... 19, αλλά βρισκόταν πάντοτε επί της οδού ... 23". Και συνεχίζει ο εγκαλών και οι λοιποί ουσιαστικοί εγκαλούντες στην έγκληση επί λέξει ότι "Αντιθέτως επί της οδού ... 19 όπου βεβαίωσε η συμβολαιογράφος ότι μετέβη κείται διώροφο ακίνητο αγνώστων ιδιοκτητών και πάντως όχι της ιδιοκτησίας της αποβιωσάσης, στο ισόγειο του οποίου υπάρχει και υπήρχε και κατά τον χρόνο που φέρεται ότι συνετάγη η ένδικη διαθήκη εμπορικό κατάστημα, ενώ στον πρώτο όροφο υπάρχει κατοικία αγνώστων". Και συνεχίζει ο εγκαλών και οι υποκρυπτόμενοι όπισθεν αυτού και μετ' αυτού από κοινού βυσσοδομούντες, ραδιουργούντες και δολοπλοκούντες στην ίδια σελίδα της έγκλησης επί λέξει ότι "Με βάση τα ανωτέρω ουδέποτε η φερομένη ως διαθέτις ΑΑ εμφανίσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αικατερίνης Καμπόσου-Καλαλά. Ουδέποτε εξέφρασε την επιθυμία να συντάξει διαθήκη. Ουδέποτε συνέταξε διαθήκη. Ουδείς μάρτυρας συνέπραξε κατά την σύνταξη της". Προσοχή και επαναλαμβάνω προσοχή εις το ότι ο εγκαλών και οι συνωμοτούντες με αυτόν εις την σύλληψη και την κατασκευή ψευδών κατασκευασμάτων για να εγκλείσουν αθώους στην φυλακή εις τα ανωτέρω επί λέξει εκτιθέμενα της βρωμερής και της δυσωδεστάτης συνωμοσίας τους στηρίζουν τα βρωμερότατα ψευδέστατα γεγονότα του ότι η διαθέτιδα ΑΑ ουδέποτε εμφανίσθηκε στην συμβολαιογράφο, ουδέποτε αυτή [η διαθέτιδα] εξέφρασε την επιθυμία να συντάξει διαθήκη, ουδέποτε συνέταξε και ουδείς μάρτυρας συνέπραξε κατά την σύνταξη της. Αυτά τα ανωτέρω, εάν εγώ παρότι επεδόθην στο καταπονητικό και αβέβαιο έργο της εναγώνιας έρευνας και δεν ανεύρισκα στοιχεία όλοι, εγώ, η συμβολαιογράφος και οι λοιποί μάρτυρες θα καταντούσαμεν στην φυλακή των κακουργηματικών ποινών. Άρχισα με πολλήν αγωνία να ερευνώ την αλληλογραφία της μακαρίτισσας διαθέτιδας α' θείας μου μήπως ανεύρω κάποιο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το σπίτι της είχε κάποτε αριθμό 19 και ότι με νέα αρίθμηση ο αριθμός 19 αντικατεστάθη με τον αριθμό 23. Στην έρευνα αυτής της αγωνίας της κολάσεως καταλαμβανόμουνα από ποταμούς κρύων ιδρωτών, έτρεμα ολόκληρος, ένοιωθα τους κτύπους της καρδιάς μου βροντερούς και πολλαπλασιαζόμενους τόσον βροντερούς ώστε να τους αισθάνομαι και να τους ακούω στα αυτιά μου. Άλλοτε τους ένοιωθα διακοπτόμενους και να καταλαμβάνομαι από τάσεις λιποθυμιακές μέχρις ότου μετά από ώρες ερευνών και αναζητήσεων ανεύρα βοηθούσης και της θείας Προνοίας ένα φάκελο με σφραγίδες ταχυδρομείου με αποστολέα, ΠΡΟΣΟΧΗ με αποστολέα, τον ίδιο τον εγκαλούντα Ψ απευθυνόμενο προς τον ΒΒ σύζυγον της διαθέτιδας ΚΑΤΟΙΚΟΝ ..., ... 19. Γράφω πως έχει επί λέξει ο φάκελος αυτός "Αποστολεύς Ψ ... ... . Προς τον "Κον ..., ... 19 ...". Μέσα στο φάκελο αυτόν υπήρχε ευχετήρια κάρτα Χριστουγέννων και με ιδιόχειρη γραφή επί λέξει "Αγαπητοί μας θείοι ευχόμαστε χρόνια πολλά και ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος. Με αγάπη Γιώργος - Τασούλα.". Ο Γιώργος είναι ο Ψ και η Τασούλα η σύζυγος του. ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ ανεύρα και άλλο φάκελλο, που φέρει την σφραγίδα του ταχυδρομείου Chicago, με αποστολέα τον ΓΓ, κάτοικο Norridoje ILL, το ILL σημαίνει Illinois , που είναι το όνομα μιας πολιτείας των Η.ΠΑ, που απευθύνεται προς την ΑΑ ως αποδέκτιδα, που κατοικεί στην οδό ... 19, Greece. Ιδού πως αναγράφεται εις τον φάκελο αυτό "Κυρία ΑΑ ... 19, Greece". Στον φάκελο αυτόν αναγράφεται επί λέξει "U.S. Air Mail 31", που σημαίνει αεροπορικό ταχυδρομείο των Ηνωμένων Πολιτειών "31 cents". To 31 cents είναι η αξία του γραμματοσήμου. Επίσης με την βοήθεια της ΘΕΙΑΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ανεύρα έγγραφη δήλωση του Ο.Τ.Ε. Α.Ε. "περί καταρτίσεως συμβάσεως συνδρομητού προς τον σύζυγον της διαθέτιδος ΒΒ, έμπορο ... 19 ...". Καθήν ο Ο.Τ.Ε. με την έγγραφη δήλωσή του αποδέχεται την αίτηση του συζύγου της διαθέτιδος ΒΒ και παρέχει προς χρήση του υπό τον αριθμό κλήσεως 7968 του αστικού τηλεφωνικού δικτύου απλή τηλεφωνική σύνδεση εγκαθισταμένη ενταύθα εις οδό (4) ... υπ' αριθ. 19. Ανοίγω και τον τότε τηλεφωνικό κατάλογο, από τύχη ανευρεθείς, η οικία της διαθέτιδας οδός ... 19. Ερευνώ τα σκουπίδια των πεταμένων τηλεφωνικών καταλόγων του Ο.Τ.Ε. μήπως ανεύρω και άλλους. Με την ΘΕΙΑ ΒΟΗΘΕΙΑ και την εύνοια αυτής ανεύρα και τηλεφωνικόν κατάλογο του έτους 2001 και του έτους 2003, στους οποίους και πάλιν η ΑΑ ως κάτοικος ..., ... 19. Και τώρα η αναφορά μου στο προσβαλλόμενο παραπεμπτικό βούλευμα. Δέχεται ότι η ΑΑ έμενε στην οδό ... 19 στο ..., αλλά ότι έπειτα από καινούργια αρίθμηση που επραγματοποίησε ο Δήμος απέκτησε τον αριθμό 23. Βλέπ. αντίγραφο Χρυσού Οδηγού έτους 2003. Το λάθος, όμως, του βουλεύματος αυτού, λάθος μη αναμενόμενο, λάθος που δεν μπορούσε να το διανοηθεί κανείς, είναι η παράλειψη του να εκτιμήσει το γεγονός της παλιάνθρωπης συμπεριφοράς της αντίδικης πλευράς, που, αν εγώ δεν ανεύρισκα στοιχεία, ήτο πλέον ή βέβαιο ότι και εγώ και οι μάρτυρες και η συμβολαιογράφος θα σαπίζαμε στις φυλακές, αφού ως αποδεικνύω ανωτέρω με έγγραφα στοιχεία προερχόμενα από τον εγκαλούντα αποδεικνύω ότι εν γνώσει αυτού του εγκαλούντος και από δολιότατη πρόθεση του ισχυρίσθη το ψεύδος του ότι η διαθέτιδα ποτέ δεν κατοικούσε στην οδό ... 19, αλλά στην οδό ... 23 και ότι επειδή η συμβολαιογράφος γράφει στην διαθήκη ότι μετέβη στην οδό ... 19, όπου ως λέγει στην έγκληση του δεν κατοικούσε ποτέ η διαθέτιδα, εμφανίζεται πλέον ως δήθεν γεγονός το ψεύδος της εγκλήσεως του ότι ούτε η διαθέτιδα εμφανίσθηκε στην συμβολαιογράφο, αφού αύτη [η διαθέτιδα] δεν κατοικούσε ποτέ στην οδό ... 19, ούτε και οι μάρτυρες, αφού στην οδό ... 19 κατοικούσαν τρίτοι άγνωστοι. Και αυτή η σύλληψη του βρωμερού και δυσωδεστάτου ψεύδους από κοινού μετά των λοιπών για να εγκλείσουν εμένα, την συμβολαιογράφο και τους μάρτυρες στην φυλακή εν γνώσει τους ότι όλοι αυτοί και εγώ είμεθα αθώοι. Και αντί το βούλευμα να αχθεί εις την ασφαλή - ασφαλέστατη βεβαιότητα εκ των ανωτέρω γεγονότων ότι ο εγκαλών και οι λοιποί βυσσοδομήσαντες με αυτόν με βάση τις ανωτέρω βρωμερές συμπεριφορές του και τις δυσωδέστατες δολιότατες προθέσεις τους επιδίωξαν να εγκλείσουν αθώους στις φυλακές. Που αυτές οι συμπεριφορές τους τους αναδεικνύουν εις υπέρτατο βαθμό αναξιόπιστους, παρά ταύτα το βούλευμα παραπέμπει εμέ και τους λοιπούς για κακούργημα. Το λάθος του βουλεύματος είναι ότι ανήγαγε την αναξιοπιστία σε αξιοπιστία. Και τα λέγω αυτά για να επιστήσω στο μελλοντικό βούλευμα που θα εκδοθεί συνεπεία της παρούσης εφέσεως μου, την προσοχή εις το ότι παρακαλώ, αιτούμαι, ζητώ και αξιώνω να εκτιμήσει τα παραπάνω γεγονότα. Και το αξιώνω καθ' υπέρτατη ηθική επιταγή του να μη οδηγούνται άνθρωποι στην φυλακή, καίτοι αθώοι. Η οποία αυτή υπέρτατη επιταγή υπαγορεύει, διατάσσει και υποχρεώνει την εκτίμηση των ανωτέρω γεγονότων. Δεν μπορώ ψυχικά - δεν έχω το ψυχικό σθένος να υποφέρω από τυχόν επανάληψη της παραλείψεως εκτιμήσεως των ανωτέρω γεγονότων. Τούτο εν τέλει λέγω ότι εγώ με το ανακριτικό απολογητικό μου υπόμνημα κατεμήνυσα τον εγκαλούντα και τους λοιπούς δια τις ανωτέρω κατάπτυστες και έχθιστες συμπεριφορές τους. Το βούλευμα, όμως, το εκκαλούμενο παρέλειψε ακόμη να διατυπώσει σε εαυτό σε ποίον σημείο - στάδιο ευρίσκεται η μήνυση μου". Παρά ταύτα η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ουδέ καν αντελήφθη την ύπαρξη και του λόγου αυτού της εφέσεώς μου για να καθίσταται ανύπαρκτη και η σχετική αιτιολογία. 4ος ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ. Το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται εις την ως λέγει από 7-11-2003 βεβαίωση του διευθυντού της παθολογικής κλινικής του Νοσοκομείου Άργους. Δεν αντελήφθη, όμως, το βούλευμα ότι αυτή η βεβαίωση αναφέρεται εις τον χρόνο νοσηλείας της διαθέτιδας από 21-3-2001 μέχρι 23-3-2001. Ήτοι εις χρόνο μετά από ένα ολόκληρο επτάμηνο από την σύνταξη της διαθήκης, η οποία συνετάγη στις 27 Αυγούστου 2000, για να μη έχει καμία σχέση με τον χρόνο της συντάξεως της διαθήκης. Λέγει περαιτέρω η αυτή ιατρική βεβαίωση ότι η διαθέτιδα είχε υποστεί τον Απρίλιο του 2000 παροδικό εγκεφαλικό επεισόδιο και βαρύτερο αγγειακό επεισόδιο τον Αύγουστο του 2000. Το πρώτο ήτανε παροδικό, που σημαίνει ότι το παροδικό έπαυσε να υπάρχει για να είναι αδόκιμη η λέξη "βαρύτερο" τον Αύγουστο για να αρμόζει η λέξη ολιγότερο ελαφρύ. Αλλά και εν πάση περιπτώσει από αυτό του Αυγούστου λέγει η εν λόγω ιατρική βεβαίωση ότι προέκυψε ημιπάρεση, η οποία είναι τελείως άσχετη με τον εγκέφαλο. Έχω προσκομίσει και υπάρχουν στην δικογραφία αντίγραφα από ιατρικά συγγράμματα "Νευρολογίας". Καθά συγγράμματα και σελίδες η ημιπάρεση είναι διαταραχή της εκούσιας μυϊκής κινητικότητος. Πάρεση είναι η απλή μείωση της ικανότητας προς κίνηση. Η ημιπάρεση, ως έλασσον της παρέσεως, χαρακτηρίζεται η απλή μείωση της μυϊκής κινητικότητος, για να στερείται το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα μιας έστω και στοιχειώδους ορθής αιτιολογίας, η οποία τοιαύτη μη ορθότητα ισοδυναμεί με ολοκληρωτική ανυπαρξία αιτιολογίας και ειδικώτερα ειδικής αιτιολογίας. 5ος ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ. Και τώρα η επαναφορά μου στον 1° Λόγο του παρόντος αναιρετηρίου με σκοπό την παράθεση του με τον απλούστερο τρόπο. Λέγει στην έγκληση του ο εγκαλών και στην σελίδα 3 αυτής επί λέξει : "Ουδέποτε η φερομένη ως διαθέτις ΑΑ εμφανίσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργούς Αικατερίνης Καλαλά-Καμπόσου". Και συνεχίζει ο εγκαλών στην αυτή σελίδα 3 της εγκλήσεως του επί λέξει : "Ουδέποτε δε μάρτυρας συνέπραξε κατά την σύνταξη της (της διαθήκης) υπό την έννοια ότι ουδέποτε η θανούσα και δη στις 27-8-2000 εδήλωσε την τελευταία αυτής βούληση ώστε να παρίστανται μάρτυρες". Β) Λέγει ο εγκαλών στην σελίδα 6 της αυτής εγκλήσεως του επί λέξει ότι: "Η 2α μηνυομένη συμβόλαιογράφος μολονότι αντελήφθη την πασιφανή κατάσταση της ΑΑ [η οποία θα ήτο εντελώς αντιληπτή και σε ένα μικρό παιδί], εξ αιτίας είχε στερηθεί παντελώς της χρήσεως του λογικού και της συνειδήσεως, λόγω αυτής της καταστάσεως της δεν μπορούσε να προβεί στην έκφραση και διατύπωση δηλώσεως της τελευταίας βουλήσεως της, παρά ταύτα προέβη (εννοεί την συμβολαιογράφο) στην σύνταξη της επίδικης και εβεβαίωσε τα όσα επί λέξει εβεβαίωσε". Κατά το κεφάλαιο "Α" και συνοπτικότατα η διαθέτις ουδέποτε εμφανίσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Άργους. 12 Κατά το κεφάλαιο "Β" εμφανίσθηκε, αλλά δεν ήτο ικανή να προβεί στην έκφραση και διατύπωση της βουλήσεως της. Το ένα κεφάλαιο αντιφάσκει προς το άλλο και το άλλο προς το πρώτο. Λόγω της αντιφάσεως τους δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Η ύπαρξη του ενός αποκλείει το άλλο και αντιστρόφως. Η Εισαγγελική πρόταση μεταξύ των δύο αντιφασκουσών φερομένων στην έγκληση ως αξιοποίνων πράξεων, επέλεξε του "Β" κεφαλαίου χωρίς να διαλαμβάνει στην πρόταση του με ποια κριτήρια εχώρησε εις την τοιαύτην επιλογή. Παρακαλώ όπως επαναϋποβληθεί με απόφαση του Υμετέρου Συμβουλίου η υπόθεση στον Kο Εισαγγελέα για να την συμπληρώσει με την παράθεση των κριτηρίων της ως άνω επιλογής του για να μου παρασχεθεί έτσι η δυνατότητα να ασκήσω το δικαίωμα της υπερασπίσεως μου. Κεφάλαιο "Γ" Λέγει ο εγκαλών στην έγκληση του και στην σελίδα 7 αυτής επί λέξει ότι: "Οι 3ος, 4ος και 5ος των μηνυομένων μολονότι αντελήφθησαν την ανωτέρω κατάσταση [εννοεί της ΑΑ], εξ αιτίας της οποίας δεν μπορούσε να συντάξει διαθήκη, εντούτοις παραστάθηκαν ως μάρτυρες κατά την σύνταξη της και την υπέγραψαν παρέχοντες συνδρομή κ.λ.π.". Κατά το κεφάλαιο "Α" της εγκλήσεως οι μάρτυρες δεν παραστάθηκεν καθόλου στην σύνταξη της διαθήκης. Κατά το κεφάλαιο "Γ" παραστάθηκαν. Η Εισαγγελική Πρόταση επέλεξε από τα δύο αντιτιθέμενα αυτά κεφάλαια Α και Γ το "Γ" της εμφανίσεως - παραστάσεως των μαρτύρων, που το ένα αποκλείει το άλλο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να συνυπάρξουν, αφού η μη εμφάνιση των μαρτύρων αποκλείει την εμφάνιση αυτών και αντιστρόφως, επέλεξε το κεφάλαιο "Γ" της εμφανίσεως - παραστάσεως των μαρτύρων. Και δια τον λόγον τούτον επιβάλλεται η επανυποβολή του φακέλου της υποθέσεως στον Κον Εισαγγελέα της προτάσεως για να προσδιορίσει τα κριτήρια της τοιαύτης ως άνω επιλογής του. Και τούτο είναι επιβαλλόμενο για να προσκτήσομαι την δυνατότητα της εμαυτού υπερασπίσεως μου. Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να προσθέσω, αλλά και αναγκαίο κατά τον νόμον (Κ.Ποιν.Δικονομία) ότι η εναντίον μου κατηγορία με την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη συνίσταται και από τα δύο ως άνω σκέλη και της μη εμφανίσεως διαθετιδας και μαρτύρων και της διαθετιδας στην συμβολαιογράφο και της εμφανίσεως αυτών. Και τώρα η αναφορά μου στο άρθρο 43 § 1 εδ. β' Κ.Ποιν.Δικ. και στο άρθρο 47 § 1 και 2. Ως προς την διάταξη του άρθρου 43 § 1 Κ. Ποιν. Δικ. αν η μήνυση ή αναφορά δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, ο Εισαγγελεύς την αρχειοθετεί και υποβάλλει αντίγραφο στον Εισαγγελέα Εφετών αναφέροντας τους λόγους που τον ωδήγησαν να μην κινήσει την ποινική δίωξη. Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθρου 47 § 1 και 2 Κ. Ποιν. Δικ. όταν ο Εισαγγελεύς κρίνει ότι η έγκληση δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως ή πεισθεί ότι είναι προφανώς ψευδής στην ουσία της, την απορρίπτει με διάταξη του, η οποία επιδίδεται στον εγκαλούντα. Η προκειμένη είναι έγκληση, αφού υποβάλλεται από τον φερόμενο ως παθόντα έστω και αν η φερόμενη πράξη διώκεται και αυτεπαγγέλτως. Η εν λόγω έγκληση είναι προφανέστατα ψευδής στην ουσία της, αφού αποκλείεται η συνύπαρξη της ανωτέρω εμφανίσεως και μη εμφανίσεως, αφού η μη εμφάνιση της διαθέτιδος και μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου αποκλείει την εμφάνιση αυτών και η εμφάνιση αποκλείει την μη εμφάνιση αυτών. Η έγκληση ή η μήνυση είναι προφανώς ψευδής στην ουσία της όταν το περιεχόμενο της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εις την συγκεκριμένη περίπτωση η ανταπόκριση της εγκλήσεως στην πραγματικότητα είναι φύσει και θέσει αδύνατη. Και τούτο διότι η μη εμφάνιση δεν είναι ταυτόσημη με την εμφάνιση και η εμφάνιση δεν είναι ταυτόσημη με την μη εμφάνιση. Και ακόμη η μία αποκλείει την άλλη και αντιστρόφως. Η μία διαψεύδει την άλλη και όχι μόνο την διαψεύδει αλλά και την αποκλείει για να μη είναι ανθρωπίνως δυνατή η συνύπαρξη τους. Προφανέστατα συνεπώς ουσιαστικά αβάσιμη η έγκληση από την ίδια την έγκληση. Στην περίπτωση αυτή συντρέχει και ένα άλλο πρόσθετο στοιχείο δια την ταυτότητα του ιδίου λόγου και αυτό το όλως ανεπίδεκτο της δικαστικής εκτιμήσεως της εγκλήσεως. Στο σημείο αυτό είναι νομικά αναγκαίο να προσθέσω ότι με την κίνηση της ποινικής διώξεως προσδιορίζεται το αντικείμενο της ποινικής δίκης, που περιέχεται στην Εισαγγελική Παραγγελία για την άσκηση της ποινικής διώξεως. Αυτό σημαίνει ότι η περαιτέρω πορεία της ποινικής δίκης τόσον κατά την ανακριτική διερεύνηση όσον και κατά την ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου και του Δικαστηρίου διαδικασία, η διαδικασία αυτή είναι δέσμια του αντικειμένου που καταγράφηκε στην δίωξη για να, εκτός των άλλων, είναι ανεπίτρεπτη, η μεταβολή της κατηγορίας και συνεπώς η διχοτόμηση της. Και έτσι το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα με παραπέμπει σε δίκη για δήθεν έγκλημα που και γι' αυτό το δήθεν έγκλημα δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη για την ποινική δίωξη έγκληση.
Συνεπώς το προσβαλλόμενο αναιρετικά βούλευμα, εν αναφορά προς τους λόγους της εφέσεως μου, πάσχει προσθέτως από έλλειψη όχι μόνο ειδικής αιτιολογίας αλλά και ανυπαρξία οιασδήποτε αιτιολογίας με το να κρίνει απορριπτέα την έφεσή μου χωρίς καμία αιτιολογία προς τον κάθε ένα λόγο της εφέσεως μου, για να καθίσταται αφεαυτού αναιρετέον" (βλ. έκθεση αναίρεσης).
ΙΙΙ. Υπό αυτό το περιεχόμενο η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 Κ.Π.Δ., αφού σ'αυτήν δεν αναφέρεται ούτε ένας σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης. Από το περιεχόμενο των λόγων αναίρεσης περί "έλλειψης αιτιολογίας", προκύπτει σαφώς ότι εκείνο που επιχειρείται είναι η αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του Συμβουλίου επί των αποδείξεων, παρόλη δε την εκτεταμένη, αλλά και ασαφή έκθεση των επί της υποθέσεως απόψεων του αναιρεσείοντος, δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η "έλλειψη αιτιολογίας", σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος.
ΙV. Επικουρικώς όμως και στην περίπτωση που η αναίρεση κριθεί ως τυπικά δεκτή, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί το Συμβούλιο, με καθολική και παραδεκτή αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση που έχει ενσωματωθεί στο βούλευμα, δέχεται τα εξής: Από την προκαταρκτική εξέταση και από την κύρια ανάκριση, που ενεργήθηκε και περατώθηκε νομότυπα και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον Απρίλιο του έτους 2000, η υπερήλικη ΑΑ, γεννηθείσα το 1917, υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε ραγδαία, με αποτέλεσμα στις 14-8-2000 να υποστεί και νέο, βαρύτερο αυτή τη φορά, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, και να εμφανίσει δεξιά ημιπληγία και οργανικό ψυχοσύνδρομο (βλ. την από 7-11-2003 ιατρική βεβαίωση του Δ/ντή της παθολογικής κλινικής Νοσοκομείου Άργους), να παρουσιάζει κακή επικοινωνία με το περιβάλλον - σε επίπεδο συνειδήσεως - η οποία επιδεινώθηκε προοδευτικά. Η ίδια, καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής και μέχρι του θανάτου της, που επήλθε την 23η-6-2003, δεν ανέκτησε πνευματική διαύγεια και, ένεκα του γεγονότος αυτού, δεν ήταν σε θέση να τελέσει οποιαδήποτε νομική πράξη, αλλά αντίθετα βρισκόταν σε ημιπαράλυτη κατάσταση, αποκρινόμενη σ' όσους την επισκέπτονταν με άναρθρες κραυγές. Μόλις δύο εβδομάδες περίπου μετά το δεύτερο αυτό εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο ήταν ισχυρότερο από το πρώτο, και συγκεκριμένα την 27-8-2000, η κατηγορουμένη, συμβολαιογράφος Άργους, Αικατερίνη Καλαλά, μετέβη στην οικία της ανωτέρω ΑΑ, που βρισκόταν στην οδό ... αρ. 23 στο ... (οδός η οποία έφερε αρχικά τον οικοδομκό αριθμό 19, αλλά έπειτα από καινούργια αρίθμηση που πραγματοποίησε ο Δήμος δόθηκε ο αριθμός 23-βλ. αντίγραφο Χρυσού Οδηγού έτους 2003) και συνέταξε τη με αριθμό ... δημόσια διαθήκη, στην οποία αφού βεβαιώνεται ότι η διαθέτις "έχει σώας τας φρένας, τον νουν υγιή και πλήρεις τις αισθήσεις της", αναφέρεται στην συνέχεια ότι αυτή δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι επιθυμεί να συντάξει τη διαθήκη της και εκφράζει την τελευταία βούληση της, λέγοντας προφορικά ότι εγκαθιστά μοναδικό και καθολικό κληρονόμο της τον πρώτο κατηγορούμενο ανηψιό της Χ1 και στη συνέχεια βεβαιώνεται από την συντάξασα συμβολαιογράφο ότι η διαθήκη αναγνώσθηκε από αυτήν στην διαθέτιδα με τη σημείωση ότι αδυνατούσε να υπογράψει λόγω αδυναμίας της χειρός της. Με το υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο δε της ιδίας ως διαθέτιδος, που συντάχθηκε ενώπιον της προαναφερόμενης κατηγορουμένης συμβολαιογράφου δήλωσε ότι διόρισε πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της, πάλι τον ανηψιό της και εδώ κατηγορούμενο Χ1, στον οποίο έδωσε εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να εισπράττει την σύνταξη της (αναπηρική και σύνταξη των εμπόρων), πρόσθετες παροχές, δώρα, μισθώματα και άλλα χρήματα. Ως μάρτυρες στη σύνταξη, εκ μέρους της κατηγορουμένης συμβολαιογράφου, της ως άνω διαθήκης και του πληρεξουσίου συνέπραξαν οι κατηγορούμενοι Χ2, ΔΔ και ΕΕ. Η κλινική εικόνα της ασθενούς ήταν, κατά το χρόνο σύνταξης της παραπάνω διαθήκης, η προαναφερθείσα και η βαριά κατάσταση της υγείας της ήταν αμέσως αντιληπτή από οιονδήποτε. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι συμπράξαντες ως μάρτυρες, μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών, αντιλήφθηκαν κατά τη σύνταξη της διαθήκης την έκδηλη αδυναμία έλλογης επικοινωνίας και συνεννοήσεως της διαθέτιδος με την κατηγορουμένη συμβολαιογράφο. Κατά συνέπεια, τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνει η κατηγορούμενη συμβολαιογράφος Άργους, σχετικά με την πνευματική κατάσταση της διαθέτιδος ΑΑ, αφενός μεν στην ως άνω με αριθμό ... δημόσια διαθήκη αυτής, και αφετέρου στο υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο, ως δηλώσεις της διαθέτιδος, ήταν παντελώς ψευδή και η κατηγορουμένη γνώριζε ότι ήταν ψευδή, αφού η διαθέτις, κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης, δεν είχε επαφή με το περιβάλλον, η δε πράξη της αυτή είχε έννομες συνέπειες, αφού, δυνάμει της δημόσιας αυτής διαθήκης, η οποία στη συνέχεια δημοσιεύθηκε κατόπιν του υπ' αριθ. 257/4-9-2003 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ο ανωτέρω ανηψιός της διαθέτιδος και τετιμημένος με τη διαθήκη, απέκτησε δικαίωμα διαχείρισης, νομής και κυριότητας επί ακίνητης περιουσίας, αξίας άνω των τριακοσίων τριάντα χιλιάδων 330.000 ευρώ (αποτελούμενη μεταξύ άλλων και από ένα ακίνητο στο ..., στην οδό ... αρ. 23, συνολικού εμβαδού 273,50 τ.μ.), αποκλείοντας ταυτόχρονα τους εγγύτερους συγγενείς της παραπάνω από την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή αυτής. Στην άνω πράξη η κατηγορούμενη συμβολαιογράφος προέβη ύστερα από προτροπές και παραινέσεις και προφανώς υποσχέσεις αμοιβής του εξαρτώντος σχετικό άμεσο συμφέρον κληρονόμου κατηγορουμένου Χ1, βοηθήθηκε δε από τους συμπράττοντες ως μάρτυρες λοιπούς κατηγορουμένους, των οποίων η συνδρομή ήταν άμεση, αφού εάν αποχωρούσαν προ της ορατής και αντιληπτής αδυναμίας της διαθέτιδος, δεν θα ήταν δυνατή η σύνταξη της διαθήκης. Όταν τούτο έγινε αντιληπτό από τους νόμιμους κληρονόμους της αποβιώσασας Ψ, ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, αυτοί, αφενός μεν στις 18-12-2003 κατέθεσαν αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία, εκτός των άλλων, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της επίμαχης δημόσιας διαθήκης της ΑΑ, καθόσον αυτή κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης δεν είχε συνείδηση των πράξεων της, εξαιτίας της ασθένειας από την οποία έπασχε, αφετέρου δε, ο πρώτος εξ αυτών υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ναυπλίου την από 27-2-2004 έγκληση του, με την οποία ζητούσε την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων. Ότι τα περιστατικά έλαβαν χώρα έτσι όπως παραπάνω εκτίθεται, προκύπτει κυρίως από την προαναφερθείσα από 7-11-2003 ιατρική βεβαίωση, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ψ, ΖΖ, ΘΘ, ΚΚ και ΛΛ, εκ των οποίων, ο μεν ΚΚ υπήρξε μισθωτής καταστήματος της διαθέτιδος στην ίδια οικοδομή με την οικία της, η δε ΛΛ φρόντιζε καθημερινά την άρρωστη μέχρι του θανάτου της, χωρίς και οι δύο αυτοί μάρτυρες να έχουν οποιαδήποτε συγγενική σχέση με τους αντιδίκους. Βεβαίως υπάρχουν στην δικογραφία και καταθέσεις μαρτύρων με αντίθετο περιεχόμενο, που στηρίζουν δηλαδή την άποψη των κατηγορουμένων ότι η διαθέτις είχε πλήρη πνευματική διαύγεια κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, λόγος που επιβάλλει και αυτός να αχθεί η υπόθεση στην διά ζώσης διαδικασία του ακροατηρίου. Χρειάζεται να επισημανθεί τέλος ότι η προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους κατηγορουμένους από 22-8-2000 ιατρική γνωμάτευση της ..., ιατρού παθολόγου-πνευμονολόγου, που φέρεται ότι συντάχθηκε λίγες ημέρες πριν την κατάρτιση των δυο επίμαχων συμβολαιογραφικών πράξεων και στην οποία η συντάκτις γιατρός βεβαιώνει ότι η ΑΑ είναι ικανή για δικαιοπραξία, δεν αποτελεί, χωρίς άλλο, πειστικό επιχείρημα για την αξιοπιστία του περιεχομένου της και την ημερομηνία έκδοσης της, διότι η ως άνω έγγραφη ιατρική γνωμάτευση, δεν μνημονεύεται στο περιεχόμενο αυτής (της διαθήκης) και στο συνταχθέν την ίδια ημέρα υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο, όπως θα ήταν εύλογο και επιβεβλημένο, ενόψει των συνθηκών σύνταξης των παραπάνω συμβολαιογραφικών εγγράφων. Διαφορετικά, εύλογα διερωτάται κανείς, ποιος ήταν ο λόγος έκδοσης της; Από όσα παραπάνω εκτέθηκαν, συνάγεται ότι προκύπτουν σε βάρος των εκκαλούντων επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον τους για τα παραπάνω αναφερθέντα εγκλήματα και ορθώς κατά συνέπεια το προσβαλλόμενο βούλευμα, στις σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση κατά τα λοιπά αναφέρομαι, αποφάνθηκε ότι πρέπει οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι να παραπεμφθούν στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου που είναι το Τριμελές Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου, για να δικαστούν για την πράξη αυτή. Ως εκ τούτου πρέπει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 317, 318, 319 και 481 ΚΠΔ, να απορριφθούν οι κρινόμενες εφέσεις ως ουσιαστικά αβάσιμες και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα. Και πρέπει επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 55 παρ. 1 Ν. 3160/03, να επιβληθούν στους εκκαλούντες τα προβλεπόμενα από τον νόμο δικαστικά έξοδα, λόγω απορρίψεως των εφέσεών τους. Από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση και την κυρία ανάκριση κατά την ανέλεγκτη κρίση του και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κακουργηματικής ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση και κακουργηματική άμεση συνέργεια κατά συρροή, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις διατάξεις των άρθρων 13 εδ. α', γ', 26 § 1, 27, 46 § ια,β, 94, 98 § 1 και 242 § § 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ή με άλλον τρόπο. Πρέπει συνεπώς η αναίρεση, που ως μοναδικό λόγο επικαλείται την "έλλειψη αιτιολογίας" να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο (άρθρ. 583 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, άλλως και επικουρικώς ως ουσιαστικά αβάσιμη η 4/29-1-2009 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1, κάτοικο ..., κατά του 173/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 24-3-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη 4/29-1-2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του 173/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η 12/12-6-2008 έφεσή του, κατά του 402/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου μαζί με άλλους τέσσερες συγκατηγορουμένους του για να δικαστεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας της ψευδούς βεβαίωσης, κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό την προσπόριση οφέλους σε τρίτο που υπεβαίνει τις 73.000 ευρώ, (13α, 26 παρ.1, 27, 46 παρ.1α παρ.β, 98, 242 παρ.3 του ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 242 παρ. 1 και 3 του Π.Κ. για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α'και 263A του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ του ΠΚ και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Ψευδές είναι το περιστατικό όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ειδικότερα όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές, που έπρεπε όμως να αναφερθεί, όπως είναι και εκείνο που ενώ κατά τον χρόνο της συντάξεως της δημόσιας διαθήκης, ο διαθέτης πάσχει πνευματικώς κατά τρόπον έκδηλο και δεν έχει συνείδηση των πράξεών του, ή δεν έχει τη χρήση του λογικού, ώστε είναι ανίκανος να προβεί στην έκφραση και διατύπωση της τελευταίας βουλήσεως του, κατά το άρθρο 1719 παρ. 4 του ΑΚ, βεβαιούται στη σχετική συμβολαιογραφική πράξη ψευδώς ότι ο διαθέτης έχει σώες τις φρένες και ελεύθερη τη βούλησή του. Ψευδής, επίσης, βεβαίωση διαπράττεται και από τον συμβολαιογράφο που παραλείπει εκ προθέσεως την καταχώρηση στο συντασσόμενο από τον ίδιο δημόσιο έγγραφο περιστατικού που υποπίπτει στην αντίληψη του και μπορεί κατά τους ορισμούς του νόμου να επηρεάσει το κύρος της υπ' αυτού βεβαιούμενης δηλώσεως και δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του να βεβαιώνει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενη της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή αυτής. Κατά την παρ. 3 του πιο πάνω άρθρου 242 του ΠΚ , αν ο υπαίτιος του προαναφερόμενου εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε . Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ. β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 173/2008 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξ ολοκληρου παραπομπή στη εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από τα αποδειχθέντα μέσα τα οποία μνημονεύει και αξιολογεί, προέκυψαν τα ακόλουθα: "... Τον Απρίλιο του έτους 2000, η υπερήλικη ΑΑ, γεννηθείσα το 1917, υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε ραγδαία, με αποτέλεσμα στις 14-8-2000 να υποστεί και νέο, βαρύτερο αυτή τη φορά, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, και να εμφανίσει δεξιά ημιπληγία και οργανικό ψυχοσύνδρομο (βλ. την από 7-11-2003 ιατρική βεβαίωση του Δ/ντή της παθολογικής κλινικής Νοσοκομείου Άργους), να παρουσιάζει κακή επικοινωνία με το περιβάλλον - σε επίπεδο συνειδήσεως - η οποία επιδεινώθηκε προοδευτικά. Η ίδια, καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής και μέχρι του θανάτου της, που επήλθε την 23η-6-2003, δεν ανέκτησε πνευματική διαύγεια και, ένεκα του γεγονότος αυτού, δεν ήταν σε θέση να τελέσει οποιαδήποτε νομική πράξη, αλλά αντίθετα βρισκόταν σε ημιπαράλυτη κατάσταση, αποκρινόμενη σ' όσους την επισκέπτονταν με άναρθρες κραυγές. Μόλις δύο εβδομάδες περίπου μετά το δεύτερο αυτό εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο ήταν ισχυρότερο από το πρώτο, και συγκεκριμένα την 27-8-2000, η κατηγορουμένη, συμβολαιογράφος Άργους, Αικατερίνη Καλαλά, μετέβη στην οικία της ανωτέρω ΑΑ, που βρισκόταν στην οδό ... αρ. 23 στο Άργος (οδός η οποία έφερε αρχικά τον οικοδομικό αριθμό 19, αλλά έπειτα από καινούργια αρίθμηση που πραγματοποίησε ο Δήμος δόθηκε ο αριθμός 23 - βλ. αντίγραφο Χρυσού Οδηγού έτους 2003) και συνέταξε τη με αριθμό ... δημόσια διαθήκη, στην οποία αφού βεβαιώνεται ότι η διαθέτις "έχει σώας τας φρένας, τον νουν υγιή και πλήρεις τις αισθήσεις της", αναφέρεται στην συνέχεια ότι αυτή δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι επιθυμεί να συντάξει τη διαθήκη της και εκφράζει την τελευταία βούληση της, λέγοντας προφορικά ότι εγκαθιστά μοναδικό και καθολικό κληρονόμο της τον πρώτο κατηγορούμενο ανηψιό της Χ1 και στη συνέχεια βεβαιώνεται από την συντάξασα συμβολαιογράφο ότι η διαθήκη αναγνώσθηκε από αυτήν στην διαθέτιδα με τη σημείωση ότι αδυνατούσε να υπογράψει λόγω αδυναμίας της χειρός της. Με το υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο δε της ιδίας ως διαθέτιδος, που συντάχθηκε ενώπιον της προαναφερόμενης κατηγορουμένης συμβολαιογράφου δήλωσε ότι διόρισε πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της, πάλι τον ανηψιό της και εδώ κατηγορούμενο Χ1, στον οποίο έδωσε εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να εισπράττει την σύνταξη της (αναπηρική και σύνταξη των εμπόρων), πρόσθετες παροχές, δώρα, μισθώματα και άλλα χρήματα. Ως μάρτυρες στη σύνταξη, εκ μέρους της κατηγορουμένης συμβολαιογράφου, της ως άνω διαθήκης και του πληρεξουσίου συνέπραξαν οι κατηγορούμενοι Χ2, ΔΔ και ΕΕ. Η κλινική εικόνα της ασθενούς ήταν, κατά το χρόνο σύνταξης της παραπάνω διαθήκης, η προαναφερθείσα και η βαριά κατάσταση της υγείας της ήταν αμέσως αντιληπτή από οιονδήποτε. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι συμπράξαντες ως μάρτυρες, μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών, αντιλήφθηκαν κατά τη σύνταξη της διαθήκης την έκδηλη αδυναμία έλλογης επικοινωνίας και συνεννοήσεως της διαθέτιδος με την κατηγορουμένη συμβολαιογράφο. Κατά συνέπεια, τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνει η κατηγορούμενη συμβολαιογράφος Άργους, σχετικά με την πνευματική κατάσταση της διαθέτιδος ΑΑ, αφενός μεν στην ως άνω με αριθμό ... δημόσια διαθήκη αυτής, και αφετέρου στο υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο, ως δηλώσεις της διαθέτιδος, ήταν παντελώς ψευδή και η κατηγορουμένη γνώριζε ότι ήταν ψευδή, αφού η διαθέτις, κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης, δεν είχε επαφή με το περιβάλλον, η δε πράξη της αυτή είχε έννομες συνέπειες, αφού, δυνάμει της δημόσιας αυτής διαθήκης, η οποία στη συνέχεια δημοσιεύθηκε κατόπιν του υπ' αριθ. 257/4-9-2003 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ο ανωτέρω ανηψιός της διαθέτιδος και τετιμημένος με τη διαθήκη, απέκτησε δικαίωμα διαχείρισης, νομής και κυριότητας επί ακίνητης περιουσίας, αξίας άνω των τριακοσίων τριάντα χιλιάδων 330.000 ευρώ (αποτελούμενη μεταξύ άλλων και από ένα ακίνητο στο ..., στην οδό ... αρ. 23, συνολικού εμβαδού 273,50 τ.μ.), αποκλείοντας ταυτόχρονα τους εγγύτερους συγγενείς της παραπάνω από την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή αυτής. Στην άνω πράξη η κατηγορούμενη συμβολαιογράφος προέβη ύστερα από προτροπές και παραινέσεις και προφανώς υποσχέσεις αμοιβής του εξαρτώντος σχετικό άμεσο συμφέρον κληρονόμου κατηγορουμένου Χ1, βοηθήθηκε δε από τους συμπράττοντες ως μάρτυρες λοιπούς κατηγορουμένους, των οποίων η συνδρομή ήταν άμεση, αφού εάν αποχωρούσαν προ της ορατής και αντιληπτής αδυναμίας της διαθέτιδος, δεν θα ήταν δυνατή η σύνταξη της διαθήκης. Όταν τούτο έγινε αντιληπτό από τους νόμιμους κληρονόμους της αποβιώσασας Ψ, ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, αυτοί, αφενός μεν στις 18-12-2003 κατέθεσαν αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία, εκτός των άλλων, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της επίμαχης δημόσιας διαθήκης της ΑΑ, καθόσον αυτή κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης δεν είχε συνείδηση των πράξεων της, εξαιτίας της ασθένειας από την οποία έπασχε, αφετέρου δε, ο πρώτος εξ αυτών υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ναυπλίου την από 27-2-2004 έγκληση του, με την οποία ζητούσε την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων. Ότι τα περιστατικά έλαβαν χώρα έτσι όπως παραπάνω εκτίθεται, προκύπτει κυρίως από την προαναφερθείσα από 7-11-2003 ιατρική βεβαίωση, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων ΣΤ, ΖΖ, ΘΘ, ΚΚ και ΛΛ, εκ των οποίων, ο μεν ΚΚ υπήρξε μισθωτής καταστήματος της διαθέτιδος στην ίδια οικοδομή με την οικία της, η δε ΛΛ φρόντιζε καθημερινά την άρρωστη μέχρι του θανάτου της, χωρίς και οι δύο αυτοί μάρτυρες να έχουν οποιαδήποτε συγγενική σχέση με τους αντιδίκους. Βεβαίως υπάρχουν στην δικογραφία και καταθέσεις μαρτύρων με αντίθετο περιεχόμενο, που στηρίζουν δηλαδή την άποψη των κατηγορουμένων ότι η διαθέτις είχε πλήρη πνευματική διαύγεια κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, λόγος που επιβάλλει και αυτός να αχθεί η υπόθεση στην διά ζώσης διαδικασία του ακροατηρίου. Χρειάζεται να επισημανθεί τέλος ότι η προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους κατηγορουμένους από 22-8-2000 ιατρική γνωμάτευση της ..., ιατρού παθολόγου-πνευμονολόγου, που φέρεται ότι συντάχθηκε λίγες ημέρες πριν την κατάρτιση των δύο επίμαχων συμβολαιογραφικών πράξεων και στην οποία η συντάκτις γιατρός βεβαιώνει ότι η ΑΑ είναι ικανή για δικαιοπραξία, δεν αποτελεί, χωρίς άλλο, πειστικό επιχείρημα για την αξιοπιστία του περιεχομένου της και την ημερομηνία έκδοσης της, διότι η ως άνω έγγραφη ιατρική γνωμάτευση, δεν μνημονεύεται στο περιεχόμενο αυτής (της διαθήκης) και στο συνταχθέν την ίδια ημέρα υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο, όπως θα ήταν εύλογο και επιβεβλημένο, ενόψει των συνθηκών σύνταξης των παραπάνω συμβολαιογραφικών εγγράφων. Διαφορετικά, εύλογα διερωτάται κανείς, ποιός ήταν ο λόγος έκδοσης της; ...". Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για το κακούργημα της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε άμεση συνέργεια σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση.
IV. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθική αυτουργία στις κατ' εξακολούθηση ψευδείς βεβαιώσεις που τέλεσε η συγκατηγορούμενη του αναιρεσείοντος, Αικατερίνη Καλαλά, με την ιδιότητα της συμβολαιογράφου, και της ηθικής αυτουργίας της άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση, που τέλεσαν οι επίσης συγκατηγορούμενοι αυτού Χ2, ΔΔ και ΕΕ, με σκοπό, σε όλες τις περιπτώσεις, την προσπόριση οφέλους σε τρίτο που υπεβαίνει τις 73.000. ευρώ, πράξεις οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούται, από τις διατάξεις των άρθρων 13α, 26 παρ.1, 27, 46 παρ.1α παρ.β, 94, 98, 242 παρ.3 του ΠΚ. και για τις οποίες κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, χωρίς να απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η αναφορά και των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του. Κατά συνέπεια είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι περιεχόμενοι στην κρινόμενη αίτηση από το άρθρο 484 παρ.1 περ. δ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων ότι το περιεχόμενο της κατ'αυτού εγκλήσεως, είναι ψευδές και αντιφατικό, για τους λόγους που αναφέρει στην αίτησή του, όπως το περιεχόμενο αυτής διαλαμβάνεται στην ενσωματωμένη στην παρούσα απόφαση εισαγγελική πρόταση, και ότι η αναλήθεια των κατ'αυτού κατηγοριών προκύπτει από την εκτενώς αναφερόμενη στην αίτησή του επιχειρηματολογία, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου Εφετών. Ειδικότερα, απαραδέκτως προβάλλονται οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι στην κατ' αυτού έγκληση αναφέρεται, αντιφατικά, ότι η διαθέτης ΑΑ ουδέποτε εμφανίστηκε ενώπιον της κατηγορουμένης συμβολαιογράφου Αικατερίνης Καλαλά και ουδείς μάρτυρας συνέπραξε στη σύνταξη της διαθήκης, ενώ, ταυτόχρονα στην ίδια έγκληση αναφέρεται ότι η συμβολαιογράφος και οι μάρτυρες (λοιποί κατηγορούμενοι), ενώ αντελήφθησαν της κατάσταση της διαθέτιδος, συνέπραξαν στην κατάρτιση της διαθήκης και περατέρω ότι αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδές το αναφερόμενο στην έγκληση ότι η διαθέτις ουδέποτε διέμενε στην οδό ... 19, αλλά διέμενε πάντοτε στην οδό ... 23 (ενώ επρόκειτο για την ίδια διεύθυνση που αναριθμήθηκε) και συνεπώς, κατά τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, η κατ' αυτού έγκληση- μήνυση, ήταν πρόδηλα ψευδής και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως και έπρεπε να απορριφθεί και να τεθεί στο αρχείο από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, και ότι, παραταύτα, η προσβαλλόμενη απόφαση ουδέν διέλαβε σχετικά με όσα αντιφατικά και ψευδή αναφέρονται στην πιο πάνω έγκληση και ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αντελήφθη ότι, η από 7/11/2003 βεβαίωση του διευθυντού της παθολογικής κλινικής του Νοσοκομείου Άργους, αναφέρεται σε χρόνο νοσηλείας της διαθέτιδος που δεν είναι κρίσιμος. Οι αιτιάσεις αυτές προβάλλονται απαραδέκτως, καθόσον το Συμβούλιο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία ως προς την βασιμότητα ή όχι των όσων αναφέρονται στην κατά του αναιρεσείοντος έγκληση- μήνυση, όπως και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αρκεί ότι έλαβε υπόψη του αυτή, όπως και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Η τυχόν δε εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών αυτών μέσων δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Τέλος οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες, όπως αυτός αναφέρει στην αίτησή του, "το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα με παραπέμπει σε δίκη για δήθεν έγκλημα που και γι' αυτό το δήθεν έγκλημα δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη για την ποινική δίωξη έγκληση" (για το λόγο, όπως εκτιμάται, ότι η ποινική κατ' αυτού δίωξη δεν ασκήθηκε με βάση τα αναφερόμενα στην έγκληση πραγματικά περιστατικά), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, προεχόντως, διότι, για την άσκηση ποινικής διώξεως για τις κακουργηματικές πράξεις για τις οποίες παραπέμπεται ο αναιρεσείων, δεν απαιτείται προηγούμενη έγκληση του παθόντος. Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την κρινόμενη 4/29-1-2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του 173/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για ηθική αυτουργία σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση, συμβολαιογράφου και της ηθικής αυτουργίας σε άμεση συνεργεία σε ψευδή βεβαίωση, με σκοπό την προσπόριση οφέλους σε τρίτο που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ (ψευδής κατά περιεχόμενο δημόσια διαθήκη). Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας Δεν αποτελούν, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ηθική αυτουργία, Συνέργεια, Ψευδής βεβαίωση.
| 0
|
Αριθμός 1509/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....κατοίκου .... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανέστη Μπαμπατζιμόπουλο, περί αναιρέσεως της 5314/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με συγκατηγορούμενο τον ... .
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20.3.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 494/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 501 παρ. 4, 502 παρ. 1 εδ. 1, 344 παρ. 1 εδ. α' και 340 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι, αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στην συνέχεια μετά την έναρξη της συζητήσεως αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 Κ.Π.Δ. αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει για την ομοιότητα της περίπτωσης και όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος η δίκη αναβλήθηκε, αλλά ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στην νέα μετ' αναβολή δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. (ΟλΑΠ 3/2006) .Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρ.273 παρ.1, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 154 παρ. 2, 155 παρ. 2, 489 και 500 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος καταδικάστηκε πρωτοδίκως και άσκησε έφεση κατά της δικαστικής απόφασης, κλητεύεται για τη δίκη ενώπιον του Εφετείου στη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής που αναφέρεται στην έκθεση έφεσης και σε περίπτωση μεταβολής της, στη νέα διεύθυνση, εφόσον δήλωσε αυτή νομίμως στον εισαγγελέα του εφετείου, που εκκρεμούσε η υπόθεση με ιδιαίτερο έγγραφο πάνω στο οποίο και συντάσσεται έκθεση για την παράδοσή του. Η περί μεταβολής της κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου δήλωση, μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο, η οποία καταχωρείται στα πρακτικά. Η περιεχόμενη σε εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου στον πληρεξούσιό του, για να τον εκπροσωπήσει στο δικαστήριο, αναφορά άλλης διευθύνσεως από εκείνη που δήλωσε στην έφεσή του, χωρίς δήλωση του κατηγορουμένου, ότι η διεύθυνση αυτή αποτελεί την διεύθυνση στην οποία πρέπει αυτός να αναζητείται σε κάθε μελλοντική κλήτευσή του, δεν συνιστά νόμιμη δήλωση μεταβολής της κατοικίας του κατηγορουμένου, έστω και αν η εξουσιοδότηση αυτή αναγνώστηκε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 155 παρ. 1 ΚΠΔ, η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου. Αν αυτός που κάνει την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή κατοικίας του εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους, που έστω και προσωρινά, διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς ή στον θυρωρό της κατοικίας που μένει. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο ένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην προηγούμενη παρ. 1, καθώς και στην περίπτωση που "δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή ο θυρωρός", αυτός που κάνει την επίδοση "επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας" και αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου επιδίδεται στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερομένου. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 154 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι η επίδοση ή η κοινοποίηση είναι άκυρες αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις των άρθρων 155-159 και 165, καθώς και με εκείνη του άρθρ. 161 παρ. 1 του ΚΠΔ, που επιτάσσει να αναφέρονται στο αποδεικτικό επίδοσης, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης, τα ειδικώς σημειούμενα σ`αυτή στοιχεία, μεταξύ των οποίων και τα μνημονευόμενα γεγονότα του άρθρου 155 παρ. 2, προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση επίδοσης εγγράφου με θυροκόλληση πρέπει στο αποδεικτικό επίδοσης να αναφέρονται οι προϋποθέσεις της δια θυροκολλήσεως επίδοσης, δηλαδή άρνηση ή μη ανεύρεση, στον τόπο της επίδοσης των προσώπων που σημειώνονται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου, διαφορετικά η επίδοση είναι άκυρη ( αρ. 154 παρ.2). Η τήρηση δε των σχετικών με τις επιδόσεις πιο πάνω διατυπώσεων επιβάλλεται και στην περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην διεύθυνση που δήλωσε ο εκκαλών κατηγορούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 273 ΚΠΔ, στην έφεσή του.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων με την 6161/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καταδικάστηκε για παράνομη οπλοφορία σε φυλάκιση δώδεκα μηνών, η εκτέλεση της οποία ανεστάλη για μία τριετία. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 29-3- 2005 έφεση, δηλώνοντας ως κατοικία του την .... επί της οδού .... και αντίκλητο τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ανέστη Μπαμπατζιμόπουλο του Σωτηρίου, κάτοικο Θεσσαλονίκης στην οδό Λεωφ. Νίκης 1. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως, στις 14/6/2007, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τον απόντα κατηγορούμενο εκπροσώπησε ο αντίκλητος αυτού δικηγόρος Ανέστης Μπαμπατζιμόπουλος, δυνάμει της από 11-6-2007 εξουσιοδοτήσεως του, στην οποία ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων ανέφερε ως κατοικία του την οδό ...., χωρίς να υπάρχει ρητή δήλωση αυτού περί μεταβολής της αναφερόμενης στην έφεση κατοικίας του. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης μετά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας, προέβη την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, "λόγω πέρατος ωραρίου", ορίζοντας με την 2314/2007 απόφασή του, ρητή δικάσιμο την 22-1-2008, κατά την οποία οι κατηγορούμενοι θα έπρεπε να εμφανισθούν χωρίς κλήτευση. Κατά την νέα δικάσιμο ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Το Δικαστήριο όμως, για λόγους σημαντικών αιτίων, που αφορούσαν ένα εκ των τριών λοιπών συγκατηγορουμένων του αναιρεσείοντος, ανέβαλε και πάλι, με την 319/2008 απόφασή του, την εκδίκαση της υποθέσεως, για την δικάσιμο της 27-11-2008, διατάσσοντας την κλήτευση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όταν εισήχθη, μετ' αναβολή, προς εκδίκαση η έφεση του αναιρεσείοντος, ενόψει του ότι κατά την δικάσιμο της 14/6/2007, αυτός είχε εκπροσωπηθεί με δικηγόρο, αφού ερεύνησε, αν αυτός κλητεύθηκε νομίμως, θεώρησε αυτόν παρόντα με παρεμπίπτουσα απόφασή του, στην οποία διέλαβε την ακόλουθη αιτιολογία : "Κατά το άρθρο 501 παρ. 4 του ΚΠΔ, όπως εν λόγω παράγραφος 4 προστέθηκε με το άρθρο 48 παρ. 3 του ν. 316012003, αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά την νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν μετά την αναβολή της συζητήσεως της έφεσης που έλαβε χώρα μετά την έναρξη αυτής, ήτοι μετά τη λήψη των στοιχείων ταυτότητας του εκκαλούντος κατηγορουμένου, δεν εμφανιστεί αυτός, αν και είχε κλητευθεί νομίμως, κατά τη νέα δικάσιμο, τότε δικάζεται σαν να ήταν παρών και δεν απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη η έφεση του (ΟλΑΠ 3/2006,8/2006]. Στη προκειμένη περίπτωση, από το αντίγραφο των πρακτικών της με αριθμό 2314/2007 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο πρώτος εκκαλών (δηλαδή ο ήδη αναιρεσείων) ήταν παρών δια πληρεξουσίου, εκφωνήθηκαν τα ονόματα των μαρτύρων και στη συνέχεια αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 349 Κ.Π.Δ. Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της εφέσεως με την απουσία του πρώτου κατηγορουμένου, πλην όμως σαν να ήταν και αυτός παρών, αφού κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα όπως φαίνεται από: 1) Το από .... αποδεικτικό κλητεύσεως του αρμοδίου για επίδοση οργάνου, Ε.Φ. Κ1 που υπηρετεί στο Α.Τ. ..., που επιδόθηκε με θυροκόλληση στον κατηγορούμενο, 2) Το από .... αποδεικτικό επιδόσεως αντιγράφου κλητήριου θεσπίσματος του Αστ/κα Κ2 , που υπηρετεί στο ΑΤ. ..., που επιδόθηκε με θυροκόλληση στον αντίκλητο δικηγόρο Ανέστη ΜΠΑΜΠΑΤΖΙΜΟΠΟΥΛΟ (ΑΜ 691 του Δ.Σ.Θ), Λ. Νίκης 1, τον οποίο έχει ορίσει με την έφεση του" . Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης εισήλθε στην κατ' ουσία εκδίκαση της υποθέσεως, κηρύσσοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά μηνών, η εκτέλεση της οποία ανεστάλη για μία τριετία.
ΙΙΙ. Ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο, από το άρθρο 510παρ.1 περ. Α του ΚΠΔ, λόγους αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, υποστηρίζει ότι τόσο αυτός, όσο και ο αντίκλητός του δεν κλητεύθηκαν νομίμως. Ειδικότερα, όπως αναφέρει στην αίτησή του, η κλήτευση αυτού έπρεπε να γίνει στη Βέροια, στην διεύθυνση που αυτός ανέφερε στην από 11/6/2007 εξουσιοδότησή του, η οποία αναγνώστηκε στο ακροατήριο, κατά τη συνεδρίαση στις 14-5-2007. Από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτά ερευνά ο Άρειος Πάγος, εξετάζοντας τους λόγους αναίρεσης και ειδικότερα από τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση από ... αποδεικτικό κλητεύσεως του Κ1 το από ... αποδεικτικό επιδόσεως αντιγράφου κλητήριου θεσπίσματος του Αστ/κα Κ2 , καθώς και την 973/29-3-2005 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, προκύπτει, ότι η επίδοση της κλήσης στον αναιρεσείοντα, για να παραστεί στην εκδίκαση της εφέσεώς του στις ... έγινε με θυροκόλληση της στην κατοικία του, επί της οδού .... αρ. ... στη .... την οποία είχε αυτός δηλώσει στην έκθεση έφεσης που άσκησε νομότυπα, με την οποία και διόρισε αντίκλητό του " το δικηγόρο Θεσαλονίκης Ανέστη Μπαμπατζιμόπουλο, λεωφ.Νίκης 1". Επομένως η κλήτευσή του ίδιου του κατηγορουμένου έγινε νομίμως στην πιο πάνω διεύθυνση. Η απλή δε αναφορά διαφορετικής διεύθυνσης, στην από τον αναιρεσείοντα μνημονευόμενη πιο πάνω εξουσιοδότηση, σύμφωνα με προεκτιθέμενα, δεν συνιστά νόμιμο τρόπο δήλωσης μεταβολής της κατοικίας του. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ως προς τη νομιμότητα της εν λόγω κλήσεως, είναι αβάσιμες. Όμως η επιβαλλόμενη επίδοση της κλήσεως και προς τον πιο πάνω αντίκλητο του αναιρεσείοντος( αφού η προς τον ίδιον έγινε με θυροκόλληση), δεν ήταν σύννομη. Ειδικότερα, στο από 22-10-2008 αποδεικτικό επίδοσης προς τον αντίκλητο του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, βεβαιώνεται ότι το αναφερόμενο σε αυτό προς επίδοση έγγραφο ("αντίγραφο του 269/2008 κλητηρίου θεσπίσματος" του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης), με το οποίο ο αναιρεσείων καλείται να παραστεί στις 27-11-2008 στο Β' Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, "θυροκολλήθηκε στη θύρα κατοικίας του κατηγορουμένου στη διεύθυνση που δήλωσε στην έκθεση της έφεσής του" (και όχι στη θύρα της κατοικίας του αντικλήτου). Δεν βεβαιώνεται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 155 παρ. 2 του ΚΠΔ, ότι στην πιο πάνω δηλωθείσα κατοικία του αντικλήτου του αναιρεσείοντος ( με την εκδοχή ότι η αναφορά ότι η επίδοση έγινε στην κατοικία του κατηγορουμένου, οφείλεται σε παραδρομή), δεν βρέθηκαν εκτός από αυτόν και τα αναφερόμενα στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου πρόσωπα, δηλαδή κάποιος σύνοικος ή οικιακός βοηθός ή θυρωρός ή ότι κάποιο από αυτά βρέθηκε, αλλά αρνήθηκε να παραλάβει την κλήση και γι` αυτό αυτή θυροκολλήθηκε. Έτσι η επίδοση αυτή είναι άκυρη, γιατί στο αποδεικτικό επίδοσης δεν αναφέρονται οι προϋποθέσεις της δια θυροκολλήσεως επίδοσης, τα δε αναφερόμενα στο πιο πάνω αποδεικτικό επίδοσης, ότι ο επιδούς δεν βρήκε "ούτε άλλο πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 273 παρ.1 ΚΠΔ", στερείται σημασίας αναφορικά με την επιτακτική ανάγκη τήρησης των πιο πάνω διατυπώσεων του άρθρου 155 παρ. 2 του ΚΠΔ. Επισημαίνεται ότι δεν δύναται να εκτιμηθεί ότι από παραδρομή αναφέρεται στο αποδεικτικό επιδόσεως η διάταξη του άρθρου 273 παρ.1, αντί 155 παρ.2, δεδομένου ότι ο ίδιος ο επιδούς ανέγραψε ιδιόχειρα τον αριθμό "273 παρ.1", διαγράφοντας τον αναφερόμενο στη σχετική σφραγίδα αριθμό "155 παρ.2". Συνακόλουθα, εφόσον η επίδοση αυτή είναι άκυρη, έπρεπε το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης του αναιρεσείοντος και έτσι, δικάζοντας την έφεση αυτού "με την απουσία του, πλην όμως σαν να ήταν και αυτός παρών", επήλθε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων αρ. 154 παρ.2, 155 παρ.1 και 2 και 171παρ. 1δ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, καθόσον δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση του κατηγορουμένου, κατά τον βάσιμο πρώτο λόγο της αναίρεσης. Σημειώνεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση καλύψεως της ακυρότητας αυτής, κατά το άρθρο 174 παρ.2α του ΚΠΔ, αφού ο κλητευθείς κατηγορούμενος αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε στη δίκη. Επομένως είναι βάσιμος ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης με τις αιτιάσεις ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι εσφαλμένα έκρινε το Δικαστήριο ότι τηρήθηκε επακριβώς η προβλεπομένη από τα άρθρα 155 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ διαδικασία ως προς την επίδοση κλήση προς εμφάνιση του εκκαλούντος- αναιρεσείοντος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά την δικάσιμο της 28.11.2008, καθόσον, όπως αναφέρει ο αναιρεσείων, ενώ στην διεύθυνση του αντικλήτου του πληρεξουσίου δικηγόρου υπάρχει θυρωρός πολυκατοικίας και έπρεπε ο επιδούς να παραδώσει την κλήση του σε αυτόν και μόνο σε περίπτωση αρνήσεως, βεβαιώνοντας το γεγονός αυτό, στο κείμενο του από 22.10.2008 αποδεικτικού επιδόσεως, ηδύνατο να την θυροκολλήσει την κλήση, ουδέν τούτων έπραξε, με αποτέλεσμα ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενώ είχε την από 11.6.2007 εξουσιοδότηση του για να τον εκπροσωπήσει, δεν έλαβε γνώση και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο και έτσι ο αναιρεσείων δικάσθηκε, "ωσεί παρών".
IV. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, παρελκούσης της έρευνας του τρίτου λόγου αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της περί ενοχής αποφάσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο ( άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5314/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερημοδικία κατηγορουμένου στην μετ' αναβολή συζήτηση. Αν ο εκκαλών ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεση του και στην συνέχεια μετά την έναρξη της συζητήσεως αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, και το δικαστήριο οφείλει να την ερευνήσει την έφεση στην ουσία. Επιδόσεις. Κλήση για συζήτηση έφεσης. Η επίδοση γίνεται στη διεύθυνση που έχει δηλώσει με την έφεση ο κατηγορούμενος έστω και αν είναι πλασματική. Θυροκόλληση. Περιεχόμενο αποδεικτικού επιδόσεως Ακυρότητα επίδοσης γενομένης με θυροκόλληση, εφόσον δε βεβαιώνεται στο αποδεικτικό επίδοσης η τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 155 παρ. 2 του ΚΠΔ. ότι δηλαδή στην κατοικία του αναιρεσείοντος δε βρέθηκαν εκτός από αυτόν και τα αναφερόμενα στην παρ. 1 του άρθρου πρόσωπα. Άκυρη η επίδοση της κλήσης στον κατηγορούμενο αν δεν επιδοθεί αντίγραφο αυτής και στον με την έκθεση της έφεσης διορισθέντα από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο. Αναιρεί, λόγω ακυρότητας της προς τον αντίκλητο επίδοσης και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Επιδόσεως αποδεικτικό, Επίδοση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1510/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δοκιμάκη, περί αναιρέσεως της 69/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 κάτοικο ... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπότση.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 584/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, άλλως, εάν κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Π.Δ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 του ΚΠΔ εκείνος που δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται, η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 172 ΚΠΔ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η ποινική διαδικασία δεν είναι άκυρη, ούτε η πολιτική αγωγή που ασκήθηκε σ` αυτήν αν δεν καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά (451/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου), ο Ψ1 δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του Χ1 , κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της εξύβρισης δια του τύπου και ζήτησε να του καταβάλει 40 ευρώ, με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η παράνομη πράξη του κατηγορουμένου, κατέθεσε δε το 2792701 παράβολο δημοσίου ταμείου δέκα ευρώ, από το οποίο προκύπτει ότι πληρώθηκε το ανάλογο δικαστικό ένσημο και δήλωσε ότι διορίζει πληρεξούσιούς του τους αναφερόμενους στα πρακτικά δικηγόρους. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο εξυβρίσεως, δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής για το αδίκημα αυτό και επιδίκασε στο σύνολό του το αξιούμενο ποσό. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, όπου είχε αχθεί κατόπιν εφέσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, πριν ακόμη αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, ο πολιτικώς ενάγων επανέλαβε τη δήλωσή του για παράσταση, αξιώνοντας ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 40 ευρώ, με επιφύλαξη, που του επιδικάσθηκε και πρωτοδίκως, ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η παράνομη πράξη του κατηγορουμένου και δήλωσε ότι διορίζει πληρεξούσιούς του τους αναφερόμενους στα πρακτικά δικηγόρους. Το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη τη δήλωση αυτή, και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί ο πολιτικώς ενάγων από το σε βάρος του έγκλημα της εξυβρίσεως, το ποσόν που είχε ζητηθεί. Ενόψει αυτών ο πολιτικώς ενάγων παρέστη νομίμως στη διαδικασία του ακροατηρίου. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής (άρ.171 παρ.2 ΚΠΔ) με τις αιτιάσεις ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν προσκόμισε παράβολο των 10€ κατά την υποβολή της έγκλησης, δεν προσδιόρισε την ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αξιόποινης πράξης και της υλικής ζημίας ή βλάβης του καθώς και δεν προσδιόρισε την αξιόποινη πράξη για την οποία δηλώθηκε η πολιτική αγωγή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ, όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφημήσεως (άρθρα 362 και 363 ΠΚ) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της εξυβρίσεως απαιτείται να διατυπωθούν από το δράστη γραπτώς ή προφορικώς για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις που, κατά κοινή αντίληψη, περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με μία τέτοια ενέργεια προσβάλλει την τιμή του άλλου. Δηλαδή στην εξύβριση ο όρος τιμή λαμβάνεται με ευρεία έννοια και σημαίνει την αξίωση όπως το άτομο μη τυγχάνει από κάποιον άλλον αρνητικής αξιολογικής κρίσεως ή μεταχειρίσεως τέτοιας, που να δηλώνει έλλειψη εκτιμήσεως του δράστη προς τον παθόντα, σχετικά με τη συνολική αξία του, δηλαδή και την ηθική και την κοινωνική. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το συνδυασμό και αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Το Μάρτιο του έτους 2006 στην ... ο κατηγορούμενος όντας εκδότης-ιδιοκτήτης και συντάκτης του Δελτίου ενημερώσεως των Ενοριτών του Ιερού Ναού ..., το οποίο έχει κυκλοφορία εντός ... , αλλά και κυκλοφορεί εκτός αυτής με αποδέκτες όλους τους καταγόμενους από εκεί, συνέταξε και δημοσίευσε στη σελίδα 11 του υπ' αριθ. 37 φύλλου του ανωτέρω δελτίου, το παρακάτω κείμενο, αναφερόμενος στον εγκαλούντα Ψ1 τα ακόλουθα: "Δύο ολόκληρες σελίδες χρειάστηκαν από τους "μεγάλους κονδυλοφόρους" της εφημερίδας "..." για να αποφανθούν ότι όλα τα επίσημα κρατικά έγγραφα τα οποία αναφέρουν ότι τουλάχιστον από το έτος 1922 η Παναγία ... λειτουργούσε σαν Μοναστήρι, είναι άκυρα και πλαστά. Το μόνο που δέχονται, γιατί αυτό φαίνεται ότι τους βολεύει κάπως, είναι το ετήσιο ημερολόγιο της Εκκλησίας της Ελλάδος, το λεγόμενο "Δίπτυχα", γιατί όπως γράφουν, μεταξύ των ερημωμένων Ι. Μονών δεν συγκαταλέγεται και η Παναγία ..., αλλά αναφέρεται σαν Ιερό Προσκύνημα. Όσον αφορά τη φωτογραφία "ο μέγας ηθικολόγος" (ας μην του περνά η ιδέα ότι δεν γνωρίζουμε το παρελθόν του), προκείμενου να μη γελοιοποιείται συνεχώς, ας κάνει τον κόπο να ανοίξει μια εγκυκλοπαίδεια και θα μάθει ότι εφευρέτης της φωτογραφίας είναι ο Γάλλος Ν. ΝΙΕΠΕ το έτος 1827". Κατά την επικρατούσα στο Δικαστήριο αυτό άποψη, τα παραπάνω αναγραφόμενα από τον κατηγορούμενο στο πιο πάνω δημοσίευμα ήταν προσβλητικά για τον εγκαλούντα και έγιναν σκόπιμα από εκείνον, αφού ανεξάρτητα από την υπάρχουσα επιστημονική -ιστορική διάσταση απόψεων των ως άνω διαδίκων (κατηγορουμένου και εγκαλούντος), η οποία γινόταν απ' αυτούς δια του Τύπου και αφορούσε το θέμα αν η Ι.Μ. Παναγίας ... λειτουργεί ή όχι από την περίοδο των αρχών του 19ου αιώνα ως Μοναστήρι ή εθεωρείτο Ιερό Προσκύνημα, στο ανωτέρω δημοσίευμα αναγράφηκαν απαξιωτικά οι φράσεις "μεγάλος κονδυλοφόρος", "μέγας ηθικολόγος", "ας μην του περνά η ιδέα ότι δεν γνωρίζουμε το παρελθόν του" και "προκειμένου να μην γελοιοποιείται συνεχώς". Αυτές οι φράσεις αναφέρονταν αποκλειστικά στον εγκαλούντα, αφού κανείς άλλος δεν είχε υποστηρίξει στην προηγηθείσα δια του Τύπου διαμάχη των διαδίκων τα αντίθετα από τον κατηγορούμενο, ενώ ο εγκαλών είναι άτομο σεβαστό και κοινωνικά καταξιωμένο, γνωστό ευρύτερα στην τοπική κοινωνία για τη φιλανθρωπική, κυρίως, δράση του. Ειδικότερα, οι παραπάνω φράσεις που συνόδευαν το όλο επίδικο δημοσίευμα είχαν την ακόλουθη απαξιωτική και προσβλητική για τον εγκαλούντα έννοια: α) φράση "μέγας κονδυλοφόρος", την έννοια του ασήμαντου δημοσιογράφου, β) φράση "ηθικολόγος", εκείνη (έννοια) του ομιλούντος για να υπερασπίσει την ηθική γενικά, ενώ υπάρχει αμφιβολία, τουλάχιστον, για τη δική του ηθική, δεδομένου μάλιστα ότι συνοδεύτηκε και από τη φράση "και μην του περνά η ιδέα ότι δεν γνωρίζουμε το παρελθόν του", που υπονοεί ότι ήταν το παρελθόν του εγκαλούντος ύποπτο και γ) φράση "προκειμένου να μη γελοιοποιείται συνεχώς", την έννοια ότι και προηγουμένως έχει γελοιοποιηθεί εκείνος. Όλες οι ανωτέρω συνοδευτικές του επιδίκου δημοσιεύματος φράσεις ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να μην τις γράψει σ' αυτό, αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο, αλλά αναγράφηκαν απ' αυτόν με σκοπό να εξυβρίσει τον εγκαλούντα. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ενήργησε στα πλαίσια δικαιολογημένου ενδιαφέροντας και ως εκ τούτου συντρέχει περίπτωση του άρθρου 361§1 ΠΚ είναι απορριπτέος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ένοχο, κατά πλειοψηφία, τον αναιρεσείοντα εξυβρίσεως δια του τύπου (26 παρ.1, 27 παρ.1 361 παρ.1 ΠΚ, σε συνδ. με άρθρο μόνο Ν.1178/1981, αρ.1, 2, 4, 47, ΑΝ1092/38, αρ. 2 10/1975 ως το αρ.47 αντικ. αρ. 4§2 Ν1738/87 σε συνδ. άρθρο μόνο §1 Ν2243/1994), με το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2α ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της εξυβρίσεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ακόμη αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη για την εξενεχθείσα κρίση του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα απ' αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρονται όσα αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολόγησε πλήρως πως στοιχειοθετείται η εξύβριση για την οποία κρίθηκε ένοχος και ότι η αναφερόμενη στο κατηγορητήριο φρασεολογία "δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποκομμένη από το γενικότερο πλαίσιο διαλεκτικής που είχε αναπτυχθεί μεταξύ αυτού και του μηνυτή και αφορούσε στον χαρακτηρισμό ή όχι ως μοναστηριού της "Παναγίας της ..." και ότι στον μεταξύ τους δια δημοσιευμάτων διάλογο το πιο αιχμηρό ύφος και ο εντονότερος τόνος ήταν αμοιβαία αποδεκτά. Επιπροσθέτως ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το έντυπό του κυκλοφορεί μόνο εντός της ενορίας του, ενώ το έντυπο του μηνυτή είναι πανελλαδικής κυκλοφορίας και ο τρόπος γραφής του δεν είναι τίποτε άλλο από αντιγραφή του τρόπου γραφή, του ύφους του μηνυτή και ότι τον τρόπο αυτό επέλεξε ουσιαστικά για να αμυνθεί και να προασπίσει και να διαφυλάξει το δικαίωμα των ενοριτών του για αντικειμενική πληροφόρηση. Έτσι, όπως κατά λέξη αναφέρει ο αναιρεσείων, "έπρεπε το Δικαστήριο να εντοπίσει την αρχή ελλείποντος συμφέροντος εν προκειμένω και την μεθοδευμένη προσπάθεια του μηνυτή να με προκαλέσει να απαντήσω στα γραφόμενά του ώστε την επόμενη στιγμή να με μηνύσει ως θιγόμενος" και ότι "το Δικαστήριο, ομοίως έπρεπε να αιτιολογήσει ρητά πως η χρήση πληθυντικού, η αφηρημένη αναφορά σε αρθρογράφους, η έλλειψη αρνητικών ή μειωτικών χαρακτηρισμών και οι προτροπές έχουν εσκεμμένα περιφρονητική σημασία για το μηνυτή". Περαιτέρω ο αναιρεσείων, με τον τρίτο , από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του και συγκεκριμένα ότι για την στοιχειοθέτηση του κατηγορητηρίου έπρεπε να στοιχειοθετηθεί ειδικός δόλος (του 361§1ΠΚ) δηλαδή πρόθεση προσβολής παθόντος και γνώση του δράστη ότι η ενέργεια του αυτή προσβάλει την τιμή του παθόντος και μολονότι έκρινε ότι το δημοσίευμα του ήταν απαντητικού χαρακτήρα εντούτοις εξέλαβε την ενέργεια αυτή ως δόλια. Επίσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι, το δημοσίευμα του "το γνώριζε μόνο ο παθών που απευθύνονταν και όχι "άλλος" όπως το 361§1 ζητεί" και ότι, όπως αναφέρει, εσφαλμένα το Δικαστήριο "δεν αποδέχθηκε τον ισχυρισμό του 367§1γ σε συνδ. με αρ. 14§1Συντ., όταν μάλιστα εκ του κειμένου μου συνάγεται ότι καλόπιστα έκρινα ότι παραποιείται η ιστορική αλήθεια σε βάρος του κλήρου και του πληρώματος της εκκλησίας....". Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος, σύμφωνα και με όσα έγινα δεκτά πιο πάνω, είναι αβάσιμες. Τα υποστηριζόμενα δε από αυτόν ότι οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση εξυβριστικές φράσεις είχαν απαντητικό χαρακτήρα και ο τρόπος γραφής του δεν είναι τίποτε άλλο από αντιγραφή του τρόπου γραφής του ύφους του μηνυτή, αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού ο τυχόν άδικος χαρακτήρας των πράξεων του μηνυτή δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα ή τον δόλο της πράξεως του κατηγορουμένου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος, ούτε τον από το άρθρο 367 του ΠΚ, ούτε άλλο αυτοτελή ισχυρισμό πρόβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ούτε ο ισχυρισμός, ως προς την έλλειψη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλος), αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό. Ο κατηγορούμενος, κατά την μεν την απολογία του αρνήθηκε την κατηγορία και υποστήριξε ότι με το δημοσίευμά του δεν είχε σκοπό εξυβρίσεως του παθόντος, ενώ, δια του συνηγόρου του, κατέθεσε ισχυρισμούς (χωρίς όμως να προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι τους ανέπτυξε και προφορικώς) τους οποίους χαρακτήρισε ως αυτοτελείς, προβάλλοντας ότι με το επίμαχο δημοσίευμα αυτός "προβαίνει στη σύνταξη ενός κειμένου με μία φρασεολογία αντίστοιχη εκείνης που ο μηνυτής είχε αρχικά χρησιμοποιήσει στα πλαίσια του δημόσιου διαλόγου που είχαν ξεκινήσει" και ότι "τα δύο μέρη είχαν αποδεχθεί το δηκτικό ύφος και τα αιχμηρά σχόλια". Ανεξαρτήτως του ότι ο ισχυρισμός αυτός ούτε αυτοτελής είναι, αλλά ούτε και προτάθηκε παραδεκτώς, το Δικαστήριο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, δεν δέχθηκε την βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών, αφού έκρινε ότι οι επίμαχες φράσεις είχαν την απαξιωτική και προσβλητική για τον μηνυτή έννοια που αναφέρεται στο σκεπτικό, ενώ ο μηνυτής είναι άτομο σεβαστό και κοινωνικά καταξιωμένο και ότι οι φράσεις αυτές αναφέρονταν αποκλειστικά στον εγκαλούντα, ο δε κατηγορούμενος θα μπορούσε να μην τις γράψει, "αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο, αλλά αναγράφηκαν απ' αυτόν με σκοπό να εξυβρίσει τον εγκαλούντα", απορρίπτοντας έτσι αιτιολογημένα, εκ περισσού, τον μη υποβληθέντα κατά τρόπο ορισμένο ισχυρισμό ότι αυτός ενήργησε κατά τον πιο πάνω τρόπο, προς διαφύλαξη δικαιώματος και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367§1γτου ΠΚ). Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, οι διατάξεις του άρθρου 350 ΚΠΔ δεν απαγγέλλουν ακυρότητα για την μη απομάκρυνση των μαρτύρων από το ακροατήριο, ούτε αφορούν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των προσηκόντων σ' αυτόν δικαιωμάτων, οπότε και δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα, είτε απόλυτη, είτε σχετική, από την παράσταση μάρτυρα κατά την εξέταση των λοιπών μαρτύρων στο ακροατήριο. Επιπλέον, προκειμένου για την ενώπιον του εφετείου αποδεικτική διαδικασία, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη αυτή, όπως αυτό προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 502 του ΚΠΔ, στην οποία, μεταξύ των διατάξεων που εφαρμόζονται κατά τη συζήτηση ενώπιον του εφετείου, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 350 του ΚΠΔ.
Συνεπώς η εμπεριεχόμενη στον τρίτο λόγο αναίρεσης αιτίαση , ότι "καθ' όλη την διάρκεια της διαδικασίας οι μάρτυρες κατηγορίας ήσαν μαζί εντός ακροατηρίου παρά τις έντονες διαμαρτυρίες μου... οράτε και σελ 3/21 της προσβαλλόμενης όπου το Δικαστήριο δεν ζήτησε να εξέλθουν οι λοιποί μάρτυρες της αίθουσας", είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, αφού η παρουσία των μαρτύρων πριν από την εξέτασή τους στο ακροατήριο, όταν εξετάζονται άλλοι μάρτυρες, δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης (ενώ ουδόλως προκύπτει από τα πρακτικά ότι συνέβη τούτο, εκ μόνου του λόγου ότι δεν αναφέρεται ότι ζητήθηκε από τους μάρτυρες να εξέλθουν, ούτε ότι ο ήδη αναιρεσείων πρόβαλε οποιαδήποτε σχετική διαμαρτυρία). Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στους αυτούς (δεύτερο και τρίτο) λόγους αναίρεσης, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙΙ. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί εξολοκλήρου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 186, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1/13-4-2009 αίτηση του Χ1 κατοίκου ..., κατά της 69/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εξύβριση δια του τύπου. Στοιχεία εγκλήματος. Πολιτική αγωγή. Τι πρέπει να περιέχει η δήλωση για παράσταση πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο. Η ποινική διαδικασία δεν είναι άκυρη, ούτε η πολιτική αγωγή που ασκήθηκε σ' αυτήν αν δεν καταβληθεί το πρόσηβον τέλος δικαστικού ενσήμου. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Οι διατάξεις του άρθρου 350 ΚΠΔ δεν απαγγέλλουν ακυρότητα για την μη απομάκρυνση των μαρτύρων από το ακροατήριο. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εξύβριση, Πολιτική αγωγή, Τύπος, Μάρτυρες.
| 1
|
Αριθμός 1506/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, περί αναιρέσεως της 206/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1190/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 32 στοιχ. α Σ.Π.Κ. (ν. 2287/1995), σε συνδυασμό με το Π.Δ. 371/2002, δια του οποίου ήρθη η κατάσταση γενικής επιστράτευσης και η Χώρα περιήλθε και νομικά σε κατάσταση ειρήνης, "όποιος κηρύσσεται ανυπότακτος, σύμφωνα με το νόμο για τη στρατολογία τιμωρείται, σε ειρηνική περίοδο, με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών". Σύμφωνα δε, με το άρθρο 51 παρ. 1 του ν. 3421/2005 "Στρατολογία των Ελλήνων και άλλες διατάξεις" "Ανυπότακτοι κηρύσσονται όσοι, μετά από γενική ή ειδική πρόσκληση για κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις, δεν κατατάσσονται στις ορισμένες ημερομηνίες ή προθεσμίες στις μονάδες κατάταξης". Στη συνέχεια οι παράγραφοι 2 και 3 του ίδιου άρθρου, καθορίζουν τα της έναρξης και διακοπής του χρόνου της ανυποταξίας, η οποία αρχίζει από την επομένη της τελευταίας ημερομηνίας κατατάξεως ή εφόσον ορίζεται προθεσμία κατάταξης από την επομένη της τελευταίας ημέρας και διακόπτεται με τη συμπλήρωση του 45ου έτους της ηλικίας του ανυπότακτου, ή με την κατάταξή του στις Ένοπλες Δυνάμεις ή με τη σύλληψη για ανυποταξία ή με την παρουσίαση του ανυπότακτου σε στρατιωτική δικαστική αρχή ή στο στρατολογικό γραφείο για τη διακοπή της ανυποταξίας του ή με την κρίση του ανυπότακτου από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή των Ενόπλων Δυνάμεων, ως ακαταλλήλου για στράτευση (Ι5) ή τέλος με την χορήγηση αναβολής κατάταξης για λόγους υγείας. Περαιτέρω, η ανυποταξία συνιστά ένα έγκλημα γνήσιας παράλειψης, το εγκληματικό νόημα της οποίας συνίσταται στην αδράνεια του στρατεύσιμου προς την κοινωνική αναμενόμενη προσέλευσή του στις τάξεις του Στρατού. Για την αντικειμενική στοιχειοθέτησή της απαιτούνται: α) η ύπαρξη σχετικής προς κατάταξης πρόσκλησης και β) η μη εμφάνιση του υπόχρεου εντός των προκαθορισμένων ημερομηνιών, ενώ για την υποκειμενική στοιχειοθέτησή της απαιτείται μόνο δόλος, έστω και ενδεχόμενος, που συνίσταται στη γνώση εκ μέρους του υπαιτίου ότι με βάση την πρόσκληση έχει υποχρέωση κατάταξης σε συγκεκριμένη μονάδα μόνο ορισμένη ημερομηνία (ή προθεσμία) και στη θέλησή του να μην εμφανισθεί εκεί, χωρίς να απαιτείται πρόσθετος σκοπός αποφυγής των στρατιωτικών του υποχρεώσεων. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 206/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 ενώ ήταν στρατεύσιμος κλήσεως 1996 και κλήθηκε σύμφωνα με το νόμο "Περί Στρατολογίας" με την υπ' αριθμ. ... ΕΔΥΕΘΑ/ΓΕΣ για να παρουσιασθεί στις τάξεις του στρατού και να καταταγεί την 28-3-2000 στο στρατόπεδο του 6ου Σ.Π., δεν κατετάγη την ανωτέρω ημερομηνία με αποτέλεσμα να καταστεί ανυπότακτος σε ειρηνική περίοδο από 29-3-2000 έως 6-5-2005, κατά την οποία παρουσιάσθηκε αυθόρμητα στο ...ΤΣΝ/ΕΑΤ και συνελήφθη. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι παρουσιάσθηκε στο Φρουραρχείο Αθηνών ευθύς μόλις έλαβε την πρόσκληση για κατάταξη και παραπέμφθηκε στο 401 ΓΣΝΑ λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και συγκεκριμένα, λόγω έντονων ημικρανιών συνεπεία επισυμβάντος τροχαίου ατυχήματος. Στο 401 ΓΣΝΑ εξετάσθηκε από γιατρούς και παραπέμφθηκε στην Επιτροπή Απαλλαγών, που τον έκρινε ακατάλληλο για στράτευση, ωστόσο η εν λόγω γνωμάτευση της Επιτροπής Απαλλαγών ανακλήθηκε δίχως αυτός να γνωρίζει το λόγο και κλήθηκε εκ νέου να εκπληρώσει τη στρατιωτική του υποχρέωση, πράγμα που το έπραξε... Ο εν λόγω κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας αρχικώς φέρεται με την υπ'αριθμ. ...γνωμάτευση σωματικής ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών ως ικανός κατηγορίας 5, ήταν ακατάλληλος για στράτευση καθόσον σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανωτέρω γνωμάτευσης, έπειτα από αυτοπρόσωπη εξέτασή του διαγνώσθηκε ότι έπασχε από "σοβαρές λειτουργικές διαταραχές μετά από τραυματική βλάβη του εγκεφάλου (εγκεφαλική θλάση)". Ακολούθως όμως και καθώς αποκαλύφθηκε η δράση παράνομου κυκλώματος που δρούσε εντός του χώρου των Ενόπλων Δυνάμεων και εξέδιδε πλαστές γνωματεύσεις ώστε να τύχουν απαλλαγής από τη στράτευση διάφοροι στρατεύσιμοι κυρίως από τον καλλιτεχνικό χώρο, διαπιστώθηκε μετά από ενδελεχή έρευνα ότι και η συγκεκριμένη γνωμάτευση που αφορούσε τον κατηγορούμενο Χ1 γνωστό τραγουδιστή με το όνομα "..." ήταν πλαστή, δεδομένου ότι ήταν ταυτάριθμη με την γνωμάτευση (...) από 28-3-2000 του κλιμακίου επιτόπιος εξέτασης της ΕΑΑ στο ... ΤΠ που αφορούσε τον στρατεύσιμο Σ1 ο οποίος είχε κριθεί ότι έπασχε από "αγχώδεις αντιδραστικές εκδηλώσεις" και έλαβε εξάμηνη αναβολή και όχι τον παρόντα κατηγορούμενο, το όνομα του οποίου δεν περιέχεται στη συγκεκριμένη κατάσταση των εκδοθεισών γνωματεύσεων του κλιμακίου της ΕΑΑ, αφού αυτός ουδέποτε προσήλθε προς εξέταση ενώπιον της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών. Κατόπιν αυτού το αρμόδιο Στρατολογικό Γραφείο ακύρωσε αναδρομικά την από 28-3-2000 μεταβολή της απαλλαγής του κατηγορουμένου δυνάμει της υπ' αριθμ. .../ΓΕΕΘΑ/ΔΣΑ, κηρύσσοντας αυτόν ανυπότακτο από 29-3-2000, υποβάλλοντας σχετική μήνυση στον Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών. Τελικώς ο κατηγορούμενος την 9-5-2005 κατατάχθηκε στο ...ΤΕ και όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν ΑΦΜ του εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Ως προς την αξιολόγηση των απολογητικών του ισχυρισμών, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτοί είναι προσχηματικοί και αναπόδεικτοι. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν παρέχεται επαρκής δικαιολογητική βάση για την αμφισβήτηση της ορθότητας των πραγματικών περιστατικών, όπως αυτά περιγράφονται στο κατηγορητήριο. Από την έρευνα που διεξήχθη στο αρχείο της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών μετά την αποκάλυψη του κυκλώματος των παρανόμων συναλλαγών, διαπιστώθηκε ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στην εν λόγω επιτροπή όπως ισχυρίζεται, ενώ το τροχαίο ατύχημα που επικαλείται και οι συνεπεία αυτού σωματικές βλάβες που υπέστη δεν έχουν καταγραφεί επισήμως από κάποια αρχή. Πρόδηλον λοιπόν είναι ότι ο κατηγορούμενος με συνειδητή και υπόλογη συμπεριφορά προσπάθησε, καταφεύγοντας σε αθέμιτους τρόπους να αποφύγει την κατάταξη και εκπλήρωση της στρατιωτικής του υποχρέωσης και ως εκ τούτου καταφάσκεται πλήρως τόσο κατά το υποκειμενικό όσο και κατά το αντικειμενικό μέρος η υπόσταση του αδικήματος που αποδίδεται σ'αυτόν και θα πρέπει να του καταλογισθεί η αξιόποινη συμπεριφορά". Στη συνέχεια δε το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών (μετά την παραδοχή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α ΠΚ), της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για τρία (3) έτη.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 84 παρ. 2 περ. α' Π.Κ. και 32 περ. α' του Σ.Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η υπ' αριθμ. ... γνωμάτευση σωματικής ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών αν και κρίθηκε ως πλαστή ως αναφερομένη στον στρατεύσιμο Σ1 και όχι σ'αυτόν, δεν ακολουθήθηκε η περαιτέρω διαδικασία για να διαπιστωθεί εάν πραγματικά αυτός εμφανίστηκε ενώπιον της ως άνω Επιτροπής, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, καθόσον από την ανέλεγκτη παραδοχή του Δικαστηρίου ότι το ονοματεπώνυμο αυτού δεν περιέχεται στη συγκεντρωτική κατάσταση των εκδοθεισών γνωματεύσεων της Ε.Α.Α., προκύπτει ότι αυτός δεν προσήλθε προς εξέταση ενώπιον της επιτροπής αυτής, αλλά με δική του πρωτοβουλία χρησιμοποιήθηκε η ταυτάριθμη ιατρική γνωμάτευση της Επιτροπής του κλιμακίου επιτόπιας εξέτασης της Ε.Α.Α. στο 291 ΤΠ που αφορούσε όμως τον στρατεύσιμο Σ1. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της έλλειψης νόμιμης βάσης και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιουνίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 16/2008) αίτηση του Χ1 κατοίκου ... για αναίρεση της με αριθμό 206/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης Στρατοδικείου για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου. Ποιος θεωρείται ανυπότακτος για την εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεών του.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας, Ανυποταξία.
| 0
|
Αριθμός 1503/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου .... και ήδη κρατουμένου του Ψυχιατρείου Κρατουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, περί αναιρέσεως της 1512/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Αυγούστου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 143/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Εξάλλου σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 1512/2008 απόφασης το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων τα οποία κατ' είδος μνημονεύει, ως αποδεδειγμένα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στο Α.Τ. .... είχαν περιέλθει σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες ότι άτομο Αλβανικής καταγωγής με το όνομα ....(πρόκειται για τον κατηγορούμενο που ονομάζεται Χ1), διακινούσε ναρκωτικές ουσίες, χρησιμοποιώντας για τις παράνομες συναλλαγές του κινητό τηλέφωνο (πρόκειται για το ΝΟΚΙΑ με αριθμό κλήσης .... τον οποίο παρείχε η πληροφορία και κατασχέθηκε, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια). Αξιοποιώντας τις πληροφορίες αυτές, ο αστυνομικός Μ1 που υπηρετούσε στο ως άνω τμήμα, επικοινώνησε τηλεφωνικά στο προαναφερθέν κινητό τηλέφωνο με τον κατηγορούμενο του αγοραστή ζήτησε να αγοράσει ηρωϊνή. Η συμφωνία κλείστηκε για αγορά 50 γρ. ηρωΐνης, αντί του τιμήματος των 1.000 ευρώ, και το ραντεβού κλείστηκε για ώρα 19.00 της 17/5/05 στην οδό .... (δίπλα στην ...), στο οποίο όμως δεν εμφανίστηκε ο πωλητής της εν λόγω ποσότητας (εμφανής τακτική προφύλαξης των εμπόρων ναρκωτικών), και κλείστηκε νέα συνάντηση για ώρα 20.30' της ίδιας ημέρας στη συμβολή των οδών .... Εκεί εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος, είδε τα χρήματα που κρατούσε στα χέρια του ο ως άνω αστυνομικός Μ1 και στην στιγμή που έβγαζε από την τσέπη τα ναρκωτικά για να τα παραδώσει στον υποτιθέμενο αγοραστή και να παραλάβει το συμφωνηθέν τίμημα των 1.000 ευρώ, ο ως άνω αστυνομικός του αποκάλυψε την ιδιότητά του και έτσι δεν ολοκληρώθηκε η συναλλαγή, καθόσον ο κατηγορούμενος συνελήφθη από συναδέλφους εκείνου που παρακολουθούσαν διακριτικά σε απόσταση. Διαπιστώθηκαν τα πλήρη στοιχεία του κατηγορουμένου, ενώ στην κατοχή του βρέθηκαν δέκα (10) αυτοσχέδιες συσκευασίες που περιείχαν την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ηρωΐνη (όπως διαπιστώθηκε από την επιστημονική της εξέταση, βλ. έγγραφο της χημικής υπηρεσίας του Κράτους, αναγνωσθέν ως άνω) συνολικού μικτού βάρους πενήντα (50) γραμμαρίων, η οποία κατασχέθηκε, μαζί με το κινητό τηλέφωνο ΝΟΚΙΑ με αριθμό κλήσης .... με το οποίο πραγματοποιούσε τις παράνομες συναλλαγές του (βλ. πρακτικό ζυγίσεως και έκθεση κατάσχεσης, αναγνωσθέντα κατά τα άνω). Ακολούθως ο κατηγορούμενος οδήγησε τους αστυνομικούς σε διαμέρισμα 5ου ορόφου πολυκατοικίας επί της οδού .... (το οποίο χρησιμοποιούσε ως κρυψώνα των ναρκωτικών - καθόσον ο ίδιος έμενε επί της οδού .... - όπως κατέθεσε προανακριτικά ο αστυνομικός Μ1) όπου ανευρέθησαν και άλλες ποσότητες απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών, και συγκεκριμένα μια συσκευασία περιέχουσα ηρωΐνη, μικτού βάρους 3,9 γρ. και δέκα (10) αυτοσχέδιες συσκευασίες περιέχουσες κοκαΐνη, συνολικού μικτού βάρους 9,8 γραμ., οι οποίες κατασχέθηκαν μαζί με μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας μάρκας TANGEM (βλ. έγγραφα χημικής υπηρεσίας του Κράτους, έκθεση κατάσχεσης και πρακτικό ζύγισης, που αναγνώσθηκαν κατά τα άνω). Όλες τις παραπάνω ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών ο κατηγορούμενος τις κατείχε, δηλαδή είχε στη φυσική εξουσία του κατά τρόπο που να μπορούσε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και μπορούσε να διαθέσει κατά την πραγματική βούλησή του σε τρίτους, όπως ήταν ο σκοπός του. Πλην των ως άνω ποσοτήτων ο κατηγορούμενος κατείχε με τον ίδιο σκοπό, το τελευταίο εξάμηνο πριν την σύλληψή του, στην ευρύτερη περιοχή των .... ανεξακρίβωτες κατά την αποδεικτική διαδικασία ποσότητες ηρωΐνης και κοκαΐνης, εξακολουθητικά. (η κατοχή των ανεξακρίβωτων αυτών ποσοτήτων τεκμηριώνεται με βάση τις πληροφορίες που περιήλθαν στο Α.Τ.... για διακίνηση ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο, οι οποίες τελικώς ήταν αληθείς). Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι τις πιο πάνω ποσότητες ηρωΐνης και κοκαΐνης που βρέθηκαν στην κατοχή του, ο κατηγορούμενος τις είχε αγοράσει, μαζί με μεγαλύτερες ανεξακρίβωτες, κατά την αποδεικτική διαδικασία, εξακολουθητικά το τελευταίο τρίμηνο πριν την σύλληψή του, ποσότητες ηρωΐνης και κοκαΐνης, από άγνωστο μέχρι σήμερα άτομο, και αντί αγνώστου επίσης τιμήματος, με σκοπό την εμπορία. Από τον διαχωρισμό των παραπάνω ναρκωτικών σε δόσεις, την ποικιλία τους (ηρωΐνη και κοκαΐνη), την μεγάλη αξία τους, την ύπαρξη στο επί της οδού ... σπίτι του ηλεκτρονικού ζυγού ακριβείας για τον διαχωρισμό τους σε δόσεις, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες περί τούτου, αλλά και την απόπειρα πώλησης 50 γρ. ηρωΐνης στον αστυνομικό Μ1 συνάγεται ότι η διάπραξη των αδικημάτων αυτών έγινε με σκοπό την εμπορία. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν και αποδεικνύονται από την ένορκη κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου του αστυνομικού Μ1 που έλαβε μέρος στην "επιχείρηση" και από τις αναγνωσθείσες περικοπές της προανακριτικής ένορκης κατάθεσής του, ο οποίος κατέθεσε με αμεροληψία, αντικειμενικότητα και πειστικότητα, η κατάθεση του οποίου ενισχύεται και από τα αναγνωστέα έγγραφα. Κάτι διαφορετικό δεν προκύπτει από κάποιο από τα λοιπά στα πρακτικά μνημονευόμενα στοιχεία, και μάλιστα ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, εφόσον ο μάρτυρας αυτός δεν κατέθεσε κάτι για τις πιο πάνω πράξεις, αλλά ούτε και από την απολογία του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, (ο οποίος επεχείρησε, ανεπιτυχώς, να επιρρίψει τις ευθύνες και την τέλεση των πράξεων αυτών στον ομοεθνή του (ΣΟΝΙ), η οποία κρίνεται ανειλικρινής και μη ανταποκρινόμενη προς την πραγματικότητα, καθόσον με αυτή επιχειρείται η άρνηση της τέλεσης των πράξεων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πραγματικών αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος ετέλεσε τις αποδιδόμενες σαυτόν αξιόποινες πράξεις της, κατ' εξακολούθηση, αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και της απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών από δράστη μη τοξικομανή, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ., που του αναγνώρισε το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο". Οι πράξεις αυτές προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 94, 98 ΠΚ, 4 παρ. 1, 3 Πιν. Α' περ. 5, Β' περ. 3, αρθρ. 5 παρ. 1 β, ζ παρ. 2, 19, 22 ν. 1729/ 1987 όπως κωδ. με ν 3459/ 2006. Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των προβλεπομένων από τις άνω διατάξεις εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν για τις οποίες αρκεί η αναφορά γενικώς κατά το είδος των αποδεικτικών μέσων χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχτηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασάφειες, ελλείψεις λογικά κενά ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος τελέσεως των εγκλημάτων αυτών, ήτοι της αγοράς των ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση με σκοπό την εμπορία, της κατοχής των ναρκωτικών τούτων ουσιών, με την έννοια της φυσικής εξουσιάσεως και δυνατότητας προς διάθεση σε τρίτους, ως και της πώλησης σε τρίτα άτομα, με τον προσδιορισμό και του χρόνου και τόπου τελέσεως αυτών. Επομένως οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του και πέμπτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι της αιτήσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 3459/2006, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, μπορεί με βούλευμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, να διατάσσει την αναστολή της ασκηθείσας ποινικής δίωξης κατά του υπαιτίου κάποιας από τις πράξεις του άρθρου 20, εφόσον: α) ο υπαίτιος πιθανολογείται ότι συντέλεσε με δική του πρωτοβουλία στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών ή στην ανακάλυψη και σύλληψη μεγαλέμπορου ναρκωτικών, β) δεν συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου διακεκριμένη περίπτωση ή επιβαρυντική περίσταση κατά τα άρθρα 21 και 23 και γ) η επικινδυνότητα του υπαιτίου και η βαρύτητα της πράξης του είναι καταδήλως μικρότερες από την επικινδυνότητα των προσώπων, στην ανακάλυψη και σύλληψη των οποίων συντέλεσε και τη βαρύτητα των πράξεων που αυτά τέλεσαν. Την παραπάνω αναστολή μπορεί να διατάξει και το δικαστήριο. Κατά δε την παρ. 4 εδ. 1 του ιδίου άρθρου, οι όροι της παρ. 1, αν επιβεβαιωθούν, συνιστούν ελαφρυντική περίσταση, ενώ το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα δύο (2) έως είκοσι (20) ετών, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 99 επ. του ΠΚ. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον ως άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή σε εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, ή στη μείωση της ποινής. Αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι και εκείνος του άνω άρθρου 27 του ν. 3459/ 2006 περί αναστολής της επιβληθείσας ποινής. Ειδικότερα για τη θεμελίωση του αυτοτελούς ισχυρισμού από το άρθρο τούτο, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά α) πιθανολόγηση συνδρομής του υπαιτίου στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών, β) μη συνδρομή στο πρόσωπο του υπαιτίου διακεκριμένης περίπτωσης ή επιβαρυντικής περίστασης των άρθρων 21 και 23 του ν. 3459/ 2006 και γ) επικινδυνότητα του υπαιτίου και βαρύτητα της πράξης του καταδήλως μικρότερες από την επικινδυνότητα των προσώπων στην ανακάλυψη και σύλληψη των οποίων αυτός συνετέλεσε και την βαρύτητα των πράξεων που τα πρόσωπα αυτά τέλεσαν. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προέβαλε τον από το άρθρο 27 του ν. 3459/2006 αυτοτελή ισχυρισμό περί αναστολής της τυχόν ποινής που θα του επιβληθεί για τις άνω αξιόποινες πράξεις διότι έδωσε πληροφορίες στην Αστυνομία και συνελήφθησαν δύο άτομα ως κάτοχοι ηρωίνης 150 γραμμαρίων. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό, αφού έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής διότι η συμβολή του αναιρεσείοντος στη σύλληψη ενός μόνο ατόμου εμπορευομένου 150 γραμμάρια ηρωίνης δεν θεωρείται σύλληψη μεγαλέμπορου ούτε εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών και περαιτέρω η επικινδυνότητα του αναιρεσείοντος και η βαρύτητα των πράξεων του δεν είναι κατάδηλα μικρότερες από την επικινδυνότητα του προσώπου στη σύλληψη του οποίου συνετέλεσε και τη βαρύτητα της πράξεως του. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού και ο περί του αντίθετου από το άρθρο 510 παρ. ΙΔ' του ΚΠΔ πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, με το να απορρίψει το Εφετείο, τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό, περί αναστολής της επιβληθείσας ποινής, ενώ δέχτηκε τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ 2ε του ΠΚ, δεν παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 27 του ν. 3459/2006, αφού οι προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων δεν ταυτίζονται (ΑΠ 337/2003), ούτε υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠΔ, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγοι της αναίρεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και υπέρβασης εξουσίας, είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στον πρώτο λόγο της αναίρεσης, και με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επίφαση, η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθ. 67/2008 αίτηση του Χ1 κρατουμένου στο Ψυχιατρείο ..., για αναίρεση της 1512/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος του άρθρου 27 του ν. 3459/2006 περί αναστολής της επιβληθείσας ποινής. Για την θεμελίωσή του απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά: α) πιθανολόγηση συνδρομής του υπαιτίου στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας, διακίνησης ναρκωτικών, β) μη συνδρομή στο πρόσωπο του υπαιτίου διακεκριμένης περίπτωσης ή επιβαρυντικής περίστασης των άρθρων 21 και 23 του νόμου 3459/2006 και γ) επικινδυνότητα του υπαιτίου για βαρύτητα της πράξης του καταδήλως μικρότερες από την επικινδυνότητα των προσώπων στην ανακάλυψη και σύλληψη των οποίων αυτός συντέλεσε και την βαρύτητα των πράξεων που τα πρόσωπα αυτά τέλεσαν. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 27 και του άρθρου 84 παρ. 2ε δεν ταυτίζονται (βλ. και ΑΠ 337/2003). Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 1502/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Γυφτάκη, περί αναιρέσεως της 41314/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.9.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1668/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' και ήδη, μετά το άρθρο 50 παρ. 4 του Ν. 3160/2003, στοιχ. Η' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης δημιουργεί και η υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του παρέχεται από το νόμο, αυτό δε συμβαίνει και όταν το επί της έφεσης του καταδικασθέντος δίκασαν δικαστήριο χειροτέρευσε, παρά την απαγόρευση του άρθρου 470 του ΚΠΔ, τη θέση του εκκαλέσαντος καταδικασθέντος, τέτοια δε χειροτέρευση της θέσης του τελευταίου επέρχεται και όταν το Εφετείο τον καταδίκασε, πλην άλλων, και για έγκλημα για το οποίο είχε κηρυχθεί αθώος με την πρωτόδικη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο της βασιμότητας αναιρετικού λόγου, με την προσβαλλόμενη 41314/2008 απόφαση που εξέδωσε, δικάζοντας κατ' έφεση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, μεταξύ άλλων μερικοτέρων πράξεων της κατ' εξακολούθηση αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, και για την μερικότερη πράξη της αποδοχής του με αριθμό ... εικονικού τιμολογίου παροχής υπηρεσιών με εκδότρια την ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΤΤΕΕ, αξίας καθαρής 10.000.000 δρχ. (29.347,03 ευρώ), πλέον ΦΠΑ 1.800.000 δρχ. (5.282,47 ευρώ). Για την πράξη του όμως αυτή είχε κηρυχθεί ο αναιρεσείων αθώος με την 30641/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε αυτός μόνο για τις λοιπές μερικότερες πράξεις για τις οποίες και άσκησε έφεση, ενώ ο Εισαγγελέας δεν είχε ασκήσει κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεση. Έτσι όμως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο χειροτέρευσε την θέση του εκκαλέσαντος και ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αφού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα την μείζονα σκέψη, άσκησε εξουσία που δεν του παρέχεται από το νόμο και είναι βάσιμος κατ' ουσίαν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ συναφής λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας.
Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.3 του Ν. 2479/1997, αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει ακόμη και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας στην περίπτωση αυτή δεν αιτιολογήσει ειδικά την μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή απορρίψει χωρίς τέτοια αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠοινΔ πλημμέλειες της έλλειψης της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του, οι οποίες ερευνώνται και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 511 ΚΠοινΔ) ή και της έλλειψης ακροάσεως, αν έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα και το Δικαστήριο παρέλειψε ν' αποφανθεί επ' αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για το έγκλημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών. Περαιτέρω, όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το ως άνω Δικαστήριο, καίτοι επέβαλε στον αναιρεσείοντα την προαναφερθείσα στερητική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, εντούτοις παρέλειψε να αναγνώσει το ποινικό μητρώο του αναιρεσείοντος και να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής αυτής και, χωρίς να απαντήσει επί του υποβληθέντος αιτήματος, στη μετατροπή της σε χρηματική, υπολογιζόμενη προς 4,40 ευρώ ημερησίως, με αποτέλεσμα, έτσι, το μεν να δημιουργηθεί ακυρότητα για έλλειψη ακροάσεως, το δε να υπερβεί αρνητικά την εξουσία του. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β πρώτος λόγος της αναίρεσης και ο αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο ερευνώμενος λόγος που προβλέπεται από την περίπτωση Η του ιδίου άρθρου. Εν όψει των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση: α) κατά τη διάταξη της περί καταδίκης του αναιρεσείοντος για την ως άνω μερικότερη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση να διαταχθεί απάλειψη της διάταξης περί καταδίκης του αναιρεσείοντα για αποδοχή του υπ' αριθ. ... τιμολογίου και κατά την ενιαίως επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή και β) κατά την περί μετατροπή της ποινής διάταξη αυτής να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 41314/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά την διάταξή της περί καταδίκης του αναιρεσείοντα .... για την μερικότερη πράξη της αποδοχής του με αριθμό ...εικονικού τιμολογίου καθώς και κατά την ενιαίως επιβληθείσα και για την μερικότερη αυτή πράξη στον κατηγορούμενο ποινή.
Διατάσσει την απάλειψη της διάταξης αυτής. Και
Αναιρεί την ως άνω απόφαση ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξη αυτής. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενα ως άνω μέρη της για νέα κρίση στο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αναίρεση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων και παραδοχή λόγου αναίρεσης: α΄) για υπέρβαση εξουσίας λόγω χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου με την καταδίκη του με την προσβαλλόμενη για αποδοχές ενός τιμολογίου για το οποίο κηρύχθηκε αθώος με την πρωτόδικη. Αναιρεί εν μέρει και διατάσσει απάλειψη της σχετικής διάταξης και β΄) για έλλειψη ακροάσεως και αρνητικής υπέρβασης εξουσίας λόγω μετατροπής της επιβληθείσας ποινής που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη και αναιρεί ως προς την περί μετατροπής διάταξη. Παραπέμπει.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής μετατροπή.
| 0
|
Αριθμός 1501/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - ιδιοκτήτριας Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Λυμπέρη, περί αναιρέσεως της 423/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με κατηγορουμένους τους: 1) Χ1 και 2) Χ2, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - ιδιοκτήτρια ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1691/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 373,463, 492 και 504 παρ. 3 ΚΠΔ, δικαίωμα προς άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά του μέρους της απόφασης, που αφορά απόδοση ή δήμευση κατατεθέντος πράγματος έχει και ο τρίτος, που παρενέβη πρωτοδίκως και εκκλήτως και ζήτησε την απόδοση σε αυτόν του κατασχεθέντος ή δημευθέντος αντικειμένου, αφού τις αξιώσεις του στο εν λόγω πράγμα έκρινε το Δικαστήριο. Έτσι τέτοιο δικαίωμα δεν παρέχεται στον τρίτο ούτε από τις προαναφερόμενες διατάξεις, ούτε από άλλη διάταξη του ΚΠΔ, ούτε τέλος από άλλη δικονομική διάταξη περιεχόμενη σε άλλον ειδικό νόμο αν αυτός δεν παρενέβη τουλάχιστον εκκλήτως και ζητήσει την απόδοση σ'αυτόν του κατασχεθέντος ή δημευθέντος αντικειμένου. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η διάταξη του άρθρου 176 παρ. 3 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα" (Ν. 2960/2001), σύμφωνα με την οποία "Ο τρίτος, ο οποίος έχει αξιώσεις επί των δημευομένων με την απόφαση (αντικειμένων της λαθρεμπορίας κ.λ.π.), δεν δύναται να προσβάλλει με ένδικα μέσα την απόφαση, δύναται όμως να παρέμβει και υποβάλει τις αξιώσεις του σε κάθε συζήτηση της υπόθεσης, συνεπεία των ενδίκων μέσων του καταδικασθέντος". Επομένως η από 13/10/2008 αίτηση αναίρεσης της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." στην κυριότητα της οποίας όπως αναφέρεται σ'αυτή ανήκει το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο κατασχέθηκε και στη συνέχεια δημεύθηκε με την προσβαλλόμενη 428/2008 απόφαση, ασκήθηκε απαραδέκτως, αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον 'Αρειο Πάγο των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού και του βασίμου ή όχι της αναιρετικής αίτησης, η ανωτέρω αναιρεσείουσα δεν παρέστη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, ούτε πρωτοδίκως ούτε κατ' έφεση, ζητώντας την απόδοση σ'αυτήν του παραπάνω αυτοκινήτου, οπότε και δεν κρίθηκαν από το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αξιώσεις της εν λόγω αναιρεσείουσας επί του αντικειμένου τούτου.
Συνεπώς πρέπει η εν λόγω αίτηση ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 KΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Οκτωβρίου 2008 αίτηση της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." για αναίρεση της 423/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης από τον μη παρεμβάντα τουλάχιστον στην έκκλητη δίκη τρίτο για απόδοση σ' αυτόν του κατασχεθέντος ή δημευθέντος αντικειμένου. Απορρίπτει.
|
Δήμευση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Δήμευση.
| 1
|
Αριθμός 1500/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου .... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σούλη, περί αναιρέσεως της 58288/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον .... που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.12.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 41/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 22-12-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατοίκου ...., στρέφεται κατά της 58288\ 2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών και χρηματική ποινή 4.500 ευρώ για παράβαση του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, όπως η παράγραφος 1 τούτου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 ν. 2336/1995.
Συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της.
Κατά το άρθρο μόνο του α.ν. 690/1945 παρ.1 εδ. α', όπως ισχύει μετά την άνω αντικατάστασή του, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται... Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, από τα αποδεικτικά μέσα που, κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι οι οφειλόμενες από τον αναιρεσείοντα εργοδότη στον εκκαλούντα μισθωτό αποδοχές, που δεν του καταβλήθηκαν εμπρόθεσμα (δεδουλευμένα ημερομίσθια, υπερεργασία, υπερωρίες, ιδιόρρυθμες υπερωρίες κατά Σάββατα εργασία, διαφορές δώρων εορτών, επιδομάτων αδείας και αποζημίωση αδείας) ανέρχονται, κατά μεν το σκεπτικό στο συνολικό ποσό των 17.558,94 ευρώ, κατά δε το διατακτικό στο συνολικό ποσό των 18.910,96 ευρώ. Η διαφορά αυτή μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού οφείλεται στο γεγονός ότι από προφανή παραδρομή παραλείφθηκε στο σκεπτικό η αναφορά του επί μέρους κονδυλίου των 1.352,02 ευρώ, το οποίο αφορά αμοιβή για ιδιόρρυθμες υπερωρίες και κατά το διατακτικό είναι ποσό οφειλόμενο, αθροιζόμενο δε με τα υπόλοιπα ποσά που αναφέρονται στο σκεπτικό δίδει συνολικό οφειλόμενο ποσό εκείνο του διατακτικού, ήτοι των 18.910,96 ευρώ. Επομένως η αναντιστοιχία αυτή μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού δεν δημιουργεί αντίφαση ούτε έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης διότι, όπως προεκτέθηκε, το σκεπτικό και το διατακτικό αλληλοσυμπληρώνονται. Μετά από αυτά, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου (παράβαση εκ πλαγίου), είναι αβάσιμοι.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή σε εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (Ολ. ΑΠ 17167/1990). Τέτοιος ισχυρισμός είναι και εκείνος περί χορηγήσεως ελαφρυντικού, για το ορισμένο του οποίου απαιτείται η επίκληση των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για τη θεμελίωσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ζήτησε τη χορήγηση του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων, άνευ ειδικότερου προσδιορισμού των πραγματικών περιστατικών που το θεμελιώνουν. Ο ισχυρισμός αυτός (αίτημα) όπως διατυπώθηκε δια αναφοράς στη διάταξη μόνο του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ και χωρίς αναφορά σε πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη θεμελίωσή του υποβλήθηκε κατά τρόπο αόριστο και το δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψή του.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 24797 1997, αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι (6) μηνών, με μια μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα (3-5 έτη), εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ο κατηγορούμενος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, το δικαστήριο υποχρεούται να αποφασίσει συγχρόνως, πριν από κάθε μετατροπή, για την αναστολή της ποινής, αφού διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως αν υπάρχει προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου σε στερητική της ελευθερίας ποινή (ή ποινές) πάνω από έξι (6) μήνες και αποφανθεί για τη συνδρομή ή όχι της προϋποθέσεως αυτής. Διαφορετικά, αν το δικαστήριο αποφασίσει τη μετατροπή της ποινής χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί και να αποκλείσει την αναστολή αυτής, υπερβαίνει την εξουσία του. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, ενώ κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα για την άνω αξιόποινη πράξη σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει για την αναστολή αυτής με αυτεπάγγελτη έρευνα, αν αυτός βαρύνεται ή όχι με προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη σε ποινές άνω των έξι (6) μηνών. Έτσι, όμως, το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και, συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ τελευταίου λόγου της αιτήσεως αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς της διάταξή της για μετατροπή της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό μόνο, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 58288/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς τη διάταξη της για μετατροπή της ποινής των τεσσάρων (4) μηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΑΝ 690/1945. Αποδοχές. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί αυτοτελών ισχυρισμών. Προ-βολή αυτών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Αν το Δικαστήριο αποφασίσει μετατροπή της ποινής χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί και αποκλείσει την αναστολή υπερβαίνει την εξουσία του, όταν έχει καταδικασθεί ο κατηγορούμενος σερ φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Καθυστέρηση καταβολής αποδοχών εργαζομένου, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή.
| 0
|
Αριθμός 1499/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ραζέλο, περί αναιρέσεως της 73082/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 594/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παραγρ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παραγρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005, που ορίζει ότι, για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, απαιτείται το ποσόν των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα 2000 Ευρώ, προκύπτει ότι α) το όριο των 2.000 ευρώ αναφέρεται στο συνολικό ποσόν των κατά περίπτωση εισφορών, εργοδοτικών ή εργατικών, αφού πρόκειται για δύο αυτοτελή εγκλήματα, η αντικειμενική υπόσταση των οποίων συγκροτείται από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, β) αν το συνολικώς οφειλόμενο ποσόν εισφορών, εργοδοτικών ή εργατικών, είναι μικρότερο των 2.000 ευρώ, δεν θεμελιώνεται αξιόποινη πράξη μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών ή παρακρατήσεως εργατικών εισφορών, γ) η εν λόγω διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού απαιτεί επιπροσθέτως η οφειλή να υπερβαίνει το ποσόν των 2.000 ευρώ και επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τη θέση της σε ισχύ, στις 17-6-2005 και δ) το συνολικό ποσόν της οφειλής προσδιορίζεται από το συνολικό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο υπόχρεος καθυστερεί την καταβολή των εισφορών και όχι από το ύψος της κατά μήνα οφειλής. Από τη διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 14 του Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ, που κυρώθηκε με την 55575/1479 από 18/11/1965/7.12.1965 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 816/1965) και με το οποίο καθορίζονται τα περί καταβολής εισφορών δι' ενσήμων η οποία ορίζει ότι "η ασφαλιστική εισφορά είναι ενιαία", μη δυναμένου του εργοδότου να καταβάλει ιδιαιτέρως το προερχόμενο εκ της εργοδοτικής εισφοράς ή εισφοράς του ησφαλισμένου τμήμα αυτής, σαφώς συνάγεται ότι δεν είναι δυνατή η καταβολή δι' ενσήμων από τον εργοδότη τμήματος της εργοδοτικής ή εισφοράς του εργαζομένου, και όχι ότι δεν είναι δυνατή η χωριστή καταβολή εισφορών δι' ενσήμων ολοκλήρου του ποσού της εργοδοτικής εισφοράς από την καταβολή ολοκλήρου του ποσού της εισφοράς του ασφαλισμένου. Αντίθετη ερμηνεία, εκτός του ότι δεν βρίσκει έρεισμα στο γράμμα και το πνεύμα των ως άνω διατάξεων του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, θα προσέκρουε και στις μη παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις με τις οποίες τιμωρούνται δύο ξεχωριστές παραβατικές συμπεριφορές του εργοδότη. Η απαιτουμένη κατά τις διατάξεις των αρθρ. 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ'άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σ'αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία απεδείχθησαν τα περιστατικά αυτά και ο νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφηρμόσθησαν. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ'αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, στην διάταξη που εφηρμόσθη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώραν εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν κατά την κρίσιν του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Α' Αυτόφωτο Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 73082/2007 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ειδικότερα ο κατηγορούμενος, που διατηρούσε συνεργείο καθαρισμού καθαριότητας στην ..., είχε συστήσει για το λόγο αυτό εταιρία με την επωνυμία "ΠΟΛΙΚΟΣ ΑΣΤΗΡ EΠΕ" της οποίας ήταν διαχειριστής και δεν κατέβαλε με την ιδιότητά του αυτή στον ασφαλιστικό φορέα ΙΚΑ τις εισφορές για τους (7) μισθωτούς εργαζόμενους σ'αυτή, όπως όφειλε για την ασφάλισή τους για το χρονικό διάστημα από 4/1999, Δώρο Πάσχα 1999 και επίδομα αδείας 1999 μέχρι 3/2000, Δώρο Χριστουγέννων 1999 και επίδομα αδείας 2000 μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο παρείχαν την εργασία τους. Ειδικότερα δεν κατέβαλε στον πιο πάνω ασφαλιστικό φορέα τις εισφορές που βάρυναν (εργοδοτικές) την πιο πάνω εταιρία, ύψους 2820 ευρώ καθώς και τις παρακρατηθείσες εισφορές (εργατικές) με σκοπό να τις αποδώσει στο ΙΚΑ ύψους 1410 ευρώ και για το λόγο αυτό εκδόθηκε η 66684 ΠΕΕ της οποίας έχει λάβει γνώση. Αναφορικά με την υποχρέωση απόδοσης από τον κατηγορούμενο των εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ ύψους 1410 ευρώ δεν μπορεί να εφαρμοστεί ή διάταξη του αρθρ. 1 του αν 86/67 (άρθρο 33 του ν. 3346/05) και επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος για την πράξη αυτή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για το χρονικό διάστημα από 4/1999, Δώρο Πάσχα 1999 και ΕΑ 1999 μέχρι και το 10/1959 και EA 1999 έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον της οκταετίας από την υποχρέωση καταβολής των (εργοδοτικών) εισφορών, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από το τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία από το προσωπικό. Επομένως πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για το πιο πάνω διάστημα. Για το υπόλοιπο όμως χρονικό διάστημα, δηλ. από 11/1999 μέχρι 3/2000, Δώρο Χριστουγέννων 1999 και επίδομα αδείας 2000 το οφειλόμενο ποσό των (εργοδοτικών) εισφορών στο ΙΚΑ ανέρχεται σε 900 ευρώ. Επομένως για το χρονικό διάστημα αυτό πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται για τη μη καταβολή των εργοδοτικών εισφορών ύψους 900 ευρώ με το ελαφρυντικό ότι στην πράξη ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια (αρθρ. 84 παρ. 2β ΠΚ). Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Α.Ν. 86/1987 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, 31, 33 του Ν. 3346/2005, 14 § 6 και 16 § 1 και 2 της 55575/1429 απόφασης του Υπουργού Εργασίας τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα το Τριμελές Πλημ/κείο α) ορθά ερμηνεύοντας τις παραπάνω διατάξεις του Α.Ν. 86/1967 αλλά και του άρθρου 14 § 6 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής εργοδοτικών εισφορών αν και αθώωσε τον κατηγορούμενο κατ' εφαρμογή του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005 της αποδιδόμενης σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της μη καταβολής εργατικών εισφορών για το ίδιο χρονικό διάστημα, β) στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το οποίο δεν αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού, με πληρότητα και σαφήνεια προσδιορίζεται και αξιολογείται το ύψος των εργοδοτικών εισφορών, για το οποίο το Δικαστήριο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο, ανερχόμενο στο ποσό των 900 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 4/1999 μέχρι 3/2000 που αφορά δώρο Χριστουγέννων 1999 και επίδομα αδείας 2000, το οποίο και δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή, η στο διατακτικό δε αναγραφή του ποσού των 1.800 ευρώ αντί του ορθού 900 ευρώ, οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ και Ε' του ΚΠΔ περί του αντιθέτου σχετικό λόγο αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις των αντιφατικών παραδοχών μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού και της εσφαλμένης ερμηνείας των ως άνω διατάξεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. II. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 326 παρ.1 εδ. γ', 353 παρ.1 και 502 παρ.1 εδ. β' ΚΠΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μπορεί, υστέρα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, να εξετάσει, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν και άλλους μάρτυρες, την μαρτυρία των οποίων θεωρεί αναγκαία, αν είναι παρόντες και αν ακόμη δεν κλητεύθηκαν ή τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν και ασχέτως αν εξετάσθηκαν ή μη κατά την πρωτόδικη δίκη ή την προδικασία και ναι μεν εάν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην εξέταση τέτοιων μαρτύρων και το δικαστήριο αρνηθεί να τον ακούσει ή παραλείψει να αποφανθεί, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ). Προϋπόθεση όμως για να δημιουργηθεί απόλυτη ακυρότητα από την εξέταση του μη κλητευθέντος μάρτυρα παρά τη εναντίωση του κατηγορουμένου είναι η απ' αυτόν επίκληση λόγου, ο οποίος κατ' αντικειμενική κρίση να δικαιολογεί την εναντίωσή του αυτή, σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός να προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είχε υπόψη του το Δικαστήριο που επέτρεψε την εξέταση του εν λόγω μάρτυρα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την εκφώνηση από τον Πρόεδρο των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας που είχαν κλητευθεί από τον Εισαγγελέα, βρέθηκε απών ο κλητευθείς μάρτυρας ... και αντ' αυτού εμφανίσθηκε ο ..., υπάλληλος του ΙΚΑ. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου προέβαλε ένσταση κατά της εξετάσεως του εμφανιζομένου μάρτυρα δηλώνοντας ότι πρέπει να καταθέσει αυτός που έχει κλητευθεί. Στην παραπάνω ένσταση του συνηγόρου του κατηγορουμένου χωρίς επίκληση λόγου που να δικαιολογεί την εναντίωσή του στην εξέταση του μη κλητευθέντος ως άνω μάρτυρα, δεν είχε, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη υποχρέωση ν'απαντήσει το δικαστήριο πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Εν όψει ιδιαίτερα και της φύσεως της αξιόποινης πράξης για την οποία η κατηγορία, για την απόδειξη της οποίας η κατάθεση οιουδήποτε αρμόδιου υπαλλήλου του ΙΚΑ, θα βασανιζόταν στα τηρούμενα από την αρμόδια Υπηρεσία του ΙΚΑ έγγραφα στοιχεία και αυτό ανεξάρτητα του ότι όπως προκύπτει από την 2415/9-1-2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών υπήρχε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τη κατάθεση του ως άνω μάρτυρα κατηγορίας (...), ο οποίος αρκέσθηκε απλώς να καταθέσει ότι "ο κατηγορούμενος οφείλει όλο το ποσό για το οποίο κατηγορείται" και δεν παρέχει οποιαδήποτε έρεισμα που να δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του κατηγορουμένου να καταθέσει αυτός και πάλι αντί εμφανισθέντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου άλλου αρμόδιου υπαλλήλου του ΙΚΑ.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 § 1 περ. Α του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
III. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 § 2 και 333 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, αν ο διευθύνων τη συζήτηση παραλείψει κάποια από τα καθήκοντα που του επιβάλλει ο νόμος, όπως μεταξύ άλλων το να δώσει στους διαδίκους ή τους συνηγόρους του τον λόγο για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις και ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται παρέχεται στον κατηγορούμενο το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, σε περίπτωση δε αρνήσεως αποφάσεως ή παρά τον νόμο απόρριψη αυτής υφίσταται έλλειψη ακρόασης και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 περ. Β του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη πρακτικά, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ή ο συνήγορός του προσέφυγαν στο Δικαστήριο και τούτο αρνήθηκε ν'αποφανθεί ή απέρριψε το ως άνω αίτημα να μη εξεταστεί ο μάρτυρας κατηγορίας Δημήτριος Γκεσούλης. Και τούτο ανεξάρτητα του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, για την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, η προβληθείσα εναντίωση στην εξέταση του εν λόγω μάρτυρα δεν ήταν νόμιμη ώστε να δημιουργείται υποχρέωση του Δικαστηρίου ν'απαντήσει επ' αυτής. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 § 1 περ. Β' του ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IV. Κατά τα άρθρα 4 παρ. 1 εδ. γ και 5 παρ. 1 περ. Α εδ. Δ και παρ. 2 του Ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ.2 του ν. 1968/1991, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες. Αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται ένας μόνον πρωτοδίκης πολυμελούς πρωτοδικείου ή τριμελούς πλημμελειοδικείου από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς τους. Οι αναπληρωτές αυτοί ορίζονται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Περαιτέρω στο άρθρο 17 υπό στοιχ. Β του ίδιου νόμου, όπως οι παρ. 1, 3, 4 αυτού, ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 4 παρ.2 του Ν 2172/1993, και η παρ.7 μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 3327/2005 (ΦΕΚ Α 70/11-3-2005) και την προσθήκη δύο εδαφίων στην παρ.1 με το άρθρο 2 του ν. 3346/2005, (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), ορίζεται "1. Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση ... .
Στα πρωτοδικεία και εφετεία Αθηνών Πειραιώς και Θεσσαλονίκης ... ορίζονται για μία διετία από την Ολομέλεια των δικαστηρίων αυτών δικαστές, που θα προεδρεύσουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια ... 3. Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα. Στο πρωτοδικείο α) όλων των προέδρων πρωτοδικών ... β) των αρχαιοτέρων πρωτοδικών ... γ) όλων των υπολοίπων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών δικαστηρίων, των τριμελών πλημμελειοδικείων και οι δικαστές των μονομελών πλημμελειοδικείων ... δ) των παρέδρων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται μόνο αριστερά μέλη της συνθέσεως. Με βάση τους πάνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός. Τέλος κατά την παράγρ. 10 του άρθρου αυτού, η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, διότι αναγράφεται στη σύνθεση του Δικαστηρίου ότι συμμετείχε σ'αυτήν ο Δικαστικός Πάρεδρος Αντώνιος Αραπαστάθης επειδή κωλύονται οι τακτικοί Δικαστές του Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς ν' αναφέρεται o λόγος του κωλύματος του τακτικού Δικαστή και πότε προέκυψε, ούτε η πράξη του Προέδρου της Τριμελούς Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ορίστηκε ως δικαστής στη συγκεκριμένη σύνθεση ο εν λόγω Δικαστικός Πάρεδρος ή γιατί προκρίθηκε ο συγκεκριμένος να διοριστεί ως τρίτο μέλος της συνθέσεως του Δικαστηρίου (και όχι άλλος Δικαστικός Πάρεδρος ή Ειρηνοδίκης της περιφέρειας του ίδιου Πρωτοδικείου), εάν η επιλογή του ήταν προϊόν κλήρωσης ή αυθαίρετης επιλογής εκ μέρους του κου Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και ποιο ήταν το κώλυμα όλων των άλλων Πλημμελειοδικών του ίδιου Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην μείζονα σκέψη, στο Πρωτοδικείο Αθηνών οι δικαστές της συνθέσεως ποινικών υποθέσεων ορίζονται με κλήρωση όπως με κλήρωση ορίζονται και οι δικαστικοί Πάρεδροι ως αριστερά μέλη της συνθέσεως και επομένως ως εκ της παραπάνω υποχρεωτικής νομοθετικής ρύθμισης, δεν απαιτείται στην οικεία στήλη των πρακτικών ν' αναγράφεται ότι η σύνθεση του δικαστηρίου έγινε κατόπιν κληρώσεως, και τούτο ανεξάρτητα του ότι για την αναπλήρωση πρωτόδικης από δικαστικό πάρεδρο δεν απαιτείται πράξη του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο μετά την ενοποίηση των οργανικών θέσεων των παρέδρων και των πρωτοδικών με το άρθρο 77 παρ. 8 του Ν. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 12 παρ. 3 Ν. 1968/1991 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16α αριθμ. 9 γ του Ν. 2479/1997. Η στην οικεία δε στήλη των πρακτικών κάτω από το ονοματεπώνυμο του ως άνω παρέδρου ως αριστερού μέλους της συνθέσεως και με έντυπους τύπους εντός παρενθέσεως δίπλα στην ιδιότητα αυτού της φράσεως "επειδή οι λοιποί Τακτικοί (Δικαστές) κωλύονται", οφείλεται στην χρησιμοποίηση παλαιοτέρου εντύπου, πριν από τις ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις. Σε κάθε πάντως περίπτωση δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 510 § 1 περ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, αφού όπως από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ο πληρεξούσιος δικηγόρος που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα δεν πρόβαλε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας οποιαδήποτε ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, τυχόν δε υπάρχουσα έχει καλυφθεί σύμφωνα με την παραπάνω ρητή διάταξη του άρθρου 17 § 10 του Νόμου 1756/1988.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλο λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11/3/2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ... για αναίρεση της 73082/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ και απόρριψη λόγων αναίρεσης α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων με την αιτιολογία ότι δεν είναι δυνατή η χωριστή καταβολή εκάστου τούτων. β) για απόλυτη ακυρότητα με την αιτιολογία ότι εξετάσθηκε μάρτυρας που δεν είχε κλητευθεί αν και εναντιώθηκε στην εξέτασή του ο κατηγορούμενος, εφόσον δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον του για την εναντίωσή του γ) για απόλυτη ακυρότητα λόγων κακής σύνθεσης του δικαστηρίου. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 1
|
Αριθμός 1498/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ...., 2) Χ2 κατοίκου ... 3) Χ3 κατοίκου ... και 4) Χ4 κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μυλωνόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 3.959/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσούτσουρα.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Φεβρουαρίου 2008, τέσσερις (4) τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 389/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 8.2.2008 αιτήσεις των α) Χ1 β) Χ2, γ) Χ3 και δ) Χ4 κατά της 3.959/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, πρέπει ως συναφείς να συνεκδικασθούν.
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρω-ποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από τη τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικέ σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη (αρθρ. 15 ΠΚ), πρέπει στην αιτιολογία, για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται η συνδρομή της ανωτέρω ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου ή η ειδική σχέση, απ' όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται vόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων με την προσβαλλόμενη 3.959/2007 απόφασή του, δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΔΡΑΣΗ - Χ.ΨΑΛΛΙΔΑΣ ΑΤΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο Ε1 είχε αναλάβει ως υπεργολάβος της εταιρείας με την επωνυμία "Κ/Ξ ...." την πραγματοποίηση εκσκαφών στο εργοτάξιο της "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ", που βρισκόταν επί των οδών ...στην περιοχή ..., στο οποίο διατηρούσε και δικό της εργοτάξιο. Στο εν λόγω εργοτάξιό της, κατά την εκτέλεση υπό της ανωτέρω εταιρείας του έργου απασχολούντο οι αναιρεσείοντες και ειδικότερα ο Χ1 ήταν διευθυντής του έργου, ο Χ2 επιβλέπων μηχανικός, ο τρίτος αναιρεσείων Χ3 εργοδηγός και ο τέταρτος τούτων χειριστής γερανού. Επίσης, στο εν λόγω έργο εργαζόταν, ως βοηθός χειριστή γερανού και ο Π1 ο οποίος είχε προσληφθεί για να προσφέρει σ'αυτό τις υπηρεσίες του από την ως άνω εταιρεία "ΕΔΡΑΣΗ - Χ.ΨΑΛΛΙΔΑΣ Α.Τ.Ε". Για την εκτέλεση των απαιτουμένων εργασιών στο παραπάνω εργοτάξιο, η υπεργολάβος ως άνω εταιρεία είχε διαθέσει το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. ερπυστριοφόρο όχημα - γερανό - εκσκαφέα, ισχύος 265 HP, εργοστασίου κατασκευής LIEBHERR. Στον εν λόγω γερανό υπήρχε εγκατεστημένη μπούμα από χωρικό δικτύωμα, αποτελούμενη από δύο τμήματα, εκ των οποίων το ένα ήταν σταθερά προσαρμοσμένο στο όχημα, ενώ το άλλο το μεγαλύτερο συνδέεται με το σταθερό με τέσσερις (4) πείρους στα τέσσερα άκρα του σταθερού δικτυώματος. Από το επάνω τμήμα του γερανού ξεκινούν δύο συρματόσχοινα (αέρηδες) που διατρέχουν όλο το μήκος της μπούμας και καταλήγουν στην κεφαλή της, η δε άκρη αυτού είναι προσαρμοσμένη σε μηχανικό προσάρτημα (πεταλούδα), η οποία συναρμολογείται στην άκρη του σταθερού κομματιού για τις ανάγκες της συναρμολόγησης και αποσυναρμολόγησης των δύο κομματιών της μπούμας. Για την λειτουργία του εν λόγω μηχανήματος και το ασφαλές μοντάρισμα - ξεμοντάρισμα της δικτυωτής μπούμας, η κατασκευάστρια εταιρεία του γερανού, είχε εφοδιάσει την εταιρεία "ΕΔΡΑΣΗ - Χ. ΨΑΛΛΙΔΑΣ ΑΤΕ" με το εγχειρίδιο οδηγιών, οι οποίες πρέπει να ακολουθούνται κατά την διάρκεια των εργασιών του μονταρίσματος - ξεμονταρίσματος της μπούμας, οι οποίες σύμφωνα με ειδική μνεία στο προαναφερόμενο εγχειρίδιο παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο ατυχήματος, κυρίως κατά την διαδικασία τοποθέτησης και αφαίρεσης των πείρων σύνδεσης, οι οποίοι κατά το μοντάρισμα της μπούμας πρέπει για λόγους ασφαλείας να είναι περασμένοι με την κωνική τους πλευρά από μέσα προς τα έξω. Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές για το ασφαλές ξεμοντάρισμα της μπούμας πρέπει να ακολουθηθούν οι παρακάτω ενέργειες: 1) Κατέβασμα της μπούμας σε οριζόντια θέση, 2) Απελευθέρωση των άκρων των συρματόσχοινων των βαρούλκων και τύλιγμά του στα βαρούλκα, 3) Μαϊνάρισμα της μπούμας έως ότου η κεφαλή ακουμπήσει στο έδαφος σε προετοιμασμένο δάπεδο, μαϊνάρισμα της πεταλούδας μέχρι να ακουμπήσουν τα συρματόσχοινα του πολύσπαστου στη μπούμα, ασφάλιση της μπασδέκας της πεταλούδας, 4) αφαίρεση των πείρων σύνδεσης των αέρηδων από την κεφαλή και την μπασδέκα της πεταλούδας, 5) σύνδεση της μπασδέκας της πεταλούδας στο αρχικό κομμάτι, περνώντας τους πείρους, 6) προσεκτικό βιράρισμα της πεταλούδας μέχρι να τεντώσουν τα συρματόσχοινα και να λασκάρουν οι πείροι σύνδεσης του αρχικού κομματιού με την υπόλοιπη μπούμα, 7) αφαίρεση των ασφαλειών των κάτω πείρων και στη συνέχεια αφαίρεση των κάτω πείρων, 8) μαϊνάρισμα της μπούμας μέχρι να ακουμπήσει η μπούμα σε προετοιμασμένο δάπεδο στο έδαφος, 9) αφαίρεση των ασφαλειών από τους επάνω πείρους και στη συνέχεια αφαίρεση των πείρων, 10) ξεμοντάρισμα των υπόλοιπων κομματιών της μπούμας και φόρτωσή τους με τη βοήθεια του αρχικού κομματιού και των δύο συρματόσχοινων. Η αφαίρεση των πείρων της μπούμας ενέχει υψηλό κίνδυνο ατυχήματος, γι'αυτό ποτέ μη περνάτε ή στέκεστε μέσα ή κάτω από την μπούμα". Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι στις ... είχαν τελειώσει οι εργασίες στο ανωτέρω εργοτάξιο και επρόκειτο να μεταφερθούν τα μηχανήματα στην επόμενη θέση εργασίας, μεταξύ δε αυτών (μηχανημάτων) ήταν και ο προαναφερόμενος γερανός, αφού προηγουμένως ...γινόταν το ξεμοντάρισμά του. Περί ώρα 10.45' ο δεύτερος αναιρεσείων, Χ2 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς, ενώ βρισκόταν καθ' οδόν για Καρδίτσα, από την "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ", ότι έπρεπε να φύγουν από το παραπάνω εργοτάξιο, οπότε επικοινώνησε με τον πρώτο αναιρεσείοντα Χ1 διευθυντή έργων της εταιρείας "ΕΔΡΑΣΗ - Χ.ΨΑΛΛΙΔΑΣ ΑΤΕ" και του ανέφερε την ανωτέρω μετακίνηση, και ο τελευταίος έδωσε τη σχετική εντολή για την εν λόγω μετακίνηση. Στη συνέχεια ο δεύτερος αναιρεσείων, ο οποίος, ως ελέχθη, βρισκόταν εκτός του άνω εργοταξίου, κινούμενος στην Εθνική οδό Αθηνών - Λαμίας, με προορισμό την Καρδίτσα, έδωσε τηλεφωνική εντολή στον τρίτο αναιρεσείοντα Χ3 εργοδηγό, να προβούν οι εργαζόμενοι στην αποσυναρμολόγηση της μπούμας του γερανού, προκειμένου ο τελευταίος να μεταφερθεί σε άλλο εργοτάξιο. Ο ανωτέρω εργοδηγός, ο οποίος εκείνη τη στιγμή απουσίαζε επίσης προσωρινά από το εργοτάξιο μεταβίβασε τηλεφωνικά την εντολή στον τέταρτο αναιρεσείοντα Χ4 χειριστή του γερανού. Στη συνέχεια, ο χειριστής αφού ανήλθε στο χειριστήριο του γερανού, τον έθεσε σε λειτουργία και αφού προέβη στις απαραίτητες ενέργειες έναρξης της αποσυναρμολόγησης, έδωσε εντολή στον βοηθό του Π1 ο οποίος εστερείτο οποιασδήποτε εκπαίδευσης αλλά και ενημέρωσης για τον κίνδυνο που διέτρεχε κατά την αποσυναρμολόγηση της μπούμας, να προβεί στην αφαίρεση των πείρων στο σημείο που αρθώνεται το μικρό με το μεγάλο κομμάτι της μπούμας, ενώ ο ίδιος ο τέταρτος αναιρεσείων έκανε τις κατάλληλες κινήσεις (βίρα - μάϊνα) της μπούμας για να λασκάρουν οι πείροι, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η αφαίρεσή τους και να γίνει η αποσυναρμολόγηση. Καθόν χρόνο ο Π1 βρισκόταν κάτω από την μπούμα είχε προβεί στην αφαίρεση των δύο κάτω πείρων και επρόκειτο να προβεί στην αφαίρεση των δύο άνω πείρων, οι οποία κατά παράβαση μάλιστα των οδηγιών είχαν τοποθετηθεί με την κωνική τους πλευρά προς τα μέσα, από εσφαλμένους χειρισμούς του χειριστή, κατέπεσε η μπούμα και καταπλάκωσε τον Π1 προξενώντας του βαρειές θλαστικές κακώσεις (ιδία θώρακος, κοιλίας και άκρων), από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε στη συνέχεια ο θάνατος αυτού. Για το ατύχημα αυτό, κατά τις παραδοχές του σκεπτικού, η αμέλεια καθ'ενός από τους αναιρεσείοντες συνίστατο στο ότι, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά τους, ο καθένας, από αμέλειά τους δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα και ειδικότερα, ο πρώτος αναιρεσείων ως διευθυντής των έργων της εταιρείας "ΕΔΡΑΣΗ - Χ.ΨΑΛΛΙΔΑΣ ΑΤΕ", καθόσον του είχε ανατεθεί από την τελευταία το τεχνικό της τμήμα, δεν φρόντισε να εφοδιαστούν οι εργαζόμενοι στο εργοτάξιο, μεταξύ των οποίων και ο θανών, με το εγχειρίδιο οδηγιών του κατασκευαστή του συγκεκριμένου γερανού για την συναρμολόγηση και αποσυναρμολόγηση της μπούμας, ούτε μερίμνησε για την ενημέρωση και εκπαίδευση των εργαζομένων για τις εργασίες συναρμολόγησης και αποσυναρμολόγησης του γερανού και για τους ενδεχόμενους κινδύνους κατά την διάρκεια των εν λόγω εργασιών, ούτε είχε εφοδιάσει τον γερανό με τάκους και βαρέλια επί των οποίων θα επικαθόταν η μπούμα κατά την αποσυναρμολόγηση, αλλά έδωσε εντολή στον δεύτερο αναιρεσείοντα Χ2 μετά από ενημέρωσή του από αυτόν ότι τον ειδοποίησαν για την μεταφορά των μηχανημάτων σε άλλο εργοτάξιο, να προβούν οι εργαζόμενοι στην αποσυναρμολόγηση της μπούμας του γερανού, προκειμένου ο τελευταίος να τη μεταφέρει μαζί με τα άλλα μηχανήματα σε άλλο εργοτάξιο. Ο δεύτερος αναιρεσείων, ο οποίος απουσίαζε από το εργοτάξιο, ως ελέχθη, έδωσε τηλεφωνική εντολή στον τρίτο αναιρεσείοντα Χ3 εργοδηγό του έργου, για την παραπάνω ενέργεια, χωρίς να μεριμνήσει να ληφθούν τα προαναφερόμενα μέτρα και χωρίς κατά τον χρόνο που άρχισε η αποσυναρμολόγηση να ήταν παρών στο εργοτάξιο. Η αμέλεια του τρίτου αναιρεσείοντα συνίσταται στο ότι έδωσε τηλεφωνικά εντολή στον τέταρτο αναιρεσείοντα να προβούν στην έναρξη των εργασιών αποσυναρμολόγησης, χωρίς να οργανώσουν πλήρως με τον χειριστή του γερανού και με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τη διαδικασία αποσυναρμολόγησης, λαμβάνοντας όλα τα απαιτούμενα για τον σκοπό αυτό μέτρα ασφαλείας, και χωρίς ο ίδιος να έχει οπτική επιτήρηση της διαδικασίας αποσυναρμολόγησης ώστε να επέμβουν αν παρίστατο ανάγκη, αλλά αντίθετα απουσίαζε προσωρινά από το εργοτάξιο. Τέλος, η αμέλεια του τέταρτου αναιρεσείοντος συνίσταται στο ότι άρχισε την διαδικασία αποσυναρμολόγησης της μπούμας στην οποία συμμετείχε και ο θανών, χωρίς προηγουμένως να λάβει τα απαραίτητα μέτρα που προαναφέρθησαν, όπως αναφέρονται στο προαναφερθέν εγχειρίδιο οδηγιών, για την χωρίς κίνδυνο, αποσυναρμολόγηση της μπούμας, αλλά αφού εισήλθε στο χειριστήριο του γερανού, έδωσε εντολή στον θανόντα να αφαιρέσει τους τέσσερις πείρους στο σημείο που αρθρώνεται το μεγάλο με το μικρό κομμάτι της μπούμας και ο ίδιος κάνοντας τις ανάλογες κινήσεις, κατέβασε την μπούμα στο έδαφος, έτσι όμως μετά την αφαίρεση των δύο κάτω πείρων από τον θανόντα συνέβη το παραπάνω τραγικό γεγονός.
Κατά τις παραδοχές του διατακτικού η αμέλεια που αποδίδεται σε καθένα από τους αναιρεσείοντες συνίσταται στο ότι ο 1ος αναιρεσείων δεν εμερίμνησεν όπως εφοδιασθούν οι εργαζόμενοι εις το εργοτάξιο αυτό υπάλληλοι των, μεταξύ των οποίων και ο παθών Π1 με το εγχειρίδιο Οδηγιών του κατασκευαστή για την συναρμολόγηση και αποσυναρμολόγηση της μπούμας του γερανού, η οποία είναι μορφής χωρικού δικτυώματος έχει μία άρθρωση σύνδεσης των δύο κομματιών της με τέσσερις (4) πείρους στα τέσσερα (4) άκρα του χωρικού δικτυώματος, δεν είχε εφοδιάσει τον γερανό με τάκους και βαρέλια για την ασφαλή συναρμολόγηση και αποσυναρμολόγηση της μπούμας του γερανού, ούτε μερίμνησεν για την ενημέρωση και εκπαίδευση των εργαζομένων εις το λεχθέν εργοτάξιο για τις εργασίες συναρμολόγησης και αποσυναρμολόγησης του γερανού και για τον κίνδυνο ατυχήματος κατά την εργασία αποσυναρμολόγησης και μεταφορά του γερανού αλλά αντιθέτως έδωσε εντολή όπως εργασθεί για την αποσυναρμολόγηση της μπούμας του γερανού ο παθών Π1 ο οποίος εις ουδεμία εκπαίδευση για την εργασία αυτή είχε υποβληθεί και δεν είχε ικανότητα για το καθήκον αυτό, ακολούθως δε έδωσε εντολή στον δεύτερο αναιρεσείοντα Χ2 όπως οι εργαζόμενοι εις το προαναφερθέν εργοτάξιο προβούν στην αποσυναρμολόγηση της μπούμας του γερανού προκειμένου να μεταφέρουν αυτόν σε άλλο εργοτάξιο και ο τελευταίος (Χ2) επιβλέπων μηχανικός, ο οποίος απουσίαζε από το εργοτάξιο ευρισκόμενος εις την Εθνική Οδό Αθηνών - Λαμίας, με κατεύθυνση προς Καρδίτσα, έδωσε τηλεφωνική εντολή στον τρίτο αναιρεσείοντα Χ3 εκτελώντας εντολή των δύο πρώτων, για την αποσυναρμολόγηση και μεταφορά του λεχθέντος γερανού, χωρίς να μεριμνήσει όπως ληφθούν τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας τα οποία προαναφέρθηκαν ως απαραίτητα να ληφθούν και από τον πρώτο αναιρεσείοντα, ο τρίτος τούτων Χ3 εργοδηγός και ο τέταρτος Χ4 προέβηκαν στην έναρξη εργασιών αποσυναρμολόγησης και μεταφοράς του γερανού με τη συμμετοχή του παθόντα Π1 , ο οποίος δεν είχε εκπαιδευθεί, εστερείτο αδείας και ενημέρωσης για τον κίνδυνο που διέτρεχε κατά την αποσυναρμολόγηση της μπούμας, χωρίς δε να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας για την χωρίς κίνδυνο αποσυναρμολόγηση της μπούμας τα οποία ρητά προβλέπει το προαναφερθέν εγχειρίδιο Οδηγιών του κατασκευαστή το οποίο άπαντες οι αναιρεσείοντες δεν είχαν διαθέσει στους υπαλλήλους του εργοταξίου, ο τέταρτος τούτων δε Χ4 αφού εισήλθε εις το χειριστήριο του γερανού έθεσε σε λειτουργία αυτόν (γερανό), κατέβασε τη μπούμα σε οριζόντια θέση στο έδαφος, "μάζεψε" τα συρματόσχοινα και έδωσε με τον συγκατηγορούμενο - τρίτο αναιρεσείοντα Χ3 εντολή στον παθόντα βοηθό χειριστή Π1 να αφαιρέσει τους τέσσερις πείρους στο σημείο που αρθρώνεται το μεγάλο με το μικρό κομμάτι της μπούμας, έκανε τις κατάλληλες κινήσεις (βίρα - μάϊνα) της μπούμας για να λασκάρουν οι πείροι, κατέβασε την μπούμα στο έδαφος, χωρίς κατά την συναρμολόγησή της όμως να έχουν τοποθετηθεί οι πείροι με το κωνικό τους άκρο από μέσα προς τα έξω και να έχουν ασφαλισθεί, δεν είχαν δε οι τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων προετοιμάσει το έδαφος με βαρέλια και τάκους πάνω στους οποίους θα "πατούσε" η μπούμα, ώστε ότι και αν συνέβαινε να μην υπάρχει περίπτωση τραυματισμού κάποιου από τους εργαζομένους, χωρίς να έχουν προβεί στην μετακίνηση - τράβηγμα του συρματόσχοινου στο σταθερό κομμάτι του δικτυώματος, χωρίς να αφαιρέσουν την πεταλούδα με τα συρματόσχοινα μετακίνησης της μπούμας (αέρηδες) από την κεφαλή της και να την προσαρμόσουν στο εξωτερικό άκρο του μικρού κομματιού αυτής και χωρίς να ενημερώσουν τον παθόντα Π1 που εκτελώντας την εντολή των προέβη εις την αφαίρεση των δύο κάτω πείρων. Από την συγκλίνουσα δε αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων κατά τον χρόνο, κατά τον οποίο ο παθών Π1 αφήρεσε τους δύο κάτω πείρους, δίπλωσε η μπούμα και επέπεσε επ' αυτού (κατεπλάκωσε αυτόν) προξενώντας του βαρειές θλαστικές κακώσεις (ιδία θώρακος, κοιλίας και άκρων) από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε στη συνέχεια ο θάνατος αυτού". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε σ' αυτού ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών στον καθένα, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές όμως αυτές, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αυτό δε γιατί, ενώ δέχεται ότι πρόκειται για έγκλημα που τελέσθηκε δια παραλείψεως και ότι η αμέλεια των αναιρεσειόντων, δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, δεν αναφέρεται καθόλου στη συνδρομή ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης των αναιρεσειόντων, ούτε προσδιορίζει την προέλευση της υποχρέωσης αυτής, αν δηλαδή πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά τους, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, ούτε προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει της παραδοχής της, ότι η θανάτωση του παθόντος ήταν απότοκος της συνδρομής αμέλειας περισσότερων του ενός προσώπων, η ευθύνη του καθένα των αναιρεσειόντων, αφού το καθένα υπαίτιο πρόσωπο, κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως της ευθύνης του άλλου, κατά το λόγο της αμέλειας του, προσέτι δε, δεν προσδιορίζονται τα περιστατικά εκείνα στα οποία επιστηρίζει την ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς ενός εκάστου των αναιρεσειόντων και του επελθόντος αποτελέσματος. Επιπλέον δε, υπάρχουν κενά και αντιφάσεις μεταξύ σκεπτικού και αιτιολογικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 15, 28 και 302 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς και αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, Α) ενώ στο σκεπτικό η αμελής συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος εντοπίζεται στο ότι αυτός έδωσε εντολή στο δεύτερο αναιρεσείοντα, επιβλέποντα μηχανικό για αποσυναρμολόγηση του γερανού, χωρίς όμως να προκύπτει από τις παραδοχές α) ότι γνώριζε την πρόσληψη του παθόντος στην εταιρεία, η οποία φέρεται να έχει πραγματοποιηθεί από τον αθωωθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση υπεργολάβο του έργου Ε1 και β) ότι κατά τον χρόνο της ως άνω εντολής, ο παθών εργαζόταν στο τμήμα που θα αναλάμβανε την αποσυναρμολόγηση, στο διατακτικό η αμέλεια του συνιστάται στο ότι "έδωσε εντολή στον ίδιο τον παθόντα να εργασθεί στην αποσυναρμολόγηση του γερανού, παρόλο που γνώριζε ότι ο παθών σε ουδεμία εκπαίδευση για την εργασία αυτή είχε υποβληθεί και δεν είχε ικανότητα για το καθήκον αυτό", Β)Δεν αναφέρονται οι επιτακτικοί κανόνες δικαίου οι οποίοι υποχρεώνουν τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων, ως διευθυντή του τεχνικού τμήματος του έργου και επιβλέποντα μηχανικό, αντιστοίχως, να μεριμνήσουν για την ενημέρωση και εκπαίδευση των εργαζομένων για τις εργασίες συναρμολόγησης και αποσυναρμολόγησης του γερανού και τους ενδεχομένους κινδύνους κατά την διάρκεια των εν λόγω εργασιών, αφού δεν αρκεί η αναφορά ότι τις παραπάνω ιδιότητά τους απέκτησαν με σύμβαση με την παραπάνω εταιρεία, χωρίς ν' αναφέρεται ρητά ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό ότι από τη σύμβαση αυτή είχαν αναλάβει τις παραπάνω υποχρεώσεις, Γ) Ενώ κατά τις παραδοχές που αναφέρονται στο σκεπτικό το εγχειρίδιο οδηγιών της κατασκευάστριας εταιρείας επέβαλε απλώς 1) κατέβασμα της μπούμας σε οριζόντια θέση και μαϊνάρισμα της μπούμας έως ότου η κεφαλή ακουμπήσει στο έδαφος, σε προετοιμασμένο δάπεδο, χωρίς καμμιά αναφορά σ' αυτό ότι αποκλειστικός τρόπος για να είναι κατάλληλα προετοιμασμένο το δάπεδο που θ' ακουμπούσε η μπούμα, είναι να υπάρχουν επ' αυτού τάκοι και βαρέλια, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό εντοπίζεται η αμέλεια των 1ου και 2ου αναιρεσειόντων στην παράλειψή τους να εφοδιάσουν τον γερανό με τάκους και βαρέλια επί των οποίων θα επικαθόταν η μπούμα κατά την αποσυναρμολόγησή της και όχι η παράλειψή τους να διαπιστώσουν αν ήταν κατάλληλα διαμορφωμένο το δάπεδο, όπως αναφέρεται στο βιβλίο οδηγιών της κατασκευάστριας εταιρείας, Δ) Όσον αφορά τον τρίτο αναιρεσείοντα εργοδηγό, και τον τέταρτο χειριστή δεν γίνεται επίκληση του επιτακτικού κανόνα, ο οποίος υποχρέωνε αυτούς στη λήψη αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, και ειδικότερα της προετοιμασίας του εδάφους με βαρέλια και τάκους πάνω στους οποίους θα πατούσε η μπούμα χωρίς προηγουμένως να έχουν σχετική εντολή από τους 2ο και 3ο των αναιρεσειόντων, Ε) Οι μόνο στο διατακτικό αναφερόμενες παραλήψεις τόσον του 3ου αναιρεσείοντα εργοδηγού, όσον και του 4ου αναιρεσείοντα χειριστή του γερανού, δεν αιτιολογούνται επαρκώς ως αιτίες που δημιούργησαν την πτώση της μπούμας, ούτε συσχετίζονται με σαφήνεια με τις ενέργειες που επιβάλλοντο από το εγχειρίδιο οδηγιών, ΣΤ) Ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης το ατύχημα φέρεται να έλαβε χώρα κατά τον χρόνο που ο παθών βρισκόταν κάτω από την μπούμα, και μόλις είχε αφαιρέσει τους δύο κάτω πείρους, θέση στην οποία δεν είχε λόγο να βρίσκεται αυτός, αν οι πείροι είχαν κατά τη συναρμολόγησή τους τοποθετηθεί με το κωνικό τους άκρο από μέσα προς τα έξω, δεν καθορίζεται ποιός ήταν αυτός που είχε συναρμολογήσει, αν δηλαδή ήταν ο τρίτος αναιρεσείων εργοδηγός ή άλλος τρίτος, οπότε στην τελευταία περίπτωση η παράλειψη του εν λόγω αναιρεσείοντος εργοδηγού συνίστατο στην έλλειψη ελέγχου της σωστής τοποθέτησής τους πριν από την έναρξη της διαδικασίας αποσυναρμολόγησης του γερανού, παραδοχή η οποία δεν υφίσταται ούτε όσον αφορά αυτόν, ούτε όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα, ως επιβλέποντα μηχανικό του έργου. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' συναφείς λόγοι αναίρεσης και των τεσσάρων αιτήσεων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβασης των ως άνω διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 15 του ΠΚ είναι ουσιαστικά βάσιμοι. Εν όψει αυτών και των κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ αυτεπαγγέλτως λαμβανομένων ως άνω αναφερομένων ειδικότερων πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να γίνουν δεκτές οι παραπάνω αιτήσεις αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 3.959/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια και αποδοχή ως βασίμων λόγων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 15 του ΠΚ και των κατ' άρθρο 512 ΚΠΔ εξεταζομένων αυτεπαγγέλτως ειδικοτέρων αιτιάσεων των ως άνω λόγων. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1497/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 5002/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1769/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 28/20.01.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Δικαστήριο σας (σε Συμβούλιο) την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αριθμ. 5002/2008 απόφαση του απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης την αριθμ. 7/2008 έφεση του Χ1, κατοίκου ... ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., κατά της αριθμ. 39141/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο ανωτέρω για αντίσταση κατά συναυτουργία, προμήθεια και κατοχή από κοινού και κατ'εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών προς ιδία αποκλειστική χρήση από μη τοξικομανή, σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και τριών (3) μηνών. Κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης ο κατηγορούμενος- εκκαλών και ήδη αναιρεσείων ήταν παρών, η δε απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών στις 15-9-2008 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Κατά της απόφαση αυτής άσκησε την από 3-10-2008 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με δήλωση του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία εγχειρίστηκε στο Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής ... στην οποία κρατείται.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ 1 Κ.Ποιν.Δ., με την επιφύλαξη της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ'εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγ. 2 του επόμενου άρθρου (474) και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγ. 1. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η κατ'εξαίρεση άσκηση της αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μπορεί να γίνει μόνο κατά καταδικαστικής αποφάσεως, δηλαδή κατά αποφάσεως που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τέλεσης κάποιας αξιόποινης πράξης και επιβάλλει σ'αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική (βλ. Ολ. ΑΠ 5/2000, ΠΧ, Ν, 687, ΑΠ 1505/2000 κ.α.) και ότι για να συντελεσθεί η άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον καταδικασθέντα κατά της καταδικαστικής αποφάσεως με την προαναφερόμενη δήλωση πρέπει το σχετικό δικόγραφο να περιέλθει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με επίδοση από δικαστικό επιμελητή και όχι κατ'άλλο τρόπο, όπως είναι η εγχείριση στο Διευθυντή των Φυλακών, ή στην Γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ή η αποστολή του ταχυδρομικώς (ΑΠ 1664/2004 ΠΧ, ΝΕ, 694). Επομένως η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης (ΑΠ 295/2001, ΠΧ, ΝΑ, 975, ΑΠ 1279/2000 -σε Συμβούλιο- ΠΧ, ΝΑ, 501).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση η από 3-10-2008 αίτηση αναιρέσεως, κατά της αριθμ. 5002/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, η αριθμ. 7/2008 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της αριθμ. 39141/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που ασκήθηκε από τον ίδιο με δήλωση του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, παραδόθηκε στον Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής .... για περαιτέρω διαβίβαση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, συντάχθηκε δε από αυτόν (Διευθυντή), κάτω από την αίτηση, η από 3-10-2008 έκθεση εγχειρίσεως, η οποία υπογράφηκε από τον εγχειρίσαντα αυτήν ως και από τον Διευθυντή της Φυλακής. Η αίτηση όμως αυτή δεν ασκήθηκε κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ. αφού το μεν στρέφεται κατά μη καταδικαστικής απόφασης, το δε δεν επιδόθηκε με δικαστικό επιμελητή στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και συνεπώς εφόσον δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση της πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 3-10-2008 αναίρεση του Χ1 κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ... κατά της αριθμ. 5002/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 23 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠΔ, η αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε, εκτός από την τήρηση των οριζομένων στο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ και με δήλωση, η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για να συντελεστεί η άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον καταδικασθέντα κατά της καταδικαστικής απόφασης με την προαναφερόμενη δήλωση πρέπει το σχετικό δικόγραφο να περιέλθει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με επίδοση από δικαστικό επιμελητή και όχι κατ' άλλο τρόπο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε αυτή όταν το ένδικο αυτό μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, η από 3-10-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1, που κρατείται στη δικαστική φυλακή .... κατά της 5002/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της η με αριθ. έκθ. 7/2008 έφεσή του κατά της 39141/2004 αποφάσεως του Τριμελούς ή Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απευθύνεται από τον ίδιο με δήλωσή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και εγχειρίστηκε στον Διευθυντή της δικαστικής φυλακής .... προς διαβίβαση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κάτω δε από την αίτηση αυτή, συντάχτηκε από τον άνω Διευθυντή η από 3-10-2208 έκθεση εγχειρίσεως, η οποία υπογράφηκε από τον εγχειρίσαντα αναιρεσείοντα και το Διευθυντή της φυλακής. Σύμφωνα όμως με τα ανωτέρω, η αίτηση αυτή, δεν ασκήθηκε κατά τις διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της διότι, ενώ η δήλωση αναίρεσης απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δια μέσου του άνω Διευθυντή της Φυλακής ..., όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης, το μεν στρέφεται κατά μη καταδικαστικής απόφασης, το δε δεν επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με δικαστικό επιμελητή. Επομένως πρέπει αφού ειδοποιήθηκε αλλά δεν εμφανίστηκε στο Συμβούλιο ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, κατά τη σχετική επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθ. 76/3-10-2008 αίτηση του Χ1, κρατουμένου στη δικαστική φυλακή ...., για αναίρεση της 5002/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η άσκηση αίτησης αναίρεσης πρέπει να περιέλθει στον Εισαγγελέα του ΑΠ με επίδοση από δικαστικό επιμελητή και όχι κατ' άλλο τρόπο. Απόρριψη ως απαράδεκτη όταν ασκήθηκε δια μέσου του Διευθυντή της Φυλακής και όχι με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όταν η αναίρεση απευθύνεται στον Εισαγγελέα αυτόν.
|
Εισαγγελέας Αρείου Πάγου
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
| 0
|
Αριθμός 1496/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελευθερία Ρίζου, περί αναιρέσεως της 606/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουνίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1683/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β' του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (άρθρο 20 παρ. 1 περ. β' του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά - ν. 3459/2006) με κάθειρξη δέκα (10) τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2.900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται όποιος πωλεί ναρκωτικά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 περ. β' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και ο άμεσος συνεργός του, δηλαδή εκείνος που με πρόθεση παρέσχε στο δράστη άμεση συνδρομή κατ' αυτήν και κατά τη διάρκεια εκτελέσεως της κυρίας πράξεως. Για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται α) δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον πράττοντα, εν γνώσει ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης και β) παροχή άμεσης συνδρομής κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια εκτελέσεως της κυρίας πράξεως. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Εξάλλου είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 606/2008 προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την απόφασή του αυτή δέχτηκε ανελέγκτως, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται, προέκυψαν, όσον αφορά την αναιρεσείουσα, τα εξής: "Η γυναίκα μετά της οποίας δρούσε ο ΑΑ, που καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε πολυετή κάθειρξη για αγορά και κατοχή μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών (ηρωΐνης, κοκαΐνης και χασίς)... ήταν η κατηγορουμένη (η αναιρεσείουσα). Μαζί με αυτή μετά της οποίας είχε συνάψει ερωτικές σχέσεις, μετέβαινε ο ανωτέρω (ΑΑ) όταν συναντούσε τοξικομανείς για να τους προμηθεύει ναρκωτικά, προκειμένου να μη κινεί τις υποψίες, ως συνοδεύων γυναίκα, με την οποία εμφανιζόταν ως ζευγάρι και έτσι η κατηγορουμένη γνωρίζοντας την εν λόγω δραστηριότητα του ανωτέρω εραστή της, συνοδεύοντάς τον κατά τις συναντήσεις του με τοξικομανείς και τις πωλήσεις αγνώστων σε είδος και ποσότητες ναρκωτικών αντί αγνώστου κάθε φορά τιμήματος, στο προηγούμενο της κατά τα κατωτέρω συλλήψεως της (20-5-2004) δίμηνο τουλάχιστον χρονικό διάστημα, τον συνέδραμε όπως και ήθελε στην τέλεση των πράξεων πωλήσεως ναρκωτικών κατά τα ανωτέρω, χωρίς την οποία, όπως γνώριζε, δε θα μπορούσε να τελέσει τις πωλήσεις των ναρκωτικών χωρίς τον κίνδυνο να προκαλέσει τις υποψίες, να τεθεί υπό παρακολούθηση καινά συλληφθεί ... . Την ίδια μέρα (20-5-2004) και περί ώρα 9.30 έως 10.30, τα αστυνομικά όργανα μετέβησαν στα ως άνω σπίτια όπου κινούνταν οι ανωτέρω Αλβανοί υπήκοοι και η κατηγορουμένη (αναιρεσείουσα), ερωμένη του ΑΑκαι πλήρως συναισθηματικά εξαρτώμενη από αυτόν, την οποία και εκ του λόγου αυτού, όπως και ο ίδιος παραδέχτηκε, χρησιμοποιούσε για κάλυψη στις πωλήσεις των ναρκωτικών, που διενεργούσε, μάλιστα ο ίδιος είχε τοποθετήσει στην τσάντα της ένα "φιξάκι" ηρωίνης, που βρέθηκε από τους αστυνομικούς όταν την συνέλαβαν... Επίσης στοιχειοθετείται και η πράξη που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, όπως αυτή περιγράφεται στο διατακτικό". Ακολούθως, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα της άνω πράξεως της άμεσης συνδρομής στην πράξη της πώλησης των άνω ναρκωτικών από τον ΑΑ, διαλαμβάνοντας ειδικότερα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το οποίο παραδεκτά συμπληρώνεται από το σκεπτικό ότι "κατά τους κατωτέρω τόπους και χρόνους εκ προθέσεως ενεργώντας και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, παρέσχε άμεση συνδρομή στην τέλεση της άδικης πράξης της πώλησης ναρκωτικών ουσιών, που διέπραξε ο συγκατηγορούμενός της ΑΑ και συγκεκριμένα στην ... και στην ευρύτερη περιοχή της ... σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο δίμηνο πριν την 20-5-2004 και σε ημερομηνίες που βρίσκονται εντός αυτού του χρονικού διαστήματος παρέσχε άμεση συνδρομή στον συγκατηγορούμενό της ΑΑ να πωλήσει σε άγνωστα πρόσωπα άγνωστες ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών ακατέργαστης κάνναβης, ηρωίνης και κοκαΐνης, αντί αγνώστου τιμήματος ή άλλου είδους ανταλλάγματος, τουλάχιστον όμως αντί του χρηματικού ποσού των 1.500 ευρώ, που βρέθηκε στην κατοχή του και κατασχέθηκε". Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του προβλεπομένου από τις άνω διατάξεις εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν για τις οποίες αρκεί η αναφορά γενικώς κατά το είδος των αποδεικτικών μέσων χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασάφειες, ελλείψεις λογικά κενά ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα αναφέρονται στην απόφαση αυτή με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα συγκεκριμένα εκείνα περιστατικά που συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της άμεσης συνέργειας στην πώληση των ναρκωτικών από τον ΑΑ (αυτουργό) για το οποίο και καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, ήτοι αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο αυτή παρείχε άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την πώληση από αυτόν προς τους τοξικομανείς των άνω ναρκωτικών στην ευρύτερη περιοχή της ... κατά το τελευταίο δίμηνο πριν από τη σύλληψη της, συνοδεύοντας αυτόν εμφανιζόμενοι ως ζευγάρι, ώστε να καθίσταται δυνατή η πώληση από τον άνω αυτουργό των πιο πάνω ναρκωτικών στους τοξικομανείς και να μην κινεί τις υποψίες των περαστικών ή της αστυνομίας και έτσι, με τη βοήθεια της αυτή, ο άνω αυτουργός (ΑΑ) να πραγματοποιεί τις παράνομες αυτές πωλήσεις, χωρίς δε τη συνδρομή της αυτή θα καθίστατο αδύνατη η πώληση από αυτόν των πιο πάνω ναρκωτικών στους τοξικομανείς. Η αναιρεσείουσα, την συνδρομή της αυτή την παρείχε στον ΑΑ γνωρίζοντας ότι αυτός πωλεί τα πιο πάνω ναρκωτικά και με τη θέληση της τον συνέδραμε ως άνω κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια εκτελέσεως εν γνώσει της από τον ΑΑ της κυρίας πράξεως της πωλήσεως των ναρκωτικών. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής +απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, ή στη μείωση της ποινής. Αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι και ο ισχυρισμός του περί χορηγήσεως ελαφρυντικού του άρθρου 84 του ΠΚ. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα με το συνήγορό της ζήτησε τη χορήγηση και του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ προβάλλοντας ότι "όντας ελεύθερη από την 26-9-2005, ήτοι επί δύο (2) και πλέον έτη, κατά το διάστημα αυτό φοίτησα σε νυχτερινό Γυμνάσιο και όπως αποδεικνύεται από το από 25-6-2007 αποδεικτικό σπουδών, που επισυνάπτω, αποφοίτησα με Άριστα, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από την επισυναπτόμενη υπ' αριθ. πρωτ. ... Βεβαίωση του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας, αποφοιτώντας από το Γυμνάσιο έλαβα τον βαθμό 18 5/8. Παράλληλα φοίτησα και σε ειδικό τμήμα του Οργανισμού Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης του Υπουργείου Παιδείας και έλαβα το συνημμένο και από Ιουνίου 2007 Πιστοποιητικό Γνώσης Χειρισμού Ηλεκτρονικών Υπολογιστών. Με όσα εξέθεσα και με το γεγονός ότι παρέμεινα προσωρινά κρατούμενη από 20-5-2004 μέχρι 26-9-2005, δηλαδή επί ένα (1) έτος, τέσσερις (4) μήνες και έξι (6) ημέρες, ευελπιστώ ότι το Δικαστήριο σας θα με απαλλάξει. Όμως, αν παρ' ελπίδα με κηρύξετε ένοχη, τότε ζητώ να μου αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ, αφού μετά την πράξη μου και για μεγάλο χρονικό διάστημα επέδειξα άριστη διαγωγή". Το Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του χορήγησε στην αναιρεσείουσα τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της μετεφηβικής ηλικίας σύμφωνα με το σκεπτικό του και απέρριψε το άνω ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε με την αιτιολογία ότι "η αναγνώριση στη δεύτερη κατηγορουμένη και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ, όπως αβάσιμα αιτείται, δεν είναι δυνατή, διότι μπορεί μεν να πραγματοποίησε στο διάστημα, που μετά την τέλεση της πράξεως, είναι ελεύθερη, τις σπουδές, που επικαλείται, πλην όμως εκ του λόγου τούτου και μόνον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, που θέτει η εν λόγω διάταξη για αναγνώριση αυτής της ελαφρυντικής περιστάσεως, ανεξάρτητα του ότι η μη εμπλοκή της στο χρονικό αυτό διάστημα, σε άλλη παράνομη δραστηριότητα, υπήρξε αποτέλεσμα της επιθυμίας της να επιδείξει καλή συμπεριφορά, εν όψει της εκκρεμούσης προς εκδίκαση εφέσεως της, για να μπορεί να προβάλλει τον ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως και δεν οφείλεται σε πραγματική μεταβολή της ...". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι αντιφατική και είναι πλήρης αφού, διαλαμβάνει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού και συγκεκριμένα ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση της καλής της συμπεριφοράς εκ του ότι μετά την τέλεση της πράξεως η αναιρεσείουσα πραγματοποίησε τις σπουδές που επικαλείται, ενώ εξάλλου, η μη εμπλοκή της σε άλλη παράνομη πράξη κατά το χρόνο που ήταν ελεύθερη, κατά την παραδοχή της προσβαλλόμενης, δεν οφείλεται στη θέλησή της να απέχει από τέτοια παράνομη δραστηριότητα, επιπλέον δε, το χρονικό διάστημα που ήταν ελεύθερη, ήτοι από 26-9-2006, ήτοι περίπου διετία, δεν κρίνεται μεγάλο ώστε να μπορεί να διακριβωθεί αν πράγματι επέδειξε αυτή καλή συμπεριφορά μετά την πράξη. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το ίδιο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη του άνω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος. Τέλος, η αναφορά στο εισαγωγή μέρος της προσβαλλομένης απόφασης ότι η αναιρεσείουσα εισάγεται με την κατηγορία της απλής συνέργειας σε πώληση ναρκωτικών, ενώ τελικά αυτή καταδικάστηκε για άμεση συνέργεια στην ίδια πράξη, οφείλεται σε προφανή παραδρομή, καθόσον η κατηγορία, που της αποδόθηκε από την αρχή ήταν εκείνη της άμεσης συνέργειας σε πώληση ναρκωτικών, για την οποία και καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς δεν δημιουργείται σύγχυση ή ακυρότητα από ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 606/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Άμεση συνέργεια. Έννοια. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς ήτοι εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Συνέργεια.
| 0
|
Αριθμός 1494/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 109/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο δικόγραφο των από 10 Ιανουαρίου 2009 προσθέτων λόγων αυτής (αίτησης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1628/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 23. 09. 2008 αίτηση αναίρεσης και οι από 10-01-2009 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του Χ1 κρατούμενου στη δικαστική φυλακή .... στρέφονται κατά της 109/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία καταδικάστηκε στην ποινή της ισόβιας κάθειρξης και στη χρηματική ποινή των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ ως συναυτουργός εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και ως ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
Το άρθρο 8 του ν. 1729/1987 όριζε, ότι με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή ένα εκατομμύριο (1.000.000) μέχρι διακόσια εκατομμύρια (200.000.000) δραχμές τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του νόμου τούτου αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή αν ενεργεί με το σκοπό να προκαλέσει τη χρήση ναρκωτικών από ανηλίκους ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Ακολούθησε ο ν. 2408/1996, ο οποίος με το άρθρο 4 παρ. 2α όρισε, ότι από το εδάφιο α' του άρθρου 8 του ν. 1729/1987, όπως ισχύει, διαγράφονται οι λέξεις "ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Έτσι, με το άρθρο τούτο του ν. 2408/ 1996 καταργήθηκε η άνω επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 του ν. 1729/ 1987.
