text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
Αριθμός 1400/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη- Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Διαλυνά, περί αναιρέσεως της 501-502/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Αυγούστου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1446/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α', β' και ζ' και παρ. 2 του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος, εκτός άλλων, εισάγει, αποθηκεύει, κατέχει ή πωλεί ναρκωτικά, αν δε η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους από τους τρόπους αυτούς και αφορά την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, επιβάλλεται στον υπαίτιο μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Ως πώληση ναρκωτικών, θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ, μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική επί των ουσιών τούτων εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Την δε αποθήκευση τελεί εκείνος που φυλάσσει με κάποιους όρους ασφαλείας σε κάποιο χώρο τα ναρκωτικά, έστω και αν δεν ασκεί ευθεία επ' αυτών κατοχή, αλλά έχει τη δυνατότητα να τα αναλάβει οποτεδήποτε θελήσει. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της αποθήκευσης, κατοχής ή πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας (βάρους) τούτων, που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση τούτων ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη καθώς και της ταυτότητος των πωλητών ή αγοραστών και γ) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας. Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διατάξεως που συνιστά λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ υπάρχει, όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή, κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 501-502/28-3-2008 απόφασή του, με συνδυασμό του σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των αναφερομένων στα πρακτικά της παρούσης δίκης εγγράφων, από την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και από όλη την αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αστυνομικοί της Δίωξης Ναρκωτικών Θεσσαλονίκης είχαν πληροφορίες, ότι κύκλωμα από Αλβανούς και Έλληνες εισάγουν στην Ελλάδα και διακινούν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Έτσι, ο αστυνομικός και μάρτυς Μ1 κατόρθωσε να πληροφορηθεί τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του μέλους του κυκλώματος και ήδη κατηγορουμένου και να έλθει σε επαφή μαζί του. Ο αστυνομικός εζήτησε από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήτο κάτοικος ..., αλλά την εποχήν εκείνην είχε επισκεφθεί την Αλβανία, να πωλήσει σε εκείνον 1 κιλό ηρωΐνης και πράγματι ο κατηγορούμενος απεδέχθη την πρόταση ζητήσας ως τίμημα το ποσόν των 10.000 €, το οποίον και συμφωνήθηκε. Την 6ην Ιουλίου 2006 ο κατηγορούμενος ετηλεφώνησε στον αστυνομικό, ο οποίος είχε εμφανισθεί ως έμπορος ναρκωτικών και τον επληροφόρησε ότι είχε εισέλθει στην Ελλάδα από την Κρυσταλλοπηγή και ότι είχε εισαγάγει στην Ελλάδα μισό κιλό ηρωΐνης, την οποίαν και θα πωλούσε στον αστυνομικό. Την 7ην Ιουλίου 2006 ο κατηγορούμενος ετηλεφώνησε και πάλι στο μάρτυρα αστυνομικό και κανόνισαν συνάντηση, για την αγοραπωλησία της εν λόγω ηρωΐνης, για την επομένην ημέραν στην .... Πράγματι, την 8ην Ιουλίου 2006 ο κατηγορούμενος και ο υποψήφιος αγοραστής-αστυνομικός συνηντήθησαν σε προκαθορισμένο σημείο της ... και ο κατηγορούμενος εζήτησε να δει τα χρήματα. Ο αστυνομικός έδειξε πράγματι στον κατηγορούμενο, χωρίς όμως και να το παραδώσει σε αυτόν, το φερόμενο από τον ίδιο ποσόν των 5.000 € και έτσι ο κατηγορούμενος, πιστεύσας ότι επρόκειτο να γίνει η αγοραπωλησία της ηρωΐνης, εισήλθε στο αυτοκίνητο του αστυνομικού. Αφού καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου ο αστυνομικός έθεσε σε κίνηση το αυτοκίνητό του και μετεκινήθησαν σε μικρή σχετικά απόσταση, ο κατηγορούμενος είπε στον αστυνομικό να σταματήσει και αφού κατήλθε από το αυτοκίνητο επήγε σε πλησίον ευρισκόμενο σημείο, όπου είχε αποθηκεύσει μίαν σακκούλα, η οποία περιείχε 520 γρ. ηρωΐνης. Επανήλθε στο αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος και παρέδωσε στον αστυνομικό (του οποίου μέχρι την στιγμήν εκείνην αγνοούσε την ιδιότητα) κατά κυριότητα τα 520 γρ. ηρωΐνης με την συσκευασία των, ακολούθως δε επενέβησαν και άλλοι αστυνομικοί, οι οποίοι παρακολουθούσαν τα γενόμενα και συνέλαβαν τον κατηγορούμενον. Ο τελευταίος, απολογούμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεν αμφισβήτησε τα ανωτέρω, αλλά απλώς προέβαλε τον ισχυρισμόν, ότι δήθεν μετέφερε την ανωτέρω σακκούλα στην Ελλάδα προκειμένου να εξυπηρετήσει κάποιον Ζ1 και χωρίς να γνωρίζει ότι η σακκούλα περιείχε ηρωΐνην, καθόσον ο Ζ1 τον διαβεβαίωσε ότι περιείχε ρούχα. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν γίνεται πιστευτός από το Δικαστήριο, αφού ο κατηγορούμενος δεν ηδυνήθη να δικαιολογήσει στο Δικαστήριο την όλην συμπεριφοράν του, δηλαδή τις αλλεπάλληλες τηλεφωνικές επικοινωνίες του με τον μάρτυρα αστυνομικόν, Μ1 την συνάντησή των στην ...., τον έλεγχον από τον ίδιον τον κατηγορούμενον του χρηματικού ποσού των 5.000 το οποίο έφερε ο αστυνομικός και κατόπιν τούτου την παραλαβή της ηρωΐνης από τον κατηγορούμενον, από το σημείον όπου την είχε αποθηκεύσει και την παράδοσή της στον αστυνομικόν. Τέλος, από τα εκτεθέντα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει, ότι μεταξύ του κατηγορουμένου και του μάρτυρος αστυνομικού Μ1 συνήφθησαν και εξετελέσθησαν τόσον η ενοχική όσον και εμπράγματη σύμβαση της πωλήσεως, αφού ο κατηγορούμενος μετεβίβασε την κυριότητα και παρέδωσε στον αστυνομικό την ηρωΐνην και συνεπώς όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, με τους οποίους αυτός ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ακολούθως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδομένων σε αυτόν πράξεων, να αναγνωρισθεί όμως σε αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, η οποία ανεγνωρίσθη και πρωτοδίκως". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των πράξεων: α) της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ποσότητος 520 γραμμάρια ηρωΐνης, β) της αποθήκευσης της πιο πάνω ναρκωτικής ουσίας, και γ) της πώλησης της αυτής ποσότητος ναρκωτικών ουσιών, από μη τοξικομανή, με σκοπό την εμπορία, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ, και του επέβαλε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία πλήττεται μόνο κατά το μέρος που αφορά την πράξη της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος της πωλήσεως ναρκωτικών και δη ποσότητας 520 γραμμαρίων ηρωΐνης, για το οποίο τελικά καταδικάσθηκε, και όχι αυτό της απόπειρας πωλήσεως, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (άρθρα 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, του ΠΚ, και άρθρα 4 παρ. 1, 3 Πίν. Α' αρ. 5 και 5 παρ.1 εδ. α, β και ζ,' και 5 παρ. 2 του Ν.1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. από το άρθρο 10 Ν. 2161/1993 και ισχύει με τον Κ.Ν.Ν 3459/2006), τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογούνται με πληρότητα και με σαφήνεια οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, ευρισκόμενος στην Αλβανία, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία, με το μάρτυρα αστυνομικό Μ1 του οποίου την ιδιότητα προφανώς αγνοούσε, προήλθε σε συμφωνία κατά το περιεχόμενο της οποίας αυτός (κατηγορούμενος), ανέλαβε έναντι τιμήματος 10.000 ευρώ, να του πουλήσει αρχικά ποσότητα ηρωϊνης βάρους ενός (1) χιλιόγραμμου. Αιτιολογείται επίσης, η παραδοχή εκείνη σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος, μετά την άφιξή του στην Ελλάδα, ήλθε σε προσωπική επαφή και συνάντηση με τον υποψήφιο ως άνω αγοραστή, την 8-7-2006 στην ... όπου απαίτησε από τον τελευταίο να του επιδείξει το ποσό των χρημάτων, που συμφωνήθηκε ως το τίμημα της πωλήσεως, προκειμένου να πειστεί για την πραγματοποίηση της πωλήσεως, ποσό που αντιπροσώπευε την αξία των 520 γραμμαρίων ηρωΐνης. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή εκείνη κατά την οποία ο κατηγορούμενος, αφού πείσθηκε για την ποσότητα του τιμήματος των 5000 ευρώ, μετέβη ευθύς αμέσως εγγύς του χώρου εκείνου, όπου είχε εναποθέσει προηγουμένως την ποσότητα της ηρωΐνης και στη συνέχεια, αφού επιβιβάστηκε στο όχημα που οδηγούσε ο προαναφερθείς αστυνομικός, του παρέδωσε την ως άνω ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας, και με τον τρόπο αυτό ολοκληρώθηκε η πώλησή της. Είναι δε χωρίς έννομη επιρροή το γεγονός ότι δεν παραδόθηκε σ' αυτόν(κατηγορούμενο) το τίμημα των 5000 ευρώ που συμφωνήθηκε, εξαιτίας του ότι άλλα αστυνομικά όργανα που παρακολουθούσαν τις κινήσεις του κατηγορουμένου, επενέβησαν για να τον συλλάβουν. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, κατ' εκτίμηση, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ. 1Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Αυγούστου 2008 αίτηση του Χ1 κρατουμένου των δικαστικών φυλακών ...., για αναίρεση της υπ' αριθμό 501-502/28-3-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια ναρκωτικών ουσιών. Αποθήκευση. Πώληση. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.
1
Αριθμός 1399/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θαλή Πολυχρονάκο, περί αναιρέσεως της 16,17,29,20/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 15 Απριλίου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 418/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 299 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου," αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση αφαίρεσης της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση κατά τη έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης . Κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ.1 ΠΚ, "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο ενόλω ή εν μέρει κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι, αφενός μεν η κλοπή, αφετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. Έτσι η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (αρθρ. 372 ΠΚ ) και της παράνομης βίας (330 ΠΚ). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει, να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή, εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον, δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠοινΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Β' του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Τέλος, στο άρθρο 45 του ΠΚ, ορίζεται ότι "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (με άμεσο κοινό δόλο) και της ληστείας, κατά συναυτουργία με τον συγκαταδικασθέντα συγκατηγορούμενό του Ζ. Ειδικότερα δέχθηκε τα εξής: "Η Ψ, γεννηθείσα το έτος 1954, μετά τον θάνατο των γονέων της, κατοικούσε μόνη της στην πατρική οικία, εις ..., επί της οδού ..., η οποία ήτο παλιά διώροφη μονοκατοικία, με αυλή εμπρός και πίσω, δηλαδή από την πλευρά της κυρίας εισόδου και από την πλευρά της κουζίνας. Και ο μεν ισόγειος όροφος αποτελείται από τρία κύρια δωμάτια, εκ των οποίων μια σαλοτραπεζαρία, ένα σαλόνι, το οποίο ελειτούργει ως υπνοδωμάτιο, με κρεβάτι, ντουλάπα και βιβλιοθήκη ως και ένα υπνοδωμάτιο που έχει παράθυρο προς την πίσω αυλή, προς δε χωλ δύο αποθήκες, μπάνιο και κουζίνα, η οποία έχει είσοδο και παράθυρο προς την πίσω αυλή, ο δε πρώτος όροφος αποτελείται από τέσσερα κύρια δωμάτια, αποθήκη, μπάνιο, κουζίνα και διάδρομο και χωλ, από το οποίο επικοινωνεί με την πίσω αυλή, μέσω εξωτερικής σκάλας, ενώ από το πλάι η άνω μονοκατοικία συνορεύει με οικόπεδο εις το οποίο ανεγείρετο οικοδομή τα Χριστούγεννα 2002. Η πίσω αυλή της οικίας εχωρίζετο από την τελευταία αυτή οικοδομή με διαχωριστικό τοίχο ύψους δύο μέτρων, ο οποίος όμως ευρίσκετο εν επαφή κατά το άνω τμήμα του με τον πρώτο όροφο της ανωτέρα) μονοκατοικίας? ούτω δεν εμπόδιζε κατ' ουσίαν την πρόσβαση, από την οικοδομή εις την πίσω αυλή αυτής της μονοκατοικίας, προς δε και ο δεύτερος όροφος της οικοδομής εφήπτετο με την ταράτσα της μονοκατοικίας. Γι' αυτό μετά το θάνατο του πατρός της Ψ, είχαν τοποθετηθεί, για λόγους ασφαλείας, σιδερένια κιγκλιδώματα εξωτερικώς εις τα παράθυρα και την πόρτα του ισογείου, και δη στο υπνοδωμάτιο και την κουζίνα (που έβλεπαν) προς την πίσω αυλή. Η ανωτέρω Ψ ήτο σοβαρή και αξιοπρεπής, μορφωμένη και με καλλιτεχνικές ανησυχίες, όμως λίγο μελαγχολική, λόγω της παθήσεως του σακχαρώδους διαβήτου που την είχεν αναγκάσει να υποβάλλεται εις συνεχείς ενέσεις ινσουλίνης, προς δε ολίγον κλειστή κοινωνικά και με λίγες επαφές με τους γείτονες και τους συγγενείς της, εκτός από δύο ή τρία πρόσωπα εκ των τελευταίων αυτών, μεταξύ των οποίων η θεία της, αδελφή της μητρός της, η ..., και η θυγάτηρ της τελευταίας αυτής, εξαδέλφη, της δηλαδή, η ..., δεν είχε δε ερωτικούς δεσμούς, μόνιμους, ή ευκαιριακούς, ούτε δέχετο επισκέψεις στην οικία της, εις την οποίαν κανείς δεν έμπαινε, πλην μιας κυρίας, η οποία είχε κατάστημα ψιλικών και όταν την ειδοποιούσε της πήγαινε ορισμένα πράγματα. Συνήθως είχε κλειστά τα παντζούρια, ακόμη και την ημέρα, γι' αυτό και οι περίοικοι δεν εγνώριζαν πότε είναι μέσα εις την οικία της και πότε απουσιάζει, ωστόσο είχε τηλεφωνικές επαφές με την εξαδέλφη της και μετά την αναχώρηση αυτής στο εξωτερικό, εις τις ... από το έτος 1983 έως το 1990, ως και κατά την παραμονή της τελευταίας στη ... από το 1996 και όταν επέστρεψεν αυτή, το 2001 επικοινωνούσαν μεταξύ των, χωρίς βέβαια να βλέπονται συχνά, παρά μόνο στις διακοπές. Ούτω την μονοκατοικία της Ψ επεσκέφθη η εξαδέλφη της ως άνω ... με τον σύζυγο της την 2-12-2002, ενώ μετά την 8-12-2002 και ολίγο προ των Χριστουγέννων, η Ψ δεν ενεφανίσθη πλέον στην γειτονιά ούτε απαντούσε στα τηλέφωνα, που της έκαναν η θεία της και εξαδέλφη της. Βέβαια η τελευταία αυτή έλεγε ότι θα την έπιασαν πάλι τα νεύρα της και δεν απαντά στα τηλέφωνα, διότι είχε και αναγνώριση των τηλεφωνικών κλήσεων, οι δε περίοικοι υπέθεσαν ότι θα έλειπε ταξίδι και δεν ανησύχησαν. Περί τα τέλη Ιανουαρίου 2003 κάποιος γείτονας ειδοποίησε την αστυνομία, ότι από την οικία της Ψ ήρχετο μία περίεργη μυρωδιά, πλην η αστυνομία εύρε το σπίτι κλειστό χωρίς να υπάρχουν ίχνη παραβίασης στην πρόσοψη, κτύπησε το κουδούνι και αφού δεν πήρε απάντηση, απεχώρησε χωρίς να πράξει κάτι. Ολίγον μετέπειτα και δη την 20-2-2003 η σύζυγος του γείτονος και μάρτυρος ..., από το διαμέρισμα των οποίων είναι ορατή η πίσω αυλή της οικίας Ψ, ανησύχησε διότι "δεν είχε φανεί η Ψ" (βλ. κατάθεση ... σήμερα), επεσήμανε δε μία ύποπτη παραβίαση του παραθύρου της κουζίνας (του ισογείου). Εντεύθεν και αυτός αφού διεπίστωσε το γεγονός, την επομένη 21-2-2003, ειδοποίησε την αστυνομία, η οποία όταν έφθασε στην μονοκατοικία της Ψ περί ώραν 16.15 (μ.