Στη συνέχεια εκδόθηκε ο ν. 2479/ 1997, με το άρθρο 2 παρ. 15β του οποίου, το άρθρο 8 του ν. 1729/ 1987, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του ν. 2161/ 1993 και το εδάφιο α' της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 2408/ 1996, αντικαταστάθηκε ως εξής: Με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000) δραχμών τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του παρόντος νόμου (1729/1987) αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα... ή χρησιμοποιεί... προς το σκοπό διαφυγής του τη χρήση όπλων ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Έτσι, με τον τελευταίο αυτό νόμο, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 67Α/6.05.1997 επαναφέρθηκε από τότε σε ισχύ η άνω επιβαρυντική περίσταση του δράστη των άνω εγκλημάτων ως ιδιαίτερα επικίνδυνου. Η επιβαρυντική αυτή περίσταση ίσχυε κατά την 21.10.1998, ήτοι κατά το χρόνο τέλεσης από τον αναιρεσείοντα ως συναυτουργό, των εγκλημάτων της εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών και ο οποίος καταδικάστηκε ως ιδιαίτερα επικίνδυνος με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, κατά τον οποίο η επιβαρυντική αυτή περίσταση είχε καταργηθεί και δεν ίσχυε κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο (21.10.1998) και συνεπώς εσφαλμένως το άνω ποινικό Δικαστήριο εφάρμοσε την ουσιαστική αυτή ποινική διάταξη, είναι αβάσιμος.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Εξάλλου είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζει, προέκυψαν τα εξής: "Την ... περί ώρα 05.00' ο κατηγορούμενος υπήκοος Αλβανός από κοινού με τον ομοεθνή του Ψ1 και άλλον άγνωστο Αλβανό στο 86 χιλιόμετρο της Ε.Ο. Ιωαννίνων-Κοζάνης εισήγαγαν από την Αλβανία στην Ελληνική επικράτεια 333 κιλά ακατέργαστης κάνναβης (ινδικής) και 140 γραμ. κοκκαΐνης, τις οποίες είχαν φορτώσει στα με αριθμό κυκλοφορίας ..., ... και ... ΙΧΕ αυτοκίνητα, από τα οποία το πρώτο οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Τις παραπάνω ποσότητες ναρκωτικών τις κατείχαν από κοινού με την έννοια της φυσικής εξουσίασης ώστε ανά πάσα στιγμή να τις διαθέτουν κατά τη δική τους βούληση και τις μετέφεραν με τα παραπάνω αυτοκίνητα εντός της ελληνικής Επικράτειας. Μαζί τους στα αυτοκίνητα έφεραν από την Αλβανία εκτός των ναρκωτικών και δύο πολεμικά όπλα τύπου καλάσνικωφ, δύο γεμιστήρες με 29 φυσίγγια, δύο πιστόλια τύπου Τοκάρεφ με γεμιστήρες και εννέα χειροβομβίδες χωρίς πυροκροτητές. Όλα τα παραπάνω προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ... που μαζί με τον απολειπόμενο μάρτυρα ... αποτελούσαν δύο ομάδες που ενέδρευαν σε διαφορετικά σημεία για τον εντοπισμό των τριών αυτοκινήτων, αξιοποιώντας σχετική πληροφορία, που είχε έρθει στην Υπηρεσία τους, οι οποίοι αφού εντόπισαν τα αυτοκίνητα έστησαν μπλόκο αλλά οι ανωτέρω αλλοδαποί για να αποφύγουν τη σύλληψη άρχισαν να πυροβολούν εναντίον των αστυνομικών με τα όπλα που έφεραν μαζί τους και διέφυγαν μέσα στο δάσος αποφεύγοντας τη σύλληψη. Την επόμενη όμως ημέρα, κατά την έρευνα που έκαναν οι άντρες της δίωξης ναρκωτικών στην ευρύτερη περιοχή, συνέλαβαν τους Σ1 και Ψ1 ενώ κάτω από ένα θάμνο βρέθηκαν οι εννέα χειροβομβίδες χωρίς πυροκροτητές, η κοκκαΐνη των 140 γραμμαρίων και τα δύο πιστόλια Τοκάρεφ με γεμιστήρες. Η Σ1 ομολόγησε ότι ήταν συνοδηγός στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος από κοινού με τους ομοεθνείς του, τέλεσε τις πράξεις εισαγωγής στη Χώρα, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα τέλεσης αυτών αφού είχε διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή (μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, είδος αυτών, χρησιμοποίηση οχήματος) ώστε να προκύπτει ότι δε δίστασε αυτός και οι άλλοι να πυροβολήσουν κατά των αστυνομικών προκειμένου να αποφύγουν τη σύλληψη και από τη μη στάθμιση της τεράστιας ζημίας ακόμη και των θανάτων που θα μπορούσε να προκαλέσει σε ανθρώπους που θα έκαναν χρήση των ναρκωτικών αυτών ουσιών και την εν γένει προσωπικότητα του που καταδεικνύει άτομο αδίστακτο". Ακολούθως κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των πράξεων αυτών με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της τέλεσης κατ' επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26, 27, 45 ΠΚ και 5 παρ. 1 εδ. α' και ζ', 8 ν. 1729/ 1987 και 2 παρ. 15 ν. 2479/ 1997 όπως ισχύουν μετά τον 3459/2006. Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων, των προβλεπομένων από τις άνω διατάξεις εγκλημάτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν για τις οποίες αρκεί η αναφορά γενικώς κατά το είδος των αποδεικτικών μέσων χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασάφειες, ελλείψεις, λογικά κενά ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα αναφέρονται στην απόφαση αυτή με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα συγκεκριμένα εκείνα περιστατικά που συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, γίνεται μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, ενώ εξάλλου, αναφέρεται, ότι οι πράξεις αυτές τελέστηκαν από κοινού με άλλους, ήτοι διαλαμβάνονται πλήρως τα στοιχεία της συμμετοχής του αναιρεσείοντος στις πράξεις αυτές κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αφού για την αιτιολόγηση της συμμετοχής αρκεί να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση των εγκλημάτων ως συναυτουργός, όπως στην προκειμένη περίπτωση, και δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται η διακεκριμένη συμμετοχική δράση του καθενός συναυτουργού με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές πράξεις. Ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης του ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη, το Δικαστήριο περαιτέρω διέλαβε στην απόφαση του πλήρη αιτιολογία παραθέτοντας περιστατικά που καλύπτουν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 8 του ν. 1729/1987 και 13ζ του ΠΚ. Ειδικότερα στην απόφαση αυτή αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων "δε δίστασε αυτός και άλλοι να πυροβολήσουν κατά των αστυνομικών προκειμένου να αποφύγουν τη σύλληψη και από τη στάθμιση της τεράστιας ζημίας ακόμη και το θάνατο που θα μπορούσε να προκαλέσει σε ανθρώπους που θα έκαναν χρήση των ναρκωτικών αυτών ουσιών (μεγάλες ποσότητες) και την εν γένει προσωπικότητά του που καταδεικνύει άτομο αδίστακτο". Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, ή στη μείωση της ποινής υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (Ολ. Α.Π. 1716/1990). Αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι και εκείνος του άρθρου 24 του ν. 1729/1987 και ήδη του άρθρου 27 του ν. 3459/ 2006 περί αναστολής της ποινικής δίωξης ή της επιβληθείσας ποινής, ως και ο ισχυρισμός του περί χορηγήσεως ελαφρυντικού του άρθρου 84 του ΠΚ. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση του αυτοτελούς ισχυρισμού από το άρθρο 24 του ν. 1729/1987 και ήδη από το άρθρο 27 του ν. 3459/2006, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά α) πιθανολόγηση συνδρομής του υπαιτίου στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών, β) μη συνδρομή στο πρόσωπο του υπαιτίου διακεκριμένης περίπτωσης ή επιβαρυντικής περίστασης των άρθρων 6 και 8 του ν. 1729/1987 και ήδη των άρθρων 21 και 23 του ν. 3459/2006 και γ) επικινδυνότητα του υπαιτίου και βαρύτητα της πράξης του, καταδήλως μικρότερες από την επικινδυνότητα των προσώπων στην ανακάλυψη και σύλληψη των οποίων αυτός συνετέλεσε και την βαρύτητα των πράξεων, που τα πρόσωπα αυτά τέλεσαν. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος προέβαλαν τον από το άρθρο 27 του ν. 3459/2006 αυτοτελή ισχυρισμό περί αναστολής της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης για τα άνω εγκλήματα και της ποινής που τυχόν θα του επιβληθεί για αυτά διότι από τα αναφερόμενα τρία απόρρητα έγγραφα της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ιωαννίνων προέκυψε ότι αυτός αυθορμήτως και με δική του πρωτοβουλία έδωσε αποκλειστικές και ακριβείς πληροφορίες στην Αστυνομία και έτσι εξαρθρώθηκαν και συνελήφθησαν α) μια συμμορία διακίνησης ναρκωτικών δεκατριών κιλών κατηργασμένης ινδικής κάνναβης, τριάντα τριών κιλών ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, ενός κιλού ηρωίνης (ως και είκοσι χειροβομβίδων, πυροκροτητών κλπ) β) δύο μεγαλέμποροι ναρκωτικών (ανά ένας σε κάθε υπόθεση) με συνολικό αντικείμενο την κατάσχεση τεσσάρων κιλών ινδικής κάνναβης και εξακοσίων γραμμαρίων ηρωίνης, η δε βαρύτητα των πράξεών του και η επικινδυνότητά του είναι καταδήλως μικρότερες από τη βαρύτητα των πράξεων εκείνων που συνελήφθησαν και την επικινδυνότητα αυτών. Επικουρικώς δε ζήτησε να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2δ του ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 27 παρ. 4 του ν. 3459/2006. Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί περί αναστολής της ποινικής δίωξης και της επιβληθείσας ποινής είναι αόριστοι διότι δεν εκτίθενται οι συγκεκριμένες περιπτώσεις με εξατομικευμένα στοιχεία, ήτοι χρόνο, τόπο, πρόσωπα και συμμορίες που διακινούσαν τα ναρκωτικά, ποιες ήταν οι πληροφορίες που έδωσε ο αναιρεσείων, πότε και ποιοι συνελήφθησαν όπως απαιτείται. Επίσης αόριστος είναι και ο ισχυρισμός περί χορηγήσεως του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμέλειας (άρθρο 84 παρ. 2δ ΠΚ) αφού δεν επικαλέσθηκε πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν. Λόγω της αοριστίας των άνω αυτοτελών ισχυρισμών το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει. Εξάλλου δε, λόγω της καταδίκης του αναιρεσείοντος με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα τέλεσης των άνω αξιοποίνων πράξεων και ως ιδιαίτερα επικινδύνου ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του του ελαφρυντικού της μεταμέλειας κατά το άρθρο 27 παρ. 4 του ν. 3459/2006 είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1165/2006). Ανεξάρτητα όμως από αυτά το άνω Δικαστήριο με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς, δεχόμενο ότι οι ισχυρισμοί, όπως ανωτέρω προβλήθηκαν, ήταν αόριστοι, επιπλέον δε ο δεύτερος λόγω της συνδρομής των άνω επιβαρυντικών περιστάσεων, αποκλειόταν να εκτιμηθεί κατά το νόμο ως ελαφρυντική περίσταση. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος του κυρίου δικογράφου λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με τους πρώτο, δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του και τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο προσθέτους λόγους της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ και ειδικότερα ότι δεν διευκρινίζονται στο σκεπτικό 1) αν με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο αναιρεσείων μεταφέρονταν τα ναρκωτικά αυτά, 2) αν αυτός είχε την φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών τούτων, 3) ότι δεν παρατίθενται στο σκεπτικό τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν τη γνώση του ότι πρόκειται για ναρκωτικά, 4) ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως δράστες των αξιοποίνων τούτων πράξεων αναφέρονται τρία άτομα, ήτοι ο αναιρεσείων, ο Ψ1 και τρίτο άγνωστο άτομο, στο διατακτικό αναφέρεται ότι οι πράξεις αυτές τελέστηκαν από δύο άτομα, ήτοι αυτόν, και τον Ψ1 5) ότι στα πρακτικά δεν καταχωρήθηκαν οι απαντήσεις των εξετασθέντων μαρτύρων στις ερωτήσεις όλων των παραγόντων της δίκης (Εισαγγελέως, Δικαστών, Δικηγόρων, κατηγορουμένων) και έτσι δεν ελήφθησαν υπόψη και 6) δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης η ταυτότητα των ακολούθων εγγράφων που αναγνώσθηκαν και συγκεκριμένα της από ... εκθέσεως κατασχέσεως, του από ... πρακτικού ζυγίσεως, του από ... πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής, της από ... εκθέσεως κατασχέσεως, του από ...πρακτικού ζυγίσεως, του από ... πρωτοκόλλου παράδοσης- παραλαβής, των από ... τριών εκθέσεων κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης και της από ... έκθεσης κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης, διότι δεν αναφέρονται τα πρόσωπα που τα συνέταξαν, ούτε τα πρόσωπα εκείνα στα οποία παραδόθηκαν τα ναρκωτικά ή το πρόσωπο το οποίο προέβη στις έρευνες. Η πρώτη από τις αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμη, διότι δεν προσαπαιτείται να διαλαμβάνεται στην αιτιολογία η διακεκριμένη συμμετοχική δράση του καθενός συναυτουργού με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές πράξεις, αρκεί ότι διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσείων συμμετείχε στην πράξη με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η απόφαση αυτή. Η δεύτερη αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι και αυτός είχε τη φυσική εξουσία επί των ναρκωτικών αυτών και μπορούσε να τα διαθέτει σε τρίτους, κρίση στην οποία προήλθε μετά συνεκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων. Η τρίτη αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι η γνώση, ήτοι ο δόλος περί του ότι τα μεταφερόμενα ήταν ναρκωτικά, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία διότι ο δόλος του ενυπάρχει στη θέληση του να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων τούτων και κατά συνέπεια εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Η τετάρτη αιτίαση είναι αβάσιμη διότι το σκεπτικό και το διατακτικό αλληλοσυμπληρώνονται νομίμως, ο δε αναιρεσείων σε κάθε περίπτωση κρίθηκε ότι είναι συναυτουργός των πιο πάνω εγκλημάτων για τα οποία και καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, η πέμπτη αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι στα πρακτικά αναφέρονται τα κατατεθέντα από τους μάρτυρες και οι απαντήσεις τους στις ερωτήσεις του Εισαγγελέως, των Δικαστών, του κατηγορουμένου και των συνηγόρων του και οι καταθέσεις αυτών λήφθηκαν υπόψη στην κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας χωρίς να είναι ανάγκη από το νόμο να καταχωρίζονται χωριστά, αφού δεν προκύπτει από αυτά (πρακτικά), ότι ζητήθηκε η χωριστή καταχώριση τους. Τέλος όσον αφορά την τελευταία αιτίαση πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Πενταμελούς Εφετείου η κρίση του για την ενοχή του αναιρεσείοντος στηρίχθηκε και στα ακόλουθα έγγραφα α) την από ... έκθεση κατασχέσεως β) το από ... πρακτικό ζυγίσεως, γ) το από ... πρωτόκολλο παράδοσης- παραλαβής, δ) την από ... έκθεση κατασχέσεως, ε) το από ... πρακτικό ζυγίσεως, στ) το από ...πρωτόκολλο παράδοσης- παραλαβής, ζ) τις από ... τρεις εκθέσεις κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης και η) την από ... έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης, τα οποία αναγνώστηκαν. Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, εν όψει και της ημερομηνίας εκδόσεως τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού με την πραγματική ανάγνωση του κειμένου τους, κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο τους (άρθρο 358 ΚΠΔ), γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης εν όψει και του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για την ταυτότητά του ο δε προσδιορισμός των εγγράφων είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι τα έγγραφα αυτά και όχι κάποια άλλα αναγνώσθηκαν στη δίκη αυτή.
Συνεπώς και η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη.
Επομένως, οι προαναφερόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους του Χ1 για αναίρεση της 109/ 2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συμμετοχή. Δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται η διακεκριμένη συμμετοχική δράση του καθενός συναυτουργού με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές πράξεις. Αυτοτελής ισχυρισμός εκ του άρθρου 24 του ν. 1729/1987 και ήδη 27 του ν. 3459/2006. Απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά: πιθανολόγηση συνδρομής του υπαιτίου στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών, β) μη συνδρομή στο πρόσωπο του υπαιτίου διακεκριμένης περίπτωσης ή επιβαρυντικής περίπτωσης ή επιβαρυντικής περίστασης των άρθρων 6 και 8 του ν. 1729/1987 και ήδη 21 και 23 του ν. 3459/2006 και γ) επικινδυνότητα του υπαιτίου και βαρύτητα της πράξης του, καταδήλως μικρότερες από την επικινδυνότητα των προσώπων στην ανακάλυψη και σύλληψη των οποίων αυτός συντέλεσε και τη βαρύτητα των πράξεων, που τα πρόσωπα αυτά τέλεσαν. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Συναυτουργία.
| 0
|
Αριθμός 1495/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγγελάκο, περί αναιρέσεως της 1233/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1677/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 322 του Π.Κ. όποιος με απάτη ή βία ή με την απειλή βίας συλλαμβάνει, απάγει ή παράνομα κατακρατεί κάποιον, έτσι ώστε να αποστερεί το συλλαμβανόμενο από την προστασία της Πολιτείας και ιδίως όποιος περιάγει κάποιον σε ομηρία ή σε άλλη παρόμοια κατάσταση στέρησης της ελευθερίας τιμωρείται με κάθειρξη. Αν η πράξη έγινε, με σκοπό να εξαναγκαστεί ο παθών ή κάποιος άλλος σε πράξη παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωση του τιμωρείται... Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ΠΚ, όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του άρθρου 46 ΠΚ, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ). Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει ότι απλός συνεργός σε τετελεσμένη αρπαγή είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά τη τέλεση της άδικης πράξεως, την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξεως, που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και στη βούληση να συμβάλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Όσον αφορά τις αποδείξεις, αρκεί ο προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων κατ' είδος, ως και ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα. Η ύπαρξη του δόλου δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία καθόσον ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και κατά συνέπεια εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 1233/2008 απόφαση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε ανελέγκτως ότι "Μετά από τηλεφωνική ανώνυμη καταγγελία, η οποία περιήλθε στους αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας ... περί το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου 2002, περί υπάρξεως λαθρομεταναστών σε αποθήκη πίσω από το Νεκροταφείο..., τους οποίους το κύκλωμα δουλεμπόρων παρακρατούσε χωρίς τη θέλησή τους, άνδρες της ανωτέρω υπηρεσίας μετέβησαν στον υποδειχθέντα τόπο προκειμένου να εντοπίσουν την αποθήκη, την οποία και εντόπισαν στον Οικισμό ..., στις .... Μετά από έλεγχο διεπίστωσαν ότι στον οικοδομικό χώρο της αποθήκης βρισκόταν ο ..., Πακιστανός υπήκοος. Εξάλλου, μέσα στην αποθήκη, η οποία ήταν κλειδωμένη, υπήρχε ειδικά διαμορφωμένος χώρος, σαν φυλακή, στον οποίο βρέθηκαν στοιβαγμένοι και μέσα στο σκοτάδι 14 λαθρομετανάστες, Αφγανοί και Ιρακινοί υπήκοοι, όπως αυτοί αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Αποδείχθηκε ακόμη ότι η ανωτέρω αποθήκη ανήκε στην ιδιοκτησία της Ι1 και εκμισθώθηκε από αυτήν, στις 2.8.2000, στον τρίτο κατηγορούμενο, για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών, ως αποθήκη ναυτιλιακών ειδών, αντί μηνιαίου μισθώματος 600.000 δρχ., με το από 4.8.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως. Το μίσθιο παραδόθηκε στον κατηγορούμενο μισθωτή (τρίτο κατηγορούμενο), το δε μίσθωμα καταβαλλόταν κανονικά σε τραπεζικό λογαριασμό, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του κατηγορουμένου μισθωτή και του συζύγου της εκμισθώτριας Ι2, ο οποίος διαχειριζόταν ουσιαστικά το μίσθιο. Λόγω μη καταβολής των μισθωμάτων των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2001 και Ιανουαρίου 2002 η εκμισθώτρια Ι1 συζ. Ι2, άσκησε κατά του κατηγορουμένου μισθωτή την από 3.1.2002 αγωγή για απόδοση της χρήσης του μισθίου και καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου Χ1, η αναγνωσθείσα 1.503/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, πλην όμως η απόφαση αυτή δεν εκτελέσθηκε, διότι 2-3 ημέρες μετά την θυροκόλληση της 1.503/2002 απόφασης στο μίσθιο (αποθήκη), ο κατηγορούμενος μισθωτής κατέβαλε τα οφειλόμενα μισθώματα, έκτοτε δε το μίσθωμα καταβαλλόταν κανονικά, κατά τα ως άνω συμφωνηθέντα έως και ένα μήνα πριν από την σύλληψή του (κατηγορουμένου), που επιτεύχθηκε στις 7.10.2004. Ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, ο ισχυρισμός του εν λόγω κατηγορουμένου ότι μετά από διάστημα τεσσάρων (4) μηνών από την μίσθωση εγκατέλειψε την αποθήκη (μίσθιο) και έκτοτε ουδεμία σχέση είχε με το μίσθιο και δεν γνώριζε τί γινόταν σ'αυτό, είναι αναληθής και αστήρικτος. Ύστερα από αυτά ο τρίτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος απλής συνέργειας σε αρπαγή από κοινού, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, πρέπει όμως να γίνει δεκτό ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος, μέχρι τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ)". Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρη και σαφή αιτιολογία, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, αφού αναφέρονται τα συγκεκριμένα εκείνα περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αρπαγής από άλλους ως και τη συνδρομή (απλή) την οποία παρείχε ο αναιρεσείων στους φυσικούς αυτουργούς που τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της αρπαγής, αφού διέθεσε σε αυτούς, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, την αναφερόμενη αποθήκη, την οποία αυτός είχε μισθώσει από τις 2-8-2000 από την Ι1 και μάλιστα αντί του μισθώματος των 600.000 δρχ. μηνιαίως, το οποίο και κατέβαλε μέχρι και το χρόνο αποκαλύψεως της πράξεως της αρπαγής, δήθεν για τοποθέτηση αλιευτικών, ενώ στην πραγματικότητα την είχε παραχωρήσει στους αυτουργούς γνωρίζοντας ότι αυτοί τη χρησιμοποίησαν για παράνομη κατακράτηση των αναφερομένων λαθρομεταναστών με σκοπό οι τελευταίοι να τους καταβάλουν για την απελευθέρωσή τους χρήματα που κυμαίνονταν κατά περίπτωση από πενήντα έως διακόσια ευρώ. Περαιτέρω, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με δόλο, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό του ότι δεν γνώριζε τι γινόταν στην αποθήκη. Άλλωστε, η παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι αυτός κατέβαλλε ένα τόσο υψηλό μίσθωμα επί μακρό χρόνο, χωρίς να χρησιμοποιείται η αποθήκη για αλιευτικά, όπως (είχε συμφωνηθεί), υποδηλώνει σαφώς την παραδοχή της τέλεσης της πράξεως αυτής εν γνώσει από τον αναιρεσείοντα, η δε διάθεση της αποθήκης συνιστά την ιστορούμενη απλή συνδρομή στην πράξη της αρπαγής. Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, αναφέρεται στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το άνω Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και την ενώπιόν του απολογία του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος, την οποία συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Έτσι, ως προς τις αποδείξεις, δεν υπάρχει ασάφεια, και ο περί του αντιθέτου λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι δεν ελήφθη υπόψη η απολογία του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, είναι αβάσιμος και ο τελευταίος λόγος της αναίρεσης περί ελλείψεως αιτιολογίας, ως προς την ύπαρξη του δόλου του αναιρεσείοντος, αφού, άλλωστε, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία καθόσον εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση του άνω εγκλήματος της απλής συνέργιας, για το οποίο και καταδικάστηκε, δοθέντος ότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του να πραγματώσει τα περιστατικά εκείνα που συγκροτούν το έγκλημα τούτο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1Δ' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-10-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 1233/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απλή συνδρομή. Έννοια. Αιτιολογία δόλου δεν απαιτείται διότι ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα περιστατικά που συγκροτούν το έγκλημα το οποίο τέλεσε. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Δόλος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1507/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου - Κουρδόγλου, περί αναιρέσεως της 36323/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 143/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 5 παρ. 1, 6 παρ. 1, 4 και 9 και 7 παρ. 1 της Υγειονομικής Διάταξης Α1β/8577/24.9.83, (αλλά και των διατάξεων του άρθρου 80 του Ν 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" - ΦΕΚ Α 114 8.6.2006), οι από πρόθεση παραβάσεις της οποίας τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, σύμφωνα με το άρ. 11 παρ. 10 Ν. 2307/95, συνάγεται ότι για την ίδρυση και λειτουργία καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, στα οποία συγκαταλέγονται και τα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παρασκευάζονται και διαθέτονται στους θαμώνες φαγητά, γλυκύσματα ή ποτά, απαιτείται άδεια η οποία, ήδη χορηγείται από τον αρμόδιο δήμαρχο ή τον πρόεδρο της Κοινότητας. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 6 της υπ'αριθ. ΑΙβ/8577/1983 Υγειονομικής Διατάξεως, "θεωρείται (ως) ίδρυση νέου καταστήματος ή εργαστηρίου ή εργοστασίου υγειονομικού ενδιαφέροντος και συνεπώς απαιτείται νέα άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας τούτου η μεταφορά ή επέκταση ή αλλαγή ή μεταβίβαση του, καθώς και η ουσιώδης τροποποίηση των υγειονομικών όρων λειτουργίας του, εκτός αν, κατά τις διαπιστώσεις της αρμόδιας Υγειονομικής Υπηρεσίας, η γινόμενη τροποποίηση είχε σαν συνέπεια τη βελτίωση των υγειονομικών συνθηκών λειτουργίας τούτου... ". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 3 του Ν. 3037/2002, όπως αυτή αντικ. εν μέρει με το άρθρο 25 του Ν. 3148/2003, ορίζεται ότι "Για τη λειτουργία επιχείρησης προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου απαιτείται ειδική άδεια του δήμου ή της κοινότητας στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το κατάστημα και αν λειτουργεί σε πλοίο της Λιμενικής Αρχής του αφετηρίου λιμένα. Κατά την πρώτη εφαρμογή του μέτρου η επιχείρηση πρέπει να εφοδιασθεί με την άδεια αυτή εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος "της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 7 του παρόντος"". Περαιτέρω, με την. ... κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Υγείας και Κοινωνική Αλληλεγγύης, Δημόσιας Τάξης και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β' 1827/8-12-2003) " Άδειες λειτουργίας επιχειρήσεων προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου", ορίζεται ότι τα καταστήματα προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου "μπορεί να λειτουργούν είτε ως αμιγείς επιχειρήσεις, είτε ως "μικτές" τοιαύτες, εντός, όμως, μόνο των καθοριζομένων στο άρθρο 37 της Α1Β/8577/83 Υγειονομικής Διάταξης καταστημάτων, όπως αυτή εκάστοτε ισχύει (άρθρο 1 § 1)". Για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας επιχείρησης προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου υποβάλλεται, μεταξύ άλλων, και "γνωμάτευση της Υγειονομικής Υπηρεσίας ότι πληρούνται οι υγειονομικοί όροι λειτουργίας (παρ.1 περ. ζ')". Στο άρθρο 2 όμως της ίδιας απόφασης προβλέπεται ότι "Προκειμένου περί μικτών καταστημάτων που έχουν εφοδιαστεί με άδεια λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας επιχείρησης προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, δεν απαιτείται η υποβολή των δικαιολογητικών που καθορίζονται από τις διατάξεις των υποπαραγράφων γ , δ, ε και ζ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου", συνεπώς η υποβολή του πιο απάνω δικαιολογητικού αυτού, δεν απαιτείται για τη χορήγηση άδειας σε μικτό κατάστημα που έχει ήδη εφοδιασθεί με άδεια λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, ενώ απαιτείται η υποβολή των λοιπών δικαιολογητικών. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι η εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτρονικών υπολογιστών σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, του οποίου η λειτουργία προβλέπεται και καθορίζεται ειδικότερα από την Α1Β/ 85777 1583 Υγειονομική διάταξη, οι οποίοι (υπολογιστές) εκ των πραγμάτων διατίθενται στην πελατεία του καταστήματος, το οποίο και τους διαχειρίζεται έναντι τιμήματος προς όφελος της επιχείρησης, αποτελεί ουσιώδη τροποποίηση τον όρων λειτουργίας του καταστήματος, αφού η εγκατάσταση και λειτουργία αυτών αποτελεί αλλαγή αυτού σε μικτή επιχείρηση, στην οποία προσφέρονται και υπηρεσίες διαδικτύου που δεν προβλέπεται στην τυχόν ήδη χορηγηθείσα αδείας λειτουργίας του καταστήματος και ως εκ τούτου απαιτείται η έκδοση νέας αδείας ίδρυσης και λειτουργίας. Επομένως η χωρίς την πιο πάνω άδεια της αρμόδιας αρχής, λειτουργία του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, στο οποίο επήλθε ουσιώδης τροποποίηση των υγειονομικών όρων λειτουργίας του, με την εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτρονικών υπολογιστών, συνιστά παράβαση των διατάξεων άρθρου 6 παρ. 5 και 55 της Α15/ 85777/83 Υγειονομικής διάταξης, η οποία τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, με τις προβλεπόμενες ποινές στη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 10 Ν. 2307/1995. Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ` αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: " ...Ο κατηγορούμενος, στη ... στις 21-2-2006, ως ιδιοκτήτης του επί της οδού... καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος "ΚΑΦΕΤΕΡΙΑ", με την επωνυμία "...", που λειτουργούσε δυνάμει της υπ'αριθμ. ...άδειας λειτουργίας του Δήμου... προέβη σε ουσιώδη τροποποίηση των υγειονομικών όρων λειτουργίας του, ήτοι τοποθέτησε και λειτουργούσε εντός αυτού είκοσι ένα (21) ηλεκτρονικούς υπολογιστές προσφέροντας υπηρεσίες διαδικτύου σε πελάτες του καταστήματος, μετατρέποντας έτσι το κατάστημα σε μικτή επιχείρηση ήτοι "ΚΑΦΕ - ΙΝΤΕΡΝΕΤ". Η ως άνω εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτρονικών υπολογιστών στο προαναφερόμενο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος από τον κατηγορούμενο, αποτελεί ουσιώδη τροποποίηση όρων λειτουργίας του καταστήματος, αφού η μικτή επιχείρηση στην οποία προσφέρονται και υπηρεσίες διαδικτύου, δεν προβλέπεται από την ήδη εκδοθείσα άδεια λειτουργίας του καταστήματος.
Συνεπώς, απαιτείται η έκδοση νέας άδειας ίδρυσης και λειτουργίας αυτού, την οποία όμως στην προκειμένη περίπτωση στερούνταν ο κατηγορούμενος". Με τις σκέψεις αυτές το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, με το ελαφρυντικό του άρ. 84 παρ.2β του ΠΚ, της πιο πάνω πράξεως, ήτοι, για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1, 27παρ.1, του ΠΚ, και των άρθρων 5, 6 παρ.5 και 55 της Α1β/8577/83 Υγειονομικής Διάταξης, σε συνδυασμό με το άρ.11 παρ.10 του Ν.2307/1995 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) ημερών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Κρίνοντας το Δικαστήριο της ουσίας κατά τον τρόπο αυτό, δηλαδή ότι στην εξεταζομένη υπόθεση δεν προβλέπεται από την προϋπάρχουσα άδεια λειτουργίας της καφετέριας, της οποίας ιδιοκτήτης είναι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, η λειτουργία μικτής επιχείρησης, στην οποία προσφέρονται και υπηρεσίες διαδικτύου και επομένως, θέτοντας αυτός σε λειτουργία εντός της καφετέριας, επιχείρηση προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου και τοποθετώντας στο εσωτερικό της 21 ηλεκτρονικούς υπολογιστές, που προσέφεραν υπηρεσίας διαδικτύου, προέβη, σε ουσιώδη τροποποίηση των υγειονομικών όρων λειτουργίας της καφετέριας και όφειλε να μεριμνήσει προηγουμένως για τον εφοδιασμό του με άδεια λειτουργίας μικτού καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, αφού δεν είχε προηγηθεί διαπίστωση της αρμόδιας Υγειονομικής Υπηρεσίας, ότι η μέλλουσα να γίνει τροποποίηση θα είχε ως συνέπεια τη βελτίωση των υγειονομικών συνθηκών λειτουργίας της καφετέριας και ότι, μη πράττοντας αυτό, τέλεσε τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις,δεν προέβη σε εσφαλμενη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι, "η ουσιώδης τροποποίηση" των υγειονομικών όρων λειτουργίας του έχοντος άδεια λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος αποτελεί "κατασκευή" και ότι αυτός κρίθηκε ένοχος για πράξη, η τέλεση της οποίας δεν προβλέπεται στο νόμο και δεν τιμωρείται ποινικώς, είναι αβάσιμες. Συνακόλουθα ο μοναδικός, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία των σχετικών διατάξεων, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-12-2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (με αρ. πρωτ. 10857/29-12-2008) του ..., κατοίκου ..., για αναίρεση της 36323/18.11.2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υγειονομική νομοθεσία. Λειτουργία καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος χωρίς την απαιτούμενη άδεια ίδρυσης και λειτουργίας. Απαιτείται νέα άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας και όταν επήλθε ουσιώδης τροποποίηση των υγειονομικών όρων λειτουργίας του, με την εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτρονικών υπολογιστών σε καφετέρια. Συνιστά παράβαση των διατάξεων άρθρου 6 παρ. 5 και 55 της Α15/ 85777/ 83 Υγειονομικής διάταξης, η οποία τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, με τις προβλεπόμενες ποινές στη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 10 Ν. 2307/ 1995. Λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Υγειονομική νομοθεσία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υγειονομική νομοθεσία.
| 2
|
Αριθμός 1508/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 81/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.
Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1375/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειο Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, με αριθμό 528/18-11-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 485 παρ. 1 και 528 παρ. 1 εδ. τελ. του ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 5/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 81/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και εκθέτω τα εξής: Με το ανωτέρω βούλευμα, απορρίφθηκε η από 16-5-2008 αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη υπέρ αυτού της διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση 1751/17-12-2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως. Η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον αιτούντα στις 29-7-2008, με δήλωσή του στον γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Ναυπλίου, παραδεκτώς, νομοτύπως και εμπροθέσμως (εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 23-7-2008) σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 484 και 528 παρ. 1 εδ. τελ. ΚΠΔ. Περιέχει δε ως λόγους αναιρέσεως την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧ ΝΑ' 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 507, ΑΠ 1240/2006 Π.Χ ΝΖ 438). Εξάλλου, η κατά τις διατάξεις των άρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της κατά το άρθρο 528 παρ. 1 ΚΠΔ απόφασης (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει την κατά το άρ. 525 παρ. 1 περ. 2 του ίδιου κώδικα αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, υπάρχει όταν εκτίθενται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη μη συνδρομή των απαιτουμένων για την επανάληψη της διαδικασίας νέων, κατά τα άνω, γεγονότων και αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, ο αναιρεσείων, ο οποίος με την απόφαση 1751/17-12-2002 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως, που έχει καταστεί αμετάκλητη (αφού η έφεση κατ'αυτής απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 931/04 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου για την οποία παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της αναίρεσης) καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο ετών και οκτώ μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, ψευδή ανώμοτη κατάθεση, ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση και απάτη κατ' εξακολούθηση, ζήτησε με την από 16-5-2008 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου την υπέρ αυτού επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την ως άνω καταδικαστική απόφαση, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του αρ. 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ, επικαλούμενος ως "νέα" στοιχεία, άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, μεταξύ άλλων, την αθωωτική γι' αυτόν 403/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο 81/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, το οποίο, αναφερόμενο παραδεκτά εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, για να καταλήξει στην κρίση του αυτή, αφού έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα από τον αιτούντα-αναιρεσείοντα στοιχεία, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: Με την παραπάνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως ο αιτών Χ καταδικάστηκε αμετάκλητα (η έφεση του κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 931/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου) επειδή: Α) στην ..., στις 29/8/1997, με εξαπάτηση πέτυχε να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς, περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και κατά τον παραπάνω χρόνο, με εξαπάτηση, δηλαδή με την εν γνώσει του ψευδή παράσταση προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Τρίπολης και προς το Συμβούλιο Πλημ/κών Τρίπολης ότι διαθέτει τις προϋποθέσεις του άρθρου 185 Κ.Π.Δ. και συγκεκριμένα ότι διαμένει μόνιμα στην έδρα του Συμβουλίου Πλημ/κών Τρίπολης και επί της οδού ... αριθμός ..., πέτυχε να εκδοθεί το με αριθμό 84/1997 βούλευμα του ως άνω Συμβουλίου, στο οποίο βεβαιώνεται αναληθώς ότι είναι μόνιμος κάτοικος ... και επομένως δύναται να ορισθεί ως πραγματογνώμονας και να συμπεριληφθεί στον σχετικό πίνακα, όπως και συνέβη, ενώ το αληθές είναι ότι δεν έχει μόνιμη κατοικία στην έδρα του Συμβουλίου. Β) Στην ..., στις 29/8/1997, αναφέρθηκε σε δημόσια αρχή εκθέτοντας εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω αναφερόμενο τόπο και κατά τον παραπάνω αναφερόμενο χρόνο, ανέφερε με αίτηση του προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Τρίπολης εν γνώσει του ψευδώς ότι διαμένει μόνιμα στην ... και επί της οδού ..., ενώ το αληθές είναι ότι δεν διαμένει στην ως άνω διεύθυνση. Γ) Στην ..., κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 του ΠΚ, που στα καθήκοντα του αναγόταν η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, με πρόθεση, βεβαίωσε ψευδώς σε τέτοια έγγραφα περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, στην ..., κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται παρακάτω, ενώ είχε την ιδιότητα του ιατροδικαστή, διορισμένου νόμιμα με το υπ' αριθμ. 84/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Τρίπολης, με το οποίο του είχε ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας και συγκεκριμένα η μετά τη διενέργεια ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης σύνταξη της σχετικής έκθεσης βεβαίωνε εν γνώσει του ψευδώς σε αυτές, ότι εξέτασε τους παρακάτω παθόντες και ότι αυτοί υπέστησαν σωματικές βλάβες, ενώ το αληθές είναι ότι ουδέποτε προέβη στην ιατροδικαστική εξέταση αυτών. Οι περιπτώσεις αυτές, με τις ημερομηνίες που φέρει κάθε φορά η ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη, καθώς και με τα ονόματα των παθόντων είναι οι παρακάτω: 1) 23-8-1998 ..., 2) 3-6-1998 ..., 3) 24-8-1998 ..., 4) 22-4-1998 ..., 5) 5-5-1998 ..., 6) 11-5-1998 ..., 7) 16-8-1998 ..., 8) 28-1-1998 ..., 9) 17-2-1998 ..., 10) 14-1-1998 ..., 11) 1-11-1999 ..., 12) 20-1-1998 ..., 13) 19-2-1998 ..., 14) 15-4-1998 ..., 15) 19-4-1998 ..., 16) 9-5-1998 ..., 17) 1-3-1998 ..., 18) 8-4-1998 ..., 19) 18-5-1998 ..., 20) 27-3-1998 ..., 21) 11-4-1998 ... . Δ) Στην ..., κατά τους χρόνους που αναφέρονται στην υπό στοιχείο (Γ) πράξη, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η ζημία δε που προξενήθηκε δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Την πράξη αυτή τέλεσε κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος καθώς και κατά συνήθεια, διότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Συγκεκριμένα, στους παραπάνω αναφερόμενους τόπους και κατά τους παραπάνω αναφερόμενους χρόνους (όπως αναγράφονται στην υπό στοιχείο (Γ) πράξη), με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, απευθυνόμενος προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και συγκεκριμένα τη Δ/νση Εντελλομένων Εξόδων, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς, στον αρμόδιο υπάλληλο, ότι διενήργησε τις ανατιθέμενες σε αυτόν νόμιμα ιατροδικαστικές πραγματογνωμοσύνες, συνυποβάλλοντας ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη και λοιπά απαιτούμενα δικαιολογητικά και έπεισε έτσι τους αρμόδιους υπαλλήλους να του καταβάλουν το ποσό των "40.000" δραχμών ή ευρώ "117,388" για καθεμία από αυτές, ενώ το αληθές είναι ότι ουδέποτε διενήργησε τις προαναφερόμενες πραγματογνωμοσύνες. Με τον τρόπο αυτό έβλαψε την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, προξενώντας του ζημιά το συνολικό ύψος της οποίας ανέρχεται στο ποσό των "840.000" δραχμών ή "2.464" ευρώ. Την πράξη αυτή τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια καθόσον, αφενός μεν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος αφετέρου δε από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Ο αιτών στην παραπάνω αίτηση του ζητά την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του επειδή: α) για αντίστοιχα άλλα εγκλήματα αθωώθηκε αμετάκλητα από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών με την 403/2007 απόφαση του, β) ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών με την από Β9/2001 διάταξη του έκρινε ότι μπορούν να συμπεριληφθούν στον πίνακα πραγματογνωμόνων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών άτομα που δεν κατοικούν στην περιφέρεια του, γ) ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την 178/2001 διάταξη του επικύρωσε την παραπάνω διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών απορρίπτοντας σχετική προσφυγή κατ' αυτής, δ) Τα βουλεύματα 280/202, 251/2002, 17/2002, 39/2002 και 103/2001 αντίστοιχα των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών Άμφισσας, Λαμίας, Θήβας, Λειβαδιάς και Σπάρτης που όρισαν πραγματογνώμονες άτομα που δεν διέμεναν στην περιφέρεια τους, ε) στις από 19-4-2002 καταθέσεις τους η ΑΑ και η ΒΒ βεβαιώνουν ότι αυτός είχε διαμονή στην ..., στ) στην από 15-6-2000 κατάθεση του ο ΓΓ βεβαιώνει ότι οι ιατροδικαστικές εκθέσεις μπορεί να γίνουν μόνο με βάση τα έγγραφα του νοσοκομείου χωρίς προσωπική εξέταση του ασθενή από τον ιατροδικαστή και ζ) ο ιατροδικαστής Αθηνών ... στην ... έκθεση του τήρησε όσα καταθέτει ο ΓΓ. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχει σχηματισθεί προκύπτει ότι: α) η απαλλακτική κρίση του Εφετείου Πατρών για άλλη αντίστοιχη συμπεριφορά του αιτούντα δεν αποτελεί νέο γεγονός που να δικαιολογεί την επανάληψη διαδικασίας β) τα αναφερόμενα στην παραπάνω αίτηση λοιπά στοιχεία (βουλεύματα των διαφόρων Συμβουλίων Πλημμελειοδικών, διατάξεις Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών Αθηνών, καταθέσεις ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, ιατροδικαστική έκθεση ...) όχι μόνο ήσαν στην διάθεση του αιτούντα κατά τον χρόνο της καταδίκης του αλλά προσκομίστηκαν από αυτόν στο δικαστήριο το οποίο τα ερεύνησε, τα αξιολόγησε και τα έλαβε υπόψη του όταν εξέδωσε την καταδικαστική του απόφαση. Με βάση τα δεδομένα αυτά και όσα παραπάνω (Π) εκτέθηκαν, οι θέσεις αυτές του κατ/νου δεν συνιστούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις που να δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας που ζητά και για το λόγο αυτό πρέπει η παραπάνω αίτηση του να απορριφθεί και να επιβληθούν σε αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 ΕΥΡΩ, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αυτό αντ. από το άρθρο 55 παρ.1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και την 58553/19-28.6.2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Με τις παραδοχές αυτές, βάσει των οποίων απερρίφθη, όπως ελέχθη, η αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την παραπάνω καταδικαστική απόφαση, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη μη συνδρομή των απαιτουμένων για την επανάληψη της διαδικασίας νέων γεγονότων και αποδείξεων, δεδομένου ότι, όπως ορθώς έκρινε η απαλλακτική απόφαση 403/2007 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών για άλλη αντίστοιχη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί νέο γεγονός, ενώ τα επικληθέντα από το αιτούντα ως "νέα" στοιχεία (βουλεύματα διαφόρων δικαστικών συμβουλίων, διατάξεις Εισαγγελέων, καταθέσεις μαρτύρων, ιατροδικαστική έκθεση) δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αφού προσκομίσθηκαν από τον αιτούντα στο δικαστήριο, το οποίο τα αξιολόγησε και τα έλαβε υπόψη του, όταν εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση. Επομένως, ο περί του αντιθέτου λόγος με τον οποίον ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, ο έτερος λόγος με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, στην οποία περιλαμβάνεται και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ή του βουλεύματος, είναι απαράδεκτος, αφού, όπως διατυπώνεται "η κρίση του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι δεν δύναται να εκτιμηθούν υπέρ του κατηγορουμένου "νέες νομολογιακές απόψεις" και κατ' επέκταση μεταγενέστερες εκδοθείσες υπέρ αυτού αθωωτικές αποφάσεις, αποτελεί εσφαλμένη ερμηνεία της εφαρμοσθείσας ποινικής διάταξης και έρχεται σε αντίθεση στην θεμελιώδη αρχή της επιείκειας υπέρ του κατηγορουμένου και της υπέρ αυτού πάντοτε εφαρμογής της ευνοϊκότερης διάταξης νόμου ή νομολογιακής θέσης" αμφισβητείται ευθέως η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, ενώ δεν προσδιορίζεται ποιά ακριβώς ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάστηκε και σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος. Κατ' ακολουθία αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί η από 29-7-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του 81/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 23 Οκτωβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμό 5 από 29 Ιουλίου 2008 αίτηση αναιρέσεως, του Χ, κατά του υπ' αριθμό 81/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία, η από 16-5-2008 αίτησή του, για την υπέρ αυτού επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμό 1751/17-12-2002 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και, κατά βουλεύματος, που υπόκειται σε αναίρεση, ( άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ), γι' αυτό πρέπει να γίνει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, "η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) ..., 2) αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, του αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του, κατά το άρθρο 528 παρ.1 Κ.Π.Δ, βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει την κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του ίδιου Κώδικα, αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, υπάρχει όταν εκτίθεται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη μη συνδρομή των απαιτουμένων για την επανάληψη της διαδικασίας νέων, κατά τα ως άνω, γεγονότων και αποδείξεων. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τριπόλεως, με την υπ' αριθμό 1751/2002 απόφασή του, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού με την υπ' αριθμό 931/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον ήδη αναιρεσείοντα έφεσή, ως ανυποστήρικτη, ενώ παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατά της εν λόγω εφετειακής αποφάσεως, κήρυξε ένοχο αυτόν και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης 2 ετών και 8 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,4 ευρώ την ημέρα, για τις πράξεις της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως, της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατ' εξακολούθηση. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων, ζήτησε με την από 16-5-2008 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου την υπέρ αυτού επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την ως άνω καταδικαστική απόφαση, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 525 παρ.1 περ. 2 του Κ.Π.Δ, επικαλούμενος ως νέα στοιχεία, άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, μεταξύ άλλων, την αθωωτική γι' αυτόν 403/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Η αίτησή του δε αυτή απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο 81/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, το οποίο, αναφερόμενο παραδεκτά εξ' ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, για να καταλήξει στην κρίση του αυτή, αφού έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα από τον αιτούντα-αναιρεσείοντα στοιχεία, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 1751/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως ο αιτών Χ καταδικάσθηκε αμετάκλητα (η έφεσή του κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 931/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου) επειδή: Α) στην ..., στις 29/8/1997, με εξαπάτηση πέτυχε να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς, περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και κατά τον παραπάνω χρόνο, με εξαπάτηση, δηλαδή με την εν γνώσει του ψευδή παράσταση προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Τρίπολης και προς το Συμβούλιο Πλημ/κών Τρίπολης ότι διαθέτει τις προϋποθέσεις του άρθρου 185 Κ.Π.Δ. και συγκεκριμένα ότι διαμένει μόνιμα στην έδρα του Συμβουλίου Πλημ/κών Τρίπολης και επί της οδού ... αριθμός ..., πέτυχε να εκδοθεί το με αριθμό 84/1997 βούλευμα του ως άνω Συμβουλίου, στο οποίο βεβαιώνεται αναληθώς ότι είναι μόνιμος κάτοικος ... και επομένως δύναται να ορισθεί ως πραγματογνώμονας και να συμπεριληφθεί στον σχετικό πίνακα, όπως και συνέβη, ενώ το αληθές είναι ότι δεν έχει μόνιμη κατοικία στην έδρα του Συμβουλίου. Β) Στην ..., στις 29/8/1997, αναφέρθηκε σε δημόσια αρχή εκθέτοντας εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω αναφερόμενο τόπο και κατά τον παραπάνω αναφερόμενο χρόνο, ανέφερε με αίτηση του προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Τρίπολης εν γνώσει του ψευδώς ότι διαμένει μόνιμα στην ... και επί της οδού ..., ενώ το αληθές είναι ότι δεν διαμένει στην ως άνω διεύθυνση. Γ) Στην ..., κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 του ΠΚ, που στα καθήκοντα του αναγόταν η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, με πρόθεση, βεβαίωσε ψευδώς σε τέτοια έγγραφα περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, στην ..., κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται παρακάτω, ενώ είχε την ιδιότητα του ιατροδικαστή, διορισμένου νόμιμα με το υπ' αριθμ. 84/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Τρίπολης, με το οποίο του είχε ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας και συγκεκριμένα η μετά τη διενέργεια ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης σύνταξη της σχετικής έκθεσης βεβαίωνε εν γνώσει του ψευδώς σε αυτές, ότι εξέτασε τους παρακάτω παθόντες και ότι αυτοί υπέστησαν σωματικές βλάβες, ενώ το αληθές είναι ότι ουδέποτε προέβη στην ιατροδικαστική εξέταση αυτών. Οι περιπτώσεις αυτές, με τις ημερομηνίες που φέρει κάθε φορά η ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη, καθώς και με τα ονόματα των παθόντων είναι οι παρακάτω: 1) 23-8-1998 ..., 2) 3-6-1998 ..., 3) 24-8-1998 ..., 4) 22-4-1998 ..., 5) 5-5-1998 ..., 6) 11-5-1998 ..., 7) 16-8-1998 ..., 8) 28-1-1998 ..., 9) 17-2- 1998 ..., 10) 14-1-1998 ..., 11) 1-11-1999 ..., 12) 20-1-1998 ..., 13) 19-2-1998 ..., 14) 15-4-1998 ..., 15) 19-4-1998 ..., 16) 9-5-1998 ..., 17) 1-3-1998 ..., 18) 8-4-1998 ..., 19) 18-5-1998 ..., 20) 27-3-1998 ..., 21) 11-4-1998 ... . Δ) Στην ..., κατά τους χρόνους που αναφέρονται στην υπό στοιχείο (Γ) πράξη, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η ζημία δε που προξενήθηκε δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Την πράξη αυτή τέλεσε κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος καθώς και κατά συνήθεια, διότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Συγκεκριμένα, στους παραπάνω αναφερόμενους τόπους και κατά τους παραπάνω αναφερόμενους χρόνους (όπως αναγράφονται στην υπό στοιχείο (Γ) πράξη), με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, απευθυνόμενος προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και συγκεκριμένα τη Δ/νση Εντελλομένων Εξόδων, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς, στον αρμόδιο υπάλληλο, ότι διενήργησε τις ανατιθέμενες σε αυτόν νόμιμα ιατροδικαστικές πραγματογνωμοσύνες, συνυποβάλλοντας ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη και λοιπά απαιτούμενα δικαιολογητικά και έπεισε έτσι τους αρμόδιους υπαλλήλους να του καταβάλουν το ποσό των "40.000" δραχμών ή ευρώ "117,388" για καθεμία από αυτές, ενώ το αληθές είναι ότι ουδέποτε διενήργησε τις προαναφερόμενες πραγματογνωμοσύνες. Με τον τρόπο αυτό έβλαψε την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, προξενώντας του ζημιά το συνολικό ύψος της οποίας ανέρχεται στο ποσό των "840.000" δραχμών ή "2.464" ευρώ. Την πράξη αυτή τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια καθόσον, αφενός μεν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος αφετέρου δε από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Ο αιτών στην παραπάνω αίτηση του ζητά την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του επειδή: α) για αντίστοιχα άλλα εγκλήματα αθωώθηκε αμετάκλητα από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών με την 403/2007 απόφαση του, β) ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών με την από Β9/2001 διάταξη του έκρινε ότι μπορούν να συμπεριληφθούν στον πίνακα πραγματογνωμόνων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών άτομα που δεν κατοικούν στην περιφέρεια του, γ) ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την 178/2001 διάταξη του επικύρωσε την παραπάνω διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών απορρίπτοντας σχετική προσφυγή κατ' αυτής, δ) Τα βουλεύματα 280/202, 251/2002, 17/2002, 39/2002 και 103/2001 αντίστοιχα των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών Άμφισσας, Λαμίας, Θήβας, Λειβαδιάς και Σπάρτης που όρισαν πραγματογνώμονες άτομα που δεν διέμεναν στην περιφέρεια τους, ε) στις από 19-4-2002 καταθέσεις τους η ΑΑ και η ΒΒ βεβαιώνουν ότι αυτός είχε διαμονή στην ..., στ) στην από 15-6-2000 κατάθεση του ο ΓΓ βεβαιώνει ότι οι ιατροδικαστικές εκθέσεις μπορεί να γίνουν μόνο με βάση τα έγγραφα του νοσοκομείου χωρίς προσωπική εξέταση του ασθενή από τον ιατροδικαστή και ζ) ο ιατροδικαστής Αθηνών ... στην ... έκθεση του τήρησε όσα καταθέτει ο ΓΓ. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχει σχηματισθεί προκύπτει ότι: α) η απαλλακτική κρίση του Εφετείου Πατρών για άλλη αντίστοιχη συμπεριφορά του αιτούντα δεν αποτελεί νέο γεγονός που να δικαιολογεί την επανάληψη διαδικασίας β) τα αναφερόμενα στην παραπάνω αίτηση λοιπά στοιχεία (βουλεύματα των διαφόρων Συμβουλίων Πλημμελειοδικών, διατάξεις Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών Αθηνών, καταθέσεις ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, ιατροδικαστική έκθεση ...) όχι μόνο ήσαν στην διάθεση του αιτούντα κατά τον χρόνο της καταδίκης του αλλά προσκομίστηκαν από αυτόν στο δικαστήριο το οποίο τα ερεύνησε, τα αξιολόγησε και τα έλαβε υπόψη του όταν εξέδωσε την καταδικαστική του απόφαση. Με βάση τα δεδομένα αυτά και όσα παραπάνω (Π) εκτέθηκαν, οι θέσεις αυτές του κατ/νου δεν συνιστούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις που να δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας που ζητά και για το λόγο. αυτό πρέπει η παραπάνω αίτηση του να απορριφθεί ...". Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος, για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την πιο πάνω καταδικαστική απόφαση. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την πιο πάνω κρίση του, για τη μη συνδρομή των αναγκαίων για την επανάληψη της διαδικασίας νέων γεγονότων και αποδείξεων. Ειδικότερα, αναφέρεται στην αιτιολογία του βουλεύματος ότι η υπ' αριθμό 403/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία κρίθηκε αθώος ο ήδη αναιρεσείων, για παρόμοια αξιόποινη συμπεριφορά του, δεν αποτελεί νέο γεγονός, που να δικαιολογεί την επανάληψη της διαδικασίας, ενώ όσα αποδεικτικά στοιχεία αυτός επικαλέστηκε, ως νέα στοιχεία και συγκεκριμένα διάφορα βουλεύματα ή εισαγγελικές διατάξεις, ή μαρτυρικές καταθέσεις και τέλος διάφορες ιατροδικαστικές εκθέσεις, είχαν τεθεί υπόψη των δικαστών που εξέδωσαν την καταδικαστική γι' αυτόν απόφαση, αφού με επιμέλεια του ιδίου είχαν προσκομιστεί και αξιολογήθηκαν από το δικαστήριο εκείνο που εξέδωσε την εν λόγω (καταδικαστική) απόφασή του.
Συνεπώς, η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος, με την οποία πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας,( άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Περαιτέρω, με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Προς θεμελίωση δε της ως άνω αιτήσεώς του, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, τα ακόλουθα: ότι "η κρίση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ότι δεν δύναται να εκτιμηθούν υπέρ του κατηγορουμένου νέες νομολογιακές απόψεις και κατ' επέκταση μεταγενέστερες εκδοθείσες υπέρ αυτού αθωωτικές αποφάσεις, έρχεται σε αντίθεση με τη θεμελιώδη αρχή της επιείκειας υπέρ του κατηγορουμένου και της υπέρ αυτού πάντοτε εφαρμογής της ευνοϊκότερης διάταξης νόμου ή νομολογιακής θέσης". Όπως, όμως, διατυπώνεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Τούτο, όχι μόνο, γιατί δεν προσδιορίζεται ποια συγκεκριμένη ουσιαστική ποινική διάταξη εσφαλμένα ερμηνεύθηκε ή εφαρμόστηκε, αλλά και για το λόγο ότι δεν συνιστά τον, από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β του Κ.ΠΔ, λόγο αναιρέσεως, το γεγονός που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι δηλαδή επακολούθησαν της άνω καταδικαστικής αποφάσεως, άλλες απαλλακτικές για τον ίδιο αποφάσεις, χωρίς στην συγκεκριμένη περίπτωση να έρχεται η καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου σε αντίθεση προς την αρχή της επιείκειας. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-7-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ... για αναίρεση του υπ' αριθμό 81/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, περί επαναλήψεως της διαδικασίας, για την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτία, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 1751/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά βουλεύματος που απέρριψε την αίτηση για επανάληψη διαδικασίας 525 επ. ΚΠΔ, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αιτήσεως. Απαιτούνται νέα, άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1493/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη, περί αναιρέσεως της 13356/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσουκαλά.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Αυγούστου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1414/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού πιο πάνω εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας απαιτείται αντικειμενική μεν αλλοτριότητα του πράγματος, η οποία κρίνεται κατά της περί κυριότητας διατάξεις του Α.Κ., υποκειμενικώς δε γνώση και θέληση (ή αποδοχή) της καταστροφής ή βλάβης κ.λ.π. του πράγματος αυτού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την πληττόμενη 13356/2008 απόφαση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρονται τα εξής: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία, γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα και τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι διαπράττει την αξιόποινη αυτή πράξη, στη ..., στις 30-3-2004, με πρόθεση προξένησε φθορά ξένης ιδιοκτησίας και πιο συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια συμπλοκής με τον εγκαλούντα Ψ, με τον οποίο είχε διαφορές από παλιά, του έσκισε το πουκάμισο που φορούσε και του τράβηξε την αλυσίδα, που ο εγκαλών είχε στο λαιμό του και από την οποία κρεμόταν ένας χρυσός σταυρός, με αποτέλεσμα να σπάσει η αλυσίδα και να χαθεί ο σταυρός, ο οποίος μάλιστα είχε συναισθηματική αξία για τον εγκαλούντα, αφού ήταν δώρο της γιαγιάς του. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος." Με βάση τις παραδοχές αυτές, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ως άνω πράξεως και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) ημερών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστικού ποινικού δικαίου διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 του Π.Κ., που εφάρμοσε και την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ ειδικότερες αιτιάσεις, τις οποίες ο αναιρεσείων προβάλλει, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι 1) με την 29068/2007 παρεμπίπτουσα απόφαση, την οποία εξέδωσε το Δικαστήριο την 13-12-2007, ανέβαλε, δίχως αιτιολογία, την εκδίκαση της υπόθεσης για την 17-6-2008, κατά την οποία εκδόθηκε η πληττόμενη καταδικαστική απόφαση, προκειμένου να εξετασθεί ο πολιτικώς ενάγων 2) δεν αιτιολογείται με την απόφαση η μη σύνταξη των πρακτικών της συνεδριάσεως της 13/12/2007 και η απόρριψη του αιτήματος του να καταχωρισθεί στα πρακτικά η έλλειψη αυτή και 3) το σκεπτικό της απόφασης αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, είναι αβάσιμες, διότι, 1) ανεξαρτήτως του ότι η απόφαση αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις ανάγεται στην κυριαρχική εξουσία του Δικαστηρίου, η επικαλουμένη έλλειψη αιτιολογίας αφορά προηγούμενη αναβλητική απόφαση, μετά την οποία συζητήθηκε εκ νέου η υπόθεση και εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, οι πλημμέλειες της οποίας και μόνο προκαλούν ακυρότητες και θεμελιώνουν λόγους αναιρέσεως, 2) η δεύτερη στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει, ότι υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα και 3) τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο σκεπτικό ταυτίζονται με εκείνα που αναφέρονται στο διατακτικό, πλην όμως στηρίζουν επαρκώς τις παραδοχές της απόφασης. Τέλος, ως προς το μέρος του, με το οποίο, με την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος. Αν κάποιος διάδικος και ιδίως ο κατηγορούμενος ζήτησε την καταχώρηση δήλωσης, ερώτησης στα πρακτικά και ο διευθύνων τη συζήτηση αρνήθηκε, δεν δημιουργείται εντεύθεν ακυρότητα της διαδικασίας για έλλειψη ακρόασης, εκτός εάν ο διάδικος προσέφυγε στο Δικαστήριο και τούτο δεν απάντησε ή αδικαιολόγητα αρνήθηκε την καταχώρηση στα πρακτικά. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 141 παρ.3 του Κ.Π.Δ., τα πρακτικά, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναφέρονται σ' αυτά. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 38, 141 παρ. 3 και 338 ΚΠΔ, αν κατά την ποινική δίκη προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο που προσκομίσθηκε, αποδίδεται δε η πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο, διαβιβάζεται στον αρμόδιο εισαγγελέα αντίγραφο των σχετικών πρακτικών μετά του προσβληθέντος ως πλαστού εγγράφου, αν δε, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το έγγραφο είναι αναγκαίο προς απόφαση επί της κυρίας υποθέσεως, το δικαστήριο αναβάλλει τη δίκη ως ότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία, χωρίς να ερευνήσει το υποστατό της κατηγορίας. Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 338 του ίδιου Κώδικα μπορεί να έχει εφαρμογή και ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν προσβάλλονται, για πλαστότητα τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, εφόσον αυτή (πλαστότητα) συνδέεται με λόγο αναίρεσης, που αναφέρεται σε νομική πλημμέλεια που ελέγχεται αναιρετικώς. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων επικαλείται την, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ., σχετική ακυρότητα που προκλήθηκε στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, από την άρνηση του Δικαστηρίου να καταχωρήσει στα πρακτικά δήλωση του σχετικά με τη μη σύνταξη μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και σε κάθε περίπτωση μη επισύναψη στο φάκελο της δικογραφίας των πρακτικών του, της συνεδρίασης της 13ης-12-2007, κατά την οποία εκδόθηκε η συνπροσβαλλόμενη, με αριθμό 29068/2007, προπαρασκευαστική απόφαση του. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσβάλλει, κατά το μέρος αυτό, ως πλαστά τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δίχως όμως, όπως είχε υποχρέωση, να προσδιορίζει τον πλαστογράφο και να επικαλείται τα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη της πλαστότητας. Από την επισκόπηση των πρακτικών της πληττόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε το παραπάνω αίτημα και εφόσον ο ισχυρισμός για την πλαστότητα των πρακτικών υποβλήθηκε αορίστως και συνεπώς είναι απαράδεκτος, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Απαράδεκτη και συνεπώς απορριπτέα είναι και η ειδικότερη αιτίαση, που προβάλλεται με τον ίδιο λόγο, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα, από τη μη καθαρογραφή των πρακτικών, μέσα σε οκτώ ημέρες, διότι η υπέρβαση του 8ήμερου που τάσσεται από το άρθρο. 142 § 2 του Κ.Π.Δ. για την καθαρογραφή τους, δεν επιφέρει κάποια ακυρότητα.
Από τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 ΚΠΔ, προκύπτει ότι σε πταίσματα ή πλημμελήματα αν, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως μπορεί να εκπροσωπηθεί δια συνηγόρου, ο οποίος ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Η εκπροσώπηση, όμως αυτή δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 του ΚΠΔ απολογία του κατηγορουμένου, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, πρέπει δε να δίδεται από τον ίδιο και όχι από τον εκπροσωπούντα αυτόν, ο οποίος δεν αποκτά από την ιδιότητα του αυτή και την ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να απολογηθεί γι' αυτόν και να απαντά στις ερωτήσεις αντί γι' αυτόν.
Συνεπώς, εφόσον από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση στο ακροατήριο, έδωσε, τελευταία, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, στο συνήγορο του αναιρεσείοντος, στον οποίο το Δικαστήριο είχε επιτρέψει να εκπροσωπήσει τον απόντα κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, το λόγο και ανέπτυξε τις απόψεις του, ως προς την ενοχή του εκπροσωπουμένου, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, η οποία να δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προβάλλονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά την ειδικότερη αιτίαση, ότι δεν δόθηκε σ' αυτόν ο λόγος, μετά την εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η παραπάνω, παρεμπίπτουσα, (κατά το άρθρο 352 Κ.Π.Δ), απόφαση του είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, προκύπτει δε από τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 ΚΠΔ, κατά τη, μετά από αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης για νέες αποδείξεις, δικάσιμο, η υπόθεση συζητείται εκ νέου, καθ' ολοκληρίαν και συνεπώς μόνο η κατά την νέα εκδίκαση της υπόθεσης προκληθείσα ακυρότητα στο ακροατήριο, θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως. Τέλος και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ, τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Δικαστήριο με την παρεμπίπτουσα απόφαση του, δίχως να συντρέχει νόμιμος λόγος, ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης προκειμένου να προσέλθει και εξετασθεί ο πολιτικώς ενάγων και μάλιστα όρισε αυτήν σε χρόνο μεγαλύτερο των 60 ημερών, από την ημέρα της αναβολής, είναι απαράδεκτος, διότι, με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναβλητική απόφαση, η τυχόν πλημμέλεια της οποίας δεν προκαλεί ακυρότητα της καταδικαστικής επί της ουσίας απόφασης, ανεξαρτήτως του ότι η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου είναι κυριαρχική και ακόμη δεν προκαλείται κάποια ακυρότητα από τον προσδιορισμό εκδίκασης της εκτός της 60ημέρου προθεσμίας. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολο της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Αυγούστου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση των 13356/2008 (τελεσίδικης) και 29068/2007 (παρεμπίπτουσας) αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, την οποία προσδιορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης που αφορούν πλημμέλειες αναβλητικής απόφασης, μετά την οποία και εκ νέου συζήτηση εκδόθηκε η καταδικαστική. Αόριστος ο λόγος για την πλαστότητα των πρακτικών. Απορρίπτει.
|
Φθορά ξένης ιδιοκτησίας
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
| 0
|
Αριθμός 1492/2000
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009 προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους 1)... Δικηγόρο Αθηνών, 2)...., Πρόεδρο Εφετών Αθηνών, 3)..., Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 4)..., Πρόεδρο Εφετών Αθηνών, 5)...., Αστυνομικό, 6)..., Αστυνομικό, 7)..., Δικαστική Υπάλληλο Εφετείου Αθηνών, 8)..., τέως Εφέτη Αθηνών και 9)..., Συμβολαιογράφο. Και εγκαλούντα : τον Ψ1 κάτοικο ....
Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 26/16-1-2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 107/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 155/29-4-2009 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας την από 27-9-2007 έγκληση και την εν συνεχεία αυτής υπ'αριθ. 11/2009 προσφυγή του Ψ1 κατοίκου .... κατά των α) ..., β) ..., γ) ... δ) ..., ε) ..., στ) ..., ζ) ..., η) ... και θ) ... και εκθέτω τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 § ιγ' Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο 'Αρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως, πρέπει, να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, αφού γι'αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος (ΑΠ 766/2007).
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ο Ψ1 με την από 27-9-2007 έγκλησή του, κατήγγειλε τους παραπάνω, εκ των οποίων η πέμπτη και η έκτη είναι Πρόεδροι Εφετών και υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών και η όγδοη Εισαγγελέας Εφετών και υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, για τις αξιόποινες πράξεις α) της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως από κοινού, β) της κατάχρησης εξουσίας, γ) της παράβασης καθήκοντος, δ) της δωροδοκίας δικαστή και ε) της υπόθαλψης εγκληματία (άρθρα 45, 94 παρ. 1, 220 παρ. 1 , 239, 259, 237 και 231 Π.Κ.). Με την υπ'αριθ. ΕΓ37-07/441/29Δ/08 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η πιο πάνω έγκληση (άρθρο 47 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Κατά της διατάξεως αυτής άσκησε ο προσφεύγων την υπ'αριθ. 11/2009 προσφυγή του. Με το υπ'αριθ. πρωτ. 26/2009 έγγραφό του, ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, αφού αναφέρει ότι οι με αριθμό Ιε, στ' εγκαλούμενοι είναι Πρόεδροι Εφετών Αθηνών και υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών και Ιθ'' Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών και υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, ζητεί τον καθορισμό αρμοδιότητας κατ'άρθρο 136 στοιχ. ε' Κ.Π.Δ. Ενόψει των ανωτέρω, συντρέχει νόμιμη περίπτωση, αφού οι εκ των εγκαλουμένων, παραπάνω με αριθμό Ιε', στ' και θ' είναι δικαστικοί λειτουργοί (άρθρο 136 στοιχ. ε' Κ.Π.Δ.) και υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών και Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως στο σύνολό της, όχι σε ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο, αφού κατά των εγκαλουμένων δεν έχει ασκηθεί καν ποινική δίωξη, αλλά στις Εισαγγελικές, Ανακριτικές και δικαστικές Αρχές άλλου δικαστηρίου και ως τέτοιες πρέπει να ορισθούν αυτές της Εισαγγελίας Εφετών Πειραιά και του Εφετείου Πειραιά.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να παραπεμφθεί η από 27-9-2007 έγκληση και η εν συνεχεία αυτής υπ'αριθ. 11/2009 προσφυγή του εγκαλούντος Ψ1 και κατά των Προέδρων Εφετών Αθηνών ... και ... και της Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ..., από τις Εισαγγελικές και λοιπές Ανακριτικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών, σ' αυτές του Εφετείου Πειραιά.
Αθήνα 17 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, που έχει το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ιδίου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι, η παραπομπή της υπόθεσης πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, αφού και για αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι, με την υπ αριθ. ΕΓ37-07/441/29Δ/08 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών απορρίφθηκε η από 27-9-2007 (ορθόν 21-8-2007) έγκληση του Ψ1 η οποία στρέφεται και κατά των ..., ..., Προέδρων Εφετών Αθηνών και ..., Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Κατά της διάταξης αυτής ο εγκαλών άσκησε την υπ' αριθ. 11/2009 προσφυγή του, σύμφωνα με το άρθρο 48 του ΚΠΔ στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ανακύπτει συνεπώς ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητος λόγω του ότι οι ανωτέρω εγκαλούμενες δικαστικοί λειτουργοί υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών οι δύο πρώτες και στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών η τελευταία.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η με αριθ. 26/2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών περί καθορισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή και ορισθεί αρμόδιος να αποφανθεί επί της άνω προσφυγής ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιά καθώς και οι αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά, ως και οι αντίστοιχες εισαγγελικές αρχές, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιο να αποφανθεί επί της υπ. αριθ. 11/ 2009 προσφυγής του Ψ1 κατοίκου ... κατά της υπ. αριθ. ΕΓ37-07/441/29Δ/08 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά και τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά και τις αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Ποιο συμβούλιο αποφασίζει. Η παραπομπή καταλαμβάνει και το στάδιο της προδικασίας, αφού συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος (εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας του δικαστικού λειτουργού). Ορίζει αρμόδιο τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά και τις δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά και τις αντίστοιχες εισαγγελικές αρχές.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 1491/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1116/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 119/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 92/12.03.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"1- Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 485 παρ. 1 ΚΠΔ, τη 2/7-1-2009 αίτηση αναιρέσεως του κρατουμένου Γ. Μ. του Α., που άσκησε ενώπιον της Διευθύντριας του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού, στο οποίο εκτίει ποινή κάθειρξης εννέα ετών, κατά του 1116/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Πειραιώς, το οποίο απέρριψε την προσφυγή του κατά της 64/08 αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου της παραπάνω Φυλακής για χορήγηση τακτικής άδειας απουσίας από το Κατάστημα, και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα:
2- Κατά το άρθρο 476 παρ. 1, (όπως αντικατ. με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/96), όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
3- Στο άρθρο 54 του Σωφρονιστικού Κώδικα [Ν. 2776/99] ορίζεται 1-Στους κρατουμένους χορηγούνται τακτικές, έκτακτες και εκπαιδευτικές άδειες απουσίας από τα καταστήματα κράτησης, σύμφωνα με τις επόμενες διατάξεις. 5-Η απόρριψη αίτησης για χορήγηση αδείας γίνεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του αρμόδιου οργάνου. 6-Σε περίπτωση δεύτερης συνεχόμενης απόρριψης της αίτησης χορήγησης αδείας, ο κρατούμενος δικαιούται να προσφύγει στο δικαστήριο εκτέλεσης ποινών ως συμβούλιο, μέσα σε δέκα ημέρες από την κοινοποίηση σ' αυτόν της απορριπτικής αποφάσεως, ενώ στο άρθρο 55 παρ. 2 ορίζεται: η τακτική άδεια χορηγείται από το Συμβούλιο του άρθρου 70 παρ. 1 του παρόντος μετά από αίτηση του καταδίκου.
Στο άρθρο 70 παρ. 1 ορίζεται: Σε κάθε κατάστημα λειτουργεί Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο απονέμει τις αμοιβές και επιβάλλει πειθαρχικές κυρώσεις και αποφασίζει για κάθε άλλο ζήτημα που προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις του παρόντος κώδικα. Στο άρθρο 71 παρ. 1 ορίζεται: Προσφυγή του κρατουμένου κατά των αποφάσεων του Πειθαρχικού Συμβουλίου κατατίθεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε ημερών στο Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών, το οποίο την εκδικάζει και αποφαίνεται αμετάκλητα, ενώ στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 87 παρ. 1 ορίζεται: Όπου στον παρόντα νόμο αναφέρεται Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών, τις αντίστοιχες αρμοδιότητες ασκεί μέχρι τη νομοθετική θέσπιση του οργάνου αυτού, το Συμβούλιο Πλημμ/κών του τόπου έκτισης της ποινής.
Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό λαμβανόμενες, συνάγεται ότι οι αποφάσεις του Συμβουλίου Πλημμ/κών, που δικάζει ως προσωρινό Δικαστήριο Εκτελέσεως Ποινών προσφυγές του κρατουμένου κατά των αποφάσεων του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Φυλακών, είναι αμετάκλητες. [ΑΠ. 2186/05 Π.ΛΟΓ. 05/1997].
4- Στην προκειμένη περίπτωση ο κρατούμενος Γ. Μ. του Α. ασκεί την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά του 1116/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Πειραιώς, το οποίο απέρριψε την προσφυγή του κατά της 64/08 αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Φυλακών Κορυδαλλού, το οποίο είχε απορρίψει την αίτησή του για χορήγηση τακτικής άδειας απουσίας οκτώ ημερών.
Η αίτηση αναίρεσης αυτή είναι απαράδεκτη, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 71 παρ. 7 του ν. 2776/1999 και 463 εδ. α, 476 παρ. 1 και 482 παρ. 1 ΚΠΔ.
5- Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, όπως στο διατακτικό (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να απορριφθεί η 2/7-1-2009 αίτηση αναιρέσεως του κρατουμένου Γ. Μ. του Α., που άσκησε ενώπιον της Διευθύντριας του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού, στο οποίο εκτίει ποινή κάθειρξης εννέα ετών, κατά του 1116/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Πειραιώς. Και
Β- Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των 220 €.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 70 παρ. 1 ν. 2776/1999 (Σωφρονιστικός Κώδικας), σε κάθε κατάστημα λειτουργεί Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο απονέμει τις αμοιβές και επιβάλλει πειθαρχικές κυρώσεις και αποφασίζει για κάθε άλλο ζήτημα, που προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Κατά δε το άρθρο 54 εδ. 1 του ίδιου Κώδικα στους κρατουμένους χορηγούνται τακτικές, έκτακτες και εκπαιδευτικές άδειες απουσίας από τα καταστήματα κράτησης, σύμφωνα με τις επόμενες διατάξεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 55 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, η τακτική άδεια χορηγείται από το Συμβούλιο του άρθρου 70 παρ. 1 του παρόντος, μετά από αίτηση του καταδίκου, ενώ κατά το άρθρο 54 εδ. 6 σε περίπτωση δεύτερης συνεχόμενης απόρριψης της αίτησης χορήγησης αδείας, ο κρατούμενος δικαιούται να προσφύγει στο δικαστήριο εκτέλεσης ποινών ως συμβούλιο ... Τέλος, κατά το άρθρο 71 παρ. 7 του ιδίου Κώδικα, προσφυγή του κρατουμένου κατά των αποφάσεων του Πειθαρχικού Συμβουλίου κατατίθεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε ημερών στο Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών, το οποίο την εκδικάζει και αποφαίνεται αμετάκλητα, ενώ κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 87 παρ. 1 του Κώδικα τούτου, όπου στον παρόντα νόμο αναφέρεται Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών, τις αντίστοιχες αρμοδιότητες ασκεί, μέχρι τη νομοθετική θέσπιση του οργάνου αυτού το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. Από τη διάταξη του άνω άρθρου 71 παρ. 7 συνάγεται ότι οι αποφάσεις του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που δικάζει προσφυγές του κρατουμένου κατά των αποφάσεων του Πειθαρχικού Συμβουλίου των φυλακών, είναι αμετάκλητες (ΑΠ 2186/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ. αριθ. 2/7-1-2009 αίτηση, ο κρατούμενος στο νοσοκομείο κρατουμένων Κορυδαλλού Γ. Μ. του Α., ζητεί για τους εις αυτήν αναφερομένους λόγους την αναίρεση του 1116/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο απέρριψε την 45/10-11-2008 προσφυγή του κατά της 64/2008 αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου των φυλακών Κορυδαλλού, με την οποία απορρίφθηκε αίτησή του για χορήγηση τακτικής αδείας απουσίας οκτώ (8) ημερών. Η αίτηση αυτή στρέφεται κατά βουλεύματος, το οποίο κατά την άνω διάταξη του άρθρου 71 παρ. 7 του ν. 2776/1999 είναι αμετάκλητο και δεν υπόκειται σε αναίρεση. Επομένως και αφού κατά την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του αρμόδιου γραμματέα ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, πρέπει, κατ' εφαρμογή των άρθρων 476 παρ. 1 και 482 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 2/7-1-2009 αίτηση του Γ. Μ. του Α., κρατουμένου στο νοσοκομείο κρατουμένων Κορυδαλλού για αναίρεση του 1116/ 2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωφρονιστικός κώδικας. Άδειες κρατουμένων. Προσφυγή κατά απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Δικαστήριο εκτέλεσης ποινών. Τις αρμοδιότητές του ασκεί το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, το οποίο αποφαίνεται αμετάκλητα. Το βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση. Απορρίπτει αίτηση.
|
Κράτηση προσωρινή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Κράτηση προσωρινή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1490/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 516/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 364/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 132/9.4.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 27 Φεβρουαρίου 2009 αίτησιν αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., οδός ...., κατά της υπ'αριθμ. 516/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονικης και εκθέτομεν τα εξής:
Εκ των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ'αποφάσεως εκδοθείσης παρόντος του κατηγορουμένου είναι δεκαήμερος και αρχίζει από της καταχωρίσεως της αποφάσεως καθαρογραφημένης εις το ειδικόν βιβλίον, που τηρείται εις την γραμματείαν του ποινικού δικαστηρίου (Α.Π. 1361/2007 Ποιν Δικ 2008 σελ. 264 κ.ά.). Παρών θεωρείται και ο εκπροσωπηθείς υπό του πληρεξουσίου του δικηγόρου κατηγορούμενος (Α.Π. 1711/2005 Ποιν Δικ 2006 σελ. 394 κ.ά.). Περαιτέρω εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικον μέσον οφείλει να αναφέρη εις την έκθεσιν ασκήσεως αυτού, τον λόγον που δικαιολογεί την εκπρόθεσμον άσκησίν του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρημποδίσθη εις την εμπρόθεσμον άσκησίν του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά των, άλλως το ένδικον μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτον (Α.Π. 1942/2008 ΝοΒ 56 σελ. 1917 κ.ά.). Εκ της αυτής ως άνω διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εις την έκθεσιν ασκήσεως ενδίκου μέσου πρέπει να εκτίθενται σαφώς και ωρισμένως οι λόγοι αναιρέσεως, αφού οι αόριστοι λόγοι καθιστούν την αίτησιν αναιρέσεως απαράδεκτον (Α.Π. 325/2007 Ποιν Δικ 2007 σελ. 1068 κ.ά.). Ειδικώτερον ως προς τον λόγον αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας πρέπει να προσδιορίζεται εις τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψις αυτή, ποίαι είναι αι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειαι εις την αιτιολογίαν της αποφάσεως ή αι αντιφατικαί αιτιολογίαι της εν σχέσει με τας παραδοχάς της ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπ'όψιν ή δεν εξετιμήθησαν υπό του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 27/2008 Ποιν Δικ 2008 σελ. 934 κ.ά.). Τέλος εκ της ανωτέρω διατάξεως προκύπτει, ότι εις την έκθεσιν ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατ'αποφάσεως πρέπει να περιέχεται λόγος αναιρέσεως εκ των διαλαμβανομένων εις το άρθρον 510 ιδίου Κώδικος, άλλως η αίτησις αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Α.Π. 304/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 82 κ.ά.). Τοιούτον αναιρετικόν λόγον δεν συνιστά η εσφαλμένη εκτίμησις των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών (Α.Π. 851/2008 Π Λογ 2008 σελ. 565 κ.ά.).
Εις την προκειμένην περίπτωσιν η προσβληθείσα απόφασις, που εξεδόθη εκπροσωπηθέντος του κατηγορουμένου υπό του συνηγόρου του, κατεχωρίσθη εις το ειδικόν βιβλίον την 16ην Φεβρουαρίου 2009. Η δε κατ'αυτής αίτησις αναιρέσεως ησκήθη, ενώπιον του γραμματέως του δικαστηρίου που εξέδωσε αυτήν, την 27ην Φεβρουαρίου ημέραν Παρασκευήν, ήτοι μετά την πάροδον της τασσομένης δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεώς της. Εις την σχετικήν έκθεσιν ουδείς λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος αναφέρεται που να δικαιολογή την εκπρόθεσμον άσκησίν της. Πέραν αυτού εις την έκθεσιν αναιρέσεως αναφέρεται ως λόγος αναιρέσεως η έλλειψις ειδικής αιτιολογίας, χωρίς να προσδιορίζεται καθόλου εις τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψις αυτή. Τέλος εις την ανωτέρω έκθεσιν, ως λόγος αναιρέσεως περιέχεται η εσφαλμένη εκτίμησις των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Επομένως η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως είναι πολλαπλώς απαράδεκτος.
Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 Κ.Π.Δ., να κηρυχθή απαράδεκτος η προαναφερθείσα αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α
Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να κηρυχθή απαράδεκτος η από 27 Φεβρουαρίου 2009 αίτησις αναιρέσεως του Χ1 κατοίκου ..., οδός .... κατά της υπ'αριθμ. 516/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.-
Αθήνα 1 Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 473 παρ. 1 και 3 και 507 παρ. 1α' ΚΠΔ προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης εναντίον τελεσίδικης απόφασης αρχίζει από τότε, που αυτή θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, το οποίο τηρείται από την γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν ποινικού δικαστηρίου και είναι δέκα (10) ημέρες από τη δημοσίευσή της, εφόσον ο δικαιούμενος, καίτοι απών, εκπροσωπήθηκε στην έκκλητη δίκη από τον συνήγορό του (άρθρο 501 παρ. 3 ΚΠΔ), οπότε λογίζεται ως παρών, η εκπρόθεσμη δε άσκησή της συγχωρείται μόνον, όταν στην κατ' άρθρο 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση άσκησης ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων, που αποδεικνύουν τα εν λόγω περιστατικά, ενώ, τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο που ασκήθηκε εκπροθέσμως είναι, ως απαράδεκτο, απορριπτέο και εκείνος που το άσκησε καταδικάζεται στα έξοδα. Στην προκείμενη περίπτωση όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 516/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, ο οποίος στη δίκη εκείνη εκπροσωπήθηκε από το συνήγορο του Σπυρίδωνα Θεμελιόπουλο, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, και συνεπώς λογίζεται ως παρών. Η ανωτέρω τελεσίδικη και πληττόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέα, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Tριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 16-2-2009, οπότε και άρχισε η προθεσμία προς άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τον ανωτέρω δικηγόρο Σπυρίδωνα Θεμελιόπουλο, στο όνομα και για λογαριασμό του κατηγορουμένου, δυνάμει της από 25-2-2009 εξουσιοδοτήσεως, ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση, στις 27-2-2009, ήτοι, μετά την πάροδο της ανωτέρω δεκαήμερης και νόμιμης προθεσμίας, που άρχισε από την επομένη της παραπάνω καταχώρησης και έληξε την 26-2-2009. Εξάλλου, ο αναιρεσείων στην έκθεση αναίρεσής του δεν δικαιολογεί, ούτε αποδεικνύει, ότι το εκπρόθεσμο της άσκησής της οφείλεται σε γεγονός ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Κατόπιν αυτών και αφού προκύπτει ότι ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ειδοποιήθηκε για το εκπρόθεσμο της αίτησης, πριν από 24 ώρες από τη συζήτηση της, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-2-2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 516/1-2-2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως εκπρόθεσμη.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
Αριθμός 1489/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Νεστορίδη, περί αναιρέσεως της 905/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ετερόρρυθμη Εταιρία με την επωνυμία "ΜΑΓΚΑΦΙΝΗΣ ΑΔΑΜ Α.Ε. - ΑΚΡΙΤΑΣ Α.ΤΕ.Β.Ε. Ε.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηρακλή Γαρίδη.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Ιανουαρίου 2009 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα, καθώς και στα από 10 Απριλίου 2009 (δύο) δικόγραφα των προσθέτων λόγων αντίστοιχα, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 160/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 14-1-2009 αιτήσεις αναιρέσεως και οι από 10-4-2009 πρόσθετοι λόγοι, για αναίρεση της 905/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης ασκήθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα, από τους Χ1 και Χ2. Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειας των.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 ΚΠΔ 914 και 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι δικαιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες μόνο εκείνοι που ζημιώνονται άμεσα από το έγκλημα ή υφίστανται ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη απ' αυτό και όχι και εκείνοι που βλάπτονται έμμεσα, όπως τα μέλη νομικού προσώπου, τα οποία δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς στην άσκηση ατομικώς της πολιτικής αγωγής από αδίκημα που στρέφεται κατά του νομικού προσώπου, το οποίο και μόνο ζημιώνεται άμεσα απ' αυτό. Ειδικότερα, σε περίπτωση αξιόποινης πράξης, που στρέφεται ευθέως κατά εταιρείας που έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα, επομένως και κατά ετερόρρυθμης εταιρείας, μόνο η εταιρεία, σε βάρος της οποίας τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα στη σχετική ποινική διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την υποβολή μηνύσεως από την εταιρεία με την επωνυμία "ΜΑΓΚΑΦΙΝΗΣ ΑΔΑΜ ΑΕ-ΑΚΡΙΤΑΣ Α.ΤΕ.Β.Ε Ε.Ε.", οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θράκης, προκειμένου να δικαστούν για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, απάτης κατ' εξακολούθηση, υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση κλπ, τις οποίες τέλεσαν σε βάρος της μηνύτριας εταιρίας. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίστηκε η Ψ, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας ΜΑΓΚΑΦΙΝΗΣ ΑΔΑΜ Α.Ε., δυνάμει του από 17-10-2005 πληρεξουσίου και του από 17-10-2005 πρακτικού Δ.Σ. της ως άνω εταιρίας και δήλωσε ότι η παραπάνω εταιρία παρίσταται ως πολιτική αγωγή στη δίκη αυτή κατά των εναγομένων κατηγορουμένων για το ποσό των (10) e, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προκλήθηκε από το αδίκημα, κατά της παράστασης δε αυτής δεν προέβαλε κανείς αντίρρηση. Το δικαστήριο δέχθηκε την πολιτική αγωγή και επιδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα το ποσό που ζήτησε. Περαιτέρω, από τα πρακτικά του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, προκύπτει ότι, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίστηκε και πάλι η Ψ, κάτοικος ..., "ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Μαγκαφίνης-Ακρίτας Α.Ε., δυνάμει του με αριθμό ... πληρεξουσίου και δήλωσε ότι η παραπάνω εταιρεία παρίσταται ως πολιτική αγωγή για το ποσό των δέκα (10) ΕΥΡΩ με επιφύλαξη από έκαστο κατηγορούμενο, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που προκάλεσε η δικαζόμενη πράξη και διορίζει πληρεξούσιο της τον παρόντα δικηγόρο του Δ.Σ. Καβάλας Ηρακλή Γαρίδη, που αποδέχτηκε το διορισμό του", κατά της παράστασης δε αυτής δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ως νόμιμη, την παράσταση αυτή και στη συνέχεια, αφού καταδίκασε τους αναιρεσείοντες, επιδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα το ποσό που είχε επιδικαστεί και πρωτοδίκως. Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο των αιτήσεων τους, πλήττουν την 905/2008 απόφαση του Εφετείου, επικαλούμενοι την, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που προκλήθηκε στο ακροατήριο, από την κακή παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας, με τις ειδικότερες αιτιάσεις, ότι 1) η πολιτικώς ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "Μαγκαφίνης-Ακρίτας Α.Ε.", η οποία παρέστη στο ακροατήριο, δεν είναι αμέσως παθούσα από τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκαν και 2)η εμφανισθείσα ως εκπρόσωπος της πολιτικώς ενάγουσας δεν απέδειξε ότι είχε εξουσία εκπροσώπησης της στο δικαστήριο, αφού δεν προσκόμισε το καταστατικό της ετερόρρυθμης εταιρείας. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες διότι:1) ως πολιτικώς ενάγουσα στο ακροατήριο παραστάθηκε η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΜΑΓΚΑΦΙΝΗΣ ΑΔΑΜ ΑΕ-ΑΚΡΙΤΑΣ ΑΤΕΒΕ ΕΕ", σε βάρος της οποίας τελέστηκαν οι παραπάνω πράξεις και η οποία είχε υποβάλλει τη μήνυση, που εκπροσωπήθηκε από την Ψ, διαχειρίστρια της, από προφανή δε παραδρομή αναφέρεται στην απόφαση ότι η Ψ "εμφανίστηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Μαγκαφίνης-Ακρίτας ΑΕ", γεγονός το οποίο, εμμέσως πλην σαφώς, επιβεβαιώνεται από το ... πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρείας ορίστηκε η παραπάνω, τη μη αντίρρηση των αναιρεσειόντων, κατά την εκδίκαση των σε βάρος τους αξιόποινων πράξεων, ως προς την παράσταση αυτή και τη σχετική περικοπή στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης " από την ανωμοτί κατάθεση της νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας ετερόρρυθμης εταιρίας" και 2) οποιαδήποτε πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παράστασης. Επομένως είναι αβάσιμοι, 1)ο παραπάνω λόγος των αναιρέσεων και 2) ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, δεύτερος στις αιτήσεις, λόγος, ότι το δικαστήριο, δεχόμενο την παράσταση της πολιτικής αγωγής και επιδικάζοντας στην πολιτικώς ενάγουσα το ποσό που ζήτησε, υπερέβη την εξουσία του και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά τούτων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα από αυτά. Ωστόσο, πρέπει, να προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία όμως διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Αντίθετα, η γνωμάτευση ή γνωμοδότηση που προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη και συνεκτιμάται ως απλό έγγραφο μαζί με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 905/2008 απόφαση του το Τριμελές Εφετείο Θράκης καταδίκασε τους αναιρεσείοντες-κατηγορούμενους, για απάτη κατ' εξακολούθηση, πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, υπεξαίρεση από κοινού και κατ' εξακολούθηση. Περαιτέρω από την ίδια απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του, διέλαβε στο προοίμιο του σκεπτικού, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά αποδείχθηκαν "από την ανωμοτί κατάθεση της νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας ετερόρρυθμης εταιρείας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως που εξετάστηκαν στο δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του παρόντος δεύτερου κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Τέλος, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, μεταξύ των άλλων εγγράφων, αναγνώσθηκε και η από 10-2-2004 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου ..., η οποία διενεργήθηκε, δυνάμει της με αριθμό 52/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, στα πλαίσια της αστικής δίκης. Η πραγματογνωμοσύνη όμως αυτή, αφού δεν διατάχθηκε από τον ενεργήσαντα την προανάκριση ανακριτικό υπάλληλο ή μετά από απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία έγγραφα, αλλά απλό έγγραφο, συμπεριλαμβανόμενο στα λοιπά, τα οποία, ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, αναφέρονται στην απόφαση. Επομένως δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται στην απόφαση ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και να αιτιολογείται ειδικά η αντίθετη, από τη γνώμη του συντάκτη της έκθεσης αυτής, κρίση του δικαστηρίου. Εξάλλου, από τη βεβαίωση του δικαστηρίου, που διαλαμβάνεται στο προΐμιο της απόφασης, δηλαδή "και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά" συνάγεται η βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό. Επομένως οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, τρίτος στις αιτήσεις αναιρέσεως και δεύτερος και τρίτος στο δικόγραφο των προσθέτων, λόγοι, με τούς οποίους οι αναιρεσείοντες πλήττουν την απόφαση του Εφετείου, για έλλειψη της απαιτουμένης αιτιολογίας με τις ειδικότερες αιτιάσεις, ότι στην απόφαση δεν αναφέρεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο η παραπάνω έκθεση, δεν αιτιολογείται ειδικά η μη αποδοχή του περιεχομένου της και δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την έκθεση αυτή, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 178, 183 και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως, όταν απορρίπτει σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, το οποίο, υποβλήθηκε παραδεκτά και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οφείλει να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του, διαφορετικά, όταν δηλαδή απέρριψε το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 Δ του ΚΠΔ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος υπεράσπισης "ζήτησε γραφολογική εξέταση για τις υπογραφές που έχει θέσει ο μάρτυρας κατηγορίας ΑΑ στις αποδείξεις πληρωμής, τις υπογραφές που έχει θέσει ο μάρτυρας κατηγορίας ΒΒ για τις βενζίνες και τις υπογραφές που έχει θέσει ο μάρτυρας κατηγορίας ΓΓ στα ιδιωτικά συμφωνητικά". Έτσι όμως που υποβλήθηκε το αίτημα αυτό ήταν αόριστο, αφού ο συνήγορος των κατηγορουμένων δεν προσδιόρισε τα συγκεκριμένα έγγραφα στα οποία υπήρχαν οι υπογραφές, για τη γνησιότητα των οποίων ήταν αναγκαίο να διενεργηθεί η γραφολογική εξέταση. Το Δικαστήριο, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, όμως, με ειδική διάταξη της απόφασης, απέρριψε το παραπάνω αίτημα, διαλαμβάνοντας μάλιστα σ' αυτήν και ειδική αιτιολογία, η οποία είναι επαρκής. Επομένως ο, από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ, δεύτερος στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων του αναιρεσείοντος Χ2, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, είναι αβάσιμος, συνακολούθως δε αβάσιμος είναι και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, ίδιος λόγος του ίδιου αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται και η αιτίαση, ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας το παραπάνω αίτημα, υπερέβη την εξουσία του. Επομένως πρέπει να απορριφθούν οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.1 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις, εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί, ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητά του, είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον πραγματοποιήθηκε η ανάγνωση των εγγράφων αυτών παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την περί της ενοχής των αναιρεσειόντων κρίση του και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και είκοσι πέντε αποδείξεις. Οι αποδείξεις αυτές αναφέρονται στα πρακτικά, ως έγγραφα που αναγνώστηκαν, με τον αριθμό (2). Με την αναφορά αυτή των εν λόγω εγγράφων, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήτο αναγκαία ειδικότερη αναφορά προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού, με την ανάγνωση τους, κατέστησαν γνωστά όλα, κατά το περιεχόμενό τους, στους αναιρεσείοντες, από τους οποίους ο πρώτος εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο από το δικηγόρο του και ο δεύτερος ήταν παρών, οπότε αυτοί είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού της ταυτότητός τους στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητάς τους. Συνακόλουθα ορθώς έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας όλες τις ως άνω αποδείξεις, ο δε, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος, στο δικόγραφο των προσθέτων, λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά την διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το δικαστήριο εκείνο, προς στήριξη της περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίσεώς του, έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ως τέτοιοι θεωρούνται όσοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με την επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν γιατί, διαφορετικά, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος των κατηγορουμένων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε να γίνουν δεκτοί οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων δηλαδή της αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 & 2 α και 2 ε' του ΠΚ, δίχως, όμως, να επικαλεστεί πραγματικά περιστατικά, θεμελιωτικά των ισχυρισμών αυτών. Το δικαστήριο στη συνέχεια δέχθηκε ότι στο πρόσωπο του δεύτερου κατηγορουμένου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α και απέρριψε τους λοιπούς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων. Οι αναιρεσείοντες, με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο, του δικογράφου των προσθέτων, λόγους προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Ε' του ΚΠΔ, ότι 1) προκλήθηκε ακυρότητα στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως, από την παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει στους παραπάνω ισχυρισμούς και 2) η απόφαση περιέχει αντιφατικές παραδοχές, ως προς την απόρριψη αυτών και συνεπώς στερείται νόμιμης βάσης, οι οποίες όμως δεν είναι βάσιμες, διότι, έτσι που προβλήθηκαν οι παραπάνω ισχυρισμοί, ήταν αόριστοι και το δικαστήριο, αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, εκ περισσού απήντησε, δεχόμενο τον πρώτο ως προς τον Χ1, απορρίπτοντας δε αυτούς κατά τα λοιπά.
Συνεπώς δεν προκλήθηκε η επικαλούμενη ακυρότητα, ούτε έχει έννομη επιρροή η τυχόν ύπαρξη αντιφατικών παραδοχών, ως προς την απόρριψη των, αφού το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει αυτήν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν, για έρευνα, άλλοι παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 14-1-2009 (2) αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 905/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης και τους από 10-4-2009 πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, συνολικά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία. Απάτη. Υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση. Απορρίπτει λόγους για ακυρότητα από παράσταση πολιτικής αγωγής. Λήψη υπόψη από το Δικαστήριο εγγράφων των οποίων η ταυτότητα δεν προσδιορίζεται. Απόρριψη αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων και έλλειψης αιτιολογίας, από τη μη αναγραφή ως αυτοτελούς αποδεικτικού μέσου έγγραφης γνωμοδότησης. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Πλαστογραφία, Υπεξαίρεση, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 1486/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ηρειώτη, περί αναιρέσεως της 7556/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 595/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 στοιχ. β' του Π.Δ/τος 17/1996 "Μέτρα ασφάλειας - υγείας εργαζομένων" ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να αναγγέλλει στις αρμόδιες επιθεωρήσεις εργασίας και στις αρμόδιες υπηρεσίες "στις πλησιέστερες αστυνομικές αρχές" του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος, εντός 24 ωρών, όλα τα εργατικά ατυχήματα και, εφόσον πρόκειται περί σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου, να τηρεί αμετάβλητα όλα τα στοιχεία που δύνανται να χρησιμεύσουν για εξακρίβωση των αιτιών του ατυχήματος". Την έννοια του εργοδότη ορίζει το άρθρο 2 παρ. 2 του ίδιου Προεδρικού Διατάγματος, που ορίζει ότι "Για την εφαρμογή του παρόντος νοείται: 1....2. Εργοδότης: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση ή και την εγκατάσταση". Περαιτέρω το άρθρο 16 παρ. 2 του ίδιου Π.Δ. ορίζει ότι "σε κάθε εργοδότη, κατασκευαστή, παρασκευαστή, εισαγωγέα ή προμηθευτή, που παραβαίνει από αμέλεια ή πρόθεση τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος επιβάλλονται οι ποινικές κυρώσεις του άρθρου 25 του Ν. 2224/94", το οποίο ορίζει ότι "κάθε εργοδότης, κατασκευαστής ή παρασκευαστής, εισαγωγέας ή προμηθευτής, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας του νόμου αυτού και των κανονιστικών πράξεων, που εκδίδονται με εξουσιοδότησή της τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών ή και με τις δύο αυτές ποινές". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της πληττόμενης με την αναίρεση αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντα, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Στις 4-7-01, ο εγκαλών, ο οποίος είχε προσληφθεί από τον κατηγορούμενο ως εργάτης συνεργείου συντήρησης πλοίων εργαζόταν υπό την ιδιότητα του αυτή στην αλλαγή και συντήρηση υδραυλικών μπουκαλών από την πόρτα του αμπαριού Ν05 στο πλοίο Φ/Γ Α... στο λιμάνι ντόκο της χαλυβουργικής. Περί ώρα 10.30 προσφέρθηκε να ξεκουράσει το συνάδελφο του Μ1 ο οποίος κάνοντας χρήση φλόγας από συσκευή οξυγονοκολλητή της εταιρίας ..., που εκτελούσε και αυτή με τα συνεργεία της εργασίες επισκευών στο πλοίο, ζέστανε τους πύρους στις υδραυλικές μπουκάλες ώστε να καταστεί ευκολότερα δυνατή η εφαρμογή τους. Κατά τη χρήση της φλόγας έλαβε χώρα ατύχημα, συνεπεία του οποίου ο εγκαλών υπέστη εγκαύματα άνω αριστερής του κνήμης από το γόνατο ως τον αστράγαλο. Ανεξαρτήτως του πως ακριβώς συνέβη το ατύχημα(κατά τον παθόντα αναρροφήθηκε η φλόγα και ακολούθησε έκρηξη των λαστίχων της συσκευής, άποψη που αναφέρεται και στη μεταγενέστερη έκθεση έρευνας του επιθεωρητή του Υπουργείου Εργασίας, κατά το μόνο αυτόπτη Μ1, κατά το ζέσταμα του πύρου λειωμένη, υψηλής θερμοκρασίας σκουριά, πετάχτηκε με αποτέλεσμα να πάρει φωτιά το παντελόνι του ... επί του οποίου επέπεσε),αποδείχθηκε ότι το συνεργείο του κατηγορουμένου δεν διέθετε στο πλοίο συσκευές οξυγονοκόλλησης γιατί δεν ήταν αναγκαίο για τη διενέργεια των συγκεκριμένων επισκευαστικών εργασιών και ότι ουδείς έδωσε εντολή στον παθόντα να κάνει χρήση τέτοιας συσκευής. Η συσκευή χρησιμοποιήθηκε με πρωτοβουλία των εργαζομένων και προς διευκόλυνση τους και μόνο, ο δε κατηγορούμενος ο οποίος δεν ήταν καν στο πλοίο και κατά τα αποδειχθέντα δεν είχε δώσει καμία εντολή χρήσεως φλόγας, δεν όφειλε να πάρει προστατευτικά μέτρα αναγκαία για εργασίες με χρήση φλόγας, δεν μπορούσε να προβλέψει ότι μέλος του συνεργείου του θα χρησιμοποιούσε συσκευές οξυγονοκόλλησης που ανήκαν σε άλλο συνεργείο.
Συνεπώς ο τραυματισμός του εγκαλούντος οφείλεται αποκλειστικώς σε δικό του πταίσμα και δεν μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του κατηγορουμένου ο οποίος πρέπει να κηρυχθεί αθώος για τη σωματική βλάβη. Αντίθετα ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν παράβασης του ΠΔ 17/1996, εφόσον αποδείχθηκε ότι δεν ανήγγειλε, εντός 24 ωρών, το ατύχημα στις αρμόδιες υπηρεσίες (ΙΚΑ, Επιθεώρηση Εργασίας),ο δε ισχυρισμός του ότι δεν γνώριζε την εν λόγω υποχρέωση του στερείται πειστικότητας, εφόσον, λόγω μακράς απασχόλησης, με την ανωτέρω δραστηριότητα, είναι έμπειρος εργοδότης. Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο, στη συνέχεια, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, κατηγορούμενο, για την αξιόποινη πράξη που προαναφέρθηκε και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α,27 ΠΚ, 8 παρ. 2α', 16 Π.Δ. 17/1996 σε συνδυασμό προς το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. α του Νόμου 2224/1994, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες προβάλλονται με το μοναδικό λόγο της αναιρέσεως του, ότι 1)δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αν η πράξη για την οποία καταδικάστηκε τελέστηκε από δόλο ή αμέλεια 2) δεν αιτιολογείται καθόλου το στοιχείο του δόλου ή της αμέλειας 3) αναφέρεται στην απόφαση, ότι για την επιμέτρηση της ποινής ελήφθη υπόψη "η ένταση του δόλου ή ο βαθμός της αμέλειας" δίχως περαιτέρω, ειδικότερη, διευκρίνιση, ως προς το στοιχείο που πράγματι ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, και 4) το σκεπτικό της απόφασης ταυτίζεται με το διατακτικό, είναι αβάσιμες, διότι: 1) από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει η παραδοχή ότι η πράξη τελέστηκε από πρόθεση, ενόψει και του ότι παρατίθεται σ' αυτή και η αντίστοιχη διάταξη του ΠΚ 2) στην απόφαση παρατίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (όπως δεν ανήγγειλε το ατύχημα... γνώριζε την εν λόγω υποχρέωση εφόσον, λόγω μακράς ενασχόλησης του με την ανωτέρω δραστηριότητα είναι έμπειρος εργοδότης), τα οποία στηρίζουν την παραδοχή ότι ενήργησε με πρόθεση και στα οποία ενυπάρχει και το στοιχείο του δόλου 3) αφού ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για το ως άνω έγκλημα το οποίο τέλεσε από δόλο, είναι αυτονόητο ότι για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος αυτού, κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Εφετείο απέβλεψε στην ένταση του δόλου του, χωρίς να δημιουργείται γι' αυτό κάποια αμφιβολία, από πρόδηλη δε παραδρομή δεν διαγράφηκε από το σκεπτικό η έντυπη περικοπή "ή στο βαθμό της αμέλειας" και 4) το σκεπτικό της απόφασης δεν ταυτίζεται πλήρως με το διατακτικό, αλλά περιέχει και επιπλέον στοιχεία, τα οποία στο σύνολο τους, στηρίζουν, επαρκώς, τις παραδοχές της απόφασης.
Συνεπώς, ο παραπάνω μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Πρέπει, λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-4-2009 αίτηση αναιρέσεως του ... για αναίρεση της με αριθμό 7556/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη αναγγελία ατυχήματος από εργοδότη. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς στοιχεία του δόλου. Έλλειψη νόμιμης βάσης. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εργατικού ατυχήματος αναγγελία.
| 0
|
Αριθμός 1485/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 2/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Το Πενταμελές Εφετείου Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 22 Απριλίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 469/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 19/2001). Εξάλλου για να είναι σαφής και ορισμένος ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης, σε σχέση προς τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της εφαρμοσθείσας από την προσβαλλομένη απόφαση διατάξεως. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινομένη αίτηση αναίρεσης, κατά της με αριθμό 2/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενώπιον του Διευθυντή των δικαστικών φυλακών Γρεβενών, περιεχομένη στην από 27-2-2009 έκθεση αναίρεσης. Με αυτήν ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης "Για τους παρακάτω νόμιμους λόγους: Η ως άνω απόφασις εξεδόθη κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του Νόμου καθόσον αφενός μεν το Δικαστήριο κατέστησε τη θέση μου δυσμενεστέρα εν συγκρίσει με την προηγούμενη συγχώνευση, την υπ' αρ. 3/07 Πεντ. Εφετείου Δ. Μακεδονίας και κατά δεύτερο κακώς ανεκλήθη το υπ' αριθμ. 110/07 Βούλευμα Συμβουλίου Πλημ/κών Τρικάλων καθ' όσον αφενός μεν δεν είχε αρχίσει η εκτέλεση του αφ' ετέρου δεδικαιολογημένως και εκ λόγων Ανωτέρας βίας δεν έδιδα το παρόν. Το Πενταμελές Εφετείο Δ. Μακεδονίας απέρριψε την αίτηση μου χωρίς αιτιολογία, ενώ ως είναι γνωστό και με πρόσφατες αποφάσεις (ΑΠ 959/07) και με το βιβλίο του Εισαγγελέως κ. Μουζακιώτη "Εκτέλεση" σελ. 21 χωρεί συνολική ποινή στις περιπτώσεις εγκλήματος εξ αμελείας ΑΝΑΚΛΗΣΗ και ακολούθως φυλάκισης με άλλες ποινές και τη Μελέτη Κων/νου Γκρόζου Ποιν. Δ.2004. Το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του διότι αφαιρεί από την αίτηση συγχωνεύσεως συγχωνευτική απόφαση (τελεσίδικη) χωρίς να ερευνήσει εάν η νεωτέρα απόφαση είναι απόφαση Τριμελούς ή Πενταμελούς (ΑΠ 552/05)". Όμως ως προς τον λόγο της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν αναφέρεται στην έκθεση αναίρεσης σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση προς συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης. Περαιτέρω ως προς το λόγο, της εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, δεν αναφέρονται οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που παραβιάστηκαν, ούτε προσδιορίζεται η πλημμέλεια δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόσθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση. Τέλος ως προς τον λόγο που αναφέρεται στην υπέρβαση της εξουσίας του Δικαστηρίου, δεν αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλουμένη αιτίαση. Επομένως οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, συνακολούθως δε είναι απαράδεκτη και η αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν και εφόσον προκύπτει ότι ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, ο οποίος και παραστάθηκε στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετο λόγοι, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-2-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 2/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και τους από 22-4-2009 πρόσθετους λόγους. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι οι λόγια αναίρεσης. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι.
|
Πρόσθετοι λόγοι
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 1484/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 1026, 1027/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Με συγκατηγορούμενο τον ... και με πολιτικώς ενάγουσα την Ομόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στο Δ.Δ. ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπήλιο Πουλακίδα.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 254/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντα και της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη, ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Η παράσταση των ψευδών γεγονότων μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, προφορικώς ή εγγράφως αρκεί, συνεπεία αυτής, να προξενήθηκε η πλάνη και από την παραπλάνηση αυτή να οδηγήθηκε ο παραπλανηθείς σε πράξη ή παράλειψη, ένεκα της οποίας επήλθε περιουσιακή βλάβη σ' αυτόν ή τρίτο. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς κατάστασης, από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Ως χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστη, με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την παραπλανητική συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξ αιτίας των οποίων παραπλανήθηκε (πείσθηκε) ο παθών ή τρίτος, είναι δε αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής βλάβης του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του θύματος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1β ΠΚ, άμεσος συνεργός είναι αυτός που με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της άδικης πράξεως που εκείνος διέπραξε. Προϋπόθεση, όμως, για τη θεμελίωση της ευθύνης του άμεσου συνεργού είναι ο δόλος του, ο οποίος έγκειται στην ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση άδικης πράξεως και στη γνώση ότι η συνδρομή παρέχεται κατά την εκτέλεση άδικης πράξεως. Στην περίπτωση κατά την οποία για την πραγμάτωση αυτής απαιτείται και υπερχειλής δόλος, πρέπει και ο συνεργός τέτοιας πράξεως να πράττει με τον ίδιο δόλο. Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συντρέχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχτεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιουλίου 2001, ο πρώτος κατηγορούμενος, αφού μετέβη στο εργοστάσιο, το οποίο διατηρεί η εγκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ".... Ο.Ε" στο χωριό ...., συνοδευόμενος από το δεύτερο κατηγορούμενο, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς προς τον Δ1, νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της εγκαλούσας εταιρίας τα ακόλουθα: Ότι δήθεν διατηρεί σύγχρονο κατάστημα (μηχανουργείο κατασκευής μηχανημάτων στα ..., όπου έχει εγκαταστήσει και το εργαστήριο του, ότι από την εργασία του αυτή αποκερδαίνει πολλά χρήματα και ότι έχει αποκτήσει σημαντική ακίνητη και κινητή περιουσία, ότι έχει κατασκευάσει πολλά μηχανήματα για λογαριασμό άλλων, εκτός από την εγκαλούσα, εταιριών και ότι έχει ως εκ τούτου τη δυνατότητα, την υλικοτεχνική υποδομή και την τεχνογνωσία, ώστε να κατασκευάσει για λογαριασμό της εγκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας ένα μηχάνημα "διάτρησης σωλήνων" (φιλτρομηχανή 6000/6-12). Έτσι, παρέπεισε τον προαναφερθέντα διαχειριστή της εγκαλούσας εταιρίας Δ1 να προβεί στις 16 Ιουλίου 2001, εντός του χώρου του εργοστασίου της εταιρίας στα ..., στην κατάρτιση του από ...ιδιωτικού συμφωνητικού(έγγραφης σύμβασης έργου), δυνάμει της οποίας ο πρώτος κατηγορούμενος ανέλαβε, ως εργολάβος, την υποχρέωση να κατασκευάσει, με δικά του υλικά, για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας "... Ο.Ε.", ως εργοδότριας, ένα μηχάνημα φιλτρομηχανή 6000/6-12, με αμοιβή, ποσού 27.000.000 δραχμών, με χρόνο παράδοσης του μηχανήματος μετά από έξι (6) μήνες, δηλαδή το αργότερο μέχρι τις 16-1-2002. Χάριν καταβολής του ανωτέρου ποσού της αμοιβής, ο πρώτος κατηγορούμενος παρέλαβε αυθημερόν (στις 16-7-2001) πέντε (5) μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, οι οποίες εκδόθηκαν από την εγκαλούσα εταιρία "..." επί της "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" σε διαταγή του πρώτου κατηγορουμένου, συνολικής αξίας 8.000.000 δραχμών ή 23.477,62 ευρώ και οι οποίες (επιταγές) εισπράχθηκαν κανονικά από τον πρώτο κατηγορούμενο. Όμως η αλήθεια ήταν ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν διατηρούσε κατάστημα ούτε βιοτεχνικό εργοτάξιο-μηχανουργείο κατασκευής μηχανημάτων στα ..., ούτε ασχολείτο συστηματικά και επαγγελματικά με την κατασκευή τέτοιων μηχανημάτων, ούτε είχε επ' ονόματι του ακίνητη ή κινητή περιουσία, ούτε ήταν συνεπής στην επιχειρηματική του δραστηριότητα, είχε δε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με την 528/27-4-2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με ορισθείσα ημέρα παύσεως των πληρωμών την 16 Αυγούστου 1999. Περαιτέρω, στις 8 Ιουλίου 2002, ο πρώτος κατηγορούμενος μετέβη εκ νέου στο εργοστάσιο της εγκαλούσας εταιρίας στα ... και παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς προς το νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της εγκαλούσας Δ1 ότι δήθεν είχε αρχίσει την κατασκευή του προαναφερόμενου μηχανήματος (φιλτρομηχανής), ενώ η αλήθεια ήταν ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε πραγματοποιηθεί ούτε αρχή εκτελέσεως του συμφωνηθέντος έργου, καίτοι το μηχάνημα έπρεπε να είχε παραδοθεί το αργότερο μέχρι τις 16-1-2002, όπως προαναφέρθηκε. Έτσι, παρέπεισε τον ανωτέρω νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρίας αφενός μεν να προβεί στη σύνταξη και υπογραφή του από 8 Ιουλίου 2002 ιδιωτικού συμφωνητικού, δυνάμει του οποίου παρασχέθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο συμπληρωματική προθεσμία για να κατασκευάσει και να παραδώσει το εν λόγω μηχάνημα σε πλήρη λειτουργία μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου 2002, αφετέρου δε να εκδώσει, για λογαριασμό της εταιρίας "... Ο.Ε.", σε διαταγή αυτού (πρώτου κατηγορουμένου) και να του παραδώσει τρεις (3) μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές για το ποσό των 2.934,70 ευρώ εκάστη, συρόμενες επί του με αριθμό ... λογαριασμού, τον οποίο διατηρούσε η εκδότρια εταιρία "...", στην Γενική Τράπεζα της Ελλάδος. Λόγω, όμως, του ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν παρέδωσε το μηχάνημα μέχρι τις 10-9-2002, όπως είχε συμφωνηθεί, η εγκαλούσα εταιρία ανακάλεσε τις ανωτέρω τρεις (3) επιταγές με αριθμούς ...,... και ..., οι οποίες δεν πληρώθηκαν στους εξ οπισθογραφήσεως κομιστές αυτών. Αποτέλεσμα της προαναφερόμενης συμπεριφοράς του πρώτου κατηγορουμένου ήταν να υποστεί η εγκαλούσα εταιρία συνολική περιουσιακή βλάβη 32.281,72 ευρώ {23,477,62 ευρώ+(2934,70 ευρώ Χ 3)],δηλαδή ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, όση και η συνολική αξία των εκδοθεισών σε διαταγή του πρώτου κατηγορουμένου οκτώ (8) επιταγών, με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του πρώτου κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος, στα ..., κατά το πρώτο 10ήμερο του μηνός Ιουλίου 2001, με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο, κατά τη διάρκεια της πρώτης μερικότερης πράξης της απάτης, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και στην εκτέλεση της κύριας αυτής πράξης, την οποία ο πρώτος διέπραξε ως αυτουργός, κατά το πρώτο 10ήμερο του μηνός Ιουλίου του έτους 2001, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, και συγκεκριμένα κατά τον προαναφερόμενο χρόνο, μετέβη, συνοδεύοντας τον πρώτο κατηγορούμενο, στο εργοστάσιο σωληνουργίας, που διατηρεί η εγκαλούσα εταιρία "... Ο.Ε." Στα ..., όπου επιβεβαίωσε τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του πρώτου κατηγορουμένου προς το νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της εγκαλούσας εταιρίας Δ1, οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά πιο πάνω, αποκρύπτοντας μάλιστα και αυτός (δεύτερος κατηγορούμενος) αθέμιτα το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με την 528/27-4-2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, στην πράξη του δε αυτή προέβη ο δεύτερος κατηγορούμενος, με σκοπό να παράσχει άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά την εκτέλεση της κύριας αυτής μερικότερης πράξης της απάτης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος διατηρεί και εκμεταλλεύεται στο χωριό .... επιχείρηση, ομοεϊδή με τη βιοτεχνία κατασκευής και πώλησης σωλήνων επένδυσης γεωτρήσεων, την οποία διατηρεί η εγκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία και ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του δεύτερου κατηγορουμένου είχε ως αποτέλεσμα, όπως ο διαχειριστής της εγκαλούσας εταιρίας δώσει μεγαλύτερη πίστη στις διαβεβαιώσεις του. Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο πρέπει να κηρύξει ενόχους τους κατηγορουμένους για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, που τους αποδίδονται και ειδικότερα τον πρώτο για απάτη αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση και το δεύτερο για άμεση συνέργεια στη μερικότερη πράξη απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τελεσθείσας κατά το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου του έτους 2001.". Με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο, ως προς τον αναιρεσείοντα, Χ1 (άμεσο συνεργό σε μερικότερη πράξη απάτης), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α,27παρ.1-2, 46 παρ.1β. και 386 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, τις οποίες προβάλλει με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι:1) υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών α) η παραπλάνηση του νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσας από τον πρώτο κατηγορούμενο (αυτουργό) επήλθε στις 16-07-2001, κατά την οποία υπογράφηκε η με την ίδια χρονολογία σύμβαση έργου και επήλθε η περιουσιακή βλάβη της, και β) η αξιόποινη συμπεριφορά του ίδιου, ως άμεσου συνεργού, εκδηλώθηκε πριν από την τέλεση της πράξεως της απάτης και ειδικότερα κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιουλίου 2001, δίχως μάλιστα να αιτιολογείται και η επίδραση της συμπεριφοράς αυτής στην πράξη της απάτης 2) γίνεται δεκτό ότι η άμεση συνδρομή του εκδηλώθηκε α)με την εν γνώση παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών (επιβεβαίωσε τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του πρώτου κατηγορουμένου προς το νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της εγκαλούσας) και β) με την αθέμιτη απόκρυψη και παρασιώπηση αληθινών γεγονότων (αποκρύπτοντας μάλιστα αθέμιτα ο 2ος κατηγορούμενος Χ1 ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε ήδη κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως), δίχως να ποσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του να ανακοινώσει το γεγονός αυτό, και 3)το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του δεν έλαβε υπόψη του την 608/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και την 375/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες διότι:1)όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Δικαστήριο, σαφώς, δέχεται ότι ο αυτουργός της αξιόποινης πράξεως της απάτης προέβη στις ψευδείς παραστάσεις κατά τον ίδιο χρόνο(πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου 2001), κατά τον οποίο επιβεβαίωσε αυτές και ο αναιρεσείων, κατά τον οποίο και παραπλανήθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος, κατά τον οποίο, σύμφωνα με την παραδοχή της απόφασης, υπογράφηκε η σύμβαση έργου και επήλθε η ζημία. Περαιτέρω με την απόφαση αιτιολογούνται, επαρκώς, η γνώση του αναιρεσείοντος για το ψευδές των περιστατικών, ο σκοπός του να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ο αυτουργός της απάτης και η επίδραση της παράνομης συμπεριφοράς του στην πράξη της απάτης, με την παραδοχή ότι " Δεδομένου μάλιστα ότι ο 2ος κατηγορούμενος διατηρεί και εκμεταλλεύεται στο χωριό ... επιχείρηση ομοεϊδή με τη βιοτεχνία κατασκευής και πώλησης σωλήνων γεωτρήσεων, την οποία διατηρεί η εγκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία είναι προφανές ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του είχε ως αποτέλεσμα όπως ο διαχειριστής της εγκαλούσας εταιρίας Δ1 παράσχει αυξημένη αξιοπιστία στις διαβεβαιώσεις του, δηλαδή στις διαβεβαιώσεις του 2ου κατηγορουμένου" 2)Προσδιορίζεται σαφώς στην απόφαση ο τρόπος συνδρομής του αναιρεσείοντος στην παραπλάνηση από τον αυτουργό του νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσας, συνιστάμενος στην επιβεβαίωση των ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η παράθεση δε στο σκεπτικό και το διατακτικό αυτής της φράσεως "αποκρύπτοντας μάλιστα και αυτός (δεύτερος κατηγορούμενος)αθέμιτα, το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε ήδη κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης" έγινε διηγηματικά, προκειμένου να τονιστεί το αποτέλεσμα της δόλιας ενέργειας του αναιρεσείοντος και δεν δημιουργεί αντίφαση ή ασάφεια στην αιτιολογία της απόφασης. 3) Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται ρητή μνεία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου" στα οποία περιλαμβάνονται και η 608/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και η 375/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, από το όλο δε περιεχόμενο της απόφασης, δίχως αμφιβολία συνάγεται, ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει την καταδικαστική κρίση του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και συνεπώς και τις παραπάνω αποφάσεις, το γεγονός δε ότι απέδωσε διαφορετική αποδεικτική αξία σ' αυτές δεν σημαίνει ότι τις αγνόησε. Επομένως οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν για έρευνα άλλοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (176,183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ τους ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Ιανουαρίου 2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 1026,1027/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας με την επωνυμία "...Ο.Ε." την οποία προσδιορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άμεση συνέργεια σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Χρόνος τέλεσης απάτης εκείνος κατά τον οποίο έγινε η παράσταση των ψευδών γεγονότων και παραπλανήθηκε ο παθών. Αδιάφορος ο χρόνος που επήλθε η ζημία. Απορρίπτει λόγους για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και έλλειψη αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Συνέργεια.
| 0
|
Αριθμός 1482/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαπέτρο, περί αναιρέσεως της 1397/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γιώτσα.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1905/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Αν ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος, που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ή είχε γι' αυτό αμφιβολίες, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση, η οποία είναι δυνατόν να διαπραχθεί και όταν δεν κατονομάζεται το πρόσωπο που δυσφημήσθηκε, σαφώς όμως τούτο, καθ' οιονδήποτε τρόπο, υποδηλώνεται ή, κατά το κοινώς λεγόμενο, "φωτογραφίζεται, από το σύνολο του περιεχομένου προφορικού ή γραπτού λόγου. Περαιτέρω, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται κατ' αρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξυβρίσεως και απλής δυσφημήσεως, εκτός από άλλες περιπτώσεις και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για την εκτέλεση νόμιμου καθήκοντος ή για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο, ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για την εκτέλεση του καθήκοντος, τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η πραγματοποίηση τους με άλλον τρόπο και εφόσον δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις τέλεσης της. Τέτοιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον έχει και ο δημοσιογράφος, ως προς τη δημοσίευση ειδήσεων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο, ώστε να είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα με σκοπό την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, έστω και αν συνοδεύονται από οξεία κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται. Αλλά και στην περίπτωση αυτή δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως της εξύβρισης ή της δυσφήμησης, όταν τα δημοσιεύματα υπερβαίνουν το αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για την ενημέρωση του κοινού, με βάση αληθινά και όχι ψευδή ή παραπλανητικά γεγονότα. Οφείλει όμως ο δημοσιογράφος, ιδίως αν πρόκειται για δημοσίευμα που θίγει έντονα την τιμή και την υπόληψη του αναφερόμενου σ' αυτό, να εξακριβώσει πριν τη δημοσίευση, την αλήθεια των δυσφημιστικών γεγονότων, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί, σε αντίθετη περίπτωση, ότι η παράδοση σε δημόσια ανυποληψία του δυσφημούμενου προσώπου τελεί σε αναλογία με την κοινωνική αποστολή του τύπου, για ενημέρωση του κοινού ή ότι αποτελεί αυτή το επιβεβλημένο μέσο άσκησης του έργου της ενημέρωσης. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα από τη δίχως όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης και την απολογία του κατηγορουμένου, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος είναι δημοσιογράφος και υπεύθυνος έκδοσης της εβδομαδιαίας τοπικής (στο νομό ...) κυκλοφορίας εφημερίδας με τον τίτλο "...". Στο φύλλο της εφημερίδας του, που κυκλοφόρησε στο ... και σε ολόκληρο το νομό ... την ..., προηγούμενη ημέρα των δημοτικών εκλογών, καταχώρησε στην πρώτη σελίδα ένα μονόστηλο που είχε τον τίτλο "ΒΟΜΒΑ στον ΔΗΜΟ ...?". Στη συνέχεια δημοσίευσε μία έγχρωμη φωτογραφία που απεικόνιζε ένα μεταλλικό στύλο προσθέτοντας τα εξής: "Έκθετες οι τεχνικές υπηρεσίες του Δήμου .... Σήμερα αποκαλύπτουμε δύο φωτογραφικά ντοκουμέντα που βάζουν φωτιά στις τεχνικές υπηρεσίες και εκθέτουν τους εκπροσώπους τους". Το μονόστηλο αυτό δεν σταματούσε εκεί, αλλά παρέπεμπε σε άλλη σελίδα της εφημερίδας, όπου υπήρχε το ακόλουθο δημοσίευμα με επικεφαλίδα "ΡΕΠΟΡΤΑΖ" και τίτλο "φωτογραφικά ντοκουμέντα (βόμβα) για το Δήμο .... εκτεθειμένες οι Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου ..". Στο "ρεπορτάζ" αυτό αναφέρονταν τα εξής: "Σήμερα αποκαλύπτουμε μόνο φωτογραφικά ντοκουμέντα που βάζουν φωτιά στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου ... και εκθέτουν ανεπανόρθωτα τον εκπρόσωπο τους. Ο λόγος είναι σαφής, αφού απεικονίζεται ολοφάνερα στις φωτογραφίες που δημοσιεύουμε, μία ημέρα προ των εκλογών μετά πόνου ψυχής. Τα εν λόγω φωτογραφικά ντοκουμέντα, όπως παρατηρείτε, αφορούν σε στύλο ηλεκτροφωτισμού του Δήμου ..., όπως αντιλαμβάνεται κανείς παρατηρώντας το λογότυπο με την "Λ1" στη βάση του. Ένας στύλος, που ξαφνικά βρέθηκε εγκατεστημένος σε συγκρότημα ενοικιαζόμενων δωματίων τεράστιας οικονομικής αξίας σύμφωνα με τους κατοίκους της περιοχής κι άγνωστης προς το παρόν ιδιοκτησίας, το οποίο υψώνεται πάνω από τη λίμνη .... Αλήθεια όμως, τι μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά κύριοι των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου ...? Πως θα μπορούσε ο κάθε ..., συμπολίτης μας, να αισθανθεί αντικρύζοντας τούτες τις φωτογραφίες, που απεικονίζουν αυτά για τα οποία τόσα πληρώνει, να βρίσκονται- με ύποπτο τρόπο αποκτημένα-σε στέγες ιδιωτικές? - Σε ποιόν άραγε να ανήκει αυτό το τεράστιο συγκρότημα ενοικιαζόμενων δωματίων αλλά και πως κατόρθωσε να αποκτήσει τους στύλους ηλεκτροφωτισμού του Δήμου ...? Όλα τα παραπάνω αποτελούν ερωτήματα, που αν μη τι άλλο θα έπρεπε να έχουν απαντηθεί από τους εκπροσώπους, τουναντίον όμως και επειδή φρονούμε πως για τους παραπάνω λόγους είναι ήδη εκτεθειμένοι, τον λόγο ίσως πρέπει να πάρει και γι' αυτό το θέμα η δικαιοσύνη, στην διάθεση της οποίας η εφημερίδα "..." θέτει δημόσια τα εν λόγω φωτογραφικά ντοκουμέντα και παραμένει στη διάθεση των αρχών". Στο κάτω μέρος της ίδιας σελίδας ο κατηγορούμενος είχε καταχωρήσει μία φωτογραφία, η οποία απεικόνιζε ένα μέρος από το κτιριακό συγκρότημα " ενοικιαζόμενων δωματίων" που διατηρεί στη ... η σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντος Σ1. Στη φωτογραφία και στο κέντρο αυτής εμφαντικά τονιζόταν ένας επιδαπέδιος μεταλλικός στύλος φωτισμού. Περιέκλειε δε το λογότυπο "Λ1" που ήταν πάνω σε μεταλλικό στύλο, για λόγους έμφασης, μέσα σε ένα κύκλο. Το δημοσίευμα αυτό και η επιμέλεια δημοσιεύσεως του φωτογραφικού υλικού που το συνόδευε ήταν έργο του κατηγορουμένου, πράγμα το οποίο και ο ίδιος δεν αρνείται. Από το συνδυαστικό περιεχόμενο του κειμένου και της φωτογραφίας ευχερώς γίνεται αντιληπτό στο αναγνώστη ότι τα διαλαμβανόμενα στο δημοσίευμα αναφέρονται στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος τότε ήταν ήδη αντιδήμαρχος του Δήμου ... και λόγω των αρμοδιοτήτων του προϊστάμενος των τεχνικών υπηρεσιών, αρμόδιος για την προμήθεια του Δήμου ...-πλην άλλων και-για μεταλλικούς στύλους για το δημοτικό φωτισμό. Μάλιστα ήταν και πάλι υποψήφιος για το δημοτικό συμβούλιο στις επικείμενες προ του δημοσιεύματος εκλογές. Επίσης το συγκρότημα των "ενοικιαζόμενων δωματίων" στη ... που απεικόνιζε η δημοσιευόμενη φωτογραφία ήταν γνωστό σε όλο το νησί και στον κατηγορούμενο που έκανε το ρεπορτάζ ότι ανήκει στη σύζυγο του πολιτικώς ενάγοντος. Είναι απόλυτα σαφές ότι η είδηση που διοχετεύθηκε στο αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας μέσω αυτού του δημοσιεύματος είναι ότι ο προϊστάμενος των τεχνικών υπηρεσιών και υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος αφαίρεσε παράνομα υλικό του Δήμου ... και συγκεκριμένα ένα μεταλλικό στύλο ηλεκτροφωτισμού και τον παρέδωσε στη σύζυγο του Σ1 προκειμένου να τον τοποθετήσει στο δικό της κτιριακό συγκρότημα. Η είδηση όμως αυτή ήταν ψευδής διότι η σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντος Σ1 είχε αγοράσει τον στύλο αυτό το έτος 2001 αντί τιμήματος από την εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε." που κατασκευάζει τέτοιους στύλους. Μάλιστα έχουν εκδοθεί για την πώληση αυτή τα σχετικά φορολογικά παραστατικά (αριθ. δελτίου αποστολής ... και τιμολογίου ...). Είναι η ίδια εταιρία που προμήθευε με δημόσιο διαγωνισμό με παρόμοιους στύλους φωτισμού και το δήμο ..., αλλά η διαφορά του στύλου της φωτογραφίας που αγόρασε η σύζυγος με τους στύλους που αγοράζει και χρησιμοποιεί ο Δήμος ... είναι αρκετά εμφανής. Οι στύλοι του δήμου ... έχουν το λογότυπο "Δήμος ..." σε συνδυασμό με την εικόνα της "Λ1". Όλα αυτά ανάγλυφα με χυτό μέταλλο. Ο στύλος της επίδικης φωτογραφίας, δηλαδή της συζύγου του πολιτικώς ενάγοντος, είχε ανάγλυφη μόνο την εικόνα της "Λ1". Το δημοσίευμα αυτό, του οποίου έλαβαν γνώση απροσδιόριστος αριθμός αναγνωστών, μπορούσε να βλάψει και πράγματι έβλαψε την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, αφού τον παρουσίαζε ως κλέφτη δημοτικής περιουσίας, δηλαδή ως παραβάτη του ποινικού κώδικα (παράνομη αφαίρεση υλικού που ανήκε στην κυριότητα του Δήμου ...).Το γεγονός ότι δεν αναφέρονταν ονομαστικά ο κατηγορούμενος δεν αναιρεί τα ανωτέρω διότι οι ειδικότεροι προσδιορισμοί που περιελάμβανε το δημοσίευμα μαζί με τη φωτογραφία και συγκεκριμένα ότι ο δράστης του καταγγελλόμενου γεγονότος ήταν ο προϊστάμενος των τεχνικών υπηρεσιών του δήμου ..., θέση που κατείχε ως αρμόδιος τότε αντιδήμαρχος ο πολιτικώς ενάγων, σε συνδυασμό με τη φωτογραφία που απεικόνιζε το δήθεν κλοπιμαίο στην αυλή του συγκροτήματος "ενοικιαζόμενων δωματίων" στη ..., το οποίο ήταν σε μεγάλο αριθμό προσώπων γνωστό ότι ανήκε στη σύζυγο του, "φωτογράφιζε" και καθιστούσε αναγνωστέο το πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος, αφού οι ιδιότητες που δίνονταν ανταποκρίνονταν μόνο σ' αυτόν. Ούτε πάλι ο τρόπος συντάξεως του δημοσιεύματος με τη μορφή των ερωτημάτων αναιρεί το θετικό χαρακτήρα του κειμένου για την είδηση που τελικά εκφράζει, διότι οι ερωτήσεις δίνονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε σε συνδυασμό με τη φωτογραφία να εξάγεται συγχρόνως και η απάντηση ότι ο προϊστάμενος των τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου ..., δηλαδή ο πολιτικώς ενάγων, είναι κλέφτης δημοτικού υλικού φωτισμού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, αν και εκτέλεσε πλημμελώς τις υποχρεώσεις του ως δημοσιογράφος και δεν διασταύρωσε προηγουμένως τα πραγματικά στοιχεία του ρεπορτάζ του (ζητώντας πληροφορίες και παραστατικά αγοράς από τον πολιτικώς ενάγοντα και τη σύζυγο του, αλλά και εντοπίζοντας τις διαφορές των δημοτικών στύλων και του επίμαχου, όπως διευκρινίστηκαν παραπάνω), εν τούτοις υπάρχουν πολλές αμφιβολίες (ερμηνευόμενες υπέρ αυτού) ως προς το αν τελούσε εν γνώσει του ψεύδους του γεγονότος που κατάγγειλε. Το γεγονός ότι ο πολιτικώς ενάγων προμηθεύονταν για λογαριασμό του Δήμου ... στύλους φωτισμού από τον ίδιο προμηθευτή που την ίδια εποχή είχε προμηθευτεί και η σύζυγος του, δηλαδή την εταιρία "...Ο.Ε.", σε συνδυασμό με το ότι και ο στύλος που αγόρασε η σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντος είχε ένα κοινό ανάγλυφο στοιχείο "Λ1" με τους στύλους του δήμου, δικαιολογούν αυτές τις αμφιβολίες, υπό την έννοια ότι ο κατηγορούμενος ενδεχομένως να πίστεψε τα καταγγελλόμενα ως αληθινά. Επομένως δεν στοιχειοθετείται, από υποκειμενική άποψη, το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως που του αποδίδεται. Πρέπει όμως να κηρυχθεί ένοχος του αδικήματος της απλής δυσφημίσεως (άρθρο 362 ΠΚ) διότι, όπως προαναφέρθηκε, διέδωσε με το δημοσίευμα ενώπιον των αναγνωστών του ψευδή γεγονότα σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι προέβη στη δημοσίευση αυτή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον διότι ως δημοσιογράφος είχε υποχρέωση να ενημερώσει το κοινό του για τα πρόσωπα που συμμετείχαν στις επικείμενες τότε δημοτικές εκλογές στο ... πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη του(έγινε δηλαδή η δημοσίευση του δυσφημιστικού κειμένου) προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 367 παρ. 1 και 2 ΠΚ). Οι περιστάσεις που φανερώνουν το σκοπό αυτό είναι οι ακόλουθες: 1) Αν και γνώριζε το θέμα τουλάχιστον 15 ημέρες νωρίτερα, δεν φρόντισε να εξακριβώσει την αλήθεια, διασταυρώνοντας πληροφορίες. 2)Κράτησε και δημοσίευσε σκόπιμα το θέμα την τελευταία ακριβώς ημέρα πριν από τις εκλογές, ώστε να μη δώσει καμία ευκαιρία στον θιγόμενο πολιτικώς ενάγοντα να αμυνθεί κατ' αυτού με αντικρούσεις και αποκατάσταση της αλήθειας, έτσι ώστε (και σ' αυτό ακριβώς σκόπευε ο κατηγορούμενος) στον ψηφοφόρο και αναγνώστη να μείνει η (ψευδής και υποτιμητική για τον πολιτικώς ενάγοντα) εντύπωση ότι είναι κλέφτης. 3)Λίγες μόνο ημέρες νωρίτερα πριν από το δημοσίευμα η σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντος, που προφανώς πληροφορήθηκε την επικείμενη δημοσίευση, πήγε στα γραφεία του κατηγορουμένου και διαμαρτυρήθηκε έντονα, δημιουργώντας μάλιστα οξύ επεισόδιο σε βάρος του. Και αυτό το γεγονός αποτέλεσε κίνητρο και συντέλεσε στο σχηματισμό της απόφασης του κατηγορουμένου να εκμεταλλευτεί την πληροφορία και να τη δημοσιεύσει την τελευταία στιγμή για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, δηλαδή για να τον εξυβρίσει, με απώτερο στόχο την πολιτική του ζημία ως υποψηφίου στις δημοτικές εκλογές. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως της απλής δυσφήμησης δια του τύπου, και τον καταδίκασε σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας, ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 εδ. α και 2, 363, 362 του ΠΚ και 1 Ν. 2243/1994. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το δημοσίευμα στο σύνολο του, ανεξαρτήτως αν κάποιες εκφράσεις διετυπώθησαν υπό μορφή ερωτήσεων, περιείχε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, υποπίπτον στις αισθήσεις του, καθόσον καθίστατο σαφές ότι ο πολιτικώς ενάγων, τον οποίο, για τους λόγους που ειδικότερα αναλύονται στο σκεπτικό της πληττόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος "φωτογράφιζε", προέβη στην αφαίρεση μεταλλικού στύλου ηλεκτροφωτισμού του Δήμου και τον τοποθέτησε σε τουριστικό συγκρότημα ενοικιαζόμενων δωματίων της συζύγου του στη .... Οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, αιτιάσεις, τις οποίες ο αναιρεσείων προβάλλει με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως και ειδικότερα ότι: 1)τα περιστατικά για τα οποία καταδικάστηκε δεν συνιστούν γεγονότα αλλά αξιολογικές κρίσεις 2) με το δημοσίευμα τίθενται ερωτήσεις οι οποίες δεν συνιστούν πραγματικά γεγονότα 3) με την απόφαση γίνεται δεκτό ότι με το δημοσίευμα ο ίδιος εξέφρασε υπόνοια και εικασία για την τέλεση αξιόποινης πράξεως 4) με το δημοσίευμα δεν κατονομάζεται το πρόσωπο του προσβαλλόμενου και 5) υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της απόφασης "το δημοσίευμα αυτό του οποίου έλαβαν γνώση απροσδιόριστος αριθμός αναγνωστών, μπορούσε να βλάψει και πράγματι έβλαψε την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, αφού τον παρουσίαζε ως κλέφτη δημοτικής περιουσίας, δηλαδή ως παραβάτη του ποινικού κώδικα (παράνομη αφαίρεση υλικού που ανήκε στην κυριότητα του Δήμου...)" και του κειμένου του δημοσιεύματος, όπως παρατίθεται σ' αυτήν, είναι αβάσιμες διότι: 1) το Δικαστήριο σαφώς δέχθηκε ότι α) το δημοσίευμα, περιείχε ως συμβάν του εξωτερικού κόσμου, την παράνομη αφαίρεση μεταλλικού στύλου ηλεκτροφωτισμού του Δήμου και την τοποθέτηση του σε τουριστικό συγκρότημα ενοικιαζομένων δωματίων της συζύγου του πολιτικώς ενάγοντος β) ανεξαρτήτως αν κάποιες εκφράσεις διετυπώθησαν υπό μορφή ερωτήσεων, όμως δόθηκαν με τέτοιο τρόπο, ώστε σε συνδυασμό με τη δημοσίευση της φωτογραφίας, να εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο προϊστάμενος των τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου ... είναι κλέφτης δημοτικού φωτισμού γ) από το δημοσίευμα προκύπτει ότι με αυτό ο κατηγορούμενος παρουσίαζε τον πολιτικώς ενάγοντα ως κλέφτη δημοτικής περιουσίας δ)οι ειδικότεροι προσδιορισμοί που περιλάμβανε στο δημοσίευμα, όπως παραπάνω εκτέθηκαν, "φωτογράφιζαν" τον πολιτικώς ενάγοντα και 2) δεν προκύπτει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της απόφασης, αφού η παραδοχή ότι το δημοσίευμα παρουσίαζε ως κλέφτη δημοτικής περιουσίας τον πολιτικώς ενάγοντα, ταυτίζεται με το περιεχόμενο του δημοσιεύματος όπως τούτο, κατά τρόπο ανέλεγκτο, εκτιμήθηκε από το Δικαστήριο. Επομένως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως. Περαιτέρω και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, αιτιάσεις, τις οποίες ο αναιρεσείων προβάλλει με τους πέμπτο και έκτο λόγους της αιτήσεως του, ότι 1) το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που ειδικότερα προσδιορίζει 2)δίχως αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του από το άρθρο 367 ΠΚ και 3) υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της απόφασης που αναφέρονται στην απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, είναι αβάσιμες, διότι 1)στο προΐμιο της πληττόμενης απόφασης υπάρχει η βεβαίωση του Δικαστηρίου ότι, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, έλαβε υπόψη του "την ανάγνωση των εγγράφων" από τη βεβαίωση δε αυτή καθίσταται βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα και συνεπώς και τα παραπάνω, από την τυχόν δε διαφορετική εκτίμηση του περιεχομένου των δεν συνάγεται το αντίθετο 2) με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που προαναφέρθηκαν και τις ειδικότερες σκέψεις, που αναφέρονται στο σκεπτικό, επαρκώς αιτιολογείται η απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι προέβη στο σχετικό δημοσίευμα από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, από το οποίο αποκλείεται το άδικο της πράξεως του, αφού με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία γίνεται δεκτό, ότι από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης και 3) μεταξύ των παραδοχών α) γνώριζε το θέμα 15 ημέρες νωρίτερα, δεν φρόντισε να εξακριβώσει την αλήθεια β)λίγες ημέρες απ' το δημοσίευμα η σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντος, που πληροφορήθηκε τη δημοσίευση, πήγε στα γραφεία του κατηγορουμένου και δημιούργησε επεισόδιο και αυτό απετέλεσε δήθεν το κίνητρο για να δημοσιεύσει το άρθρο την τελευταία στιγμή και να πλήξει την τιμή του συζύγου της και 3) κράτησε και δημοσίευσε σκόπιμα το θέμα την τελευταία ημέρα πριν από τις εκλογές, ώστε να μη δώσει καμία ευκαιρία στο θιγόμενο ν' αμυνθεί και να μείνει η εντύπωση ότι είναι κλέφτης, δεν υπάρχει αντίφαση.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος δε που με τον έκτο λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος η, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ' ΣΤ' και Η' του ΚΠΔ, αιτίαση, την οποία ο αναιρεσείων προβάλλει με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως του, ότι οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης διαφέρουν εν μέρει από τις παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία κηρύχθηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος της συζύγου του πολιτικώς ενάγοντος και συνεπώς το Εφετείο ανέτρεψε παραδοχές, που είχαν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, διότι δεδικασμένο αποτελούν μόνο τα τελικά συμπεράσματα, στα οποία το Δικαστήριο κατέληξε με την απόφαση και όχι οι κατ' ιδίαν σκέψεις ή τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στην κρίση του.
Συνεπώς ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, προς εξέταση, πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της με αριθμό 1397/30-10-2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απλή δυσφήμηση δια του τύπου. Δεν κατονομάζεται το πρόσωπο του δυσφημησθέντος, όμως "φωτογραφίζεται". Δημοσίευμα με τη μορφή προτάσεων που δημιουργούν όμως βεβαιότητα για την συμπεριφορά του θιγομένου. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου 369, 367 ΠΚ και έλλειψη αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση απλη, Τύπος.
| 0
|
Αριθμός 1481/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Χ1 κάτοικο ....και ήδη κρατουμένου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων .... και με εγκαλούμενους τους: 1) Ψ1 και Ψ2.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 17 Φεβρουαρίου 2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 307/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 106/30.03.2009 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιόν Σας, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1β ΚΠΔ, την με αριθμό 191/17-2-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, με την οποία ζητάει την παραπομπή της από 15/9/2007 με ΑΒΜ Γ07/815 έγκλησης του κρατουμένου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων ..., Χ1 η οποία στρέφεται α) κατά του Ψ1 Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς και β) της ιατρού Ψ2 για παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ) κλπ, από το αρμόδιο Πρωτοδικείο Πειραιώς, σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς, δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. κατά τη διάταξη του άρθρου 136 παρ. ε' ΚΠΔ, "το δικαστήριο που είναι αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, διατάσσει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, όταν, μεταξύ των άλλων λόγων, συντρέχει και η περίπτωση του εδαφίου ε' κατά την οποία, ο εγκαλών ή ο ζημιούμενος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 ΚΠΔ, την παραπομπή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων, ενώ στις περιπτώσεις του άρθρου 136 στοιχ. γ' και δ' ΚΠΔ μόνο ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου αυτεπαγγέλτως ή με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Για την παραπομπή αποφασίζει.... γ) ο 'Αρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση.
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι δικαιολογητικός λόγος της παραπομπής στην περίπτωση του εδαφίου ε' του άρθρου 136 ΚΠΔ, είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και του αποκλεισμού της υπόνοιας μεροληψίας αυτού λόγω της συνυπηρέτησής του με τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή πρόσωπα. Από την εννοιολογική παραβολή του άρθρου 136 εδ. ε' ΚΠΔ προς τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ στα οποία ρητώς αναφέρεται, συνάγεται ότι ο κανονισμός της αρμοδιότητας κατά παραπομπή δεν περιορίζεται μόνο στην εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά επεκτείνεται και στην άσκηση ποινικής δίωξης αλλά και της προκαταρκτικής ακόμη εξέτασης, αφού και στις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος της εξασφάλισης του ανεπηρεάστου και του αδιάβλητου των δικαστικών αποφάσεων.
ΙΙ. Στη προκείμενη περίπτωση ο εγκαλούμενος Ψ1 είναι Εισαγγελικός Λειτουργός και υπηρετεί ως Εισαγγελέας Πρωτοδικών, στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιώς.
Συνεπώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις της κατά παραπομπή αρμοδιότητας από τον 'Αρειο Πάγο, αντί του κατ'αρχήν αρμοδίου Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, καθόσον δεν υπάρχει νομική δυνατότητα αυτού να διατάξει την παραπομπή, δεδομένου ότι στη περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο, πλην του Πρωτοδικείου Πειραιώς, δηλαδή του αρμοδίου κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, στο οποίο υπηρετεί ο εγκαλούμενος.
ΙΙΙ. Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και να παραπεμφθεί η από 15/9/2007 έγκληση του Χ1, η οποία στρέφεται κατά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς Ψ1 και της ιατρού Ψ2 (λόγω συναφείας) από τις αρμόδιες Εισαγγελικές, Ανακριτικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, στις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Αθηνών, για τη δικαστική της διερεύνηση.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) Να γίνει δεκτή η 191/17/2-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και
2) Να παραπεμφθεί η από 15/9/2007 ΑΒΜ Γ07/7815 έγκληση του Χ1 κατά του Ψ1 Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και της Ψ2 λόγω συναφείας, από τις αρμόδιες Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, στις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Αθηνών, για τη δικαστικής της διερεύνηση.
Αθήνα 3 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 136 στ. ε του Κ.Ποιν.Δ., όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωθείς ή ο κατηγορούμενος, είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα, διατάσσεται η παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της παραπάνω διατάξεως, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο ίδιο αρμόδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής, όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου του σταδίου της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και αυτού της διενεργείας προκαταρτικής εξετάσεως.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελεύς, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι' αυτή το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε άλλη περίπτωση ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Χ1 κρατούμενος στο Ψυχιατρικό Κατάστημα ... με την από 15-9-2007 έγκλησή του στρέφεται κατά των α) Ψ1 Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, πρώην επόπτη των Φυλακών .... και β) της Ψ2 ιατρού, για την από μέρους αυτών διάπραξη αδικημάτων. Μετά από αυτά, και ενόψει του ότι οι καταγγελλόμενοι προσέλαβαν την ιδιότητα των κατηγορουμένων, η δε σχετική υπόθεση υπάγεται κατά το στάδιο αυτό, κατά τόπο στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου Πειραιώς, (άρθρα 111 παρ. 7, 119 παρ. 1 και 122 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.), σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει να λάβει χώρα κανονισμός αρμοδιότητας, ώστε η περιεχόμενη στην από 15-9-2007 μηνυτήρια αναφορά του Χ1 κρατουμένου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων ... καταγγελία σε βάρος του ως άνω εισαγγελικού λειτουργού Ψ1 καθώς και σε βάρος της ιατρού Ψ2 να παραπεμφθεί στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου να επιληφθεί της ως άνω μηνυτήριας αναφοράς και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
Για τους λόγους αυτούς
Ορίζει ως κατά παραπομπή αρμόδιες τις δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και εφόσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση τις δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, όσο και τις αντίστοιχες της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Αθηνών, για να αποφανθούν επί της από 15-9-2007 και με Α.Β.Μ Γ 07/7815 μηνύσεως του κρατουμένου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων ..., Χ1 κατά του εισαγγελικού λειτουργού Ψ1 και της ιατρού Ψ2.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας 136 του ΚΠΔ - Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών δικαστικών αρχών, κατόπιν της υποβολής εγκλήσεως σε βάρος εισαγγελικού λειτουργού της εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας, (προκαταρτικής εξετάσεως). Καθορίζει ως αρμόδιο τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και λοιπές δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 1
|
Αριθμός 1480/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 262/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1923/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 71/17.02.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Eισάγω, κατ'αρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ., με τη σχετική δικογραφία, την υπ'αρ. 13/1-12-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατοίκου .... κατά του υπ'αριθμ. 262/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία η υπ'αριθμ. 19/30-5-2008 έφεσή του κατά του υπ'αρ. 165/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Λάρισας, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας να δικασθεί για απάτη κατ'επάγγελμα με συνολικό όφελος που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ (άρθρ. 1,13,14-18, 26 § 1, 27 § 1, 386 § 1-3α Π.Κ. ως ισχύουν) και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως (επίδοση βουλεύματος στον κατ/νο την 21/11/08 και στον αντίκλητο -δικηγόρο του Κων/νο Ευθυμίου την 28/11/08) και παραδεκτώς, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (αρ. 473 § 1, 474, 482 § 1.3 Κ.Π.Δ.) με την ως άνω από 1/12/08, ημέρα Δευτέρα, δήλωση του ιδίου στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αρ. 13/08 έκθεση αναίρεσης και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή, με προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης (α) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και (β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του αρ. 386 § 1 - 3 Π.Κ. (αρ. 98 § 3 Συντ., 139, 484 § 1β',δ' ΚΠΔ).
(II) Eπειδή για την πληρότητα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους (πχ μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, ούτε από ποιό ή ποιά από αυτά προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει και γιατί περισσότερο (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1304/2003, ΑΠ 1303/2002, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 1580/2002 κ.ά.).
Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και .139 - όπως ισχύει - ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε, οι αποδείξεις (τα αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα άνω πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν οι επαρκείς ενδείξεις ενοχής (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 732/2006 κ.α.).
Εξ άλλου εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε συντρέχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από αυτή που έχει, και όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 67/2006 κ.α). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, ήτοι όταν στο πόρισμα του συμβουλίου -που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού-σκεπτικού και ανάγεται στα στοιχεία και ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος - ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι το βούλευμα να μην έχει νόμιμη βάση (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 252/2004, ΑΠ 112872004, ΑΠ 2445/2003, ΑΠ 9/2001 - Ολ. κ.ά.).
-Επειδή η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων - έστω και εσφαλμένη- δεν συνιστά λόγον αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 591/2001, ΑΠ 145/2000, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 111/2004 κ.ά.).
- Τέλος, η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην υιοθετηθείσα υπ'αυτού πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, αφού στην περίπτωση αυτή η Εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του βουλεύματος, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών, αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1242/2005, ΑΠ 2382/2005, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2078/2005 κ.ά.). Είναι δε χαρακτηριστικόν ότι και ο ίδιος ο 'Αρειος Πάγος αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην Εισαγγελική πρόταση (Ολ. ΑΠ 1494/2005, ΑΠ 176/2006 κ.α.), πράγμα που οφείλεται και στην ιδιότητα αυτού ως δικαστικού λειτουργού- αρ. 87 επ. Συντ.- - Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΓΚΚ. προκύπτει, ότι προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται:(α) σκοπός του δράστου να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγματοποίηση του οφέλους· αυτού, (β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, η αθέμιτη απόκρθψη ή παρασιώπηση αληθών, εκ της οποίας παραπλανήθηκε άλλος και (γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Κατά την παρ. 3 εδ. α του αυτού άρθρου (386 ΠΚ) -όπως ίσχυε από της ενάρξεως ισχύος του ΠΚ και με την αντικ. αυτής με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2408/96 - "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια". Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου . 386, όττως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εάν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.). Κατά το άρθρο 13 εδ. στ' Π.Κ., κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού προς πορισμόν εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερά ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστου. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξ άλλου κατ'επάγγελμα τέλεση υπάρχει, και όταν η πράξη τελείται το πρώτον όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητας του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. α' Π.Κ. όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999 είναι ηπιώτερη της προηγούμενης ρύθμισης και εφαρμόζεται και επί πράξεων που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του ν. 2721/1999, αφού ο νέος νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλεπόταν ποσοτικά όρια. Εν όψει τούτου πράξεις απάτης, που τελέσθηκαν εξακολουθητικά πριν από την ισχύ του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό ή, κατά μείζονα λόγο, μερικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ., διατηρούν και με το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, και επομένως εφαρμοστέα είναι η διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης (βλ. ΑΠ 172/2002, ΑΠ 149/2003, ΑΠ 1348/2003 κ.ά.), διότι αυτός απηχεί πλέον τις κατά τεκμήριον ορθότερον αντιλήψεις.
(Ιll) Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση το συμβούλιο Εφετών Λάρισας με επιτρεπτή αναφορά στην υιοθετηθείσα υπ'αυτού Εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και την υπ'αυτού υιοθετηθείσα Εισαγγελική πρόταση, και των αναφερομένων επαρκώς κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι προέκυψαν τα εξής: Στην προκειμένη περίπτωση από τα αποδεικτικά στοιχεία συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης και της εν συνεχεία διαταχθείσας κυρίας ανακρίσεως και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα προσκομιζόμενα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν κατά τη γνώμη μας, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών διατηρεί στην πόλη της ... κτηματομεσιτικό γραφείο επί της οδού .... Ο εγκαλών Ψ1 έχοντας στα επαγγελματικά του σχέδια την ανέγερση κτίσματος-κέντρου διασκεδάσεως, ανέθεσε στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο, με τον οποίο συνδεόταν με σχέσεις φιλίας και εμπιστοσύνης, την ανεύρεση οικοπέδου εντός της πόλεως της ... Ο τελευταίος μετά πάροδο μικρού χρονικού διαστήματος υπέδειξε στον εγκαλούντα το επί της οδού .... ευρισκόμενο οικόπεδο, συνιδιοκτήτης του οποίου ήταν, εκτός των άλλων, και ο μάρτυς Μ1 . Αυτός ως εκπρόσωπος και των λοιπών συνιδιοκτητών-συγκληρονόμων είχε αναθέσει, το έτος 2000, την πώληση του οικοπέδου στον εκκαλούντα. Το ως άνω οικόπεδο προκάλεσε πράγματι το ενδιαφέρον του εγκαλούντα, ο οποίος ζήτησε τοπογραφικό διάγραμμα για να το μελετήσει. Στη συνέχεια ο εκκαλών, δηλώνοντας ότι ενεργεί εκ μέρους και για λογαριασμό των συνιδιοκτητών του οικοπέδου, καθόρισε την αξία αυτού στο ποσό των 140.000.000 δρχ. (410.858 Ευρώ) και ζήτησε από τον εγκαλούντα ως προκαταβολή το χρηματικό ποσό των 13.000.000 δραχμών (38.151 Ευρώ) προκειμένου να το αποδώσει στους οικοπεδούχους, ώστε η πρόταση για αγορά οικοπέδου να εκληφθεί ως σοβαρή και να παραδοθούν οι τίτλοι ιδιοκτησίας του. Στις 21-9-2001 ο εγκαλών, παρουσία και του μάρτυρα Μ2, παρέδωσε στον εκκαλούντα , εντός του γραφείου του, το ως άνω χρηματικό ποσό της προκαταβολής, έχοντας τη διαβεβαίωση του ότι θα το αποδώσει στους οικοπεδούχους, ώστε να προχωρήσει η διαδικασία πώλησης. Από το ως άνω χρηματικό ποσό της προκαταβολής συμφωνήθηκε να παρακρατήσει ο εκκαλών-κατηγορούμενος, το ποσό των 200.000 δρχ. (587 Ευρώ) ως αμοιβή για τις μεσιτικές του υπηρεσίες, ακόμη και αν τελικώς δεν επιτυγχάνετο η οριστική πώληση του οικοπέδου. Λίγες ημέρες μετά την παράδοση της προκαταβολής των χρημάτων ο εκκαλών έδωσε στον εγκαλούντα αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας του οικοπέδου και τον διαβεβαίωσε ότι τα χρήματα παρεδώθησαν στους οικοπεδούχους. Στη συνέχεια ο εγκαλών προέβη στις σχετικές έρευνες για το οικόπεδο, πλην όμως περί τον Ιούλιο 2002 διαπιστώθηκε τελικώς, ότι δεν μπορούσε να εκδοθεί οικοδομική άδεια για την συγκεκριμένη χρήση (κέντρο διασκέδασης) και έτσι η αγοραπωλησία ματαιώθηκε χωρίς να υπέχει ευθύνη γι' αυτό ο εγκαλών. Μετά ταύτα περί τα του Ιουλίου 2002 ο εγκαλών ζήτησε από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο την επιστροφή του χρηματικού ποσού της προκαταβολής δηλαδή του ζήτησε το ποσό των 12.800.000 δρχ. (37.564 Ευρώ), αφαιρουμένου του ποσού των 200.000 δρχ. όπως είχαν συμφωνήσει για τις μεσιτικές του υπηρεσίες. Ο εκκαλών στην αρχή φάνηκε να συμφωνεί λέγοντας ότι στο προσεχές χρονικό διάστημα θα ζητούσε και θα ελάμβανε από τους οικοπεδούχους το προκαταβληθέν ποσό χρημάτων ενόψει της ματαίωσης της αγοραπωλησίας. Στο τέλος όμως περί τις αρχές Νοέμβρη 2002 του ανέφερε ότι οι οικοπεδούχοι αρνούνταν να επιστρέψουν την προκαταβολή. Θορυβημένος ο εγκαλών από την εξέλιξη αυτή επιχείρησε να επικοινωνήσει μαζί τους για να διευθετήσουν το θέμα, γεγονός που θα συνέβαινε για πρώτη φορά, αφού μέχρι τότε η όλη επικοινωνία γινόταν μέσω του εκκαλούντος.
Τελικώς ήρθε σε επαφή με τον προαναφερόμενο μάρτυρα Μ1, ο οποίος είχε και το μεγαλύτερο ποσοστό συνιδιοκτησίας από τον οποίο έλαβε τη διαβεβαίωση ότι ουδείς συνιδιοκτήτης είχε λάβει κάποιο ποσό ως προκαταβολή και ότι ουδέποτε ο εκκαλών τους ενημέρωσε για το ενδιαφέρον του εγκαλούντα προς το συγκεκριμένο οικόπεδο (βλ. τις από 1-3-07 και 26-11-07 ένορκες καταθέσεις του Μ1).
Ο εκκαλών-κατηγορούμενος τόσο στην απολογία του ενώπιον της ανακρίτριας, όσο και στην έφεση του αρνείται ότι έλαβε ποτέ από τον εγκαλούντα το ως άνω χρηματικό ποσό και ισχυρίζεται ότι η οικονομική διαφορά που υφίσταται μεταξύ τους οφείλεται στο γεγονός ότι ενόψει κάποιας πρόσκαιρης οικονομικής δυσκολίας που αντιμετώπιζε ο εγκαλών, προσφέρθηκε να τον βοηθήσει να λάβει ( ο εγκαλών) δάνειο από την Εμπορική Τράπεζα για το οποίο, αφενός εγγυήθηκε ο ίδιος (εκκαλών), αφετέρου δέχθηκε να προσημειωθεί δικό του ακίνητο, και για την οποία διαφορά ήδη έχουν καταφύγει ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.
Οι ως άνω ισχυρισμοί του εκκαλούντα κρίνονται ασθενείς και αβάσιμοι καθόσον οι εξετασθέντες ως μάρτυρες Μ2, Μ3 και Μ4 στις ένορκες καταθέσεις τους επιβεβαιώνουν την καταβολή του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού, ο πρώτος δε από αυτούς ήτα παρών στο γεγονός. Όσον αφορά δε το θέμα του δανείου, οι ως άνω μάρτυρες γνωρίζουν την ύπαρξη αυτού, πλην όμως κατέθεσαν ότι αυτό συνήφθη προκειμένου ο εκκαλών να "ξεχρεώσει" στον εγκαλούντα το ποσό της προκαταβολής, καθόσον ήταν ο μοναδικός τρόπος να εισπράξει αυτός (εγκαλών) τα χρήματα του. Η άποψη αυτή φαίνεται να έχει σημαντική ουσιαστική βασιμότητα λαμβανομένου υπόψη ότι εκτός από εγγυητής του δανείου, ο εκκαλών προσέφερε ακίνητο του για εγγραφή προσημείωσης, κάτι το οποίο δεν είχε λόγους να κάνει, αν ο πραγματικός λόγος σύναψης του δανείου ήταν η διευκόλυνση του εγκαλούντα.
Τέλος από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο εκκαλών για παρόμοιες περιπτώσεις παραπέμφθηκε και στο παρελθόν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, κατηγορούμενος για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατόπιν μηνύσεων που υπέβαλαν εναντίον του οι Υ1 και Υ2 οι οποίοι επίσης του είχαν δώσει ο μεν πρώτος τον Φεβρουάριο 2001, ο δε δεύτερος τον Αύγουστο 2001, ως προκαταβολή τα χρηματικά ποσά των 5.000.000 δρχ. καίχ 10.000.000 δρχ. αντίστοιχα για την πώληση ενός οικοπέδου εμβαδού 130 τ.μ. που βρίσκεται στη ...., στη συμβολή των οδών .... και .... και ανήκει στους συνιδιοκτήτες Ι1 και Ι2 διαβεβαιώνοντας και τους τότε εγκαλούντες ότι ενεργούσε για λογαριασμό των οικοπεδούχων. Τα ως άνω πρoκύπτoυν από τις 2473/18-9-06 και 3825/30-9-2005 αποφάσεις του προαναφερομένου δικαστηρίου, το οποίο ναι μεν απάλλαξε τον κατηγορούμενο από τις κατηγορίες, αφού όμως προηγουμένως αυτός είχε αναγκασθεί να επιστρέψει, έστω και με μεγάλη καθυστέρηση , στους εγκαλούντες τα χρήματα που είχε λάβει και οι υποθέσεις εμφανίστηκαν ως συμβιβασμένες. Συντρέχει επομένως στο πρόσωπο του εκκαλούντα η επιβαρυντική περίπτωση της "κατ'επάγγελμα" τέλεσης της πράξης της απάτης, αφού από την επανειλημμένη τέλεση αυτής και την υποδομή που έχει διαμορφώσει, λειτουργώντας το συγκεκριμένο κτηματομεσιτικό γραφείο, αποσκοπεί στον πορισμό εισοδήματος.
Κατόπιν όλων όσων εκτέθηκαν ανωτέρω φρονούμε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντα για την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη, το δε εκκαλούμενο βούλευμα δυνάμει του οποίου παραπέμφθηκε αυτός ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, ουδόλως έσφαλε αλλά εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις και τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά.
Με τις παροδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται κατ'είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των αρθρ. 1,13, 26 § 1, 27 § 1, 60, 63, 79, 386 § 1-3α' ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 § 1 β' και δ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρ. 13 στ' και 386 § 1-3α'Π.Κ. ως ισχύουν, και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ'επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση (αρ. 511 ΚΠΔ) πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόνους αυτούς-Προτείνω:
(Α) Να απορριφθεί η υπ'αρ.13/1-12-2008 αίτηση του Χ1 κατοίκου ... για αναίρεση του υπ'αρ. 262/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών.
(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 18/12/2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθ. εκθ. 13/1 - 12 -2008 αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά του με αριθ. 262/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του με αριθ. 165/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας και επικυρώθηκε το βούλευμα αυτό, που τον παρέπεμψε, μαζί με άλλους δύο συγκατηγορουμένους του, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, για να δικασθούν για κακουργηματική απάτη, κατ'επάγγελμα, με συνολικό όφελος ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. (άρθρο 386 παρ. 1, 3 α, 13 στοιχ. στ ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του από αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης απαιτείται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίησή του, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο απατώμενος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, που ενέχει περιουσιακή διάθεση και συνεπάγεται περιουσιακή βλάβη και 3) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή), στην οποία παραπείστηκε ο παθών. Κατά την παρ. 3 εδ. α του άρθρου 386 ΠΚ όπως αντικ. με το αρθ. 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν διαπράττεται κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Το έγκλημα της απάτης προϋποθέτει, την πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του υπαίτιου ή τρίτου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση δηλαδή του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, την παράλειψη δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου. Το πρόσωπο του παραπλανήσαντος, δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο του ωφεληθέντος, ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Από υποκειμενική άποψη και το ανωτέρω έγκλημα, έχει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελείται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι η αποκομιδή παράνομου περιουσιακού οφέλους του ίδιου ή άλλου, με βλάβη τρίτου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.
Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το προσβαλλόμενο 262/2008 βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση της Αντεισαγγελέως Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση του συλλεγέντος από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και τη προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση αποδεικτικού υλικού (ως εγγράφων, καταθέσεων μαρτύρων και απολογίας), απέρριψε τη με αριθ. εκθ. 19/30-5-2008 έφεση του κατηγορουμένου κατά του πρωτοβάθμιου με αριθ. 165/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Λάρισας, για να δικασθεί για κακουργηματική απάτη, αφού δέχθηκε ότι προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών διατηρεί στην πόλη της Λάρισας κτηματομεσιτικό, γραφείο επί της οδού ... Ο εγκαλών Ψ1, έχοντας στα επαγγελματικά του σχέδια την ανέγερση κτίσματος-κέντρου διασκεδάσεως, ανέθεσε στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο, με τον οποίο συνδεόταν με σχέσεις φιλίας και εμπιστοσύνης, την ανεύρεση οικοπέδου εντός της πόλεως της .... Ο τελευταίος μετά πάροδο μικρού χρονικού διαστήματος υπέδειξε στον εγκαλούντα το επί της οδού .... ευρισκόμενο οικόπεδο, συνιδιοκτήτης του οποίου ήταν, εκτός των άλλων, και ο μάρτυς Μ1 . Αυτός ως εκπρόσωπος και των λοιπών συνιδιοκτητών-συγκληρονόμων είχε αναθέσει, το έτος 2000, την πώληση του οικοπέδου στον εκκαλούντα. Το ως άνω οικόπεδο προκάλεσε πράγματι το ενδιαφέρον του εγκαλούντα, ο οποίος ζήτησε τοπογραφικό διάγραμμα για να το μελετήσει. Στη συνέχεια ο εκκαλών, δηλώνοντας ότι ενεργεί εκ μέρους και για λογαριασμό των συνιδιοκτητών του οικοπέδου, καθόρισε την αξία αυτού στο ποσό των 140.000.000 δρχ. (410.858 Ευρώ) και ζήτησε από τον εγκαλούντα ως προκαταβολή το χρηματικό ποσό των 13.000.000 δραχμών (38.151 Ευρώ) προκειμένου να το αποδώσει στους οικοπεδούχους, ώστε η πρόταση για αγορά οικοπέδου να εκληφθεί ως σοβαρή και να παραδοθούν οι τίτλοι ιδιοκτησίας του. Στις 21-9-2001 ο εγκαλών, παρουσία και του μάρτυρα Μ2 παρέδωσε στον εκκαλούντα, εντός του γραφείου του, το ως άνω χρηματικό ποσό της προκαταβολής, έχοντας τη διαβεβαίωση του ότι θα το αποδώσει στους οικοπεδούχους, ώστε να προχωρήσει η διαδικασία πώλησης. Από το ως άνω χρηματικό ποσό της προκαταβολής συμφωνήθηκε να παρακρατήσει ο εκκαλών-κατηγορούμενος, το ποσό των 200.000 δρχ. (587 Ευρώ) ως αμοιβή για τις μεσιτικές του υπηρεσίες, ακόμη και αν τελικώς δεν επιτυγχάνετο η οριστική πώληση του οικοπέδου. Λίγες ημέρες μετά την παράδοση της προκαταβολής των χρημάτων ο εκκαλών έδωσε στον εγκαλούντα αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας του οικοπέδου και τον διαβεβαίωσε ότι τα χρήματα παρεδώθησαν στους οικοπεδούχους. Στη συνέχεια ο εγκαλών προέβη στις σχετικές έρευνες για το οικόπεδο, πλην όμως περί τον Ιούλιο 2002 διαπιστώθηκε τελικώς, ότι δεν μπορούσε να εκδοθεί οικοδομική άδεια για την συγκεκριμένη χρήση (κέντρο διασκέδασης) και έτσι η αγοραπωλησία ματαιώθηκε χωρίς να υπέχει ευθύνη γι' αυτό ο εγκαλών. Μετά ταύτα περί τα τέλη του Ιουλίου 2002 ο εγκαλών ζήτησε από τον εκκαλούντα την επιστροφή του χρηματικού ποσού της προκαταβολής δηλαδή του ζήτησε το ποσό των 12.800.000 δρχ. (37.564 Ευρώ), αφαιρουμένου του ποσού των 200.000 δρχ. όπως είχαν συμφωνήσει για τις μεσιτικές του υπηρεσίες. Ο εκκαλών στην αρχή φάνηκε να συμφωνεί λέγοντας ότι στο προσεχές χρονικό διάστημα θα ζητούσε και θα ελάμβανε από τους οικοπεδούχους το προκαταβληθέν ποσό χρημάτων ενόψει της ματαίωσης της αγοραπωλησίας. Στο τέλος όμως περί τις αρχές Νοέμβρη 2002 του ανέφερε ότι οι οικοπεδούχοι αρνούνταν να επιστρέψουν την προκαταβολή. Θορυβημένος ο εγκαλών από την εξέλιξη αυτή επιχείρησε να επικοινωνήσει μαζί τους για να διευθετήσουν το θέμα, γεγονός που θα συνέβαινε για πρώτη φορά, αφού μέχρι τότε η όλη επικοινωνία γινόταν μέσω του εκκαλούντος. Τελικώς ήρθε σε επαφή με τον προαναφερόμενο μάρτυρα Μ1 ο οποίος είχε και το μεγαλύτερο ποσοστό συνιδιοκτησίας από τον οποίο έλαβε τη διαβεβαίωση ότι ουδείς συνιδιοκτήτης είχε λάβει κάποιο ποσό ως προκαταβολή και ότι ουδέποτε ο εκκαλών τους ενημέρωσε για το ενδιαφέρον του εγκαλούντα προς το συγκεκριμένο οικόπεδο (βλ. τις από 1-3-07 και 26-11-07 ένορκες καταθέσεις του Μ1). Ο εκκαλών-κατηγορούμενος τόσο στην απολογία του ενώπιον της ανακρίτριας, όσο και στην έφεση του αρνείται ότι έλαβε ποτέ από τον εγκαλούντα το ως άνω χρηματικό ποσό και ισχυρίζεται ότι η οικονομική διαφορά που υφίσταται μεταξύ τους οφείλεται στο γεγονός ότι ενόψει κάποιας πρόσκαιρης οικονομικής δυσκολίας που αντιμετώπιζε ο εγκαλών, προσφέρθηκε να τον βοηθήσει να λάβει (ο εγκαλών) δάνειο από την Εμπορική Τράπεζα για το οποίο, αφενός εγγυήθηκε ο ίδιος (εκκαλών), αφετέρου δέχθηκε να προσημειωθεί δικό του ακίνητο, και για την οποία διαφορά ήδη έχουν καταφύγει ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Οι ως άνω ισχυρισμοί του εκκαλούντα κρίνονται ασθενείς και αδύναμοι καθόσον οι εξετασθέντες ως μάρτυρες Μ2, Μ3 και Μ4 στις ένορκες καταθέσεις τους επιβεβαιώνουν την καταβολή του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού, ο πρώτος δε από αυτούς ήτα παρών στο γεγονός. Όσον αφορά δε το θέμα του δανείου, οι ως άνω μάρτυρες γνωρίζουν την ύπαρξη αυτού, πλην όμως κατέθεσαν ότι αυτό συνήφθη προκειμένου ο εκκαλών να "ξεχρεώσει" στον εγκαλούντα το ποσό της προκαταβολής, καθόσον ήταν ο μοναδικός τρόπος να εισπράξει αυτός (εγκαλών) τα χρήματά του. Η άποψη αυτή φαίνεται να έχει σημαντική ουσιαστική βασιμότητα λαμβανομένου υπόψη ότι εκτός από εγγυητής του δανείου, ο εκκαλών προσέφερε ακίνητο του για εγγραφή προσημείωσης, κάτι το οποίο δεν είχε λόγους να κάνει, αν ο πραγματικός λόγος σύναψης του δανείου ήταν η διευκόλυνση του εγκαλούντα. Τέλος από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο εκκαλών για παρόμοιες περιπτώσεις παραπέμφθηκε και στο παρελθόν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, κατηγορούμενος για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατόπιν μηνύσεων που υπέβαλαν εναντίον του οι Υ1 και Υ2 οι οποίοι επίσης του είχαν δώσει ο μεν πρώτος τον Φεβρουάριο 2001, ο δε δεύτερος τον Αύγουστο 2001, ως προκαταβολή τα χρηματικά ποσά των 5.000.000 δρχ. και 10.000.000 δρχ. αντίστοιχα για την πώληση ενός οικοπέδου εμβαδού 130 τ.μ. που βρίσκεται στη ... στη συμβολή των οδών ....και .... και ανήκει στους συνιδιοκτήτες Ι1 και Ι2 διαβεβαιώνοντας και τους τότε εγκαλούντες ότι ενεργούσε για λογαριασμό των οικοπεδούχων. Τα ως άνω προκύπτουν από τις αριθ. 2473/18-J3-06 και 3825/30-9-2005 αποφάσεις του προαναφερομένου δικαστηρίου, το οποίο ναι μεν απάλλαξε τον κατηγορούμενο από τις κατηγορίες, αφού όμως προηγουμένως αυτός είχε αναγκασθεί να επιστρέψει, έστω και με μεγάλη καθυστέρηση, στους εγκαλούντες τα χρήματα που είχε λάβει και οι υποθέσεις εμφανίστηκαν ως συμβιβασμένες. Συντρέχει επομένως στο πρόσωπο του εκκαλούντα η επιβαρυντική περίπτωση της "κατ'επάγγελμα" τέλεσης της πράξης της απάτης, αφού από την επανειλημμένη τέλεση αυτής και την υποδομή που έχει διαμορφώσει, λειτουργώντας το συγκεκριμένο κτηματομεσιτικό γραφείο, αποσκοπεί στον πορισμό εισοδήματος. Κατόπιν όλων όσων εκτέθηκαν ανωτέρω φρονούμε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντα για την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη, το δε εκκαλούμενο βούλευμα δυνάμει του οποίου παραπέμφθηκε αυτός ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, ουδόλως έσφαλε αλλά εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις και τα προκύψαντα πραγματικά". Έτσι το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, απέρριψεν κατ'ουσίαν την έφεση του κατηγορουμένου και επικύρωσε το εκκαλούμενο με αριθ. 165/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, δυνάμει του οποίου ο κατηγορούμενος παραπέμπεται συγκεκριμένα για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι: "Στη ..., κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2001 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, το δε όφελος που αποκόμισε από την πράξη του υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ και αυτός διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα, αφού από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της απάτης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και συγκεκριμένα: Ενώ διατηρούσε κτηματομεσιτικό γραφείο στη .... και επί της οδού ..., υπέδειξε στον εγκαλούντα Ψ1 που ενδιαφερόταν να αγοράσει οικόπεδο εντός της πόλης της ... την αγορά του οικοπέδου που βρίσκεται στη .... στη διασταύρωση των οδών .... συνιδιοκτησίας των Μ1, ....,...., ...., ...., .... και λοιπών επτά προσώπων, που ενδιαφέρονταν να το πωλήσουν, και του παρέστησε εν γνώσει ψευδώς ότι ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό των συνιδιοκτητών του οικοπέδου ζητώντας ως προκαταβολή για την αγορά αυτού χρηματικό ποσό 13.000.000 δραχμών (ή 38.151 ευρώ) έναντι της καθορισθείσας αυτού αξίας ποσού 140.000.000 δραχμών (ή 410.858 ευρώ), ενώ η αλήθεια είναι ότι καμία τέτοια εντολή για τη λήψη προκαταβολής δεν είχε λάβει από τους ανωτέρω αναφερομένους συνιδιοκτήτες του ακινήτου, οι οποίοι ούτε γνώριζαν ότι διαπραγματευόταν την πώληση του ακινήτου τους με τον εγκαλούντα, με τον τρόπο δε αυτό έπεισε τον εγκαλούντα, που συμφωνούσε στην αγορά του ανωτέρω οικοπέδου, να του καταβάλει στις 21-9-2001 ως προκαταβολή χρηματικό ποσό 13.000.000 δραχμών (ή 38.151 ευρώ), βλάπτοντας έτσι την περιουσία του εγκαλούντος κατά το ως άνω ποσό, το οποίο ουδέποτε απέδωσε στους οικοπεδούχους αλλά ωφελήθηκε παράνομα ο ίδιος. Είναι δε δράστης που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα, αφού από την υποδομή που έχει διαμορφώσει και διατηρεί, συνιστάμενη στην οργάνωση κτηματομεσιτικού γραφείου με έδρα τη .... έχοντας την πρόθεση να μετέρχεται και να επαναλαμβάνει πράξεις απάτης, όπως η ανωτέρω αναφερόμενη, όχι ευκαιριακά αλλά με μεθοδικότητα και ετοιμότητα, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Με αυτά που δέχθηκε, ως άνω, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, αναφορικά με την πράξη της κακουργηματικής απάτης, φερομένης ως τελεσθείσας από τον αναιρεσείοντα, κατά μήνα Σεπτέμβριο του 2001, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης, για το οποίο έκρινε ότι πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες το Συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα προκύψαντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, ήτοι εκείνες των άρθρων 13 εδ. στ, 26 παρ. 1 α, 27, 98 και 386 παρ. 1, 3 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, ενώ εξ άλλου δεν στερείται το βούλευμα νόμιμης βάσεως, αφού με αυτά που δέχθηκε δεν αποβαίνει ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων. Ειδικότερα, α) αναφέρεται ως τρόπος τελέσεως της απάτης ο ένας από τους τρεις προαναφερθέντες τρόπους τελέσεως, εκείνος της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων όντας μεσίτης ακινήτων, ενεργούσε δήθεν κατ'εντολή και για λογαριασμό των συνιδιοκτητών του οικοπέδου που ενδιαφερόταν, καθ' υπόδειξή του, να αγοράσει ο εγκαλών, και ότι είχε την εντολή τους για πώληση του οικοπέδου και λήψη προκαταβολής ποσού 13.000.000 δραχμών, ποσό που ο ίδιος εισέπραξε από τον εγκαλούντα για να το παραδώσει δήθεν στους πωλητές, πράγμα που ουδέποτε έπραξε, ούτε και επέστρεψε τα χρήματα, ωφεληθείς παράνομα ο ίδιος το άνω ποσό που υπερβαίνει τις 15.000 ευρώ, αφού το αληθές είναι ότι οι συνιδιοκτήτες του συγκεκριμένου οικοπέδου, δεν είχαν δώσει ποτέ εντολή πωλήσεως και εισπράξεως για λογαριασμό τους προκαταβολής, δεν εισέπραξαν καμία προκαταβολή από τον κατηγορούμενο και αγνοούσαν ακόμα και τις διαπραγματεύσεις, β) αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και της επελθούσας βλάβης του εγκαλούντος, προσδιορίζονται επαρκώς ως παραπάνω οι απατηλές ενέργειες και τα στοιχεία που δικαιολογούν την παραπλάνηση, γ) αιτιολογημένα χωρίς αντιφάσεις απορρίπτεται ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί υπάρξεως άλλης οικονομικής διαφοράς μεταξύ τους, από δάνειο που έλαβε ο εγκαλών από την Εμπορική Τράπεζα, για το οποίο δάνειο εγγυήθηκε δήθεν ο κατηγορούμενος με την προσωπική του περιουσία, δ) αιτιολογείται επαρκώς και η συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ'επάγγελμα τελέσεως της απάτης, με επανειλημένη τέλεση αυτής, με τον ίδιο τρόπο και σε δύο άλλες περιπτώσεις που αναφέρει ότι έγιναν στο παρελθόν σε βάρος άλλων τρίτων συγκεκριμένων προσώπων, αλλά και λόγω της υποδομής που είχε διαμορφώσει, λειτουργώντας κτηματομεσιτικό γραφείο και δεχόμενο το Συμβούλιο ότι ο κατηγορούμενος αποσκοπούσε, με τις απάτες αυτές, στον πορισμό εισοδήματος.
Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να ερευνηθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 13/1-12-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του με αριθ. 262/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική απάτη. Βούλευμα. Απέρριψε έφεση αναιρεσείοντος κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος Συμβούλιο Πλημμελειοδικών για κακουργηματική απάτη κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος άνω των 15.000 ευρώ. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι κατ' ουσία οι λόγοι της αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1479/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 967/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) ...., 2) ...., 3) ...., 4) ...., κατοίκους ...., 5) ... και 6) ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Αναγνώστου.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 79/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, καταδικαστικής ή αθωωτικής, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δε συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα.
Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη και οι ιατροδικαστικές εκθέσεις, οι οποίες διατάσσονται κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερομένη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠοινΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητος ότι έλαβε και αυτή υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ αναφερόμενος ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, που για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά επισκοπεί το Δικαστήριο, προκύπτει ότι με την προσβαλλομένη με αριθμό 967/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά συρροή, λόγω προμήθειας υπ'αυτού πετρελαίου θερμάνσεως σε οικία με χαμηλό σημείο αναφλέξεως και εκ τούτου προκληθείσα έκρηξη στο υπόγειο της κατοικίας της ... και θάνατο τεσσάρων ανθρώπων. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που περιέχονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη διαδικασία. Όμως, περί της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Δράμας και περί των με αριθμούς .., ..., ..., ... και ... πέντε εκθέσεων ιατροδικαστικών εξετάσεων, που διενεργήθηκαν σε εκτέλεση ενεργηθείσας προανακρίσεως και συμπεριλαμβάνονται στα αναγνωσθέντα έγγραφα (βλ. σελ. 71-73) και οι οποίες, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη διάταξη αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν αναφέρεται καθόλου το Δικαστήριο, αφού δεν γίνεται μνεία αυτών, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται κατ' είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια που παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Τριμελές Εφετείο στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλ' ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως συνάγεται με βεβαιότητα ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, ώστε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε και στις προαναφερθείσες εκθέσεις, πραγματογνωμοσύνης και ιατροδικαστικές εκθέσεις, όπως βασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), 31 παρ. 2 (ως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003), 105 παρ. 2 και 223 παρ. 4 του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της έγγραφης εξετάσεώς του, που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή ανώμοτης καταθέσεως που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Συνακόλουθα κατά παράβαση της απαγορεύσεως αυτής αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος εκείνου που κατέθεσε και στη συνέχεια κατέστη κατηγορούμενος της ως άνω καταθέσεώς του, είτε στην προδικασία είτε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ και θεμελιώνει έτσι τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Αυτό δε, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠοινΔ. να αρνηθεί τη κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που έχει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μη εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά τη κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιον είχε καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. (Ολ.ΑΠ 1/2004, ΑΠ 1828/2008, 1967/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που την εξέδωσε, και λήφθηκε υπόψη από αυτό μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν (στη σελίδα 75) για τη στήριξη της καταδικαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου, και η από 8-11-2007 ανωμοτί κατάθεση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, δοθείσα ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, ενεργούντων προανάκριση αυτεπαγγέλτως χωρίς εισαγγελική παραγγελία και πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 72 του ΚΠοινΔ τρόπους.
Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου, με την αιτίαση ότι το τελευταίο κατέληξε σε καταδικαστική σε βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κρίση, λαμβάνοντας "εμμέσως" υπόψη του, χωρίς τη συναίνεση του κατηγορουμένου και την προαναφερόμενη ανωμοτί κατάθεσή του, που δόθηκε στο πλαίσιο διενεργούμενης αυτεπάγγελτης προανακρίσεως από το ΣΔΟΕ, πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του, είναι βάσιμος κατ'ουσίαν.
Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως βάσιμη κατ'ουσίαν και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο δικάσαν ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 967/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/μάτων) Θράκης, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο .... Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, όσον αφορά τον άνω αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Ι. Βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι στο αιτιολογικό το Δικαστήριο, δε μνημονεύει ότι έλαβε υπόψη του και την αναγνωσθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και τις εκθέσεις ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης που αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων, κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ, και θα έπρεπε να μνημονεύονται ειδικά μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, ώστε να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον ότι το Δικαστήριο τις έλαβε υπόψη του και τις εκθέσεις αυτές, δίχως να μπορεί να καλυφθεί αυτή η παράλειψη από τη φράση "από τα αναγνωσθέντα έγγραφα", που αναφέρεται στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ. 1877/2008,1377/2007). 2. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου, με την αιτίαση ότι το τελευταίο κατέληξε σε καταδικαστική σε βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορούμε-νου κρίση, λαμβάνοντας "εμμέσως" υπόψη του και την προαναφερόμενη ανωμοτί κατάθεση του, που δόθηκε στο πλαίσιο διενεργούμενης αυτεπάγγελτης προανακρίσεως από το ΣΔΟΕ. πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του, διότι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 31 παρ. 2 (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003), 105 παρ. 2 και 223 παρ. 4 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της άνω έγγραφης εξετάσεώς του, που επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. Δ΄ του ΚΠΔ και θεμελιώνει έτσι τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 1/2004, ΑΠ 1828/2008, 1967/2007 ). Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Πραγματογνωμοσύνη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1477/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις τρεις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2496/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Ζ και 2. Ζ2. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Ιανουαρίου 2009 τρεις χωριστές αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 279/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 110/30-3-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, τις υπ'αριθ. 12/30-1-2009, 13/30-1-2009 και 14/30-1-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: (1) Χ1, (2) Χ2 και (3) Χ3, αντίστοιχα, οι οποίες ασκήθηκαν στο όνομα και για λογαριασμό τους από τον δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Ηλιόπουλο, δυνάμει των από 28/1/2009 προσαρτημένων στις αιτήσεις και νομίμως θεωρημένων εξουσιοδοτήσεων και στρέφονται κατά του υπ'αριθ. 2496/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθ. 1423/2008 βούλευμα του παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξεως της άμεσης συνέργειας σε απάτη, από την οποία το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία των παθόντων υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ.
Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες με το υπ'αριθ. 2496/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις τους, οι οποίες ασκήθηκαν νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε την 27-1-2009 με θυροκόλληση και στους τρεις αναιρεσείοντες σύμφωνα με τις επιταγές των διατάξεων των άρθρων 155 παρ. 2 και 273 ΚΠΔ. Επακολούθησε η επίδοσή του την 19/1/2009 στον διορισθέντα αντίκλητό τους Ιωάννη Σκλαβούνη οι δε αιτήσεις αναίρεσης όλων ασκήθηκαν την 30-1-2009 ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα Εφετών Αθηνών, συνετάγησαν δε νομοτύπως οι υπ'αριθ. 12/30-1-2009, 13/30-1-2009 και 14/30-1-2009 αντίστοιχες εκθέσεις αναίρεσης όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγο για τους οποίους ασκήθηκαν και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για κακούργημα.
Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
-Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, έκρινε με δικές του σκέψεις, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει επαρκώς κατ'είδος, προέκυψαν επαρκείς και σοβαρές ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων για την αποδιδόμενη σ'αυτούς αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη με συνολικό περιουσιακό όφελος και συνολική προξενηθείσα ζημία άνω των 73.000 ευρώ (άρθρα 13, 14-18, 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 46 παρ. 1β', 386 παρ. 1, 3 εδ. β'Π.Κ. ως ισχύει). Ειδικότερα κατά το αρθρ. 386 § 1 ΠΚ "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται (α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού (β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον παθόντα συμπεριφορά και (γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 386 § 1 ΠΚ νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που\ πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. 'Οταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται κατά την §3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14§4 Ν. 2721/99, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ή 15.000 €), είτε χωρίς την συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα και υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ή 73.000 €) (ΑΠ 471/08 αδημ. ΑΠ 548/08 αδημ., ΑΠ 323/94 ΠΧ 1994-388, ΑΠ 858/04 Ποιν. Λογ. 2004-1092, ΑΠ 796/08 αδημ). Περαιτέρω κατά το αρθρ. 46 § 1 β' ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας σε έγκλημα άλλου, βάσει της αρχής του περιορισμένου παρακολουθηματικού χαρακτήρα της συμμετοχής που καθιερώνει το άρθρο 48 ΠΚ (ΑΠ 162/86) απαιτείται (α) αφενός μεν ο άλλος (ο αυτουργός) να διαπράξει ή να αποπειραθεί να διαπράξει την άδικη πράξη, η οποία δεν καλύπτεται από κάποιο λόγο που να αίρει το άδικο αυτής (ΑΠ 577/79 Π. Χρ. ΚΘ-669), δηλ. πράξη που συνιστά τέλεση ή απόπειρα τέλεσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφετέρου δε ο συνεργός να τελέσει πράξη υποστηρικτική της κυρίας πράξης του αυτουργού, με άμεσα συνδεδεμένη με αυτή βοηθητική ενέργεια σε τρόπο ώστε χωρίς αυτή δε θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η τέλεση του εγκλήματος (ΑΠ 18/87 Π.Χρ. ΛΖ-378, ΑΠ 540/06 αδημ., ΑΠ 858/04, ΑΠ 1023/06).
Στη προκείμενη περίπτωση από όλα τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία και ειδικότερα από τη μήνυση τις χωρίς όρκο καταθέσεις της μηνύτριας και τα υπομνήματα αυτής, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπομνήματα τους και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα Ψ μαζί με την αδελφή της Φ και με τη νομική μορφή της Ομορρύθμου εταιρείας ασκεί επιχείρηση χονδρικού εμπορίου ειδών ραπτικής στην ... σε ιδιόκτητο διατηρητέο ακίνητο στην πλατεία .... Ο πατέρας του πρώτου κατηγορουμένου Ζ1 ασκούσε στο παρελθόν επιχείρηση εμπορίου πλησίον του καταστήματος της εγκαλούσας και διατηρούσε με τον πατέρα της φιλικές σχέσεις. Η οικογενειακή επιχείρηση συνεχίστηκε από την εγκαλούσα και την αδελφή της και μετά το θάνατο του πατέρα τους. Ο Ζ1 (α' κατηγορούμενος), αφότου πέθανε ο πατέρας του δεν εμφανίστηκε στην περιοχή αυτή για χρονικό διάστημα πλέον των 15 ετών. Περί το καλοκαίρι του 1998, ο εν λόγω πρώτος κατηγορούμενος εμφανίστηκε στην επιχείρηση της εγκαλούσας και εκμεταλλευόμενος την παλαιά σχέση του πατέρα του με τον πατέρα αυτής προσπάθησε να δημιουργήσει κοινωνικές σχέσεις μαζί τής και με την αδελφή της, πράγμα που πέτυχε, ενώ με την πάροδο του χρόνου οι επαφές τους έγιναν στενότερες και η παρουσία του κατηγορουμένου τούτου στο κατάστημα των αδελφών ... ήταν σχεδόν καθημερινή. Κατά τη διάρκεια των επισκέψεων του αυτών ο κατηγορούμενος Ζ1 παρουσίαζε τον εαυτόν του ως ένα επιτυχημένο επιχειρηματία εισαγωγής και διακίνησης πολυτίμων λίθων και κυρίως χρυσού, αλλά και άλλων ευγενών μετάλλων, εμφανίσθηκε επίσης ως επιχειρηματίας που μετείχε σε πολλές δραστηριότητες από άποψη αντικειμένου, όπως στο καζίνο της Πάρνηθος, σε εταιρίες εισαγωγών ιατρικών μηχανημάτων κλπ. Για να γίνει δε ακόμη πειστικότερος για την επιτυχημένη επιχειρηματική του δραστηριότητα επικαλείτο την Εβραϊκή του καταγωγή, η οποία δήθεν του εξασφάλιζε υψηλές γνωριμίες τόσο στον επιχειρηματικό κόσμο όσο και με ισχυρούς πολιτικοοικονομικούς παράγοντες της χώρας, ότι είχε παντρευτεί στο Ισραήλ με την Χ3, (αναιρεσείουσα), με την οποία βρισκόταν σε διάσταση, έχοντας αποκτήσει με αυτή δύο τέκνα τον Χ1 και τη Χ2 (αναιρεσείοντες) έκτοτε δε συζούσε με την Ζ2 στην Ελλάδα και είχε υιοθετήσει και έτερο τέκνο τον .... Ακόμη ο κατηγορούμενος αυτός ισχυρίστηκε στις αδελφές ... ότι δήθεν η οικογένεια της πρώην συζύγου του Χ3, είχε εργοστάσιο επεξεργασίας χρυσού και κοπής πολυτίμων λίθων στο Ισραήλ στο οποίο ασχολήθηκε μάλιστα επί σειρά ετών ο ίδιος και στη συνέχεια ανέλαβε με την ιδιότητα του στελέχους και του συζύγου της κόρης των ιδιοκτητών ποσοστό μετοχών, ενώ ακολούθως, λόγω της διάστασης αποχώρησε από την επιχείρηση και τη θέση του ανέλαβε ο υιός του Χ1(αναιρεσείων) και ότι ο τελευταίος συνεργαζόταν με αυτόν επαγγελματικά στην επιχείρηση που διατηρούσε πλέον στην ... στην οδό ... μέ την επωνυμία "TRANS WORLD ENTERTAINMENT SA" στην οποία απασχολείται και η κόρη του Χ2 (αναιρεσείουσα). Με τις πιο πάνω συνεχείς παραστάσεις και ισχυρισμούς του ο Ζ1 κέρδισε την εμπιστοσύνη εκτίμηση και φιλία των αδελφών ..., με αποτέλεσμα οι σχέσεις τους πλέον να γίνουν θερμότερες σε επίπεδο συχνότατων επισκέψεων εκείνου και των μελών της οικογενείας του, τόσο στο κατάστημα τούτων, όσο και στην οικία της εγκαλούσας στην οδό ... και την ανταλλαγή δώρων σε ονομαστικές ή άλλου είδους εορτές. Κατά τη διάρκεια των επισκέψεων αυτών ο κατηγορούμενος Ζ1 και στα πλαίσια της εφαρμογής του απατηλού του σχεδίου έφερνε μαζί του και επεδείκνυε στις αδελφές ... διάφορα αντικείμενα ως πειστήρια της άνω δραστηριότητας του και συγκεκριμένα κουτιά τα οποία ισχυριζόταν ότι περιείχαν δήθεν ποσότητες χρυσού και έντυπα που δήθεν κυκλοφορούσαν μόνο στο εξωτερικό και περιείχαν πανάκριβες συλλογές κοσμημάτων τα οποία δήθεν προμήθευε αυτός. Τα κουτιά δε αυτός άφηνε για κάποιες ημέρες στο κατάστημα της εγκαλούσας για φύλαξη, τονίζοντας ότι δεν ανησυχεί για την ασφάλεια τους σε ένδειξη εμπιστοσύνης στο πρόσωπο της ο εγκαλούσας και της αδελφής της. Στα πλαίσια της σχέσης τους αυτής ο Ζ1 από τα τέλη του 1998, προβάλλοντας διάφορες αιτίες ως δικαιολογίες, ζητούσε από τις αδελφές ... την εξυπηρέτησή του με διάφορα χρηματικά ποσά επικαλούμενος συνήθως επείγουσες και απρόβλεπτες ανάγκες για την επιχειρηματική του δραστηριότητα, τα οποία πάντοτε φρόντιζε να επιστρέφει αμέσως χωρίς να δίνει κανένα δικαίωμα. Οι αδελφές ..., ενόψει της εμπιστοσύνης και της σχέσεως που είχε αναπτυχθεί διευκόλυναν τον α' εκκαλούντα Ζ1 και τα χρήματα αυτά είτε παρέδιναν στον ίδιο, είτε τα κατέθεταν σε λογαριασμούς τρίτων, όπως και στον τραπεζικό λογαριασμό της 3ης εκκαλούσας Ζ2 κατόπιν δικής του υποδείξεως και για δική του οικονομική υποχρέωση. Η άμεση δε επιστροφή των χρημάτων που ελάμβανε από την εγκαλούσα είχε ως απώτερο στόχο να δημιουργήσει αίσθηση αξιοπιστίας του σχετικά με τις οικονομικές συναλλαγές του, έτσι ώστε να καταφέρει να εξαπατήσει τις αδελφές ... και, εν προκειμένω, την εγκαλούσα και να εισπράξει από αυτή πολύ μεγαλύτερα ποσά και έτσι να ωφεληθεί περισσότερο. Εκείνο όμως που ενίσχυσε την άποψη της εγκαλούσας για τις καλές προθέσεις του κατηγορουμένου Ζ1 στο προσωπό της και της ικανότητας του στις οικονομικές συναλλαγές ήταν όταν το καλοκαίρι του έτους 1999 και ενώ οι αποδόσεις των επενδυτών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ήταν πολύ καλές η εγκαλούσα εξέφρασε την επιθυμία της να επενδύσει σ' αυτό το χρηματικό ποσό των 120.000.000 δρχ. σε μετοχές και αμοιβαία κεφάλαια και επειδή δεν είχε σχετική εμπειρία ζήτησε την συμβολή του. Ο εν λόγω κατηγορούμενος την απέτρεψε από την ως άνω επένδυση και εξέφρασε την εκτίμηση ότι σύντομα το χρηματιστήριο θα σημείωνε σημαντικές πτωτικές τάσεις και η εγκαλούσα τελικά ακολούθησε τη συμβουλή του, η οποία αποδείχθηκε ορθή και δεν επένδυσε με συνέπεια, αφενός ο κατηγορούμενος Ζ1 να επαίρεται για την εκτίμησή του αυτή και αφετέρου η εγκαλούσα να τον ευγνωμονεί γι' αυτό και έτι περισσότερο να πειστεί για τις καλές του προθέσεις και τις ικανότητες του στις οικονομικές συναλλαγές. Επομένως, ο ως άνω κατηγορούμενος Ζ1 γνωρίζοντας την πολύ καλή οικονομική κατάσταση της εγκαλούσας και κυρίως ότι είχε στη διάθεση της για άμεση ρευστοποίηση τουλάχιστον το ποσό των 120.000.000 δρχ. στις αρχές Δεκεμβρίου 1999 με σκοπό ν' αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε με γνώση του ψευδώς στην εγκαλούσα ότι χάρη στις γνωριμίες και διασυνδέσεις του είχε συνάψει συμφωνία με τον Οργανισμό "ΑΘΗΝΑ 2004" και μάλιστα με την ίδια την Πρόεδρο του Οργανισμού ..., με αντικείμενο την προμήθεια όλων των ποσοτήτων χρυσού που θ' απαιτούντο στους Ολυμπιακούς Αγώνες την κοπή και κατασκευή των μεταλλίων και των αναμνηστικών Ολυμπιακών νομισμάτων και γενικά να καλύψει αυτός όλες τις ανάγκες της Ολυμπιάδας σε ευγενή μέταλλα και πολύτιμους λίθους ανέφερε όμως ότι επειδή η ανάληψη από αυτόν της ως άνω συμφωνίας ήταν μεγάλης οικονομικής εμβέλειας η ολοκλήρωση και εκτέλεση της ήταν επισφαλής, διότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του στις συμβατικές υποχρεώσεις θ' αντιμετώπιζε σοβαρούς κινδύνους, αλλ' όμως στην περίπτωση που έβαινε επιτυχώς θα του απέφερε τεράστια οικονομικά οφέλη ύψους πολλών δισεκατομμυρίων δραχμών. Προκειμένου, λοιπόν, να είναι βέβαιος ως προς την εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, ζήτησε την οικονομική βοήθεια της εγκαλούσας με την μορφή δανείου ποσού τουλάχιστον 90.000.000 δρχ., ποσό που θα καθιστούσε βέβαιη την επιτυχή εξέλιξη της ανωτέρω συμφωνίας, ενώ ως χρόνος επιστροφής του ποσού του δανείου θα ήταν αυτός της λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων το Σεπτέμβριο 2004. Η εγκαλούσα αρχικά είχε σοβαρές επιφυλάξεις για τη χορήγηση του δανείου αυτού και ζήτησε από τον κατηγορούμενο Ζ1 κάποιο χρονικό περιθώριο για να του απαντήσει. Ο ίδιος δε για να κάμψει τις όποιες δικαιολογημένες επιφυλάξεις της εγκαλούσας επικαλέστηκε και την προηγούμενη ηθική υποχρέωση που του όφειλε η τελευταία στην περίπτωση της αποτροπής της από την επένδυση στο χρηματιστήριο, την φιλική σχέση που είχε μεταξύ τους αναπτυχθεί, την οποία της υπενθύμιζε με τη φράση "οι φίλοι στην ανάγκη φαίνονται", αλλά και των μεγάλων χρηματικών ωφελημάτων που επρόκειτο ν' αποκτήσει αυτός μετά την εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, τα οποία θα καθιστούσαν βέβαιη την έγκαιρη αποπληρωμή του δανείου. Εξετέρου και οι λοιποί κατηγορούμενοι εκκαλούντες συγγενικά πρόσωπα του πρώτου κατηγορουμένου τέκνα αυτού αλλά και πρώην σύζυγος και νυν σύντροφος αυτού, με προφανή σκοπό να κάμψουν τις όποιες επιφυλάξεις της εγκαλούσας στη χορήγηση του δανείου αυτού την επισκέφθηκαν πολλές φορές στην οικία της κατά την διάρκεια των οποίων την πίεζαν να συναινέσει σ' αυτό ώστε να μη χαθεί μία τέτοια ευκαιρία (βλ. ιδία από 15.9.05 προανακριτική κατάθεση της Φ), αλλά και ενισχύοντας τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του τις οποίες αν και γνώριζαν, δεν αποκάλυπταν αλλά αντίθετα επιβεβαίωναν (βλ. ιδία με αρ. 4041/26.5.05 και 4208/29.9.05 ένορκες βεβαιώσεις των Θ και Ξ αντίστοιχα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Χρυσ. Στυλογιάννη). Τελικά η εγκαλούσα αφενός λόγω της σχέσης της με τον κατηγορούμενο Ζ1, όπως αυτή αναπτύχθηκε παραπάνω και κυρίως λόγω της παραπλάνησης της από αυτόν με την συνδρομή και των λοιπών κατηγορουμένων εκκαλούντων και αναφορικά με τη δήθεν συναφθείσα από αυτόν συμφωνία με τον Οργανισμό "ΑΘΗΝΑ 2004" και την απόκτηση μεγάλων οικονομικών ωφελειών από αυτή που θα καθιστούσαν βέβαιη την έγκαιρη αποπληρωμή του ποσού του δανείου αυτού πείστηκε να προβεί στην χορήγηση του ύψους 90.000.000 δρχ. Την χορήγηση του δανείου ανακοίνωσε στον Ζ1 η εγκαλούσα κατά την εορτή των Χριστουγέννων 1999 στην οικία της παρουσία της αδελφής της Φ ενός εξαδέλφου τους ονόματι ..., του Θ και της Ζ2, προσδιόρισε δε ότι θα του δώσει τα χρήματα την 31.12.1999 στην οικία της (βλ. ιδία από 13.9.05 προανακριτική κατάθεση του Θ). Το δάνειο αυτό συμφωνήθηκε προφορικά έντοκο και ότι θ' αποδοθεί το αργότερο μέχρι 31.12.04, δηλαδή λίγους μήνες μετά την λήξη των Ολυμπιακών και Παραολυμπιακών Αγώνων. Εξάλλου, την ημέρα των Χριστουγέννων κατά την ονομαστική εορτή της μηνύτριας στην οποία παραβρέθηκε μεταξύ άλλων και ο άνω Θ, ο ίδιος ο ανωτέρω κατηγορούμενος και εις επήκοον όλων ανακοίνωσε ότι είχε κλείσει την ανωτέρω συμφωνία με τον Οργανισμό "ΑΘΗΝΑ 2004" δηλώνοντας ότι έχει προσωπικές σχέσεις·με την ... (βλ. σχετ. ιδία από 13.9.05 ένορκη κατάθεση Θ). Την άνω υπόσχεση τήρησε η εγκαλούσα και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, λίγο μετά την αλλαγή του χρόνου στην οικία της στην οποία ήταν παρόντες μεταξύ των άλλων η αδελφή της Φ, ο Ξ, ο Θ καθώς και Ζ2 (3η εκκαλούσα) έχοντας τα χρήματα σε μία κόκκινη βαλίτσα βγήκε από την οικία της συνοδευόμενη από τον πρώτο εκκαλούντα, από τη σύντροφο του Ζ2 και τη Χ2(αναιρεσείουσα) και παρέδωσε τη βαλίτσα αυτή στον Ζ1 που την τοποθέτησε στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου του και αποχώρησαν. Μετά την παράδοση του ως άνω ποσού στον Ζ1, οι σχέσεις της οικογενείας ... με την εγκαλούσα συνεχίσθηκαν κανονικά μέχρι τέλος του έτους 2001 όταν για πρώτη φορά η εγκαλούσα αντελήφθη ότι είχε πέσει θύμα απάτης από τον πρώτο εκκαλούντα και τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του όταν έλαβε γνώση ότι η ατομική επιχείρηση παραγωγής ειδών υαλουργίας των ... και ....(πατέρα και αρραβωνιαστικού τότε της αναιρεσείουσας Χ2), που τη διαβεβαίωναν ο πρώτος εκκαλών και οι ως άνω ιδιοκτήτες της, αυτήν και την αδελφή της Φ και τον ... ότι ήταν κερδοφόρα, ότι είχαν προχωρήσει οι διαδικασίες για την μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρία και ότι η συμμετοχή τους σ' αυτήν ήταν μεγάλη ευκαιρία, δεν υπήρχε οποιαδήποτε περίπτωση να μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία και να τύχει επιδοτήσεως από την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθόσον αυτή ήταν κατάχρεη σε Τράπεζες και σε τρίτα πρόσωπα. Με τον τρόπο αυτό παραπλάνησαν την εγκαλούσα και τους ανωτέρω παθόντες να τους καταβάλουν το σχολικό ποσό των 94.000.000 δρχ., δι' ό λόγο ο πρώτος εκκαλών παραπέμφθηκε αμετακλήτως στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών από κοινού με τους ... και ... για να δικαστούν για το αδίκημα της απάτης από κοινού σε βαθμό κακουργήματος. Ενόψει τούτου αποφάσισε, λοιπόν, η εγκαλούσα να ερευνήσει το παρελθόν του κατηγορουμένου Ζ1 και διαπίστωσε ότι ο ανωτέρω εκκαλών δεν είχε κλείσει οποιαδήποτε συμφωνία με τον "ΑΘΗΝΑ 2004" όπως ψευδώς την είχε διαβεβαιώσει και ότι είχε απασχολήσει πολλές φορές τη δικαιοσύνη με εγκλήματα απάτης και πλαστογραφίας, ενώ ο ίδιος δεν είχε περιουσιακά στοιχεία και οικονομική δραστηριότητα. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τις σε βάρος τους κατηγορίες προβάλλοντας ισχυρισμούς και ειδικότερα (α) ο Ζ1 επικαλούμενος ότι εάν είχε εξαπατήσει την εγκαλούσα το Δεκέμβριο του 1999 καταβάλλοντος του το ως άνω ποσό δεν θα είχε προβεί μαζί με την αδελφή της και τον ... το Μάρτιο 2001 στην καταβολή επίσης μεγάλου ποσού από 94.000.000 δρχ., στον άνθρωπο που τους είχε ήδη εξαπατήσει, ότι δεν αποδεικνύει την εκταμίευση του ποσού αυτού από τραπεζικό της λογαριασμό, ούτε δικαιολογεί γιατί δεν εξασφάλισε απόδειξη είσπραξης ενός τόσο μεγάλου ποσού, ότι κανένας από τους μάρτυρες δεν είδε ποτέ το περιεχόμενο της βαλίτσας, που όμως αντικρούονται από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας και τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, καθόσον για τον πρώτο, αφού όπως αναφέρεται στη μήνυση για πρώτη φορά έλαβε γνώση της σε βάρος της απάτης για το ποσό των 94.000.000 δρχ., στα τέλη του 2001, ενώ το δάνειο του ποσού αυτού δόθηκε περί το Μάρτιο 2001. Σημειωτέον ότι για την πράξη αυτή παραπέμπεται με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για απάτη από κοινού με συνολικό όφελος και συνολική προξενηθείσα ζημία άνω των 73.000 € δυνάμει του υπ' αρ. 1537/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο έχει καταστεί ήδη αμετάκλητο με τα υπ' αρ. 2308/05 και 1363/07 αντίστοιχα βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών και Αρείου Πάγου (βλ. ως άνω βουλεύματα), αν και ο εν λόγω κατηγορούμενος αρνείτο και πάλι την κατηγορία αυτή. Ούτε, εξάλλου, η μη εκταμίευση του ποσού αυτού από κάποιο τραπεζικό λογαριασμό της εγκαλούσας δεν συνεπάγεται ότι δεν δόθηκε το ποσό αυτό στον πρώτο κατηγορούμενο καθόσον, όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα της Εφορίας για τα οικονομικά έτη 1999-2005 της εγκαλούσας η οικονομική της κατάσταση είναι αρκετά ανθηρή ώστε να δικαιολογεί την ύπαρξη ποσού τέτοιου ύψους στην οικία της, λαμβανομένου υπόψη ότι η λήψη της απόφασης της χορήγησης του δανείου με την παράδοση του ποσού αυτού απείχε χρονικά έτσι ώστε υπήρχε η δυνατότητα συγκέντρωσης τούτου χωρίς να καταφύγει στην ανάληψη του από πιστωτικό ίδρυμα. Και ναι μεν η μη σύνταξη κάποιου παραστατικού εγγράφου που ν' αποδεικνύει την χορήγηση του ποσού αυτού ως δανείου, ενόψει και του ύψους του ποσού δεν είναι σύνηθες όμως, όπως προεκτέθηκε, η μεταξύ τους σχέση είχε φροντίσει ο εν λόγω κατηγορούμενος να είναι τέτοια (πηγαίο αίσθημα ευγνωμοσύνης που η εγκαλούσα έτρεφε στο πρόσωπο του λόγω της ως άνω συμπεριφοράς του αλλά και του ότι ήταν απόλυτα συνεπής και προέβαινε σε άμεση επιστροφή των ποσών που λάμβανε, όπως προαναφέρθηκε, από αυτή), ώστε να δικαιολογεί το γεγονός της μη λήψης σχετικής απόδειξης καταβολής του. Και βέβαια κανείς από τους μάρτυρες που αναφέρουν ότι βρισκόταν στην οικία της εγκαλούσας κατά το χρόνο που παρέδωσε στον κατηγορούμενο Ζ1 τη βαλίτσα με τα χρήματα, δεν καταθέτει ότι είδε το περιεχόμενο της, όμως ο τρόπος που δόθηκαν αυτά το βράδυ της παραμονής της πρωτοχρονιάς παρουσία και των μαρτύρων επισκεπτών Ξ, Θ και Φ, ενόψει και της προηγηθείσας κατά την ημέρα των Χριστουγέννων 1999 αναφοράς της εγκαλούσας παρουσίας τους ότι το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς (31.12.99) θα έδινε το ποσό αυτό καθιστά αναμφισβήτητο το γεγονός ότι δόθηκε το ποσό αυτό, με την παράδοση της βαλίτσας στον πρώτο εκκαλούντα, (β) οι λοιποί κατηγορούμενοι ήδη εκκαλούντες (2η, 3η, 4ος και 5η τούτων) αρνούνται τη σε βάρος τους κατηγορία ισχυριζόμενοι ότι δεν γνωρίζουν τη μηνύτρια και την αδελφή της, δεν έχουν επισκεφθεί το κατάστημα ή την οικία της πλην της αναιρεσείουσας Χ2 που γνώρισε μόνο την αδελφή της Φ στο κατάστημα όπου μετέβη μία και μόνο φορά και της Ζ2 που τη γνώρισε πρώτη φορά στο ρεβεγιόν της πρωτοχρονιάς του 2000 που έκανε στην οικία της, δεν γνωρίζουν για τις αναφερόμενες δραστηριότητες του Ζ1, ότι η εγκαλούσα κατά τους ισχυρισμούς της θα κατέβαλε λόγω της ευγνωμοσύνης της προς τον τελευταίο οπωσδήποτε όποιο ποσό της ζητούσε, η μεν 2η εκκαλούσα και διότι βρίσκεται σε διάσταση με τον τελευταίο από το έτος 1988 ζώντας σε χωριστή κατοικία, τα δε τέκνα και διότι δεν είχαν συμμετοχή στην επιχείρηση των γονέων τους τόσο στο Ισραήλ όσο και στην Ελλάδα. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, καθόσον όπως προαναφέρθηκε, η συμμετοχή τους στην εκτέλεση του σχεδίου του πρώτου κατηγορουμένου πρώην συζύγου νυν συντρόφου και πατέρα τους αντίστοιχα προκύπτει αβίαστα όσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων Θ, Ξ όσο και της αδελφής της εγκαλούσας Φ, αλλά και τις χωρίς όρκο καταθέσεις της εγκαλούσας που αναφέρονται στις συχνές επισκέψεις τούτων στο κατάστημα και την οικία της τελευταίας που γινόταν με σκοπό να την πείσουν να αποφασίσει να δώσει το άνω ποσό του δανείου στον συγκατηγορούμενό τους Ζ1, λαμβανομένου υπόψη ότι η εγκαλούσα δίστασε ν' αποφασίσει προς τούτο και του ζήτησε χρονικό περιθώριο για να αποφασίσει (βλ. ιδία από 15.9.05 ένορκη κατάθεση της Φ), γεγονός που αναιρεί τον ισχυρισμό τους ότι οπωσδήποτε θα του χορηγούσε όποιο ποσό της ζητούσε έστω και χωρίς τη συνδρομή τους, και τούτο αν και γνώριζαν λόγω της σχέσεως τους με αυτόν (συγγενικής, πρώην συζύγου και νυν συντρόφου) τόσο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, όσο και ότι δεν είχε συνάψει συμφωνία με τον Οργανισμό "ΑΘΗΝΑ 2004", συνετέλεσαν δε έτσι σημαντικά στη λήψη τελικά θετικής απόφασης της εγκαλούσας στην χορήγηση του δανείου αυτού και στην συνεπεία τούτου προξενηθείσα ζημία της ανερχόμενης στο πιο πάνω ποσό δανείου που ωφελήθηκε αυτός (Ζ1). Πρέπει να σημειωθεί η παρουσία της Ζ2 και Χ2 (αναιρεσείουσα) στην παράδοση των χρημάτων στον Ζ1 κατά τα άνω, αλλά και η κατάθεση ποσού 3.379.000 δρχ. σε λογαριασμό της Ζ2 στην ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ από την Φ, όπως προκύπτει από το από 19.5.00 παραστατικό της εν λόγω Τράπεζας, που προσκομίστηκε από την εγκαλούσα.
Κατόπιν όλων των παραπάνω, προέκυψαν κατά την κρίση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, επαρκείς και σοβαρές ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο σε βάρος των εκκαλούντων κατηγορουμένων Ζ1, Χ3 (αναιρεσείουσα), Ζ2, Χ1 (αναιρεσείων) και Χ2 (αναιρεσείουσα) κατηγορία, για την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη της απάτης από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή (46§1β, 386§§1, 3β' ΠΚ όπως αντικ. με άρθρ. 14§4 Ν. 2721/99).
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών που δέχθηκε τα ίδια και στη συνέχεια αποφάσισε την παραπομπή των κατηγορουμένων εκκαλούντων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για την ως άνω πράξη, σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό γι' αυτό και οι εφέσεις των εκκαλούντων κατηγορουμένων που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι κατ' ουσίαν αβάσιμες και πρέπει ν'απορριφθούν.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκαν οι αναιρεσείοντες παραπεμπτέοι στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται επαρκώς κατ'είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των αρθρ. 1,14, 26 § 1, 27 § 1, 46 παρ. 1β' και 386 § 1-3β ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 § 1 β' και δ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των αρθρ. 46 παρ. 1β' και 386 § 1-3β' Π.Κ. ως ισχύουν, και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ'επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση (αρ. 484 παρ. 2 ΚΠΔ), πρέπει οι υπό κρίση αναιρέσεις να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτους-Προτείνω:
(Α) να απορριφθούν οι υπ'αρ. 12/2009, 13/2009 και 14/2009 αιτήσεις των (1) Χ1, (2) Χ2 και (3) Χ3, αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ'αρ. 2496/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους ανωτέρω αναιρεσείοντες.
Αθήνα 17 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΜιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες με αριθ. εκθ. 12,13, 14/30-1-2009 αιτήσεις αναιρέσεως, στρεφόμενες κατά του αυτού με αριθ. 2496/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ'ουσίαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του με αριθ. 1423/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επικυρώθηκε το βούλευμα αυτό, που τους παρέπεμψε, μαζί με άλλους συγκατηγορουμένους τους, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν για άμεση συνέργεια σε κακουργηματική απάτη, με συνολικό όφελος ποσό που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ. ( άρθρα 46 παρ.1 β, 386 παρ.1,3β ΠΚ), έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές.
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του από αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης απαιτείται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίησή του, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο απατώμενος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, που ενέχει περιουσιακή διάθεση και συνεπάγεται περιουσιακή βλάβη και 3) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή), στην οποία παραπείστηκε ο παθών. Κατά την παρ. 3 εδ. β του άρθρου 386 ΠΚ όπως αντικ. με το αρθ. 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Το έγκλημα της απάτης προϋποθέτει, την πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του υπαίτιου ή τρίτου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση δηλαδή του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, με την παράλειψη δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, από το νόμο, τη σύμβαση ή την προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου. Το πρόσωπο του παραπλανήσαντος, δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο του ωφεληθέντος, ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Από υποκειμενική άποψη και το ανωτέρω έγκλημα, έχει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελείται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι η αποκομιδή παράνομου περιουσιακού οφέλους του ίδιου ή άλλου, με βλάβη τρίτου. Χρόνος δε τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίον ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος κατά τον οποίον επήλθε το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης του παθόντος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 β' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Από την τελευταία αυτή διάταξη του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της άμεσης συνέργειας, απαιτείται ο αυτουργός να διαπράξει ή να αποπειραθεί να διαπράξει την άδικη πράξη που συνιστά έγκλημα και ο συνεργός να τελέσει κατά τη διάρκεια αυτού του εγκλήματος και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, πράξη υποστηρικτική της άνω κύριας πράξης του αυτουργού, δηλαδή άμεσα συνδεδεμένη με αυτή βοηθητική ενέργεια σε τρόπο ώστε χωρίς αυτή με βεβαιότητα δε θα ήταν δυνατή η τέλεση του εγκλήματος από τον αυτουργό. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο 2496/2008 βούλευμά του, με ίδιες σκέψεις και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού (ως εγγράφων, καταθέσεων μαρτύρων και απολογίας), απέρριψε τις με αριθ. εκθ. 286,287,289, 298,300/2008 εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και των συγκατηγορουμένων τους, κατά του πρωτοβάθμιου με αριθ. 1423/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπονται όλοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν για άμεση συνέργεια σε κακουργηματική απάτη (οι τρεις αναιρεσείοντες), αφού δέχθηκε ότι προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία και ειδικότερα από τη μήνυση τις χωρίς όρκο καταθέσεις της μηνύτριας και τα υπομνήματα αυτής, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπομνήματα τους και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα Ψ μαζί με την αδελφή της Φ και με τη νομική μορφή της Ομορρύθμου εταιρείας ασκεί επιχείρηση χονδρικού εμπορίου ειδών ραπτικής στην ... σε ιδιόκτητο διατηρητέο ακίνητο στην πλατεία .... O πατέρας του πρώτου κατηγορουμένου Ζ1 ασκούσε στο παρελθόν επιχείρηση εμπορίου πλησίον του καταστήματος της εγκαλούσας και διατηρούσε με τον πατέρα της φιλικές σχέσεις. Η οικογενειακή επιχείρηση συνεχίστηκε από την εγκαλούσα και την αδελφή της και μετά το θάνατο του πατέρα τους. Ο Ζ1 (α' κατηγορούμενος), αφότου πέθανε ο πατέρας του δεν εμφανίστηκε στην περιοχή αυτή για χρονικό διάστημα πλέον των 15 ετών. Περί το καλοκαίρι του 1998, ο εν λόγω πρώτος κατηγορούμενος εμφανίστηκε στην επιχείρηση της εγκαλούσας και εκμεταλλευόμενος την παλαιά σχέση του πατέρα του με τον πατέρα αυτής προσπάθησε να δημιουργήσει κοινωνικές σχέσεις μαζί της και με την αδελφή της, πράγμα που πέτυχε, ενώ με την πάροδο του χρόνου οι επαφές τους έγιναν στενότερες και η παρουσία του κατηγορουμένου τούτου στο κατάστημα των αδελφών ... ήταν σχεδόν καθημερινή. Κατά τη διάρκεια των επισκέψεών του αυτών ο κατηγορούμενος Ζ1 παρουσίαζε τον εαυτόν του ως ένα επιτυχημένο επιχειρηματία εισαγωγής και διακίνησης πολυτίμων λίθων και κυρίως χρυσού, αλλά και άλλων ευγενών μετάλλων, εμφανίσθηκε επίσης ως επιχειρηματίας που μετείχε σε πολλές δραστηριότητες από άποψη αντικειμένου, όπως στο καζίνο της Πάρνηθος, σε εταιρίες εισαγωγών ιατρικών μηχανημάτων κλπ. Για να γίνει δε ακόμη πειστικότερος για την επιτυχημένη επιχειρηματική του δραστηριότητα επικαλείτο την Εβραϊκή του καταγωγή, η οποία δήθεν του εξασφάλιζε υψηλές γνωριμίες τόσο στον επιχειρηματικό κόσμο όσο και με ισχυρούς πολιτικοοικονομικούς παράγοντες της χώρας, ότι είχε παντρευτεί στο Ισραήλ με την Χ3, δεύτερη εκκαλούσα, με την οποία βρισκόταν σε διάσταση, έχοντας αποκτήσει με αυτή δύο τέκνα τον Χ1 και τη Χ2 (4° και 5η εκκαλούντες) έκτοτε δε συζούσε με την Ζ2 (3η εκκαλούσα) στην Ελλάδα κατείχε υιοθετήσει και έτερο τέκνο τον .... Ακόμη ο κατηγορούμενος αυτός ισχυρίστηκε στις αδελφές ... ότι δήθεν η οικογένεια της πρώην συζύγου του Χ3, είχε εργοστάσιο επεξεργασίας χρυσού και κοπής πολυτίμων λίθων στο Ισραήλ στο οποίο ασχολήθηκε μάλιστα επί σειρά ετών ο ίδιος και στη συνέχεια ανέλαβε με την ιδιότητα του στελέχους και του συζύγου της κόρης των ιδιοκτητών ποσοστό μετοχών, ενώ ακολούθως, λόγω της διάστασης αποχώρησε από την επιχείρηση και τη θέση του ανέλαβε ο υιός του Χ1 (4ος εκκαλών) και ότι ο τελευταίος συνεργαζόταν με αυτόν επαγγελματικά στην επιχείρηση που διατηρούσε πλέον στην ... στην οδό ... με την επωνυμία "TPANS WORLD ENTERTAINMENT SA" στην οποία απασχολείται και η κόρη του Χ2 (5η εκκαλούσα). Με τις πιο πάνω συνεχείς παραστάσεις και ισχυρισμούς του ο Ζ1 κέρδισε την εμπιστοσύνη εκτίμηση και φιλία των αδελφών ..., με αποτέλεσμα οι σχέσεις τους πλέον να γίνουν θερμότερες σε επίπεδο συχνότατων επισκέψεων εκείνου και των μελών της οικογενείας του. τόσο στο κατάστημα τούτων, όσο και στην οικία της εγκαλούσας στην οδό ... και την ανταλλαγή δώρων σε ονομαστικές ή άλλου είδους εορτές. Κατά τη διάρκεια των επισκέψεων αυτών ο κατηγορούμενος Ζ1 και στα πλαίσια της εφαρμογής του απατηλού του σχεδίου έφερνε μαζί του και επεδείκνυε στις αδελφές ... διάφορα αντικείμενα ως πειστήρια της άνω δραστηριότηταά του και συγκεκριμένα κουτιά τα οποία ισχυριζόταν ότι περιείχαν δήθεν ποσότητες χρυσού και έντυπα που δήθεν κυκλοφορούσαν μόνο στο εξωτερικό και περιείχαν πανάκριβες συλλογές κοσμημάτων τα οποία δήθεν προμήθευε αυτός. Τα κουτιά δε αυτός άφηνε για κάποιες ημέρες στο κατάστημα της εγκαλούσας για φύλαξη, τονίζοντας ότι δεν ανησυχεί για την ασφάλεια τους σε ένδειξη εμπιστοσύνης στο πρόσωπο της εγκαλούσας και της αδελφής της. Στα πλαίσια της σχέσης τους αυτής ο Ζ1 από τα τέλη του 1998, προβάλλοντας διάφορες αιτίες ως δικαιολογίες, ζητούσε από τις αδελφές ... την εξυπηρέτησή του με διάφορα χρηματικά ποσά επικαλούμενος συνήθως επείγουσες και απρόβλεπτες ανάγκες για την επιχειρηματική του δραστηριότητα, τα οποία πάντοτε φρόντιζε να επιστρέφει αμέσως χωρίς να δίνει κανένα δικαίωμα. Οι αδελφές ..., ενόψει της εμπιστοσύνης και της σχέσεως που είχε αναπτυχθεί διευκόλυναν τον α' εκκαλούντα Ζ1 και τα χρήματα αυτά είτε παρέδιναν στον ίδιο, είτε τα κατέθεταν σε λογαριασμούς τρίτων, όπως και στον τραπεζικό λογαριασμό της 3ης εκκαλούσας Ζ2 κατόπιν δικής του υποδείξεως και για δική του οικονομική υποχρέωση. Η άμεση δε επιστροφή των χρημάτων που ελάμβανε από την εγκαλούσα είχε ως απώτερο στόχο να δημιουργήσει αίσθηση αξιοπιστίας του σχετικά με τις οικονομικές συναλλαγές του, έτσι ώστε να καταφέρει να εξαπατήσει τις αδελφές ... και, εν προκειμένω, την εγκαλούσα και να εισπράξει από αυτή πολύ μεγαλύτερα ποσά και έτσι να ωφεληθεί περισσότερο. Εκείνο όμως που ενίσχυσε την άποψη της εγκαλούσας για τις καλές προθέσεις του κατηγορουμένου Ζ1 στο πρόσωπό της και της ικανότητας του στις οικονομικές συναλλαγές ήταν όταν το Καλοκαίρι του έτους 1999 και ενώ οι αποδόσεις των επενδυτών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ήταν πολύ καλές η εγκαλούσα εξέφρασε την επιθυμία της να επενδύσει σ' αυτό το χρηματικό ποσό των 120.000.000 δρχ. σε μετοχές και αμοιβαία κεφάλαια και επειδή δεν είχε σχετική εμπειρία ζήτησε την συμβολή του. Ο εν λόγω κατηγορούμενος την απέτρεψε από την ως άνω επένδυση και εξέφρασε την εκτίμηση ότι σύντομα το χρηματιστήριο θα σημείωνε σημαντικές πτωτικές τάσεις και η εγκαλούσα τελικά ακολούθησε τη συμβουλή του, η οποία αποδείχθηκε ορθή και δεν επένδυσε με συνέπεια, αφενός ο κατηγορούμενος Ζ1 να επαίρεται για την εκτίμηση του αυτή και αφετέρου η εγκαλούσα να τον ευγνωμονεί γι' αυτό και έτι περισσότερο να πειστεί για τις καλές του προθέσεις και τις ικανότητες του στις οικονομικές συναλλαγές. Επομένως, ο ως άνω κατηγορούμενος Ζ1 γνωρίζοντας την πολύ καλή οικονομική κατάσταση της εγκαλούσας και κυρίως ότι είχε στη διάθεση της για άμεση ρευστοποίηση τουλάχιστον το ποσό των 120.000.000 δρχ. στις αρχές Δεκεμβρίου 1999 με σκοπό ν' αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε με γνώση του ψευδώς στην εγκαλούσα ότι χάρη στις γνωριμίες και διασυνδέσεις του είχε συνάψει συμφωνία με τον Οργανισμό "ΑΘΗΝΑ 2004" και μάλιστα με την ίδια την Πρόεδρο του Οργανισμού ..., με αντικείμενο την προμήθεια όλων των ποσοτήτων χρυσού που θ' απαιτούντο στους Ολυμπιακούς Αγώνες την κοπή και κατασκευή των μεταλλίων και των αναμνηστικών Ολυμπιακών νομισμάτων και γενικά να καλύψει αυτός όλες τις ανάγκες της Ολυμπιάδας σε ευγενή μέταλλα και πολύτιμους λίθους ανέφερε όμως ότι επειδή η ανάληψη από αυτόν της ως άνω συμφωνίας ήταν μεγάλης οικονομικής εμβέλειας η ολοκλήρωση και εκτέλεσή της ήταν επισφαλής, διότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του στις συμβατικές υποχρεώσεις θ' αντιμετώπιζε σοβαρούς κινδύνους, αλλ' όμως στην περίπτωση που έβαινε επιτυχώς θα του απέφερε τεράστια οικονομικά οφέλη ύψους πολλών δισεκατομμυρίων δραχμών. Προκειμένου, λοιπόν, να είναι βέβαιος ως προς την εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, ζήτησε την οικονομική βοήθεια της εγκαλούσας με την μορφή δανείου ποσού τουλάχιστον 90.000.000 δρχ., ποσό που θα καθιστούσε βέβαιη την επιτυχή εξέλιξη της ανωτέρω συμφωνίας, ενώ ως χρόνος επιστροφής του ποσού του δανείου θα ήταν αυτός της λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων το Σεπτέμβριο 2004. Η εγκαλούσα αρχικά είχε σοβαρές επιφυλάξεις για τη χορήγηση του δανείου αυτού και ζήτησε από τον κατηγορούμενο Ζ1 κάποιο χρονικό περιθώριο για να του απαντήσει. Ο ίδιος δε για να κάμψει τις όποιες δικαιολογημένες επιφυλάξεις της εγκαλούσας επικαλέστηκε και την προηγούμενη ηθική υποχρέωση που του όφειλε η τελευταία στην περίπτωση της αποτροπής της από την επένδυση στο χρηματιστήριο, την φιλική σχέση που είχε μεταξύ τους αναπτυχθεί, την οποία της υπενθύμιζε με τη φράση "οι φίλοι στην ανάγκη φαίνονται", αλλά και των μεγάλων χρηματικών ωφελημάτων που επρόκειτο ν'αποκτήσει αυτός μετά την εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, τα οποία θα καθιστούσαν βέβαιη την έγκαιρη αποπληρωμή του δανείου. Εξετέρου και οι λοιποί κατηγορούμενοι εκκαλούντες συγγενικά πρόσωπα του πρώτου κατηγορουμένου τέκνα αυτού αλλά και πρώην σύζυγος και νυν σύντροφος αυτού, με προφανή σκοπό να κάμψουν τις όποιες επιφυλάξεις της εγκαλούσας στη χορήγηση του δανείου αυτού την επισκέφθηκαν πολλές φορές στην οικία της κατά την διάρκεια των οποίων την πίεζαν να συναινέσει σ' αυτό ώστε να μη χαθεί μία τέτοια ευκαιρία (βλ. ιδία από 15.9.05 προανακριτική κατάθεση της Φ), αλλά και ενισχύοντας τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του τις οποίες αν και γνώριζαν, δεν αποκάλυπταν, αλλά αντίθετα επιβεβαίωναν (βλ. ιδία με αρ. 4041/26.5.05 και 4208/29.9.05 ένορκες βεβαιώσεις των Θ και Ξ αντίστοιχα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Χρυσ. Στυλογιάννη). Τελικά η εγκαλούσα αφενός λόγω της σχέσης της με τον κατηγορούμενο Ζ1, όπως αυτή αναπτύχθηκε παραπάνω και κυρίως λόγω της παραπλάνησής της από αυτόν με την συνδρομή και των λοιπών κατηγορουμένων εκκαλούντων και αναφορικά με τη δήθεν συναφθείσα από αυτόν συμφωνία με τον Οργανισμό "ΑΘΗΝΑ 2004" και την απόκτηση μεγάλων οικονομικών ωφελειών από αυτή που θα καθιστούσαν βέβαιη την έγκαιρη αποπληρωμή του ποσού του δανείου αυτού πείστηκε να προβεί στην χορήγησή του ύψους 90.000.000 δρχ.. Την χορήγηση του δανείου ανακοίνωσε στον Ζ1 η εγκαλούσα κατά την εορτή των Χριστουγέννων 1999 στην οικία της παρουσία της αδελφής της Φ ενός εξαδέλφου τους ονόματι ..., του Θ και της Ζ2, προσδιόρισε δε ότι θα του δώσει τα χρήματα την 31.12.1999 στην οικία της (βλ. ιδία από 13.9.05 προανακριτική κατάθεση του Θ). Το δάνειο αυτό συμφωνήθηκε προφορικά έντοκο και ότι θ' αποδοθεί το αργότερο μέχρι 31.12.04, δηλαδή λίγους μήνες μετά την λήξη των Ολυμπιακών και παραολυμπιακών Αγώνων. Εξάλλου, την ημέρα των Χριστουγέννων κατά την ονομαστική εορτή της μηνύτριας στην οποία παραβρέθηκε μεταξύ άλλων και ο άνω Θ ο ίδιος ο ανωτέρω κατηγορούμενος και εις επήκοον όλων ανακοίνωσε ότι είχε κλείσει την ανωτέρω συμφωνία με τον Οργανισμό "ΑΘΗΝΑ 2004" δηλώνοντας ότι έχει προσωπικές σχέσεις με την ... (βλ. σχετ. ιδία από 13.9.05 ένορκη κατάθεση Θ). Την άνω υπόσχεση τήρησε η εγκαλούσα και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, λίγο μετά την αλλαγή του χρόνου στην οικία της στην οποία ήταν παρόντες μεταξύ των άλλων η αδελφή της Φ, ο Ξ, ο Θ καθώς και η Ζ2 (3η εκκαλούσα) έχοντας τα χρήματα σε μία κόκκινη βαλίτσα βγήκε από την οικία της συνοδευόμενη από τον πρώτο εκκαλούντα, από τη σύντροφο του Ζ2 και τη Χ2 και παρέδωσε τη βαλίτσα αυτή στον Ζ1 που την τοποθέτησε στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου του και αποχώρησαν. Μετά την παράδοση του ως άνω ποσού στον Ζ1, οι σχέσεις της οικογενείας ... με την εγκαλούσα συνεχίσθηκαν κανονικά μέχρι τέλος του έτους 2001 όταν για πρώτη φορά η εγκαλούσα αντελήφθη ότι είχε πέσει θύμα απάτης από τον πρώτο εκκαλούντα και τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του όταν έλαβε γνώση ότι η ατομική επιχείρηση παραγωγής ειδών υαλουργίας των ... και .... (πατέρα και αρραβωνιαστικού τότε της Χ2), που τη διαβεβαίωναν ο πρώτος εκκαλών και οι ως άνω ιδιοκτήτες της, αυτήν και την αδελφή της Φ και τον ... ότι ήταν κερδοφόρα, ότι είχαν προχωρήσει οι διαδικασίες για την μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρία και ότι η συμμετοχή τους σ' αυτήν ήταν μεγάλη ευκαιρία, δεν υπήρχε οποιαδήποτε περίπτωση να μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία και να τύχει επιδοτήσεως από την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθόσον αυτή ήταν κατάχρεη σε Τράπεζες και σε τρίτα πρόσωπα. Με τον τρόπο αυτό παραπλάνησαν την εγκαλούσα και τους ανωτέρω παθόντες να τους καταβάλουν το συνολικό ποσό των 94.000.000 δρχ.. δι' ό λόγο ο πρώτος εκκαλών παραπέμφθηκε αμετακλήτως στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών από κοινού με τους ... και ... για να δικαστούν για το αδίκημα της απάτης από κοινού σε βαθμό κακουργήματος. Ενόψει τούτου αποφάσισε, λοιπόν, η εγκαλούσα να ερευνήσει το παρελθόν του κατηγορουμένου Ζ1 και διαπίστωσε ότι ο ανωτέρω εκκαλών δεν είχε κλείσει οποιαδήποτε συμφωνία με τον "ΑΘΗΝΑ 2004" όπως ψευδώς την είχε διαβεβαιώσει και ότι είχε απασχολήσει πολλές φορές τη δικαιοσύνη με εγκλήματα απάτης και πλαστογραφίας, ενώ ο ίδιος δεν είχε περιουσιακά στοιχεία και οικονομική δραστηριότητα. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τις σε βάρος τους κατηγορίες προβάλλοντας ισχυρισμούς και ειδικότερα α) ο Ζ1 επικαλούμενος ότι εάν είχε εξαπατήσει την εγκαλούσα το Δεκέμβριο του 1999 καταβάλλοντάς του το ως άνω ποσό δεν θα είχε προβεί μαζί με την αδελφή της και τον ... το Μάρτιο 2001 στην καταβολή επίσης μεγάλου ποσού από 94.000.000 δρχ., στον άνθρωπο που τους είχε ήδη εξαπατήσει, ότι δεν αποδεικνύει την εκταμίευση του ποσού αυτού από τραπεζικό της λογαριασμό, ούτε δικαιολογεί γιατί δεν εξασφάλισε απόδειξη είσπραξης ενός τόσο μεγάλου ποσού, ότι κανένας από τους μάρτυρες δεν είδε ποτέ το περιεχόμενο της βαλίτσας, που όμως αντικρούονται από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας και τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, καθόσον για τον πρώτο, αφού όπως αναφέρεται στη μήνυση για πρώτη φορά έλαβε γνώση της σε βάρος της απάτης για το ποσό των 94.000.000 δρχ., στα τέλη του 2001, ενώ το δάνειο του ποσού αυτού δόθηκε περί το Μάρτιο 2001. Σημειωτέον ότι για την πράξη αυτή παραπέμπεται με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για απάτη από κοινού με συνολικό όφελος και συνολική προξενηθείσα ζημία άνω των 73.000 € δυνάμει του υπ' αρ. 1537/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο έχει καταστεί ήδη αμετάκλητο με τα υπ' αρ. 2308/05 και 1363/07 αντίστοιχα βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών και Αρείου Πάγου, αν και ο εν λόγω κατηγορούμενος αρνείτο και πάλι την κατηγορία αυτή. Ούτε, εξάλλου, η μη εκταμίευση του ποσού αυτού από κάποιο τραπεζικό λογαριασμό της εγκαλούσας δεν συνεπάγεται ότι δεν δόθηκε το ποσό αυτό στον πρώτο κατηγορούμενο καθόσον, όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα της Εφορίας για τα οικονομικά έτη 1999-2005 της εγκαλούσας η οικονομική της κατάσταση είναι αρκετά ανθηρή ώστε να δικαιολογεί την ύπαρξη ποσού τέτοιου ύψους στην οικία της, λαμβανομένου υπόψη ότι η λήψη της απόφασης της χορήγησης του δανείου με την παράδοση του ποσού αυτού απείχε, χρονικά, έτσι ώστε υπήρχε η δυνατότητα συγκέντρωσης τούτου χωρίς να καταφύγει στην ανάληψή του από πιστωτικό ίδρυμα. Και ναι μεν η μη σύνταξη κάποιου παραστατικού εγγράφου που ν' αποδεικνύει την χορήγηση του ποσού αυτού ως δανείου, ενόψει και του ύψους του ποσού δεν είναι σύνηθες όμως, όπως προεκτέθηκε, η μεταξύ τους σχέση είχε φροντίσει ο εν λόγω κατηγορούμενος να είναι τέτοια (πηγαίο αίσθημα ευγνωμοσύνης που η εγκαλούσα έτρεφε στο πρόσωπο του λόγω της ως άνω συμπεριφοράς του αλλά και του ότι ήταν απόλυτα συνεπής και προέβαινε σε άμεση επιστροφή των ποσών που λάμβανε, όπως προαναφέρθηκε, από αυτή), ώστε να δικαιολογεί το γεγονός της μη λήψης σχετικής απόδειξης καταβολής του. Και βέβαια κανείς από τους μάρτυρες που αναφέρουν ότι βρισκόταν στην οικία της εγκαλούσας κατά το χρόνο που παρέδωσε στον κατηγορούμενο Ζ1 τη βαλίτσα με τα χρήματα, δεν καταθέτει ότι είδε το περιεχόμενο της, όμως ο τρόπος που δόθηκαν αυτά το βράδυ της παραμονής της πρωτοχρονιάς παρουσία και των μαρτύρων επισκεπτών Ξ, Θ και Φ, ενόψει και της προηγηθείσας κατά την ημέρα των Χριστουγέννων 1999 αναφοράς της εγκαλούσας παρουσίας τους ότι το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς (31.12.99) θα έδινε το ποσό αυτό καθιστά αναμφισβήτητο το γεγονός ότι δόθηκε το ποσό αυτό, με την παράδοση της βαλίτσας στον πρώτο εκκαλούντα, β) οι λοιποί κατηγορούμενοι ήδη εκκαλούντες (2η, 3η, 4ος και 5η τούτων) αρνούνται τη σε βάρος τους κατηγορία ισχυριζόμενοι ότι δεν γνωρίζουν τη μηνύτρια και την αδελφή της, δεν έχουν επισκεφθεί το κατάστημα ή την οικία της πλην της Χ2 που γνώρισε μόνο την αδελφή της Φ στο κατάστημα όπου μετέβη μία και μόνο φορά και της Ζ2 που τη γνώρισε πρώτη φορά στο ρεβεγιόν της πρωτοχρονιάς του 2000 που έκανε στην οικία της, δεν γνωρίζουν για τις αναφερόμενες δραστηριότητες του Ζ1, ότι η εγκαλούσα κατά τους ισχυρισμούς της θα κατέβαλε λόγω της ευγνωμοσύνης της προς τον τελευταίο οπωσδήποτε όποιο ποσό της ζητούσε, η μεν 2η εκκαλούσα και διότι βρίσκεται σε διάσταση με τον τελευταίο από το έτος 1988 ζώντας σε χωριστή κατοικία, τα δε τέκνα και διότι δεν είχαν συμμετοχή στην επιχείρηση των γονέων τους τόσο στο Ισραήλ όσο και στην Ελλάδα. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, καθόσον όπως προαναφέρθηκε, η συμμετοχή τους στην εκτέλεση του σχεδίου του πρώτου κατηγορουμένου πρώην συζύγου νυν συντρόφου και πατέρα τους αντίστοιχα προκύπτει τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων Θ, Ξ όσο και της αδελφής της εγκαλούσας Φ, αλλά και τις χωρίς όρκο καταθέσεις της εγκαλούσας που αναφέρονται στις συχνές επισκέψεις τούτων στο κατάστημα και την οικία της τελευταίας που γινόταν με σκοπό να την πείσουν να αποφασίσει να δώσει το άνω ποσό του δανείου στον συγκατηγορούμενό τους Ζ1, λαμβανομένου υπόψη ότι η εγκαλούσα δίστασε ν' αποφασίσει προς τούτο και του ζήτησε χρονικό περιθώριο για να αποφασίσει (βλ. ιδία από 15.9.05 ένορκη κατάθεση της Φ) γεγονός που αναιρεί τον ισχυρισμό τους ότι οπωσδήποτε θα του χορηγούσε όποιο ποσό της ζητούσε έστω και χωρίς τη συνδρομή τους, και τούτο αν και γνώριζαν λόγω της σχέσεως τους με αυτόν (συγγενικής, πρώην συζύγου και νυν συντρόφου) τόσο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, όσο και. ότι δεν είχε συνάψει συμφωνία με τον Οργανισμό "ΑΘΗΝΑ 2004", συνετέλεσαν δε έτσι σημαντικά στη λήψη τελικά θετικής απόφασης της εγκαλούσας στην χορήγηση του δανείου αυτού και στην συνεπεία τούτου προξενηθείσα ζημία της ανερχόμενης στο πιο πάνω ποσό δανείου που ωφελήθηκε αυτός (Ζ1). Πρέπει να σημειωθεί η παρουσία της Ζ2 και Χ2 στην παράδοση των χρημάτων στον Ζ1 κατά τα άνω, αλλά και η κατάθεση ποσού 3.379.000 δρχ. σε λογαριασμό της Ζ2 στην ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ από την Φ, όπως προκύπτει από το από 19.5.00 παραστατικό της εν λόγω Τράπεζας, που προσκομίστηκε από την εγκαλούσα.
Κατόπιν όλων των παραπάνω, προέκυψαν κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου, επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο σε βάρος των εκκαλούντων κατηγορουμένων Ζ1, Χ3, Ζ2, Χ1 και Χ2 κατηγορία, για την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη της απάτης από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή (46§1β', 386§§1, 3β' ΠΚ όπως αντικ. με αρθρ. 14§4 Ν. 2721/99).
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών που δέχθηκε τα ίδια και στη συνέχεια αποφάσισε την παραπομπή των κατηγορουμένων εκκαλούντων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για την ως άνω πράξη, σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό γι' αυτό και οι εφέσεις των εκκαλούντων κατηγορουμένων που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι κατ' ουσίαν αβάσιμες". Με αυτά που δέχθηκε, αναφορικά με την πράξη της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη, φερομένης ως τελεσθείσας από τους τρεις αναιρεσείοντες, κατά τη διάρκεια τελέσεως της κύριας πράξης της απάτης, κατά μήνα Δεκέμβριο του 1999, από τον Ζ1 στην ..., κατά τις επανειλημμένες επισκέψεις τους στην οικία της παθούσας, το Συμβούλιο Εφετών, κρίνοντας ακολούθως ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις προκειμένου να παραπεμφθούν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου για την ως άνω πράξης, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη, για το οποίο διώχθηκαν οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, οι αποδείξεις από τις οποίες το Συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα προκύψαντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, ήτοι εκείνες των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 46 παρ. 1 β και 386 παρ. 1,3β του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, ενώ εξ άλλου δεν στερείται το βούλευμα νόμιμης βάσεως, αφού με αυτά που δέχθηκε δεν αποβαίνει ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων. Ειδικότερα, αναφέρεται ως τρόπος τελέσεως της απάτης από τον αυτουργό Ζ1, η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και δη ότι είχε δήθεν κλείσει συμφωνία με τον Οργανισμό Ολυμπιακών Αγώνων ΑΘΗΝΑ- 2004, να του προμηθεύσει όλο τον απαιτούμενο χρυσό για την κατασκευή και κοπή των Ολυμπιακών μεταλλίων και είχε δήθεν ανάγκη ενός δανείου για αγορά του χρυσού, παραπλανώντας έτσι την εγκαλούσα ότι θα κέρδιζε πολλά χρήματα προκειμένου να του παραδώσει το ποσόν των 90.000.000 δραχμών, που του κατέβαλε αλλά ουδέποτε της επέστρεψε, ωφεληθείς παράνομα ο ίδιος κατά το εν λόγω ποσό, που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας, ενώ το αληθές είναι ότι ο ανωτέρω αυτουργός ουδέποτε είχε συνάψει τέτοια συμφωνία με τον ανωτέρω Οργανισμό. Επίσης, αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες, κατά τον ανωτέρω μήνα Δεκέμβριο του 1999, επισκέφθηκαν επανειλημμένα και οι τρεις την εγκαλούσα στην οικία της, αν και γνώριζαν ότι ο συγκατηγορούμενός τους Ζ1 δεν είχε κλείσει συμφωνία και ότι τα ανωτέρω περιστατικά, που παρουσιάζε εκείνος σ'αυτήν, ήταν εξολοκλήρου ψευδή, και με παραινέσεις και παρακλήσεις προς αυτήν, ενίσχυαν τις εν λόγω ψευδείς παραστάσεις και έκαμψαν τελικά τους δισταγμούς της να δώσει τα χρήματα στον αυτουργό, που είναι στενό τους συγγενικό πρόσωπο, πατέρας των δύο και σε διάσταση ήδη σύζυγος της τρίτης των αναιρεσειόντων. Εξάλλου αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και της επελθούσας βλάβης της εγκαλούσας, προσδιορίζονται επαρκώς ως ανωτέρω οι απατηλές ενέργειες και τα στοιχεία που δικαιολογούν την παραπλάνηση και προσδιορίζεται επαρκώς ο χρόνος τελέσεως της απάτης καθώς και ο χρόνος παροχής της άμεσης συνδρομής των αναιρεσειόντων στον αυτουργό. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθ. εκθ. 12,13,14 /30-1-2009 αιτήσεις των: Χ1, Χ2 καιΧ3, για αναίρεση του με αριθ. 2496/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική απάτη. Βούλευμα. Απέρριψε έφεση τριών αναιρεσειόντων κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, για άμεση συνέργεια σε κακουργηματική απάτη, με συνολικό όφελος άνω των 73.000 ευρώ. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι κατ' ουσία οι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1476/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χριστιά περί αναιρέσεως της 73794/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 109/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμό 104799/6-11-2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, καταδικάσθηκε για την παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, ήτοι για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., σε συνολική ποινή φυλάκισης 30 μηνών και χρηματική ποινή 750.000 δραχμών. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 6-11-2000 με απόντα τον κατηγορούμενο και επιδόθηκε νομίμως σ' αυτόν σύμφωνα με το από 5-9-2001 αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα ..., στην οικία του επί της οδού ... αρ. ... των ... . Κατά της ως άνω αποφάσεως, ο κατηγορούμενος άσκησε δια του πληρεξουσίου συνηγόρου του, μετά παρέλευση έξι (6) ετών, την από 5-9-2007 με αριθμό 10959/5-9-2007 έφεσή του, με την οποία ζητούσε την εξαφάνισή της, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, κυρίως δε γιατί ο εκκαλών το πρώτον έλαβε γνώση της αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την 4-9-2007 δια μέσω του ως άνω πληρεξουσίου του. Η έφεσή του απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 73794/12-11-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την παρακάτω αιτιολογία: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών άσκησε εκπρόθεσμα την ένδικη έφεση, καθόσον η υπ' αριθμ. 104799/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριάντα (30) μηνών και χρηματική ποινή 750.000 δραχμών, εκδόθηκε την 6-11-2000 με απόντα τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο, κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 5-9-2001 και ο τελευταίος άσκησε την υπό κρίση έφεση στις 5-9-2007. Ο εκκαλών επικαλείται στην έφεσή του ως λόγο ανωτέρας βίας για το εκπρόθεσμο αυτής ότι δεν έλαβε γνώση της ως άνω καταδικαστικής απόφασης, χωρίς ωστόσο να επικαλείται κανέναν ειδικότερο λόγο προς τούτο. Από το φάκελο της δικογραφίας και ειδικότερα από το από 15-6-2000 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ..., προκύπτει ότι το με αριθμό 600967 κλητήριο θέσπισμα για την ως άνω ερήμην δίκη επιδόθηκε νομότυπα στον κατηγορούμενο στον τόπο της έδρας της επιχείρησης του (γραφείο κηδειών) επί της οδού ... αρ. ... στην ... και το παρέλαβε ο συνεργάτης του, ΑΑ. Όπως δε προκύπτει από το από 5-9-2001 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα στο Α.Τ. ..., ..., η επίδοση της εκκαλουμένης πρωτόδικης ερήμην απόφασης (104799/2000) έγινε στην ίδια ως άνω διεύθυνση και ενόψει του ότι δεν βρέθηκε σε αυτήν ο κατηγορούμενος προσωπικά, ούτε άλλο από τα αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 ΚΠΔ πρόσωπα, θυροκολλήθηκε παρουσία του μάρτυρα, ΒΒ. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε από τη διαδικασία στο ακροατήριο ο εκκαλών εξακολουθεί να διατηρεί μέχρι σήμερα την άνω επιχείρηση στη παραπάνω διεύθυνση. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει, πως δεν υπήρχαν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο της άσκησης της ένδικης έφεσης και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Η αιτιολογία δε, την οποία διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι η απαιτούμενη από το άρθρο 93 του Σ και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη. Τούτο, γιατί αιτιολογείται το γεγονός ότι ο εκκαλών άσκησε την έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μετά την πάροδο της τασσόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., δεκαήμερης προθεσμίας από της νομίμου επιδόσεως της αποφάσεως, χωρίς να αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού του, ότι αυτός έλαβε, το πρώτον, γνώση της αποφάσεως αυτής, την 4-9-2007, όπως αβασίμως ισχυρίζεται, ώστε να δικαιολογείται η εκπρόθεσμη άσκησή της. Πράγματι, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, είχε επιδοθεί νομίμως στη διεύθυνση ... αρ. ..., όπου ήταν ο τόπος της επαγγελματικής του εργασίας, το με αριθμό 600967 κλητήριο θέσπισμα, το οποίο παρέλαβε ο συνεργάτης του ΑΑ, και στην αυτή διεύθυνση, επίσης, επιδόθηκε νομίμως με θυροκόλληση και η με αριθμό 104799/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Στην αυτή δε διεύθυνση εξακολουθούσε και κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, (12-11-2008), να διατηρεί την έδρα της επαγγελματικής του δραστηριότητας, την οποία άλλωστε είχε δηλώσει με το εφετήριο κατά την άσκηση της εφέσεως και ως κατοικία του, κατά την 5-9-2007. Επομένως, ο κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 73794/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του Α.Ν 86/1967, που απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1483/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ... κατοίκου ... και 2) ..., κατοίκου Γερμανίας, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καυκόπουλο, περί αναιρέσεως της 61/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρία - Λουΐζα Μπακαλάκου.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό τους 1982/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 100 παρ. 1 εδ. β' του ισχύσαντος μέχρι την 31-12-2001 νόμου 1165/1928 λαθρεμπορία είναι και οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο άλλον από εκείνου που ορίζει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 102 παρ. 1 Β περ. γ' και δ' του ίδιου νόμου τιμωρείται με την στη διάταξη αυτή προβλεπόμενη ποινή, ο υπαίτιος της παραπάνω λαθρεμπορίας αν οι δασμοί, φόροι, τέλη ή δικαιώματα, που στερήθηκε το δημόσιο, ανέρχονται σε σημαντικό ποσό και αν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ.1 β και 102 παρ. 1Β του ν. 1165/1918 "περί τελωνειακού κώδικος" αλλά και από την ταυτόσημη προς την πρώτη απ' αυτές διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 β του ν. 2960/2001 "εθνικός τελωνειακός κώδικας", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 89 επ. του ν. 1165/1918 και 1 και 67 παρ. 1, 4 και 5 του ν. 2127/1993, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρούμενου και για τα πετρελαιοειδή προϊόντα ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του τελωνειακού κώδικα. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στην ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό των αιτιολογιών με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι κατηγορούμενοι είναι συγγενείς πρώτου βαθμού, αφού ο πρώτος είναι γιός του δεύτερου, δραστηριοποιούνται δε αμφότεροι στον τομέα διεθνών μεταφορών, ο δεύτερος στη ... με εγκαταστάσεις στο 5ο χιλιόμετρο της Ε. Ο. ... και ο πρώτος με γραφείο στο ...της Γερμανίας. Τα έτη 2000-2001 η υπηρεσία Τελωνειακής Δίωξης Μονάχου κατέλαβε φορτηγά οχήματα, της ιδιοκτησίας και εκμεταλλεύσεως των κατηγορουμένων, να κινούνται στην Γερμανία με πετρέλαιο θέρμανσης αντί κίνησης, κατά τη διερεύνηση δε της υποθέσεως διαπιστώθηκε, από τους ισχυρισμούς των οδηγών των αυτοκινήτων που ελέγχθηκαν, ότι το πετρέλαιο θέρμανσης που βρέθηκε, ως μέσον κίνησης στα παρ' αυτών οδηγούμενα οχήματα, το προμηθευόταν από τις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως του δεύτερου κατηγορουμένου στην περιοχή .... Ακολούθως, η ως άνω γερμανική υπηρεσία, διεβίβασε στο Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος το υπ' αριθμ. ... αίτημα Αμοιβαίας Διοικητικής Συνδρομής, προκειμένου να εξετάσει τον σχετιζόμενο με την υπόθεση δεύτερο κατηγορούμενο. Το αίτημα αυτό συνοδεύετο και από φωτοτυπικά αντίγραφα του υπ' αριθμ. ...τιμολογίου πώλησης, εκδόσεως ... και αφορούσε πώληση 19.308 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης και του υπ' αριθμ. ... τιμολογίου πώλησης-δελτίου αποστολής, εκδόσεως ... και αφορούσε πώληση 7.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης. Μετά αυτοτελή έρευνα του ΣΔΟΕ διαπιστώθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος παρήγγειλε, πλήρωσε και παρέλαβε στις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως του από τις προαναφερόμενες δύο επιχειρήσεις τις ποσότητες πετρελαίου που αναφέρονται στα κατά τα άνω τιμολόγια, ζήτησε όμως και ανεγράφη επ' αυτών ως αγοραστής η επιχείρηση του γιού του- πρώτου κατηγορουμένου στη Γερμανία, στην οποία και απεστάλησαν, καταχωρήθηκαν στα βιβλία του τελευταίου και ανευρέθησαν κατά την έρευνα των γερμανικών αρχών. Οι κατηγορούμενοι στην προανάκριση δεν αρνήθηκαν την αγορά των ως άνω ποσοτήτων πετρελαίου θέρμανσης, ισxυρίσθηκαν όμως ότι εγένοντο για τις ανάγκες θέρμανσης των εδώ εγκαταστάσεων του δεύτερου. Πλην όμως τα ελεγκτικά όργανα διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε στην επιχείρηση του τελευταίου εγκατάσταση κεντρικής θερμάνσεως και η θέρμανση των γραφείων εγένετο με ηλεκτρικά σώματα ενώ, σε κάθε περίπτωση, η ποσότητα που αγοράστηκε ήταν υπερβολική για να μπορέσει να δικαιολογηθεί από ανάγκες θερμάνσεως χώρων του δευτέρου κατηγορουμένου. Εξάλλου, οι κατηγορούμενοι δεν απαντούν στα αποδεδειγμένα περιστατικά της συλλήψεως φορτηγών αυτοκινήτων τους στη Γερμανία, που κινούντο με πετρέλαιο θέρμανσης και τις ομολογίες των οδηγών τους ότι η πλήρωση των "ρεζερβουάρ τους" εγένετο στις εγκαταστάσεις του δευτέρου στη .... Με βάση πάντα τα προαναφερόμενα δεν μπορεί να γεννηθεί αμφιβολία περί του ότι οι κατηγορούμενοι, από κοινού ενεργούντες, έκαναν παρανόμως χρήση των κατά τα άνω ποσοτήτων πετρελαίου θερμάνσεως για την κίνηση των φορτηγών αυτοκινήτων τους, διεθνών μεταφορών, αποσκοπούντες στην κάρπωση, με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων μεταξύ του πετρελαίου κίνησης και πετρελαίου θερμάνσεως, οι οποίες εν προκειμένω ανέρχονται στο ύψος των (5.163,58+1.899,77=) 7.063,35 ευρώ, το οποίο είναι σημαντικό ποσό. Επομένως πληρούνται στο πρόσωπο τους τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως αμφοτέρων των αξιοποίνων πράξεων που τους αποδίδονται, δηλονότι αυτής της λαθρεμπορίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση, αλλά και της χρήσεως πετρελαίου θερμάνσεως για χρήση άλλη, πέραν αυτής της θερμάνσεως και, εν προκειμένω, για την κίνηση των φορτηγών αυτοκινήτων τους, των οποίων μετά ταύτα, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Τέλος ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι η αποδιδόμενη σ' αυτούς πρώτη πράξη δεν συνιστά κολάσιμη λαθρεμπορία αλλά απλή τελωνειακή παράβαση, επισύρουσα μόνο την επιβολή των κατά το άρθρο 89 του τελωνειακού κώδικα διοικητικών κυρώσεων, ήτοι την επιβολή πολλαπλού τέλους, δεν είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, νόμιμος και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί σαν τέτοιος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο έκρινε τους αναιρεσείοντες ενόχους λαθρεμπορίας και παραβάσεως του άρθρου 65 παρ. 2 του ν. 2093/1992 κατ' εξακολούθηση. Έτσι κρίνοντας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 98 παρ.1 του ΠΚ, 65 παρ.2 του ν. 2093/1992, 100 παρ.1 β, 2 περ. α', θ', 102 παρ.1 περ. β',105 παρ.1, 107 παρ.1, 111 παρ.1α του ν.1165/1918 "περί τελωνειακού κώδικος" σε συνδυασμό με τις ταυτόσημες διατάξεις των άρθρων 155 παρ, 1 περ.β'και 2α, 157 παρ,1 περ. β', 160 παρ.1.165 παρ.1α Ν.2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι από το άρθρο 510 παρ.. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ αιτιάσεις οι οποίες προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες, με το μοναδικό λόγο της κοινής αίτησης τους, ότι 1)στην πληττόμενη απόφαση δεν προσδιορίζεται η χώρα από την οποία εισήχθη στην Ελλάδα το πετρέλαιο και ειδικότερα αν εισήχθη από χώρα της ευρωπαϊκής ένωσης η τρίτη χώρα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί αν διεπράχθη ή όχι η αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας και 2) δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη του ισχυρισμού τους ότι η παραπάνω συμπεριφορά τους θεμελιώνει απλή τελωνειακή παράβαση, είναι αβάσιμες διότι 1) η πρώτη στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν για λαθρεμπορία, την οποία διέπραξαν με τη διάθεση πετρελαίου θέρμανσης για άλλες εκτός από τη θέρμανση χρήσεις και όχι με την εισαγωγή από άλλη χώρα και 2) όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων προέβαλε με γραπτή δήλωση, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκε προφορικά, τον ισχυρισμό, ότι η αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους πράξη δεν συνιστά ποινικά κολάσιμη λαθρεμπορία αλλά απλή τελωνειακή παράβαση, επισύρουσα μόνο την επιβολή των κατά το άρθρο 89 του τελωνειακού κώδικα διοικητικών κυρώσεων ήτοι την επιβολή πολλαπλού τέλους. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν ήταν νόμιμος και το δικαστήριο της ουσίας, που σαν τέτοιο τον απέρριψε, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Περαιτέρω εφόσον ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος, η απόρριψή του δεν έχρηζε ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως ο παραπάνω, μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος, προς έρευνα, λόγος αναιρέσεως, που να έχει παραδεκτά προβληθεί, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος ελληνικού δημοσίου (άρθρα 22 ν. 3693/1957, 176 και 183 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-12-2008 κοινή αίτηση των 1) .... και 2) ..., για αναίρεση της με αριθμό 61/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του ελληνικού δημοσίου, που ορίζεται σε τριακόσια (300) ευρώ, συνολικά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λαθρεμπορία με τη διάθεση πετρελαίου θέρμανσης για κίνηση αυτοκινήτων. Απορρίπτει λόγους για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία.
| 0
|
Αριθμός 1487/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - πολιτικώς ενάγουσας Χ1 συζύγου ..., κατοίκου ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως του με αριθμό 2.047/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ψ1.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα - πολιτικώς ενάγουσα ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 165/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 86/10.3.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με αριθμ. 8/19-1-2009 αίτηση - αναίρεσης της 'Χ1 κατοίκου ... κατά του με αριθμ. 2047/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η με αριθμ. 170/2008 έφεση της αναιρεσείουσας πολιτικώς ενάγουσας κατά του με αριθμ. 772/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών το οποίο αποφαινόταν ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά του Ψ1 για πλαστογραφία με χρήση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ κατ'εξακολούθηση και εκθέτω τα παρακάτω. Από τις διατάξεις των άρθρων 463 και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "Ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα..." κατά δε την δεύτερη " Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....".Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αναίρεση μπορεί ν'ασκήσει μόνο εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει τέτοιο δικαίωμα και αν ασκηθεί αναίρεση από μη δικαιούμενο στην άσκηση της το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και επιβάλλει τα έξοδα στον ασκήσαντα το απαράδεκτο ένδικο μέσο. Τέτοια περίπτωση είναι και ή από μέρους του πολιτικώς ενάγοντα άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος το οποίο απορρίπτει στην ουσία την ασκηθείσα έφεση του πολιτικώς ενάγοντα για το οποίο στις διατάξεις των άρθρων 482 και 483 ΚΠΔ δεν προβλέπεται άσκηση αναίρεσης από αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα - πολιτικώς ενάγουσα Χ1 άσκησε την με αριθμ αριθμ. 170/2008 έφεση κατά του με αριθμ. 772/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο αποφαινόταν ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά του Ψ1 για πλαστογραφία με χρήση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και η οποία απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά του οποίου η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση αναίρεση (βλ. την 8/09 έκθεση αναίρεσης). Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 482 και 483 του ΚΠΔ, στις οποίες αναφέρονται οι δικαιούμενοι σε άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος δεν συμπεριλαμβάνεται και ο πολιτικώς ενάγων σαν δικαιούμενος της άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου και ως εκ τούτου η αίτηση αναίρεσης της παραπάνω πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτη εκ του λόγου αυτού και να επιβληθούν σ' αυτή τα δικαστικά έξοδα (άρ. 476 § 1- 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: (A) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμ. 8/19-1-2009 αίτηση - αναίρεσης της Χ1, κατοίκου ...κατά του με αριθμ. 2047/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η με αριθμ. 170/2008 έφεση της αναιρεσείουσας πολιτικώς ενάγουσας, κατά του με αριθμ. 772/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω.
Αθήνα 5 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης".
Αφού άκουσε
την Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας - πολιτικώς ενάγουσας,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ., όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεως της με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003, που ισχύει (κατά το άρθρο 61 αυτού) από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 30η Ιουνίου 2003, ο πολιτικώς ενάγων έχει δικαίωμα αναιρέσεως κατά βουλεύματος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν αυτό αποφαίνεται, ότι δεν πρέπει να γίνει κατά του κατηγορουμένου σχετική κατηγορία. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003 και έκτοτε ο πολιτικώς ενάγων, δεν έχει δικαίωμα αναιρέσεως κατά οιουδήποτε βουλεύματος. Με τη μεταβατικού δε δικαίου διάταξη του άρθρου 54 παρ. 3 του ίδιου νόμου, ορίσθηκε ότι "ένδικα μέσα κατά βουλευμάτων", τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού δεν προβλέπονται και έχουν ασκηθεί μέχρι τη δημοσίευση του (την 30η Ιουνίου 2003), εισάγονται και κρίνονται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 463 του Κ.Π.Δ. ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνε! ρητά αυτό το δικαίωμα και στον πολιτικώς ενάγοντα, δεν δίδεται το δικαίωμα αναιρέσεως κατά βουλεύματος, μετά την 30η Ιουνίου 2003. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, μετά προηγούμενη ειδοποίηση του διαδίκου που άσκησε το ένδικο μέσο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση η Χ1 άσκησε την κρινόμενη από 19.1.2009 αναίρεση, ως πολιτικώς ενάγουσα, δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Παναγιώτη Χριστοφοράκου κατά του 2047/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 7.4.2008 έφεσή της κατά του 772/2008 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου Ψ1 για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος ή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως, είναι απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν δικαιούται στην άσκηση της και στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση. Επομένως, πρέπει, μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση στο Συμβούλιο του αντικλήτου της αναιρεσείουσας (κατά τη σχετική επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα), να απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 19.1 2009 αίτηση της Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του 2.047/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει ως απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τον πολιτικώς ενάγοντα κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 1475/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2048/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ - ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 71/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 88/12.03.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"(Ι) Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, κατ'άρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ μαζί με τη συνημμένη δικογραφία την νομοτύπως, εμπροθέσμως (βλ. τα από 15/12/08 και 10/12/08 αποδεικτικά επιδόσεως του προσβαλλομένου βουλεύματος στο Χ1 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Αγγ. Κωνσταντινίδη αντίστοιχα) και παραδεκτώς ασκηθείσα υπ'αριθμ. 209/22-12-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά του υπ'αρ. 2048/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η υπ'αρ. 257/08 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ - Γεν. Ασφάλειαι της Ελλάδος Α.Ε.", κατά του υπ'αριθ. 1188/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος Χ1 στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών να δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατ'εξακολούθηση (αρ. 98, 375 παρ. 2α'- 1 Π.Κ. ως ισχύει).
Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται (α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και (β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμοστή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των αρ. 98, 375 παρ. 1 και 2α' ΠΚ (άρθρ. 139, 484 παρ. 1β' και δ' ΚΠΔ).
(ΙΙ) Επειδή για την πληρότητα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους (π.χ. μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, ούτε από ποιο ή ποια από αυτά προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει και γιατί περισσότερο (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1304/2003, ΑΠ 1303/2002, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 1580/2002 κ.ά.).
Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 - όπως ισχύει - ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε, οι αποδείξεις (τα αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα άνω πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν οι επαρκείς ενδείξεις ενοχής (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 732/2006 κ.α.). Εξ άλλου εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε συντρέχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από αυτή που έχει, και όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 67/2006 κ.α). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, ήτοι όταν, στο πόρισμα του συμβουλίου - που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού-σκεπτικού και ανάγεται στα στοιχεία και ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος - ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι το βούλευμα να μην έχει νόμιμη βάση (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 252/2004, ΑΠ 2445/2003, ΑΠ 9/2001 - Ολ κ.ά.).
Επειδή η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων - έστω και εσφαλμένη- δεν . συνιστά λόγον αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 591/2001, ΑΠ 145/2000, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 111/2004 κ.ά.). -Τέλος, η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην υιοθετηθείσα υπ'αυτού πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του βουλεύματος, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών, αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1242/2005, ΑΠ 2382/2005, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2078/2005 κ.ά.). Είναι δε χαρακτηριστικόν ότι ο ίδιος ο Άρειος Πάγος, αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην Εισαγγελική πρόταση (Ολ. ΑΠ 1494/2005, ΑΠ 176/2006 κ.α.), πράγμα που οφείλεται και στην ιδιότητα αυτού ως δικαστικού λειτουργού-αρ. 87 επ. Συντ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 375§1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται: (α) το κινητό πράγμα να είναι ξένο ολικά ή εν μέρει, δηλαδή να βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη, κυριότητα κατά την έννοια του αστικού δικαίου, (β) να είχε περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη και να ήταν κατά το χρόνο της πράξης στην κατοχή του, (γ) να έγινε παράνομη ιδιοποίηση αυτού από τον τελευταίο, δηλαδή η ιδιοποίηση να έγινε χωρίς συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο και (δ) να υπάρχει δόλια προαίρεση του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του με την οποία εξωτερικεύεται η θέληση του να ενσωματώσει στην περιουσία του το ξένο κινητό πράγμα, που βρίσκεται στην κατοχή του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 9 του Ν. 2408/1996, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας", ενώ κατά το εδάφιο β1 της ίδιας παραγράφου , το οποίο προστέθηκε σ' αυτήν με το αρθρ. 14 § 3 περ. β' Ν. 2721/1999, "αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 Ευρώ (25.000.000 δραχμές), τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Κατά τις διατάξεις αυτές, οι περιπτώσεις που καθιστούν το έγκλημα της υπεξαιρέσεως κακούργημα, όταν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απαριθμούνται πλέον ειδικά και περιοριστικά στο νόμο, όπως είναι εκείνη του εντολοδόχου ή διαχειριστού ξένης περιουσίας κλπ (ΑΠ 1783/2002 Ποιν. Δ/νη 2003 26, ΑΠ 1164/2002 Ποιν. Δ/νη 2003 386, ΑΠ 982/2002 Π. Λογ. 2002 1102, ΑΠ 733/2001 Π. Λογ. 2001 940, ΑΠ 974/2001 Π. Λογ. 2001 1090, ΑΠ 1030/997 Ποιν. Δικ. 1998 30, ΑΠ 14/1994 Ποιν. Χρον. ΜΔ 220, ΑΠ 1832/1993 Ποιν. Χρον. ΜΔ 180, ΑΠ 100/2004, ΑΠ 2507/03 κ.ά.). Για να υπάρχει κακουργηματική υπεξαίρεση λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως εντολοδόχου ή διαχειριστού ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν παρανόμως πράγμα, όπως είναι τα χρήματα, να περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητας του αυτής (ΣυμβΑΠ 1307/2004 ΠοινΧρ ΝΕ', 535 - ΣυμβΑΠ 5/2004 ΠοινΧρ ΝΔ', 397). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά, από την εκτέλεση της εντολής είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό του λογαριασμό, η ιδιοποίησης όσων απέκτησε κατά την εκτέλεση της εντολής είναι παράνομη και στοιχειοθετεί το έγκλημα της υπεξαίρεσης (ΑΠ 115/2004 ΠοινΧρ ΝΕ'/33, ΑΠ 1015/2005 ΠοινΧρ ΝΣΤ'/127).
Από την διάταξη του άρθρου 98 Π.Κ., σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 94 του ίδιου κώδικα, σαφώς συνάγεται, ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα απαρτίζεται από ομοειδείς μερικότερες πράξεις που χρονικά διαφέρουν μεταξύ τους, τελέστηκαν από το ίδιο πρόσωπο στον αυτό ή διάφορους τόπους, καθεμιά περιέχει τα στοιχεία του ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με το στοιχείο της ταυτότητας της προς εκτέλεση αποφάσεως και εκλαμβάνονται ως ενιαίο έγκλημα. Για να υπάρχει επομένως κατ' εξακολούθηση έγκλημα, πρέπει να συντρέχουν τα εξής στοιχεία: (α) τα περισσότερα εγκλήματα πρέπει να προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, (β) να προσβάλλουν τον ίδιο πρωταρχικό κανόνα δικαίου, (γ) να εμφανίζουν μια σχετική ομοιομορφία και (δ) να συνδέονται μεταξύ τους με μια ορισμένης μορφής ενότητα δόλου. Επί του εγκλήματος τούτου οι μερικότερες πράξεις διατηρούν την αυτοτέλεια τους και ως εκ τούτου η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα τελέσεως της, (Ολ. ΑΠ 5/2002 Ποιν. Δικ. 2002.836, ΑΠ 172/2002 Ποιν. Δικ. 2002.844, ΑΠ 1318/2001 Ποιν. Χρ. ΝB/531, ΑΠ 765/2000 Ποιν. Χρ. ΝΑ/113, ΑΠ 83/98 Υπέρ. 1998.1057, ΑΠ 103/96 Ποιν. Χρ. ΜΣΤ/ΐ460, ΑΠ 1586/95 Ποιν. Χρ. ΜΣΤ/1016). Στη προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το πληττόμενο βούλευμα με επιτρεπτή (ΑΠ 1494/05) αναφορά και υιοθέτηση της προτάσεως του παρ'αυτώ Εισαγγελέα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, κατ'εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ'αυτό, κατ'είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής: Από την κυρία ανάκριση που ενεργήθηκε και ειδικότερα από τις καταθέσεις του νομίμου εκπροσώπου της εκκαλούσας εταιρείας Ε1 των μαρτύρων .... και ... και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Ο κατηγορούμενος ήταν διαχειριστής της εταιρείας "SINCO Εταιρεία Μεσιτών Ασφαλίσεων και Αντασφαλίσεων Περιορισμένης Ευθύνης" με τον διακριτικό τίτλο "SINCO ΕΠΕ". Με την από ....σύμβαση πρακτορεύσεως, που συνήφθη μεταξύ της εταιρείας "SINCO ΕΠΕ" και της εκκαλούσας εταιρείας, ο κατηγορούμενος ανέλαβε, έναντι προμηθείας, την διενέργεια ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό της εκκαλούσας εταιρείας. Ειδικότερα σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση ο κατηγορούμενος ως διαχειριστής της παραπάνω εταιρείας "SINCO ΕΠΕ" διαμεσολαβούσε στην σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της εκκαλούσας εταιρείας και τρίτων και εισέπραττε τα ασφάλιστρα για λογαριασμό της εκκαλούσας εταιρείας. Σύμφωνα με την παραπάνω σύμβαση ο κατηγορούμενος ως διαχειριστής της εταιρείας "SINCO ΕΠΕ" εισέπραττε προμήθεια που υπολογίζονταν ως ποσοστό επί τοις εκατό επί των ασφαλίστρων τα οποία εισέπραττε. Σύμφωνα δε με την παραπάνω σύμβαση τα ασφάλιστρα που εισέπραττε ο κατηγορούμενος ως πράκτορας θεωρούνταν παρακαταθήκη και ευθύνετο ως θεματοφύλακας.
Επίσης κατά την ανωτέρω σύμβαση ο κατηγορούμενος ως πράκτορας, υποχρεούτο μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία παραλαβής των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, να επιστρέψει στην εκκαλούσα εταιρεία για ακύρωση τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που δεν παρελήφθησαν από τους ασφαλιζόμενους, ή εκείνα των οποίων δεν είχαν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα. Ο πράκτορας είχε υποχρέωση το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα να αποδίδει στην ασφαλιστική εταιρεία τα ασφάλιστρα που εισέπραξε μέσα στον προηγούμενο μήνα. Σε κάθε περίπτωση δε, ο πράκτορας υποχρεούτο χωρίς καμμία ειδοποίηση από την ασφαλιστική εταιρεία να εξοφλεί το τυχόν υπόλοιπο κάθε μηνιαίου λογαριασμού μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του τρίτου μήνα από την παραλαβή των αποδείξεων που είχαν χρεωθεί σ1 αυτόν, σε περίπτωση δε μη αποδόσεως στην εταιρεία των ασφαλίστρων εντός του ανωτέρω δεκαπενθημέρου, οι απαιτήσεις της εκκαλούσας εταιρείας θεωρούνταν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας.
Έτσι ο κατηγορούμενος ως διαχειριστής της "SINCO ΕΠΕ" εισέπραττε για λογαριασμό της εκκαλούσας εταιρείας τα ασφάλιστρα από ασφαλιστικές συμβάσεις που είχαν συναφθεί με την διαμεσολάβηση της και οι εισπράξεις αυτές χρεώνονταν στον σχετικό λογαριασμό, που τηρούσε η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία σύμφωνα με την παραπάνω σύμβαση πρακτόρευσης.
Όπως όμως διαπιστώθηκε από την εκκαλούσα εταιρεία αν και ο κατηγορούμενος ως διαχειριστής της "SINCO ΕΠΕ" εισέπραξε ασφάλιστρα από ασφαλιστικά συμβόλαια που καταρτίστηκαν από τον Απρίλιο μέχρι και τον Ιούλιο του 1999, το συνολικό χρηματικό ποσό των 55.899.771 δρχ. ή 164.049,21 € (αφού έχει αφαιρεθεί το ποσοστό της προμήθειας), δεν απέδωσε το ποσό αυτό στην εκκαλούσα εταιρεία έως τον Οκτώβριο του 1999, αλλά το ενσωμάτωσε στην περιουσία της εταιρείας "SINCO ΕΠΕ" και το ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Κατόπιν τούτου η εκκαλούσα εταιρεία την 29-6-2000 επέδωσε στον κατηγορούμενο την από 28-6-2000 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση και πρόσκληση, με την οποία τον καλούσε να της αποδώσει το προαναφερθέν ποσό, μέσα σε προθεσμία 5 ημερών από την επίδοση. Μετά την άπρακτη πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας και συγκεκριμένα την 18-7-2000 η εγκαλούσα προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως πρακτόρευσης, ενώ ήδη από 1-1-2000 είχε απαγορευθεί στην εταιρεία "SINCO ΕΠΕ", της οποίας διαχειριστής ήταν ο κατηγορούμενος, η είσπραξη ασφαλίστρων για λογαριασμό της εκκαλούσας εταιρείας.
Ο κατηγορούμενος έχει αποδεχθεί την παραπάνω οφειλή του, όπως προκύπτει από το από 25/2/2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο δήλωσε και αναγνώρισε την παραπάνω οφειλή του και προς εξόφληση αυτής παρέδωσε στην εκκαλούσα εταιρεία, τις αναφερόμενες στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό επιταγές. Επειδή όμως οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν, αντικαταστάθηκαν με 28 συναλλαγματικές. Όπως δε αναφέρει η εκκαλούσα εταιρεία στο από 15/4/2002 υπόμνημα της και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, Ε1 στην από 5/12/2003 κατάθεση του, ο κατηγορούμενος πλήρωσε ένα μέρος ποσού 16.581.056 δρχ. ή 48.660,47 € από τα οφειλόμενα και έτσι το οφειλόμενο ποσό προς την εκκαλούσα εταιρεία διαμορφώθηκε σ' αυτό των 39.318.715 δρχ. ή 115.388,74 €.
Στα πλαίσια της κυρίας ανάκρισης διενεργήθηκε πραγματογνωμοσύνη κατόπιν της αριθ. 6/2006 διάταξης του ανακριτή του 29ου τακτικού τμήματος Αθηνών, από τον πραγματογνώμονα Π1 και σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του παραπάνω πραγματογνώμονα αυτός δεν ηδυνήθη να αποφανθεί αν και ποια χρηματικά ποσά ανά ασφαλιστήριο συμβόλαιο, εισέπραξε ο κατηγορούμενος ως διαχειριστής της "SINCO ΕΠΕ", για ασφάλειες και προμήθειες που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο του 1999 και ποια από τα εισπραχθέντα τυχόν δεν απέδωσε και πόσα αναλυτικά και συνολικά στην εκκαλούσα εταιρεία δεδομένου ότι δεν παραδόθηκαν ή επιδείχθηκαν στον παραπάνω πραγματογνώμονα είτε από την εκκαλούσα εταιρεία είτε από την "SINCO ΕΠΕ" αποδείξεις εισπράξεων, καταστάσεις ή βιβλία εισπράξεων. Ανεξάρτητα όμως από την παραπάνω πραγματογνωμοσύνη, ο κατηγορούμενος έχει αποδεχθεί την, οφειλή του, όπως εξάλλου και στο από 10/10/2006 απολογητικό του υπόμνημα, δέχεται οφειλή αλλά μικρότερου ποσού, της "SINCO ΕΠΕ" της οποίας ήταν εκπρόσωπος προς την εκκαλούσα εταιρεία. Ισχυρίζεται δε ότι η οφειλή αυτή δεν εξοφλήθηκε, λόγω ταμειακής δυσχέρειας της εταιρείας "SINCO ΕΠΕ" και ότι σε κάθε περίπτωση το οφειλόμενο ποσό αποτελεί υπόλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ των παραπάνω εταιρειών. Τούτο όμως δεν ευσταθεί δεδομένου ότι στην παραπάνω σύμβαση πρακτόρευσης μεταξύ των εταιρειών δεν αναφέρεται η συμφωνία τέτοιου λογαριασμού αλλά μόνο ο αναφερόμενος λογαριασμός στην σύμβαση πρακτόρευσης, στον οποίο ήταν υποχρεωμένος ο κατηγορούμενος ως διαχειριστής της "SINCO ΕΠΕ" να καταθέτει τα ασφάλιστρα, που ως εντολοδόχος της εκκαλούσας εταιρείας εισέπραττε.
Επίσης ο κατηγορούμενος με το αριθ. 3796/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών έχει παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για την παραπάνω πράξη της υπεξαίρεσης σε βάρος της εκκαλούσας εταιρείας για μη απόδοση ασφαλίστρων από ασφαλιστικές συμβάσεις που είχαν συναφθεί κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα δηλαδή από τον Αύγουστο 1999.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατ' εξακολούθηση (αρθρ. 26 §1 εδ. α", 27 §1, 98 §1, 375 §2 εδ. α1, 1 ΠΚ, όπως η παρ. 2 του αρθρ. 375 ΠΚ τροποπ. με αρθρ. 1 §9 Ν. 2408/1996 και προστεθ. με αρθρ. 14 Ν. 2721/1999).
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς και αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις πως ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και συνεπώς, ορθά το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών Αθηνών τον παρέπεμψε με το προσβαλλόμενο 2048/2008 βούλευμά του στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη (αρθρ. 93 παρ. 3 Συντ. και αρθρ. 139 ΚΠΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της κακουργηματικής υπεξαίρεσης που προβλέπονται από τα άρθρ. 98, 375 παρ. 1-2α' ΠΚ ως ισχύει, το οποίο (αρ. 375 παρ. 1-2α'ΠΚ) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε δε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και παραθέτει τις σκέψεις και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς και αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου στο ακροατήριο και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το αρθρ. 484 παρ. 1 εδ. β' και δ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Κατ' ακολουθία τούτων, ελλείψει έτερων λόγων αναίρεσης (αρ. 484 παρ. 2 ΚΠΔ) η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
(Α) Ν'απορριφθεί η με αριθμ. 209/22-12-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου .... κατά του με αριθμ. 2048/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο.
Αθήνα 30 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλη"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθ. εκθ. 209/22-12-2008 αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά του με αριθ. 2048/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε δεκτή κατ'ουσίαν η έφεση της πολιτικώς ενάγουσας - εγκαλούσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας " ΦΟΙΝΙΞ Γενικαί Ασφάλειαι της Ελλάδος- ΑΕ", κατά του με αριθ. 350/2005 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και ακυρώθηκε το βούλευμα αυτό και παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητάς του, ως εντολοδόχου διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατ' εξακολούθηση, (άρθρον 375 παρ. 1, 2 ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 εδ. β' του άνω ν. 1721/1999 "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια [25.000.000] δραχμές, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρηματικό ποσό β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, να συντρέχει δε επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Η ταυτότητα του ξένου κινητού πράγματος, το οποίο αποτελεί το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία περί αυτής.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου, δηλαδή με τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Η εξειδίκευση των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος απαιτείται μόνο όταν αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξεως, ή στην περίπτωση κατά την οποία για μία από ή για περισσότερες τις επί μέρους πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου ή απαραδέκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανεγκλήτου κλπ.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο 2048/2008 βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση της Αντεισαγγελέως Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση του συλλεγέντος από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικού υλικού (όπως καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων, εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και απολογίας κατηγορουμένου), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ήταν διαχειριστής της εταιρείας "SΙNCO Εταιρεία Μεσιτών Ασφαλίσεων και Αντασφαλίσεων Περιορισμένης Ευθύνης" με τον διακριτικό τίτλο "SINCO ΕΠΕ". Με την από 26-3-1997 σύμβαση πρακτορεύσεως, που συνήφθη μεταξύ της εταιρείας "SINCO ΕΠΕ" και της εκκαλούσας εταιρείας, ο κατηγορούμενος ανέλαβε, έναντι προμηθείας, την διενέργεια ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό της εκκαλούσας εταιρείας. Ειδικότερα σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση ο κατηγορούμενος ως διαχειριστής της παραπάνω εταιρείας "SINCO ΕΠΕ" διαμεσολαβούσε στην σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της εκκαλούσας εταιρείας και τρίτων και εισέπραττε τα ασφάλιστρα για λογαριασμό της εκκαλούσας εταιρείας. Σύμφωνα με την παραπάνω σύμβαση ο κατηγορούμενος ως διαχειριστής της εταιρείας "SINCO ΕΠΕ" εισέπραττε προμήθεια που υπολογίζονταν ως ποσοστό επί τοις εκατό επί των ασφαλίστρων τα οποία εισέπραττε. Σύμφωνα δε με την παραπάνω σύμβαση τα ασφάλιστρα που εισέπραττε ο κατηγορούμενος ως πράκτορας θεωρούνταν παρακαταθήκη και ευθύνετο ως θεματοφύλακας. Επίσης κατά την ανωτέρω σύμβαση ο κατηγορούμενος ως πράκτορας, υποχρεούτο μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία παραλαβής των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, να επιστρέψει στην εκκαλούσα εταιρεία για ακύρωση τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που δεν παρελήφθησαν από τους ασφαλιζόμενους, ή εκείνα των οποίων δεν είχαν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα. Ο πράκτορας είχε υποχρέωση το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα να αποδίδει στην ασφαλιστική εταιρεία τα ασφάλιστρα που εισέπραξε μέσα στον προηγούμενο μήνα. Σε κάθε περίπτωση δε, ο πράκτορας υποχρεούτο χωρίς καμμία ειδοποίηση από την ασφαλιστική εταιρεία να εξοφλεί το τυχόν υπόλοιπο κάθε μηνιαίου λογαριασμού μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του τρίτου μήνα από την παραλαβή των αποδείξεων που είχαν χρεωθεί σ' αυτόν, σε περίπτωση δε μη αποδόσεως στην εταιρεία των ασφαλίστρων εντός του ανωτέρω δεκαπενθημέρου, οι απαιτήσεις της εκκαλούσας εταιρείας θεωρούνταν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας. Έτσι ο κατηγορούμενος ως διαχειριστής της "SINCO ΕΠΕ" εισέπραττε για λογαριασμό της εκκαλούσας εταιρείας τα ασφάλιστρα από ασφαλιστικές συμβάσεις που είχαν συναφθεί με την διαμεσολάβηση της και οι εισπράξεις αυτές χρεώνονταν στον σχετικό λογαριασμό, που τηρούσε η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία σύμφωνα με την παραπάνω σύμβαση πρακτόρευσης. Όπως όμως διαπιστώθηκε από την εκκαλούσα εταιρεία αν και ο κατηγορούμενος ως διαχειριστής της "SINCO ΕΠΕ" εισέπραξε ασφάλιστρα από ασφαλιστικά συμβόλαια που καταρτίστηκαν από τον Απρίλιο μέχρι και τον Ιούλιο του 1999, το συνολικό χρηματικό ποσό των 55.899.771 δρχ. ή 164.049,21 € (αφού έχει αφαιρεθεί το ποσοστό της προμήθειας), δεν απέδωσε το ποσό αυτό στην εκκαλούσα εταιρεία έως τον Οκτώβριο του 1999, αλλά το ενσωμάτωσε στην περιουσία της εταιρείας "SINCO ΕΠΕ" και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Κατόπιν τούτου η εκκαλούσα εταιρεία την 29-6-2000 επέδωσε στον κατηγορούμενο την από 28-6-2000 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση καΙ πρόσκληση, με την οποία τον καλούσε να της αποδώσει το προαναφερθέν ποσό, μέσα σε προθεσμία 5 ημερών από την επίδοση. Μετά την άπρακτη πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας και συγκεκριμένα την 18-7-2000 η εγκαλούσα προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως πρακτόρευσης, ενώ ήδη από 1-1-2000 είχε απαγορευθεί στην εταιρεία "SINCO ΕΠΕ", της οποίας διαχειριστής ήταν ο κατηγορούμενος, η είσπραξη ασφαλίστρων για λογαριασμό της εκκαλούσας εταιρείας. Ο κατηγορούμενος έχει αποδεχθεί την παραπάνω οφειλή του, όπως προκύπτει από το από 25/2/2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο δήλωσε και αναγνώρισε την παραπάνω οφειλή του και προς εξόφληση αυτής παρέδωσε στην εκκαλούσα εταιρεία, τις αναφερόμενες στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό επιταγές. Επειδή όμως οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν, αντικαταστάθηκαν με 28 συναλλαγματικές. Όπως δε αναφέρει η εκκαλούσα εταιρεία στο από 15/4/2002 υπόμνημα της και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, Ε1 στην από 5/12/2003 κατάθεση του, ο κατηγορούμενος πλήρωσε ένα μέρος ποσού 16.581.056 δρχ. ή 48.660,47 € από τα οφειλόμενα και έτσι το οφειλόμενο ποσό προς την εκκαλούσα εταιρεία διαμορφώθηκε σ' αυτό των 39.318.715 δρχ. ή 115.388,74 €. Στα πλαίσια της κυρίας ανάκρισης διενεργήθηκε πραγματογνωμοσύνη κατόπιν της αριθ. 6/2006 διάταξης του ανακριτή του 29ου τακτικού τμήματος Αθηνών, από τον πραγματογνώμονα Π1 και σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του παραπάνω πραγματογνώμονα αυτός δεν δυνήθηκε να αποφανθεί αν και ποια χρηματικά ποσά ανά ασφαλιστήριο συμβόλαιο, εισέπραξε ο κατηγορούμενος ως διαχειριστής της "SINCO ΕΠΕ", για ασφάλειες και προμήθειες που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο του 1999 και ποια από τα εισπραχθέντα τυχόν δεν απέδωσε και πόσα αναλυτικά και συνολικά στην εκκαλούσα εταιρεία δεδομένου ότι δεν παραδόθηκαν ή επιδείχθηκαν στον παραπάνω πραγματογνώμονα είτε από την εκκαλούσα εταιρεία είτε από την "SINCO ΕΠΕ" αποδείξεις εισπράξεων, καταστάσεις ή βιβλία εισπράξεων. Ανεξάρτητα όμως από την παραπάνω πραγματογνωμοσύνη, ο κατηγορούμενος έχει αποδεχθεί την οφειλή του, όπως εξάλλου και στο από 10/10/2006 απολογητικό του υπόμνημα, δέχεται οφειλή αλλά μικρότερου ποσού, της "SINCO ΕΠΕ" της οποίας ήταν εκπρόσωπος προς την εκκαλούσα εταιρεία. Ισχυρίζεται δε ότι η οφειλή αυτή δεν εξοφλήθηκε, λόγω ταμειακής δυσχέρειας της εταιρείας "SINCO ΕΠΕ" και ότι σε κάθε περίπτωση το οφειλόμενο ποσό αποτελεί υπόλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ των παραπάνω εταιρειών. Τούτο όμως δεν ευσταθεί δεδομένου ότι στην παραπάνω σύμβαση πρακτόρευσης μεταξύ των εταιρειών δεν αναφέρεται η συμφωνία τέτοιου λογαριασμού αλλά μόνο ο αναφερόμενος λογαριασμός στην σύμβαση πρακτόρευσης, στο οποίο ήταν υποχρεωμένος ο κατηγορούμενος ως διαχειριστής της "SINCO ΕΠΕ" να καταθέτει τα ασφάλιστρα, που ως εντολοδόχος της εκκαλούσας εταιρείας εισέπραττε. Επίσης ο κατηγορούμενος με το αριθ. 3796/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών έχει παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για την παραπάνω πράξη της υπεξαίρεσης σε βάρος της εκκαλούσας εταιρείας για μη απόδοση ασφαλίστρων από ασφαλιστικές συμβάσεις που είχαν συναφθεί κατά το υπόλοιπο χρονιά διάστημα δηλαδή από τον Αύγουστο μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1999. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουνεμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατ' εξακολούθηση (αρθρ. 26 §1 εδ. α', 27 §1, 98 §1, 375 §2 εδ. α', 1 ΠΚ, όπως ηπαρ. 2 του αρθρ. 375 ΠΚ τροποπ. με αρθρ. 1 §9 Ν. 2408/1996 και προστεθ. με αρθρ. 14 Ν. 2721/1999). Επομένως έσφαλε το εκκαλούμενο υπ' αριθμ. 1188/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά του Χ1 κατοίκου ..., για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατ' εξακολούθηση (αρθρ. 26 §1 εδ. α', 27 §1, 98 §1, 375 §2 εδ. α', 1 ΠΚ, όπως η παρ. 2 του αρθρ. 375 ΠΚ τροποποιήθηκε με αρθρ. 1 § 9 Ν. 2408/1996 και προστεθ. με αρθρ. 14 Ν. 2721/1999). Πρέπει επομένως να γίνει και κατ' ουσία δεκτή η υπό κρίση έφεση και να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος Χ1 κάτοικος ..., σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 § 1ε, 313 και318 του ΚΠΔ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που είναι αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 § 1, 119 §1 και 122 § 1, 123, 124 § 2 του ΚΠΔ, για να δικασθεί για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατ' εξακολούθηση (αρθρ. 26 § 1 εδ. α', 27 §1, 98 § 1, 375 § 2 εδ. α', 1 ΠΚ, όπως η παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ τροποποιήθηκε με αρθρ. 1 § 9 Ν. 2408/1996 και προστεθ. με αρθρ. 14 Ν. 2721/1999".
Με αυτά που δέχθηκε, ως άνω, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς και αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως κατ'εξακολούθηση, συνολικού ποσού 164.049, 21 ευρώ και ήδη, μετά μερική καταβολή, υπολοίπου ποσού 115.388, 74 ευρώ, ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που εισέπραξεν ως διαχειριστής της εκκαλούσας πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας "SINCO ΕΠΕ", για ασφάλιστρα ασφαλιστικών συμβολαίων πελατών αυτής, του χρονικού διαστήματος Απριλίου- Ιουλίου 1999 και δεν απέδωσε και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, (το Συμβούλιο) διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα προκύψαντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, ήτοι εκείνες των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 98 και 375 παρ. 2, 1 εδ. α του ΠΚ, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και ισχύει ήδη μετά την προσθήκη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 375 με το άρθρο 14 παρ. 3 β του ν. 2721/1999, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Εξάλλου δεν στερείται το βούλευμα νόμιμης βάσεως, αφού με αυτά που δέχθηκε δεν αποβαίνει ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων, αλλά και για τη συνδρομή της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ'ουσίαν, ενώ με επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι μεταξύ της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας και της εταιρείας " SΙΝCΟ ΕΠΕ", που αυτός εκπροσωπούσε, υπήρχε σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, δεδομένου ότι στην επικληθείσα σύμβαση πρακτορεύσεως των άνω δύο εταιρειών, που ήδη καταγγέλθηκε από 20-6-2000, δεν αναφέρεται όρος τηρήσεως τέτοιου λογαριασμού, αλλά μόνο ο λογαριασμός στον οποίο ήταν υπόχρεως ο αναιρεσείων, ως διαχειριστής της εταιρείας και εντολοδόχος της εκκαλούσας πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, "SΙΝCΟ ΕΠΕ", να καταθέτει τα ασφάλιστρα που εισέπραττε, αφαιρουμένης της προμήθειας της εταιρείας του. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 484 παρ. 1 εδαφ. β και δ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος στην αίτηση αναιρέσεως αλλά ούτε και λόγος που ερευνάται αυτεπαγγέλτως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 209 /22-12-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του με αριθ. 2048/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα Παραπεμπτικό για κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο διαχειριστή ξένης περιουσίας. Απόρριψη των δυο λόγων της αναιρέσεως α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ως αβάσιμων κατ' ουσία. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1474/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Τσαντήλα, περί αναιρέσεως της 424/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.6.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1285/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως είναι και η απόφαση περί απορρίψεως αιτήματος αναβολής.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, ζήτησε την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, "προκειμένου να κλητευθεί και να εξετασθεί ως μάρτυρας στο ακροατήριο η παθούσα αλλοδαπή Π1" .
Το Δικαστήριο, μετά την αποδεικτική διαδικασία, και αφού πρότεινε ο εισαγγελέας της έδρας να απορριφθεί το άνω αίτημα του κατηγορουμένου και να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, με ενιαία απόφασή του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των αποδοθέντων σε αυτόν τριών εγκλημάτων, αρπαγής και μαστροπείας κατ' εξακολούθηση και αντιστάσεως κατά της αρχής, με το παρακάτω αιτιολογικό: "Επειδή, από την κατάθεση του μάρτυρα της κατηγορίας, που εξετάστηκε ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και ο οποίος αναφέρεται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά (δεν αναγνώσθηκαν ούτε λήφθηκαν υπόψη οι από 2-12-2000 προανακριτικές απολογίες της συγκατηγορουμένης του στον πρώτο βαθμό και στην υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αθωωτική γι αυτήν και καταδικαστική για τον κατηγορούμενο 1703/2005 απόφαση, Π1, αναγνώσθηκε όμως η από 4-12-2000 ανακριτική απολογία της, όπως αυτός ζήτησε), αναγνώσθηκε επίσης, παρά τις αντιρρήσεις του, η 1295/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Α' Βαθμού Αθηνών, παρότι δεν προκύπτει το αμετάκλητο αυτής (ΑΠ 155/2007), την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι: Ο κατηγορούμενος είναι Αλβανός υπήκοος και διαμένει από πολλών ετών στην Ελλάδα και πρέπει να γνωρίζει επαρκώς την αλβανική γλώσσα, γι αυτό και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η 4588/2007 απόφαση δεν ζήτησε τον διορισμό διερμηνέως, αλλά επικοινωνούσε καλά με το Δικαστήριο και απολογήθηκε, απάντησε δε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, στο παρόν όμως Δικαστήριο δήλωσε ότι αγνοεί την ελληνική γλώσσα και κατόπιν τούτου το Δικαστήριο προέβη στον διορισμό διερμηνέως, ο οποίος διερμήνευσε από την ελληνική στην αλβανική και αντιστρόφως όσα έλαβαν χώρα κατά την αποδεικτική διαδικασία. Μέσω κάποιου κοινού γνωστού, ονόματι "..." α.λ.σ. αυτού και της Πολωνίδας υπηκόου Π1, ηλικίας τότε (Νοέμβριος 2000) 20 ετών γνώρισε την τελευταία. Ο κοινός γνωστός "...." είχε καταβάλει το ποσό των 3.000 δολαρίων ΗΠΑ σε άτομο πολωνικής υπηκοότητας, ονόματι "...." α.λ.σ., ο, οποίος είχε πείσει την ως άνω συμπατριώτισσά του να μεταναστεύσει στην Ελλάδα, τρεις μήνες περίπου, πριν από την κατά τα κατωτέρω σύλληψή της, προκειμένου να εργασθεί ως σερβιτόρα, την πήγε δε στην ... όπου, μετά εργασία λίγων ημερών σε καφετέρια του νησιού, της ζήτησε να εκδίδεται με χρήματα, επειδή όμως αυτή αρνήθηκε, την οδήγησε στην ... και εκεί την γνώρισε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο, ο οποίος εμφανίσθηκε σ αυτήν με το όνομα "...". Αυτός, αφού παρακράτησε το διαβατήριό της, ώστε να μη μπορεί να φύγει, ούτε να επικαλεσθεί τη συνδρομή και προστασία της πολιτείας, την εξανάγκασε να ζει σε διαμέρισμα επί της οδού ... στη ..., όπου διέμενε και ο ίδιος και κάποιος συμπατριώτης του με το όνομα "...." α.λ.σ. Από εκεί την έπαιρνε ο ίδιος ή με πρόσωπα της εμπιστοσύνης του με ΙΧΕ, την μετέφερε σε ξενοδοχεία της περιοχής ..., όπου και την εξανάγκαζε, εξακολουθητικά, κατά το διάστημα από 23-11-2000 μέχρι ότου, κατά τα κατωτέρω, συνελήφθη από αστυνομικούς του τμήματος ηθών, διότι εκδίδονταν σε άνδρες, εισπράττοντας 7.000 δραχμές για κάθε συνάντηση, ποσό το οποίο έδιδε σ' αυτόν ή στον οδηγό του αυτοκινήτου, ο οποίος την περίμενε και την οδηγούσε εκ νέου στο διαμέρισμα. Οι συναντήσεις κανονίζονταν, τηλεφωνικώς, μέσω μικρής αγγελίας που είχε δημοσιευθεί σε εφημερίδα, όπως αυτή φωτοτυπία της οικείας σελίδας της οποίας και αναγνώσθηκε. Ο κατηγορούμενος της είχε δώσει και ένα κινητό τηλέφωνο, με το οποίο απαντούσε στις κλήσεις των υποψηφίων πελατών, που είχαν βρει τον αριθμό από την μικρή αγγελία. Ο κατηγορούμενος στο σπίτι όπου διέμεναν κατείχε ένα μεγάλο μαχαίρι στρατιωτικού τύπου, με το οποίο απειλούσε την ως άνω Πολωνή υπήκοο ότι θα της προξενήσει, κακό, όπως επίσης την προειδοποιούσε ότι, αν τολμήσει και τον καταγγείλει σε κάποιον, θα έκανε κακό τόσο στην ίδια, όσο και στους δικούς της, που βρίσκονταν στην Πολωνία, τους οποίους και θα ανεύρισκε, με την βοήθεια του "....". Υπό το κράτος των απειλών αυτών, η παθούσα αναγκαζόταν, χωρίς βέβαια να έχει υποχρέωση σε τούτο και χωρίς να είναι πόρνη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός, αφού από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε κάτι τέτοιο, να εκδίδεται σε άνδρες και τα χρήματα, που κατά τα άνω εισέπραττε, να τα παραδίδει στον κατηγορούμενο, ο οποίος ενεργούσε κατά τον τρόπο αυτό προκειμένου να κερδίζει τα ανωτέρω ποσά, που του παρέδιδε το θύμα, αλλά και κατ' επάγγελμα, αφού, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και την ανωτέρω υποδομή που είχε δημιουργήσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Η δραστηριότητα του κατηγορουμένου όμως διακόπηκε στις 2-12-2000, πρώτες πρωινές ώρες, όταν ο αστυνομικός Μ2 όπως ο ίδιος καταθέτει και η κατάθεσή του περιέχεται στα πρακτικά της 4588/2007 αποφάσεως που αναγνώσθηκαν, εμφανίσθηκε ως υποψήφιος πελάτης, έκλεισε ραντεβού με την ως άνω Πολωνή υπήκοο σε ξενοδοχείο και εκεί, αφού της έδωσε το ως άνω χρηματικό ποσό και αυτή άρχισε να γδύνεται, της δήλωσε την ιδιότητά του και με την συνδρομή συναδέλφων του την συνέλαβε (βλ. από 2-12-2000 έκθεση συλλήψεώς της) για παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1α σε συνδυασμό με άρθρο 1 του Ν. 2734/1999, πράξη για την οποία παραπέμφθηκε μαζί με τον κατηγορούμενο, αλλά αθωώθηκε με την 1703/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Πριν την οδηγήσουν στο αστυνομικό τμήμα, η εν λόγω συλληφθείσα περιέγραψε στους αστυνομικούς λεπτομερώς όλα τα ανωτέρω και επειδή στην κατοικία, όπου, κατά τα ανωτέρω, την κρατούσε παρανόμως, δεν υπήρχε κανείς και η πόρτα ήταν κλειδωμένη, τους είπε να πάνε στο μέρος όπου αυτός σύχναζε και εκεί τον είδε από μακριά και τον υπέδειξε στους αστυνομικούς, μεταξύ των οποίων και ο μάρτυρας Μ1, όταν δε αυτοί τον πλησίασαν, του δήλωσαν την ιδιότητά τους και επιχείρησαν να τον συλλάβουν, αυτός άρχισε να τους κλωτσά και τους κτυπά με τα χέρια και ιδίως τον μάρτυρα Μ1, προκειμένου να αποφύγει την σύλληψη. Όταν τελικά κατόρθωσαν και τον συνέλαβαν, σε σωματική έρευνα που του διενήργησαν, βρήκαν στην τσέπη του το με αριθμό ... διαβατήριο της Πολωνής υπηκόου, το οποίο αυτός, όπως τους είχε δηλώσει η ίδια, κατακρατούσε, φωτοτυπία του οποίου αναγνώσθηκε. Η αλλοδαπή τους ζήτησε τότε να πάνε στο σπίτι, προκείμενου να πάρει τα πράγματα της, πλην όμως ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι αυτός δεν διέμενε εκεί. Έτσι οι αστυνομικοί αναγκάσθηκαν να παραβιάσουν την θύρα με τη βοήθεια κλειδαρά και σε έρευνα που διενήργησαν βρήκαν το στρατιωτικό μαχαίρι, για το οποίο τους είχε μιλήσει η Πολωνή, κάτω από το κρεβάτι, φωτογραφίες του κατηγορουμένου με γυναίκες και φίλους του, 1.5 γραμ. χασίς (για την πράξη κατοχής του κηρύχθηκε αθώος με την 4588/2007 απόφαση), μία κάμερα Πανασόνικ για την οποία, όταν επιχείρησαν να κατασχέσουν, ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι είναι δική του, συνομολογώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι διέμενε εκεί, χαρτάκια με τον αριθμό τηλεφώνου, στο οποίο καλούσαν αυτοί που ήθελαν να κανονίσουν ραντεβού μαζί της. Όλα τα ανωτέρω ανευρεθέντα και κατασχεθέντα στο σπίτι πράγματα, σε συνδυασμό και με την κάτω από τις ανωτέρω συνθήκες σύλληψη της αλλοδαπής στο ξενοδοχείο μετά από το ραντεβού που είχε κλείσει με τον αστυνομικό δήθεν πελάτη και τέλος το στα θυλάκια του κατηγορουμένου ανευρεθέν και κατασχεθέν διαβατήριο της Πολωνής υπηκόου, η αντίσταση που πρόβαλε κατά την σύλληψή του και η προσπάθειά του να εμφανίσει εαυτόν ως μη διαμένοντα στο εν λόγω διαμέρισμα, επιβεβαιώνουν τα όσα ανέφερε η παθούσα στους αστυνομικούς και στον μάρτυρα Μ1, σε σχέση με τις συνθήκες της παράνομης κατακρατήσεώς της στο εν λόγω διαμέρισμα, του εξαναγκασμού της να εκδίδεται σε άνδρες και της προαγωγής στην πορνεία από τον κατηγορούμενο, τα οποία τόσον αυτός, όσον και ο μάρτυρας Μ2 στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως λέχθηκε, καταθέτουν και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση το τμήμα αυτό των καταθέσεών τους να μη ληφθεί υπόψη, κατ εφαρμογή του άρθρου 211 Α ΠΚ, όπως αβάσιμα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται, αφού η τέλεση των πράξεων προκύπτει όχι μόνον από τα όσα είπε στους αστυνομικούς η παθούσα - συγκατηγορουμένη στη μία των δύο δικών, αλλά και από τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύουν δε πλήρως την τέλεση απ αυτόν των πράξεων που, κατά τα ανωτέρω, του αποδίδονται και δεν κρίνεται αναγκαία για την κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως η κλήτευση της ανωτέρω αθωωθείσης Πολωνής υπηκόου ως μάρτυρος, κάτι άλλωστε το οποίο είναι και ανέφικτο, διότι έχει απελαθεί από τη Χώρα, σε κάθε δε περίπτωση η διεύθυνση της κατοικίας της είναι άγνωστη, το δε σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί. Βέβαια, η ως άνω αλλοδαπή, κατά την απολογία της στις 4-12-2000 στον Ανακριτή, υπό το κράτος του φόβου που της προκάλεσε ο συγκρατούμενός της και των πιέσεων που δέχθηκε μετά την σύλληψή του, ανακάλεσε τα όσα είχε πει στους αστυνομικούς και δήλωσε ότι με την θέλησή της εκδίδονταν σε άνδρες και το ποσό που εισέπραττε το κρατούσε αυτή και δεν την κατακρατούσε παρανόμως ο κατηγορούμενος στο ανωτέρω διαμέρισμα, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι η μεταγενέστερη αυτή απολογία της δεν αποδίδει την πραγματικότητα, αλλά είναι προϊόν των ανωτέρω πιέσεων, απειλών και εκφοβισμών εκ μέρους του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν μπόρεσε να δώσει πειστική απάντηση στο εύλογο ερώτημα, για ποιο λόγο κατακρατούσε και μάλιστα έφερε επάνω του το διαβατήριο της παθούσης. Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο κατηγορούμενος με την 1295/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Α' Βαθμού Αθηνών κηρύχθηκε ένοχος της τέλεσης, από κοινού με συμπατριώτες του των εγκλημάτων της συμμορίας, κατά συρροή ληστειών, παράνομης οπλοφορίας και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης 11 ετών και 6 μηνών, το γεγονός δε τούτο καταδεικνύει την έκταση της πολυσχιδούς εγκληματικής δραστηριότητάς του. Κατ' ακολουθία τούτων, που προκύπτουν από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, πλήρως στοιχειοθετούνται οι πράξεις της αρπαγής, της μαστρωπείας και της αντίστασης που αποδίδονται στον κατηγορούμενο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, χωρίς να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α και 2ε ΠΚ, όπως ζητάει, διότι, ανεξάρτητα από την αοριστία του αιτήματός του, δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις που τάσσουν προς τούτο οι εν λόγω διατάξεις (βλ. για το δεύτερο των ελαφρυντικών αυτών ΑΠ 405/2007), κατά το διατακτικό".
Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94, 98, 167, 349 παρ.1, 3 και 322 περ. β του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται, επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται η εκ μέρους του κατηγορουμένου αρπαγή - με απειλή βίας και παράνομη κατακράτηση και προαγωγή σε πορνεία σε διάφορα ξενοδοχεία της Αθήνας της αλλοδαπής Πολωνίδας Π1, από 23-11-2000 μέχρι 2-12-2000 που συνελήφθησαν, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος προς βιοπορισμό του, κατ' εξακολούθηση, ως και αντιστάσεως κατά της Αστυνομικής Αρχής και δη του αστυνομικού για να αποφύγει την επιχειρούμενη σύλληψή του, ότι η Πολωνίδα αυτή γυναίκα, την οποία μετέφερε με ΙΧΕ αυτοκίνητο ο ίδιος και κάποιος φίλος του σε συναντήσεις που καθόριζε βάσει αγγελιών σε εφημερίδα, τηλεφωνικά, με άνδρες πελάτες, για σαρκική συνάφεια έναντι αμοιβή 7.000 δραχμών για κάθε συνάντηση, δεν ήταν προηγουμένως πόρνη, βρισκόταν υπό τον έλεγχο, την απειλή και την καθοδήγηση του κατηγορουμένου, ο οποίος ελάμβανε ολόκληρη την αμοιβή και ότι η ως άνω γυναίκα πρώτη φορά μετερχόταν την πορνεία, αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο την προήγαγε σε πορνεία, η υποδομή που είχε δημιουργήσει ο ίδιος και η άσκηση της εκπορνεύσεως κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία, σε διάφορα ξενοδοχεία της Αθήνας με επανειλημμένη τέλεση της εν λόγω πράξεως. Επίσης, στο αιτιολογικό αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δεν έκρινε το Δικαστήριο δυνατή και αναγκαία για την κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως, την κλήτευση της ανωτέρω αλλοδαπής, ως μάρτυρος και με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον υποβληθέντα σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, ήτοι για το λόγο ότι αυτή, αφού κατηγορήθηκε για παράνομη (χωρίς άδεια) έκδοσή της, με αμοιβή σε μεγάλο αριθμό ανδρών και αθωώθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απελάθηκε από τη χώρα και ήταν ανέφικτη η κλήτευσή της, η δε διεύθυνση της κατοικίας της ήταν άγνωστη.
Συνεπώς οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του ΠΚ, με εκ πλαγίου παράβαση και για έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου, το Δικαστήριο, με το να απορρίψει αιτιολογημένα, ως άνω, το υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης, δεν παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου και δεν υπερέβη την εξουσία του, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-6-2008 Αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 424/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρπαγή και μαστροπεία κατ' εξακολούθηση. Αντίσταση. Απορριπτέος ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, ως προς την ενοχή και ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου, που απέρριψε το υπό του κατηγορουμένου υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, για να κλητευθεί η αλλοδαπή παθούσα. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αρπαγή, Μαστροπεία.
| 1
|
Αριθμός 1473/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 748/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.5.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1099/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 417/29.8.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 30-5-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 748/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 2849/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), διά να δικασθή διά πλαστογραφία μετά χρήσεως με σκοπό περιουσιακού οφέλους διά βλάβης τρίτου, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ'εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Προβάλλει δε, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την απόλυτη ακυρότητα.
Επειδή, από το άρθρ. 216 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι διά την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ως καταρτισθέν από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος περιλαμβάνων την γνώση και την θέληση πραγματώσεως των απαρτιζόντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος περιστατικών και σκοπός του δράστου να παραπλανήση με την χρήση του εγγράφου αυτού άλλον περί γεγονότος δυναμένου να έχη έννομες συνέπειες, όπως είναι το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο διά την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, ασχέτως αν επετεύχθη ή όχι η παραπλανήση (ΑΠ 858/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/322). Στην εμφάνιση του εγγράφου, ως προερχομένου από άλλο πρόσωπο, θεωρείται ότι υπάγεται και η περίπτωση κατά την οποία το καταρτιζόμενο έγγραφο υπογράφεται από κάποιον με το αληθινό του όνομα, κατά τέτοιο όμως τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι άλλο είναι το πρόσωπο που το έχει εκδώσει ή ότι έχει ιδιότητα που δεν προσήκει σ'αυτόν στην πραγματικότητα (ΑΠ 1821/1994, εις ΠΧ/ΜΕ'/179). Κατά δε την παράγρ. 3 του ανωτέρω άρθρ. 216 ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε μετά την συμπλήρωσή της με το άρθρ. 1 παρ. 7 περ. α' του Ν. 2408/1996, αν ο υπαίτιος σκόπευε να προσπορίση στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακόν όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψη άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών "εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών". Ενώ, με το άρθρ. 14 παρ. 2 περ. α' του Ν. 2721/1999, η ως άνω, με την παράγρ. 7α' του άρθρ. 1 του Ν. 2408/1996 προστεθείσα στην παράγρ. 3 του άρθρ. 216 ΠΚ τελευταία φράση, αντικατεστάθη με την φράση "Εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών". Και με το ίδιο άρθρο 14, παράγρ. 2 περ. β, του ανωτέρω Ν. 2721/1999 προσετέθη στην παράγρ. 3 του άρθρ. 216 ΠΚ εδάφιο, κατά το οποίο, "Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών". Περαιτέρω, κατά μεν την διάταξη του άρθρ. 98 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την προσθήκη σ'αυτό δεύτερης παραγράφου με το άρθρ. 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, "αν περισσότερες πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόση την διάταξη του άρθρ. 94 παρ. 1 να επιβάλη μία και μόνο ποινή? για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπ'όψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων", υπό δε της παραγρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999 προσετέθη δεύτερη παράγραφος στο άρθρ. 98 ΠΚ, κατά την οποία, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπ'όψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα ακόλουθα: α) ότι για τον χαρακτηρισμό κατ'εξακολούθηση εγκλήματος που τελέσθηκε μετά την ισχύ του Ν. 2408/1996 (4-6-1996) και πριν την ισχύ του Ν. 2721/1999 (3-6-1999), ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, λαμβάνεται υπ'όψη κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, αναλόγως του ποσού του οφέλους ή της βλάβης και όχι το άθροισμα του συνόλου των μερικοτέρων πράξεων, β) ότι κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ'εξακολούθηση έγκλημα διατηρεί την αυτοτέλειά της ως προς την παραγραφή και τον χαρακτήρα της ως πλημμελήματος ή ως κακουργήματος, αναλόγως του ποσού του οφέλους ή της βλάβης, γ) ότι οι νεότερες διατάξεις του Ν. 2721/1999 δεν μπορούν να εφαρμοσθούν και στα εγκλήματα πλαστογραφίας της παραγρ. 3 του άρθρ. 216 ΠΚ, που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του νόμου αυτού, διότι είναι δυσμενέστερες από τις προηγούμενες και δ) ότι για τον χαρακτηρισμό της κατ'εξακολούθηση πλαστογραφίας της παραγρ. 3 του άρθρ. 216 ΠΚ, που τελέσθηκε πριν από τον Ν. 2721/1999, ως κακουργήματος, απαιτείται το επιδιωχθέν όφελος ή η επελθούσα ζημία από κάθε μερικότερη πράξη να υπερβαίνη το ποσό των 25.000.000 δραχμών (βλ. Ολ ΑΠ 5/2002, ΑΠ 115/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/32). Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφ'όσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος (ΑΠ 66/2007). Τέλος, εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 περ. δ' και 309 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει, ότι όταν το Συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του συμβουλίου ή αρνηθή αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή, γεννάται απόλυτη ακυρότητα και δημιουργείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. (ΑΠ 1399/2003, ΑΠ 576/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, προέκυψαν τα εξής περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ1, στην ..., και από αρχές Ιουλίου 98, έως 16 Ιουλίου 1999, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ιδίου εγκλήματος, κατήρτισε πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, και κατόπιν έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, σκόπευε δε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, και το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν ποσό 15.000 €. Τέτοιες δε πράξεις τελεί κατ'επάγγελμα και συνήθεια.
'Ετσι ειδικότερα αφού έλαβε στην κατοχή του χωρίς δικαίωμα τα στελέχη των με αριθμούς ..., ..., ... και ... επιταγών της ΕΤΕ, και των με αριθμούς ... και ... επιταγών της ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ, που σύρονταν από τους με αριθμούς .., ... αντίστοιχους τραπεζικούς λογαριασμούς της εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "...", συμπλήρωσε εν αγνοία της τελευταίας αυθαίρετα, τα ακόλουθα στοιχεία σε καθεμία από τις άνω επιταγές, α) στην με αριθμό ...της ΕΤΕ, τόπος έκδοσης Αθήνα, χρόνος έκδοσης..., ποσό 5.000.000 δρχ. σε διαταγή εμού του ιδίου, β) στην αρ. ... της ΕΤΕ, τόπος έκδοσης Αθήνα, χρόνος έκδοσης ..., ποσό 4.000.000 δρχ. σε διαταγή εμού του ιδίου, γ) στην αρ. ... της ΑΛΦΑ-ΜΠΑΝΚ χρόνος έκδοσης ..., ποσόν 1.250.000 δρχ. σε διαταγή εμού του ιδίου, δ) στη αρ. ... της ΕΤΕ, τόπος έκδοσης Αθήνα, χρόνος έκδοσης ..., ποσό 4.500.000 δρχ., σε διαταγή εμού του ιδίου, ε) στην αρ. ... της ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ, τόπος έκδοσης Αθήνα, χρόνος έκδοσης ..., ποσό 2.000.000 δρχ., σε διαταγή εμού του ιδίου, στ) στην αριθμό ... της ΕΤΕ, τόπος έκδοσης Αθήνα, χρόνος έκδοσης ..., ποσό 4.500.000 δρχ., σε διαταγή εμού του ιδίου, και κατόπιν έθεσε σε όλες τις επιταγές αυτές στη θέση του εκδότη τους της σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας και υπογραφή υπό το δικό του όνομα ως εκπρόσωπος της τελευταίας, αν και δεν είχε το δικαίωμα να εκπροσωπήσει την εγκαλούσα κατά τούτο, αφού η σχετική εξουσία που του είχε παρασχεθεί, αφορούσε σε επιταγές που το κεφάλαιό τους δεν θα υπερέβαινε ποσόν των 200.000 δρχ. η 586,94 €, και οπωσδήποτε με τη σύμπραξη μιάς ακόμα τουλάχιστον πρώτης ειδικής υπογραφής. Τα άνω έκανε με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους και δη, την Π1 και την Π2, για το ότι οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν πράγματι από την εγκαλούσα εταιρία, για το ότι δηλαδή αυτές ήσαν γνήσιες. Κατόπιν έκανε χρήση των πλαστών αυτών αξιογράφων, μεταβιβάζοντας αυτά με οπισθογράφηση και δη, τις υπό στοιχεία α και β επιταγές στην Π1, εκ των οποίων την πρώτη η τελευταία την εμφάνισε την ... για πληρωμή σε ΕΤΕ, τις δε λοιπές επιταγές στην Π2. Με την πράξη του αυτή, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την μηνύτρια εταιρία, το δε συνολικό όφελος που επιδίωκε να αποκομίσει από την πράξη του αυτή, και τη αντίστοιχη συνολική ζημία της μηνύτριας υπερβαίνει ποσό 15.000 €, διότι ανέρχεται στο ύψος των 62.362,44 €, που αντιστοιχεί στο συνολικό κεφάλαιο των άνω επιταγών, και στο ποσό που αντίστοιχα αυτός εισέπραξε. Τέτοιες πράξεις διαπράττει κατ'επάγγελμα και συνήθεια, διότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας, και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός προς τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος για πορισμό εισοδήματος, και σταθερή ροπή προς τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος πλαστογραφίας, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Περαιτέρω προέκυψε και αποδείχθηκε πλήρως, ότι ο κατηγορούμενος Χ1 ετέλεσε με δόλο την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση που το αποδίδεται ως τελεσθείσα.
Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και επεκύρωσε αυτό.
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογία ελλειπή και ασαφή. Ειδικότερα, χωρίς να εκθέτη δικές του σκέψεις, αναφέρεται πλήρως στην εισαγγελική πρόταση, η οποία, όμως, περιορίζει την αιτιολογία εις σχεδόν απλή αντιγραφή του διατακτικού του πρωτοδίκου βουλεύματος και δεν εκθέτει τις σκέψεις και τους συλλογισμούς που στηρίζουν την παραπεμπτική κρίση του Εισαγγελέως, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι η ως άνω πλαστογραφία ετελέσθη κατ'εξακολούθηση, κατά το χρονικό διάστημα από αρχές Ιουλίου 1998 μέχρι 16 Ιουλίου 1999, και ότι ουδεμιάς των ανωτέρω πλαστών επιταγών το ποσό υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές, (αλλ'ούτε και τα 5.000.000 δραχμές), δεν διευκρινίζει ποιές από αυτές κατηρτίσθησαν υπό την ισχύ του ως άνω Ν. 2721/1999, ώστε να είναι δυνατόν να κριθή, συμφώνως προς τα προεκτιθέμενα, αν πρόκειται περί κακουργήματος ή πλημμελήματος και, συνεπώς, αν συντρέχη περίπτωση παραγραφής, λαμβανομένου υπ'όψη και ότι επίσης δεν διευκρινίζει, αν ο επί εκάστης των ανωτέρω πλαστών επιταγών σημειούμενος χρόνος εκδόσεως ταυτίζεται ή όχι με τον χρόνο τελέσεως εκάστης επί μέρους πλαστογραφίας. Αλλά, με τις ως άνω ελλείψεις και ασάφειες, το εν λόγω Συμβούλιο Εφετών εστέρησε το προσβαλλόμενο βούλευμά του της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και, επομένως, είναι βάσιμος ο ανωτέρω, εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως. Όμως, ο περί απολύτου ακυρότητος προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος, στηριζόμενος στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί αναιτιολογήτου απορρίψεως αιτήματος αυτού, διά του δικογράφου της εφέσεώς του, να εμφανισθή αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, εν αντιθέσει προς τον ως άνω ισχυρισμό, τέτοιο αίτημα δεν περιέχεται στην έφεση του αναιρεσείοντος. Επίσης, αβάσιμες είναι και οι λοιπές προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις, ενώ, καθ'ο μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του συμβουλίου, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες.
Κατ'ακολουθία, πρέπει να αναιρεθή το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθή η υπόθεση, προς νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, συμφώνως προς τα άρθρ. 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 748/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Να παραπεμφθή η υπόθεση, προς νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Αθήναι 8 Ιουλίου 2008
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου υπ' αυτού θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή ίσχυε μετά την συμπλήρωσή της με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α' του Ν. 2408/1996, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, "εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δρχ.". Εξάλλου, με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. α' του Ν. 2721/1999, η ως άνω, με την παρ. 7α του άρθρου 1 του Ν. 2408/1996 προστεθείσα στην παρ. 3 του άρθρου 216 του ΠΚ τελευταία φράση, αντικαταστάθηκε με τη φράση "εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δρχ." και με το ίδιο άρθρο 14 παρ. 2 περ. β' του ως άνω Ν. 2721/1999 προστέθηκε στην παρ. 3 του άρθρου 216 του ΠΚ εδάφιο, κατά το οποίο "με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δρχ.". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την προσθήκη σ' αυτό δεύτερης παραγράφου με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, "αν περισσότερες πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλει μία και μόνον ποινή. Για την επιμέτρησή της, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων". Τέλος, με την παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, προστέθηκε δεύτερη παράγραφος στο άρθρο 98 του ΠΚ, που έχει ως εξής: Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα ακόλουθα: α) ότι για τον χαρακτηρισμό κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, που τελέσθηκε μετά την ισχύ του Ν. 2408/19996 (4.6.1996) και πριν την ισχύ του Ν. 2721/1999 (3.6.1999) ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, λαμβάνεται υπόψη κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, αναλόγως του ποσού του οφέλους ή της βλάβης και όχι το άθροισμα του συνόλου των μερικοτέρων πράξεων, β) ότι κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, διατηρεί την αυτοτέλειά της ως προς την παραγραφή και τον χαρακτηρισμό της ως πλημμελήματος ή κακουργήματος, αναλόγως του ποσού οφέλους ή βλάβης, γ) ότι οι νεότερες διατάξεις του Ν. 2721/1999 δεν μπορούν να εφαρμοσθούν και στα εγκλήματα πλαστογραφίας της παρ. 3 του άρθρου 216 του ΠΚ, που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του νόμου αυτού, διότι είναι δυσμενέστερες από τις προηγούμενες και δ) ότι για τον χαρακτηρισμό της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση της παρ. 3 του άρθρου 216 του ΠΚ, που τελέσθηκε πριν από τον Ν. 2721/1999 ως κακουργήματος, απαιτείται το επιδιωχθέν όφελος ή η επελθούσα ζημία από κάθε μερικότερη πράξη να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (Ολ. ΑΠ 5/2002).
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμα και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφόσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος. Τέλος, κατά τα άρθρα 111 παρ. 1 και 3 και 112 του ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα, κατά την οποία τελέσθηκε το έγκλημα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 στοιχ. β και 485 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Συμβούλιο σε κάθε στάδιο της ποινικής προδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο ως συμβούλιο, ο οποίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, οφείλει να αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, αρκεί η αναίρεση να είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του Ν. 3160/30.6.2003, δεν παραπέμπει, προς ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων, στο άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι, από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 στην ... και από αρχές Ιουλίου 1998, έως 16 Ιουλίου 1999, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ιδίου εγκλήματος, κατήρτισε πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, και κατόπιν έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, σκόπευε δε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, και το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν ποσό 15.000 ευρώ. Τέτοιες δε πράξεις τελεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έτσι ειδικότερα, αφού έλαβε στην κατοχή του χωρίς δικαίωμα τα στελέχη των με αριθμούς ..., ..., ... και ... επιταγών της ΕΤΕ, και των με αριθμούς ...και ... επιταγών της ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ, που σύρονταν από τους με αριθμούς ..., .... αντίστοιχους τραπεζικούς λογαριασμούς της εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "...", συμπλήρωσε, εν αγνοία της τελευταίας αυθαίρετα, τα ακόλουθα στοιχεία σε καθεμία από τις άνω επιταγές, α) στην με αριθμό ...της ΕΤΕ, τόπος έκδοσης Αθήνα, χρόνος έκδοσης ... ποσό 5.000.000 δρχ. σε διαταγή εμού του ιδίου, β) στην αρ. ...της ΕΤΕ, τόπος έκδοσης Αθήνα, χρόνος έκδοσης ..., ποσό 4.000.000 δρχ. σε διαταγή εμού του ιδίου, γ) στην αρ. ... της ΑΛΦΑ-ΜΠΑΝΚ χρόνος έκδοσης ..., ποσόν 1.250.000 δρχ. σε διαταγή εμού του ιδίου, δ) στη αρ. ... της ΕΤΕ, τόπος έκδοσης Αθήνα, χρόνος έκδοσης ..., ποσό 4.500.000 δρχ., σε διαταγή εμού του ιδίου, ε) στην αρ. ... της ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ, τόπος έκδοσης Αθήνα, χρόνος έκδοσης ..., ποσό 2.000.000 δρχ., σε διαταγή εμού του ιδίου, στ) στην αριθμό ....της ΕΤΕ, τόπος έκδοσης Αθήνα, χρόνος έκδοσης ... ποσό 4.500.000 δρχ., σε διαταγή εμού του ιδίου, και κατόπιν έθεσε σε όλες τις επιταγές αυτές στη θέση του εκδότη τους τη σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας και υπογραφή υπό το δικό του όνομα ως εκπρόσωπος της τελευταίας, αν και δεν είχε το δικαίωμα να εκπροσωπήσει την εγκαλούσα κατά τούτο, αφού η σχετική εξουσία, που του είχε παρασχεθεί, αφορούσε σε επιταγές που το κεφάλαιό τους δεν θα υπερέβαινε ποσόν των 200.000 δρχ. η 586,94 €, και οπωσδήποτε με τη σύμπραξη μιας ακόμα τουλάχιστον πρώτης ειδικής υπογραφής. Τα άνω έκανε με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους και δη, την Π1 και την Π2, για το ότι οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν πράγματι από την εγκαλούσα εταιρία, για το ότι δηλαδή αυτές ήσαν γνήσιες. Κατόπιν, έκανε χρήση των πλαστών αυτών αξιόγραφων, μεταβιβάζοντας αυτά με οπισθογράφηση και δη, τις υπό στοιχεία α και β επιταγές στην Π1, εκ των οποίων την πρώτη η τελευταία την εμφάνισε την ... για πληρωμή σε ΕΤΕ, τις δε λοιπές επιταγές στην Π2. Με την πράξη του αυτή, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την μηνύτρια εταιρία, το δε συνολικό όφελος που επιδίωκε να αποκομίσει από την πράξη του αυτή και την αντίστοιχη συνολική ζημία της μηνύτριας υπερβαίνει ποσό 15.000 €, διότι ανέρχεται στο ύψος των 62.362,44 €, που αντιστοιχεί στο συνολικό κεφάλαιο των άνω επιταγών, και στο ποσό που αντίστοιχα αυτός εισέπραξε. Τέτοιες πράξεις διαπράττει κατ' επάγγελμα και συνήθεια, διότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός προς τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος για πορισμό εισοδήματος, και σταθερή ροπή προς τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος πλαστογραφίας, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Περαιτέρω προέκυψε και αποδείχθηκε πλήρως, ότι ο κατηγορούμενος Χ1 ετέλεσε με δόλο την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, που του αποδίδεται ως τελεσθείσα. Ακολούθως, το ως άνω Συμβούλιο Εφετών απέρριψε στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ο τελευταίος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικασθεί για πλαστογραφία μετά χρήσεως με σκοπό περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (άρθρα 1, 13 εδ. γ, στ, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1, 3β του ΠΚ, όπως ισχύει σήμερα).
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού η διαλαμβανόμενη είναι ελλιπής και αντιφατική, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αναφορικά με τη σωστή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που προέκυψαν, στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Ειδικότερα, ενώ γίνεται δεκτόν ότι η αναφερόμενη πλαστογραφία τελέσθηκε εξακολουθητικά κατά το χρονικό διάστημα από αρχές Ιουλίου 1998 μέχρι 16 Ιουλίου 1999 και ότι ουδεμιάς των ανωτέρω πλαστών επιταγών το ποσό υπερβαίνει τα 25.000.000 δρχ., ούτε ακόμη και το ποσό των 5.000.000 δρχ., στη συνέχεια δεν διευκρινίζεται, ποιές από αυτές τις επιταγές καταρτίστηκαν υπό την ισχύ του Ν. 2408/1996 και ποιές από αυτές υπό την ισχύ του Ν. 2721/1999, ούτως ώστε να κριθεί, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προπαρατέθηκε, αν πρόκειται για αξιόποινη πράξη που έχει τον χαρακτήρα του κακουργήματος ή για πράξη που έχει τον χαρακτήρα πλημμελήματος. Η ασάφεια αυτή επιτείνεται από το γεγονός ότι δεν διευκρινίζεται, εάν ο επί μιάς εκάστης των επιταγών σημειούμενος χρόνος εκδόσεως ταυτίζεται ή όχι με τον χρόνο τελέσεως κάθε μερικότερης πράξης πλαστογραφίας. Η ύπαρξη αυτών των στοιχείων είναι απαραίτητη, διότι, σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου μερικών επί μέρους πράξεων, ο Άρειος Πάγος, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 1 και 3 και 112 του ΠΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των διατάξεων των άρθρων 310 παρ. 1 στοιχ. β και 485 του ΚΠΔ, θα πρέπει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη συμπλήρωση της παραγραφής, όπως προεξετέθη, και τούτο είναι ανέφικτο, εξαιτίας της έλλειψης των ως άνω απαραιτήτων στοιχείων. Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι, στην περίπτωση, με την παράθεση των ως άνω προϋποθέσεων, που διαπιστωθεί ότι η πράξη έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα και παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, τότε αναβιώνει, ως αυτοτελής αξιόποινη πράξη, η χρήση των πλαστών, ως άνω, επιταγών, που έκανε ο ίδιος κατηγορούμενος - αναιρεσείων, ο φερόμενος και ως πλαστογράφος αυτών (Ολ. ΑΠ 1284/1992). Όμως, και ως προς την πράξη αυτή, δεν διευκρινίζεται πότε ο ως άνω φυσικός αυτουργός της πλαστογραφίας έκανε χρήση αυτών, δηλαδή υπό την ισχύ του Ν. 2408/96 ή υπό την ισχύ του Ν. 2721/1999, προκειμένου και στην πράξη αυτή να αποδοθεί ο ανάλογος ποινικός χαρακτηρισμός. Τέλος, δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο αναιρεσείων διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και συνήθεια, απλώς παρατίθενται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 13 παρ. στ' του ΠΚ, χωρίς να εξειδικεύονται αυτές με την παρουσία πραγματικών περιστατικών. Η εξειδίκευση αυτή της αιτιολογίας είναι επιβεβλημένη, διότι η κατ' επάγγελμα και συνήθεια τέλεση της πλαστογραφίας τέθηκε για πρώτη φορά με διάταξη του Ν. 2721/1999, όπως προεξετέθη στη νομική σκέψη της παρούσας. Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή, ως βασίμου, του σχετικού, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, λόγου αναίρεσης, και παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου αυτής, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο για νέα κρίση, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθ. 748/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και συνήθεια. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βού-λευμα διότι δεν διευκρινίζεται ποιες μερικότερες πράξεις έλαβαν χώρα κατά την ισχύ του Ν. 2408/96 και ποιες υπό την ισχύ του Ν. 2721/99, προκειμένου η πράξη της πλαστογραφίας να χαρακτηρισθεί ως κακούργημα ή ως πλημμέλημα. Εάν παραγραφεί η πράξη της πλαστογραφίας, τότε αναβιώνει η συντιμωρητέα πράξη του αυτουργού, της χρήσεως δηλαδή των πλαστών εγγράφων. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1471/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ... και προσωρινά κρατουμένης στη Δικαστική Φυλακή ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 295/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 664/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 186/19.52009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ, την 1/16-4-09 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ, κρατούμενης στη Δ. Φ. ..., κατά του 295/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο την παραπέμπει ενώπιον του ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης για ανθρωποκτονία με πρόθεση και περιύβριση νεκρού [άρθρα 60, 94 παρ.1, 201 και 299 παρ.1 ΠΚ,], και εκθέτω τα ακόλουθα.