μ.) διεπίστωσε τα εξής: Η κατοικία της Ψ ήταν κλειστή και ασφαλισμένη αλλά παραβιασμένη σε ένα μόνο σημείο. Ειδικότερα η σιδεριά του παραθύρου της κουζίνας είχε ανασηκωθεί με βαρύ εργαλείο (κασμά), είχαν αφαιρεθεί δύο γρίλιες από το παντζούρι του παραθύρου, το τζαμωτό αυτού είχε σπάσει σε μικρή έκταση και από εκεί είχε ανοιχθεί αυτό από το εσωτερικό του πόμολο, ακολούθως δε είχε ανοιχθεί η πόρτα της κουζίνας από μέσα καθώς και το εξωτερικό αυτής σιδερένιο κιγκλίδωμα. Επίσης μία γρίλια ήταν σπασμένη στο παράθυρο του υπνοδωματίου που βλέπει στην πίσω αυλή. Μέσα το σπίτι και στους δύο ορόφους παρουσίαζε μεγάλη ακαταστασία σαν είχε ψαχθεί για να βρεθούν πράγματα αξίας και να είχαν αφαιρεθεί διάφορα αντικείμενα είτε προσωπικά της παθούσας είτε ανήκοντα στην οικοσκευή, μάλιστα κάποιες καρέκλες ήταν συσκευασμένες στο χωλ της κυρίας εισόδου μαζί με τραπεζάκια, βαλίτσες και άλλα έπιπλα σαν να ήταν έτοιμες να μεταφερθούν. Στο υπνοδωμάτιο του ισογείου (που βλέπει στην πίσω αυλή) βρέθηκε το πτώμα της Ψ σε προχωρημένη αποσύνθεση, μουμιοποιημένο, φορώντας μόνο ένα νυχτικό. Η θέση του ήταν: πεσμένο στο πάτωμα με την πλάτη προς τον τοίχο, μεταξύ αυτού (τοίχου) και του κρεβατιού το οποίο είχε τραβηχτεί προς τα έξω, και η στάση του ήταν με λυγισμένα τα πόδια, ενώ τα σκεπάσματα ήταν αναστατωμένα. Η σκηνή αυτή έδειχνε ότι είχε προηγηθεί πάλη. Επακολούθησε υποβολή του πτώματος σε νεκροψία και άλλες εξετάσεις για να επιβεβαιωθεί ή αποκλεισθεί η εγκληματική ενέργεια. Η με αριθμό 191/3-3-2003 εργαστηριακή εξέταση δεν βρήκε φάρμακα είτε ναρκωτικά σε υπερβολική δόση ή δηλητήρια ή άλλες ουσίες που να δικαιολογούν τον θάνατο. Επίσης δεν διαγνώσθηκε και κάποια παθολογική αιτία θανάτου, αφού μάλιστα το θύμα έπασχε από διαβήτη, (όλα τα φάρμακά της και οι ενέσεις της βρέθηκαν σε τάξη στο σερβάν). Αντίθετα οι δύο ιατροδικαστές που εξέτασαν το πτώμα και ειδικότερα τον λάρυγγα της παθούσας, (... και ... αντίστοιχα,- βλ. την από 7-3-03 έκθεση νεκροψίας του πρώτου και την ομόχρονη ιστολογική εξέταση του δεύτερου), διαπίστωσαν αιμορραγικές διηθήσεις των μαλακών μορίων του λάρυγγα γενόμενες εν ζωή, οι οποίες αποτελούν απόδειξη ότι ο θάνατος επήλθε από στραγγαλισμό στις 21-12-2002. Επιπλέον στο μπάνιο του ισογείου βρέθηκε πνιγμένη με ένα σεντόνι η γάτα της παθούσας. Ολόκληρο το σπίτι ήταν γεμάτο έντομα και σκουλήκια και ανέδιδε έντονη δυσάρεστη μυρωδιά αποσύνθεσης. Όπως προκύπτει από με αριθμό 190303 από 19-3-03 τέλεξ του Τμήματος Εξερευνήσεων της Δ.Ε.Ε η αστυνομία διενήργησε στην κατοικία του θύματος κατά τις ημερομηνίες 21,22,23 και 24-2-2003 έρευνα για δακτυλικά αποτυπώματα και βρέθηκαν πράγματι αποτυπώματα του 1ου κατηγορουμένου Ζ στα εξής σημεία: α) στον παραστάτη της πόρτας του καθιστικού του ισογείου, β) στο κάγκελο της εσωτερικής σκάλας που οδηγεί από το ισόγειο στον πρώτο όροφο, γ) σε άδειο πλαστικό κουτί καλλυντικών μάρκας Channel που βρέθηκε στο δάπεδο υπνοδωματίου του 1ου ορόφου, δ) σε άδειο χάρτινο κουτί κινητού τηλεφώνου μάρκας NOKIA, που βρέθηκε στο δάπεδο του 2ου δωματίου του α' ορόφου και ε) σε άδειο σχισμένο χάρτινο κουτί καλλυντικών (πούδρας) μάρκας Channel που βρέθηκε σε άλλο υπνοδωμάτιο του 1ου ορόφου. Στις 9-2-2003 ο μάρτυρας ... δικηγόρος και συλλέκτης παλαιών βιβλίων αγόρασε στο ... από τον παλαιοπώλη Θ, ο οποίος ήτο κατηγορούμενος κατά την πρωτόδικο δίκη, δύο ιστορικά βιβλία με συγγραφέα τον στρατηγό ..., πατέρα του θύματος, με τίτλους "Η δράσις του 5ου Συντάγματος Πεζικού" και "Η Μικρασιατική Καταστροφή κατά τον Αύγουστο του 1922", τα οποία έφεραν και την διεύθυνση του συγγραφέα τους. Στις 16-2-2003 ο μάρτυρας επισκέφθηκε πάλι το ... και, επειδή του κίνησε το ενδιαφέρον το συγγραφικό έργο του στρατηγού, ερεύνησε αν υπάρχουν και άλλα έργα του προς πώληση, τελικά δε αγόρασε από άλλον παλαιοπώλη τον Ξ, ένα χειρόγραφο του ιδίου συγγραφέα σε μπεζ φάκελο με τίτλο " Εθνική Αντίστασις 1941-1945". Την επομένη της ανακαλύψεως του πτώματος ο μάρτυρας άκουσε την είδηση του θανάτου στο δελτίο ειδήσεων της τηλεόρασης, όπου έγινε αναφορά στο ονοματεπώνυμο και πατρώνυμο καθώς και στην διεύθυνση κατοικίας του θύματος εν ζωή. Συνδύασε τα στοιχεία αυτά με το όνομα και την διεύθυνση που αναγραφόταν στα βιβλία που είχε αγοράσει και υποπτευθείς ότι αυτά δεν κυκλοφορούσαν νόμιμα στην αγορά μετέβη την ίδια ημέρα στην Ασφάλεια όπου ανέφερε το γεγονός και παρέδωσε το έντυπο υλικό που είχε στην κατοχή του υποδεικνύοντας συγχρόνως και τους προμηθευτές του. Η αστυνομία ακολούθως έθεσε υπό παρακολούθηση και κατόπιν εξέτασε τους παλαιοπώλες Θ και Ξ. Ο Θ παραδέχθηκε (κατά την κύρια ανάκριση): α) ότι τα δύο βιβλία, που προέρχονταν πράγματι από το ανεκποίητο αρχείο του πατέρα του θύματος, του τα πούλησε ο 2ος κατηγορούμενος Χ, β) ότι ο 1ος κατηγορούμενος Ζ του πούλησε αντί 150 ευρώ διάφορα άλλα οικιακά και προσωπικά αντικείμενα, που διαπιστώθηκε πως προέρχονταν ομοίως από το σπίτι του θύματος (βλ. κατωτέρω) και γ) ότι ένα χρυσό σταυρό με μία γυναικεία χρυσή καδένα συνολικού βάρους 52 γρ. που διαπιστώθηκε να έχουν την ίδια προέλευση τα αγόρασε από τους ... και ..., κατηγορουμένους επίσης κατά την πρωτόδικο δίκη. Οι ... και ... έχουν δεχθεί κατά την κυρία ανάκριση και τούτο διασταυρώνεται ως αληθές σε συνδυασμό με τα λοιπά προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία ότι προμηθεύτηκαν τα αντικείμενα υπό στοιχ. γ' ανωτέρω από τον 1° κατηγορούμενο Ζ αντί 150 ευρώ και εν συνεχεία τα μεταβίβασαν στον Θ αντί τιμήματος 250 ευρώ. Ο Ξ αποδέχθηκε ότι αγόρασε το υπόλοιπο αρχείο του πατέρα του θύματος (διάφορα έγγραφα) από τον ... έναντι τιμήματος 30 ευρώ, (βλ. την από 25-2-2003 έκθεση κατασχέσεως). Επίσης προκύπτει ότι ο 1ος κατηγορούμενος (Ζ) πώλησε αντί αγνώστου τιμήματος στον ... τα έγγραφα του ανωτέρω αρχείου που βρέθηκαν εντέλει στην κατοχή του Ξ. Όλα τα ανωτέρω αντικείμενα και έγγραφα κατασχέθηκαν από την αστυνομία και είναι τα εξής: Ι) 1. μία ραπτομηχανή παλαιά φορητή με ξύλινο καπάκι με αριθμό σειράς 13233255 2) μία σαλατιέρα πορσελάνης μάρκας JONSON μπεζ χρώματος, 3) οκτώ πιατελάκια κρυστάλλινα γλυκού, 4) μία τσαγιέρα πορσελάνης με λαβή με σχέδιο, πολύχρωμα λουλούδια, 5) μία ζαχαριέρα πορσελάνης με την ίδια απεικόνιση, 6) μία πορσελάνινη τσαγιέρα με καπάκι με σπασμένη λαβή απεικονίζουσα λουλούδι, 7) έξι πιατελάκια με την ίδια ως άνω απεικόνιση, 8) δύο κούπες πορσελάνης με την ίδια ως άνω απεικόνιση, 9) ένα πιάτο πορσελάνης μπεζ χρώματος με στρογγυλή θήκη στην επιφάνειά του, 10) ένα σετ μαχαιροπήρουνα ασημί χρώματος αποτελούμενο από 12 πιρούνια, 12 κουτάλια και 11 μαχαίρια, 11) μία πιατέλα πορσελάνης με ροζ λουλούδια ως απεικόνιση, 12) μία σουπιέρα με λαβές και καπάκι πορσελάνινο με ροζ λουλούδια ως απεικόνιση, 13 μία πλατειά πιατέλα πορσελάνης με ίδια απεικόνιση, 14) ένδεκα πιατελάκια βαθειά γλυκού με ίδια απεικόνιση, 15) δώδεκα πιατελάκια του καφέ με την ίδια ως άνω απεικόνιση, 16) εννέα φλυτζανάκια του καφέ με την ίδια ως άνω απεικόνιση, 17) δύο σαλατιέρες με την ίδια ως άνω απεικόνιση, 18) μία φρουτιέρα πορσελάνης με την ίδια ροζ απεικόνιση, 19) δώδεκα γυάλινα σκαλιστά ποτήρια κρασιού, 20) είκοσι δύο ποτήρια γυάλινα σκαλιστά του νερού, 21) τρία γυάλινα ποτηράκια ούζου, 22) τρία σταχτοδοχεία κρυστάλλινα, 23) ένα κρυστάλλινο καπάκι μπουκαλιού μορφής φελού, 24) μία πλεκτή ζακέτα μπορντώ χρώματος, 25) δύο δαντέλες μήκους 2 μέτρων περίπου η κάθε μία, 26) ένα σύρμα με κρεμαστό πορσελάνινο πουλάκι, 27) ένδεκα ασπρόμαυρες φωτογραφίες, 28) δύο ζωγραφιές (η μία απεικονίζει βάζο με γαρύφαλλα και η άλλη ένα γουδί που φέρουν υπογραφή Κωστοπούλου), 29) ένα φάκελο με αποκόμματα παλαιών εφημερίδων και φωτογραφίες, 30) οκτώ μαλλιά (κούκλες) Μολοκότου για πλέξιμο, 31) μία πετσέτα προσώπου καφέ χρώματος, 32) έξι γυναικεία πορτοφόλια διαφόρων μεγεθών, 33) ένα ζευγάρι γυναικεία γάντια μαύρου χρώματος υφασμάτινα, 34) μία γυναικεία βεντάλια, 35) μία γυναικεία χρυσή καδένα, 36). ένα χρυσό σταυρό, 37) μία γυναικεία ταυτότητα, 38) ένα χρυσό σταυρό συνολικού βάρους των δύο υπ' αριθμ. 35 και 38 αντικειμένων 52 γραμμαρίων, 39) ένα φάκελο που αναγράφει "ενδιαφέροντα για το 1941-1945", 40). ένα φάκελο που αναγράφει "Νέες Θερμοπύλες του 1941 και το "Ολοκαύτωμα της Ελλάδος", 41) ένα φάκελο που αναγράφει "ενδιαφέροντα αποκόμματα εφημερίδων", 42) ένα τετράδιο που αναγράφει "Βαλκανικοί πόλεμοι της Ελλάδος 1912 -1913", 43) ένα τετράδιο που αναγράφει "Β' Μέρος- Επιχειρήσεις της Ελλάδος στην Ήπειρο", 44) ένα άσπρο φάκελο με διάφορες σημειώσεις,45) ένα τετράδιο που αναγράφει "Μέρος Γ- ο Β' Βαλκανικός επόμενος 1913", 46) ένα φάκελο που αναγράφει : "ο Γολγοθάς της έθνους", 47) ένα φάκελο που αναγράφει "διάφορα- μελέται προς ενέργεια", 48) ένα φάκελο που αναγράφει "δημοσιεύσεις σε εφημερίδες -ιστορικαί μελέται 1941-1945", 49) ένα φάκελο που αναγράφει "Μελέτη: Οι Νέες Θερμοπύλες του 41", 50) ένα φάκελο που αναγράφει "έτοιμες διάφορες μελέτες", 51). ένα αρχείο με τίτλο "η Εθνική Αντίσταση 1941-1945", 52) ένα βιβλίο με τίτλο "Η δράσις του 5ου Συντάγματος Πεζικού" και 53) ένα βιβλίο με τίτλο "Η Μικρασιατική Καταστροφή τον Αύγουστο του 1922". Η ανθρωποκτονία με σκοπό την ληστεία και η ληστεία αποδίδεται εις την από κοινού δράση των κατηγορουμένων Ζ και Χ την 21-12-2002 τις οποίες και διέπραξαν ούτοι. Οι κατηγορούμενοι ομολογούν ότι εισήλθαν στην οικία του θύματος, την οποίαν όμως ήδη είχαν παραβιάσει άλλοι άγνωστοι διαρρήκτες και ότι αφήρεσαν τα ανωτέρω αντικείμενα και έγγραφα, αρνούνται όμως ότι αυτοί σκότωσαν, προς δε ισχυρίζονται ότι δεν διαπίστωσαν την ύπαρξη πτώματος. Όμως ταύτα δεν είναι βάσιμα. Διότι, πέραν του ότι οι κατηγορούμενοι αντιφάσκουν μεταξύ των, (και) τα υπ' αυτών υποστηριζόμενα έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα άνω ευρήματα της Αστυνομίας και των ιατροδικαστών, προς δε και με τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι γενικώς και αορίστως επικαλούνται ότι είχαν παραβιάσει την οικίαν προηγουμένως άλλοι διαρρήκτες, προ της 21-12-2002 δηλαδή κατά την απολογίαν νυν του Ζ "το σπίτι το βρήκαμε διερρηγμένο" και "την 7-3-2003 πήγαμε τρίτη και τελευταία φορά", "πηγαίναμε τρεις συνεχόμενες ημέρες" χωρίς μάλιστα να τις συγκεκριμενοποιεί χρονικά, προς δε και κατά την απολογία του Χ πρωτοδίκως τέλος Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου μπήκαν στο σπίτι. Όμως εφόσον τα πράγματα, τα οποία πήραν από την οικίαν ανευρέθησαν εις τους παλαιοπώλες του ... την 9-2-2003 και 16-2-2003 (κατά την κατάθεση του μάρτυρος ...), οπωσδήποτε το άνω υποστηριζόμενο (ότι πήγαν στο σπίτι 7-3-2003 έστω και για τρίτη φορά) είναι εντελώς ανακριβές και μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Ούτως ήδη την 7-3-2003 την οικίαν (την) είχαν διαρρήξει οι κατηγορούμενοι και οι γείτονες είδαν την ύποπτη παραβίαση του παραθύρου της κουζίνας του ισογείου ολίγον προς της ανακαλύψεως του πτώματος και δη ο .... που από το σπίτι του έβλεπε την αυλή της θανούσης (βλ. κατάθεσή του σήμερα) (και) από την οποίαν μπήκαν οι κατηγορούμενοι αφού προηγουμένως, περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2002, κατόπτευσαν τον χώρο για να διαπιστώσουν εάν υπάρχουν άτομα εκεί. Εφ' όσον, λοιπόν, μετά την δακτυλοσκοπική έρευνα της Αστυνομίας, 21-24/2/2003, η οικία Ψ εκλείσθη και εσφραγίσθη, δεν ήτο πλεόν δυνατόν να ανοιχθεί, ούτε και διεπιστώθη άλλη μεταγενέστερα διάρρηξη. Και βέβαια, το ότι κατά την άνω δακτυλοσκοπική έρευνα διεπιστώθηκαν τα αποτυπώματα του πρώτου κατηγορουμένου στην οικία Ψ, αποδεικνύει ότι ούτος είχεν εισέλθει εις αυτήν τουλάχιστον προ της 21-2-2003, ότε ήρχισεν η έρευνα και όχι κατά το μεταγενέστερο χρόνο που επικαλείται ως άνω, ανεξάρτητα εάν ο ίδιος απολογούμενος πρωτοδίκως "δεν μπορεί να δώσει εξήγηση για τα αποτυπώματα του που βρέθηκαν στο σπίτι στις 21 Φεβρουαρίου 2003". Περαιτέρω και το γεγονός ότι από τον Δεκέμβριο 2002 ήξεραν τον χώρο που θα διαρρήξουν για να κλέψουν διάφορα αντικείμενα, δέχονται αμφότεροι οι κατηγορούμενοι (βλ. αναγνωσθέν υπ' αριθμ. πρωτ. 1045/2/2980-ιγ 721-4-2003 έγγραφο της Διευθύνσεως Δίωξης Εγκλημάτων κατά ζωής προς την Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών), χωρίς να αποδεικνύεται ότι κάποιος άλλος, διαρρήκτης εισήλθε στην μονοκατοικία το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, εις πάσαν περίπτωση, η ύπαρξη του πτώματος δεν ήτο δυνατόν να μη γίνει αντιληπτή από αυτούς, διότι ήτο εις εμφανές σημείο, τα σκουλήκια και η δυσοσμία δεν εδικαιολογούντο μόνο από την ψόφια γάτα που ανευρέθη κατά τ' άνω, στο μπάνιο του ισογείου, εχρησιμοποίησαν δε και φακό για την εξερεύνηση της οικίας και την αφαίρεση των αντικειμένων από αυτή, ώστε να είναι εντελώς αδύνατον να μην το δουν, εφ' όσον υπήρχε και δεν είχαν διαπράξει αυτοί το έγκλημα ή να μην ψάξουν για την προέλευση αυτής της έντονης δυσοσμίας και από ποίον χώρο της οικίας προήρχετο, ώστε να αποχωρήσουν, μετά την ανακάλυψη του πτώματος, και αν μην επανέλθουν υπό τον εύλογο \φόβο να μην τους αποδοθεί και η δολοφονία της Ψ. Αντιθέτως μάλιστα οι κατηγορούμενοι μετά την ανθρωποκτονία της Ψ, ότε πλέον και δεν ηδύνατο να υπάρξει αντίσταση εκ μέρους της, επανήλθαν και συσκεύασαν τις καρέκλες και τα τραπεζάκια, στο χωλ της κυρίας εισόδου της οικίας, όπου τα εύρον οι αστυνομικοί, έτοιμα προς μεταφορά και πώληση εις τα γνωστά "στέκια" των κατηγορουμένων του ....Οι κατηγορούμενοι απολογούμενοι πρωτοδίκως ισχυρίζονται (ότι) ο μεν Ζ ότι "όσα είπε στην αρχή στην ασφάλεια τα είπε επειδή φοβήθηκε", σχετικά δηλαδή με την επαφή και την δράση του με τον Χ, ο δε Χ είπεν ότι "δεν ξέρω ποιός την σκότωσε, αλλά εάν ο Ζ λέει ότι την σκότωσα εγώ, τότε εγώ κατηγορώ εκείνον ότι την σκότωσε". Ενώ όμως κατά την σημερινή του απολογία αρνείται να απολογηθεί (κατ' άρθρο 366 παρ. 3 Κ.Ποιν. Δ.) επαναλαμβάνει ότι τα αμέσως ανωτέρω τα είπε στην ανάκριση (βλ. φύλλο 16 σελ. α' της εκκαλουμένης περί το μέσον αυτής), δεν αρνείται να απαντήσει εις ερωτήσεις του Εισαγγελέως της έδρας και να ισχυρισθεί ότι ό,τι απελογήθη την 22-4-2003 στην ανακρίτρια και είπε ότι αναφέρεται στις προηγούμενες καταθέσεις του και τις επιβεβαιώνει, τα είπε γιατί πήγε στην Ανακρίτρια χωρίς δικηγόρο μόνο με την Αστυνομία, ενώ στην προανακριτική του απολογία είχε καταθέσει ότι ο ... (ο Ζ δηλαδή) του είχε πει ότι μέσα στο σπίτι υπήρχε μία σκοτωμένη γυναίκα και τότε ο Χ ήτο σίγουρος ότι την σκότωσε ο Ζ πριν πάνε μαζί να κλέψουν, ρώτησε δε τον Ζ πως την σκότωσε και αυτός δεν του είπε. Και αυτά ενώ εις το άνω αναγνωσθέν έγγραφο (υπ' αριθμ. 1045/2/2980 ιγ' / 21-4-2003)αναφέρεται ότι ο β' κατηγορούμενος (Χ) ισχυρίστηκε εξεταζόμενος στην προανάκριση ότι εντός της οικίας αντελήφθη το θύμα ι δολοφονημένο αλλά συνέχισε με τον συγκατηγορούμενό του να ψάχνουν για να κλέψουν αντικείμενα.