1- Η αίτηση αναιρέσεως ασκείται 1) δικαιωματικά από την κατηγορουμένη, καθόσον ο νόμος [άρθρο 482 παρ.2 ΚΠΔ] επιτρέπει στον κατηγορούμενο να ασκεί αναίρεση κατά του βουλεύματος που τον παραπέμπει για κακούργημα και για τα συναφή με αυτό εγκλήματα, 2) εμπρόθεσμα, καθόσον ασκείται μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση του βουλεύματος, η οποία έγινε σ' αυτή στις 31-3-09 με παράδοση στα χέρια της [βλ. την από 31-3-09 έκθεση επιδόσεως της δικ. επιμελήτριας ...], και 3) νομότυπα, αφού έγινε με δήλωση της ειδικά εξουσιοδοτημένης δικηγόρου της Χρήστου Λαμπράκη στη γραμματέα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που το εξέδωσε, με τη σύνταξη υπ' αυτής της οικείας εκθέσεως, που συνέταξε σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 151 και 474 ΚΠΔ, και με τη συμπερίληψη σ' αυτή τού λόγου για τον οποίο την ασκεί, συνιστάμενο στην έλλειψη της αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ' ΚΠΔ. Είναι επομένως τυπικά δεκτή.
2-Αναιρετικός έλεγχοςΑ-Νομικές διατάξεις
α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. [Α.Π. 19/01 ΟΛΟΜ-Π.ΔΙΚ. 01/1225, Π.ΧΡ. 02/402, Π.ΛΟΓ. 01/1693].
Κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ, η απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά όμως τα αποδεικτικά μέσα της πραγματογνωμοσύνης, η oποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του Κ.Π.Δ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, και η αυτοψία, η οποία συντάσσεται από τους ανακριτικούς υπαλλήλους, κατά το άρθρο 180 ΚΠΔ, αποτελούν ιδιαίτερα και αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, διακρινόμενα των εγγράφων, και πρέπει το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο να τα αναφέρει ειδικά ότι τα έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης ή να προκύπτει από το περιεχόμενο των περιστατικών που εκθέτει ότι τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα κατά τρόπο αναμφισβήτητο. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, οπότε ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. [Α.Π. 804/08 Π.ΛΟΓ. 08/519, Α.Π. 956/03 Π.ΛΟΓ. 03/1034]]
β- Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 299 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. [Α.Π. 1630/02, Π.Δικ. 02/1256 Π.Λογ. 02/1825]. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1 Π.Κ. που ορίζει ότι "με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του ανωτέρω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά την έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλ. για την επιβολή της πρόσκαιρης, αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλ' απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάνει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλ. τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν απ' αυτήν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. [Α.Π. 1630/02, Π.Δικ. 02/1256 Π.Λογ. 02/1825]. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1 Π.Κ. που ορίζει ότι "με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και σε ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται". Κατά τον προσδιορισμό της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου ο ποινικός κώδικας ακολούθησε τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία για την ύπαρξη της συγκεκριμένης μορφής υπαιτιότητας πρέπει να διακριβωθεί πρώτον μεν ότι ο δράστης προέβλεψε το αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και δεύτερον ότι το αποδέχθηκε. Η αποδοχή εκφράζει το βουλητικό στοιχείο του δόλου και υποδηλώνει τη συγκατάθεση του δράστη στην επέλευση του αποτελέσματος, χωρίς να ασκεί επιρροή το αν το αποτέλεσμα που προέβλεψε ως πιθανό του ήταν επιθυμητό ή όχι. Σε όσες όμως περιπτώσεις ο δράστης προέβη στην πράξη του, αν και δεν επιθυμούσε πράγματι το αποτέλεσμα, το βουλητικό στοιχείο αναζητείται στην εκ μέρους του στάθμιση των αιτίων που τον ώθησαν και του σκοπού που επιδίωξε, προκειμένου να κριθεί αν αυτά συνιστούν λόγο ικανό να δικαιολογήσει την αποδοχή του. Έτσι, η αποδοχή αυτή, στην οποία αποτυπώνεται ο ψυχικός σύνδεσμος του δράστη με το παράνομο αποτέλεσμα, πρέπει πάντοτε να αποδεικνύεται και δεν τεκμαίρεται από το βαθμό πιθανότητας με την οποία τούτο προβλέφθηκε. Ο βαθμός αυτός, όταν μάλιστα αξιολογείται ως ιδιαίτερα υψηλός, παρέχει ισχυρή ένδειξη για την ψυχική στάση του δράστη και συνεκτιμάται με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο τελευταίος αποδέχθηκε το αποτέλεσμα, ουδέποτε όμως υποκαθιστά το βουλητικό στοιχείο του δόλου. [Α.Π. Ολομ. 8/95].
Β)- Περιστατικά και κρίσεις του βουλεύματος
Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό και διατακτικό του, από την καθολική αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στις σκέψεις της οποίας συμπληρωματικά αναφέρεται, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ` αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, απολογίες κατηγορουμένων και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας),δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του τα παρακάτω ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη από το έτος 1996 διατηρούσε ερωτική δεσμό με τον ΑΑ. Στα πλαίσια αυτής της σχέσης ο ΑΑ (γεννηθείς το έτος 1927) στις 5-1-2009 την επισκέφθηκε στην οικία της στην ... προτείνοντας της να προβούν σε ερωτικές πράξεις, ενώ ακολούθως της έκανε χειρονομίες υποδηλώνοντας την ερωτική του διάθεση. Τούτο προκάλεσε δυσαρέσκεια στην κατηγορούμενη, η οποία αντέδρασε στην ερωτική διάθεση του ΑΑ χτυπώντας τον με γροθιά στο πρόσωπο με αποτέλεσμα αυτός να πέσει στο έδαφος. Μόλις αυτός σηκώθηκε, η κατηγορούμενη τον έσπρωξε με δύναμη και έτσι αυτός έπεσε ξανά στο έδαφος. Κατά την πτώση του το κεφάλι του χτύπησε σε ένα έπιπλο με αποτέλεσμα να χάσει τις αισθήσεις του. Στη συνέχεια, η κατηγορούμενη εκμεταλλευόμενη την απώλεια των αισθήσεων του ΑΑ του έδεσε τα χέρια και τα πόδια με ταινία, ενώ επίσης τύλιξε και το κεφάλι του θύματος με την ταινία αυτή. Περαιτέρω τοποθέτησε στο κεφάλι του μία πλαστική σακούλα στερώντας του τη δυνατότητα να αναπνέει. Κατόπιν τούτου το θύμα εξέπνευσε από ασφυξία μετά από λίγα λεπτά. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι η κατηγορούμενη με την προαναφερθείσα συμπεριφορά της επεδίωξε να επιφέρει το θάνατο του ΑΑ, καθόσον η ίδια δεν αρκέστηκε να τον χτυπήσει προκειμένου να αποκλείσει την πιθανότητα τέλεσης ερωτικών πράξεων μαζί του, αλλά αφού τον ακινητοποίησε ρίχνοντας τον στο έδαφος, προέβη σε πράξεις που έκαμψαν τις ζωτικές λειτουργίες του σώματος του και ειδικότερα σε δέσιμο των χεριών και των ποδιών του και σε φίμωση μου με πλαστική σακούλα, ώστε αυτός να μην μπορεί να ανακάμψει από τα χτυπήματα της και να μην είναι σε θέση να αναπνέει. Επιπλέον η κατηγορούμενη προέβη στην ανωτέρω περιγραφείσα πράξη της βρισκόμενη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά την απόφαση και κατά την εκτέλεση της πράξης αυτής. Τούτο προκύπτει από το ότι η ίδια δεν εξάντλησε τη βίαιη συμπεριφορά της μόνο σε χτυπήματα με τα χέρια της σε βάρος του θύματος, αλλά αφού αυτό είχε χάσει τις αισθήσεις του κατά την πτώση του στο έδαφος μετά την απώθηση του από αυτή, συνέχισε με διαύγεια να αναπτύσσει συμπεριφορά που κατέτεινε στην απώλεια της ζωής του και ειδικότερα στο δέσιμο των χεριών και των ποδιών του, ώστε εκείνος να μην μπορεί σε καμία περίπτωση να αντισταθεί και στη συνέχεια σε κάλυψη του προσώπου με πλαστική σακούλα για να εκπνεύσει. Οι ενέργειες της αυτές καταδεικνύουν την καθαρότητα της σκέψης της για το πώς θα εξασφάλιζε με σιγουριά την απώλεια της ζωής του ΑΑ, ενώ η εμμονή της να εξασφαλίσει την κάμψη των κινήσεων του θύματος με το να το δέσει και να τυλίξει ταινία στο πρόσωπο του και ακολούθως να το φιμώσει με πλαστική σακούλα, που τοποθέτησε στο κεφάλι του, φανερώνει, ότι η συμπεριφορά της δεν ήταν αποτέλεσμα συναισθηματικής έξαρσης, αλλά εκδήλωση νηφάλιας απόφασης να επιφέρει το θάνατο του Α, την οποία υλοποίησε με ενέργειες καθοριστικές για την απώλεια των ζωτικών του λειτουργιών. Η ίδια στο απολογητικό υπόμνημα, που κατέθεσε ενώπιον της Ανακρίτριας του Β' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ανέφερε, ότι στην ανωτέρω πράξη της προέβη βρισκόμενη σε κατάσταση άμυνας, ενόψει του ότι κατά τους ισχυρισμούς της ο ΑΑ της επιτέθηκε για να έρθουν σε ερωτική επαφή. Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί, ότι η ίδια κατά την απολογία της ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων της Υπ/σης Εγκλημάτων κατά Ζωής Θεσσαλονίκης, ομολόγησε, ότι επέφερε το θάνατο του ΑΑ, χωρίς να κάνει μνεία η ίδια βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας λόγω προηγούμενης βίαιης επίθεσης του θύματος. Αντίθετα ανέφερε ότι μόλις την πλησίασε για να κάνουν έρωτα τότε εκείνη τον χτύπησε στο δεξιό κρόταφο, επειδή ένιωσε προσβολή, ενώ αφού το θύμα έπεσε στο έδαφος και προσπάθησε να σηκωθεί, η ίδια τον έσπρωξε και έτσι αυτό χτύπησε το κεφάλι του σε ένά έπιπλο και έπεσε πάλι στο έδαφος. Από τα ανωτέρω περιστατικά, που η ίδια εξέθεσε κατά την απολογία της ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων της Υπ/σης Εγκλημάτων κατά Ζωής Θεσσαλονίκης δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού της περί άμυνας, που διατύπωσε για πρώτη φορά με το απολογητικό της υπόμνημα ενώπιον της Ανακρίτριας του Β' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Εξάλλου αν η ίδια δεν ήθελε να ενδώσει στην ερωτική διάθεση του θύματος μπορούσε να ειδοποιήσει την αστυνομία τηλεφωνικώς, όπως επίσης μπορούσε να εξέλθει από την οικία της. Μετά την πιο πάνω πράξη από την πλευρά της κατηγορουμένης, την επισκέφθηκε στην οικία της ο κατηγορούμενος ΒΒ, με τον οποίο, διατηρούσαν φιλική σχέση. Αφού γευμάτισε μαζί του, στη συνέχεια του ανέφερε, ότι είχε σκοτώσει τον ΑΑ επιδεικνύοντας του το πτώμα αυτού. Ακολούθως, τύλιξαν το πτώμα του ΑΑ με ένα πλαστικό αδιάβροχο κάλυμμα και αφού το τοποθέτησαν στο όχημα του κατηγορούμενου, το μετέφεραν με αυτό στην περιοχή ... και το άφησαν σε αγροτική περιοχή, όπου εντοπίστηκε από διερχόμενα άτομα. Η ενέργεια των κατηγορουμένων να μεταφέρουν από την οικία της πρώτης εξ αυτών με το όχημα του δευτέρου εξ αυτών το πτώμα του ΑΑ σε αγροτική περιοχή, όπου το τοποθέτησαν, αφού προηγουμένως το είχαν καλύψει με αδιάβροχο πανί, συνιστά περιύβριση νεκρού. Τούτο διότι η συμπεριφορά τους αυτή δεν ταιριάζει σύμφωνα με την κοινωνική ηθική στο σεβασμό στο άψυχο σώμα κάποιου και αποτελεί έντονη προσβολή του. Η πιο πάνω αναφερθείσα συμπεριφορά τους έγινε με πρόθεση, αφού οι ίδιοι ως μέλη της κοινωνίας ήταν σε θέση να γνωρίζουν ότι η κοινωνική ηθική αποδοκιμάσει ως ασέβεια στο νεκρό την περιτύλιξη του με πανί και την τοποθέτηση του σε αγροτική περιοχή. Εξάλλου και οι δυο τους έχουν γεννηθεί το έτος 1942 και με βάση την εμπειρία τους γνώριζαν την αποδοκιμασία από την κοινωνική ηθική της προαναφερθείσας συμπεριφοράς τους στο άψυχο σώμα του ΑΑ. Επιπρόσθετα πρέπει να αναφερθεί ότι ο κατηγορούμενος ΒΒ με τη συμπεριφορά του να μεταφέρει με το όχημα του το πτώμα του ΑΑ από την οικία της κατηγορουμένης Χ και να το τοποθετήσει σε αγροτική στο ..., αφού προηγουμένως αυτή είχε προβεί στην κακουργηματική πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος του, κατέστησε ανέφικτη από τις αρμόδιες αρχές την καταδίωξη της, δηλαδή την επ' αυτοφώρω σύλληψη της από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα και την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης για την εν λόγω πράξη. Η αδυναμία των αστυνομικών αρχών να συλλάβουν την κατηγορούμενη Χ και να τη θέσουν στην εξουσία των δικαστικών αρχών διήρκεσε μέχρι τις g-i-2009, οπότε μετά το πέρας της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης, η δικογραφία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και μετά την άσκηση ποινικής δίωξης από αυτόν για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και τη σύμφωνη γνώμη του για την έκδοση εντάλματος σύλληψης, η Ανακρίτρια του Β' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης εξέδωσε ένταλμα σύλληψης σε βάρος της κατηγορουμένης, με το οποίο τα αστυνομικά όργανα της Υπ/σης Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής τη συνέλαβαν και την έθεσαν στην εξουσία των δικαστικών αρχών. Επιπλέον ο κατηγορούμενος ΒΒ προέβη στη πιο πάνω πράξη εν γνώσει του, ότι με αυτή ματαίωσε έστω και προσωρινά, την καταδίωξη της πιο πάνω κατηγορούμενης για την κακουργηματική πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, στην οποία εκείνος δεν είχε συμμετοχή, αφού η ανωτέρω συμπεριφορά του αποτελούσε υλοποίηση της απόφασης του να μην εντοπιστεί το πτώμα του ΑΑ από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα. Εξάλλου γι' αυτό επέλεξε να το μεταφέρει σε αγροτική περιοχή, ώστε να μην είναι εφικτός ο άμεσος εντοπισμός του και έτσι η κατηγορούμενη Χ να μην υποστεί άμεσα την καταδίωξη της από τις αρμόδιες αρχές για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση. Ο ίδιος γνώριζε ότι η Χ είχε διαπράξει την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος του ΑΑ, αφού όπως προεκτέθηκε, αφού εκείνη τον προσκάλεσε στις 5-1-2009 στην οικία της για γεύμα και στη συνέχεια του ανέφερε, ότι είχε σκοτώσει τον ΑΑ.
Μετά από αυτά το δικαστικό συμβούλιο αποφαίνεται ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις σε βάρος των κατηγορουμένων και τους παραπέμπει στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, την πρώτη μεν για τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της περιύβρισης νεκρού, το δεύτερο δε για τα εγκλήματα της περιύβρισης νεκρού και της υπόθαλψης εγκληματία, σύμφωνα με τα άρθρα 109, 122, 128, 129, 309 παρ. 1ε, 313 ΚΠΔ.
Γ-Αναιρετικός έλεγχος
Με τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ`αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων που φέρεται ότι τέλεσαν οι κατηγορούμενοι και δη η πρώτη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της περιύβρισης νεκρού και ο δεύτερος της περιύβρισης νεκρού και της υπόθαλψης εγκληματία, πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 201, 231 και 299 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία τα συνήγαγε και παραθέτει τις σκέψεις και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο.
Όσον αφορά την έκθεση αυτοψίας του Αστυνόμου Α ΓΓ και της Υπαστυνόμου Β ΔΔ, αυτή μνημονεύεται ρητά στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία το δικαστικό συμβούλιο ολοκληρωτικά αναφέρεται με τη φράση ότι 'από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε κατά τη διάρκεια της κύριας ανάκρισης καθώς και της προηγηθείσας προανάκρισης και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις και τα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία των κατηγορουμένων, αξιολογούμενων κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης, το παρόν Συμβούλιο κρίνει ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων για τις αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονονται στην εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας το Συμβούλιο παραδεκτά αναφέρεται, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεως [Α.Π. ΟΛΟΜ. 1227/79 Π.ΧΡ. Λ/255, Α.Π. 303/88 Π.ΧΡ. ΛΗ/528].
Όσον αφορά την ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ΕΕ, την οποία διενήργησε τούτος κατά τη διάρκεια της αστυνομικής προανάκρισης, κατόπιν της ... παραγγελίας του Διευθυντή Ασφαλείας 1ου Τμήματος Εγκλημάτων κατά ζωής, που αποτελεί ιδιαίτερο και αυτή αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, ναι μεν δεν γίνεται καμία αναφορά στην αρχή της αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ` είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, πλην όμως από το όλο περιεχόμενο αυτού προκύπτει αδιστάκτως ότι αυτή λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Και τούτο γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής προκύπτει ότι το συμπέρασμά της ότι ο θάνατος του παθόντος προήλθε από ασφυξία, αποτελεί παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος.
Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως ότι το βούλευμα στερείται από την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σχετικά με την παραπομπή της για τα ανωτέρω εγκλήματα, και δη διότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και τις εκθέσεις αυτοψίας και της ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
3-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο πρέπει αφενός μεν να απορρίψει την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης κατά του ανωτέρω βουλεύματος αφετέρου δε να επιβάλει σ' αυτή τα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενεα στο πόσό των 220 Ε. [άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α- Να απορριφθεί 1/16-4-09 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ, κρατούμενης στη Δ. Φ. ..., κατά του 295/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, Και
Β- Να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 220 €.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H κρινόμενη 1/16-4-2009 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως της Χ, κατά του 295/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο την παραπέμπει ενώπιον του ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης για ανθρωποκτονία με πρόθεση και περιύβριση νεκρού [άρθρα 60, 94 παρ.1, 201 και 299 παρ.1 ΠΚ,], έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (καθώς δεν ασκήθηκε έφεση, και η προθεσμία για άσκηση αναίρεσης άρχισε από τη λήξη για την προθεσμία της έφεσης - άρ. 473 παρ.1 εδ. τελ. του ΚΠΔ) και από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα , έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, την πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Για την πληρότητα, όμως, της αιτιολογίας, δεν είναι απαραίτητη ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και δύναται να συναχθεί εκ τούτου αναμφίβολα ότι έχει ληφθεί υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αυτό έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της για την παραπομπή της στο αρμόδιο Δικαστήριο προκειμένου να δικασθεί για ανθρωποκτονία με πρόθεση και περιύβριση νεκρού, "... από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε κατά την διαδικασία της κυρίας ανάκρισης, καθώς και της προηγηθείσης προανάκρισης και ειδικότερα από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία των κατηγορουμένων ..." και ότι η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθώς, όπως από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης δεν έλαβε υπόψη του, για την πιο πάνω κρίση του, τα εξής αυτοτελή αποδεικτικά μέσα: "α) Την με αρ. πρωτ. ... Ιατροδικαστική Έκθεση του ιατροδικαστή ΕΕ, β) Την από 6-1-2009 έκθεση - αυτοψίας του Αστυνόμου ΓΓ και της Υπαστυνόμου Β' ΔΔ", που διενεργήθηκαν σε εκτέλεση σχετικής παραγγελίας στα πλαίσια της ενεργηθείσας προανάκρισης και αποτελούν κατά την διάταξη του άρθρου 178 περ. β και γ ΚΠΔ ιδιαίτερα αυτοτελή αποδεικτικά μέσα.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η αναγνωσθείσα 14/7-1-2009 Ιατροδικαστική Έκθεση του ιατροδικαστή ΕΕ , την οποία αυτός διενήργησε κατά τη διάρκεια της αστυνομικής προανάκρισης, κατόπιν της ... παραγγελίας του Διευθυντή Ασφαλείας, 1ου Τμήματος Εγκλημάτων κατά ζωής, αφορά την εξέταση του πτώματος του θύματος ΑΑ, για την διαπίστωση της αιτίας του θανάτου του, κατά δε το σχετικό συμπέρασμα αυτής ο θάνατος του παθόντος "οφείλεται σε ασφυξία συνεπεία απόφραξης των ανωτέρων αναπνευστικών οδών με πλαστική σακούλα και μονωτική ταινία και ταξινομείται ως ανθρωποκτονία". Η έκθεση αυτή δεν μνημονεύεται στην αρχή του σκεπτικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όμως, το Συμβούλιο την έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από το αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό, του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αφού τα όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό ότι, δηλαδή, πρόκειται για ανθρωποκτονία και ο θάνατος του παθόντος οφείλεται σε ασφυξία που επήλθε κατά τον πιο πάνω τρόπο, έγιναν αποδεκτά (και μάλιστα σχεδόν κατά λέξη) από το Συμβούλιο. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι η κατηγορουμένη κτύπησε με γροθιά τον παθόντα ΑΑ, με συνέπεια την πτώση αυτού επί τους εδάφους και όταν ο τελευταίος κατάφερε να σηκωθεί, τον έσπρωξε με δύναμη με τα χέρια της, με συνέπεια την εκ νέου πτώση αυτού επί του εδάφους, κατά την οποία αυτός χτύπησε το κεφάλι του σε έπιπλο και έχασε τις αισθήσεις του και ενόσω ο παραπάνω βρισκόταν στο δάπεδο, "η κατηγορουμένη του έδεσε τα μάτια και τα άκρα του και απέφραξε το στόμα του με μονωτική ταινία, ακολούθως τοποθέτησε στο κεφάλι του μία πλαστική σακούλα, αποφράσσοντας, με τον τρόπο αυτό, τις αεροφόρες οδούς του, προκαλώντας του ασφυξία, από την οποία, ως μόνη αιτία, επήλθε ο θάνατος του", παραδοχές από τις οποίες ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών έλαβε υπόψη του την πιο πάνω ιατροδικαστική έκθεση. Εξάλλου, η από 6-1-2009 έκθεση αυτοψίας του Αστυνόμου ΓΓ και της Υπαστυνόμου Β' ΔΔ, που διενεργήθηκαν σε εκτέλεση σχετικής παραγγελίας στα πλαίσια της ενεργηθείσας προανάκρισης, αφορά την περιγραφή του τόπου της διαπραχθείσας ανθρωποκτονίας και του πτώματος του θύματος καθώς τα αντικείμενα που βρέθηκαν πάνω του και στην πλησίον περιοχή. Η εν λόγω αυτοψία δεν αποτελεί καθ' εαυτή αποδεικτικό μέσο, αλλά ενέργεια των πιο πάνω προανακριτικών υπαλλήλων σκοπούσα στη συλλογή αποδεικτικού υλικού, η δε συνταχθείσα πιο πάνω έκθεση αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο και σε κάθε περίπτωση, το Συμβούλιο, την έλαβε υπόψη του, αφού, όπως εξ αυτής προκύπτει, οι παραδοχές του βουλεύματος δεν είναι αντίθετες με το περιεχόμενο αυτής της εκθέσεως, ούτε, άλλωστε, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Eξάλλου η εν λόγω αυτοψία ρητώς μνημονεύεται στην εισαγγελική πρόταση, στις σκέψεις της οποία παραπέμπει το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη της . Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, λόγω του ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης δεν έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1/16-4-2009 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως της Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενης στη Δ. Φ. ..., κατά του 295/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει για ανθρωποκτονία από πρόθεση και περιύβριση νεκρού. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα η έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και έκθεσης αυτοψίας, ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα Προκύπτει, εντούτοις, ότι λήφθηκαν υπόψη. Απόρριψη όλων των ισχυρισμών Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Πραγματογνωμοσύνη.
| 0
|
Αριθμός 1470/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 1226/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.7.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1291/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ.3α του Ν. 2721/1999, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 375 αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 ως εξής "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό, κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται στην απόφαση, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Κατά τα μέσα Νοεμβρίου 1999, η υπερήλικη τότε και ήδη αποβιώσασα Θ1 ζήτησε από τον Προϊστάμενο Συναλλαγής του υποκαταστήματος ....της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Ε1 (ήδη μηνυτή), με τον οποίο, λόγω των καταθέσεων μεγάλων χρηματικών ποσών που διατηρούσε στην Τράπεζα αυτή, είχε αποκτήσει οικειότητα και φιλική σχέση, να της συστήσει κάποιο δικηγόρο έμπειρο περί τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, προκειμένου να αναλάβει τις διαδικασίες ρευστοποιήσεως 91 μετοχών της Τράπεζας της Ελλάδος και 91 μετοχών της Εθνικής Τράπεζας, τις οποίες είχε αποκτήσει με δωρεά εν ζωή από την αποβιώσασα στις 24.1.1986 θεία της Ζ1 . Ο Ε1 σε εκτέλεση της εντολής αυτής, γνώρισε, μέσω του κουμπάρου του ... ταμία στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην ... τον δικηγόρο κατηγορούμενο, ο οποίος δέχθηκε να αναλάβει την ανωτέρω υπόθεση, Ακολούθως, η Θ1 που ενημερώθηκε σχετικά, παρέδωσε στον Ε1 τις πιο πάνω μετοχές και ο τελευταίος τις παρέδωσε στον κατηγορούμενο με την εντολή να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για τη ρευστοποίησή τους, αλλιώς να τις επιστρέψει στην Θ1. Προς το σκοπό αυτό, συντάχθηκε η από 17.11.1999 εξουσιοδότηση, στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο μηνυτής παρέδωσε στον κατηγορούμενο τις πιο πάνω μετοχές, όπως οι αριθμοί αυτών αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό. Στις 3.4.2000, ο κατηγορούμενος, που μέχρι τότε είχε εξαφανιστεί και σε καμιά ενέργεια για την εκτέλεση της παραπάνω εντολής δεν προέβη, σε συνάντηση που είχε με τον μηνυτή, ανέλαβε και πάλι εγγράφως, με δήλωσή του πίσω από την από 17.11.1999 εξουσιοδότηση, την υποχρέωση να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες ρευστοποιήσεως των προαναφερομένων μετοχών και, σε περίπτωση που αυτή δεν πραγματοποιηθεί, να τις επιστρέψει στην ιδιοκτήτρια αυτών, ορίζοντας μάλιστα ως απώτατο χρονικό όριο την 15.4.2000. Η προθεσμία αυτή παρήλθε και ο κατηγορούμενος ούτε το αντίτιμο της ρευστοποιήσεώς τους, που ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 4.095.000 δρχ. (182 μετοχές προς 22.500 δρχ. η καθεμιά) ή 12.017,61 ευρώ, απέδωσε, ούτε τις εν λόγω μετοχές, επέστρεψε, αλλά τις ιδιοποιήθηκε παράνομα. Το αντικείμενο της υπεξαίρεσης αυτής ήταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα μεγάλο, με τα οικονομικά δεδομένα του χρόνου τελέσεως της πράξεως, και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για το αντίθετο είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ισχυρίζεται, ακόμη, ο κατηγορούμενος ότι οι συγκεκριμένες μετοχές ήταν ονομαστικές και όχι ανώνυμες και, επομένως, το δικαίωμα που απέρρεε από τη νόμιμη κατοχή του τίτλου τους δεν ήταν δυνατό, νομικώς και πραγματικώς, να ενσωματωθεί στην περιουσία του. Και ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί ο κατηγορούμενος μπορούσε να ενσωματώσει τις μετοχές στην περιουσία του, αφού αυτός, όπως αναφέρθηκε, είχε εξουσιοδότηση να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για τη ρευστοποίησή τους και, κατά συνέπειαν, μπορούσε να εισπράξει το ποσό που αντιπροσώπευαν, οπωσδήποτε δε οι εν λόγω μετοχές ποτέ δεν επεστράφησαν στην παθούσα. Κατά συνέπειαν, στοιχειοθετείται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση της αποδιδομένης στον κατηγορούμενο πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που του το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, με το ελαφρυντικό, όμως, του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α ΠΚ, το οποίο του είχε αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος υπεξαιρέσεως, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 375 παρ. 2 α του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού, σε συνδυασμό με το διατακτικό, συνάγεται: α) καθίσταται σαφές, ότι το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος εντολοδόχος, ως δικηγόρος, με την από 17-11-1999 έγγραφη εξουσιοδότηση παρέλαβε από τον μηνυτή τραπεζικό υπάλληλο, εκπροσωπούντα την εγκαλούσα κάτοχο Θ1 τις σε αυτή σημειούμενες συγκεκριμένες ονομαστικές μετοχές της Τράπεζας της Ελλάδος και της ΕΤΕ προς ρευστοποίηση, αναλαβών ρητά την υποχρέωση να επιστρέψει αυτές αν δεν τις ρευστοποιήσει μέχρι 15-4-2000, β) αναφέρεται σαφώς ότι ο κατηγορούμενος δικηγόρος δεν ρευστοποίησε τις εν λόγω μετοχές και δεν ιδιοποιήθηκε το αντίτιμο αυτών, αλλά είχε σκοπό ιδιοποιήσεως και ιδιοποιήθηκε παράνομα τα σώματα, οπότε στοιχειοθετείται το έγκλημα της υπεξαίρεσης, για το οποίο καταδικάσθηκε, και όχι υπεξαγωγής εγγράφων, κατ' άρθρον 222 ΠΚ, αδιάφορα του ότι αυτές ήταν ονομαστικές και όχι ανώνυμες μετοχές και για την τυπική ολοκλήρωση της μεταβιβάσεώς τους, εκτός από τη συμφωνία και την παράδοση των τίτλων, απαιτείτο, κατ' άρθρον 8 β του Ν. 2190/1920, και εγγραφή στο ειδικό βιβλίο των άνω τραπεζικών εταιρειών και δεν υπήρχε ανάγκη να ερευνήσει και να εξειδικεύσει το Δικαστήριο με ποίο νόμιμο τρόπο ενσωματώθηκαν οι ονομαστικές αυτές μετοχές στην περιουσία του κατηγορουμένου, αφού όπως δέχεται, ο κατηγορούμενος "μπορούσε τις μετοχές αυτές να τις ενσωματώσει στην περιουσία του αφού είχε στα χέρια του σχετική εξουσιοδότηση του εγκαλούντος για ρευστοποίηση", εμφανίζει την ενσωμάτωση σαφώς ως γεγονός και όχι ως απλή δυνατότητα, γ) οι άνω υπεξαιρεθείσες ονομαστικές μετοχές ανήκαν κατά κυριότητα στη θανούσα θεία της εγκαλούσας Ζ1 η οποία και τις είχε εν ζωή άτυπα δωρήσει και παραδώσει στην εγκαλούσα, δ) οι ονομαστικές αυτές μετοχές, ως τίτλοι, είχαν και έχουν αυτοτελή αγοραία οικονομική αξία, ανεξάρτητα των δυσχερειών αποϋλοποιήσεως και ρευστοποιήσεώς τους από τον κάτοχο αυτών, δυσχέρειες άλλωστε τις οποίες και είχε αναλάβει ο κατηγορούμενος ως ειδικός νομικός επί πιστωτικών τίτλων να ξεπεράσει, εφόσον όμως, έχοντας σχετική έγγραφη εντολή και εξουσιοδότηση, δεν τις ρευστοποίησε ως εντολοδόχος και δεν τις επέστρεψε μετά την πάροδο της δήλης προθεσμίας της 15-4-2000, ούτε και τις έχει επιστρέψει μέχρι σήμερα παραμένων κάτοχος, διέπραξε υπεξαίρεση των μετοχών αυτών, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας 4.095.000 δραχμών τότε και ε) η εγκαλούσα υπέστη βλάβη στην περιουσία της από την άνω υπεξαίρεση των ανωτέρω ονομαστικών μετοχών, που τυπικά στα βιβλία των εταιρειών ανήκαν στην προαναφερθείσα θανούσα δωρήτρια θεία της και όχι στην ιδία, καθόσον, ως δωρεοδόχος με άτυπη δωρεά και μη κάτοχος πλέον των μετοχών αυτών, που περιουσιακά της ανήκαν και μπορούσε οποτεδήποτε να διεκδικήσει αυτές από τους νόμιμους κληρονόμους της φερόμενης ως ιδιοκτήτριας θείας της, τώρα, χωρίς την κατοχή των αξιογράφων αυτών, ευρίσκεται νομικά σε αδυναμία να ολοκληρώσει τη διαδικασία τυπικής μεταβιβάσεώς τους στο όνομά της και να διεκδικήσει αυτές και να ικανοποιήσει την αξίωσή της επί των υπεξαιρεθέντων τίτλων.
Συνεπώς οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ως εκ της κηρύξεως του κατηγορουμένου ως ενόχου υπεξαιρέσεως και της απορρίψεως των εν λόγω ως άνω ισχυρισμών αυτού, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2008 Αίτηση - Δήλωση του ...., για αναίρεση της με αριθμό 1226/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική υπεξαίρεση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από εντολοδόχο. Είναι αβάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, διότι από το αιτιολογικό, καθίσταται σαφές, ότι το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος εντολοδόχος δεν ρευστοποίησε τις μετοχές και ιδιοποιήθηκε τα σώματα των αξιόγραφων αυτών, καίτοι ήταν ονομαστικές και όχι ανώνυμες μετοχές και δεν ιδιοποιήθηκε το αντίτιμο αυτών, οπότε στοιχειοθετείται και η υπεξαίρεση και δεν υπήρχε ανάγκη να ερευνήσει και να εξειδικεύσει με ποίο νόμιμο τρόπο ενσωματώθηκαν οι ονομαστικές αυτές μετοχές στην περιουσία του κατηγορουμένου, αφού όπως δέχεται, ο κατηγορούμενος "μπορούσε τις μετοχές αυτές να τις ενσωματώσει στην περιουσία του αφού είχε στα χέρια του σχετική εξουσιοδότηση του εγκαλούντος για ρευστοποίηση", εμφανίζει επομένως την ενσωμάτωση ως γεγονός και όχι ως δυνατότητα. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1469/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Νταραντάνη, περί αναιρέσεως της 568/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τιμόθεο Σιγάλα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 9 Σεπτεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 851/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται, από τα άρθρα 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται η αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ, και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 362 του Π.Κ, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή". Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και κατά το άρθρο 361 του ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξάλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα "από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων και οι κατωτέρω αναφερόμενες τεχνικές πραγματογνωμοσύνες, και την όλη αποδεικτική διαδικασία", δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη Χ στις 7-6-2002 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών μήνυση, η οποία στρεφόταν κατά του ΑΑ, πολιτικού μηχανικού υπαλλήλου της Πολεοδομίας ..., του ΒΒ, προϊσταμένου της Πολεοδομίας ..., και κατά του εγκαλούντος Ψ, ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "EUROMET A.E.". Στη μήνυση αυτή ανέφερε μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ότι ο ΑΑ, ως υπάλληλος της Πολεοδομίας ..., τέλεσε κατά συρροή: Α) το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, διότι με πρόθεση παρέβη το καθήκον της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλους παράνομο όφελος και να βλάψει τους ιδιοκτήτες της επί της οδού ... αρ. ..., στο ..., πολυκατοικίας και ειδικότερα: α) Παρά το ότι αρμοδίως είχε επιληφθεί και είχε υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 5 του Κτιριοδομικού Κανονισμού, από πρόθεση δεν ερεύνησε στη 24-11-1999 τις καταγγελίες αυτής, ότι η "EUROMET A.E." δεν είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα αντιστηρίξεως ή οποιοδήποτε άλλο μέτρο προστασίας της θεμελίων της οικοδομής της, που βρίσκεται στην οδό ... αρ. ... στο ..., όχι μόνο κατά τη διάρκεια των εκσκαφών, αλλά και κατά τη διάρκεια της ανοικοδόμησης της όμορης οικοδομής της (επί της οδού ... αρ. ...), κατά την οποία είχε κατεδαφίσει παράνομα τον παλαιό μεσότοιχο και είχε προβεί σε θεμελίωση της οικοδομής της διαφορετικά από ότι προβλέπονταν στην άδεια οικοδομής, χωρίς αναθεώρηση της εγκεκριμένης μελέτης. Ότι δεν διέταξε τη διακοπή των εργασιών ανεγέρσεως της οικοδομής της EURONET AE ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου μέτρου προς αποτροπή χειροτερεύσεως της κατάστασης της δικής της οικοδομής, όπως αυτή είχε ζητήσει με τις υπ' αριθμ. ..., ... και ... αιτήσεις της προς την Πολεοδομία ..., β) αναθεώρησε την άδεια οικοδομής της "ΕUROMET AE", νομιμοποιώντας την τροποποίηση της θεμελιώσεως της οικοδομής της, χωρίς να ζητήσει εδαφολογική μελέτη και παρά το ότι η μέθοδος θεμελιώσεως που προκρίθηκε προκαλεί εν γένει αισθητά μεγαλύτερες καθιζήσεις του εδάφους και η ήδη δημιουργηθείσα καθίζηση έχει προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στις όμορες οικοδομές γ) συνέταξε την υπ' αριθμ. ... έκθεση αυθαίρετης κατασκευής για την οικοδομή της και επέβαλε πρόστιμο ανέγερσης για τον υπόγειο χώρο, ύψους 1.196.340 δραχμών, και διατήρησης, ύψους 199.390 δραχμών, ενώ ο χώρος αυτός δεν ενέπιπτε στο άρθρο 399 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (άρθρο 4 του Π.Δ. 3/8-9-1983) περί επιβολής προστίμου, δεδομένου ότι δεν ήταν χώρος κύριας ή βοηθητικής χρήσεως, αλλά χώρος θεμελιώσεως, δ) στις 15-5-2001 δεν ερεύνησε την καταγγελία της, σύμφωνα με την οποία η νεοανεγειρόμενη οικοδομή της "ΕUROMET A.E." είχε θεμελιωθεί κατά τρόπο μη προβλεπόμενο από τη μελέτη κατασκευής της και είχε εισχωρήσει σε βάθος 30 εκατοστών εντός της ιδιοκτησίας της και ε) είχε χαρακτηρίσει ψευδώς την οικοδομή της επικίνδυνη από δομικής και στατικής άποψης, ενώ δεν υπήρχαν εμφανείς ενδείξεις επικινδυνότητας, αντί να ζητήσει προηγουμένως την υποβολή ειδικής μελέτης μηχανικού, η οποία να βεβαιώνει ότι η οικοδομή, όπως κτίσθηκε (χωρίς συνδετήριους δοκούς μεταξύ των πεδίλων και με πρόβολο στήριξης της περιμετρικής δοκού - φουρούσια), δεν είναι επικίνδυνη και Β) Το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης, διότι βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικά που είχαν έννομες συνέπειες σε δημόσια έγγραφα, η έκδοση των οποίων αναγόταν στα καθήκοντά του και ειδικότερα: α) με την υπ' αριθμ. ... έκθεσή του βεβαίωσε ψευδώς ότι η οικοδομή της ήταν επικίνδυνη από δομικής άποψης, χωρίς να διευκρινίζει ποιος ήταν ο κίνδυνος, β) με την υπ' αριθ. ... έκθεση αυθαίρετης κατασκευής βεβαίωσε ότι ο υπόγειος χώρος της πολυκατοικίας της οδού ... ήταν χώρος που εμπίπτει στο άρθρο 399 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας περί επιβολής προστίμου και γ) με την υπ' αριθμ. ... έκθεσή του, με την οποία χαρακτήρισε ψευδώς την ως άνω οικοδομή επικίνδυνη από δομικής και στατικής άποψης, με την αιτιολογία ότι στην οικοδομή της υπάρχει υπόγειο ύψους 1,65 μ., δεν υπάρχουν συνδετήριοι δοκοί μεταξύ των πεδίλων και από τον Α' όροφο και πάνω υπάρχει προεξοχή (φουρούσι). Στην ίδια μήνυση η κατηγορουμένη ανέφερε, ότι ο ΒΒ, ως Προϊστάμενος της Πολεοδομίας ..., τέλεσε τα εξής εγκλήματα: Α) Το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, διότι με πρόθεση παρέβη το καθήκον της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος και να βλάψει τους ιδιοκτήτες της επί της οδού ... αρ. ... πολυκατοικίας και ειδικότερα, με σκοπό την παρέλκυση της διαδικασίας, δεν έδωσε εντολή να ελεγχθεί η από Οκτώβριο 2001 ειδική στατική μελέτη του πολιτικού μηχανικού ΓΓ, που είχε υποβάλλει στην υπηρεσία του, και, αφού εγκριθεί, να διαβιβαστεί προς τον επιληφθέντα της ενστάσεώς της πολιτικό μηχανικό ΔΔ, υπάλληλο της Δ/νσης ΠΕΧΩΔΕ Περιφέρειας Αττικής και Β) το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης, διότι βεβαίωσε ψευδώς στην υπ' αριθμ. ... έκθεσή του, ότι η οικοδομή της οδού ... αρ. ... είναι επικίνδυνη από δομικής και στατικής άποψης, με την αιτιολογία ότι την οικοδομή αυτή δεν υπάρχουν συνδετήριοι δοκοί μεταξύ των πεδίλων. Όσον αφορά τον νυν εγκαλούντα, ανέφερε η κατηγορουμένη στην ως άνω μήνυσή της, ότι τα εγκλήματα που διέπραξαν οι παραπάνω υπάλληλοι τα προκάλεσε αυτός, δεδομένου ότι με πρόθεση προκάλεσε σε αυτούς την απόφαση να τελέσουν αυτές, πιέζοντας αυτούς φορτικά, πέτυχε δε τούτο λόγω της γνωριμίας του με αυτούς, πράγμα που έχει αποδεχθεί επανειλημμένα δημόσια, κομπάζοντας μάλιστα με τα λόγια: "όλη η Πολεοδομία ... είναι δική μου, ό,τι τους λέω κάνουνε". Με βάση τη μήνυση αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος κατά συρροή σε βάρος των ΑΑ και ΒΒ και για ηθική αυτουργία κατά συρροή στην πράξη αυτή σε βάρος του ήδη μηνυτή και παραγγέλθηκε η διενέργεια προανάκρισης. Την 7-6-2002 η κατηγορούμενη εξετάσθηκε ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικείου Αθηνών και βεβαίωσε το περιεχόμενο της πιο πάνω μήνυσης. Ακολούθως, την 12-9-2002, αυτή εξετάσθηκε ενόρκως ενώπιον του 23ου Πταισματοδίκη Αθηνών, όπου βεβαίωσε και πάλι το περιεχόμενο της μήνυσής της. Μετά τη διενέργεια της προανάκρισης η υπόθεση ήχθη ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο, με το με αριθμό 1.586/2009 βούλευμά του, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των ΑΑ, ΒΒ και Ψ για τις ως άνω πράξεις. Όπως δε προκύπτει από την από 16-2-2005 υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα, κατά του βουλεύματος αυτού δεν ασκήθηκε έφεση ή αίτηση αναίρεσης και, επομένως, αυτό έχει καταστεί αμετάκλητο. Τούτο έχει σαν συνέπεια τα γεγονότα που ισχυρίστηκε και διέδωσε η κατηγορουμένη με τους πιο πάνω τρόπους να θεωρούνται αντικειμενικά ψευδή, όσον αφορά την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, που της αποδίδεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 2 Π.Κ. Από το ίδιο πιο πάνω αποδεικτικό υλικό προέκυψαν περαιτέρω και τα ακόλουθα: Η εταιρεία με την επωνυμία "EUROMET A.E.", μοναδικοί μέτοχοι της οποίας είναι ο ΩΩ και ο Ψ, άρχισε την ανέγερση τετραόροφη οικοδομής με το υπόγειο σε ιδιόκτητο οικόπεδο επί της οδού ... αρ. ... στο ..., αφού προηγουμένως έλαβε την με αριθμό ... οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου του Δήμου ... . Κατά τη διάρκεια των οικοδομικών εργασιών, μεταξύ των μηνών Μαΐου και Σεπτεμβρίου 1999, παρουσιάστηκαν ρωγμές και διάφορες καθιζήσεις στην όμορη πολυκατοικία της οδού ... αρ. ..., η οποία είχε ανεγερθεί με την με αριθμό ... οικοδομική άδεια, όπως διαπιστώθηκε στις 17-9-1999, που έγινε η πρώτη ταχεία αυτοψία από τους αρμόδιους υπάλληλους του Δήμου ... . Με τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επικινδύνου οικοδομής, που υπογράφονται από τον πολιτικό μηχανικό του Δήμου ... ΑΑ, διαπιστώθηκαν, μετά από αυτοψία, μεταξύ άλλων, ρωγμές στους τοίχους πληρώσεως, αποκολλήσεις τμημάτων των δαπέδων και δυσκολία στο άνοιγμα και στο κλείσιμο των θυρών των διαμερισμάτων της πολυκατοικία της οδού ..., καθώς και ρωγμές στο νότιο εξωτερικό τοίχο του κτιρίου, εν όψει δε αυτών η πολυκατοικία κρίθηκε ότι είναι επικίνδυνη από στατικής και δομικής άποψης και ότι για την άρση του κινδύνου οι κατά νόμο υπόχρεοι (ιδιοκτήτες) πρέπει να επισκευάσουν τις διαπιστωθείσες ζημίες κατόπιν υποβολής σχετικής μελέτης. Παράλληλα, με την υπ' αριθμ. ... έκθεση αυτοψίας, αυθαίρετης οικοδομής του Γραφείου Πολεοδομίας του Δήμου ..., η οποία επικυρώθηκε με τα υπ' αριθμ. ... και ... πρακτικά της αρμόδιας επιτροπής, κατόπιν απορρίψεως ενστάσεως και αιτήσεως θεραπείας, αντίστοιχα, της κατηγορουμένης, που είχε την ιδιότητα της διαχειρίστριας της επί της οδού ... αρ. ... πολυκατοικίας, κατά της ως άνω εκθέσεως αυτοψίας, διαπιστώθηκαν ότι στην επίμαχη πολυκατοικία είχαν εκτελεστεί αυθαίρετες εργασίες, καθυπέρβαση της οικοδομικής άδειας ..., και ειδικότερα: α) ότι κατασκευάσθηκε υπόγειο ύψους 1,65 μ. σε όλο το χώρο της πολυκατοικίας, β) ότι δεν υπάρχουν οι προβλεπόμενες στη στατική μελέτη συνδετήριες δοκοί μεταξύ των πεδίλων και γ) ότι στο νότιο τοίχο της οικοδομής κατασκευάστηκε προεξοχή 0,25 μ. από τον Α' όροφο και πάνω. Κατά της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. ... εκθέσεως επικίνδυνης οικοδομής η κατηγορουμένη, με την ιδιότητα της διαχειρίστριας της πολυκατοικίας, άσκησε ένσταση, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. ... αναθεωρητική έκθεση του προϊσταμένου του Πολεοδομικού Γραφείου του Δήμου ... ΒΒ. Κατ' αυτής η κατηγορουμένη άσκησε ένσταση, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρεια Αττικής, όπως συμπληρώθηκε με την όμοια απόφαση ..., οι οποίες εκδόθηκαν κατόπιν αντίστοιχων τριτοβάθμιων εκθέσεων επικινδύνου οικοδομής. Κατά της αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας άσκησε έφεση τόσο η κατηγορουμένη, όσο και η εταιρεία "EUROMET A.E.". Εν όψει του γεγονότος αυτού διενεργήθηκε στις 12-3-2003 νέα αυτοψία στην πολυκατοικία της οδού ... αρ. ... από τριμελή επιτροπή μηχανικών, αποτελούμενη από τους πολιτικούς μηχανικούς ..., ... και ..., το πόρισμα της οποίας περιλαμβάνεται στην από 11-6-2003 τεχνική έκθεση. Σύμφωνα με αυτή, η επί της οδού ... οικοδομή παρουσιάζει μειωμένο βαθμό ασφάλειας, αφ' ενός λόγω πλημμελειών της στατικής μελέτης της οικοδομικής άδειας ..., βάσει της οποίας κατασκευάστηκε, αφετέρου δε λόγω αυθαίρετων κατασκευών, που έγιναν καθ' υπέρβαση της άδειας αυτής. Ειδικότερα, η στατική μελέτη ήταν πλημμελής, διότι: κατά παράβαση του τότε ισχύοντος Αντισεισμικού Κανονισμού χρησιμοποίησε μειωμένο συντελεστή σεισμικότητας (ε=0,04, αντί συντελεστή ε=0,08), που ήταν ενδεδειγμένος, τόσο ένεκα του προβληματικού γεωλογικού υποβάθρου της περιοχής, όσο και λόγω της καλής συστάσεως του εδάφους θεμελιώσεως της πολυκατοικίας (τεχνητές επιχωματώσεις μέχρι βάθους 1 μέτρου, σε ορισμένα δε σημεία μέχρι 2,5 μ.), β) σε αυτή, τα μνημονευόμενα κατακόρυφα φέροντα στοιχεία έχουν ανεπίτρεπτα μικρή διατομή (20 εκατοστά), γ) η θεμελίωση έχει μορφή μεμονωμένων πεδίλων, τα οποία μάλιστα δεν έχουν την απαιτούμενη απόσταση μεταξύ τους, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και επιστήμης, αντί του ενδεδειγμένου τρόπου θεμελιώσεως με εσχάρα διασταυρούμενων πεδιλοδοκών ή κοιτόστρωση και δ) υπάρχει υπέρβαση τάσεων σε δύο θεμέλια. Κατά την ίδια έκθεση, διαπιστώθηκαν οι εξής αυθαίρετες κατασκευές, που συνιστούν παραβιάσεις της οικοδομικής άδειας ...: α) καταργήθηκαν οι συνδετήριες δοκοί μεταξύ των πεδίλων θεμελιώσεως, β) μειώθηκε το βάθος θεμελιώσεως σε -0,30μ., αντί -2,20μ., γ) κατασκευάστηκε υπόγειο εμβαδού 217 τ.μ., αντί του προβλεπόμενου, κατά την άδεια, 21 τ.μ. και δ) κατασκευάστηκε μια επιπλέον φέρουσα πλάκα, η οποία αντιστοιχεί σε οροφή υπογείου ή δάπεδο ισογείου. Εν όψει των διαπιστώσεων αυτών, με την εν λόγω έκθεση προτείνονται συγκεκριμένα μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου. Ακολούθως εκδόθηκε η με αριθμό ... απόφαση της Γενικής Δ/νσης Πολεοδομικής του Υπουργείου ΠΕ-ΧΩ-ΔΕ, η οποία υιοθέτησε τις διαπιστώσεις της Επιτροπής Μηχανικών και τα προταθέντα από αυτή μέτρα. Κατά της απόφασης αυτής οι ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας της οδού ... αρ. ... άσκησαν ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας αίτηση ακυρώσεως, με τους οποίους πρόβαλλαν ότι η απόφαση αυτή δεν αιτιολογείται νόμιμα και επαρκώς, ότι μη νόμιμα χαρακτηρίστηκε η πολυκατοικία ως επικίνδυνη, ότι συνέτρεξε παράβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης περί καταχρήσεως εξουσίας κ.λ.π. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την με αριθμό 965/2006 απόφαση του Σ.τ.Ε. ως αβάσιμη κατ' ουσία. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εταιρεία "EUROMET A.E." ζήτησε τη διενέργεια αυτοψίας στο υπό ανέγερση ακίνητό της επί της οδού ... αρ. ..., σε σχέση με τις διαφορικές καθιζήσεις που παρατηρήθηκαν στην όμορη πολυκατοικία κατά τη διάρκεια κατασκευής του φέροντος οργανισμού στο ακίνητό της, από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας. Το τελευταίο όρισε ως πραγματογνώμονα τον πολιτικό μηχανικό ΕΕ, ο οποίος, στην από 18-10-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, αναφέρει, μεταξύ άλλων και τα εξής: Ότι κατά την κατασκευή της θεμελιώσεως της επί της οδού ... πολυκατοικίας έγιναν δύο σοβαρά τεχνικά λάθη, δηλαδή η τελείως επιφανειακή θεμελίωση και η μη κατασκευή του προβλεπόμενου πλέγματος συνδετήριων δοκών. Ότι ο τρόπος και η μέθοδος κατασκευής της θεμελιώσεως της επί της οδού ... πολυκατοικίας είναι επιστημονικά και τεχνικά ορθές. Ότι ουδεμία καθίζηση συνέβη λόγω τεχνικού σφάλματος ή και άλλη αιτία κατά τη διάρκεια των εκσκαφών και της κατασκευής της θεμελιώσεως της οικοδομής της "EUROMET A.E.". Ότι οι αναφορές του πολιτικού μηχανικού ΓΓ, περί παραλείψεων και σφαλμάτων σε αυτή τη φάση της κατασκευής, οι οποίες περιέχονται στις τεχνικές εκθέσεις που αυτός συνέταξε, είναι ανακριβείς. Ότι οι κίνδυνοι για τη στατική επάρκεια της επί της οδού ... οικοδομής, οι οποίοι είναι στην πλειοψηφία τους ανεξάρτητοι της ανεγέρσεως ή όχι της όμορης οικοδομής, αλλά και οι ήδη υπάρχουσες διαφορικές καθιζήσεις, αιτιολογούν πλήρως το χαρακτηρισμό της οικοδομής της οδού ... ως επικίνδυνης, όπως αναφέρεται στην υπ' αριθμ. ... έκθεση περί επικινδύνου οικοδομής του Γραφείου Πολεοδομίας του Δήμου ... . Εξ άλλου, η εταιρεία "EUROMET A.E." ζήτησε και από τον καθηγητή του Ε.Μ.Π. ΣΤ να προβεί σε έλεγχο επικινδυνότητας ή μη της οικοδομής της οδού ... . Ο τελευταίος, αφού έλαβε υπόψη του την αντισεισμική μελέτη που αφορούσε την οικοδομή αυτή, τις αποφάσεις του Γραφείου Πολεοδομίας ..., την "έκθεση ελέγχου της στατικής επάρκειας" και την "Ειδική Μελέτη για την Παράλειψη των Δοκών Συνδέσεως μεταξύ των μεμονωμένων πεδίλων" του πολιτικού μηχανικού ΓΓ και την Εκθεση Πραγματογνωμοσύνης του Τ.Ε.Ε., κατέληξε στα εξής συμπεράσματα: 1) Ότι ο φέρων οργανισμός της οικοδομής της οδού ... αρ. ... δεν είναι ασφαλής, οι δε διαπιστωθείσες παρατυπίες κρίνοντα σημαντικές, 2) Ότι το σπουδαιότερο πρόβλημα από άποψη σεισμικής ασφάλειας είναι η διαφαινόμενη ανεπάρκεια των υποστηλωμάτων και των τοιχείων της, διότι ο στατικός υπολογισμός της έγινε με το 1/2 του επιβαλλόμενου σεισμικού συντελεστή (με ε=0,04 αντί του ε=0,08) και η στατική μελέτη παρουσιάζει μεγάλη ευκαμψία στη μία διεύθυνση, γεγονός που οφείλεται και στην έλλειψη συνδετηρίων δοκών. Πρότεινε δε με την έκθεσή του αυτή ο πιο πάνω καθηγητής ορισμένα μέτρα για την αντισεισμική θωράκιση της πολυκατοικίας της οδού ... αρ. ... . Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε επίσης ότι την 28-7-1999, πέντε ημέρες πριν από την ολοκλήρωση του σκελετού της οικοδομής της "EUROMET A.E.", η κατηγορουμένη ειδοποίησε για πρώτη φορά το νόμιμο εκπρόσωπό της Ψ ότι είχαν εμφανιστεί ζημίες στην όμορφη πολυκατοικία και αμέσως έγινε συνάντηση στο χώρο των παραπάνω οικοδομών. Στη συνάντηση αυτή παρέστη ο πολιτικός μηχανικός ΓΓ, από μέρους των συνιδιοκτητών της οδού ..., και από μέρους της εταιρείας ο πολιτικός μηχανικός ΖΖ, μελετητής και επιβλέπων μηχανικός της οικοδομής της ... . Ακολούθησε αυτοψία και στις δύο οικοδομές και τότε αντελήφθη ο μηχανικός της "EUROMET A.E." τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η πολυκατοικία της οδού ..., τα οποία αναφέρονται τόσο στα έγγραφα του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου ..., όσο και στις πιο πάνω τεχνικές εκθέσεις. Η κατηγορουμένη επέμενε ότι οι ζημιές της οικοδομής της οδού ... προέκυψαν από ανισομερείς καθιζήσεις, που υπέστη αυτή, λόγω της καθίζησης του εδάφους από το φορτίο της όμορης οικοδομής. Γι' αυτό αναγκάστηκε η εταιρεία να ζητήσει τις απόψεις των ειδικών, δηλαδή τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από το ΤΕΕ και από τον καθηγητή ΣΤ. Παρά, λοιπόν, το γεγονός ότι μέχρι την 7-6-2002, που υποβλήθηκε η από 6-6-2002 μήνυση της κατηγορουμένης κατά των ΑΑ, ΒΒ και Ψ είχαν εκδοθεί: α) η ... έκθεση επικίνδυνης οικοδομής από άποψη στατική και δομική του Δήμου ..., που χαρακτήριζε πλήρως αιτιολογημένα γιατί είναι επικίνδυνη η πολυκατοικία της οδού ... αρ. ..., β) η ... έκθεση επικίνδυνης οικοδομής του Δήμου ..., η οποία, επίσης, ανέφερε τους λόγους που κρίνεται επικίνδυνη η ίδια πιο πάνω πολυκατοικία, γ) η ... έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης οικοδομής, που αιτιολογημένα έκρινε ποιες είναι οι παραβάσεις στην ως άνω πολυκατοικία, που την καθιστούν αυθαίρετη και επέβαλε τα προαναφερόμενα πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης, δ) η ... αναθεώρηση προϊσταμένου του Γραφείου Πολεοδομίας ..., που απέρριπτε την ένσταση της κατηγορουμένης κατά της με αριθμό ... έκθεσης επικίνδυνης οικοδομής, ε) η ... απόφαση της Γενικής Δ/νσης Περιφέρειας, στ) η με αριθ. Πρωτ. ΠΕΧΩ ... τριτοβάθμιο έκθεση επικινδύνου οικοδομής της ίδιας ως άνω υπηρεσίας, που συμπλήρωνε την προηγούμενη απόφαση, ζ) η με αριθ. πρωτ. ΠΕΧΩ ... απόφαση της Γενικής Δ/νσης Περιφέρειας, συμπληρωματική της ΠΕΧΩ ..., και είχαν διεξαχθεί οι δύο πραγματογνωμοσύνες που προκάλεσε η εταιρεία "EUROMET A.E.", η κατηγορουμένη υπέβαλε την ως άνω μήνυσή της, ενώ γνώριζε ότι τα όσα απέδιδε με αυτή στους κατηγορούμενους ήταν ψευδή και ότι η αλήθεια, την οποία αυτή γνώριζε την 7-6-2002, ενόψει των όσων είχαν προηγηθεί και αναφέρονται παραπάνω, ήταν ότι στην πολυκατοικία της οδού ... αρ. ... είχε κατασκευαστεί υπόγειο ύψους 1,65 μ. και εμβαδού 217 τ.μ., ενώ το προβλεπόμενο από την άδεια οικοδομής υπόγειο ήταν μόνο 21 τ.μ., ότι καταργήθηκαν οι συνδετήριες δοκοί μεταξύ των πεδίλων θεμελιώσεως σε αυτή, μειώθηκε το βάθος θεμελιώσεως σε - 0,30 μ. αντί - 2,20 μ., κατασκευάστηκε μία επιπλέον φέρουσα πλάκα, η οποία ανστιστοιχεί σε οροφή υπογείου ή δάπεδο ισογείου, ότι κατά την ανοικοδόμηση της πολυκατοικίας της οδού ... αρ. ... χρησιμοποιήθηκε μειωμένος συντελεστής σεισμικότητας (ε=0,04 αντί ε=0,08), ότι τα κατακόρυφα φέροντα στοιχεία αυτής είχαν ανεπίτρεπτα μικρή διατομή, η θεμελίωσή της είχε μορφή μεμονωμένων πεδίλων, τα οποία δεν είχαν την απαιτούμενη απόσταση μεταξύ τους, αντί του ενδεδειγμένου τρόπου θεμελιώσεως με εσχάρα διασταυρουμένων πεδιλοδοκών ή κοιτόστρωσης, υπήρχε σε αυτή υπέρβαση τάσεων σε δύο θεμέλια, ότι η πολυκατοικία της οδού ... αρ. ... ήταν επικίνδυνη από στατικής και δομικής άποψης και ότι η θεμελίωση της πολυκατοικίας αυτής δεν ήταν ικανή να παραλάβει ομοιόμορφα τις μικρού μεγέθους καθιζήσεως που σημειώθηκαν, με αποτέλεσμα να παρατηρηθούν ρηγματώσεις των τοιχοποιών πληρώσεως, στρεβλώσεις κασών κ.λ.π. των διαμερισμάτων αυτής. Περαιτέρω, η αλήθεια ήταν ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε γνωριμία με τους υπαλλήλους του Δήμου ... ΑΑ και ΒΒ, δεν πίεζε αυτούς να εκδώσουν τις προαναφερόμενες πράξεις και ούτε δημόσια έλεγε τη φράση "όλη η Πολεοδομία ... είναι δική μου, ότι τους λέω κάνουνε", όπως υποστηρίζει η κατηγορουμένη εν γνώσει της αναλήθειας και των περιστατικών αυτών. Το γεγονός μάλιστα αυτό έμεινε εντελώς αναπόδεικτο, αφού κανένας από τους μάρτυρες που πρότεινε η κατηγορουμένη δεν το επιβεβαιώνει. Ειδικότερα, αυτή στο από 2-6-2003 απολογητικό της υπόμνημα ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών ανέφερε ότι ο Ψ, παρουσία της ΗΗ, περί τα μέσα 2001, ανέφερε ότι "όλη η Πολεοδομία ... είναι δική του, ότι τους λέω κάνουνε". Η ΗΗδεν εξετάσθηκε μέχρι σήμερα ως μάρτυρας. Κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απολογία της η κατηγορουμένη ανέφερε ότι ο μηχανικός της "EUROMET A.E." ΖΖ της είπε τη φράση ότι "η Πολεοδομία είναι δική μου". Ηδη στο παρόν Δικαστήριο ο σύνηγορός της κατηγορουμένης δήλωσε ότι αυτή τις πράξεις που απέδωσε με τη μήνυσή της στο Ψ ήθελε να της αποδώσει στον αδελφό του ΩΩ, που ήταν και ο νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας. Τούτο, όμως, διαψεύδεται από το πιο πάνω απολογητικό της υπόμνημα ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, στη σελίδα 3 του οποίου καθιστά σαφές ότι όσα καταμαρτυρεί με τη μήνυσή της στον πολιτικώς ενάγοντα αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπό του, ανεξάρτητα από το αν είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της "EUROMET A.E.". Αλλωστε η κατηγορουμένη έβλεπε στο χώρο της οικοδομής και τα δύο ... Παπαδογιάννης κατέθεσε ότι η ίδια η κατηγορουμένη του είπε, ότι όταν τελείωσε μία αυτοψία της είπε στο αυτί ο Ψ "έχουμε την Πολεοδομία δική μας" κα σε άλλο σημείο της κατάθεσής του αναφέρει ότι η κατηγορουμένη του είπε ότι πληροφορήθηκε από το μηχανικό ΕΕ ότι είπε ο μηνυτής την επίμαχη φράση. Ο γυιός της κατηγορουμένης κατέθεσε ότι, όπως του είπε η ίδια, τη φράση αυτή της είπε ο Ψ. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η φράση που αποδίδεται στον πολιτικώς ενάγοντα και η ηθική αυτουργία αυτού στις πράξεις που αποδόθηκαν στους συγκατηγορουμένους του δεν ειπώθηκε από αυτόν και αποτελεί αποκύημα της φαντασίας της κατηγορουμένης. Με το περιεχόμενο της πιο πάνω μήνυσης, του οποίου έλαβαν γνώση ο Εισαγγελέας που την παρέλαβε, δικαστικοί υπάλληλοι, δικηγόροι και δικαστές, η κατηγορουμένη διέδωσε για το μηνυτή εν γνώσει της αναλήθειας τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτού, αφού τον εμφανίζει ως άτομο χωρίς ηθικούς φραγμούς, που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει αθέμιτα μέσα για να πετύχει τους σκοπούς του.
Κατ' ακολουθία όλων αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη των πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε την κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα, ένοχη των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27, 94 παρ.1, 98, 229 παρ.1, 224 παρ.2-1, και 363-362 του Π.Κ. τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές και έτσι δεν στέρησε την απόφαση νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, αιτιολογούνται οι παραδοχές της αποφάσεως, σύμφωνα με τις οποίες όσα περιστατικά η κατηγορουμένη διέλαβε στην, κατά του πολιτικώς ενάγοντος, υποβληθείσα έγκλησή της, προκειμένου να επιτύχει την άσκηση εναντίον του της ποινικής διώξεως, και στη συνέχεια η ίδια βεβαίωσε ενόρκως, αλλά και διέδωσε ενώπιον τρίτων, ήσαν ψευδή. Απέβλεπε δε αυτή με την ως άνω καταγγελία της, όχι μόνο να καταδιώξει τον εγκαλούντα για την εκ μέρους του τέλεση αξιόποινων πράξεων, και στη συνέχεια την καταδίκη του, αλλά και για όσα αυτή ενόρκως βεβαίωσε και στη συνέχεια διέδωσε ενώπιον τρίτων για τον εγκαλούντα, ενώ γνώριζε ότι ήσαν ψευδή. Αιτιολογείται επίσης, η παραδοχή κατά την οποία η κατηγορούμενη επεδίωκε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, με όσα αυτή κατήγγειλε γι' αυτόν, αφού τον εμφάνιζε ως άτομο χωρίς ηθικούς φραγμούς, που μπορούσε να πετύχει τους σκοπούς του μόνο με αθέμιτα μέσα.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, καθώς και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των ως άνω αποδείξεων αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση, του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, πλήττεται η απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία επήλθε από την παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ και την επιδίκαση υπέρ αυτού χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, ο οποίος δεν ήταν ο άμεσα παθών από τις πράξεις για τις οποίες αυτή καταδικάσθηκε, αλλά ο Ψ, που ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "EUROMET A.E.". Από τα πρακτικά, όμως, της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, είχε υποβάλλει την έγκλησή της κατά του Ψ, ο οποίος δήλωσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου παράσταση πολιτικής αγωγής, και όχι κατά του Ψ, δήλωση την οποία επανέλαβε και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, όπου και εξετάστηκε χωρίς να προβληθεί από μέρους της αναιρεσείουσας ή από τον πληρεξούσιο συνήγορό της, οποιαδήποτε αντίρρηση για την παράστασή του.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής από 9-9-2008 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 του Κ.Πολ.Δικ και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Απριλίου 2008 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., και τους επ' αυτής από 9-9-2008 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 568/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση. Συκοφαντική δυσφήμηση. Αναίρεση με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Και απόλυτης ακυρότητας. Απορρίπτει αναίρεση και πρόσθετους λόγους.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Πρόσθετοι λόγοι.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1467/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιοβά, περί αναιρέσεως της 11105/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1521/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως, της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του Κ.Π.Δ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 11105/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, της αναιρεσείουσας και εκκαλούσας - κατηγορουμένης, εκπροσωπηθείσας στη δίκη εκείνη από το συνήγορό της Δημήτριο Γιοβά, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμό 50414/29-11-2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτή είχε καταδικασθεί για την πράξη της έκδοσης φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών. Από τη σχετική υπ' αριθμό 2420α/10-9-2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι η εκκαλούσα φερόμενη στην έφεση ως κάτοικος ..., ζήτησε την παραδοχή της εφέσεώς της και την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως με αριθμό 50414/29-11-2004 γιατί εσφαλμένα εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο... . Επίσης, η ως άνω εκκαλούσα, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς της, είχε προβάλει με την ενσωματωμένη στην έκθεση εφέσεως, εξουσιοδότηση με χρονολογία 10-9-2007, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "1. διότι κατά την επίδοσιν του κλητηρίου θεσπίσματος (χρόνος κλητεύσεως), η διαμονή μου ήταν γνωστή, διέμενον επί της οδού ...και ευχερώς ηδύνατο η επιδίδουσα Εισαγγελική Αρχή να πληροφορηθεί ταύτην και επομένως ακύρως εδικάσθην απών, επί τη βάσει της ακύρως κατά το άρθρο 156 ΚΠΔ, γενομένης επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος. 2. Διότι η ως άνω απόφασις παρέσχεν εις εμέ το δικαίωμα ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, ρητά αναφερομένη εν αυτή.... " η τυχόν ασκηθείσα έφεσις να έχει ανασταλτικόν αποτέλεσμα υπό τον όρο καταβολής εγγυήσεως ποσού 6.000 ευρώ", πλην όμως και αύτη επεδόθη εις εμέ, ως αγνώστου διαμονής και ούτω η κατά τοιούτον τρόπον επίδοσις τυγχάνει άκυρος, εφόσον ήμην πρόσωπο γνωστής διαμονής, διαμένων εις την διεύθυνσιν ..., ούτω δε ενόψει της αυτεπαγγέλτως ερευνωμένης ακυρότητος των ως άνω επιδόσεων (κλητηρίου θεσπίσματος και αποφάσεων), η ασκηθείσα σήμερον έφεσίς μου τυγχάνει εμπρόθεσμος, λαμβανομένου υπόψιν, ότι έλαβον γνώσιν την 7-9-2007, ότε προσήλθον εις το Α.Τ ..., διά την έκδοσιν δελτίου ταυτότητος, παρέχων άμα εις αυτόν την ειδικήν εντολήν και πληρεξουσιότητα περί τούτου.." Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε, και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτήν της εκκαλούμενης αποφάσεως, περιοριζόμενη στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό με την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ενώπιον του ακροατηρίου αυτού του Δικαστηρίου προέκυψαν τα εξής: Η εκκαλούσα - κατηγορούμενη καταδικάσθηκε ερήμην με την υπ' αριθμ. 50414/29-11-2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης για την πράξη της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών. Η παραπάνω εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα η οποία δεν ήταν παρούσα κατά την απαγγελία της όπως και σε όλη τη διάρκεια της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε αυτή, ως αγνώστου διαμονής, δηλαδή με επίδοση του αντιγράφου της στον αρμόδιο υπάλληλο ... υπάλληλο, που όρισε ο Δήμαρχος ..., στις 24-6-2005 αφού προηγουμένως η κατηγορουμένη δεν βρέθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία της, στην οδό ... όπου και αναζητήθηκε. Ειδικότερα όπως προκύπτει από το από... αποδεικτικό επίδοσης απόφασης της επιμελήτριας Δικαστηρίων Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... η τελευταία βεβαιώνει ότι η κατηγορουμένη δεν βρέθηκε στην ως άνω τελευταία γνωστή κατοικία της, ότι ήταν άγνωστης διαμονής (για τη δικαστική αρχή που είχε εκδώσει το επίδικο έγγραφο) και ότι ύστερα από έρευνα διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχουν στην πιο πάνω κατοικία ή αλλού συγγενείς της κατηγορουμένης, από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 156§1 ΚΠΔ. Η εκκαλούσα ασκεί την υπό κρίση έφεση στις 10-9-2007, όπως προκύπτει από την ανάγνωση στο ακροατήριο της σχετικής έκθεσης ασκήσεως εφέσεως, δηλαδή μετά την παρέλευση των δέκα ημερών από την ως άνω ημερομηνία επιδόσεως της εκκαλουμένης απόφασης (24-6-2005). Ως λόγο ασκήσεως της ένδικης εφέσεως εκπροθέσμως, επικαλείται επί λέξει τα εξής: 1. Διότι κατά την επίδοσιν του κλητηρίου θεσπίσματος (χρόνος κλητεύσεως) η διαμονή μου ήτο γνωστή, διέμενον επί της οδού ... και ευχερώς ηδύνατο η επιδίδουσα Εισαγγελική Αρχή να πληροφορηθεί ταύτην και επομένως ακύρως εδικάσθην απών, επί τη βάσει της ακύρως κατά το άρθρον 156 Κ.Π.Δ γενομένης επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος. 2. Διότι η ως άνω απόφασις παρέσχεν εις εμέ το δικαίωμα ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, ρητά αναφερόμενη εν αυτή... "η τυχόν ασκηθείσα έφεσις να έχει ανασταλτικόν αποτέλεσμα υπό τον όρο καταβολής εγγυήσεως ποσού 6.000,00 ευρώ, πλην όμως και αυτή επεδόθη εις εμέ, ως αγνώστου διαμονής και ούτω η κατά τοιούτον τρόπον επίδοσης τυγχάνει άκυρος, εφόσον ήμην πρόσωπο γνωστής διαμονής, διαμένων εις την διεύθυνσιν ..., ούτω δε εν όψει της αυτεπαγγέλτως ερευνούμενης ακυρότητας των άνω επιδόσεων (κλητηρίου θεσπίσματος και αποφάσεως) η ασκηθείσα σήμερον έφεσίς μου τυχγάνει εμπρόθεσμος, λαμβανομένου υπ' όψιν, ότι έλαβον γνώσιν περί της ως άνω αποφάσεως, την 7-9-2007, ότε προσήλθον εις το Α.Τ ..., δια την έκδοσιν δελτίου ταυτότητας". Από την εκτίμηση του λόγου ασκήσεως της ένδικης εφέσεως εκπροθέσμως, προκύπτει ότι η εκκαλούσα βάλλει κατά της εγκυρότητας της προς αυτήν επιδόσεως της πρωτόδικης απόφασης, επικαλούμενη ότι η κατοικία της κατά το χρόνο της επίδοσης ήταν εκεί όπου το όργανο που διενήργησε την επίδοση φέρεται ότι την αναζήτησε αλλά εκείνη βρέθηκε απούσα, δηλαδή ότι, αναληθώς αναφέρεται ότι μετέβη το όργανο στην παραπάνω διεύθυνση, ..., αφού αν πραγματικά την αναζητούσε εκεί, θα διαπίστωνε ότι εκεί ήταν η κατοικία της. Ο ισχυρισμός αυτός που συνιστά και το λόγο δικαιολόγησης του εκπροθέσμου της εφέσεως, είναι χωρίς νόμιμη επιρροή, καθώς το αποδεικτικό επίδοσης που συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 161 του ΚΠΔ, έχει ως προς τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτό πλήρη αποδεικτική δύναμη, ωσότου προσβληθεί για πλαστότητα σύμφωνα με το άρθρο 162 εδ. α του ίδιου Κώδικα και τέτοια προσβολή δεν έγινε από την εκκαλούσα (βλ. σχετ. την ΑΠ 498/2005 ΠοινΛογ 2005.454). Σημειώνεται δε ότι και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος από άλλον δικαστικό επιμελητή και συγκεκριμένα από την ... δικαστική επιμελήτρια της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, έγινε ως σε κατηγορούμενο άγνωστης διαμονής, αφού και εκείνη την αναζήτησε, όπως βεβαιώνεται στο από 10-9-2004 αποδεικτικό, στην ίδια παραπάνω διεύθυνση, όπου δεν βρέθηκε ούτε η ίδια ούτε κανένα άλλο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 του Κ.Π.Δ πρόσωπα. Εφόσον δε ούτε άλλος λόγος ακυρότητας της επίδοσης της εκκαλουμένης προβάλλεται, ούτε λόγος ανώτερης βίας, η παραπάνω επίδοση υπήρξε σύννομη και η προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως άρχισε από αυτήν. Επομένως, η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ενόψει της απορρίψεως του ως άνω ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου, πρέπει να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης (άρ. 476 παρ.1 και 3 ΚΠοιν.Δ) και να καταδικασθεί η εκκαλούσα στα έξοδα, κατ' άρθρο 476 παρ.1 και 583 παρ.1 Κ.ΠοινΔ.".
Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε η εκκαλούσα δεν προέβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή άλλην.... διεύθυνση κατοικίας και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστής διαμονής, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας της, που αναφέρεται στη μήνυση, ως τελευταία γνωστή κατοικία της, στην οδό ..., ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήαρμοσε ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Τέλος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, περί απολύτου ακυρότητας, γιατί όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως, δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-9-2008 αίτηση της ... κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμό 11105/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε την έφεση, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού, ότι ήταν γνωστής διαμονής. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1466/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σταματάκη, περί αναιρέσεως της 3543/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1419/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 περ. δ' του Ν. 3037/2002, "απαγόρευση παιγνίων" ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος), κατά δε το άρθρο 2 § 1 του αυτού νόμου απαγορεύεται η διεξαγωγή, εκτός άλλων, και των ανωτέρω ηλεκτρονικά διεξαγομένων παιγνίων, καθώς και η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών, σε δημόσια γενικά κέντρα, (όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσεως), και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, ενώ με το άρθρο 4 § 1 του ίδιου νόμου τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παραγρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 3543/2008 απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε από πρόθεση την πράξη για την οποία κατηγορείται. Ειδικότερα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος διατηρεί επί της οδού ... κατάστημα "..." στο οποίο ο μάρτυρας ..., αστυνομικός, σε γενόμενο έλεγχο της 27/11/2002 διαπίστωσε ότι είχε εγκαταστήσει σε λειτουργία εννέα - 9 - ηλεκτρονικούς υπολογιστές, εκ των οποίων ένας (1) αποτελούσε τη μονάδα επεξεργασίας (κεντρική) - SERVER, ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με τους υπόλοιπους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και μέσω του οποίου ετίθετο σε λειτουργία το απαγορευμένο παίγνιο "Φρουτάκια". Κατά τη στιγμή της εισόδου του αστυνομικού στο κατάστημα αυτός διαπίστωσε ότι σε όλους τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δηλαδή και στους οκτώ (8) οι ισάριθμοι παίκτες του καταστήματος έπαιζαν όλοι "Φρουτάκια" ταυτόχρονα, αυτό έγινε τουλάχιστον για 5 λεπτά, όπότε ο αστυνομικός ειδοποίησε και άλλους συναδέλφους του οι οποίοι εισήλθαν στο κατάστημα και διαπίστωσαν τα ίδια. Επακολούθησε έλεγχος και βρέθηκαν σε συρτάρι κάτω από τον πάγκο του μπαρ α) δύο χειριστήρια ασύρματα που χρησίμευαν για την ενεργοποίηση και απενεργοποίηση του απαγορευμένου παιγνίου "Φρουτάκια" από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές β) ένα τετράδιο στο οποίο αναγράφονταν διάφορα ονόματα παικτών - πελατών, κατ' αύξοντα αριθμό οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές στους οποίους διενεργείτο το παίγνιο καθώς και το χρηματικό ποσό που στοιχιμάτιζε - "ποντάριζε" κάθε παίκτης για τη διενέργεια του παιγνίου και γ) ένα ημερολόγιο επιτραπέζιο, στην τελευταία σελίδα του οποίου αναγράφονταν οδηγίες - κωδικοί για τη διαδικασία ενεργοποίησης - απενεργοποίησης του παιγνίου στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερθέντα η διενέργεια του ως άνω παιγνίου γινόταν όχι μέσω διαδικτύου αλλά με λογισμικό πρόγραμμα μέσω μονάδας (κεντρικής) επεξεργασίας. Ο ισχυρισμός ότι όλοι οι παίχτες έπαιζαν μέσω διαδικτύου το ως άνω παίγνιο δεν κρίνεται πειστικός αφενός ενόψει των προαναφερθέντων ευρημάτων (μονάδα κεντρικής επεξεργασίας, χειριστήριο, τετράδιο, ημερολόγιο) και αφετέρου γιατί θεωρείται απίθανο όλοι οι χρήστες των υπολογιστών, τον ίδιο χρόνο μέσω διαδικτύου να επισκεφθούν την ίδια ιστοσελίδα και να "κατεβάσουν" το ίδιο πρόγραμμα. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος απορριπτομένων ως αβασίμων των αυτοτελών ισχυρισμών που θα είχαν βασιμότητα, εάν το παίγνιο διεξήγετο μέσω διαδικτύου, καθόσον παρά την έκδοση της από 26/10/2006 (υπόθεση c-65/05 αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή διενέργεια τυχηρών παιγνίων δια μέσου ηλεκτρονικών υπολογιστών εξακολουθεί να είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ΒΔ 29/71 (βλ. 5266/06/8-2-2007 έγγραφο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου)".
Στη συνέχεια, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα, τον κήρυξε ένοχο του ότι "Στο ..., στις 27-11-2002, με πρόθεση ο ..., εκμεταλλευόμενος-ιδιοκτήτης του καταστήματος "..." που βρίσκεται στο ..., είχε εγκαταστήσει και επέτρεπε μέσα σε αυτό τη διεξαγωγή του απαγορευμένου ηλεκτρονικά διεξαγόμενου παιγνίου και συγκεκριμένα, είχε εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία εννέα ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στους οκτώ εκ των οποίων διενεργούνταν ηλεκτρονικά το απαγορευόμενο παίγνιο ΦΡΟΥΤΑΚΙΑ, από ισάριθμους παίκτες, ενώ ένας ήταν μια κεντρική μονάδα επεξεργασίας (SERVER), μέσω της οποίας ετίθεντο σε λειτουργία οι παραπάνω ηλεκτρονικοί υπολογιστές". Σημειώνεται, όμως, ότι από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, είχε καταδικασθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για την αξιόποινη πράξη του ν. 3037/2002, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής του, δέχεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, ότι ο κατηγορούμενος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, γιατί "η διενέργεια τυχηρών παιγνίων δια μέσου ηλεκτρονικών υπολογιστών, εξακολουθεί να είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του Β.Δ 29/1971", χωρίς να παρατίθενται στη συνέχεια σ' αυτήν (απόφαση) οι σχετικές διατάξεις που έτυχαν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Έτσι, όμως, είναι πρόδηλο ότι το Τριμελές Εφετείο, δεν εφάρμοσε τις έχουσες εν προκειμένω εφαρμογή, ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 3 παρ. 1, 4 του Ν. 3037/2002, αλλά εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του Β.Δ 29/1971.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 3543/12-5-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση του νόμου 3037/2002- ηλεκτρονικά παιγνίδια "ΦΡΟΥΤΑΚΙΑ". Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και γ) αντισυνταγματικότητας. Αναιρεί για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των οικείων ποινικών διατάξεων και παραπέμπει.
|
Παίγνια ηλεκτρονικά
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παίγνια ηλεκτρονικά.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1465/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 κατοίκου ... και 2. Χ2 κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πρόκο, περί αναιρέσεως της 2793/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Πανάγο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Ιανουαρίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τα από 2 Φεβρουαρίου 2009 χωριστά δικόγραφα προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 128/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι επ' αυτών πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση α) από 9 Ιανουαρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και β) από 9 Ιανουαρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ2 κατά της υπ' αριθμό 2793/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει, λόγω τη πρόδηλης συνάφειάς τους, να συνεκδικασθούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 2682/1999 "Διαρρυθμίσεις εις την φορολογία των αυτοκινήτων οχημάτων και άλλες διατάξεις", η φορολογητέα αξία για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης των επιβατικών αυτοκινήτων, διαμορφώνεται από την άθροιση των παρακάτω στοιχείων α) την τιμή χονδρικής πώλησης από τον κατασκευαστή οίκο του αυτοκινήτου, όπως αυτή εμφανίζεται στους υποβαλλομένους τιμοκαταλόγους στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή, από τους επισήμους διανομείς των αυτοκινήτων, όπως αυτοί προσδιορίζονται από τον κανονισμό 1475/1995 της επιτροπής της 28ης Ιουνίου 1995 (EEL 145/1995) και β) τα έξοδα ασφαλίσεως και μεταφοράς που αυτοκινήτου στη Χώρα. Η κατά τα ανωτέρω τιμή χονδρικής πωλήσεως δεν δύναται να είναι μικρότερη της πραγματικής πληρωθείσης ή πληρωτέας αξίας (τιμή αγοράς). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στην τιμή χονδρικής πωλήσεως υπό του κατασκευαστικού οίκου του αυτοκινήτου, περιλαμβάνεται ολόκληρος ο εξοπλισμός του αυτοκινήτου, ήτοι το κλιματιστικό, το ραδιοκασετόφωνο κλπ.
Συνεπώς, για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας του αυτοκινήτου, αναμφίβολα περιλαμβάνεται και η αξία του προαιρετικού (EXTRA) εξοπλισμού του αυτοκινήτου, που προστίθεται στην αξία του. Εξάλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου, και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ1), νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MEGA CARS ΑΕ", στα πλαίσια της εμπορικής δραστηριότητας αυτής, με περισσότερες από μια πράξεις, τις οποίες τέλεσε, από πρόθεση κατ' εξακολούθηση, κατά το χρονικό διάστημα από 16-1-2001 μέχρι και 30-8-02 εισήγαγε, μεταξύ των άλλων τα αναφερόμενα στο διατακτικό οχήματα από χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που τέθηκαν σε καθεστώς φορολογικής αποθήκης, υπό τους όρους άρθρου 133 του ν. 2960/2001, και με σκοπό να αποφύγει την καταβολή του τέλους ταξινόμησης, καθώς και τον ανάλογο ΦΠΑ, δεν δήλωσε, κατά τον εκτελωνισμό τους την πραγματική αγοραία αξία, με βάση την οποία καθορίζεται η φορολογητέα αξίας τους, κατά τους όρους των άρθρων 7 νόμου 2682/1999 (ίσχυσε μέχρι 31-12-2001) και 126 του ν. 2690/2001 (που ισχύει από 1-1-02) επί της οποίας υπολογίζεται το τέλος ταξινόμησης, ενώ για την επίτευξη του σκοπού του αυτού προέβη σε υποτιμολόγηση των οχημάτων με τον εξής τρόπο: Απαίτησε και ο πωλητές αυτών (όπως τα στοιχεία αυτών αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό) εξέδωσαν δύο τιμολόγια. Στο ένα αναγραφόταν η αξία του οχήματος, χωρίς την αξία των πρόσθετων (προαιρετικών) εξαρτημάτων που έφεραν, και στο δεύτερο η αξία των τελευταίων. Τα τιμολόγια με την αξία των πρόσθετων εξαρτημάτων (που αναφέρονται κατ' είδος για καθένα των οχημάτων στα υπό στοιχεία 1, 2, 3 και 4 οχήματα, εκδόθηκαν με φερόμενη ως αγοράστρια την εταιρία με την επωνυμία "GET-ELECTRONIC-LTD", που ανήκει στον ίδιο όμιλο με την "MEGA CARS" της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ2) και για τα υπόλοιπα στο όνομα της "MEGA CARS". Κατά τον εκτελωνισμό των οχημάτων αυτών (που έλαβε χώρα, κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό τόπους και χρόνους), ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά την υποβολή των σχετικών δικαιολογητικών δεν υπέβαλλε στις αρμόδιες Τελωνειακές Αρχές, ως ήταν υποχρεωμένος, και τα δύο τιμολόγια για την αγοραία αξία των οχημάτων, αλλά μόνο το ένα (εκείνο που ανέγραφε την αξία του χωρίς τα πρόσθετα εξαρτήματα) εμφανίζοντας έτσι αυτήν (αγοραία αξία) μικρότερη της πραγματικής. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα η φορολογητέα αξία των οχημάτων να υπολογιστεί, με βάση τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 7 ν. 2682/1999 και 126 ν. 2960 του 2001, σε ποσά μικρότερα της πράγματι πληρωθείσης. Συνακόλουθα υπολογίσθηκαν μειωμένα τα τέλη ταξινόμησης και ο Φ.Π.Α. με ισόποση ζημία του Ελληνικού Δημοσίου και αντίστοιχη ωφέλεια της υπό του πρώτου κατηγορουμένου εκπροσωπούμενης εταιρίας (MEGA CARS), τα οποία απέφυγε να καταβάλλει η τελευταία κατά τον εκτελωνισμό τους. Τα επί πλέον τέλη ταξινόμησης και ο Φ.Π.Α., που απέφυγε να καταβάλλει η εν λόγω εταιρία, ανέρχονται στα ποσά που σημειώνονται στο διατακτικό για κάθε όχημα και είναι ανάλογα, με βάση τα κριτήρια των προαναφερόμενων διατάξεων, του ποσού της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ της πραγματικής φορολογητέας αξίας (διαμορφωθείσης με τα δύο τιμολόγια) και της δηλωθείσης από τον κατηγορούμενο, με την υποβολή μόνον του ενός τιμολογίου. Συνολικά τα τέλη ταξινόμησης και ο ΦΠΑ που δεν καταβλήθηκε κατά τον εκτελωνισμό των οχημάτων, ανέρχονται στο ποσό των 30.926,221 ευρώ, που υπερβαίνει εκείνο των 30.000 ευρώ. Στην επιβαρύνσεις, που ο κατηγορούμενος, σκόπευε να στερήσει από το Ελληνικό Δημόσιο περιλαμβάνεται και ο ΦΠΑ, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων για το ότι ο φόρος αυτός, όσον αφορά τα πρόσθετα εξαρτήματα καταβλήθηκε κατά την εισαγωγή τους. Προς τούτο θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Κατά το άρθρο 155 παρ. 1 β νόμου 2960/2001, λαθρεμπορία είναι και οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ενωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Κατά το άρθρο 133 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι τα κοινοτικά οχήματα δύνανται να τίθενται σε καθεστώς φορολογικής αποθήκης και για το χρονικό διάστημα που παραμένουν στο καθεστώς αυτό τελούν σε αναστολή καταβολής του τέλους ταξινόμησης και του Φ.Π.Α., ενώ κατ' άρθρο 128 του ως άνω νόμου, η υποχρέωση καταβολής των επιβαρύνσεων αυτών γεννάται, κατά την έξοδό τους από το καθεστώς αυτό και καθίστανται απαιτητές οι επιβαρύνσεις (τέλη ταξινόμησης και ΦΠΑ) για τα αποστελλόμενα από τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, την 15η ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν που γεννήθηκε η υποχρέωση καταβολής των επιβαρύνσεων αυτών. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, τα οχήματα που αναφέρονται στο διατακτικό, μετά την εισαγωγή του, όπως συνομολογούν και οι κατηγορούμενοι, τέθηκαν σε καθεστώς φορολογικής αποθήκης, και για το διάστημα αυτό τελούσαν σε αναστολή καταβολής των εν λόγω επιβαρύνσεων, ενώ ο χρόνος εκτελωνισμού τους και συνακόλουθα η υποχρέωση καταβολής αυτών είναι μεταγενέστερος της εισαγωγής τους. Αντίθετα ο ΦΠΑ που αφορά τα πρόσθετα εξαρτήματα, καταβλήθηκε, κατά την εισαγωγή τους, ενώ αυτά φέρονται να εισήχθησαν και κατά τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, ως ανεξάρτητα εξαρτήματα και όχι ενσωματωμένα στα συγκεκριμένα αυτοκίνητα. Πρόκειται δηλαδή για είσπραξη των επιβαρύνσεων αυτών (Φ.Π.Α.) κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος για την καταβολή του εν λόγω φόρου όσον αφορά τα κοινοτικά οχήματα που είχαν τεθεί σε καθεστώς φορολογικής αποθήκης. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι τα πρόσθετα προαιρετικά εξαρτήματα (για τα οποία γίνεται λόγος στο διατακτικό) τα έφεραν τα συγκεκριμένα οχήματα κατά τον εκτελωνισμό τους, ενώ στα δικαιολογητικά που υπέβαλλε ο κατηγορούμενος, για τον εκτελωνισμό τους και τον καθορισμό των τελών ταξινόμησης και ΦΠΑ, υπήρχε συνημμένο έγγραφο όπου γινόταν λεπτομερής αναφορά του πρόσθετου (προαιρετικού) εξοπλισμού που έφερε καθένα των οχημάτων. Τα δε πρόσθετα τέλη ταξινόμησης και ο ΦΠΑ υπολογίσθηκαν με βάση τις εκθέσεις των διαφυγόντων φόρων, των αρμοδίων υπαλλήλων που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται πιο πάνω. Εξάλλου ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ2) εκπρόσωπος της εταιρίας "GET-ELECTRONIC-LTD", αν και γνώριζε τον επιδιωκόμενο από τον συγκατηγορούμενό του σκοπό, δέχτηκε και εκδόθηκαν για τα υπό στοιχεία ..., ..., ... και ... οχήματα τιμολόγια, στα οποία φερόταν ως αγοράστρια, η ως άνω, υπ' αυτού εκπροσωπούμενη εταιρία, των προσθέτων εξαρτημάτων που έφεραν τα συγκεκριμένα αυτοκίνητα. Με τον τρόπο όμως αυτό παρείχε απλή συνδρομή στον συγκατηγορούμενό του πριν και κατά την τέλεση των επιμέρους πράξεων που αναφέρονται στο διατακτικό, υπό στοιχεία 1, 2, 3 και 4. Ενόψει όλων αυτών οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό. Τα αιτήματά τους για αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως ως αόριστα, καθόσον δεν εκθέτουν πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή τους, δεδομένου ότι η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό της με τον οποίο είναι γνωστή στην νομική ορολογία δεν καθιστά τον ισχυρισμό αυτό ορισμένο (ΑΠ 807/2007). Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός τους αυτός είναι και αβάσιμος, καθόσον από κανένα των αποδεικτικών στοιχείων δεν επιβεβαιώθηκε ότι αυτοί μέχρι την τέλεση των αποδιδομένων πράξεων έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή και εν γένει κοινωνική ζωή. Να σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι, δεν παραιτήθηκαν από τα ένδικα μέσα, που τους παρέχει το άρθρο 152 του ν. 2960 και δεν κατέβαλλαν, όπως συνομολογείται, το καταλογισθέν από τις αρμόδιες αρχές πολλαπλό τέλος για τις προαναφερόμενες παραλείψεις τους και συνακόλουθα δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 158 παρ. 1 του ν. 2960".
Στη συνέχεια το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, και ήδη αναιρεσείοντες, και ειδικότερα τον μεν Χ1 της πράξεως της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση, το δε Χ2 της απλής συνέργειας στην πράξη του πρώτου, και τους επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 ετών στον πρώτο και 2 ετών και 6 μηνών στο δεύτερο, ενώ μετέτρεψε τις ποινές φυλακίσεως προς 5 ευρώ την ημέρα για τον καθένα. Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 17, 18, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 47, 51, 53, 83, και 98 του Π.Κ, και 126 παρ.1, 155 παρ.1 στοιχ. β, 2 στοιχ. θ', 157 παρ.1 στοιχ.β' περ. γ, 158 του ν. 2690/2001, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, στα οποία στήριξε την ενοχή των κατηγορουμένων και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων Χ1, με την ιδιότητα που προαναφέρθηκε, αυτή του νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας, εισήγαγε στην ελληνική επικράτεια, από Χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα αναφερόμενα στο διατακτικό αυτοκίνητα και, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή του πραγματικού τέλους ταξινόμησης, καθώς και τον αναλογούντα ΦΠΑ, δεν δήλωσε κατά την διαδικασία του εκτελωνισμού στις αρμόδιες Τελωνειακές αρχές, την πραγματική αγοραία αξία τους, αλλά μικρότερη. Συγκεκριμένα, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία, ο αναιρεσείων Χ1, προκειμένου να επιτύχει το σκοπό του, δηλαδή τη μειωμένη καταβολή του τέλους ταξινόμησης, απαίτησε προηγουμένως, από τους πωλητές των αυτοκινήτων οχημάτων, να εκδώσουν δυο τιμολόγια για κάθε εισαγόμενο αυτοκίνητο και στο μεν ένα τιμολόγιο να αναγράφεται η αξία του οχήματος, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται σ' αυτή η αξία των πρόσθετων (ΕΧΤRΑ) εξαρτημάτων του οχήματος, ενώ στο δεύτερο να αναγράφεται χωριστά η αξία των διακεκριμένων (πρόσθετων) εξαρτημάτων. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή κατά την οποία ο πιο πάνω αναιρεσείων, κατά τη διαδικασία του εκτελωνισμού, δεν υπέβαλε στην αρμόδια τελωνειακή αρχή και τα δυο συναφή με την αξία του ίδιου οχήματος τιμολόγια, αλλά μόνο εκείνο στο οποίο αναγραφόταν η αξία του οχήματος, χωρίς συνυπολογισμό των πρόσθετων εξαρτημάτων και σε μεταγενέστερο χρόνο υπέβαλε το δεύτερο τιμολόγιο σχετικό με την αγοραία αξία των πρόσθετων εξαρτημάτων του οχήματος. Έτσι, με τον τρόπο αυτό ο υπολογισμός για το τέλος ταξινόμησης του αυτοκινήτου, γινόταν όχι επί της πραγματικής φορολογητέας αξίας, που απαρτιζόταν τόσο από την αξία του οχήματος, όσο και από την αξία των πρόσθετων εξαρτημάτων, αλλά σε μειωμένη φορολογητέα αξία, αφού με τον τρόπο αυτό του χωριστού εκτελωνισμού, ο υπολογισμός της φορολογητέας αξίας, γινόταν άλλοτε μεν μόνο για την αξία του οχήματος, άλλοτε δε χωριστά για την αξία των πρόσθετων εξαρτημάτων. Με τον τρόπο δε αυτό, επέτυχε ο πιο πάνω αναιρεσείων, να καταβάλλει μειωμένα χρηματικά ποσά, όπως αυτά αναφέρονται στο διατακτικό της αποφάσεως. Αιτιολογείται επίσης, η παραδοχή κατά την οποία με την ως άνω συμμετοχική δράση του κατηγορουμένου Χ1 απέφυγε αυτός την καταβολή ποσού προς το Ελληνικό Δημόσιο, 30.926,20 ευρώ, το οποίο ζημιώθηκε το Δημόσιο, με αντίστοιχη ωφέλεια του ίδιου του αναιρεσείοντος. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι για τον υπολογισμό και την επιβολή του τέλους ταξινόμησης, αναμφισβήτητα περιλαμβάνονται και τα πρόσθετα εξαρτήματα του οχήματος. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή, σχετικά με τη συμμετοχική δράση του δεύτερου των αναιρεσειόντων, Χ2 σύμφωνα με την οποία, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "GET-ELECTRONIC LTD", συμφερόντων του ομίλου "MEGA CARS", φέρεται η πιο πάνω εταιρεία, που αυτός εκπροσωπούσε, να έχει αγοράσει τα αναγραφόμενα στα επίμαχα τιμολόγια, πρόσθετα εξαρτήματα, κατά τρόπον ώστε να εμφανίζεται διαφορετικός ο κύριος και κάτοχος αυτών των εξαρτημάτων, τελώντας σε γνώση της ως άνω δραστηριότητας του συγκατηγορουμένου του Χ1 ότι δηλαδή ο τελευταίος επιδίωκε τον εκτελωνισμό των οχημάτων, με την καταβολή μειωμένων τελών και δασμών, με την προσκομιδή και εμφάνιση χωριστών τιμολογίων. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, περί εσφαλμένης εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω η αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε χωρίς ειδική αιτιολογία τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Χ1 ότι "ο προαιρετικός εξοπλισμός των προς εκτελωνισμό μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, λήφθηκε από το βιβλίο τεχνικών προδιαγραφών της κατασκευάστριας εταιρείας και όχι μετά από έλεγχο των αρμοδίων τελωνειακών αρχών, κατά τον εκτελωνισμό", προεχόντως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σε κάθε, όμως, περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός, αποτελούσε αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, για την απόρριψη του οποίου δεν ήταν αναγκαίο το δικαστήριο, να διαλάβει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επίσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, η αιτίαση ότι υφίσταται αντίφαση από το γεγονός ότι ενώ, στο αιτιολογικό γίνεται δεκτό ότι καταβλήθηκε ο ΦΠΑ για τα πρόσθετα εξαρτήματα, ταυτόχρονα κηρύχθηκε ένοχος για μη καταβολή του Φ.Π.Α. Τούτο γιατί, η παραδοχή στο αιτιολογικό της αποφάσεως, ότι καταβλήθηκε ο αναλογών Φ.Π.Α για τα πρόσθετα εξαρτήματα, τα οποία ας σημειωθεί αυτά φορολογήθηκαν αυτοτελώς, αποτελεί εντελώς διαφορετικό γεγονός από την περίπτωση εκείνη κατά την οποία ο υπολογισμός της φορολογητέας αξίας, υπό κανονικές συνθήκες, θα ελάμβανε χώρα επί της συνολικής αγοραίας αξίας του αυτοκινήτου, συμπεριλαμβανομένης και αυτής των πρόσθετων εξαρτημάτων, οπότε όχι μόνο το συνολικό ποσό της αγοραίας αξίας θα ήταν μεγαλύτερο, αλλά και ο αναλογών Φ.Π.Α, οπωσδήποτε θα υπολογιζόταν σε μεγαλύτερο συνολικό ποσό και όχι σε μικρότερο, στο οποίο τελικά υπολογίσθηκε. Τέλος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, περί εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 157 παρ.1 στοιχ. β περ. τρίτη του ν. 2960/2001, που προβλέπει ότι επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους, εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση, ανέρχονται τουλάχιστο στο ποσό των τριάντα (30.000) ευρώ και άνω, αφού σε σχέση με τον αναιρεσείοντα Χ1 οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο, από την από μέρους του τέλεση της κατ' εξακολούθηση λαθρεμπορίας, υπερβαίνων το ποσό των 30.000 ευρώ, που είναι το όριο για την επιβολή της πιο πάνω ποινής, και συγκεκριμένα ανέρχονται στο ποσό των 30.926,20 ευρώ. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η διάταξη του άρθρου 157 παρ.1 στοιχ. β περ. τρίτη του ν. 2960/2001 "περί Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα", που ισχύει από 1-1-2002, είναι ηπιότερη της προγενέστερης αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 102 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' του ν.1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικα", που προέβλεπε ότι επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως ενός έτους, εάν οι δασμοί, φόροι, τέλη ή δικαιώματα, των οποίων στερήθηκε το Δημόσιο, ανέρχονται σε σημαντικό ποσό, αφού ήδη τίθεται χρηματικό όριο για την επιβολή της πιο πάνω ποινής, η οποία δεν μπορεί να επιβληθεί σε περίπτωση κατά την οποία οι δασμοί, φόροι κλπ, υπολείπονται του ορίου αυτού.
Συνεπώς, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1, 12 και 98 παρ.2 του Π.Κ, επί κατ' εξακολούθηση λαθρεμπορίας, η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 157 παρ.1 στοιχ. β' περ. τρίτη του ν. 2960/2001, ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους, θα επιβληθεί τόσο για τις μετά την ισχύ του νόμου αυτού τελεσθείσες μερικότερες πράξεις λαθρεμπορίας, όσο και για τις προ της ισχύος του, μετά όμως την ισχύ του νόμου 2721/1999 τελεσθείσες μερικότερες πράξεις, εφόσον το συνολικό ποσό των διαφυγόντων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που ζημιώθηκε το δημόσιο, από όλες τις πράξεις, ήτοι τόσον τις μετά την ισχύ του νόμου 2960/2001, όσον και τις προ της ισχύος του και μέχρι 3-6-1999, υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως στο σύνολό τους, καθώς και οι επ' αυτών πρόσθετοι λόγοι, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα πρέπει να επιβληθούν χωριστά στον καθένα (583 παρ.1 Κ.Π.Δ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δικ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει α) την από 9 Ιανουαρίου 2009 αίτηση του Χ1 κατοίκου ... και τους επ' αυτής από 2 Φεβρουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους και β) την από 9 Ιανουαρίου 2009 αίτηση του Χ2 κατοίκου ... και τους επ' αυτής από 2 Φεβρουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 2793/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθενα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, από διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λαθρεμπορία κατ' εξακολούθηση και απλή συνέργεια. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος λαθρεμπορίας. Στοιχειοθετείται η τέλεση της πράξεως με τη χωριστή δασμολόγηση του οχήματος από Χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πρόσθετων εξαρτημάτων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει αναιρέσεις και πρόσθετους λόγους.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συνέργεια, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 1464/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... κατοίκου ... που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Άϊντα Κολοβού - Τζαβέλλα περί αναιρέσεως της 329/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Το Τριμελές Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 409/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Τέλος, κατά το άρθρο 88 παρ.1 του ισχύοντος κατά τον προκείμενο κρίσιμο χρόνο Ν.3386/2005 "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου..... και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους, ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. Συνιστά επιβαρυντική περίπτωση και επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, για κάθε μεταφερόμενο άτομο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή με σκοπό το παράνομο κέρδος, ή αν ο υπαίτιος είναι δημόσιος υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του, σε σχέση με τον ήδη αναιρεσείοντα, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, οδηγώντας το ...Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και ως προπομπός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου διευκόλυνε και προώθησε στο εσωτερικό της χώρας 10 Αλβανούς λαθρομετανάστες, οι οποίοι είχαν επιβιβασθεί στο δεύτερο αυτοκίνητο. Επίσης κατελήφθη να οδηγεί το πιο πάνω αυτοκίνητο χωρίς να έχει την κατά νόμο άδεια οδήγησης. Όλα αυτά αποδείχθησαν από τις σαφέστατες καταθέσεις των μαρτύρων, συνοριοφυλάκων, ... και ... , οι οποίοι κατέθεσαν ότι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ξεκίνησε μπροστά από το αυτοκίνητο που είχε τα 10 άτομα και ότι ήταν μαζί και πήγαιναν μαζί και τα 2 αυτοκίνητα. Την κατάθεσή τους δε αυτή και την κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί του ότι αυτός ήταν προπομπός του 2ου αυτοκινήτου δεν μπορεί να αναιρέσει η κατάθεση των μαρτύρων υπεράσπισής του, η οποία ήταν ασαφής και αόριστη. Γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος των πράξεων αυτών, όπως στο διατακτικό". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχον τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, του ότι: "Στις 22 Νοεμβρίου 2006, σε αγροτική περιοχή του ... : Α) ως οδηγός μεταφορικού μέσου προώθησε στο εσωτερικό της Χώρας αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, καθόσον στερούνταν παντελώς των νόμιμων και απαραίτητων, ταξιδιωτικών εγγράφων εισόδου. Συγκεκριμένα, ως προπομπός, οδηγώντας το με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, προπορεύετο και διευκόλυνε την πορεία του ... αυτοκινήτου, με το οποίο προωθούντο παράνομα 10 λαθρομετανάστες προς το εσωτερικό της Χώρας. Β) Οδηγούσε όχημα χωρίς να κατέχει την κατά νόμο προβλεπόμενη άδεια ικανότητας οδήγησης. Ειδικότερα, στα άνω τόπο και χρόνο κατελήφθη να οδηγεί το με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, χωρίς να κατέχει την κατά νόμο ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας Β ή άλλη νομική άδεια ικανότητας οδήγησης, έχουσας ισχύ εντός της ελληνικής επικράτειας", επέβαλε δε στον κατηγορούμενο το Δικαστήριο της ουσίας συνολική ποινή φυλάκισης 57 μηνών και 15 ημερών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, προς 5 ευρώ την ημέρα, και συνολική χρηματική ποινή 14.050 ευρώ. Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, και όχι της απλής συνέργειας, όσον αφορά την πρώτη πράξη, όπως αβασίμως αυτός ισχυρίζεται, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94, του Π.Κ, 88 παρ.1α του ν. 3386/2005, και 94 παρ.1, 3, 5 του ΚΟΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων, που επέβαινε στο υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος, προπορεύονταν σε μικρή απόσταση 5-6 μέτρων του ετέρου οχήματος με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ μάρκας COYPE OCTAVIA, στο οποίο επέβαιναν οι δέκα (10) λαθρομετανάστες, και το οποίο οδηγούσε συγκατηγορούμενός του, με τον οποίο ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, διατηρούσε επαφή, μέσω ενδοεπικοινωνίας με τη χρήση κινητών τηλεφώνων, ώστε σε περίπτωση εμφάνισης κατά τη διαδρομή προς το εσωτερικό της Χώρας, συνοριοφυλάκων, να τον ειδοποιήσει έγκαιρα, και να λάβει τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να αποφύγει οποιοδήποτε έλεγχο. Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων οδηγούσε όχημα χωρίς να κατέχει την κατά νόμο προβλεπόμενη άδεια ικανότητας οδηγήσεως αυτοκινήτου.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα παραπάνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο Δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν είναι αρκετή μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει ή ο χαρακτηρισμός με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Η κατά τρόπο αόριστο προβολή των ισχυρισμών αυτών, δεν δημιουργεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να απαντήσει και συνεπώς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν απόρριψή τους. Περαιτέρω, για να συντρέξουν οι από το άρθρ.84 παρ. 2 εδ. α και ε του ΠΚ προβλεπόμενες ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής κατά το μέτρο του άρθρ. 83 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να συνδυάζονται με περιστατικά, τα οποία πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δεν υπέβαλε ούτε ο ίδιος, ούτε δια της συνηγόρου του που τον εκπροσώπησε στη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ανάλογο αίτημα, δηλαδή να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά την τέλεση των πράξεων του (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α και ε του ΠΚ) και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν είχε καμία υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή τους ειδικά και εμπεριστατωμένα, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, σχετικός λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα: α) ότι δεν έχει εκτιμηθεί ορθά το αποδεικτικό υλικό, και β) ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε οποιαδήποτε συμμετοχή του αναιρεσείοντος, στην προώθηση των αλλοδαπών προσώπων και συγκατηγορουμένων του, είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιβάλλοντας σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους για κάθε μεταφερόμενο λαθρομετανάστη, ποινή την οποία αυτός θεωρεί ως ιδιαίτερα αυστηρή, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού η επιβληθείσα για καθένα μεταφερόμενο λαθρομετανάστη ποινή, ευρίσκεται εντός των διαγραφομένων από την οικεία ποινική διάταξη, ορίων. Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος προς εξέταση, άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί οι αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση του ... κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμό 329/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μεταφορά. Προώθηση στη Χώρα λαθρομεταναστών. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεν απαιτείται αιτιολογία ως προς την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, αφού δεν υποβλήθηκε ανάλογο αίτημα. Δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, με την επιβολή ποινής φυλακίσεως (1) έτους για κάθε λαθρομετανάστη, η οποία κείται εντός των ορίων που θέτει η σχετική ποινική διάταξη. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Αναλογικότητας αρχή.
| 0
|
Αριθμός 1463/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Αθανασόπουλο περί αναιρέσεως της 81-82/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Απριλίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 716/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά τη διάταξη του άρθρου 258 του Π.Κ, ''υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα''. Η διάταξη της περ. γ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5 β του ν. 2721/1999 και ορίσθηκε ότι ο υπάλληλος τιμωρείται ''με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: α) ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 Ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των 73.000 Ευρώ (25.000.000 δρχ.). Από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτή εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει και την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 ΠΚ υπεξαιρέσεως, απαιτείται. α) ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένων (ολικά ή μερικά) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε, θεωρούνται εκείνα που βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται από το αστικό δίκαιο, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α του ίδιου Κώδικα, γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή χρήματα υπό την υπαλληλική ιδιότητα, αδιάφορο αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να ήταν κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη, που ενέχει τη γνώση ότι το ξένο πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και η θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΠΚ, ορίζεται ότι "με την ίδια ποινή (της προηγουμένης παραγράφου 1) τιμωρείται ο υπάλληλος ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του". Εξάλλου, υπάλληλος κατά μεν το άρθρο 13 περ. α' του ΠΚ, είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, κατά δε το άρθρο 13 περ. γ' του ΠΚ έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νοθεύσεως εγγράφου από υπάλληλο κατά την έννοια της άνω διατάξεως του εδ. α' του άρθρου 13 του ΠΚ, προϋπόθεση είναι η εκ προθέσεως μεταβολή της εννοίας του εγγράφου κατά τρόπο που επηρεάζει ή ματαιώνει το περιεχόμενο της αποδεικτικής ισχύος του, που δύναται να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό. Η μεταβολή αυτή δύναται να τελεστεί, είτε με την προσθήκη στο κείμενο του εγγράφου ψηφίων, αριθμών, φράσεων κλπ, είτε και με την απόσβεση ή ξέση τέτοιων στοιχείων καθ' οιονδήποτε τρόπο και με την αναγραφή αντί αυτών άλλων. Ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της νοθεύσεως εγγράφου κατά την παρ. 2 του άρθρου 242 ΠΚ, δύναται να είναι και ο εκδότης του, εφόσον η μεταβολή του περιεχομένου του προκλήθηκε από αυτόν, χωρίς δικαίωμα σε χρόνο κατά τον οποίο τούτο έλαβε τη θέση έναντι εννόμου σχέσεως σύμφωνα με τον προορισμό του ή κάποιος άλλος απέκτησε δικαίωμα στη διατήρηση του αρχικού του περιεχομένου.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση δε με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα σ' αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα ότι από τη χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία της κατηγορουμένης και τη συζήτηση γενικά της υπόθεσης αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά τις ...., στα ... , η κατηγορουμένη συμβολαιογράφος, ως υπάλληλος του αναγκαστικού πλειστηριασμού, που επισπευδόταν σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Φ1 από την δανείστρια εταιρία με την επωνυμία ΜΠΙΤΟΥΛΑΙΝ ΑΒΕΕ, έχοντας από τις ... συντάξει την υπ' αρ. ... πράξη πλειστηριασμού και κατακύρωσης στους υπερθεματιστές α) ... των περιγραφόμενων στην εν λόγω πράξη υπό στοιχεία 1-1 και 1-4 ακινήτων του καθ' ου Φ1 με επιτευχθέν πλειστηριασμό 8.500.000 και 6.600.000 δραχμών αντίστοιχα και β) .... και .... του υπό στοιχείο 1-2 ακινήτου καθ' ου, με επιτευχθέν πλειστηρίασμα 8.600.000 δραχμών (συνολικά 23.700.000 δρχ. ή 69.552,46 €), το οποίο έλαβε τότε στην κατοχή της από τους καταβαλόντες αυτό υπερθεματιστές, προέβη στη σύνταξη των συναφών υπ' αρ. ...και ... περιλήψεων κατακυρωτικών εκθέσεων. Σ' αυτές τις εκθέσεις, τις οποίες συνέταξε η κατηγορουμένη με την ιδιότητα της υπαλλήλου του πλειστηριασμού (άρθρο 959 Κ.Πολ.Δικ.), που εμπίπτει στην έννοια του υπαλλήλου κατ' άρθρο 13 περιπτ. α Π.Κ., αφού μνημονεύει ότι τα ποσά του πλειστηριάσματος είχαν καταβληθεί σ' αυτή εμπρόθεσμα από τους υπερθεματιστές, βεβαιώνει στη συνέχεια εν γνώσει της ψευδώς ότι το πλειστηρίασμα "κατατέθηκε (από αυτή) στο ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Γραφείο ...)". Γιατί όχι μόνον κατά τη σύνταξη των περιλήψεων κατακυρωτικών εκθέσεων (...) δεν είχε κατατεθεί το πλειστηριασμό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από την κατηγορουμένη, η οποία όφειλε να το είχε παρακαταθέσει εντός τριών ημερών από τον πλειστηριασμό (άρθρο 965 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.), που είχε συντελεσθεί στις ..., αλλά ούτε μεταγενέστερα, μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (...), οπότε δήλωσε με την απολογία της ότι θα προέβαινε σε σύνταξη του πίνακα κατάταξης των αναγγελθέντων στον πλειστηριασμό δανειστών για τη σειρά και το μέτρο ικανοποίησης των απαιτήσεων τους από το πλειστηριασμό. Έτσι εκδήλωσε η κατηγορουμένη με τρόπο αναμφίβολο τη βούληση της παράνομης ιδιοποίησης του χρηματικού ποσού των 23.700.000 δραχμών (69.552,26 €), το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο ιδιοποίησης του (...), τα πρόσωπα των παθόντων και τις λοιπές περιστάσεις, κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Χρησιμοποίησε δε η κατηγορουμένη για την επίτευξη του σκοπού της παράνομης ιδιοποίησης του ως άνω ποσού ιδιαίτερα τεχνάσματα, δια της ψευδούς βεβαιώσεως στις υπ' αρ. ... και ... περιλήψεις κατακυρωτικών εκθέσεων ότι το πλειστηρίασμα είχε παρακατατεθεί από αυτή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η οποία (ψευδής βεβαίωση) απέβλεπε στον παραπλανητικό εφησυχασμό των αναγγελθέντων στον πλειστηριασμό δανειστών, ότι φυλασσόταν ασφαλώς στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το διανεμητέο σ' αυτούς ποσό του πλειστηριάσματος, ώστε να αποδώσουν την καθυστέρηση είσπραξης του από αυτούς στη μη έγκαιρη σύνταξη από την κατηγορουμένη πίνακα κατάταξης των δανειστών και να μην αναζητήσουν τούτο από την κατηγορουμένη που σκόπευε να το ιδιοποιηθεί και το ιδιοποιήθηκε παράνομα (εντός 10ημέρου από τη σύνταξη των περιλήψεων κατακυρωτικών εκθέσεων). Εξάλλου η κατά τη διάταξη του άρθρου 965 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ. παρακατάθεση του πλειστηριάσματος μέσα σε τρεις ημέρες από τον πλειστηριασμό, που επιβάλλεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού συμβολαιογράφο μετά την καταβολή σ' αυτόν του πλειστηριάσματος σε μετρητά από τον υπερθεματιστή - συντελούμενη μόλις γίνει η κατακύρωση και πριν παραδοθεί το πράγμα στον υπερθεματιστή (άρθρο 965 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.) - "επιφέρει απόσβεση της ενοχής σαν να είχε γίνει κατά το χρόνο της κατάθεσης καταβολή από τον οφειλέτη" (άρθρο 431 ΑΚ) και "ο δανειστής έχει το δικαίωμα οποτεδήποτε να απαιτήσει από την αρχή το αντικείμενο που έχει κατατεθεί" (άρθρο 432 εδ. α' ΑΚ).
Συνεπώς, βεβαιώνοντας στις 2 περιλήψεις κατακυρωτικών εκθέσεων, εν γνώσει της αναληθώς η κατηγορουμένη ότι είχε παρακατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ληφθέν από αυτή εμπροθέσμως (την...) πλειστηρίασμα των 69.552 €, βεβαίωνε ψευδώς ως υπάλληλος του πλειστηριασμού για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Γιατί, αν είχε πραγματικά συντελεσθεί η παρακατάθεση, τότε θα είχε επέλθει απόσβεση της υποχρέωσης της κατηγορουμένης σαν να είχε γίνει κατά το χρόνο της κατάθεσης καταβολή από την ίδια προς τους αναγγελθέντες στον πλειστηριασμό δανειστές, οι οποίοι αντιστοίχως θα μπορούσαν να απαιτήσουν το παρακατατεθέν πλειστηρίασμα κατά τα οριζόμενα στο σχετικό πίνακα κατάταξης, που έπρεπε πάλι αυτή να συντάξει σε συνάρτηση με το παρακαταθετέο πλειστηρίασμα. Γι' αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά νόμο, ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η παρακατάθεση από αυτή του πλειστηριάσματος δεν είχε έννομες συνέπειες, όπως επίσης απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός της ότι η πράξη της φέρει χαρακτήρα εκμετάλλευσης διαπεπιστευμένων (άρθρο 257 Π.Κ.), καθ' όσον τόσο ο τρόπος και τα μέσα που μετήλθε όσο και ο μακρός χρόνος (άνω της 6ετίας) μέχρι την αποζημίωση των παθόντων, καταδεικνύει ότι στο δόλο της κατηγορουμένης περιλαμβανόταν η παράνομη ιδιοποίηση του πλειστηριάσματος για δικές της προτεραιότητες (σε σύγκριση με το υποδεέστερο κατ' αυτήν δημόσιο καθήκον της), δηλαδή η ενσωμάτωση του πλειστηριάσματος στην περιουσία της και όχι ο τοκισμός ή η εκμετάλλευση των χρημάτων για συγκεκριμένη ανάγκη της, με πρόθεση επιστροφής τους μετά τη λήξη της εν λόγω ανάγκης. Η κατηγορουμένη ομολόγησε τις πράξεις της, επικαλούμενη αόριστα οικονομικές δυσκολίες της και εκδήλωσε μεταμέλεια. Κατά συνέπεια πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη των αξιοποίνων πράξεων που της αποδίδονται με τα ελαφρυντικά του προηγούμενου έντιμου βίου και της ειλικρινούς μεταμέλειας (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α', δ' Π.Κ.)". Στη συνέχεια το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε την αναιρεσείουσα- κατηγορουμένη ένοχη των πράξεων: α) της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα και β) της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, και της επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και δυο (2) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς πέντε (5) ευρώ την ημέρα. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 258 περ. γ' και 242 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα περιστατικά και αιτιολογείται πλήρως η κρίση του Δικαστηρίου για την τέλεση εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας, τόσο της πράξεως της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ, όσο και εκείνης της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση. Πράγματι, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες σύμφωνα με τις οποίες: α) η κατηγορουμένη, όντας συμβολαιογράφος και ορισθείσα επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, του επισπευδόμενου σε βάρος του οφειλέτη Φ1 αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτων του, και ενώ είχε συντάξει με την ως άνω ιδιότητά της στις ..., την υπ' αριθμό ... πράξη πλειστηριασμού και κατακύρωσης στους υπερθεματιστές των αναφερομένων ακινήτων του οφειλέτη, με επιτευχθέν τίμημα από 8.500.000 δραχμές (ήδη 24.945 ευρώ) και 6.600.000 δραχμές (ήδη 19.369 ευρώ) αντίστοιχα στην πρώτη περίπτωση και 8.600.000 δραχμές (ήδη 25.238 ευρώ) στη δεύτερη περίπτωση, προσέτι δε ότι η ίδια είχε λάβει στην κατοχή της με την πιο πάνω ιδιότητά της, τα ως άνω χρηματικά ποσά, που αντιπροσώπευαν το εκπλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε, εν τούτοις βεβαίωσε ψευδώς, ότι το εκπλειστηρίασμα που συνολικά επιτεύχθηκε από την εκποίηση των ακινήτων, κατατέθηκε από την ίδια στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, β) ότι το ως άνω χρηματικό ποσό συνολικού ύψους 23.700.000 δραχμών (ήδη 69.552,26) ευρώ, που κρίνεται αναμφισβήτητα ως ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, και το οποίο αυτή όφειλε να παρακαταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών από του πλειστηριασμού που έλαβε χώρα την ... αυτή το παρακράτησε με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως, αφού μέχρι και την εκδίκαση της εναντίον της κατηγορίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την ..., δεν το είχε παρακαταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και γ) ότι η αναιρεσείουσα προκειμένου να επιτύχει του εγκληματικού της σκοπού, αυτού της παράνομης ιδιοποιήσεως του ως άνω χρηματικού ποσού, χρησιμοποίησε ιδιαίτερα τεχνάσματα, με την εκ μέρους της σύνταξη των υπ' αριθμούς... και ... περιλήψεων κατακυρωτικών εκθέσεων, στις οποίες βεβαίωσε ψευδώς ότι το εκπλειστηρίασμα που είχε επιτευχθεί από την αναγκαστική εκποίηση των ακινήτων, είχε παρακατατεθεί από την ίδια στην αρμόδια προς τούτο αρχή. Περαιτέρω, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, περί του ότι: α) δεν εξειδικεύονται τα ειδικότερα τεχνάσματα που αυτή χρησιμοποίησε, β) το ποσό των 69.552,26 ευρώ, δεν είναι ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, γ) στο αιτιολογικό δεν αναφέρεται ότι το υπεξαιρεθέν ποσό είναι ξένο πράγμα, δ) δεν συρρέουν αληθινά τα εγκλήματα για τα οποία αυτή καταδικάσθηκε, και ε) υπάρχει σύγχυση και αμφιβολία ως προς τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη, προκειμένου να στηρίξει την κρίση περί ενοχής. Τούτο, γιατί όσον αφορά: την υπό στοιχείο (α) αιτίαση, εξειδικεύονται κατά τα ανωτέρω, τα ιδιαίτερα τεχνάσματα που χρησιμοποίησε η αναιρεσείουσα, με την εκ μέρους της ψευδή βεβαίωση, περί του ότι το επιτευχθέν πλειστηρίασμα κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, την υπό στοιχείο (β) αιτίαση, αφού το ποσό των 69.552,26 ευρώ, θεωρείται ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, την υπό στοιχείο (γ) αιτίαση, αφού το υπεξαιρεθέν χρηματικό ποσό, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ξένο, την υπό στοιχείο (δ) αιτίαση, γιατί συρρέουν αληθινά τα αδικήματα για τα οποία αυτή καταδικάσθηκε και την υπό στοιχείο (ε) αιτίαση, αφού η αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, το Πενταμελές Εφετείο της φράσεως "από τη χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος", Φ1 που εξετάσθηκε ενόρκως στο ενλόγω δικαστήριο, οφείλεται σε προφανή παραδρομή.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με αυτούς πλήττεται, με την επίκληση κατ' επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των ως άνω αποδείξεων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 8 Απριλίου 2008, αίτηση της Χ1 κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμό 81-82/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουνίου 2009.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα (άρθρο 258 Π.Κ). Ψευδής βεβαίωση κατ' εξακολούθηση. Αναίρεση με την επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και β) της απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επάγεται ακυρότητα από το γεγονός ότι από παραδρομή στην έκθεση των αποδεικτικών μέσων, γίνεται αναφορά ότι λήφθηκε υπόψη και η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, που δεν είχε εξετασθεί. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία.
| 0
|
Αριθμός 1462/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 52876/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 36/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 42/27.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και513 παρ.1 εδ.α' ΚΠΔ, την 98/12-9-2008 αίτηση αναιρέσεως των καταδικασμένου Χ1 κατοίκου ... κατά της 52876/08 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών, με την οποία το δικαστήριο τούτο απέρριψε την προσφυγή του κατά της 21/08 Διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμ/κών Αθηνών που διέταξε την εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής του, την οποία με προηγούμενη απόφασή του είχε μετατρέψει σε ποινή παροχή κοινωνικής εργασίας,[άρθρο 82 ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα: 2-Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που το άσκησε.
3-Κατά το άρθρο 465 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 6 παρ. 5 του Ν. 1653/1986, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 2 (το άρθρο 465 παρ. 1 παραπέμπει από προφανή παραδρομή στην παρ. 1 αντί στην παρ. 2 του άρθρου 96). Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Στις περιπτώσεις ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος, καθώς και κατά αποφάσεως, όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του. Αν η προθεσμία αυτή παρήλθε άπρακτη το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ. Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι για το παραδεκτό της ασκήσεως του ένδικου μέσου με αντιπρόσωπο το πληρεξούσιο απαιτείται να υπάρχει κατά το χρόνο της ασκήσεώς του και ότι η σχετική εντολή, στερείται αξίας αν αυτή δόθηκε μεταγενεστέρως ή αν εγκρίθηκε εκ των υστέρων από τον αντιπροσωπευόμενο η άσκηση του ένδικου μέσου, διότι η έγκριση αυτή δεν καλύπτει την ανυπαρξία της εντολής. [ΑΠ.1488/05,ΑΠ.877/91 ΝΟΒ 39/1436,ΑΠ.508/89 ΝΟΒ 89/793,,ΑΠ.1060/90].
4-Κατά το άρθρο 504 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία, ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρ.370). Η απόφαση όμως με την οποία το δικαστήριο αποφαίνεται για τη μετατροπή ή μη της ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο μετά την κήρυξη της ενοχή του, είτε εκδίδεται στην ίδια δίκη είτε σε μεταγενέστερη κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου ή του εισαγγελέα, σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ.13 Π.Κ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.2 του ν.2479/1997, δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας, ούτε υπάγεται σε κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 504 Κ.Π.Δ, ή σε άλλη ειδική διάταξη νόμου που επιτρέπει την αναίρεση. [Α.Π. 8/01 Π.ΛΟΓ. 01/48, Π.ΧΡ. 01/594, Α.Π. 1578/04 Π.ΛΟΓ 04/1984, Π.ΔΙΚ 05/564, Α.Π. 1861/05 Π.ΛΟΓ 05/1766, Α.Π. 1310/05 Π.ΛΟΓ 05/1217]. Επομένως, η απόφαση για την μετατροπή ή η μη της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε ποινή παροχής κοινωνικής εργασίας, ακόμη και η απόρριψη της προσφυγής του κατηγορουμένου από το τριμελές πλημμ/κείο του τόπου παροχής της εργασίας κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμ/κών που διέταξε την εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής στην περίπτωση που η παρεχόμενη απ' αυτόν εργασία είναι ελλιπής ή πλημμελής, δεν προσβάλλεται με αίτηση αναιρέσεως .[άρθρο 82 παρ. 8 ΠΚ]. 5- Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμ/κείο Αθηνών με την 44234/07 απόφασή του μετέτρεψε τη συνολική ποινή του αναιρεσείοντος-καταδικασμένου διάρκειας 4 ετών και 34 μηνών σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. Πλην όμως ο Εισαγγελέας Πλημμ/κών Αθηνών με την 21/08 διάταξή του διέταξε την εκτέλεση της προαναφερόμενης ποινής του καταδικασμένου για το λόγο ότι η παρεχόμενη απ' αυτόν κοινωφελής εργασία ήταν πλημμελής. Ο ανωτέρω προσέφυγε στο Τριμελές Πλημμ/κείο Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη 52876/08 απόφασή του απέρριψε την προσφυγή του. Ήδη ο ανωτέρω με την κρινόμενη αίτησή του ζητά την αναίρεση της απορριπτικής αυτής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε για λογαριασμό του από τον εμφανισθέντα ως αντιπρόσωπό του Γεώργιο Σκούτα, δικηγόρο Αθηνών, δυνάμει της θεωρημένης για το γνήσιο της υπογραφής της και συνημμένης από 11-9-08 εξουσιοδοτήσεώς του. Πλην όμως, όπως προκύπτει από την έκθεση της αιτήσεως αναιρέσεως και της επικαλούμενης εξουσιοδότησης, η μεν αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 2008, η δε εξουσιοδότηση δόθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2008, ήτοι μετά την άσκηση της αναιρέσεως και ακόμη μετά την πάροδο είκοσι ημερών από την άσκησή της, μέσα στην οποία μπορούσε να προσκομισθεί η σχετική εξουσιοδότηση στον αρμόδιο γραμματέα. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του νόμου. 6-Κατ' ακολουθία, η εισαγόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη τόσο διότι στρέφεται εναντίον απόφασης κατά της οποίας δεν προβλέπεται, όσο και διότι ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της. Εν όψει τούτων, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε συμβούλιο, επιβάλλεται το μεν να απορρίψει ως απαράδεκτη την ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως του καταδικασμένου, το δε να καταδικάσει αυτόν στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 98/12-9-2008 αίτηση αναιρέσεως των καταδικασμένου Χ1 κατοίκου ... κατά της 52876/08 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών, και
Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής".
Αφού άκουσε
την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από κλητεύτηκε, όπως προκύπτει από το από ... αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ. α ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος, που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, κηρύσσεται αυτό απαράδεκτο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά απόφασης, η οποία, όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370 ΚΠΔ). Η απόφαση, όμως, με την οποία το δικαστήριο αποφαίνεται για τη μετατροπή ή μη της ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο μετά την κήρυξη της ενοχής του, είτε εκδίδεται στην ίδια δίκη, είτε σε μεταγενέστερη, μετά από αίτηση του κατηγορουμένου ή του εισαγγελέα, σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ. 13 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2479/1987, δεν είναι τελειωτική της κατηγορίας, ούτε υπάγεται σε κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 504 ΚΠΔ ή σε άλλη ειδική διάταξη νόμου που επιτρέπει την αναίρεση. Κατά συνέπεια, η απόφαση για τη μετατροπή ή μη της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε ποινή παροχής κοινωνικής εργασίας, ακόμη και η απόρριψη της προσφυγής του κατηγορουμένου από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο του τόπου παροχής της εργασίας κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που διέταξε την εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής στην περίπτωση που η παρεχόμενη απ' αυτήν εργασία είναι ελλιπής ή πλημμελής, δεν προσβάλλεται με αίτηση αναίρεσης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 465 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 6 παρ. 5 του ν. 1653/1986, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 2 ΚΠΔ. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Στις περιπτώσεις άσκησης ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος, καθώς και κατά απόφασης, όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του. Αν η προθεσμία αυτή παρήλθε άπρακτη το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι για το παραδεκτό της άσκησης του ένδικου μέσου με αντιπρόσωπο απαιτείται να υπάρχει κατά το χρόνο της άσκησής του η σχετική εντολή, στερείται δε αξίας αν αυτή δόθηκε μεταγενεστέρως ή αν εγκρίθηκε εκ των υστέρων από τον αντιπροσωπευώμενο η άσκηση του ένδικου μέσου, διότι η έγκριση αυτή δεν καλύπτει την ανυπαρξία της εντολής. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης που έχει προσβληθεί (στην περίπτωση που εκκρεμεί το στάδιο της εκτέλεσής τους και την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που το άσκησε.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση όλων των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα περιστατικά: Με την υπ' αριθμ.54234/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών μετατράπηκε η συνολική ποινή του αναιρεσείοντος, καταδικασμένου σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και τριών μηνών με την υπ' αριθμ. 43889/2007 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου για την πράξη της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση, με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, κατά παραδοχή της από 5-7-2007 σχετικής αίτησής του. Στη συνέχεια όμως ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών με την υπ' αριθμ. 21/2008 διάταξή του διέταξε την εκτέλεση της προαναφερόμενης ποινής του αναιρεσείοντος για το λόγο ότι η παρεχόμενη απ' αυτόν κοινωφελής εργασία ήταν πλημμελής. Ο ανωτέρω προσέφυγε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 52876/2008 απόφασή του απέρριψε την προσφυγή του. Αυτός με την κρινόμενη αίτησή του ζητεί την αναίρεση της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Η κρινόμενη από 12-9-2008 αίτηση ασκήθηκε για λογαριασμό του αναιρεσείοντος από τον εμφανισθέντα ως αντιπρόσωπό του Γεώργιο Δημ. Σκούτα, δικηγόρο Αθηνών, δυνάμει της θεωρημένης για το γνήσιο της υπογραφής της και συνημμένης από 11-9-2008 εξουσιοδότησής του, όπως στην πρώτη παράγραφο της εν λόγω αίτησης ρητώς αναφέρεται. Πλην όμως, όπως προκύπτει από την έκθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της επικαλούμενης εξουσιοδότησης, η μεν αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 2008, όπως προαναφέρθηκε, η δε εξουσιοδότηση δόθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2008, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και την πάροδο είκοσι ημερών από την άσκησή της, μέσα στην οποία μπορούσε να προσκομισθεί στον αρμόδιο γραμματέα η σχετική εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος προς τον ως άνω δικηγόρο. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του νόμου κατά τα προεκτιθέμενα.
Κατ' ακολουθία, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, τόσον διότι στρέφεται εναντίον απόφασης κατά της οποίας δεν προβλέπεται το ένδικο μέσο της αναίρεσης, όσο και διότι ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της, μετά και την κλήτευσή του (βλ. το σχετικό από... αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ...) και μη εμφάνιση στο Συμβούλιο τούτο του ασκήσαντος για λογαριασμό του αναιρεσείοντος την κρινόμενη αίτηση δικηγόρου. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του καταδικασμένου Χ1 κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 52876/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση δεν επιτρέπεται κατά απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που απέρριψε την προσφυγή του κατηγορουμένου που διέταξε τη μετατροπή της ποινής παροχής κοινωνικής εργασίας και εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής του. Πότε πρέπει να προσκομίζεται η εξουσιοδότηση από το συνήγορο του αναιρεσείοντος όταν ασκεί την αίτηση αναίρεσης κατ' εντολή του (εικοσαήμερη προθεσμία προσκόμισης στον αρμόδιο γραμματέα από το χρόνο της άσκησής της). Επί απαραδέκτου άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης καλείται ο αναιρεσείων ή ο νόμιμα διορισμένος συνήγορός του στο Συμβούλιο για να εκθέσει τις απόψεις του (άρθρο 476 §1 ΚΠΔ) -.
|
Ποινή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ποινή.
| 0
|
Αριθμός 1461/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Στασινόπουλο, περί αναιρέσεως της 4132/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1434/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1α του ΠΚ "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικό ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται η αφαίρεση με θετική ενέργεια από την κατοχή άλλου ξένου εξ ολοκλήρου ή μερικώς κινητού πράγματος με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του. Από δε τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του Π.Κ. συνάγεται ότι για την ύπαρξη απόπειρας απαιτείται πράξη η οποία επιχειρείται με δόλο τέλεσης ορισμένους εγκλήματος και περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, σαν τέτοια δε πρέπει να θεωρηθεί κάθε ενέργεια του δράστη με την οποία, αν δεν ήθελε από οποιοδήποτε λόγο ανακοπεί, οδηγεί, αναμφισβήτητα, στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας ώστε κατά κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος επιχείρησε να εκτελέσει πλημμέλημα με μέσο ή κατά αντικειμένου τέτοιας φύσης ώστε να αποβαίνει απολύτως αδύνατη η τέλεση του εγκλήματος αυτού τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 83 μειωμένη στο μισό". κατά δε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου "όποιος επιχείρησε τέτοια απρόσφορη απόπειρα από ευήθεια παραμένει ατιμώρητος". Στην τελευταία αυτή περίπτωση η απροσφορότητα της απόπειρας είναι προφανής για τον οποιοδήποτε κανονικώς σκεπτόμενο άνθρωπο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για τέλεση της πράξεως της απρόσφορης απόπειρας από ευήθεια με συνακόλουθη συνέπεια την έλλειψη ικανότητας προς καταλογισμό, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 4132/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, στις ...εισήλθε στον Ιερό ναό του Αγίου ... και κρατώντας ένα φακό τύπου στυλό και ένα σύρμα προσπάθησε να αφαιρέσει χρήματα από ξύλινο κουτί - ταμείο υπέρ Φιλοπτώχων. Ειδικότερα, όπως προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, συνταξιούχος της ΕΤΕ από το έτος 1989, λόγω ψυχικών διαταραχών και δη καταθλιπτικών, φοβικών και υποχονδριακών συμπτωμάτων με χρόνια παρανοειδή στοιχεία, εμφανιζόταν τακτικά στον ως άνω ναό και παρέμεινε εκεί σβήνοντας τα κεριά μετά από άδεια του νεωκόρου .... Τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα 15.00 ο τελευταίος τον αντελήφθη από τον γυναικωνίτη, όπου βρισκόταν απασχολούμενος, να προσπαθεί με το φακό και το σύρμα που είχε στα χέρια του, να αφαιρέσει χρήματα από το προαναφερόμενο ταμείο, χωρίς όμως να είναι τούτο δυνατόν, αφού η εγκοπή για τη ρίψη των χρημάτων είναι πάρα πολύ στενή, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η επίτευξη του σκοπού του. Ο μάρτυρας νεωκόρος έκανε θόρυβο για να τον αποτρέψει, χωρίς όμως να του απευθύνει το λόγο, οπότε ο κατηγορούμενος, αφού δεν τον αντελήφθη, συνέχισε τις ως άνω απόπειρές του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Παρακολουθώντας τον ο μάρτυρας να συνεχίζει την προσπάθειά του, έκανε εκ νέου θόρυβο, οπότε ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε το ναό. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι από ευήθεια προέβη στην ανωτέρω πράξη και επομένως πρέπει να μη τιμωρηθεί δεν κρίνεται βάσιμος, αφού από όλη την ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσία, συμπεριφορά και απολογία του δεν προέκυψε τούτο. Συνακόλουθα, με βάση τα προεκτεθέντα πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος απρόσφορος απόπειρας αφού τα μέσα που χρησιμοποίησε για την απόπειρα της κλοπής δεν ήσαν ικανά να επιφέρουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο απρόσφορης απόπειρας κλοπής και του επέβαλε την ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μια τριετία.
Με βάση όμως τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ευηθείας του και εντεύθεν περί ατιμωρησίας του (για έλλειψη της ικανότητας προς καταλογισμό) κατά την απρόσφορη απόπειρα κλοπής χρημάτων από το ξύλινο κυτίο του Ιερού ναού του Αγίου ... που βρίσκεται στην οδό .... Πλέον συγκεκριμένα το ως άνω Δικαστήριο αναφέρει μόνο στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι "από όλη την ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσία, συμπεριφορά και απολογία του δεν προέκυψε τούτο" δηλονότι ότι ενήργησε με ευήθεια, χωρίς να προσδιορίζει ποία ήταν η παρουσία και η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ενώπιόν του από την οποία πείστηκε ότι αυτός δεν ενήργησε με ευήθεια όταν επιχείρησε την ανωτέρω απρόσφορη απόπειρά του, ούτε ότι από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν σ'αυτό [(ιατρικές βεβαιώσεις) γνωματεύσεις Υγειονομικής Επιτροπής Αθηνών, Πανεπιστημίου Αθηνών, Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και προσωρινό απολυτήριο Στρατού που αφορά τον αναιρεσείοντα], και αναγνώστηκαν δεν προέκυπτε η ευήθειά του, έχοντας κατά το χρόνο της τέλεσης της ως άνω πράξης ηλικία 52 ετών. Πρέπει να επισημανθεί ότι η ανωτέρω ανεπάρκεια και ασάφεια της αιτιολογίας της αποφάσεως δεν συμπληρώνεται από το τυπικό διατακτικό της. Είναι, επομένως, βάσιμος ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ και πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο είναι δυνατόν να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4132/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για από-πειρα κλοπής από συνήθεια. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απόπειρα, Κλοπή.
| 0
|
Αριθμός 1468/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη περί αναιρέσεως της 11577/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Πανάγο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1632/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 19 παρ.1, 4 του Ν. 2523/1997, για το οποίο η περί τούτου (δόλου) κρίση περιέχεται στην παραδοχή της εκδόσεως των εικονικών τιμολογίων. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε ότι από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάστηκε ένορκα στο ακροατήριο, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, καθώς και όσα η εκπροσωπούσα τον κατηγορούμενο συνήγορός του εξέθεσε για λογαριασμό του, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη ... είχε οργανωθεί και λειτουργούσε ευρύτερο κύκλωμα που εξαπατούσε τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου με την έκδοση πλαστών τιμολογίων, βάσει των οποίων εισέπραττε παρανόμως ιδιαίτερα υψηλά ποσά από επιστροφές ΦΠΑ για μηδέποτε πραγματοποιηθείσες ενδοκοινοτικές παραδόσεις αγαθών. Για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού χρησιμοποιούσαν τη μέθοδο των "στημένων" επιχειρήσεων μέσω υποκρυπτόμενων προσώπων που κατόρθωναν να λαμβάνουν παράνομες επιστροφές ΦΠΑ. Στην προκειμένη περίπτωση ιδρύθηκε η επιχείρηση του Ε1 με αντικείμενο την εμπορία ετοίμων ενδυμάτων, η οποία όμως ουδέποτε απέκτησε αληθινή υπόσταση με την έννοια της πραγματοποίησης πραγματικών εμπορικών συναλλαγών είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό. Αυτή ιδρύθηκε στο όνομα του Ε1 πλην όμως ενεργό και άμεση συμμετοχή στη διαχείριση της για την επίτευξη των ως άνω παράνομων σκοπών είχε και ο κατηγορούμενος ενεργώντας ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο. Για να υπάρχει τυπικά μία έδρα μισθώθηκε χώρος επί της οδού .... ιδιοκτησίας του Κ1 ενώπιον του οποίου, όπως ο ίδιος κατέθεσε στην από 23-10-2001 ένορκη κατάθεση του στα πλαίσια έρευνας που διενήργησαν υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας, εμφανίσθηκαν οι Ε1 και Χ1 προκειμένου να καταρτίσουν τη μίσθωση και ο ίδιος ο Ε1 παρουσία και του Χ1 του είπε "δεν θα χρειασθούμε φως και νερό" και ότι από εδώ και πέρα για το ενοίκιο και για οτιδήποτε άλλο θα έπρεπε να απευθύνεται στον Χ1 Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της επιχείρησης εκδόθηκαν εικονικά τιμολόγια ενδοκοινοτικών παραδόσεων για τις χρήσεις 1999 και 2000, συνολικού ύψους και για τις δύο χρήσεις 4.998.923,35 ευρώ, πετυχαίνοντας παράνομες επιστροφές ΦΠΑ συνολικού ύψους 883.851, 10 ευρώ και αποδέχθηκαν εικονικά τιμολόγια εσωτερικού. Μεταξύ των τελευταίων ήταν το αριθμ. ... τιμολόγιο εκδόσεως της εταιρίας FABRIC HOUSE A.E. με φερόμενο ως πελάτη την επιχείρηση του Ε1 για 12.200 τεμάχια "μπλούζες φούτερ 50% ακρυλικό και 50% cotton", ποσού 38.552.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 6.939.360 δρχ. Υποβλήθηκε αίτηση από την επιχείρηση του Ε1 στη ΔΟΥ ... για επιστροφή ΦΠΑ για το μήνα Ιούλιο 2000 στην οποία σαν δικαιολογητικό επισυνάφθηκε το εν λόγω τιμολόγιο. Στη συνέχεια η ΔΟΥ ... διαβίβασε με το αριθμ. ... έγγραφο της προς τη ΔΟΥ ... το από ... πληροφοριακό δελτίο προκειμένου να διερευνηθεί από την τελευταία αν από τον εκδότη του τιμολογίου αποδόθηκε ο αναλογούν ΦΠΑ. Ο έλεγχος τελικά χαρακτήρισε αυτό (τιμολόγιο) καθ'ολοκληρίαν εικονικό αφού ουδέποτε πραγματοποιήθηκε η περιγραφόμενη σε αυτό εμπορική συναλλαγή μεταξύ εκδότη και λήπτη, δηλονότι ότι και η εκδότρια εταιρία αποτελούσε κατ'ουσία επιχείρηση "παραγωγής εικονικών φορολογικών στοιχείων" τα οποία εξέδιδε προς τις επιχειρήσεις που "έστησε" το κύκλωμα. Άλλωστε, από επιτόπιο έλεγχο που πραγματοποίησε η ΔΟΥ ΦΑΕ ... διαπιστώθηκε ότι η FABRIC HOUSE A.E. στη διεύθυνση 3° χιλ. Σίνδου-Χαλάστρας, δεν άσκησε ποτέ καμία δραστηριότητα στις χρήσεις 1999, 2000, 2001 αφού το κτίριο ήταν άδειο και δεν παρατηρήθηκε καμία δραστηριότητα σ'αυτό.
Συνεπώς, ο κατηγορούμενος, ο οποίος με την ιδιότητα που προαναφέρθηκε συμμετείχε ενεργά στην παράνομη δραστηριότητα της επιχείρησης του Ε1 την οποία ενόψει του ότι αυτός ήταν παρών σε όλες τις παράνομες συναλλαγές αλλά και στην έμμεση συνομολόγηση από τον τελευταίο ενώπιον του εκμισθωτή Κ1 του παράνομου σκοπού της επιχείρησης (λέγοντας "δεν θα χρειασθούμε φως και νερό") στην οποία ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) ουδόλως εναντιώθηκε, προδήλως και γνώριζε, και αποδέχθηκε από κοινού με τον Ε1 το επίδικο εικονικό τιμολόγιο, πρέπει, απορριπτόμενου του ισχυρισμού του περί αγνοίας των προθέσεων και του κατά τα άνω σκοπού των αυτουργών, να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται. Πρέπει να σημειωθεί ότι το υποβληθέν αίτημα της συνηγόρου του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις είναι απορριπτέο, καθόσον το δικαστήριο από το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο κατηγορία".
Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 19 παρ. 1, 4 του Ν. 2523/1997, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων (14) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, του Π.Κ, 19 παρ.1, 4, 21 του Ν. 2523/1997, όπως η παρ.1 του άρθρου 19 και η παρ.2 του άρθρου 21 τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από το άρθρο 40 παρ.1 και 2 του Ν 3220/2004 και η παρ. 10 του άρθρου 21 αντικ. από το άρθρο 2 παρ. 8, 9 του Ν. 2954/2001. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων, στο επίδικο χρονικό διάστημα, επέδειξε ενεργή και άμεση συμμετοχική δράση, στην υπό του Ε1 ιδρυθείσα κατά φαινόμενο μόνο επιχείρηση στη ..., εμπορίας ετοίμων ενδυμάτων, στην οποία ο κατηγορούμενος είχε άμεση ανάμειξη στη διαχείριση των κατ' επίφαση γενομένων με τους τρίτους συναλλαγών. Ειδικότερα, αιτιολογείται η παραδοχή εκείνη, κατά την οποία ο αναιρεσείων γνώριζε ότι η, υπό του ως άνω Ε1 ιδρυθείσα επιχείρηση, δεν υφίστατο εν τοις πράγμασι, αλλά μόνο κατά φαινόμενο, έχουσα να επιδείξει μοναδική δραστηριότητα, αυτήν της εκδόσεως σειράς εικονικών τιμολογίων, τα οποία για την περίοδο των χρήσεων 1999-2000, ανήλθαν στο ποσό των 4.998.923, 35 ευρώ, αποβλέποντες στη συνέχεια στην επιστροφή προς την εταιρεία, του αναλογούντος Φ.Π.Α. Αιτιολογείται, ακόμη, η παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε για λογαριασμό της εταιρείας του Ε1 το με αριθμό ... τιμολόγιο της εταιρείας με την επωνυμία "fabric house a.e", με το οποίο η τελευταία φέρεται να έχει πουλήσει στον Ε1 12.200 τεμάχια ενδύσεως, συνολικής αξίας 38.552.000 δραχμών, πλέον ποσού 6.939.360 Φ.Π.Α., γεγονός αναληθές, αφού ως διαπιστώθηκε από σχετικό έλεγχο της ΔΟΥ ΦΑΕ ... η φερόμενη ως πωλήτρια εταιρεία, ήταν ανύπαρκτη, όπως και η εταιρεία του Ε1 η οποία δεν είχε λάβει νομική υπόσταση, ενώ ο ίδιος ο αναιρεσείων, γνώριζε ότι όχι μόνο δεν είχε πραγματοποιηθεί η συγκεκριμένη εμπορική συναλλαγή, αλλά και ότι υποβλήθηκε στη συνέχεια το επίμαχο παραστατικό, προκειμένου να επιστραφεί ο Φ.Π.Α. που αναλογούσε.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 του ίδιου πιο πάνω νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ.10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 εδ.3 του ν.2528/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ.2 εδ.1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 εδ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ. 2 εδ. α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.8 του ν.2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ.10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για τον δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ, και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος, την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα, με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 11577/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, και ειδικότερα για αποδοχή εικονικού φορολογικού στοιχείου από κοινού, που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά την 21-7-2000, σε ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων (14) μηνών. Από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την 17-7-2008, ο συνήγορος του κατηγορουμένου πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής του αδικήματος, που φέρεται να τελέσθηκε την 21-7-2000, λόγω παρόδου πενταετίας, από του χρόνου τελέσεώς της και μέχρι της επιδόσεως σ' αυτόν την 22-8-2007 του κλητήριου θεσπίσματος. Στη συνέχεια το άνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον άνω περί παραγραφής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με την εξής αιτιολογία: "Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών... 2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3. θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία, στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ίσχυε και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά η ποινική δίωξη ασκούνταν άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 2753/1999, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Με τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004 "για την αντικειμενοποίηση του φορολογικού ελέγχου κλπ." μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη κατά την οποία, "ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται, α') με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β') με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ". Η ρύθμιση όμως αυτή είναι δυσμενέστερη για το κατηγορούμενο της προηγούμενης και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ. Και με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κλπ.", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο), κατά την οποία, "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001, λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και τη διάρκεια της παραγραφής (όχι πότε και πως λαμβάνεται αυτή υπόψη από το δικαστήριο), είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Η διάταξη δε του άρθρου 2 παρ. 9 του ίδιου νόμου (2954/2001), κατά την οποία η αμέσως ανωτέρω διάταξη ισχύει ανάλογα "και για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ' και η' της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 1591/1986, για τα οποία κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δεν έχει επέλθει παραγραφή, κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα", δεν έχει (ανάλογη) εφαρμογή και στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, για τα οποία ισχύει πάντοτε ο επιεικέστερος αυτός νόμος σε σχέση με το χρόνο έναρξης της παραγραφής και δεν τίθεται ζήτημα συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής τους, προ της ισχύος του νόμου (ΑΠ 764/2006 Αρμ. 2006.915). Εξάλλου η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι όπως αναφέρθηκε θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει, κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος. Στην προκειμένη περίπτωση από την τέλεση του αδικήματος (21-7-2000) μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 2954/2001 (2-11-2001) δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και συνεπώς το αδίκημα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο δεν είχε παραγραφεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 Π.Κ.
Συνεπώς σύμφωνα με όσα εκτίθενται στις παραπάνω σκέψεις, το αδίκημα της αποδοχής εικονικού φορολογικού στοιχείου που αποδίδεται στον κατηγορούμενο καταλαμβάνεται από τη ρύθμιση του άρθρου 21 παρ. 10 Ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 και 9 του Ν. 2954/2001, σύμφωνα με το οποίο η παραγραφή αρχίζει από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου που έλαβε χώρα την 19-6-2006 και ως εκ τούτου μέχρι το χρόνο κοινοποιήσεως στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος (22-8-2007) δεν είχε επέλθει παραγραφή. Πρέπει, μετά ταύτα, ν' απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, ενώ και ο ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει ν'απορριφθεί, καθόσον αυτό περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠΔ στοιχεία".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής από τον κατηγορούμενο εικονικού φορολογικού στοιχείου από κοινού, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή της ότι μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο δεν είχε παρέλθει πενταετία, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου τις παραβίασε με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία.
Συνεπώς, ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 του Κ.Πολ.Δικ., και 583 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ1 κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμό 11577/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου από διακόσια ενενήντα(290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουνίου 2009.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1460/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ... που δεν παρέστη στο Συμβούλιο περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2001/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 83/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 41/27.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, την με αριθμό 207/27-11-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 προσωρινά κρατουμένου στην Δικαστική Φυλακή ... κατά του με αριθμό 2001/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε τις αντιρρήσεις του για τη διάρκεια της προσωρινής του κράτησης και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τα άρθρα 462 και 463 ΚΠΔ ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος μόνο στις περιπτώσεις που ο νόμος του δίνει το δικαίωμα τούτο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 482 παρ. 1 ΚΠΔ (όπως σήμερα ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003) ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος όταν το βούλευμα α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) όταν παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Εξ άλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε".
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση ζητείται η αναίρεση του με αριθμό 2001/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε τις αντιρρήσεις του αναιρεσείοντα για τη διάρκεια της προσωρινής του κράτησης. Η αίτηση αυτή όμως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι απαράδεκτη, αφού δεν προβλέπεται η άσκηση αναίρεσης κατά το βουλεύματος τούτου. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμό 207/27-11-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά του με αριθμό 2001/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 20 Ιανουαρίου 2009 -
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο ίδιος ο αναιρεσείων,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 462 και 463 ΚΠΔ ο κατηγορούμενος, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος μόνο στις περιπτώσεις που ο νόμος του δίνει το δικαίωμα τούτο, ενώ κατά το άρθρο 582 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όπως ισχύει σήμερα μετά το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003, ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος, όταν το βούλευμα: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) όταν παύσει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του.
Από τα ανωτέρω σε συνδυασμό με το άρθρο 287 παρ. 5 ΚΠΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά το άρθρο 16 του ν. 3160/30.6.2003, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον το δικαίωμα να στραφεί με αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος που επιλύει αντίρρησή του ως προς τη συμπλήρωση του ανωτάτου ορίου της προσωρινής κράτησής του, χωρίς μάλιστα αυτό να αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Εξάλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται τέτοιο, το δικαστικό συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση του υπ' αριθμ. 2001/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 1-9-2008 αναφορά- αίτηση θεραπείας και προσφυγή του ήδη αναιρεσείοντος με την οποία πρόβαλε αντιρρήσεις κατά της προσωρινής κράτησής του δυνάμει του υπ' αριθμ. 1/28-1-2008 εντάλματος προσωρινής κράτησης που έχει εκδώσει σε βάρος του η Ανακρίτρια του 9ου Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την επίκληση ως λόγων αναίρεσης την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Η αίτηση όμως αυτή, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού δεν προβλέπεται το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά του ανωτέρω βουλεύματος με το οποίο το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο επέλυσε αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος ως προς το ανώτατο όριο της προσωρινής κράτησής του, μετά και την ειδοποίηση για προσέλευσή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου για να εκθέσει τις απόψεις του και μη εμφάνιση αυτού (αναιρεσείοντος) στο Συμβούλιο τούτο, όπως προκύπτει από τη σχετική επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αρ. 2001/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά βουλεύματος που απέρριψε προσφυγή κατηγορουμένου για αντιρρήσεις του κατά της προσωρινής κράτησής του. Απόρριψη τέτοιας αίτησης αναίρεσης ως μη νόμιμης.
|
Κράτηση προσωρινή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Κράτηση προσωρινή.
| 0
|
Αριθμός 1459/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλατιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 10533/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1961/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 17/17.2.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την από 20-11-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατοίκου ... που ασκήθηκε με δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ, στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σεραφείμ Ερίνη, ο οποίος είχε την προς τούτο εντολή, όπως προκύπτει από το αριθμ. ... ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Καλπάκη-Πετίδου, που έχει προσαρτηθεί στην αριθμ. 58/20-11-2008 έκθεση αναίρεσης, κατά της αριθμ. 10533/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, η αριθμ. 4582/31-12-2007 έφεσή του κατά της αριθμ. 20396/14-6-2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και σε χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και εκθέτω τα εξής:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ.1 και 476 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκησή του προθεσμίας. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ενδίκων μέσων, εφόσον διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως. Παρών θεωρείται και ο εκπροσωπηθείς από τον πληρεξούσιο δικηγόρό του κατηγορούμενος ( ΑΠ 1711/2005 Π.Χ., Ν.Ε., 1084, ΑΠ 371/2005 Ποιν.Δικ. 2005 σελ. 913 κ.α.). Αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά την εξαιρετική δε διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου . Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεώς του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς του να αναφέρει το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο αυτό λόγο. Άν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, ως εκπρόθεσμο και απορρίπτεται (ΑΠ 429/2005, Ποιν.Δικ. 2005 σελ. 922 κ.α.).
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβληθείσα απόφαση, που εκδόθηκε εκπροσωπηθέντος του κατηγορουμένου από το συνήγορό του Σεραφείμ Ερίνη, θεωρουμένου τούτου συνεπώς παρόντος, καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο την 7-8-2008, η δε αναίρεση κατ'αυτής ασκήθηκε την 20-11-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της τασσομένης δεκαήμερης προθεσμίας ασκήσεώς της. Ο λόγος δε που αναφέρει για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ότι δηλαδή η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε σ'αυτόν την 13-11-2008, είναι αβάσιμος, καθόσον ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Σεραφείμ Ερίνη, δυνάμει του από 27-6-2008 ειδικού πληρεξουσίου και θεωρουμένου τούτου συνεπώς παρόντος η δεκαήμερη προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης άρχισε από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και όχι από την επίδοση της απόφασης στον κατηγορούμενο, πέραν του γεγονότος ότι δεν υπάρχει στη δικογραφία αποδεικτικό επίδοσης αυτής. Κατ'ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη. Εν όψει όλων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 20-11-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατοίκου ..., οδ. ..., κατά της αριθμ. 10533/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 10 Φεβρουαρίου 2009
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ, συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκησή του προθεσμίας. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση του ενδίκου μέσου, αν ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης. Παρών θεωρείται και ο εκπροσωπηθείς από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορούμενος (άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠΔ). Αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η παραπάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Εξάλλου, σύμφωνα με την εξαιρετική διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 473 ΚΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 συντασσόμενη έκθεση άσκησης του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση καθώς και την αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, αλλιώς η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση αυτού για την έρευνα του παραδεκτού αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 10533/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης στις 20-11-2008. Η προσβαλλόμενη απόφαση απαγγέλθηκε την 1-7-2008 με την παρουσία του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Σεραφείμ Ερίνη, που εκπροσώπησε τον απόντα τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, καταχωρήθηκε δε στο ειδικό βιβλίο των ενδίκων μέσων την 7-8-2008 (βλ. σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί της προσβαλλόμενης απόφασης).
Συνεπώς η άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως έγινε μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από τότε που έχει καταχωρηθεί η προσβαλλόμενη απόφαση το ως άνω βιβλίο, χωρίς να υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου 2008 (άρθρο 473 παρ. 4 ΚΠΔ). Ο αναιρεσείων αναφέρει στην κρινόμενη αίτησή του, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε σ' αυτόν στις 13-11-2008, πλην όμως ο σχετικός ισχυρισμός του είναι απορριπτέος ως προβαλλόμενος χωρίς έννομη επιρροή στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει η νόμιμη εκπροσώπησή του από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σεραφείμ Ερίνη, που παρέστη και κατά την απαγγελία της και έλαβε γνώση αυτής, αφού δεν αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 7-8-2008 (βλ. σχετικά και την 25-11-2008 υπηρεσιακή βεβαίωση της Προϊσταμένης του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) η νόμιμη προθεσμία για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως που άρχισε την 1-9-2008 έληξε στις 10-9-2008.
Μετά από όλα τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, μετά την ειδοποίηση και μη εμφάνιση στο Συμβούλιο τούτο του αντικλήτου του αναιρεσείοντος για να εκθέσει τις απόψεις του σχετικώς με το παραδεκτό ή μη αυτής, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου της δικογραφίας σχετική σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2008 αίτηση του Χ1 κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10533/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης λόγω εκπροθέσμου άσκησής της. Πως υπολογίζεται η προθεσμία επί καταδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας όπου εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος από συνήγορό του.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
Αριθμός 1458/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μαμάλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Μωραΐτου, για αναίρεση της 21775/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 23 Φεβρουαρίου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 13/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως, για να έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως, της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 21775/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος-κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από τη συνήγορό του δικηγόρο Αθηνών Βιργινία Μωραΐτη, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμό 76453/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για την παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 σε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα ως και σε συνολική χρηματική ποινή 1.000 ευρώ. Από τη σχετική υπ'αριθμό 994/22-01-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ... προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλει με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, ότι "την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι δεν έλαβε γνώση τόσο του κλητηρίου θεσπίσματος, όσο και της ερήμην του απόφασης, εφόσον είχε αποχωρήσει από τη μισθωθείσα επαγγελματική στέγη επί της ...". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του μόνο ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώσεως από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως, περιοριζόμενος στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικία του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών είχε δηλώσει διεύθυνση στο ΙΚΑ προσωπική ... και καταστήματος ... όπου και η έδρα της επιχείρησής του. Η αποβολή του από το μίσθιο κατάστημα έγινε στις 10/2/2004. Ήδη όμως ο ίδιος δεν βρίσκεται στη διεύθυνση αυτή ούτε και στις 4/2/2003, όταν του επιδίδεται το κλητήριο θέσπισμα, το οποίο και θυροκολλείται στη διεύθυνση αυτής της επιχείρησής του. Ενώ ο εκκαλών γνωρίζει τις δικαστικές του με το ΙΚΑ δοσοληψίες, ουδέποτε δήλωσε αλλαγή διεύθυνσης της κατοικίας του. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η έφεση ως εκπρόθεσμη". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, αποφάσεως είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, σε συνδυασμό με την παραδεκτή επισκόπηση της ως άνω αναφερόμενης εκθέσεως εφέσεώς του και του αναγνωσθέντος από... αποδεικτικού επίδοσης της εκκαλούμενης (υπ' αρ. 76453/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) προς τον κατηγορούμενος του Αρχ/κα ... του ΑΤ .... Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του (...) νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της επαγγελματικής μισθίας κατοικίας του που αναφέρεται στη μήνυση ως τελευταία γνωστή επαγγελματική κατοικία του, στη ..., στο ... και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτός διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δεν εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο. Εξάλλου και η συναφής αιτίαση, που προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα με το δικόγραφο των από 23.2.2009 πρόσθετων λόγων αναίρεσης (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ) για την ακυρότητα της ως άνω επιδόσεως για το λόγο ότι ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στο κατάστημά του αντί της κατοικίας του και ως μη ανευρεθείς, η επίδοση έγινε με τοιχοκόλληση στο Γραφείο του Δημάρχου του Δήμου ... χωρίς προηγουμένως να αναζητηθεί αυτός και στην κατοικία του, είναι απορριπτέα για τους προεκτεθέντας λόγους, ενώ, βεβαιουμένου από το όργανο επιδόσεως στη συνταχθείσα έκθεση ότι ο αναζητούμενος στο κατάστημά του κατηγορούμενος, στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της επαγγελματικής του εγκαταστάσεως, δε βρέθηκε εκεί αυτός ή κάποιο από τα αναφερόμενα στην παραπάνω διάταξη πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία του και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από τα άρθρα 155 και 156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, υποχρέωση να αναζητήσει και τη συγκεκριμένη ως άνω διεύθυνση της κατοικίας του, αφού αυτή η διεύθυνση ήταν κατά τα πιο πάνω άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της επαγγελματικής του εγκαταστάσεως, όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει γνωστής κατοικίας του και επομένως η ως άνω επίδοση ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομη. Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ κύριοι και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία και για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση, καθώς και τους από 23-2-2009 πρόσθετους επ' αυτής λόγους, του ..., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21775/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης. Επίδοση καταδικαστικής απόφασης στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής. Αιτιολογία της απόφασης. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας της απορριψάσης την έφεση απόφασης. Απόρριψη της εν λόγω αίτησης αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1457/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μαμάλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Πάρσαλη, για αναίρεση της 6452/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο το Χ3 και με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Νοεμβρίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1913/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 του ως άνω Κώδικα και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο 515 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 22-1-2009 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., η πολιτικώς ενάγουσα Ψ κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Συνεπώς, αφού εμφανίστηκαν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Με την από 18-11-2008 κοινή αίτηση αναίρεσης αμφότεροι οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν για τους σ' αυτήν αναφερομένους λόγους αναίρεσης την αναίρεση της υπ' αριθμ. 6452/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που άσκησαν με την από 18-11-2008 δήλωσή τους, η οποία επιδόθηκε μέσα στην προθεσμία των είκοσι ημερών από την ημέρα της καταχώρισης της καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο από τον αρμόδιο γραμματέα (29.10.2008). Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Κατά τα άρθρα 309 σε συνδυασμό με το άρθρο 308 παρ. 1 ΠΚ επικίνδυνη σωματική βλάβη διαπράττει όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για της ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, όπως αυτή περιγράφεται στο άρθρο 310 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεσθεί και κατά συναυτουργία από περισσότερους του ενός, σύμφωνα δε με το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι το τέλεσαν από κοινού, οπότε καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Όρος της συναυτουργίας, κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης είναι η γνώση του συναυτουργού για την πρόθεση του άλλου να τελέσει την πράξη και η θέληση να συμπράξει με αυτόν (κοινός δόλος), η δε καταδικαστική απόφαση που δέχεται τη συνδρομή του όρου αυτού αρκεί να αναφέρει για την πληρότητα της αιτιολογίας της την πράξη που τελέσθηκε και τον κοινό δόλο των συναυτουργών, χωρίς να απαιτείται και μνεία των επιμέρους ενεργειών καθενός από αυτούς.
Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι δημιουργείται ακυρότητα της διαδικασίας στην περίπτωση που το δικαστήριο, παρά την αίτηση του κατηγορουμένου ή του Εισαγγελέα δεν αναγνώσει στο ακροατήριο ένορκη κατάθεση μάρτυρα που λήφθηκε στην προδικασία, όταν αυτός για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή αδυνατεί να εμφανισθεί στο ακροατήριο, ενώ δεν δημιουργείται ακυρότητα όταν το δικαστήριο αναγνώσει τέτοια κατάθεση μάρτυρα είτε κατόπιν αιτήσεως ή και αυτεπαγγέλτως και αν ακόμα δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε στην ανάγνωση αυτή. Αντίθετα, η ανάγνωση και η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα που έχει ληφθεί στην προδικασία, αν έγινε παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου, παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ν.δ/μα 53/74) και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997) να εξετάσει τους μάρτυρες κατηγορίας και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, εντεύθεν δε ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6452/2008 απόφαση, μετά αναίρεση με την υπ' αριθμ. 806/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, της προηγούμενης υπ' αριθμ. 888/2007 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Αθηνών) αναγνώσθηκαν με εντολή του Προεδρεύοντος Εφέτη, εκτός των άλλων εγγράφων και: α) η από 26-11-2001 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα ΑΑ, β) η από 13-12-2001 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα ΔΔ και γ) η από 26-11-2001 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα ΒΒ, χωρίς να προβάλλουν ο παριστάμενος δεύτερος αναιρεσείων και η παρισταμένη για τους δύο αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους συνήγορος τους Σοφία Πολλάλη (εκπροσωπώντας τον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο) κάποια αντίρρηση αναφορικά με την ανάγνωση των ως άνω καταθέσεων (βλ. 4η σελίδα των ως άνω πρακτικών). Εφόσον, λοιπόν, δεν υποβλήθηκε αντίρρηση, δεν δημιουργήθηκε η επικαλούμενη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, και, ως εκ τούτου, δεν παραβιάσθηκε και το από το άρθρο 6 παρ. 3 στοι. Δ της ΕΣΔΑ πηγάζον δικαίωμα των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων να υποβάλουν ερωτήσεις στους παραπάνω μάρτυρες κατηγορίας και να ελέγξουν συνακόλουθα την αξιοπιστία τους. Η περαιτέρω αιτίαση των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων, ότι και η απόλυτη ακυρότητα επήλθε, και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ ως και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ... του "Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα" (ν. 2462/1997) παραβιάσθηκαν, μόνο από το γεγονός ότι, το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήλεγξε προηγουμένως αν η εμφάνιση των ως άνω μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 365 του ΚΠΔ, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η διαπίστωση αυτή, έπεται της υποβολής σχετικού αιτήματος για ανάγνωση της ένορκης κατάθεσης κάποιου μάρτυρα ή κάποιων μαρτύρων ή προβολής αντίρρησης κατά της τοιαύτης ανάγνωσης και κάτι τέτοιο δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως ο σχετικός, περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης, εκ των ως άνω διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 6452/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι (οι δύο αναιρεσείοντες και ο τρίτος συγκατηγορούμενός τους Χ3-ο πρεσβύτερος αυτών) στις 20-11-2001 στη ..., έξω από το χώρο του Δημοτικού νεκροταφείου, με πρόθεση προξένησαν σε άλλους σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας αυτών με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη αυτών. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι από κοινού ενεργούντες επιτέθηκαν στους εγκαλούντες που ήταν μέλη τηλεοπτικού συνεργείου και είχαν μεταβεί εκεί για ρεπορτάζ σχετικά με την κατάσταση του νεκροταφείου - ήτοι στους ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ και χτυπώντας αυτούς ο μεν πρώτος κατηγορούμενος (Χ1) με σιδεροσωλήνα (νερού), οι δε λοιποί κατηγορούμενοι με γροθιές και κλωτσιές, προξένησαν σ' αυτούς (εγκαλούντες) σωματικές κακώσεις και βλάβη της υγείας του, με αποτέλεσμα να πάθουν ο πρώτος των εγκαλούντων (ΑΑ) "ενδοαρθρικό κάταγμα στη βάση της ονυχοφόρου φάλαγγος", ο δεύτερος (ΒΒ) "πολλαπλούς μώλωπες επί του τριχωτού της κεφαλής κατά τη μέση βρεγματική και βρεγματοϊνιακή χώρα, ταινιοειδή εκχύμωση και θλάση επί των μυών του αριστερού μηρού, οίδημα επί της δεξιάς κροταφοπαρειακής χώρας" και η τρίτη (ΓΓ) "εκδορές κατά την αριστερή μετωποβρεγματική χώρα την ραχιαία επιφάνεια της ρινός, τη δεξιά βλεφαρική σχισμή, την δεξιά ρινοπαρειακή αύλακα, το κάτω χείλος του στόματος και την δεξιά παρειακή χώρα-θλαστική εκχύμωση και εκδορά κατά την αριστερή ωμοπλατιαία χώρα". Από τον τρόπο δεν που ενήργησαν τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες στους εγκαλούντες παθόντες, από την σφοδρότητα των κτυπημάτων, του μέσου που καταφέρθηκαν (σιδηροσωλήνα από τον 1ο κατηγορούμενο (μη αναιρεσείοντα), από τα σημεία καταφοράς των πληγμάτων μπορούσε να προκαλέσει βαρειά σωματική βλάβη αυτών, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού των κατηγορουμένων ότι πρόκειται για απλές σωματικές βλάβες και απαλλαγής τους εντεύθεν κατ' άρθρο 308 παρ. 3 του ΠΚ, επειδή παρασύρθηκαν στην ως άνω πράξη τους από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσαν οι παθόντες εναντίον τους και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Σε κάθε δε περίπτωση οι κατηγορούμενοι δεν προκλήθηκαν από τους παθόντες οι οποίοι μετέβησαν στον τόπο του συμβάντος, κατόπιν εντολής του τηλεοπτικού σταθμού όπου εργάζονταν για ρεπορτάζ και όχι να προκαλέσουν οποιοδήποτε επεισόδιο με τους εγκαλούντες (προδήλως εννοείται κατηγορουμένους), τους οποίους δεν εγνώριζαν. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξεως, ως το διατακτικό, αναγνωριζομένου του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ για τους 2ο και 3ο -αναιρεσείοντες- (έζησαν ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή) και του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ - 1ο κατηγορούμενο- μη αναιρεσείοντα (συμπεριφέρθηκα καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του). Κατά τα λοιπά οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και κατά συρροή και επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης σε καθένα των δύο αναιρεσειόντων ογδόντα (80) ημερών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι δύο αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 84 παρ. 2α, 94 παρ. 1 και 308-309 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ακόμα, ως προς το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για το οποίο καταδικάσθηκαν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες (ως και το τρίτος των συγκατηγορουμένων Χ3), προσδιορίζει το δικαστήριο τον τρόπο που τελέσθηκε η πράξη αυτή και το είδος του κίνδύνου που μπορούσε να προκαλέσει (βαρειά σωματική βλάβη) και ο οποίος, όπως δέχεται, επήλθε.
Εξάλλου ως προς την από κοινού τέλεση της πράξης από αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες και τον τρίτο συγκατηγορούμενό τους Χ3 προσδιορίζει τον κοινό δόλο των συναυτουργών και παραθέτει ακόμη τις επιμέρους ενέργειες καθενός από αυτούς (μέσο κτυπήματος των παθόντων) καίτοι τούτο δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας.
Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγος της αίτησης με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης) είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και οι αναιρεσείοντες να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-11-2008 αίτηση των: 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6452/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη από κοινού. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Πότε αναγιγνώσκονται οι καταθέσεις μαρτύρων στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας. Αίτηση αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη αίτησης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 0
|
Αριθμός 1456/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1 κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καραμέτο, για αναίρεση της 5240/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 κάτοικο ... που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1577/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. β εδ. γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 του ως άνω Κώδικα και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο 515 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία ... αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., η πολιτικώς ενάγουσα Ψ1 σύζυγος ... κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Συνεπώς, αφού εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν ο Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 5240/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Στην ... στις ..., ώρα 08.10 περίπου, μέσα στη νοσηλευτική μονάδα (...)" επί της οδού ..., που εκμεταλλεύεται η εταιρία "... ΟΕ", της οποίας η κατηγορουμένη ήταν και εταίρος και νόμιμη εκπρόσωπος, όπου νοσηλευόταν σε πλήρη αδυναμία για αυτοδύναμη μετακίνηση πάσχουσα από σπαστική παραπληγία η υπέργηρη (92 ετών) Θ1, έσπασε η ρόδα του αριστερού ποδιού του κρεβατιού της νοσηλευομένης, με συνέπεια το κρεβάτι να πάρει κλήση 15-20 εκατοστών προς την πλευρά της σπασμένης ρόδας, να γλιστρήσει το αερόστρωμα μαζί με το σώμα της νοσηλευομένης, η οποία, καθώς ήταν τοποθετημένη από τις νυχτερινές νοσηλεύτριες στο πλάι με πρόσωπο προς την πλευρά της προβληματικής ρόδας και επρόκειτο να δεχθεί περιποιήσεις από την αποκλειστική νοσηλεύτρια Ν1 έπεσε μπρούμυτα στο δάπεδο και έπαθε ενδοεγκεφαλική αιμορραγία και ενδοεγκεφαλικό αιμάτωμα, εξαιτίας των οποίων απεβίωσε μετά είκοσι ημέρες νοσηλευομένη στο Νοσοκομείο .... Για τη δυσλειτουργία της εν λόγω ρόδας και την αστάθεια του συγκεκριμένου κρεβατιού είχαν ενημερωθεί κατ' επανάληψη οι νοσηλεύτριες και η προϊσταμένη του οικείου νοσηλευτικού τμήματος από την προαναφερομένη αποκλειστική νοσηλεύτρια και τον μάρτυρα και ανεψιό της θανούσας, ιατρό ... αλλά η κατηγορουμένη, η οποία είχε πολύωρη καθημερινή παρουσία στη νοσηλευτική μονάδα και ασκούσε ουσιαστική διοίκηση αυτής, δεν μερίμνησε για την τεχνική αποκατάσταση του προβλήματος ή για την αντικατάσταση του κρεβατιού, παρότι είχε διαπιστωθεί η ακαταλληλότητά του από τον αλλοδαπό τεχνικό που ήταν επιφορτισμένος με τη συντήρηση των κρεβατιών. Με αυτά τα δεδομένα και ανεξάρτητα από το αν υπήρξε προηγούμενη ενημέρωση αυτής για το πρόβλημα του κρεβατιού της θανούσας, η κατηγορουμένη όφειλε και μπορούσε, ως νόμιμος εκπρόσωπος και ως έχουσα την ουσιαστική διοίκηση της νοσηλευτικής μονάδας με καθημερινή και πολύωρη μάλιστα παρουσία σ' αυτή, να έχει προβεί στον έγκαιρο εντοπισμό και στην άμεση και αποτελεσματική άρση του προβλήματος, ώστε να μην επακολουθήσει η πτώση και η θανάτωση της νοσηλευομένης Θ1 . Επομένως, η κατηγορουμένη τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για την οποία κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, αφού όμως αναγνωριστεί υπέρ αυτής η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε σ' αυτήν ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποία ανέστειλε για τρία έτη.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1β, 28, 84 παρ, 2 περ. α και 302 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία της κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, στην προσβαλλόμενη απόφαση, από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού, συμπληρουμένου από το διατακτικό που συνιστούν ενιαίο σύνολο, συνάγεται: α) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται η από τη χωρίς συνείδηση αμέλεια της αναιρεσείουσας επέλευση του θανασίμου τραυματισμού της υπέργηρης Θ1 , συνισταμένη στο ότι αυτή, ως νόμιμη εκπρόσωπος και έχουσα την ουσιαστική διοίκηση της προαναφερομένης νοσηλευτικής μονάδας όπου νοσηλευόταν η ανωτέρω θανούσα, χωρίς να έχει ανατεθεί η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων αποκλειστικά σε άλλο άτομο, οπότε θα αποκλειόταν η ευθύνη της κατ' άρθρο 749 ΑΚ, εξαιτίας δε και μόνο της μη καταβολής της προσοχής που όφειλε να καταβάλει, λόγω της ως άνω ιδιότητός της και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβη στον έγκαιρο εντοπισμό και άμεση αντικατάσταση της ελαττωματικής ρόδας του αριστερού ποδιού του κρεβατιού ή ολόκληρου του κρεβατιού της προμνημονευομένης νοσηλευομένης στη νοσηλευτική μονάδα ... που εκμεταλλευόταν η εταιρία "...", η οποία έσπασε, με συνέπεια το κρεβάτι α πάρει κλίση 15-20 εκατοστών προς την πλευρά της σπασμένης ρόδας, να γλιστρήσει το αερόστρωμα μαζί με το σώμα της προαναφερομένης νοσηλευόμενης με το παραπάνω θλιβερό αποτέλεσμα και β) εξάλλου με την αιτίαση ότι για το επελθόν αποτέλεσμα, δηλονότι το θάνατο της Θ1, ευθύνεται η αποκλειστική νοσοκόμος αυτής Ν1 και ότι δεν εξετάσθησαν από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση άλλα αίτια στην πρόκληση αυτού συνδεόμενα με την πολύ μεγάλη ηλικία της θανούσας και το νόσημα που έπασχε, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών και συνεπώς είναι για το λόγο αυτό η αιτίαση αυτή απορριπτέα. Ακόμα ως προς το περιστατικό της γνώσης από την αναιρεσείουσα της ελαττωματικής ρόδας του κρεβατιού που χρησιμοποιείτο από τη θανούσα πριν το συμβάν της 30-3-2004, όταν αυτή έσπασε, πήρε στη συνέχεια κλίση το κρεβάτι 15-20 εκατοστών προς την πλευρά της σπασμένης ρόδας, γλίστρησε το αερόστρωμα μαζί με το σώμα της νοσηλευομένης με τις εντεύθεν συνέπειες για την τελευταία (τραυματισμό της σε καίρια σημεία του σώματός της από τον οποίο ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός της), το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με επάλληλη σκέψη ότι η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη όφειλε και μπορούσε λόγω της ιδιότητάς της ως εταίρος και νόμιμη εκπρόσωπος στην εκμεταλλεύτρια του ...ομόρρυθμη εταιρία να εντοπίσει την ελαττωματική ρόδα του κρεβατιού και να προβεί στην άμεση και αποτελεσματική άρση του προβλήματος (αντικαθιστώντας την ελαττωματική ρόδα ή το κρεβάτι που χρησιμοποιείτο για τη νοσηλευομένη Θ1). Από την τελευταία αυτή παραδοχή δε δημιουργείται σύγχυση ή ασάφεια περί του τι δέχθηκε τελικά το Δικαστήριο ως προς την αποδοθείσα στην αναιρεσείουσα χωρίς συνείδηση αμέλεια ένεκα της οποία προκλήθηκε ο θάνατος της Θ1.
Συνεπώς, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5240/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Ευθύνη εταίρου και νομίμου εκπροσώπου Θεραπευτηρίου για νοσηλευόμενους σε αυτό. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη της αίτησης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1455/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 3906/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.6.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1372/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, από το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠΔ, πρέπει δε για την δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτή υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο αναφερόμενος ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 3906/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε, σε δεύτερο βαθμό, ένοχος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, ως οδηγός ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, ένοχος για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας και των σωματικών βλαβών σε κατ' ιδέα συρροή από αμέλεια και τον κατεδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης 24 μηνών που μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα ότι το Δικαστήριο, προς σχηματισμό της καταδικαστικής δικανικής κρίσης του έλαβε υπόψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Από τα πρακτικά όμως της δευτεροβάθμιας δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με συνήγορο υπεράσπισής του τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Βασίλειο Καρπουζά, και, όταν κλήθηκε σε απολογία από τον διευθύνοντα στη συζήτηση, αρνήθηκε την αποδιδομένη σ' αυτόν κατηγορία για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις. Περί της απολογίας αυτής, που αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμμία μνεία ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά, που οδήγησαν το Εφετείο στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε. Εξάλλου, δεν αναφέρεται καθόλου το ίδιο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και στην από ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων ... και ... (αριθ. 10 των αναγνωσθέντων εγγράφων, σελ. 5 των πρακτικών), που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας από το Τμήμα Οδικών Τροχαίων Ατυχημάτων Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της ενεργηθείσας σχετικής προανάκρισης (για την ανάλυση και τον προσδιορισμό των συνθηκών κάτω από τις οποίες έγινε το αυτοκινητικό τροχαίο ατύχημα κατά την ..., με αυτοκίνητα οδηγούμενα, το μεν ένα από τον παθόντα ..., το δε έτερο από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα), η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Περί της ανωτέρω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, που αποτελεί κατά την προαναφερόμενη διάταξη του ΚΠΔ ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται επίσης καμμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, όπου προσδιορίζονται, όπως προαναφέρθηκε, γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια που παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το κατ' έφεση δικάζον Τριμελές Εφετείο στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο οδηγό κρίση του αναφέρεται, ούτε αξιολογείται το πόρισμα αυτής, αλλ' ούτε και από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε και αυτή κατά τη διερεύνηση των αιτίων του θανάσιμου τραυματισμού του ...και των σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν στους ... και ..., ώστε να εξαχθεί με βεβαιότητα το συμπέρασμα ότι η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε και στην προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης που αφορά τα εν λόγω περιστατικά (θάνατο και δύο τραυματισμούς ανθρώπων) και τα αίτια πρόκλησης των εν λόγω αποτελεσμάτων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Ενόψει αυτών, η ανωτέρω απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3906/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία και σωματικές βλάβες από αμέλεια. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας λόγω μη λήψης υπόψη της απολογίας του κατηγορουμένου και μη ιδιαίτερης μνείας στο σκεπτικό της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1454/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Καρπέτα, περί αναιρέσεως της 64183/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 425/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, τιμωρείται με τις αναφερόμενες ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές) με σκοπό αποδόσεώς τους στους Οργανισμούς της παρ. 1 και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία ευθύνεται η εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης και κατά τις ως άνω διατάξεις κατά το άρθρο 8 παρ. 5 του Ίδιου Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του α.v. 86/1967 αποφάσεως (καθυστέρηση καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ) πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν, τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων που είναι η απασχόληση κατά συγκεκριμένο χρόνο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένου στους άνω Οργανισμούς προσωπικού, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ποιν. Ολομ. Α.Π. 1/1996) καθώς και αναφορά, αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει η ιδιότητα του φερόμενου ως υπόχρεου για παρακράτηση ή απόδοση των εισφορών. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναίρεσης. Αν, τέλος, πρόκειται για εταιρική επιχείρηση, με τη μορφή της ομόρρυθμης εταιρίας, αρκεί μόνη η ιδιότητα των φερομένων πλειόνων εργοδοτών, ως μελών της εταιρίας (εταίρων), αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 1 του Α.Κ., η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων ανήκει, αν δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, σε όλους μαζί τους εταίρους. Όταν όμως έχει προβληθεί παραδεκτά, ισχυρισμός του κατηγορουμένου για μη συμμετοχή του στη διαχείριση της εταιρίας σύμφωνα με το άρθρο 749 Α.Κ., ο οποίος στην περίπτωση αυτή είναι αυτοτελής και η απόρριψή του έχει ανάγκη ιδιαίτερης αιτιολογίας, η αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να εκτείνεται με πληρότητα και στον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 64183/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε εκτός του Χ2, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό για την πράξη της καθυστέρησης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ κάθε ημέρα φυλάκισης, και χρηματική ποινή 1.500 ευρώ. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρονται τα εξής: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από το από ...ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ... ΟΕ και το διακριτικό τίτλο ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ ..., από την ως άνω ημερομηνία απεχώρησε ο εκ των εταίρων ..., μεταβιβάζοντας το ποσοστό του στον Χ2. Στον όρο 6 του ίδιου συμφωνητικού ορίζεται ότι διαχειριστής και εκπρόσωπος της εταιρίας σε όλες της τις σχέσεις και ενώπιον κάθε Αρχής είναι ο Χ2, σε περίπτωση δε απουσίας ή κωλύματος τούτου, σε όλες τις αρμοδιότητες ή πράξεις διαχείρισης εκπροσωπείται από τον Χ1. Περαιτέρω, για τις ανάγκες της ως άνω επιχείρησης και ειδικότερα για το χρονικό διάστημα από 9/2001 έως και ΔΧ/2001 οι Χ2 και Χ1 ως εργοδότες διατηρούσαν προσωπικό 10 μισθωτών, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, για την ασφάλιση του οποίου όφειλαν να καταβάλουν στον ως άνω ασφαλιστικό οργανισμό εισφορές συνολικού ύψους 18.755,69 ευρώ, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίον είχε παρασχεθεί η εργασία. Ειδικότερα: α] έχοντες νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους ασφαλιστικών εισφορών [ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ] ύψους 12503,79 ευρώ δεν κατέβαλαν αυτές στον ως άνω οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίον οι εισφορές έγιναν απαιτητές και β] έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση [ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ] ποσού 6251,90 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσουν αυτές στον ίδιο οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίον έγιναν απαιτητές. Για τις παραλήψεις τους δε αυτές συντάχθηκε η με αρ. 53176 ΠΕΕ, στην οποίαν αναγράφονται 10 μισθωτοί με συνολικό ύψος αποδοχών 38.376,31 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω πρέπει οι πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται, αφού ως ομόρρυθμα μέλη της εταιρίας ευθύνονται αλληλέγγυα και εις ολόκληρον έναντι του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού...". Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το Δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τους κατηγορουμένους Χ1 (αναιρεσείοντα) και Χ2 κρίση και επέβαλε στον καθένα αυτών τις αναφερόμενες ποινές φυλάκισης και χρηματική.
Η αιτιολογία όμως αυτή που διέλαβε το Δικαστήριο της ουσίας στην προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς τον αναιρεσείοντα, είναι ελλιπής και δεν είναι η απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, σε σχέση με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί ανάθεσης της διαχείρισης των εταιρικών υποθέσεων μόνο στον από τους εταίρους Χ2, σε περίπτωση δε απουσίας ή κωλύματος του τελευταίου όλες οι αρμοδιότητες και πράξεις διαχείρισης θα ασκούνταν από τον αναιρεσείοντα (βλ. όρο 6 του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης καταστατικού της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε."), ήτοι ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 9/2001 έως το χρόνο υποχρέωσης καταβολής του Δ.Χ./2001 διαχειριστής της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας είχε οριστεί το Χ2, που δεν απουσίαζε ούτε κωλύετο να ασκήσει τα σχετικά διαχειριστικά του καθήκοντα, στα οποία περιλαμβάνονταν και η έγκαιρη καταβολή προς το ΙΚΑ των οφειλομένων σε αυτό εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, και εντεύθεν δεν ανέκυπτε ζήτημα διαχείρισης της ως άνω εταιρίας από τον αναιρεσείοντα. Ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. 7η σελίδα αυτών) είχε προβληθεί παραδεκτά με σαφήνεια και ορισμένα από τον εκπροσωπούντα τον αναιρεσείοντα πληρεξούσιο δικηγόρο του. Ο αυτοτελής όμως αυτός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, απορρίφθηκε σιωπηρά από την προσβαλλόμενη απόφαση καίτοι ασκούσε επιρροή ως προς την απαλλαγή αυτού από την αναφερομένη υποχρέωση του ως διαχειριστή της ως άνω εταιρίας για πληρωμή των προς το ΙΚΑ οφειλομένων εισφορών. Επομένως, οι συναφείς, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους προβάλλεται η ελλιπής κατά τούτο αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και η έλλειψη νομίμου βάσεως αυτής όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 64183/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Χ1. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ασφαλιστικές εισφορές. Ποιος είναι υπόχρεος καταβολής τους επί νομικού προσώπου που έχει ορισθεί διαχειριστής και αναπληρωτής αυτού. Ποινική ευθύνη του τελευταίου. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
Αριθμός 1453/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1119/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1597/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 541/25.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ. , την με αριθμό 159/26-9-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Λαζανά, κατόπιν της από 22/9/2008 νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του με αριθμό 1119/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το με αριθμό 3641/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της απάτης τελεσθείσας από δράστη, που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 ΕΥΡΩ, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα σε μη γνωσθείσα ημερομηνία του μηνός Σεπτεμβρίου 2004. Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής, εκδόθηκε το με αριθμό 1119/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε στην ουσία την έφεση του, επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον με την κρινόμενη αίτηση του, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε με θυροκόλληση στον κατηγορούμενο και στον διορισθέντα αντίκλητο δικηγόρο του Δημήτριο Λαζανά, στις 17-9-2008 και στις 29-9-2008 αντίστοιχα, η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 26/9/2008 ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον, η με αριθμό 135/2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικής διάταξης και η υπέρβαση εξουσίας.
Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης.
ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τ'ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 67/2006 ΠΧ ΝΣΤ - 697 ΑΠ 2253/2002 ΠΧ ΝΓ 795). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης υπάρχει και όταν η παραβίαση εγένετο εκ πλαγίου. Η παράβαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 9/2001 ΠΧ ΝΑ -788, ΑΠ 259/2006 ΠΧ ΝΣΤ -811).
Ακόμη υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον κατά τα άρθρα 484 § 1 στ και 510 § 1 Η Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης υπάρχει με βάση τον γενικό ορισμό, όταν το συμβούλιο ή το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (ΑΠ 48/2007 (σε συμβούλιο) ΠΧΝΖ 594). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμό με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. -73.000 ΕΥΡΩ (ΑΠ 625/2005 ΠΧ ΝΣΤ- 21, ΑΠ 1505/2004 ΠΧ ΝΕ -622). Κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
0 εγκαλών Ψ1 του οποίου τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας είναι Ψ1 ιατρός στο επάγγελμα, κάτοικος ..., οδός ..., τον Σεπτέμβριο του έτους 2004 ενδιαφερόμενος για την αγορά ακινήτου στην περιοχή ...., γνώρισε, μέσω κάποιας οικογενειακής φίλης του με το επώνυμο "Φ1", της οποίας δεν αναφέρονται τα λοιπά στοιχεία ταυτότητας, τον εκκαλούντα Χ1 κάτοικο ..., ο οποίος του δήλωσε ότι, δήθεν, ήταν επιχειρηματίας και τεχνικός σύμβουλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Παναγίου Τάφου, ιδιοκτήτη πολλών ακινήτων στην περιοχή της .... Κατά τις σχετικές δε συζητήσεις που είχε ο εκκαλών με τον εγκαλούντα, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς προς τον τελευταίο ότι, δήθεν, αυτός (εκκαλών) ήταν τεχνικός σύμβουλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Παναγίου Τάφου, στην κυριότητα του οποίου, δήθεν, ανήκε, μεταξύ άλλων και ένα οικόπεδο, εμβαδού 950 τ.μ. περίπου, μετά της επ' αυτού υπάρχουσας πεπαλαιωμένης οικίας, ευρισκόμενο στην ... και επί της οδού ..., το οποίο, δήθεν, ήταν διαθέσιμο, προς πώληση, αντί του συμφέροντος τιμήματος των 350.000 ευρώ, το οποίο, μάλιστα, ήταν, δήθεν, καταβλητέο, σε δόσεις, με την συμφωνία καταβολής ποσοστού 1/3 του ανωτέρω τιμήματος, κατά την υπογραφή του σχετικού συμβολαίου αγοραπωλησίας και την πίστωση του υπολοίπου ποσού για χρονικό διάστημα οκτώ (8) ετών, καταβλητέου σε άτοκες μηνιαίες δόσεις και ότι ο ίδιος, ως τεχνικός σύμβουλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του ιδιοκτήτη του ανωτέρω ακινήτου, Παναγίου Τάφου, είχε την δυνατότητα να εισηγηθεί στο εν λόγω Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, την πώληση, προς αυτόν (εγκαλούντα), του προαναφερομένου ακινήτου, αντί του ανωτέρω συμφέροντος τιμήματος των 350.000 ευρώ και με τους προαναφερθέντες όρους. Έτσι ο εγκαλών πείσθηκε, από τις προαναφερόμενες παραστάσεις του εκκαλούντος και κατέβαλε στον τελευταίο διαδοχικά, ως αρραβώνα (καπά-ρο) και προκαταβολή του τιμήματος αγοράς του ρηθέντος ακινήτου, στις 20-9-2004, το ποσό των 10.000 ευρώ, στις 29-9-2004, το ποσό των 6.000 ευρώ και στις 18-1-2005, το ποσό των 6.000 ευρώ και συνολικά, για την προαναφερόμενη αιτία, το ποσό των 22.000 ευρώ. Όμως, πως αποδείχθηκε στη συνέχεια και μετά την εκ μέρους του εγκαλούντος, καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού, στον εκκαλούντα, στην πραγματικότητα, ο τελευταίος δεν ήταν τεχνικός σύμβουλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Παναγίου Τάφου, ο Πανάγιος Τάφος δεν ήταν κύριος του ρηθέντος οικοπέδου, μετά της επ' αυτού υπάρχουσας πεπαλαιωμένης οικίας, που βρισκόταν στην ... και επί της οδού ... ούτε και οποιουδήποτε άλλου ακινήτου, στην ίδια περιοχή, κατά συνέπεια, δε, αφενός μεν το ανωτέρω ακίνητο δεν ήταν διαθέσιμο. Προς πώληση, αντί τιμήματος 350.000 ευρώ, καταβλητέου είτε σε δόσεις, είτε "τοις μετρητοίς", αφετέρου δε, ο εκκαλών ουδεμία δυνατότητα είχε, να εισηγηθεί στο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Παναγίου Τάφου, την πώληση, προς τον ίδιο (εγκαλούντα), του προαναφερόμενου ακινήτου και μάλιστα, αντί του ανωτέρω συμφέροντος τιμήματος και με τους προαναφερθέντες όρους, γεγονότα τα οποία ασφαλώς και γνώριζε ο εκκαλών - κατηγορούμενος και τα οποία, εάν εγνώριζε και ο εγκαλών, ουδέποτε θα έστεργε στην καταβολή του συνολικού χρηματικού ποσού των 22.000 ευρώ, προς τον εκκαλούντα για την προαναφερθείσα απατηλή αιτία. Αποτέλεσμα δε των ως άνω ψευδών παραστάσεων του εκκαλούντος ήταν να ζημιωθεί ο εγκαλών Ψ1 κατά το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των 22.000 ευρώ με αντίστοιχη δική του ωφέλεια. Τέλος, από τα αποδεικτικά στοιχεία, που συγκεντρώθηκαν, κατά τη διάρκεια της προδικασίας, αναφορικά με τη δραστηριότητα του εκκαλούντος Χ1 προέκυψε, με σαφήνεια, ότι αυτός, εμφανιζόμενος στον εγκαλούντα, Ψ1 ως δήθεν τεχνικός σύμβουλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Παναγίου Τάφου, ο οποίος, υπό την ιδιότητα του αυτή, τάχα, είχε τη δυνατότητα να εισηγηθεί στο εν λόγω Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, την πώληση, προς τον εγκαλούντα, ενός οικοπέδου, εμβαδού 950 τ.μ. περίπου, μετά της επ' αυτού υπάρχουσας πεπαλαιωμένης οικίας, ευρισκόμενου στην ....και επί της οδού ..., το, οποίο, δήθεν, ο Πανάγιος Τάφος, ως ιδιοκτήτης αυτού, διέθετε, προς πώληση, αντί του συμφέροντος τιμήματος των 350.000 ευρώ, το οποίο, μάλιστα, ήταν, δήθεν, καταβλητέο, σε δόσεις, με την συμφωνία καταβολής ποσοστού 1/3 του ανωτέρω τιμήματος, κατά την υπογραφή του σχετικού συμβολαίου αγοραπωλησίας και την πίστωση του υπολοίπου ποσού για χρονικό διάστημα οκτώ (8) ετών, καταβλητέου σε άτοκες μηνιαίες δόσεις, είναι δράστης, που ενεργεί, κατ' επάγγελμα, πράξεις απάτης, αφού, πράγματι, από τα προ-παρατεθέντα στοιχεία, προκύπτει, ότι αυτός δεν τέλεσε ευκαιριακά την προπεριγραφείσα κακουργηματική πράξη, αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου, δηλαδή, με υποδομή και οργανωμένη ετοιμότητα, που είχε διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της ανωτέρω πράξης, από την οποία προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεση του προτείνει τους εξής ισχυρισμούς: α) Ότι, δήθεν, το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των 22.000 ευρώ που έλαβε από τον εγκαλούντα Ψ1 αποτελούσε δάνειο για την αντιμετώπιση προσωπικών του αναγκών και όχι προκαταβολή για την αγορά του ρηθέντος ακινήτου, β) ότι, στη συνέχεια, επειδή ο εγκαλών ενδιαφερόταν άμεσα για την αγορά ακινήτου στα βόρεια προάστια, ανέλαβε ο ίδιος την υποχρέωση να εξεύρει για λογαριασμό του εγκαλούντος ένα τέτοιο ακίνητο και συμφώνησε με αυτόν να κρατήσει ο ίδιος (εκκαλών) το ως άνω χρηματικό ποσό ως προκαταβολή για την μελλοντική αγορά του ακινήτου αυτού και ότι το ποσόν αυτό θα αφαιρούνταν στη συνέχεια από το συνολικό τίμημα της πωλήσεως του εν λόγω ακινήτου και γ) ότι στις 21-6-2007 κατέβαλε στον εγκαλούντα το χρηματικό ποσό των 23.100 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της σχετικής απαιτήσεως του κατ' αυτού (εκκαλούντα) και ότι ο εγκαλών μετά από τις εξηγήσεις που του έδωσε αυτός (εκκαλών) πείσθηκε, πλέον, ότι δεν είχε πρόθεση να τον εξαπατήσει. Σχετικά δε με τους ισχυρισμούς του αυτούς εκθέτω τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν, όσον αφορά τους δύο πρώτους ισχυρισμούς, κατά την κρίση μου, είναι εντελώς αβάσιμοι, καθόσον δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Άλλωστε, ούτε και ο ίδιος ο εκκαλών δεν προσκομίζει, ούτε και επικαλείται κάποιο αποδεικτικό στοιχείο προς απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών. Όσον αφορά δε τον τρίτο ισχυρισμό του, εκθέτω τα εξής: Πράγματι, ο εκκαλών εξόφλησε τον εγκαλούντα Ψ1 όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από αυτόν (εκκαλούντα) με ημερομηνίες 21-6-2007 και 9-1-2008 σχετικές αποδείξεις πληρωμής, πλην όμως η εξόφληση αυτή, κατά την κρίση μου, δεν έγινε με την ελεύθερη θέληση του εκκαλούντα, αλλά προκειμένου να αποφύγει αυτός, κατά την διάρκεια της κυρίας ανάκρισης, τον κίνδυνο της προσωρινής του κράτησης, ο οποίος ήταν άμεσα ορατός. Την κρίση μου δε αυτή την στηρίζω στο γεγονός ότι ο εκκαλών επέλεξε να εξοφλήσει τον εγκαλούντα στις 21-6-2007, δηλαδή την ίδια, ακριβώς, ημερομηνία που επ'ροκειτο να απολογηθεί ενώπιον του 22ου Τακτικού Ανακριτή του Τμήματος Πλημ/κών Αθηνών για την ρηθείσα σε βάρος του κακουργηματική πράξη και όχι σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία, όπως θα ανέμενε κάθε λογικός άνθρωπος. Σε κάθε όμως περίπτωση η εξόφληση αυτή ουδεμία έννομη συνέπεια μπορεί να έχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο εκκαλών παραπέμπεται για απάτη σε βαθμό κακουργήματος και συνεπώς δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη της §2 του άρθρου 393 του Π.Κ. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί, ακόμη, ότι μετά την εξόφληση του εγκαλούντος από τον εκκαλούντα είναι φυσικό και εύλογο πλέον για τον εγκαλούντα να δηλώνει ότι δεν είχε πρόθεση να τον εξαπατήσει ο εκκαλών. Με την δήλωση όμως αυτή, που δίδεται από τον εγκαλούντα, κάτω από αυτές τις περιστάσεις, την τελευταία, δηλαδή στιγμή, δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να ανατραπεί η υποκειμενική θεμελίωση του διωκομένου κακουργήματος, σε βάρος του εκκαλούντος. Με τα δεδομένα δε αυτά, φρονώ, ότι στην προκειμένη περίπτωση στοιχειοθετείται πλήρως (αντικειμενικά και υποκειμενικά) σε βάρος του εκκαλούντος η ρηθείσα κακουργηματική πράξη, παρά τα αντιθέτως υπό τούτου υποστηριζόμενα, τα οποία, κατά την κρίση μου, είναι εντελώς αβάσιμα.
IV. Από τ'ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου κατά του πρωτοδίκου 3641/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφορικά με την πράξη της κακουργηματικής απάτης που αποδίδεται σ'αυτόν, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να υπερβεί την εξουσία του. Ως εκ τούτου τ'αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα στερούνται ουσιαστικής βασιμότητας.
V. Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Τέλος, το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Σας πρέπει να απορριφθεί, αφού με πληρότητα στην αίτηση αναίρεσης αναπτύσσει τις απόψεις του επί των προβαλλομένων λόγων και δεν χρήσουν περαιτέρω διευκρινίσεων.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω Ι) Να απορριφθεί η με αριθμό 159/26-9-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Χ1 κατοίκου ... κατά του με αριθμό 1119/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ) Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιόν Σας. Και
ΙΙΙ) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 14 Νοεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής".
Αφού άκουσε
τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην ως άνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 485 παρ. 1 και 309 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δικ., το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση ως συμβούλιο, δεν είναι υποχρεωμένο να διατάσσει, ύστερα από αίτηση του κατηγορουμένου, την αυτοπρόσωπη ενώπιον αυτού εμφάνισή του, εάν κρίνει ότι ο κατηγορούμενος έχει εκθέσει επαρκώς τους ισχυρισμούς του ως προς τις πλημμέλειες του προσβαλλόμενου με την αναίρεση βουλεύματος, ή αν οι προβαλλόμενες με την αναίρεση πλημμέλειες δεν δικαιολογούν ως εκ της φύσεώς τους αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου, ή αν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται εντελώς αορίστως χωρίς προσδιορισμό των σημείων του προσβαλλόμενου βουλεύματος, τα οποία ενόψει της κρινόμενης αναίρεσης, έχουν ανάγκη προφορικής ανάπτυξης εκ μέρους του αναιρεσείοντος. Επομένως το αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που υποβάλλει με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, για εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου χωρίς να προσδιορίζονται σ' αυτό τα σημεία τα οποία, σε σχέση με τους λόγους αναίρεσης, θέλει να αναπτύξει αυτός προφορικά ενώπιον του Συμβουλίου, είναι απορριπτέο προεχόντως ως αόριστο, ανεξαρτήτως του ότι οι αποδιδόμενες με την αναίρεση πλημμέλειες δεν έχουν ανάγκη ιδιαίτερη προφορικής ανάπτυξης.
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράληψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον παθόντα συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.
Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ), είτε χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 2.500.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 13 περ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δ' εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά γεγονότα ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Το συμβούλιο, εξάλλου, οφείλει να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκομίσθηκαν και υπερβαίνει γι' αυτό (αρνητικά) την εξουσία που του παρέχουν τα άρθρα 309, 310 και 313 ΚΠΔ αν περιορισθείς τον έλεγχο και την αξιολόγηση μόνο των στοιχείων που ενισχύουν τις ενδείξεις ή μόνον εκείνων που τις αποδυναμώνουν. Εάν, όμως, κατά την έρευνα και αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, δεχθεί το συμβούλιο ως αληθινά ή όχι τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο εγκλήματος, δεν υπερβαίνει την εξουσία του, εφόσον οι σχετικές παραδοχές στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη ή ανυπαρξία σοβαρών ενδείξεων (Ολ. ΑΠ 9/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1119/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την υπ' αριθμ. 4/11-1-2008 έφεση του αναιρεσείοντος Χ1 κατοίκου... κατά του υπ' αριθμ. 3641/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος για την αξιόποινη πράξη της απάτης, που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν στην ... κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2004, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία σε βάρος του εγκαλούντος Ψ1 αντίστοιχα υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ενώ ο ίδιος (αναιρεσείων) φέρεται ως δράστης που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο εγκαλών Ψ1 του οποίου τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας είναι Ψ1 ιατρός στο επάγγελμα, κάτοικος ..., οδός .... τον Σεπτέμβριο του έτους 2004 ενδιαφερόμενος για την αγορά ακινήτου στην περιοχή..., γνώρισε μέσω κάποιας οικογενειακής φίλης του με το επώνυμο "Φ1", της οποίας δεν αναφέρονται τα λοιπά στοιχεία ταυτότητας, τον εκκαλούντα Χ1 κάτοικο ... ο οποίος του δήλωσε ότι, δήθεν, ήτανεπιχειρηματίας και τεχνικός σύμβουλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Παναγίου Τάφου,ιδιοκτήτη πολλών ακινήτων στην περιοχή της ...
Κατά τις σχετικές δε συζητήσεις που είχε ο εκκαλών μετον εγκαλούντα, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς προςτον τελευταίο ότι, δήθεν, αυτός (εκκαλών) ήταν τεχνικόςσύμβουλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Παναγίου Τάφου, στην κυριότητα του οποίου, δήθεν, ανήκε,μεταξύ άλλων και ένα οικόπεδο, εμβαδού 950 τ.μ. περίπου, μετά της επ' αυτού υπάρχουσας πεπαλαιωμένηςοικίας, ευρισκόμενο στην ...και επί της οδού ... το οποίο, δήθεν, ήτανδιαθέσιμο, προς πώληση, αντί του συμφέροντοςτιμήματος των 350.000 ευρώ, το οποίο, μάλιστα, ήταν,δήθεν, καταβλητέο, σε δόσεις, με την συμφωνία καταβολής ποσοστού 1/3 του ανωτέρω τιμήματος, κατάτην υπογραφή του σχετικού συμβολαίου αγοραπωλησίαςκαι την πίστωση του υπολοίπου ποσού για χρονικόδιάστημα οκτώ (8) ετών, καταβλητέου σε άτοκες μηνιαίες δόσεις και ότι ο ίδιος, ως τεχνικός σύμβουλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του ιδιοκτήτη του ανωτέρω ακινήτου, Παναγίου Τάφου, είχε την δυνατότητα ναεισηγηθεί στο εν λόγω Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, την πώληση, προς αυτόν (εγκαλούντα), του προαναφερομένου ακινήτου, αντί του ανωτέρω συμφέροντος τιμήματος των 350.000 ευρώ και με τους προαναφερθέντες όρους. Έτσι ο εγκαλών πείσθηκε, από τις προαναφερόμενες παραστάσεις του εκκαλούντος και κατέβαλε στον τελευταίο διαδοχικά, ως αρραβώνα (καπάρο) και προκαταβολή του τιμήματος αγοράς του ρηθέντος ακινήτου, στις 20-9-2004, το ποσό των 10.000 ευρώ, στις 29-9-2004, το ποσό των 6.000 ευρώ και στις 18-1-2005, το ποσό των 6.000 ευρώ και συνολικά, για την προαναφερόμενη αιτία, το ποσό των 22.000 ευρώ. Όμως, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια και μετά την εκ μέρους του εγκαλούντος, καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού, στον εκκαλούντα, στην πραγματικότητα, ο τελευταίος δεν ήταν τεχνικός σύμβουλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Παναγίου Τάφου, ο Πανάγιος Τάφος δεν ήταν κύριος του ρηθέντος οικοπέδου, μετά της επ' αυτού υπάρχουσας πεπαλαιωμένης οικίας, που βρισκόταν στην ... και επί της οδού .... ούτε και οποιουδήποτε άλλου ακινήτου, στην ίδια περιοχή, κατά συνέπεια, δε, αφενός μεν το ανωτέρω ακίνητο δεν ήταν διαθέσιμο προς πώληση, αντί τιμήματος 350.000 ευρώ, καταβλητέου είτε σε δόσεις, είτε "τοις μετρητοίς", αφετέρου δε, ο εκκαλών ουδεμία δυνατότητα είχε, να εισηγηθεί στο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Παναγίου Τάφου, την πώληση, προς τον ίδιο (εγκαλούντα), του προαναφερόμενου ακινήτου και μάλιστα, αντί του ανωτέρω συμφέροντος τιμήματος και με τους προαναφερθέντες όρους, γεγονότα τα οποία ασφαλώς και γνώριζε ο εκκαλών - κατηγορούμενος και τα οποία, εάν εγνώριζε και ο εγκαλών, ουδέποτε θα έστεργε στην καταβολή του συνολικού χρηματικού ποσού των 22.000 ευρώ, προς τον εκκαλούντα για την προαναφερθείσα απατηλή αιτία. Αποτέλεσμα δε των ως άνω ψευδών παραστάσεων του εκκαλούντος ήταν να ζημιωθεί ο εγκαλών Ψ1 κατά το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των 22.000 ευρώ με αντίστοιχη δική του ωφέλεια. Τέλος, από τα αποδεικτικά στοιχεία, που συγκεντρώθηκαν, κατά τη διάρκεια της προδικασίας, αναφορικά με τη δραστηριότητα του εκκαλούντος Χ1 προέκυψε, με σαφήνεια, ότι αυτός, εμφανιζόμενος στον εγκαλούντα, Ψ1 ως δήθεν τεχνικός σύμβουλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Παναγίου Τάφου, ο οποίος, υπό την ιδιότητά του αυτή, τάχα, είχε τη δυνατότητα να εισηγηθεί στο εν λόγω Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, την πώληση, προς τον εγκαλούντα, ενός οικοπέδου, εμβαδού 950 τ.μ. περίπου, μετά της επ' αυτού υπάρχουσας πεπαλαιωμένης οικίας, ευρισκόμενου στην ....και επί της οδού..., το, οποίο, δήθεν, ο Πανάγιος Τάφος, ως ιδιοκτήτης αυτού, διέθετε, προς πώληση, αντί του συμφέροντος τιμήματος των 350.000 ευρώ, το οποίο, μάλιστα, ήταν, δήθεν, καταβλητέο, σε δόσεις, με την συμφωνία καταβολής ποσοστού 1/3 του ανωτέρω τιμήματος, κατά την υπογραφή του σχετικού συμβολαίου αγοραπωλησίας και την πίστωση του υπολοίπου ποσού για χρονικό διάστημα οκτώ (8) ετών, καταβλητέου σε άτοκες μηνιαίες δόσεις, είναι δράστης, που ενεργεί, κατ' επάγγελμα, πράξεις απάτης, αφού, πράγματι, από τα προπαρατεθέντα στοιχεία, προκύπτει, ότι αυτός δεν τέλεσε ευκαιριακά την προπεριγραφείσα κακουργηματική πράξη, αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου, δηλαδή, με υποδομή και οργανωμένη ετοιμότητα, που είχε διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της ανωτέρω πράξης, από την οποία προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του προτείνει τους εξής ισχυρισμούς: α) Ότι, δήθεν, το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των 22.000 ευρώ που έλαβε από τον εγκαλούντα Ψ1 αποτελούσε δάνειο για την αντιμετώπιση προσωπικών του αναγκών και όχι προκαταβολή για την αγορά του ρηθέντος ακινήτου, β) ότι, στη συνέχεια, επειδή ο εγκαλών ενδιαφερόταν άμεσα για την αγορά ακινήτου στα βόρεια προάστια, ανέλαβε ο ίδιος την υποχρέωση να εξεύρει για λογαριασμό του εγκαλούντος ένα τέτοιο ακίνητο και συμφώνησε με αυτόν να κρατήσει ο ίδιος (εκκαλών) το ως άνω χρηματικό ποσό ως προκαταβολή για την μελλοντική αγορά του ακινήτου αυτού και ότι το ποσόν αυτό θα αφαιρούνταν στη συνέχεια από το συνολικό τίμημα της πωλήσεως του εν λόγω ακινήτου και γ) ότι στις 21-6-2007 κατέβαλε στον εγκαλούντα το χρηματικό ποσό των 23.100 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της σχετικής απαιτήσεώς του κατ' αυτού (εκκαλούντα) και ότι ο εγκαλών μετά από τις εξηγήσεις που του έδωσε αυτός (εκκαλών) πείσθηκε, πλέον, ότι δεν είχε πρόθεση να τον εξαπατήσει. Σχετικά δε με τους ισχυρισμούς του αυτούς εκθέτω τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν, όσον αφορά τους δύο πρώτους ισχυρισμούς, κατά την κρίση μου, είναι εντελώς αβάσιμοι, καθόσον δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Άλλωστε, ούτε και ο ίδιος ο εκκαλών δεν προσκομίζει, ούτε και επικαλείται κάποιο αποδεικτικό στοιχείο προς απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών. Όσον αφορά δε τον τρίτο ισχυρισμό του, εκθέτω τα εξής: Πράγματι, ο εκκαλών εξόφλησε τον εγκαλούντα Ψ1 όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από αυτόν (εκκαλούντα) με ημερομηνίες 21-6-2007 και 9-1-2008 σχετικές αποδείξεις πληρωμής, πλην όμως η εξόφληση αυτή, κατά την κρίση μου, δεν έγινε με την ελεύθερη θέληση του εκκαλούντα, αλλά προκειμένου να αποφύγει αυτός, κατά την διάρκεια της κυρίας ανάκρισης, τον κίνδυνο της προσωρινής του κράτησης, ο οποίος ήταν άμεσα ορατός. Την κρίση μου δε αυτή την στηρίζω στο γεγονός ότι ο εκκαλών επέλεξε να εξοφλήσει τον εγκαλούντα στις 21-6-2007, δηλαδή την ίδια, ακριβώς, ημερομηνία που επρόκειτο να απολογηθεί ενώπιον του 22ου Τακτικού Ανακριτή του Τμήματος Πλημ/κών Αθηνών για την ρηθείσα σε βάρος του κακουργηματική πράξη και όχι σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία, όπως θα ανέμενε κάθε λογικός άνθρωπος. Σε κάθε όμως περίπτωση η εξόφληση αυτή ουδεμία έννομη συνέπεια μπορεί να έχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο εκκαλών παραπέμπεται για απάτη σε βαθμό κακουργήματος και συνεπώς δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη της §2 του άρθρου 393 του Π.Κ. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί, ακόμη, ότι μετά την εξόφληση του εγκαλούντος από τον εκκαλούντα είναι φυσικό και εύλογο πλέον για τον εγκαλούντα να δηλώνει ότι δεν είχε πρόθεση να τον εξαπατήσει ο εκκαλών. Με την δήλωση όμως αυτή, που δίδεται από τον εγκαλούντα, κάτω από αυτές τις περιστάσεις, την τελευταία, δηλαδή στιγμή, δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να ανατραπεί η υποκειμενική θεμελίωση του διωκομένου κακουργήματος, σε βάρος του εκκαλούντος. Με τα δεδομένα δε αυτά, φρονώ, ότι στην προκειμένη περίπτωση στοιχειοθετείται πλήρως (αντικειμενικά και υποκειμενικά) σε βάρος του εκκαλούντος η ρηθείσα κακουργηματική πράξη, περά τα αντιθέτως υπό τούτου υποστηριζόμενα, τα οποία, κατά την κρίση μου, είναι εντελώς αβάσιμα". Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αναφορά του στην αντίστοιχη εμπεριστατωμένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής απάτης. Ακολούθως το ως άνω Συμβούλιο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτόδικου υπ' αριθμ. 3641/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του προαναφερομένου Δικαστηρίου για να δικασθεί για την ως άνω αξιόποινη πράξη. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το προαναφερθέν έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την αναιρετική ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, παραθέτει δε, τέλος τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 386 παρ. 1 και 3 περ. α του ΠΚ, όπως η παρ. 3 του τελευταίου άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, τις οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, χωρίς να στερήσει έτσι το βούλευμα από νόμιμη βάση και χωρίς να υπερβεί την εξουσία του. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα με τις πιο πάνω παραδοχές του διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου των περιστάσεων εκείνων της σε βαθμό κακουργήματος τέλεσης της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης της απάτης που του αποδίδεται. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν υπήρχε ανάγκη να διαλάβει το βούλευμα ειδικότερες αναφορές για το τι προέκυψε χωριστά από το καθένα αποδεικτικό μέσο και να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, αρκούντως του γεγονότος ότι αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα της δικογραφίας και απολογία του κατηγορουμένου). Πλέον συγκεκριμένα το Συμβούλιο Εφετών στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, με αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση και εκείνης στο πρωτόδικο βούλευμα, ορθά διέλαβε ότι δεν εφαρμόζεται το άρθρο 393 παρ. 2 ΠΚ με την επιστροφή του ποσού των 22.000 ευρώ στον εγκαλούντα στις 21-6-2007 (ημέρα κατά την οποία απολογήθηκε στον 22ο Τακτικό Ανακριτή του Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών), καθόσον στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων φέρεται ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος. Επίσης ορθά εφήρμοσε το νόμο περί της τέλεσης του εγκλήματος της απάτης από τον αναιρεσείοντα κατ' επάγγελμα προσδιορίζοντας ότι λόγω της υποδομής και της οργανωμένης ετοιμότητας που είχε αυτός διαμορφώσει, με πρόθεση παραπλανούσε σε διαφορετικούς χρόνους περισσότερα του ενός πρόσωπα, ενδιαφερόμενα για την αγορά ακινήτων, αποσπώντας παράνομα προκαταβολές απ' αυτά στα οποία δεν μεταβιβάζονταν ποτέ τα υπό διαπραγμάτευση ακίνητα, ήτοι αναφέρει περιστατικά για την πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της ανωτέρω πράξης. Γι' αυτό οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος σχετικά με την κατ' επάγγελμα τέλεση της απάτης απ' αυτόν είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, ως στρεφόμενες κατά της ανέλεγκτης περί τα πράγματα κρίσης του Συμβουλίου Εφετών. Εξάλλου με την αναφορά του εν λόγω Συμβουλίου στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία παραπέμπει το προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι "στην προκειμένη περίπτωση στοιχειοθετείται πλήρως (αντικειμενική και υποκειμενική) σε βάρος του εκκαλούντος η ρηθείσα κακουργηματική πράξη, παρά τα αντιθέτως υπό τούτου υποστηριζόμενα, τα οποία, κατά την κρίση μου, είναι εντελώς αβάσιμα" δεν υπερβαίνει την εξουσία του, εφόσον οι σχετικές παραδοχές στηρίζουν την κρίση του μόνο για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου και όχι αποδείξεων ενοχής του και αυτό είναι παραδεκτό, σύμφωνα με την προεκτιθέμενη νομική σκέψη. Επομένως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β, δ και στ' λόγοι αναίρεσης κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ1 κατοίκου ... για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1119/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική απάτη. Παραπεμπτικό βούλευμα. Αίτηση αναίρεσης κατά του βουλεύματος για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και υπέρβαση εξουσίας. Απόρριψη όλων των λόγων αυτών.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας.
| 1
|
Αριθμός 1452/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Σαμαρά, για αναίρεση της 964/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1963/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" όπως ισχύει, εκείνος, που εκδίδει επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων από τον εκδότη κατά τον χρόνο της έκδοσής της ή από τον χρόνο της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πραγμάτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, απαιτείται: α) έκδοση ακάλυπτης επιταγής η οποία δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα κατά την εμπρόθεσμη, ήτοι κατ' άρθρο 29 παρ. 1 και 4 του ν. 5960/1933, εντός οκτώ (8) ημερών από την ημερομηνία έκδοσής της εμφάνιση αυτής προς πληρωμή, β) έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής και γ) δόλος, για την ύπαρξη του οποίου αρκεί η γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη όμως αιτιολόγηση απαιτείται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εκ της οποίας ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β' του ΚΠΔ. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, συνδυαζόμενο με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 964/2007 αποφάσεώς του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης δέχθηκε, μετ' εκτίμηση και αξιολόγηση των στην απόφαση αυτή αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: " Ο κατηγορούμενος στην ... στις 30-8-2003 και 30-10-2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος, από πρόθεση εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά τη νομότυπη εμφάνισή τους για πληρωμή, χωρίς να έχει τα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τους χρόνους έκδοσης και πληρωμής αυτών. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος στον πιο πάνω τόπο 1. στις 30-8-2003, αν και γνώριζε ότι δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα εξέδωσε τη με αριθμό ... επιταγή ποσού 50.000 ευρώ, πληρωτέα στην ALPHA Τράπεζα ΑΕ, σε διαταγή των ... και ..., η οποία εμφανίστηκε προς πληρωμή στην πιο πάνω τράπεζα στις 2-9-2003 από τους κομιστές αυτής-εγκαλούντες και δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων του εκδότη της και 2. στις 30-10-2003, αν και γνώριζε ότι δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, εξέδωσε τη με αριθμ. ... επιταγή ποσού 20.000 ευρώ, πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, σε διαταγή ... και ..., η οποία εμφανίστηκε προς πληρωμή στην πιο πάνω τράπεζα αυθημερόν από τους κομιστές αυτούς - εγκαλούντες και δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων του εκδότη της. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος αν και αναγνώρισε την οφειλή του προς τους εγκαλούντες, δεν κατέβαλε σ' αυτούς κανένα ποσό, αλλά ενόψει της προκείμενης δίκης προσφέρθηκε να τους καταβάλει ποσό 10.000 ευρώ προκειμένου να διακανονιστεί το χρέος του και οι τελευταίοι να προβούν στην ανάκληση της έγκλησης. Περαιτέρω, ως προς το αίτημα του κατηγορουμένου να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, σημειώνεται κατ' αρχήν ότι αυτός δεν έχει λευκό ποινικό μητρώο, κυρίως όμως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα στοιχεία, που αναλύονται στο έγγραφο των αυτοτελών ισχυρισμών του, ότι αυτός προέβη στην έκδοση μεγάλου αριθμού ακάλυπτων επιταγών, που ενσωμάτωναν πολύ μεγάλες χρηματικές αξιώσεις τρίτων σε βάρος του, οι οποίες δημιουργήθηκαν κατά την επαγγελματική του δραστηριοποίηση, μέρος των οποίων έχει εξοφλήσει ή έχει καλύψει εν μέρει, προκειμένου να ανακληθούν οι σχετικές εγκλήσεις των παθόντων, ωστόσο η συμπεριφορά του αυτή δεν στοιχειοθετεί την έντιμη επαγγελματική ζωή αυτού μέχρι την τέλεση των πράξεων που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο. Ακολούθως, ως προς την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, αν και έχει καταβάλει ποσό προς άλλους παθόντες, δεν έκανε καμιά προσπάθεια να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του ως προς τους εγκαλούντες, καθόσον από το χρόνο της έκδοσης των ακάλυπτων επιταγών μέχρι την εκδίκαση της προκειμένης υπόθεσης στο δεύτερο βαθμό παρήλθε διάστημα τεσσάρων ετών χωρίς να έχει καταβάλει μέρος της οφειλής του προς αυτούς και η προσφορά του για την καταβολή ποσού 10.000 ευρώ έγινε ενόψει της σημερινής δίκης και προκειμένου οι τελευταίοι να ανακαλέσουν την έγκλησή τους. Σύμφωνα με τα παραπάνω, αφού απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α και δ ΠΚ, αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά το κατηγορητήριο".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 98 του ΠΚ, 79 παρ. 1 και 5 του ν.5960/1933, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και η παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των δύο εγκαλούντων. Επίσης το δικαστήριο της ουσίας με πλήρη αιτιολογία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α και δ του ΠΚ, εκθέτοντας τα περιστατικά από τα οποία αποδείχθηκε το μη έντιμο του ατομικού και επαγγελματικού του βίου ως και η μη επίδειξη ειλικρινούς μετάνοιας και η μη επιδίωξη έστω της μείωσης των συνεπειών που είχε η εγκληματική πράξη την οποία τέλεσε σε βάρος των εγκαλούντων με την καταβολή σ' αυτούς κάποιου χρηματικού ποσού έναντι εκείνου των δύο ως άνω ακάλυπτων επιταγών. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών,
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Νοεμβρίου 2007 (υπ'αριθμ. Πρωτ. 5/2007) αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμό 964/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Προ-βολή ισχυρισμών περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο του κατηγορουμένου του άρθρου 84 §§ 2α και 2δ ΠΚ. Ορισμένο των ισχυρισμών αυτών. Πότε υποχρεούται να απαντήσει το Δικαστήριο επί των ισχυρισμών αυτών.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
Αριθμός 1451/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ίνεγλη, για αναίρεση της 14149/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2082/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε ν απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το άρθρο 17 υπό στοιχ. Β του ν. 1756/1988, που περιλαμβάνει τον κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και καταστάσεως δικαστικών λειτουργών ορίζονται στην παρ. 1 "σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση" και στην παρ. 3 "ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητικής σειρά τα ονόματα.... στην εισαγγελία εφετών α)...β) όλων των αντεισαγγελέων από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των υπόλοιπων τριμελών εφετείων", ενώ στην παρ. 4 "με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός....". Τέλος, στην παρ. 10 ορίζεται "Η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως". Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, μ την αιτίαση ότι δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι η σύνθεση του δικαστηρίου προήλθε από κλήρωση, που έγινε σύμφωνα με τον Οργανισμό των Δικαστηρίων, με αποτέλεσμα η παράλειψη αυτή να δημιουργεί θέμα κακής συνθέσεως του δικάσαντος δικαστηρίου και κατά συνέπεια λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ. Όμως, εκτός από το ότι δεν υπάρχει υποχρέωση να αναγράφεται στην απόφαση, ότι η σύνθεση του δικαστηρίου προήλθε από κλήρωση και επομένως δεν ιδρύεται οποιοσδήποτε λόγος αναιρέσεως, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δε προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως. Τέτοια όμως πρόταση δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, ούτε από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικνύεται ότι προβλήθηκε. Επομένως, ως άνω σχετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή, και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ προσώπων, προς το δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, αν απηγγέλθη απόντος αυτού, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 61 παρ. 1 ΚΠοινΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας τα επιδόσεως, οι οποίοι, πρέπει, να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 14149/2007 απόφασή του, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την 1671/5-6-2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 23202/1999 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία εκείνος είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 1.500 δραχμές ημερησίως και σε χρηματική ποινή 1.000.000 δραχμών, για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 του ΠΚ και 79 του ν. 5960/1933), με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η απόφαση εκδόθηκε με απόντα τον κατηγορούμενο, που κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής. Η εν λόγω απόφαση, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν στο ακροατήριο, από 17-3-2000 αποδεικτικό επίδοσης απόφασης κατηγορουμένου άγνωστης διαμονής της ..., Επιμελήτριας Δικ. Εισαγγελίας Θεσσαλονίκης, επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 17-3-2000, δια τοιχοκολλήσεως στην έδρα του Δήμου Θεσσαλονίκης, σαν σε κατηγορούμενο άγνωστης διαμονής, αφού αναζητήθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του στην οδό ... του Θ' ΑΤΘ αρ. 8. Ο εκκαλών ασκεί την υπό κρίση έφεση στις 5-6-2007, όπως προκύπτει από την ανάγνωση στο ακροατήριο της σχετικής έκθεσης ασκήσεως εφέσεως, δηλαδή μετά την παρέλευση των δέκα ημερών από την ως άνω ημερομηνία επιδόσεως της εκκαλουμένης απόφασης. Από δε την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάσθηκε στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι η εκπρόθεσμη άσκησή της οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, ώστε να συγχωρηθεί το εκπρόθεσμο. Ειδικότερα, ο εκκαλών υποστηρίζει, για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της έφεσής του, ότι ουδέποτε, μέχρι τις 4-5-2007 (που την πληροφορήθηκε από την Αστυνομία), έλαβε γνώση τόσο του κλητηρίου θεσπίσματος όσο και της εκκαλουμένης απόφασης και ήταν γνωστής διαμονής από το 1990 μέχρι και σήμερα, διαμένοντας στην οδό ... πρώην ..., στους .... Όμως, όπως προκύπτει από την εκτίμηση των αποδείξεων, ο εκκαλών-κατηγορούμενος ορθώς αναζητήθηκε (πριν την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης ως άγνωστης διαμονής) στην οδό ...., που ήταν η τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα -κατηγορούμενο, για τα οποία καταθέτει και η μάρτυράς του, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος είχε γνωστή διεύθυνση στην οδό ... κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης (και του κλητηρίου θεσπίσματος), δεν κρίνονται πειστικά, παρά τα έγγραφα που προσκομίζει ο εκκαλών, αλλά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν αποδεικνύεται ότι η παραπάνω διεύθυνση του εκκαλούντος ήταν γνωστή, κατά το χρόνο επίδοσης της απόφασης στην Εισαγγελική αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Και τούτο διότι τα παραπάνω έγγραφα μόνον το από 9-5-2001 υπηρεσιακό σημείωμα Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, η από 19-3-2002 Διάταξη Εισαγγελέα Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, το με αρ. 11953/2002 απόσπασμα - απόφαση του Τριμ. Πλημ. Θεσ/νίκης και η από 6-05-1999 κλήση από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης αποτελούν έγγραφα από τα οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι η διεύθυνσή του ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Θεσσαλονίκης, πλην όμως δεν αφορούν το κρίσιμο έτος της επίδοσης της εκκαλουμένης (2000), ενώ τα λοιπά αφορούν σχέσεις του κατηγορουμένου με τρίτους, έστω και αν αναφέρονται στο παραπάνω έτος. Μετά απ' όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης (αρ. 476 παρ. 1 και 3 ΚΠοινΔ) και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα έξοδα, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ".
Από την υπ' αριθμ. 1671/5-6-2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλει με αυτή, επί λέξει τα εξής: "Ασκεί σήμερα την έφεση καθόσον ουδέποτε έλαβε γνώση τόσο του κλητηρίου θεσπίσματος όσο και της απόφασης και ήταν γνωστής διαμονής από το έτος 1990 μέχρι και 'σημερα στην οδό ...πριν ... - ... Έλαβε γνώση της αποφάσεως 4-5-2007 από την Αστυνομία". Κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του ο ήδη αναιρεσείων σε σχετική ερώτηση του Προέδρου για το εκπρόθεσμο της τότε κρινόμενης εφέσεως του, είπε "ότι για την αιτιολόγηση της εκπροθέσμου ασκήσεως της ενδίκου εφέσεως προτείνω να εξετασθεί ως μάρτυρας η Μ1 σύζυγος Χ1". Με όσα εξέθεσε ο κατηγορούμενος στην πιο πάνω 1671/2007 έφεσή του προβάλλει ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους βεβαίως δεν εμπίπτει, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ισχυρισμός για ακυρότητα επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν ανέφερε όμως ο αναιρεσείων στην έφεσή του αν η τελευταία κατοικία του κατά το χρόνο της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, ήτοι στις 17-3-2000 (βλ. σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης....) ήταν γνωστή στην Εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση. Το ίδιο συνέβη και ενώπιον του ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, όταν κατά την εξέταση του εμπροθέσμου της εφέσεώς του ο κατηγορούμενος περιορίσθηκε να εκθέσει τα πιο πάνω αναφερόμενα. Για πρώτη φορά γίνεται αναφορά ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ο κατηγορούμενος είχε γνωστή κατοικία στην οδό .... (πρώην ..) στους ... και ότι τούτο ήταν γνωστό στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και όχι ότι το είχε καταστήσει ο ίδιος γνωστό στην εν λόγω Εισαγγελική αρχή, κατά την κατάθεση της εξετασθείσης μάρτυρα συζύγου του Μ1. Εξάλλου στην πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται, με πληρότητα και σαφήνεια, μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία της επιδόσεως της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 23202/4-5-1999 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στις 17-3-2000, η οποία προκύπτει από το προαναφερόμενο αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας ..., που βρίσκεται στη δικογραφία, όσο και η ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως στις 5-6-2007, δηλαδή μετά την πάροδο πλέον των έξι (6) ετών της νόμιμης προθεσμίας και, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να αναφέρει στο έγγραφο της έφεσης σαφή λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Δεν υποχρεούταν το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία για την εγκυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής, την οποία παρά ταύτα εκ περισσού αναφέρει (λόγω της μη ανεύρεσής του στην τελευταία γνωστή στην Εισαγγελική αρχή κατοικία του στην οδό ....του ΘΑΤΘ αρ. ...), ή τους λόγους ανώτερης βίας για τους οποίους ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, αφού ο προαναφερόμενος και στην έφεση διαλαμβανόμενος ισχυρισμός του, χωρίς αναφορά ότι αυτός είχε κατά το χρόνο της εν λόγω επιδόσεως ειδικώς προσδιοριζόμενη γνωστή διαμονή, η οποία ήταν γνωστή στην Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ήταν εντελώς αόριστος και απαράδεκτος. Εφόσον δε στον ισχυρισμό αυτό δεν διαλαμβανόταν και επίκληση λόγων ανώτερης βίας (αφού η αναφορά και μόνο ότι δεν έλαβε γνώση της επιδόσεως δεν συνιστά ανώτερη βία), δεν ήταν αναγκαία η αιτιολογία και επί του ζητήματος αυτού. Ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε στο ακροατήριο μάρτυρας επί του ζητήματος αυτού και το Δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό του την επιπλέον παραδοχή ότι δεν προέκυψε λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος για την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως.
Συνεπώς, με όσα δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Νοεμβρίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 14149/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση. Απόρριψη αυτής ως εκπρόθεσμης, χωρίς επίκληση λόγου ανώτερης βίας. Αίτηση αναίρεσης κατά της απορριψάσης την έφεση απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης για το λόγο αυτό και περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου της ουσίας. Πότε καλύπτεται η τοιαύτη ακυρότητα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Εφέσεως απαράδεκτο, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 0
|
Αριθμός 1450/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου .... που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ'αριθμ. 2495/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον .... κάτοικο ... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 400/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 153/28.04.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 32 παρ. 2β, 138 παρ. 2β και 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 4/27-1-2008, ενώπιον του Διευθυντή της Φυλακής ..., αναίρεση τουΧ1 κρατούμενου στην παραπάνω Φυλακή, κατά του υπ'αριθμ. 2495/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η υπ'αριθμ. 443/2008 έφεσή του κατά του υπ'αριθμ. 2039/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων) για το αδίκημα της Απάτης κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία μεγαλύτερη από 73.000 Ευρώ και εκθέτω τ'ακόλουθα:
Ως αναιρετικοί λόγοι, με το αναιρετήριο έγγραφο, προβάλλονται, κατά λέξη, τα εξής:
"1. Διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την προσήκουσα κατά το Σύνταγμα αιτιολογία, άρθρ. 510 παρ. Δ' ΚΠΔ, σύμφωνα με το άρθρ. 484 παρ. Δ' για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρ. 139 ΚΠΔ και
2. Για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής διατάξεως των προβλεπομένων ποινικών παραβάσεων του Νόμου περί των οποίων καταδικάστηκε".
(βλ. έκθεση αναίρεσης).
Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος όταν προβάλλεται με μόνη τη διατύπωση του νόμου, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό. Για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει: α) αν λείπει παντελώς η αιτιολογία να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος ή της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της απόφασης.
(Ολ. Α.Π. 19/2001 Πραξ. Λογ. ΠΔ 2001).
Εξ άλλου και αναφορικά με τον δεύτερο προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, για την πληρότητα του δικογράφου της αίτησης κατά βουλεύματος, πρέπει να προσδιορίζεται η διάταξη που παραβιάστηκε και σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές του βουλεύματος και δεν αρκεί η απλή αναφορά κάποιου λόγου που προβλέπεται από το νόμο.
(Α.Π. 1632/2001 Ποιν. Λόγος Α. 2284).
Εν όψει των προεκτεθέντων η κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 4/27-1-2008 αναίρεση του Χ1 κατοίκου .... κρατούμενου στη Φυλακή ... κατά του υπ'αριθμ. 2495/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση του προσβαλλομένου βουλεύματος.
Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αναιρεσείοντα.
Αθήνα 15 Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ε. Νικολούδης"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 484 § 1, 509 § 1 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων και βουλευμάτων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο, σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στα άρθρα 510 και 484 Κ.Π.Δ. λόγους (αναιρέσεως), η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορριπτέα (άρθρ. 476 και 513 Κ.Π.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγον αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως (και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με παραπομπή εις άλλα έγγραφα ή με άσκηση προσθέτων λόγων). Ειδικότερα για το ορισμένο του εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., λόγον αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει, εάν ελλείπει μεν παντελώς η αιτιολογία, να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του βουλεύματος, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, αν δε υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική, να διευκρινίζεται επί πλέον εις τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος, ήτοι ποίες οι τυχόν ελλείψεις στην αιτιολογία αυτού ή οι αντιφατικές αιτιολογίες ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπ' όψη από το συμβούλιο (ολ. Α.Π. 2/2002, 19/2001). Περαιτέρω για το ορισμένο του εκ του άρθρου 484 § 1 β' Κ.Π.Δ. λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παρεβιάσθη, η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που εδόθη σ'αυτήν από το συμβούλιο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που εδέχθη αυτό (συμβούλιο) ότι προέκυψαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ'αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη υπ'αριθμ. 4/27 Ιανουαρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται το υπ'αριθμ. 2495/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθη η έφεση κατά του υπ'αριθμ. 2.039/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίον ο κατηγορούμενος αναιρεσείων παρεπέμφθη για απάτη κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και συνήθεια, άνω των 73.000 €. Στην έκθεση αυτή αναιρέσεως, ο αναιρεσείων δηλώνει ότι κάνει αναίρεση κατά του υπ'αριθμ. 2495/2008 βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για τους παρακάτω αναφερομένους λόγους, κατά πιστή εδώ μεταφορά: "Σύμφωνα με το άρθρον 484 § ΙΔ' δια έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. 1. Διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έχει την προσήκουσα κατά το Σύνταγμα αιτιολογία άρθρο 510 παρ. Δ Κ.Π.Δ. και 2) Για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής διατάξεως των προβλεπομένων ποινικών παραβάσεων του Νόμου περί των οποίων καταδικάστηκε". Ούτως όμως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ουδένα σαφή και ορισμένο λόγο περιέχει σε σχέση με την έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας από το προσβαλλόμενο βούλευμα και με την εσφαλμένη από αυτό ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Συνεπώς η αίτηση λόγω της αοριστίας της είναι απαράδεκτη και πρέπει ως τοιαύτη να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στο δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Ιανουαρίου 2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ'αριθμ. 2495/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρα 148-153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 484 παρ. 1. Για το παραδεκτό της αιτήσεως πρέπει να περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον λόγος σαφής και ορισμένος. Άλλως απορρίπτεται αναίρεση ως απαράδεκτη άρθρα 476, 513 ΚΠΔ. Για τους λόγους της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής πρέπει τα αναφέρονται τα συγκεκριμένα κεφάλαια, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση ως η συγκεκριμένη ουσιαστική ποινική διάταξη που παρεβιάσθη. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 1449/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2220/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.2.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 410/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 145/21.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, μετά της σχετικής δικογραφίας την με αρ. πρωτ. 522/27-2-2009 δήλωση αναίρεσης του Χ1 κατοίκου ... κατά της με αριθμ. 2220/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών και έξι μηνών και χρηματική ποινή 3.000 €, για αγορά, κατοχή ναρκωτικών ουσιών, και εκθέτω τα εξής:
Από τις διατάξεις των άρθρων 473 § 1 και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "& 1 Όπου διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. .... & 2 Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου , μέσα σε προθεσμία 20 ημερών η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1... και & 3 Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου..." και ότι κατά το άρθρο 168 ΚΠΔ ο υπολογισμός των προθεσμιών γίνεται σύμφωνα με το καθιερωμένο ημερολόγιο κατά δε την δεύτερη " Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ... ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ή.... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ...." προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων είναι δέκα μέρες από την εκδίκαση της υπόθεσης αν ο δικαιούχος του ενδίκου μέσου ήταν παρών ή από την επίδοση της απόφασης είναι γνωστής διαμονής ή τριάντα ημερών, αν η διαμονή του είναι άγνωστη ή διαμένει στην αλλοδαπή ή 20 ημέρες αν-η άσκηση γίνεται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και περιέχει ένα τουλάχιστον δικαιολογητικό λόγο και ότι οι προθεσμίες αυτές αρχίζουν από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου η προθεσμία δε αυτή δεν - παρεκτείνεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση, οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στην δήλωση ή στην αίτηση άσκησης αναίρεσης και να συνοδεύονται από τα υποστηρίζοντα την ύπαρξη της ανωτέρας βίας αποδεικτικά μέσα προκειμένου εξ αυτών να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει η όχι η επικαλούμενη κατάσταση ανωτέρας βίας. Αν δε εμφιλοχωρήσει διακοπή ή αναστολή τότε αυτή αρχίζει κανονικά από της επομένης της έναρξης της προθεσμίας, και διακόπτεται όταν λάβει χώρα η διακοπή ή αναστολή και συνεχίζεται μετά το πέρας της διακοπής ή της αναστολής μέχρις ότου συμπληρωθεί η προβλεπόμενη για την άσκηση του ενδίκου μέσου προθεσμία, άλλως η ασκηθείσα έφεση είναι απαράδεκτη σαν εκπρόθεσμη, και το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο απορρίπτει την αναίρεση σαν απαράδεκτη ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα αφού ακούσει τους διαδίκους που θα εμφανιστούν και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος και επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σ' αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1026/2004 ΠΧ ΝΕ 2005 -436, ΑΠ 1876 ΠΧ ΝΕ 2005-716, ΑΠ 1976/2004 ΠΧ ΝΕ 2005-726, ΑΠ 310/2005 ΠΧ ΝΕ 2005 2005-930 ΑΠ 477/2005 ΠΧ ΝΕ 2005 -988).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την με ημερομηνία 27/2/2009 Αίτηση - δήλωση αναίρεσης η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου όπως προκύπτει από την επισημείωση του Δικαστικού επιμελητή .... πάνω στο σώμα της δήλωσης- αναίρεσης και έλαβε αριθμό κατάθεσης 522/27-2-2009.
Από δε την με αριθμ. 2220/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε ο αιτών στην παραπάνω ποινή προκύπτει ότι ο καταθέσας την αίτηση ήταν παρών όταν δημοσιεύτηκε η παραπάνω απόφαση την 24/9/2008 και από την βεβαίωση του γραμματέα του ποινικού τμήματος του Εφετείου Αθηνών πού αναγράφεται στο τελευταίο φύλλο της απόφασης προκύπτει ότι αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 6/2/2009 (βλ. την από 10/3/2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών). Επομένως η 20ήμερη προθεσμία άρχισε την επομένη ημέρα δηλ. την 7/2/2009 και συμπληρώθηκε 26/2/2009.
Συνεπώς η αίτηση δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 27/2/2009, είναι εκπρόθεσμη αφού στην αίτηση-δήλωσή του δεν εκτίθενται λόγοι ανωτέρας βίας που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εκπρόθεσμη επίδοση της δήλωσής του για άσκηση αναίρεσης (ΑΠ 836/05 ΠΧρ. ΝΣΤ/36 και ΑΠ 1857/08).
Κατ' ακολουθία των παραπάνω η αίτηση-δήλωση αναίρεσης του Χ1 πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη και να του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης (αρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
(Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με ημερομηνία 27/2/2009 Αίτηση-δήλωση αναίρεσης του Χ1 κατοίκου ... με ημερομηνία επίδοσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 27/2/2009, κατά της υπ'αρ. 2220/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στον παραπάνω αναιρεσείοντα.
Αθήνα την 7η Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην προστεθείσα με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 παράγραφο 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ ορίζεται ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου ...". Ο όρος τελεσίδικη απόφαση που απαντάται στον ΚΠΔ μόνο στην ανωτέρω διάταξη χρησιμοποιείται με τη γνωστή έννοια της αποφάσεως που δεν μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα από τον νόμο τακτικά ένδικα μέσα, όπως προβλεπόμενο από τον ΚΠΔ είναι μόνον η έφεση. Ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει προβλεπομένους από το άρθρο 510 παράγραφος 1 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, και ιδίως αυτόν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, να αποφεύγεται δε η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος, ώστε να αποτρέπεται η εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου (Ολ. ΑΠ 6/2002). Ούτως από την διάταξη της άνω παραγράφου 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με την της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, προκύπτει ότι όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων και δη αναιρέσεως που γίνεται από τον καταδικασθέντα κατά της καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 474 παράγραφος 2 ΚΠΔ) είναι είκοσι ημέρες από της ανωτέρω καταχωρίσεως στο ειδικό βιβλίο. Το ότι η άνω προθεσμία αρχίζει από της καταχωρίσεως και όχι από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, δεν έρχεται σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 1 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα δικαιώματα του ανθρώπου) περί δίκαιης δίκης, αντιθέτως δε εάν η προθεσμία αρχίσει από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως φαλκιδεύεται το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου και τότε παραβιάζεται το άνω άρθρο της Συμβάσεως.
Εξάλλου, κατά συναγομένη από το άρθρο 255 ΑΚ γενική αρχή του δικαίου ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγον εξαιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν. Τέλος, κατ' άρθρον 513 παράγραφος 1 σε συνδ. με άρθρο 476 παράγραφος 1 ΚΠΔ, όταν η αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατεδικάσθη (παρών ών) δια της υπ' αριθ. 2220/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών εις ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και έξ (6) μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, για παράβαση του Ν. περί ναρκωτικών, η απόφαση δε αυτή κατεχωρίσθη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παράγραφος 3 ΚΠΔ την 6.2.2009, όπως προκύπτει από την υπό ημερομηνία 10.3.2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμοδίας Γραμματέως των Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών και την σχετική επισημείωση της Γραμματέως εν τέλει της προσβαλλομένης αποφάσεως. Περαιτέρω ο άνω καταδικασθείς ήσκησε κατά της αποφάσεως αυτής την από 25.2.2009 αναίρεσή του με δήλωση, την οποία επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 27.2.2009 (ημέρα Παρασκευή), όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση επί της επιδοθείσης δηλώσεως, του Δικαστικού Επιμελητού .... Εντεύθεν και η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα μετά την πάροδο της νομίμου προθεσμίας των είκοσι ημερών, συμπληρωθείσης την 26.2.2009, από της καταχωρίσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του δικαστηρίου, χωρίς να εκτίθεται στην δήλωση αναιρέσεως λόγος ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, να επιβληθούν δε στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παράγραφος 1 και 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.2.2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 2220/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προθεσμία ασκήσεως ενδίκου μέσου (άρθρ. 473 § 1 και 476 § 1 - 473 §§ 2, 3, ΚΠΔ). Από πότε αρχίζει η προθεσμία των 20 ημερών κατά της καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Λόγος ανωτέρας βίας για την εκπρόθεσμη αίτηση. Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
Αριθμός 1448/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλουμένους τους 1..... Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και 2. .... Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, και εγκαλούντα τον ....
Η αίτηση αυτή με αριθμ. πρωτ. και ημερομηνία 120/30.1.2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 246/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 115/3.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 137 ΚΠΔ το υπ'αριθμ. 120/30-1-2009 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς για κανονισμό αρμοδιότητος και εκθέτω τα εξής:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε Κ.Π.Δ., το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του επομένου άρθρου 137 § 1 Κ.Π.Δ., την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων, και ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Κατά την διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως. β) το Συμβούλιο των Εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο 'Αρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κυρία διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της ασκήσεως ποινικής διώξεως για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρετήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο .... κρατούμενος στη Κλειστή Φυλακή .... υπέβαλε την από 3-9-2007 έγκληση κατά των .... Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και ...., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, Επόπτη και Βοηθού Επόπτη της Δικαστικής Φυλακής .... για παράβαση καθήκοντος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Επειδή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο, πρέπει η έγκληση αυτή να παραπεμφθεί από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προκειμένου να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 47 σε συνδ. με το άρθρο 43 παρ. 1 του ΚΠΔ και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές εισαγγελικές και δικαστικές αρχές.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ οτ ε ί ν ω να διαταχθεί η παραπομπή της από 3-9-2007 έγκλησης του ..... κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή .... κατά των .... Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και ...., Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, για παράβαση καθήκοντος, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προκειμένου να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 47 σε συνδ. με το άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠΔ και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές εισαγγελικές και δικαστικές αρχές.
Αθήνα 4 Μαρτίου 2009.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την διάταξη του άρθρου 136 περ. ε' ΚΠΔ το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων, και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, κατά δε την διάταξη του επομένου άρθρου 137 παρ. 1 ΚΠΔ, την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων και ο εισαγγελεύς του αρμοδίου δικαστηρίου. Για την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως β) το συμβούλιο εφετών, αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο προκύπτει ότι η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία, αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της ασκήσεως της ποινικής διώξεως για την ταυτότητα του λόγου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 3/9/2007 έγκληση του .... κρατουμένου στη δικαστική φυλακή .... (στο Νοσοκομείο κρατουμένων), ούτος υπέβαλε αυτή κατά των .... Αντεισαγγελέως Εφετών Πειραιώς και .... Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς. Εν όψει όμως του ότι οι ανωτέρω εισαγγελικοί λειτουργοί υπηρετούν στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς, εις την οποίαν υπάγεται μόνο η Εισαγγελία Πειραιώς, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπήν, πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, καθώς και στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών και τις αντίστοιχες εισαγγελίες, εάν συντρέξει περαιτέρω περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την υπόθεση, την οποία αφορούν η από 3/9/2007 έγκληση του .... κατά των .... Αντεισαγγελέως Εφετών Πειραιώς και .... Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς εις την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και τις λοιπές δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών και τις αντίστοιχες Εισαγγελίες, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και τις λοιπές δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών και τις αντίστοιχες εισαγγελίες.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 1447/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τσώκο, περί αναιρέσεως της 59/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας.
Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 586/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εκ των διατάξεων των άρθρων 340 § 1, 349 και 139 Κ.Π.Δ., όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, όπως μεταξύ άλλων, μπορεί να είναι ή από ανυπέρβλητο κώλυμα αδυναμία εμφανίσεως του συνηγόρου υπερασπίσεως αυτού (κατηγορουμένου) και η μη δυνατότης εγκαίρου και επαρκούς αναπληρώσεώς του με άλλον. Η παραδοχή ή μη του ως άνω αιτήματος απόκειται μεν εις την κυριαρχικήν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως τούτο να απαντήσει στο αίτημα αναβολής και εις περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του. Άλλως, εάν απορρίψει το αίτημα, χωρίς την επιβαλλομένη αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, μετά την εκφώνηση του ονόματος των κατηγορουμένων, οι οποίοι ήσαν παρόντες "ενεφανίσθη ο δικηγόρος Κερκύρας Σταμάτιος Καββαδίας και αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο είπε ότι ο συνήγορος του πρώτου κατηγορουμένου ..., δικηγόρος Αθηνών Ανδρέας Τσώκος ζητάει την αναβολή της δίκης, επειδή δεν μπορεί να έρθει στο Δικαστήριο και προσεκόμισε τα εξής έγγραφα: 1) βεβαίωση του δικηγόρου Αθηνών Ανδρέα Τσώκου και 2) ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του ιατρού ... Παθολόγου - Γαστρεντερολόγου, τα οποία και αναγνώστηκαν"..... "Ο κατηγορούμενος, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο ζήτησε την αναβολή της δίκης". Το Τριμελές Εφετείο Κερκύρας απέρριψε το αίτημα αναβολής με την εξής αιτιολογία: "Επειδή πρέπει να απορριφθούν τα υποβληθέντα αιτήματα των κατηγορουμένων περί αναβολής της δίκης", (είχε υποβάλλει αίτημα αναβολής και ο έτερος κατηγορούμενος), "διότι οι προτεινόμενοι λόγοι κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν συνιστούν σημαντικά αίτια αναβολής της δίκης κατ' άρθρον 349 § 1 Κ.Π.Δ., εν όψει και του γεγονότος ότι υφίσταται κίνδυνος παραγραφής του αδικήματος (χρόνος τέλεσης 12-9-2001)". Με αυτά που εδέχθη το άνω Εφετείο, δεν διέλαβε στην άνω απόφασή του, την παρεμπίπτουσα, απορριπτική του αιτήματος αναβολής, την κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ'αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία το δικαστήριο εθεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, οι συλλογισμοί, με τους οποίους κατέληξε στην απορριπτική του κρίση αυτή, καθώς και οι αποδείξεις που την στηρίζουν. Ειδικότερα δεν προσδιορίζονται οι αποδείξεις, τις οποίες έλαβεν υπ'όψη του το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην άνω κρίση του, ότι το ως προεβλήθη κώλυμα του δικηγόρου του δεν συνιστά σημαντικό αίτιο αναβολής της δίκης, αφού ουδεμία γίνεται μνεία στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής της προσκομισθείσης και αναγνωσθείσης, κατά τ'άνω, ιατρικής γνωματεύσεως, ώστε ουδόλως καθίσταται σαφές, εάν το δικαστήριο εδέχθη ή όχι ότι το προβληθέν κώλυμα του συνηγόρου υπερασπίσεως ήτο πραγματικόν (υπαρκτόν) και παρεμπόδιζε την εμφάνισή του στο δικαστήριο προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου κατά την συγκεκριμένη συνεδρίαση. Ταύτα δεδομένου ότι η επιλογή του προσώπου του συνηγόρου του κατηγορουμένου αποτελεί δικαίωμα του τελευταίου αυτού, σύμφωνα με τα άρθρα 6 § 3 της ΕΣΔΑ και 14 § 3 στοιχ. δ' του κυρωθέντος με τον Ν. 2462/1997, Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, και, περαιτέρω, το ότι υπάρχει κίνδυνος παραγραφής του αδικήματος δεν συνιστά την απαιτουμένη από τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής.
Συνεπώς η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση δεν έχει την κατά τα άνω άρθρα του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. απαιτουμένη αιτιολογία και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί. Εφ'όσον όμως αναιρείται η απόφαση αυτή για έλλειψη αιτιολογίας, πρέπει στη συνέχεια να αναιρεθεί και η καταδικαστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, καθ'όσον το τελευταίο προχώρησε στην έκδοση της αποφάσεως αυτής, χωρίς να έχει αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής και ούτως υπερέβη την εξουσία του και υπέπεσεν, εντεύθεν, εις την πλημμέλεια (εκ) του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ., (τούτου εξεταζομένου αυτεπαγγέλτως, άρθρο 514 Κ.Π.Δ.). Μετά ταύτα η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο ανωτέρω δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 59/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 340 παρ. 1, 349 ΚΠΔ. Το αίτημα για αναβολή (λόγου κωλύματος συνηγόρου του κατηγορουμένου στην προκειμένη περίπτωση) απόκειται μεν στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, όμως τούτο οφείλει να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόρριψή του (άρθρο 83 παρ. 3 του Συντάγματος, 139 ΚΠΔ άλλως λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ΄ ΚΠΔ. Εφόσον το δικαστήριο, χωρίς να αιτιολογήσει το απορριπτικό αίτημα της αναβολής, προχώρησε σε καταδικαστική απόφαση, λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Η΄ (υπέρβαση εξουσίας). Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 1445/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 92/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 446/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος, αφού αναφέρθηκε στην από 29 Απριλίου 2009 με αριθμό 182/2009 έκθεση παραιτήσεως του ως άνω αναιρεσείοντος από την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 ( όπως ισχύει) Κ.Π.Δ., ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει είτε αυτοπροσώπως, είτε με αντιπρόσωπο που έχει σχετική ειδική εντολή, άρα και από την αναίρεσή του, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει και εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο ως συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως αν για την άσκηση της αναιρέσεως έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις (Ολ. ΑΠ 6/2005). Εξ άλλου κατ' άρθρον 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ. αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, καταδικασθείς δια της υπ' αριθμ. 92/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εις ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, για πλαστογραφία μετά χρήσεως, ήσκησε κατ' αυτής την υπ' αριθμ. 93/2009 αίτηση αναιρέσεως με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλλομένη απόφαση, συνταχθείσης της σχετικής εκθέσεως. Εν συνεχεία όμως η δικηγόρος Αθηνών Χαρίκλεια Σαϊτάνη, έχουσα ειδική εντολή από τον αναιρεσείοντα, δυνάμει της από 28/4/2009 εξουσιοδοτήσεως παρητήθη της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως δια της από 182/29-4-2009 εκθέσεως παραιτήσεως ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Αθηνών.
Συνεπώς, σύμφωνα, με τα προεκτεθέντα, η κρινομένη αίτηση, πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 93/11 Μαρτίου 2009 αίτηση του..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 92/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως απαράδεκτη. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί της ασκηθείσης αναίρεσής του, είτε αυτοπροσώπως, είτε με αντιπρόσωπο που έχει ειδική προς τούτο εντολή. Η παραίτηση δηλώνεται σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ. Οπότε απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως, μετά την δήλωση παραιτήσεως στον γραμματέα του δικαστηρίου. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 1444/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 208/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) .... 2) .... και 3)....
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26.1.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 450/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, με αριθμό 152/27.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την με αριθμ. 33/ 26-1-2009(7/5-2-2009) αίτηση αναίρεσης του Χ1 κρατουμένου στο Κατάστημα κράτησης .... κατά της με αριθμ. 208/ 2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών και χρηματική ποινή 2500 € για αγορά και κατοχή με σκοπό την εμπορία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια ναρκωτικών και εκθέτω τα παρακάτω.
Από τις διατάξεις των άρθρων 474§2 και 476§1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη ''&2 Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο'' κατά δε την δεύτερη ''Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο και σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ρητά ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....'' προκύπτει ότι στην έκθεση αναίρεσης στην οποία περιέχεται η δήλωση του αναιρεσείοντα περί του ότι ασκεί αναίρεση κατά συγκεκριμένου βουλεύματος ή απόφασης πρέπει να περιλαμβάνεται κατά ρητή διάταξη του ΚΠΔ τουλάχιστον ένας βάσιμος και παραδεκτός λόγος άσκησης αναίρεσης άλλως η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη. Η έλλειψη δε αυτή δεν συμπληρώνεται από άλλα εκτός της έκθεσης έγγραφα (ΑΠ 728/2004 ΠΧ ΝΕ 256ΑΠ 775/2004 ΠΧ ΝΕ 260).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου της έκθεσης αναίρεσης της με αριθμ. 208/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι δεν περιέχει κανένα σαφή και συγκεκριμένο λόγο τον οποίο να εκθέτει και να επικαλείται ο κατηγορούμενος, ο οποίος στην δήλωση του ενώπιον του Δ/ντή του Καταστήματος κράτησής του, ...., για αναίρεση της παραπάνω απόφασης αναφέρει απλά ότι κάνει αναίρεση για τους παρακάτω λόγους χωρίς ν' αναφέρει κανένα λόγο και για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί εκ του λόγου αυτού. Δια ταύτα προτείνω Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη ή με αριθμ. 33/26-1-2009 (7/5-2-2009) αίτηση αναίρεσης του Χ1 κρατουμένου στο Κατάστημα κράτησης ... κατά της με αριθμό 208/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών σαν απαράδεκτη. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω.
Αθήνα 15-4-2007
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παράγραφος 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153, 473 παράγραφος 2, 474 παράγραφος 2, 476 παράγραφος 1, 484 παράγραφος 1, 509 παράγραφος 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων (και βουλευμάτων), πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθ. 208/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν ο αναιρεσείων κατεδικάσθη εις ποινή καθείρξεως εννέα (9) ετών και χρηματική ποινή 2.500 ευρώ για παράβαση Ν. περί ναρκωτικών. Στην αναίρεση αυτή, η οποία ησκήθη με δήλωση στον διευθυντή του καταστήματος Κράτησης ..., ο αναιρεσείων δηλώνει ότι "κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει", χωρίς όμως εν συνεχεία ουδένα λόγο ν' αναφέρει. Ούτως όμως, η κρινομένη αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθεί, μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 33/26.1.2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 208/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστος η αίτηση αναιρέσεως, εάν δεν περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος εκ των του άρθρου 510 ΚΠΔ. Απλή δήλωση ότι "κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου για τους παρακάτω λόγους", χωρίς να αναφέρει κανένα λόγο, είναι αόριστη. Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αναίρεση λόγω της αοριστίας της.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 1443/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Α' Τύπου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 495, 496, 497 και 507/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.12.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 197/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη, με αριθμό 104/26.3.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Eισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 32 § § 1,4, 138 § 2β και 476 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 106/5-12-08, ενώπιον του Δ/ντή της Φυλακής ..., αναίρεση του Χ1 κρατούμενου στην παραπάνω φυλακή, κατά της υπ'αριθμ.495, 496, 497 και 507/08 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα:
Ο κατηγορούμενος, με την παραπάνω απόφαση καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και φυλάκιση 9 μηνών για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 § 1 Κ.Π.Δ., όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης.
Στην κρινόμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 10-10-2008 με παρόντα τον κατηγορούμενο και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο δημοσιεύσεων την 21-11-2008.
Συνεπώς η αναίρεση που ασκήθηκε την 5-12-2008 είναι εκπρόθεσμη, ενώ ο αναιρεσείων δεν επικαλείται οιονδήποτε λόγο ανώτερης βίας για το εκπρόθεσμο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Να κηρυχθεί απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, η υπ' αριθμ. 106/5-12-08, αναίρεση του Χ1 κατοίκου ...και ήδη κρατούμενου στις φυλακές ... κατά της υπ' αριθμ. 495, 496, 497 και 507/08 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης απόφασης.
Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του παραπάνω αναιρεσείοντος.
Αθήνα 10 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ε. Νικολούδης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παράγραφος 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 515β ΚΠΔ "Με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις, να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο .... Στην προκειμένη περίπτωση, "Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Δημήτριος Γκαβέλας και υπέβαλε αίτημα αναβολής για τον λόγο ότι συνήγορος υπερασπίσεως του αναιρεσείοντος είναι ο ..., ο οποίος σήμερα δικάζεται με την ιδιότητα του κατηγορουμένου και θα ήθελε να παραστεί για να υποστηρίξει το παραδεκτό της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως. Υπάρχει λόγος ανωτέρας βίας για το εκπρόθεσμο της αιτήσεως". Ο λόγος αυτός όμως δεν συνιστά εξαιρετική περίπτωση και πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα αναβολής.
Στην προστεθείσα με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 παράγραφο 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ ορίζεται ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου ....". Ο όρος τελεσίδικη απόφαση που απαντάται στον ΚΠΔ μόνο στην ανωτέρω διάταξη χρησιμοποιείται με τη γνωστή έννοια της αποφάσεως που δεν μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα από τον νόμο τακτικά ένδικα μέσα, όπως προβλεπόμενο από τον ΚΠΔ είναι μόνον η έφεση. Ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει προβλεπομένους από το άρθρο 510 παράγραφος 1 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, και ιδίως αυτόν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, να αποφεύγεται δε η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος, ώστε να αποτρέπεται η εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου (Ολ. ΑΠ 6/2002). Ούτως από την διάταξη της άνω παραγράφου 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με την της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, προκύπτει ότι όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων και δη αναιρέσεως που γίνεται από δικαιούμενο που κρατείται στη φυλακή, με δήλωση σ' εκείνον που την διευθύνει (άρθρο 474 παράγραφος 1 ΚΠΔ) είναι δέκα ημέρες από της ανωτέρω καταχωρίσεως στο ειδικό βιβλίο. Το ότι η άνω προθεσμία αρχίζει από της καταχωρίσεως και όχι από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, δεν έρχεται σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 1 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα δικαιώματα του ανθρώπου) περί δίκαιης δίκης, αντιθέτως δε εάν η προθεσμία αρχίσει από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως φαλκιδεύεται το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου και τότε παραβιάζεται το άνω άρθρο της Συμβάσεως.
Εξάλλου, κατά συναγομένη από το άρθρο 255 ΑΚ γενική αρχή του δικαίου ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγον εξαιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν. Τέλος, κατ' άρθρον 513 παράγραφος 1 σε συνδ. με άρθρο 476 παράγραφος 1 ΚΠΔ, όταν η αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατεδικάσθη δια της υπ' αριθ. 495, 496, 497 και 507/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών εις ποινές ισοβίου καθείρξεως για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και φυλακίσεως, συνολικώς, εννέα (9) μηνών, για τις πράξεις της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας. Η απόφαση αυτή, κατά της οποίας επιτρέπεται στον καταδικασθέντα αναίρεση (άρθρα 504 παράγραφος 1, 505 παράγραφος 1α ΚΠΔ) κατεχωρίσθη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παράγραφος 3 ΚΠΔ την 21.11.2000, όπως προκύπτει από την υπό ημερομηνία 2.2.2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμοδίας Γραμματέως των Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών, ο δε καταδικασθείς ήσκησε κατ' αυτής την υπ' αριθ. 106/5 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση αναιρέσεως, με δήλωσή του στον Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης (Φυλακής) ... (και δη στην Αναπληρώτρια Διευθύντρια αυτού), όπου και κρατείται. Εντεύθεν και η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ασκηθείσα μετά την πάροδο της νομίμου προθεσμίας των δέκα ημερών από της καταχωρίσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του δικαστηρίου, χωρίς να εκτίθενται στην έκθεση αναιρέσεως λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, να επιβληθούν δε στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παράγραφος 1 και 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 106/5 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 495, 496, 497 και 507/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 473 § 3 ΚΠΔ. Προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως είναι 10 ημέρες από της καταχωρίσεως στο ειδικό βιβλίο. Άρθρο 255 ΑΚ. Εκτός εάν επικαλεσθεί και αποδείξει λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο. Απορρίπτει ως απαράδεκτη εκπρόθεσμη αίτηση.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1442/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου - Κουδρόγλου, περί αναιρέσεως της 54-55/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαρτίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 461/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι με την ίδια ποινή της § 1 (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους) τιμωρείται ο υπάλληλος, ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύτηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, που προβλέπεται από την πιο πάνω διάταξη, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α και 263α του ΠΚ, β) να έγινε από αυτόν νόθευση, καταστροφή, βλάβη ή υπεξαγωγή εγγράφου. Το έγγραφο λαμβάνεται με την έννοια του άρθρου 13 περ. γ του ΠΚ, μπορεί δε να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό, γ) το έγγραφο να ήταν εμπιστευμένο στον υπάλληλο ή προσιτό σε αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, και δ) δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων που αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 258 του Π.Κ. (προ της αντικαταστάσεως της περ. γ' με το άρθρο 14 παρ. 5 β' του ν. 2721/1999), ''υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α') με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β') αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και γ') με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα''. Από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτή εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει και την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 ΠΚ υπεξαιρέσεως, απαιτείται. α) ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένων (ολικά ή μερικά) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια θεωρούνται εκείνα που βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται από το αστικό δίκαιο, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. στ ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α του ίδιου Κώδικα, γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή χρήματα υπό την υπαλληλική ιδιότητα, αδιάφορο αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να ήταν κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη που ενέχει τη γνώση ότι το ξένο πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει καθώς και η θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Η διάταξη της περ. γ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5 β' του ν. 2721/1999 και ορίσθηκε ότι ο υπάλληλος τιμωρείται ''με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν α) ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία (συνολικά) μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.)''. Η αναφερόμενη νέα ρύθμιση, κατά το πρώτο μέρος της, είναι ευνοϊκότερη της προηγούμενης, αφού ο κακουργηματικός χαρακτήρας της πράξεως προϋποθέτει, εκτός από τα ιδιαίτερα τεχνάσματα (που αξίωνε και η προηγούμενη) και ορισμένη, ιδιαίτερα μεγάλη αξία (συνολικά μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ) του αντικειμένου της (πρόσθετα δηλαδή στοιχεία), ενώ κατά τα δεύτερο μέρος της, είναι δυσμενέστερη, αφού για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως, αρκείται σε ορισμένη, ιδιαίτερα μεγάλη αξία (συνολικά μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ) του αντικειμένου της, χωρίς τη συνδρομή ιδιαίτερων τεχνασμάτων.
Συνεπώς, πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία που τελέστηκαν εξακολουθητικώς πριν από την ισχύ του ν. 2721/ 1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ. διατηρούν και υπό τον νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Ως ιδιαίτερα τεχνάσματα, κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 258 περίπτ. γ` ΠΚ, νοούνται ενέργειες του δράστη για την επίτευξη ή τη συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποίησης. Δεν σποκλείεται τα ιδιαίτερα τεχνάσματα να συνιστούν ιδιαίτερο και αυτοτελές έγκλημα. Αυτό θα συμβεί, οσάκις το δεύτερο έγκλημα προσβάλλει άλλο έννομο αγαθό, κάθε δε ένα έγκλημα διαχωρίζεται εννοιολογικώς και η αντικειμενική του υπόσταση δεν καλύπτεται από το άλλο, το οποίο διαφοροποείται, αφού η απαξία του δεν ταυτίζεται προς το συγχρόνως τελούμενο έγκλημα και έτσι υπάρχει αληθής πραγματική συρροή. Τα εγκλήματα της υπεξαγωγής ή νόθευσης εγγράφου από υπάλληλο (άρθρ. 242 παρ. 2 ΠΚ) και υπεξαίρεσης στην υπηρεσία (άρθρ. 258 ΠΚ) συρρέουν αληθώς και δεν απορροφάται το πρώτο από το δεύτερο, όταν η νόθευση ή υπεξαγωγή εμφανίζεται ως ιδιαίτερο τέχνασμα της άλλης αξιόποινης πράξεως, δεδομένου ότι δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση αυτής και δεν χρησιμεύει ούτε ως αναγκαίο μέσο εκτελέσεως αυτής, προσβάλλουσα άμα άλλο έννομο αγαθό. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου με τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην αληθή πραγματική συρροή εγκλημάτων υφίστανται περισσότερες από μία αυτοτελείς πράξεις, έκαστη των οποίων απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία και στρέφεται κατά διαφορετικού υλικού αντικειμένου, το αυτό δε ισχύει και στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα όπου επίσης οι μερικότερες πράξεις διατηρούν την αυτοτέλειά τους ως προς την ύπαρξη έγκλησης και την παραγραφή, και όπου η καταδίκη για μία εξ αυτών δεν κωλύει την δίωξη για τις λοιπές λόγω δεδικασμένου. Όταν όμως οι πράξεις του υπαιτίου απέχουν μεν χρονικώς μεταξύ τους αλλά συνάπτονται σε μία ενότητα η μία με την άλλη, και δεν προσβάλλει έκαστη τούτων έτερα έννομα αγαθά του ιδίου ή άλλου προσώπου, αλλά στρέφονται κατά του ίδιου υλικού αντικειμένου, τότε δεν υφίσταται αληθής συρροή εγκλημάτων (ή έγκλημα κατ' εξακολούθηση), αλλά μία ενιαία πράξη στην οποία η πρώτη επί μέρους ενέργεια του δράστη διευρύνεται δια προσθήκης ενός νέου τμήματος συμπεριφοράς (φυσική ενότητα της όλης πράξης). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περίπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 54-56/2008 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: " ...Η κατηγορουμένη Χ1 κατά τα έτη 1999 και 2000, υπηρετούσε ως ελεγκτής εσόδων και εξόδων των δήμων ... και ...του νομού .... Στα πλαίσια των υπηρεσιακών της καθηκόντων, είχε αυτή την υποχρέωση να ελέγχει και να θεωρεί τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής (Χ.Ε.Π.) που προσκόμιζαν οι δικαιούχοι αυτών, οι οποίοι, στη συνέχεια, εισέπρατταν από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τα αναγραφόμενα σ' αυτά χρηματικά ποσά. Για τους δικαιούχους χρηματικών ποσών που διέμεναν εκτός του νομού ..., τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής παρεδίδοντο από το δήμο στην κατηγορουμένη, η οποία εισέπραττε τα αναγραφόμενα σ' αυτά χρηματικά ποσά και, στη συνέχεια, τα κατέθετε σε Τράπεζα στην οποία ο δικαιούχος τηρούσε σχετικό λογαριασμό. Η κατηγορουμένη, όμως, πριν από την προσκόμιση των χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για εξόφληση, προσέθετε σ' αυτά αριθμούς ή μετέβαλε τους αναγραφόμενους σ' αυτά αριθμούς και άλλα στοιχεία, σε τρόπο ώστε να αλλοιώνεται το περιεχόμενο αυτών και να εισπράττει έτσι μεγαλύτερα χρηματικά ποσά από τα αναγραφόμενα σ' αυτά και πράγματι οφειλόμενα ή ποσά μη οφειλόμενα. Στη συνέχεια, η κατηγορουμένη κατέθετε τα πράγματι οφειλόμενα χρηματικά ποσά στην Τράπεζα, στους υποδειχθέντες από τους δικαιούχους λογαριασμούς, ενώ κατακρατούσε για δικό της λογαριασμό τα υπόλοιπα ποσά, τα οποία και ενσωμάτωνε στην περιουσία της. Κατόπιν, με την επιστροφή των χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής για αρχειοθέτηση και σύνταξη των σχετικών πινάκων και καταστάσεων, "διόρθωνε" και πάλι τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής, σε τρόπο ώστε να αναγράφονται πλέον σ' αυτά τα πράγματι οφειλόμενα χρηματικά ποσά. Ειδικότερα, την 18-8-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ..., που της είχε παραδοθεί για θεώρηση, έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "...Ο.Ε." το ποσό των 35.400 δραχμών, η κατηγορουμένη προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού, με την προσθήκη του αριθμού 1, σε 135.400 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στην δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 35.400 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 35.400 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 100.000 δραχμών. Την 30-8-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ....χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "...Ε.Π.Ε." το ποσό των 752.250 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 1.752.250 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 752.250 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 752.250 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά του 1.000.000 δραχμών. Την 25-5-1999, ενώ δυνάμει του υπ'αριθμ. ...χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ...έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "HEROX HELLAS A.E." το ποσό των 25.370 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 125.370 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 25.370 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 25.370 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της την διαφορά των 100.000 δραχμών. Την 17-9-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α.Ε." το ποσό των 34.900 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 134.900 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 34.900 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 34.900 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 100.000 δραχμών. Την 19-10-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. .... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "..." το ποσό των 300.000 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 380.000 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε τη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 300.000 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 300.000 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 80.000 δραχμών. Την 17-11-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ....χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ...έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α.Ε." το ποσό των 371.700 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 391.700 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 371.700 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε το ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 371.700 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 20.000 δραχμών. Την 17- 11-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου .... έπρεπε να καταβληθεί στην δικαιούχο εταιρεία "Βακαλόπουλος Α.Ε." το ποσό των 21.240 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 131.240 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 21.240 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 21.240 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 110.000 δραχμών. Την 12-4-2000, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. .... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου .... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "HEROX HELLAS A.E." το ποσό των 47.731 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 447.731 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 47.731 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 47.731 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 400.000 δραχμών. Την 10-8-2000, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ...χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "ΕΣΑΝΣ Α.Ε." το ποσό των 746.100 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του αριθμού του ανωτέρω εντάλματος σε 548 και του πληρωτέου ποσού σε 1.746.100 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 746.100 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 746.100 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά του 1.000.000 δραχμών. Την 25-7-2000, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. .... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στο δικαιούχο .... το ποσό των 207.090 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 297.090 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στο δικαιούχο το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 207.090 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 207.090 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 90.000 δραχμών. Την 19-5-1999, ενώ δυνάμει του υπ'αριθμ.... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου Σκοτούσας έπρεπε να καταβληθεί στο δικαιούχο διευθυντή της Δ.Ο.Υ. ... το ποσό των 216.300 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 860.300 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στο δικαιούχο το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 216.300 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 216.300 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 644.000 δραχμών. Την 17-5-1999, ενώ δυνάμει του υπ'αριθμ. ... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "RΑΝΚ ΧΕRΟΧ Α.Ε." το ποσό των 39.530 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 249.530 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 39.530 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 39.530 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά του 210.000 δραχμών. Την 27-8-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "Ταχλανίδης Αλέξανδρος και υιοί Α.Ε." το ποσό των 244.233 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 254.233 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 244.233 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 244.233 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά του 10.000 δραχμών. Την 28-8-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ.... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ...έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "... Ο.Ε." το ποσό των 71.567 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 171.567 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 71.567 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 71.567 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά του 100.000 δραχμών. Την 5-11-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "HEROX HELLAS A.E." το ποσό των 25.370 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 125.370 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο/ποσό των 25.370 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 25.370 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά του 100.000 δραχμών. Την 14-10-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ.... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου.... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο ... το ποσό των 47.200 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 54.280 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 47.200 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 47.200 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 7.080 δραχμών. Την 31-12-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ....χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στο δικαιούχο ... το ποσό των 202.500 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 238.950 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 202.500 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 202.500 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 36.450 δραχμών. Την 24-3-2000, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ....χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ...έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο ...το ποσό των 365.120 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 825.120 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 365.120 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 365.120 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 500.000 δραχμών. Την 5-4-2000, ενώ δυνάμει του υπ'αριθμ. .... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στο δικαιούχο ... το ποσό των 80.361 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 94.825 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στο δικαιούχο το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 80.361 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 80.361 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 14.464 δραχμών. Την 30-3-2000, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. .... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "HEROX HELLAS A.E." το ποσό των 25.370 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 825.370 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 25.370 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 25.370 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 800.000 δραχμών. Την 8-6-2000, ενώ δυνάμει του υπ'αριθμ. ....χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου... έπρεπε να καταβληθεί στο δικαιούχο ... το ποσό των 413.000 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 493.000 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 413.000 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 413.000 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 80.000 δραχμών. Την 4-8-2000, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ....χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ....έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο ... το ποσό των 98.800 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 798.800 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 98.800 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 98.800 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 700.000 δραχμών. Την 27-12-1999, ενώ δυνάμει του υπ'αριθμ. ...χρηματικού εντάλματος πληρωμής της Φιλαρμονικής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στο δικαιούχο ... το ποσό των 708.000 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 988.000 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 708.000 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 708.000 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 280.000 δραχμών. Την 6-9-2000, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... χρηματικού εντάλματος πληρωμής της Δημοτικής Βιβλιοθήκης ...έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο ... το ποσό των 390.000 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 890.000 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 390.000 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 390.000 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 500.000 δραχμών. Την 23-7-1999, ενώ το υπ' αριθμ.... χρηματικό ένταλμα πληρωμής του δήμου ... για ποσό 706.584 δραχμών, είχε εξοφληθεί την 3-6-1999, αυτή, αφού προέβη σε παραπλανητική σβέση των υπογραφών του λαβόντος δικαιούχου και του διαχειριστή, εισέπραξε το ανωτέρω ποσό από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο και, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της. Την 30-7-1999, ενώ το υπ' αριθμ.... χρηματικό ένταλμα πληρωμής του δήμου ..., για ποσό 200.600 δραχμών, είχε εξοφληθεί την 9-6-1999, αυτή, αφού προέβη σε παραπλανητική σβέση των υπογραφών του λαβόντος δικαιούχου και του διαχειριστή και σε παραπλανητική διόρθωση του ποσού σε 280.600 δραχμές, εισέπραξε το ποσό αυτό από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο και, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της. Την 27-8-1999, ενώ το υπ' αριθμ.....χρηματικό ένταλμα πληρωμής του δήμου ... για ποσό 566.400 δραχμών, είχε εξοφληθεί την 28-6-1999, αυτή, αφού προέβη σε παραπλανητική σβέση των υπογραφών του λαβόντος δικαιούχου και του διαχειριστή και σε παραπλανητική διόρθωση του ποσού σε 568.400 δραχμές, εισέπραξε το ποσό αυτό από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο και, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της. Τέλος, την 27-8-1999, ενώ το υπ'αριθμ.... χρηματικό ένταλμα πληρωμής του δήμου..., για ποσό 141.600 δραχμών, είχε εξοφληθεί την 2-7-1999, αυτή, αφού προέβη σε παραπλανητική σβέση των υπογραφών του λαβόντος δικαιούχου και του διαχειριστή και σε παραπλανητική διόρθωση του ποσού σε 144.600 δραχμές, εισέπραξε το ποσό αυτό από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο και, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της. Τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, τα οποία ιδιοποιήθηκε η κατηγορουμένη με τη χρήση των προαναφερθέντων ιδιαιτέρων τεχνασμάτων, ανέρχονται συνολικώς σε 8.682.178 δραχμές και, συνεπώς, υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 14.673, 51 ευρώ. Αυτή, με την προσθήκη αριθμών στα αναγραφόμενα στα ανωτέρω χρηματικά εντάλματα πληρωμής των δήμων ... και ...ποσά και τη σβέση των υπογραφών του λαβόντος δικαιούχου και του διαχειριστή στα ως άνω εξοφλημένα χρηματικά εντάλματα πληρωμής, αλλοίωνε το περιεχόμενο αυτών και προσέδιδε έτσι σ' αυτά περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι είχαν εκφράσει οι εκδότες τους. Μετέβαλε, δηλαδή, με τις ως άνω προσθήκες και σβέσεις, η κατηγορουμένη το πνευματικό περιεχόμενο αυτών, εμφανίζοντας, με τον τρόπο αυτό, στον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ότι το ποσό που ήθελε ο εκδότης αυτών ήταν το εμφανιζόμενο από αυτήν και εισέπραττε έτσι, με τα τεχνάσματα αυτά, τα υπέρτερα ποσά που ήθελε η ίδια να εμφανίσει με τις επεμβάσεις της. Απέδιδε, στη συνέχεια, αυτή στους δικαιούχους τα πράγματι οφειλόμενα σ' αυτούς ποσά, τα οποία κατέθετε στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους και παρακρατούσε, αντιστοίχως, τα επί πλέον αναγραφόμενα στα εντάλματα ποσά, που προέκυπταν από τις επεμβάσεις της στα χρηματικά εντάλματα πληρωμής. Η κατηγορουμένη, με τις ανωτέρω επεμβάσεις της στα χρηματικά εντάλματα πληρωμής, ιδιοποιήθηκε παρανόμως το προαναφερθέν, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, συνολικό χρηματικό ποσό, το οποίο περιήλθε στην κατοχή της λόγω της υπαλληλικής της ιδιότητας ως υπολόγου των Ο.Τ.Α. ....και ..... Περαιτέρω, όπως, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι, η κατηγορουμένη, μετά την αποκάλυψη των πράξεων της, απέκρυψε (υπεξήγαγε) δημόσια έγγραφα, τα οποία ήταν προσιτά σ' αυτήν λόγω της ανωτέρω ιδιότητας της. Συγκεκριμένως, απέκρυψε αυτή, την 9-2-2001, με πρόθεση, τα υπ'αριθμ...., ..., ..., ..., ... και ... χρηματικά εντάλματα πληρωμής του δήμου ...και τα υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ... και ... χρηματικά εντάλματα πληρωμής του δήμου ... καθώς και τις συγκεντρωτικές καταστάσεις ημερησίων πληρωμών των ετών 1999 και 2000, έγγραφα που ήταν προσιτά σ' αυτήν λόγω της υπηρεσίας της και τα οποία, ενώ είχε υποχρέωση να τα παραδώσει στον Επιθεωρητή Κεντρικής Μακεδονίας και τους λοιπούς προϊσταμένους της, που τα ζήτησαν για τη διενέργεια ελέγχου προς ανακάλυψη της αλήθειας σχετικώς με τις καταγγελθείσες σε βάρος της πράξεις, δεν τα παρέδωσε, αλλά τα εξαφάνισε (υπεξήγαγε).... ". Κατ' ακολουθία του πιο πάνω αιτιολογικού, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη αναιρεσείουσα για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων και υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα με αντικείμενο της πράξης συνολικά 8.682.178 δρχ , δηλαδή, πλέον των 15.000 ευρώ (άρθρα 26 παρ.1α, 27, παρ.1, 13γ, 84 παρ.2α και δ, 94 παρ.1 , 242 παρ.2-1, 258 περ.γ στοιχ.α, 263Α ΠΚ, ενώ της αναγνωρίσθηκαν τα ελαφρυντικά του αρθ. 84 παρ. 2 περ. α' και δ του Π.Κ και το Δικαστήριο της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δύο ετών και έξι μηνών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία, ενώ έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για μερικότερες πράξεις νόθευσης εγγράφων ως υπαλλήλου.
ΙΙΙ. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής υπεξαίρεσης στην υπηρεσίας (αρ. 258 περ. γ ΠΚ) και της υπεξαγωγής εγγράφων από υπάλληλο ( 242 παρ.2-1 ΠΚ), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην προαναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη.
ΙV. Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο από το άθρο 510 παρ.1 περ. Α λόγο αναίρεσης, προβάλει την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 258 ΠΚ και 94 επ. του ΠΚ, καθόσον, όπως, κατά λέξη αναφέρει, "τόσο η νόθευση των ενταλμάτων, όσο και η δήθεν μεταγενέστερη υπεξαγωγή τους, δεν αποτελούσαν αυτοτελή εγκλήματα, ώστε να καταδικασθώ σε αυτοτελείς ποινές για εκάστη εξ αυτών, αλλά συγκαλυπτικές πράξεις του βασικού εγκλήματος της υπεξαιρέσεως" και, συνεπώς, έπρεπε να απορροφηθούν από αυτήν. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη. Τα εγκλήματα της νόθευση ή υπεξαγωγής εγγράφου από υπάλληλο (άρθρ. 242 παρ. 2 ΠΚ) και υπεξαίρεσης στην υπηρεσία (άρθρ. 258 ΠΚ), όπως ήδη αναφέρθηκε, συρρέουν αληθώς και δεν απορροφάται το πρώτο από το δεύτερο, όταν η υπεξαγωγή ή η νόθευση εμφανίζεται ως ιδιαίτερο τέχνασμα της άλλης αξιόποινης πράξεως, δεδομένου ότι δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση αυτής και δεν χρησιμεύει ούτε ως αναγκαίο μέσο εκτελέσεως αυτής, προσβάλλουσα άμα άλλο έννομο αγαθόν. Ανεξαρτήτως τούτων, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ιδιαίτερα τεχνάσματα απετέλεσαν μόνο οι επεμβάσεις, που επέφερε η αναιρεσείουσα (νόθευση) στα χρηματικά εντάλματα, και για τις πράξεις αυτές (νόθευσης) η αναιρεσείουσα δεν καταδικάστηκε (η ποινική δίωξη γι' αυτές έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής). Τα εκτιθέμενα από την αναιρεσείουσα ότι "το ορθό θα ήταν να θεωρηθεί και η υπεξαγωγή τινών εκ των ενταλμάτων, που αναφέροντο στα υπεξαιρεθέντα ποσά ως "μέρος του σχεδίου μου" και να εκτιμηθεί η υπεξαγωγή επίσης ως ιδιαίτερο τέχνασμα, καθώς στο σχεδιασμό του τρόπου εκτελέσεως της αδίκου πράξεως περιλαμβάνεται και η προσπάθεια αποφυγής της αποκαλύψεώς του δράστου, είναι αβάσιμα και στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού κατά τις παραδοχές της απόφασης, η υπεξαγωγή ορισμένων εγγράφων από την αναιρεσείουσα, πράξη για την οποία καταδικάστηκε, δεν συνδέεται με την υπεξαίρεση, αλλά αποτελεί μεταγενέστερο αυτοτελές έγκλημα, τα όσα δε περί του αντιθέτου αναφέρει η αναιρεσείουσα στην αίτησή της, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, ορθά δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι μεταξύ των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο την αναιρεσείουσα, υφίσταται αληθής συρροή και πρέπει ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο να απορριφθεί ως αβάσιμος. V. Mε τον δεύτερο, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και αφετέρου εφαρμόσθηκε εσφαλμένα η ποινική διάταξη του άρθρο 222 ΠΚ περί υπεξαγωγής, καθόσον, όπως αναφέρει, δεν αιτιολογεί "πώς τα περισσότερα από τα υποτίθεται εξαφανισθέντα (υπεξαχθέντα) έγγραφα κατέστησαν αναγνωστέα και περιελήφθησαν στο σχετικό κατάλογο", (στην αίτησή του μνημονεύει σαράντα περιπτώσεις αναγνωσθέντων εγγράφων). Το Πενταμελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα υπεξήγαγε μερικά από τα αναφερόμενα στην απόφαση έγγραφα και ειδικότερα ότι "με πρόθεση απέκρυψε με το να κατακρατήσει και να τοποθετήσει σε σημείο ώστε να είναι αδύνατη η φανέρωση τους σε άλλους..." και όχι ότι τα κατάστρεψε, ώστε να δημιουργείται αντίφαση από το ότι έλαβε υπόψη της, για την περί ενοχής κρίση της κατηγορουμένης, έγγραφα που ανέγνωσε, ενώ δέχθηκε ότι τα έγγραφα αυτά είχαν καταστραφεί. Είναι προφανές λοιπόν ότι τα αναφερόμενα στην αίτηση υπεξαιρεθέντα από την κατηγορουμένη έγγραφα τελικώς βρέθηκαν και έτσι κατέστη εφικτή η ανάγνωσή τους, χωρίς το δικαστήριο να υποχρεούται να διαλάβει περί τούτου ειδική αιτιολογία. Επομένως ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. VI. Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι η η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση "παραβίασε την έννοια του νόμου (άρθρο 98 ΠΚ), που εφήρμοσε σιωπηρώς και τελείως εσφαλμένως, ενώ άλλως όφειλε να θεωρήσει ως αντικείμενο της υπεξαιρέσεως το αντικείμενο της καθεμιάς μερικότερης πράξεως και όχι το άθροισμα του αντικειμένου του συνόλου των μερικότερων πράξεων, αυτό θα είχε ως συνέπεια τη διαφοροποίηση της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκα από κακούργημα σε πλημμέλημα" και ότι η απόφαση δεν περιέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το δόλο περί την υπεξαίρεση, ειδικότερα δε, όπως αναφέρει, απέφυγε να αιτιολογήσει εάν ο δόλος της ήταν ενιαίος για την εκτεινόμενη σε περίοδο ενός και ήμισυ έτους, (όπως απαιτείται από την παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ) ή ενεργούσε με βάση διαφορετική απόφαση σε κάθε μία από τις 28 περιπτώσεις. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αναπτυχθεί πιο πάνω (παρ. Ι), μετά την ισχύ του ν. 2721/1999 (ΦΕΚ Α'112/3-6-99), με το άρθρο 14 παρ.5α, με το οποίο αντικαταστάθηκε η περ. γ του άρθρου 258 του ΠΚ, που εφαρμόζεται, ως επιεικέστερη, και στην κρινόμενη υπόθεση και ως προς τις επί μέρους πράξεις που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του νόμου αυτού (πρόκειται για τις τρεις πράξεις που τελέστηκαν τον Μάϊο του 1999), για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή πράξεως, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, ανεξαρτήτως του αν, όλες ή μερικές επί μέρους πράξεις τελέστηκαν πριν ή μετά την ισχύ του νόμου αυτού. Στην προκειμένη δε περίπτωση, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η αναιρεσείουσα, αφενός μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και, αφετέρου, το συνολικό αντικείμενο των επί μέρους πράξεων υπεξαίρεσης που τέλεσε, ανέρχεται σε 8.682.178 δραχμές, ποσό που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ. Ο δόλος της αναιρεσείουσας στην τέλεση της πράξεως αυτής πλήρως αιτιολογείται με τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, η αιτίαση δε αυτής ότι έπρεπε να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, σύμφωνα με την παρ.2 του άρ.98 του ΠΚ, η ενότητα του δόλου της, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι όλες οι επί μέρους πράξεις συνιστούν κατ' εξακολούθηση έγκλημα. Αντίθετα, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για την τέλεση μιας και μόνο πράξεως. Τούτο δεν είναι αντίθετο με τη διάταξη του άρθρου 258γ του ΠΚ, όπου στοιχειοθετείται μία και μόνο κακουργηματική πράξη υπεξαίρεσης, εφόσον η συνολική αξία του αντικειμένου της υπερβαίνει το αναφερόμενο σε αυτή ποσό, ανεξαρτήτως του αν οι επί μέρους πράξεις έχουν και τον χαρακτήρα του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ή όχι. Στην προκειμένη δε περίπτωση το Δικαστήριο προφανώς έκρινε, ότι οι πράξεις της αναιρεσείουσας, οι οποίες απέχουν μεν χρονικώς μεταξύ τους, αλλά συνάπτονται σε μία ενότητα η μία με την άλλη, και δεν προσβάλλει έκαστη τούτων έτερα έννομα αγαθά του ιδίου ή άλλου προσώπου, αλλά στρέφονται κατά του ίδιου υλικού αντικειμένου, συνιστούν μία ενιαία πράξη (φυσική ενότητα της όλης πράξης). Η παραδοχή αυτή είναι επιεικέστερη για την αναιρεσείουσα (αφού στην κατ' εξακολούθηση τέλεση πρόκειται για πλείονα εγκλήματα, χωρίς να αναιρείται ο κακουργηματικός χαρακτήρας της υπεξαίρεσης) και, συνεπώς, αυτή δεν έχει έννομο συμφέρον να την προσβάλλει. Επομένως ο εξεταζόμενος τρίτος, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
VII. Από την διάταξη του άρθρου 358 ΚΠΔ, που ορίζει ότι, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν, προκύπτει ότι δεν υποχρεώνεται ο διευθύνων τη συζήτηση να δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο αυτοβούλως. Άρα εκ της παραλείψεως αυτής δεν δημιουργείται ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε ο λόγος, από την εκπροσωπούμενη από το συνήγορό της κατηγορουμένη, από το διευθύνοντα τη συζήτηση, για να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά της και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
VIII. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-3-2009 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (με αρ. πρωτ. 1962/4-3-2009) της Χ1 κατοίκου ... για αναίρεση της 54-55/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα (258 ΠΚ). Στοιχεία αδικήματος Υπεξαγωγή εγγράφων από υπάλληλο (242 παρ.2 ΠΚ). Πραγματική συρροή μεταξύ των δύο αυτών εγκλημάτων. Κακουργηματικός χαρακτήρας της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία. Λαμβάνεται υπόψη του σύνολο της αξίας του αντικειμένου, ανεξάρτητα αν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση αδίκημα. Πρόκειται για μία πράξη (φυσική ενότητα της όλης πράξης). Επιεικέστερες οι διατάξεις του ν. 2721/99. Έγκλημα κατ' εξακολούθηση. Αιτιολογία. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογία και νόμιμης βάσης. Δεν υποχρεώνεται ο διευθύνων τη συζήτηση να δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο αυτοβούλως, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, (άρθρο 358 ΚΠΔ). Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπεξαγωγή εγγράφων, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Νομίμου βάσεως έλλειψη, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1441/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστομένη Λαγιανδρέου, περί αναιρέσεως της 4922/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κάσσανδρο Παπαπαναγιώτου.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 442/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης απαιτείται να διατυπωθούν από το δράστη, γραπτά ή προφορικά, για κάποιον άλλο λέξεις ή φράσεις που κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με τέτοια οικειοθελή ενέργειά του προσβάλλεται η τιμή του άλλου. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ' και δ' του ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή σε ανάλογες περιπτώσεις, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης, αν πρόκειται περί κρίσεων ή εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα σε εκτέλεση νομίμων καθηκόντων ή άσκηση νόμιμης εξουσίας ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, όπως είναι και εκείνο της συνταγματικής ελευθερίας και κοινωνικής αποστολής του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος και 10 της ΕΣΔΑ), εκτός αν πρόκειται περί συκοφαντικής δυσφημήσεως ή, αν εκ του συνόλου των περιστάσεων προκύπτει ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός κατευθυνόμενος ειδικώς στην προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής ή επαγγελματικής αξίας του προσώπου του ή με την περιφρόνηση αυτού. Τέτοιος ειδικός σκοπός, που ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικώς, υπάρχει όταν η εκδηλωθείσα συμπεριφορά δεν ήταν αντικειμενικώς αναγκαία για την προστασία του επικαλουμένου ως προστατευτέου συμφέροντος. Η προβολή του ως άνω από τη διάταξη του άρθρου 367 του ΠΚ ισχυρισμού, που είναι αυτοτελής, με την έννοια ότι η αποδοχή του άγει στην κατάλυση της κατηγορίας και την αθώωση του κατηγορουμένου, επιβάλλει στο δικαστήριο που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδήλωσης της υβριστικής συμπεριφοράς προκύπτει σκοπός εξύβρισης, να διαλάβει στην απόφασή του, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την αναφορά και των πραγματικών περιστατικών από τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφραστεί ο δράστης προς προστασίαν του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του. Προϋποτίθεται όμως ότι ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί, αλλιώς είναι, λόγω αοριστίας, απαράδεκτος και το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει επ' αυτού και να τον απορρίψει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από όλα τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό του αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ... "Ο κατηγορούμενος, όντας ιδιοκτήτης, εκδότης και διευθυντής της καθημερινής εφημερίδας των ... με τον τίτλο "...", στο φύλλο της 5-6-2007 της εφημερίδας αυτής, σε πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της ανέφερε τα εξής "Μας σέρνει στα Δικαστήρια ο εκλεκτός της "ΝΔ" Ε1 ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΑΜΕ - Η φίμωση, η τρομοκρατία δεν θα περάσουν... μας σέρνει στα δικαστήρια ο εκλεκτός της "ΝΔ" τέως νομάρχης Ε1 γιατί δεν προσκυνήσαμε... Μετά την αποτυχία του στις τελευταίες νομαρχιακές εκλογές ο Ε1, για να μας εκδικηθεί, επειδή δεν προσκυνήσαμε, δεν γλείψαμε, δεν παινέψαμε, αλλά ασκήσαμε το χρέος μας, ως δημοσιογράφων, έστησε βιομηχανία μηνύσεων σε όλους σχεδόν ή σχεδόν όλους τους δημοσιογράφους του ομίλου μας...". Με το δημοσίευμα του όμως αυτό πρόσβαλε με πρόθεση τη τιμή του εγκαλούντα Ε1, τον οποίο εμφανίζει ενώπιον του αναγνωστικού κοινού της εφημερίδας, ότι υποβάλλει αθρόες μηνύσεις σε βάρος του κατηγορουμένου και των λοιπών στελεχών της εφημερίδας, κινούμενος από λόγους εκδίκησης, επειδή κατά την προεκλογική περίοδο των πρόσφατων νομαρχιακών εκλογών, η εφημερίδα όχι μόνο δεν υποστήριξε τον εγκαλούντα που ήταν υποψήφιος Νομάρχης ..., αλλά αντίθετα του άσκησε δριμεία κριτική. Εμφανίζεται δηλαδή ο εγκαλών στο επίμαχο δημοσίευμα ότι επιχειρεί να φιμώσει την εφημερίδα, επειδή τα στελέχη αυτής δεν υπάκουσαν κατά τη προεκλογική περίοδο, στην απαίτηση του να τον "προσκυνούν", να τον "γλείφουν" και να τον επαινούν, χωρίς όμως όπως είναι φανερό να παρατίθενται στο επίμαχο δημοσίευμα πραγματικά περιστατικά και γεγονότα, ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο απόδειξης, αλλά γενικά και αόριστα, στοιχείο που καταδεικνύει κατά τη κρίση του δικαστηρίου την προθέση του κατηγορουμένου να βλάψει τη τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα, αφού τον εμφανίζει ως άτομο μειωμένης ηθικής υπόστασης. Ενόψει αυτών στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αξιόποινη πράξη της εξύβρισης δια του τύπου και όχι της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού για την αντικειμενική υπόσταση αυτής απαιτούνται "γεγονότα" και μάλιστα ψευδή, και επομένως κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό τη παρούσας. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι συντρέχει στο πρόσωπό του περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 367 ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί, αφού ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου έλαβε χωράν στα πλαίσια δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, όπως είναι εκείνο της συνταγματικής ελευθερίας και κοινωνικής αποστολής του τύπου [άρθρο 14 παρ. του Συντάγματος και 10 της ΕΣΔΑ], από το σύνολο των περιστάσεων, [όπως είναι η αοριστία της διατύπωσης των αιτιάσεων κατά του εγκαλούντα και ο κίνδυνος να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος ή άλλα στελέχη της εφημερίδας συνεπεία άλλων μηνύσεων που υπέβαλε ο εγκαλών σε βάρος τους], προκύπτει κατά τη κρίση του δικαστηρίου, ειδικός σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός κατευθυνόμενος ειδικώς στην προσβολή της τιμής του εγκαλούντα, με αμφισβήτηση της ηθικής, της κοινωνικής και επαγγελματικής αξίας του προσώπου του και με την περιφρόνηση αυτού, που απετέλεσε και το μοναδικό ελατήριο, κατά τη κρίση του δικαστηρίου, της παραπάνω ενέργειας του κατηγορούμενου... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ένοχο, τον αναιρεσείοντα εξυβρίσεως δια του τύπου (άρθ. 26 παρ.1, 27 παρ.1 361 παρ.1 ΠΚ, σε συνδ. με άρθρο μόνο Ν.1178/1981, αρ.1, 2, 4, 47, ΑΝ1092/38, αρ. 2 10/1975 ως το αρ.47 αντικ. αρ. 4§2 Ν1738/87 σε συνδ. άρθρο μόνο §1 Ν2243/1994), και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της εξυβρίσεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο κατηγορούμενος δεν πρόβαλε κατά τρόπο ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό για την εφαρμογή του άρθρου 367 ΠΚ. Ειδικότερα στα πρακτικά της δίκης (σελ. 7) προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δια του συνήγορου αυτού περιορίστηκε απλώς να υποβάλει "αυτοτελή ισχυρισμό σύμφωνα με τα άρθρα 366-367 του ΠΚ", χωρίς την επίκληση πραγματικών περιστατικών που να στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό, ενώ ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του απλώς αρνήθηκε την κατηγορία και ισχυρίστηκε ότι άσκησε κριτική. Εντούτοις το Δικαστήριο απέρριψε αιτιολογημένα τον ισχυρισμό αυτό, με τις παραδοχές του ότι από το σύνολο των περιστάσεων, όπως αυτές εκτίθενται στο σκεπτικό της απόφασης, προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός κατευθυνόμενος ειδικώς στην προσβολή της τιμής του εγκαλούντα, με αμφισβήτηση της ηθικής, της κοινωνικής και επαγγελματικής αξίας του προσώπου του και με την περιφρόνηση αυτού, που απετέλεσε και το μοναδικό ελατήριο, κατά τη κρίση του δικαστηρίου, της παραπάνω ενέργειας του κατηγορούμενου. Επομένως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή (και υπό τη μορφή της εκ πλαγίου παράβασης) των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, και ειδικότερα ως προς την απόρριψη του από τη διάταξη του άρ.367 του ΠΚ αυτοτελούς ισχυρισμού του και ως προς την παραδοχή της απόφασης ότι αυτός είχε σκοπό εξύβρισης του εγκαλούντος, με τις αιτιάσεις ότι δεν εκτίθενται, για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, τα αναφερόμενα στην αίτηση επιπλέον πραγματικά περιστατικά. 3.- Μετά από αυτά, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμη, η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που παραστάθηκε (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ, 176 και 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 10/3-3-2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της 4922/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και ση δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εξύβριση δια του τύπου. Στοιχεία εγκλήματος. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη και νόμιμης βά.σης Αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης αν πρόκειται περί κρίσεων ή εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα σε εκτέλεση νομίμων καθηκόντων ή άσκηση νόμιμης εξουσίας ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, όπως είναι και εκείνο της συνταγματικής ελευθερίας και κοινωνικής αποστολής του τύπου εκτός αν πρόκειται περί συκοφαντικής δυσφημήσεως ή αν προκύπτει ειδικός σκοπός εξυβρίσεως (άρθρο 367 ΠΚ) Η προ-βολή του από το άρθρο 367 του ΠΚ ισχυρισμού, που είναι αυτοτελής επιβάλλεται στο δικαστήριο που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδήλωσης της υβριστικής συμπεριφοράς προκύπτει σκοπός εξύβρισης, να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία Προϋποτίθεται ότι ο ισχυρισμός, προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εξύβριση, Νομίμου βάσεως έλλειψη, Τύπος.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1440/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ασημακόπουλο, περί αναιρέσεως της 8577/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Μ1.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 385/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικώς κατά της αναιρεσείουσας ασκηθείσα ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένης να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 8577/2008 απόφασης, το Tριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, δηλαδή εκείνα που υπήρχαν στη δικογραφία και εκείνα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνεται και το αριθμούμενο με στοιχείο 11 έγγραφο και προσδιοριζόμενο ως " ιδιόχειρο σημείωμα". Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού, ενόψει και τη αριθμήσεως του, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου του κατέστη γνωστό και κατά το περιεχόμενό του στην αναιρεσείουσα, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτού, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης. Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται το πρόσωπο που το συνέταξε, ο τόπος και ο χρόνος της συντάξεώς του. Επίσης δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του το πιο πάνω με αριθμό 11 αριθμούμενο έγγραφο. Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της αίτησης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του έλαβε υπόψη του το πιο πάνω αριθμούμενο έγγραφο που αναγνώσθηκε, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά του και κατά τα πιο πάνω επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Δικαστήριο, προκειμένου να αχθεί στην καταδικαστική, για την αναιρεσείουσα κρίση του και μάλιστα προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου σε αυτήν αδικήματος, και ειδικότερα, ως προς την γνώση της πλαστότητας του έγγραφου του οποίου αυτή έκανε χρήση, έλαβε υπόψη του και το "από 27-6-01, ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής". Συγκεκριμένα αναφέρεται στο σχετικό μέρος του σκεπτικού της απόφασης " ...Μετά από τη διαπίστωση από την τράπεζα ότι η επιταγή είναι πλαστή η τελευταία κομίστρια Κ1 επικοινώνησε αμέσως με τη δεύτερη κατηγορουμένη ( δηλαδή την αναιρεσείουσα), η οποία παραδέχθηκε αμέσως ότι η επιταγή είναι πλαστή, γεγονός που δείχνει εμμέσως πλην σαφώς ότι γνώριζε για την πλαστότητα αυτής και την αντικατέστησε με άλλη (βλ. και το από 27-6-01 ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής)". Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, με την πιο πάνω ημερομηνία( 27-6-2001) είναι το με αριθμό 6, το οποίο προσδιορίζεται ως "το από 27-6-01 ιδιόγραφο σημείωμα της Σ1". Από την παραδεκτή επίσης επισκόπηση του εγγράφου αυτού, που υπογράφεται από την αναιρεσείουσα και την Σ1 προκύπτει ότι η Σ1 παρέδωσε στην αναιρεσείουσα τις αναφερόμενες στο έγγραφο αυτό δύο επιταγές, η πρώτη των οποίων ποσού 1.350.000, αφορά την επιταγή για την χρήση της οποίας κρίθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, την πλαστότητα της οποίας αυτή δέχθηκε, και σε αντικατάσταση αυτών η αναιρεσείουσα παρέδωσε άλλες επιταγές. Επομένως το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού ταυτίζεται με την παραδοχή της απόφασης, ότι, από την αναφερόμενη σύμβαση ανταλλαγής, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα αναγνώρισε την πλαστότητα της επίμαχης επιταγής. Ουδεμία δε αμφιβολία καταλείπεται ότι το έγγραφο αυτό είναι το πιο πάνω αναφερόμενο, ως αναγνωσθέν με αριθμό 6 στα πρακτικά της δίκης, από το γεγονός ότι δεν μνημονεύεται στον προσδιορισμό του και το όνομα της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι η Κ1 και η η Σ1, που εξετάστηκε, ως μάρτυρας, είναι ένα και το αυτό πρόσωπο (κατά την εξέτασή της δήλωσε ότι ονομάζεται "Κ1 το γένος ...") Κατ' ακολουθία τούτων, οι διαλαμβανόμενες στον δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις ότι το αναγνωσθέν ιδιόχειρο σημείωμα έχει αποκλειστικώς έναν εκδότη, την Σ1, δηλ. το υπέγραψε μόνον αυτή, ενώ, αντιθέτως το επικαλούμενο στο κυρίως σκεπτικό "ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής" πρέπει αναγκαίως να φέρει τις υπογραφές δύο, τουλάχιστον, προσώπων και ότι αφήνεται να εννοηθεί, από το προαναφερθέν απόσπασμα του κυρίως σκεπτικού, ότι το "ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής" υπογράφεται από την αναιρεσείουσα και από την κομίστρια της επίμαχης επιταγής Κ1, ενώ το αναγνωσθέν ιδιόχειρο σημείωμα φέρει, ως ρητώς βεβαιώνεται στα πρακτικά, έναν μόνον εκδότη: την Σ1, οπότε πρόκειται για άλλο έγγραφο, είναι αβάσιμες. Η αναιρεσείουσα, συνεπώς, δεν στερήθηκε του από το άρθρο 358 ΚΠΔ απορρέοντος, υπερασπιστικού δικαιώματός της, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το, από 27-6-01, "ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής" και, έτσι, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ.1 και 2 του άρθρου 216 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Οι κατηγορούμενοι (δηλαδή η αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενός της Μ1) ήταν ζευγάρι και κατά διάφορα χρονικά διαστήματα συζούσαν στην οδό .... Μετά από ανώνυμη επιστολή, που απέστειλε η μητέρα της δεύτερης κατηγορουμένης έγινε έρευνα από το Α.Τ. ... στην πιο πάνω διεύθυνση. Κατά την έρευνα στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκαν μια μηχανική μεταλλική σφραγίδα, με 13 σειρές, οι με αρ. ....και ... επιταγές, στις οποίες υπήρχε μόνο η μηχανική σφραγίδα των εταιρειών "ΑΙΟΛΙΑ Α.Ε." και "... Ε.Ε.Β.Ε." και μια φωτοτυπία συμπληρωμένης επιταγής, σε διαταγή ..., ποσού 980.000 δραχμών, με εκδότρια την εταιρεία "ΑΙΟΛΙΑ Α.Ε." (...). Έτσι διαπιστώθηκε η παράνομη δραστηριότητα του πρώτου κατηγορουμένου. Επίσης αποδείχθηκε ότι αυτός κατά τις αρχές Απριλίου του 2001 κατάρτισε πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτού. Ειδικότερα στη ..., κατά τον πιο πάνω χρόνο, ο πρώτος κατηγορούμενος κατάρτισε την με αριθμό... επιταγή της Ε.Τ.Ε., θέτοντας σ'αυτήν αυθαίρετα στη θέση του εκδότη σφραγίδα της εταιρείας "ΑΙΟΛΙΑ Α.Ε." και δυσανάγνωστη υπογραφή, τόπο έκδοσης "...", ημερομηνία έκδοσης..., ποσό 1.350.000 δρχ. αριθμητικώς και ολογράφως σε διαταγή "..." και σε χρέωση του λογαριασμού ..., που ανήκε στην εταιρεία "ΑΙΟΛΙΑ Α.Ε.". Στην πράξη αυτή προέβη με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσει τους τρίτους ότι η επιταγή είναι γνήσια και ότι έχει εκδοθεί από το νόμιμο εκπρόσωπο της πιο πάνω εταιρείας. Στη συνέχεια έκανε χρήση της επιταγής αυτής, αφού την παρέδωσε στη δεύτερη κατηγορουμένη. Η τελευταία γνώριζε ότι είναι πλαστή επιταγή, λόγω και του ερωτικού της δεσμού με τον πρώτο από αυτούς. Παρόλα αυτά την μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον Ο1, για την εξόφληση οφειλής της προς αυτόν, αφού έκανε τις υδραυλικές εργασίες στο σπίτι της μητέρας της. Ο τελευταίος για την εξόφληση οφειλής του την μεταβίβασε περαιτέρω με οπισθογράφηση στην Κ1 που διατηρεί τεχνικό γραφείο στο ...Μετά τη διαπίστωση από την τράπεζα ότι η επιταγή είναι πλαστή η τελευταία κομίστρια Κ1 επικοινώνησε αμέσως με τη δεύτερη κατηγορουμένη, η οποία παραδέχθηκε αμέσως ότι η επιταγή είναι πλαστή, γεγονός που δείχνει εμμέσως πλην σαφώς ότι γνώριζε για την πλαστότητα αυτής και την αντικατέστησε με άλλη (βλ. και το από 27-6-01, ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής). Ενόψει όλων αυτών συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση των αδικημάτων της πλαστογραφίας με χρήση σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου και της χρήσης πλαστού εγγράφου, σε βάρος της δεύτερης κατηγορουμένης και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα για την πράξη της χρήσης πλαστού (άρθρο 216 παρ.2- 1 ΠΚ), και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως.- Ειδικότερα αυτή κηρύχθηκε ένοχη του ότι : "... στο ..., αρχές Απριλίου 2001 και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία κατά την προανάκριση, πάντως κατά τη διάρκεια του Πάσχα του 2001, εν γνώσει της χρησιμοποίησε πλαστό έγγραφο. Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο εν γνώσει της χρησιμοποίησε την ως άνω αναφερόμενη πλαστή επιταγή σε οικονομική της συναλλαγή με τον Ο1, υδραυλικό, και εν συνεχεία με την Κ1 που διατηρούσε Τεχνικό Γραφείο στο ...".
ΙV. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση με τις παραδοχές της ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι είναι πλαστή επιταγή, και παρόλα αυτά την μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον Ο1, προκειμένου να εξοφλήσει οφειλή της προς αυτόν, αφού έκανε τις υδραυλικές εργασίες στο σπίτι της μητέρας της και ότι η γνώση της αυτή προκύπτει, αφενός λόγω και του ερωτικού της δεσμού της με τον συγκατηγορούμενό της αυτουργό της πράξεως της πλαστογραφίας και αφετέρου, από το γεγονός ότι, όταν η τελευταία κομίστρια Κ1 επικοινώνησε αμέσως με τη κατηγορουμένη αναιρεσείουσα, αυτή παραδέχθηκε αμέσως ότι η επιταγή είναι πλαστή, με πληρότητα αιτιολόγησε τη συνδρομή των υποκειμενικών στοιχείων του αδικήματος για το οποίο αυτή καταδικάστηκε, δηλαδή την ηθελημένη ενέργειά της να παραπλανήσει με την χρήση της πλαστής επιταγής τον Ο1, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομη σημασία, ήτοι, ότι η επιταγή ήταν γνήσια, προκειμένου να επιτύχει την εξόφληση της συγκεκριμένης προς αυτόν οφειλής της, αλλά και την γνώση της ως προς την πλαστότητα της επιταγής. Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του πιο πάνω αδικήματος, με τις αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος κα απορριπτέος. Επίσης απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι ο τέταρτος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι το Δικαστήριο δεν προέβη σε "συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση" των αναφερομένων στην αίτηση αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα, διότι δεν μνημόνευσε, και εν συνεχεία, δεν εξέθεσε ειδικώς το γιατί πείσθηκε από την κατάθεση του μάρτυρος Ο1 (που κατέθεσε ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι οι επιταγές ήταν πλαστές), και όχι από την αντίθετη, κατά το περιεχόμενο της, κατάθεση του ... Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων καθώς και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συγκατηγορούμενος της αναιρεσείουσας Μ;, κατά τις αρχές Απριλίου του 2001, κατάρτισε την αναφερόμενη σε αυτό πλαστή επιταγή και την οποία στη συνέχεια, (δηλαδή στις αρχές Απριλίου 2001) έκανε χρήση της επιταγής αυτής, αφού την παρέδωσε στη κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα. Κατά τον ίδιο χρόνο, αρχές Απριλίου 2001, όπως ρητώς αναφέρεται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της απόφασης, η αναιρεσείουσα έκανε χρήση της πλαστής επιταγής μεταβιβάζοντας αυτήν με οπισθογράφηση στον Ο1. Ουδεμία δε ασάφεια ή αντίφαση προκύπτει από το ότι στο διατακτικό της απόφασης ο χρόνος τελέσεως της κατάρτισης και της χρήσης της πλαστής επιταγής της πράξεως είναι "στις αρχές Απριλίου" και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας προσδιορίζεται "στις αρχές Απριλίου 2001 και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία... πάντως κατά τη διάρκεια του Πάσχα του 2001", δεδομένου ότι, κατά τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, μετά την κατάρτιση της πλαστής επιταγής, (στις αρχές Απριλίου 2001), η επιταγή παραδόθηκε στην αναιρεσείουσα από τον Μ1, η οποία ακολούθως την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στον Ο1 "στις αρχές Απριλίου 2001 και πάντως κατά τη διάρκεια του Πάσχα του 2001" ( δηλαδή στις 15/4/01), χωρίς ο κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμός του χρόνου τελέσεως της πράξεως από την αναιρεσείουσα να επιδρά στο χρόνο παραγραφής της, όταν η υπόθεση εκδικάστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (5/12/2008). Επομένως, οι διαλαμβανόμενες στον πέμπτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με το χρόνο τελέσεως των παραπάνω εγκλημάτων, είναι ελλιπής, ασαφής και αντιφατική, "ενώ άπτεται και του χρόνου παραγραφής του πιο πάνω πλημμελήματος", διότι στο διατακτικό, αναφέρεται ως χρόνος τελέσεώς του ότι είναι οι "αρχές Απριλίου 2001" και, ταυτοχρόνως, η "διάρκεια του Πάσχα του 2001" και, διότι δεν είναι δυνατόν ταυτοχρόνως και να καταρτίστηκε η πλαστή επιταγή από το Μ1 και να μεταβιβάστηκε αυτή από την αναιρεσείουσα προς τον Ο1, ενώ υπάρχουν αντιφάσεις μεταξύ διατακτικού και σκεπτικού, ως προς το χρόνο τελέσεως της πράξεως της πράξεως από τον Μ1 και από την ίδια την αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, και συνεπώς είναι από απορριπτέος, ως αβάσιμος και ο πέμπτος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νομίμου βάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω των αναφερομένων στην αίτηση ασαφειών και αντιφάσεων ως προς το χρόνο τελέσεως του αδικήματος από την αναιρεσείουσα.
VII. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/2/2009 αίτηση (δήλωση) αναίρεσης (με αρ. πρωτ. 1727/24-2-09), της ..., για αναίρεση της 8577/08 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρήση πλαστού από τρίτο. Στοιχεία αδικήματος (πλημμέλημα). Έγγραφα. Προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφου. Η λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Ισχυρισμός ότι λήφθηκε υπόψη έγγραφο που δεν αναγνώστηκε. Αβασιμότητα ισχυρισμού. Απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι το Δικαστήριο δεν προέβη σε "συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση" των αναφερομένων στην αίτηση αποδεικτικών μέσων. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογία και αντίφαση ως προς τον χρόνο τελέσεως της πράξεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Πλαστογραφία.
| 0
|
Κ.M.
ΑΡΙΘΜΟΣ 1439/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πατρινό, 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Γεωργία Γκότζη και 3. Χ3, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βενέτη, περί αναιρέσεως της ΑΤ315/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Μαρτίου 2009, 1 Απριλίου 2009 και 19 Μαρτίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντιστοίχως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 453/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες 1) 8/23-3-2009, 2) από 1/4/2009 (με αρ. πρωτ. 2823/1-4-2009) και 3) 6/19-3-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, για αναίρεση της ΑΤ 315/16-1-2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
ΙΙ. Ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι. "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ...2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Περαιτέρω, κατά τις παρ.1α και 6 του άρθρου 20 του ίδιου ν. 2523/1997, "1. Στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται: α) Στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω.... 6. Οι ανωτέρω αυτουργοί και συνεργοί τιμωρούνται εφόσον κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος είχαν την ιδιότητα αυτή και εφόσον γνώριζαν ή από την ιδιότητά τους και εν όψει των συγκεκριμένων περιστάσεων γίνεται φανερό ότι γνώριζαν για τις πράξεις ή παραλείψεις, με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι των αδικημάτων του παρόντος" . Από τις πιο πάνω διατάξεις, προκύπτει, πλην άλλων, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί αποδοχής, της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Κατά την αυτή διάταξη αδίκημα φοροδιαφυγής διέπραττε και ο αποδέκτης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Αντίθετα, κατά το άρθρο 19 του ν. 2523/1997, η αποδοχή πλαστών φορολογικών στοιχείων δεν αποτελεί πλέον τέτοιο αδίκημα και τούτο γιατί κρίθηκε από το νομοθέτη, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, ως μη απαραίτητο, "καθόσον είναι δυνατόν λήπτες πλαστών ή νοθευμένων φορολογικών στοιχείων, να αγνοούν την πλαστότητα ή τη νοθεία των στοιχείων". Στην περίπτωση δε κατά την οποία η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου , σύμφωνα με τη δικονομικού χαρακτήρα διάταξη της παρ.2 του άρθρου 40 του Ν. 3220/2004 με την οποία προστέθηκε εδάφιο δ' στην παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου 21 του Ν. 2523/1997. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 315/2009 αποφάσεώς του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".... Οι κατηγορούμενοι στον ... κατά το χρονικό διάστημα από 2-11-2001 μέχρι 25-11-2002 κατά τη χρήση των ετών 2001 και 2002, οι μεν Χ1 και Χ3, (ως Πρόεδροι του Δ.Σ και διευθύνοντες Σύμβουλοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Πειραϊκή Πετρελαϊκή Ανώνυμη Οικοδομική Βιομηχανική Υγρών Καυσίμων και Λιπαντικών" και δ.τ. "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στον ... και στην οδό ..., ο δε Χ2, ως υποκρυπτόμενο υπεύθυνο πρόσωπο με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποδέχθηκαν και ειδικότερα έλαβαν, χρησιμοποίησαν και καταχώρησαν στα τηρούμενα βιβλία της εν λόγω εταιρείας τα αναφερόμενα κατωτέρω αναλυτικά κατ' αριθμό, ημερομηνία έκδοσης, όνομα εκδότη, αξία, εικονικά, ως προς τον εκδότη και τη συναλλαγή, 148 φορολογικά στοιχεία για τη χρήση του έτους 2001 καθώς και 250 εικονικά φορολογικά στοιχεία ως προς τον εκδότη και τη συναλλαγή και 629 πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία για αγορές από την επιχείρηση "... ΕΠΕ", συνολικής αξίας (των τιμολογίων), για τη χρήση του έτους 2001, 2.287.820, 255 ευρώ και για τη χρήση του έτους 2002 13.362.340, 26 ευρώ. Τα παραπάνω φορολογικά στοιχεία αποδέχθηκαν, αφού ζήτησαν και έλαβαν για λογαριασμό της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας με σκοπό να παρουσιάσουν νομιμοφάνεια στις συναλλαγές με τον αναγραφόμενο σ' αυτά εκδότη με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δηλαδή την κατοχή υγρών καυσίμων χωρίς όμως να έχουν καταβληθεί οι σχετικοί δασμοί για να διαθέσουν αυτοί ως νομίμως κτηθέντα βάσει των συγκεκριμένων εικονικών στοιχείων... (ακολουθεί η περιγραφή των πιο πάνω φορολογικών στοιχείων). Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η εταιρεία "... ΕΠΕ" με αντικείμενο εργασιών το χονδρικό εμπόριο υγρών καυσίμων, με έδρα τις ..., που φερόταν ως βασικός προμηθευτής της εταιρείας "Πειραϊκή -Πετρελαϊκή ΑΕ" ,δε λειτούργησε ποτέ, ενώ μίσθωσε χώρο στη διεύθυνση ... στις ..., προκειμένου να λάβει σχετικό ΑΦΜ και να θεωρήσει φορολογικά στοιχεία ,για να καλύψει συναλλαγές που είχαν γίνει με άλλους, χωρίς αντίστοιχα φορολογικά στοιχεία. Η επιχείρηση αυτή δεν είχε αγορές, ούτε τους απαραίτητους αποθηκευτικούς χώρους, ούτε άδεια μεταπωλητού, ούτε υπέβαλε ποτέ στην αρμόδια Δ.Ο.Υ Αχαρνών περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α, ούτε υπέβαλε φορολογική δήλωση εισοδήματος, ούτε οποιαδήποτε άλλη δήλωση, όπως όφειλε. Ακολούθως από τον έλεγχο που διενεργήθηκε στα γραφεία της εταιρείας "Πειραϊκή- Πετρελαϊκή Α.Ε." από την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων της Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση "... ΕΠΕ", παρέδωσε, κατά τα έτη 2001 και 2002 στην πρώτη καύσιμα (πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης, βενζίνη αμόλυβδη και σούπερ), παρουσιάζονται όμως καταχωρήσεις φορολογικών στοιχείων στα βιβλία της εταιρείας "Πειραϊκή-Πετρελαϊκή ΑΕ" με αρίθμηση έως 881, ενώ στην αρμόδια Δ.Ο.Υ έχουν θεωρηθεί φορολογικά στοιχεία της εταιρείας "... ΕΠΕ" έως 500. Τα 500 έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία της Πειραϊκής - Πετρελαϊκής μέχρι την 6-7-2002, ενώ τα υπόλοιπα μέχρι τα 881 που εξέδωσε η παραπάνω εταιρεία είναι πλαστά φορολογικά στοιχεία, αφού δεν έχουν θεωρηθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., δεν έχουν διατρηθεί και δεν έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής Αρχής σχετική πράξη θεώρησης, ενώ με βάση όσα προαναφέρθηκαν, δεν είχε τη δυνατότητα η εταιρεία ... ΕΠΕ να πραγματοποιήσει τις συναλλαγές που είναι καταχωρημένες στα βιβλία της Πειραϊκής Πετρελαϊκής Α.Ε. Ο κατηγορούμενος Χ1-πρώτος εκκαλών ευθύνεται για τη κατ' εξακολούθηση διάπραξη του αδικήματος της αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, συνολικής αξίας 13.054.493,12 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 2-11-2001 μέχρι 19-9-2002, οπότε παραιτήθηκε από την εν λόγω εταιρεία (βλ. δήλωση παραιτήσεως). Ο κατηγορούμενος Χ3- τρίτος εκκαλών ευθύνεται για την κατ' εξακολούθηση διάπραξη του αδικήματος της αποδοχής εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων ,καθαρής αξίας 2.584.167,40 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 20-9-2002, οπότε εκλέχθηκε Πρόεδρος του Δ.Σ και διευθύνων Σύμβουλος της εν λόγω εταιρείας μέχρι 25-11-2002 (βλ. Τευχ. ΑΕ και ΕΠΕ 9857/26-9-2002), ενώ ο κατηγορούμενος Χ2-δεύτερος εκκαλών ευθύνεται για το χρονικό διάστημα από 2-11-2001 μέχρι 25-11-2002 για διάπραξη του παραπάνω αδικήματος, συνολικής καθαρής αξίας 15.638.660,52 ευρώ. Η ευθύνη των πρώτου και τρίτου των εκκαλούντων-στηρίζεται στο νόμο και συγκεκριμένα στο αρθρ. 20 του Ν. 2523/1997 ,ενώ αποδείχθηκε ότι υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα τους για το προαναφερόμενο για τον καθένα χρονικό διάστημα, γνώριζαν τις πράξεις, με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι του αδικήματος της φοροδιαφυγής. Συγκεκριμένα ο πρώτος εκκαλών είχε ενεργή ανάμειξη στην εν λόγω εταιρεία για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ ο τρίτος εκκαλών συμμετείχε στη διοίκηση της εταιρείας για σύντομο χρονικό διάστημα, είχε όμως άμεση γνώση της δραστηριότητας της εταιρείας, αφού απασχολούνταν ως υπάλληλος σ' αυτήν από τις αρχές του έτους 1999 έως το Μάιο του έτους 2003. Εξάλλου ο δεύτερος εκκαλών, αποδείχθηκε ότι ήταν υποκρυπτόμενο πρόσωπο, το " μεγάλο αφεντικό" (βλ. ιδίως τις καταθέσεις των μαρτύρων και απολογίες στα πρακτικά της εκκαλουμένης) ευθυνόμενος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη κατ' άρθρο 19 παρ. 4 του ν. 2523/1997, μετείχε άμεσα στη διαχείριση και διοίκηση της εταιρείας, είχε πλήρη επίγνωση των δραστηριοτήτων της, εμφανιζόταν δε έναντι τρίτων ως εκπρόσωπος της εταιρείας, ενώ αποκαλύφθηκαν καταθέσεις χρημάτων από πελάτη της εταιρείας στο λογαριασμό του. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί απόλυτης ακυρότητας που προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ3 πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:- Στο άρθρο 21 παρ.2 εδάφια, β" και γ'του Ν.2523/1997 σχετικά με την έναρξη της ποινικής δίωξης επί των περιπτώσεων του άρθρου 19, ορίζεται ότι " κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμοδίας Δ.Ο.Υ ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο.... Στις περιπτώσεις του προηγουμένου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου. Επηκολούθησε η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη της παρ.2 του άρθρου 40 του Ν. 3220/2004 με την οποία προστέθηκε εδάφιο δ' στην παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 κατά την οποία " ειδικά, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγουμένου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου άρθρου". Στην προκειμένη περίπτωση ισχυρίζεται ο παραπάνω κατηγορούμενος ότι για την φερόμενη αποδοχή φορολογικών στοιχείων η μηνυτήρια αναφορά υποβλήθηκε, ενώ ακόμη δεν του είχαν επιδοθεί οι οικείες αποφάσεις επιβολής προστίμων και δεν έχει κληθεί για την διοικητική επίλυση της διαφοράς. Όμως, όπως προαναφέρθηκε η χρηματική αξία των εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων που αποδίδεται στους κατηγορουμένους ανέρχεται στα προαναφερθέντα ποσά, τα οποία υπερβαίνουν κατά πολύ το χρηματικό όριο των 150.000 δραχμών το οποίο τίθεται στο νόμο ως κατώτατο όριο για την άμεση υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς" (βλ. ΑΠ 440/2008 Α' Δημ. ΝΟΜΟΣ). Επομένως απορριπτόμενων των ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τους κατηγορουμένους ,πρέπει να κηρυχθούν αυτοί ένοχοι κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό".
ΙV. Με τις σκέψεις αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους για παράβαση των άρθρων 19 παρ.1α,β, 4 και 20 παρ.1α του ν.2523/1997και επέβαλε στον καθένα εξ αυτών ποινή φυλάκισης τριών ετών. Ειδικότερα κήρυξε αυτούς ενόχους του ότι: "Στον ... την 12-12-2005, που κατ' άρθρο 2 παρ. 8. 9 Ν. 2554/01 αποτελεί έναρξη παραγραφής, από έλεγχο που διενεργήθηκε, οι κατηγορούμενοι με την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας Πειραϊκή- Πετρελαϊκή ΑΕ, οικοδομική, βιομηχανική εταιρεία υγρών καυσίμων με έδρα τον ... (...) ο πρώτος και τρίτος και μ' αυτήν του υποκρυπτόμενου προσώπου της προαναφερόμενης εταιρείας ο δεύτερος, διέπραξαν το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα αποδέχθηκαν εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία, δηλ. στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους με σκοπό απόκρυψης φορολογητέας ύλης. Πιο συγκεκριμένα, ζήτησαν, έλαβαν και καταχώρησαν στα βιβλία της πιο πάνω επιχείρησης 398 εικονικά φορολογικά στοιχεία και 629 πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία, εκδόσεως από την επιχείρηση "... ΕΠΕ" στις χρήσεις 2001-2002 καθαρής αξίας 15.638.660,52 ευρώ ποσό ανώτερο των 150.000 ευρώ, με σκοπό απόκρυψης φορολογητέας ύλης, δηλ. κατοχή υγρών καυσίμων χωρίς όμως να έχουν καταβληθεί οι σχετικοί δασμοί για να διαθέσουν αυτοί ως νομίμως κτηθέντα βάσει των συγκεκριμένων στοιχείων. Συγκεκριμένα κηρύσσει ενόχους: 1) Τον 1° κατηγορούμενο (Χ1) για την κατ' εξακολούθηση, ήτοι με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με πρόθεση διάπραξη του αδικήματος της αποδοχής εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, συνολικής καθαρής αξίας 13. 054.493,12 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 2-11-2001 μέχρι 19-9-2002, 2)Τον 2° κατηγορούμενο (Χ2) για την κατ' εξακολούθηση, ήτοι με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με πρόθεση διάπραξη του αδικήματος της αποδοχής εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, συνολικής καθαρής αξίας 15.638.660,52 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 2-11-2001 έως 25-11-2002. 3) Τον 3° κατηγορούμενο για την κατ' εξακολούθηση, ήτοι με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με πρόθεση διάπραξη του αδικήματος της αποδοχής εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, συνολικής καθαρής αξίας 2.584.167,40 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 20-9-2002 έως 25-11-2002, V. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον τρόπο τελέσεως του εγκλήματος. Ειδικότερα ενώ δέχθηκε στο σκεπτικό της ότι οι ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι: "Τα παραπάνω φορολογικά στοιχεία αποδέχθηκαν, αφού ζήτησαν και έλαβαν για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας (δηλαδή της Πειραϊκής Πετρελαϊκής ΑΕ), με σκοπό παρουσιάσουν νομιμοφάνεια στις συναλλαγές με τον αναφερόμενο σε αυτά εκδότη (δηλαδή την "... ΕΠΕ), με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, ...." (σελίδα 15) και στη συνέχεια (στη σελίδα 51) ότι "... διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση "... ΕΠΕ", παρέδωσε, κατά τα έτη 2001 και 2002 στην πρώτη (δηλαδή στην Πειραϊκή Πετρελαϊκή ΑΕ) καύσιμα (πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης, βενζίνη αμόλυβδη και σούπερ),..", ενώ προηγουμένως είχε δεχθεί ότι αποδείχθηκε ότι η εταιρεία "... ΕΠΕ" "δε λειτούργησε ποτέ, ...δεν είχε αγορές, ούτε τους απαραίτητους αποθηκευτικούς χώρους" και στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι οι αναιρεσείοντες αποδέχθηκαν "... εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία, δηλ. στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους με σκοπό απόκρυψης φορολογητέας ύλης". Ετσι δεν καθίσταται σαφές, αν η εταιρεία ".... ΕΠΕ", ήταν υπαρκτή εταιρεία και πραγματοποίησε συναλλαγές (για τις οποίες εκδόθηκαν τα πιο πάνω φορολογικά στοιχεία) με την εταιρεία Πειραϊκή Πετρελαϊκή ΑΕ (αφού φέρεται να παρέδωσε σ' αυτή καύσιμα κατά τα έτη 2001 και 2002), ή ήταν ανύπαρκτη, και οι επίμαχες συναλλαγές ήταν "ανύπαρκτες στο σύνολο τους", με επακόλουθο την ασάφεια της αιτιολογίας της απόφασης ότι οι φερόμενα φορολογικά στοιχεία ήταν εικονικά διότι αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές. Περαιτέρω υπάρχει ασάφεια ως προς την έννοια των πλαστών φορολογικών στοιχείων. Ειδικότερα, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.3 του ν. 2523/95 "Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του...", με την προσβαλλόμενη απόφαση θεωρούνται πλαστά τα αναφερόμενα σε αυτή φορολογικά στοιχεία (τα αριθμούμενα από 501-881), διότι "δεν έχουν θεωρηθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., δεν έχουν διατρηθεί και δεν έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής Αρχής", κήρυξε δε ένοχους τους αναιρεσείοντες, διότι "... αποδέχθηκαν εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία". Ειδικότερα, στο μεν διατακτικό φέρονται ότι όλα τα φορολογικά στοιχεία, που αποδέχθηκαν οι αναιρεσείοντες, ήταν "εικονικά και πλαστά", ενώ στο σκεπτικό ως "εικονικά και πλαστά" χαρακτηρίζονται 629, χωρίς να καθίσταται σαφές, αν τα εξ αυτών με αριθμούς 501-881 ήταν πλαστά και τα υπόλοιπα εικονικά, ή ταυτόχρονα και πλαστά και εικονικά, έννοια μη υφιστάμενη στον Ν. 2523/1997. Με τον τρόπο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση με τις πιο πάνω παραδοχές της στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τον τρόπο τελέσεως του εγκλήματος, ενώ ταυτόχρονα εκ πλαγίου παραβίασε την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατ' εφαρμογή της οποίας κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες και για αποδοχή πλαστών φορολογικών στοιχείων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποτελεί κατά την εν λόγω διάταξη αξιόποινη πράξη.
Συνεπώς ο πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ, Ε ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της συνεκδικαζόμενης αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ3, ο οποίος ερευνάται αυτεπαγγέλτως και ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, κατ' αρθρο 511 ΚΠΔ, εφόσον οι αιτήσεις αυτών, κρίνονται παραδεκτές, αφού περιέχουν σαφείς και ορισμένους, από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσία, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών. Ακολούθως πρέπει να γίνουν δεκτές, ως βάσιμες κατ' ουσία, οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο αυτό δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την ΑΤ 315/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση στο αυτό δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς), συγκείμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση τριών αιτήσεων. Φοροδιαφυγή δια εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση (19 παρ. 1, 4 Ν. 2523/1997). Λόγος αναίρεσης για αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον τρόπο τελέσεως του εγκλήματος. Δεν καθίσταται σαφές αν η εταιρεία που εξέδωσε τα εικονικά τιμολόγια αν ήταν υπαρκτή εταιρεία και αν πραγματοποίησε συναλλαγές. Ασάφεια ως προς την έννοια των πλαστών φορολογικών στοιχείων. Δεν καθίσταται σαφές, αν τα αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία ήταν πλαστά ή εικονικά. Εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατ' εφαρμογή της οποίας κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και για αποδοχή πλαστών φορολογικών στοιχείων, η οποία, δεν αποτελεί αξιόποινη πράξη. Βάσιμος σχετικός λόγος αναίρεσης ενός αναιρεσείοντος. Έρευνα αυτεπαγγέλτως του ίδιου λόγου και ως προς λοιπούς, κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ. Δέχεται αιτήσεις. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1438/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 2597/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με συγκατηγορούμενο τον Κ1.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ1, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Καπράρα.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, καθώς και στο από 22 Απριλίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 46/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.1 α του ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών και κατά την όμοια του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρ. 310 παρ.2 ΠΚ) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντα ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, όπως αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 του Π.Κ, ενώ για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης των διατάξεων αυτών, είναι απαραίτητο στη καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη να καθορίζεται ποια από τις δύο ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στη πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί βάσει των κατ' άρθρο 79 Π.Κ κριτηρίων. Αν υπάρχει ασάφεια, αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, διότι ο 'Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση για το αν το δικαστήριο της ουσίας, εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δίκασε τους αναιρεσείoντες για από κοινού επικίνδυνη σωματική βλάβη, και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του και όπως προκύπτει από το αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι διαμένουν στην ... στην ίδια πολυκατοικία. Έχοντας κληρονομικές διαφορές διαπληκτίσθηκαν πολλές φορές. Έτσι την 11-4-2005 ο Χ1 κι ο Χ2 όταν συναντήθηκαν με τον Κ1 στην είσοδο της πολυκατοικίας 2 Χ 2 μ. οι δύο πρώτοι ενεργώντας από κοινού και με πρόθεση επιτέθηκαν εναντίον του τελευταίου με γροθιές και λακτίσματα και του προκάλεσαν κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση αυχένα, κάταγμα 9ης πλευράς, θλαστικό τραύμα αριστερού ωτός, αιμωδίες άνω άκρων εκχυμώσεις έσω βραχιονίου, εκδορές θωρακικού τοιχώματος κι άλγος κατωτέρων πλευρών, από τα χτυπήματα δε αυτά στο κεφάλι του παθόντα μπορούσε να του προξενηθεί βαριά σωματική βλάβη. Επίσης, και ο κατηγορούμενος Κ1 επιτέθηκε στον κατηγορούμενο Χ1 και χτυπώντας τον με τις γροθιές του, του προκάλεσε κάκωση αυχένα και θλαστικό τραύμα κάτω χείλους. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, όπως κατηγορούνται, απορριπτομένου του ισχυρισμού των δύο πρώτων κατηγορουμένων ότι προέβησαν στην πράξη της σωματικής βλάβης κατά του Κ1, βρισκόμενοι σε κατάσταση άμυνας, ως αβασίμου και τούτο διότι αυτοί ήταν δύο, ο δεύτερος εκ των οποίων ουδέν έπαθε, η σφοδρότητα δε με την οποία επιτέθηκαν και χτυπούσαν τον τρίτο κατηγορούμενο παρ' ολίγον κινδύνευσε να του στοιχίσει την ζωή, αν δεν επενέβαινε ο Μ1, ο οποίος επί λέξει κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου: "Ο ...(ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ Κ1) ήταν από κάτω κι εγώ έβαλα το χέρι μου στο κεφάλι του για να μην χτυπήσει". Με τις σκέψεις αυτές, οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν για από κοινού επικίνδυνη σωματική βλάβη. Για τις πράξεις αυτές, που συνιστούν παραβάσεις, πλην άλλων, των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27 , 45, 308 παρ.1και 309 ΠΚ, επιβλήθηκε στο καθένα από τους κατηγορουμένους ποινή φυλάκισης δέκα μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία.