Όλα τα ανωτέρω αντιφατικά μεταξύ τους και εντεύθεν μη πειστικά για την δράση του ενός ή του άλλου εκ των συγκατηγορου μένων μεμονωμένως, εξηγούνται εκ του ότι όταν υπάρχει κατανομή της εγκληματικής δραστηριότητος μεταξύ περισσοτέρων εγκληματιών ως συναυτουργών,είναι πλέον η συνήθης η τακτική αυτών να επιρρίπτουν έκαστος την ευθύνη στον συναυτουργό τους. Ούτως αμφότεροι οι κατηγορούμενοι ετέλεσαν από κοινού την ανθρωποκτονία από πρόθεση της Ψ, με συναπόφαση και κοινό δόλο, δια στραγγαλισμού δια χειρός, αφού παλαιψαν αμφότεροι με το θύμα, (και χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών εκάστου αυτών), και την ληστείαν, με σκοπό την οποία διεπράχθη η ανθρωποκτονία και αφήρεσαν τα ως άνω και εις το διατακτικό αναφερόμενα πράγματα. (Δεν είναι αναγκαία και εις το ση μείον αυτό η αναφορά των λεπτομερώς, αφού είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού που αποτελούν ενιαίο σύνολο (ΑΠ 484/2006,ΑΠ 1483/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ'2003.524 κι άλλες). Μετά ταύτα πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι (της) ανθρωποκτονίας από πρόθεση και (της) ληστείας, να απορριφθεί δε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Χ περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως άρθρου 84 παρ. 2 β' Π.Κ., ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μεγάλη ένδεια, διότι αυτός προβάλλεται αορίστως χωρίς σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά και συνεπώς απαραδέκτως. (ΑΠ 927/1999 Ποιν. Χρον. 2000, 433 = Ποιν. Δικ. 1999, 465). Επίσης πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του ιδίου κατηγορουμένου εκ του άρθρου 211 Α K.Ποιν.Δικ., διότι ούτος κατεδικάσθη όχι από μόνη την απολογία του συγκατηγορουμένου του Ζ, αλλά αφού έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο όλα τα άνω αποδεικτικά μέσα όπως κατ' είδος αναφέρονται στο σκεπτικό". Στη συνέχεια δε το άνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ανθρωποκτονίας με πρόθεση και ληστείας, τελεσθείσας από κοινού με άλλον και του επέβαλε ποινή ισόβιας καθείρξεως για την πράξη της ανθρωποκτονίας και ποινή καθείρξεως είκοσι ετών για την πράξη της ληστείας. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω δύο εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 45, 94 παρ.1, και 299 παρ.1, 380 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ήτοι εκτίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενός του Ζ είναι οι δράστες των διωκόμενων εγκλημάτων, για τα οποία και καταδικάστηκαν και οι δύο, ως από κοινού δράσαντες ως άνω, και από τα οποία προκύπτει ο κοινός δόλος των δύο συναυτουργών των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων. Ειδικότερα, σχετικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά τα αποδεικτικά μέσα και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά, β) αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία, από τα οποία προκύπτει και κατέληξε το Δικαστήριο, με βεβαιότητα, ότι αίτιο του θανάτου του θύματος είναι ο στραγγαλισμός στο λαιμό δια των χειρών των δραστών και όχι κάποιο παθολογικό αίτιο, όπως κώμα από διαβήτη και ότι δράστης του άνω εγκλήματος, κατά συναυτουργία με τον άνω συγκατηγορούμενό του, είναι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές σκέψεις, γ) αναφέρονται οι συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε η διάρρηξη της οικίας του θύματος και με κοινό δόλο των ανωτέρω δραστών η αναφερόμενη ανθρωποκτονία με στραγγαλισμό δια των χειρών και στη συνέχεια η προσχεδιασθείσα ληστεία, αφού προηγήθηκε πάλη των δραστών με το θύμα, χωρίς καμία αντίφαση στο αιτιολογικό και στο συμπέρασμα του Δικαστηρίου και χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εξειδικεύονται ιδιαίτερα οι κατ'ιδίαν ενέργειες των δύο συναυτουργών, οι οποίοι, όπως με σαφήνεια συνάγεται από το αιτιολογικό έδρασαν από κοινού με κοινό δόλο συναποφασίσαντες τα ως άνω εγκλήματα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ σχετικοί, πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και πρώτος και δεύτερος των προσθέτων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση και τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και της διατάξεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για δίκαιη δίκη, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, "Εκείνος που διευθύνει (τη συζήτηση) δίνει επίσης την άδεια στους διαδίκους όπως και στους συνηγόρους τους, να υποβάλλουν ερωτήσεις στους εξεταζόμενους μάρτυρες, πραγματογνώμονες ή τεχνικούς συμβούλους και δεν επιτρέπει ερωτήσεις άσκοπες ή έξω από το θέμα. Δίνει επίσης σ' αυτούς το λόγο για να αγορεύσουν ή, όταν το ζητήσουν, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις, για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται, εξετάζει τους μάρτυρες, τους κατηγορούμενους και τους αστικώς υπεύθυνους και δημοσιεύει την απόφαση". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 358 του ίδιου Κώδικα, "μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 333 παρ. 3, 366 και 368 του ΚΠοινΔ, προκύπτει με σαφήνεια, ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, σε μάρτυρες ή σε συγκατηγορούμενο, με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση, μόνον όμως εφόσον τον ζητήσουν. Και αν μεν ζητήσουν αυτοί το λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγή τους και στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, εκ του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του ίδιου Κώδικα. Αν όμως δεν ζητήσουν αυτοί το λόγο, ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται αν δεν τους δοθεί ο λόγος. Επομένως ο τρίτος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για παραβίαση των άνω δικονομικών διατάξεων και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και 20 του Συντάγματος, γιατί η διευθύνουσα τη συζήτηση πρόεδρος δεν έδωσε αυτεπαγγέλτως το λόγο στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ή στο συνήγορό του, μετά το πέρας της απολογίας του συγκατηγορουμένου του, για να απευθύνει σε αυτόν, δια αυτής (διευθύνουσας) ερωτήσεις, και να κάνουν τις παρατηρήσεις τους επί της επιβαρυντικής γιαυτόν καταθέσεως - απολογίας του, χωρίς αναφορά ότι είχε ζητηθεί από την πρόεδρο σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Όσον αφορά δε την αιτίαση κατά το δεύτερο σκέλος τρίτου λόγου αναιρέσεως, ότι μετά την ακολουθήσασα απολογία του συγκατηγορουμένου του, δεν του δόθηκε ο λόγος στον αναιρεσείοντα για συμπληρωματική απολογία και επήλθεν εκ τούτου ακυρότητα της διαδικασίας, αυτή είναι απορριπτέα, καθόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει (φύλλα 16-17), ότι απολογήθηκε πρώτος ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος, δεύτερος ο αναιρεσείων και μετά το πέρας της γενομένης απολογίας του αναιρεσείοντος, λόγω υποβολής ερωτήσεων του εισαγγελέα προς τον ήδη απολογηθέντα συγκατηγορούμενό του, έδωσε ο τελευταίος συμπληρωματική απολογία και μετά ταύτα η πρόεδρος, κατά τα άρθρα 333 και 368 ΚΠοινΔ, αφού ρώτησε όλους τους παράγοντες της δίκης, αν έχουν ανάγκη συμπληρωματικής εξέτασης ή διασάφησης, αυτοί απάντησαν αρνητικά και κηρύχθηκε το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς να ζητήσει ο αναιρεσείων ο ίδιος, ή δια του παρισταμένου συνηγόρου του, ότι επιθυμεί να δώσει συμπληρωματική απολογία. Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ. ι του ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), ορίζεται ότι "το μικτό ορκωτό εφετείο συγκροτείται, από πρόεδρο εφετών, από δύο εφέτες και από τρεις ενόρκους, ενώ με τη διάταξη του επόμενου άρθρου 5 παρ.1 Α περ. δ του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "στα ποινικά δικαστήρια ο μη υπάρχων πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου αναπληρώνεται κατά σειρά αρχαιότητος από άλλο δικαστή της ιδίας σύνθεσης ή του ιδίου δικαστηρίου". Κατά τη διάταξη του άρθρου 142 παρ.2 του ΚΠοινΔ, μέσα σε οκτώ μέρες από τη συνεδρίαση καθαρογράφονται τα πρακτικά από το γραμματέα και υπογράφονται από αυτόν και το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση ή, αν αυτός μετατέθηκε ή απομακρύνθηκε από τη δημόσια υπηρεσία ή πέθανε πριν από την καθαρογράφηση, από τον αρχαιότερο μεταξύ των δικαστών που συμμετείχαν στη συζήτηση ..". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠοινΔ, "η απόφαση και οι διατάξεις που εκδίδονται κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης συντάσσονται γραπτώς και υπογράφονται μέσα σε οκτώ ημέρες, σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ.2". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, συνάγεται ότι οι παραπάνω προθεσμίες καθαρογραφής και υπογραφής δεν επάγονται καμία ακυρότητα σε περίπτωση παραβιάσεώς τους, στη δε περίπτωση προαγωγής του προέδρου Εφετών του συνεδριάσαντος ΜΟΕ και αναχωρήσεώς του για τη νέα του θέση στον Άρειο Πάγο, πριν καθαρογραφεί η δημοσιευθείσα υπό την προεδρία του απόφαση του ΜΟΕ, της καθαρογραφής επιμελείται ο αρχαιότερος της συνθέσεως εφέτης, ο οποίος και υπογράφει την απόφαση αυτή. Αν, παρά ταύτα, ο Πρόεδρος Εφετών, παρά την αποχώρησή του από το Εφετείο, υπογράψει ο ίδιος μεταγενέστερα τα καθαρογραμμένα πρακτικά και την απόφαση, δεν ανακύπτει θέμα κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, η δε ενέργεια αυτή ουδεμία ακυρότητα της ήδη γενομένης διαδικασίας, κατ'άρθρο 171 ΚΠοινΔ, συνεπάγεται . Απλώς με τις άνω διατάξεις ρυθμίζεται υπηρεσιακά το ζήτημα ποιος θα υπογράψει τα καθαρογραμμένα από το γραμματέα πρακτικά και την απόφαση στις περιπτώσεις που ανακύπτει, μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως, αναγκαστική για κάποιο λόγο απουσία του προεδρεύσαντος δικαστή. Επομένως, ο προβαλλόμενος από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. α και 171 παρ.1 α ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως ότι επήλθεν απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στη μη νόμιμη σύνθεση του Β' ΜΟΕ Αθηνών κατά το χρόνο καθαρογραφής στις 30-1-2008 της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, που δημοσιεύθηκε στις 15-1-2007, από την πρόεδρο αυτού, λόγω γενομένης προαγωγής της σε Αρεοπαγίτη και αναχωρήσεώς της από το Εφετείο Αθηνών, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 273 παρ.2 β ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι κατά την εξέταση του κατηγορουμένου κατά την κυρία ανάκριση, "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί να απαντήσει. Επίσης έχει δικαίωμα να παραδώσει την απολογία του γραπτή. Σε αυτήν την περίπτωση, όποιος ενεργεί την ανάκριση απευθύνει στον κατηγορούμενο τις απαραίτητες ερωτήσεις για να αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο της έγγραφης απολογίας...". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 366 του ΚΠοινΔ, "εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση καλεί τον κατηγορούμενο να απολογηθεί για την κατηγορία που του αποδίδεται. Κατά την απολογία του ο κατηγορούμενος πρέπει να μην διακόπτεται, .. αφού τελειώσει η απολογία, μπορούν να γίνουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο... αν ο κατηγορούμενος αρνηθεί να απολογηθεί ή να απαντήσει σε ερώτηση, αυτό αναγράφεται στα πρακτικά". Από τις παραπάνω διατάξεις, όσο και από εκείνες του άρθρου 6 παρ.1, 2 της ΕΣΔΑ, που εισάγει το τεκμήριο αθωότητος του κατηγορουμένου, και του άρθρου 14 παρ.3 στοιχ.ζ του Διεθνούς Συμφώνου του ΟΗΕ για τα Ατομική και Πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκαν στην Ελλάδα και ισχύουν, δια των ν. δ. 53/19784 και ν. 2462/1997 αντίστοιχα, καθιερώνεται και στη διαδικασία του ακροατηρίου της ποινικής δίκης, στο πλαίσιο της δίκαιης δίκης, το δικαίωμα σιωπής του κατηγορουμένου, σαν υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου. Παραβίαση δε του άνω δικαιώματος του κατηγορουμένου, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και συντρέχει ο από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Α και 171 παρ.1 δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, επικαλείται ότι κατά τη δικάσιμο της 15-1-2007, ενώ κλήθηκε σε απολογία από την πρόεδρο του Δικαστηρίου και δήλωσε σαφώς από την αρχή, τόσο ο ίδιος, όσον και δια του συνηγόρου του, ότι δε θα απολογηθεί ασκώντας το δικαίωμα σιωπής, υπέστη "πιεστικές και απηνείς ερωτήσεις" της προέδρου και του εισαγγελέα της έδρας και έτσι παραβιάστηκε το υπερασπιστικό του δικαίωμα σιωπής και επήλθεν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας της δίκης. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, (φύλλο 16) προκύπτουν τα εξής: Η πρόεδρος κάλεσε σε απολογία τον δεύτερο κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα), και ο μεν συνήγορός του λαβών το λόγο από την πρόεδρο, δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος θα κάνει χρήσει του δικαιώματος της σιωπής, κατ'άρθρο 366 ΚΠοινΔ, ο δε ίδιος ο κατηγορούμενος, ερωτηθείς σχετικά από την πρόεδρο αν θα απολογηθεί απάντησε, "δε θέλω να απολογηθώ γιατί από όλα αυτά που είπε ο Ζ (απολογηθείς συγκατηγορούμενος), πρώτη φορά τα ακούω, δεν έχω καμία σχέση, μου χρεώσανε την κατηγορία, για αυτό και κάνω χρήση του δικαιώματος σιωπής. Δεν γνωρίζω κάτι γενικώς, ο Ζ πήγε μ' άλλους ανθρώπους. Στην ανάκριση είπα ότι αν ο Ζ, που δεν τον γνωρίζω, πεί ότι ήμουν μαζί του και εγώ θα πω ότι σκότωσε αυτός, όλα τα άλλα τα έγραψαν οι αστυνομικοί στην Ασφάλεια. Στην Ανακρίτρια είπα, δεν είμαι ο άνθρωπος που ψάχνεται και η Ανακρίτρια μου είπε ότι θα τα πω στο Δικαστήριο". Στη συνέχεια, ο εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την πρόεδρο, υπέβαλε στον κατηγορούμενο τις παρακάτω ερωτήσεις που έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά. "Ερώτηση. Ένας αστυνομικός εξετάστηκε ως μάρτυρας και δήλωσε ότι σας πήγε στο σπίτι της θανούσας και το αναγνωρίσατε. Απάντηση. Δεν το γνωρίζω. Ερώτηση. Στις 21-4-2003 απολογούμενος στην αστυνομία είπατε ότι μπήκατε μαζί με τον Ζ στο σπίτι της ... και είπατε ότι αυτό το πράγμα έγινε μέσα στις γιορτές και ότι ο Ζ βρήκε ένα πτώμα. Απάντηση. Δεν το είπα αυτό. Ερώτηση. Όταν πήγατε στην Ανακρίτρια και απολογηθήκατε στις 22-4-2003 είπατε ότι αναφέρομαι στις προηγούμενες καταθέσεις μου και τις επιβεβαιώνω. Απάντηση. Στην Ανακρίτρια πήγα χωρίς δικηγόρο μόνο με την Αστυνομία και είπα ότι δεν είμαι εγώ ο άνθρωπος που ψάχνετε, η Ανακρίτρια ότι έγραψε το έγραψε μόνη της". Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, ναι μεν δήλωσε ρηματικά ο αναιρεσείων ότι ασκεί το δικαίωμα σιωπής και δε θα απολογηθεί, πλην όμως ο ίδιος ανακάλεσε τη σχετική δήλωσή του παραιτούμενος από το ως άνω δικαίωμά του, αφού α) κατά τη δήλωση στην πρόεδρο του δικαιώματος σιωπής, ήδη αμέσως αυτοβούλως προέβη σε πλήρη τοποθέτηση επί της κατηγορίας δίδοντας διάφορες εξηγήσεις, β) όταν ο εισαγγελέας, μετά την κατ'ουσίαν απολογία του, του υπέβαλε διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις επί της κατηγορίας, οι οποίες μάλιστα καταχωρίστηκαν στα πρακτικά, αυτός δεν αρνήθηκε, όπως είχε δικαίωμα, την απάντηση, αλλά απάντησε σε όλες. Επομένως, ουδεμία παραβίαση του υπερασπιστικού δικαιώματος σιωπής και μη απολογίας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου έγινε, ο ίδιος εκούσια και με την παρουσία του συνηγόρου του αναίρεσε την περί σιωπής δήλωσή του και τελικά απολογήθηκε και ο σχετικός τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με το άρθρο 2 παρ.2 του Ν. 2408/1996, αντικαταστάθηκε το άρθρο 105 του ΚΠοινΔ ως ακολούθως: "Όταν ενεργείται προανάκριση, σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ.2 του παρόντος, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31". Κατά το δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠοινΔ (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003 και στη συνέχεια με το άρθρο 5 του ν.3346/05), αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας". Έτσι, με τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση, χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται "η μαρτυροποίησή" του και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ, με τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη, που έχει συλληφθεί ή του υπαιτίου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζομένης κατά τα λοιπά της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 31 ΚΠοινΔ. Και ναι μεν, η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 εδ. δεύτερο του ΚΠοινΔ, δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως της ανώμοτης καταθέσεως του υπόπτου, όμως η διάταξη αυτή έχει θεσπισθεί προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου ο οποίος έχει δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίωξη", που του διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), καθώς και του δικαιώματός του από το άρθρο 223 παρ.4 ΚΠοινΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Επομένως, βάσει της διατάξεως αυτής, δεν είναι επιτρεπτό να αξιολογηθούν σε βάρος του όσα τυχόν επιβαρυντικά στοιχεία έχει καταθέσει ο ίδιος κατά την ανώμοτη εξέτασή του κατά την διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως. Συνακόλουθα, μόνον η κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 31 παρ.2 εδ. β' και 105 παρ.2 εδάφ. β' του ΚΠοινΔ, ανάγνωση και αποδεικτική αξιολόγηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ανώμοτης καταθέσεως του, που δόθηκε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, εφόσον έγινε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο μετά τις 4-6-1996, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠοινΔ και θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ (Ολ. Α.Π. 2/1999), όχι δε και η ύπαρξη αυτής στη σχηματισθείσα δικογραφία και η μη παραμονή της στο αρχείο της εισαγγελίας, εφόσον αυτή, όταν δεν αναγιγνώσκεται ή δεν αξιολογείται από το Δικαστήριο, δεν επηρεάζει καθ'οιονδήποτε τρόπο την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.( ΑΠ 800/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, διότι λήφθηκαν υπόψη και έγινε αποδεικτική αξιοποίηση των σε αυτό αναφερομένων παρανόμων αποδεικτικών μέσων και δη των ενόρκων καταθέσεων ως μαρτύρων- υπόπτων και απολογιών, κύριων και συμπληρωματικών, αμφοτέρων των κατηγορουμένων, που δόθηκαν κατά το στάδιο της αστυνομικής προανακρίσεως, καταθέσεις οι οποίες σε κάθε περίπτωση, παρανόμως παρέμειναν στη δικογραφία, αντί να τεθούν στο αρχείο της εισαγγελίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο ουδόλως έλαβε υπόψη του τις αναφερόμενες προανακριτικές καταθέσεις του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του, τις οποίες, άλλωστε, δεν ανέγνωσε και, όπως ρητώς βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, (βλ. φύλλα 18-19), "δεν αναγνώσθηκαν, ούτε αξιολογήθηκαν αποδεικτικά" και το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του μόνο τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τα λοιπά ειδικώς αναφερόμενα σε αυτή νόμιμα αποδεικτικά μέσα. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-1-2008 αίτηση του Χ και τους από 15-4-2009 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθμ.16, 17, 29, 30/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία με πρόθεση και ληστεία κατά συναυτουργία. Άρθρο 380 παρ. 1 ΠΚ . Άρθρο 339 ΠΚ. 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. 2. Ο από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ και 171 παρ.1 α΄ ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στη μη νόμιμη σύνθεση του ΜΟΕ Αθηνών κατά το χρόνο καθαρογραφής στις 30-1-2008 της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, που δημοσιεύθηκε στις 15-1-2007, από την πρόεδρο αυτού, λόγω γενομένης προαγωγής της σε Αρεοπαγίτη και αναχωρήσεώς της από το Εφετείο Αθηνών, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. 3. Ο τρίτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για παραβίαση δικονομικών διατάξεων και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και 20 του Συντάγματος, γιατί η διευθύνουσα τη συζήτηση δεν έδωσε αυτεπαγγέλτως το λόγο στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ή στο συνήγορό του, μετά το πέρας της απολογίας του συγκατηγορουμένου του, για να απευθύνει σε αυτόν, δια αυτής ερωτήσεις, και να κάνουν τις παρατηρήσεις τους επί της επιβαρυντικής γι αυτόν απολογίας του, χωρίς αναφορά ότι είχε ζητηθεί από την πρόεδρο σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. ΑΠ 64/2006. 4. Ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, διότι λήφθηκαν υπόψη και έγινε αποδεικτική αξιοποίηση των ενόρκων καταθέσεων ως μαρτύρων - υπόπτων και απολογιών, αμφοτέρων των κατηγορουμένων, που δόθηκαν κατά το στάδιο της αστυνομικής προανακρίσεως, καταθέσεις οι οποίες σε κάθε περίπτωση, παρανόμως παρέμειναν στη δικογραφία, αντί να τεθούν στο αρχείο της εισαγγελίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, το Δικαστήριο ουδόλως έλαβε υπόψη του τις αναφερόμενες από τον αναιρεσείοντα προανακριτικές αυτού και του συγκατηγορουμένου του καταθέσεις, τις οποίες, άλλωστε, δεν ανέγνωσε και, όπως ρητώς βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, (βλ. φύλλα 18-19), "δεν αναγνώσθηκαν, ούτε αξιολογήθηκαν αποδεικτικά" και το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του μόνο τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τα λοιπά ειδικώς αναφερόμενα σε αυτή νόμιμα αποδεικτικά μέσα, η δε παραμονή αυτών στη δικογραφία δεν επάγεται ακυρότητα. 5. Ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ουδεμία παραβίαση του υπερασπιστικού δικαιώματος σιωπής και μη απολογίας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου έγινε, γιατί από τα πρακτικά προκύπτει ότι ο ίδιος εκούσια και με την παρουσία του συνηγόρου του αναίρεσε την περί σιωπής δήλωση του και τελικά απάντησε σε ερωτήσεις και απολογήθηκε. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ε.Σ.Δ.Α., Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συναυτουργία, Ληστεία, Δικαστηρίου σύνθεση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1397/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα της Κλειστής Φυλακής ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τραϊανό Παντελή, περί αναιρέσεως της 22, 23, 24/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαμίας. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 1 Δεκεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1500/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 299 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση αφαίρεσης της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση κατά τη έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει, να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή, εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον, δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠοινΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Β' του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Τέλος, στο άρθρο 45 του ΠΚ, ορίζεται ότι "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαμίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (άμεσο δόλο), της παράνομης οπλοφορίας και παράνομης οπλοχρησίας. Ειδικότερα δέχθηκε τα εξής: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πιο πάνω πρακτικά, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 11 Μαρτίου 2001 οι αφενός 1) κατηγορούμενος μαζί με το συγκατηγορούμενό του ΑΑ και 2) αφετέρου ο ΒΒ κατοικούσαν και διέμεναν στον ... σε εκεί μισθωμένη οικία, (πλινθόκτιστη 2 δωματίων και κουζίνας) από τους ιδιοκτήτες της ΓΓ και τη σύζυγο του ΔΔ, οι οποίοι και διέμεναν σε παραπλήσια - σε απόσταση περίπου 10 μέτρων - οικία, επίσης, ιδιοκτησίας τους. Οι ως άνω εκμισθωτές γνώριζαν τον ήδη κατηγορούμενο εκκαλούντα με το υποκοριστικό Χ1. Οι εν λόγω συγκατηγορούμενοι διέμεναν στο ένα εκ των δύο δωματίων της ως άνω οικίας στο δε άλλο διέμενε ο ΒΒ. Μέχρι την ως άνω ημερομηνία ο ΒΒ εργαζόταν, περιστασιακώς, ως εργάτης στην επιχείρηση μάνδρας υλικών οικοδομών του ΕΕ, κατοίκου ... . Στις 20.30 μ.μ. της ανωτέρω ημερομηνίας, ο κατηγορούμενος μετέβη στην ανωτέρω οικία, όπου διέμεναν οι εκμισθωτές τους ΓΓ και ΔΔ και τους είπε ότι κάποιος μεθυσμένος Ινδός δημιουργούσε στο μισθωμένο τους οικίσκο επεισόδια και ζήτησε από αυτούς (εκμισθωτές) να διώξουν τον ανωτέρω Ινδό. Μετά ταύτα, πράγματι ο εκμισθωτής, ΓΓ μετέβη στο μισθωμένο ανωτέρω οικίσκο των εν λόγω αλλοδαπών, είδε τον Ινδό που ενοχλούσε τους υπόλοιπους συμπατριώτες του, και τον έδιωξε από εκεί, στη συνέχεια δε έφυγε από το μισθωμένο οικίσκο και ο ίδιος. Το πρωί της επόμενης ημέρας (12.3.2001) ο προαναφερόμενος εργοδότης του ΒΒ, ΕΕ, επειδή ο τελευταίος άργησε να παρουσιασθεί στην εργασία του, στην εν λόγω μάνδρα, πήγε στον ανωτέρω μισθωμένο οικίσκο, προκειμένου να διαπιστώσει τι συνέβαινε, και, αφού άνοιξε την πόρτα του οικίσκου αυτού, που δεν ήταν κλειδωμένη, αντιλήφθηκε ότι ο ΒΒ ήταν ξαπλωμένος ημίγυμνος, αιμόφυρτος και νεκρός στο δάπεδο της ως άνω μισθωμένης οικίας, ενώ έλειπαν από τον οικίσκο αυτό οι λοιποί ανωτέρω μισθωτές συγκατηγορούμενοι, αμέσως, δε ο ανωτέρω ΕΕ μετέβη στην παραπλήσια οικία της προαναφερόμενης οικογένειας ΓΓ-ΔΔ και ενημέρωσε τον ΓΓ, στη συνέχεια πήγαν μαζί ο ΕΕ και ο ΓΓ στον ανωτέρω μισθωμένο οικίσκο, όπου και ο τελευταίος (ΓΓ) είδε εκεί ξαπλωμένο, ημίγυμνο και αιμόφυρτο τον ΒΒ, ενώ διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενός του έλειπαν από τον ανωτέρω οικία αμέσως δε και οι δύο (ΓΓ - ΕΕ) ειδοποίησαν την Αστυνομία. Μόλις ήλθαν άνδρες της Αστυνομίας διαπίστωσαν, ότι και οι τοίχοι της ανωτέρω μισθωμένης οικίας ήσαν πιτσιλισμένοι με αίμα και ότι ο ξαπλωμένος και αιμόφυρτος σε λίμνη αίματος ΒΒ έφερε στο σώμα του διάφορα χτυπήματα, που φαίνονταν ότι είχαν γίνει με μαχαίρι, έγινε στον ανωτέρω οικίσκο αυτοψία και παρελήφθη από την Αστυνομία το πτώμα του ΒΒ και το εξέτασε στη συνέχεια ο Ιατροδικαστής Αθηνών, ..., ο οποίος μετέβη στις 13.00 της 12.3.2001 στον ανωτέρω μισθωμένο από τους αλλοδαπούς οικίσκο, διενήργησε αυτοψία ενώ στη συνέχεια στο νεκροτομείο στις 13.3.2001 και νεκροψία και με τη με αριθ. πρωτ. ... ιατροδικαστική έκθεση του (νεκροψίας - νεκροτομίας) διαπίστωσε τα εξής, όπως αναγράφει στην έκθεση του αυτή: "Α' από την Αυτοψία: Ότι ο ΒΒ ήταν νεκρός, στην αριστερή τραχηλική χώρα παρατηρείται ματωμένο αποτύπωμα σόλας αθλητικού παπουτσιού και έτερο στην καμπτική επιφάνεια του κάτω τρίτη μορίου του δεξιού αντιβραχίου υπολόγισε δε ως χρόνο θανάτου του ΒΒ 12-16 ώρες πριν την ως άνω γενόμενη αυτοψία, δηλαδή μεταξύ 21.00 της 11.3.2001 και 1.00 της 12.3.200". Επίσης, ο αυτός ιατροδικαστής διαπίστωσε Β' από την Νεκροψία: ότι επί του πτώματος παρατηρούνται οι κάτωθι κακώσεις, που προκλήθηκαν από θλων - αμβλύ όργανο: εκχύμωση και οίδημα των βλεφάρων των οφθαλμών και των ζυγωματικών χωρών, εκχύμωση της αριστεράς μετωπιαίας χώρας, μικρές εκχυμώσεις των παρειών και δύο μικρές εκδορές στη δεξιά παρειά, - εκχύμωση στην περιοχή του αριστερού κλάδου της κάτω γνάθου, εκχύμωση και οίδημα των χειλέων του στόματος και εκδορά του αριστερού πλαγίου ρινικού τοιχώματος, εκδορά και εκχυμώσεις της αριστεράς υποκλειδίου χώρας - Στικτή εκχύμωση της έσω επιφανείας του άνω τρίτη μορίου και επιμήκης εκχύμωση στο όριο μέσου και κάτω τρίτη μορίου του αριστερού βραχίονος - Εκχυμώσεις της δεξιάς πλαγίας τραχηλικής χώρας, της δεξιάς υποκλειδίου χώρας και εκδορά και εκχυμώσεις του δεξιού ώμου καθώς και εκχύμωση του προσθίου χείλους της δεξιάς μασχάλης - Εκχύμωση του δεξιού ημιοσχέου. Επίσης παρατήρησε ο ως άνω Ιατροδικαστής ότι τα κατωτέρω τραύματα που προκλήθηκαν από νύσσον άμα και τέμνον όργανο (μαχαίρι): - Τραύμα του πτερυγίου του αριστερού ωτός με ανώμαλα χείλη - Βαθύ τραύμα, μήκους 6 εκ. μ. της αριστεράς τραχηλικής χώρας με ανώμαλα χείλη, που συνέχεται ένθεν και ένθεν με τρία επιπόλαια γραμμοειδή τραύματα - Ένα επιπόλαιο τραύμα κάτωθεν και έξωθεν του προηγουμένου - Δύο επιπόλαια γραμμοειδή τραύματα του δεξιού ώμου - Βαθύ τραύμα μήκους 5 εκ. μ. δεξιά παραομφαλικά, συνεχόμενο με τρία επιπόλαια, γραμμοειδή τραύματα προς το αριστερό άκρο του - 19 μικρά, επιπόλαια τραύματα μήκους 0,2 - 1 εκ. μ. της κοιλίας, από την νεκροτομία δε που διενήργησε ο ανωτέρω ιατροδικαστής διαπίστωσε: Εκτεταμένες αιμορραγικές διηθήσεις των μαλακών μορίων των μετωπιαίων, βρεγματικών και κροταφικών χωρών. Κατάγματα από τα οστά του κρανίου δεν παρατηρούνται. Ο εγκέφαλος είναι έξαιμος, - Αιμορραγική διήθηση των μαλακών μορίων του τραχήλου, ιδία αριστερά. Διαμπερές τραύμα του αριστερού πλαγίου τοιχώματος της συσκευής του λάρυγγος μεταξύ του υοειδούς οστού και του θυρεοειδούς χόνδρου του λάρυγγος. Δεν παρατηρούνται κακώσεις ή συμφύσεις στις πλευρές, υπεζωκώς, πνεύμονες. Η τραχεία με εισροφηθέν αίμα. Οι πνεύμονες έξαιμοι με οίδημα. Για το Περικάρδιο, καρδία και αγγεία: Καρδία βάρους 300 γραμμαρίων. Τίποτα το ίδιο μακροσκοπικά από τα αγγεία και τις βαλβίδες της καρδίας. Για το Περιτόναιο και έντερα: Ελεύθερο αίμα στην περιτοναϊική κοινότητα, ποσότητας 0,5 λίτρ. περίπου. Το νύσσον άμα και τέμνον όργανο δια του παραομφαλικού τραύματος εισέρχεται στην περιτοναϊκή κοινότητα, προκαλώντας τραύμα, καθέτως φερόμενο, της μεσότητας του εγκαρσίου μεσοκόλου, μήκους 3 εκ. μ. και τρώση του "περιτοναίου του έσω τοιχώματος της δεξιάς πλαγίας κοιλιακής χώρας. Στην αριστερά πλαγία κοιλιακή χώρα τρία από τα προπεριγραφέντα πολλά επιπόλαια τραύματα, μόλις τριτρώσκουν το περιτόναιο. Για το στόμαχο και γαστρικό περιεχόμενο: Τροφές σε αρχόμενη πέψη. Για το ήπαρ, σπλήνα, πάγκρεας: Με έξαιμο παρέγχυμα. Για το Ουροποιογεννητικό σύστημα: Νεφροί: Έξαιμοι. Για τα οστά πυέλου: Δεν παρατηρούνται κακώσεις". Ο ανωτέρω Ιατροδικαστής, με βάση τα ευρήματα της αυτοψίας και νεκροτομίας που διενήργησε στο πτώμα του ΒΒ, γνωμοδότησε με την ως άνω έκθεση του ότι: "Από τα τραύματα που προκλήθηκαν από το νύσσον άμα και τέμνον όργανο το του τραχήλου ήταν το θανατηφόρο, ενώ το της δεξιάς παραομφαλικής χώρας δυνητικά θανατηφόρο. Των τραυμάτων που προκλήθηκαν από το νύσσον άμα και τέμνον όργανο προηγήθηκε