ΙΙ. Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκαν οι πιο πάνω δύο αναιρεσείοντες, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της αποφάσεως που διαλαμβάνονται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, από τις δύο περιεχόμενες στη διάταξη του άρθρου 309 του ΠΚ, διαζευκτικά αναφερόμενες περιπτώσεις διακινδύνευσης του παθόντος από την πράξη των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεξε εκείνη της βαριάς σωματικής βλάβη, και για την πράξη αυτή κηρύχθηκαν αυτοί ένοχοι, όπως τούτο ρητώς αναφέρεται και το διατακτικό της απόφασης. Η πλεοναστικά διαλαμβανόμενη στο τέλος του σκεπτικού αναφορά και ενώ είχε ήδη γίνει δεκτό και σε αυτό ότι, "από τα χτυπήματα δε αυτά στο κεφάλι του παθόντα μπορούσε να του προξενηθεί βαριά σωματική βλάβη", ότι η σφοδρότητα δε με την οποία επιτέθηκαν και χτυπούσαν τον παθόντα οι κατηγορούμενοι "παρ' ολίγον κινδύνευσε να του στοιχίσει την ζωή, αν δεν επενέβαινε ο Μ1", δεν ενέχει αντίφαση, καθόσον είναι προφανές ότι το Δικαστήριο δέχεται ότι τελικά, με την περιγραφόμενη στην απόφαση παρέμβαση του Μ1, δεν κινδύνευσε η ζωή του παθόντος και ότι τα πλήγματα που αυτός δέχθηκε, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, μπορούσαν να προκαλέσουν στον παθόντα μόνο βαριά σωματική αυτού βλάβη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου της κοινής αιτήσεως των αναιρεσειόντων, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο από το άρθρο 22 ΠΚ περί αμύνης ισχυρισμός, η συνδρομή των προϋποθέσεων του οποίου αποτελεί λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, υπό την προϋπόθεση ότι ο ισχυρισμός αυτός έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι κατηγορούμενοι, δια του συνηγόρου τους κατέθεσαν εγγράφως και ανέπτυξαν προφορικώς τον ισχυρισμό ότι, όπως κατά λέξη αναφέρουν, "... στην πράξη της σωματικής βλάβης του Κ1 προέβησαν κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματος και συγκεκριμένα ευρισκόμενοι σε κατάσταση άμυνας, κατ' άρθρο 22 Π.Κ., καθόσον αρχικά ο Κ1 επιτέθηκε απρόκλητα εναντίον του Χ1 καταφέροντάς του χτυπήματα στο πρόσωπο με τις γροθιές του και αυτός προσπάθησε να αμυνθεί επίσης με τα χέρια του, όπως θα έκανε και ο καθένας στη θέση του, βλέποντας δε ο Χ2 την επίθεση του Κ1 εναντίον του πατέρα του και στη συνέχεια εναντίον του ιδίου, αμύνθηκε και αυτός για να υπερασπιστεί τον εαυτό του και τον πατέρα του από τις άδικες επιθέσεις που δέχθηκαν αυτοί από τον Κ1 στη συμπλοκή δε που ακολούθησε και κυρίως από την πτώση όλων στις σκάλες της εισόδου της οικοδομής κ.λ.π., προκλήθηκαν σε όλους και φυσικά και στον Κ1, απλές σωματικές βλάβες...". Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε αιτιολογημένα το Τριμελές Εφετείο με την πιο πάνω απόφασή του, αφού, κατά την περί ενοχής αιτιολογία της αποφάσεως, δεν δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες, προκειμένου να στηρίξουν τον περί αμύνης ισχυρισμό τους. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι αρχικά ο Κ1 επιτέθηκε απρόκλητα εναντίον του Χ1, αλλά, αντιθέτως, ότι οι αναιρεσείοντες ήταν εκείνοι οι οποίοι ενεργώντας από κοινού και με πρόθεση επιτέθηκαν πρώτοι εναντίον του παθόντος με γροθιές και λακτίσματα και του προκάλεσαν τις αναφερόμενες στην απόφαση σωματικές βλάβες. Προς ενίσχυση δε της παραδοχής αυτής το Δικαστήριο διέλαβε και τις περαιτέρω αιτιολογίες ότι οι αναιρεσείοντες δεν βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας "διότι αυτοί ήταν δύο, ο δεύτερος εκ των οποίων ουδέν έπαθε, η σφοδρότητα δε με την οποία επιτέθηκαν και, χτυπούσαν τον τρίτο κατηγορούμενο παρ' ολίγον κινδύνευσε να του στοιχίσει την ζωή, αν δεν επενέβαινε ο Μ1... ", προκειμένου να καταδείξει ότι οι αναιρεσείοντες, που ήσαν δύο έναντι ενός, ήταν οι επιτιθέμενοι και μάλιστα ο ένας εξ αυτών ουδέν έπαθε, γεγονός που δεν δικαιολογεί τη βασιμότητα του ισχυρισμού τους ότι ενήργησαν αμυνόμενοι. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικός κοινός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής του περί αμύνης αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
IV. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 186, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 76/19-12-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως και τους από 22/4/2009 προσθέτους αυτής λόγους, των 1) Χ1και 2) Χ2, κατοίκων ..., για αναίρεση της 2597/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συναυτουργία. Είναι απαραίτητο να καθορίζεται ποια από τις δύο ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο, διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτοτελής ισχυρισμός περί αμύνης. Λόγοι αναίρεσης και πρόσθετος λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης και αιτιολογίας. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Συναυτουργία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1437/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 1106-1107/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, και στο από 22 Απριλίου 2009 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 17/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στην οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ , υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη, πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει, όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτά. Στην προκειμένη υπόθεση ο αναιρεσείων με τον περιεχόμενο στο κυρίως δικόγραφο της αιτήσεως λόγο αναιρέσεως, της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι δεν αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης, ούτε στην έκθεση των αποδεικτικών μέσων, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε και τις εξής εκθέσεις, που αναφέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώστηκαν: "9. Οι με αριθμ. πρωτ. ..., ... εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (εκθέσεις τοξικολογικής εξέτασης δειγμάτων" της Χημικού κ. ... ...". Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, καθώς και από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προς διερεύνηση της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι οι με αριθμούς πρωτ. ... και ... "εκθέσεις εξέτασης", που αναγνώστηκαν (με αριθμό 9 στον πίνακα των αναγνωσθέντων εγγράφων), αφορούν τοξικολογικές εξετάσεις δειγμάτων της Χημικού κ. ..., που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελιών με αριθμούς πρωτ. ... και .. της Υπ/νσης Δίωξης Ναρκωτικών ... . Από τις εκθέσεις αυτές προκύπτει ότι οι ποσότητες ουσιών που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, για την κατοχή και μεταφορά των οποίων κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, είναι πράγματι ναρκωτικές ουσίες (ηρωίνη και ινδική κάνναβη, αντίστοιχα), όπως ακριβώς δέχθηκε και το Δικαστήριο. Επομένως, ανεξαρτήτως του, αν οι πιο πάνω εκθέσεις αποτελούν το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 178 στοιχ. γ' του ΚΠΔ ως "πραγματογνωμοσύνη", και όχι απλά έγγραφα, (βλ. ΑΠ 2034/2008, ΑΠ 2069/08), σε κάθε περίπτωση ανενδοιάστως προκύπτει ότι οι συγκεκριμένες εκθέσεις συνεκτιμήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο. Κατ' ακολουθία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των παρ.1 και 4 του άρθρου 27 του ΚΝΝ 3459/2006 προκύπτει, πλην άλλων ότι, αν επιβεβαιωθεί ότι ο υπαίτιος για τις πράξεις του άρ. 20 του νόμου αυτού: α) πιθανολογείται ότι συντέλεσε με δική του πρωτοβουλία στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών ή στην ανακάλυψη και σύλληψη μεγαλέμπορου ναρκωτικών, β) δεν συντρέχει στο πρόσωπό του διακεκριμένη περίπτωση ή επιβαρυντική περίσταση κατά τα άρθρα 21 και 23 του νόμου αυτού (και 23Α, κατά την γενόμενη αντικατάσταση του εδ. β της παρ.1 του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 11 Ν.3727/2008) και γ) η επικινδυνότητα του υπαιτίου και η βαρύτητα της πράξης του είναι καταδήλως μικρότερες από την επικινδυνότητα των προσώπων, στην ανακάλυψη και σύλληψη των οποίων συντέλεσε και τη βαρύτητα των πράξεων που αυτά τέλεσαν, τότε, οι πιο πάνω όροι συνιστούν ελαφρυντική περίσταση, ενώ το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα δύο (2) έως είκοσι (20) ετών, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 99 επ. του Π.Κ. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, με την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί προβάλλονται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί (αυτοτελείς), είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου, ότι αυτός συνετέλεσε με δική του πρωτοβουλία, στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών ουσιών ή στην ανακάλυψη και σύλληψη μεγαλέμπορου ναρκωτικών και, επομένως, πρέπει να του αναγνωρισθεί ότι συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται με τη διάταξη του άρθρου 27 παρ.4 του ΚΝΝ 3459/06 (24 του ν.1729/87), ή και να διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης της ποινής. Η απόρριψη των ισχυρισμών αυτών, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση σ' ένα τέτοιο (αυτοτελή) ισχυρισμό, συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β' του Κ.Π.Δ. Όταν όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο, κατέθεσε και εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά ισχυρισμούς, στους οποίους, μεταξύ άλλων, ανέφερε και τα εξής: "Αμέσως μετά τη σύλληψή μου για τις επίδικες πράξεις αλλά και έως σήμερα με την ενεργό στάση μου συμβάλλω στην αποκάλυψη και εξάρθρωση κυκλωμάτων διακίνησης ναρκωτικών από την Ελληνική Αστυνομία. Πιο συγκεκριμένα η σύλληψή μου με έκανε να αντιληφθώ την τεράστια ποινική και ηθική κυρίως απαξία της πράξεως που είχα τελέσει. Κατανόησα πλήρως ότι η εμπλοκή μου σε τέτοιου είδους υποθέσεις με οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή και παράλληλα αποτελεί τεράστια πηγή κινδύνου για το κοινωνικό σύνολο. Αντιλήφθηκα δηλαδή όλα αυτά τα οποία έως τότε, λόγω του νεαρού της ηλικίας αλλά και της ψευδαίσθησης που μου είχε δημιουργήσει ο εγκέφαλος της ιστορίας, δεν είχα αξιολογήσει. Έκτοτε έλαβα την απόφαση να σταθώ και εγώ απέναντι σε όλη αυτή την υπόθεση της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και με δική μου πρωτοβουλία, πολλές φορές και με κίνδυνο της προσωπικής μου ακεραιότητας να συμβάλλω στη δραστική αντιμετώπιση του από την Ελληνική Αστυνομία, ως σαφή και έμπρακτη απόδειξη της ειλικρινούς μου μεταμέλειας. Έτσι, μετά τη σύλληψή μου αλλά και μετά την καταδίκη μου συνέβαλα, σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, στην ανακάλυψη των αναφερόμενων από αυτόν περιπτώσεων και στην εξάρθρωση κυκλωμάτων διακίνησης ναρκωτικών, με τον εντοπισμό σημαντικότατων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών. Οι υποθέσεις αυτές κρίνονται από τα ίδια τα αστυνομικά όργανα ως σημαντικές, η δε συμβολή μου υπήρξε αποφασιστική στην εξιχνίαση τους. Πρέπει μάλιστα να συνεκτιμηθεί το γεγονός ότι η συμπεριφορά μου αυτή εκδηλώνεται καθ' ο χρόνο βρίσκομαι κρατούμενος στη φυλακή, δηλαδή σε περιβάλλον επικίνδυνο στο οποίο τέτοιου είδους συμπεριφορές εάν ανακαλυφθούν οδηγούν στη φυσική εξόντωση. Παρά ταύτα η βούληση μου είναι να σταθώ, με οποιοδήποτε κόστος, απέναντι σε όλη αυτή την ιστορία, ως στάση ζωής και διαφορετικής θεώρησης των πραγμάτων. Θα πρέπει συνεπώς το Δικαστήριο Σας, αξιολογώντας όλα τα παραπάνω, τα οποία προκύπτουν από την ακροαματική διαδικασία, κρίνοντας με επιείκεια την υπόθεση μου και λαμβάνοντας υπόψη και το νεαρό της ηλικίας μου να αναγνωρίσει ότι στο πρόσωπο μου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 27 ν. 3459/2006 ...". Έτσι, όμως, όπως προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός, δηλαδή χωρίς αναφορά ειδικότερων περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει, με ποιες πληροφορίες του, συνετέλεσε στην ανακάλυψη και εξάρθρωση συμμορίας ναρκωτικών και ποιάς, ή την ανακάλυψη και σύλληψη μεγαλέμπορου ναρκωτικών ουσιών και ποιού, ήταν αόριστος και απαράδεκτος.
Συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που ήταν απαράδεκτος. Ανεξαρτήτως, όμως αυτού, το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, εκ περισσού, απάντησε στον ισχυρισμό αυτόν του κατηγορουμένου, τον οποίο και απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμο, ενώ δέχθηκε, ως βάσιμο, τον επικουρικό ισχυρισμό του να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2δ' του ΠΚ, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Τέλος, στον πρώτο κατηγορούμενο (δηλαδή στον αναιρεσείοντα), πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας διότι επεδίωξε να άρει τις συνέπειες της πράξεως του, βοηθώντας τις αρχές να εξαρθρώσουν κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών χωρίς όμως να στοιχειοθετείται το ελαφρυντικό του άρθρου 27 Ν. 3659/06, αφού δεν πληρούνται οι όροι εφαρμογής του, δεχόμενο το Δικαστήριο εν μέρει τους ως άνω ισχυρισμούς του". Το Πενταμελές Εφετείο με την αναφορά του ότι δεν πληρούνται οι όροι εφαρμογής του άρθρου 27 Ν. 3659/06, εννοεί προφανώς ότι εμποδίζεται η παραδοχή του ως άνω ισχυρισμού και η χορήγηση των αιτηθεισών ελαφρυντικών περιστάσεων από το γεγονός ότι συντρέχουν εν προκειμένω στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, όπως το άρθρο 8 αντικ. με το άρθρο 5 § 1 του Ν. 3.189/2003, περί της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων κατοχής κατά συρροή και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, από μη τοξικομανή δράστη, όπως το Δικαστήριο δέχθηκε με τις αμέσως προηγούμενες σκέψεις του στην αυτή απόφασή του. Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του προαναφερόμενου αυτοτελούς ισχυρισμού και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 24 του Ν. 1729/1987 ή εκείνης του άρθρου 27 § 4 του Ν. 3459/2006. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., δεύτερος λόγος αναιρέσεως, του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής αποφάσεως του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ. ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, ενώ η μεταφορά πραγματώνεται με τη μετακίνηση των ναρκωτικών από ένα τόπο σε άλλο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου (άρθρο 23 ΚΝΝ 3459/2006), ο δράστης των παραπάνω τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή από 1.000.0000 δρχ. μέχρι 200.000.000 δρχ. (ήδη 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, αντίστοιχα), αν, εκτός των άλλων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή συνήθεια. Η έννοια της κατ' επάγγελμα ή συνήθεια τελέσεως της πράξεως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ του ΠΚ, κατά την οποία κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Η κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών με τις επιβαρυντικές πιο πάνω περιπτώσεις της κατ' επάγγελμα ή συνήθεια τελέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στις περιστάσεις αυτές. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν αρκεί να αναφέρονται τα τυπικά στοιχεία των νομικών διατάξεων που τις προβλέπουν, αλλά απαιτείται επί πλέον η αναφορά πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν στις παραπάνω έννοιες των επιβαρυντικών περιστάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "... Στη Διεύθυνση Ασφαλείας ... (Υποδιεύθυνση Τμήματος δίωξης ναρκωτικών) ύστερα από ανώνυμες τηλεφωνικές καταγγελίες περιήλθαν πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος Χ1, Αλβανός υπήκοος καθώς και ο ομοεθνής του ΑΑ, αγνώστων λοιπών στοιχείων, διακινούσαν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών με το ... ΕΙΧ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου των κατηγορουμένων, στην περιοχή ... . Στις 18.10.2004 και περί ώρα 15.00, αφού εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν είναι τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 1729/1987 (βλ. από 19.10.2002 δύο ιατροδικαστικές εκθέσεις του ειδικού ιατροδικαστή επίκουρου καθηγητής του Α.Π.Θ. ...), τέθηκε υπό παρακολούθηση από αστυνομικούς του άνω Τμήματος, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ΒΒ. Ο άνω κατηγορούμενος και ο δεύτερος επιβιβάστηκαν του παραπάνω αυτοκινήτου και κατευθύνθηκαν από την επί της οδού ... αριθμ. ... στην ... οικία του πρώτου στην περιοχή της παραλιακής λεωφόρου στην ... και συγκεκριμένα σε πάρκο που βρίσκεται στο ύψος του αριθμού ... της οδού ... . Αφού εξήλθαν από το αυτοκίνητο κατευθύνθηκαν οι εν λόγω κατηγορούμενοι στην παραλιακή οδό πραγματοποιώντας ο πρώτος τούτων τηλεφωνικές επικοινωνίες με τρίτους μέσω του κινητού τηλεφώνου του. Στη συνέχεια μόνο ο πρώτος κατηγορούμενος κατευθύνθηκε στο άνω αυτοκίνητο από το οποίο πήρε μία "σακούλα" και επέστρεψε στο παραπάνω πάρκο καθήμενος σε ένα παγκάκι αυτού, ενώ ο δεύτερος παρέμεινε στην αρχική του θέση, σε απόσταση περί τα εκατό (100) μέτρα από αυτόν. Περί ώρα 16.10 μ.μ. σε νομότυπη σωματική έρευνα που διενεργήθηκε από τα παραπάνω αστυνομικά όργανα στον πρώτο κατηγορούμενο κατελήφθη αυτός να έχει στη φυσική του εξουσίαση και να μπορεί πραγματικά να διαθέσει κατά τη βούληση του ποσότητα ηρωίνης, συνολικού βάρους 1064 γραμμαρίων, διαμοιρασμένη σε δύο αυτοτελείς συσκευασίες, βάρους 536 και 528 γραμμαρίων, αντίστοιχα, τοποθετημένες στην άνω πλαστική σακούλα που είχε τοποθετήσει και μεταφέρει με το παραπάνω όχημα του, η οποία και κατασχέθηκε (βλ. από 18.10.2004 έκθεση κατάσχεσης). Την ίδια ημέρα (18.10.2004) σε νομότυπη έρευνα που διενεργήθηκε στο επί της οδού ... αριθμ. ... μίσθιο διαμέρισμά του πρώτου κατηγορούμενου, ο οποίος το είχε μισθώσει και για λογαριασμό του Αλβανού υπηκόου ΑΑ, αγνώστων λοιπών στοιχείων, βρέθηκε και κατασχέθηκε ποσότητα ινδικής κάνναβης, συνολικού βάρους 52 κιλών και 982 γραμμαρίων διαμοιρασμένη σε 106 αυτοτελείς συσκευασίες και ποσότητα ηρωίνης συνολικού βάρους 1 κιλού και 32 γραμμαρίων διαμοιρασμένη σε δύο αυτοτελείς συσκευασίες, βάρους 536 και 528 γραμμαρίων, αντίστοιχα (βλ. από 18.10.2004 έκθεση κατάσχεσης). Οι ως άνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών που βρέθηκαν στην μίσθια οικία του πρώτου κατηγορουμένου και του ΑΑ ανήκαν στην κατοχή αμφοτέρων οι οποίοι μπορούσαν να διαθέσουν αυτές κατά βούλησή τους. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την σαφέστατη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ΒΒ και τα αναγνωσθέντα έγγραφα (από 22-7-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, εκθέσεις κατασχέσεων, ιατροδικαστικές εκθέσεις κ.α.), καθίσταται αδιαμφισβήτητο ότι ο πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε τις ως άνω αξιόποινες πράξεις τις οποίες και ομολογεί, ήτοι της κατοχής από κοινού (με τον ΑΑ) των ως άνω ναρκωτικών ουσιών και μεταφοράς αυτών, για τις οποίες και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και δη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων αυτών, υποδομή που καταδεικνύεται από την συνεργασία του με τον ομοεθνή του ΑΑ, την διακίνηση όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα (22-7-2003 έως 18-10-2004) σημαντικότατων ποσοτήτων ηρωίνης και ινδικής κάνναβης, με μοναδικό σκοπό την αποκόμιση παρανόμου εισοδήματος, την κατοχή κατά τον χρόνο της σύλληψής του της εξαιρετικά σημαντικής ποσότητα των 52.892 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης και των 2.096 γραμμαρίων ηρωίνης, την διαμοίραση των ως άνω ποσοτήτων σε μικρότερες αυτοτελείς συσκευασίες, έτοιμες δηλαδή προς άμεση περαιτέρω διάθεση, την μίσθωση διαμερίσματος στην οδό ..., που χρησιμοποιείτο ως χώρος απόκρυψης των ναρκωτικών, προκύπτει, αφενός σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή του για την τέλεση των ως άνω πράξεων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του... Τέλος στον πρώτο κατηγορούμενο πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετανοίας διότι επεδίωξε να άρει τις συνέπειες της πράξεως του, βοηθώντας τις αρχές να εξαρθρώσουν κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών χωρίς όμως να στοιχειοθετείται το ελαφρυντικό του άρθρου 27 Ν. 3659/06, αφού δεν πληρούνται οι όροι εφαρμογής του, δεχόμενο το Δικαστήριο εν μέρει τους άνω ισχυρισμούς του". Με τις σκέψεις δε αυτές το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα Χ1, του ότι χωρίς να είναι τοξικομανής, από κοινού με τον Αλβανό υπήκοο ΑΑ, τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής κατά συρροή ναρκωτικών ουσιών κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και κατά μόνας της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 εδ. δ' του ΠΚ, και του καταγνώσθηκε ποινή καθείρξεως δεκαεννέα (19) ετών και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων εγκλημάτων της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 94 του ΠΚ και των άρθρων 4 §§ 1 & 3 Πίνακας Α' αριθ. 5 & 6, 5 § 1 περ. β'& ζ' και 8 του Ν. 1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και όπως το άρθρο 8 αντικ. με το άρθρο 5 § 1 του Ν. 3.189/2003, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έγινε δεκτή στην προκειμένη περίπτωση η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1 των επιβαρυντικών περιστάσεων της τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων κατοχής κατά συρροή και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από δράστη που δεν ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο τοξικομανής, αφού στηρίζονται οι ως άνω επιβαρυντικές περιστάσεις, τόσο στην επανειλημμένη (κατά συρροή) τέλεση της πράξεως κατοχής ναρκωτικών ουσιών, από την οποία προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή του προς διάπραξη των εγκλημάτων αυτών, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, όσο και στην υποδομή που είχε διαμορφώσει ο ίδιος με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων κατοχής κατά συρροή και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών προς το σκοπό πορισμού εισοδήματος. Η υποδομή δε αυτή καταδεικνύεται, κατά τις παραδοχές της απόφασης, από τη συνεργασία του με τον ομοεθνή του, ΑΑ τη διακίνηση κατά το από 22-7-2003 έως 18-10-2004 χρονικό διάστημα σημαντικότατων ποσοτήτων ηρωίνης και ινδικής κάνναβης, με μοναδικό σκοπό την αποκόμιση παρανόμου εισοδήματος, την κατοχή κατά το χρόνο της σύλληψής του, της εξαιρετικά σημαντικής ποσότητας των 52.892 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης και 2.096 γραμμαρίων ηρωίνης, τη διαμοίραση των ως άνω ποσοτήτων σε μικρότερες αυτοτελείς συσκευασίες, έτοιμες δηλαδή προς άμεση περαιτέρω διάθεση και τη μίσθωση διαμερίσματος στην οδό ..., που χρησιμοποιείτο ως χώρος απόκρυψης των ναρκωτικών. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή των πιο πάνω επιβαρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 504 παρ. 3, 492, 373, 310 παρ. 2, 463 και 476 ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι, κατά του μέρους της ποινικής αποφάσεως σχετικά με την απόδοση ή τη δήμευση των κατασχεθέντων κατά την προδικασία πραγμάτων, επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως στον κατηγορούμενο, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον τρίτο, του οποίου τις αξιώσεις επί των κατασχεθέντων έκρινε η απόφαση. Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 37 παρ.1 ΚΝΝ 3459/06 (19 παρ. 1 του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του Ν. 2161/1993), ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση καταδίκης για παράβαση των άρθρων 20 έως και 24 το δικαστήριο, με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου, διατάσσει τη δήμευση όλων των πραγμάτων, τα οποία προήλθαν από την πράξη, του τιμήματός τους, των κινητών και ακινήτων που αποκτήθηκαν με το τίμημα αυτό, καθώς και των μεταφορικών μέσων και όλων των αντικειμένων, τα οποία χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την τέλεση της πράξης, είτε αυτά ανήκουν στον αυτουργό είτε σε οποιονδήποτε από τους συμμέτοχους ή ακόμα και σε τρίτους που δεν συμμετείχαν στο έγκλημα, εφόσον γνώριζαν ότι τα αντικείμενα αυτά προορίζονταν για την τέλεση του εγκλήματος. Δήμευση μπορεί να διαταχθεί από το αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 76 Π.Κ. ακόμη και όταν για την πράξη που έχει τελεστεί δεν καταδικάσθηκε ορισμένο πρόσωπο. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ρυθμίσεις της Σύμβασης Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών που κυρώθηκε με το ν. 1990/1991 (ΦΕΚ 193 Α) και ιδίως εκείνες του άρθρου 5 αυτής αναφορικά με τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων". Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, απαιτείται να περιλαμβάνει, στην περίπτωση που διατάσσεται με την απόφαση η δήμευση των κατασχεθέντων, και τις σκέψεις με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, με αναφορά στη συγκεκριμένη διάταξη νόμου που την προβλέπει, ότι συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση για να δημευθούν τα κατασχεθέντα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1106-1107/2008 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως αποδεικτικών μέσων, αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και για την πράξη της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, την οποία δέχθηκε ότι τέλεσε αυτός χωρίς να είναι τοξικομανής, ήτοι για πράξη περιλαμβανόμενη στο άρθρο 5 του Ν. 1729/1987 (άρθρο 20 παρ.1 ζ ΚΝΝ), και αφού τον καταδίκασε γι' αυτή σε ποινή καθείρξεως 19 ετών και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ, διέταξε περαιτέρω τη δήμευση των κατασχεθέντων κατά την προδικασία ακόλουθων αντικειμένων: α) Το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. με αριθμό πλαισίου ... και αριθμό κινητήρα ... με χώρα έκδοσης της αδείας Ελλάδα, εργοστάσιο κατασκευής Β.Μ.W. μοντέλο 318, χρώματος μολυβί, αυτοκίνητο, β) Το κινητό τηλέφωνο τύπου ΝΟΚΙΑ, γ) Το από 22-7-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, δ) Τα από 10/10/2003 και 12/2/2004 τιμολόγια Δ.Ε.Η., ε) Το από 22-7-2003 τιμολόγιο Δ.Ε.Η., στ) Δύο έγγραφα λογαριασμών μηνών Μάιος-Απρίλιος 2004 και Μάιος-Ιούνιος 2004, ζ) Την από 10/3/2004 απόδειξη ενοικίου, η) Την από 13.9.2004 απόδειξη ενοικίου, και θ) Το κινητό τηλέφωνο τύπου SAMSUNG. Το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι πρέπει να διαταχθεί η δήμευση των πιο πάνω αντικειμένων, "όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας", αφού προηγουμένως, με τις διαλαμβανόμενες στο περί ενοχής σκεπτικό της απόφασης, δέχθηκε ότι όλα τα πιο πάνω αντικείμενα, χρησίμευσαν στην τέλεση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, και επομένως συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρ. 37 παρ.1 ΚΝΝ 3459/06 (άρ.19 του ν.1729/87) για τη δήμευσή τους ( ενώ, μαζί με τις διατάξεις που προβλέπουν το αξιόποινο των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων παρατίθεται και η σχετική με τη δήμευση διάταξη του άρ. 19 του ν.1729/87). Ειδικότερα, ως προς τη δήμευση του ΕΙΧ αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας ..., το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο στο σκεπτικό της περί ενοχής αποφάσεως, όσο και στο διατακτικό, αφού γίνεται ειδική αναφορά ότι το αυτοκίνητο αυτό χρησίμευσε στην τέλεση των πιο πάνω πράξεων και ανήκε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, αυτουργού των πράξεων αυτών. Συγκεκριμένα στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος Χ1, καθώς και ο ομοεθνής του ΑΑ, "διακινούσαν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών με το ... ΕΙΧ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου των κατηγορουμένων, στην περιοχή ..." και ότι "ποσότητα ηρωίνης, συνολικού βάρους 1064 γραμμαρίων, διαμοιρασμένη σε δύο αυτοτελείς συσκευασίες, βάρους 536 και 528 γραμμαρίων αντίστοιχα", που ήταν τοποθετημένες σε πλαστική σακούλα "που είχε τοποθετήσει και μεταφέρει με το παραπάνω όχημα του, η οποία και κατασχέθηκε (βλ. από 18.10.2004 έκθεση κατάσχεσης)". Επίσης, όπως προκύπτει από τις διαλαμβανόμενες παραδοχές στο σκεπτικό της περί ενοχής αποφάσεως, γίνεται δεκτό, ότι ο αναιρεσείων, κατά τη διακίνηση και μεταφορά των αναφερομένων σε αυτό ναρκωτικών ουσιών, πραγματοποίησε "τηλεφωνικές επικοινωνίες με τρίτους μέσω του κινητού τηλεφώνου του" και προφανώς τα δημευθέντα κινητά τηλέφωνα, στην κατοχή του οποίου βρέθηκαν, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και ειδικότερα από τις εκθέσεις κατασχέσεως των αντικειμένων αυτών, χρησιμοποιήθηκαν από αυτόν κατά την τέλεση των πιο πάνω πράξεων. Τέλος το από 22-7-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, τα από 10/10/2003, 12/2/2004 και 22-7-2003 τιμολόγια Δ.Ε.Η., τα δύο έγγραφα λογαριασμών μηνών Μάιος-Απρίλιος 2004 και Μάιος-Ιούνιος 2004, και οι από 10/3/2004 και 13.9.2004 αποδείξεις ενοικίου, αφορούν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πιο πάνω εγγράφων, το αναφερόμενο στο σκεπτικό της απόφασης "επί της οδού ... αριθμ. ... μίσθιο διαμέρισμα του πρώτου κατηγορούμενου, ο οποίος το είχε μισθώσει και για λογαριασμό του Αλβανού υπηκόου ΑΑ, αγνώστων λοιπών στοιχείων ...", διαμέρισμα το οποίο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, "χρησιμοποιείτο ως χώρος απόκρυψης των ναρκωτικών". Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με προβαλλόμενες αιτιάσεις, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τη δήμευση των πιο πάνω αντικειμένων, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2008 αίτηση - δήλωση (αρ. πρωτ. ...) και τους από 22/4/2009 προσθέτους αυτής λόγους του Χ1, ήδη κρατουμένου στο Κ.Φ. Κέρκυρας, για αναίρεση της 1106-1107/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στα διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Κατοχή κατά συν-αυτουργία και μεταφορά. Επιβαρυντικές περιπτώσεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των εγκλημάτων. Πραγματογνωμοσύνη ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, Αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο. Τοξικολογική εξέταση δειγμάτων, ανεξάρτητα αν αποτελεί έγγραφο ή πραγματογνωμοσύνη, προκύπτει ότι έχει ληφθεί υπόψη. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις επιβαρυντικές περιπτώσεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Αυτοτελής ισχυρισμός από το άρθρο 27 του ΚΝΝ 3459/2006 (ότι συντέλεσε ο δράστης με δική του πρωτοβουλία στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών ή στην ανακάλυψη και σύλληψη μεγαλέμπορου ναρκωτικών). Προϋποθέσεις. Πότε είναι ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις επιβαρυντικές περιπτώσεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Δήμευση αντικειμένων. Αιτιολογία αποφάσεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη, Συναυτουργία.
| 0
|
Αριθμός 1435/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, για αναίρεση της 1203/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μαραγκό.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 16 Φεβρουαρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1282/2008.
Αφού άκουσε
Τον αυτοπροσώπως παραστάντα αναιρεσείοντα (καθ' ό δικηγόρος) και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331 παρ.2, 333, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, σε έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, γιατί έτσι ο κατηγορούμενος στερείται του υπερασπιστικού δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το έγγραφο αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του, στήριξε την περί ενοχής κρίση του, κατά του κατηγορουμένου, και ήδη αναιρεσείοντος, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και στα μνημονευόμενα στο σκεπτικό της αποφάσεως έγγραφα, μεταξύ άλλων δε εκτός από την από 2261999 ένδικη έγκληση και "σε σωρεία άλλων εγκλήσεων, υπέρ της δώδεκα τον αριθμό, για διάφορες άλλες πράξεις, για τις οποίες, όπως κατέθεσε η εγκαλούσα, έχει απαλλαγεί", χωρίς όμως να προκύπτει, ότι αναγνώσθηκαν τα έγγραφα αυτά, ούτε και συνάγεται η ανάγνωσή τους από άλλα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας. Έτσι, όμως, εξ' αυτού του λόγου, προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το βάσιμο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως των προσθέτων λόγων. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (ενώ παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως), και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 του Κ.Π.Δ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 1203/5-5-2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για συκοφαντική δυσφήμηση, με την επίκληση του λόγου της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. Δ΄, 510 παρ. 1 περ. Α΄ του ΚΠΔ). Έλαβε υπόψη του έγγραφα τα οποία δεν αναγνώσθηκαν. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
Αριθμός 1434/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ - Ιωάννη Βουράκη περί αναιρέσεως της 2503/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1200/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 27 επ., 43, 49 σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 57 επ. 246 επ. 250 και 321 του Κ.Π.Δ, συνάγεται ότι το δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται μόνο για την πράξη, για την οποία ασκήθηκε από τον εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε και για κάποια άλλη, έστω και συναφή, αλλιώς παράγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. β' του Κ.Π.Δ, λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας, που υπάρχει και όταν η πράξη για την οποία διώχθηκε και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος είναι διαφορετική κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τελέσεως, από εκείνη για την οποία καταδικάσθηκε αυτός. Τέτοια ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα, σύμφωνα με τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον τρόπο τελέσεως της πράξεως, καθώς και όταν τόσο το πρωτοβάθμιο, όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με βάση τα ίδια πορίσματα δέχεται τον ένα από τους περισσότερους, υπαλλακτικώς διατυπούμενους στο νόμο, τρόπους τελέσεως του αδικήματος, ο οποίος είναι διαφορετικός από εκείνο που αναφερόταν στο κλητήριο θέσπισμα και για το οποίο είχε παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος σε δίκη, ενώ, όπως προκύπτει από το άρθρο 235 του Π.Κ., όπως το άρθρο αυτό, αντικαταστάθηκε από το άρθρο δεύτερο του ν. 2802/2000, το έγκλημα της δωροδοκίας είναι υπαλλακτικώς μικτό, με την έννοια ότι οι περισσότεροι τρόποι πραγματώσεώς του, οι οποίοι ορίζονται στο νόμο και είναι α) η απαίτηση του ωφελήματος, β) η αποδοχή του και γ) η αποδοχή υπόσχεσης για την παροχή του, μπορούν να εναλλαχθούν και σε περίπτωση συνδρομής περισσοτέρων εξ' αυτών πραγματώνεται ένα και μόνο έγκλημα. Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας Χ, ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 και 235 του Π.Κ., όπως το δεύτερο αντικ. από το δεύτερο άρθρο του ν. 802/2000). Στη συνέχεια, αυτή παραπέμφθηκε με απ' ευθείας κλήση στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για την ως άνω πράξη, η οποία σύμφωνα με το από 30-3-2004 κλητήριο θέσπισμα που της κοινοποιήθηκε, συνίστατο στο ότι: "Στην ..., στις 26 Μαρτίου 2004 και κατά το μήνα Ιούνιο 2003, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας υπάλληλος, κατά παράβαση των καθηκόντων της, ζήτησε και έλαβε άμεσα για τον εαυτό της ωφελήματα οποιασδήποτε φύσεως και δέχθηκε υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια που ανάγεται στα καθήκοντά της. Συγκεκριμένα όντας υπάλληλος τη Διεύθυνσης Υγείας της Νομαρχίας ... και αρμόδια για το χειρισμό θεμάτων εκδόσεως αδειών λειτουργίας εργαστηρίων οδοντοτεχνιτών, εκμεταλλευόμενη την ιδιότητα της αυτή, ζήτησε από την εγκαλούσα Ψ, οδοντοτεχνίτη, η οποία είχε υποβάλει στην ανωτέρω υπηρεσία αίτηση για την έκδοση αδείας λειτουργίας εργαστηρίου της στην οδό ... αρ. ... το χρηματικό ποσό των 500,00 ευρώ, προκειμένου να φροντίσει για την άρση των κωλυμάτων που προέκυψαν αναφορικά με την ανωτέρω αίτηση της και για τη μεσολάβηση της στην επιτροπή χορήγησης των σχετικών αδειών. Στις 26-3-2004 η κατηγορουμένη έλαβε από την εγκαλούσα Ψ και για τον ανωτέρω σκοπό, το χρηματικό ποσό των 250,00 ευρώ και παρέδωσε σε αυτή την εν λόγω άδεια λειτουργίας του εργαστηρίου της, χωρίς, όμως, προηγουμένως να προηγηθεί ο απαιτούμενος νόμιμος έλεγχος αυτού, προβαίνοντας έτσι σε ενέργεια που ανάγεται στα καθήκοντα της και ενεργώντας κατά παράβαση αυτών. Προσέτι κατά το μήνα Ιούνιο 2003, ενεργώντας ως γραμματέας της επιτροπής χορήγησης αδειών άσκησης του επαγγέλματος του οδοντοτεχνίτη, ζήτησε από τον ΑΑ, ο οποίος είχε υποβάλει αίτηση στην ανωτέρω υπηρεσία Διεύθυνση Υγιεινής της Νομαρχίας ... για συμμετοχή του στις εξετάσεις που διενεργούνται από αυτή, το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ, προκειμένου να μεσολαβήσει στην επιτροπή και να του χορηγηθεί η απαιτούμενη άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του οδοντοτεχνίτη, ενεργώντας έτσι κατά παράβαση των καθηκόντων της. Για παράβαση των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98, 235 Ποινικού Κωδικός, ως το άρθρο 235 αντικ. με άρθρο δεύτερο του Ν. 2802/2000". Στη συνέχεια, η κατηγορουμένη, και ήδη αναιρεσείουσα, καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμό 37001/25-5-2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και για τις δυο μερικότερες πράξεις της παθητικής δωροδοκίας, οι οποίες σύμφωνα με τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας, συνίσταντο στα εξής: "Στην ... και κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος, κατά παράβαση των καθηκόντων της, απαίτησε για τον εαυτό της ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης προκειμένου να προβεί σε ενέργεια η οποία αντίκειται στα καθήκοντά της. Συγκεκριμένα: Α) στον παραπάνω τόπο στις 8-3-2004 και στις 9-3-2004, ενώ ήταν υπάλληλος της Διεύθυνσης Υγείας της Νομαρχίας ... και γραμματέας της συσταθείσης με την υπ'αριθμόν 5118/5-1-2003 απόφαση του Νομάρχη ... Τριμελούς Επιτροπής Ελέγχου της τήρησης των απαιτούμενων από το νόμο προδιαγραφών για την ίδρυση και λειτουργία οδοντοτεχνικών εργαστηρίων στην περιφέρεια της Νομαρχίας ... και στα καθήκοντα της ως γραμματέα της παραπάνω επιτροπής, ανάγονταν η συγκέντρωση των υποβαλλόμενων από τους αιτούντες την έκδοση των σχετικών αδειών δικαιολογητικών, ο καθορισμός, σε συνεννόηση, με τα μέλη της επιτροπής και τους αιτούντες, των χρονολογιών διενέργειας των επιθεωρήσεων των υπό αδειοδότηση οδοντοτεχνικών εργαστηρίων ως προς τα αν πληρούν ή όχι τις απαιτούμενες από το νόμο για την ίδρυση και λειτουργία τους προδιαγραφές και η υποβολή των σχετικών εκθέσεων επιθεωρήσεως μετά των λοιπών δικαιολογητικών και δικής της εισηγήσεως περί χορηγήσεως ή μη της αδείας στον αρμόδιο για την έκδοση της Βοηθό Νομάρχη, απαίτησε από την εγκαλούσα Ψ, οδοντοτεχνίτη, η οποία στις 12-2-2004 είχε υποβάλει στη Διεύθυνση Υγείας της Νομαρχίας ... την από 12-2-2004 αίτηση να της χορηγηθεί άδεια λειτουργίας οδοντοτεχνικού εργαστηρίου σε ακίνητο κείμενο στην ... στη συνοικία ... επί της οδού ... αριθμός ..., καταχωρηθείσα στο πρωτόκολλο υπ'αύξοντα αριθμό ..., σε δύο τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, τις οποίες με δική της πρωτοβουλία κατά τις παραπάνω χρονολογίες είχε μαζί της, να της καταβάλει χρηματικό ποσό, τον προσδιορισμό του οποίου άφησε στην έμφρονα κρίση της, προκειμένου να μεριμνήσει ώστε η άδεια λειτουργίας του παραπάνω οδοντοτεχνικού εργαστηρίου της να εκδοθεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς να προηγηθεί επιτόπου επιθεώρηση του από την παραπάνω επιτροπή προς διαπίστωση της τηρήσεως ή μη των απαιτούμενων από το νόμο προδιαγραφών ίδρυσης και λειτουργίας του ... έως ... ακολούθως δε την 26-3-2005 και περί ώρα 10.20 η κατηγορουμένη σε συνάντησή της με την εγκαλούσα στην είσοδο του καταστήματος της Νομαρχίας ... επί της λεωφόρου ..., την οποία με δική της πρωτοβουλία είχε από τηλεφώνου προηγουμένως καθορίσει, προσδιόρισε το χρηματικό ποσό την καταβολή του οποίον είχε απαιτήσει από την εγκαλούσα ως δώρο για την έκδοση της αδείας σε 500 ευρώ και της ζήτησε να συναντηθούν ξανά το μεσημέρι της ίδιας ημέρας στο ίδιο μέρος προκειμένου αυτή μεν να της παραδώσει την άδεια, εκείνη δε να της καταβάλει το συμφωνηθέν χρηματικό ποσό των 500 ευρώ, συνάντηση η οποία τελικά πραγματοποιήθηκε την 14.30 ώρα της ίδιας ημέρας 26-3-2005 στη συμβολή των οδών ... και ... και κατά την οποία η κατηγορουμένη κατελήφθη από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων, στα οποία η εγκαλούσα είχε από τις 20-3-2004 προσφύγει, να παραδίδει στην εγκαλούσα την υπ'αριθμόν ... άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του πιο πάνω οδοντοτεχνικού εργαστηρίου της και να λαμβάνει από αυτήν το ήμισυ του αρχικά συμφωνημένου ποσού των 500 ευρώ, ήτοι το ποσό των 250 ευρώ σε χαρτονομίσματα προσημειωμένα από τα αστυνομικά όργανα, τα οποία κατά την έρευνα που επακολούθησε βρέθηκαν μέσα στην τσάντα της και Β) Στον ίδιο πιο πάνω τόπο τον Ιούνιο τον 2003, ενεργώντας ως γραμματέας της επιτροπής χορήγησης αδειών άσκησης του επαγγέλματος του οδοντοτεχνίτη, απαίτησε από τον ΑΑ, ο οποίος είχε υποβάλει στην ίδια πιο πάνω Διεύθυνση Υγείας της νομαρχίας ... αίτηση να συμμετάσχει στις προβλεπόμενες από το νόμο εξετάσεις για να λάβει άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του οδοντοτεχνίτη, το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ προκειμένου να μεσολαβήσει στα μέλη της παραπάνω επιτροπής ώστε να του χορηγηθεί η αιτούμενη άδεια".
Μετά δε την εκ μέρους της αναιρεσείουσας άσκηση, κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εφέσεως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία αυτή κηρύχθηκε ένοχη για την μερικότερη μόνο πράξη της απαιτήσεως και λήψεως δώρου από την εγκαλούσα Ψ. Ειδικότερα, κηρύχθηκε ένοχη του ότι: "Στην ... και κατά τους κατωτέρω αναφερομένους χρόνους ενώ ήταν υπάλληλος, κατά παράβαση των καθηκόντων της, απαίτησε για τον εαυτό της ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης προκειμένου να προβεί σε ενέργεια η οποία αντίκειται στα καθήκοντά της, συγκεκριμένα: τον παραπάνω τόπο στις 8.3.2004 και στις 9.3.2004, ενώ ήταν υπάλληλος της Διεύθυνσης Υγείας της Νομαρχίας ... και γραμματέας της συσταθείσης με την υπ' αριθμόν 5118/5.1.2003 απόφαση του Νομάρχη ... Τριμελούς Επιτροπής Ελέγχου της τήρησης των απαιτουμένων από το νόμο προδιαγραφών για την ίδρυση και λειτουργία οδοντοτεχνικών εργαστηρίων στην περιφέρεια της Νομαρχίας ... και στα καθήκοντά της ως γραμματέα της παραπάνω επιτροπής, ανάγονταν η συγκέντρωση των υποβαλλόμενων από τους αιτούντες την έκδοση των σχετικών αδειών δικαιολογητικών, ο καθορισμός, σε συνεννόηση με τα μέλη της επιτροπής και τους αιτούντες, των χρονολογιών διενέργειας των επιθεωρήσεων των υπό αδειοδότηση οδοντοτεχνικών εργαστηρίων ως προς το αν πληρούν ή όχι τις απαιτούμενες από το νόμο για την ίδρυση και τη λειτουργία τους προδιαγραφές και η υποβολή των σχετικών εκθέσεων επιθεωρήσεως μετά των λοιπών δικαιολογητικών και δικής της εισηγήσεως περί χορηγήσεως ή μη της αδείας στον αρμόδιο για την έκδοση της Βοηθό Νομάρχη, απαίτησε από την εγκαλούσα Ψ, οδοντοτεχνίτη, η οποία στις 12.2.2004 είχε υποβάλει στη Διεύθυνση Υγείας της Νομαρχίας ... την από 12-2-2004 αίτηση να της χορηγηθεί άδεια λειτουργίας οδοντοτεχνικού εργαστηρίου σε ακίνητο κείμενο στην ... στη συνοικία ... επί της οδού ... αριθμός ..., καταχωρηθείσα στο πρωτόκολλο υπ'αύξοντα αριθμό ..., σε δύο τηλεφωνικές συνδιαλέξεις τις οποίες με δική της πρωτοβουλία κατά τις παραπάνω χρονολογίες είχε μαζί της να της καταβάλει χρηματικό ποσό, τον προσδιορισμό του οποίου άφησε στην έμφρονα κρίση της προκειμένου να μεριμνήσει ώστε η άδεια λειτουργίας του παραπάνω οδοντοτεχνικού εργαστηρίου της να εκδοθεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς να προηγηθεί επιτόπου επιθεώρησή του από την παραπάνω επιτροπή προς διαπίστωση της τηρήσεως ή μη των απαιτούμενων από το νόμο προδιαγραφών ίδρυσης και λειτουργίας του επικαλούμενη ότι, εξαιτίας του φόρτου εργασίας των μελών της, θα καθυστερούσαν η διενέργεια της επιτόπιας επιθεώρησής του και εντεύθεν η έκδοση της αδείας ίδρυσης και λειτουργίας του, μέριμνα την οποία η κατηγορουμένη εν συνεχεία και επέδειξε ενεργώντας κατά τρόπο αντίθετο προς τα καθήκοντά της, αφού λίγες ημέρες αργότερα και συγκεκριμένα την 17.3.2004 πέτυχε να εκδοθεί από το Βοηθό Νομάρχη ... υπέρ της εγκαλούσας η υπ' αριθμόν ... άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του παραπάνω εργαστηρίου της, χωρίς πράγματι η επιτροπή να μεταβεί επιτόπου σε αυτό προς επιθεώρηση, βάσει της σχετικής υπ' αριθμόν ... εκθέσεως επιθεωρήσεώς του, η οποία όμως, εκτός του ότι είναι ψευδής ως προς το περιεχόμενό της, αφού πράγματι επιθεώρηση δεν έγινε, είναι και ελλιπής, διότι φέρει μόνο τις υπογραφές των δύο εκ των τριών μελών της και συγκεκριμένα των ΒΒ και ΓΓ και όχι και του τρίτου μέλους της ΔΔ, παραλείποντας καταρχήν να προσδιορίσει σε συνεννόηση με τα μέλη της επιτροπής και την εγκαλούσα χρονολογία επιτόπιας επιθεώρησης του εργαστηρίου της, όπως ως γραμματέας αυτής είχε καθήκον, πείθοντας εν συνεχεία τα μέλη της επιτροπής ΒΒ και ΓΓ να υπογράψουν τη σχετική υπ' αριθμόν ... έκθεση επιθεωρήσεως του εργαστηρίου της εγκαλούσας, μολονότι η επιτροπή δεν το είχε πράγματι επιθεωρήσει, με τη διαβεβαίωση ότι το ζήτημα ήταν τυπικό, ότι η εγκαλούσα επείγετο να θέσει σε λειτουργία το εργαστήριό της και ότι σε κάθε περίπτωση η επιθεώρηση μπορούσε να επακολουθήσει της θέσεως των υπογραφών τους στην έκθεση, επιχειρώντας να πείσει και το τρίτο μέλος της επιτροπής ΔΔ να υπογράψει την έκθεση χωρίς να έχει προηγηθεί επιθεώρηση του εργαστηρίου της εγκαλούσας - ανεπιτυχώς, όμως, ως προς αυτόν λόγω αρνήσεώς του να την υπογράψει - και τέλος υποβάλλοντας ως εισηγήτρια σχέδιο της υπ' αριθμόν ... αδείας ιδρύσεως και λειτουργίας του οδοντοτεχνικού εργαστηρίου της εγκαλούσας κατά σειράν στους προσυπογράφοντες για την έκδοση της αδείας προϊσταμένους της ΕΕ, αρμόδια τμηματάρχη του Τμήματος Υπηρεσιών Υγείας της Διεύθυνσης Υγείας της Νομαρχίας ..., ΣΤ αρμόδιο Διευθυντή της Διεύθυνσης Υγείας της Νομαρχίας ... και ΖΖ Βοηθό Νομάρχη αρμόδιο για την έκδοση της απόφασης περί χορηγήσεως της αδείας και εισηγούμενη σε αυτούς την αποδοχή της αιτήσεως της εγκαλούσας και την έκδοση της αιτηθείσης αδείας με τη διαβεβαίωση ότι ο φάκελος ήταν πλήρης και ότι είχαν τηρηθεί όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση της, ενώ γνώριζε τις προαναφερόμενες ελλείψεις ως προς τη διαδικασία εκδόσεως της και με την ιδιότητα της γραμματέως της παραπάνω επιτροπής είχε καθήκον να απόσχει από του να υποβάλει τέτοια εισήγηση, ακολούθως δε την 26.3.2005 και ώρα 10.20' η κατηγορουμένη σε συνάντησή της με την εγκαλούσα την είσοδο του καταστήματος της Νομαρχίας ... επί της Λεωφόρου ... αριθμός ..., την οποίαν με δική της πρωτοβουλία είχε από τηλεφώνου προηγουμένως καθορίσει, προσδιόρισε το χρηματικό ποσό την καταβολή του, οποίου είχε απαιτήσει από την εγκαλούσα ως δώρο για την έκδοση της αδείας σε 500 ευρώ και της ζήτησε να συναντηθούν ξανά το μεσημέρι της ίδιας ημέρας στο ίδιο μέρος προκειμένου αυτή μεν να της παραδώσει την άδεια εκείνη δε να της καταβάλει το συμφωνηθέν χρηματικό ποσά των 500 ευρώ, συνάντηση η οποία τελικά πραγματοποιήθηκε την 14.30' ώρα της ίδιας ημέρας 26.3.2005 στη συμβολή των οδών ... και ... και κατά την οποίαν η κατηγορουμένη κατελήφθη από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων, στα οποία η εγκαλούσα είχε από τις 20.3.2004 προσφύγει, να παραδίδει στην εγκαλούσα την υπ' αριθμόν ... άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του πιο πάνω οδοντοτεχνικού εργαστηρίου της και να λαμβάνει από αυτήν το ήμισυ του αρχικά συμφωνημένου ποσού των 500 ευρώ, ήτοι το ποσό των 250 ευρώ σε χαρτονομίσματα προσημειωμένα από τα αστυνομικά όργανα τα οποία κατά την έρευνα που επακολούθησε βρέθηκαν μέσα στην τσάντα της". Η πράξη, όμως, για την οποία αυτή καταδικάσθηκε με την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν είναι ουσιωδώς διαφορετική, κατά τόπο, χρόνο και τις λοιπές περιστάσεις από εκείνη, για την οποία είχε ασκηθεί εναντίον της η ποινική δίωξη και είχε παραπεμφθεί σε δίκη, αλλά απλώς προσδιορίστηκαν τόσο από το πρωτοβάθμιο, όσο και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ακριβέστερα τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και συγκεκριμένα προσδιορίστηκαν εκτενέστερα και πλέον αναλυτικά τα στοιχεία εκείνα που αναφέρονται στην ιδιότητα της κατηγορουμένης, ως γραμματέως της Τριμελούς Επιτροπής Ελέγχου, που είχε συσταθεί με την υπ' αριθμό 5118/5-1-2003 απόφαση του Νομάρχη ..., στα καθήκοντά της ως γραμματέως της επιτροπής αυτής, καθώς και στο χρόνο κατά τον οποίο απαίτησε αυτή αρχικά, αλλά και μεταγενέστερα έλαβε από την εγκαλούσα το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ, προκειμένου αυτή να προβεί στη συγκεκριμένη ενέργεια, που ήταν αντίθετη με τα υπηρεσιακά της καθήκοντα. Έτσι, το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προέβη σε ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας και δεν επήλθε εξ' αυτού του λόγου οποιαδήποτε ακυρότητα και ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί απολύτου ακυρότητας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος παρ.3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο, είτε περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, είτε επαναλαμβάνει το διατακτικό, εφόσον αυτό δεν είναι λεπτομερές και δεν εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση επίσης εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία της κατηγορουμένης και από όλη την αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις αρχές του έτους 2004 η κατηγορουμένη Χ ήταν υπάλληλος της Διευθύνσεως Υγείας της Νομαρχίας ... και συγκεκριμένα γραμματέας της τριμελούς επιτροπής ελέγχου της τηρήσεως των απαιτούμενων από το νόμο προδιαγραφών για την ίδρυση και λειτουργία οδοντοτεχνικών εργαστηρίων στην περιφέρεια της Νομαρχίας ..., η οποία (επιτροπή) είχε συσταθεί με την 5118/5-1-2003 απόφαση του Νομάρχη ... . Στα καθήκοντα της κατηγορουμένης, ως γραμματέα της παραπάνω επιτροπής, ανάγονταν η συγκέντρωση των δικαιολογητικών που υπέβαλαν οι αιτούντες την έκδοση των σχετικών αδειών, ο καθορισμός, σε συνεννόηση με τα μέλη της επιτροπής και τους αιτούντες, του χρόνου διενέργειας των επιθεωρήσεων των υπό αδειοδότηση οδοντοτεχνικών εργαστηρίων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν πληρούν ή όχι τις απαιτούμενες από το νόμο για την ίδρυση και λειτουργία τους προδιαγραφές και η υποβολή των σχετικών εκθέσεων επιθεωρήσεως μαζί με τα λοιπά δικαιολογητικά και δική της εισήγηση για τη χορήγηση ή μη της άδειας στον αρμόδιο για την έκδοση της βοηθό Νομάρχη. Στις 12-2-2004 η εγκαλούσα Ψ, οδοντοτεχνίτρια, υπέβαλε στη Διεύθυνση Υγείας της Νομαρχίας ... αίτηση με την ίδια ημερομηνία, η οποία καταχωρήθηκε στο πρωτόκολλο με αριθμό ... και με την οποία ζητούσε να της χορηγηθεί άδεια λειτουργίας οδοντοτεχνικού εργαστηρίου σε ακίνητο που βρισκόταν στην οδό ... αριθ. ..., στην ... (περιοχή ...). Στις 8-3-2004 και στις 9-3-2004 η κατηγορουμένη, με δική της πρωτοβουλία, είχε με την εγκαλούσα δύο τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, κατά τις οποίες, αφού επικαλέστηκε ότι εξαιτίας του φόρτου εργασίας των μελών της επιτροπής, θα καθυστερούσε η διενέργεια της επιτόπιας επιθεωρήσεως του εργαστηρίου της και συνακόλουθα η έκδοση της άδειας ιδρύσεως και λειτουργίας του, απαίτησε από την εγκαλούσα να της καταβάλει χρηματικό ποσό, τον προσδιορισμό του οποίου άφησε στην έμφρονα κρίση της, προκειμένου να μεριμνήσει ώστε η άδεια λειτουργίας του παραπάνω οδοντοτεχνικού εργαστηρίου της εγκαλούσας να εκδοθεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς να προηγηθεί επιτόπια επιθεώρηση του από την παραπάνω επιτροπή προκειμένου να διαπιστωθεί η τήρηση ή όχι των απαιτούμενων από το νόμο προδιαγραφών ιδρύσεως και λειτουργίας του. Τη μέριμνα δε αυτή πράγματι επέδειξε στη συνέχεια η κατηγορουμένη, ενεργώντας κατά τρόπο αντίθετο προς τα καθήκοντα της και συγκεκριμένα λίγες ημέρες αργότερα, ήτοι στις 17-3-2004, πέτυχε να εκδοθεί από το βοηθό Νομάρχη ...υπέρ της εγκαλούσας η ... άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας του παραπάνω εργαστηρίου της, χωρίς στην πραγματικότητα η επιτροπή να μεταβεί επιτόπου σ' αυτό για επιθεώρηση, παρά το ότι συντάχθηκε σχετικά η ... έκθεση επιθεωρήσεώς του. Η έκθεση όμως αυτή, εκτός του ότι είναι ψευδής ως προς το περιεχόμενό της, αφού στην πραγματικότητα, όπως προαναφέρθηκε, επιθεώρηση δεν έγινε, είναι και ελλιπής, διότι φέρει μόνο τις υπογραφές των δύο από τα τρία μέλη της και συγκεκριμένα των ΒΒ και ΓΓ και όχι και του τρίτου μέλους της ΔΔ. Ειδικότερα η κατηγορουμένη καταρχήν παρέλειψε να προσδιορίσει, σε συνεννόηση με τα μέλη της επιτροπής και την εγκαλούσα, ακριβή χρόνο επιτόπιας επιθεωρήσεως του εργαστηρίου της, όπως είχε καθήκον ως γραμματέας της επιτροπής, στη συνέχεια δε έπεισε τα μέλη της ΒΒ και ΓΓ να υπογράψουν την προαναφερθείσα αναληθή έκθεση επιθεωρήσεως με τη διαβεβαίωση ότι το ζήτημα ήταν τυπικό, ότι η εγκαλούσα επειγόταν να θέσει σε λειτουργία το εργαστήριο της και ότι σε κάθε περίπτωση η επιθεώρηση μπορούσε να επακολουθήσει της θέσεως των υπογραφών τους στην έκθεση. Κατόπιν η κατηγορουμένη επιχείρησε να πείσει και το τρίτο μέλος της επιτροπής ΔΔ να υπογράψει την έκθεση χωρίς να έχει προηγηθεί επιθεώρηση του εργαστηρίου της εγκαλούσας, ανεπιτυχώς όμως διότι αυτός αρνήθηκε. Τέλος υπέβαλε ως εισηγήτρια σχέδιο της ... αδείας ιδρύσεως και λειτουργίας του οδοντοτεχνικού εργαστηρίου της εγκαλούσας κατά σειράν στους προσυπογράφοντες για την έκδοση της αδείας προϊσταμένους της ΕΕ, αρμόδια τμηματάρχη του Τμήματος Υπηρεσιών Υγείας της Διευθύνσεως Υγείας της Νομαρχίας ..., ΣΤ, αρμόδιο διευθυντή της Διευθύνσεως Υγείας της Νομαρχίας ... και ΖΖ, βοηθό Νομάρχη, αρμόδιο για την έκδοση της αποφάσεως περί χορηγήσεως της αδείας και εισηγούμενη σε αυτούς την αποδοχή της αιτήσεως της εγκαλούσας και την έκδοση της αιτηθείσης αδείας με τη διαβεβαίωση ότι ο φάκελος ήταν πλήρης και ότι είχαν τηρηθεί όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοσή της, ενώ γνώριζε τις προαναφερόμενες ελλείψεις ως προς τη διαδικασία εκδόσεως της και με την ιδιότητα της γραμματέως της παραπάνω επιτροπής είχε καθήκον να απόσχει από του να υποβάλει τέτοια εισήγηση. Ακολούθως δε στις 26-3-2005 και ώρα 10.20' η κατηγορουμένη, σε συνάντησή της με την εγκαλούσα στην είσοδο του καταστήματος της Νομαρχίας ... επί της Λεωφόρου ... αριθ. ..., την οποία (συνάντηση) με δική της πρωτοβουλία είχε προηγουμένως καθορίσει από τηλεφώνου, προσδιόρισε το χρηματικό ποσό, την καταβολή του οποίου είχε απαιτήσει από την εγκαλούσα ως δώρο για την έκδοση της αδείας σε 500 ευρώ και της ζήτησε να συναντηθούν ξανά το μεσημέρι της ίδιας ημέρας στο ίδιο μέρος, προκειμένου αυτή μεν να της παραδώσει την άδεια, εκείνη δε να της καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό των 500 ευρώ. Η συνάντηση αυτή τελικά πραγματοποιήθηκε στις 14.30' της ίδιας ημέρας (26-3-2005) στη συμβολή των οδών ... και ..., κατ' αυτήν δε η κατηγορουμένη κατελήφθη από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα της Διευθύνσεως Εσωτερικών Υποθέσεων, στα οποία η εγκαλούσα είχε προσφύγει από τις 20-3-2004, να παραδίδει στην εγκαλούσα την ... άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας του πιο πάνω οδοντοτεχνικού εργαστηρίου της και να λαμβάνει από αυτήν το ήμισυ του αρχικά συμφωνημένου ποσού των 500 ευρώ, ήτοι το ποσό των 250 ευρώ σε χαρτονομίσματα προσημειωμένα από τα αστυνομικά όργανα, τα οποία κατά την έρευνα που επακολούθησε βρέθηκαν μέσα στην τσάντα της. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι δεν υπήρξε μέλος της ανωτέρω επιτροπής λαμβάνοντας μέρος στη διαδικασία για την έκδοση αδειών στους οδοντοτεχνίτες, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκε προηγουμένως ότι αποδείχτηκαν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η κατηγορουμένη ήταν γραμματέας και όχι μέλος της επιτροπής, λάμβανε ενεργό μέρος στη διαδικασία εκδόσεως των αδειών, έχοντας τις αρμοδιότητες που εκτέθηκαν στην αρχή αυτής της αποφάσεως. Εξάλλου ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας διότι η άδεια λειτουργίας του οδοντοτεχνικού εργαστηρίου της εγκαλούσας είχε εκδοθεί πολύ πριν γίνει το αδίκημα, είναι επίσης απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκε προηγουμένως ότι αποδείχτηκαν, η μεν καταβολή του δώρου έγινε πράγματι στις 26-3-2004, δηλαδή μετά την έκδοση της αδείας που έλαβε χώρα στις 17-3-2004, η απαίτηση του όμως από την κατηγορουμένη έγινε πριν από αυτήν και συγκεκριμένα στις 8-3-2004 και 9-3-2004. Ενόψει όλων αυτών πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της αξιόποινης πράξεως της αξιόποινης πράξεως της παθητικής δωροδοκίας η οποία της αποδίδεται, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό. Το δικαστήριο όμως δέχεται ότι η κατηγορουμένη μέχρι το χρόνο τελέσεως της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και γι' αυτό πρέπει να της επιβληθεί ποινή μειωμένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α Π.Κ.". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, κήρυξε την κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα ένοχη της πράξεως της παθητικής δωροδοκίας, και της επέβαλε ποινή φυλάκισης 15 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες της αποφάσεως, σύμφωνα με τις οποίες η αναιρεσείουσα με την ιδιότητα της γραμματέως της Τριμελούς Επιτροπής Ελέγχου της Διεύθυνσης Υγιεινής της Νομαρχίας ..., στα καθήκοντα της οποίας αναγόταν η συγκέντρωση των απαιτουμένων δικαιολογητικών, για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας οδοντοτεχνικών εργαστηρίων, ζήτησε από την εγκαλούσα σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί της, και η οποία είχε υποβάλει πλήρη σειρά δικαιολογητικών για τη χορήγηση αντίστοιχης άδειας λειτουργίας οδοντοτεχνικού εργαστηρίου, την καταβολή από μέρους της, κάποιου χρηματικού ποσού, το ύψος του οποίου το άφηνε στη διακριτική της ευχέρεια. Αιτιολογείται επίσης, η παραδοχή εκείνη κατά την οποία η αναιρεσείουσα, ενεργώντας κατά τρόπο αντίθετο προς τα υπηρεσιακά της καθήκοντα, και προκειμένου να επιτύχει οικονομικά ωφελήματα από την εγκαλούσα, μερίμνησε για την έκδοση και χορήγηση υπέρ της τελευταίας της οικείας άδειας, αφού πέτυχε να εκδοθεί υπέρ της εγκαλούσας η με αριθμό ... άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας οδοντοτεχνικού εργαστηρίου, χωρίς στην πραγματικότητα να έχει μεταβεί επί τόπου η αρμόδια επιτροπή για τη θεώρηση και αυτοψία του χώρου εκείνου, αφού μερίμνησε η ίδια η κατηγορουμένη στη σύνταξη της σχετικής εκθέσεως επιθεωρήσεως. Αιτιολογείται ακόμη η παραδοχή σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα με δική της πρωτοβουλία, προσκάλεσε την εγκαλούσα τις πρωϊνές ώρες της 26-3-2005 να προσέλθει στην είσοδο του καταστήματος της Νομαρχίας ..., αφού είχε προσδιορίσει το ποσό των 500 ευρώ, που θα της κατέβαλε η εγκαλούσα, ποσό που τελικά της κατέβαλε τις μεσημβρινές ώρες της ίδιας ημέρας, σε νέα συνάντησή τους που καθόρισε η ίδια η αναιρεσείουσα επί των οδών ... και ..., προκειμένου να της παραδώσει την άδεια λειτουργίας, οπότε αυτή καταλήφθηκε από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, τα οποία είχε ενημερώσει προηγουμένως η εγκαλούσα. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας: α) ότι η σχετική άδεια λειτουργίας είχε εκδοθεί σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου τελέσεως, και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται η τέλεση του αδικήματος, για το οποίο αυτή τελικά καταδικάσθηκε, είναι αβάσιμος, γιατί ναι μεν η σχετική άδεια λειτουργίας φέρει χρονολογία εκδόσεως την 17-3-2004, όμως, η εκ μέρους της απαίτηση του οικονομικού ωφελήματος, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, πραγματοποιήθηκε σε προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα την 8-3-2004 και 9-3-2004, και β) ότι η έκδοση της σχετικής άδειας λειτουργίας δεν αναγόταν στα υπηρεσιακά της καθήκοντα, αποτελεί αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, για τον οποίο δεν υφίστατο υποχρέωση του δικαστηρίου να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Ιουνίου 2007 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 2503/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παθητική δωροδοκία με την επίκληση των λόγων α) της απόλυτης ακυρότητας, γιατί το δικαστήριο ανεπιτρέπτως μετέβαλε τα πραγματικά περιστατικά της κατηγορίας, και β) της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας. Δεν επάγεται ακυρότητα το γεγονός ότι τόσο το πρωτοβάθμιο, όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προσδιόρισαν αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Δωροδοκία.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1433/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράκγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μουζάκη, περί αναιρέσεως της 1143/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τσώκο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1493/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του από αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης απαιτείται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίησή του, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο απατώμενος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, που ενέχει περιουσιακή διάθεση και συνεπάγεται περιουσιακή βλάβη και 3) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή), στην οποία παραπείστηκε ο παθών. Κατά την παρ. 3 εδ. α του άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικ. με το αρθ. 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν διαπράττεται κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Το έγκλημα της απάτης προϋποθέτει, την πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του υπαίτιου ή τρίτου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση δηλαδή του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, την παράλειψη δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου. Το πρόσωπο του παραπλανήσαντος, δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο του ωφεληθέντος, ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Από υποκειμενική άποψη και το ανωτέρω έγκλημα, έχει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελείται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι η αποκομιδή παράνομου περιουσιακού οφέλους του ίδιου ή άλλου, με βλάβη τρίτου.
Από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει ακόμη, ότι στις περιπτώσεις που προσβάλλονται κατ' εξακολούθηση περιουσιακά έννομα αγαθά, κρίσιμο μέγεθος για τον προσδιορισμό της σχετικής αξίας (του οφέλους ή της ζημίας) ως ευτελούς, ιδιαίτερα μεγάλης, ανώτερης των 15.000 ευρώ κ.λ.π, είναι το άθροισμα του αντικειμένου του συνόλου των μερικότερων πράξεων. Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2721/1999 στο άρθρο 98 του ΠΚ προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος που έχει ως εξής: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά δε το άρθρο 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της πληρότητας της αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 45 του ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάση των οποίων το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Δεν απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη.
Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1143/2008 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, σε σχέση με την αναιρεσείουσα, φερόμενη ως δράσασα από κοινού με τον ήδη αποβιώσαντα συγκατηγορούμενό της ΑΑ, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά την από 8.10.01 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, ως ίδιο και αυτοτελής πραγματογνωμο-σύνης, ως ίδιο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο (183 ΚΠΔ) και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο πολιτικώς ενάγων Ψ, ικανός και οικονομικά εύρωστος επιχειρηματίας (έμπορος αυτοκινήτων), από το έτος 1981 διατηρούσε φιλικές σχέσεις με του ήδη αποβιώσαντα κατηγορούμενο ΑΑ, με την θυγατέρα του οποίου σημειωτέον είχε συνάψει ερωτικό δεσμό και είχαν συστήσει το έτος 1995 και αφανή εταιρεία. Ο ΑΑ, έμπορος και αυτός, εγνωρίζετο με την επίσης έμπορο Χ -κατηγορουμένη- με την οποία είχε συνάψει ερωτική σχέση. Και οι δύο (ΑΑ και Χ) από το έτος 1997 είχαν περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση και μάλιστα ο ΑΑ ώφειλε ήδη χρήματα στον πολιτικώς ενάγοντα. Εν όψει της οικονομικής τους αυτής καταστάσεως οι ανωτέρω σκέφθηκαν και αποφάσισαν από κοινού ενεργούντες, να αποκομίσουν μεγάλα χρηματικά ποσά εξαπατώντας τον πολιτικώς ενάγοντα. Σε εκτέλεση του σχεδίου τους αυτού, από κοινού επρομηθεύτηκαν σωρεία επιταγών οι οποίες είχαν κλαπεί από τους κατόχους τους και ακολούθως είχαν πλαστογραφηθεί και τούτο το εγνώριζαν οι ανωτέρω και στη συνέχεια ο εξ αυτών ΑΑ εμφάνισε στον πολιτικώς ενάγοντα την άγνωστη έως τότε σε εκείνον κατηγορουμένη Χ, από κοινού δε και οι δύο δράστες παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον μηνυτή Ψ ότι η κατηγορουμένη ήταν επιτυχημένη επιχειρηματίας, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και με μεγάλη ακίνητη περιουσία στην ..., και περαιτέρω ότι αυτή είχε συνεργασία συναλλαγές με μεγάλες και γνωστές εταιρείες (οικονομικά εύρωστες), όπως η Α.Ε. Ατλας Μπετόν, η ΕΠΕ Γκιώνης, η ΕΠΕ Ευρωπλάστ, η ... και σία Ε.Ε., η ΕΠΕ Ηφαιστος, η ΕΠΕ Ορμή, και πολλές άλλες εταιρείες, των οποίων είχε στη διάθεσή της πολλές επιταγές εκδόσεώς τους από εμπορικές συναλλαγές. Αυτά έλαβαν χώρα από τον Οκτώβριο του 1997 έως και τον Απρίλιο 1998, κατά το οποίο διάστημα οι ανωτέρω, πέραν των ως άνω ψευδών γεγονότων, ισχυρίστηκαν ψευδώς εν γνώσει τους, ότι η ως άνω κατηγορουμένη αντιμετώπιζε δήθεν προσωρινώς πρόβλημα οικονομικής ρευστότητας, και ζήτησαν για τον λόγο αυτό να προεξοφλήσει εκείνος τις διαλαμβανόμενες στο διατατικό της παρούσας κλεμμένης και πλαστογραφημένης επιταγές, όλες μεταχρονολογημένες. Οι ως άνω όμως ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και το γνώριζε η κατηγορουμένη, η αλήθεια δε ήταν ότι αυτή ήταν κατάχρεη και αντιμετώπιζε διαρκές οικονομικό πρόβλημα από το μοναδικό ακίνητό τους στην ... , αξίας 20.000.000 δρχ. περίπου, από το οποίο απαιτούσαν να ικανοποιηθούν άλλοι 15 δανειστές της των οποίων οι απαιτήσεις προηγούντο της απαιτήσεως του μηνυτή, οι δε επιταγές ήταν κλεμμένες και πλαστές, γεγονός το οποίο γνώριζε η κατηγορουμένη και ο ΑΑ, όχι όμως και ο παθών. Ετσι πεισθείς στις ως άνω ψευδείς παραστάσεις ο πολιτικώς ενάγων δέχθηκε να προεξοφλήσει τις εν λόγω επιταγές, που η κατηγορουμένη του μεταβίβαζε με οπισθογράφηση, πράξη στην οποία δεν θα προέβαινε, εάν γνώριζε την αλήθεια. Οι επιταγές αυτές ήταν συνολικά 38 και είχαν εκδοθεί από αυτές οι 14 επί της Εθνικής Τράπεζας, οι 5 επί της Τράπεζας ALPHA, οι 2 επί της τράπεζας CITΙBANK, οι 2 επί της Τράπεζας Εργασίας, οι 3 επί της Τράπεζας Κρήτης, οι 2 επί της Τράπεζας AMERICAN EXPRESS, οι 3 επί της Εμπορικής Τράπεζας, οι 2 επί της ΧΙΟΣ BANK, οι 3 επί της Γενικής Τράπεζας, η 1 επί της Ιονικής Τράπεζας και η 1 επί της Τράπεζας Πειραιώς, όπως οι επιταγές αυτές προσδιορίζονται με λεπτομέρεια στο διατακτικό της παρούσας, ποσού κάθε μίας επιταγής από 1.000.000. δρχ. ως 3.150.000 δρχ. και συνολικού ποσού 69.845.000 δρχ. Ετσι η κατηγορουμένη, κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο 1997 έως τον Απρίλιο 1998 με τον προαναφερθέντα τρόπο μεταβίβασε τμηματικά με οπισθογράφηση στον πολιτικώς ενάγοντα τις επίμαχες επιταγές και έλαβε από αυτόν επίσης τηματικά, το συνολικό ποσόν των 60.845.000 δρχ. Όταν δε ο πολιτικώς ενάγων εμφάνισε στις ως άνω Τράπεζες τις επιταγές προς πληρωμή, πληροφορήθηκε ότι ήταν κλεμμένες και πλαστογραφημένες και έτσι δεν εισέπραξε τα αντίστοιχα ποσά, με αποτέλεσμα από την ως άνω παράνομη συμπεριφορά της κατηγορουμένης, αυτή μεν να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 60.845.000 δρχ. (178.562 ευρώ), με αντίστοιχη βλάβη στην περιουσία του πολιτικώς ενάγοντος. Η τέλεση της παραπάνω πράξεως από την κατηγορουμένη προκύπτει και αποδεικνύεται από την προσήκουσα εκτίμηση του όλου ανωτέρω αποδεικτικού υλικού που προσκομίστηκε και κυρίως από την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι καταθέσεις των οποίων ενισχύονται και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Κάτι διαφορετικό δεν προκύπτει από κάποιο από τα λοιπά στα πρακτικά μνημονευόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Είναι δε άτομο η κατηγορουμένη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης, αλλά και την υποδομή που είχε διαμορφώσει (εμφανιζόμενη ως δήθεν επιτυχημένη επιχειρηματίας, κατάστρωσε σχέδιο εξαπατήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, προμηθευθείσα πλήθος κλεμμένων και πλαστογραφημένων επιταγών, εν γνώσει της), προκύπτει σκοπός της για πορισμό μονίμου και σταθερού εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητάς της. Παρά δε τα αντίθετα που υποστηρίζει η κατηγορουμένη (βλ. απολογία της στο Πρωτόδικο Δικαστήριο, όπου ρίχνει όλα τα "βάρη" στον ΑΑ), γνώριζε ότι οι επιταγές ήταν κλεμμένες και πλαστογραφημένες, η "γνώση" της δε αυτή προκύπτει και αποδεικνύεται όχι μόνον από την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά και από το γεγονός ότι από το σύνολο των 38 επιταγών που μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον πολιτικώς ενάγοντα, δεν βρέθηκε έστω μία που να μην ήταν προϊόν κλοπής και πλαστογραφίας, και βέβαια το γεγονός αυτό δεν ήταν τυχαίο, λαμβανομένου υπόψη ότι το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισε από την ως άνω πράξη της ανήλθε στο εξαιρετικά μεγάλο ποσόν των 60.845.000 δραχμών. Εν όψει αυτών, ο αυτοτελής ισχυρισμός της περί πραγματικής πλάνης (νόμιμος κατ' άρθρο 30 ΠΚ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία. Περαιτέρω θα πρέπει να αναφερθεί ότι η κατηγορουμένη κηρύχθηκε αθώα της αποδιδομένης σ' αυτήν κακουργηματικής κλοπής των ως άνω επιταγών με την εκκαλουμένη απόφαση, ενώ με την αμετάκλητη 1186/18-11-05 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των ΑΘΗΝΩΝ κηρύχθηκε επίσης αθώα της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση, των εν λόγω επιταγών. Την τελευταία αυτή απόφαση επικαλούμενη η κατηγορουμένη διατείνεται ότι πρέπει να κηρυχθεί αθώα της κακουργηματικής απάτης. Όμως μεταξύ των εγκλημάτων της απάτης και της πλαστογραφίας (μετά χρήσεως ή όχι) υφίσταται αληθής συρροή και κανένα από τα εγκλήματα αυτά δεν απορροφάται από το άλλο, γιατί καθένα από αυτά είναι αυτοτελές και στοιχειοθετείται από διάφορα περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανώμενου ή του τρίτου, τα οποία αποτελούσε στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα στοιχεία της υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαία μέσο ή συνέπεια της πλαστογραφίας (βλ. και ΑΠ 1819/97 ΠΧ 1998 607, ΑΠ 57/98 ΠΧ 1998 730, ΑΠ 238/2000 ΠΧ 2000 694. Δ. Σπινέλη, Ειδ. Ποιν.Δικ. (1985) άρθρο 386, σελ. 121-122, ΧΩΡΑΦΑ Ποιν. Δικ. Σελ. 411). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος η κατηγορουμένη της κακουργηματικής πράξης της απάτης, κατά συναυτουργία, ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας, άνω των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ), ανερχομένη σε 60.845.000 δρχ. (178.562 ευρώ), κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια, και κατεξακολούθηση, καθόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι διαδοχικές επιζήμιες πράξεις του παθόντα είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης αυτού που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά της κατηγορουμένης, αφού κάθε φορά που αυτή εμφανιζόταν στον παθόντα, προκειμένου να τον πείσει να προεξοφλήσει τις, κλεμμένες και πλαστογραφημένες, όπως προαναφέρθηκε, επιταγές, επικαλείτο το όνομα του εκδότη αυτών ως μεγάλων και εύρωστων εταιρειών και επιχειρήσεων με μεγάλη οικονομική επιφάνεια (οι επιχειρήσεις αυτές ήταν πάνω από 15, με την μορφή των Α.Ε., Ε.Π.Ε., Ε.Ε.), όπως διαλαμβάνονται ειδικότερα στο διατακτικό, και πλανώμενος ο παθών κάθε φορά προέβαινε στην προεξόφληση αυτών (βλ. και κατάθεσή του). Αναγνωρίσθει δε στην κατηγορουμένη η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ που της αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως, απορριφθούν όμως οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' του ΠΚ, διότι δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά (ούτε και έγινε επίκληση τέτοιων περιστατικών) προηγούμενου έντιμου βίου, αναγομένου σε όλες τις μορφές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, (ούτε δεσμεύεται το Δικαστήριο από την ύπαρξη του λευκού ποινικού της μητρώου), απεναντίας μάλιστα η βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε για πορισμό και μόνον εισοδήματος, δεν δικαιολογεί στην συγκεκριμένη περίπτωση την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού, ενώ περαιτέρω το χρονικό διάστημα των δύο ετών που τυγχάνει ελεύθερη (από 16.4.06 έως 18.4.08) και κατά το οποίο συμπεριφέρθηκε καλά, δεν κρίνεται σχετικά μεγάλο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, για να της χορηγηθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε'ΠΚ". Ακολούθως, το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, ένοχη κακουργηματικής απάτης, κατ'εξακολούθηση, από κοινού με το συγκατηγορούμενό της, ήδη αποβιώσαντα, ΑΑ, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος 178.562 ευρώ, ήτοι υπερβαίνον το ποσό των 15.000 ευρώ και στη συνέχεια το Δικαστήριο, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης η αιτηθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ του ΠΚ, της επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω, σε βαθμό κακουργήματος, εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. γ, στ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 2, 98 και 386 παρ. 1 β, 3 α του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και πρακτικά, της κατηγορουμένης εκπροσωπηθείσας δια συνηγόρου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της απάτης, με σκοπό αποκομίσεως παράνομου περιουσιακού οφέλους, με αντίστοιχη ζημία του πολιτικώς ενάγοντος, ύψους 178.562 ευρώ, από μεταβίβαση και προεξόφληση 38 τραπεζικών επιταγών τρίτων εκδοτών, που ήταν όμως εν γνώσει της κατηγορουμένης προϊόντα κλοπής και πλαστογραφίας και τις διέθετε και τις παρέδωσε η κατηγορουμένη, σαν γνήσιες και έγκυρες στον εγκαλούντα πολιτικώς ενάγοντα, β) αναφέρεται ότι τα εγκλήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης συρρέουν αληθώς και είναι αυτοτελή και ανεξάρτητα μεταξύ τους, η απάτη δεν απορροφάται από τη χρήση πλαστών εγγράφων (των άνω επιταγών), το δεδικασμένο για το ένα από αυτά δεν καλύπτει το άλλο και το γεγονός ότι η κατηγορουμένη έχει αθωωθεί των αποδοθεισών σε αυτή κατηγοριών για κλοπή και πλαστογραφία μετά χρήσεως των εν λόγω τραπεζικών επιταγών, που χρησιμοποίησε και πέτυχε να παραπλανήσει τον εγκαλούντα, δεν κωλύει την ποινική της δίωξη και καταδίκη για απάτη και ουδόλως έτσι παραβιάσθηκε το άρθρο 57 του ΚΠοινΔ, περί δεδικασμένου, όπως αβάσιμα αιτιάται η αναιρεσείουσα και ορθά και με επαρκή και ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός περί δεδικασμένου, που προβλήθηκε από την κατηγορουμένη.
Επομένως, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και ΣΤ' του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως είναι και η περί απορρίψεως αιτήματος αναβολής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο εκπροσωπών, κατ'άρθρον 340 παρ.2 ΚΠοινΔ, την κατηγορουμένη συνήγορός της Γεώργιος Λαφαζάνος, μετά τη δήλωση εκπροσωπήσεως δια εξουσιοδοτήσεως της απουσιάζουσας κατηγορουμένης, που έγινε δεκτή, κατά την έναρξη της δίκης στις 18-4-2008, δήλωσε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά ότι "η κατηγορουμένη στις 10-2-2008 έπαθε κάταγμα κι έχει πολύ μεγάλη δυσκολία στη μετακίνησή της. Την είδα ότι δεν μπορεί να περπατήσει. Ανέλαβα την υπόθεσή της τη Δευτέρα το απόγευμα και δεν έχω μελετήσει καλά τη δικογραφία. Για το λόγο αυτό ζητά την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης". Το Δικαστήριο, απέρριψε το παραπάνω αίτημα αναβολής με το εξής αιτιολογικό :
"Επειδή η αίτηση με την οποία ο συνήγορος της κατηγορουμένης ζητά την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης για τον λόγο, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, ότι δεν έχει μελετήσει καλά την υπόθεση, είναι απορριπτέα, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι δεν έχει μελετήσει καλά την υπόθεση, είναι απορριπτέα, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από την Δευτέρα (14.4.08) που ανέλαβε αυτή μέχρι και σήμερα Παρασκευή, 18.4.08, είχε τον απαραίτητο χρόνο να μελετήσει την υπόθεση. Το αίτημα αυτό υποβάλλεται προσχηματικά, και αποβλέπει στην παρέλκυση της δίκης, η οποία έχει αναβληθεί ήδη δύο φορές, ενώ το αδίκημα φέρει χρόνο τελέσεως το έτος 1997 - 1998".
Με το παραπάνω αιτιολογικό επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται ο λόγος για τον οποίο δεν συντρέχει σημαντικό αίτιο και ανάγκη και τρίτης αναβολής της δίκης, του μεσολαβήσαντος χρόνου τριών πλήρων ημερών από την ημέρα αναθέσεως στο συνήγορο υπερασπίσεως της υποθέσεως κρινομένου και αντικειμενικά ως επαρκούς για μελέτη της δικογραφίας και προετοιμασία της υπερασπίσεως της κατηγορουμένης, ενώ ορθά εκτιμήθηκε ότι δεν υποβλήθηκε αίτημα αναβολής για σημαντικό αίτιο ασθενείας, λόγω του προ διμήνου αναφερθέντος κατάγματος της απουσιάζουσας κατηγορουμένης, όπως αβάσιμα αιτιάται με την κρινόμενη αίτησή της, αφού ήδη αυτή με την από 17-4-2008 έγγραφη εξουσιοδότησή της είχε από την αρχή της δίκης αυτής δηλώσει παράσταση και εκπροσώπηση δια του άνω συνηγόρου της και δεν είχε υποβάλει αίτημα αναβολής για προσωπικό της κώλυμα υγείας.
Συνεπώς ο προβαλλόμενος από την αναιρεσείουσα, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, που απέρριψε το εν λόγω αίτημα αυτής περί αναβολής της δίκης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος και στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ή μη νόμιμο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα, δια του συνηγόρου της, με ανάπτυξη προφορική και κατάθεση σημειώματος, που ενσωματώθηκε στα πρακτικά, πρόβαλε τον ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης, του άρθρου 30 ΠΚ, "δεδομένου ότι η κατηγορουμένη αγνοούσε κατά την προς το μηνυτή οπισθογράφηση και μεταβίβαση, ότι οι μεταβιβασθείσες προς αυτόν ένδικες επιταγές ήσαν προϊόν κλοπής και πλαστογραφίας, διότι ήδη μετά δυνάμεως δεδικασμένου αμετακλήτως κρίθηκε αθώα της αποδοθείσας με το αυτό βούλευμα εξακολουθητικής πλαστογραφίας των ενδίκων επιταγών, όπως αποδεικνύεται από την προσκομισθείσα και αναγνωσθείσα με αριθ. 11186/2005 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, γιαυτό και δεν πρέπει να της καταλογισθεί η εν λόγω πράξη της απάτης". Στον παραπάνω, όμως, ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας, επειδή δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αρνητικό της για απάτη κατηγορίας ισχυρισμό, αφού στοιχείον της αποδοθείσας υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης είναι η με ψευδείς παραστάσεις της κατηγορουμένης παραπλάνηση του παθόντος, ότι δηλαδή αυτή, εκτός του ότι ήταν φερέγγυα και ικανή επιχειρηματίας και διέθετε ικανή περιουσία στην ..., διέθετε και παρέδωσε τις εν λόγω προεξοφληθείσες από τον πολιτικώς ενάγοντα 38 έγκυρες δήθεν τραπεζικές επιταγές εκδόσεως δήθεν τρίτων γνωστών της εταιρειών, ενώ αυτή γνώριζε την αλήθεια ότι αυτές ήσαν προϊόν κλοπής και πλαστογραφημένες και δεν είχαν εκδοθεί από τους αναφερόμενους σε αυτές εκδότες, σε εκτέλεση σχεδίου απάτης, αυτής και του συγκατηγορουμένου της, δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη. Παρά ταύτα το Δικαστήριο, επαρκώς αιτιολογημένα απέρριψε, με το προεκτεθέν γενικό αιτιολογικό του, τον άνω περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμό της κατηγορουμένης (βλ. σελ. 29, 30, 31, 36, 37 αιτιολογικού προσβαλλομένης), δεχθέν ότι η κατηγορουμένη γνώριζε ότι όλες οι εν λόγω επιταγές ήταν κλεμμένες και πλαστογραφημένες, όταν τις ματαβίβαζε διαδοχικά στον εξαπατηθέντα πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος και δε θα προέβαινε στην προεξόφλησή τους, με συνολική ζημία του το ποσό των 60.845.000 δραχμών (ήτοι 178.562 ευρώ), αν γνώριζε την αλήθεια.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2008 αίτηση - δήλωση της Χ για αναίρεση της με αριθμ. 1143/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας οφέλους - ζημίας, που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ. 1. Η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 Α΄ ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, κατά το πρώτο σκέλος της, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως απαιτεί τέλεση κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το ποσό του οφέλους ή της ζημίας να υπερβαίνει το ποσόν των 5.000.000 δραχμών (ΑΠ 222/2008, 1074/2006). Είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. 2. Επίσης αιτιολογείται επαρκώς, με παρεμπίπτουσα απόφαση η απόρριψη υποβληθέντος αιτήματος αναβολής της δίκης για τρίτη φορά, για να προετοιμάσει την υπεράσπιση του ο παριστάμενος εξουσιοδοτηθείς συνήγορος της κατηγορουμένης, γιατί είχε επαρκή χρόνο τριών πλήρων ημερών. 3. Συρρέουν αληθώς η απάτη και η πλαστογραφία με σκοπό περιουσιακού οφέλους και δε συντρέχει δεδικασμένο από την αθώωση της κατηγορουμένης για κλοπή και πλαστογραφία των τραπεζικών επιταγών, που μέσω των οποίων έγινε η παραπλάνηση του πολιτικώς ενάγοντος που προεξόφλησε αυτές. 4. Ο περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμός της για απάτη κατηγορουμένης, για το λόγο ότι αγνοούσε ότι οι μεταβιβασθείσες και προεξοφληθείσες επιταγές ήταν κλεμμένες και πλαστογραφημένες, δεν είναι αυτοτελής, αλλ' αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και το Δικαστήριο, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και δη αιτιολογημένα, παρά ταύτα με ειδική και επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκε. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Δεδικασμένο, Εξακολουθούν έγκλημα, Αναβολής αίτημα, Πλάνη πραγματική.
| 0
|
Αριθμός 1431/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σούφη περί αναιρέσεως της 8, 24α, 47, 48/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 567/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του Κ.Π.Δ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 παρ.1 στοιχείο δ, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 6-3-2008 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμό 8, 24α, 47 και 48/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, σε κάθειρξη 6 ετών και 1 μηνός για σωματεμπορία κατ' επάγγελμα και για παράνομη είσοδο στη Χώρα, ζητεί την αναίρεση αυτής, προς θεμελίωση δε της κρινόμενης πιο πάνω αιτήσεώς του, επικαλείται αυτός κατά λέξη και πιστή αντιγραφή από την έκθεση αναιρέσεως τα παρακάτω: "1. Η προσβαλλόμενη απόφασις περιέπεσεν εις την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, διότι δεν εκθέτει μετά σαφηνείας και πληρότητος τα πραγματικά περιστατικά και τας σκέψεις βάσει των οποίων εποιήσατο την κατάφασιν περί τελεσιουργίας υπ' εμού του εγκλήματος της σωματεμπορίας κατά συναυτουργίαν. Επλημμέλησεν η αναιρεσιβαλλόμενη εις τον νομικόν χαρακτηρισμόν της αποδιδομένης εις εμέ ποινικής αδικοπραγίας και τούτο διότι δεν εξειδικεύει δια ποίων πραγματικών περιστατικών έλαβε χώραν η συνεκτέλεσις όσον και η συναπόφασίς του εγκλήματος το οποίον μου αποδίδεται. Δεν εκθέτει δια πραγματικών γεγονότων εκδήλωσιν εκουσίας συμπεριφοράς μου συγκροτούσης τόσον την αντικειμενικήν υπόστασιν του εγκλήματος, όσον και τον υπερχειλή δόλον της προμνησθεισας ποινικής αδικοπραγίας, την οποίαν ομολόγησεν ο συγκατηγοτούμενός μου ότι ετέλεσεν άνευ ουδεμιάς ημετέρας αναμείξεως πλήν του γεγονότος ότι τον εφιλοξένησα εις την κατοικίαν μου. 2. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφασις στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν εκθέτει συγκεκριμένας ημετέρας πράξεις, συνιστώσας τας προύποθέσεις της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που μου απεδόθη και με καταδίκασε". Έτσι, όμως, όπως έχουν διατυπωθεί γενικά και αόριστα οι δυο πρώτοι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι τυχόν πλημμέλειες, σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε ποια κεφάλαια αυτής ανάγονται και ποια πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, λόγω παντελούς αοριστίας αυτών.
Κατά το άρθρο 211 εδ. α του Κ.Π.Δ, με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο όσοι άσκησαν και ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 ΚΠΔ, καλυπτόμενη επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για το λόγο ότι επήλθε ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, από το γεγονός ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε, επέτρεψε την εξέταση, ως μάρτυρα, του αστυνομικού ..., ο οποίος είχε ασκήσει ανακριτικά καθήκοντα. Όμως, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι κατά την εξέταση του ως άνω μάρτυρα αστυνομικού, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος είχε προβεί μόνο στη σύλληψη του κατηγορουμένου, χωρίς να ασκήσει οποιαδήποτε άλλα ανακριτικά καθήκοντα, δεν προβλήθηκε από μέρους του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, που τον εκπροσώπησε, Ιωάννη Σούφη, οποιαδήποτε αντίρρηση.
Συνεπώς, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι επήλθε, κατ' εκτίμηση, σχετική ακυρότητα από την εξέταση του ως άνω μάρτυρα, και η οποία αποτελεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ, τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου της Κλειστής Φυλακής ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 8, 24α, 47 και 48/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι. Απαράδεκτη η αναίρεση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αβάσιμος ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1430/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Ρομποτή, περί αναιρέσεως της 288, 288α/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Πενταμελές Εφετείου Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο δικόγραφο των από 12 Φεβρουαρίου 2009 προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1746/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α του ν.1729/1987, όπως αντικατ. με το άρθρο 10 του ν.2161/1993 και ήδη κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ.1 α ΚΝΝ (ν. 3459/2006), τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή 2.900 ευρώ μέχρι 290.000 ευρώ, όποιος, πλην άλλων, διαμετακομίζει ναρκωτικές ουσίες. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, διαμετακόμιση σημαίνει η διέλευση μέσω της Ελλάδος των ναρκωτικών, που εκκινούν από μία άλλη χώρα και προορίζονται να καταλήξουν μέσω της Ελλάδος σε άλλη τρίτη χώρα, όντος αδιαφόρου, αν η κρίσιμη διέλευση γίνεται μέσω των ελληνικών χωρικών υδάτων, μέσω τελωνειακά ελεύθερων ζωνών ή σε συνθήκες transit. Κατ'άρθρο δε 5 παρ.2 του ΠΚ, πλοία ή αεροσκάφη ελληνικά θεωρούνται έδαφος της επικράτειας οπουδήποτε και αν βρίσκονται, εκτός αν σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο υπόκεινται σε αλλοδαπό νόμο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως εκείνες που απορρίπτουν υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης και διεξαγωγής αποδείξεων, επίσης και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού, όπως είναι ο ισχυρισμός περί καταστάσεως ανάγκης και περί πραγματικής πλάνης του κατηγορουμένου. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: ο κατηγορούμενος Χ τέλεσε τις πράξεις: 1) της διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών και 2) της έκθεσης πλοίου σε κίνδυνο λαθρεμπορίας κατά τα εκ το διατακτικό της παρούσης αποφάσεως αναλυτικώς αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (7 και 8-6-2001) ήταν πλοίαρχος του Ε/Γ πλοίου "A..." Ν.Π. ... . Με την ιδιότητά του αυτή κατά τον ανωτέρω χρόνο με το εν λόγω πλοίο πραγματοποίησε δρομολόγιο από το λιμάνι του ... στο ... . Με αυτό, εκτός των άλλων, μετέφερε ποσότητα ηρωίνης βάρους δέκα κιλών και τριακοσίων πενήντα εννέα (10.359) γραμμαρίων, συσκευασμένη σε είκοσι πακέτα. Επίσης μετέφερε και ποσότητα κοκαΐνης 158,3 γραμμαρίων. Τις ποσότητες αυτές των ναρκωτικών ουσιών τις είχε τοποθετήσει στο αυτοκίνητό του, το οποίο συνήθως έπαιρνε μαζί του με το πλοίο στην ... για τις εκεί μετακινήσεις του. Όταν έφθασε εκεί το πλοίο, ο κατηγορούμενος-πλοίαρχος εξήλθε του πλοίου με το αυτοκίνητό του και αφού διήνυσε απόσταση μερικών χιλιομέτρων από το λιμάνι του ... σταμάτησε και προσπάθησε να παραδώσει τα ναρκωτικά σε πρόσωπα με τα οποία είχε σχετικώς συμφωνήσει προηγουμένως. Όμως οι κινήσεις του έγιναν αντιληπτές από Ιταλούς αστυνομικούς, οι οποίοι τον παρακολουθούσαν από την έξοδό του από το πλοίο και μέσα. Οι εν λόγω αστυνομικοί διενήργησαν έλεγχο στο αυτοκίνητό του και βρήκαν τα ανωτέρω ναρκωτικά, οπότε αμέσως τον συνέλαβαν. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κηρύχτηκε ένοχος αμετακλήτως για την πρώτη πράξη με βάση τις ανωτέρω αποφάσεις των Ιταλικών δικαστηρίων, που αναγνώστηκαν, και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 4 ετών και σε χρηματική ποινή 44.000 ευρώ. Όλα τα παραπάνω και δη: η τέλεση των προαναφερομένων πράξεων επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και από όλα τα αναγνωσμένα έγγραφα. Ειδικά από τις ανωτέρω αποφάσεις των Ιταλικών δικαστηρίων πιστοποιείται ότι η διάπραξη από τον κατηγορούμενο της πρώτης πράξης δηλαδή της διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών, την οποία μάλιστα συνομολόγησε ενώπιον του Εφετείου Μπάρι Ιταλίας. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα επιβεβαιώνεται η τέλεση και της δεύτερης πράξης της έκθεσης πλοίου σε κίνδυνο με διενέργεια λαθρεμπορίου (άρθρα 297 § 1 και 2 Π.Κ.), σύμφωνα με τα ανωτέρω και εις το διατακτικό αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά. Αυτό γιατί αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος, εισήγαγε στο ανωτέρω πλοίο με το προαναφερόμενο αυτοκίνητο ναρκωτικές ουσίες για να τις μεταφέρει στην ... και να τις παραδώσει στα ανωτέρω πρόσωπα, κατά τη σχετική τους συμφωνία. Η πράξη του αυτή είναι προφανές ότι μπορούσε να προκαλέσει τον κίνδυνο κατάσχεσης του πλοίου σε ενδεχόμενο έλεγχο από τους αρμόδιους αστυνομικούς υπαλλήλους, όπως και τελικά έγινε. Στην πράξη του αυτή προέβη από δόλο, αφού ο ίδιος εισήγαγε τις ναρκωτικές ουσίες στο πλοίο με το ανωτέρω αυτοκίνητο του και συνεπώς γνώριζε την εισαγωγή των ανωτέρω ουσιών στο πλοίο και ότι υπήρχε κίνδυνος κατάσχεσής του από τους ανωτέρω υπαλλήλους σε ενδεχόμενη έρευνα του πλοίου. Παρά ταύτα προέβη στις ανωτέρω πράξεις του με σκοπό να αποκομίσει τα οφέλη από τη παράνομη αυτή δοσοληψία που είχε συμφωνήσει με τα ανωτέρω πρόσωπα, τα οποία θα παρελάμβαναν τις ως άνω σημαντικές ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να μεταφέρει τα ναρκωτικά υπό το βάρος απειλών για τη ζωή του ίδιου και της κόρης του και συνεπώς υφίστατο γι' αυτόν (κατηγορούμενο) κατάσταση ανάγκης, η οποία αποκλείει τον καταλογισμό της πράξης του. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδείχτηκε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα. Αντίθετα από τα ίδια μέσα αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε, χωρίς να απειληθεί από κανένα πρόσωπο, προέβη δε στις ως άνω πράξεις αυτοβούλως και σύμφωνα με τη σχετική συμφωνία με τα πρόσωπα εκείνα που τον ανέμεναν στο ... . Πρέπει να επισημανθεί ότι το μη βάσιμο του ισχυρισμού του επιβεβαιώνεται και από τις ανωτέρω αποφάσεις του Ιταλικού δικαστηρίου, αφού στο μεν πρωτοβάθμιο δικαστήριο προβλήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός του κατ/νου και απορρίφθηκε, στο δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο εν λόγω ισχυρισμός αποσύρθηκε από τον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος προέβαλε επίσης τον ισχυρισμό ότι δεν γνώριζε "την ιδιότητα των μεταφερόμενων ουσιών ως ναρκωτικών", γιατί τις συσκευασίες τις τοποθέτησαν άγνωστα πρόσωπα στο αυτοκίνητο του, ενώ ο ίδιος βρισκόταν υπό την απειλή όπλου και συνεπώς οι ως άνω πράξεις του δεν πρέπει να του καταλογιστούν, λόγω πραγματικής πλάνης. Ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού δεν αποδείχτηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο. Αντίθετα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην τοποθέτηση των ναρκωτικών στο αυτοκίνητο του για να τα μεταφέρει στην ... και να τα παραδώσει σε πρόσωπα, με τα οποία είχε συμφωνήσει προηγουμένως, προκειμένου να προωθηθούν στο εμπόριο. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ζητεί την αναβολή της δίκης προκειμένου να διεξαχθούν αποδείξεις και να προσκομισθεί το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από τις Ιταλικές διοικητικές και δικαστικές αρχές. Το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν συντρέχει κάποιος λόγος προς τούτο, ενόψει των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών, από τα οποία με πληρότητα αποδείχτηκε η από τον κατηγορούμενο τέλεση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, αφού απορριφθούν οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορούμενου, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω πράξεων με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2α του Π.Κ., που του είχε αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως, καθώς και του άρθρου 84 παρ. 2ε' Π.Κ., όπως ζητά ο κατηγορούμενος, αφού προέκυψε ότι συμπεριφέρθηκε καλά, μέσα στην κοινωνία, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τέλος το αίτημα του κατ/νου να του χορηγηθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2β του Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας του".
Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης για δικαστική συνδρομή και ως αβάσιμους κατ'ουσίαν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, περί δεδικασμένου, περί καταστάσεως ανάγκης και περί πραγματικής πλάνης, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο, με συνδρομή στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ. α και ε του ΠΚ, εισαγωγής σε Ελληνικό πλοίο και διαμετακόμισης, μέσω αυτού από ... στο ..., της ναρκωτικής ουσίας 10.359 γραμμ. ηρωΐνης και 158,3 γραμμ. κοκαΐνης και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως επτά ετών και έξι μηνών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ.2, 8 εδ. θ, 26 παρ. 1 εδ. α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1 και 297 παρ. 1, 2 ΠΚ και των άρθρων 4 παρ. 1, 3 - Πιν. Α5, Β αρ.3, 5 παρ. 1 εδ. α του ν.1729/1987, όπως τα άρθρα 4 παρ. 1, 3 Πιν. Α5, Β3, 5 παρ. 1 περ. α, παρ. 2 του ν. 1729/1987 αντικ. με άρθρο 10 του ν. 2161/1993 και ήδη κωδικοποιήθηκαν με ν. 3459/2006 (20 παρ.1 α ΚΝΝ), τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και η απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται: α) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των άνω εγκλημάτων, ήτοι ότι με πρόθεση με σκοπό το κέρδος, εισήγαγε, με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο, στο λιμάνι του ..., μέσα σε Ελληνικό πλοίο, του οποίου ήταν ο ίδιος Πλοίαρχος, και διαμετακόμισε στο λιμάνι του ... δια του πλοίου αυτού 10.359 γραμμ. ηρωΐνης και 158,3 γραμμ. κοκαΐνης, ναρκωτικά τα οποία βρέθηκαν μέσα στο αυτοκίνητό του, μετά μερικά χιλιόμετρα που είχε διανύσει ο ίδιος μετά την αποβίβαση από το πλοίο και αναχώρηση από το άνω λιμάνι του ..., τα οποία και είχε σκοπό να παραδώσει σε εκεί (στην ...) εμπόρους ναρκωτικών, βάσει συμφωνίας τους, β) δεν υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις στο αιτιολογικό και στο διατακτικό, γ) επαρκώς αιτιολογείται η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί καταστάσεως ανάγκης, λόγω απειλών και εκβίασης, και περί πραγματικής πλάνης και αγνοίας δήθεν αυτού της ιδιότητας των σε 20 συσκευασίες μεταφερομένων ως άνω ναρκωτικών ουσιών, ισχυρισμός που είχε απορριφθεί και από το Ιταλικό Δικαστήριο, αντικρουομένων πλήρως και με εκτεταμένη επιχειρηματολογία των περί του αντιθέτου ισχυρισμών, αφού συνεκτιμήθηκαν, όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά επικληθέντα και προσαχθέντα υπό του κατηγορουμένου και αναγνωσθέντα έγγραφα, δ) επαρκώς αιτιολογείται η απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματος αναβολής της δίκης προκειμένου να διεξαχθούν νέες αποδείξεις και να προσκομισθεί με δικαστική συνδρομή το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από τις Ιταλικές ανακριτικές - δικαστικές Αρχές, αφού ήδη αναγνώσθηκαν συναφώς για την ιδία αξιόποινη πράξη, οι προαναφερθείσες αποφάσεις του Εφετείου του Μπάρι και του Αρείου Πάγου της Ιταλίας, ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος συνομολογεί ότι στην Ιταλική δικαιοσύνη, παραιτήθηκε από τους λόγους της εφέσεώς του. Άλλωστε, το θέμα της αναβολής ή μη της δίκης ανήκει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, γιαυτό και από την παραπάνω αιτιολογημένη απόρριψη του ρηθέντος περί αναβολής αιτήματος του αναιρεσείοντος για διεξαγωγή αποδείξεων, δεν παραβιάσθηκε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, που προβλέπει την αρχή της δίκαιης δίκης, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Εξάλλου, και η συναφής αιτίαση, ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε και ψευδώς ερμήνευσε την υπερνομοθετικού περιεχομένου ως άνω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, γιατί κατέστησε τη θέση του μειονεκτική και του στέρησε, με την απόρριψη του αιτήματος αναβολής και την καταδικαστική του απόφαση, κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, είναι επίσης απαράδεκτη, γιατί οι διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, δεν έχουν ουσιαστικό ποινικό περιεχόμενο, ενώ και η παράβασή τους καθ' εαυτή, δεν ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως.
Συνακόλουθα, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ σχετικοί πρώτος και δεύτερος του κυρίως δικογράφου και δεύτερος των προσθέτων λόγων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, σε σχέση με τα εν λόγω αδικήματα και τους απορριφθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του, περί αναβολής για διεξαγωγή αποδείξεων, περί πραγματικής πλάνης και περί καταστάσεως ανάγκης, που προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους προσθέτους λόγους, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σε σχέση με την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τις πράξεις αυτές, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η αρχή της προφορικότητας της δίκης και το κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο και το συνήγορό του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου, που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της αποφάσεως, ως προς το αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι και σε αυτό την κρίση του, οπότε, όμως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, δηλαδή, εκείνα που υπήρχαν στη δικογραφία και εκείνα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, τα οποία όλα, χωρίς αντίρρηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου, αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνονται και τα με αύξοντες αριθμούς 4, 5, 7 εξής τρία: "4. Αντίγραφο επίσημης μετάφρασης της 2629/02 R.G. απόφασης του Εφετείου του Μπάρι (1ο Ποινικό Τμήμα). 5. Αντίγραφο επίσημης μετάφρασης της 430/03 RS αριθμός 2629/02 R.G. απόφασης του Εφετείου του Μπάρι. 7 Αντίγραφο επίσημης μετάφρασης της με αριθ. απόφασης 430/03 αρ. Γεν. Πρωτ. 2629/02 του Εφετείου του Μπάρι". Με την πιο πάνω αναφορά των τριών εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, ή τα πρόσωπα στα οποία αφορούν, αφού αυτά τα τρία έγγραφα, συνιστούν ένα και το αυτό έγγραφο, δηλαδή επίσημη μετάφραση αντιγράφου της ιδίας με αριθμό 2629/02 αποφάσεως του Εφετείου του Μπάρι Ιταλίας, ευρισκομένης προφανώς σε τρία αντίγραφα στη δικογραφία, από προσκόμιση του συνηγόρου του κατηγορουμένου και από την Εισαγγελία, μετά από παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Άλλωστε, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, παριστάμενος και εκπροσωπώντας τον αναιρεσείοντα, σαφώς γνώριζε την πλήρη ταυτότητα και το περιεχόμενό τους, αλλά και με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά οπωσδήποτε και τα τρία κατά το περιεχόμενό τους και σε αυτόν, συνεπώς ο τελευταίος, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο και των τριών αυτών αναγνωσθέντων εγγράφων, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Άρα, ο σχετικός για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από τα άρθρα 171 παρ.1 περ. δ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΚΠοινΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη κι αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 παρ. 2, 525 και 526 του ιδίου Κώδικα, αν δε παρά την πιο πάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν αποκλειστικά στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου και αφορούν αποφάσεις ημεδαπών ποινικών Δικαστηρίων. Δεν εμποδίζεται, αντίθετα, ποινική δίωξη στην ημεδαπή, από απόφαση αλλοδαπού ποινικού Δικαστηρίου. Εναπόκειται περαιτέρω στο νομοθέτη να θεσπίσει περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένη αναγνώριση των αλλοδαπών ποινικών αποφάσεων. 'Ετσι ορίζεται με το άρθρο 9 παρ. 1 του Π.Κ., ότι η ποινική δίωξη για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται αν ο υπαίτιος δικάστηκε για την πράξη αυτή στην αλλοδαπή και αθωώθηκε ή αν, σε περίπτωση που καταδικάστηκε, έχει εκτίσει ολόκληρη την ποινή του. Κατά την παράγραφο όμως 2 του ιδίου άρθρου, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις πράξεις που ορίζει το άρθρο 8 Π.Κ. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι η απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου, με την οποία ο κατηγορούμενος αθωώθηκε αμετάκλητα ή καταδικάστηκε και εξέτισε την ποινή του εμποδίζει νέα δίωξη στην ημεδαπή. Εξαίρεση ισχύει επί καταδικαστικής αλλοδαπής αποφάσεως, αν δεν έχει αποτιθεί ολόκληρη η ποινή, καθώς και για τα εγκλήματα που ορίζει το άρθρο 8 του Π.Κ., στα οποία περιλαμβάνεται (υπό στοιχείο θ') και το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών φαρμάκων (ουσιών). Για τις περιπτώσεις αυτές δεν εμποδίζεται νέα δίωξη, πλην όμως προβλέπεται από το άρθρο 10 του ιδίου Κώδικα, η αφαίρεση της ποινής που έχει εκτιθεί στην αλλοδαπή από την ποινή που επιβλήθηκε τυχόν ακολούθως στην ημεδαπή. Αυτά ισχύουν, βεβαίως, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ειδική με άλλα κράτη συμβατική ρύθμιση, η οποία είναι δεσμευτική για τα συμβληθέντα μέρη. Το Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με το ν.2462/1997, επιβάλλει την υποχρέωση στα Συμβαλλόμενα Κράτη να δημιουργήσουν, σύμφωνα με τις συνταγματικές τους διαδικασίες και τις διατάξεις του Συμφώνου, τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν τη λήψη μέτρων νομοθετικού ή άλλου χαρακτήρα, καταλλήλων για την προστασία των δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται στο Δ.Σ. στις περιπτώσεις όπου τέτοιες διατάξεις ή μέτρα δεν έχουν ήδη προβλεφθεί. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 14 του Δ.Σ. καθιερώνεται η αρχή "ne bis in idem", δηλαδή ότι "κανείς δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικαστεί με οριστική απόφαση, που εκδόθηκε σύμφωνα με το δίκαιο στην ποινική δικονομία κάθε χώρας". Η αρχή αυτή καθιερώνεται, ως προστασία ατομικού δικαιώματος και από το άρθρο 4 παρ.1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 54 - 57 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen, που κυρώθηκε με το ν. 2514/1997. Η διατύπωση αυτή σημαίνει αλλά και η πρόδηλη έννοια της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να είναι παρά ότι κανένας δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται και πάλι από τα δικαστήρια κάθε επιμέρους συμβαλλόμενης χώρας, ήτοι "του ιδίου Κράτους". Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνεται στο Σύμφωνο που παρέχει οδηγίες προς τα συμβαλλόμενα Κράτη-Μέλη για την προσαρμογή της νομοθεσίας τους.
Συνεπώς οι αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο ή ανάλογη δέσμευση με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Δ.Σ., διότι με αυτή αναφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε συμβαλλόμενου Κράτους. Όμως η αρχή αυτή (ne bis in idem) είχε προβλεφθεί ήδη από τον ημεδαπό νομοθέτη, με τη διάταξη του άρθρου 57 του ΚΠοινΔ, που προαναφέρθηκε, επαναλήφθηκε δε και με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1705/1987, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικαστεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού". Από τη σαφή διατύπωση και της παραπάνω διατάξεως της ΕΣΔΑ προκύπτει ότι οι αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις παράγουν δεδικασμένο μόνο στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους - μέλους στο οποίο εκδόθηκαν (ΑΠ 7/2002 σε Τακτική Ολομέλεια).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 54 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen, που έχει συναφθεί μεταξύ των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και έχει κυρωθεί με το ν. 2514/27.6.1997, ορίζεται ότι "όποιος δικάστηκε τελεσίδικα από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να διωχθεί από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπό τον όρο όμως ότι σε περίπτωση καταδίκης η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με τους νόμους του Συμβαλλόμενου Μέρους που επέβαλε την καταδίκη". Με αυτή τη διάταξη εφαρμόζεται μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών η αρχή "ne bis in idem". Η Ελλάδα, όμως, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 55 της Συμφωνίας, διατύπωσε σαφή επιφύλαξη και δήλωσε, με το άρθρο 3 του κυρωτικού νόμου, που ορίζει: "όταν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο της αλλοδαπής απόφασης, έλαβαν χώρα είτε ενόλω είτε εν μέρει στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας. Όταν τα πραγματικά περιστατικά που αποτέλεσαν αντικείμενο της αλλοδαπής αποφάσεως, στοιχειοθετούν τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, οι οποίες προβλέπονται από την ελληνική ποινική νομοθεσία α) ... η) παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ...", ότι δεν δεσμεύεται από το άρθρο 54 της Σύμβασης συνεπεία της αρχής του δεδικασμένου από τις ποινικές αποφάσεις των Συμβαλλομένων Μερών για ορισμένα εγκλήματα, μεταξύ των οποίων και το έγκλημα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών. Εάν όμως γινόταν δεκτό ότι με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 14 του Διεθνούς Συμφώνου, που κυρώθηκε στις 26.2.1997, οι αλλοδαπές αποφάσεις παράγουν δεδικασμένο, τότε η παραπάνω διατυπωθείσα επιφύλαξη (από 27.6.1997) στο άρθρο 54 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen θα ήταν αντίθετη με τη διάταξη της παρ.7 του άρθρου 14 του ευρύτερης εφαρμογής Διεθνούς Συμφώνου και εντεύθεν κενή περιεχομένου. (ΑΠ 887/2001).
Στην κρινόμενη υπόθεση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον Έλληνα κατηγορούμενο παραβάσεως ως άνω του ν. 1729/1987 περί ναρκωτικών και του επέβαλε ποινή καθείρξεως επτά ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, ενώ απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου να κηρυχθεί, κατ'άρθρο 57 και 370 περ. γ ΚΠοινΔ, απαράδεκτη, η κατ'αυτού ασκηθείσα στην Ελλάδα ποινική δίωξη, λόγω διεθνούς δεδικασμένου, προκύπτοντος από την με αρ. 430/2004 απόφαση του Εφετείου του Μπάρι Ιταλίας, η οποία κατέστη αμετάκλητη με τη με αριθ. 9491/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου της Ιταλίας, που τον καταδίκασε για την ίδια ακριβώς πράξη παραβάσεως του Ιταλικού νόμου περί ναρκωτικών, σε ποινή φυλακίσεως 4 ετών και χρηματική ποινή 44.000 ευρώ.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, θεώρησε την ποινική δίωξη παραδεκτή και απέρριψε τον περί απαραδέκτου αυτής προβληθέντα ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, κατά το άρθρο 57 ΚΠοινΔ, λόγω μη συνδρομής δεδικασμένου, με την παρακάτω αιτιολογία: "Κατά το άρθρο 57 Κ.Π.Δ., αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 παρ. 2, 525 και 526 ίδιου κώδικα, αν δε παρά την πιο πάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν αποκλειστικά στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου και αφορούν αποφάσεις ημεδαπών ποινικών δικαστηρίων. Δεν εμποδίζεται, αντίθετα ποινική δίωξη στην ημεδαπή από απόφαση αλλοδαπού ποινικού δικαστηρίου. Εναπόκειται περαιτέρω στο νομοθέτη να θεσπίσει περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένη αναγνώριση των αλλοδαπών ποινικών αποφάσεων. Έτσι ορίζεται με το άρθρο 9 παρ. 1 του Π.Κ., ότι η ποινική δίωξη για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται αν ο υπαίτιος δικάστηκε για την πράξη αυτή στην αλλοδαπή και αθωώθηκε ή αν, σε περίπτωση που καταδικάστηκε έχει εκτίσει ολόκληρη την ποινή του. Κατά την παράγραφο όμως 2 του ίδιου άρθρου, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις πράξεις που ορίζει το άρθρο 8 Π.Κ. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου με την οποία ο κατηγορούμενος αθωώθηκε αμετάκλητα ή καταδικάστηκε και εξέτισε την ποινή του, εμποδίζει νέα δίωξη στην ημεδαπή. Εξαίρεση ισχύει επί καταδικαστικής αλλοδαπής απόφασης αν δεν έχει αποτιθεί ολόκληρη η ποινή, καθώς και για τα εγκλήματα που ορίζει το άρθρο 8 του Π.Κ., στα οποία περιλαμβάνεται (υπό στοιχ. θ') και το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών ουσιών. Για τις περιπτώσεις αυτές δεν εμποδίζεται νέα δίωξη, πλην όμως προβλέπεται από το άρθρο 10 του ίδιου κώδικα η αφαίρεση της ποινής που έχει εκτιθεί στην αλλοδαπή από την ποινή που επιβλήθηκε τυχόν ακολούθως στην ημεδαπή. Αυτά ισχύουν, βεβαίως, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ειδική με άλλα κράτη συμβατική ρύθμιση, η οποία είναι δεσμευτική για τα συμβληθέντα μέρη [βλ. σχετ. Ολ. ΑΠ 7/2002 ΠΧ ΝΒ (2002) 704]. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος εκθέτει μεταξύ άλλων, ότι καταδικάστηκε αμετάκλητα για την πρώτη πράξη της διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών: 1) σε φυλάκιση τεσσάρων ετών, η οποία δεν έχει αποτιθεί εισέτι και σε χρηματική ποινή 44.000,00 ευρώ με την υπ' αριθμό 9491/2004 απόφαση του Ιταλικού Αρείου Πάγου. Παράλληλα ασκήθηκε δεύτερη ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορούμενου για την ίδια ως άνω πράξη από τις ελληνικές δικαστικές αρχές κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9 και 8 Π.Κ. Ζητεί στη συνέχεια να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα στην Ελλάδα ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορούμενου και να καταργηθεί η παρούσα δίκη. Με τα δεδομένα αυτά το αίτημα του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, ενόψει και των όσων αναπτύχτηκαν στη μείζονα σκέψη".
Με βάση όμως τις παραδοχές του αυτές και αυτά που αναπτύχθηκαν παραπάνω, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 57 ΚΠοινΔ και 8, 9, 10 του ΠΚ, και τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 14 παρ.4, 7 του ν. 2462/1997 περί του Διεθνούς Συμφώνου του ΟΗΕ (ΔΣΑΠΔ), 4 παρ.1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 54, 55 του ν. 2514/1997 περί κυρώσεως της Συνθήκης Schengen, οι οποίες ισχύουν στην Ελλάδα, και ορθά αποφάνθηκε ότι οι άνω διατάξεις 8, 9, 10 του ΠΚ, δεν αντίκεινται στο Ευρωπαϊκό κεκτημένο και δεν επηρεάσθηκαν από την ως άνω διάταξη άρθρου 14 παρ.7 του ΔΣΑΠΔ, τις διατάξεις του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και τις διατάξεις της Συμβάσεως Εφαρμογής της Συνθήκης Schengen και ορθά και σύννομα, λόγω της μη καταργηθείσας επιφυλάξεως της Ελλάδος, του άρθρου 55 του ν. 2514/1997, προχώρησε στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της κρινόμενης υποθέσεως παραβάσεως του ν. 1729/1987 περί ναρκωτικών, τελεσθείσας της διαμετακομίσεως υπ'αυτού με Ελληνικό πλοίο, του οποίου ήταν πλοίαρχος, από το ... της ... στο ... της ..., κατ'άρθρο 8 περ. θ ΠΚ και με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε τις προβληθείσες ενστάσεις και ισχυρισμούς του κατηγορουμένου να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα στην Ελλάδα σε βάρος του ποινική δίωξη, λόγω συνδρομής διεθνούς και ευρωπαϊκού δεδικασμένου. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Στ' ΚΠοινΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-10-2008 αίτηση-δήλωση του Χ και τους προσθέτους από 12-2-2009 λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμό 288, 288α/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Α. Παραβάσεις του Ν. Περί ναρκωτικών (Διαμετακόμιση μέσω Ελληνικού Πλοίου). Β. Εισαγωγή σε πλοίο ναρκωτικών με κίνδυνο κατάσχεσης αυτού. Άρθρο 297 ΠΚ. 1. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο 1ος και 2ος λόγος αναιρέσεως και 2ος των προσθέτων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, τόσον για την ενοχή, όσον και για την απόρριψη αιτήματος αναβολής για διεξαγωγή αποδείξεων και για απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου περί πραγματικής πλάνης και περί καταστάσεως ανάγκης. 2. Απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία ο 3ος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 Β΄, 501 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ, διότι αναγνώσθηκαν τρεις αποφάσεις του Εφετείου του Μπάρι Ιταλίας, που δεν προσδιορίζεται επακριβώς η ταυτότητα των εγγράφων αυτών. 3. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο 1ος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ΄ του ΚΠΔ, για παρά το νόμο απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως στην Ελλάδα, λόγω δεδικασμένου και για παραβίαση Διεθνούς δεδικασμένου, από αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση Ιταλικού δικαστηρίου, κατά τα άρθρα 14 παρ. 7, 2 ΔΣΑΠΔ/1966 του ΟΗΕ, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1987 και 4 παρ.1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και για παραβίαση ενδοευρωπαϊκού δεδικασμένου, και δη της αρχής "ne bis in idem", που καθιερώνεται με το άρθρο 54 του Ν. 2514/1997, που κύρωσε τη Συνθήκη του Schengen, λόγω ισχύος και εφαρμογής της αρχής αυτής για το δεδικασμένο, να μη δικάζεται κανείς πολίτης δύο φορές για την ίδια πράξη, όταν έχει αθωωθεί ή καταδικασθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όσον αφορά μόνο τα δικαστήρια κάθε επί μέρους συμβαλλόμενης χώρας, ήτοι του ιδίου κράτους, αρχή που ήδη προβλεπόταν από το άρθρο 57 του ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 7/2002), ενώ για την καθιερούμενη ιδία αυτή αρχή, δια του άρθρου 54 της άνω Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen, η Ελλάδα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 55 της άνω Συνθήκης, που επιτρέπει επιφυλάξεις στα συμβαλλόμενα κράτη, για προστασία ουσιώδους συμφέροντος του κράτους, δήλωσε ρητή επιφύλαξη με το άρθρο 3 του άνω κυρωτικού νόμου, ότι δε θα δεσμεύεται συνεπεία της αρχής του άνω δεδικασμένου από τις ποινικές αποφάσεις των συμβαλλομένων κρατών για ορισμένα εγκλήματα, μεταξύ των οποίων (άρθρο 8 περ. θ΄ ΠΚ) και το έγκλημα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών (ΑΠ 887/2001). Επομένως δεν αντιβαίνει στο κοινοτικό κεκτημένο, δεν συντρέχει περίπτωση δεδικασμένου από την Ιταλική καταδικαστική απόφαση και δεν εμποδίζεται η νέα δίωξη για ίδιο τέτοιο αδίκημα ναρκωτικών, πλην όμως προβλέπεται από το άρθρο 10 ΠΚ, η αφαίρεση της ποινής που έχει ήδη αποτιθεί στην αλλοδαπή από την ποινή που επιβλήθηκε στην ημεδαπή. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Δεδικασμένο, Αναβολής αίτημα, Πλάνη πραγματική, Ανάγκης κατάσταση.
| 0
|
Αριθμός 1429/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 157/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα το Μάρκο ΛΙΑΜΟ του Γεωργίου, κάτοικο Θεσσαλονίκης, που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο δικόγραφο των από 2 Φεβρουαρίου 2009 προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1370/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 362 του ΠΚ "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή". Κατά το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Αν δεν αποδεικνύεται ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές, καταλειπομένων αμφιβολιών περί της αληθείας ή αναληθείας αυτού, δεν θεμελιώνεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως. Κατά τη διάταξη αυτή, ως γεγονός θεωρείται κάθε συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου, παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συμπεριφορά ή συγκεκριμένη σχέση που αναφέρεται στο παρελθόν ή το παρόν και υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Τέλος δε και ο χαρακτηρισμός και η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως, είναι αξιόποινος, μόνον όταν συνδέονται ή σχετίζονται με γεγονότα, ώστε, με την σύνδεση και σχέση τους με αυτά, ουσιαστικά να προσδιορίζουν την έκταση της ποσοτικής και ποιοτικής βαρύτητάς τους. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν, όμως, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως κατά τα ανωτέρω επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς και να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν τη γνώση και από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Περαιτέρω, για την ύπαρξη της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στις αποφάσεις που αναφέρονται στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής ή και το εκπρόθεσμο της εγκλήσεως. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως.
Εξάλλου, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "ΕΠΕΙΔΗ από τη χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένους στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής. Ο κατηγορούμενος στη ..., την 11.11.2002, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για τον εγκαλούντα Ψ γεγονότα ψευδή που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτού, ενώ τελούσε εν γνώσει του ψεύδους. Πιο συγκεκριμένα συνέταξε και κατέθεσε την 1-11-2002 στον Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθμ. καταθ. 64/2002 αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 2806/19-20.9.2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας κηρύχθηκε ένοχος για την σε βάρος της συζύγου του εγκαλούντος Ω, αξιόποινη πράξη της καταχρήσεως σε ασέλγεια και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών, με την οποία -αίτηση αναιρέσεως- ισχυρίσθηκε ψευδώς, ενώπιον των δικαστικών υπαλλήλων της Γραμματείας του Εφετείου Θεσσαλονίκης και των Αρεοπαγιτών και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, που έλαβαν γνώση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, για τον εγκαλούντα Ψ ότι η σύζυγος του ΑΑ κατεμήνυσε τον κατηγορούμενο ότι τέλεσε σε βάρος της την αξιόποινη πράξη της καταχρήσεως σε ασέλγεια, προκειμένου να πετύχει την πρόσληψη του συζύγου της - εγκαλούντος στο Μουσικό Γυμνάσιο - Λύκειο ..., αναφέροντας επί λέξει τα εξής: "... το σχέδιο τους πέτυχε τον σκοπό του, γιατί εγώ έφυγα από το σχολείο ... ο σύζυγος της κυρίας προσελήφθη στο σχολείο ... δεν έχω καμία σχέση με την ιστορία της εγκαλούσας που έγινε εκ των υστέρων για να με πλήξει υπηρεσιακώς: και να "τακτοποιηθεί" ο σύζυγός της, όπερ επέτυχε και μάλιστα στο διττό στόχο ... και ο σύζυγος της προσελήφθη ως υπάλληλος στο σχολείο. Η προβολή των ισχυρισμών αυτών ομού μετά της "τακτοποίησης" του συζύγου ...". Έπραξε δε τούτο ο κατηγορούμενος ενώ γνώριζε ότι τα ανωτέρω γεγονότα που ισχυρίσθηκε και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ήταν ψευδή, αφού η αλήθεια ήταν ότι η καταγγελία της συζύγου του εγκαλούντος ήταν αληθής και δεν έγινε με στόχο να προσληφθεί στο ανωτέρω σχολικό συγκρότημα ο εκκαλών, ο οποίος ουδεμία εργασιακή σχέση έχει με το σχολείο αυτό, τυγχάνει δε διοικητικός Διευθυντής του Μακεδονικού Ωδείου. Όλα τα προαναφερθέντα λόγω της ιδιότητάς του (υψηλόβαθμος και έμπειρος εκπαιδευτικός που εκτελούσε καθήκοντα διευθυντή σ' αυτό το σχολείο) τα γνώριζε ο κατηγορούμενος, δηλαδή είχε πλήρη γνώση της αναλήθειας των γεγονότων που ισχυρίσθηκε (ΑΠ 819|2006 δημ. Νόμος) πλην όμως παρά ταύτα συμπεριέλαβε στην πιο πάνω αίτηση αναίρεσης τα εν λόγω ψευδή γεγονότα, αποκλειστικά στα πλαίσια της ανεπιτυχούς προσπάθειας του αφενός μεν για να αποσείσει τις ποινικές ευθύνες του σχετικά με το ανωτέρω αποδιδόμενο σ' αυτόν έγκλημα της κατάχρησης σε ασέλγεια , αφετέρου δε να απαξιώσει και περαιτέρω να αποδυναμώσει το περιεχόμενο της σχετικής έγκλησης της συζύγου του εγκαλούντος. Μάλιστα τα προαναφερθέντα ψευδή γεγονότα ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου και περαιτέρω ήταν ικανά να πλήξουν την εν λόγω προσωπικότητα του, καθώς και το κύρος του στον επιστημονικό κύκλο των συναδέλφων του, αφού κατέστησαν γνωστά και σ' αυτόν. Περαιτέρω ο προβληθείς ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο περί του ότι ο εγκαλών υπέβαλε την έγκληση μετά την παρέλευση του τριμήνου από το χρόνο γνώσης της τέλεσης της πράξης που έλαβε χώρα στις 9-6-2003 κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Και τούτο γιατί προέκυψε ότι το περιεχόμενο του επίδικου εγγράφου περιήλθε σε γνώση του εγκαλούντος περίπου στα τέλη Νοεμβρίου του 2003 , μετά από σχετική πληροφόρηση από το ΒΒ, δικηγόρο Αθηνών, συνήγορο της συζύγου του, και ακολούθως αυτός υπέβαλε την έγκληση του στις 23-1-2004 δηλαδή πριν από την παρέλευση τριμήνου από το χρόνο γνώσης της τέλεσης της επίδικης πράξης, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του ΠΚ και όχι μετά την πάροδο αυτής, όπως αβάσιμα διατείνεται ο κατηγορούμενος (ΑΠ 966|2006 δημ Νόμος). Επομένως με βάση τα αποδειχθέντα ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης".
Στη συνέχεια το ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο συκοφαντικής δυσφημήσεως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα. Με βάση αυτά που αναπτύχθηκαν στην οικεία πιο πάνω νομική σκέψη και τις άνω παραδοχές στο αιτιολογικό του, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 118, 362, 363, 368 του ΠΚ που εφάρμοσε. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αναφέρονται με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τα ψευδή πραγματικά περιστατικά που διέδωσε ο κατηγορούμενος εκπαιδευτικός ενώπιον τρίτων σε βάρος του εγκαλούντος, με την κατάθεση στον Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης την 1-11-2002 αιτήσεως αναιρέσεως καταδικαστικής αυτού για κατάχρηση σε ασέλγεια της συζύγου του εγκαλούντος αποφάσεως, στον επιστημονικό κύκλο των συναδέλφων του, ότι τα διαδοθέντα γεγονότα δεν ήταν αληθή και ήταν πρόσφορα και ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη και το κύρος του εγκαλούντος και ότι γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι ήταν ψευδή και η καταγγελία σε βάρος του από τη σύζυγο του εγκαλούντος αληθής, β) αναφέρεται ότι παθών είναι ο υποβαλών την έγκληση νυν εγκαλών Ψ και όχι μόνον η μη εγκαλούσα σύζυγος του τελευταίου ΑΑ, αφού δέχεται ότι τα διαδοθέντα ψεύδη και δη "ότι η άνω σύζυγος του εγκαλούντος καταμήνυσε τον κατηγορούμενο ότι τέλεσε σε βάρος της την αξιόποινη πράξη της καταχρήσεως σε ασέλγεια, προκειμένου να πετύχει την πρόσληψη του συζύγου της - εγκαλούντος στο Μουσικό Γυμνάσιο- Λύκειο ..., το σχέδιό τους πέτυχε τον σκοπό του, γιατί εγώ έφυγα από το σχολείο ... ο σύζυγος της κυρίας προσελήφθη στο σχολείο ... δεν έχω καμία σχέση με την ιστορία της εγκαλούσας που έγινε εκ των υστέρων για να με πλήξει υπηρεσιακώς και να τακτοποιηθεί ο σύζυγός της, όπερ πέτυχε ...", σαφώς πλήττουν αντικειμενικά την τιμή και την υπόληψη και του εγκαλούντος συζύγου, αφού τον φέρει να συμμετέχει σε σχέδιο για τακτοποίησή του και πρόσληψή του στο εν λόγω σχολείο με την ιστορία της καταμηνύσεως του κατηγορουμένου, για κατάχρηση σε ασέλγεια σε βάρος της άνω συζύγου του εγκαλούντος, γ) αναφέρεται ότι η έγκληση υποβλήθηκε στις 23-1-2004 εμπρόθεσμα, κατ'άρθρον 117 του ΚΠοινΔ, εντός του τριμήνου από της γνώσεως, αφού ο εγκαλών έλαβε το πρώτον γνώση του εγγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου και των περιεχομένων σε αυτήν δυσφημιστικών περιστατικών στα τέλη Νοεμβρίου του 2003, μετά από σχετική πληροφόρησή του από το συνήγορο της σε εκείνη τη δίκη εγκαλούσας συζύγου του και όχι στις 9-6-2003, που επιδόθηκε στη σύζυγο η κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τη συζήτηση της αναιρέσεως και όχι η ίδια η αίτηση αναιρέσεως και δ) δεν υπάρχει καμία ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο και η προσβαλλόμενη απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσεως. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και οι πρόσθετοι λόγοι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων αυτής, να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 44/29-7-2008 αίτηση αναιρέσεως μετά των από 2-2-2009 προσθέτων λόγων αυτής, του Χ κατά της με αριθμό 157/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση φυσικού προσώπου. Άρθρα 362-363 ΠΚ. Έννοια δόλου (ΑΠ 2121/2008, 73/2002). Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, διότι αιτιολογείται επαρκώς το μη αληθές των διαδοθέντων και η γνώση του κατηγορουμένου ως προς την αναλήθεια των επίμαχων συκοφαντικών ισχυρισμών και αναφέρεται από ποία πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση αυτή και αιτιολογημένα απορρίπτεται αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ο εγκαλών δεν είναι παθών μη δικαιούμενος σε έγκληση και ότι η έγκληση ασκήθηκε εκπρόθεσμα μετά το τρίμηνο του άρθρου 117 ΚΠΔ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική, Έγκληση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1428/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 3983/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1248/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 235 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο δεύτερο του ν. 2802/2000, που ισχύει από 3-3-2000, "τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 περ. α του αυτού ΠΚ, υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του από την πρώτη προβλεπόμενου εγκλήματος της (παθητικής) δωροδοκίας (δωροληψίας) απαιτείται όπως, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 Α' του ΠΚ,: α) τα δώρα ή ανταλλάγματα, που δεν αρμόζουν σε αυτόν να δίδονται ή και να υπάρχει υπόσχεση δόσεως τούτων, για μελλοντική ενέργεια ή παράλειψή του, χωρίς να ενδιαφέρει αν πραγματοποιήθηκε ή όχι η μέλλουσα ενέργεια ή αν αυτός σκοπούσε σπουδαίως να εκτελέσει την εν λόγω ενέργεια και β)η ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου να περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και να ανάγεται στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Έτσι στην απόφαση πρέπει να διαλαμβάνεται και διευκρινίζεται ότι η ενέργεια ή η παράλειψη του υπαλλήλου ανάγεται στις υπηρεσιακές του υποχρεώσεις, περιλαμβάνεται μέσα στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, όπως αυτή διαγράφεται από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, διαταγές ή οδηγίες ή προκύπτει από τη φύση της υπηρεσίας και πόθεν τούτο προκύπτει, μη αρκούντος ότι ανάγεται στην υπηρεσία ή τα καθήκοντά του, άνευ άλλου τινός, έστω και αν τέτοια ενέργεια αποτελεί προπαρασκευαστική μόνο πράξη αποφάσεως που λαμβάνει άλλος υπάλληλος ως αρμόδιος. Επομένως, δεν καταλαμβάνονται από τις παραπάνω διατάξεις πράξεις που βρίσκονται έξω από τα υπηρεσιακά καθήκοντα του υπαλλήλου, όπως εκείνες που γίνονται με χρησιμοποίηση υπηρεσιακής επιρροής του, ή με ανεπίτρεπτη δραστηριότητα αυτού, σε άλλο υπάλληλο, ο οποίος έχει την αρμοδιότητα να ενεργήσει για την πραγματοποίησή τους.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 167 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη, που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που είχε προστρέξει για να τον υποστηρίξει, ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργειά του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της αντιστάσεως, στην περίπτωση που η ενέργεια του δράστη τείνει στην παράλειψη νόμιμης πράξεως της αρχής ή του υπαλλήλου, απαιτείται η πράξη, σε παράλειψη της οποίας τείνει ο εξαναγκασμός, να είναι νόμιμη, δηλαδή να βρίσκεται μέσα στον κύκλο της αρμοδιότητας της αρχής ή του υπαλλήλου και να συντρέχουν οι ουσιώδεις τύποι που τάσσονται γι' αυτή. Προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλής βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου. Στην έννοια της βίας περιλαμβάνεται, τόσο η σωματική όσο και η ψυχολογική, αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που μπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση της υπηρεσιακής πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελεί επίσης έλλειψη αιτιολογίας ή ενδεικτική μνεία ορισμένου ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων από αυτά που έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των διαφόρων αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σε αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεως συντρέχει όταν ο δικαστής δεν υπάγει ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, που αποδίδονται στους κατηγορουμένους και περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 είναι αρχιφύλακας Μ.Π.Σ. και τον Δεκέμβριο του 2002 υπηρετούσε στο Α' Α.Τ. ... . Περί το μέσο Δεκεμβρίου του 2002 μαζί με μία συνάδελφό του, ένστολοι, επισκέφθηκαν την καφετέρια με ηλεκτρονικά με την επωνυμία ... που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ..., ενταύθα, ιδιοκτησίας της συζύγου του δευτέρου κατηγορουμένου, ο οποίος διεύθυνε, χωρίς να διαπιστωθεί τυχόν παράβαση. Μετά την πάροδο ολίγων ημερών ο πρώτος επισκέφθηκε εκ νέου του ανωτέρω κατάστημα κι αφού συναντήθηκε με την συγκατηγορούμενό του είχαν συνυπηρετήσει στο παρελθόν, του είπε ότι είχε γνωστούς στο τμήμα παιγνίων της Δ/νσης Ασφαλείας Θεσ/νίκης κι ότι μπορούσε να τον βοηθήσει δίνοντάς του σχετικές πληροφορίες για το ωράριο ελέγχου του τμήματος παιγνίων, αντί ποσού 3.000 ευρώ, που θα καταβάλλονταν σε δύο ισόποσες δόσεις των 1.500 ευρώ κάθε δεκαπέντε και κάθε τέλος κάθε μήνα. Ετσι από τα τέλη του μηνός Δεκεμβρίου 2002 μέχρι την 1-4-2003 οπότε και συνελήφθη ο πρώτος κατηγορούμενος ενημέρωνε τον συγκατηγορούμενό του για την έναρξη και λήξη της υπηρεσίας του τμήματος παιγνίων καθώς επίσης για την περιοχή που θα πραγματοποιούνταν έλεγχος με συνέπεια κατά το ως άνω χρονικό διάστημα να μην διαπιστωθεί παράβαση στην ως άνω επιχείρηση. Είναι προφανές ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε συνεργό στην ανωτέρω υπηρεσία, ο οποίος και στη συνέχεια απομακρύνθηκε απ' αυτήν. Η πράξη αυτή του πρώτου κατηγορουμένου ήταν σε πλήρη αντίθεση με τα καθήκοντα του αρχιφύλακα, όπως αυτά διαγράφονται από τους κειμένους νόμους και κανονισμούς της Υπηρεσίας της, που επιβάλλουν στους αστυνομικούς να ενεργούν για την πρόληψη και την καταστολή των εγκλημάτων, να τηρούν απόλυτη εχεμύθεια γι' απόρρητα γεγονότα και πληροφορίες που έλαβαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και λόγω της ιδιότητάς του, που απαιτούνται των υπηρεσιακών ζητημάτων και τους καθιστά υπεύθυνους για την εφαρμογή του νόμου και την δίωξη των αξιοποίνων πράξεων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 1-4-2003 ο πρώτος κατηγορούμενος πληροφόρησε τον συγκατηγορούμενό του ότι αστυνομικοί του τμήματος παιγνίων θα ξεκινούσαν ελέγχους περί την 21.00 μ.μ. της ανωτέρω ημέρας κοντά στην δική του επιχείρηση, του ζήτησε δε να συναντηθούν στη συμβολή των οδών ... και ... προκειμένου να του καταβάλει το χρηματικό ποσό που του όφειλε ήδη από την προηγουμένη (31-3-2003). Κατά τη συνάντησή τους, που πραγματοποιήθηκε στο ως άνω σημείο και περί ώρα 23.45 μ.μ. ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των 1000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο θα του το έδινε την επομένη ημέρα. Κατά την στιγμή της εξόδου του πρώτου κατηγορουμένου από το αυτοκίνητο του δευτέρου κατηγορουμένου επενέβησαν τρεις αστυνομικοί που τους είχαν θέσει σε διακριτική παρακολούθηση καθώς είχαν περιέλθει σ' αυτούς πληροφορίες για την παραβατική τους συμπεριφορά. Όταν οι ανωτέρω αστυνομικοί γνωστοποίησαν την ιδιότητά τους στον πρώτο κατηγορούμενο και του ζήτησαν να παραμείνει ακίνητος, αυτός πέταξε τα χαρτονομίσματα που κρατούσε στο αριστερό του χέρι κάτω στο οδόστρωμα απώθησε βίαια τον αστυνομικό ... με τα χέρια του και προσπάθησε να διαφύγει τρέχοντας πλην όμως πρόλαβαν οι αστυνομικοί και τον ακινητοποίησαν. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 15-1-2003 μέχρι την 1-4-2003 ο πρώτος κατηγορούμενος έλαβε το συνολικό ποσό των 9.000 ευρώ, διότι ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει οικονομικά. Ισχυρίζεται βέβαια, ο πρώτος κατηγορούμενος ότι το ποσό που βρέθηκε να κατέχει του το όφειλε ο συγκατηγορούμενός του από ληξιπρόθεσμο δάνειο, για ν' αποδείξει δε τον ισχυρισμό του επικαλείται απόδειξη του δευτέρου κατηγορουμένου με ημερομηνία 5-1-2003 στην οποία αναφέρεται ότι ο τελευταίος έχει δανεισθεί απ' αυτόν χρήματα ύψους 2.000 ευρώ. Αν τούτο ήταν πράγματι αληθές ο πρώτος κατηγορούμενος όντας εν ενεργεία αστυνομικός κατά την ώρα της σύλληψής του δεν θα απέρριπτε τα χρήματα στο οδόστρωμα, θα υπάκουε στο σήμα των συναδέλφων του, θα εξηγούσε το τι ακριβώς συνέβαινε και δεν θα προσπαθούσε να διαφύγει την σύλληψη. Με βάση τα δεδομένα αυτά πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι δωροδοκίας (παθητικής ο πρώτος κι ενεργητικής ο δεύτερος, επιπλέον δε ο πρώτος και της αντίστασης, να αναγνωρισθεί όμως ότι συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις της παρ. 2α του άρθρου 84 Π.Κ.".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος (και του συγκατηγορουμένου του), η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α' ΠΚ, επέβαλε στον αναιρεσείοντα συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών και πέντε μηνών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων παθητικής δωροδοκίας και αντιστάσεως, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος αστυνομικός υπάλληλος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ.α, 26 παρ.1 α, 27, 84 παρ. 2 α', 94 παρ.1, 167 παρ.1, 235 του ΠΚ και 3,95 ΠΔ 538/1989, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αναφέρεται ότι η ενέργεια του εν λόγω αναιρεσείοντος εν ενεργεία αστυνομικού υπαλλήλου, να εισπράττει σε μηνιαία βάση χρήματα από καταστηματάρχη παρανόμων ηλεκτρονικών παιγνίων, καταστήματος κειμένου εντός της περιφερείας του Α' Α.Τ. ΩΩ, που υπηρετούσε ως Αξιωματικός μάλιστα Αρχιφύλακας, για να ενημερώνει αυτόν, πότε θα διενεργούν έλεγχο συνάδελφοί του, του Τμήματος Λεσχών και Παιγνίων, ώστε να κλείνει τους Η/Υ και να μην διαπιστώνονται οι διενεργούμενες παραβάσεις (πλημμελήματα), αντίκειται στα καθήκοντά του ως αστυνομικού, όπως αυτά διαγράφονται από τους κειμένους νόμους και το Κανονισμό της υπηρεσίας του, (άρθρα 3, 95 ΠΔ 538/1989), που επιβάλλουν στους αστυνομικούς να ενεργούν για την πρόληψη και την καταστολή των εγκλημάτων, να τηρούν απόλυτη εχεμύθεια για απόρρητα γεγονότα και πληροφορίες που λαμβάνουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και λόγω της ιδιότητάς τους, β) αναφέρεται όσον αφορά το αδίκημα της αντιστάσεως, ότι ο αναιρεσείων όταν εισέπραξε τα χρήματα και επενέβησαν οι αστυνομικοί και του γνωστοποίησαν την ιδιότητά τους και του ζήτησαν να παραμείνει ακίνητος, αυτός πέταξε τα χρήματα που κρατούσε στο αριστερό του χέρι στο οδόστρωμα, απώθησε βίαια τον αστυνομικό ΩΩ με τα χέρια του και προσπάθησε να διαφύγει τρέχοντας, προφανώς για να μη συλληφθεί, πλην όμως οι αστυνομικοί πρόλαβαν και τον ακινητοποίησαν, ενώ ουδεμία αντίφαση δημιουργείται εκ του ότι στο μεν αιτιολογικό αναφέρεται ότι απώθησε τον παραπάνω αστυνομικό, στο δε διατακτικό ότι απώθησε βιαίως τους αστυνομικούς της Υποδ/νσεως Εσωτ. Υποθέσεων Βορ. Ελλάδος, αφού και ο αστυνομικός ΩΩ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, υπηρετούσε την ημέρα της συλλήψεως του κατηγορουμένου στην παραπάνω Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Βορ. Ελλάδος, γ) το Δικαστήριο δε, όπως προκύπτει από το άνω αιτιολογικό του, στήριξε την παραπάνω κρίση του παραδεκτά και στα έγγραφα, επομένως και στα προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα και αναγνωσθέντα, όπως στην από 23-6-2005 Υπεύθυνη Δήλωση του άνω συγκατηγορουμένου Χ2, που συνομολογεί την κατάρτιση δανείου, στην από 5-1-2003 απόδειξη δανείου και στην από 16-1-2004 ιδιωτική έκθεση γραφολογικής γνωματεύσεως της γραφολόγου ... και δεν ήταν απαραίτητο να αντικρουσθεί ιδιαίτερα η άνω γραφολογική έκθεση, γιατί αναφέρεται στη γνησιότητα της χειρόγραφης υπογραφής του συγκατηγουμένου, επί της από 5-1-2003 αποδείξεως δανείου αυτού προς τον αναιρεσείοντα, γεγονός που το Δικαστήριο, δηλαδή τη γνησιότητα της άνω υπογραφής του δανειστικού εγγράφου, στο αιτιολογικό του δεν αμφισβητεί, αλλ' απλώς αναφέρεται ρητά στην άνω απόδειξη και επαρκώς αιτιολογημένα δε δέχεται το Δικαστήριο ως αληθή τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή πράγματι είχε συναφθεί δάνειο μεταξύ τους και ότι τα χρήματα που πέταξε στο οδόστρωμα συνιστούσαν επιστροφή μέρους του δανείου αυτού. Ήτοι εκτίθενται στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είναι ο δράστης των διωκομένων εγκλημάτων, για τα οποία και καταδικάστηκε ως άνω. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-6- 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της με αριθμ. 3983/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παθητική Δωροδοκία. Άρθρο 235 ΠΚ. Αντίσταση. Άρθρο 167 ΠΚ. Έννοια αυτών. 1. ΑΠ 657/2007 - 2. ΑΠ 1921/2007. 1. Πρέπει εκτός των άλλων, η ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου να περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητας του και να ανάγεται στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Έτσι στην απόφαση πρέπει να διαλαμβάνεται και διευκρινίζεται ότι η ενέργεια ή η παράλειψη του υπαλλήλου ανάγεται στις υπηρεσιακές του υποχρεώσεις, περιλαμβάνεται μέσα στον κύκλο της αρμοδιότητας του, όπως αυτή διαγράφεται από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, διαταγές ή οδηγίες ή προκύπτει από τη φύση της υπηρεσίας και πόθεν τούτο προκύπτει, μη αρκούντος ότι ανάγεται στην υπηρεσία ή τα καθήκοντα του, άνευ άλλου τινός, έστω και αν τέτοια ενέργεια αποτελεί προπαρασκευαστική μόνο πράξη αποφάσεως που λαμβάνει άλλος υπάλληλος ως αρμόδιος. Επομένως δεν καταλαμβάνονται από τις παραπάνω διατάξεις πράξεις που βρίσκονται έξω από τα υπηρεσιακά καθήκοντα του υπαλλήλου, όπως εκείνες που γίνονται με χρησιμοποίηση υπηρεσιακής επιρροής του, ή με ανεπίτρεπτη δραστηριότητα αυτού, σε άλλο υπάλληλο ο οποίος έχει την αρμοδιότητα να ενεργή-σει για την πραγματοποίηση τους - ΑΠ 657/2007. Όμως η ενέργεια του εν λόγω εν ενεργεία Αρχιφύλακα αστυνομικού, να εισπράττει χρήματα από καταστηματάρχη παρανόμων ηλεκτρονικών παιγνίων για να ενημερώνει αυτόν, πότε θα διενεργούν συνάδελφοι του, του Τμήματος Παιγνίων, ώστε να κλείνει τους Η/Υ και να μην διαπιστώνονται οι παραβάσεις, αντίκειται στα καθήκοντα του ως αστυνομικού, όπως αυτά δια-γράφονται από τους κείμενους νόμους και το Κανονισμό της υπηρεσίας του, που επιβάλλουν στους αστυνομικούς να ενεργούν για την πρόληψη και την καταστολή των εγκλημάτων, να τηρούν απόλυτη εχεμύθεια για απόρρητα γεγονότα και πληροφορίες που λαμβάνουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και λόγω της ιδιότητας τους. 2. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δωροδοκία.
| 0
|
Αριθμός 1426/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... κρατουμένου στο Ε.Κ.Κ.Ν. .... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της με αριθμό 103/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Με συγκατηγορουμένους τους 1) .... και 2) ...
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2008 αίτησή του, καθώς και στο από 29 Δεκεμβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 633/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ. ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, ενώ η μεταφορά πραγματώνεται με τη μετακίνηση των ναρκωτικών από ένα τόπο σε άλλο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 179 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 του Π.Κ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαράδεκτο προβληθέντα ισχυρισμό. 'Ετσι, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει, ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς, και το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν (Ολ. ΑΠ 2/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 103/4-12-2007 απόφασή του, με συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που περιέχονται παραπάνω, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία των κατηγορουμένων και όλη γενικά τη διαδικασία, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 16-6-2005, τις πρώτες πρωϊνές ώρες και ενώ ήταν ακόμη νύχτα, οι κατηγορούμενοι μαζί με άλλους ομοεθνείς τους, που δεν συνελήφθησαν, χωρίς να είναι τοξικομανείς, κατείχαν και εισήγαγαν στην Ελληνική Επικράτεια και δη στην περιοχή .... 90.871 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, επιμελώς συσκευασμένη σε 13 δέματα εντός πέντε σάκων ταξιδίου, τους οποίους μετέφεραν στους ώμους τους οι κατηγορούμενοι και οι μη συλληφθέντες ομοεθνείς τους.......Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα πλήρως αποδείχθηκε η συμμετοχή του πρώτου κατηγορουμένου στις παραπάνω πράξεις, ο οποίος διέφυγε τη σύλληψη τη νύχτα και συνελήφθη το πρωΐ της ίδιας ημέρας στην ίδια περίπου περιοχή. Ειδικότερα αυτός αναγνωρίσθηκε αμέσως μετά τη σύλληψή του από τους λοιπούς κατηγορουμένους που είχαν συλληφθεί τη νύχτα, ενώ και οι μάρτυρες που εξετάστηκαν με σαφήνεια κατέθεσαν για τη συμμετοχή του στην παραπάνω ομάδα. Τέλος οι κατηγορούμενοι εισήλθαν παράνομα στην Ελληνική Επικράτεια χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και χωρίς να έχουν εφοδιαστεί με νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα (διαβατήριο κλπ). Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των παραπάνω πράξεων. Στους πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων, οι οποίοι κατά την 16-6-2005 που τελέστηκαν οι πράξεις τους, είχαν συμπληρώσει το 18ο όχι όμως και το 21ο έτος της ηλικίας τους, πρέπει να τους επιβληθεί ποινή ελαττωμένη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 133 και 83 Π.Κ......Το αίτημα των συνηγόρων να τους αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του μεν πρώτου (αναιρεσείοντος), του άρθρου 84 παρ.2α και ε' του Π.Κ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Ειδικότερα αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ, αποδείχθηκε ότι η ενασχόλησή τους με το εμπόριο των ναρκωτικών και μάλιστα μεταφέροντας μια τόσο μεγάλη ποσότητα ινδικής κάνναβης αξίας χιλιάδων ευρώ, προϋποθέτει γνώση των ανθρώπων που συμμετέχουν στο κύκλωμα εμπορίας των ναρκωτικών ουσιών......Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, διότι όλο αυτό το διάστημα ήταν κρατούμενοι στις φυλακές και η καλή διαγωγή που επέδειξαν δεν ήταν προϊόν ελεύθερης απόφασης, αλλά υπαγορεύτηκε από σκοπιμότητα ενόψει της δίκης τους και του φόβου για την επιβολή πειθαρχικών κ.λ.π ποινών". Με τις παραδοχές αυτές, στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα και τους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη συγκατηγορούμενούς του, ενόχους για τις πράξεις της εισαγωγής στην Χώρα, της κατοχής, μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, από μη τοξικομανή, με σκοπό την εμπορία, και της παράνομης εισόδου στη Χώρα, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 133 του Π.Κ και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δεκατριών (13) ετών και χρηματική ποινή 100.000 ευρώ. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αδικημάτων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (άρθρα 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 133, του ΠΚ και άρθρα 4 παρ. 1, 3 Πίν. Α' αρ. 6 και 5 παρ.1 περ. ζ' και 5 παρ. 2 του Ν.1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντ. από το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και όπως ισχύει με τον Κ.Ν.Ν 3459/2006 και άρθρο 50 παρ.1 του Ν. 2910/2001), τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκεκριμένα αιτιολογείται η παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε αποκτήσει την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών ουσιών, κρίση την οποία στήριξε, από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, μεταξύ των οποίων και από τη με αριθμό .... έκθεση εξέτασης της Χημικής Υπηρεσίας Ιωαννίνων, η οποία αναγνώσθηκε (με αύξοντα αριθμό 4 του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων), η οποία σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά έγγραφο κατά τη διάταξη του άρθρου 177 του Κ.Π.Δ, που λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με όλα τα άλλα λοιπά έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως εκ περισσού διέλαβε αιτιολογία για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε κατά τρόπον αόριστο. Πράγματι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπο του εντολέα του τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α και ε' του Π.Κ, χωρίς να παραθέσει τα αναγκαία για τη βασιμότητα του ισχυρισμού του στοιχεία, αλλά περιορίστηκε μόνο στην αόριστη ως άνω διατύπωση του ισχυρισμού του, ήτοι "να αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2α και ε". Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.ΠΔ, πρώτος δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και οι αντίστοιχοι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Είναι, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, περί απολύτου ακυρότητας, σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας, στήριξε την περί ενοχής κρίση του, στις ομολογίες των συγκατηγορουμένων του, γιατί σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, την ως άνω κρίση του, το δικαστήριο δεν στήριξε αποκλειστικά στις ομολογίες των συγκατηγορουμένων του, το οποίο άλλωστε δεν ήταν το μόνο αποδεικτικό μέσο, αλλά στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, μεταξύ των οποίων και στις καταθέσεις, όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 1729/1987, όπως αντικ. με το άρθρο 5 παρ. 9 του ν.3189/03 "για αλλοδαπούς που καταδικάζονται για παράβαση των άρθρων του παρόντος κεφαλαίου σε ποινή καθείρξεως, το Δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλαση τους από τη Χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή τους, οπότε ισχύουν και γι' αυτούς οι ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου αυτού. Για την εκτέλεση της απέλασης εφαρμόζεται το άρθρο 74 του Π.Κ.". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η επιβολή της απέλασης, είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης, για οιαδήποτε παράβαση που αναφέρεται στα άρθρα 20 έως και 24 του ΚΝΝ αλλοδαπού υπηκόου κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι στην περίπτωση αυτή η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης για την απέλαση, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., εκτείνεται μόνο στην αναφορά ότι πρόκειται για υπήκοο κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως για τις πιο πάνω παραβάσεις του νόμου για τα ναρκωτικά. Μόνο δε εφόσον προβληθεί από αυτόν, με αυτοτελή ισχυρισμό, η συνδρομή σπουδαίου λόγου (ιδίως οικογενειακού), που δικαιολογεί την παραμονή του στη χώρα, η αιτιολογία της απόφασης που διατάσσει την απέλαση, εκτείνεται και στην απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού, Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των πιο πάνω κακουργημάτων της παράβασης του άρθρου 5 παρ. 1 περ. ζ' του ν. 1729/1987, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή κάθειρξης δεκατριών (13) ετών και έξι (6) μηνών και σε χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων (100.000)ευρώ, παράλληλα δε διατάχθηκε και η ισόβια απέλαση του από τη Χώρα. Στην αιτιολογία της απόφασης, σε σχέση με τη διάταξη αυτής για την απέλαση, αναφέρεται ότι "...πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 1729/1987, σε συνδυασμό με το άρθρο 74 παρ. 1 του Π.Κ., να διαταχθεί η ισόβια απέλαση του κατηγορουμένου από τη χώρα, μετά την με οποιοδήποτε τρόπο έκτιση της ποινής του". Όμως, από το σύνολο των παραδοχών του αιτιολογικού, αδιστάκτως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είναι αλλοδαπός υπήκοος Κράτους, μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και ειδικότερα ότι πρόκειται για Αλβανό υπήκοο, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας). Άλλωστε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από μέρους του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, δεν προβλήθηκε με αυτοτελή ισχυρισμό η συνδρομή σπουδαίου λόγου, ιδίως οικογενειακού, που να δικαιολογεί την παραμονή του στη Χώρα, οπότε υφίστατο υποχρέωση του Δικαστηρίου που επέβαλε την παρεπόμενη αυτή ποινή, να διαλάβει εξειδικευμένη αιτιολογία, για την απόρριψη τέτοιου ισχυρισμού. Κατ'ακολουθίαν και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.3.2008 αίτηση του ...., κρατουμένου στο ΕΚΚΑ ..., και τους επ' αυτής από 29-12-2008 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 103/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας, ως προς την ενοχή, και τη διάταξη για την απέλαση. Αβάσιμος ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 211 Α΄, δεδομένου ότι την κρίση περί ενοχής, δεν στήριξε στην ομολογία των συγκατηγορουμένων, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Απαράδεκτος ο ισχυρισμός για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, λόγω αοριστίας. Απορρίπτει την αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Κατηγορούμενος, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 1427/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γιάγκου, περί αναιρέσεως της 25365/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1213/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η' του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη.
Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 19 παρ. 1, 4 του Ν. 2523/1997, για το οποίο η περί τούτου (δόλου) κρίση περιέχεται στην παραδοχή της εκδόσεως των εικονικών τιμολογίων. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 25365/2008 απόφασή του, με την οποία η ήδη αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε κατ' έφεση για αποδοχή εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, δέχθηκε, ότι από την αποδεικτική διαδικασία και από τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, διότι κατά το χρονικό διάστημα από 1/2000 έως 27-4-2000, ενεργούσα με πρόθεση, ως ασκούσα ατομική επιχείρηση-βιοτεχνία γυναικείων υποδημάτων, στην Αθήνα, αποδέχθηκε με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης να λάβει και να καταχωρήσει στα βιβλία της τα επακριβώς αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσης (Δ.Α.....και Τιμολόγιο ...) φορολογικά στοιχεία, με φερόμενο εκδότη την επιχείρηση "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΥΛΙΚΩΝ ΥΠΟΔΗΜΑΤΟΠΟΙΪΑΣ ΕΠΕ", ενώ γνώριζε ότι αυτά ήταν εικονικά, αφού εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους. Τούτο (ανυπαρξία συναλλαγών) προκύπτει από το γεγονός ότι ουδεμία συναλλαγή έχει πραγματοποιηθεί το 2000 μεταξύ της ανωτέρω εκδότριας εταιρείας και της εταιρείας " .... ΕΠΕ". Οι αιτιολογίες περί αγνοίας της κατηγορουμένης ως προς τις συναλλαγές της εκδότριας εταιρείας με την .... ΕΠΕ, δεν πείθουν το Δικαστήριο, λόγω του στενού κύκλου των εμπορικών σχέσεων αφενός, αλλά και της μακροχρόνιας εμπορικής σχέσεως που τους συνέδεε όπως ο μάρτυρας-υιός της κατέθεσε. Συνακόλουθα πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για το οικονομικό έτος 2000, που αντιστοιχεί σε συνολική αξία 32.357, 80 ευρώ, κατ' εξακολούθηση πραχθείσα". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορούμενη, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 και 98 του Π.Κ., 19 παρ. 1, 4, 21 του Ν. 2523/1997, όπως το άρθρο 21 παρ. 10 αντικ. από το άρθρο 2 παρ. 8, 9 του Ν. 2954/2001. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσείουσα, στο επίδικο χρονικό διάστημα, από τον Ιανουάριο του έτους 2000 έως 27-4-2000, με την ιδιότητα της ιδιοκτήτριας ατομικής επιχείρησης με αντικείμενο την εμπορία γυναικείων υποδημάτων, με μερικότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποδέχθηκε σειρά εικονικών τιμολογίων, τα οποία δεν αντιπροσώπευαν συναλλαγές, που να είχαν πραγματοποιηθεί. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή εκείνη σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα, αν και γνώριζε η ίδια ότι δεν είχαν πραγματοποιηθεί οι επίμαχες συναλλαγές, όχι μόνο αποδέχθηκε τα ως άνω εικονικά φορολογικά στοιχεία, αλλά και σκόπευε να καταχωρήσει αυτά στα βιβλία της επιχείρησής της.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, το δε δικαστήριο της ουσίας, δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία.
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου πιο πάνω νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ. 2 εδ. α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για τον δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος, την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα, με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 25365/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του ν. 2523/1997 κατ' εξακολούθηση (αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων) που φέρεται ότι τελέσθηκε από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2000 έως 27-4-2000, σε ποινή φυλάκισης δώδεκα(12) μηνών. Από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την 7-4-2008, η συνήγορος του κατηγορουμένου πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, που φέρονται ότι τελέσθηκαν πριν την 2-11-2001, και συγκεκριμένα για όσες πράξεις τελέσθηκαν κατά τα έτη 1997, 1998 και 1999, λόγω παρόδου οκταετίας, από του χρόνου τελέσεώς τους και μέχρι της ως άνω χρονολογίας(7-4-2008).
Επί του ζητήματος αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση μετά την παράθεση του νομικού μέρους του εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων και της παραγραφής, δέχθηκε και ως ουσία βάσιμη την ένσταση της παραγραφής, που πρόβαλε η κατηγορουμένη δια της συνηγόρου της και, έπαυσε μετά από αυτά οριστικώς την ποινική δίωξη, για τις μερικότερες πράξεις, που φέρεται να έχει τελέσει αυτή, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1997, 1998 και 1999, ενώ, κήρυξε αυτή ένοχη, για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2000 έως 27-4-2000. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση ερμήνευσε και εφήρμοσε τις οικείες διατάξεις περί παραγραφής, και ότι έπρεπε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, για το οποίο αυτή κηρύχθηκε ένοχη, ήτοι για τις μερικότερες πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε αυτή κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού από της 27-11-2003 (χρονολογία θεωρήσεως, της από 7-11-2003 οικείας εκθέσεως του οικονομικού ελέγχου του ΣΔΟΕ Αττικής, και όχι τελέσεως της πράξεως, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα), μέχρι και της εκδικάσεως της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την 7-4-2008, δεν είχε παρέλθει όχι μόνο ο χρόνος των οκτώ (8) ετών, αλλά ούτε και εκείνος των πέντε (5) ετών, για όσες μερικότερες πράξεις αναφέρονται στο πιο πάνω χρονικό διάστημα, και συγκεκριμένα από Ιανουάριο του 2000 έως 27-4-2000, και σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου τις παραβίασε με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1α και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί και η απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τέτοια δε ακυρότητα προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις, του άρθρου 24 παρ. 6 του ν. 1756/1988, οι οποίες πλην των άλλων ορίζουν, ότι αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται ο εισαγγελέας του δικαστηρίου, αναπληρώνεται από τους εισαγγελικούς λειτουργούς της οικείας εισαγγελίας κατά τη σειρά της αρχαιότητάς τους.
Συνεπώς, σε περίπτωση τέτοιας αναπλήρωσης, η έλλειψη της πράξεως αυτής και πολύ περισσότερο η μη αναφορά της στην απόφαση, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα για κακή σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και είναι, ως αβάσιμος, απορριπτέος ο περί του αντιθέτου τρίτος και τελευταίος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο που την εξέδωσε, συγκροτήθηκε με τη συμμετοχή μιας Παρέδρου της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών, που αναπλήρωσε τον κωλυόμενο εισαγγελέα, χωρίς να μνημονεύεται στην απόφαση η πράξη της αναπλήρωσης. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 Κ.Π.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Ιουνίου 2008 αίτηση της .... κατοίκου ...., για αναίρεση της υπ' αριθμό 25365/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Αποδοχή εικονικών τιμολογίων. Αναίρεση με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, και γ) απόλυτης ακυρότητας, λόγω συμμετοχής εισαγγελικού Παρέδρου, αντί του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επάγεται ακυρότητα η αναπλήρωση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών από Πάρεδρο της Εισαγγελίας. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 2
|
Αριθμός 1432/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 943/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1413/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 39/27.01.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, κατ'άρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ. μαζί με τη συνημμένη δικογραφία την υπ'αριθμ. 136/14-7-2008, (ημέρα Δευτέρα) αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεοφάνη Φιλίππου Χαμαλέλη, κατοίκου Αθηνών, δυνάμει του υπ'αρ. ...ειδικού πληρεξούσιου της συμβολαιογράφου Μαραθώνα Αικατερίνης Παναγοπούλου - Γεωργίου, κατά του υπ'αριθμ. 943/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απερρίφθησαν, αφ'ενός τα αιτήματα των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και αφετέρου, ως ουσιαστικά αβάσιμες οι υπ'αρ. 97/3-4-2008. 110/11-3-2008 και 122/14-3-2008 εφέσεις των κατηγορουμένων (1) Χ2, (2) Χ1 και (3) της πολιτικώς ενάγουσας με την επωνυμία "... Ε.Ε." αντίστοιχα κατά του υπ αριθμ. 350/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο παρέπεμψε αυτούς ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, να δικασθούν για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση (αρ. 14-18, 26 § 1, 27 § 1, 45 51, 52, 79, 98, 375 § 1-2 ΠΚ όπως το τελευτ. αντικ. με τους Ν.2408/96 και Ν.2721/99) και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα.
-Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρ. 473, 474 και 482 § 1-3 Κ.Π.Δ. με την ως άνω από 14-7-08, (ημέρα Δευτέρα) δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεοφάνη-Φιλίππου Χαμαλέλη, στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών για την οποία συντάχθηκε νομοτύπως η υπ'αρ. 136/08 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στο κατηγορούμενο την 2/7/08 και στον αντίκλητο δικηγόρο του την 7/7/08 αντίστοιχα και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή. Με το υπό κρίση ένδικο μέσο ο αναιρεσείων προβάλει ως λόγους αναίρεσης απόλυτη ακυρότητα και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος (άρθρ. 484 § 1 Α' και Δ' Κ.Π.Δ.).
-βλ. εκθ. αναίρεσης- (II) Eπειδή για την πληρότητα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους (πχ μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, ούτε από ποιό ή ποιά από αυτά προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει και γιατί περισσότερο (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1304/2003, ΑΠ 1303/2002, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 1580/2002 κ.ά.).
Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και .139 - όπως ισχύει - ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε, οι αποδείξεις (τα αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα - άνω πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν οι επαρκείς ενδείξεις ενοχής (βλ. -ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 732/2006 κ.α.).
Εξ άλλου εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε συντρέχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από αυτή που έχει, και όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 67/2006 κ.α). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, ήτοι όταν, στο πόρισμα του συμβουλίου - που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού-σκεπτικού και ανάγεται στα στοιχεία και ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος - ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι το βούλευμα να μην έχει νόμιμη βάση (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 252/2004, ΑΠ 112872004, ΑΠ 2445/2003, ΑΠ 9/2001 - Ολ. κ.ά.).
Επειδή η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων - έστω και εσφαλμένη- δεν συνιστά λόγον αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 591/2001, ΑΠ 145/2000, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 111/2004 κ.ά.).