ξυλοδαρμός. Τα αποτυπώματα της σόλας του αθλητικού παπουτσιού μαρτυρούν ακινητοποίηση του θύματος από πάτημα στο λαιμό και το δεξιό αντιβράχιο και ότι, επομένως, αιτία θανάτου ήσαν τα τραύματα του τραχήλου και της κοιλίας δια νύσσοντος και τέμνοντος οργάνου προκληθέντα". Αμέσως μετά την εύρεση του πτώματος του ΒΒ η Αστυνομία ανέθεσε σε άνδρες της Ομάδας Πρόληψης και Καταστολής της Α. Δ. Βοιωτίας, επικεφαλής της οποίας ήταν ο ..., να ανεύρουν τους δράστες της ανωτέρω δολοφονίας. Ο τελευταίος, μετά από προσαγωγές διαφόρων Ινδών, συμπατριωτών των ως άνω μισθωτών του οικίσκου της οικογένειας ΓΓ-ΔΔ, ανεύρε ένα συμπατριώτη τους επίσης, τον Ινδό ΚΚ, που εγνώριζε τόσο το ανωτέρω θύμα όσο και τον ήδη κατηγορούμενο Χ και μάλιστα με το υποκοριστικό Χ1, καθώς και το συγκατηγορούμενό του ΑΑ, τον οποίο ΚΚ και κάλεσε η ανωτέρω Ομάδα Δίωξης στο Γραφείο Εγκληματολογικών Ερευνών της Θήβας και Λιβαδειάς και όταν του επέδειξαν φωτογραφίες διαφόρων υπηκόων Ινδίας και Πακιστάν, που διέμεναν στην περιοχή ..., αυτός εύκολα αναγνώρισε τόσο το θύμα όσο και τον ήδη εκκαλούντα κατηγορούμενο, ενώ, επειδή ο έτερος συγκατηγορούμενός του ΑΑ, δεν είχε εισέλθει με νόμιμες, προφανώς, διαδικασίες στην Ελληνική Επικράτεια, δεν υπήρχαν φωτογραφίες, για να του (δηλ. στον εν λόγω ΚΚ) επιδειχθούν και εν συνεχεία αναγνωρίσει σ' αυτές και τον ως άνω ΑΑ. Μετά ταύτα η ως άνω Ομάδα Δίωξης άρχισε να αναζητεί τους ως άνω συγκατηγορουμένους ως ύποπτους της δολοφονίας του ΒΒ, ενώ ήδη είχε πληροφορηθεί από τους ΓΓ και ΔΔ ότι οι ως άνω μισθωτές τους (κατηγορούμενοι και θύμα) την προτεραία της ανεύρεσης δολοφονημένου του θύματος είχαν καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά. Κατά τη διάρκεια των ανωτέρω αστυνομικών ερευνών ο ως άνω διοικητής της ανωτέρω ομάδας Δίωξης πληροφορήθηκε από τον Προϊστάμενο του σιδηροδρομικού Σταθμού ..., ΣΤ, ότι τα ξημερώματα της 12.3.2001, δηλαδή αμέσως μετά τον ανωτέρω χρόνο του φόνου του ΒΒ, δύο αλλοδαποί μεθυσμένοι είχαν μεταβεί στον ως άνω Σιδηροδρομικό Σταθμό αλλά δεν επιβιβάσθηκαν σε τραίνο και έφυγαν από εκεί με ταξί. Συγκεκριμένα ο ως άνω ΣΤ στην ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και στο ακροατήριο του ένορκη κατάθεση του (βλ. ταυτάριθμα της παρούσας πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου) ρητώς μεταξύ άλλων ανέφερε ότι τα ξημερώματα της 12.3.2001 στο Σιδηροδρομικό Σταθμό ... είχαν προσέλθει από μέσα από τα παραπλήσια χωράφια του Σταθμού εκείνου δύο Ινδοί, ένας εκ των οποίων ήταν ο ήδη εκκαλών κατηγορούμενος ΒΒ και ήθελαν να φύγουν με το τραίνο που θα ερχόταν, ότι αυτός τους απέτρεψε διότι το τραίνο εκείνο δεν διέθετε κρεβάτια, ότι ο ένας εξ αυτών, δηλ. ο συγκατηγορούμενός του ήδη εκκαλούντος έκανε φασαρία και ήταν ταραγμένος ενώ ο κατηγορούμενος - εκκαλών ήταν πιο ήσυχος, αμφότεροι, όμως οι ανωτέρω Ινδοί φαίνονταν ανήσυχοι και πηγαινοέρχονταν μέχρι τη γωνία του κτιρίου του διαδρόμου του ως άνω Σιδηροδρομικού Σταθμού και ότι αναγνώρισε το πρόσωπο του ήδη εκκαλούντος κατηγορουμένου στην επιδειχθείσα από την Ομάδα Δίωξης φωτογραφία. Στη συνέχεια αναζητήθηκε από την αυτήν, ως άνω, ομάδα δίωξης, ο οδηγός του ως άνω ταξί ο οποίος ήταν ο ΖΖ. Ο τελευταίος πληροφόρησε την Αστυνομία ότι τα ξημερώματα της 12.3.2001 είχε μεταφέρει δύο μεθυσμένους Ινδούς από το Σιδηροδρομικό Σταθμό ... στην πιάτσα ταξί του ΚΤΕΛ Θηβών. Μάλιστα στην ένορκη κατάθεση του, ως μάρτυρα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ. ταυτάριθμα της εκκαλουμένης απόφασης, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) ο ανωτέρω ΖΖ, ρητώς ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι αυτός είχε παραλάβει δύο Ινδούς από το Σταθμό του τραίνου ... και τους μετέφερε στη ..., ότι αυτοί είχαν ένα μπουκάλι (με αλκοολούχο ποτό) και έπιναν με τη σειρά και φώναζαν δυνατά και λογομαχούσαν και ότι όταν αυτός (ΖΖ), από λάθος του, έστριψε το αυτοκίνητο που οδηγούσε προς ..., τότε οι ως άνω συγκατηγορούμενοι σηκώθηκαν όρθιοι και διαμαρτυρήθηκαν γι' αυτό αμφότεροι, ότι οι επιβάτες, που ως άνω παρέλαβε από το Σιδηροδρομικό Σταθμό ..., είναι αυτοί που εικονίζονται σε φωτογραφίες που του επέδειξε η ως άνω Ομάδα Δίωξης. Επίσης ο ανωτέρω Αστυνομικός Διοικητής της Ομάδας Δίωξης και Καταστολής εγκλημάτων κατά της ζωής, εντόπισε τον άλλο οδηγό ταξί που μετέφερε τους δύο Ινδούς από τη ..., ο οποίος ονομάζεται ΗΗ. Ο τελευταίος, στην ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του (βλ. ταυτάριθμα της εκκαλουμένης πρακτικά του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που, επίσης, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου), αναφέρει ότι αυτός, ως οδηγός ταξί, παρέλαβε τα ξημερώματα της 12.3.2001 δύο Ινδούς, ως επιβάτες, από το Σιδηροδρομικό Σταθμό ..., που του ζήτησαν να τους πάει στην οδό ... (στην ...) "στο τρελλάδικο", ότι ο ήδη εκκαλών κατηγορούμενος ήταν ήρεμος και κρατούσε ένα μπουκάλι κρασί αλλά δεν έπινε. Επίσης κατέθεσε ενόρκως εξετασθείσα ως μάρτυρας, στο ακροατήριο και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, η ..., (βλ. ένορκη κατάθεση της στα ταυτάριθμα της παρούσας πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου), η οποία, μεταξύ άλλων, κατέθεσε ότι το προηγούμενο απόγευμα και βράδυ του θανάτου του ΒΒ, ο τελευταίος τρεις φορές είχε προσέλθει, στο ποτοπωλείο εκμετάλλευσης της, που διατηρούσε κάβα ποτών στον ... της ..., σε απόσταση 200 περίπου μέτρων από το μισθωμένο από τους ΓΓ και ΔΔ οικίσκο, και αγόρασε ποτό (αλκοολούχο), που του έβαλε αυτή σε κενό μπουκάλι ΚΟΚΑ-ΚΟΛΑΣ του 1,5 λίτρου, που αυτός είχε μαζί του, την τρίτη δε φορά είχε αυτός "τραβηγμένα τα χαρακτηριστικά του". Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται, ότι ο ήδη εκκαλών- κατηγορούμενος από κοινού με τον ανωτέρω ΑΑ την 11.2.2001, ήσαν αυτοί που με μαχαίρι έπληξαν με πρόθεση να τον θανατώσουν τον ως άνω παθόντα ΒΒ, στα ως άνω σημεία του σώματος του, όπως αυτά περιγράφονται στην ως άνω αναγνωσθείσα ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας κλπ., προκαλώντας το θάνατο του, γι' αυτό, και προκειμένου, να μη συλληφθούν, εσπευσμένως αναχώρησαν από τον ως άνω οικίσκο στον ..., στις 4. π.μ. μόλις ξημέρωνε η επομένη της εκ μέρους τους θανάτωσης του ως άνω θύματος τους. Και ναι μεν ο ήδη εκκαλών - κατηγορουμένος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου απολογούμένος αρνείται ότι είχε πρόθεση να φονεύσει το ως άνω θύμα και ότι απλώς τον κάρφωσε λίγο: " ... Δεν το έκανα τόσο πολύ ... πάτησα στο θύμα μόνο στο λαιμό και τον κάρφωσα λίγο, σε μένα μου είπε να βοηθήσω ... ο άλλος (δηλ. ο ως άνω ΒΒ τον κάρφωσε στο λαιμό ..." παρά ταύτα ο ως άνω απολογητικός ισχυρισμός του ισχυρισμός όλως αβασίμως προτείνονται απ' αυτόν, δεδομένου ότι δεν καθορίζει αυτός τι εννοεί ότι "δεν το έκανε τόσο πολύ ..." ενώ αντιφατικώς εξάλλου εκθέτει ότι "πατούσε ο ίδιος το θύμα στο λαιμό - που σημαίνει ότι τον είχε ακινητοποιημένο στο έδαφος πατώντας τον στο λαιμό -, και τον κάρφωσε λίγο". Περαιτέρω, ναι μεν ο αυτός κατηγορούμενος Χ, απολογούμενος ισχυρίζεται ότι βοήθησε απλώς τον έτερο (ΑΑ) που του είπε ότι θα σκότωνε και τον ίδιο (δηλ. τον εκκαλούντα) ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθ' όσον ο ίδιος ισχυρίζεται στην ίδια ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου απολογία του, ότι ο συγκατηγορούμενός του έδωσε μαχαίρι, για να τον βοηθήσει και αν πράγματι υπήρχε τέτοια, όπως ισχυρίζεται απειλή αυτή δεν θα είχε αποτέλεσμα να τον φοβίσει δεδομένου ότι και αυτός θα ήταν πλέον με το μαχαίρι αυτό οπλισμένος, αφού θα μπορούσε καταλλήλως να αμυνθεί κατά της ενδεχόμενης πραγματοποίησης της απειλής αυτής εκ μέρους του αυτού ως άνω συγκατηγορουμένου του ενώ άλλωστε είναι μη λογικό αν αυτός (εκκαλών) δεν συναινούσε στη θανάτωση του ως άνω θύματος να το γνώριζε αυτό ο συγκατηγορούμενός του και παρά ταύτα να του έδινε μαχαίρι να τον βοηθήσει αφού θα μπορούσε ο ήδη εκκαλών να αντιδράσει και να τεθεί αυτός (συγκατηγορούμενός του) σε κίνδυνο. Ακόμη περαιτέρω, ο κατηγορούμενος απολογούμενος ισχυρίζεται ότι το βράδυ του ως άνω φόνου είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα κρασιού και ότι είχαν ήδη αγοράσει πριν την 7 μ.μ. του απογεύματος του φόνου δύο μπουκάλια κρασί, δια δε του συνηγόρου υπερασπίσεως του προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και στο ακροατήριο του ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο του κατά την ώρα του ως άνω φόνου οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 36 ΠΚ ήτοι ότι λόγω ανυπαίτιας μέθης του, από κατανάλωση μεγάλης ποσότητας κρασιού το απόγευμα και το βράδυ που προηγήθηκε του ως άνω φόνου, λόγω της ένεκα της μέθης του αυτής, διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνειδήσεώς του, δεν είχε μεν εκλείψει εντελώς, μειώθηκε, όμως, σημαντικά η ικανότητα του προς καταλογισμό και δη να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό και ότι, γι' αυτό, πρέπει να του επιβληθεί ποινή ελαττωμένη. Επίσης και ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος κατηγορουμένου είναι αβάσιμος και, επομένως, απορριπτέος, καθ' όσον ναι μεν αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος, ο συγκατηγορούμενός του καθώς και το θύμα είχαν αγοράσει 2-3 μπουκάλια κρασί το απόγευμα και το βράδυ που προηγήθηκαν του ως άνω φόνου, παρά ταύτα από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι είχαν διαταραχθεί οι πνευματικές του λειτουργίες και η συνείδηση του, ώστε να μειωθεί σημαντικά η ικανότητα του προς καταλογισμό, αφού όπως αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα ΣΤ, που εξετάσθηκε ενόρκως, ενώπιον και στο ακροατήριο τόσον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσον και του Δικαστηρίου τούτου (βλ. ταυτάριθμα της εκκαλουμένης και της παρούσας απόφασης αντίστοιχα πρακτικά) όταν αντιλήφθηκε την παρουσία αυτού (ήδη εκκαλούντος - κατηγορουμένου) και του αυτού ως άνω συγκατηγορουμένου του στο σιδηροδρομικό Σταθμό του Ο.Σ.Ε. ... ναι μεν αντιλήφθηκε ότι ήσαν αμφότεροι ανήσυχοι, παρά ταύτα ότι ο ήδη εκκαλών ήταν λιγότερο ανήσυχος ενώ ήταν εμφανές ότι και οι δύο κατηγορούμενοι προσπαθούσαν να κρυφτούν, που σημαίνει ότι είχαν πλήρη και σαφή αντίληψη της προηγηθείσας εκ μέρους τους το ίδιο εκείνο βράδυ εκτέλεσης της άδικης πράξης τους, ενώ και οι εξετασθέντες μάρτυρες, οδηγοί των ταξί που μετέφεραν ως ανωτέρω τους κατηγορουμένους, ΖΖ και ΗΗ, (βλ. καταθέσεις τους στα πρακτικά της εκκαλουμένης) σαφώς αναφέρουν, ότι όταν τους μετέφεραν ο εκκαλών φώναζε πιο λίγο από τον άλλο, ήταν ήρεμος ενώ ο πρώτος των αμέσως ανωτέρω μαρτύρων ρητώς καταθέτει ότι από την εν γένει συμπεριφορά των κατηγορουμένων είχε αποκομίσει τη σαφή αντίληψη ότι αυτοί (ως άνω συγκατηγορούμενοι "και ήξεραν και καταλάβαιναν τι έλεγαν", δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος λίγες ώρες μετά το φόνο δεν έδειχνε κανένα σημάδι ότι ήταν μεθυσμένος λίγες ώρες πριν και άλλωστε θα ήταν αδύνατο φυσιολογικώς μέσα σε λίγες ώρες (3 περίπου) από τον ως άνω φόνο να είχε περάσει τόσο πολύ η μέθη του κατηγορουμένου. Τέλος και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεών του ο κατηγορούμενος επέδειξε καλή διαγωγή και δη δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικώς στις φυλακές, όπου αυτός εκρατείτο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η απλή συμμόρφωση στις φυλακές στους σωφρονιστικούς κανόνες αυτή και μόνο δεν επαρκεί προς στήριξη των προϋποθέσεων της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε ΠΚ που επικαλείται ο κατηγορούμενος. Ομοίως, η ρηματική και μόνο εκ μέρους του κατηγορουμένου στην απολογία του εκδήλωση συγγνώμης για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις του δεν επαρκεί κατά νόμο, για στήριξη της ελαφρυντικής περίστασης της μετάνοιας που επικαλείται ο κατηγορούμενος και πρέπει επομένως να απορριφθεί ο αντίστοιχος ισχυρισμός του. Επίσης, ομοίως, είναι απορριπτέος και ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου προσωπικού, οικογενειακού, επαγγελματικού και εν γένει κοινωνικού του βίου δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, όλως περιστασιακώς εργαζόταν ενώ, επί πλέον, επίσης αυτός παρανόμως ένα μήνα πριν από το φόνο είχε χρησιμοποιήσει πλαστή τηλεκάρτα τηλεφωνημάτων και είχε συλληφθεί από την αστυνομία, όπως ρητώς κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο ως άνω μάρτυρας αστυνομικός". Στη συνέχεια δε το άνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ανθρωποκτονίας με πρόθεση, τελεσθείσας από κοινού με άλλον ομοεθνή του, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και αφού απέρριψε τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου για μειωμένο καταλογισμό, κατ'αρθρο 36 ΠΚ, συνεπεία προηγηθείσας μέθης και για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α, δ, ε' ΠΚ, του επέβαλε ποινή ισόβιας καθείρξεως και φυλακίσεως ένδεκα μηνών και χρηματική ποινή 150 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 45, 84 παρ.2, 94 παρ.1, και 299 παρ.1 ΠΚ, 1 παρ.2β, 10 παρ.1, 13 β και 14 του 2168/1993, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ήτοι εκτίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είναι ο δράστης του διωκόμενου εγκλήματος, για το οποίο και καταδικάστηκε ως άνω, ενώ αναφέρονται στην απόφαση και τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του άνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας ως συναυτουργός και από τα οποία προκύπτει ο κοινός δόλος των δύο συναυτουργών της ανθρωποκτονίας. Ειδικότερα, σχετικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά, β) αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία, με βάση τα οποία κατέληξε το Δικαστήριο, με βεβαιότητα, στην κρίση ότι δράστης του άνω εγκλήματος, κατά συναυτουργία με τον ομοεθνή συγκατηγορούμενό του, είναι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές σκέψεις, γ) αναφέρονται οι συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε με κοινό δόλο, η αναφερόμενη ανθρωποκτονία με ξυλοδαρμό και στη συνέχεια πλήξη του θύματος σε καίρια σημεία του σώματος με μαχαίρι, και από τους δύο κατηγορουμένους, χωρίς καμία αντίφαση στο αιτιολογικό και στο συμπέρασμα του Δικαστηρίου, ενώ ο ίδιος ο αναιρεσείων στην απολογία του παραδέχθηκε ότι "το μαχαίρι το πήρε από την κουζίνα, ότι πάτησε το θύμα στο λαιμό και τον κάρφωσε λίγο", δ) με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίπτονται ως αβάσιμοι κατ'ουσίαν, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, περί ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, συνεπεία προηγηθείσας μέθης του (36 ΠΚ) και περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α, δ και ε του ΠΚ, ε) ουδεμία παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων και εξ αυτής απόλυτη ακυρότητα και παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για δίκαιη δίκη, επήλθε, από τη μη εξέταση, ούτε στον πρώτο, ούτε στο δεύτερο βαθμό, των δύο, βασικών κατά τον κατηγορούμενο, ομοεθνών του μαρτύρων κατηγορίας, των ΘΘ και ΚΚ, καθόσον, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, ούτε από τα επισκοπούμενα πρακτικά συνεδριάσεως της πρωτόδικης, και της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο ίδιος ή ο συνήγορός του ζήτησαν τη διακοπή ή την αναβολή της δίκης προκειμένου να ανευρεθούν, κλητευθούν και εξετασθούν οι παραπάνω μάρτυρες, το δε Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δε θεώρησε αναγκαία την εξέταση και των μαρτύρων αυτών, αυτεπαγγέλτως, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ' και Ε του ΚΠοινΔ σχετικοί, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και πρώτος των προσθέτων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση και τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, μεταξύ των οποίων και οι αιτιάσεις για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και της διατάξεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για δίκαιη δίκη, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Περαιτέρω, στις απόλυτες ακυρότητες του άρθρου 171 παρ.1 εδ.δ' του ΚΠοινΔ που προκαλούνται από την μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου συγκαταλέγεται και ο μη διορισμός διερμηνέα για την εξέταση του κατηγορουμένου που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 233 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, ορίζεται " όταν πρόκειται να εξετασθεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δε γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα".Η υποχρέωση διορισμού διερμηνέα επιβάλλεται και από το άρθρο 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ, κατά την οποία στα δικαιώματα του κατηγορουμένου διαλαμβάνεται και εκείνο "να τύχει δωρεάν παραστάσεως διερμηνέως, εάν δεν εννοεί ή δεν γνωρίζει τη χρησιμοποιούμενη στο Δικαστήριο γλώσσα". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για να διοριστεί διερμηνέας πρέπει ο κατηγορούμενος να δηλώσει τη μη επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση να το διαπιστώσει με οποιοδήποτε τρόπο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Μ.Ο. Εφετείου Λαμίας, με την οποίαν ο αναιρεσείων Ινδός υπήκοος, εργαζόμενος και κάτοικος ..., παραστάθηκε στο Δικαστήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Νικολόπουλο, όταν ρωτήθηκε από την Πρόεδρο για τα στοιχεία της ταυτότητάς του, αποκρίθηκε προφανώς στην Ελληνική γλώσσα, πώς ονομάζεται και ότι διορίζει συνήγορό του τον παραπάνω δικηγόρο Αθηνών. Ήτοι ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε άγνοια ή μη επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας, ούτε αναφέρεται στα πρακτικά ότι η Πρόεδρος του Δικαστηρίου διαπίστωσε κάτι τέτοιο για να διοριστεί διερμηνέας, ενώ εξάλλου και ο παριστάμενος συνήγορος του κατηγορουμένου δεν ζήτησε το διορισμό διερμηνέα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα από το μη διορισμό διερμηνέα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 4/5-6-2008 αίτηση του Χ και τους από 1-12-2008 Προσθέτους Λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 22, 23, 24/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαμίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία με πρόθεση. Άρθρο 339 ΠΚ. Ερμηνεία. 1. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄, Δ' και Ε΄ του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και πρώτος των προσθέτων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 2. Στις απόλυτες ακυρότητες του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. Δ΄ του ΚΠΔ που προκαλούνται από την μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου συγκαταλέγεται και ο μη διορισμός διερμηνέα για την εξέταση του κατηγορουμένου που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα. Η υποχρέωση διορισμού διερμηνέα επιβάλλεται και από το άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ, κατά την οποίαν στα δικαιώματα του κατηγορουμένου διαλαμβάνεται και εκείνο "να τύχει δωρεάν παραστάσεως διερμηνέως, εάν δεν εννοεί ή δεν γνωρίζει τη χρησιμοποιούμενη στο Δικαστήριο γλώσσα". Για να διοριστεί όμως διερμηνέας πρέπει ο κατηγορούμενος να δηλώσει τη μη επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση να το διαπιστώσει με οποιοδήποτε τρόπο. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ε.Σ.Δ.Α., Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Διερμηνέα διορισμός.
0
Αριθμός 1396/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αιτούντων: 1) Χ1 κατοίκου .... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Βακωνάκη και 2) Χ2 κατοίκου .... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκαν με την υπ' αριθμ. 50/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Νοεμβρίου 2008 και 24 Νοεμβρίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1846/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 85/19.01.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, α) την από 3-11-2008 αίτηση του Χ1, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., και β) την από 24-11-2008 αίτηση του Χ2 κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης αμετακλήτως διά της υπ'αριθμ. 50/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, εκθέτω τα εξής: Οι αιτούντες κατεδικάσθησαν, διά της ανωτέρω αποφάσεως, εις ποινή ισοβίου καθείρξεως και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ ο καθένας, δι'οργάνωση και δόση οδηγιών και εντολής προς τέλεση των πράξεων της εισαγωγής στην επικράτεια, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, από δράστες ιδιαιτέρως επικινδύνους, ο δε εξ αυτών Χ1 και δι'εποπτεία των ανωτέρω πράξεων. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, απορριφθείσης διά της υπ'αριθμ. 50/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου της αιτήσεως αναιρέσεως την οποία ήσκησε κατ'αυτής ο Χ2 και μη ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως από τον Χ1. Ήδη δε αυτοί ζητούν, διά των υπό κρίση αιτήσεων, την επανάληψη της διαδικασίας, επικαλούμενοι νέα στοιχεία. Επειδή, κατά το άρθρο 525 § 1 περιπτ. 2 Κ.Π.Δ., η δι' αμετακλήτου αποφάσεως περατωθείσα ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασθέντος διά πλημμέλημα ή κακούργημα, και εάν, μετά την οριστική καταδίκη, απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα τους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος, ή κατεδικάσθη αδίκως δι έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι εξετέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα τα οποία ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο ώστε να μη δύναται να τα λάβη υπόψη, και στονκαταδικασθέντα, ώστε να μη δύναται να τα προβάλη, γιατί αν ήσαν γνωστά έπρεπε να έχουν προβληθή ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Τέτοιες αποδείξεις δύνανται να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, άγνωστες στους εκδόσαντες την καταδικαστική απόφαση δικαστές, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε εν συνδυασμώ προς τα ήδη ληφθέντα υπ'όψιν αποδεικτικά στοιχεία, καθιστούν πρόδηλο, εις σημείο εγγίζον την βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε (ΑΠ 1703/05, ΑΠ 446/06, εις ΠΧ/ΝΣΤ/444, 975 αντιστοιχ.). Εξ άλλου, κατά το αρθρ. 527 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, η αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος , πρέπει να περιέχη τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Για να είναι δε παραδεκτή η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας εκείνου που κατεδικάσθη αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα και επικαλείται νέα γεγονότα ή αποδείξεις, άγνωστα στους δικαστές που τον κατεδίκασαν, πρέπει να εκθέτη στην αίτησή του με σαφήνεια και πληρότητα τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη, καθώς και το περιεχόμενο αυτών, για να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητος της αιτήσεως (ΑΠ 1219/2002, εις Ποιν.Δικ/2002/1341). Στην προκειμένη περίπτωση, εκ των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Α) Ως προς την αίτηση του Χ1. Ο αιτών εκθέτει, διά της υπό κρίση αιτήσεως, ότι μετά την ως άνω αμετάκλητη καταδίκη του απεκαλύφθη ότι έπεσε θύμα της πλεκτάνης αλβανών, για να οργανώσουν την μεταφορά των ναρκωτικών για λογαριασμό τους, ότι τούτο αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων αλβανών (τις οποίες δεν προσδιορίζει), αλλά και από τα έγγραφα που θα προσάγη, καταλήγει δε με τον ισχυρισμό, ότι "οι αποδείξεις αυτές" καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος. 'Ετσι, όμως, ο αιτών Χ1 δεν παραθέτει στην κρινομένη αίτησή του με σαφήνεια και πληρότητα τα νέα, σχετικά με τις πράξεις για τις οποίες κατεδικάσθη, στοιχεία, καθώς και το περιεχόμενο αυτών, ώστε να καταστή δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας της αιτήσεως και, επομένως, πρέπει αυτή να απορριφθή, κατά τα προεκτιθέμενα, ως απαράδεκτη, και να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Β) Ως προς την αίτηση του Χ2. Ο αιτών κατεδικάσθη, ως άνω, διότι στην ..., στις ..., α) οργάνωσε την εισαγωγή στην Ελληνική επικράτεια, την κατοχή και μεταφορά συνολικής ποσότητας 812 κιλών ινδικής κάνναβης, από την πόλη ... της Αλβανίας, την οποία επιμελώς συσκεύασε διά του συγκατηγορουμένου του Χ1 σε 336 δέματα, τα οποία επιμελώς, καθ' υπόδειξιν του, απεκρύβησαν μέσα σε 605 σάκους με ξυλοκάρβουνο, και οι οποίοι φορτώθηκαν στο με αριθμ. κυκλοφορίας .... αλβανικό φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ... και με τον τρόπο αυτό εισήχθησαν στην Ελληνική επικράτεια από το Τελωνείο Κρυσταλλοπηγής με τελικό σκοπό την μεταφορά τους στην ...., όπου θα τα παραλάμβανε αυτός, δυνάμει του με ημερομηνία ....Αλβανικού εγγράφου, της από ...φορτωτικής CMR, όπου αναγράφεται ο τελευταίος, ως παραλήπτης της μεταφερόμενης ποσότητας ξυλοκάρβουνου, η διεύθυνση της επιχείρησης του στην ..., και το από ... τιμολόγιο πώλησης, στο οποίο αναγράφονταν τα ανωτέρω στοιχεία καθώς και ο αριθμός του τηλεφώνου του, ενώ η εμπορική του δραστηριότητα έχει σχέση με την εμπορία χρηματοκιβωτίων και καμία σχέση με το εμπόριο ξυλοκάρβουνου και β) αφού πρώτα έδωσε εντολή στον συγκατηγορούμενό του Χ1 να κρύψει επιμελώς μέσα στους 605 σάκους με ξυλοκάρβουνο, την προαναφερόμενη ποσότητα των 812 κιλών ινδικής κάνναβης (χασίς), στη συνέχεια εκείνος (Χ1) έδωσε την εντολή σε τρίτο, άγνωστης ταυτότητας, άτομο, να κρύψει επιμελώς μέσα στους ανωτέρω σάκκους με ξυλοκάρβουνο, την προαναφερόμενη ποσότητα ινδικής κάνναβης και στη συνέχεια έδωσε εντολή στον Σ1 να μεταφέρει την παραπάνω ποσότητα του ξυλοκάρβουνου στην ..., χωρίς να γνωρίζει αυτός (Σ1) ότι μέσα στα ξυλοκάρβουνα ήταν κρυμμένη ποσότητα ινδικής κάνναβης και ο Σ1 οδηγός του με αριθμό .... αλβανικού φορτηγού αυτοκινήτου, μετέφερε την ποσότητα του ξυλοκάρβουνου, πλην όμως στο Τελωνείο Κρυσταλλοπηγής, με την βοήθεια αστυνομικών σκύλων, ανευρέθη η επιμελώς κρυμμένη ποσότητα των ανωτέρω ναρκωτικών. Με την υπό κρίση αίτησή του, αυτός επικαλείται, ως νέο στοιχείο, ότι τα αλβανικά δικαστήρια εδίκασαν τον πραγματικό αποστολέα των ναρκωτικών και ουδεμία μνεία γίνεται στο όνομα αυτού (αιτούντος). Ειδικότερα, επικαλείται τρεις αποφάσεις δικαστηρίων της Αλβανίας (προφανώς την υπ'αριθμ. 13/2006 πρωτοδικείου των Τιράνων, την υπ'αριθμ. 49/2006 εφετείου των Τιράνων και την υπ'αριθμ. 420/2007 ανωτάτου δικαστηρίου της Αλβανίας). Όμως, από τις προσκομιζόμενες μεταφράσεις των προκύπτει ότι αυτές αφορούν την καταδίκη του Κ1, διά διακίνηση της ποσότητος ναρκωτικών, εν σχέσει προς την οποία κατεδικάσθη ως άνω και ο αιτών, και δεν συνάγεται από αυτές συμπέρασμα, μάλιστα δε μετά βεβαιότητος, ότι ο αιτών είναι αμέτοχος των αξιοποίνων πράξεων διά τις οποίες κατεδικάσθη, διά της ανωτέρω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Επίσης, ο αιτών επικαλείται δύο "καταθέσεις" συγκρατουμένων του, προδήλως δε εννοεί α) την από ... "υπεύθυνη δήλωση" του Μ2, ισχυριζομένου ότι "τον κ. Χ2 τον στείλαμε αδιάβαστο στην φυλακή σύμφωνα με το άρθρο 24 περί ναρκωτικών, βάλανε το φορτηγό αλβανοί με το χασίς για να βγάλουνε δικό τους άνθρωπο από την φυλακή...." και β) την από ... "υπεύθυνη δήλωση" του Μ1 ισχυριζομένου ότι ο αιτών Χ2 "είναι άσχετος με το χασίς που έπιασαν οι τελωνειακοί την ... στην Κρυσταλλοπηγή", "το χασίς το πήγαιναν στο χωριό του Χ1", "γελούν πέντε χρόνια τώρα οι αλβανοί που έχουν την ικανότητα να παραπλανούν της δικαστικές αρχές", "ο κ. Χ2 έφερε τον Χ1 στη φυλακή. Δεν τόλμησε ο Χ1 ούτε να κυτάξη τον κ. Χ2 που τον έφερε φυλακή. Αν δεν ήτο ένοχος δεν θα του ζητούσε εξηγήσεις; Στα ... όλοι γνωρίζουν ότι τον Χ2 το βάλανε οι αλβανοί τσάμπα στην φυλακή". Περαιτέρω, ο αιτών επικαλείται το υπ'αριθμ. πρωτ. ...έγγραφο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, περί του ότι ο αυτός ουδέποτε έχει κάνει "δουλειά" ως φυσικό πρόσωπο και δεν έχει θεωρήσει "βιβλία του ΚΒΣ", και βεβαίωση περί του ότι την ... είχε οφειλές στην Εφορία. Αλλά, από το ως άνω περιεχόμενο των επικαλουμένων ανωτέρω νέων στοιχείων, είτε μόνων, είτε εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες αποδείξεις, είναι προφανές ότι δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών Χ2 είναι αθώος των αξιοποίνων πράξεως διά τις οποίες κατεδικάσθη, ούτε ότι αυτός κατεδικάσθη δι'έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε. Εξ άλλου, ο αιτών προσκομίζει μετά της υπό κρίση αιτήσεώς του και ικανό αριθμό εγγράφων, πλην όμως δεν εκθέτει αυτά στην εν λόγω αίτηση με σαφήνεια και πληρότητα, καθώς και το περιεχόμενό των, ως απαιτείται, κατά τα προεκτιθέμενα, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας της αιτήσεως. Τα δε ιστορούμενα λοιπά περιστατικά δεν είναι νέα γεγονότα, υπό την προεκτεθείσα έννοια. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο προβαλλόμενος, κατ'εκτίμηση, εκ του άρθρ. 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ, λόγος επαναλήψεως διαδικασίας είναι αβάσιμος και, κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Τέλος, δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής εκτελέσεως, κατ'άρθρ. 529 ΚΠΔ, των ως άνω ποινών που εκτίουν οι αιτούντες, αφού η μεν υπό κρίση αίτηση του Χ1 είναι, κατά τ'ανωτέρω, απαράδεκτη, του δεΧ2 δεν είναι φανερή η αθωώτης ή η καταδίκη δι'έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε, κατά τα προεκτιθέμενα. Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω Να απορριφθούν, α) η από 3-11-2008 αίτηση του Χ1, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., και β) η από 24-11-2008 αίτηση του Χ2 κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης διά της υπ'αριθμ. 