- Τέλος, η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην υιοθετηθείσα υπ'αυτού πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του βουλεύματος, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών, αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1242/2005, ΑΠ 2382/2005, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2078/2005 κ.ά.). Είναι δε χαρακτηριστικόν ότι ο ίδιος ο 'Αρειος Πάγος αναφέρεται -εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση (Ολ. ΑΠ 1494/2005, ΑΠ 176/2006 κ.α.), πράγμα που οφείλεται και στην ιδιότητα αυτού ως δικαστικού λειτουργού- αρ. 87 επ. Συντ. Στη προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το πληττόμενο βούλευμα με επιτρεπτή (ΑΠ 1494/05) αναφορά και υιοθέτηση της προτάσεως του παρ'αυτώ εισαγγελέα δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των παραγμάτων κρίση του, κατ'εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ'αυτό, κατ'είδος, αποδεικτικών μέσων τα εξής:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 §1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται: (α) το κινητό πράγμα να είναι ξένο ολικά ή εν μέρει, δηλαδή να βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη, κυριότητα κατά την έννοια του αστικού δικαίου, (β) να είχε περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη και να ήταν κατά το χρόνο της πράξης στην κατοχή του, (γ) να έγινε παράνομιη ιδιοποίηση αυτού από τον τελευταίο, δηλαδή η ιδιοποίηση να έγινε χωρίς συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο και (δ) να υπάρχει δόλια προαίρεση του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του με την οποία εξωτερικεύεται η θέληση του να ενσωματώσει στην περιουσία του το ξένο κινητό πράγμα, που βρίσκεται στην κατοχή του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 §9 του Ν. 2408/1996, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγο:" ανάγκης ή λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας", ενώ κατά το εδάφιο β1 της ίδιας παραγράφου , το οποίο προστέθηκε σ' αυτήν με το αρθρ. 14 § 3 περ. β' Ν. 2721/1999, " αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 ευρώ (25.000.000 δραχμές), τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Κατά τις διατάξεις αυτές, οι περιπτώσεις που καθιστούν το έγκλημα της υπεξαιρέσεως κακούργημα, όταν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απαριθμούνται πλέον ειδικά και περιοριστικά στο νόμο, όπως είναι εκείνη του εντολοδόχου. ( ΑΠ 1783/2002 Ποιν. Δ/νη 2003 26, ΑΠ 1164/2002 Ποιν. Δ/νη 2003 386, ΑΠ 982/2002 Π. Λογ. 2002 1102, ΑΠ 733/2001 Π. Λογ. 2001 940, ΑΠ 974/2001 Π. Λογ. 2001 1090, ΑΠ 1030/997 Ποιν. Δικ. 1998 30, ΑΠ 14/1994 Ποιν. Χρον. ΜΔ 220, ΑΠ 1832/1993 Ποιν. Χρον. ΜΔ 180).
Για να υπάρχει κακουργηματική υπεξαίρεση λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως εντολοδόχου, πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν παρανόμως πράγμα, όπως είναι τα χρήματα, να περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητας του αυτής (ΣυμβΑΠ 1307/2004 ΠοινΧρ ΝΕ1, 535 - ΣυμβΑΠ 5/2004 ΠοινΧρ ΝΔ', 397). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό του λογαριασμό, η ιδιοποίησης όσων απέκτησε κατά την εκτέλεση της εντολής είναι παράνομη και στοιχειοθετεί το έγκλημα της υπεξαίρεσης (ΑΠ 115/2004 ΠοινΧρ ΝΕ'/33 ΑΠ 1015/2005 ΠοινΧρ ΝΣΤ'/27).
Σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ " αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης ". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι συναυτουργία είναι, η ύστερα από κοινή απόφαση, σύμπραξη πολλών ως άμεσων αυτουργών κατά την εκτέλεση ενός εγκλήματος , με την ενέργεια από τον καθένα πράξεων , οι οποίες αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση αυτού, είτε συγχρόνως με τους άλλους, είτε διαδοχικά. Υποκειμενικά, όπως ήδη εκτέθηκε, απαιτείται συναπόφαση, κοινός των συναυτουργών δόλος για την εκτέλεση του εγκλήματος με κοινή δράση και γνώση του καθενός της πρόθεσης του άλλου ή των άλλων. ( ΑΠ 87/2000 Ποιν. Χρον. Ν σελ.405, ΑΠ 1887/1999 Ποιν. Χρον. Ν σελ. 818).
Από την διάταξη του άρθρου 98 Π.Κ., σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 94 του ίδιου κώδικα, σαφώς συνάγεται, ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα απαρτίζεται από ομοειδείς μερικότερες πράξεις που χρονικά διαφέρουν μεταξύ τους, τελέστηκαν από το ίδιο πρόσωπο στον αυτό ή διάφορους τόπους, καθεμιά περιέχει τα στοιχεία του ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με το στοιχείο της ταυτότητας της προς εκτέλεση αποφάσεως και εκλαμβάνονται ως ενιαίο έγκλημα. Για να υπάρχει επομένως κατ' εξακολούθηση έγκλημα, πρέπει να συντρέχουν τα εξής στοιχεία: α) τα περισσότερα εγκλήματα πρέπει να προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, β) να προσβάλλουν τον ίδιο πρωταρχικό κανόνα δικαίου, γ) να εμφανίζουν μια σχετική ομοιομορφία και δ) να συνδέονται μεταξύ τους με μια ορισμένης μορφής ενότητα δόλου. Επί του εγκλήματος τούτου οι μερικότερες πράξεις διατηρούν την αυτοτέλεια τους και ως εκ τούτου η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα τελέσεως της, (Ολ. ΑΠ 5/2002 Ποιν. Δικ. 2002.836, ΑΠ 172/2002 Ποιν. Δικ. 2002.844, ΑΠ 1318/2001 Ποιν. Χρ. ΝΒ/531, ΑΠ 765/2000 Ποιν. Χρ. ΝΑ/113, ΑΠ 83/98 Υπέρ. 1998.1057, ΑΠ 103/96 Ποιν. Χρ. ΜΣΤ/1460, ΑΠ 1586/95 Ποιν. Χρ. ΜΣΤ/1016).
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά από στάθμιση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας, και ειδικότερα την έγκληση, τις μαρτυρικές καταθέσεις, τις απολογίες των κατηγορούμενων, τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων που περιέχονται στις εκθέσεις των εφέσεων αυτών και στα υπομνήματα τους και των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Η τρίτη των εκκαλούντων, πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία, με την επωνυμία "...Ε.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ε1, έχει ως αντικείμενο εργασιών, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή και εμπορία φαρμακευτικών και συναφών ειδών. Στα πλαίσια της εμπορικής της δραστηριότητας και προς το σκοπό της αποστολής των ευπαθών εμπορευμάτων της (φαρμάκων και κυρίως εμβολίων), σε φαρμακεία και ιατρεία του Νομού Αττικής, αλλά και των υπόλοιπων νομών της χώρας, στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003 σύναψε με την εταιρία ταχυμεταφορών "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε.", που είχε την έδρα της στην Καλλιθέα Αττικής και την οποία εκπροσωπούσε και διαχειριζόταν εκείνη τη χρονική περίοδο, κατά το καταστατικό της ο κατηγορούμενος Κ1, σύμφωνα με . την υπ' αριθμ. ... τροποποίηση καταστατικού της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής συζ. Γρηγορίου Κουτσοπούλου, που καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό ... σύμβαση μεταφοράς των εμπορευμάτων της, σύμφωνα με την οποία η τελευταία ανέλαβε, έναντι αμοιβής, τη διανομή των παραδιδόμενων σ' αυτήν φαρμακευτικών προϊόντων στους εκάστοτε παραλήπτες τους, υπό τον όρο της ταυτόχρονης είσπραξης από τους τελευταίους, στο όνομα και για λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας, της αξίας τους (αντικαταβολή) και της εντός προθεσμίας 20 ημερών από την είσπραξη, απόδοσης τους στην πολιτικώς ενάγουσα. Με την υπ' αριθμ. ...συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Πάκου, αντίγραφο της οποίας καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών, με αύξοντα αριθμό ... και δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ....Τεύχος Α.Ε & Ε.Π.Ε. της ΕτΚ, οι εταίροι της εταιρίας ταχυμεταφορών "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." μεταβίβασαν το σύνολο των εταιρικών τους μεριδίων στην ομοειδούς αντικειμένου εταιρία με την επωνυμία "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε.", που είχε συσταθεί προ δύο μηνών με την υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου και της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο Π1, ένας δε εκ των μετόχων της και βασικός μέτοχος, ήταν ο πρώτος των εκκαλούντων-κατηγορούμενος Χ2. Επιπλέον, με την ίδια συμβολαιογραφική πράξη τροποποιήθηκαν: (α) η επωνυμία της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." και προστεθείσης της λέξης "Μονοπρόσωπη" μεταβλήθηκε σε "UNITED COURIER SERVICES Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε.", (β) η έδρα της παραπάνω εταιρίας, η οποία ορίστηκε ότι στο εξής θα είναι ο Δήμος Φιλαδέλφειας Αττικής επί της οδού Θεσσαλονίκης αρ. 65Β, όπου βρισκόταν και η έδρα της εταιρίας "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε.", και (γ) το πρόσωπο του διαχειριστή της ίδιας εταιρίας, ορισθέντος ότι μετά την αποχώρηση από την εταιρία του Κ1, η διαχείριση και εκπροσώπηση της εταιρίας ανατίθεται στους εκκαλούντες πρώτο και δεύτερο, Χ2 και Χ1, ενεργούντων από κοινού. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τη σύναψη της προαναφερθείσας σύμβασης μεταφοράς (Ιανουάριος 2003) μέχρι και την ημερομηνία σύνταξης της συμβολαιογραφικής πράξης για τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." στην εταιρία "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣΑ.Ε." τηνΐ9-4-2004 αλλά και μετά από αυτήν, η μεταφορική εταιρία "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." παραλάμβανε, μέσω των προστηθέντων υπαλλήλων της, φαρμακευτικά σκευάσματα από την πολιτικώς ενάγουσα και τα διάνεμε, μέσω του δικτύου αντιπροσώπων της, στους παραλήπτες φαρμακοποιούς και ιατρούς ανά την Ελλάδα, εισπράττοντας το εκάστοτε αναγραφόμενο επί της εντολής μεταφοράς ποσό στο όνομα και για λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας, χωρίς όμως να είναι συνεπής ως προς την απόδοση του στην τελευταία. Ειδικότερα, τα χρηματικά ποσά των αντικαταβολών, που εισπράττονταν κατά την παράδοση των φαρμακευτικών σκευασμάτων, κατέθεταν οι ανταποκριτές ή υπάλληλοι της μεταφορικής εταιρίας είτε σε τραπεζικό λογαριασμό της εργοδότριας εταιρίας τους, του οποίου τη διαχείριση είχε ο κατηγορούμενος Κ1, είτε σε ατομικό λογαριασμό του εκκαλούντα Χ2, ο οποίος μέχρι τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." στην εταιρία "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε." ήταν ο κύριος εταίρος της πρώτης εξ αυτών, κατέχοντας το 45% των εταιρικών μεριδίων της και ασκούσε εν τοις πράγμασι τη διαχείριση των οικονομικών της, συμπράττοντας προς τούτο με τον εκ του καταστατικού διορισμένο διαχειριστή της, Κ1 , μετά δε την ως άνω μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων κατέστη εκ του καταστατικού διορισμένος διαχειριστής της ίδιας εταιρίας μαζί με τον δεύτερο εκκαλούντα Χ1, ενώ συγχρόνως ήταν και μέτοχος της αγοράστριας των εταιρικών μεριδίων εταιρίας "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Η παράλειψη απόδοσης στην πολιτικώς ενάγουσα των εισπραττόμενων αντικαταβολών προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, την αντίδραση και διαμαρτυρία του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας Ε1, αλλά και του αρμόδιου υπαλλήλου της ίδιας εταιρίας Υ1, οι οποίοι σε επικοινωνίες που είχαν κυρίως με τον πρώτο εκκαλούντα αλλά και με τον κατηγορούμενο Κ1, αντιμετώπιζαν τη δικαιολογία ότι η μη απόδοση της αξίας των διανεμηθέντων φαρμακευτικών σκευασμάτων οφειλόταν στους ανταποκριτές τους στην επαρχία, οι οποίοι δεν τους είχαν αποστείλει τα εισπραχθέντα χρηματικά ποσά και ότι σύντομα θα τα κατέβαλαν. Μάλιστα, όταν περί τον Απρίλιο του 2004 το οφειλόμενο στην πολιτικώς ενάγουσα χρηματικό ποσό είχε ανέλθει σε αρκετές δεκάδες χιλιάδες ευρώ, ο πρώτος εκκαλών υποσχόταν ότι η οφειλή θα καλυπτόταν από την εταιρία "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε.", μόλις μεταβιβάζονταν σ' αυτήν τα εταιρικά μερίδια της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." και αναλάμβανε ο ίδιος μαζί με τον δεύτερο εκκαλούντα τη διαχείριση της εταιρίας αυτής. Οι παραπάνω όμως υποσχέσεις δεν υλοποιήθηκαν και το οφειλόμενο στην πολιτικώς ενάγουσα ποσό αυξήθηκε κατά τα ποσά των μετέπειτα εισπραχθέντων αντικαταβολών μέχρι και την 25-5-2004, οπότε διακόπηκε κάθε συνεργασία μεταξύ των δύο εταιριών, ανήλθε δε συνολικά στο ποσό των € 83.867,27, το οποίο αναλύεται ειδικότερα ως εξής: (α) κατά το χρονικό διάστημα από την 20-1-2003 έως και την 15-4-2004, κατά το οποίο τη διαχείριση της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." ασκούσε ο κατηγορούμενος Κ1, από κοινού με τον Χ2, εισπράχθηκε και δεν αποδόθηκε στην εγκαλούσα, το συνολικό ποσό των 67.518,16, ευρώ αλλά οι ανωτέρω το κράτησαν και το ιδιοποιήθηκαν παράνομα και (β) κατά το χρονικό διάστημα από την 20-4-2004 έως και την 25-5-2004, κατά το οποίο τη διαχείριση της εταιρίας "UNITED COURIER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ SERVICES Ε.Π.Ε." ασκούσαν άπαντες οι κατηγορούμενοι, δηλαδή οι Κ1, Χ2 και Χ1, ανεξαρτήτως της ιδιότητας τους ως εκ του καταστατικού εγκύρως διορισθέντων ή μη διαχειριστών, ενεργώντας από κοινού, εισπράχθηκε και δεν αποδόθηκε στην εγκαλούσα, το συνολικό ποσό των 16.349,11, ευρώ αλλά οι ανωτέρω το κράτησαν και το ιδιοποιήθηκαν παράνομα.
Ο πρώτος των εκκαλούντων Χ2 με την έφεση του ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε ποτέ διαχειριστής της εταιρείας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." αλλά μόνο μέτοχος, ως εκ τούτου δε διαχειρίστηκε τα ποσά που φέρονται ως υπεξαιρεθέντα και κατά συνέπεια δεν τα ιδιοποιήθηκε αυτός, ότι δεν έγινε σύμβαση μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας αλλά μεταξύ της εταιρείας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." και της εγκαλούσας, ότι η σύμβαση αυτή δεν ήταν γενική και αόριστη για το σύνολο των αποστολών της εγκαλούσας αλλά ήταν συγκεκριμένη για κάθε αποστολή που καθόριζε εκάστοτε τον τρόπο εξόφλησης του τιμήματος, ότι η διαδικασία είσπραξης του τιμήματος των εμπορευμάτων είναι τέτοια που δεν μπορούσε αυτός να εισπράξει κάποια από τα ποσά αυτά και να τα ιδιοποιηθεί, ότι δεν υπήρξε ποτέ εντολοδόχος αφού εντολοδόχος ήταν η "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." ότι πολλά από τα χρήματα που εισέπρατταν οι αντιπρόσωποι τους κατά την παράδοση των εμπορευμάτων δεν τα απέδιδαν στην εταιρεία του αλλά τα παρακρατούσαν αυτοί, ότι μετά τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων στην εταιρεία "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε." ουσιαστικός και μοναδικός διαχειριστής της εταιρείας ήταν ο συγκατηγορούμενός του Χ1.
Ο δεύτερος των εκκαλούντων (αναιρεσείων) Χ1 με την έφεση του ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε ποτέ διαχειριστής της εταιρείας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." αλλά μόνο της "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε." , η συμμετοχή του στη διαχείριση της "UNITED COURIER SERVICES ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." κατά το χρονικό διάστημα από 20-4-2004 έως 25-5-2004 ήταν τυπική και άκυρη, αφού δεν επακολούθησε η δημοσίευση της τροποποίησης του καταστατικού που με τον όριζε διαχειριστή, αλλά και κατ' ουσία δεν άσκησε ποτέ καθήκοντα διαχειριστή της εταιρείας αυτής, ως εκ τούτου δε διαχειρίστηκε τα ποσά που φέρονται στην κατηγορία ως ιδιοποιηθέντα από αυτόν, δεν τα έλαβε ποτέ στην κατοχή του και συνεπώς δεν τα ιδιοποιήθηκε. Οι ισχυρισμοί αυτοί των εκκαλούντων είναι αβάσιμοι , δε στηρίζονται στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και δε συμβάλλουν στην κατάρριψη της κατηγορίας. Αντίθετα από τα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι οι εκκαλούντες, κατά τα χρονικά διαστήματα που κατηγορούνται άσκησαν πράγματι διαχειριστική εξουσία και ενεργώντας κατ' ουσία ως διαχειριστικά όργανα της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε.", έλαβαν στην κατοχή τους τα εισπραχθέντα ποσά αντικαταβολών, κατά τις ήδη μνημονευθείσες διακρίσεις για καθένα από τα δύο αναφερθέντα χρονικά διαστήματα, και τα ενσωμάτωσαν παράνομα στην περιουσία τους. Η εγκυρότητα ή μη, αφενός μεν της μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." προς την εταιρία "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και αφετέρου της τροποποίησης του καταστατικού της πρώτης εξ αυτών, με μεταβολή του προσώπου των διαχειριστών της, λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τις διατυπώσεις δημοσίευσης, που προβλέπονται στο Ν. 3190/1955, δεν επηρεάζουν την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων για την πράξη της κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία τελεσθείσας κακουργηματικής υπεξαίρεσης, για την οποία κατηγορούνται, αφού αυτοί άσκησαν κατ' ουσία τη διαχειριστική εξουσία της εταιρίας αυτής. Το γεγονός ότι άσκησαν διαχειριστικά καθήκοντα προκύπτει σαφώς, από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων αλλά και από τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας. Ο ισχυρισμός του πρώτου ότι τα εισπραχθέντα χρηματικά ποσά από τους κατά τόπους αντιπροσώπους του δεν αποδόθηκαν στην εταιρεία του και γι' αυτό δεν αποδόθηκαν και στην εγκαλούσα δε βασίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία και ως εκ τούτου κρίνεται αναληθής. Σε περίπτωση που αυτό ήταν αληθές θα έπρεπε η εταιρία του να είχε στραφεί κατά των αντιπροσώπων αυτών με συγκεκριμένες δικαστικές ενέργειες διατυπωμένες σε σχετικά δικόγραφα αντίγραφα των οποίων θα προσκόμιζε για την απόδειξη των ισχυρισμών του. Το γεγονός ότι ο δεύτερος των εκκαλούντων ως εκπρόσωπος της εταιρίας "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", συνυπέγραψε την υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Πάκου για τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων και την τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." και αποδέχθηκε, συγχρόνως τον διορισμό του ως συνδιαχειριστή αυτής, αλλά και το γεγονός ότι μετά την ανωτέρω ημερομηνία προέβη σε καταβολές μισθών προς τους υπαλλήλους της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε.", αποδεικνύουν την άσκηση της διαχειριστικής του εξουσίας. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, σε βάρος των εκκαλούντων προκύπτουν επαρκείς και σοβαρές ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο την εναντίον τους κατηγορία για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, τελεσθείσα κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση με τη σημείωση ότι ως προς τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Χ1 ως προς τον οποίο οι εναντίον του σοβαρές και αποχρώσες ενδείξεις ενοχής αφορούν μόνο το χρονικό διάστημα από 20-4-2004 έως και 25/5/04 και συνεπώς το υπεξαιρεθέν από αυτόν, με την σύμπραξη και των λοιπών συγκατηγορουμένων, ποσό ανέρχεται σε 16.349,11 ευρώ, που όπως είναι φανερό δεν υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ και για το λόγο αυτό δεν ισχύει, ως προς αυτόν, η επιβαρυντική περίπτωση του εδ. β' της § 2 του άρθρ. 375 Π.Κ. και το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών που τους παράπεμψε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών να δικαστούν για την πράξη αυτή ορθώς έκρινε ενώ οι εκκαλούντες, που με τις εφέσεις τους υποστηρίζουν τα αντίθετα, σφάλουν και πρέπει οι εφέσεις αυτές ν' απορριφθούν κατ' ουσία και να επιβληθούν σ'αυτούς τα δικαστικά έξοδα. Οι δύο πρώτοι εκκαλούντες (Χ2 και Χ1) με τις εφέσεις τους υποβάλλουν αίτημα περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης των, ενώπιον του Συμβουλίου σας, προκειμένου να παράσχουν διευκρινήσεις επί των ισχυρισμών τους, σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ, όμως οι ανωτέρω εκκαλούντες έχουν ήδη αναπτύξει με πληρότητα και σαφήνεια τους ισχυρισμούς τους στην απολογία τους, στα υπομνήματα αλλά και στις πολυσέλιδες εκθέσεις των εφέσεων τους, και κατά τη γνώμη μου δε χρήζουν περαιτέρω διευκρινήσεως, συνεπώς πρέπει το αίτημα αυτό ν'απορριφθεί. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 Συντ. και 139 ΚΠΔ), αφού εκθέσει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος o αναιρεσείων -κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, όλα χωρίς εξαίρεση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ως άνω ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε στη προκειμένη περίπτωση και επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου λόγοι αναίρεσης (αρ. 484 παρ. 1 β' και δ' ΚΠΔ) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, επειδή το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε αναιτιολόγητα τα αίτημα του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του (αρ. 309 παρ. 2 ΚΠΔ), είναι αβάσιμος διότι το Συμβούλιο Εφετών εκθέτοντας ότι "αυτοί (οι δύο πρώτοι εκκαλούντες) έχουν με πληρότητα παράσχει εξηγήσεις για τις κατηγορίες που τους βαρύνουν τόσο με τις εφέσεις, όσο και τα έγγραφα υπομνήματά τους και ανέπτυξαν διεξοδικά τις απόψεις τους, οπότε η εμφάνισή τους δεν είναι αναγκαία.
Κατά συνέπεια δεν κρίνεται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των εκκαλούντων και πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω αίτηση", αιτιολογημένα απάντησε στο σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος και συνεπώς δεν παραβίασε τα άρθρα 309 παρ. 2 - 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ (ΑΠ 1104/95), πέραν του ότι απόλυτη ακυρότητα δημιουργείται μόνο όταν το αρμόδιο Συμβούλιο δεν απαντά καθόλου στο αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του κατηγορουμένου (ΑΠ 310/96, ΑΠ 1441/97 κ.α.). Κατ' ακολουθία τούτων, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
(Α) Να απορριφθεί η υπ' αρ.136/14-7-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου..., κατά του υπ'αρ. 943/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και (Β) Να επιβληθούν τα νόμιμα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 22 Οκτωβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθ. εκθ. 136/14-7-2008 αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά του με αριθ. 943/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του με αριθ. 350/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επικυρώθηκε το βούλευμα αυτό, που τον παρέπεμψε, μαζί με άλλους δύο συγκατηγορουμένους του, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν για κακουργηματική υπεξαίρεση (αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στους υπαίτιους άλλους δύο συγκατηγορουμένους), λόγω της ιδιότητάς τους, και των τριών, ως εντολοδόχων συνδιαχειριστών ξένης περιουσίας, κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, (άρθρον 375 παρ. 1, 2 ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 εδ. β' του άνω ν. 1721/1999, "Aν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, να συντρέχει δε επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως να υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Η ταυτότητα του ξένου κινητού πράγματος, το οποίο αποτελεί το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία περί αυτής.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Η εξειδίκευση των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος απαιτείται μόνο όταν αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξεως, ή στην περίπτωση κατά την οποία για μία ή για περισσότερες από τις επί μέρους πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου ή απαραδέκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανεγκλήτου κλπ.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 ΠΚ, συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτόν τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της προθέσεως μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Ειδικότερα, επί υπεξαιρέσεως υπάρχει συναυτουργία όταν το ιδιοποιούμενο αντικείμενο περιέρχεται στη συγκατοχή των πλειόνων δραστών, οι οποίοι ενεργούν από κοινού, λόγω της μεταξύ τους ιδιαίτερης σχέσεως και των ειδικών στη συγκεκριμένη περίπτωση συνθηκών. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το συμβούλιο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο 943/2008 βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Αντεισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση του συλλεγέντος από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και τη προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση αποδεικτικού υλικού (εγγράφων, απολογιών και καταθέσεων μαρτύρων), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και τους λοιπούς δύο συγκατηγορουμένους του - εκκαλούντες και μη αναιρεσείοντες, που παραπέπονται κατά συναυτουργία: "Η τρίτη των εκκαλούντων, πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία, με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ε1, έχει ως αντικείμενο εργασιών, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή και εμπορία φαρμακευτικών και συναφών ειδών. Στα πλαίσια της εμπορικής της δραστηριότητας και προς το σκοπό της αποστολής των ευπαθών εμπορευμάτων της (φαρμάκων και κυρίως εμβολίων), σε φαρμακεία και ιατρεία του Νομού Αττικής, αλλά και των υπόλοιπων νομών της χώρας, στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003 σύναψε με την εταιρία ταχυμεταφορών "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε.", που είχε την έδρα της στην Καλλιθέα Αττικής και την οποία εκπροσωπούσε και διαχειριζόταν εκείνη τη χρονική περίοδο, κατά το καταστατικό της ο κατηγορούμενος Κ1, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .... τροποποίηση καταστατικού της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής συζ. Γρηγορίου Κουτσοπούλου, που καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό ..., σύμβαση μεταφοράς των εμπορευμάτων της, σύμφωνα με την οποία η τελευταία ανέλαβε, έναντι αμοιβής, τη διανομή των παραδιδόμενων σ' αυτήν φαρμακευτικών προϊόντων στους εκάστοτε παραλήπτες τους, υπό τον όρο της ταυτόχρονης είσπραξης από τους τελευταίους, στο όνομα και για λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας, της αξίας τους (αντικαταβολή) και της εντός προθεσμίας 20 ημερών από την είσπραξη, απόδοσης τους στην πολιτικώς ενάγουσα. Με την υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Πάκου, αντίγραφο της οποίας καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών, με αύξοντα αριθμό ... και δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. ...Τεύχος Α.Ε & Ε.Π.Ε. της ΕτΚ, οι εταίροι της εταιρίας ταχυμεταφορών "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." μεταβίβασαν το σύνολο των εταιρικών τους μεριδίων στην ομοειδούς αντικειμένου εταιρία με την επωνυμία "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε.", που είχε συσταθεί προ δύο μηνών με την υπ' αριθμ. ...συμβολαιογραφική πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου και της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο Π1, ένας δε εκ των μετόχων της και βασικός μέτοχος, ήταν ο πρώτος των εκκαλούντων-κατηγορούμενος Χ2. Επιπλέον, με την ίδια συμβολαιογραφική πράξη τροποποιήθηκαν: α) η επωνυμία της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." και προστεθείσης της λέξης "Μονοπρόσωπη" μεταβλήθηκε σε "UNITED COURIER SERVICES Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε.", β) η έδρα της παραπάνω εταιρίας, η οποία ορίστηκε ότι στο εξής θα είναι ο Δήμος Φιλαδέλφειας Αττικής επί της οδού Θεσσαλονίκης αρ. 65Β, όπου βρισκόταν και η έδρα της εταιρίας "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε.", και γ) το πρόσωπο του διαχειριστή της ίδιας εταιρίας, ορισθέντος ότι μετά την αποχώρηση από την εταιρία του Κ1, η διαχείριση και εκπροσώπηση της εταιρίας ανατίθεται στους εκκαλούντες πρώτο και δεύτερο, Χ2 και Χ1, ενεργούντος από κοινού. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τη σύναψη της προαναφερθείσας σύμβασης μεταφοράς (Ιανουάριος 2003) μέχρι και την ημερομηνία σύνταξης της συμβολαιογραφικής πράξης για τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." στην εταιρία "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε." την 19-4-2004 αλλά και μετά από αυτήν, η μεταφορική εταιρία "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." παραλάμβανε, μέσω των προστηθέντων υπαλλήλων της, φαρμακευτικά σκευάσματα από την πολιτικώς ενάγουσα και τα διάνεμε, μέσω του δικτύου αντιπροσώπων της, στους παραλήπτες φαρμακοποιούς και ιατρούς ανά την Ελλάδα, εισπράττοντας το εκάστοτε αναγραφόμενο επί της εντολής μεταφοράς ποσό στο όνομα και για λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας, χωρίς όμως να είναι συνεπής ως προς την απόδοση του στην τελευταία. Ειδικότερα, τα χρηματικά ποσά των αντικαταβολών, που εισπράττονταν κατά την παράδοση των φαρμακευτικών σκευασμάτων, κατέθεταν οι ανταποκριτές ή υπάλληλοι της μεταφορικής εταιρίας είτε σε τραπεζικό λογαριασμό της εργοδότριας εταιρίας τους, του οποίου τη διαχείριση είχε ο κατηγορούμενος Κ1, είτε σε ατομικό λογαριασμό του εκκαλούντα Χ2, ο οποίος μέχρι τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." στην εταιρία "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε." ήταν ο κύριος εταίρος της πρώτης εξ αυτών, κατέχοντας το 45% των εταιρικών μεριδίων της και ασκούσε εν τοις πράγμασι τη διαχείριση των οικονομικών της, συμπράττοντας προς τούτο με τον εκ του καταστατικού διορισμένο διαχειριστή της, Κ1, μετά δε την ως άνω μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων κατέστη εκ του καταστατικού διορισμένος διαχειριστής της ίδιας εταιρίας μαζί με τον δεύτερο εκκαλούντα Χ1, ενώ συγχρόνως ήταν και μέτοχος της αγοράστριας των εταιρικών μεριδίων εταιρίας "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Η παράλειψη απόδοσης στην πολιτικώς ενάγουσα των εισπραττόμενων αντικαταβολών προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, την αντίδραση και διαμαρτυρία του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας Ε1, αλλά και του αρμόδιου υπαλλήλου της ίδιας εταιρίας Υ1, οι οποίοι σε επικοινωνίες που είχαν κυρίως με τον πρώτο εκκαλούντα αλλά και με τον κατηγορούμενο Κ1, αντιμετώπιζαν τη δικαιολογία ότι η μη απόδοση της αξίας των διανεμηθέντων φαρμακευτικών σκευασμάτων οφειλόταν στους ανταποκριτές τους στην επαρχία, οι οποίοι δεν τους είχαν αποστείλει τα εισπραχθέντα χρηματικά ποσά και ότι σύντομα θα τα κατέβαλαν. Μάλιστα, όταν περί τον Απρίλιο του 2004 το οφειλόμενο στην πολιτικώς ενάγουσα χρηματικό ποσό είχε ανέλθει σε αρκετές δεκάδες χιλιάδες ευρώ, ο πρώτος εκκαλών υποσχόταν ότι η οφειλή θα καλυπτόταν από την εταιρία "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε.", μόλις μεταβιβάζονταν σ' αυτήν τα εταιρικά μερίδια της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." και αναλάμβανε ο ίδιος μαζί με τον δεύτερο εκκαλούντα τη διαχείριση της εταιρίας αυτής. Οι παραπάνω υποσχέσεις δεν υλοποιήθηκαν και το οφειλόμενο στην πολιτικώς ενάγουσα ποσό αυξήθηκε κατά τα ποσά των μετέπειτα εισπραχθέντων αντικαταβολών μέχρι και την 25-5-2004, οπότε διακόπηκε κάθε συνεργασία μεταξύ των δύο εταιριών, ανήλθε δε συνολικά στο ποσό των € 83.867,27, το οποίο αναλύεται ειδικότερα ως εξής: α) κατά το χρονικό διάστημα από την 20-1-2003 έως και την 15-4-2004, κατά το οποίο τη διαχείριση της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." ασκούσε ο κατηγορούμενος Κ1, από κοινού με τον Χ2, εισπράχθηκε και δεν αποδόθηκε στην εγκαλούσα, το συνολικό ποσό των 67.518,16 ευρώ αλλά οι ανωτέρω το κράτησαν και το ιδιοποιήθηκαν παράνομα και β) κατά το χρονικό διάστημα από την 20-4-2004 έως και την 25-5-2004, κατά το οποίο τη διαχείριση της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε." ασκούσαν άπαντες οι κατηγορούμενοι, δηλαδή οι Κ1, Χ2 και Χ1, ανεξαρτήτως της ιδιότητας τους ως εκ του καταστατικού εγκύρως διορισθέντων ή μη διαχειριστών, ενεργώντας από κοινού, εισπράχθηκε και δεν αποδόθηκε στην εγκαλούσα, το συνολικό ποσό των 16.349,11, ευρώ αλλά οι ανωτέρω το κράτησαν και το ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Ο πρώτος των εκκαλούντων Χ2 με, την έφεση του ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε ποτέ διαχειριστής της εταιρείας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." αλλά μόνο μέτοχος, ως εκ τούτου δε διαχειρίστηκε τα ποσά που φέρονται ως υπεξαιρεθέντα και κατά συνέπεια δεν τα ιδιοποιήθηκε αυτός, ότι δεν έγινε σύμβαση μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας αλλά μεταξύ της εταιρείας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." και της εγκαλούσας, ότι η σύμβαση αυτή δεν ήταν γενική και αόριστη για το σύνολο των αποστολών της εγκαλούσας αλλά ήταν συγκεκριμένη για κάθε αποστολή που καθόριζε εκάστοτε τον τρόπο εξόφλησης του τιμήματος, ότι η διαδικασία είσπραξης του τιμήματος των εμπορευμάτων είναι τέτοια που δεν μπορούσε αυτός να εισπράξει κάποια από τα ποσά αυτά και να τα ιδιοποιηθεί, ότι δεν υπήρξε ποτέ εντολοδόχος αφού εντολοδόχος ήταν η "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." ότι πολλά από τα χρήματα που εισέπρατταν οι αντιπρόσωποι τους κατά την παράδοση των εμπορευμάτων δεν τα απέδιδαν στην εταιρεία του αλλά τα παρακρατούσαν αυτοί, ότι μετά τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων στην εταιρεία "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε." ουσιαστικός και μοναδικός διαχειριστής της εταιρείας ήταν ο συγκατηγορούμενός του Χ1. Ο δεύτερος των εκκαλούντων Χ1 με την έφεσή του ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε ποτέ διαχειριστής της εταιρείας "UNITED COURIER SERVICES Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε." αλλά μόνο της "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε.", η συμμετοχή του στη διαχείριση της "UNITED COURIER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." κατά το χρονικό διάστημα από 20-4-2004 έως 25-5-2004 ήταν τυπική και άκυρη, αφού δεν επακολούθησε η δημοσίευση της τροποποίησης του καταστατικού που τον όριζε διαχειριστή, αλλά και κατ' ουσία δεν άσκησε ποτέ καθήκοντα διαχειριστή της εταιρείας αυτής, ως εκ τούτου δε διαχειρίστηκε τα ποσά που φέρονται στην κατηγορία ως ιδιοποιηθέντα από αυτόν, δεν τα έλαβε ποτέ στην κατοχή του και συνεπώς δεν τα ιδιοποιήθηκε. Οι ισχυρισμοί αυτοί των εκκαλούντων είναι αβάσιμοι, δε στηρίζονται στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και δε συμβάλλουν στην κατάρριψη της κατηγορίας. Αντίθετα από τα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι οι εκκαλούντες, κατά τα χρονικά διαστήματα που κατηγορούνται άσκησαν πράγματι διαχειριστική εξουσία και ενεργώντας κατ' ουσία ως διαχειριστικά όργανα της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε.", έλαβαν στην κατοχή τους τα εισπραχθέντα ποσά αντικαταβολών, κατά τις ήδη μνημονευθείσες διακρίσεις για καθένα από τα δύο αναφερθέντα χρονικά διαστήματα, και τα ενσωμάτωσαν παράνομα στην περιουσία τους. Η εγκυρότητα ή μη αφενός μεν της μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." προς την εταιρία "ETNA ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και αφετέρου της τροποποίησης του καταστατικού της πρώτης εξ αυτών, με μεταβολή του προσώπου των διαχειριστών της, λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τις διατυπώσεις δημοσίευσης, που προβλέπονται στο Ν. 3190/1955, δεν επηρεάζουν την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων για την πράξη της κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία τελεσθείσας κακουργηματικής υπεξαίρεσης, για την οποία κατηγορούνται, αφού αυτοί άσκησαν κατ' ουσία τη διαχειριστική εξουσία της εταιρίας αυτής. Το γεγονός ότι άσκησαν διαχειριστικά καθήκοντα προκύπτει σαφώς από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων αλλά και από τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας. Ο ισχυρισμός του πρώτου ότι τα εισπραχθέντα χρηματικά ποσά από τους κατά τόπους αντιπροσώπους του δεν αποδόθηκαν στην εταιρεία του και γι' αυτό δεν αποδόθηκαν και στην εγκαλούσα δε βασίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία και ως εκ τούτου κρίνεται αναληθής. Σε περίπτωση που αυτό ήταν αληθές θα έπρεπε η εταιρία του να είχε στραφεί κατά των αντιπροσώπων αυτών με συγκεκριμένες δικαστικές ενέργειες διατυπωμένες σε σχετικά δικόγραφα, αντίγραφα των οποίων θα προσκόμιζε για την απόδειξη των ισχυρισμών του. Το γεγονός ότι ο δεύτερος των εκκαλούντων ως εκπρόσωπος της εταιρίας "ΕΓΝΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", συνυπέγραψε την υπ' αριθμ. ...συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Πάκου για τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων και την τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε." και αποδέχθηκε, συγχρόνως τον διορισμό του ως συνδιαχειριστή αυτής, αλλά και το γεγονός ότι μετά την ανωτέρω ημερομηνία προέβη σε καταβολές μισθών προς τους υπαλλήλους της εταιρίας "UNITED COURIER SERVICES Ε.Π.Ε.", αποδεικνύουν την άσκηση της διαχειριστικής του εξουσίας. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, σε βάρος των εκκαλούντων προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο την εναντίον τους κατηγορία για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, τελεσθείσα κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, και το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών που τους παράπεμψε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών να δικαστούν για την πράξη αυτή καλώς έπραξε, ενώ οι εκκαλούντες, που με τις εφέσεις τους υποστηρίζουν τα αντίθετα, σφάλουν και πρέπει οι εφέσεις αυτές ν' απορριφθούν κατ' ουσία και να επιβληθούν σ' αυτούς τα δικαστικά έξοδα".
Με αυτά που δέχθηκε, ως άνω, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αναφορικά με την πράξη των τριών κατηγορουμένων, της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως κατ'εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, φερομένης ως τελεσθείσας από τον αναιρεσείοντα, μόνον κατά το χρονικό διάστημα από 20-4-2004 μέχρι 25-5-2004, για εισπραχθέν και υπεξαιρεθέν από κοινού ποσό 16.349,11 ευρώ, που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα Χ1, που ενήργησε ως ουσιαστικός συνδιαχειριστής της εταιρείας "UNITED COURIER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ SERVICES ΕΠΕ", μετά των συγκατηγορουμένων του συνδιαχειριστών αυτής Κ1 και Χ2, ανεξάρτητα αν βάσει του καταστατικού της εταιρείας αυτής διορίστηκαν εγκύρως ή μη οι ανωτέρω συνδιαχειριστές και ανεξάρτητα του ότι δεν επακολούθησε τυπικά κατά το ν. 3190/1955 δημοσίευση της με τη με αριθ. 15493/19-4-2004 συμβολαιογραφική πράξη τροποποιήσεως του καταστατικού της αρχικής εντολοδόχου ΕΠΕ, (το Συμβούλιο) διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος για το οποίο διώχθηκαν και κρίθηκαν οι κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, παραπεμπτέοι, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα προκύψαντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, ήτοι εκείνες των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 45, 98 και 375 παρ. 2, 1 εδ. α του ΠΚ, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και ισχύει ήδη μετά την προσθήκη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 375 με το άρθρο 14 παρ. 3 β του ν. 2721/1999, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, ενώ εξ άλλου δεν στερείται το βούλευμα νόμιμης βάσεως, αφού με αυτά που δέχθηκε δεν αποβαίνει ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων, αλλά και για τη συνδρομή της συναυτουργίας και της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ'ουσίαν.
Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ. α του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι, το συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σε αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, είναι υποχρεωμένο να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως που αφορά την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση, μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αποβλέπουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που ανήκουν σε αυτόν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ του ίδιου Κώδικα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, υποβλήθηκε στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δια του Εισαγγελέα Εφετών, αίτημα περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεως αυτού ενώπιον του Συμβουλίου, για να παράσχει τις αναγκαίες διευκρινίσεις επί της υποθέσεως και των λόγων εφέσεως. Το αίτημα όμως αυτό του κατηγορουμένου, το Συμβούλιο Εφετών, με σύμφωνη πρόταση του Αντεισαγγελέα Εφετών, απέρριψε με την παρακάτω αιτιολογία: "Τέλος το αίτημα των δύο πρώτων εκκαλούντων (Χ2 και Χ1) για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι αυτοί έχουν με πληρότητα παράσχει εξηγήσεις για τις κατηγορίες που τους βαρύνουν τόσο με τις εφέσεις τους, όσο και με τα έγγραφα υπομνήματά τους και ανέπτυξαν διεξοδικά τις απόψεις τους, οπότε η εμφάνισή τους δεν είναι αναγκαία". Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής και ουδεμία ακυρότητα της προδικασίας επήλθε και ο σχετικός από τα άρθρα 171 παρ. 1 δ και 484 παρ. 1 περ. α του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 136/14-7-2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του με αριθ. 943/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα παραπεμπτικό για κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο - διαχειριστή ξένης περιουσίας. Απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για απόλυτη ακυρότητα, λόγω αναιτιολόγητης απόρριψης αιτήματος αυτοπρόσωπης εμφανίσεως στο Συμβούλιο Εφετών, ως αβάσιμων κατ' ουσία.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση.
| 2
|
Αριθμός 1425/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαπέτρο, για αναίρεση της 374/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, με συγκατηγορούμενο τον... .
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 585/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ' 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, αναφορικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη το έγγραφο που δεν αναγνώστηκε, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του παρεχόμενου σ' αυτόν από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, η ανάγνωση του εγγράφου, δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, Εξάλλου, η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 374/2008 απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών την οποία μετέτρεψε προς 5,00 ευρώ την ημέρα. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το από 19/7/2002 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ανωνύμου ποδοσφαιρικής εταιρείας με την επωνυμία "Αθλητικός Όμιλος Βόλου Εθνικός-Ολυμπιακός Ποδοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρεία, (από προφανή παραδρομή γίνεται μνεία σ' αυτό με την ίδια ημερομηνία πρακτικού της Γενικής Συνέλευσης της εν λόγω εταιρείας, όπως η παραδρομή αυτή αβίαστα προκύπτει από την σ' αυτό λεπτομερή αναφορά του περιεχομένου του και ιδιαίτερα της στο τέλος αυτού φράσης "Το Δ.Σ ομόφωνα εγκρίνει τις δικαιοδοσίες του Προέδρου και διαχειριστή ... (συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντα) για την εκπροσώπηση της Εταιρίας, οι οποίες αναφέρονται στο παρόν πρακτικό ενδεικτικά"). Από το πρακτικό αυτό (πρακτικό του Δ.Σ) κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν προέκυπτε ότι ο αναιρεσείων στερείτο της αρμοδιότητας για την πρόσληψη προσωπικού και την τακτοποίηση των οφειλών της ως άνω εταιρείας προς ασφαλισμένους στο ΙΚΑ. Το ουσιώδες για την περί ενοχής κρίση του αναιρεσείοντα ως άνω πρακτικό του Δ.Σ της εν λόγω εταιρείας δεν αναφέρεται στην οικεία θέση των πρακτικών αυτής, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, ούτε προκύπτει η ανάγνωσή του από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της απόφασης είτε από τις αναγνωσθείσες και στα πρακτικά της προσβαλλομένη απόφασης μνημονευόμενες α)1420/2007 απόφαση του Τριμελούς Πρωτοδικείου Βόλου και β) της 3712/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, (πρωτόδικης) η οποία και μόνο φέρεται ότι αναγνώσθηκε και όχι και τα πρακτικά αυτής στα οποία και μνημονεύεται το εν λόγω πρακτικό του Δ.Σ,. Έτσι δεν καθίσταται βέβαιο ότι το έγγραφο αυτό αναγνώσθηκε στο ακροατήριο της προσβαλλόμενης απόφασης ώστε να έχει τη δυνατότητα ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, κάνοντας χρήση του άρθρου 358 του ΚΠΔ να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το έγγραφο αυτό. Συνακόλουθα ο κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου από το άρθρο 510 § 1 περ. Α', πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασία στο ακροατήριο που προκλήθηκε από τη λήψη υπόψη από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε είναι ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 374/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αποτελούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών λόγω απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι έλαβε υπόψη έγγραφο (πρακτικό του Δ.Σ. ανώνυμης εταιρείας, το οποίο δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε από κάποιο σημείο αυτής ότι αναγνώσθηκε. Δεν αρκεί δε η στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αναφορά ως αναγνωστέου εγγράφου της πρωτόδικης απόφασης στα πρακτικά της οποίας απλώς αναφέρεται ως αναγνωστέο έγγραφο το ως άνω πρακτικό του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας, χωρίς να προκύπτει το περιεχόμενό του από το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης. Παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
Αριθμός 1423/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2 που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γερασιμούλα Σιμωνετάτου, περί αναιρέσεως της 1421/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Κ1, 2) Κ2, 3) Κ3 και 4) Κ4 και με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιά , με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Οκτωβρίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1800/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 10/10/2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 1421/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς, πρέπει λόγω συναφείας να συνεκδικασθούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ. "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι'αυτόν ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τον απαρτισμό της εννοίας του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται, αντικειμενικώς, η καταμηνυόμενη ή αναφερόμενη στην αρχή πράξη να συνιστά έγκλημα ή πειθαρχική παράβαση, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης - επίγνωσης) ότι η ανωτέρω πράξη είναι ψευδής και τη θέληση αυτού να καταμηνύσει τον παθόντα ή να τον αναφέρει στην αρχή, με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση εναντίον του ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως του σκοπού αυτού. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τον απαρτισμό της εννοίας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, αντικειμενικώς, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους - εντελούς γνώσης - επίγνωσης), ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου, τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση της πράξεως του αυτουργού απαιτείται, άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός θα πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση
στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Πειραιώς με την προσβαλλόμενη απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ενόψει συζητήσεως κατά την 6-11-2001 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Εργατικών Διαφορών) της από 19-3-1001 και με αριθμό καταθέσεως 2540/2001 αγωγής της εγκαλούσας, ήδη πολιτικώς ενάγουσας, Ψ1 κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΡΟΝΤΙΔΑ Α.Ε.", που εδρεύει στον Άγιο Ι. Ρέντη, η εν λόγω εταιρεία προσκόμισε, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, και επικαλέστηκε τις υπ' αριθμ. 371, 372, 373 και 374/5-11-2001 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Καμπανέλου (αρμόδιας προς λήψη αυτών), οι οποίες όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 59/2002 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της προαναφερόμενης αγωγής, λήφθηκαν μετά από νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας Ψ1 μνημονεύοντας προς απόδειξη της κλήτευσης την υπ'αριθμ. ...έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... (βλ. Α.Π. 1695/1998). Οι ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν όλες ανεξαιρέτως υπόψη από το δίκασαν Δικαστήριο, δηλαδή από το αρμόδιο όργανο για την επίλυση της ως άνω διαφοράς (Α.Π. 210/2004), διότι κατά τη συζήτηση της αγωγής την 6-11-2001 δεν ίσχυε ο κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ περιορισμός των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων σε τρεις από κάθε πλευρά, ο οποίος (περιορισμός) ισχύει από 1-1-2002, οπότε αντικαταστάθηκε το άρθρο 270 του ΚΠολΔ από το άρθρο 12 του ν. 2915/2001. Στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις περιέχονται καταθέσεις των κατηγορουμένων Κ1, Κ2 και Κ3 οι οποίοι ενόρκως ενώπιον της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου ψευδώς βεβαιώνουν, μεταξύ άλλων, τα οποία αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό, ότι η εγκαλούσα Ψ1 προσλήφθηκε από την εταιρεία "ΦΡΟΝΤΙΔΑ Α.Ε.", η οποία διατηρεί επιχείρηση καφεζαχαροπλαστείου "...", στις 3-2-2000 και απασχολήθηκε ως βοηθός ζαχαροπλάστη μέχρι 31-5-2000 επί 5 ημέρες την εβδομάδα και έως τα τέλη Απριλίου επί οκτώ ώρες ημερησίως, έκτοτε δε και μέχρι την 31-5-2000 επί 4 ώρες ημερησίως, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς από την επιχείρηση, χωρίς να πραγματοποιήσει ούτε μία ώρα υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, ενώ κατά την αποχώρησή της είχε εξοφληθεί πλήρως για τις δεδουλευμένες αποδοχές της και τα αναλογούντα επιδόματα και δώρα. Επίσης, καταθέτουν ισχυριζόμενοι ότι έχουν ιδία αντίληψη ότι κατά την πρόσληψή της η εγκαλούσα δεν προσκόμισε στην εργοδότρια εταιρεία βιβλιάριο υγείας και συνεπώς δεν είναι αληθές ότι η τελευταία δεν της το παρέδωσε κατά την αποχώρησή της. Επίσης, ο εκ των κατηγορουμένων Κ4 στον Πειραιά, στις 6-11-2001, κατά την εκδίκαση της παραπάνω αγωγής της εγκαλούσας κατά της εταιρείας "ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΑΕ", εξετάσθηκε ως μάρτυρας, προταθείς από την τελευταία (εναγομένη), και κατέθεσε ενόρκως τα παραπάνω ψευδή πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι η εγκαλούσα προσλήφθηκε στις 3-2-2000 και εργάσθηκε έως 31-5-2000, οπότε και παραιτήθηκε, ότι δεν εργαζόταν 12ωρο ότι εξοφλήθηκε για όλα τα ποσά, ότι εργαζόταν επί 5 ημέρες την εβδομάδα. Τα παραπάνω κατατεθέντα από τους μάρτυρες πραγματικά περιστατικά δηλαδή συμβάντα του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενα στο παρελθόν, υποπίπτοντα στις αισθήσεις και δυνάμενα να αποδειχθούν (Α.Π. 1391/1993 Ποιν. Χρ. ΜΓ', 1153), και όχι κρίσεις (Α.Π. 258/1992 Ποιν. Χρ. ΜΒ', 425), τα οποία σημειωτέον σχετίζοντο ουσιαστικά με την υπόθεση (Α.Π. Χρ. ΜΑ', 299) ή σε κάθε περίπτωση ευρίσκοντο εντός του αποδεικτέου θέματος (Α.Π. 279/1987 Ποιν. Χρ. ΛΖ', 717), είναι ψευδή, ενώ αυτοί τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας τους, αφού όλοι εργάζονταν στην επιχείρηση της εναγομένης, με τις ίδιες περίπου συνθήκες εργασίας με την εγκαλούσα, γνώριζαν δε εξ ιδίας αντιλήψεως ότι η εγκαλούσα προσλήφθηκε και εργάσθηκε στην εταιρεία "ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΑΕ" από 21-12-1999 ως 28-12-2000, που απολύθηκε, μόλις οι εκπρόσωποι της εταιρείας πληροφορήθηκαν την εγκυμοσύνη της, εργαζόταν δε με πλήρη απασχόληση επί εξαήμερο συμπεριλαμβανομένης και της Κυριακής και των αργιών και έπαιρνε ένα ρεπό την εβδομάδα, καθημερινή. Ότι μέχρι τον Φεβρουάριο του 2000 εργαζόταν επί 12 ώρες ημερησίως, έκτοτε δε και μέχρι την απόλυση της εργαζόταν επί επτάωρο, ότι κατά την απόλυσή της τής οφείλονταν αποζημίωση για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, αμοιβή για υπερεργασία, υπερωρίες για το πρώτο δίμηνο εργασίας της, δώρο Χριστουγέννων 2000, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας και αναλογία για το δώρο του Πάσχα, ενώ η εγκαλούσα ουδέποτε συζήτησε με τους μάρτυρες, οι οποίοι εργάζονταν σε διαφορετικό απ' αυτήν χώρο και διαφορετικές συνήθως ώρες, είχε δε νόμιμα θεωρημένο βιβλιάριο υγείας, το οποίο είχε προσκομίσει στην εταιρεία, το οποίο παράνομα το παρακράτησαν οι εκπρόσωποι της εταιρείας (1ος και 2ος κατηγορούμενοι), μετά την απόλυσή της για να θεωρηθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε η αναλήθεια των κατατεθέντων από τους παραπάνω κατηγορουμένους, η γνώση τους ότι τα προαναφερόμενα περιστατικά που κατέθεσαν είναι ψευδή και ότι το περιεχόμενο της ενλόγω καταθέσεώς τους ήταν αποτέλεσμα ευσυνείδητης ενέργειάς τους (Α.Π. 1210/1994 ΝοΒ 43,282) για να ωφεληθεί η ως άνω εταιρία των δύο πρώτων κατ-νων, ώστε να απορριφθεί η αγωγή της εκκαλούσα, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την αποδιδόμενη σ' αυτούς ψευδορκία μάρτυρα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 υπήρξαν Πρόεδρος, Διευθύνοντες Σύμβουλοι και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας "ΦΡΟΝΤΙΔΑ Α.Ε.", ο δεύτερος μέχρι την 1-11-2001 και έκτοτε ο πρώτος, με ενεργή συμμετοχή στη διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρείας στους προαναφερόμενους τόπους (Αθήνα και Πειραιά) και χρόνους (5-11-2001 και 6-11-2001) με πρόθεση προκάλεσαν στους συγκατηγορουμένους τους την πρόθεση να διαπράξουν την πράξη της ψευδορκίας που πράγματι διέπραξαν και συγκεκριμένα προέτρεψαν και έπεισαν αυτούς, οι οποίοι, ως υπάλληλοι της εταιρείας τελούν σε σχέση εξάρτησης, με φορτικότητα, πειθώ, υποσχέσεις και επίμονες προτροπές, λόγω της επαγγελματικής σχέσης τους, να καταθέσουν τα προεκτεθέντα ψευδή γεγονότα, κατά την προαναφερόμενη ένορκη εξέτασή τους, αν και γνώριζαν την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, όσο και τη σχετικά με αυτά αλήθεια και επομένως στοιχειοθετείται τόσο αντικειμενικά, όσο και υποκειμενικά η αποδιδόμενη σ' αυτούς ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή. Εξάλλου, οι παραπάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 με την παραπάνω ιδιότητά τους, ήτοι ο πρώτος ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, ο δεύτερος ως ενεργό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου κατέθεσαν για λογαριασμό της εταιρείας "ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΑΕ" την από 6-11-2001 ψευδή μήνυσή τους, που εγχείρησαν την 7-11-2001 στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά της εγκαλούσας Ψ1 με την οποία την κατεμήνυσαν εν γνώσει τους ψευδώς αυτήν για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία του μάρτυρα Μ1 και απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο. Ειδικότερα ισχυρίστηκαν με τη μήνυση τους ότι ο μάρτυρας Μ1 που εξετάσθηκε μετά από πρόταση της εγκαλούσας ως μάρτυρας ένορκα κατά τη συζήτηση της αγωγής της εγκαλούσας στις 6-11-2001 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατέθεσέ εν γνώσει του ψευδή γεγονότα, ήτοι τα αποδειχθέντα ανωτέρω ως αληθή και ότι ηθική αυτουργός στην ψευδορκία ήταν η εγκαλούσα, η οποία διέπραξε, επίσης, το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο. Όπως προαναφέρθηκε με την υπ' αριθμ. 37090/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη, οι μηνυθέντες κηρύχθηκαν αθώοι για τις προαναφερόμενες πράξεις. Επομένως, αποδείχθηκε αντικειμενικά ψευδής η μήνυση των παραπάνω κατηγορουμένων, αυτοί δε γνώριζαν την αναλήθεια αυτής, είχαν δε σκοπό με την υποβολή της να προκαλέσουν την ποινική δίωξη μεταξύ άλλων και της εγκαλούσας . Τέλος, οι ίδιοι κατηγορούμενοι, από κοινού ενεργούντες, στις 28-12-2000 στον Άγιο Ι. Ρέντη, κατά την απόλυση της εγκαλούσας από την εταιρεία τους, απέκρυψαν και δεν της απέδωσαν το με αριθμό πρωτοκόλλου ...βιβλιάριο υγείας, που είχε εκδοθεί στο όνομά της από τη Διεύθυνση Υγείας και Δημ. Υγιεινής της Νομαρχίας Αθηνών - Πειραιώς και το οποίο είχε προσκομίσει στους κατηγορουμένους, στην πράξη τους δε αυτή προέβησαν προκειμένου να την βλάψουν, ήτοι να μην δύναται η εγκαλούσα να αποδείξει την εγκυρότητα της εργασιακής τους σχέσης και να θεωρηθεί αυτή άκυρη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες α) ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος από κοινού κατά συρροή β) ψευδούς καταμήνυσης από κοινού και γ) υπεξαγωγή εγγράφου από κοινού και επέβαλε στον καθένα από αυτούς συνολική ποινή δέκα (10) μηνών την οποία μετέτρεψε προς 5 Ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2, 46 παρ. 1 εδ. α', 94, 222, 224 παρ. 2-1 και 229 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες, ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπον. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας α) Όσον αφορά την ηθική αυτουργία των αναιρεσειόντων στην κατά συρροή ψευδορκία, αρκούσαν οι παραδοχές ότι αυτοί, έχοντας ενεργή συμμετοχή στη διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρείας στους προαναφερομένους χρόνους (5-11-2001 και 6-11-2001) κατά τους οποίους οι συγκατηγορούμενοί τους κατέθεσαν κατά την ένορκη εξέτασή τους ψευδή γεγονότα, προκάλεσαν στους τελευταίους την πρόθεση να διαπράξουν την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας προτρέποντας αυτούς, οι οποίοι ως υπάλληλοι της εταιρείας τελούν σε σχέση εξάρτησης, με φορτικότητα, πειθώ, υπόσχεση και επίμονες προτροπές λόγω της επαγγελματικής τους σχέσης, όσον αφορά την από κοινού ψευδή καταμήνυση και την υπεξαγωγή εγγράφου, αρκούσε η προαναφερθείσα παραδοχή ότι και οι δύο αναιρεσείοντες κατά τον χρόνο που αποδίδεται στον καθένα από αυτούς οι παραπάνω αξιόποινες πράξεις είχαν ενεργή συμμετοχή στη διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρείας, είναι αδιάφορο αν κατά τους χρόνους αυτούς δεν ήταν και νόμιμος εκπρόσωπός της. Συνακόλουθα Α) ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, πρώτος λόγος και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος των με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με την αιτίαση ότι κατά τις παραδοχές της κατά τους χρόνους που αποδίδονται στον καθένα από αυτούς οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες αυτοί καταδικάστηκαν και ειδικότερα της ψευδούς καταμήνυσης και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία κατά συρροή ο αναιρεσείων Χ2 και υπεξαγωγής εγγράφου ο αναιρεσείων Χ1 δεν είχε ο καθένας τους αντίστοιχα την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΦΡΟΝΤΙΔΑ Α.Ε." είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, απορριπτέος δε ως εκ τούτου ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος είναι ο ίδιος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν είχαν την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, ανεξάρτητα του ότι απαραδέκτως προβάλλεται, διότι υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας πλήττεται μ' αυτόν η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της ουσίας Β) Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την θεμελίωση της από κοινού ηθικής αυτουργίας των αναιρεσειόντων σε ψευδορκία κατά συρροή. Ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ Β και Ε του ΚΠΔ, κατ' εκτίμηση των δικογράφων, συναφής δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης και της εσφαλμένης εφαρμογής, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο το μεν δεν απάντησε στο από τον συνήγορο τους υποβληθέν αίτημα τους να κριθούν ότι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της από κοινού ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία κατ'εξακολούθηση παραβιάζοντας συνάμα και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ το δε εσφαλμένα εφήρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 94 του Π. Κ. δεχόμενο ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν την εν λόγω αξιόποινη πράξη κατά συρροή και όχι κατ'εξακολούθηση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού ο χαρακτηρισμός αυτός (κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση) ανάγεται στην περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο, ούτε αντιβαίνει σε διάταξη της ΕΣΔΑ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα (στην αιτιολογία) στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το 82 Π.Κ., είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ίδιο δικαστήριο, αφού επέβαλε στους αναιρεσείοντες συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, μετέτρεψε αυτή προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης, δέχθηκε ότι δεν συντρέχει ως προς αυτούς περίπτωση αναστολής της ποινής διαλαμβάνον στη σχετική αιτιολογία της απόφασής του τα εξής: "όπως προκύπτει από τα ποινικά μητρώα τους που αναγνώσθηκαν και βρίσκονται στη δικογραφία έχουν αυτοί καταδικασθεί αμετάκλητα με περισσότερες αποφάσεις σε ποινές φυλάκισης που υπερβαίνουν συνολικά το όριο των εξ (6) μηνών και επειδή η επιβαλλόμενη ποινή φυλάκισης δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος, πρέπει να μετατραπεί σε χρηματική (άρθρο 82 παρ. 1 Π.Κ., όπως ισχύει τώρα)". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, αφού απεφάσισε την μετατροπή της ποινής, έχοντας προηγουμένως διαπιστώσει από την έρευνα του ποινικού μητρώου των αναιρεσειόντων την διακωλυτική της αναστολής της ποινής τους προϋπόθεση, διαλαμβάνοντας προς τούτο την απαιτούμενη αιτιολογία για την αρνητική του κρίση και συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η του Κ.Π.Δ. συναφής τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 10/10/2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 1421/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς.
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σ' αυτή. Απόρριψη ως αβασίμων των λόγων και των δυο αιτήσεων αναίρεσης: α) για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας όσον αφορά τη θεμελίωση της από κοινού ηθικής αυτουργίας των αναιρεσειόντων στην ψευδορκία, β) για έλλειψη ακροάσεως για το λόγο ότι έπρεπε να απαντηθεί το αίτημα του συνηγόρου για εφαρμογή της αξιόποινης πράξης κατ' εξακολούθηση, γ) για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 94 ΠΚ και δ) υπέρβαση εξουσίας διότι δεν δόθηκε αναστολή της ποινής επί τριετία κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 99 ΠΚ. Απορρίπτει.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 1422/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βουλγαράκη, για αναίρεση της με αριθμό 144/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1196/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 5 παρ.1 του Ν.1729/1987, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του Ν.3459/2006, ορίζονται οι τρόποι τελέσεως των βασικών εγκλημάτων σχετικά με τα ναρκωτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αγορά και κατοχή ναρκωτικών (περιπτώσεις β' και ζ'), ενώ στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους τρόπους από τους προβλεπόμενους στην προηγούμενη παράγραφο, αφορά όμως την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, στον υπαίτιο επιβάλλεται μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 351, 358 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ σαφώς συνάγεται ότι όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώστηκε κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το ως άνω άρθρο 358 δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.1 περίπτ. δ' του ίδιου Κώδικα και ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν προκαλείται όταν το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι το έγγραφο αυτό αναγνώσθηκε, γιατί η αναφορά αυτή αποτελεί συγχρόνως και βεβαίωση ότι το έγγραφο αυτό αναγνώσθηκε.
Εν προκειμένω στην αρχή του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που ενόρκως εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε....". Επομένως η αναφορά περί αναγνώσεως των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης αποτελεί συγχρόνως και βεβαίωση ότι αυτά αναγνώσθηκαν και έτσι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ περί προκλήσεως απόλυτης ακυρότητας από το ότι λήφθηκαν υπόψη τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που δεν αναγνώσθηκαν είναι αβάσιμος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας .
Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Εξάλλου υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση) ή αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο παρόλο ότι συντρέχουν οι όροι άσκησης της (αρνητική υπέρβαση).
Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 144/2008 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατά τα άνω λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα εξής: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, σύμφωνα και με τα εις το διατακτικό της παρούσης διαλαμβανόμενα πραγματικά περιστατικά. Συγκεκριμένα αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος Χ1 στη ...σε μη προσδιορισθέντα επακριβώς τόπο και ημέρα πριν από τη σύλληψή του αγόρασε από άγνωστο Αλβανό υπήκοο, με το όνομα "..." αντί αγνώστου ανταλλάγματος ναρκωτικές ουσίες και δη: 1) φυτικά αποσπάσματα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης αγνώστου συνολικού μικτού βάρους, πάντως μεγαλύτερου των 133,7 γραμμαρίων, που είχε τοποθετήσει σε πλαστικές συσκευασίες, 2) κοκαΐνη, αγνώστου συνολικού βάρους, πάντως μεγαλύτερου των 13,4 γραμμαρίων, αντί 500,00 ευρώ. Εκτός αυτών ο κατηγορούμενος στον εις το διατακτικό της παρούσης τόπο και χρόνο αγόρασε από άγνωστο άτομο: α) φυτικά αποσπάσματα κατεργασμένης ινδικής κάνναβης, άγνωστου συνολικού βάρους, πάντως μεγαλύτερου των 89,2 γραμμαρίων, β) πλαστικές συσκευασίες με φυτικά αποσπάσματα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης άγνωστου συνολικού βάρους, πάντως μεγαλύτερου των 42,6 γραμμαρίων και γ) κοκαΐνη άγνωστου συνολικού βάρους, πάντως μεγαλύτερου των ii γραμμαρίων, αντί αγνώστου ανταλλάγματος. Οι ποσότητες αυτές των ναρκωτικών ουσιών, βρέθηκαν από τους αρμόδιους λιμενικούς υπαλλήλους σε έλεγχο που έκαναν στο χώρο του λιμανιού ..., τόσο στον πρώτο κατηγορούμενο, όσο και στην δεύτερη, καθώς και στο σπίτι του πρώτου. Ειδικότερα, ο πρώτος έφερε μαζί του 3,9 γραμμάρια κοκαΐνης, και η δεύτερη 2,4 γραμμάρια κοκαΐνης, ενώ στο σπίτι του πρώτου βρήκαν 6 γραμμάρια κοκαΐνης, 89 γραμμάρια ινδικής κάνναβης, καθώς και 91 γραμμάρια ινδικής κάνναβης ακατέργαστη. Όλες τις παραπάνω ποσότητες εκτός από εκείνες που βρέθηκαν στην κατοχή της δεύτερης κατηγορουμένης, ανήκαν στον πρώτο κατηγορούμενο και τις κατείχε αυτός, όχι για δική του αποκλειστικά χρήση, αλλά για την διάθεσή τους σε άλλα πρόσωπα, έναντι ανταλλάγματος. Ωσαύτως κατά τον έλεγχο που έγινε στη δεύτερη κατηγορουμένη διαπιστώθηκε ότι αυτή κατείχε κοκαΐνη μικτού βάρους 2,4 γραμμαρίων και φυτικά αποσπάσματα ινδικής κάνναβης μικτού βάρους 1,9 γραμμαρίων. Εκτός αυτού προέκυψε ότι η δεύτερη αγόρασε από κοινού με τον πρώτο κατηγορούμενο από τον ανωτέρω Αλβανό αποσπάσματα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης μικτού βάρους τουλάχιστον 137,7 γραμμαρίων σε πλαστικές συσκευασίες, καθώς επίσης και κοκαΐνης βάρους 13,4 γραμμαρίων τουλάχιστον, κατά τα εις το διατακτικό της παρούσης αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά. Οι ανωτέρω ναρκωτικές ουσίες που αγόρασε και βρέθηκαν στην κατοχή του πρώτου κατηγορουμένου, που είναι τοξικομανής, δεν προέκυψε ότι επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά απ' αυτόν, αλλά προορίζονταν για περαιτέρω διάθεσή τους. Αυτό προέκυψε από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ειδικά από τις μεγάλες ποσότητες που αγόρασε και κατείχε κατά την ημέρα της συλλήψεώς του και οι οποίες δεν δικαιολογούν τον ισχυρισμό του ότι επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για την προσωπική του χρήση.
Συνεπώς ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Αντίθετα αποδείχτηκε ότι οι προαναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών που κατείχε και αγόρασε η 2η κατηγορούμενη, η οποία είναι τοξικομανής, επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τις δικές της ανάγκες και επομένως ο σχετικός ισχυρισμός της πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος. Όλα τα παραπάνω αποδείχτηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, καθώς και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ως τοξικομανής, ως κρίθηκε και πρωτοδίκως. Περαιτέρω όμως, ως προς την δεύτερη κατηγορούμενη, που τέλεσε την παραβ. του άρθρου 12 παρ. 1 σε συνδ. με το άρθρο 13 παρ. 4 του Ν. 1729/1987 όπως ήδη ισχύει, και τιμωρείται με φυλάκιση έως 1 έτους, πρέπει η κατ' αυτής ποινική δίωξη να παύσει οριστικά υφ' όρον, κατ' εφαρμογή του άρθρου 31 του νόμου 3346/2005". Περαιτέρω στο διατακτικό της η ανωτέρω απόφαση όρισε τα εξής αναφορικά με τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα: "Ι.
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο Χ1 ένοχο, ως τοξικομανή, του ότι: Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις, τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα και δη Α) τηςαγοράς από κοινού και Β) της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές καιειδικότερα: Στην ...., σε μη προσδιορισθέντα επακριβώς τόπο και ημέρα πριν τη σύλληψη του, που έγινε την 4-9-2003, με πρόθεση ενεργώντας, όντας τοξικομανής, δηλαδή άτομο που δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις την κτηθείσα έξη της χρήσης ναρκωτικών, τέλεσε από κοινού με την ... έγκλημα και ειδικότερα: Στον προαναφερθέντα τόπο καιχρόνο, με πρόθεση ενεργώντας, όντας τοξικομανής, δηλαδή άτομο που δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις την κτηθείσα έξη της χρήσης ναρκωτικών, αγόρασε ναρκωτικές ουσίες, οι οποίες δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου απ' αυτές. Συγκεκριμένα, αγόρασε από άγνωστο εισέτι Αλβανό υπήκοο, με το όνομα "...", αντί αγνώστου ανταλλάγματος, α) φυτικά αποσπάσματα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, αγνώστου συνολικού μικτού βάρους, πάντως μεγαλύτερου των 133, 7 γραμμαρίων, σε πλαστικές συσκευασίες, β) κοκαΐνη άγνωστου συνολικού βάρους, πάντως μεγαλύτερου των 13,4 γραμμαρίων, αντί 500 ευρώ περίπου. Επιπλέον, των ανωτέρω ποσοτήτων, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, στον ... σε μη προσδιορισθείσα επακριβώς ημερομηνία, μη απέχουσα ωστόσο από την 4-9-2003, όντας τοξικομανής, δηλαδή άτομο που δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις την κτηθείσα έξη της χρήσης ναρκωτικών, αγόρασε από άγνωστο εισέτι δράστη, α) φυτικά αποσπάσματα κατεργασμένης ινδικής κάνναβης, άγνωστου συνολικού βάρους, πάντως μεγαλύτερου των 89,2 γραμμαρίων, που βρέθηκαν στην κατοχή του, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, β) πλαστικές συσκευασίες με φυτικάαποσπάσματα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης αγνώστου συνολικού βάρους, πάντως μεγαλύτερου των (0,8 και 41,8 γραμ.) 42,6 γραμμαρίων, που βρέθηκαν στην κατοχή του και γ) κοκαΐνη αγνώστου συνολικού βάρους, πάντως μεγαλύτερου των (3,9 και 0,9 και 6,2 γραμ.) 11 γραμμαρίων, που βρέθηκαν στην κατοχή του, αντί αγνώστου ανταλλάγματος.
II. Κηρύσσει τον κατηγορούμενο Χ1, ένοχο, ως τοξικομανή, δηλαδή άτομο που δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις την κτηθείσα έξη της χρήσης ναρκωτικών, του ότι: Στις 4-9-2003 και περί ώρα 15:30 συνελήφθη να κατέχει ναρκωτικές ουσίες, δηλαδή είχε στη φυσική του εξουσίαση με δυνατότητα να ελέγχει κάθε στιγμή την ύπαρξη τους, ναρκωτικές ουσίες, από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 4 παρ. 1-3 πιν. Α6 του Ν. 1729 και οι οποίες δρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές. Συγκεκριμένα, κατείχε στην προβλήτα ...:i) επιμελώς κρυμμένη στην κάλτσα του αριστερού ποδιού του πλαστική συσκευασία καπνού με κοκαΐνη μικτού βάρους 3, 9 γραμ. και ii) κατείχε στην επί της οδού .... οικία του: α) κατεργασμένη ινδική κάνναβη βάρους 89,2 γραμμαρίων, β) δύο πλαστικές συσκευασίες με φυτικά αποσπάσματα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, μικτού βάρους 0,8 και 41,8 γραμμαρίων, αντίστοιχα και γ) δύο πλαστικές συσκευασίες με κοκαΐνη μικτού βάρους 0,9 και 6,2 γραμμαρίων (βραχάκι), αντίστοιχα. Δέχεται ότι ο κατηγορούμενος Χ1 συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις του". Ακολούθως το Δικαστήριο επέβαλε στον ανωτέρω κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για τις ως άνω πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών με την ιδιότητα του τοξικοεξαρτημένου, ποινή φυλακίσεως δεκαοχτώ μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή του στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα: α) από το αιτιολογικό προκύπτει ότι συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, στους οποίους μάρτυρες συμπεριλαμβάνεται και ο Μ1, ο οποίος αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ως μάρτυρας της κατηγορίας, β) δέχεται μεν ότι τα ναρκωτικά αγόρασαν από κοινού οι κατηγορούμενοι και ότι τα προόριζαν ο μεν ήδη αναιρεσείων για εμπορία, η δε συγκατηγορούμενή του για δική της χρήση, αιτιολογεί όμως στη συνέχεια τη διαφοροποίηση του σκοπού της αγοράς, στηρίζοντας τη διαφοροποίηση αυτή στο ότι στο σπίτι του ήδη αναιρεσείοντος βρέθηκαν τα 131,8 γραμμάρια από τα αγορασθέντα 133,7 γραμμάρια ινδικής κάνναβης και τα 7,1 γραμμάρια από τα αγορασθέντα 13,4 γραμμάρια κοκαΐνης και ότι τα ναρκωτικά αυτά ανήκαν σ' αυτόν, γ) δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού σχετικά με τις κατεχόμενες από τον ήδη αναιρεσείοντα ποσότητες ινδικής κάνναβης, αφού προκύπτει σαφώς ότι αυτός καταδικάστηκε για κατοχή των ποσοτήτων ινδικής κάνναβης που πράγματι κατείχε (89,2 + 42,6 γραμμάρια) και έτσι ορθά εφαρμόστηκε η ουσιαστική διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περίπτ. ζ' του Ν.5729/1987. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί του ότι: α) δεν συνεκτιμήθηκε η κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Μ1 β) δεν αιτιολογείται η μεταξύ των κατηγορουμένων διαφοροποίηση του σκοπού της από κοινού αγοράς των ναρκωτικών και γ) υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού σχετικά με τις κατεχόμενες από τον ήδη αναιρεσείοντα ποσότητες ινδικής κάνναβης, που καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμες και αντιστοίχως είναι αβάσιμοι και οι στηριζόμενοι σ' αυτές δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περιπτώσεις Δ' και Ε' του ΚΠΔ περί ελλείψεως αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής, με τη μορφή της παραβιάσεως εκ πλαγίου, της προαναφερθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ενώ η αιτίαση ότι δεν αξιολογήθηκε ορθά η κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού, είναι απαράδεκτη γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω όμως το Πενταμελές Εφετείο δέχτηκε τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι ο ήδη αναιρεσείων εκτός από την ποσότητα των 133,7 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης που αγόρασε στην ... από τον Αλβανό υπήκοο με το όνομα "...", αγόρασε επιπλέον στον ...από άγνωστο δράστη συνολική ποσότητα 131,8 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης (89,2+42,6 γραμμάρια) και τον κήρυξε ένοχο και για την αγορά της επιπλέον ως άνω ποσότητας, ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς) με την εκκληθείσα υπ' αριθ. 636/2005 απόφασή του είχε κηρύξει αυτόν ένοχο αγοράς μόνο της πρώτης ποσότητας των 133,7 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης και εφαρμόζοντας το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν.1729/1987 επέβαλε σ'αυτόν μία ποινή για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών και συγκεκριμένα φυλάκιση εικοσιπέντε μηνών. Έτσι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν είχε δεχτεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τα οποία προσδίδουν στην πράξη της αγοράς ναρκωτικών μεγαλύτερη αντικειμενική απαξία, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται δυσμενώς η κρίση του ως προς το ύψος της επιβλητέας ποινής ενόψει αφενός της διατάξεως του άρθρου 79 παρ.1 του Π.Κ, σύμφωνα με την οποία κατά την επιμέτρηση της ποινής το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τη βαρύτητα του εγκλήματος και αφετέρου της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν.1729/1987, σύμφωνα με την οποία για περισσότερες πράξεις που αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών επιβάλλεται στον υπαίτιο μία μόνο ποινή κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση. Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να δεχτεί τα ανωτέρω περιστατικά της αγοράς των επιπλέον ποσοτήτων ινδικής κάνναβης, κατέστησε χειρότερη τη θέση του εκκαλούντος κατά παράβαση του άρθρου 479 του ΚΠΔ και ως εκ τούτου υπερέβη την εξουσία του, δεν έχει δε σημασία το ότι επέβαλε μικρότερη ποινή από την επιβληθείσα πρωτοδίκως, αλλά το ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε, έλαβε υπόψη του βαρύτερη συνολική εγκληματική δράση του ήδη αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ περί υπερβάσεως εξουσίας είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή του να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξή της περί ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος και για αγορά στον ... από άγνωστο δράστη ινδικής κάνναβης συνολικής ποσότητας 131,8 γραμμαρίων (89,2 + 42,6 γραμμαρίων) και ως προς την επιβληθείσα ποινή και περαιτέρω να διαταχθεί η απάλειψη της ανωτέρω διατάξεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς τον αναιρεσείοντα για νέα επιμέτρηση της ποινής του στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 του ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την υπ' αριθ. 144/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς ως προς τη διάταξή της περί ενοχής του αναιρεσείοντος και για αγορά στον ... από άγνωστο δράστη ινδικής κάνναβης συνολικής ποσότητας 131,8 γραμμαρίων (89,2 + 42,6 γραμμαρίων) και ως προς την επιβληθείσα ποινή. Διατάζει την απάλειψη της ανωτέρω διατάξεως της απόφασης αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τον αναιρεσείοντα για νέα επιμέτρηση της ποινής του στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως περί αναγνώσεως των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, αποτελεί συγχρόνως και βεβαίωση ότι αυτά έχουν αναγνωσθεί. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του κατηγορουμένου για αγορά και κατοχή ναρκωτικών και επιβολή μιας ποινής (άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 1729/1987). Η παραδοχή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος αγόρασε και ποσότητες ναρκωτικών επιπλέον αυτών που είχε δεχτεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τα οποία προσδίδουν στην πράξη της αγοράς μεγαλύτερη αντικειμενική απαξία και επηρεάζουν δυσμενώς την κρίση ως προς το ύψος της επιβλητέας ποινής, με αποτέλεσμα να καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντα και δεν έχει σημασία ότι επέβαλε μικρότερη ποινή από την επιβληθείσα πρωτοδίκως. Αναιρείται η απόφαση αφενός ως προς την διάταξη περί ενοχής του κατηγορουμένου και αγορά των επιπλέον ποσοτήτων ναρκωτικών και διατάσσεται η απάλειψη της διατάξεως αυτής και αφετέρου ως προς την επιβληθείσα ποινή και παραπέμπει την υπόθεση για νέα επιμέτρηση ποινής. Αναιρεί ως προς τη διάταξη της περί ενοχής και ως προς την επιβληθείσα ποινή. Διατάσσει την απάλειψη της διατάξεως της απόφασης αυτής. Παραπέμπει για νέα επιμέτρηση ποινής.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.
| 0
|
Αριθμός 1421/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Σακελλαρίου, περί αναιρέσεως της 1594/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ... ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα ανηλίκων τέκνων, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ρηγάκο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 20 Νοεμβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αναίρεσης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 438/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων τη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π, Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. ε' του Κ.Π.Δ., η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει.Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 1594/2007 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων στην ... την 1-8-2001 και περί ώρα 16.00 μ.μ. από αμέλειά του επέφερε τον θάνατο άλλου. Συγκεκριμένα, όντος διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εκμίσθωσε για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας και παρέδωσε 25-7-2001 προς χρήση στους μισθωτές - αυτοκινητιστές Θ1 και ... ένα κομπρεσέρ, ως τμήμα του εξοπλισμού ενός ρυμουλκουμένου σιλοφόρου οχήματος μεταφοράς τσιμέντου, ο οποίος χρησίμευε για την διοχέτευση υπό πίεση αέρα μέσα στην επικαλούμενη βαρέλα του οχήματος προς εκφόρτωση του χύδην τσιμέντου. Στην οπίσθια άκρη του περιστρεφόμενου άξονα του αεροσυμπιεστή (κομπρεσέρ) υπήρχε φτερωτή από χυτοσίδηρο (εξωτερικής διαμέτρου 52 cm), η οποία προκαλούσε την τεχνητή κυκλοφορία του αέρα για την ψύξη του μηχανισμού του ενώ περιμετρικά της φτερωτής υπήρχε αναπόσπαστα τοποθετημένο χυτοσίδηρο δαχτυλίδι. Όταν ο παθών Θ1 την .... εντός του χώρου του εργοταξίου της επιχείρησης ετοίμου σκυροδέματος με την επωνυμία "ΜΠΕΤΟΝ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ ΑΒΕΕ" έθεσε σε λειτουργία το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ ρυμουλκό μετά της ανωτέρω επικαθήμενης βαρέλας μεταφοράς τσιμέντου χύδην η μεταλλική φτερωτή - σφόνδυλος του κομπρεσέρ διαλύθηκε και τα θραυσθέντα τμήματά της εκτοξεύθηκαν με ορμή σε απόσταση δεκάδων μέτρων με αποτέλεσμα μέρος απ'αυτά να πλήξουν και το σώμα του ανωτέρω παθόντα ο οποίος δεν πρόλαβε ν'απομακρυνθεί. Έτσι, ο παθών υπέστη βαρύτατες κακώσεις ημιθωρακίου και μεθαιμοραγικό chock , η οποία ήταν και η μόνη ενεργός αιτία που προκάλεσε τον ακαριαίο θάνατο του παθόντος. Αποκλειστικά υπαίτιος για τον θάνατο του παθόντος είναι ο κατηγορούμενος ο οποίος δεν φρόντισε να τοποθετηθεί ισχυρό προστατευτικό κάλυμα που θα προστάτευε την φτερωτή από ισχυρά κτυπήματα και θα συγκρατούσε τα τυχόν θραύσματα σε περίπτωση θραύσης των μεταλλικών εξαρτημάτων της, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Άλλωστε κι ο ίδιος κατηγορούμενος ενώ στην απολογία του ισχυρίζεται ότι το ατύχημα οφείλεται σε αστοχία υλικού, στην συνέχεια αναφέρει επί λέξει: "Το κάλυμμα μειώνει τις πιθανότητες ατυχήματος", γεγονός άλλωστε για το οποίο τοποθέτησε κάλυμμα σ'όλα τα παρόμοια μηχανήματα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι'αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 15, 28 και 302 παρ. 1 του Π.Κ. που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος α) αναφέρονται με πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούν την υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, και τα οποία προσδίδουν σ'αυτή τον χαρακτηρισμό της άνευ συνειδήσεως αμέλειας, β) από την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ως διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας "ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" εκμίσθωσε για λογαριασμό της και παρέδωσε στις ... προς χρήση και στον μισθωτή αυτοκινήτου και παθόντα Θ1, ένα αεροσυμπιεστή, σε τμήμα του οποίου δεν είχε φροντίσει να τοποθετήσει ισχυρό πλέγμα που θα προστάτευε την φτερωτή από ισχυρά κτυπήματα και θα συγκρατούσε τυχόν θραύσματα σε περίπτωση θραύσης των μεταλλικών εξαρτημάτων, προκύπτει η αξιουμένη για την πληρότητα της θεμελίωσης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος δια παραλείψεως τελεσθέντος με τη συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, αναφορά της ειδικής νομικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος, η οποία πήγασε από την ανωτέρω σύμβαση μίσθωσης και δεν απαιτείτο και η μνεία του άρθρου 15 του ΠΚ, αφού μετά την κατάργηση της περιπτώσεως Η του άρθρου 510 § 1 του ΚΠΔ με το άρθρο 50 § 4 του νόμου 3160/2003 δεν συνιστά πλέον λόγο αναίρεσης η μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, γ) με βεβαιότητα προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του: α) την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος - μολονότι δεν κάνει ειδική μνεία εις το προοίμιο του σκεπτικού ότι ελήφθη υπόψη και η χωρίς όρκο κατάθεση αυτού (πολιτικώς ενάγοντος) - και τούτο διότι η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, αλλά και ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας και ως τέτοιας εξετάστηκε, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, η οποία δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία της αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, δ) δεν δημιουργείται καμμία ασάφεια μεταξύ των περικοπών της απόφασης κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εκ του ότι ενώ στην αρχή γίνεται μνεία ότι σε σχετική ερώτηση της Προέδρου αν κλήτευσαν μάρτυρες υπερασπίσεως ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του απήντησαν αυτοί αρνητικά, αμέσως μετά αναφέρεται ότι η Πρόεδρος εκφώνησε τα ονόματα των μαρτύρων της υπεράσπισης και βρέθηκαν παρόντες οι 1η, 3ος και 4ος μάρτυρες κατηγορίας, αφού. όπως στη συνέχεια από τα πρακτικά της ως άνω απόφασης προκύπτει δεν εξετάσθηκε κανένας μάρτυρας υπερασπίσεως και η μη διαγραφή της λέξης "υπερασπίσεως" οφείλεται σε προφανή παραδρομή ε) ουδεμία επίσης ασάφεια δημιουργεί η στην σελίδα 9 του σκεπτικού, όπου παρατίθεται αυτολεξεί και εντύπως οι στο άρθρο 79 § 2 του ΠΚ προβλεπόμενες περιπτώσεις για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος προς καθορισμό του ύψους της επιβλητέας ποινής η αναγραφή των λέξεων "στην ένταση" η οποία κατά την παραπάνω διάταξη προηγείται των λέξεων "του δόλου" αφού η παράλειψη της διαγραφής και της μνείας πριν από τις λέξεις "της αμέλειας" των λέξεων "στο βαθμό", οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ και Ε περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 17 του ΠΚ χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα είναι αδιάφορος "εκτός αν ορίζεται άλλως". Κατά την σαφή έννοια της παραπάνω διάταξης επί γνησίων εγκλημάτων παραλείψεως, επί των δια παραλείψεως τελουμένων και επί των διαρκών, ο χρόνος τέλεσης δεν είναι χρονικό σημείο αλλά δύναται να είναι χρονικό διάστημα. Στις περιπτώσεις αυτές για μεν την έναρξη της παραγραφής και τον καθορισμό των χρονικών ορίων των ποινικών νόμων, σημασία έχει η τελευταία στιγμή του χρονικού διαστήματος το οποίο συνιστά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, όσον δε αφορά στο θέμα της υπαιτιότητος, της ικανότητας προς καταλογισμό, της συναίνεσης του παθόντος αυτά πρέπει να υπάρχουν μέσα στον χρόνο, ο οποίος εμπίπτει στο ανωτέρω χρονικό διάστημα. Στην προκειμένη περίπτωση από τις παραπάνω παραδοχές της απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα ότι για την αξιόποινη πράξη της από αμέλεια ανθρωποκτονίας που τελέσθηκε με παράλειψη του αναιρεσείοντα, ο χρόνος τέλεσης τοποθετείται στην ... και συνεπώς εμπίπτει μέσα στο χρονικό διάστημα από ..., που ο αναιρεσείων παρέδωσε στον θανόντα έναν αεροσυμπιεστή (κομπρεσέρ) χωρίς να φροντίσει να τοποθετηθεί, όπως όφειλε από την σύμβαση μίσθωσης που είχε συναφθεί με αυτόν, κανένα είδος προστατευτικού καλύμματος και του χρονικού σημείου κατά το οποίο με την θέση σε λειτουργία αυτού, την ...από τον ανωτέρω θανόντα διαλύθηκε η μεταλλική φτερωτή και τα θραυσθέντα τμήματα να προκαλέσουν στον τελευταίο μεθαιμοραγικό σοκ, από το οποίο και επήλθε ακαριαίως ο θάνατος του. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ Ε περί του αντιθέτου συναφής λόγος της κυρίας αίτησης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν προσδιορίζεται ο χρόνος τέλεσης της αξιόποινης πράξης και της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 17 του ΠΚ με την ειδικότερη αιτίαση ότι κατά τις παραδοχές ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι ο χρόνος επέλευσης του αποτελέσματος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ... στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/2/2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 1594/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Θεσσαλονίκης και τους από 20/11/2008 πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγουσας, η οποία ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια και απόρριψη λόγων αναίρεσης α) για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας λόγω μη μνείας μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και την ανώνυμη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, ασαφειών και αντιφάσεων και για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 17 του ΠΚ λόγω παραδοχής ως χρόνο τέλεσής της τον χρόνο που επήλθε το αποτέλεσμα. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 1
|
Αριθμός 1420/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... κατοίκου ...,που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, περί αναιρέσεως της 265/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 993/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 258 ΠΚ, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, που έλαβε ή κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητας του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτά, τιμωρείται... Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 ΠΚ με επαύξηση της ποινής, απαιτείται όπως το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα είναι ξένο (εν όλω ή εν μέρει), το οποίο ο υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' ΠΚ έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα έστω κι αν είναι αναρμόδιος γι' αυτό, ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σα να είναι κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη ο οποίος συνίσταται στο ότι αυτός γνωρίζει ότι το πράγμα είναι ξένο (εν όλω ή εν μέρει) και ότι έλαβε ή κατέχει αυτό με την υπαλληλική του ιδιότητα και τη θέληση να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού αυτής, το οποίο περιέχει τα πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχτηκε ότι προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 265/2007 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, από όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανέλεγκτος ότι ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) στην ... κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, όντας υπάλληλος υπηρετών στη διοίκηση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κατά τα οριζόμενα στο αρθ. 263α του Ποινικού Κώδικα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα που τα έλαβε λόγω της υπαλληλικής του ιδιότητας. Συγκεκριμένα, ανήκοντας από .... έως .... στη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δημοτικού Αθλητικού Κέντρου ... (Δ.Α.Κ.Κ.-ΝΠΔΔ) έχοντας μάλιστα οριστεί ως έφορος σταδίου και μέλος της επιτροπής αξιολόγησης, παραλαβής και παράδοσης των διαφόρων προμηθειών και έργων για τις ανάγκες λειτουργίας του ΔΑΚΚ (με την υπ' αριθμ. .... απόφαση του ΔΣ του ΔΑΚΚ), ενώ παρέλαβε από την κ. Υ1 τα παρακάτω χρηματικά ποσά, λειτουργώντας ως εκπρόσωπος του ΔΑΚΚ και με εντολή την άμεση εξόφληση οικονομικών οφειλών του κέντρου προς προμηθευτές με τους οποίους είχε συμβληθεί για την παροχή προϊόντων και υπηρεσιών, αυτός δεν απέδωσε άμεσα ως όφειλε τα χρηματικά ποσά στους δανειστές του κέντρου αλλά τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως, παρακρατώντας τα και μη αποδίδοντας τα παρά τις συνεχείς οχλήσεις τόσο των προμηθευτών όσο και των μελών του ΔΣ του ΔΑΚΚ. Ειδικότερα: Α) την ..., ενώ παρέλαβε με την ανωτέρω υπαλληλική ιδιότητά του από την κ. Υ1 το χρηματικό ποσό των 4.360,50 ευρώ το οποίο είχε εκταμιευτεί, νομίμως, την ... με σκοπό την εξόφληση της οφειλής του ΔΑΚΚ προς τον προμηθευτή Π1 με τον οποίο το ΔΑΚΚ είχε συμβληθεί για την κατασκευή και προμήθεια 16 θυρών από αλουμίνιο, ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε άμεσα (...), ως όφειλε, το ανωτέρω χρηματικό ποσό στον προμηθευτή αλλά παρά τις συνεχείς οχλήσεις του τελευταίου, προέβη στην ολοσχερή εξόφληση του με αριθμ. ... τιμολογίου τον ..., ιδιοποιούμενος χωρίς κανένα δικαίωμα το ως άνω χρηματικό ποσό κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από το χρόνο που όφειλε να το αποδώσει μέχρι το χρόνο εξόφλησης της οφειλής. Β) Την ..., ενώ παρέλαβε με την ανωτέρω υπαλληλική ιδιότητά του από την κ. Υ1 το χρηματικό ποσό των 1.508,49 ευρώ το οποίο είχε εκταμιευτεί, νομίμως, την .. με σκοπό την εξόφληση της οφειλής του ΔΑΚΚ προς τον προμηθευτή ..., με τον οποίο το ΔΑΚΚ είχε συμβληθεί με αντικείμενο την προμήθεια ποσοτήτων φυτοφαρμάκου για την συντήρηση του χλοοτάπητα του γηπέδου, ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε άμεσα (...), ως όφειλε, το ανωτέρω χρηματικό ποσό στον προμηθευτή αλλά παρά τις συνεχείς οχλήσεις του τελευταίου, προέβη στην ολοσχερή εξόφληση των με αριθμ. ... και ... τιμολογίων τον ..., ιδιοποιούμενος χωρίς κανένα δικαίωμα το ως άνω χρηματικό ποσό κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από το χρόνο που όφειλε να το αποδώσει μέχρι το χρόνο εξόφλησης της οφειλής. Γ) Την ..., ενώ παρέλαβε με την ανωτέρω υπαλληλική ιδιότητά του από την κ. Υ1 το χρηματικό ποσό των 2.581,05 ευρώ το οποίο είχε εκταμιευτεί, νομίμως, την ... με σκοπό την εξόφληση της οφειλής του ΔΑΚΚ προς τον προμηθευτή, Π1 με τον οποίο το ΔΑΚΚ είχε συμβληθεί για την κατασκευή και προμήθεια δύο θυρών και ενός παραθύρου από αλουμινίου καθώς και υλικά συντήρησης γηπέδου, ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε άμεσα (...), ως όφειλε, το ανωτέρω χρηματικό ποσό στον προμηθευτή αλλά παρά τις συνεχείς οχλήσεις του τελευταίου, προέβη στην ολοσχερή εξόφληση του με αριθμ. ... τιμολογίου τον ..., ιδιοποιούμενος χωρίς κανένα δικαίωμα το ως άνω χρηματικό ποσό κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από το χρόνο που όφειλε να το αποδώσει μέχρι το χρόνο εξόφλησης της οφειλής. Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε φυλάκιση δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας από το γεγονός ότι το σκεπτικό της απόφασης αποτελεί επανάληψη του διατακτικού αφού τα πραγματικά περιστατικά αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και έτσι καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Περαιτέρω, η αναφορά στο σκεπτικό ότι τα χρήματα τα παρέδωσε στον αναιρεσείοντα η υπάλληλος Υ1 προκειμένου να τα παραδώσει στους αναφερόμενους δανειστές ενώ στη συνέχεια, του σκεπτικού αναφέρεται ότι αυτός τα διαχειριζόταν ως υπάλληλος, δεν δημιουργεί έλλειψη αιτιολογίας ή αντίφαση αφού, κατά το νόμο, αυτός ως υπάλληλος ευθύνεται και όταν ακόμη ήταν αναρμόδιος για το σκοπό που του δόθηκαν, αρκεί ότι τα έλαβε και τα κατείχε λόγω της ιδιότητάς του ως υπάλληλος του άνω Δημοτικού Αθλητικού Κέντρου που είναι Ν.Π.Δ.Δ. Εξάλλου, η προαναφερόμενη πράξη προβλέπεται και τιμωρείται από την άνω διάταξη του άρθρου 258 ΠΚ, την οποία το Δικαστήριο της ουσίας ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με το να δεχτεί ότι ο αναιρεσείων τα πιο πάνω χρήματα τα υπεξήρεσε για τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα. Ειδικότερα, αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσείων τα ως άνω χρηματικά ποσά έλαβε από την υπάλληλο Υ1, με την άνω ιδιότητά του, προκειμένου να τα καταβάλει αμέσως στους αναφερομένους δανειστές του Δημοτικού Αθλητικού Κέντρου για εργασίες τους, που είχαν προσφέρει σε αυτό, ήτοι ως αμοιβή τους, και ότι αυτός τα κατακράτησε και, εξ αρχής τα ιδιοποιήθηκε χωρίς δικαίωμα, παρά τις συνεχείς οχλήσεις αυτού από τους ως άνω δανειστές (προμηθευτές) αλλά και από μέλη του Δ.Σ. του ως άνω Δημοτικού Αθλητικού Κέντρου, η απόδοση δε αυτών στους δανειστές, μετά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό χρονικά διαστήματα, δεν ασκί έννομη επιρροή αφού η παράνομη ιδιοποίησή τους είχε συντελεστεί. Άλλωστε, επί υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 379 του ΠΚ περί εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω υστέρας αποδόσεως των ιδιοποιημένων αυτών χρημάτων.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 365 παρ. 1, 365 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (αρθρ. 171 παρ 1δ ΚΠΔ), που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, γιατί έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ' αυτού τις απόψεις του να προβεί σε παρατηρήσεις ή να αντιταχθεί στην ανάγνωση του. Στα πρακτικά τη δημόσιας συνεδρίασης δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα το έγγραφο αναγνώσθηκε, παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενο του δηλώσεις και εξηγήσεις αφού η δυνατότητα αυτή, λογικώς, δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το έγγραφο, που αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, το Τριμελές Εφετείο στήριξε την κρίση του για την ενοχή του αναιρεσείοντος και στα ακόλουθα έγγραφα: α) την από ... απόδειξη β) την από ... απόδειξη πληρωμής ποσού 2.671,61 ευρώ και γ) τα με αριθμούς .., ..., .., ... τιμολόγια. Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού με την πραγματική ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο τους, γεγονός, που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης εν όψει και του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για την ταυτότητά τους ο δε προσδιορισμός της ταυτότητας των εγγράφων είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι τα έγγραφα αυτά και όχι κάποια άλλα αναγνώσθηκαν στη δίκη αυτή. Μετά από αυτά, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 09-05-2007 αίτηση του .... για αναίρεση της 265/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία. Επί υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 379 ΠΚ περί εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω υστέρας αποδόσεως των ιδιοποιημένων χρημάτων. Λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Στα πρακτικά δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Πρακτικά συνεδρίασης.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1418/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1783/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1710/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 37/27.1.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Συμβούλιο Σας την νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα υπ'αριθμ. 172/22-10-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., οδός ..., κατά του υπ'αρ. 1783/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία η με αριθμ. 187/08 έφεση του, κατά του υπ'αριθμ. 835/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών να δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνοντος τα 73.000 ευρώ που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου (άρθρ. 1, 14-18, 26 § 1, 27 § 1, 51, 52, 60, 63, 79, 375 § 1β-2 ΠΚ ως ισχύει) και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή (αρ. 473 § 1, 474, 482 § ι και 3 Κ.Π.Δ.).
Ως λόγος αναίρεσης προβάλλεται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος (άρθρ. 93 § 3 Συντ., 139 και 484 § ιδ' Κ.Π.Δ.). (βλ. την 172/08 έκθεση αναίρεσης του Χ). Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το αρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. ε' (ήδη δ') ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα , σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ'αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος, δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι απ'αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε την παραπεμπτική κρίση του. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από την οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, έστω και αν ως εκ περισσού αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο πρωτόδικο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση. Η με τον τρόπο αυτό θεμελιούμενη αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που επικυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (αρθρ. 28 παρ. 3 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ. 1 του εβδόμου πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Σύμβασης, που υπογράφτηκε στο Στρασβούργο στις 21-11-1984 και κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, δικαίωμα αυτού που διώκεται για εγκληματική ενέργεια και προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, να μην αποστερηθεί της κρίσης του από εμπειρότερους δικαστές συγκροτούμενου δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου, αφού στην περίπτωση αυτή, η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση ή την προανάκριση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το συμβούλιο προσδίδει στη διάταξη αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτά περιστατικά, καθώς και όταν η εν λόγω διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι το πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ʼρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, όταν δε πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, εκτός των άλλων αναφερόμενων στην άνω παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ περιπτώσεων, συνεπεία της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, αυτός τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της κακουργηματικής, ως άνω, υπεξαίρεσης, απαιτείται: (α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι, ολικά ή μερικά ξένο, υπό την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, (β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, (γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του ή χωρίς να υφίσταται άλλο νόμιμο δικαίωμα του δράστη,(δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης, από τις διαλαμβανόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του αρθρ. 375 ΠΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνη, που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητας του τελευταίου ως εντολοδόχου και (ε) το πράγμα, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία (ΑΠ 928/02 Π.Χρ. ΝΓ/339, ΑΠ 957/02 Π.ΧρΝΓ/328). Υποκειμενικά, προς θεμελίωση της ποινικά αξιόλογης αυτής αδικοπραξίας, απαιτείται δόλος του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ'άρθρ. 719 ΑΚ (ΑΠ 183/02 Π.Χρ. ΝΒ/895, ΑΠ 122/06 ΑΠ 974/01 Π.Χρ.ΝΒ/334). Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το πληττόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή (ΑΠ 1494/05) υιοθέτηση και αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση που είναι ενσωματωμένη σ'αυτό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, κατ'εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής:
Από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα και συγκεκριμένα από την κατάθεση του εγκαλούντος, τα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα εξής:
Ο εκκαλών Χ είναι Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας "CENTROPARK ΑΕΒΕ" με αντικείμενο την εμπορία σιδήρου και συναφών ειδών. Τον Μάιο του 2005 συμφώνησε με τον εγκαλούντα Ψ, έμπορο και εισαγωγέα μηχανισμών για αυτόματες πόρτες, να μεσολαβήσει λόγω των γνωριμιών του στην αγορά σιδήρου της Τουρκίας για να γίνει εισαγωγή επ' ονόματι του τελευταίου σιδηρών καρφιών κάθε είδους από χυτοσίδηρο ή χάλυβα καθαρού βάρους 49.345 κιλών και αξίας 24.163. Παρήγγειλε κατόπιν αυτών το εμπόρευμα από την Τουρκία επ' ονόματι του εγκαλούντος, αυτός δε (ο εγκαλών) πλήρωσε την αξία του εμπορεύματος, τα έξοδα του Τελωνείου εκ 4.751,03 ευρώ και τα μεταφορικά. Το εμπόρευμα, αφού εκτελωνίστηκε στις 9/6/2005 στο όνομα του Ψ, παρελήφθη, συσκευασμένο σε 41 παλέτες βάρους 49.345 κιλών, από τον Χ, στον οποίο το εμπιστεύθηκε ο εγκαλών με την εντολή να βρει αγοραστές για να το πουλήσει και να του δώσει το τίμημα. Ο Χ μετέφερε το εμπόρευμα σε μία αποθήκη του στο 79° χιλιόμετρο Π.Ε.Ο. ...-... προς φύλαξη μέχρι να πωληθεί Ο Ψμάλιστα παρέδωσε στον εκκαλούντα ένα στέλεχος δελτίων αποστολής-τιμολογίων πώλησης για να πουλά επ' ονόματι του το εμπόρευμα. Στις αρχές του 2006 ο εγκαλών διαπίστωσε ότι η ανωτέρω αποθήκη του κατηγορουμένου ήταν άδεια και δεν υπήρχαν ούτε και οι εγκαταστάσεις που ήταν παλιότερα εκεί, όπως οι αερογέφυρες και τα κοντέινερ. Αναζήτησε τον Χ, αυτός απάντησε κάποια στιγμή στο τηλέφωνο και του είπε ότι είχε πουλήσει τα εμπορεύματα, αλλά επειδή είχε μεγάλη ανάγκη ο ίδιος δεν μπορούσε να του δώσει εκείνη τη στιγμή χρήματα και θα του τα έδινε σε λίγο καιρό. Έκτοτε όμως ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε και μέχρι σήμερα δεν έχει επιστρέψει στον Ψ τα εμπορεύματα, ούτε έχει αποδώσει σ' αυτόν το τίμημα από την τυχόν πώληση τους. Ο εγκαλών διατείνεται ότι η αγοραία αξία των ανωτέρω εμπορευμάτων ήταν τουλάχιστον 75.000 ευρώ, ποσό που κατά ρητή συμφωνία τους με τον κατηγορούμενο θα αποκόμιζε ο ίδιος από την πώληση τους, ενώ τα υπόλοιπα κέρδη θα τα κρατούσε ο Χ (βλ. την από 5/6/2007 κατάθεση του εγκαλούντος, την 49872/05 Διασάφηση Εισαγωγής, την από 7/6/2005 αίτηση εμβάσματος της Τράπεζας Eurobank Ergasias Α.Ε., την ... απόδειξη είσπραξης της ΑΡΚΑΣ INTERNATIONAL-ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ-ΑΕ, τα ..., ..., ... τιμολόγια ARKAS INTERNATIONAL S.A., τις από 10/6/2005, 8/6/2005 αποδείξεις είσπραξης σε μετρητά της ιδίας εταιρείας, την 01181/31.12.2005 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της ΣΕΝΤΡΟΠΑΡΚΙΝΓΚ).
Ο κατηγορούμενος και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται ότι με τον εγκαλούντα είχαν συμφωνήσει προφορικά ότι αν επιτυγχανόταν κέρδος άνω των 10 λεπτών του ευρώ ανά κιλό (δηλ. αν κάθε κιλό σιδήρου επωλείτο άνω των 0,60 λεπτών), τα πρώτα 10 λεπτά, δηλ. από 0,50 έως 0,60 θα αποτελούσαν το κέρδος του εγκαλούντος, πέραν δε του 0,60 το κέρδος (προμήθεια) της εταιρείας τους. Ότι πούλησε περαιτέρω σε πελάτες της εταιρείας του 21.005 κιλά από το ανωτέρω εμπόρευμα αντί 16.420,02 ευρώ με τον ΦΠΑ (19%)-δηλ. σε μία μέση τιμή 0,78 λεπτών ανά κιλό και χωρίς τον ΦΠΑ 0,60 λεπτών ανά κιλό-εκδίδοντας τιμολόγια στο όνομα του εγκαλούντος, το οποία εξοφλήθηκαν πλήρως από τους αναγραφόμενους σε αυτά πελάτες μετρητοίς και με επιταγές, ο δε εγκαλών εισέπραξε κατά τα συμφωνηθέντα 0,60 ευρώ ανά κιλό (κόστος αγοράς+συμφωνηθέν κέρδος) και εξοφλήθηκε. Επίσης ισχυρίζεται ότι το υπόλοιπο εμπόρευμα των 27.315 κιλών (κατ' αυτόν το εισαχθέν από την Τουρκία εμπόρευμα ήταν βάρους καθαρού 48.320 ευρώ) πωλήθηκε από την εταιρεία του σε διάφορους πελάτες μαζί με πολλά άλλα εμπορεύματα της εταιρείας (σιδηρομεταλλεύματα) επί πιστώσει και το τίμημα δεν έχει εισπραχθεί μέχρι σήμερα. Για το εμπόρευμα δε αυτό εκδόθηκαν τιμολόγια της εταιρείας του. Δέχεται τέλος ότι οφείλει στον εγκαλούντα το ποσό των 13.657,5 ευρώ (κόστος εισαγωγής 27.317 κιλών επί 0,50 ευρώ ανά κιλό)+2.731,5 ευρώ (συμφωνηθέν κέρδος 27.317 κιλών επί 0,10 ευρώ ανά κιλό)=16.407 ευρώ (κόστος αγοράς και συμφωνηθέν κέρδος) και δηλώνει ότι θα του το καταβάλλει σε εύλογο χρονικό διάστημα.
Από τα υπ' αριθ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... δελτία αποστολής-τιμολόγια του εγκαλούντος προς πελάτες της εταιρείας του, τα οποία προσάγει ο κατηγορούμενος, συνάγεται ότι πωλήθηκαν πράγματι 21.005 κιλά του εμπορεύματος αντί 16.420,02 ευρώ Ειδικότερα δε από το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο-δελτίο αποστολής εκδόσεως του Ψ προς την "CENTROPARK ΑΕΒΕ", το οποίο είχε προσαχθεί κατά την ανάκριση σε φωτοτυπία από το στέλεχος τιμολογίων του εγκαλούντος, ήδη όμως με το υπόμνημα του επί της εφέσεως ο κατηγορούμενος προσάγει στο πρωτότυπο, στο οποίο ο εγκαλών έχει υπογράψει την εξόφληση, προκύπτει ότι ο Ψ μεταβίβασε προς την "CENTROPARK ΑΕΒΕ" συνολικά 2000 καρφοβελόνες με τιμή μονάδος 0,60 λεπτά του ευρώ, εξοφλήθηκε δε από την εταιρεία. Από το ανωτέρω τιμολόγιο σε συνδυασμό με τα ... και ... τιμολόγια-δελτία αποστολής της εταιρείας "Συρματουργική Α.Β.Ε.Ε." και του ΑΑ που προσκόμισε κατά την ανάκριση ο κατηγορούμενος, από τα οποία προκύπτει ότι αντίστοιχα προϊόντα-καρφιά-κατά τον επίδικο χρόνο πουλιόντουσαν ή αγοραζόντουσαν αντί 0,63 και 0,68 λεπτά ανά κιλό, αποδεικνύεται και η βασιμότητα του ισχυρισμού του εκκαλούντος σχετικά με την προφορική του συμφωνία με τον Ψ ότι ο τελευταίος θα εξοφλείτο με 0,60 λεπτά ανά κιλό εμπορεύματος που θα επωλείτο. Από το ανωτέρω τιμολόγιο επίσης προκύπτει ότι ο εγκαλων έχει εισπράξει το τίμημα για την πώληση (προς την "CENTROPARK AEBE") 2000 κιλών εμπορεύματος. Πλην όμως δεν προέκυψε ότι ο Ψ έχει εισπράξει από τον κατηγορούμενο άλλα χρήματα. Ο κατηγορούμενος δεν έχει απόδειξη είσπραξης από τον εγκαλούντα των χρημάτων που ισχυρίζεται ότι του έδωσε (0, 60 λεπτά επί 21.005 κιλά του εμπορεύματος). Δεν ανέφερε επίσης σ' αυτόν τους πελάτες προς τους οποίους διατείνεται ότι πώλησε το υπόλοιπο εμπόρευμα επί πιστώσει, ούτε και τα σχετικά δελτία αποστολής, ώστε να μπορέσει και ο εγκαλών να τους αναζητήσει. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο Χ απομάκρυνε τα εμπορεύματα που του παραδόθηκαν από τον εγκαλούντα με την εντολή να τα πουλήσει για λογαριασμό του και συγκεκριμένα 47.345 κιλά (49.345-2000), συνολικής αγοραίας αξίας 28.407 ευρώ (47.345 επί 0,60)+ΦΠΑ, ποσό ιδιαίτερα μεγάλο, από το χώρο φύλαξης σε χώρο της δικής του εξουσίας διαθέτοντας τα σε τρίτους και δεν επέστρεψε στον Ψ αυτά, ούτε απέδωσε σ' αυτόν το τίμημα από την τυχόν πώληση τους, ιδιοποιούμενος παράνομα αυτά. Επομένως προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου, δηλ. για παράβαση των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 375 παρ.2α-1α ΠΚ, όπως οι διατάξεις του άρθρου 375 τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 του ν. 2408/1999 και το άρθρο 14 του ν. 2721/1999, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό που δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, όπως αυτή, με βάση όσα προεκτέθηκαν, θα διατυπωθεί στο διατακτικό, ορθώς δε το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών έκρινε και παρέπεμψε τον Χ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη και γι'αυτό πρέπει η ανωτέρω έφεση του ν'απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς και αποχρώσες ενδείξεις πως ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και ότι συνεπώς, ορθά το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο που αποφάνθηκε ομοίως τον παρέπεμψε με το εκκαλούμενο 835/08 βούλευμα του στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατά του βουλεύματος αυτού έφεση του. Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη (αρθρ. 93 παρ. 3 Συντ. και αρθρ. 139 ΚΠΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της κακουργηματικής υπεξαίρεσης που προβλέπονται από το άρθρ. 375 παρ. 1β-2 ΠΚ ως ισχύει το οποίο (αρ. 375 παρ. 1β-2 ΠΚ) ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και παραθέτει τις σκέψεις και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές και αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου στο ακροατήριο και γι'αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, από το αρθρ. 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα, Κατ'ακολουθία τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω (Α) Ν'απορριφθεί η με αριθμ. 172/22-10-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., οδός ..., κατά του με αριθμ. 1783/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο.
Αθήνα 30 Νοεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 375 του ΠΚ, όπως η τελευταία αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και προστ. το τελευταίο εδ. με το άρθρο 14 παρ.3β του Ν.2721/1999, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) το ολικό αντικείμενο του εγκλήματος που είναι κινητό, να είναι ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη. Με το ξένο πράγμα, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου εξομοιώνεται το τίμημα που έλαβε ο υπαίτιος για κινητό πράγμα που του εμπιστεύθηκαν για να το πουλήσει καθώς και το κινητό πράγμα που απέκτησε με χρήματα ή με άλλο πράγμα που του είχαν εμπιστευθεί για να αγοράσει ή να ανταλλάξει αντίστοιχα το πράγμα που απέκτησε, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, μεταξύ των οποίων και εκείνης κατά την οποίαν ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή, όπως όταν ο δράστης ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, την οποίαν έχει είτε από το νόμο είτε από σύμβαση και ε) το πράγμα κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στη δική του περιουσία. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η κατ' είδος αναφορά τούτων, χωρίς αναλυτική παράθεσή των και τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Κατά δε το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ συνιστούν λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ʼρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών Χ είναι Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας "CENTROPARK ΑΕΒΕ" με αντικείμενο την εμπορία σιδήρου και συναφών ειδών. Τον Μάιο του 2005 συμφώνησε με τον εγκαλούντα Ψ, έμπορο και εισαγωγέα μηχανισμών για αυτόματες πόρτες, να μεσολαβήσει λόγω των γνωριμιών του στην αγορά σιδήρου της Τουρκίας για να γίνει εισαγωγή επ' ονόματι του τελευταίου σιδηρών καρφιών κάθε είδους από χυτοσίδηρο ή χάλυβα καθαρού βάρους 49.345 κιλών και αξίας 24.163. Παρήγγειλε κατόπιν αυτών το εμπόρευμα από την Τουρκία επ' ονόματι του εγκαλούντος, αυτός δε (ο εγκαλών) πλήρωσε την αξία του εμπορεύματος, τα έξοδα του Τελωνείου εκ 4.751,03 ευρώ και τα μεταφορικά. Το εμπόρευμα, αφού εκτελωνίστηκε στις 9/6/2005 στο όνομα του Ψ, παρελήφθη, συσκευασμένο σε 41 παλέτες βάρους 49.345 κιλών, από τον Χ, στον οποίο το εμπιστεύθηκε ο εγκαλών με την εντολή να βρει αγοραστές για να το πουλήσει και να του δώσει το τίμημα. Ο Χ μετέφερε το εμπόρευμα σε μία αποθήκη του στο 79° χιλιόμετρο Π.Ε.Ο. ...-... προς φύλαξη μέχρι να πωληθεί. Ο Ψ μάλιστα παρέδωσε στον εκκαλούντα ένα στέλεχος δελτίων αποστολής-τιμολογίων πώλησης για να πουλά επ' ονόματι του το εμπόρευμα. Στις αρχές του 2006 ο εγκαλών διαπίστωσε ότι η ανωτέρω αποθήκη του κατηγορουμένου ήταν άδεια και δεν υπήρχαν ούτε και οι εγκαταστάσεις που ήταν παλιότερα εκεί, όπως οι αερογέφυρες και τα κοντέινερ. Αναζήτησε τον Χ, αυτός απάντησε κάποια στιγμή στο τηλέφωνο και του είπε ότι είχε πουλήσει τα εμπορεύματα, αλλά επειδή είχε μεγάλη ανάγκη ο ίδιος δεν μπορούσε να του δώσει εκείνη τη στιγμή χρήματα και θα του τα έδινε σε λίγο καιρό. Έκτοτε όμως ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε και μέχρι σήμερα δεν έχει επιστρέψει στον Ψ τα εμπορεύματα, ούτε έχει αποδώσει σ' αυτόν το τίμημα από την τυχόν πώληση τους. Ο εγκαλών διατείνεται ότι η αγοραία αξία των ανωτέρω εμπορευμάτων ήταν τουλάχιστον 75.000 ευρώ, ποσό που κατά ρητή συμφωνία τους με τον κατηγορούμενο θα αποκόμιζε ο ίδιος από την πώληση τους, ενώ τα υπόλοιπα κέρδη θα τα κρατούσε ο Χ (βλ. την από 5/6/2007 κατάθεση του εγκαλούντος, την 49872/05 Διασάφηση Εισαγωγής, την από 7/6/2005 αίτηση εμβάσματος της Τράπεζας Eurobank Ergasias Α.Ε., την ... απόδειξη είσπραξης της ΑΡΚΑΣ ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ - ΑΕ, τα ..., ..., ... τιμολόγια ΑRKAS ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL S.Α., τις από 10/6/2005, 8/6/2005 αποδείξεις είσπραξης σε μετρητά της ιδίας εταιρείας, την ... απόδειξη παροχής υπηρεσιών της ΣΕΝΤΡΟΠΑΡΚΙΝΓΚ). Ο κατηγορούμενος και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται ότι με τον εγκαλούντα είχαν συμφωνήσει προφορικά ότι αν επιτυγχανόταν κέρδος άνω των 10 λεπτών του ευρώ ανά κιλό (δηλ. αν κάθε κιλό σιδήρου επωλείτο άνω των 0,60 λεπτών), τα πρώτα 10 λεπτά, δηλ. από 0,50 έως 0,60 θα αποτελούσαν το κέρδος του εγκαλούντος, πέραν δε του 0,60 το κέρδος (προμήθεια) της εταιρείας τους. Ότι πούλησε περαιτέρω σε πελάτες της εταιρείας του 21.005 κιλά από το ανωτέρω εμπόρευμα αντί 16.420,02 ευρώ με τον ΦΠΑ (19%)-δηλ. σε μία μέση τιμή 0,78 λεπτών ανά κιλό και χωρίς τον ΦΠΑ 0,60 λεπτών ανά κιλό-εκδίδοντας τιμολόγια στο όνομα του εγκαλούντος, το οποία εξοφλήθηκαν πλήρως από τους αναγραφόμενους σε αυτά πελάτες μετρητοίς και με επιταγές, ο δε εγκαλών εισέπραξε κατά τα συμφωνηθέντα 0,60 ευρώ ανά κιλό (κόστος αγοράς + συμφωνηθέν κέρδος) και εξοφλήθηκε. Επίσης ισχυρίζεται ότι το υπόλοιπο, εμπορευμάτων 27.315 κιλών (κατ' αυτόν το εισαχθέν από την Τουρκία εμπόρευμα ήταν βάρους καθαρού 48.320 ευρώ) πωλήθηκε από την εταιρεία του σε διάφορους πελάτες μαζί με πολλά άλλα εμπορεύματα της εταιρείας (σιδηρομεταλλεύματα) επί πιστώσει και το τίμημα δεν έχει εισπραχθεί μέχρι σήμερα. Για το εμπόρευμα δε αυτό εκδόθηκαν τιμολόγια της εταιρείας του. Δέχεται τέλος ότι οφείλει στον εγκαλούντα το ποσό των 13.657,5 ευρώ (κόστος εισαγωγής 27.317 κιλών επί 0,50 ευρώ ανά κιλό) + 2.731,5 ευρώ (συμφωνηθέν κέρδος 27.317 κιλών επί 0,10 ευρώ ανά κιλό)= 16.407 ευρώ (κόστος αγοράς και συμφωνηθέν κέρδος) και δηλώνει ότι θα του το καταβάλλει σε εύλογο χρονικό διάστημα. Από τα υπ' αριθ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... δελτία αποστολής-τιμολόγια του εγκαλούντος προς πελάτες της εταιρείας του, τα οποία προσάγει ο κατηγορούμενος, συνάγεται ότι πωλήθηκαν πράγματι 21.005 κιλά του εμπορεύματος αντί 16.420,02 ευρώ. Ειδικότερα δε από το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής εκδόσεως του Ψ προς την "CENTROPARK ΑΕΒΕ", το οποίο είχε προσαχθεί κατά την ανάκριση σε φωτοτυπία από το στέλεχος τιμολογίων του εγκαλούντος, ήδη όμως με το υπόμνημα του επί της εφέσεως ο κατηγορούμενος προσάγει στο πρωτότυπο, στο οποίο ο εγκαλών έχει υπογράψει την εξόφληση, προκύπτει ότι ο Ψ μεταβίβασε προς την "CENTROPARK ΑΕΒΕ" συνολικά 2000 καρφοβελόνες με τιμή μονάδος 0,60 λεπτά του ευρώ, εξοφλήθηκε δε από την εταιρεία. Από το ανωτέρω τιμολόγιο σε συνδυασμό με τα ... και ... τιμολόγια - δελτία αποστολής της εταιρείας "Συρματουργική Α.Β.Ε.Ε." και του ΑΑ που προσκόμισε κατά την ανάκριση ο κατηγορούμενος, από τα οποία προκύπτει ότι αντίστοιχα προϊόντα - καρφιά κατά τον επίδικο χρόνο πουλιόντουσαν ή αγοραζόντουσαν αντί 0,63 και 0,68 λεπτά ανά κιλό, αποδεικνύεται και η βασιμότητα του ισχυρισμού του εκκαλούντος σχετικά με την προφορική του συμφωνία με τον Ψ ότι ο τελευταίος θα εξοφλείτο με 0,60 λεπτά ανά κιλό εμπορεύματος που θα επωλείτο. Από το ανωτέρω τιμολόγιο επίσης προκύπτει ότι ο εγκαλών έχει εισπράξει το τίμημα, για την πώληση (προς την "CENTROPARK AEBE") 2000 κιλών εμπορεύματος. Πλην όμως δεν προέκυψε ότι ο Ψ έχει εισπράξει από τον κατηγορούμενο άλλα χρήματα. Ο κατηγορούμενος δεν έχει απόδειξη είσπραξης από τον εγκαλούντα των χρημάτων που ισχυρίζεται πως του έδωσε (0,60 λεπτά επί 21.005 κιλά του εμπορεύματος). Δεν ανέφερε επίσης σ' αυτόν τους πελάτες προς τους οποίους διατείνεται ότι πώλησε το υπόλοιπο εμπόρευμα επί πιστώσει, ούτε και τα σχετικά δελτία αποστολής, ώστε να μπορέσει και ο εγκαλών να τους αναζητήσει. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο Χ απομάκρυνε τα εμπορεύματα που του παραδόθηκαν από τον εγκαλούντα με την εντολή να τα πουλήσει για λογαριασμό του και συγκεκριμένα 47.345 κιλά (49.345-2000), συνολικής αγοραίας αξίας 28.407 ευρώ (47.345 επί 0,60)+ΦΠΑ, ποσό ιδιαίτερα μεγάλο, από το χώρο φύλαξης σε χώρο της δικής του εξουσίας διαθέτοντας τα σε τρίτους και δεν επέστρεψε στον Ψ αυτά, ούτε απέδωσε σ' αυτόν το τίμημα από την τυχόν πώληση τους, ιδιοποιούμενος παράνομα αυτά. Επομένως προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου, δηλ. για παράβαση των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 375 παρ.2α-1α ΠΚ, όπως οι διατάξεις του άρθρου 375 τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 του ν. 2408/1999 και το άρθρο 14 του ν. 2721/1999, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό που δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, όπως αυτή, με βάση όσα προεκτέθηκαν, θα διατυπωθεί στο διατακτικό της προτάσεως αυτής, ορθώς δε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα του παρέπεμψε τον Χ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικαστεί για την προαναφερθείσα πράξη και γ' αυτό πρέπει η ανωτέρω, έφεση του κατηγορουμένου να απορριφθεί στην ουσία της".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, οι οποίες δικαιολογούν την παραπομπή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί ως υπαίτιος υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, εμπιστευμένου σ' αυτόν λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και στη συνέχεια απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος που είχε αποφανθεί ομοίως, το οποίο και επικύρωσε. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του κακουργήματος της υπεξαιρέσεως, για το οποίο παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα ανωτέρω περιστατικά, καθώς και τις σκέψεις με βάση τις οποίες ορθώς, κατά τα εκτεθέντα στην νομική σκέψη της παρούσας, έγινε η υπαγωγή τούτων στην ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ.2 Π.Κ., την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το Συμβούλιο, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Η από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχείο δ' του ΚΠΔ, αιτίαση του αναιρεσείοντος, η οποία προβάλλεται με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την οποία το βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την παραδοχή, ότι ενήργησε ως εντολοδόχος του εγκαλούντος, είναι αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της πρότασης του Εισαγγελέως Εφετών, η οποία ενσωματώθηκε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την ιδιότητα του ως εντολοδόχου, κατά την εκδήλωση της παράνομης συμπεριφοράς του. Επομένως ο περί του αντιθέτου παραπάνω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει για έρευνα, άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του 1783/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση από εντολοδόχο αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Απόρριψη λόγου αναίρεσης για έλλειψη εδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εντολοδόχου.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1417/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Χ1 κρατούμενο στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων .... Με εγκαλούμενο τον Ψ1, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 2133/08/19.1.09, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 163/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 97/20.3.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Συμβούλιό σας, την προκειμένη δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
I. Ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιά με το υπ'αρ. 2133/08/19-1-2009 έγγραφό του, διαβίβασε την με αρ. Γ08/6145/4-9--2008 αναφορά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά μετά της συνημμένης σ'αυτή από 4-9-2008 μηνυτήριας αναφοράς του Χ1 κατοίκου ... που στρέφεται και κατά του υπηρετούντος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Ψ1, προκειμένου να γίνει κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή διότι στην περιφέρεια του ως άνω Εφετείου δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο.
ΙΙ. Το άρθρο 136 περ. ε' ΚΠΔ ορίζει ότι, εάν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο (κατά τόπο) σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σύμφωνα με την παράγραφο Ι του άρ.137 ΚΠΔ την παραπομπή μπορεί να την ζητήσει και ο Εισαγγελέας (όπως στην κρινομένη περίπτωση) αποφασίζει δε περί αυτής ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε Συμβούλίο, εφ'όσον πρόκειται για περιπτώσεις, που δεν διαλαμβάνονται στα εδάφια α' και β' της παραγ. Ι του αρ. 137 ΚΠΔ, συνεπώς και στην περίπτωση της παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ή από ένα Πρωτοδικείο σε άλλο, εφ'όσον δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του συγκεκριμένου Εφετείου.
ΙΙΙ. Επειδή ο μηνυτής Χ1 με την από 4-9-2008 μηνυτήρια αναφορά του στρέφεται και κατά του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Ψ1, στον οποίο αποδίδει την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (αρ. 259 ΠΚ), ο δε μηνυόμενος υπηρετεί ως Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά, έχουμε την γνώμη ότι πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, τις Ανακριτικές Αρχές και το Συμβούλιο Πλ/κών Πειραιά στον πλησιέστερο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών που θα κρίνει για την κίνηση ή όχι της ποινικής διώξεως και τις Ανακριτικές Αρχές και το Συμβούλιο Πλ/κών, που θα επιληφθούν ενδεχόμενα και θα κρίνουν κατά τις περιστάσεις, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας τους.(βλ. ΑΠ 635/2003).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω να διατάξει το Δικαστήριο Σας την παραπομπή της υποθέσεως που αφορά το υπ'αρ.2133/08/19-1-2009 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά και αναφέρεται στην από 4-9-2008 μηνυτήρια αναφορά του Χ1 κατά του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά Ψ1, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, τις Ανακριτικές Αρχές και το Συμβούλιο Πλ/κών Πειραιά, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, Ανακριτικές Αρχές και Συμβούλιο Πλ/κών Αθηνών, για να επιληφθούν ανάλογα με τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα.
Αθήνα 6 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής
Αφού άκουσε
την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ συνάγεται ότι, όταν εγκαλών ή αδικηθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω, ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα δικαστήριο, διατάσσεται, κατόπιν αιτήσεως του εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντα, από τον Άρειο Πάγο σε Συμβούλιο, η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο, ομοειδές και ισόβαθμο, εφαρμοζομένων αναλόγως και των άρθρων 132, 134 και 135 παρ. 1 ΚΠΔ. Η παραπομπή αυτή νοείται, όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως της ποινικής διώξεως, διότι και κατ' αυτό συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας αυτού, εξ αιτίας της συνυπηρετήσεώς του στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, παθόντα ή κατηγορούμενο δικαστικό λειτουργό. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο Χ1 με την από 4-9-2008 μήνυση του καταμήνυσε, τον αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Ψ1, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος. Δεδομένου όμως ότι ο παραπάνω εγκαλούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, ανακύπτει ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ. ε' και 137 Κ.Π.Δ. Για τον λόγο αυτό ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς, με την 2133/08/19-1-2009 αίτηση, διαβίβασε τη με αριθμό Γ08/6145/4-9-2008 αναφορά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και ζήτησε να γίνει ο κανονισμός αυτός (βλ. αίτηση), διότι στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάρχει άλλο Πρωτοδικείο. Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, και κατ' ουσία βάσιμη, ενόψει των προεκτεθέντων. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή και να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε υπόνοια μεροληψίας. Προς τούτο, πρέπει να ορισθούν, ως αρμόδιες, οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και της αντίστοιχης Εισαγγελίας, για το χειρισμό της παραπάνω μηνύσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ορίζει, ως αρμόδιες, τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και της αντίστοιχης Εισαγγελίας, για το χειρισμό της αναφερόμενης στο σκεπτικό μηνύσεως του Χ1.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Ορίζει ως αρμόδιες τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και της αντίστοιχης Εισαγγελίας.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 1
|
Αριθμός 1414/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για διόρθωση της υπ'αριθμ. 295/2008 αποφάσεως του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κατηγορούμενο τον ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την διόρθωση-συμπλήρωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Φεβρουαρίου 2009 και με αριθμ. πρωτ. 244/2009 αίτησή του, κατόπιν της υπ'αριθμ. 28/16-2-2009 πράξεως του Αντιπροέδρου του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος τούτου, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 244/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε όσα αναφέρονται στην ταυτάριθμη με τα πρακτικά αυτά απόφαση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 145 παρ. 1 και 2 του Κ.Ποιν.Δ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή της, εφόσον απ' αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της αποφάσεως και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Η διόρθωση ή συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η διορθωτέα απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η 28/16-2-2009 πράξη του Προέδρου του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αριθμ. πρωτ. ΕΞ 33-17-2-2009) και κοινοποιήθηκε η σχετική κλήση αυτού (Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) στον κατηγορούμενο ..., όπως προκύπτει από το από ... αποδεικτικό επίδοσης του Αστυφύλακα του Α.Τ ... . Με την πράξη αυτή ζητείται η συμπλήρωση της 295/2008 απόφασης του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, στο ιστορικό της οποίας από προφανή παραδρομή δεν αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Φωτίου Μακρή.
Συνεπώς συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις να συμπληρωθεί στο σημείο αυτό η ως άνω απόφαση του τμήματος τούτου καθόσον πρόκειται για λάθος που δεν δημιουργεί ακυρότητα, από τη συμπλήρωση δε αυτή δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά η απόφαση, ούτε αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πραγματικά συνέβησαν στο ακροατήριο, γι' αυτό η σχετική αίτηση πρέπει να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή, διατασσομένων των στο διατακτικό αναφερομένων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διορθώνει την 295/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ως προς το σημείο του ιστορικού της με τη συμπλήρωση στην δεύτερη σελίδα της ως άνω απόφασης και στην δέκατη σειρά αυτού, μετά τις λέξεις Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου των λέξεων Φωτίου Μακρή. Διατάσσει την από τον Γραμματέα σημείωση της διορθωτικής όπως ανωτέρω πράξεως και του αριθμού της διορθωτικής αποφάσεως στο περιθώριο του πρωτοτύπου της διορθωτέας αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διόρθωση απόφασης.
|
Αποφάσεως διόρθωση
|
Αποφάσεως διόρθωση.
| 0
|
Αριθμός 1412/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ... και 2) ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καπελάκη, περί αναιρέσεως της 1247/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ράϊκο.
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Απριλίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 756/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου ή την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους, επιφέρει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ., γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 358 του ίδιου Κώδικα, τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου, με την επιφύλαξη, ότι δεν πρόκειται για έγγραφα αποτελούντα τη βάση της κατηγορίας ή διαδικαστικά έγγραφα, αλλά για έγγραφα αποδεικτικά, το περιεχόμενο μάλιστα των οποίων δεν προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Όμως, ούτε απόλυτη, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ., ακυρότητα της διαδικασίας δημιουργείται, ούτε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ιδρύουσα τον αντίστοιχο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. β' του ίδιου Κώδικα, αναιρετικό λόγο, εκ της μη αναγνώσεως των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, έστω και αν έλαβε αυτά υπόψη του το Δικαστήριο, εκτός αν την ανάγνωση των πρακτικών αυτών ζήτησε ο κατηγορούμενος και το Δικαστήριο του την αρνήθηκε ή δεν απάντησε σχετικά. Επομένως, εφόσον από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει, ότι από μέρους του συνηγόρου των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων υποβλήθηκε αίτημα για την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, ούτε υποστηρίζεται το αντίθετο, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ., για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της μη αναγνώσεως των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος. Ο περαιτέρω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ερειδόμενος επί του ιδίου, ως άνω, αναιρετικού λόγου, δηλαδή ότι δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση η από 25-8-2003 έγκληση του πολιτικώς ενάγοντος Π1, χωρίς αυτή να αναγνωσθεί, είναι επίσης αβάσιμος, κυρίως διότι, από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης, δεν προκύπτει ότι η έγκληση αυτή λήφθηκε υπόψη, πέρα από το γεγονός ότι, η ως άνω έγκληση αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο και για να ληφθεί υπόψη δεν ήταν αναγκαίο και αν αναγνωσθεί.
ΙΙ. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ, 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ, 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1247/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ο καθένας, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για απόπειρα εκβίασης από κοινού, ήτοι για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42, 45 και 385 παρ. 1 β Π.Κ., δεχθέντος ειδικότερα του ως άνω Δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Οι κτηγορούμενοι στην Καρδίτσα κατά τις παρακάτω ημερομηνίες από κοινού, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσουν το πλημμέλημα, της εκβίασης, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως της και ειδικότερα με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, επιχείρησαν ασκώντας ψυχολογική βία και απειλή βλάβης του επαγγέλματος του δικηγόρου που ασκεί ο εγκαλών Π1, κάτοικος ... στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας προς τον οποίο κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2003 διακείμενοι εχθρικά απέναντι του, καθόσον τον θεωρούσαν υπεύθυνο για την αντιδικία και τους αλλεπάλληλους δικαστικούς αγώνες που έχουν με τον πελάτη του ..., κάτοικο ..., παριστάμενο ενώπιον των Δικαστηρίων προς υπεράσπιση αυτού (πελάτη του), επιχείρησαν τηλεφωνικά αρχικά και δια ζώσης η δεύτερη εξ αυτών στη συνέχεια να εξαναγκάσουν αυτόν να τους πληρώσει το ποσό των 1000 ΕΥΡΩ που αντιστοιχεί δήθεν στο ποσό που κατέβαλαν στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ..., του Πρωτοδικείου Καρδίτσας για την υπεράσπιση του- στην ανωτέρω υπόθεση, με την απειλή ότι διαφορετικά θα τον μηνύσουν (ψευδώς) για απιστία δικηγόρου, για απάτη και για άλλα κακουργήματα που δήθεν διέπραξε τα έτη 1999 και 2000 που ανέλαβε την υπόθεση που είχε σχέση με την αντιδικία αυτών με τον πελάτη του όλα αυτά τα χρόνια, ότι θα τον διαπομπεύσουν δια του τύπου και των μέσων ενημέρωσης και συγκεκριμένα θα τον "βγάλουν" στα κανάλι και στον "...", θα κάνουν αναφορά στον Δικηγορικό Σύλλογο Καρδίτσας, για να του πάρουν την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και ότι θα τον κάνουν να φύγει από την Καρδίτσα και θα του κλείσουν το γραφείο διαλαλώντας σε όλους ότι είναι απατεώνας, επίσης τις ίδιες απειλές εκτόξευσαν κατά του ίδιου παραπάνω εγκαλούντα τηλεφωνικά περί τα τέλη του μηνός Ιουλίου του έτους 2003 προσθέτοντας μάλιστα ότι ήδη κατέφυγαν σε δικηγόρο εκτός Καρδίτσας και μάλιστα της Αθήνας "ποινικολόγο" που είχε αναλάβει την υπόθεση τους και ο οποίος είχε ήδη συντάξει μήνυση εναντίον του για οκτώ (8) κακουργήματα και έτσι σε κάθε περίπτωση αν δεν "έκλεινε" την υπόθεση μέχρι το τέλος του Ιουλίου, δηλαδή, αν δεν τους κατέβαλε 1000 ΕΥΡΩ, θα τον κατέστρεφαν επαγγελματικά, θα του έκλειναν το γραφείο και θα έκαναν τα παιδάκια του να πεινάσουν λόγω των μηνύσεων που θα υπέβαλλαν, των αναφορών και τη δημοσιοποίηση του θέματος στις τηλεοράσεις, επιπλέον την 23/8/2003 η β' κατηγορουμένη του τηλεφώνησε πάλι λέγοντας του με εξοργισμένο ύφος "ο ... (ο σύζυγος της-α' κατηγορούμενος) δεν κάνει πίσω, δεν τον ξέρεις καλά τον ..." επίσης του είπε ότι θα μετανιώσει γι' αυτά που κάνει, γιατί θα τον καταστρέψουν, αν θέλει να δικηγορήσει, καλά θα κάνει να τους δώσει τα λεφτά και ότι εν τέλει θα πρέπει να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση και να δώσει σ' αυτόν τα λεφτά. Στην πράξη τους αυτή προέβησαν προκειμένου να εξαναγκάσουν τον εγκαλούντα να ενδώσει, αποδεχόμενος να τους καταβάλλει το άνω χρηματικό ποσό των 1000 ΕΥΡΩ, πράγμα στο οποίο απέβλεπαν, πλην όμως δεν κατόρθωσαν να ολοκληρώσουν την παραπάνω πράξη τους από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεώς τους, αφού ο εγκαλών δεν πτοήθηκε και αρνήθηκε να προβεί στην καταβολή του αξιούμενοι από αυτούς πιο πάνω χρηματικού ποσού.
Συνεπώς στοιχειοθετείται η πράξη που τους αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι κατά το διατακτικό".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας εκβίασης από κοινού, για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις προαναφερθείσες ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, διότι η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού. Τούτο δε διότι, παρόλο που στη συγκεκριμένη περίπτωση το αιτιολογικό είναι σχεδόν ταυτόσημο με το διατακτικό της προσβαλλομένης, στο τελευταίο αναφέρονται αναλυτικά και με κάθε λεπτομέρεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερόμενου εγκλήματος και ως εκ τούτου ήταν περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού. Τέλος, εφόσον εξειδικεύεται, με αναλυτική παράθεση πραγματικών περιστατικών, η πρόθεση των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο αντιστοιχούσε δήθεν σε ποσό που κατέβαλαν στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους και προς ευόδωση του σκοπού αυτού επιχείρησαν να εξαναγκάσουν τον εγκαλούντα δικηγόρο να τους το καταβάλλει, με τις περιγραφόμενες αναλυτικά απειλές για καταστροφή της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, πράγμα που δεν κατάφεραν, αφού ο εγκαλών δεν πτοήθηκε και αρνήθηκε να καταβάλλει το αξιόποινο ποσό, στοιχειοθετείται πλήρως, τόσο αντικειμενικά, όσο και υποκειμενικά, το έγκλημα της απόπειρας εκβίασης από κοινού, χωρίς περαιτέρω να απαιτείται και η παράθεση άλλων περιστατικών, όπως αβασίμως υποστηρίζεται. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., δεύτερος και τρίτος λόγοι της κοινής αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του νομίμως παραστάντως πολιτικώς ενάγοντος (άρθ. 176 Κ.Πολ.Δικ.).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 251/2008 κοινή αίτηση των .... και ..., κατοίκων αμφοτέρων ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 1247/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα εκβίασης από κοινού. Πότε δημιουργείται ακυρότητα από τη μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απόπειρα, Συναυτουργία, Εκβίαση.
| 0
|
Αριθμός 1411/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Φυτράκη, περί αναιρέσεως της 277/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.7.2008 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 21.2.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1476/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η με αριθμ. έκθ. 25/07-07-2008 αίτηση αναίρεσης και οι δι' ιδίου από 21-02-2009 δικογράφου προτεινόμενοι, ταυτόσημοι με την αναίρεση, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του Χ, στρέφονται κατά της 277/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση τεσσάρων (4) ετών για την αξιόποινη πράξη της πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητά τους.
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 στοιχ. β' του ν. 1729/ 1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/ 1993 (άρθρο 20 παρ. 1 περ. του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, ν. 3459/2006) με κάθειρξη δέκα (10) τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 100.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται όποιος πωλεί ναρκωτικά. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή "το πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό, το άνω Πενταμελές Εφετείο, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως ότι "Ο κατηγορούμενος Χ στα ...και στην ..., κατά το τελευταίο τρίμηνο προ της 08-09-2002 και την 08-09-2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, πώλησε στον Ψ, συνολικά 10 φορές, ποσότητες ναρκωτικής ουσίας, ήτοι ινδικής κάνναβης, αγνώστου βάρους τις 9 φορές και 8,8 γρ. την τελευταία, αντί τιμήματος 30 ευρώ κάθε φορά. Τούτο αποδεικνύεται, πλην άλλων, από την κατάθεση του μάρτυρος Ζ και από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην απολογία του Ψ, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του Χ περί εφαρμογής του άρθρου 211 Α ΚΠΔ.
Συνεπώς, ο άνω κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, να του αναγνωρισθεί δε το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ". Ακολούθως, το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και του αναγνώρισε το αναφερόμενο ελαφρυντικό. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 26, 27 παρ. 1, 98 ΠΚ και 5 παρ. 1 στοιχ. β' του ν. 1729/1987, όπως τροποποιήθηκε και ήδη ισχύει (ν. 3459/2006), τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, οι περί του αντίθετου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι.
Κατά την διάταξη του άρθρου 211Α ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2408/1996, μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας ιδρύει . τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης για έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προκύπτει ότι αποκλείεται η στήριξη της καταδίκης κατηγορουμένου σε μόνη τη μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου αλλά όχι και η συνεκτίμηση της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο από το άνω άρθρο 510 παρ. ΙΔ ΚΠΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Πενταμελές Εφετείο στήριξε την ενοχή του αναιρεσείοντος αποκλειστικά στην απολογία του συγκατηγορουμένου του Ψ, με αποτέλεσμα η αιτιολογία να είναι ελλιπής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παρατίθεται ανωτέρω, το Εφετείο, για τη θεμελίωση της κρίσης του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος για την άνω αξιόποινη πράξη, έλαβε υπόψη όχι μόνο την απολογία του συγκατηγορουμένου του Ψ αλλά και τα άλλα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την κατάθεση του μάρτυρα Ζ, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο χωρίς να αντιλέξει ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος σύμφωνα με τα πρακτικά της απόφασης αυτής, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης και πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση και οι προτεινόμενοι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.7.2008 αίτηση και τους από 21.2.2009 προσθέτους λόγους του Χ, για αναίρεσης της 277/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση του άρθρου 211α ΚΠΔ. Λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ. Αποκλείεται η στήριξη της καταδίκης σε μόνη την μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου, αλλά όχι και η συνεκτίμησή τους μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Κατηγορουμένου απολογία.
| 0
|
Αριθμός 1410/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1479/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1736/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 557/03.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' αρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 170/17-10-2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του με αριθμ. 1479/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ ουσία η με αριθμ. 473/2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 1881/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για πλαστογραφία με σκοπό το όφελος με βλάβη τρίτου κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 και απάτη κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και με συνολική ζημία άνω των 15.000 ευρώ και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματικές πράξεις και περιέχει συγκεκριμένο λόγο της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης ( άρθρ. 484 & 1 Ε, ΚΠΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Ο προβαλλόμενος λόγος όπως αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης είναι η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων με τις οποίες παραπέμφθηκε και κυρίως για τις διατάξεις που αναφέρονται στην κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των πράξεων αυτών, για την οποία πλημμέλεια παραθέτει συγκεκριμένες αιτιάσεις.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η διάταξη της τελευταίας παραγράφου ισχύει μετά το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του Ν.2408/1996 παρ. 1 "όποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση.... παρ. 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών" και η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1472α του Ν 2721/99 κατά την οποία '' εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. ( 73.370 ευρώ) '' Με τις διατάξεις αυτές θεσμοθετείται το έγκλημα της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος χάριν της προστασίας των υπομνημάτων τα οποία αποτελούν διακινούμενα έγγραφα με ουσιώδες περιεχόμενο και από τα οποία πηγάζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η κατάρτιση εξ υπαρχής εγγράφου από μη δικαιούμενο πρόσωπο ή νόθευση του περιεχομένου του καταρτισμένου ήδη γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος συνιστάμενος στη γνώση και θέληση παραγωγής των περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν την πράξη της πλαστογραφίας, συγχρόνως όμως και σκοπός του υπαιτίου όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου ή του εγγράφου που νοθεύτηκε παραπλανηθεί άλλος για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες με στόχο να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον, με βλάβη τρίτου, περιουσιακό όφελος ή να βλάψει τρίτον, χωρίς να ασκεί επιρροή ή επέλευση του περιουσιακού οφέλους ή βλάβη του τρίτου. Ως έγγραφο δε κατά την έννοια του νόμου είναι κατ' άρθρο 13 εδ. γ' του Π.Κ κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία και κάθε σημείο που προορίζεται ν' αποδείξει τέτοιο γεγονός ( ΑΠ 858/2004 ΠΧ NE-322 AP 1505/2004 Π X NE 622 ΑΠ 814/2000, ΠΧ ΝΑ-130 ΑΠ 1167/2000 Πράξ.και Λόγος -2000). Κατά δε το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών." Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Ως γεγονότα δε νοούνται τα αναφερόμενα σε πραγματικά περιστατικά, παρελθόντα ή τουλάχιστον υπάρχοντα κατά το χρόνο της παράστασης από το δράστη αυτών ως αληθινών, όχι δε και τα δυνάμενα να συμβούν στο μέλλον, εκτός αν οι στο μέλλον αναφερόμενες διαβεβαιώσεις παρίστανται ως απλή συνέπεια μιας συγχρόνως παριστάμενης παρούσας ή παρελθούσας πραγματικής κατάστασης.
Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 216 &3 και 386 &3 ΠΚ για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής των παραπάνω πράξεων απαιτείται στην μεν πρώτην και πρόσθετος σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του η σε άλλο περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλο εάν το ποσό υπερβαίνει το ποσό των 73,000 ευρώ ή να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή ζημία άλλου να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και για την δεύτερη να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών". Από τη διατύπωση των τελευταίων διατάξεων προκύπτει ότι για να είναι πλέον η πλαστογραφία και η απάτη κακούργημα πρέπει ο υπαίτιος ή να διαπράττει πλαστογραφίες και απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Επί δε της κατ' εξακολούθηση απάτης και πλαστογραφίας για το χαρακτηρισμό τους ως κακουργημάτων με βάση το ποσό του οφέλους ή της βλάβης λαμβάνεται υπόψη, το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό. (ΑΠ,1913 /2000,ΑΠ 1820/ 2003, 1944/2003 ΑΠ 190/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' Π.Κ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 24 Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' εδ. α' Π.Κ., προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού δηλαδή τέλεση του εγκλήματος περισσότερες από μία φορές, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (Π.Κ. 98), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενυπάρχει το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενός και του αυτού εγκλήματος. Εξάλλου κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. (ΑΠ 1277/1998 ΠΧ ΜΘ-113, Α Π 1799 ΑΠ 1603/1996 Π Χ ΜΖ-1019 ).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση (ΑΠ Ολ. 1227/79, ΑΠ 1151/2006, ΑΠ 59/2005 ΑΠ1527/2000) η οποία μνημονεύει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπ' όψη δέχθηκε ανέλεγκτα ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Τον Απρίλιο 2001 συστήθηκε νόμιμα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία '' ΑΣΕΠΤ Αμυντικά Συστήματα Εφαρμοσμένης Πληροφορικής και Τεχνολογίας Εμπορική Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης '' με διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο τον αναιρεσείοντα και οικονομικό διευθυντή τον μη ασκήσαντα αναίρεση συγκατηγορούμενο του. Στα πλαίσια της λειτουργίας και προς εξυπηρέτηση των σκοπών της η παραπάνω εταιρεία δια του αναιρεσείοντα συνήψε συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμούς με διάφορες τράπεζες με διάφορα πιστωτικά όρια και έτσι χρηματοδοτήθηκε από αυτές με διαφορα ποσά. Έναντι των συμβάσεων αυτών και για την λειτουργία της χρηματοδότησης ο αναιρεσείων ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας προσκόμιζε στις τράπεζες συναλλαγματικές ή επιταγές και το αντίτιμο τους πιστωνόταν στον αλληλόχρεο λογαριασμό από τον οποίο εξουσία για ανάληψη είχε μόνο ο αναιρεσείων. Κατά το έτος 2002 η εταιρεία άρχισε να παρουσιάζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω της κακής διαχείρισης του αναιρεσείοντα, με αποτέλεσμα η εταιρεία να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με την με αριθμ. 1301/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο αναιρεσείων εν όψει τής κατάστασης που είχε δημιουργηθεί και για να υπάρχει εξακολούθηση στην χρηματοδότηση της εταιρείας μέσω των αλληλοχρέων λογαριασμών οι οποίοι έπρεπε να τροφοδοτούνται σύμφωνα με τις συμφωνίες που είχαν καταρτισθεί με τις διάφορες τράπεζες με επιταγές ή συναλλαγματικές κατασκεύασε και προσκόμισε για την εξυπηρέτηση της χρηματοδότησης της εταιρείας πλαστές συναλλαγματικές , τις οποίες συνομολογεί, και μεταξύ αυτών και τις συναλλαγματικές όπως αυτές λεπτομερώς αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με αποδέκτη τον εγκαλούντα στις οποίες έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή του και τις οποίες μεταβίβασε λόγω ενεχύρου στην Εurobank, στην Αlfa Bank, και στην Εμπορική και τ'βν οποίο το συνολικό ποσό ανέρχεται στο ύψος των 28.645,09 Ευρώ Περαιτέρω στο προσβαλλόμενο εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων ενήργησε εξακολουθητικά κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια για να ποριστεί αυτός και η ΕΠΕ την διαχείριση της οποίας είχε παράνομο εισόδημα ενώ γνώριζε ότι η οικονομική κατάρρευση της ΕΠΕ ήταν ορατή από την κακή διαχείριση του και ότι η επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών συνιστά κατ'επάγγελμα τέλεση των πράξεων αυτών. Κατ'ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί λόγω του ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει πλήρη σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία τόσο κατά την αιτιολογία των κυρίων πράξεων όσο και των επιβαρυντικών περιπτώσεων.
Σχετικά με το αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αναιρεσείοντα, επειδή επαρκώς στα διάφορα στάδια της διαδικασίας με την απολογία του και τα διάφορα υπομνήματά του προέβαλλε και υποστήριξε τις απόψεις του το αίτημά του πρέπει να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Α. Να απορριφθεί η με αριθμ. 170/17-10-2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του με αριθμ. 1479/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
Β. Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
Αθήνα την 30 -11-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 του ΚΠΔ, καμμία απόφαση του Ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμμιά διάταξη του ανακριτή δεν έχουν κύρος αν δεν ακουσθεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας με τη διάταξη δε του άρθρου 138 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα ορίζεται αφ' ενός μεν ότι τα βουλεύματα του δικαστικού συμβουλίου και οι διατάξεις του ανακριτή εκδίδονται ύστερα από γραπτή πρόταση του Εισαγγελέα ο οποίος την αναπτύσσει και προφορικά, αφ' ετέρου ότι ο νόμος ορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να ακουσθούν οι διάδικοι πριν εκδοθεί το βούλευμα ή τη διάταξη του ανακριτή ενώ κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου ρητά ορίζεται ότι η παραβίαση της παραγράφου 2 συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης, του βουλεύματος ή της διάταξης. Περαιτέρω κατά το άρθρο 309 παρ. 2 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 19 παρ. 2 ν.δ. 4090/1960, αν μετά το τέλος της ανακρίσεως και την υποβολή των εγγράφων στον Εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του συμβουλίου, αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπολοίπους διαδίκους ή τους αντικλήτους για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους, εντός ευλόγου υπό του συμβουλίου τασσομένης προθεσμίας. Η παράβασις της διατάξεως αυτής, η οποία κατά το άρθρον 316 παρ. 2 Κ.Π.Δ. εφαρμόζεται και στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών, επάγεται για τον κατηγορούμενο απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ., διότι τον αποστερεί από υπερασπιστικό δικαίωμα που παρέχεται σ'αυτόν από το νόμο και ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, απόλυτη ακυρότητα συνιστά όχι μόνο η μη κλήτευση των υπολοίπων διαδίκων αλλά και η μη λήψη υπόψη από το Συμβούλιο του υπομνήματος με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ο διάδικος που κλήθηκε να γνωστοποιήσει αυτές επί προσκομισθέντων εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών μέσων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του συμβουλίου, αφού τούτο συνεπάγεται αποστέρηση υπερασπιστικού του δικαιώματος που του παρέχεται ρητά από την παραπάνω διάταξη να ακουσθούν οι απόψεις του. Δεν δημιουργείται όμως απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος όταν το Συμβούλιο δεν λάβει υπόψη του υπόμνημα του κατηγορουμένου το οποίο υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα και διαβιβάσθηκε σ'αυτόν μετά την προς αυτό σχετική πρόταση του Εισαγγελέως και δεν κατέστη δυνατή η έγκαιρη διαβίβασή του μαζί με την απαιτούμενη εισαγγελική πρόταση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, επιτρεπτά επισκοπούμενα προς έλεγχο της βασιμότητας λόγου αναιρέσεως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 749/2008 βούλευμα του ανέβαλε να αποφανθεί επί της ουσίας των εφέσεων του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του ...., προκειμένου να λάβουν γνώση οι υπόλοιποι διάδικοι και να γνωστοποιήσουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους, μέσα σε προθεσμία δέκα πέντε ημερών από την ενημέρωσή τους, της αμετάκλητης 220/9/29-3-2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών που προσκόμισε με την έφεση του ο τελευταίος, και με την οποία ο κατηγορούμενος αυτός αθωώθηκε για απάτη και πλαστογραφία όμοιας συναλλαγματικής με αυτή της ένδικης υπόθεσης. Ο αναιρεσείων, αν και έλαβε γνώση της παραπάνω αμετάκλητης απόφασης δια του αντικλήτου δικηγόρου του Γεωργίου Κουφογιάννη στις 9/6/2008, δεν γνωστοποίησε μέσα στην δεκαπενθήμερη προθεσμία τις παρατηρήσεις του επί της απόφασης αυτής. Την μη γνωστοποίηση των τυχόν παρατηρήσεων του επισημαίνει και ο Αντεισαγγελέας με την 1217/2008 πρότασή του. Στις 7-7-2008 και μετά την διαβίβαση στο Συμβούλιο της παραπάνω πρότασης του Αντεισαγγελέα διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο του Συμβουλίου το κατά την ίδια ημερομηνία κατατεθέν από 4/7/2008 υπόμνημα του αναιρεσείοντος. Στις 22 Ιουλίου 2008 συνεδρίασε το Συμβούλιο Εφετών και εξέδωσε το προσβαλλόμενο 1479/2008 βούλευμά του, με το οποίο επικυρώθηκε το 1881/2007 εκκαλούμενο πρωτόδικο βούλευμα κατά τη διάταξή του με την οποία παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί α) για κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και β) για κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση. Εν όψει αυτών και δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι είχε καταστεί δυνατή η διαβίβαση του εν λόγω υπομνήματος μαζί με πρόταση επ'αυτού του Εισαγγελέως πριν από την κατά την 22 Ιουλίου 2008 προφορική ανάπτυξη του Αντεισαγγελέως Εφετών Αντωνίου Λιόγκα επί της ουσίας, το Συμβούλιο Εφετών το οποίο δεν έλαβε υπόψη του το ως άνω υπόμνημα, δεν παραβίασε την από 309 παρ. 2 ΚΠΔ υποχρέωσή του και συνεπώς δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα υπέρ του κατηγορουμένου που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α λόγο αναίρεσης και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17/10/2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του 1479/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για απάτη. Απόρριψη αβασίμου μοναδικού λόγου αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη λήψης υπόψη από το Συμβούλιο υπομνήματος με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ο διάδικος που κλήθηκε να γνωστοποιήσει αυτές επί προσκομισθέντων εγγράφων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του συμβουλίου κατά παράβαση του άρθρου 309 παρ. 2 του ΚΠΔ, εφόσον το υπόμνημα αυτό διαβιβάστηκε προς το Συμβούλιο μετά την σχετική πρόταση του Εισαγγελέως και δεν κατέστη δυνατή η έγκαιρη διαβίβασή του μαζί με την ασκούμενη εισαγγελική πρόταση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1409/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1464/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1604/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 587/23.12.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 6-10-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 1464/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, εκδοθέντος μετά την αναίρεση του υπ'αριθμ. 1230/2007 βουλεύματος του ιδίου ως άνω Συμβουλίου (βλ. ΑΠ 1214/2008), απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 787/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι'απάτη κατ'εξακολούθηση, εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ. Προβάλλει δε, ως λόγους αναιρέσεως, την απόλυτη ακυρότητα, την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Ι. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 στοιχ. β' , 306, 316 παρ. 2 και 481 παρ. 1 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατ'άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ, επιφέρει και η έκδοση του βουλεύματος χωρίς προηγουμένη έγγραφη πρόταση του αρμοδίου εισαγγελέως, επί της ουσίας της υποθέσεως (βλ. ΑΠ 2322/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, τούτο εξεδόθη κατόπιν εγγράφου προτάσεως του αρμοδίου Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών Παναγιώτη Γκλεζάκου και αυτή ανεπτύχθη προφορικώς από τον παραστάντα στο Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το βούλευμα Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, του οποίου το ονοματεπώνυμο, εκ προφανούς παραδρομής, δεν αναγράφεται σ'αυτό. Όμως, η εν λόγω παράλειψη δεν επιφέρει ακυρότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος, αφού, κατά τ' ανωτέρω, και εισαγγελική πρόταση υπεβλήθη και ανεπτύχθη αυτή προφορικώς από τον παραστάντα στο Συμβούλιο Αντεισαγγελέα. Επίσης, ούτε κακή σύνθεση του ανωτέρω Συμβουλίου και εντεύθεν ακυρότητα, κατ'άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ α' ΚΠΔ, επέρχεται εκ της ως άνω παραδρομής (βλ. σχετικώς ΑΠ 563/2000, εις ΠΧ/Ν'/991).
Επομένως, ο εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρο 386 παρ. 1, 3 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (ή των 5.000.000 δραχμών) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ (ή των 25.000.000 δραχμών). Νοείται δε ως παράνομο περιουσιακό όφελος, το μη στηριζόμενο επί νομίμου αξιώσεως του δράστου κατά του παθόντος (ΑΠ 1608/2001, ΑΠ 265/1996, ΑΠ 723/1976). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 εδ. στ' ΠΚ, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Επίσης, κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλ. όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 2200/2002). Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του αρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Τέλος, ως προκύπτει εκ της διατάξεως του αρθρ. 484 § 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, το οποίο περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών, αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 114/2004, ΑΠ 418/1999, εις ΠX/N/41).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων, κατ'είδος προσδιοριζομένων, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Οι εγκαλούντες Ε1 και Ε2 ήσαν από πολλών ετών οι κυριότεροι μέτοχοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Κατασκευών και Ναυτιλιακών, Τουριστικών, Γεωργικών και Δασικών Επιχειρήσεων -ΑΕΓΕΚ". Η εν λόγω εταιρεία έχει ως κύριο αντικείμενο την εκτέλεση δημοσίων και ιδιωτικών τεχνικών έργων, είναι δε κάτοχος εργοληπτικού πτυχίου της ανωτάτης τάξεως. Ο κατηγορούμενος Χ1 το έτος 1983 αγόρασε από τον πρώτο των εγκαλούντων το 1/3 των μετοχών της παραπάνω εταιρείας. Το έτος 1993, ενόψει της εισαγωγής των μετοχών της ΑΕΓΕΚ στο Χρηματιστήριο, οι τότε τρεις βασικοί μέτοχοι αυτής (διάδικοι) συμφώνησαν να δεσμεύσουν σε κοινή θεματοφυλακή ένα ποσοστό 32,30% των όλου αριθμού των μετοχών, ο δε κατηγορούμενος συμμετείχε στις δεσμευμένες μετοχές με ποσοστό 7,65% επί του όλου μετοχικού κεφαλαίου. Ο τελευταίος, μετά την εισαγωγή της ΑΕΓΕΚ στο Χρηματιστήριο, προέβη σε πωλήσεις των ελεύθερων μετοχών του και επιπλέον έγινε δεκτό και το αίτημα του να αποδεσμεύσει και τις δεσμευμένες στην κοινή θεματοφυλακή μετοχές του. Έτσι, τον Αύγουστο του 1997 ο αριθμός των δεσμευμένων μετοχών του κατηγορουμένου είχε περιοριστεί στις 500.000, δηλαδή σε ποσοστό 2,50% περίπου, αντί του αρχικού ποσοστού των 7,65%. Ακολούθως, την 28-8-1997 ο κατηγορούμενος με επιστολή του ζήτησε από τους εγκαλούντες να αγοράσουν αυτοί τις ως άνω μετοχές του αντί 500.000.000 δραχμών, υπό τον όρο ότι ο πρώτος διατηρούσε το δικαίωμα να τις επαναγοράσει στην ίδια τιμή. Μετά ταύτα την 1-9-1997 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο κατηγορούμενος μεταβίβασε προς τους εγκαλούντες τις εν λόγω 500.000 μετοχές υπό τον όρο επαναγοράς τους μέχρι την 21-12-1998 στην ίδια τιμή των 1.000 δραχμών, ανεξαρτήτως της χρηματιστηριακής τιμής του χρόνου επαναγοράς, πλέον τόκων προς 15% ετησίως. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος από την 24-12-1997 είχε παραιτηθεί από το διοικητικό συμβούλιο της ΑΕΓΕΚ, στο οποίο κατείχε μέχρι τότε τη θέση του αντιπροέδρου, παρέμειναν δε σ' αυτό ο πρώτος των εγκαλούντων Ε1 ως Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου αυτής και ο δεύτερος τούτων Ε2 ως διευθύνων σύμβουλος. Στη συνέχεια και μέχρι την 16-3-1999 καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων και άλλες συμφωνίες με αντικείμενο τη ρύθμιση των (εξωεταιρικών) σχέσεων τους, που αφορούσαν και την πώληση των προαναφερόμενων μετοχών του κατηγορουμένου. Μετά όμως την κατάρτιση του τελευταίου συμφωνητικού, ο κατηγορούμενος άρχισε σε να προβάλει κατά της ΑΕΓΕΚ και των ήδη εγκαλούντων διάφορες αξιώσεις του. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εγκαλούντων (καθ' ων) την από 4-6-1999 αίτηση του περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας την συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας τους και ισχυριζόμενος ότι ο πρώτος αυτών είχε παραβιάσει τους όρους της εντολής για την πώληση των μετοχών του. Το πιο πάνω Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 22189/6-7-1999 απόφαση του απέρριψε την πιο πάνω αίτηση, αφού πιθανολόγησε ότι ο αιτών (κατηγορούμενος) δεν έχει αξίωση αποζημίωσης κατά των καθ' ων, είτε κατά τις διατάξεις για την εντολή, είτε κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών και ως εκ τούτου αυτός δεν μπορεί να προστατευθεί με τακτικές αγωγές. Επίσης, ο κατηγορούμενος την 15-6-1999 και 22-6-1999 υπέβαλε δύο μηνύσεις κατά των ήδη εγκαλούντων για πράξεις συναφείς προς τα παραπάνω, οι δε σχετικές υποθέσεις περαιώθηκαν με την έκδοση για τους τελευταίους των υπ' αριθ. 5627/2000 και 924/2002 απαλλακτικών βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Μάλιστα με το δεύτερο από τα ως άνω βουλεύματα κρίθηκε ότι η μήνυση του Χ1 ήταν ψευδής και ο τότε μηνυτής καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα. Επιπλέον, με το υπ' αριθ. 1849/2001 βούλευμα του το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των ήδη εγκαλούντων για συκοφαντική δυσφήμηση, μετά από μήνυση που είχε υποβάλει σε βάρος τους ο ήδη κατηγορούμενος Χ1 την 9-4-1998. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια των ως άνω διενέξεων και αντιδικιών μεταξύ των διαδίκων, μετά από συζητήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ τους, τελικά την 31-8-1999 καταρτίστηκε το με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό και παράρτημα αυτού, καθώς και άλλο ιδιωτικό συμφωνητικό, κατά τα οποία ο κατηγορούμενος έλαβε από τον πρώτο των εγκαλούντων το ποσό των 400.000.000 δραχμών από το ταμείο της εταιρείας και το ποσό των 200.000.000 δραχμών από το δεύτερο αυτών ως άτοκο δάνειο. Επίσης, οι ανωτέρω δύο συμβάσεις της 31-8-1999, το παράρτημα αυτών και η καταβολή των 400.000.000 δραχμών συνοδεύθηκαν και από μονομερείς δηλώσεις-ομολογίες του κατηγορουμένου, οι οποίες άλλωστε εμπεριέχονται ως συμβατικές ρυθμίσεις και στις δύο ως άνω συμβάσεις. Στις εν λόγω συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων αναφέρεται ότι το πιο πάνω ποσό των 400.000.000 δραχμών καταβάλλεται στον κατηγορούμενο ως πρόσθετο αντάλλαγμα όλων των μέχρι τότε μεταξύ τους συναλλαγών, καθώς και σε πλήρη ικανοποίηση οποιασδήποτε τυχόν αξίωσης θεωρεί ο ίδιος (Χ1) ότι έχει. Ταυτόχρονα όμως οι διάδικοι στα ίδια έγγραφα επαναλαμβάνουν και επιβεβαιώνουν την πλήρη και οριστική ρύθμιση όλων των μεταξύ τους διαφορών και διενέξεων, δικαστικών και μη, και μάλιστα αναφέρουν συγκεκριμένα και αναλυτικά όλα τα θέματα και υποθέσεις, για τις οποίες ο κατηγορούμενος προβαίνει στις αναγκαίες δηλώσεις, διευκρινήσεις, παραιτήσεις κ.λ.π.. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο κατηγορούμενος δηλώνει ότι αναγνωρίζει και συνομολογεί ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση ή αμφισβήτηση εξ εκείνων που έχουν συμπεριληφθεί στις παραιτήσεις, δηλώσεις, αναγνωρίσεις, υποσχέσεις, ομολογίες του, που περιέχονται ή καλύπτονται σε οποιοδήποτε από τα συμφωνητικά. Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι οι διάδικοι, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού του ως άνω ποσού των 400.000.000 δραχμών ως "πρόσθετου ανταλλάγματος", απέβλεψαν με τις ως άνω συμφωνίες τους στην κατάρτιση ενός εξώδικου συμβιβασμού ( συμβάσεως ), κατά την έννοια του άρθρου 871 ΑΚ, με την οποία ρύθμιζαν συνολικά και οριστικά όλες τις μεταξύ τους έριδες, αβεβαιότητες, διενέξεις και δικαστικούς αγώνες. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι οι εγκαλούντες, ως κύριοι μέτοχοι της ΑΕΓΕΚ, επεδίωκαν κυρίως να παύσει ο κατηγορούμενος, ανεξαρτήτως της βασιμότητας των αξιώσεων του, να προβαίνει σε ενέργειες, οι οποίες ήταν ενδεχόμενο να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη φήμη και τις εργασίες της εταιρείας, ιδίως δε στη χρηματιστηριακή θέση της μετοχής της. Έτσι, ο κατηγορούμενος, κατά την υπογραφή των ως άνω συμφωνητικών και επιστολών της 31-8-1999, που περιείχαν τις προαναφερόμενες διαβεβαιώσεις και ομολογίες, παρέστησε προς τους μηνυτές ότι δε διατηρούσε καμία απαίτηση εναντίον τους που να απορρέει από τη συμμετοχή του στην εταιρεία ΑΕΓΕΚ και ότι παραιτείται από τις πάσης φύσεως μεταξύ τους δικαστικές και εξώδικες αντιδικίες. Πλην όμως τούτο ήταν ψευδές, δεδομένου ότι μόλις την προηγούμενη ημέρα ( 30-8-1999 ) είχε εμφανιστεί αυτός ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Παπαευαγγέλου-Παπακωνσταντίνου και είχε καταθέσει με την πράξη της με αριθ. 4101 τα εις χείρας του ανυπόγραφα ακόμη κείμενα δέκα οκτώ (18 ) εγγράφων, που επρόκειτο να υπογραφούν την επόμενη ημέρα, με τη ρητή δήλωση ότι αυτά δεν εκφράζουν τη βούληση του αλλά θα τα υπογράψει προκειμένου να εισπράξει το ποσό που είχε συμφωνηθεί. Στην εν λόγω συμβολαιογραφική πράξη ο κατηγορούμενος, εκτός των άλλων, δηλώνει και τα εξής : "....Το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών είναι προϊόν κατασκευής των αντισυμβαλλομένων του και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι περιεχόμενες σ' αυτά δηλώσεις του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική του βούληση και στην αλήθεια, αυτές δε οι συμφωνίες που καταγράφονται σ' αυτά και πρόκειται να υπογραφούν και να καταρτισθούν είναι, τις θεωρεί και θα τις θεωρεί παράνομες και άκυρες για πολλούς λόγους... και δηλώνει ότι διατηρεί στο ακέραιο τα δικαιώματα του να αξιώσει...Επίσης, δηλώνει ότι θα χρησιμοποιήσει τα ενδεικνυόμενα μέσα ( αγωγές, μηνύσεις κ.λ.π. ) για οποιοδήποτε λόγο θίγεται ο ίδιος από τους αντισυμβαλλομένους...". Επομένως, οι διαβεβαιώσεις που παρείχε προς τους μηνυτές ο κατηγορούμενος την 31-8-1999 περί του ότι η επίλυση των διαφορών τους και η ανυπαρξία οποιασδήποτε απαίτησης του ήταν πλήρης, οριστική και ανεπιφύλακτη και ότι είχε πλήρως ικανοποιηθεί, ήσαν εν γνώσει του ψευδείς. Στην ενέργεια δε αυτή προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 600.000.000 δραχμών, δεδομένου ότι οι εγκαλούντες, αν γνώριζαν την αλήθεια, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν παραιτείτο των αξιώσεών του, δεν θα προέβαιναν στις ως άνω καταβολές προς αυτόν.
Συνεπώς, το σκοπούμενο εκ μέρους του κατηγορουμένου όφελος από τη λήψη του εν λόγω ποσού ήταν παράνομο, ανεξαρτήτως της πραγματοποιήσεως αυτού. Τούτο δε διότι το εν λόγω όφελος δεν στηριζόταν σε νόμιμη αξίωση αυτού κατά των παθόντων. Πρέπει δε να τονιστεί ότι μέχρι τον ως άνω χρόνο (31-8-1999), όπως βέβαια και μέχρι σήμερα, ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαιωθεί σε καμία αίτηση του παροχής δικαστικής προστασίας με οποιαδήποτε μορφή. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι τέλεση της πιο πάνω πράξης εκ μέρους του κατηγορουμένου έγινε βάσει οργανωμένου σχεδίου και μετά από σχετική προετοιμασία και προπαρασκευαστικές ενέργειες, που υποδηλώνουν σκοπό αυτού για πορισμό εισοδήματος. Επομένως, στην παρούσα περίπτωση συντρέχει και το στοιχείο της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης, εκτός βέβαια του ότι το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.
Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του αναιρεσείοντος, διά την προαναφερομένη αξιόποινη πράξη, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, απέρριψε δε κατ'ουσίαν την έφεση τούτου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και επεκύρωσε αυτό.
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε αυτές, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και με τις οποίες στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπ' όψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, εις δε το προσβαλλόμενο βούλευμα ουδεμία αντίφαση έχει εμφιλοχωρήσει, σαφώς εκτίθεται ότι εκ της πράξεως του αναιρεσείοντος επήλθε ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ευρώ και αιτιολογείται πλήρως το παράνομο του σκοπουμένου περιουσιακού οφέλους, ως αποτελέσματος εξωδίκου συμβιβασμού, προελθόντος εκ της ως άνω, περιγραφομένης στο προσβαλλόμενο βούλευμα, απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ' ΚΠΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ, καθ'ό μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες.
Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να απορριφθή η από 6-10-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1464/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 26 Νοεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 6-10-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ' αριθμό 1464/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεσή του, κατά του με αριθμό 787/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για τα Κακουργήματα) Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος της πράξης της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και αντίστοιχα η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ(386 παρ.1,3 του ΠΚ.), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 στοιχ. β', 308 παρ. 1 εδάφ. β' και γ' και 481 παρ. 1 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ, επιφέρει και η έκδοση βουλεύματος, χωρίς προηγούμενη έγγραφη πρόταση του αρμοδίου Εισαγγελέα, επί της ουσίας της υποθέσεως. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, (στο διατακτικό του οποίου, από πρόδηλη παραδρομή, εσφαλμένα, αναφέρεται ότι προηγήθηκε η καταχώρηση του στο ειδικό βιβλίο από την ημέρα της διάσκεψης), τούτο εκδόθηκε μετά από την έγγραφη πρόταση του αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών Παναγιώτη Γκλεζάκου, η οποία αναπτύχθηκε προφορικά από τον παραστάντα στο Συμβούλιο που το εξέδωσε Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, το ονοματεπώνυμο του οποίου, από προφανή παραδρομή, δεν αναγράφεται στο βούλευμα. Η παράλειψη όμως αυτή δεν επιφέρει ακυρότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος αφού, κατά τα παραπάνω, και εισαγγελική πρόταση υποβλήθηκε και αυτή αναπτύχθηκε προφορικά από τον παραστάντα στο Συμβούλιο Αντεισαγγελέα. Ακόμη, ούτε κακή σύνθεση του Συμβουλίου και εξ αιτίας αυτής ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ, προκλήθηκε από την παραπάνω παραδρομή. Επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ υπαρχής την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν α) ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή β) το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν, συνολικά, το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (αρθρ. 98 ΠΚ), το οποίο συγκροτείται όταν συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις του ίδιου εγκλήματος, ενυπάρχει οπωσδήποτε και το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενός και του αυτού εγκλήματος. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου (ή του δικαστηρίου) της ουσίας, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή, η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα, στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι εγκαλούντες Ε1 και Ε2 ήσαν από πολλών ετών οι κυριότεροι μέτοχοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Κατασκευών και Ναυτιλιακών, Τουριστικών, Γεωργικών και Δασικών Επιχειρήσεων - ΑΕΓΕΚ". Η εν λόγω εταιρεία έχει ως κύριο αντικείμενο την εκτέλεση δημοσίων και ιδιωτικών τεχνικών έργων, είναι δε κάτοχος εργοληπτικού πτυχίου της ανωτάτης τάξεως. Ο κατηγορούμενος Χ1 το έτος 1983 αγόρασε από τον πρώτο των εγκαλούντων το 1/3 των μετοχών της παραπάνω εταιρείας. Το έτος 1993, ενόψει της εισαγωγής των μετοχών της ΑΕΓΕΚ στο Χρηματιστήριο, οι τότε τρεις βασικοί μέτοχοι αυτής (διάδικοι) συμφώνησαν να δεσμεύσουν σε κοινή θεματοφυλακή ένα ποσοστό 32,30% των όλου αριθμού των μετοχών, ο δε κατηγορούμενος συμμετείχε στις δεσμευμένες μετοχές με ποσοστό 7,65% επί του όλου μετοχικού κεφαλαίου. Ο τελευταίος, μετά την εισαγωγή της ΑΕΓΕΚ στο Χρηματιστήριο, προέβη σε πωλήσεις των ελεύθερων μετοχών του και επιπλέον έγινε δεκτό και το αίτημα του να αποδεσμεύσει και τις δεσμευμένες στην κοινή θεματοφυλακή μετοχές του. Έτσι, τον Αύγουστο του 1997 ο αριθμός των δεσμευμένων μετοχών του κατηγορουμένου είχε περιοριστεί στις 500.000, δηλαδή σε ποσοστό 2,50% περίπου, αντί του αρχικού ποσοστού των 7,65%. Ακολούθως, την 28-8-1997 ο κατηγορούμενος με επιστολή του ζήτησε από τους εγκαλούντες να αγοράσουν αυτοί τις ως άνω μετοχές του αντί 500.000.000 δραχμών, υπό τον όρο ότι ο πρώτος διατηρούσε το δικαίωμα να τις επαναγοράσει στην ίδια τιμή. Μετά ταύτα την 1-9-1997 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο κατηγορούμενος μεταβίβασε προς τους εγκαλούντες τις εν λόγω 500.000 μετοχές υπό τον όρο επαναγοράς τους μέχρι την 21-12-1998 στην ίδια τιμή των 1.000 δραχμών, ανεξαρτήτως της χρηματιστηριακής τιμής του χρόνου επαναγοράς, πλέον τόκων προς 15% ετησίως. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος από την 24-12-1997 είχε παραιτηθεί από το διοικητικό συμβούλιο της ΑΕΓΕΚ, στο οποίο κατείχε μέχρι τότε τη θέση του αντιπροέδρου, παρέμειναν δε σ' αυτό ο πρώτος των εγκαλούντων Ε1 ως Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου αυτής και ο δεύτερος τούτων Ε2 ως διευθύνων σύμβουλος. Στη συνέχεια και μέχρι την 16-3-1999 καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων και άλλες συμφωνίες με αντικείμενο τη ρύθμιση των (εξωεταιρικών) σχέσεων τους, που αφορούσαν και την πώληση των προαναφερόμενων μετοχών του τελευταίου. συμφωνητικού, ο κατηγορούμενος άρχισε να προβάλει κατά της ΑΕΓΕΚ και των ήδη εγκαλούντων διάφορες αξιώσεις του. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εγκαλούντων (καθ' ων) την από 4-6-1999 αίτηση του περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας την συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας τους και ισχυριζόμενος ότι ο πρώτος αυτών είχε παραβιάσει τους όρους της εντολής για την πώληση των μετοχών του. Το πιο πάνω Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 22189/6-7-1999 απόφαση του απέρριψε την πιο πάνω αίτηση, αφού πιθανολόγησε ότι ο αιτών (κατηγορούμενος) δεν έχει αξίωση αποζημίωσης κατά των καθ' ων, είτε κατά τις διατάξεις για την εντολή, είτε κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών και ως εκ τούτου αυτός δεν μπορεί να προστατευθεί με τακτικές αγωγές. Επίσης, ο κατηγορούμενος την 15-6-1999 και 22-6-1999 υπέβαλε δύο μηνύσεις κατά των ήδη εγκαλούντων για πράξεις συναφείς προς τα παραπάνω, οι δε σχετικές υποθέσεις περαιώθηκαν με την έκδοση για τους τελευταίους των υπ' αριθ. 5627/2000 και 924/2002 απαλλακτικών βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Μάλιστα με το δεύτερο από τα ως άνω βουλεύματα κρίθηκε ότι η μήνυση του Χ1 ήταν ψευδής και ο τότε μηνυτής καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα. Επιπλέον, με το υπ' αριθ. 1849/2001 βούλευμα του το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των ήδη εγκαλούντων για συκοφαντική δυσφήμηση, μετά από μήνυση που είχε υποβάλει σε βάρος τους ο ήδη κατηγορούμενος Χ1 την 9-4-1998. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια των ως άνω διενέξεων και αντιδικιών μεταξύ των διαδίκων, μετά από συζητήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ τους, τελικά την 31-8-1999 καταρτίστηκε το με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό και παράρτημα αυτού, καθώς και άλλο ιδιωτικό συμφωνητικό, κατά τα οποία ο κατηγορούμενος έλαβε από τον πρώτο των εγκαλούντων το ποσό των 400.000.000 δραχμών από το ταμείο της εταιρείας και το ποσό των 200.000.000 δραχμών από το δεύτερο αυτών ως άτοκο δάνειο. Επίσης, οι ανωτέρω δύο συμβάσεις της 31-8-1999, το παράρτημα αυτών και η καταβολή των 400.000.000 δραχμών συνοδεύθηκαν και από μονομερείς δηλώσεις - ομολογίες του κατηγορουμένου, οι οποίες άλλωστε εμπεριέχονται ως συμβατικές ρυθμίσεις και στις δύο ως άνω συμβάσεις. Στις εν λόγω συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων αναφέρεται ότι το πιο πάνω ποσού των 400.000.000 δραχμών καταβάλλεται στον αντάλλαγμα όλων των μέχρι τότε μεταξύ τους συναλλαγών, καθώς και σε πλήρη ικανοποίηση οποιασδήποτε τυχόν αξίωσης θεωρεί ο ίδιος (Χ1) ότι έχει. Ταυτόχρονα όμως οι διάδικοι στα ίδια έγγραφα επαναλαμβάνουν και επιβεβαιώνουν την πλήρη και οριστική ρύθμιση όλων των μεταξύ τους διαφορών και διενέξεων, δικαστικών και μη, και μάλιστα αναφέρουν συγκεκριμένα και αναλυτικά όλα τα θέματα και υποθέσεις, για τις οποίες ο κατηγορούμενος προβαίνει στις αναγκαίες δηλώσεις, διευκρινήσεις, παραιτήσεις κ.λ.π. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο κατηγορούμενος δηλώνει ότι αναγνωρίζει και συνομολογεί ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση ή αμφισβήτηση εξ εκείνων που έχουν συμπεριληφθεί στις παραιτήσεις, δηλώσεις, αναγνωρίσεις, υποσχέσεις, ομολογίες του, που περιέχονται ή καλύπτονται σε οποιοδήποτε από τα συμφωνητικά. Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι οι διάδικοι, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού του ως άνω ποσού των 400.000.000 δραχμών ως "πρόσθετου ανταλλάγματος" απέβλεψαν με τις ως άνω συμφωνίες τους στην κατάρτιση ενός εξώδικου συμβιβασμού (συμβάσεως), κατά την έννοια του άρθρου 871 ΑΚ, με την οποία ρύθμιζαν συνολικά και οριστικά όλες τις μεταξύ τους έριδες, αβεβαιότητες, διενέξεις και δικαστικούς αγώνες. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι οι εγκαλούντες, ως κύριοι μέτοχοι της ΑΕΓΕΚ, επεδίωκαν κυρίως να παύσει ο κατηγορούμενος, ανεξαρτήτως της βασιμότητας των αξιώσεων του, να προβαίνει σε ενέργειες, οι οποίες ήταν ενδεχόμενο να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη φήμη και τις εργασίες της εταιρείας, ιδίως δε στη χρηματιστηριακή θέση της μετοχής της. Έτσι, ο κατηγορούμενος, κατά την υπογραφή των ως άνω συμφωνητικών και επιστολών, της 31-8-1999, που περιείχαν τις προαναφερόμενες διαβεβαιώσεις και ομολογίες, παρέστησε προς τους μηνυτές ότι δε διατηρούσε καμία απαίτηση εναντίον τους που να απορρέει από τη συμμετοχή του στην εταιρεία ΑΕΓΕΚ και ότι παραιτείται από τις πάσης φύσεως μεταξύ τους δικαστικές και εξώδικες αντιδικίες. Πλην όμως τούτο ήταν ψευδές, δεδομένου ότι μόλις την προηγούμενη ημέρα (30-8-1999) είχε εμφανιστεί αυτός ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Παπαευαγγέλου-Παπακωνσταντίνου και είχε καταθέσει με την πράξη της με αριθ. 4101 τα εις χείρας του ανυπόγραφα ακόμη κείμενα δέκα οκτώ (18) έγγραφα που επρόκειτο να υπογραφούν την επόμενη ημέρα με τη ρητή δήλωση ότι αυτά δεν εκφράζουν τη βούληση του αλλά θα τα υπογράψει προκειμένου να εισπράξει το ποσό που είχε συμφωνηθεί. Στην εν λόγω συμβολαιογραφική πράξη ο κατηγορούμενος, εκτός των άλλων, δηλώνει και τα εξής: " ...Το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών είναι προϊόν κατασκευής των αντισυμβαλλομένων του και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι περιεχόμενες σ' αυτά δηλώσεις του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική του βούληση και στην αλήθεια, αυτές δε οι συμφωνίες που καταγράφονται σ' αυτά και πρόκειται να υπογραφούν και να καταρτισθούν είναι, τις θεωρεί και θα τις θεωρεί παράνομες και άκυρες για πολλούς λόγους... και δηλώνει ότι διατηρεί στο ακέραιο τα δικαιώματα του να αξιώσει... Επίσης, δηλώνει ότι θα χρησιμοποιήσει τα ενδεικνυόμενα μέσα (αγωγές, μηνύσεις κ.λ.π.) για οποιοδήποτε λόγο θίγεται ο ίδιος από τους αντισυμβαλλομένους... ". Επομένως, οι διαβεβαιώσεις που παρείχε προς τους μηνυτές ο κατηγορούμενος την 31-8-1999 περί του ότι η επίλυση των διαφορών τους και η ανυπαρξία οποιασδήποτε απαίτησης του ήταν πλήρης, οριστική και ανεπιφύλακτη και ότι είχε πλήρως ικανοποιηθεί, ήσαν εν γνώσει του ψευδείς. Στην ενέργεια δε αυτή προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 600.000.000 δραχμών, δεδομένου ότι οι εγκαλούντες, αν γνώριζαν την αλήθεια, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν παραιτείτο των αξιώσεων του, δεν θα προέβαιναν στις ως άνω καταβολές προς αυτόν.
Συνεπώς, το σκοπούμενο εκ μέρους του κατηγορουμένου όφελος από τη λήψη του εν λόγω ποσού ήταν παράνομο, ανεξαρτήτως της πραγματοποιήσεως αυτού. Τούτο δε διότι το εν λόγω όφελος δεν στηριζόταν σε νόμιμη αξίωση αυτού κατά των παθόντων. Πρέπει δε να τονιστεί ότι μέχρι τον ως άνω χρόνο (31-8-1999), όπως βέβαια και μέχρι σήμερα, ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαιωθεί σε καμία αίτηση του παροχής δικαστικής προστασίας με οποιαδήποτε μορφή. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι τέλεση της πιο πάνω πράξης εκ μέρους του κατηγορουμένου έγινε βάσει οργανωμένου σχεδίου και μετά από σχετική προετοιμασία και προπαρασκευαστικές ενέργειες, που υποδηλώνουν σκοπό αυτού για πορισμό εισοδήματος. Επομένως, στην παρούσα περίπτωση συντρέχει και το στοιχείο της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης, εκτός βέβαια του ότι το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατ' ακολουθίαν τούτων στην παρούσα περίπτωση ως προς την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της απάτης από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής, η συνδρομή των οποίων επιβάλλει τον ακροαματικό έλεγχο της υποθέσεως. Με τα δεδομένα αυτά το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της απάτης από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η υπ' αριθ. 147/2-4-2007 έφεση του κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 787/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα ύψους 220 ευρώ στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο (αρθρ. 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος και απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του, που άσκησε κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για κακουργήματα) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτιος κακουργηματικής απάτης, με συνολικό όφελος πλέον των 73.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, την, από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98 και 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά που προεκτέθηκαν, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ'αυτά. Επομένως οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β'και δ' του ΚΠΔ αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στο δεύτερο λόγο της αναιρέσεως είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.
Ο αναιρεσείων με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας νόμιμης βάσης και ακόμη με αυτό εσφαλμένα εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 386 του ΠΚ, διότι α) με αυτό έγινε δεκτό ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, για το ότι τέλεσε την πράξη της απάτης και με τις δύο κακουργηματικές της μορφές, δηλαδή αφενός κατ' επάγγελμα και αφετέρου με σκοπό να αποκομίσει περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ενώ με το πρωτοβάθμιο βούλευμα, το οποίο στη συνέχεια επικύρωσε, παραπέμθηκε για να δικασθεί για την πράξη της απάτης, μόνο με τη δεύτερη επιβαρυντική περίσταση, εξ αιτίας δε της αντίφασης αυτής παραβιάστηκε και εκ πλαγίου η ίδια διάταξη β) περιέχει αντιφατικές παραδοχές, αφού με το πρωτόδικο βούλευμα έγινε δεκτό ότι η καταβολή του ποσού των 400.000.000 δραχμών έγινε και από τους δύο μηνυτές, ενώ με το προσβαλλόμενο, με το οποίο επικυρώθηκε το πρωτόδικο, ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε από τον πρώτο γ)δεν περιέχει παραδοχή σχετικά με την βλάβη την οποία υπέστησαν οι μηνυτές, από τις αναφερόμενες σ' αυτό ψευδείς διαβεβαιώσεις του, το ύψος αυτής, το όφελος του, την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του και της ζημίας δ)δεν προσδιορίζεται ειδικά, αν η καταβολή σ' αυτόν από τους μηνυτές του ποσού των 600.000.000 δραχμών έγινε δίχως νόμιμη αιτία ή ως τίμημα που, όπως αυτός ισχυρίζεται, προέρχεται από την εκποίηση των 500.000 μετοχών του, τις οποίες οι εγκαλούντες πούλησαν για λογαριασμό του ε) δεν αιτιολογούνται ειδικότερα οι παραδοχές ότι ο ίδιος ωφελήθηκε και μάλιστα παράνομα κατά το παραπάνω ποσό, αντίστοιχα δε ζημιώθηκε η περιουσία των εγκαλούντων, ενόψει του ότι υπάρχει παραδοχή για το ότι στο ως άνω ποσό των 600.000.000 δραχμών περιλαμβάνεται και εκείνο των 200.000.000 δραχμών, το οποίο είχε δοθεί σ' αυτόν, λόγω ατόκου δανείου, αποδοτέου εντός διετίας από τη λήψη του και ακόμη ότι δολίως απέκρυψε από τους εγκαλούντες τα πραγματικά περιστατικά που προαναφέρθηκαν, τα οποία είχαν ως συνέπεια την παραπλάνηση των εγκαλούντων και τη διάθεση της περιουσίας των και στ) το συμβούλιο, προκειμένου να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων τα ιδιωτικά συμφωνητικά με χρονολογία 31-8-1999, τη με αριθμό 2510/ 2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εκείνα που αναφέρονται στο από 12-6-2007 υπόμνημα του. Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι αβάσιμες για τους παρακάτω, αντίστοιχα, λόγους :1) Εφόσον το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών επικυρώθηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα στο σύνολό του, δίχως σ' αυτό να περιληφθεί άλλη διάταξη, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε για να δικασθεί για την πράξη που περιλαμβάνεται στο διατακτικό του εκκληθέντος βουλεύματος, με την επιβαρυντική περίσταση και μόνο που αναφέρεται σ' αυτό.
Συνεπώς, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προβάλλει την παραπάνω αιτίαση, ανεξαρτήτως του ότι το Συμβούλιο Εφετών είχε τη δυνατότητα να προσθέσει και την άλλη επιβαρυντική περίσταση 2) η παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι "ο κατηγορούμενος έλαβε από τον πρώτο των εγκαλούντων το ποσό των 400.000.000 δραχμών από το ταμείο της εταιρείας" δεν έρχεται σε αντίφαση με εκείνη του επικυρωθέντος βουλεύματος, κατά το οποίο τούτο καταβλήθηκε και από τους δύο εγκαλούντες, αφού με αυτήν εξειδικεύεται μόνο ο τρόπος καταβολής του ποσού από τον πρώτο, δίχως να γίνεται δεκτό ότι ανήκε αποκλειστικά στον ίδιο 3)προσδιορίζονται επαρκώς η βλάβη που υπέστησαν οι μηνυτές, το ύψος αυτής, ανερχόμενο στο ποσό των 600.000.000 δρχ., το αντίστοιχο όφελος του αναιρεσείοντος, οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς αυτού και της ζημίας 4)ειδικά αιτιολογείται η ανυπαρξία της νόμιμης αιτίας για την καταβολή του παραπάνω ποσού, αφού με το βούλευμα γίνεται δεκτό ότι σ' αυτήν προέβησαν οι εγκαλούντες προκειμένου να παύσει ο κατηγορούμενος "να προβαίνει σε ενέργειες, οι οποίες ήταν ενδεχόμενο να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη φήμη και τις εργασίες της εταιρείας, ιδίως δε στη χρηματιστηριακή θέση της μετοχής της" και όχι για να ικανοποιήσουν νόμιμη απαίτηση του 5)αιτιολογείται επαρκώς, η απόκτηση από τον αναιρεσείοντα του παράνομου οφέλους, με την παραδοχή ότι η παραπάνω καταβολή δεν έγινε για την απόσβεση νόμιμης αξίωσης αυτού κατά των παθόντων, διαλαμβάνονται δε στο βούλευμα και ειδικότερα πραγματικά περιστατικά (όπως: την προηγούμενη ημέρα είχε εμφανιστεί ενώπιον της συμβ/φου Β. Παπαευαγγέλου-Παπακωνσταντίνου και είχε καταθέσει τα εις χείρας του ανυπόγραφα ακόμη κείμενα δέκα οκτώ εγγράφων, που επρόκειτο να υπογραφούν την επομένη ημέρα, με τη ρητή δήλωση του ότι αυτά δεν εκφράζουν τη βούληση του αλλά θα τα υπογράψει, προκειμένου να εισπράξει το ποσό που είχε συμφωνηθεί), από τα οποία προκύπτει ο σκοπός του να αποκομίσει το όφελος που προαναφέρθηκε και να ζημιώσει τους μηνυτές και 6) το Συμβούλιο Εφετών βεβαιώνει στο προσβαλλόμενο βούλευμα του, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα, δεν ήταν δε αναγκαίο να προσδιορίζει ειδικότερα καθένα από αυτά και να αξιολογεί το περιεχόμενο του. Τέλος, οι αιτιάσεις που περιέχονται στον παραπάνω (δεύτερο) λόγο της αναιρέσεως και κατά τις οποίες με την επίκληση, κατ' επίφαση, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του Συμβουλίου της ουσίας και επιχειρείται η επανεκτίμηση τους, είναι απαράδεκτες. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του με αριθμό 1464/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κακουργηματική. Απορρίπτονται οι λόγοι για μη ειδική αιτιολογία εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 385 παρ. 1-3 ΠΚ, έλλειψη νόμιμης βάσης και απόλυτη ακυρότητα από τη μη αναφορά του ονοματεπωνύμου του Εισαγγελέα που παραστάθηκε στο Συμβούλιο, η οποία οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 2
|
Αριθμός 1413/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 750/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο το Χ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1069/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 364/07.07.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω υπό τη κρίση του Δικαστηρίου σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 67/2008 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και τον κατηγορούμενο Χ1, κάτοικο ..., για να δικαστεί ως υπαίτιος κατά συναυτουργία με συνολικό όφελος, που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ (βλ. βούλευμα).
ΙΙ. Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος ο κατηγορούμενος Χ1 άσκησε έφεση, όμως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 750/2008 βούλευμα, δέχθηκε μεν τυπικά, αλλά απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα (βλ. 750/2008 βούλευμα).
ΙΙΙ. Το εφετειακό αυτό βούλευμα επιδόθηκε νομοτύπως στον μεν κατηγορούμενο στις 21-5-2008 στον δε αντίκλητο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο στις 22-5-2008 (βλ. αντίστοιχα αποδεικτικά επιδόσεως). Στις 2-6-2008 ημέρα Δευτέρα ο κατηγορούμενος Χ1 εμφανίστηκε στην αρμόδια υπάλληλο του Εφετείου Αθηνών και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του 750/2008 βουλεύματος και έτσι συντάχθηκε η με αριθμό 108/2-6-2008 έκθεση αναίρεσης, στην οποία ως λόγοι αναίρεσης αναφέρονται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 § § 1-β', δ' Κ.Π.Δ.) (βλ. έκθεση). Η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως από διάδικο που είχε το σχετικό δικαίωμα, αφού παραπέμπεται για κακούργημα.
IV. To παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή στην ουσιαστική διάταξη όπου εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η επιβαλλομένη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος, και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ'αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 244/2006, ΑΠ 2253/2002).
V. Στη προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών στηρίζει την παραπεμπτική κρίση καθολοκληρίαν με αναφορά στο σύνολο του περιεχομένου της ενσωματωμένης στο βούλευμα πρότασης του αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών. Σύμφωνα με τη πρόταση αυτή, από τα στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα, σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Τον Οκτώβριο του 2004 ο εκκαλών Ψ ενδιαφερόταν να αγοράσει άδεια επαγγελματικού οχήματος (ταξί) και αυτοκινήτου (ταξί) μάρκας SKODA τύπου OCTAVIA, με έτος κυκλοφορίας 2004. 'Ετσι, απευθύνθηκε σε διάφορες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και στην επιχείρηση της ΑΑ. Εκεί ο μηνυτής συμφώνησε προφορικά τη μεταβίβαση στο όνομά του μιας άδειας ταξί, έναντι 123.000 ευρώ και ενός αυτοκινήτου ταξί, ένεκα 16.000 ευρώ, οπότε η ΑΑ του υπέδειξε να απευθυνθεί στον Χ2, υποδιευθυντής της Τράπεζας EUROBANK, που βρίσκεται στην οδό ..., προκειμένου να διευθετηθεί το θέμα της έκδοσης δανείου για τη χρηματοδότηση - πραγματοποίηση των παραπάνω αγορών. Πράγματι, ο μηνυτής μετέβη στο γραφείο του κατηγορουμένου Χ2, αρμοδίου υπαλλήλου της Τράπεζας για τις εγκρίσεις χρηματοδοτήσεων για τις ως άνω αγορές, οπότε ο τελευταίος τον ενημέρωσε για τους όρους του παραπάνω δανείου και τελικά υπεγράφη η από 4-2-2005 σύμβαση δανείου για το ποσό των 145.000 ευρώ, για τις ως άνω αγορές, ποσό το οποίο ήδη από τα τέλη Φεβρουαρίου 2005 ήταν στη διάθεση του μηνυτή (βλ. υπ'αριθμ. ... σύμβαση δανείου). Δεδομένου δε ότι μεταξύ του μηνυτή και του κατηγορουμένου Χ2 είχαν προηγηθεί πολλές συναντήσεις-συζητήσεις πριν από την έγκριση του ανωτέρω δανείου και ο τελευταίος είχε κερδίσει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη του μηνυτή, την 25-2-05 ο εν λόγω κατηγορούμενος (Χ2), κατόπιν προσυνεννοήσης και συναπόφασης με το συγκατηγορούμενό του Χ1, παρέστησε ψευδώς στο μηνυτή, ότι η πρόταση της ΑΑ για την πώληση της άδειας ταξί που προηγήθηκε δεν ήταν αξιόπιστη και συμφέρουσα για αυτόν και ότι τον συνέφερε να αγοράσει την άδεια και το αυτοκίνητο της προτίμησής του από την επιχείρηση του Χ1, ο οποίος ήταν δήθεν αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας πώλησης αδειών ταξί και αυτοκινήτων ταξί και ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση στην οδό ... στην ... . Ο μηνυτής πείστηκε από τις διαβεβαιώσεις του Χ2, οπότε ο τελευταίος την ίδια ημέρα (25-2-05) κάλεσε στην Τράπεζα EUROBANK (Υπ/μα ...) τον συγκατηγορούμενό του Χ1, ο οποίος και επανέλαβε τους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς στο μηνυτή και ειδικότερα ότι ως έμπορος αυτοκινήτων ταξί, είχε ήδη στην κατοχή του μια άδεια ταξί και ένα αυτοκίνητο ταξί SKODA-OCTAVIA, έτους 2004, τα οποία μπορούσαν να μεταβιβασθούν στο μηνυτή έναντι 145.000 ευρώ. Προκειμένου μάλιστα να γίνουν πειστικοί οι κατηγορούμενοι, ο εξ αυτών Χ1, μετέβη μαζί με το μηνυτή στη ..., σε χώρο πώλησης ταξί και επέδειξε το αυτοκίνητο που επρόκειτο να μεταβιβασθεί. Επιστρέφοντας δε ο μηνυτής και ο Χ1 στο γραφείο του Χ2, δήλωσε (ο μηνυτής), ότι δέχεται να αγοράσει από αυτούς την άδεια και το ταξί που πωλούσε ο Χ1 και μάλιστα έδωσε στο Χ1, παρουσία του Χ2, μια προκαταβολή ποσού 3.500 ευρώ, συντασσομένης προς τούτο έγγραφης απόδειξης παραλαβής του ποσού αυτού από τον Χ1. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι από κοινού υπέδειξαν στο μηνυτή, ότι έπρεπε άμεσα να εξοφλήσει ολόκληρο το τίμημα άδειας και αυτοκινήτου, προκειμένου να ακολουθήσει η μεταβίβαση αυτών. Πεισθείς και στις διαβεβαιώσεις αυτές ο μηνυτής δέχθηκε την 28-2-05 να δώσει στον Χ1, παρουσία και στο γραφείο του Χ2, 138.000 ευρώ, για την παραπάνω αγορά, απομένοντος ενός μικρού υπολοίπου της τάξης των 4.000 ευρώ. Για τον παραπάνω σκοπό ο μηνυτής εξέδωσε τις υπ' αρ. ... και ... επιταγές της EUROBANK, ποσού 125.250 και 13.000 ευρώ αντίστοιχα, τις οποίες και παραέδωσε στο Χ1, ο οποίος συνέταξε και τις αντίστοιχες χειρόγραφες αποδείξεις παραλαβής (βλ. σχ. αποδείξεις, τις πιο πάνω τραπεζικές επιταγές και την από 12-7-05 κατάθεση του ΒΒ). Τελικά, όμως, η παραπάνω μεταβίβαση ουδέποτε έλαβε χώρα, οπότε, περί τα τέλη Μαρτίου 2005, ο μηνυτής συνειδητοποίησε ότι είχε πέσει θέμα εξαπάτησης από τους κατηγορουμένους-εκκαλούντες, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας συνεργαζόταν συστηματικά (βλ. τις από 13-10-05 και 22-10-05 υπεύθυνες δηλώσεις του ΓΓ και της ΔΔ αντίστοιχα και την από 1-2-07 μαρτυρική κατάθεση του ΕΕ). Αποτέλεσμα δε της απατηλής και από κοινού συμπεριφοράς των κατηγορουμένων- επικαλούντων ήταν να αποκομίσουν αυτοί παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 141.500 ευρώ, (που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ), με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του μηνυτή. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία και επιρρίπτουν την ευθύνη ο ένας στον άλλον. Ειδικότερα ο Χ1 παραδέχεται ότι συνεργαζόταν με το Χ2 για την πώληση αδειών ταξί και αυτοκινήτων σε υποψήφιους αγοραστές, αλλά ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ουδέποτε συμφώνησε ή υποσχέθηκε οτιδήποτε στο μηνυτή, αποδεχόμενος ότι αυτός απλώς θέλησε να διευκολύνει το Χ2, εισπράττοντας τις επιταγές του μηνυτή και αποδίδοντας αμέσως τα χρήματα στο Χ2. Όμως, τα στοιχεία της δικογραφίας τον διαψεύδουν, ενώ δεν εξηγεί πειστικά ο κατηγορούμενος αυτός γιατί δέχθηκε να δώσει έγγραφες αποδείξεις παραλαβής χρημάτων στο μηνυτή και να επιδείξει σ'αυτόν συγκεκριμένο αυτοκίνητο - ταξί στη ... . Ο Χ2 ισχυρίζεται ότι και ο ίδιος έπεσε θύμα του συγκατηγορούμενου του Χ1, από τον οποίο αρνείται ότι έλαβε αυτός οποιοδήποτε ποσό. 'Όμως και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου αυτού δεν είναι πειστικός ενόψει όσων ήδη έχουν εκτεθεί για την ουσιαστική και συστηματική συμμετοχή του στην από κοινού με το Χ1 εξαπάτηση του μηνυτή. Τέλος και οι δύο κατηγορούμενοι ισχυρίζονται, ανεπιτυχώς, ότι η υπό κρίση υπόθεση συνιστά απλώς αθέτηση αστικής συμφωνίας και όχι απάτης του ποινικού δικαίου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, οι οποίες έγιναν προς το σκοπό της επίτευξης παρανόμου οφέλους με δόλια παραπλάνηση, όπως την διαγράφει ο νόμος.
Συνεπώς για τη συντέλεση αυτού πρέπει να υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αφενός της απατηλής ενέργειας του δράστη και της απ'αυτήν δημιουργηθείσης πλάνης του παθόντος και αφετέρου της πλάνης αυτής και της ενέργειας στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς, η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση, που ενάγεται αναγκαίως περιουσιακή βλάβη του εαυτού του ή τρίτου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. 'Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής ενπλήρωσης με βάση την εμφανιζομένη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 59/05 Ποιν.Χρ. ΝΕ 887, ΑΠ 610/02 Ποιν.Δικ. 2002, 988, ΑΠ 5/01 Ποιν. Χρ. ΝΑ 591). Περαιτέρω κατά το άρθρο 386 § 3 εδ. β' του Π.Κ., όπως αντικ. με το άρθρο. 14 § 4 του Ν.2721/99, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Τελείται δε μία πράξη απάτης, όταν συνεπεία της άπαξ προκληθείσης πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε διαφορετικούς χρόνους σε περισσότερες επιζήμιες πράξεις (ΑΠ 1203/06 Ποιν. Χρ. ΝΖ 209, ΑΠ 967/06 Ποιν. Χρ. ΝΖ 334). Επίσης οι μετά την εξαπάτηση ψευδής παραστάσεως του δράστη προς διατήρηση του οφέλους που πέτυχε από την αρχική εξαπάτηση δεν συρρέουν αληθώς με την απάτη, εφόσον δεν προκαλείται νέα διαφορετική βλάβη στην περιουσία του θύματος (ΑΠ 965/05 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ 61 επ., ΑΠ 405/04 Ποιν, Χρ. ΝΕ 140). Τέλος από τη διάταξη του άρθρ. 45 Π.Κ., προκύπτει ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται, αντικειμενική σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της κυρίας πράξης, υποκειμενικά δε κοινός δόλος, που σημαίνει, ότι ο καθένας συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται να πραγματώσει με την πράξη του την αντικειμενική υπόσταση του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση προς εκείνη του άλλου για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η συναπόφαση αυτή μπορεί να ληφθεί κατόπιν συμφωνίας που προηγήθηκε της τελέσεως της πράξεως ή και κατά την τέλεση και πράξεως. Η σύπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται, στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι αυτή πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (ΑΠ 757/06 Ποιν. Χρ. ΝΖ 215, ΑΠ 854/06 Ποιν. Χρ. ΝΖ 236). Με βάση τα ανωτέρω νομικά δεδομένα οι κατηγορούμενοι διέπραξαν το έγκλημα της απάτης, από κοινού, σε βαθμό κακουργήματος, αφού οι εν λόγω κατηγορούμενοι είχαν παραστήσει ψευδώς στο μηνυτή, ότι ο Χ1 ήταν αξιόπιστος και φερέγγυος και ότι είχε τη δυνατότητα να μεταβιβάσει σ'αυτόν (μηνυτή) άδεια ως αυτοκίνητο ταξί εντός ευλόγου χρόνου, γεγονότα που ανάγονταν στο παρελθόν και στο παρόν, οι δε υποσχέσεις τους για μελλοντικά γεγονότα συνοδευόταν αναμφισβήτητα με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις που προηγήθηκαν, το δε περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των 141.500 ευρώ. Επειδή από τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απάτης, από κοινού, από την οποία επήλθε ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (άρ. 45, 386 § ι εδ. β'Π.Κ.), προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής προς στήριξη στο ακροατήριο κατηγορίας και πρέπει να απορριφθούν στην ουσία της οι υπό κρίση εφέσεις και να επικυρωθεί το πρωτόδικο βούλευμα. VI. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιον Εφετών δι έλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει , με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις και νομικούς συλλογισμούς με τους οποίας υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικάς διατάξεις που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε. Ειδικώτερα: α) αναφέρονται κατά κατηγορία και είδος τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν και είναι αβάσιμος ο αντίθετος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, β) έγινε δεκτό κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου, ότι πρόκειται περί κακουργηματικής απάτης, αφού το επιτευχθέν όφελος και η αντίστοιχος περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ και όχι γιατί τελέσθηκε " κατ'επάγγελμα", ώστε να απαιτείται ειδική αιτιολογία , όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, γ) στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης, αφού κατά τις παραδοχές του Συμβουλίου οι συμβατικές υποχρεώσεις, συνωδεύοντο ταυτοχρόνως από ψευδείς βεβαιώσεις, που ανάγονται στο παρελθόν και το παρόν, κατά τρόπον ώστε να δημιουργείται η εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τους κατηγορουμένους, που είχαν ήδη λάβει την απόφαση να μη εκπληρώσουν τις παραπάνω συμβατικές υποχρεώσεις τους.
Συνεπώς είναι αβάσιμες oι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Πρέπει συνεπώς η αναίρεση να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω Ι. Να απορριφθεί η με αριθμό 108/2-6-2008 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1, κάτοικο ..., κατά του 750/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 30 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από τα οποία, ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, οι οποίες έγιναν προς τον σκοπό της επιτεύξεως παράνομου οφέλους με δόλια παραπλάνηση, όπως την διαγράφει ο νόμος.
Συνεπώς, για τη συντέλεση αυτού, πρέπει να υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αφ' ενός της απατηλής ενέργειας του δράστη και της πλάνης του παθόντος, που δημιουργήθηκε από αυτήν και αφ' ετέρου της πλάνης αυτής και της ενέργειας στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς, η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση, που επάγεται αναγκαίως περιουσιακή βλάβη του εαυτού του ή τρίτου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα, που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη, που έχει ήδη ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 3 εδ. β' του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 4 του Νόμου 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 €). Τελείται δε μία πράξη απάτης, όταν συνεπεία της πλάνης που προκλήθηκε μία φορά, αυτός που εξαπατήθηκε προβαίνει σε διαφορετικούς χρόνους σε περισσότερες επιζήμιες πράξεις. Επίσης, οι μετά την εξαπάτηση ψευδείς παραστάσεις του δράστη, προς διατήρηση του οφέλους που πέτυχε από την αρχική εξαπάτηση, δεν συρρέουν αληθώς με την απάτη, εφ' όσον δεν προκαλείται νέα, διαφορετική βλάβη, στην περιουσία του θύματος. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 45 του Ποινικού Κώδικα "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικά σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, υποκειμενικά δε κοινός δόλος, που σημαίνει, ότι ο καθένας συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται να πραγματώσει με την πράξη του την αντικειμενική υπόσταση του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράστη προς εκείνη του άλλου για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η συναπόφαση αυτή μπορεί να ληφθεί ύστερα από συμφωνία που προηγήθηκε της τελέσεως της πράξεως ή και κατά την τέλεση της πράξεως. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι αυτή πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ' αυτό, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθ' όσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Πρέπει επίσης να προσδιορίζονται οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή. Είναι επίσης επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ. 1 β' ΚΠΔ) υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση) καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το βούλευμα, το οποίο αναιρεσιβάλλεται, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική και παραδεκτή αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τον Οκτώβριο του 2004, ο εκκαλών Ψ ενδιαφερόταν να αγοράσει άδεια επαγγελματικού οχήματος (ταξί) και αυτοκινήτου (ταξί) μάρκας SCODA τύπου OCTAVIA, με έτος κυκλοφορίας 2004. Έτσι, απευθύνθηκε σε διάφορες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και στην επιχείρηση της ΑΑ. Εκεί ο μηνυτής συμφώνησε προφορικά τη μεταβίβαση στο όνομα του μιας άδειας ταξί, έναντι 123.000 ευρώ και ενός αυτοκινήτου ταξί, έναντι 16.000 ευρώ, οπότε η ΑΑ του υπέδειξε να απευθυνθεί στον Χ2, υποδιευθυντή της Τράπεζας EUROBANK, που βρίσκεται στην οδό ..., προκειμένου να διευθετηθεί το θέμα της έκδοσης δανείου για τη χρηματοδότηση - πραγματοποίηση των παραπάνω αγορών. Πράγματι, ο μηνυτής μετέβη στο γραφείο του κατηγορουμένου Χ2, αρμοδίου υπαλλήλου της Τράπεζας για τις ως άνω αγορές, οπότε ο τελευταίος τον ενημέρωσε για τους όρους του παραπάνω δανείου και τελικά υπεγράφη η από 4.2.2005 σύμβαση δανείου για το ποσό των 145.000 ευρώ, για τις ως άνω αγορές, ποσό το οποίο ήδη από τα τέλη Φεβρουαρίου 2005 ήταν στη διάθεση του μηνυτή. Δεδομένου δε ότι μεταξύ του μηνυτή και του κατηγορουμένου Χ2 είχαν προηγηθεί πολλές συναντήσεις - συζητήσεις πριν από την έγκριση του ανωτέρω δανείου και ο τελευταίος είχε κερδίσει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη του μηνυτή, την 25.2.2005, ο εν λόγω κατηγορούμενος (Χ2), κατόπιν προσυνεννόησης και συναπόφασης με το συγκατηγορούμενό του Χ1, παρέστησε ψευδώς στο μηνυτή ότι η πρόταση της ΑΑ για την πώληση της άδειας ταξί που προηγήθηκε δεν ήταν αξιόπιστη και συμφέρουσα για αυτόν και ότι τον συνέφερε να αγοράσει την άδεια και το αυτοκίνητο της προτίμησης του από την επιχείρηση του Χ1, ο οποίος ήταν δήθεν αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας πώλησης αδειών ταξί και αυτοκινήτων ταξί και ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση στην οδό ... στην ... . Ο μηνυτής πείστηκε από τις διαβεβαιώσεις του Χ2, οπότε ο τελευταίος την ίδια ημέρα (25.2.05) κάλεσε στην Τράπεζα EUROBANK (Υπ/μα ...) τον συγκατηγορούμενό του Χ1, ο οποίος και επανέλαβε τους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς στο μηνυτή και ειδικότερα ότι ως έμπορος αυτοκινήτων ταξί, είχε ήδη στην κατοχή του μια άδεια ταξί και ένα αυτοκίνητο ταξί SCODA - OCTAVIA, έτους 2004, τα οποία μπορούσαν να μεταβιβαστούν στο μηνυτή έναντι 145.000 ευρώ. Προκειμένου μάλιστα να γίνουν πειστικοί οι κατηγορούμενοι, ο εξ αυτών Χ1 μετέβη μαζί με το μηνυτή στη ..., σε χώρο πώλησης ταξί και επέδειξε το αυτοκίνητο, που επρόκειτο να μεταβιβασθεί. Επιστρέφοντας δε ο μηνυτής και ο Χ1 στο γραφείο του Χ2, δήλωσε (ο μηνυτής) ότι δέχεται να αγοράσει από αυτούς την άδεια και το ταξί που πωλούσε ο Χ1 και μάλιστα έδωσε στον Χ1, παρουσία του Χ2 μια προκαταβολή ποσού 3.500 ευρώ, συντασσόμενης προς τούτο έγγραφης απόδειξης παραλαβής του ποσού αυτού από τον Χ1. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι από κοινού υπέδειξαν στο μηνυτή ότι έπρεπε άμεσα να εξοφλήσει ολόκληρο το τίμημα άδειας και αυτοκινήτου, προκειμένου να ακολουθήσει η μεταβίβαση αυτών. Πεισθείς και στις διαβεβαιώσεις αυτές, ο μηνυτής δέχθηκε την 28.2.05 να δώσει στον Χ1, παρουσία και στο γραφείο του Χ2, 138.000 ευρώ, για την παραπάνω αγορά, απομένοντος ενός μικρού υπολοίπου της τάξης των 4.000 ευρώ. Για τον παραπάνω σκοπό ο μηνυτής εξέδωσε τις υπ' αρ. ... και ... επιταγές της EUROBANK, ποσού 125.250 και 13.000 ευρώ αντίστοιχα, τις οποίες και παρέδωσε στο Χ1, ο οποίος συνέταξε και τις αντίστοιχες χειρόγραφες αποδείξεις παραλαβής (βλ. σχ. αποδείξεις, τις πιο πάνω τραπεζικές επιταγές και την από 12.7.05 κατάθεση του ΒΒ). Τελικά, όμως, η παραπάνω μεταβίβαση ουδέποτε έλαβε χώρα, οπότε, περί τα τέλη Μαρτίου 2005, ο μηνυτής συνειδητοποίησε ότι είχε πέσει θύμα εξαπάτησης από τους κατηγορουμένους - εκκαλούντες, οι οποίοι όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας συνεργάζονταν συστηματικά (βλ. τις από 13.10.05 και 22.10.05 υπεύθυνες δηλώσεις του ΓΓ και της ΔΔ αντίστοιχα και την από 1.2.07 μαρτυρική κατάθεση του ΕΕ). Αποτέλεσμα δε της απατηλής και από κοινού συμπεριφοράς των κατηγορουμένων - εκκαλούντων ήταν να αποκομίσουν αυτοί παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 141.500 ευρώ (που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ), με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του μηνυτή. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία και επιρρίπτουν την ευθύνη ο ένας στον άλλον. Ειδικότερα ο Χ1 παραδέχεται ότι συνεργαζόταν με το Χ2 για την πώληση αδειών ταξί και αυτοκινήτων σε υποψήφιους αγοραστές, αλλά ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ουδέποτε συμφώνησε ή υποσχέθηκε οτιδήποτε στο μηνυτή, αποδεχόμενος ότι αυτός απλώς θέλησε να διευκολύνει το Χ2, εισπράττοντας τις επιταγές του μηνυτή και αποδίδοντας αμέσως τα χρήματα στο Χ2. Όμως, τα στοιχεία της δικογραφίας τον διαψεύδουν, ενώ δεν εξηγεί πειστικά ο κατηγορούμενος αυτός γιατί δέχθηκε να δώσει έγγραφες αποδείξεις παραλαβής χρημάτων στο μηνυτή και να επιδείξει σ' αυτόν συγκεκριμένο αυτοκίνητο - ταξί στη ... . Ο Χ2 ισχυρίζεται ότι και ο ίδιος έπεσε θύμα του συγκατηγορουμένου του, Χ1, από τον οποίο αρνείται ότι έλαβε αυτός οποιοδήποτε ποσό. Όμως και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου αυτού δεν είναι πειστικός ενόψει όσων ήδη έχουν εκτεθεί για την ουσιαστική και συστηματική συμμετοχή του στην από κοινού με το Χ1 εξαπάτηση του μηνυτή". Στη συνέχεια, το Συμβούλιο Εφετών, αφού προέβη σε ανάλυση και ερμηνεία του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 εδ. β' του Ποινικού Κώδικα, δέχεται τα ακόλουθα: "Με βάση τα ανωτέρω νομικά δεδομένα οι κατηγορούμενοι διέπραξαν το έγκλημα της απάτης από κοινού, σε βαθμό κακουργήματος, αφού οι εν λόγω κατηγορούμενοι είχαν παραστήσει ψευδώς στο μηνυτή ότι ο Χ1 ήταν αξιόπιστος και φερέγγυος και ότι είχε τη δυνατότητα να μεταβιβάσει σ' αυτόν (μηνυτή) άδεια και αυτοκίνητο ταξί εντός ευλόγου χρόνου, γεγονότα που ανάγονταν στο παρελθόν και στο παρόν, οι δε υποσχέσεις τους για μελλοντικά γεγονότα συνοδεύοντα αναμφισβήτητα με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις που προηγήθηκαν, το δε περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των 141.500 ευρώ. Επειδή, από τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απάτης από κοινού, από την οποία επήλθε ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 45, 386 παρ. 1 εδ. β Π.Κ.), προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής προς στήριξη στο ακροατήριο κατηγορίας και πρέπει να απορριφθούν στην ουσία τους οι υπό κρίση εφέσεις και να επικυρωθεί το πρωτόδικο βούλευμα". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του| την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής απάτης, για την οποία ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε να δικασθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες το Συμβούλιο Εφετών ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα ρητώς αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων παραπέμπεται για την πράξη της κακουργηματικής απάτης, διότι το όφελος που επιτεύχθηκε και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ και όχι διότι τελέσθηκε κατ' επάγγελμα, ώστε να απαιτείται ειδική αιτιολογία, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Τέλος, ρητώς αναφέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης, αφού, κατά τις παραδοχές του, οι συμβατικές υποχρεώσεις συνοδεύονταν ταυτοχρόνως από ψευδείς βεβαιώσεις, που ανάγονται στο παρελθόν και στο παρόν, κατά τρόπον ώστε να δημιουργείται η εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τους κατηγορουμένους, που είχαν ήδη λάβει την απόφαση να μην εκπληρώσουν τις παραπάνω συμβατικές υποχρεώσεις τους. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αρκούσε η κατά το είδος τους αναφορά των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών για τον σχηματισμό της παραπεμπτικής κρίσεως του και δεν ήταν αναγκαία η αναλυτική παράθεση τους και η μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά και για τον λόγο αυτό είναι αβάσιμες οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος.
ΕΠΕΙΔΗ, ενόψει αυτών, είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως και στο σύνολο της αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 108/2.6.2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του 750/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για απάτη κατά συναυτουργία με συνολικό όφελος και συνολική αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Συναυτουργία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1416/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης X, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1391/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 141/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 128/6.4.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Το συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθμ. 1391/2008 βούλευμά του, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την υπ'αριθ. 44/2008 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, κατά του υπ'αριθμ. 690/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης - το οποίο είχε αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο - παρέπεμψε άνω κατηγορουμένη X στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α' βαθμού για να δικαστεί ως υπαίτια τελέσεως απόπειρας απάτης στο δικαστήριο σε βαθμό κακουργήματος και συγκεκριμένα του ότι: "Στη ... στις 30-5-2003, με σκοπό ν' αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, επεχείρησε να βλάψει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η ζημία δε που απειλήθηκε σε βάρος του μηνυτή - παθόντος, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, την ως άνω παράνομη πράξη της όμως, δεν την ολοκλήρωσε- όχι από δική της θέληση, αλλά, από αίτια εξωτερικά. Πιο συγκεκριμένα ο πατέρας του εγκαλούντος, ΑΑ, άσκησε εναντίον της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 2/6/1988, αγωγή αναγνωριστική κυριότητας, ζητώντας ν' αναγνωριστεί κύριος ενός αγρού εκτάσεως 1.741,92 τμ, που βρίσκεται στο Δήμο ... . Επί της αγωγής του εκδόθηκε η υπ' αριθ. 211/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία την απέρριψε. 0 πατέρας του εγκαλούντος άσκησε την από 2/7/1999 έφεση του, όμως πριν αυτή να συζητηθεί απεβίωσε και τη δίκη συνέχισαν οι κληρονόμοι του, ήτοι ο εγκαλών, ο ΒΒ, ο ΓΓ και η ΔΔ. Κατά την εκδίκαση της έφεσης, στις 30-5-2003, με τις από 11-9-2002 προτάσεις της αναπόσπαστο μέρος των οποίων αποτέλεσαν οι από 18-1-1989 και 24-4-1996 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παρέστησε ψευδώς στο Δικαστήριο ότι έχει αποκτήσει τη νομή του επίδικου ακινήτου νεμόμενη αυτό από το έτος 1964. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού της αυτού επικαλέστηκε και προσκόμισε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου, με αναγραφόμενη ημερομηνία κατάρτισης την 8-4-1964, ώστε να πείσει το Δικαστήριο ότι από την ημερομηνία εκείνη νεμόταν το ακίνητο, προκειμένου ν' απορριφθεί η έφεση των αντιδίκων της και να επικυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση, που απέρριπτε την αγωγή δεχόμενη την ένσταση ιδίας κυριότητας που είχε προβάλει. Πλην όμως το εν λόγω έγγραφο είχε συνταχθεί μεταγενέστερα και είχε προχρονολογηθεί από την ίδια και τον αντισυμβαλλόμενο της και αυτή ενώ γνώριζε το γεγονός αυτό, επιχείρησε να πείσει το Δικαστήριο για το αντίθετο, ώστε ν' αναγνωριστεί κυρία του επίδικου ακινήτου, ως νεμόμενη αυτό από το έτος 1964. Σκοπός της δε ήταν ν' αποκτήσει παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με την αξία του παραπάνω ακινήτου, δηλαδή ποσού 2.515.559 ευρώ, βλάπτοντος ισόποσα την περιουσία των κληρονόμων του ΑΑ. Πλην όμως η πράξη της αυτή δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική της βούληση, αλλά από εξωτερικά αίτια, αφού το Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν πείσθηκε από τους ισχυρισμούς της και εξέδωσε την υπ'αριθ. 2557/2003 απόφαση του με την οποία, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ως κύριο του επιδίκου τον ΑΑ, απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας που είχε προβάλει (κατηγορουμένη), μη δεχόμενο ότι είχε τη νομή του επίδικου από το έτος 1964".
Το άνω βούλευμα επιδόθηκε στην κατηγορουμένη στις 9-1-2009 στα χέρια της (βλ. το από 9-1-2009 αποδεικτικό του επιμελητή ...) και κατ'αυτού άσκησε η ίδια στις 19-1-2009, ημέρα Δευτέρα, ενώπιον του γραμματέα του Τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης την υπ'αριθμ. 2/2009 έκθεση αναίρεσης, προβάλλουσα ως λόγους (αναίρεσης).
α) 'Ελλειψη αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα και δη διότι δεν αναφέρει ότι έλαβε υπόψη την ανωμοτί εξέταση του πολιτικώς ενάγοντα και το απολογητικό της (=αναιρεσείουσας) υπόμνημα (στο οποίο -κατ'αυτήν- περιέχεται και η ένσταση δεδικασμένου-) και όλα τα αναφερόμενα έγγραφα - μεταξύ των οποίων και το εκλογικό του βιβλιάριο.
β) έλλειψη γνώσης του από 13-10-2008 υπομνήματος του πολιτικώς ενάγοντος.
γ) παραβίαση δεδικασμένου, καθότι επί ομοίου περιεχομένου μηνύσεως του πατρός του μηνυτού ΑΑ εις βάρος του για απάτη και απάτη επί δικαστηρίου σχετικά με το από 8-4-1964 ιδιωτικό συμφωνητικό, έχει εκδοθεί το με αριθμό 1760/1985 βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης (βρίσκεται στην δικογραφία), το οποίο απεφάνθη να μη γίνει σε βάρος του κατηγορία, το οποίο κατέστη αμετάκλητο.
δ) διότι στο διατακτικό δεν αναγράφεται το άρθρο του Ποινικού Νόμου που φέρεται ότι έχει παραβιάσει και βάσει του οποίου παραπέμπεται.
ε) διότι - σε σχέση με την σύνθεση του συμβουλίου - ενώ την υπ'αριθμ. 1107/2008 πρόταση υπέβαλε ο Αντεισαγγελέας Εφετών Ευάγγελος Ζάχαρης, παρέστη στο συμβούλιο, ο άλλος Εισαγελέας και δη ο Αχιλλέας Ζήσης.
στ) διότι δέχθηκε - εκτίμησε αυθαίρετα το από 8-4-1984 ιδιωτικό συμφωνητικό σε σχέση με τον χρόνο συντάξεώς του.
ΙΙ) Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα - το οποίο υπόκειται σε αναίρεση κατά το άρθρο 482 ΚΠΔ - με αποκλειστικά δικές του σκέψεις δέχθηκε ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση από τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε η ανάκριση και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, σε συνδυασμό με τα έγγραφα της δικογραφίας, καθώς και την απολογία της κατηγορουμένης προέκυψαν τα ακόλουθα: ο ΑΑ, πατέρας του εκκαλούντος Ψ, άσκησε κατά της κατηγορουμένης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 2-6-1988, υπ' αριθμ. 156213-7-1988 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος ενός ακινήτου, εμβαδού 1.741,92 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής του Δήμου ... . Η κατηγορούμενη και τότε εναγομένη αμυνόμενη κατά της άνω αγωγής, πρόβαλε μεταξύ άλλων και τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητας, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι, απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενη αυτό από το έτος 1964, όταν το αγόρασε άτυπα, με το από 8-6-1964 ιδιωτικό συμφωνητικό από τον ΕΕ ο οποίος το νεμόταν με διάνοια κυρίου από το έτος 1945 συνεχώς- ύστερα από άτυπη δωρεά που του έγινε το έτος αυτό από τη χήρα του ΣΤ. Ο ισχυρισμός της αυτός κρίθηκε βάσιμος από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθμ. 211/1997 απόφαση του απέρριψε την εναντίον της αγωγή του ΑΑ. 0 τελευταίος άσκησε κατά της άνω απόφασης την από 2-7-1999 έφεση του. Όμως πριν από την πρώτη συζήτηση της (μετά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2993/2002 απόφαση που διέταξε αποδείξεις σχετικά με την εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης) και συγκεκριμένα στις 9-4-2001 απεβίωσε ο εκκαλών ΑΑ και για το λόγο αυτό τη δίκη συνέχισαν οι κληρονόμοι του, δηλαδή ο εγκαλών Ψ και τα αδέλφια του ΒΒ και ΓΓ. Κατά την προφορική συζήτηση της άνω έφεσης στο ακροατήριο του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έγινε στις 30-5-2003, η κατηγορουμένη προσκόμισε εκ νέου το από 8-4-1964 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο είχε επικαλεσθεί με τις από 18-1-1989 και 24-4-1996 προτάσεις της (πρώτης και δεύτερης συζήτησης αντίστοιχα) ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προς απόδειξη του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού της περί ιδίας κυριότητας, στις οποίες (προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) και αναφέρθηκε επί λέξει, με τις από 11-9-2002 και 26-5-2003 προτάσεις, που κατέθεσε για τη συζήτηση της έφεσης. Στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό αναφέρεται συγκεκριμένα ότι "Σήμερον την 8ην του μηνός Απριλίου του έτους χίλια εννιακόσια εξήντα τέσσερα ο κάτωθι υπογεγραμμένος ΕΕ του υπ' αριθμ. Δ.Α.Τ Ε ... , εκδοθέν την 19-11-1962 παρά του Θ.Α.Τ Θεσ/νίκης, επώλησα οικειοθελώς και απαραβιάστως έναν αγρόν, εις θέσιν ... παραχωρώ, μεταβιβάζω και παραδίδω τον περιγραφόμενον αγρόν εις την X, κάτοικο ..., ..., Δ.Α.Τ. ... παρά του Β.Α.Τ θεσ/νίκης ελεύθερον παντός εν γένει βάρους ...". Όμως, από τη φωτοτυπία του αναφερόμενου στο ιδιωτικό συμφωνητικό υπ' αριθμ. ... Δελτίου Ταυτότητας της κατηγορουμένης, που η ίδια προσκόμισε, προκύπτει ότι, αυτό έχει εκδοθεί την 30-9-1964, που σημαίνει ότι, κατ' εκείνη την ημερομηνία, δηλαδή στις 30-9-1964 υπέβαλε αυτή (κατηγορουμένη) αίτηση στο Β' Αστυνομικό Τμήμα Θεσσαλονίκης για να εκδοθεί το εν λόγω Δελτίο Ταυτότητας, το οποίο εν συνεχεία επικυρώθηκε στις 6-10-1964. Επομένως η τελευταία στις 8-4-1964 δεν ήταν ακόμη κάτοχος του συγκεκριμένου δελτίου ταυτότητας, αφού ούτε καν αίτηση δεν είχε υποβάλλει για την έκδοση του και άρα δεν ήταν κάτοχος ούτε προσωρινού δελτίου ταυτότητας με αυτόν το αριθμό και συνεπώς ο ισχυρισμός της ότι είχε υποβάλλει αίτηση από το έτος 1963 και καθυστέρησε η έκδοση του δελτίου ταυτότητας είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, σε μια τέτοια περίπτωση ως χρόνος εκδόσεως της άνω ταυτότητας θα έπρεπε να αναφέρεται κάποια ημερομηνία του έτους 1963, εφόσον, όπως είναι γνωστό ως ημερομηνία εκδόσεως των δελτίων ταυτότητας αναγράφεται σ' αυτά ο χρόνος υποβολής της σχετικής αίτησης για την έκδοση τους. Επομένως το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, που αναφέρεται και στο μετέπειτα συνταχθέν υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Τσώνου, με το οποίο ο δικαιοπάροχος της κατηγορουμένης ΕΕ, μεταβίβασε σ' αυτήν την κυριότητα του ως άνω ακινήτου, αξίας 2.515.559 ευρώ, όπως και η ίδια δεν αμφισβητεί, δεν συντάχθηκε την ημερομηνία που αναφέρεται και είναι προφανώς προχρονολογημένο. Όμοια κρίση ως προς το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό σχημάτισε και το Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθμ. 2557/2003 απόφαση του, αφού δέχθηκε την έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη και εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 211/1997 απόφαση, δέχθηκε ακολούθως την αγωγή και αναγνώρισε τον δικαιοπάροχο του εγκαλούντος (αρχικό ενάγοντα) κύριο του πιο πάνω ακινήτου. Η απόφαση αυτή είναι ήδη αμετάκλητη, καθώς η κατηγορουμένη παραιτήθηκε από την από 20-11-2003 υπ' αριθμ. 355/20-11-2003 αίτηση αναιρέσεως που άσκησε κατ' αυτής (βλ. τα υπ' αριθμ. 126/2006 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Αρείου Πάγου). Η παραπάνω κρίση του Συμβουλίου αυτού δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, η κατηγορουμένη προσήλθε και ψήφισε στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964 (καθώς και στις επόμενες της 5ης Ιουλίου 1964) με το εκδοθέν την 11-3-1963 εκλογικό της βιβλιάριο, καθώς η αναγραφή σ' αυτό, στην επάνω αριστερή γωνία της πρώτης σελίδας, του αριθμού του πιο πάνω δελτίου ταυτότητας της και μάλιστα λανθασμένα (... αντί του ορθού ...) είναι εμφανές ότι έγινε σε χρόνο διάφορο εκείνου της εκδόσεως του εκλογικού της βιβλιαρίου και από άγνωστο πρόσωπο, καθώς δεν συμπεριλαμβανόταν η αναγραφή του αριθμού δελτίου ταυτότητας στα τυπικά και αναγκαία στοιχεία του εκλογικού βιβλιαρίου. Προκύπτει συνεπώς από όσα πιο πάνω αναφέρονται ότι, η κατηγορούμενη επιχείρησε να παραπλανήσει το Εφετείο Θεσσαλονίκης και να εκδώσει αυτό δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου της δικαστική απόφαση, προβάλλοντας τον ψευδή πραγματικό ισχυρισμό, ότι απέκτησε τη νομή του ακινήτου από την 8-4-1964 και προσκομίζοντας ταυτόχρονα προς υποστήριξη του εν γνώσει της ψευδές αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα το πιο πάνω προχρονολογημένο ιδιωτικό συμφωνητικό, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με την αξία του προαναφερόμενου ακινήτου, δηλαδή ποσού 2.515.559 ευρώ, βλάπτοντας ισόποσα την περιουσία των κληρονόμων του αρχικού αντιδίκου της ΑΑ, πλην όμως η πράξη της αυτή δεν ολοκληρώθηκε γιατί το Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν πείσθηκε από τους ισχυρισμούς της. Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, το Συμβούλιο οδηγείται στην κρίση ότι στην παρούσα υπόθεση, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής της κατηγορουμένης για την πράξη που της αποδίδεται, οι οποίες δικαιολογούν κατά νόμον την παραπομπή της στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο που με το προσβαλλόμενο βούλευμα του αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία εναντίον της, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα παραπονείται ο εκκαλών με την ένδικη έφεση του. Επομένως πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και στην συνέχεια να παραπεμφθεί η παραπάνω κατηγορούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ1ε, 317 παρ. 1α , 318, 111 παρ.1, 119 παρ.1, 122 και 128 ΚΠΔ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α' βαθμού, προκειμένου να δικασθεί για την πράξη της απόπειρας απάτης επί Δικαστηρίου, με επιδιωκόμενο όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από τις διατάξεις των άρθρων 1, 5, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 2, 42, 52, 60, 79, 386 παρ. 1 και 3β ΠΚ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό του".
Να σημειωθεί εδώ ότι το κρίσιμο αποδεικτικό μέσο, ήτοι το από 8-4-64 ιδιωτικό συμφωνητικό, είναι γνήσιο μεν πλην ψευδές, κατά το χρόνο συντάξεώς του, αφού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα το περιεχόμενό του κατά τον χρόνο που φέρεται ότι συντάχθηκε- με το οποίο η αναιρεσείουσα υποστήριξε την αίτησή της.
ΙΙΙ) Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει και δη ανενδοιάστως, έλαβε υπόψη του, εκτίμησε δηλ. όλα τα υπάρχοντα νόμιμα αποδεικτικά μέσα. 'Ετσι εάν προκύπτει ότι δεν έλαβε υπόψη την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος δεν έχει την απαιτουμένη στο σημείο αυτό ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία -βλ. ΑΠ 1549/2001, ΑΠ 91/2002, ΑΠ 50/99, ΑΠ 160/2004 κ.ά.
Σε σχέση με απάτη στο δικαστήριο - όπως επίσης, αντίστοιχα, σε συμβολαιογράφο που συντάσσει πωλητήριο συμβόλαιο προς τινα από το οποίο επέρχεται περιουσιακή βλάβη σε βάρος του αληθούς ιδιοκτήτη, ο οποίος δεν αποξενούται της κυριότητάς του βλ. ΑΠ 411/2007 ΠΧρ 2008 σελ. 62, ΑΠ 1660/85 ΠΧρ ΛΣΤ 334, ΑΠ 520/98 ΠΧρ ΜΗ 1101, ΑΠ 2/84 ΠΧρ ΛΔ 683 κ.ά - που έχει ως αντικείμενο ακίνητο, η βλάβη του κυρίου του ακινήτου συνίσταται είτε στη μείωση της αντικειμενικής αγοραίας αξίας του ακινήτου από την αμφισβήτηση της κυριότητάς του είτε και σε κάθε δαπάνη για την δικαστική αναγνώριση της εν λόγω κυριότητας εξ αιτίας ακριβώς αυτής της αμφισβήτησης βλ. μόνο ΑΠ 1370/92 - Υπεράσπιση 1993 σελ. 88- απαιτείται όμως να διευκρινίζεται τι από τα δύο συμβαίνει πρβλ. ΑΠ 10/91 ΠΧρ ΛΑ 811.
Επομένως το παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την άνω βλάβη, διότι άλλως δεν έχει νόμιμη βάση στην οποία να στηρίζεται η ορθή εφαρμογή του άρθρου περί απάτης (πρβλ. ΑΠ 9/2001 Ολ. 2/2000 Ολ, ΑΠ 276/2007 κ.ά.), πράγμα που εξετάζεται και αυτεπάγγελτα - 484 παρ. 2 ΚΠΔ.
Περιττόν είναι να σημειώσουμε ότι χωρίς περιουσιακή βλάβη δεν στοιχειοθετείται απάτη βλ. και ΑΠ 752/75, ΑΠ 120/90, ΑΠ 1370/92, ΑΠ 1924/97 κ.α, επί δε απόπειρας ότι θα είχαμε βλάβη βλ. ΑΠ 2008/2007, ΑΠ 1431/97 κ.ά.- Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 εδ. τελ. ΚΠΔ - "Αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή των εγγράφων στον Εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του συμβουλίου, αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπόλοιπους διαδίκους ή τους αντικλήτους σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρ. 309 ΚΠοινΔ, που εφαρμόζεται αναλόγως, για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους σε εύλογη προθεσμία, που την καθορίζει το ίδιο".
Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία εφαρμόζεται κατά το άρθρο 316 παρ. 2 ΚΠΔ και στη διαδικασία του συμβουλίου Εφετών, επάγεται απόλυτη ακυρότητα για τον κατηγορούμενο κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ ιδίου Κώδικα, διότι τον αποστερεί από υπερασπιστικό δικαίωμα που του παρέχεται από το νόμο, και ιδρύει λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχείο α ΚΠΔ (βλ. και ΑΠ 865/2007, ΑΠ 2008/2004, ΑΠ 662/2001 κ.ά.).
Όμως η άνω διάταξη προϋποθέτει ότι πρόκειται για έγγραφα, ήτοι αποδεικτικά μέσα, τέτοιο όμως αποδεικτικό μέσο δεν αποτελούν τα υπομνήματα των διαδίκων αφού αυτά περιέχουν απλά επιχειρήματα αυτών σε σχέση με αποδεικτικά μέσα, ισχυρισμούς κλπ -βλ. ΑΠ 1128/85, ΑΠ 1507/96, ΑΠ 2/82 κ.α, ήτοι στερούνται αποδεικτικής δυνάμεως βλ. και ΑΠ 896/2001, ΑΠ 100/2004 στο τέλος. Σε κάθε περίπτωση είναι έγγραφο.
Εξ άλλου θα πρέπει το σχετικό έγγραφο να αναφέρεται ρητά στο αναιρετήριο και να περιγράφεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ότι άσκησε ουσιώδη επιρροή στην κρίση του συμβουλίου - βλ. ΑΠ 1128/85 ΠΧρ ΛΣΤ 155. πρβλ. ΑΠ 570/2006.
Επειδή ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου για να απαντήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα το συμβούλιο πρέπει να είναι ορισμένος και να προσδιορίζονται τα στοιχεία αυτού κατά τρόπον σαφή -βλ. ΑΠ 350/95, ΑΠ 1622/2001, ΑΠ 1737/2000, ΑΠ 1880/2003, ΑΠ 2262/2002 κ.ά.
Επειδή ο λόγος αναιρέσεως περί μη αναγραφής στο παραπεμπτικό βούλευμα του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, που υπήρχε στο εδάφιο δ της παρ. 1 του άρθρου 484 ΚΠΔ καταργήθηκε ήδη με το άρθρο 42 παρ. 1 ν. 3160/2003.
Η περί τα πράγματα και την εκτίμηση των αποδείξεων ουσιαστική κρίση του συμβουλίου δεν αποτελεί λόγον αναιρέσεως - βλ. ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1165/2003, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001, ΑΠ 298/2004 κ.ά. - αφού ο 'Αρειος Πάγος δεν αποτελεί ουσιαστικό δικαστήριο.
Κρίση περί πράγματος αποτελεί και η εκτίμηση εγγράφων (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. β σελ. 196- σημ. 3, Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία, τομ γ (1977) 289 σημ. 39)- εκτός εάν αυτό είναι απαραίτητο για την εκτίμηση του προβαλλομένου λόγου.
Επειδή από τη λεγόμενη αρχή του αδιαίρετου της Εισαγγελικής αρχής - που προκύπτει από το άρθρο 24 του ν. 1756/88 - σαφώς προκύπτει ότι άλλο πρόσωπο μπορεί να συντάξει την έγγραφη πρόταση και άλλος να την αναπτύξει προφορικά - βλ. ΑΠ 6/2004, Κονταξή ΚΠΔ (2006) 406 με παραπομπές - ΑΠ 949/80 κ.ά.- χωρίς να παρίσταται ανάγκη αναφοράς του κωλύματος του πρώτου (βλ. ΑΠ 1179/89, ΑΠ 1201/83, ΑΠ 634/96 κ.ά).
Ενόψει των ανωτέρω ο λόγος αναίρεσης σε σχέση με τη λήψη της ανώμοτης κατάθεσης της 7-9-2007 (βλ. αυτή) ενώπιον της Α' ανακρίτριας Θεσσαλονίκης του πολιτικώς ενάγοντος υπάρχει αμφιβολία εάν όντως ελήφθη υπόψη αφού ρητά γίνεται μνεία ότι έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων"- αφετέρου ούτε από το περιεχόμενο του σκεπτικού προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη αφού καμία αναφορά δεν γίνεται σ'αυτή.
Επίσης ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό γίνεται μνεία περί της βλάβης του ιδιοκτήτη και σε τι συνίσταται αυτή.
'Ετσι για τους άνω λόγους πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα οι δε άλλοι λόγοι αναίρεσης είναι είτε απαράδεκτοι είτε αβάσιμοι.
Το σκέλος πρώτου λόγου περί μη λήψεως του υπομνήματος της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος αφού σε κάθε περίπτωση το υπόμνημα αυτό είναι έγγραφο, το δε συμβούλιο ρητά αναφέρει ότι έλαβε υπόψη "τα έγγραφα της δικογραφίας". Εξ άλλου στο σχετικό λόγο αναίρεσης δεν αναφέρεται ότι με το υπόμνημα υπεβλήθησαν συγχρόνως και νέα έγγραφα και ποιά συγκεκριμένα τα οποία δεν υπήρχαν στη δικογραφία και τα οποία να μην έλαβε υπόψη το συμβούλιο, η δε περιεχόμενη σ'αυτό ένσταση περί δεδικασμένου ήταν αόριστη, σε κάθε δε περίπτωση (μετά από επισκόπηση του αναφερομένου 1760/85 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης) και αβάσιμη, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα πράξης. Να σημειωθεί ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων, εάν δεν συντρέχουν τα στοιχεία του άρθρου 57 ΚΠοινΔ, εκτιμώνται ελεύθερα - πρβλ ΑΠ 278/2007, ΑΠ 1208/2007 κ.ά.
Ρητά δε τέλος γίνεται μνεία και του εκλογικού βιβλιαρίου.
Ο δεύτερος λόγος είναι αβάσιμος αφού το υπόμνημα καθ'εαυτό δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 309 παρ. 2 εδ. τελ. ΚΠΔ.
Ο τρίτος λόγος είναι και απαράδεκτος και αβάσιμος - όπως ελέχθη - αφού άλλωστε το Εφετείο δεν απεφάνθη μετά από έφεση της αναιρεσείουσας.
Ο τέταρτος λόγος είναι και απαράδεκτος και αβάσιμος αφού δεν συνιστά τέτοιο λόγο, αλλ'όμως σε κάθε περίπτωση το σχετικό άρθρο περιλαμβάνεται στο αιτιολογικό.
Ο πέμπτος λόγος είναι αβάσιμος, αφού η φερόμενη "αιτίαση" δεν συνιστά ακυρότητα.
Ο έκτος λόγος είναι απαράδεκτος αφού ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως γίνει τυπικά δεκτή και εν μέρει στην ουσία της βάσιμη η υπ'αριθμ. 2/2009 αίτηση αναίρεσης της X, κατά του υπ' αριθμ. 1391/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, να αναιρεθεί τούτο και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό συμβούλιο με άλλη σύνθεση.
Αθήνα 6 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κονταξής
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν στο βούλευμα δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία έγινε η συναγωγή των περιστατικών αυτών και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση, των αποδεικτικών μέσων αρκεί μεν η γενική κατά το είδος τους αναφορά τούτων, χωρίς ανάγκη ιδιαίτερης μνείας καθενός σε συνδυασμό με το τι προέκυψε από καθένα από αυτά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να εκδώσει το παραπεμπτικό του βούλευμα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, δέχθηκε τυπικά και κατ ουσία τη με αριθμό 44/2008 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος κατά του 690/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και αφού εξαφάνισε αυτό παρέπεμψε την αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, για να δικαστεί για την πράξη της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο, σε βαθμό κακουργήματος. Προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της κατηγορουμένης X για την παραπάνω πράξη, που της αποδίδεται, δέχθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά που παραθέτει αναλυτικά στο σκεπτικό του βουλεύματος, προέκυψαν (κατά λέξη) "από τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε η κύρια ανάκριση και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, σε συνδυασμό με τα έγγραφα της δικογραφίας, καθώς και την απολογία της κατηγορουμένης ...". Από την περικοπή όμως αυτή του σκεπτικού, που αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από τη μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων", δεν προκύπτει αδιστάκτως, ότι τούτο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις ένορκες καταθέσεις και τη χωρίς όρκο κατάθεση που έδωσε ο πολιτικώς ενάγων Ψ, κατά την 7-9-2007 ενώπιον της Ανακρίτριας του Α' Ανακριτικού Τμήματος Θεσσαλονίκης, διότι 1) Στην περικοπή αυτή, αναφέρονται μόνο οι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, δίχως να γίνεται αναφορά σε όλους γενικά τους μάρτυρες, που εξετάσθηκαν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, και 2) δεν μπορεί να συναχθεί το αντίθετο, από το περιεχόμενο του βουλεύματος γενικώς, ή έστω από μέρος αυτού. Έτσι, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την επιβαλλόμενη από τον νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και πρέπει, κατά παραδοχή του συναφούς λόγου αναιρέσεως της κατηγορουμένης, από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, να αναιρεθεί το βούλευμα τούτο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ίδιου Συμβουλίου, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 1391/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που το εξέδωσαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο σε βαθμό κακουργήματος. Αναιρεί για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 0
|
Αριθμός 1419/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας- πολιτικώς ενάγουσας Χ1, συζύγου ..., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1465/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με κατηγορούμενο το Ψ1, κάτοικο ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-πολιτικώς ενάγουσα ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1996/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 76/27.2.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω την με αριθμ. 202/8-12-2008 αίτηση - αναίρεσης της Χ1 κατοίκου ..., κατά του με αριθμ. 1465/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η με αριθμ. 267/2008 έφεση της αναιρεσείουσας πολιτικώς ενάγουσας κατά του με αριθμ. 1133/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών το οποίο αποφαινόταν ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά του Ψ1 για πλαστογραφία με χρήση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και εκθέτω τα παρακάτω: Από τις διατάξεις των άρθρων άρθρων 463 και 476§1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα ...'' κατά δε την δεύτερη '' Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....'' Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αναίρεση μπορεί ν ασκήσει μόνο εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει τέτοιο δικαίωμα και αν ασκηθεί αναίρεση από μη δικαιούμενο στην άσκηση της το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και επιβάλλει τα έξοδα στον ασκήσαντα το απαράδεκτο ένδικο μέσο . Τέτοια περίπτωση είναι και ή από μέρους του πολιτικώς ενάγοντα άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος το οποίο απορρίπτει στην ουσία την ασκηθείσα έφεση του πολιτικώς ενάγοντα για το οποίο στις διατάξεις των άρθρων 482 και 483 ΚΠΔ δεν προβλέπεται άσκηση αναίρεσης από αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα πολιτικώς ενάγουσα άσκησε την με αριθμ. 267/2008 έφεση κατά του με αριθμ. 1133/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών το οποίο αποφαινόταν ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά του Ψ1 για πλαστογραφία με χρήση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και η οποία απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά του οποίου η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση αναίρεση. Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 482 και 483 του ΚΠΔ στις οποίες αναφέρονται οι δικαιούμενοι σε άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος δεν συμπεριλαμβάνεται και ο πολιτικώς ενάγων σαν δικαιούμενος της άσκησης του ένδίκου αυτού μέσου και ως εκ τούτου η αίτηση αναίρεσης της παραπάνω πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτη εκ του λόγου αυτού και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα.
Δια ταύτα Προτείνω όπως:
Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμ. 202/8-12-2008 αίτηση αναίρεσης της Χ1 κατοίκου ..., κατά του με αριθμ. 1465/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η με αριθμ. 267/2008 έφεση της αναιρεσείουσας πολιτικώς ενάγουσας κατά του με αριθμ. 1133/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών σαν απαράδεκτη.
Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω.
Αθήνα την 5-2-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 482 παρ. 1 ΚΠΔ πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 41 παρ.1 του ν. 3160/ 30-06-2003, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (αρθρ. 61 αυτού), μεταξύ των προσώπων που είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση κατά βουλευμάτων περιελάμβανε και τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος εδικαιούτο να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο κατά τους όρους του άρθρου 480 παρ. 2 ΚΠΔ. Μετά την αντικατάσταση όμως του εδάφ. α' της παρ.1 του άρθρου αυτού με το άρθρο 41 παρ.1 του ν.3160/ 2003 ο κατηγορούμενος μόνο πλέον δικαιούται από της ενάρξεως της ισχύος του (30-06-2003) να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων υπό τις διακρίσεις που τάσσει η νέα διατύπωση του άρθρου αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ. α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά το δικαίωμα αυτό, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα, όπως πλέον ο πολιτικώς ενάγων κατά βουλεύματος, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν θα εμφανιστούν μετά από προηγούμενη ειδοποίηση προ εικοσιτετραώρου από το Γραμματέα της Εισαγγελίας, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα Χ1 άσκησε ως πολιτικώς ενάγουσα την 267/ 2008 έφεση κατά του 1133/ 2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφαινόταν ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά του Ψ1 για πλαστογραφία με χρήση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ και η οποία απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο 1465/ 2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά του οποίου η ανωτέρω άσκησε ως πολιτικώς ενάγουσα την κρινόμενη αναίρεση. Η αναίρεση αυτή, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ασκήθηκε από μη δικαιούμενο πρόσωπο και πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτη, αφού νομίμως και εμπροθέσμως κλήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος της και επιβληθούν σε αυτήν τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 και 583παρ.1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθ. έκθ. 202/ 08-12-2008 αίτηση της Χ1 κατοίκου ... για αναίρεση του 1465/ 2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης. Πριν από την τροποποίηση του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠΔ με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003, αναίρεση κατά του βουλεύματος μπορούσε να ασκήσει και ο πολιτικός ενάγων. Μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού αναίρεση κατά του βουλεύματος δεν μπορεί να ασκήσει ο πολιτικός ενάγων αλλά μόνο ο κατηγορούμενος και υπό τις διακρίσεις που τάσσει πλέον το άρθρο αυτό. Απορρίπτει την αναίρεση της πολιτικώς ενάγουσας κατά του βουλεύματος ως μη δικαιουμένης στην άσκησή της κατ' άρθρο 496 παρ. 1 ΚΠΔ.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Βούλευμα απαλλακτικό.
| 0
|
Αριθμός 1408/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.180/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 και 8 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις του, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1470/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, με αριθμό 591/30.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. τις αριθμ. 46/4-9-2008 και 49/8-9-2008 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., οδ. ... αριθμ. ..., οι οποίες ασκήθηκαν αυτοπροσώπως από τον ίδιο και στρέφονται κατά του αριθμ. 180/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το αριθμ. 1065/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς, αρμοδίως ορισθησομένου από τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιοποίνων πράξεων της θανατηφόρου έκθεσης και της παραβίασης του Κανονισμού προς αποφυγή συγκρούσεων (άρθρα 306 παρ. 2β Π.Κ και 225 παρ. 1,3 ΝΔ 187/73 κανόνες 2,6,8,15,16 ΔΚΑΣ). Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη το αριθμ. 180/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο απέρριψε στην ουσία την ως άνω έφεση και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με τις κρινόμενες αιτήσεις του. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 28-7-2008, οι δε αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν από αυτόν στις 4-9-2008 και 8-9-2008, ημέρα Δευτέρα, ενώπιον του γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιώς, συνετάγησαν δε από αυτόν οι αριθμ. 46/4-9-2008 και 49/8-9-2008 εκθέσεις, στις οποίες διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκαν και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 4 Κ.Π.Δ., οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων και αποφάσεων αναστέλλονται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, να κριθούν ενιαίως στο σύνολό τους και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 306 παρ. 1 περ. β και 2 εδ. β' του Π.Κ., όποιος με πρόθεση αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο που ο ίδιος το τραυμάτισε υπαίτια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και αν η πράξη προκάλεσε στον παθόντα το θάνατό του, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον έξι ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος αυτού είναι ο υπαίτια τραυματίζων άλλον και υποχρεούμενος εντεύθεν να μεριμνήσει για την περίθαλψη και τη μεταφορά του, υλικό δε αντικείμενο είναι το πρόσωπο που υπαίτια το τραυμάτισε ο δράστης. Η αντικειμενική υπόσταση της εκθέσεως συνίσταται στην από το δράστη "άφεση" του τραυματισθέντος αβοηθήτου, ήτοι σε κατάσταση που να μην μπορεί χωρίς τη βοήθεια άλλου να αποκρούσει ενδεχόμενο κίνδυνο της ζωής ή της υγείας του, είναι δε αδιάφορο αν ο κίνδυνος μπορεί να αποτραπεί με την παροχή βοήθειας από τρίτο πρόσωπο ή αν επήλθε πράγματι ο κίνδυνος αυτός. Εξ υποκειμένου απαιτείται δόλος ενέχων τη γνώση του δράστη ότι υπαιτίως τραυμάτισε και τη θέληση να αφήσει αβοήθητο τον τραυματισθέντα.
Συνεπώς το έγκλημα της εκθέσεως υπό τη μορφή αυτή συντελείται με τον τραυματισμό κάποιου από δόλο ή αμέλεια (υπαίτια) και την εγκατάλειψη από πρόθεση του τραυματισθέντος αβοηθήτου. Αν όμως η έκθεση προκάλεσε στον τραυματισθέντα το θάνατό του, τότε η πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, διότι επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον έξι ετών. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος συνίσταται στην από την έκθεση ως αιτίας, επέλευση του θανάτου του τραυματισθέντος ως αποτελέσματος. Απαιτείται δηλαδή η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εκθέσεως ως αιτίας και του θανάτου ως αποτελέσματος- Υποκειμενικά απαιτείται, εκτός από την πρόθεση (δόλο) για το βασικό έγκλημα της εκθέσεως και αμέλεια του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ΠΚ για την επέλευση του βαρύτερου αποτελέσματος του θανάτου. Επομένως, για την ολοκλήρωση της τελευταίας αυτής μορφής της "διακεκριμένης" εκθέσεως απαιτείται η αλληλουχία τριών σταδίων α) τραυματισμός από πρόθεση ή αμέλεια β) έκθεση από πρόθεση και γ) επέλευση του βαρύτερου αποτελέσματος του θανάτου από αμέλεια (ΑΠ 332/2000 ΠΧ, Ν, 892, ΑΠ 1503/2002 ΠΧ, ΝΓ, 525, ΑΠ 300/98 ΠΧ, ΜΗ, 909, ΑΠ 719/97 ΠΧ, ΜΗ, 229 κ.ά.).
Εξάλλου κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 225 ΝΔ 187/1973 "Πλοίαρχος ή αξιωματικός φυλακής, όστις εξ αμελείας παραβαίνει τας διατάξεις του Κανονισμού προς αποφυγή συγκρούσεων ή ο πλοηγός όστις εξ αμελείας παρέχει συμβουλάς αντιθέτους προς τας ανωτέρω διατάξεις τας αφορώσας την τηρητέαν πλεύσιν, τιμωρούνται δια φυλακίσεως μέχρι έξι (6) μηνών και χρηματικής ποινής". Κατά τη διάταξη δε της παραγράφου 3 του ως άνω άρθρου "εάν εκ των παραβάσεων επήλθεν απώλεια πλοίου ή απόλυτος ανικανότης αυτού ή ολική απώλεια του φορτίου ή θάνατος προσώπου ή τραύματα βαρέα, ο υπαίτιος τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον 3 μηνών και χρηματικής ποινής".
Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει, από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. 'Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1565/2002 ΠΧ, ΝΓ, 536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ, ΝΑ, 244). Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Β του Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει, εσφαλμένη μεν ερμηνεία όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία δικονομικής διατάξεως. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 1151/2006, ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 2464/2005, ΑΠ 645/2004 κ.α.).
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη, την απολογία του κατηγορουμένου αλλά και της συζύγου του (ήδη απαλλαγείσας κάθε κατηγορίας) και από όσα ο εκκαλών εξέθεσε αυτοπροσώπως και δια του συνηγόρου του κατά την ενώπιον του Συμβουλίου εμφάνιση του, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 13.6.2004, κατά το χρονικό διάστημα από 17.30 ως 18.00 μ.μ. περίπου στην περιοχή του ακρωτηρίου ... συγκρούστηκαν το ταχύπλοο φουσκωτό σκάφος με το όνομα "..." ΛΠ ..., με μηχανή 225 ίππων, κυβερνούμενο από τον ιδιοκτήτη του Χ, με συνεπιβάτες την σύζυγό του ΑΑ και την 13χρονη κόρη τους ΒΒ, που κατευθύνετο προς ..., και το ταχύπλοο σκάφος τύπου Τζετ Σκι 160 ίππων, ιδιοκτησίας ΓΓ, κυβερνούμενο από τον ΔΔ. Από την σύγκρουση ο ΔΔ έπεσε στη θάλασσα, από όπου περισυνελέγη νεκρός. Σύμφωνα με το με αριθμό 1161/30.6.04 πιστοποιητικό της ΕΜΥ ο καιρός στην περιοχή ήταν σχεδόν αίθριος με ανέμους σχεδόν μέτριους 3-4 μποφόρ και ορατότητα 5 ν.μ. περίπου. Σύμφωνα με το απόσπασμα ημερολογίου συμβάντων Κ.Λ. ... περί ώρα 18.25 μ.μ. της 13.6.04 ο κυβερνήτης Α/Κ "..." ενημέρωσε το άνω Λιμεναρχείο μέσω VHF σχετικά με θαλάσσιο ατύχημα σε περιοχή ... από διερχόμενο ταχύπλοο, περί ώρα 18.35 μ.μ. περίπου το εν λόγω ταχύπλοο μπήκε με μεγάλη ταχύτητα στο λιμανάκι ..., όπου σπεύδουν άνδρες του Λιμεναρχείου, περί ώρα 19.00 μ.μ. ειδοποιείται ασθενοφόρο ΕΚΑΒ, καθόσον μία από τις επιβαίνουσες στο σκάφος είχε υποστεί σοκ, ενώ το ίδιο το σκάφος ανελκύεται στην ξηρά γιατί έφερε χτυπήματα και υπήρχε κίνδυνος βύθισής του, περί ώρα 19.10μ.μ. και οι τρεις επιβάτες του ταχυπλόου οδηγούνται στο Κ.Λ. ..., όπου ο Χ σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι ανοιχτά του κάβου ... σκότωσε κάποιον που επέβαινε σε τζετ σκι, γεγονός που επιβεβαίωσε διστακτικά και η σύζυγός του. Ο εκ των λιμενικών που είδαν τον Χ στο ... ΕΕ κατέθεσε ότι ο παραπάνω ήταν σοκαρισμένος και έκλαιγε, όπως και οι επιβαίνουσες στο σκάφος ότι του είπε πως μάλλον είχε σκοτώσει έναν άνδρα που επέβαινε σε τζετ-σκι, όταν ο τελευταίος, κάνοντας ελιγμούς και έχοντας σηκωμένο το χέρι του, έστριψε απότομα αριστερά και έπεσε πάνω του, πως μόλις τον είδε να στρίβει έκανε κράτει στις μηχανές και πως απομακρύνθηκε από τον τόπο του ατυχήματος γιατί η κόρη του φώναζε και έκλαιγε, έχοντας όμως προηγουμένως ειδοποιήσει μέσω VHF το Λιμεναρχείο. Το ταχύπλοο σκάφος ανελκύστηκε στο τρέιλερ του αυτοκινήτου του Χ, που ήταν σταθμευμένο στο σημείο εκείνο, και στη συνέχεια δεσμεύθηκε ο δε τελευταίος συνελήφθη (βλ. σχετικές εκθέσεις). Μετά την σύλληψή του ο άνω κυβερνήτης οδηγήθηκε στο νοσοκομείο για αιματολογική εξέταση αλλά και για γενικότερη εξέταση, καθόσον, όπως εκτίμησαν στο Λιμεναρχείο, ευρίσκετο σε κατάσταση σοκ.
Μετά την άσκηση ποινικής διώξεως ο εισαγγελέας παρήγγειλε την διενέργεια προανακρίσεως περιλαμβάνουσα και πραγματογνωμοσύνη. 'Όπως αναγράφεται στον από 22.6.04 διορισμό του ως πραγματογνώμονα, στον ΣΤ ανατέθηκε να αποφανθεί για τα ακόλουθα ζητήματα: α) ποιες οι πορείες, οι ταχύτητες και συνολικά οι ειδικότερες συνθήκες συγκρούσεως των δύο ταχυπλόων σκαφών, β) ποια τα αίτια πρόκλησης του ατυχήματος γ) αν το περιστατικό οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια ή τυχαίο γεγονός, ... ε) να αναφέρει στην έκθεσή του οτιδήποτε άλλο προκύπτει από τις γνώσεις και την εμπειρία του.
Ο κυβερνήτης και μοναδικός επιβαίνων του αλιευτικού σκάφους "..." ΖΖ, εξετασθείς τόσο προανακριτικά όσο και ανακριτικά, κατέθεσε ότι, ενώ έπλεε με το σκάφος του κοντά στο σημείο του συμβάντος, τον πλησίασε το προαναφερθέν ταχύπλοο, όπου επέβαιναν δύο γυναίκες, καθισμένες η μία δίπλα στην άλλη, και ο κυβερνήτης του που έδειχνε αναστατωμένος, και τον ρώτησε αν έχει VHF, ότι όταν του απάντησε καταφατικά, του ζήτησε να ειδοποιήσει το Λιμεναρχείο γιατί ήλθε κάποιος και έπεσε πάνω στο σκάφος του και πρέπει να τον χτύπησε, του έδειξε με το χέρι το σημείο του ατυχήματος, και στη συνέχεια, χωρίς να του δώσει οποιοδήποτε στοιχείο ταυτότητας, έσπευσε να απομακρυνθεί, ότι ο ίδιος κατευθύνθηκε προς το υποδειχθέν σημείο και φθάνοντας είδε το τζετ-σκι να επιπλέει και σε απόσταση πενήντα μέτρων έναν άνδρα που φορούσε σωσίβιο και ήταν πεσμένος μπρούμυτα μέσα στη θάλασσα, ακίνητος, με το κεφάλι στο νερό, τον οποίο πλησίασε, αλλά όχι πολύ γιατί δεν ήξερε αν ήταν ζωντανός και δεν ήθελε να διακινδυνεύσει να τον χτυπήσει με την προπέλα του δικού του σκάφους, ότι τελικά και, μετά από σχετικές εντολές του Λιμεναρχείου, με την βοήθεια ανδρών από το αλιευτικό "...", των οποίων είχε ζητήσει την συνδρομή, γιατί αδυνατούσε μόνος του, ανέσυρε από την θάλασσα στο σκάφος του τον ΔΔ και διαπίστωσε πως ήταν νεκρός, έβγαζε αφρούς από το στόμα, τα μάτια του ήταν ανοιχτά και έφερε τραύματα μάλλον προερχόμενα από τον έλικα του ταχύπλοου, το δε τζετ-σκι ρυμούλκησε προς την ξηρά το αλιευτικό "..." (βλ. και σχετικές καταθέσεις κυβερνήτη του τελευταίου ΗΗ και λιμενικού ΘΘ).
Σύμφωνα με την συνταγείσα από τον διενεργήσαντα την νεκροψία και νεκροτομή ιατροδικαστή ΚΚ με αριθμό ... ιατροδικαστική έκθεση οι κακώσεις στο σώμα του θανόντος έγιναν όλες ενώ ευρίσκετο εν ζωή ο δε θάνατός του αποδίδεται σε πνιγμό στη θάλασσα συνεπεία κακώσεων κεφαλής και θώρακος (βλ. και σχετικές εκθέσεις τοξικολογικής και ιστολογικής εξετάσεως). Καταθέτοντας δε κατά την κυρία ανάκριση ο άνω ιατροδικαστής διευκρίνισε ότι το συμπέρασμά του βασίστηκε στην ανεύρεση μικροφυσαλλώδους αφρού στους ρώθωνες και το στόμα και οιδήματος στους πνεύμονες, στην μεγάλη ποσότητα φυσαλιδώδους υγρού που εκρέει κατά τας διατομάς στους πνεύμονες και στον χαρακτηριστικό τριγμό χιόνος, ενώ τις διαπιστωθείσες πρόσφατες ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις μυοκαρδίου αποδίδει στα προκληθέντα στρες και πόνο λόγω των κακώσεων που υπέστη ο θανών. Επίσης υποστηρίζει ότι μόνες οι κακώσεις που διαπίστωσε στον θανόντα δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αιτία θανάτου, δηλαδή αν ούτος ευρίσκετο στην ξηρά θα επιζούσε, ότι ο θανών, ευρισκόμενος μπρούμυτα στη θάλασσα, μετά τα χτυπήματα που είχε δεχτεί, είναι λογικό να χάσει τις αισθήσεις του και να μην μπορεί να αναπνεύσει, ότι ο θάνατος επήλθε κατ'ανώτατο όριο πέντε λεπτά της ώρας περίπου εφόσον το σώμα ήταν βυθισμένο στο νερό και ότι αν μέσα στα πέντε πρώτα κρίσιμα λεπτά της ώρας είχαν παρασχεθεί στον παθόντα οι πρώτες βοήθειες, ήτοι να διατηρηθεί το κεφάλι του εκτός νερού και να βοηθηθεί ώστε να βγάλει το νερό που τυχόν είχε εισέλθει στους πνεύμονές του, θα πληρούντο οι συνθήκες επιβίωσής του. Στην διενεργηθείσα από τον ΣΤ πραγματογνωμοσύνη αναγράφεται μεταξύ άλλων ότι, όπως φαίνεται από τα ευρήματα επί των δύο πλεούμενων, κατά την σύγκρουση οι πορείες τους ήταν διασταυρούμενες συγκλίνουσες, με φυλάσσον το "...", που έδειχνε την δεξιά πλευρά του, και φυλασσόμενο το τζετ-σκι, που έδειχνε την αριστερή πλευρά του με γωνία σύγκρουσης της πρύμνης προς τα δεξιά του ... 30-35'' μοίρες περίπου ως προς τον διαμήκη άξονα του τζετ-σκι και προς τα αριστερά αυτού, το οποίο ήρχετο από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με το ... και πέρασε κάτω από αυτό, και ότι τόσο το τζετ-σκι όσο και το ... ήταν σε κίνηση κατά την σύγκρουση, όπως τούτο συνάγεται από τα τραύματα του θανόντος, τα προκληθέντα από την έλικα του ... και από τα ίχνη επαφής στο ..., που δείχνουν να είχε ανασηκωμένη την πλώρη του πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας κατά την ώρα της σύγκρουσης και να πέρασε σχεδόν κατά μήκος πάνω από το τζετ-σκι.
Από το σύνολο των προεκτεθέντων συνάγονται ικανές και αποχρώσες ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της θανατηφόρου εκθέσεως και της παραβίασης του κανονισμού προς αποφυγή συγκρούσεων και όχι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όπως υποστηρίζει ούτος. Συγκεκριμένα στις 13.6.2004, στην περιοχή του ακρωτηρίου "..." ..., κυβερνώντας το ταχύπλοο σκάφος του "...", κατευθυνόμενος προς ..., δεν κατέβαλε την προσοχή που ώφειλε και μπορούσε στις συγκεκριμένες περιστάσεις ως μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος και ως κυβερνήτης ταχυπλόου, έχων λάβει σχετική άδεια οδήγησης αυτού μετά την αντίστοιχη εκπαίδευση, και δη, αν και αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση τον ΔΔ να χειρίζεται ταχύπλοο σκάφος τύπου τζετ σκι, και να πλησιάζει επικίνδυνα προς το μέρος του από την αντίθετη κατεύθυνση, δεν φρόντισε να πλέει με ασφαλή ταχύτητα ώστε να μπορεί να λάβει εγκαίρως τα πρέποντα και αποτελεσματικά μέτρα και να χειρίσει κατά τον καλλίτερο δυνατό τρόπο για να αποφευχθεί η σύγκρουση, δεν μετέβαλε την πορεία του προς τα δεξιά του τζετ σκι ώστε έκαστος να διέλθει από την αριστερή πλευρά του ετέρου, ούτε διέκοψε την πορεία του αλλά την συνέχισε, παραβιάζοντας τον κανονισμό προς αποφυγή συγκρούσεων, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με την αριστερή πλευρά του τζετ-σκι, που ήλθε με πορεία από δεξιά προς τα αριστερά του, και να τραυματιστεί από την σύγκρουση σε διάφορα σημεία του σώματός του, όπως αναφέρονται στην ιατροδικαστική έκθεση, ο στερούμενος αδείας ικανότητας οδήγησης τζετ-σκι ΔΔ, ο οποίος έπεσε στη θάλασσα. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, ενώ είχε προκαλέσει τον τραυματισμό του προαναφερθέντος, ο οποίος ευρίσκετο στη θάλασσα, επιπλέοντας μεν γιατί φορούσε σωσίβιο αλλά λιπόθυμος, με το πρόσωπο μέσα στο νερό, κοιτάζοντας προς τον βυθό, ανίκανος να απομακρύνει με τις δικές του δυνάμεις τον κίνδυνο για την ζωή του και μη περιμένοντας την αναγκαία βοήθεια από άλλον πλην του κατηγορουμένου, και ενώ γνώριζε αυτά και είδε ότι ο παθών ευρίσκετο σε κατάσταση κινδύνου για την ζωή του, χωρίς να καταβάλει οποιουδήποτε είδους προσπάθεια για να τον βοηθήσει, εξουδετερώνοντας τον άνω κίνδυνο, αποδεχόμενος τούτον αλλά ελπίζοντας ότι δεν θα επέλθει, τον εγκατέλειψε, αναζητώντας βοήθεια, σε απόσταση ενάμισυ με δύο ναυτικά μίλια, από διερχόμενο αλιευτικό σκάφος, με ένα ψαρά, μέσω του οποίου ειδοποίησε και το Λιμεναρχείο, χωρίς να χρησιμοποιήσει για τον άνω λόγο τα δύο κινητά τηλέφωνα που ευρίσκοντο εν λειτουργία στο σκάφος του και χωρίς να δώσει οποιοδήποτε στοιχείο ταυτότητάς του και κατέπλευσε στο σημείο της ακτής όπου ευρίσκετο το τρέϊλερ μεταφοράς του σκάφους του, με σκοπό την αποφυγή άμεσης εμπλοκής του με τις συνέπειες της συμπεριφοράς του και με τις αρχές. Από την άνω έκθεση όμως και από αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή που ώφειλε και μπορούσε στις συγκεκριμένες περιστάσεις ως μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος και ως κυβερνήτης ταχυπλόου, έχων λάβει σχετική άδεια οδήγησης αυτού μετά από αντίστοιχη εκπαίδευση, και δεν φρόντισε, πριν φύγει από το σημείο συγκρούσεως, ενώ γνώριζε από την εκπαίδευσή του τι έπρεπε να κάνει, ενώ ήταν ακόμα ημέρα, η θάλασσα ήταν καλή και ενώ μπορούσε να βοηθηθεί από την συνεπιβάτη σύζυγό του, για την άμεση παροχή στον παθόντα των πρώτων βοηθειών και για την στρέψη του σώματός του ανάσκελα ώστε να είναι ελεύθερες οι αναπνευστικές του οδοί και να αποφευχθεί η εισρρόφηση θαλασσίου ύδατος, με συνέπεια να επέλθει ο θάνατός του από πνιγμό. Το αποτέλεσμα δε αυτό μπορεί ο κατηγορούμενος να προέβλεψε ως ενδεχόμενη συνέπεια της συμπεριφοράς του, δεν προκύπτουν όμως επαρκείς ενδείξεις ότι δεν πίστευε πως θα το απέφευγε, θεωρώντας προφανώς ότι ο παθών θα συνήρχετο από την επαφή του με το κρύο νερό, θα κολυμπούσε βγάζοντας το πρόσωπό του από αυτό και θα μπορούσε να αντέξει, μέχρι να του παρασχεθεί βοήθεια. Τις άνω σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου δεν είναι ικανοί να άρουν οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του, όπως αυτοί περί πλάνης ή καταστάσεως ανάγκης και δη ότι έφυγε εσπευσμένα από το σημείο συγκρούσεως α) γιατί πίστευε πως ο ΔΔ είχε πεθάνει ακαριαία και δεν χρειάζετο την βοήθειά του, όπως το ισχυρίστηκε και στο Λιμεναρχείο όταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος ήδη με το από 2.2.05 υπόμνημά του αποδέχεται ότι απλώς πλησίασε με το σκάφος του τον παθόντα και από απόσταση έκανε τις εκτιμήσεις του, όταν ο ΖΖ κατέθεσε πως ο κατηγορούμενος του είπε ότι πρέπει να χτύπησε τον παθόντα, όταν ο ΕΕ κατέθεσε πως τα πρώτα λόγια του κατηγορουμένου ήταν ότι πιθανόν να σκότωσε έναν άνδρα, από τα οποία συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος φεύγοντας δεν πίστευε πως είχε αφήσει νεκρό τον ΔΔ στο σημείο συγκρούσεως β) γιατί πίστευε πως το σκάφος του είχε υποστεί ρήγμα από την σύγκρουση και θα βυθιζόνταν και πως η ανήλικη κόρη του είχε χτυπήσει σοβαρά στο κεφάλι, όταν η ίδια η συμπεριφορά του δεν συνηγορεί με τα προαναφερθέντα, αφού δεν έσπευσε στην κοντινότερη ακτή αλλά επέστρεψε κοντά στην ..., στο σημείο όπου είχε αφήσει το τρέϊλερ με το οποίο μετέφερε το σκάφος του, από τους μάρτυρες που είδαν τους επιβάτες του σκάφους ουδείς κατέθεσε πως η ανήλικη ήταν λιπόθυμη, μετά την αποβίβασή τους ουδείς μπήκε στο ασθενοφόρο που είχε φθάσει στο σημείο αλλά τόσο η σύζυγος όσο και η κόρη του ακολούθησαν τον κατηγορούμενο όπου τον οδήγησαν οι λιμενικοί και τελικά μόνον ο τελευταίος μετέβη στο νοσοκομείο. Επομένως ούτε πλάνη ούτε εσφαλμένη αντίληψη της καταστάσεως είχε ο κατηγορούμενος, ούτε υπήρξε κατάσταση ανάγκης και μάλιστα με κίνδυνο αναπότρεπτο με άλλα μέσα και με την βλάβη που αποτράπηκε να είναι έστω ίση η ανάλογη με την βλάβη που προκλήθηκε. Παράλληλα δεν προκύπτει από τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας ότι οι αρχές ειδοποιήθηκαν για το συμβάν και από άλλο άτομο (γνωστό του κατηγορουμένου) πλην του κυβερνήτη του αλιευτικού ΖΖ. Εξ άλλου το ότι ο θανών έκανε επικίνδυνους ελιγμούς και ο κατηγορούμενος έκανε "κράτει" στη μηχανή του σκάφους του τα ισχυρίζονται μόνον ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του κατά την προανάκριση, της οποίας η κατάθεση αυτή έχει μπεί στο αρχείο κατ'άρθρο 31 § 2 Κ.Π.Δ.). Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι ορθά απορρίφθηκαν τα αιτήματα του εκκαλούντος για διορισμό νέου ιατροδικαστή, αντικατάσταση- εξαίρεση του πραγματογνώμονα ΣΤ και διενέργεια δεύτερης πραγματογνωμοσύνης, δεδομένου ότι οι επικαλούμενες από τον εκκαλούντα γνώμες άλλων ιατρών αορίστως και η αναφορά σε ιατρικά συγγράμματα δεν είναι ικανά να αμφισβητήσουν σοβαρά το περιεχόμενο της ιατροδικαστικής εκθέσεως, σημεία του οποίου μάλιστα έχει διευκρινίσει ο συντάξας αυτήν ιατροδικαστής σε δύο ένορκες καταθέσεις του, ώστε να ανακύψει η υποχρέωση διορισμού και νέου ιατροδικαστή για να γνωματεύσει ξανά για την αιτία θανάτου του θύματος και τα ακραία χρονικά όρια αυτού. Αλλά και για τον ΣΤ δεν προκύπτουν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς προκατάληψή του ή δυσπιστία για την αμεροληψία του ο δε τρόπος που συνέταξε την πραγματογνωμοσύνη, του κατά του οποίου ενίσταται ο εκκαλών, ο οποίος δεν προκύπτει να ζήτησε διορισμό τεχνικού συμβούλου, πρέπει να αποδοθεί στην ανταπόκρισή του στα ερωτήματα που του ετέθησαν, όπως αντιλήφθηκε ο ίδιος την έννοια και τα αιτούμενα με αυτά.
Επίσης ότι ορθά απορρίφθηκε η από 16-3-2007 αίτηση του κατηγορουμένου περί άρσεως της δεσμεύσεως του παραδοθέντος στην ανάκριση σκάφους του με τα στοιχεία "... Λ.Π. ...", που επιβλήθηκε δυνάμει της από 13.6.2004 εκθέσεως του Λιμεναρχείου ... (άρθρο 310 § 2 Κ.Π.Δ.), καθόσον τυχόν αλλοίωση, λόγω χρήσης ή συντηρήσεώς του, των ευρημάτων επ'αυτού είναι δυνατό να δημιουργήσει στο μέλλον δυσχέρειες στην εξακρίβωση της αλήθειας (άρθρο 268 § 3 Κ.Π.Δ.).
Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις της θανατηφόρου εκθέσεως και της παραβίασης του κανονισμού προς αποφυγή συγκρούσεων και για τον λόγο αυτό απέρριψε την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του αριθμ. 1065/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, απέρριψε δε και τα αιτήματα του εκκαλούντος - κατηγορουμένου περί διενέργειας δεύτερης πραγματογνωμοσύνης για τις συνθήκες του επίδικου θαλάσσιου ατυχήματος, περί διορισμού πραγματογνώμονα για την ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη και περί άρσεως της δέσμευσης του σκάφους αυτού (εκκαλούντος).
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26,27, 306 παρ. 2β ΠΚ και 225 παρ. 1-3 ΝΔ 187/73 και Κανόνες 2,6,8,15,16 ΔΚΑΣ. Τις παραπάνω διατάξεις το Συμβούλιο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία διότι αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέα είναι αβάσιμη, διότι όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 του Συντάγματος και του άρθρου 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο Εφετών αναφέρεται (υιοθετεί) εξ ολοκλήρου την ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Η άνω αναφορά δεν είναι τυπική υπόθεση, όπως υποστηρίζεται. Γίνεται κατόπιν επανεξέτασης της υπόθεσης και από το συμβούλιο Εφετών, το οποίο κατέληξε στο αυτό συμπέρασμα και τούτο ελέγχεται. Επίσης αβάσιμη είναι η αιτίαση ότι η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία παραπέμπει εξ ολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών, αποτελεί αντιγραφή, όσον αφορά τα αποδεχόμενα πραγματικά περιστατικά, της εισαγγελικής πρότασης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, που είναι ενσωματωμένη στο πρωτοβάθμιο με αριθμό 1065/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο παρέπεμψε εξ ολοκλήρου σ'αυτήν και ακόμη ότι η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών ταυτίζεται με το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου, καθόσον από την αντιπαραβολή των δύο προτάσεων δεν επιβεβαιώνεται η αιτίαση αυτή, η σύμπτωση δε ορισμένων περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο και στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα συγκεκριμένα αυτά περιστατικά προέκυψαν και όχι άλλα διαφορετικά. Αβάσιμος επίσης είναι η αιτίαση ότι δεν προσδιορίζεται το είδος της επιδειχθείσας αμέλειας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αναφορικά με τον τραυματισμό του ΔΔ, καθώς επίσης και η πορεία των σκαφών πριν από τη σύγκρουση και η ταχύτητα αυτών διότι από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών γίνεται φανερό ότι πρόκειται περί συνειδητής αμέλειας, προσδιορίζεται η πορεία των σκαφών και συγκεκριμένα του κατηγορουμένου προς ... και του ΔΔ αντίθετη, πλέοντας από δεξιά προς τ'αριστερά του σκάφους του κατηγορουμένου δεν απαιτείτο δε για την πληρότητα της αιτιολογίας ο ακριβής μαθηματικός υπολογισμός της ταχύτητας των ταχύπλοων σκαφών, καθώς το γεγονός ότι η τελευταία ήταν μεγαλύτερη της ενδεδειγμένης προκύπτει εκ του μεγάλου αριθμού, της βαρύτητας και της θέσεως των τραυμάτων του παθόντος. Ακόμα αβάσιμος είναι η αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το προσβαλλόμενο βούλευμα του απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τους ισχυρισμούς του και τα επιχειρήματα του διότι με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί πραγματικής πλάνης και κατάστασης ανάγκης, το επιχείρημα δε του αναιρεσείοντος, που προέβαλε προς απόκρουση της κατηγορίας, ότι δηλαδή η σύγκρουση των σκαφών και ο τραυματισμός του ΔΔ οφειλόταν σε αποκλειστική αμέλεια του τελευταίου, δεν χρειαζόταν ιδιαίτερης απάντησης και απερρίφθη με την αντίθετη παραδοχή του βουλεύματος, η παράλειψη δε απαντήσεως σε μη αυτοτελή ισχυρισμό δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας ούτε ιδρύει κάποιο άλλο αναιρετικό λόγο. Εξάλλου η αιτίαση ότι δεν υπάρχει η απαιτούμενη αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου για διενέργεια δεύτερης πραγματογνωμοσύνης και διορισμό νέου ιατροδικαστή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι η κατ'άρθρο 183 Κ.Π.Δ. διενέργεια πραγματογνωμοσύνης υπόκειται στην απόλυτη κρίση του δικαστηρίου, του συμβουλίου ή του ανακρίνοντος και δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, η δε αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δεν συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο (ΑΠ 874/2004, ΠΧ, ΝΕ, 414). Τέλος η αιτίαση ότι κατ'εσφαλμενη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 268 Κ.Ποιν.Δ. απερρίφθη το αίτημα του για άρση της δεσμεύσεως του παραδοθέντος στην ανάκριση σκάφους αυτού είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή δικονομικής διατάξεως και δη μη τεταγμένης επί ποινή ακυρότητας δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β-δ Κ.Ποιν.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε να απορριφθούν και οι ένδικες αιτήσεις και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: 1) Να απορριφθούν οι με αριθμ. 46/4-9-2008 και 49/8-9-2008 αιτήσεις αναίρεσης, που ασκήθηκαν από τον κατηγορούμενο Χ, κάτοικο ..., οδ. ..., κατά του υπ'αριθμ. 180/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 15 Δεκεμβρίου 2008
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι με αριθ. έκθ. 46/ 04-09-2008 και 49/ 08-09-2008 αιτήσεις αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ... στρέφονται κατά του 180/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο απέρριψε την έφεσή του κατ' ουσίαν και επικύρωσε το 1065/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το οποίο παραπέμφθηκε ενώπιον του Μικτού, Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφερείας του Εφετείου Πειραιώς για να δικαστεί ως υπαίτιος των αξιοποίνων πράξεων της θανατηφόρου έκθεσης και παραβίασης του Κανονισμού προς αποφυγή συγκρούσεων στη θάλασσα. Επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν και ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων τους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 306 παρ. 1 περ. β' και 2 εδ. β' του ΠΚ, όποιος με πρόθεση αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο, που ο ίδιος το τραυμάτισε υπαίτια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και αν η πράξη προκάλεσε στον παθόντα το θάνατό του, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον έξι ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος αυτού είναι εκείνος, που υπαίτια τραυμάτισε άλλον και υποχρεούται εντεύθεν να μεριμνήσει για την περίθαλψη και τη μεταφορά του, υλικό δε αντικείμενο είναι το πρόσωπο, που υπαίτια το τραυμάτισε ο δράστης. Η αντικειμενική υπόσταση της έκθεσης συνίσταται στην υπό του δράστη "άφεση" του τραυματισθέντος αβοήθητου, ήτοι σε κατάσταση που να μη μπορεί χωρίς τη βοήθεια άλλου να αποκρούσει ενδεχόμενο κίνδυνο της ζωής ή της υγείας του, είναι δε αδιάφορο αν ο κίνδυνος μπορεί να αποτραπεί με την παροχή βοήθειας από τρίτο πρόσωπο ή αν επήλθε πράγματι ο κίνδυνος αυτός. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που ενέχει τη γνώση του δράστη ότι υπαίτια τραυμάτισε άλλον και τη θέληση να αφήσει αβοήθητο τον τραυματισθέντα.
Συνεπώς, το έγκλημα της έκθεσης υπό τη μορφή αυτή τελείται με τον τραυματισμό άλλου από δόλο ή αμέλεια και την εγκατάλειψη από πρόθεση του τραυματισθέντος αβοήθητου. Αν όμως, η έκθεση προκάλεσε στον τραυματισθέντα το θάνατό του, τότε η πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα αφού επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον έξι ετών. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος συνίσταται στην, από την έκθεση επέλευση του θανάτου του τραυματισθέντος. Απαιτείται δηλαδή η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της έκθεσης ως αιτίας και του θανάτου ως αποτελέσματος. Υποκειμενικά απαιτείται εκτός από την πρόθεση για το βασικό έγκλημα της εκθέσεως και αμέλεια του δράστη για την επέλευση του βαρύτερου αποτελέσματος του θανάτου (αρθρ. 29 ΠΚ). Επομένως για την ολοκλήρωση της τελευταίας αυτής μορφής της "διακεκριμένης" εκθέσεως απαιτείται η αλληλουχία τριών σταδίων α) τραυματισμός άλλου από πρόθεση ή αμέλεια β) έκθεση από πρόθεση και γ) επέλευση του θανάτου του τραυματισθέντος από αμέλεια. Εξάλλου κατά το άρθρο 28 του ΠΚ από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το προέβλεψε ως δυνατόν πίστευε όμως ότι δε θα επερχόταν. Η διάταξη αυτή διακρίνει δύο είδη αμέλειας α) την αμέλεια χωρίς συνείδηση, όταν ο δράστης δεν προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ενώ θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει αν κατέβαλε την επιβαλλόμενη από το νόμο προσοχή και β) τη συνειδητή αμέλεια (ενσυνείδητη), όταν ο δράστης προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να προέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά το αποκρούει και ενεργεί γιατί πιστεύει ότι δε θα επέλθει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 225 του ΝΔ 187/ 1973 "πλοίαρχος ή αξιωματικός φυλακής όστις εξ αμελείας παραβαίνει τας διατάξεις του Κανονισμού προς αποφυγή συγκρούσεων ... τιμωρείται ...", κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του άνω άρθρου "εάν εκ των παραβάσεων επήλθε απώλεια ... θάνατος προσώπου ... ο υπαίτιος τιμωρείται ...". Ως Κανονισμός νοείται η Σύμβαση περί Διεθνών Κανονισμών προς αποφυγή Συγκρούσεων εν θαλάσση, 1972 (Δ.Κ.Α.Σ.), που κυρώθηκε με το ΝΔ 93/ 1974, η λέξη δε πλοίο, κατά τον Κανόνα 2, περιλαμβάνει κάθε πλωτό μέσο και άνευ εκτοπίσματος. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, στις διατάξεις που εφάρμοσε αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, στο οποίο έχει ενσωματωθεί η πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, και στην οποία το άνω Συμβούλιο, εξ ολοκλήρου, επιτρεπτώς, αναφέρεται, από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται δέχτηκε ανελέγκτως, τα εξής:
" Στις 13.6.2004, κατά το χρονικό διάστημα από 17.30 ως 18.00 μ.μ. περίπου στην περιοχή του ακρωτηρίου ... συγκρούστηκαν το ταχύπλοο φουσκωτό σκάφος με το όνομα "..." ΛΠ ..., με μηχανή 225 ίππων, κυβερνούμενο από τον ιδιοκτήτη του Χ, με συνεπιβάτες την σύζυγό του ΑΑ και την 13χρονη κόρη τους ΒΒ, που κατευθύνετο προς ..., και το ταχύπλοο σκάφος τύπου Τζετ Σκι 160 ίππων, ιδιοκτησίας ΓΓ, κυβερνώμενο από τον ΔΔ. Από την σύγκρουση ο ΔΔ έπεσε στη θάλασσα, από όπου περισυνελέγη νεκρός. Σύμφωνα με το με αριθμό 1161/30.6.04 πιστοποιητικό της ΕΜΥ ο καιρός στην περιοχή ήταν σχεδόν αίθριος με ανέμους σχεδόν μέτριους 3-4 μποφόρ και ορατότητα 5 ν.μ. περίπου. Σύμφωνα με το απόσπασμα ημερολογίου συμβάντων Κ.Λ. ... περί ώρα 18.25 μ.μ. της 13.6.04 ο κυβερνήτης Α/Κ "..." ενημέρωσε το άνω Λιμεναρχείο μέσω VΗF σχετικά με θαλάσσιο ατύχημα σε περιοχή ... από διερχόμενο ταχύπλοο, περί ώρα 18.35 μ.μ. περίπου το εν λόγω ταχύπλοο μπήκε με μεγάλη ταχύτητα στο λιμανάκι ..., όπου σπεύδουν άνδρες του Λιμεναρχείου, περί ώρα 19.00 μ.μ. ειδοποιείται ασθενοφόρο ΕΚΑΒ, καθόσον μία από τις επιβαίνουσες στο σκάφος είχε υποστεί σοκ, ενώ το ίδιο το σκάφος ανελκύεται στην ξηρά γιατί έφερε χτυπήματα και υπήρχε κίνδυνος βύθισής του, περί ώρα 19.10 μ.μ. και οι τρεις επιβάτες του ταχυπλόου οδηγούνται στο Κ.Λ. ..., όπου ο Χ σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι ανοιχτά του κάβου ... σκότωσε κάποιον που επέβαινε σε τζετ σκι, γεγονός που επιβεβαίωσε διστακτικά και η σύζυγός του. Ο εκ των λιμενικών που είδαν τον Χ στο ... ΕΕ κατέθεσε ότι ο παραπάνω ήταν σοκαρισμένος και έκλαιγε, όπως και οι επιβαίνουσες στο σκάφος ότι του είπε πως μάλλον είχε σκοτώσει έναν άνδρα που επέβαινε σε τζετ-σκι, όταν ο τελευταίος, κάνοντας ελιγμούς και έχοντας σηκωμένο το χέρι του, έστριψε απότομα αριστερά και έπεσε πάνω του, πως μόλις τον είδε να στρίβει έκανε κράτει στις μηχανές και πως απομακρύνθηκε από τον τόπο του ατυχήματος γιατί η κόρη του φώναζε και έκλαιγε, έχοντας όμως προηγουμένως ειδοποιήσει μέσω VΗF το Λιμεναρχείο. Το ταχύπλοο σκάφος ανελκύστηκε στο τρέιλερ του αυτοκινήτου του Χ, που ήταν σταθμευμένο στο σημείο εκείνο, και στη συνέχεια δεσμεύθηκε ο δε τελευταίος συνελήφθη (βλ. σχετικές εκθέσεις). Μετά την σύλληψή του ο άνω κυβερνήτης οδηγήθηκε στο νοσοκομείο για αιματολογική εξέταση αλλά και για γενικότερη εξέταση, καθόσον, όπως εκτίμησαν στο Λιμεναρχείο, ευρίσκετο σε κατάσταση σοκ. Μετά την άσκηση ποινικής διώξεως ο εισαγγελέας παρήγγειλε την διενέργεια προανακρίσεως περιλαμβάνουσα και πραγματογνωμοσύνη. Όπως αναγράφεται στον από 22.6.04 διορισμό του ως πραγματογνώμονα, στον ΣΤ ανατέθηκε να αποφανθεί για τα ακόλουθα ζητήματα: α) ποιες οι πορείες, οι ταχύτητες και συνολικά οι ειδικότερες συνθήκες συγκρούσεως των δύο ταχυπλόων σκαφών β) ποια τα αίτια πρόκλησης του ατυχήματος γ) αν το περιστατικό οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια ή τυχαίο γεγονός....ε) να αναφέρει στην έκθεση του οτιδήποτε άλλο προκύπτει από τις γνώσεις και την εμπειρία του. Ο κυβερνήτης και μοναδικός επιβαίνων του αλιευτικού σκάφους "..." ΖΖ, εξετασθείς τόσο προανακριτικά όσο και ανακριτικά, κατέθεσε ότι, ενώ έπλεε με το σκάφος του κοντά στο σημείο του συμβάντος, τον πλησίασε το προαναφερθέν ταχύπλοο, όπου επέβαιναν δύο γυναίκες, καθισμένες η μία δίπλα στην άλλη, και ο κυβερνήτης του που έδειχνε αναστατωμένος, και τον ρώτησε αν έχει VΗF, ότι όταν του απάντησε καταφατικά, του ζήτησε να ειδοποιήσει το Λιμεναρχείο γιατί -ήλθε κάποιος και έπεσε πάνω στο σκάφος του και πρέπει να τον χτύπησε, του έδειξε με το χέρι το σημείο του ατυχήματος, και στη συνέχεια, χωρίς να του δώσει οποιοδήποτε στοιχείο ταυτότητας, έσπευσε να απομακρυνθεί, ότι ο ίδιος κατευθύνθηκε προς το υποδειχθέν σημείο και φθάνοντας είδε το τζετ-σκι να επιπλέει και σε απόσταση πενήντα μέτρων έναν άνδρα που φορούσε σωσίβιο και ήταν πεσμένος μπρούμυτα μέσα στη θάλασσα, ακίνητος, με το κεφάλι στο νερό, τον οποίο πλησίασε, αλλά όχι πολύ γιατί δεν ήξερε αν ήταν ζωντανός και δεν ήθελε να διακινδυνεύσει να τον χτυπήσει με την προπέλα του δικού του σκάφους, ότι τελικά και, μετά από σχετικές εντολές του Λιμεναρχείου, με την βοήθεια ανδρών από το αλιευτικό "Νέστορας", των οποίων είχε ζητήσει την συνδρομή, γιατί αδυνατούσε μόνος του, ανέσυρε από την θάλασσα στο σκάφος του τον ΔΔ και διαπίστωσε πως ήταν νεκρός, έβγαζε αφρούς από το στόμα, τα μάτια του ήταν ανοιχτά και έφερε τραύματα μάλλον προερχόμενα από τον έλικα του ταχύπλοου, το δε τζετ-σκι ρυμούλκησε προς την ξηρά το αλιευτικό "..." (βλ. και σχετικές καταθέσεις κυβερνήτη του τελευταίου ΗΗ και λιμενικού ΘΘ). Σύμφωνα με την συνταγείσα από τον διενεργήσαντα την νεκροψία και νεκροτομή ιατροδικαστή ΚΚ με αριθμό ... ιατροδικαστική έκθεση οι κακώσεις στο σώμα του θανόντος έγιναν όλες ενώ ευρίσκετο εν ζωή ο δε θάνατος του αποδίδεται σε πνιγμό στη θάλασσα συνεπεία κακώσεων κεφαλής και θώρακος (βλ. και σχετικές εκθέσεις τοξικολογικής και ιστολογικής εξετάσεως). Καταθέτοντας δε κατά την κυρία ανάκριση ο άνω ιατροδικαστής διευκρίνισε ότι το συμπέρασμά του βασίστηκε στην ανεύρεση μικροφυσαλλώδους αφρού στους ρώθωνες και το στόμα και οιδήματος στους πνεύμονες, στην μεγάλη ποσότητα φυσαλιδώδους υγρού που εκρέει κατά τας διατομάς στους πνεύμονες και στον χαρακτηριστικό τριγμό χιόνος, ενώ τις διαπιστωθείσες πρόσφατες ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις μυοκαρδίου αποδίδει στα προκληθέντα στρες και πόνο λόγω των κακώσεων που υπέστη ο θανών. Επίσης υποστηρίζει ότι μόνες οι κακώσεις που διαπίστωσε στον θανόντα δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αιτία θανάτου, δηλαδή αν ούτος ευρίσκετο στην ξηρά θα επιζούσε, ότι ο θανών, ευρισκόμενος μπρούμυτα στη θάλασσα, μετά τα χτυπήματα που είχε δεχτεί, είναι λογικό να χάσει τις αισθήσεις του και να μην μπορεί να αναπνεύσει, ότι ο θάνατος επήλθε κατ'ανώτατο όριο πέντε λεπτά της ώρας περίπου εφόσον το σώμα ήταν βυθισμένο στο νερό και ότι αν μέσα στα πέντε πρώτα κρίσιμα λεπτά της ώρας είχαν παρασχεθεί στον παθόντα οι πρώτες βοήθειες, ήτοι να διατηρηθεί το κεφάλι του εκτός νερού και να βοηθηθεί ώστε να βγάλει το νερό που τυχόν είχε εισέλθει στους πνεύμονες του, θα πληρούντο οι συνθήκες επιβίωσής του. Στην διενεργηθείσα από τον ΣΤ πραγματογνωμοσύνη αναγράφεται μεταξύ άλλων ότι, όπως φαίνεται από τα ευρήματα επί των δύο πλεούμενων, κατά την σύγκρουση οι πορείες τους ήταν διασταυρούμενες συγκλίνουσες, με φυλάσσον το "...", που έδειχνε την δεξιά πλευρά του, και φυλασσόμενο το τζετ-σκι, που έδειχνε την αριστερή πλευρά του με γωνία σύγκρουσης της πρύμνης προς τα δεξιά του ... 30-35" μοίρες περίπου ως προς τον διαμήκη άξονα του τζετ-σκι και προς τα αριστερά αυτού, το οποίο ήρχετο από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με το ... και πέρασε κάτω από αυτό, και ότι τόσο το τζετ-σκι όσο και το ... ήταν σε κίνηση κατά την σύγκρουση, όπως τούτο συνάγεται από τα τραύματα του θανόντος, τα προκληθέντα από την έλικα του ... και από τα ίχνη επαφής στο ..., που δείχνουν να είχε ανασηκωμένη την πλώρη του πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας κατά την ώρα της σύγκρουσης και να πέρασε σχεδόν κατά μήκος πάνω από το τζετ-σκι. Από το σύνολο των προεκτεθέντων συνάγονται ικανές και αποχρώσες ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου για τις αποδιδόμενες σ'αυτόν αξιόποινες πράξεις της θανατηφόρου εκθέσεως και της παραβίασης του κανονισμού προς αποφυγή συγκρούσεων και όχι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όπως υποστηρίζει ούτος. Συγκεκριμένα στις 13.6.2004, στην περιοχή του ακρωτηρίου "..." ..., κυβερνώντας το ταχύπλοο σκάφος του "...", κατευθυνόμενος προς ..., δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε στις συγκεκριμένες περιστάσεις ως μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος και ως κυβερνήτης ταχυπλόου, έχων λάβει σχετική άδεια οδήγησης αυτού μετά την αντίστοιχη εκπαίδευση, και δη, αν και αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση τον ΔΔ να χειρίζεται ταχύπλοο σκάφος τύπου τζετ σκι, και να πλησιάζει επικίνδυνα προς το μέρος του από την αντίθετη κατεύθυνση, δεν φρόντισε να πλέει με ασφαλή ταχύτητα ώστε να μπορεί να λάβει εγκαίρως τα πρέποντα και αποτελεσματικά μέτρα και να χειρίσει κατά τον καλλίτερο δυνατό τρόπο για να αποφευχθεί η σύγκρουση, δεν μετέβαλε την πορεία του προς τα δεξιά του τζετ σκι ώστε έκαστος να διέλθει από την αριστερή πλευρά του ετέρου, ούτε διέκοψε την πορεία του αλλά την συνέχισε, παραβιάζοντας τον κανονισμό προς αποφυγή συγκρούσεων, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με την αριστερή πλευρά του τζετ-σκι, που ήλθε με πορεία από δεξιά προς τα αριστερά του, και να τραυματιστεί από την σύγκρουση σε διάφορα σημεία του σώματός του, όπως αναφέρονται στην ιατροδικαστική έκθεση, ο στερούμενος αδείας ικανότητας οδήγησης τζετ-σκι ΔΔ, ο οποίος έπεσε στη θάλασσα. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, ενώ είχε προκαλέσει τον τραυματισμό του προαναφερθέντος, ο οποίος ευρίσκετο στη θάλασσα, επιπλέοντας μεν γιατί φορούσε σωσίβιο αλλά λιπόθυμος, με το πρόσωπο μέσα στο νερό κοιτάζοντας προς τον βυθό, ανίκανος να απομακρύνει με τις δικές του δυνάμεις τον κίνδυνο για την ζωή του και μη περιμένοντας την αναγκαία βοήθεια από άλλον πλην του κατηγορουμένου, και ενώ γνώριζε αυτά και είδε ότι ο παθών ευρίσκετο σε κατάσταση κινδύνου για την ζωή του, χωρίς να καταβάλει οποιουδήποτε είδους προσπάθεια για να τον βοηθήσει, εξουδετερώνοντας τον άνω κίνδυνο, αποδεχόμενος τούτον αλλά ελπίζοντας ότι δεν θα επέλθει, τον εγκατέλειψε, αναζητώντας βοήθεια, σε απόσταση ενάμιση με δύο ναυτικά μίλια, από διερχόμενο αλιευτικό σκάφος, με ένα ψαρά, μέσω του οποίου ειδοποίησε και το Λιμεναρχείο, χωρίς να χρησιμοποιήσει για τον άνω λόγο τα δύο κινητά τηλέφωνα που ευρίσκοντο εν λειτουργία στο σκάφος του και χωρίς να δώσει οποιοδήποτε στοιχείο ταυτότητάς του και κατέπλευσε στο σημείο της ακτής όπου ευρίσκετο το τρέϊλερ μεταφοράς του σκάφους του, με σκοπό την αποφυγή άμεσης εμπλοκής του με τις συνέπειες της συμπεριφοράς του και με τις αρχές. Από την άνω έκθεση όμως και από αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε στις συγκεκριμένες περιστάσεις ως μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος και ως κυβερνήτης ταχυπλόου, έχων λάβει σχετική άδεια οδήγησης αυτού μετά από αντίστοιχη εκπαίδευση, και δεν φρόντισε, πριν φύγει από το σημείο συγκρούσεως, ενώ γνώριζε από την εκπαίδευσή του τι έπρεπε να κάνει, ενώ ήταν ακόμα ημέρα, η θάλασσα ήταν καλή και ενώ μπορούσε να βοηθηθεί από την συνεπιβάτη σύζυγο του, για την άμεση παροχή στον παθόντα των πρώτων βοηθειών και για την στρέψη του σώματός του ανάσκελα ώστε να είναι ελεύθερες οι αναπνευστικές του οδοί και να αποφευχθεί η εισρρόφηση θαλασσίου ύδατος, με συνέπεια να επέλθει ο θάνατός του από πνιγμό. Το αποτέλεσμα δε αυτό μπορεί ο κατηγορούμενος να προέβλεψε ως ενδεχόμενη συνέπεια της συμπεριφοράς του, δεν προκύπτουν όμως επαρκείς ενδείξεις ότι δεν πίστευε πως θα το απέφευγε, θεωρώντας προφανώς ότι ο παθών θα συνήρχετο από την επαφή του με το κρύο νερό, θα κολυμπούσε βγάζοντας το πρόσωπό του από αυτό και θα μπορούσε να αντέξει, μέχρι να του παρασχεθεί βοήθεια. Τις άνω σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου δεν είναι ικανοί να άρουν οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του, όπως αυτοί περί πλάνης ή καταστάσεως ανάγκης και δη ότι έφυγε εσπευσμένα από το σημείο συγκρούσεως α) γιατί πίστευε πως ο ΔΔ είχε πεθάνει ακαριαία και δεν χρειάζετο την βοήθεια του, όπως το ισχυρίστηκε και στο Λιμεναρχείο όταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος ήδη με το από 2.2.05 υπόμνημά του αποδέχεται ότι απλώς πλησίασε με το σκάφος του τον παθόντα και από απόσταση έκανε τις εκτιμήσεις του, όταν ο ΖΖ κατέθεσε πως ο κατηγορούμενος του είπε ότι πρέπει να χτύπησε τον παθόντα, όταν ο ΕΕ κατέθεσε πως τα πρώτα λόγια του κατηγορουμένου ήταν ότι πιθανόν να σκότωσε έναν άνδρα, από τα οποία συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος φεύγοντας δεν πίστευε πως είχε αφήσει νεκρό τον ΔΔ στο σημείο συγκρούσεως β) γιατί πίστευε πως το σκάφος του είχε υποστεί ρήγμα από την σύγκρουση και θα βυθίζονταν και πως η ανήλικη κόρη του είχε χτυπήσει σοβαρά στο κεφάλι, όταν η ίδια η συμπεριφορά του δεν συνηγορεί με τα προαναφερθέντα, αφού δεν έσπευσε στην κοντινότερη ακτή αλλά επέστρεψε κοντά στην ..., στο σημείο όπου είχε αφήσει το τρέϊλερ με το οποίο μετέφερε το σκάφος του, από τους μάρτυρες που είδαν τους επιβάτες του σκάφους ουδείς κατέθεσε πως η ανήλικη ήταν λιπόθυμη, μετά την αποβίβαση τους ουδείς μπήκε στο ασθενοφόρο που είχε φθάσει στο σημείο αλλά τόσο η σύζυγος όσο και η κόρη του ακολούθησαν τον κατηγορούμενο όπου τον οδήγησαν οι λιμενικοί και τελικά μόνον ο τελευταίος μετέβη στο νοσοκομείο. Επομένως ούτε πλάνη ούτε εσφαλμένη αντίληψη της καταστάσεως είχε ο κατηγορούμενος, ούτε υπήρξε κατάσταση ανάγκης και μάλιστα με κίνδυνο αναπότρεπτο με άλλα μέσα και με την βλάβη που αποτράπηκε να είναι έστω ίση η ανάλογη με την βλάβη που προκλήθηκε. Παράλληλα δεν προκύπτει από τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας ότι οι αρχές ειδοποιήθηκαν για το συμβάν και από άλλο άτομο (γνωστό του κατηγορουμένου) πλην του κυβερνήτη του αλιευτικού ΖΖ. Εξ άλλου το ότι ο θανών έκανε επικίνδυνους ελιγμούς και ο κατηγορούμενος έκανε "κράτει" στη μηχανή του σκάφους του τα ισχυρίζονται μόνον ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του κατά την προανάκριση, της οποίας η κατάθεση αυτή έχει μπεί στο αρχείο κατ'άρθρο 31 § 2 Κ.Π.Δ.).
Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι ορθά απορρίφθηκαν τα αιτήματα του εκκαλούντος για διορισμό νέου ιατροδικαστή, αντικατάσταση-εξαίρεση του πραγματογνώμονα ΣΤ και διενέργεια δεύτερης πραγματογνωμοσύνης, δεδομένου ότι οι επικαλούμενες από τον εκκαλούντα γνώμες άλλων ιατρών αορίστως και η αναφορά σε ιατρικά συγγράμματα δεν είναι ικανά να αμφισβητήσουν σοβαρά το περιεχόμενο της ιατροδικαστικής εκθέσεως, σημεία του οποίου μάλιστα έχει διευκρινίσει ο συντάξας αυτήν ιατροδικαστής σε δύο ένορκες καταθέσεις του, ώστε να ανακύψει η υποχρέωση διορισμού και νέου ιατροδικαστή για να γνωματεύσει ξανά για την αιτία θανάτου του θύματος και τα ακραία χρονικά όρια αυτού. Αλλά και για τον ΣΤ δεν προκύπτουν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς προκατάληψή του ή δυσπιστία για την αμεροληψία του ο δε τρόπος που συνέταξε την πραγματογνωμοσύνη του κατά του οποίου ενίσταται ο εκκαλών, ο οποίος δεν προκύπτει να ζήτησε διορισμό τεχνικού συμβούλου, πρέπει να αποδοθεί στην ανταπόκρισή του στα ερωτήματα που του ετέθησαν, όπως αντιλήφθηκε ο ίδιος την έννοια και τα αιτούμενα με αυτά.
Επίσης ότι ορθά απορρίφθηκε η από 16-3-2007 αίτηση του κατηγορουμένου περί άρσεως της δεσμεύσεως του παραδοθέντος στην ανάκριση σκάφους του με τα στοιχεία "... Λ.Π. ...", που επιβλήθηκε δυνάμει της από 13.6.2004 εκθέσεως του Λιμεναρχείου ... (άρθρο 310 § 2 Κ.Π.Δ.), καθόσον τυχόν αλλοίωση, λόγω χρήσης ή συντηρήσεώς του, των ευρημάτων επ'αυτού είναι δυνατό να δημιουργήσει στο μέλλον δυσχέρειες στην εξακρίβωση της αλήθειας (άρθρο 268 § 3 Κ.Π.Δ.).
Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις της θανατηφόρου εκθέσεως και της παραβίασης του κανονισμού προς αποφυγή συγκρούσεων και για τον λόγο αυτό απέρριψε την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του αριθμ. 1065/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, απέρριψε δε και τα αιτήματα του εκκαλούντος - κατηγορουμένου περί διενέργειας δεύτερης πραγματογνωμοσύνης για τις συνθήκες του επίδικου θαλάσσιου ατυχήματος, περί διορισμού πραγματογνώμονα για την ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη και περί άρσεως της δέσμευσης του σκάφους αυτού (εκκαλούντος)". Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον σε αυτή αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άνω άρθρων, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κρίνοντας με πλήρη αιτιολογία ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, η αιτίαση ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος για το θάνατο του ΔΔ ούτε η πορεία και η ταχύτητα των άνω ταχύπλοων σκαφών είναι αβάσιμη, διότι από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται σε αυτό, προκύπτει ότι πρόκειται περί συνειδητής αμέλειας, αφού διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσείων προέβλεψε ότι μπορούσε να επέλθει ο θάνατος του ΔΔ εκ των τραυμάτων του αλλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν, θεωρώντας ότι ο θανών θα συνερχόταν από την επαφή του με το κρύο νερό, θα κολυμπούσε βγάζοντας το πρόσωπό του από το νερό και θα μπορούσε να αντέξει μέχρι να του παρασχεθεί βοήθεια. Εξάλλου, προσδιορίζεται ότι η πορεία του σκάφους του αναιρεσείοντος ήταν από ... προς ..., το δε θύμα έπλεε από δεξιά προς τα αριστερά του σκάφους του κατηγορουμένου υπό γωνία 30 έως 35 μοιρών περίπου, η δε ταχύτητα των σκαφών τούτων προσδιορίζεται ως μεγαλύτερη της ενδεδειγμένης, χωρίς βέβαια να απαιτείται η ακριβής κατά μαθηματικό υπολογισμό ταχύτητα αυτών, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη, ότι κατά την αιτιολογία του βουλεύματος το σκάφος του αναιρεσείοντος λόγω της αυξημένης ταχύτητάς του είχε ανασηκωμένη την πλώρη του και διήλθε πάνω από το τζετ σκι του θύματος, το οποίο και κατέστρεψε και επέφερε στο θύμα τις βαριές ως άνω σωματικές βλάβες από τις οποίες, λόγω της αμελείας του αναιρεσείοντος επήλθε ο θάνατός του. Πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τις παραδοχές του βουλεύματος οι κακώσεις στο σώμα του θανόντος έγιναν ενώ ευρίσκετο εν ζωή, ο δε θάνατός του αποδίδεται σε πνιγμό στη θάλασσα, συνεπεία των κακώσεων της κεφαλής και του θώρακος, οι κακώσεις δε αυτές δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αιτία θανάτου αν ο θανών τις υφίστατο στην ξηρά και ότι περαιτέρω, λόγω των χτυπημάτων, είναι λογικό να έχασε τις αισθήσεις του και να μη μπορούσε να αναπνεύσει, αφού το κεφάλι του ήταν βυθισμένο στο νερό με το πρόσωπο προς τον πυθμένα, εάν δε μέσα στα πέντε πρώτα κρίσιμα λεπτά, του είχαν παρασχεθεί οι πρώτες βοήθειες, τις οποίες μόνο ο αναιρεσείων μπορούσε να προσφέρει αφού δεν υπήρχε άλλος στην περιοχή έτσι ώστε να διατηρηθεί το κεφάλι του εκτός νερού προκειμένου να αναπνέει, θα επληρούντο οι συνθήκες επιβίωσής του. Αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί πραγματικής πλάνης και κατάστασης ανάγκης που συνίσταντο στο ότι έφυγε εσπευσμένα από το σημείο συγκρούσεως α) γιατί πίστευε ότι ο ΔΔ είχε πεθάνει ακαριαία και δεν χρειαζόταν τη βοήθειά του και β) γιατί το σκάφος του (αναιρεσείοντος) είχε υποστεί ρήγμα από τη σύγκρουση και θα βυθιζόταν, η δε ανήλικη κόρη του είχε χτυπήσει σοβαρά στο κεφάλι, καθόσον, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας ΖΖ, κυβερνήτης του αλιευτικού ..., τον οποίο πλησίασε μετά τη σύγκρουση, ο αναιρεσείων του ανέφερε ότι πρέπει να χτύπησε τον παθόντα, τα πρώτα δε λόγια του (αναιρεσείοντος) ενώπιον του λιμενικού ΕΕ ήταν, κατά την κατάθεση του λιμενικού αυτού, ότι πιθανόν να σκότωσε έναν άνδρα, από δε τις καταθέσεις αυτές συνάγεται ότι ο αναιρεσείων δεν πλανήθηκε. Εξάλλου ούτε σε κατάσταση ανάγκης περιήλθε, εξ αιτίας του ότι το σκάφος του θα βυθιζόταν και η κόρη του είχε τραυματισθεί σοβαρά, διότι σύμφωνα με την αιτιολογία του βουλεύματος, θα έπρεπε στην περίπτωση αυτή να καταπλεύσει στην κοντινότερη ακτή της ... και όχι να επιστρέψει στην ..., η δε ανήλικη κόρη του από κανένα μάρτυρα δεν επιβεβαιώθηκε ότι ήταν λιπόθυμη. Περαιτέρω, απορριπτέα είναι και η αιτίασή του ότι το βούλευμα δεν διέλαβε αιτιολογία για τη απόρριψη του ισχυρισμού του περί αποκλειστικής αμέλειας του θύματος, καθόσον ο ισχυρισμός του αυτός είναι αρνητικός της κατηγορίας και δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη απάντηση. Εξάλλου, η αιτίαση ότι αναιτιολογήτως το βούλευμα απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για διορισμό νέου ιατροδικαστή και διενέργεια δεύτερης πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης υπόκειται στην απόλυτη κρίση του Συμβουλίου ή του ανακρίνοντος και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, η αναιτιολόγητη δε απόρριψη τέτοιου αιτήματος δεν επιφέρει ακυρότητα ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο. Τέλος, η αιτίαση ότι η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία παραπέμπει εξ ολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών, αποτελεί αντιγραφή ως προς τα πραγματικά περιστατικά της πρότασης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που είναι ενσωματωμένη στο πρωτόδικο βούλευμα και το οποίο παραπέμπει εξ ολοκλήρου σε αυτήν ως και ότι η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών ταυτίζεται με το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου είναι αβάσιμη, διότι από την αντιπαραβολή των δύο προτάσεων δεν επιβεβαιώνεται η αιτίαση αυτή, η δε σύμπτωση ορισμένων περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο και στην Εισαγγελική πρόταση δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα συγκεκριμένα αυτά περιστατικά προέκυψαν και όχι άλλα, στη δε εισαγγελική πρόταση διαλαμβάνονται πλήρως και με σαφήνεια τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων τούτων, τα αποδεικτικά μέσα της προανάκρισης και της κυρίας ανάκρισης από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση .με την οποία συντάχθηκε και η κρίση του Συμβουλίου των Εφετών. Τέλος, η αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 268 ΚΠΔ απορρίφθηκε το αίτημα του αναιρεσείοντος για άρση της δεσμεύσεως του άνω σκάφους του, το οποίο παραδόθηκε στην ανάκριση, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή δικονομική διατάξεως δεν δημιουργεί ακυρότητα ούτε λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α', β' και δ' του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι των αναιρέσεων είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθ. 46/ 04-09-2008 και 49/ 08-09-2008 αιτήσεις του Χ για αναίρεση του 180/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκθεση. Έννοια. Όταν επήλθε θάνατος έγκλημα εκ του αποτελέσματος. Για την ολοκλήρωση της εκθέσεως απαιτείται η αλληλουχία τριών σταδίων α) τραυματισμός άλλου από πρόθεση ή αμέλεια, β) έκθεση από πρόθεση, γ) επέλευση του θανάτου από αμέλεια. Αμέλεια χωρίς συνείδηση και συνειδητή. Σύμβαση περί Διεθνών Κανονισμών προς αποφυγή συγκρούσεων εν θαλάσση. Έννοια πλοίου. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αμέλεια, Έκθεση.
| 0
|
Αριθμός 1.406/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεροντίδη, για αναίρεση της με αριθμό 724/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.834/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η' του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Κατά την ίδια διάταξη αδίκημα φοροδιαφυγής διέπραττε και ο αποδέκτης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Αντίθετα κατά το άρθρο 19 του ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων η αποδοχή πλαστών φορολογικών στοιχείων δεν αποτελεί πλέον τέτοιο αδίκημα και τούτο γιατί κρίθηκε από το νομοθέτη, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, ως μη απαραίτητο, "καθόσον είναι δυνατόν λήπτες πλαστών ή νοθευμένων φορολογικών στοιχείων, να αγνοούν την πλαστότητα ή τη νοθεία των στοιχείων". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη με αριθμό 724/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών. Προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω: "Ο κατηγορούμενος στη ..., στις 14 Νοεμβρίου 2001 και 5 Σεπτεμβρίου 2002, με πρόθεση αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διέφυγε ή μη την πληρωμή φόρου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την με αριθμ. πρωτ. 1727/20-2-2007 ανακοίνωση αξιόποινης πράξης και της από 9 Μαϊου 2006 έκθεσης ελέγχου της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων(ΥΠ.Ε.Ε) της Περιφερειακής Δ/νσης Πελοποννήσου, ως Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας "ΑΦΟΙ ΚΑΤΣΙΧΤΗ Α.Ε", που εδρεύει στον ... του Δήμου ..., αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία, ήτοι έλαβε δύο (2) τιμολόγια-Δελτία Αποστολής(για την πώληση αγαθών) με φερόμενο εκδότη τον "..." και συγκεκριμένα α) το υπ' αριθμ. 135/14-11-2001 Τιμολόγιο-Δελτίο αποστολής καθαρής αξίας 3.170.000 δραχμών, πλέον Φ.Π.Α 570.000 δραχμών και συνολικής αξίας 3.740.000 δραχμών και β) το υπ' αριθμ. 248/5-9-2002 Τιμολόγιο-Δελτίο αποστολής καθαρής αξίας 11.000,00 ΕΥΡΩ, πλέον Φ.Π.Α 1980, 00 ΕΥΡΩ και συνολικής αξίας 12.980,00 ΕΥΡΩ, στα οποία αναγράφονται ως αγορασθέντα εμπορεύματα διάφορα ανταλλακτικά και ελαστικά φορτηγών αυτοκινήτων, τα οποία καταχώρησε στα τηρούμενα βιβλία της παραπάνω επιχείρησης ως έξοδα και είχαν συμπεριληφθεί στις υποβληθείσες δηλώσεις Φ.Π.Α καθώς και στις συγκεντρωτικές καταστάσεις προμηθευτών των ετών 2001 και 2002 και στις αντίστοιχες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, αν και γνώριζε ότι αυτά τυγχάνουν εικονικά ως προς την έκδοση τους, δεδομένου ότι αυτά ουδέποτε εξεδόθησαν από τον "..." με συνέπεια να μη αποδοθούν στο Δημόσιο οι αναλογούντες φόροι, ήτοι ο Φ.Π.Α και ο φόρος εισοδήματος.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη του αυτή αναγνωριζομένης σε αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ." Με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, για την πράξη της αποδοχής εικονικών τιμολογίων. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27, 98 ΠΚ και 19 πα. 1, 3, 4, 21 παρ.2 του ν.2523/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκθέτει και με βάση τα οποία οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, που θεμελιώνει την αξιόποινη πράξη της αποδοχής των άνω εικονικών τιμολογίων και η γνώση του για το ανύπαρκτο των συγκεκριμένων συναλλαγών. Ο αναιρεσείων, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης διότι 1) καταδικάσθηκε για αποδοχή εικονικών τιμολογίων ενώ στην απόφαση υπάρχει η παραδοχή ότι οι συναλλαγές είναι πραγματικές και 2) στο σκεπτικό της υπάρχουν οι αντιφατικές παραδοχές ότι ο αναιρεσείων α)"αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία, ήτοι έλαβε δύο (2) τιμολόγια-Δελτία Αποστολής(για την πώληση αγαθών) με φερόμενο εκδότη τον "..." και β) "αν και γνώριζε ότι αυτά τυγχάνουν εικονικά ως προς την έκδοση τους, δεδομένου ότι αυτά ουδέποτε εξεδόθησαν από τον "...". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, διότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο δέχεται ότι οι συναλλαγές που αναφέρονται στα παραπάνω τιμολόγια-δελτία αποστολής, αφορούν δε την πώληση ανταλλακτικών και ελαστικών φορτηγών αυτοκινήτων, είναι εικονικές ως προς το πρόσωπο του εκδότη, δεδομένου ότι αυτά ουδέποτε εκδόθηκαν από τον φερόμενο ως εκδότη ... και συνεπώς, κατά τρόπο σαφή, δέχεται ότι οι συγκεκριμένες συναλλαγές δεν καταρτίστηκαν με αυτόν. Αβάσιμη όμως είναι και η αιτίαση, ότι δεν εκτίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση του για την εικονικότητα των φορολογικών στοιχείων, για την αποδοχή των οποίων καταδικάσθηκε, διότι, αφού το Δικαστήριο δέχεται ότι οι σχετικές συναλλαγές δεν καταρτίστηκαν με τον φερόμενο ως εκδότη αυτών, η παραπάνω γνώση ενυπάρχει στο πρόσωπο του, δεν ήταν δε υποχρεωμένο το Δικαστήριο να διαλάβει στην απόφαση του ειδικότερη αιτιολογία, εκθέτοντας και άλλα πραγματικά περιστατικά.
Συνεπώς οι παραπάνω λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, ενώ ο δεύτερος, κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται, με την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται οι αρνητικοί της κατηγορίας. Πρέπει όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός να είναι και ορισμένος, δηλαδή κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής έννοιας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολόγησης και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των αορίστων αυτών ισχυρισμών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά ούτε και επί των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών, που στερούνται αυτοτέλειας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, υπέβαλε, εγγράφως, στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια ανέπτυξε τον παρακάτω ισχυρισμό: "Τα συγκεκριμένα τιμολόγια -δελτία αποστολής αποτελούν αποδεικτικά πραγματικής προμήθειας ανταλλακτικών, όπως άλλωστε δέχεται και ο έλεγχος. Οι νόμοι της χώρας αλλά και οι κοινοτικοί κανονισμοί και οδηγίες, επιτρέπουν και ρυθμίζουν τις λεγόμενες αγορές από απόσταση ή πωλήσεις εκτός καταστήματος, δηλαδή με τη μορφή παραγγελίας αγοράς μέσω διαδικτύου, τηλεφώνου ή άλλου σύγχρονου μέσου επικοινωνίας.
Συνεπώς, δεν υποχρεούμαι να γνωρίζω εάν ο προμηθευτής μου από τον οποίο απαίτησα και έλαβα το κατά νόμο παραστατικό της συναλλαγής έχει μικρό η μεγάλο κατάστημα ή είναι ή δεν είναι συνεπής στις φορολογικές του υποχρεώσεις. Το έργο αυτό ανήκει ως άσκηση διοικητικής εξουσίας στις Δ.Ο.Υ και όχι στους πολίτες. Η υποχρέωση αναγραφής του μεταφορικού μέσου στο δελτίο αποστολής αφορά τον εκδότη και όχι τον παραλήπτη. Σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση αυτή επιβλήθηκε με το ν. 2992/2002 άρθρο 16 παρ.4 και ισχύει από 22.3.2002 δηλαδή δεν καλύπτει την πρώτη παράδοση που έγινε το έτος 2001, ενώ για το έτος 2002 η υποχρέωση αυτή, που σε κάθε περίπτωση αφορά τον εκδότη του δελτίου αποστολής, δεν είχε γίνει γνωστή", στη συνέχεια δε ζήτησε την απαλλαγή του κατηγορουμένου. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του, ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, αφού αναφερόταν στην έλλειψη του στοιχείου της γνώσης του αναιρεσείοντος, ως προς την εικονικότητα των φορολογικών στοιχείων και συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία. Επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα που προκλήθηκε στο ακροατήριο, από την έλλειψη ακροάσεως, πρώτος λόγος της αναιρέσεως. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρ.583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-11-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 724/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή εικονικών τιμολογίων. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για ελλιπή αιτιολογία εκ πλαγίου παράβαση και απόλυτη ακυρότητα από έλλειψη ακροάσεως, αφού ο ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, γιατί αναφέρεται στην έλλειψη γνώσεως για την εικονικότητα των φορολογικών στοιχείων. Απορρίπτει.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 1405/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γραμματά Κουρτούκα, περί αναιρέσεως της 11331/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1522/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 327 παρ. 2 του ΚΠΔ, που προβλέπει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητήσει από τον Εισαγγελέα την κλήτευση ενός τουλάχιστο μάρτυρα, αν κατηγορείται για πλημμέλημα ή δύο μαρτύρων, αν κατηγορείται για κακούργημα, συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, διότι παραβιάζει δικαίωμα που έχει σχέση με την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ. Κατά τη διάταξη όμως της παρ. 4 του ίδιου άρθρου "Οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 δεν εφαρμόζονται όταν ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο".
Συνεπώς αν η υπόθεση είναι αρμοδιότητας Μονομελούς Πλημμελειοδικείου και δικάζεται κατ' έφεση από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ο κατηγορούμενος δεν έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον Εισαγγελέα την κλήτευση μάρτυρα και συνεπώς η απόρριψη από τον τελευταίο της αίτησης που υποβλήθηκε δεν δημιουργεί ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο και με στοιχ. β', της αιτήσεως αναιρέσεως λόγο, επικαλείται την, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που προκλήθηκε από την απόρριψη της από 27.3.2008 αίτησής του, την οποία υπέβαλε κατά την προπαρασκευαστική διαδικασία στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και με την οποία ζήτησε την κλήτευση των μαρτύρων ... και ..., προκειμένου αυτοί να προσέλθουν και να καταθέσουν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάζοντος ως Εφετείου, μετά την άσκηση από τον αναιρεσείοντα έφεσης κατά της 39221/2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Συνεπώς ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠΔ, στην κατ' έφεση δίκη, εάν εμφανισθεί ο εκκαλών και αρχίσει η συζήτηση, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, ανεξάρτητα του αν τα ονόματά τους γνωστοποιήθηκαν ή μη, ή αν εξετάσθηκαν ή όχι στην πρωτόδικη δίκη. Μόνο αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην εξέταση τέτοιων μαρτύρων και το δικαστήριο αρνηθεί να τον ακούσει ή παραλείψει ν' αποφανθεί, επέρχεται απόλυτη, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο Εισαγγελέας πρότεινε να εξετασθεί ως μάρτυρας η ..., υπάλληλος της ΔΟΥ ..., που βρισκόταν στο ακροατήριο του κατ' έφεση δικάζοντος Δικαστηρίου. Ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο πληρεξούσιος δικηγόρος του, προέβαλλε αντίρρηση για την εξέταση της, επικαλούμενος ότι δεν μπορεί να εξετασθεί, διότι δεν ήταν μάρτυρας του κατηγορητηρίου και δεν είχε, προηγουμένως, γνωστοποιηθεί σ' αυτόν, στη συνέχεια δε το Δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφαση του, απέρριψε τον ισχυρισμό του και επέτρεψε την εξέταση της. Επομένως ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, πρώτος με στοιχ. α', αντίθετος, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω είναι αβάσιμος και ο από το ίδιο άρθρο, δεύτερος στην αίτηση, λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα που προκλήθηκε στο ακροατήριο, από έλλειψη ακροάσεως, με την παράλειψη του Δικαστηρίου να αποφανθεί στο αίτημα του αναιρεσείοντος για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, διότι, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε στο Δικαστήριο τέτοιο αίτημα, αφού (όπως προκύπτει από την 6η σελίδα των πρακτικών)τούτο αναφέρεται μόνο στην από 27-3-2008 αίτηση του αναιρεσείοντος προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.
Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ με καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τις διατάξεις αυτές πιο πάνω εγκλήματος που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή, ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για την νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς, για την δίωξη αυτών, δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, αλλά ούτε σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου απόφαση. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, πρέπει, να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή), εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Όταν, όμως, πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, όπως είναι και η μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη, αν, δηλαδή, στην περίπτωση της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, πρόκειται για μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή για καθυστέρηση της εφάπαξ καταβολής του χρέους πέραν των δύο μηνών. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση επίσης εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 11331/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, εκπροσωπηθείς στη δίκη από συνήγορο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, σε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών μετατραπείσα σε χρηματική. Στην αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται ότι "από τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας, που εξετάστηκε ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 27-2-2004 έως 31-3-2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, καθυστέρησε, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, την καταβολή των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ)χρεών, συνολικού ύψους άνω των 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα καθυστέρησε, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή των βεβαιωμένων στη ΔΟΥ ... χρεών, καταβλητέων εφάπαξ, συνολικού ύψους 157.966,79 ευρώ, όπως αυτά αναλυτικά αναφέρονται στον συνημμένο στο διατακτικό πίνακα χρεών, υπό στοιχεία 2 έως 8, από τα οποία (χρέη) το δεύτερο ,τρίτο, τέταρτο και έβδομο ανήκουν στην κατηγορία των λοιπών φόρων και χρεών γενικά, τα δε πέμπτο έκτο και όγδοο στην κατηγορία των παρακρατουμένων φόρων. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των άνω χρεών. Ως προς το 1ο χρέος ποσού 617,88 ευρώ, που βεβαιώθηκε στις 31-10-2002 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 29-11-2002 πρέπει να κηρυχθεί αθώος, καθόσον λόγω του ύψους και του χρόνου κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθεί, η μερικότερη αυτή πράξη κατέστη μη αξιόποινη. Τέλος πρέπει να απορριφθεί και ο αυτοτελής ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών καθόσον, από την ανάγνωση του ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου προκύπτει ότι αυτός έχει προηγούμενες καταδίκες, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός "βρέθηκε σε δύσκολη οικονομική θέση" και τα αίτια εξ αιτίας των οποίων βρέθηκε στη θέση αυτή, που ας σημειωθεί ούτε καν προσδιορίζονται από τον κατηγορούμενο". Με βάση τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση και του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή φυλάκισης. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία κα συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1γ του ν. 1882/1990, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997,34 παρ. 1 ν. 3220/2004, την οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ιδιαίτερη αιτιολογία υπάρχει, καθόσον αφορά τον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος συνιστάμενο στην καθυστέρηση της εφάπαξ καταβολής του χρέους πέραν των τεσσάρων μηνών. Περαιτέρω, παραδεκτά το σκεπτικό της απόφασης συμπληρώνεται από το διατακτικό και δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η παραπομπή σ' αυτό, ενόψει και του ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, το περιεχόμενο τους δεν ταυτίζεται, στο σύνολο του, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος. Κατ' ακολουθίαν, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', του ΚΠΔ τρίτος, λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει, να απορριφθεί.
Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του Δικαστηρίου κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει κατά την ακροαματική διαδικασία, την αναβολή της δίκης, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί των προσφυγών που άσκησε ενώπιον των διοικητικών Δικαστηρίων για την ακύρωση των πράξεων επιβολής προστίμου. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από το δικαστήριο, με την αιτιολογία ότι, " από το γεγονός ότι ο νόμος δεν εξαρτά την κίνηση της ποινικής διώξεως για το αδίκημα της παραβίασης της προθεσμίας χρεών προς το Δημόσιο, από την προηγούμενη τελεσίδικη κρίση επί της προσφυγής που τυχόν θα ασκήσει ο κατηγορούμενος κατά των οικείων καταλογιστικών πράξεων-φύλλων ελέγχου, σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται να δικάσει την ουσία της υπόθεσης παρά το ότι εκκρεμεί σχετική προσφυγή και πολύ περισσότερο που εν προκειμένω οι προσφυγές που άσκησε ο κατηγορούμενος κατά των πράξεων επιβολής προστίμου δεν έχουν ακόμη συζητηθεί παρά την πάροδο τεσσάρων ετών από της καταθέσεως των(βλ. την από 11-7-2008 βεβαίωση του Διοικητικού Πρωτοδικείου) με αποτέλεσμα να είναι αμφίβολο εάν θα εκδοθεί απόφαση επί αυτών μέχρι τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής της κατηγορούμενης πράξης". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και συνεπώς είναι αβάσιμος ο αντίθετος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., τρίτος (με στοιχ. α') της αιτήσεως λόγος αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθεί.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Για να είναι όμως παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει ο αναιρεσείων να προσδιορίζει στο δικόγραφο της αιτήσεως του τα συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία, αν και δεν αναγνώσθηκαν, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, τρίτος με στοιχ. γ' της αίτησης, λόγος αναιρέσεως, για το ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα, διότι, "η αναιρεσιβαλλομένη στο περί ενοχής του κατηγορουμένου σκεπτικό της φέρεται να έχει λάβει υπόψη της και τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο ( βλ. σελ. 15)", ενώ έγγραφα δεν αναγνώσθηκαν, είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής, κατά το άρθρο 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο και χωρίς αίτημα υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, αφού καταδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ(18) μηνών, μετέτρεψε την τελευταία σε χρηματική προς πέντε ευρώ την ημέρα. Προηγουμένως όμως ερεύνησε τις προϋποθέσεις αναστολής, λαμβάνοντας δε υπόψη του και το ποινικό του μητρώο, το οποίο ανέγνωσε μετά την περί ενοχής απόφαση του (βλ. την 14η σελίδα των πρακτικών), σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου, κατά τις παραδοχές της απόφασης, "ο κατηγορούμενος έχει καταδικασθεί αμετακλήτως... σε ποινή περιοριστική της ελευθερίας μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών" δέχθηκε στη συνέχεια, με ειδική αιτιολογία, την οποία διέλαβε στο περί ενοχής και την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ σκεπτικό του, ότι ο κατηγορούμενος έχει καταδικασθεί σε ποινή μεγαλύτερη από 6 μήνες και συνεπώς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή της ποινής. Επομένως το Δικαστήριο με το να μετατρέψει την ποινή, αφού προηγουμένως αποφάνθηκε με ειδική αιτιολογία, ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της αναστολής, δεν υπερέβη την εξουσία του και πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, τρίτος με στοιχ. β' λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 11331/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδίκη για χρέη προς το Δημόσιο. Απορρίπτει λόγους για ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ακυρότητα από τη μη κλήτευση μάρτυρα από τον Εισαγγελέα, εξέταση μάρτυρα δίχως προηγούμενη γνωστοποίηση λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν. Μετατροπή αντί για αναστολή εκτέλεσης της ποινής. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1401/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούσα την Χ1. Με εγκαλούμενους τους: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4 και 5. Ψ5.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 8500/6-2-2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 236/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 109/30.3.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Η Χ1, δημόσιος υπάλληλος, υπέβαλε στον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου του Εφετείου Αθηνών, την από 3-8-2007 και με αριθμό πρωτ. 10839 αναφορά της με την οποία κατήγγειλε τις 1) Ψ1, Εφέτη Αθηνών και ήδη Πρόεδρο Εφετών Θεσσαλονίκης, 2) Ψ2, Εφέτη Αθηνών, 3) Ψ3, Εφέτη Αθηνών, ήδη παραιτηθείσα 4) Ψ4, Αντεισαγελέα Εφετών Αθηνών και τον Ψ5, γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για ψευδή βεβαίωση. Η αναφορά αυτή αρχειοθετήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και αντίγραφό της υποβλήθηκε με την αριθμ. ΕΓ 78-08/11/14-7-2008 αναφορά του στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, αναφέροντας τους λόγους οι οποίοι τον οδήγησαν να μην κινήσει την ποινική δίωξη. Με το αριθμ. 8500/6-2-2009 έγγραφό του ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητος προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών να κρίνει περί της ορθότητας ή μη της αρχειοθέτησης, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2α-β Κ.Ποιν.Δ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε' του Κ.Ποιν.Δ. στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις της αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Ποιν.Δ. δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος ή ο καταγγελλόμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, για την ταυτότητα της αιτίας, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω της συνυπηρέτησης (ΑΠ 440/2006, ΑΠ 331/2001 Π.Δικ. 917, ΑΠ 204/87 ΝοΒ 35-412).
Εξάλλου από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 43 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Εφετών, αν δεν συμφωνεί με την αναφορά του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών για την αρχειοθέτηση της μήνυσης, όπου δεν έχει προηγηθεί προδικασία, έχει τα εξής δικαιώματα α) να παραγγείλει προκαταρκτική εξέταση από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για κακούργημα ή για πλημμέλημα αρμοδιότητας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ή β) να κινηθεί η ποινική δίωξη για τα λοιπά εγκλήματα και όταν έχει προηγηθεί προδικασία, αν δεν συμφωνεί με την αναφορά του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, έχει το δικαίωμα να παραγγείλει την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 περ. γ' του ίδιου Κώδικα αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών.
Κατά συνέπεια, επειδή η εγκαλουμένη Εφέτης Ψ2 υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών και η εγκαλουμένη Αντεισαγγελέας Εφετών Ψ4, υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. β' και 137 Κ.Ποιν.Δ.) λόγω συμμετοχής δε (άρθρο 130 Κ.Ποιν.Δ.) και για την ενότητα της κρίσης και για τις εγκαλούμενες Ψ1, Πρόεδρο Εφετών, που υπηρετεί στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, Ψ3, πρώην Εφέτη Αθηνών και ήδη παραιτηθείσα και τον εγκαλούμενο Ψ5, γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή στον πλησιέστερο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές εισαγγελικές αρχές που θα επιληφθούν σύμφωνα με το άρθρο 43 Κ.Ποιν.Δ.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω το Συμβούλιό Σας να διατάξει τη παραπομπή της υποθέσεως, που αναφέρεται στο αριθμ. 8500/6-2-2009 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και αφορά την αριθμ. πρωτ. 10839/3-8-07 αναφορά της Χ1 κατά των Ψ1, Εφέτη Αθηνών, ήδη Προέδρου Εφετών Θεσσαλονίκης, Ψ2, Εφέτη Αθηνών, Ψ3, πρώην Εφέτη Αθηνών και ήδη παραιτηθείσης, Ψ4, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και Ψ5, γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να κρίνει περί της ορθότητας ή μη της αρχειοθέτησης της παραπάνω αναφοράς της Χ1 σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές.
Αθήνα 17 Μαρτίου 2009
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠοινΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές Δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το Δικαστήριο της περιφέρειας ενός Εφετείου σε Δικαστήριο της περιφέρειας άλλου Εφετείου, ο Άρειος Πάγος, σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι με την από 3-8-2007 έγγραφη αναφορά της Χ1, μηνυόμενοι για ψευδή βεβαίωση δικαστικοί λειτουργοί, α) Ψ1, εφέτης Αθηνών και ήδη πρόεδρος εφετών Θεσσαλονίκης, β) Ψ2, εφέτης Αθηνών, γ) Ψ3, εφέτης Αθηνών και δ) Ψ4, αντεισαγγελέας εφετών Αθηνών, υπηρετούσαν όταν υποβλήθηκε η μηνυτήρια αναφορά και ήδη οι τρεις υπηρετούν ακόμη στο Εφετείο και στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών αντίστοιχα. Η εν λόγω μηνυτήρια αναφορά αρχειοθετήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και αντίγραφό της υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Με το με αριθ. πρωτ. 8500/6-2-2008 έγγραφό του ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών ζητεί τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας, άλλος εκτός Αθηνών, να κρίνει την ορθότητα ή μη της γενόμενης ως άνω αρχειοθετήσεως. Επομένως συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 του ΚΠοινΔ), και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υποθέσεως από του κατά τόπον αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου να κρίνει την υπόθεση, στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, και αν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της από 3-8-2007 μηνυτήριας αναφοράς της Χ1, αρχειοθετηθείσας από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, από του κατά τόπον αρμοδίου Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου ο τελευταίος να κρίνει περί της ορθότητας ή μη της άνω αρχειοθετήσεως και αν συντρέξει περίπτωση, στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2004. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας για αναφορά κατά τριών Δικαστών του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την παραπομπή της μηνύσεως κατά τριών δικαστών του Εφετείου Αθηνών από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου να κρίνει για την ορθότητα ή μη της αρχειοθέτησης αναφοράς κατά τριών δικαστών και στις ανακριτικές και στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και του Εφετείου Πειραιώς, σύμφωνα με τα άρθρα 43 παρ. 2 ΚΠΔ, 136 και 137 παρ. 1γ ΚΠΔ.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.