50/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Να μη ανασταλή η εκτέλεση των ως άνω ποινών που εκτίουν οι αιτούντες. Να μην καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 19 Δεκεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αιτούντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, οι υπό κρίση από 3 Νοεμβρίου 2008, αιτήσεις των Χ1 κρατουμένου των Δικαστικών Φυλακών ... και από 24 Νοεμβρίου 2008 του Χ2 κρατουμένου των Δικαστικών Φυλακών ..., για επανάληψη της διαδικασίας, της υπ' αριθμό 50/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, πρέπει, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις, μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τη βεβαιώνουν γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτή η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας εκείνου, που καταδικάστηκε αμετακλήτως για κακούργημα και επικαλείται νέα γεγονότα ή αποδείξεις άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, θα πρέπει να εκθέτει στην αίτησή του με σαφήνεια και πληρότητα τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία χώρησε η καταδίκη καθώς και το περιεχόμενο αυτών για να μπορεί να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας της αιτήσεως. Α) επί της αιτήσεως του Χ1. Ο αιτών, Χ1 που με την υπ' αριθμό 50/2005 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, καταδικάστηκε για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και συγκεκριμένα για τις πράξεις της οργάνωσης, εποπτείας, δόσης οδηγιών και εντολής προς τέλεση των αξιόποινων πράξεων της εισαγωγής, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών από ιδιαίτερα επικίνδυνο δράστη και του επιβλήθηκε η ποινή της ισοβίου καθείρξεως, με την από 3-11-2008 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητεί την ακύρωση της ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως. Προς θεμελίωση δε της ως άνω αιτήσεώς του επικαλείται, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμό 50/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας καταδικάσθηκα σε ποινή ισόβιας κάθειρξης για οργάνωση, εποπτεία, δόση οδηγιών και εντολής προ τέλεση πράξεων της εισαγωγής στην επικράτεια, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών από ιδιαίτερα επικίνδυνο δράστη. Η ως άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, αφού κατ' άρθρο 546 παρ. 2 ΚΠΔ δεν άσκησα κατ' αυτής αναίρεση μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Επειδή, μετά την επέλευση της αμετακλήτου καταδίκης μου, αποκαλύφθηκε ότι έπεσα θύμα της πλεκτάνης που έστησαν σε βάρος μου οι Αλβανοί, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός ότι βρισκόμουν στην Αλβανία και συγκεκριμένα στα Τίρανα ασκώντας εμπορική δραστηριότητα και την γνωριμία μου με τον ... για να οργανώσουν την μεταφορά των ναρκωτικών για λογαριασμό τους. Επειδή αυτά αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Αλβανών, αλλά και τα έγγραφα που θα προσάγω ενώπιον σας. Επειδή οι αποδείξεις αυτές καθιστούν φανερό ότι εγώ ο καταδικασθείς είμαι αθώος. Επειδή κατά συνέπεια ενόψει των ανωτέρω η παρούσα αίτησή μου είναι προδήλως βάσιμη ουσιαστικά (άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ). Επειδή η αίτησή μου ασκείται παραδεκτά, είναι νόμω βάσιμη, αρμοδίως δε καθ' ύλη απευθύνεται ενώπιόν σας(άρθρο 528 παρ. 1 ΚΠΔ). Επειδή συνακόλουθα πληρούνται όλες οι τασσόμενες από το νόμο(άρθρα 525 επ. ΚΠΔ) τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παραδοχή της αιτήσεώς μου. Ζητώ να γίνει δεκτή η παρούσα αίτησή μου". Με το άνω ιστορικό και αίτημα η κρινόμενη αίτηση η οποία δεν περιέχει τα κατά νόμο για το ορισμένο αυτής αναγκαία στοιχεία, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη. Πράγματι, με την κρινόμενη αίτησή του, δεν επικαλείται, και δεν προσκομίζει οποιοδήποτε αποδεικτικό των ισχυρισμών του στοιχείο, παρά μόνο ισχυρίζεται ότι "είναι θύμα πλεκτάνης που έστησαν σε βάρος του Αλβανοί και ότι οι ισχυρισμοί του αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των Αλβανών μαρτύρων και από τα έγγραφα που θα προσάγει". Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτησή του και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 Κ.Π.Δ.). Β) Επί της αιτήσεως του Χ2. Όπως προκύπτει από παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την υπ' αριθμό 50/2005 αμετάκλητη απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αιτούντα Χ2 και τον καταδίκασε στην ποινή της ισοβίου καθείρξεως και σε χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, για την πράξη της οργάνωσης, εποπτείας, δόσης οδηγιών και εντολών για τέλεση των πράξεων της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, από δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνους. (1, 12, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 46, του ΠΚ και 4 παρ. 1 και 3 πίν. Α περ. 6η, 5 παρ. 1 περ. 1α', ζ, ιγ, 2, 8, 19 παρ. 1, 3, 22 παρ. 1 Ν. 1729/1987 ως αντικ. και ισχύει με το Ν. 2161/1993) και ειδικότερα, του ότι: "A) Στις ... στην ...οργάνωσε την εισαγωγή στην Ελληνική επικράτεια, την κατοχή και μεταφορά συνολικής ποσότητας 812 κιλών ινδικής κάνναβης, από την πόλη ...της Αλβανίας, την οποία επιμελώς συσκεύασε δια του συγκατηγορουμένου του Χ1 σε 336 δέματα, τα οποία επιμελώς, καθ' υπόδειξιν του, απεκρύβησαν μέσα σε 605 σάκους με ξυλοκάρβουνο, και οι οποίοι φορτώθηκαν στο με αριθμ. κυκλοφορίας ... αλβανικό φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ... και με τον τρόπο αυτό εισήχθησαν στην Ελληνική επικράτεια από το Τελωνείο Κρυσταλλοπηγής με τελικό σκοπό την μεταφορά τους στην ..., όπου θα τα παραλάμβανε αυτός, δυνάμει του με ημερομηνία ... Αλβανικού εγγράφου, της από ...φορτωτικής CMR, όπου αναγράφεται ο τελευταίος, ως παραλήπτης της μεταφερόμενης ποσότητας ξυλοκάρβουνου, η διεύθυνση της επιχείρησης του στην ..., και το από ... τιμολόγιο πώλησης, στο οποίο αναγράφονταν τα ανωτέρω στοιχεία καθώς και ο αριθμός του τηλεφώνου του, ενώ η εμπορική του δραστηριότητα έχει σχέση με την εμπορία χρηματοκιβωτίων και καμία σχέση με το εμπόριο ξυλοκάρβουνου και Β) Στον παραπάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, αφού πρώτα έδωσε εντολή στον συγκατηγορούμενό του Χ1 να κρύψει επιμελώς μέσα στους 605 σάκους με ξυλοκάρβουνο, την προαναφερόμενη ποσότητα των 812 κιλών ινδικής κάνναβης (χασίς), στη συνέχεια εκείνος (Χ1) έδωσε την εντολή σε τρίτο, άγνωστης ταυτότητας, άτομο, να κρύψει επιμελώς μέσα στους ανωτέρω σάκκους με ξυλοκάρβουνο, την προαναφερόμενη ποσότητα ινδικής κάνναβης και στη συνέχεια έδωσε εντολή στον Σ1 να μεταφέρει την παραπάνω ποσότητα του ξυλοκάρβουνου στην..., χωρίς να γνωρίζει αυτός (Σ1) ότι μέσα στα ξυλοκάρβουνα ήταν κρυμμένη ποσότητα ινδικής κάνναβης και ο Σ1 οδηγός του με αριθμό .... αλβανικού φορτηγού αυτοκινήτου, μετέφερε την ποσότητα του ξυλοκάρβουνου, πλην όμως στο Τελωνείο Κρυσταλλοπηγής, με την βοήθεια αστυνομικών σκύλων, ανευρέθη η επιμελώς κρυμμένη ποσότητα των ανωτέρω ναρκωτικών. Τις προαναφερόμενες υπό στοιχεία (Α), (Β), (που αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών) πράξεις τέλεσε χωρίς να είναι τοξικομανής, κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 1729/1987, όπως ισχύει σήμερα, ενώ οι περιστάσεις τέλεσης αυτών (πράξεων) και συγκεκριμένα η μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών (812 κιλά ινδικής κάνναβης) και ο επιμελής τρόπος με τον οποίο οργανώθηκε, κατόπιν οδηγιών και εντολών δικών του, και τελέσθηκαν οι ανωτέρω πράξεις της εισαγωγής στην επικράτεια, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών και απόκρυψη αυτής μέσα σε σάκους με ξυλοκάρβουνο, η οποία ανευρέθη με την συνδρομή των σκύλων - ανιχνευτών ναρκωτικών του Τελωνείου Κρυσταλλοπηνής- Καστοριάς, μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Ήδη, ο αιτών Χ2 επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, καθίσταται φανερή η αθωότητά τους, άλλως ότι καταδικάσθηκε άδικα: 1) την υπ' αριθμό 13/2006, σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική, απόφαση του Πρωτοδικείου Τιράνων, 2) την υπ' αριθμό 49/2006, σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική, απόφαση του Εφετείου Τιράνων, 3) την υπ' αριθμό 420/2007 απόφαση, σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Τιράνων, 4) τις από 2-6-2008 και 4-06-2008 υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 του ν. 1599/1988, των Μ1 και Μ2 , κρατουμένων των Δικαστικών Φυλακών ... το γνήσιο της υπογραφής των οποίων, έχει θεωρηθεί από τον προϊστάμενο Διοίκησης του ως άνω Καταστήματος και 5) το υπ' αριθμό πρωτ. ... έγγραφο του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Για τα στοιχεία αυτά που, ο αιτών Χ2 επικαλείται και προσκομίζει πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Α) όσον αφορά τις ως άνω με αριθμούς 13/2006, 49/2006 και 420/2007 προσκομιζόμενες σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική, αποφάσεις των αλλοδαπών Δικαστηρίων των Τιράνων, προκύπτει ότι αυτές αφορούν την καταδίκη του αλβανού υπηκόου Κ1, για διακίνηση ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών (άρθρο 283/α/2 του αλβανικού ποινικού κώδικα), και δεν συνάγεται μετά βεβαιότητας από αυτές, ότι ο ως άνω αιτών ήταν αμέτοχος των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες αυτός καταδικάσθηκε, ούτε ότι η καταδίκη του ως άνω αλλοδαπού, αποκλείει τη συμμετοχική δράση και τη συναυτουργία του αιτούντος στις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αλλοδαπός, Β) όσον αφορά τις προαναφερθείσες υπεύθυνες δηλώσεις των εγκλείστων σε δικαστικά καταστήματα, Μ1 και Μ2 κατά το ουσιώδες περιεχόμενο των οποίων ο αιτών Χ2 είναι άσχετος και αμέτοχος στις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε αμετάκλητα, και ότι η καταδίκη του υπήρξε αποτέλεσμα παραπλανήσεως των ελληνικών δικαστικών αρχών, προσέτι δε ότι τον Χ2 " τον στείλαμε αδιάβαστο στη φυλακή", δεν μπορεί να εξαχθεί σε βαθμό βεβαιότητας, ότι ο αιτών Χ2 δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχική δραστηριότητα και ότι η καταδίκη του υπήρξε άδικη. Γ) όσον αφορά το υπ' αριθμό πρωτ. ... έγγραφο του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με το οποίο ο αιτών Χ2 ουδέποτε έκανε έναρξη εργασιών ως φυσικό πρόσωπο και ότι ουδέποτε έχει θεωρήσει βιβλία και στοιχεία στη ...ΔΟΥ ..., δεν αποκλείει την οποιαδήποτε συμμετοχική του δράση σε αξιόποινες πράξεις, όπως για αυτές που αμετάκλητα καταδικάσθηκε. Σημειώνεται ότι, όλα αυτά τα στοιχεία δεν αποτελούν διευκρινιστικά ή τροποποιητικά εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του Πενταμελούς Εφετείου για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τους αιτούντες κρίσεώς του. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι από τα επικαλούμενα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμώμενα είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα προηγουμένως στο άνω Δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία, ως άνω αμετάκλητη απόφαση, αποδεικτικά στοιχεία, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών Χ2 είναι αθώος των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων. Πράγματι, αξιολογώντας το Δικαστήριο τούτο, τις προσκομισθείσες αλλοδαπές αποφάσεις, τις υπεύθυνες δηλώσεις και τα λοιπά προσκομισθέντα πιο πάνω έγγραφα, κρίνει ότι τα στοιχεία αυτά, είτε μόνα τους, είτε συνδυαζόμενα μεταξύ τους, δεν είναι ικανά να ανατρέψουν τα αποδεικτικά στοιχεία και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, και, σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία, από τα οποία να γίνεται φανερό ότι ο αιτών Χ2 είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες αυτός καταδικάσθηκε. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση του αιτούντος Χ2 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-11-2008 αίτηση του Χ1 κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ... και την από 24-11-2008 αίτηση του Χ2 κρατουμένου των Δικαστικών Φυλακών ..., για επανάληψη της διαδικασίας, για την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτία, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 50/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και Καταδικάζει τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα από αυτούς σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας. Άρθρο 525 επ. ΚΠΔ. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αιτήσεως. Απαιτούνται νέα-άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές. Απορρίπτει τις αιτήσεις την πρώτη λόγω απαραδέκτου των λόγων της και τη δεύτερη ως αβάσιμη.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1395/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Μαλανδρίνου, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σπυρίδωνα Φυτράκη και Ιωάννη Παπαναστασόπουλο, περί αναιρέσεως της 43, 44, 45, 48, 49, 50/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 20 Μαρτίου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1271/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 1 και 498 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιούμενη αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του ένδικου αυτού μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από τον Εισαγγελέα των λόγων της εφέσεως, στην οποία πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν δε η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τη δέχεται τυπικά και προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, δεν υπερβαίνει την εξουσία του και δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή ο από το άρθρο 510 παραγρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αμαλιάδος, για να δικασθεί για ανθρωποκτονία από πρόθεση και ληστεία, κατά συρροή, της ΑΑ και με τη με αριθ. 10,11/2003 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, ο κατηγορούμενος, κατά πλειοψηφία, κηρύχθηκε αθώος και των δύο κατηγοριών αυτών, λόγω αμφιβολιών. Κατά της άνω αθωωτικής αποφάσεως ο Εισαγγελέας Εφετών Πατρών άσκησε την από 14-2-2003 έφεση, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθ. 43,44,45,48,49,50/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών και την προηγούμενη με αριθ. 77, 78 Α/2005 προπαρασκευαστική απόφασή του, το εν λόγω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά την από 14-2-2003 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών κατά της με αριθ. 10, 11/2003 αθωωτικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αμαλιάδος, απέρριψε την προβληθείσα από τους συνηγόρους του κατηγορουμένου ένσταση απαραδέκτου της άνω Εισαγγελικής εφέσεως, λόγω αοριστίας του λόγου αυτής και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, κατά μεταβολή της αρχικής ως άνω κατηγορίας, για ληστεία, που είχεν ως αποτέλεσμα το θάνατο της παθούσας (άρθρο 380 παρ. 2 ΠΚ) και επέβαλε σε αυτόν ποινή καθείρξεως 16 ετών. Στην ανωτέρω έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τον αναιρετικό έλεγχο, αναφέρεται ότι ο εκκαλών Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της προδιαληφθείσας αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αμαλιάδος, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο αναιρεσείων για την άνω πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της ληστείας, με το εξής περιεχόμενο: "Ο Αντεισαγγελέας Εφετών Πατρών Ιωάννης Αγγελής του Γεωργίου, επειδή κωλύεται ο Εισαγγελέας Εφετών Πατρών δήλωσε, ότι σύμφωνα με το άρθρο 486 § 2 ΚΠΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 2 § 19α του Ν. 2408/1996, εκκαλεί ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών (ΜΟΕ), την υπ' αριθ. 10, 11/7-2-03 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αμαλιάδας, με την οποία κηρύχθηκε αθώος, κατά πλειοψηφία, ο κατηγορούμενος Χ, κάτοικος ..., των αξιοποίνων πράξεων: α) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και β) της ληστείας (άρθρα 299 § 1 και 380 § 1 ΠΚ), ενώ έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος και των δύο αυτών αξιοποίνων πράξεων (ανθρωποκτονίας από πρόθεση και ληστείας). Ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο ΒΒ, ΔΔ, ΕΕ, ΣΤ, ΖΖ, ΗΗ, ΘΘ και ΚΚ, τα έγγραφα που διαβάσθηκαν στο ακροατήριο και την απολογία του κατηγ/νου στο ακροατήριο προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο κατηγ/νος Χ, 32 ετών, τα τελευταία χρόνια υποαπασχολείτο σε διαφημιστικές εργασίες διατηρώντας γραφείο - διαμέρισμα, στην οδό ..., στην ... . Κυρίως όμως συντηρούνται από εισοδήματα γυναικών μεγαλύτερης από αυτόν ηλικίας, με τις οποίες διατηρούσε ερωτικές σχέσεις. Το καλοκαίρι του έτους 2000 ο κατηγ/νος διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με τη ΕΕ, τη ΖΖ και το θύμα ΑΑ, 48 ετών, διαζευγμένη, μητέρα δύο παιδιών, ιδιωτική υπάλληλο, στο Φροντιστήριο "...", στην ... . Το θύμα χαρακτήριζε ιδιαίτερη κοινωνικότητα και εξωστρέφεια και ήταν αγαπητή σε όλους, συγχρόνως διατηρούσε καλές σχέσεις με τον πρώην σύζυγο της. Η ιδιαίτερη σχέση της ΑΑ με τον κατηγ/νο ήταν γνωστή μόνο στο πολύ στενό φιλικό περιβάλλον της. Το καλοκαίρι του έτους 2000 το θύμα ανήγειρε οικοδομή με δάνειο από Τράπεζα, έχοντας εισπράξει την τελευταία δόση στις αρχές του καλοκαιριού, ποσού 1.500.000 δρχ., ενώ περί τα τέλη Ιουλίου 2000 δανείσθηκε από την εξαδέλφη της ΛΛ το ποσό των 2.000.000 δρχ., με τη δικαιολογία, ότι ήθελε να καλύψει οφειλή της προς το Ι.Κ.Α. και άλλες τρέχουσες οφειλές, Όμως όπως προέκυψε το θύμα δεν είχε πραγματική ανάγκη δανεισμού από συγγενικά της πρόσωπα, γιατί δεν υπήρχε καμιά οφειλή της στο Ι.Κ.Α. Είναι φανερό, ότι τα χρήματα που δανείσθηκε τα έδωσε στον κατηγ/νο, με τον οποίο συνδεόταν ερωτικά και ο οποίος είχε οικονομικές ανάγκες. Το θύμα κάθε μεσημέρι έφευγε από το Φροντιστήριο, όπου εργαζόταν, μεταξύ των ωρών 12.00' και 13.00' και πήγαινε στην Τράπεζα Πίστεως, στα ... της ... και κατέθετε τις καθημερινές εισπράξεις του Φροντιστηρίου που κυμαινόταν από 900.000 έως και 3.000.000 δρχ. Τη συνήθεια αυτή της ΑΑ τη γνώριζε πολύ καλά ο κατηγ/νος, γιατί πολλές φορές η ΑΑ πηγαίνοντας να καταθέσει χρήματα επισκέπτονταν τον κατηγορούμενο στο διαμέρισμα - γραφείο του, στην οδό ..., το οποίο ήταν πολύ κοντά στο φροντιστήριο, οπού αυτή εργαζόταν. Την κρίσιμη ημέρα της 27-10-2000, το πρωΐ η ΑΑ βρισκόταν στο Φροντιστήριο και εργαζόταν. Το πρωί εκείνο η ΑΑ τηλεφώνησε στον κατηγ/νο στο κινητό του τηλέφωνο τρεις φορές. Την πρώτη στις 10.10', τη δεύτερη και την Τρίτη στις 12.36' (βλ. κατάσταση τηλεφωνημάτων ΟΤΕ). Η τελευταία τους συνομιλία τους έγινε ελάχιστα λεπτά προτού η ΑΑ αναχωρήσει με προορισμό την Τράπεζα Πίστεως, για να καταθέσει το ποσό των 900.000 δρχ. σε λογαριασμό του Φροντιστηρίου. Η τελευταία εκείνη συνομιλία τους ήταν χαμηλόφωνη, για να μη γίνει αντιληπτή από τους συναδέλφους της στη Γραμματεία, μεταξύ των οποίων ήταν και η ΝΝ. Πραγματικά, αμέσως μετά το τελευταίο ως άνω τηλεφώνημα, η ΑΑ χαρούμενη πήρε το ποσό των 900.000 δρχ., που της παρέδωσε για κατάθεση η ΝΝ και αναχώρησε για την Τράπεζα και θα επανερχόταν στο Φροντιστήριο για το απογευματινό της ωράριο περί ώρα 17.00'. Όμως η ΑΑ δεν έφθασε ποτέ στην Τράπεζα Πίστεως των ..., αφού μετά από την έξοδο της από το Φροντιστήριο εξαφανίσθηκε, μέχρι την 4η Φεβρουαρίου 2002, οπότε ανακαλύφθηκε ο σκελετός της, στο ... σε αδιανέμητο και ακαλλιέργητο αγρόκτημα που ανήκει στην συνιδιοκτησία της μητέρας του κατηγ/νου ΚΚ, της αδελφής της ... και του ανηψιού της ΦΦ. Το πτώμα της άτυχης ΑΑ ήταν σε κατάσταση προχωρημένης αποσύνθεσης και ήταν τυλιγμένο, επιμελώς κρυμμένο σε μη εμφανές σημείο, μέσα σε θαμνώδη συστάδα σκίντων. Ο θάνατος της, όπως βεβαιώνεται στην Ιατροδικαστική έκθεση οφείλεται σε εγκληματική ενέργεια (βιαιοπραγία, επίδραση θλώντος οργάνου στην κεφαλή). Είναι λοιπόν βέβαιο, ότι ο κατηγ/νος Χ συνάντησε τη ΑΑ στο διαμέρισμα - γραφείο του, στην οδό ..., στην ..., τις μεσημβρινές ώρες της 27-10-2000, από ώρα 12.50' έως 13.30', όπου την περίμενε, αφού αποδέχθηκε την πρόσκληση της, πλην όμως συνάντηση αυτή, που δεν ήταν καθόλου τυχαία για τον κατηγ/νο, απέβη μοιραία για τη ζωή της, αφού έπεσε θύμα της εγκληματικής συμπεριφοράς του. Έχοντας την πρόθεση ο κατηγ/νος να απαλλαγεί από τη ΑΑ, η οποία τον πίεζε για συνέχιση της ερωτικής σχέσης τους και επί πλέον να αφαιρέσει απ' αυτήν παρανόμως το ποσό που είχε μαζί της αποφάσισε να την σκοτώσει. Έτσι όταν η ΑΑ πήγε στο γραφείο - διαμέρισμα του - ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση την κτύπησε με γρόνθο ή με άλλο αμβλύ όργανο στην αριστερή βρεγματική χώρα, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος της. Αμέσως μετά το θάνατο της, ο κατηγ/νος αφαίρεσε απ' αυτήν το ποσό των 900.000 δρχ., που ανήκε στον ιδιοκτήτη του φροντιστηρίου "..." και άγνωστο ποσό των δικών της χρημάτων, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Στη συνέχεια ο κατηγ/νος αναχώρησε από το διαμέρισμα του εσπευσμένα και περί ώρα 15.00 συναντήθηκε με το φίλο του ΣΤ, σε προκαθορισμένη συνάντηση τους. Στο μεταξύ από τις απογευματινές ώρες της 27-10-2000 άρχισε η αναζήτηση της ΑΑ από τους οικείους και συναδέλφους της. Το ίδιο βράδυ τηλεφώνησε στον κατηγ/νο ο γιος της ΑΑ, ΒΒ. Στο τηλεφώνημα αυτό ο κατηγ/νος απέκρυψε σκοπίμως τα τηλεφωνήματα που έγιναν ανάμεσα σ' αυτόν και το θύμα το πρωΐ της ημέρας εκείνης και συγχρόνως δήλωσε άγνοια για την εξαφάνιση της μητέρας του. Το σημείο αυτό ασφαλώς είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, γιατί ο κατηγ/νος εφόσον, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται είναι αθώος, τότε: α) δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να αποκρύψει τα τρία σημαντικά τηλεφωνήματα που είχε το πρωί της 27-10-2000 με το θύμα και β) δεν είχε δικαιολογία για την αδιαφορία που τελικά επέδειξε, για την τύχη του θύματος, με το οποίο διατηρούσε ερωτική σχέση. Περαιτέρω, πρέπει ιδιαίτερα να σημειωθεί το γεγονός, ότι ο κατηγ/νος ήταν το τελευταίο πρόσωπο που μίλησε (τηλεφωνικά) η ΑΑ (εκτός βέβαια των συναδέλφων της στο Φροντιστήριο), πριν από την εξαφάνιση της. Είναι βέβαιο, ότι στις 27-10-2000 η ΑΑ θα μετέβαινε στην Τράπεζα Πίστεως, για να καταθέσει το ποσό των 900.000 δρχ. Δεν έφθασε όμως ποτέ στην Τράπεζα. Αυτό σημαίνει, ότι αυτό που συνέβη, δηλαδή η δολοφονία της, έγινε προτού αυτή φθάσει στην πιο πάνω Τράπεζα, διαφορετικά θα είχε αυτή καταθέσει τα χρήματα στην Τράπεζα, πράγμα όμως που δεν έγινε. Πρέπει ακόμη να αποκλειστεί εντελώς η περίπτωση δολοφονίας της ΑΑ από τρίτο πρόσωπο και η μεταφορά της στο παραπάνω αγρόκτημα. Ο ίδιος ο κατηγ/νος απολογούμενος στο Δικαστήριο κατέθεσε, ότι δεν είχε κανένα εχθρό. Το ίδιο και η ΑΑ, δεν είχε εχθρούς και ήταν άτομο ιδιαίτερα αγαπητό. Τέλος πρέπει να σημειωθεί και το γεγονός, ότι στις 7-11-2000, δηλαδή λίγες ημέρες μετά το θάνατο της ΑΑ ο κατηγ/νος, κατέβαλε συνολικά έξι ενοίκια συνολικού ποσού 330.000 δρχ., που όφειλε από καιρό στον σπιτονοικοκύρη του. Η ανεύρεση των χρημάτων αυτών δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς από το Δικαστήριο. Είναι λοιπόν φανερό, ότι ο κατηγ/νος σκότωσε και λήστεψε τη ΑΑ και ακολούθως στον κατάλληλο χρόνο, που αυτός επέλεξε, μετέφερε το πτώμα της στο ανωτέρω αγρόκτημα. Όπως δε κατέθεσε στο Δικαστήριο ο αστυνομικός ΔΔ το κτήμα που βρέθηκε το πτώμα της ΑΑ ήταν ακαλλιέργητο και το πτώμα ήταν σκεπασμένο με κλαριά και θα βρισκόταν δύσκολα, γιατί ήταν επιμελώς κρυμμένο και σκεπασμένο με σεντόνι. Κατόπιν αυτού ζήτησε να γίνει δεκτή η εν λόγω έφεση του και να κηρυχθεί ένοχος από το Μ.Ο.Ε. Πατρών ο ανωτέρω κατηγορούμενος: α) ανθρωποκτονίας με πρόθεση από δράστη που βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και β) για ληστεία (άρθρα 94 § 1, 299 § 1 και 380 § 1 ΠΚ)". Έτσι όπως έχει η έφεση του πιο πάνω Εισαγγελέα Εφετών, περιέχει την κατά τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ απαιτούμενη για την άσκησή της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον ο Εισαγγελέας στη συνταχθείσα σχετική έκθεση, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου) και τα από αυτά κατά την ακροαματική διαδικασία προκύψαντα, διαφορετικά κατά την κρίση του, πραγματικά περιστατικά, ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων των πιο πάνω δύο αξιόποινων πράξεων, όπως και τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία, κατ'αντίθεση προς τους συλλογισμούς της εκκαλούμενης αποφάσεως, προκύπτει η ενοχή του κατηγορουμένου ως φυσικού αυτουργού της ανθρωποκτονίας και της ληστείας και εντεύθεν η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από την πλειοψηφία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που οδηγήθηκε σε εσφαλμένες παραδοχές και σε αθώωση του κατηγορουμένου, λόγω αμφιβολιών. Μετά από αυτά, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, το οποίο με την προσβαλλόμενη με αριθ. 43,44,45,48,49,50/2008 απόφασή του και την προηγούμενη με αριθ. 77,78 Α/2005 προπαρασκευαστική απόφασή του, δέχθηκε τυπικά την από 14-2-2003 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών κατά της με αριθ. 10,11/2003 αθωωτικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αμαλιάδος, απέρριψε την προβληθείσα από τους συνηγόρους του κατηγορουμένου ένσταση απαραδέκτου της άνω Εισαγγελικής εφέσεως, λόγω αοριστίας του λόγου αυτής και στη συνέχεια επιλήφθηκε της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως, δεν υπερέβη την εξουσία του και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε, οι δε περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Η' του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, τρίτος του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως και τέταρτος των προσθέτων λόγων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος οι συνεδριάσεις κάθε Δικαστηρίου είναι δημόσιες, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 329 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 330 παρ.1, 2 του ιδίου Κώδικα, αν η δημοσιότητα της συνεδρίασης είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή συντρέχουν ειδικοί λόγοι να προστατευθεί ο ιδιωτικός ή οικογενειακός βίος των διαδίκων, ιδίως αν η δημοσιότητα σε δίκη εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής έχει ως συνέπεια την ιδιαίτερη ψυχική ταλαιπωρία ή το διασυρμό του θύματος και μάλιστα ανηλίκου, το δικαστήριο διατάσσει τη διεξαγωγή της ή ενός μέρους της χωρίς δημοσιότητα. Για τον αποκλεισμό της δημοσιότητας κατά την προηγούμενη παράγραφο, το δικαστήριο, αφού ακούσει τον εισαγγελέα και τους διαδίκους, εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση και την απαγγέλλει σε δημόσια συνεδρίαση. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 331 του ιδίου Κώδικα, η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά. Για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά, και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140-144. Η παράβαση των παραπάνω διατάξεων ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Η έλλειψη δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, ενόψει και του άνω άρθρου 331 ΚΠοινΔ, πρέπει να αποδεικνύεται μόνο από τα σχετικά πρακτικά συνεδριάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για παράβαση του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Γ ΚΠοινΔ, καθόσον η συνεδρίαση κατά τις δικασίμους 20-5-2008, 21-5-2008, 22-5-2008, 3-6-2008 και 4-6-2008 δεν έγινε δημόσια. Όπως όμως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η συνεδρίαση του Δικαστηρίου έγινε στις 19-5-2008, 20-5-2008, 21-5-2008, 22-5-2008, 3-6-2008 και 4-6-2008. Κατ'αυτές προκύπτει ότι δε λήφθηκε καμία απόφαση για συνεδρίαση του Δικαστηρίου κεκλεισμένων των θυρών και ότι έγινε η συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην αίθουσα συνεδριάσεως, με παρόντες όλους τους παράγοντες της δίκης, σε δημόσια συνεδρίαση και όχι κεκλεισμένων των θυρών και δημόσια στην τελευταία ως άνω συνεδρίαση έγινε η απαγγελία της αποφάσεως, (βλ. φύλλα 1, 7, 11, 16, 23, 35 και 37 αποφάσεως). Επομένως ο σχετικός τρίτος ως άνω πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ'ουσία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 380 παρ. 1 του ΠΚ, τιμωρείται με κάθειρξη όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν από την πράξη προήλθε ο θάνατος κάποιου προσώπου ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310) ή αν η πράξη εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη. Κατά δε το άρθρο 299 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται, μετά την κατάργηση της ποινής του θανάτου (άρθρ. 33 παρ. 1 ν. 2172/1993), με ισόβια κάθειρξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν με σκοπό τη ληστεία, κάμπτεται βιαίως η βούληση του θύματος με την άσκηση σωματικής εναντίον του βίας, που εξικνείται στον έσχατο βαθμό της με την από πρόθεση θανάτωσή του και επακολουθεί η σε άμεσο σύνδεσμο με τη θανάτωση αφαίρεση των πραγμάτων, υπάρχει αληθινή συρροή των εγκλημάτων ληστείας και ανθρωποκτονίας με πρόθεση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του σύνθετου εγκλήματος της ληστείας, με το οποίο προσβάλλεται τόσο η προσωπική ελευθερία, όσο και η ατομική ιδιοκτησία, εμπεριέχοντας στην αντικειμενική υπόστασή του στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων της παράνομης βίας και της κλοπής, απαιτείται είτε άσκηση σωματικής βίας, με φυσική δύναμη και ενέργεια ή με μέσα υπνωτικά ή ναρκωτικά ή άλλα ανάλογα περιαγωγή του θύματος σε κατάσταση αναισθησίας ή ανικανότητας προς αντίσταση, χωρίς να είναι απαραίτητη η συνείδηση του θύματος για την ασκούμενη βία, είτε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος ή της ζωής, δηλαδή ψυχολογική βία, που επιδιώκει την κάμψη της προσωπικής αυτενέργειας για να καταστεί δυνατή η αφαίρεση του ξένου κινητού πράγματος. Αν με την παράνομη βία εξουδετερώνεται πλήρως κάθε προβαλλόμενη ή αναφερόμενη αντίσταση του θύματος, τότε με την αφαίρεση (κλοπή) του κινητού πράγματος, συντελείται η αντικειμενική υπόσταση της κυρίως ληστείας (παρ. 1 περ. α άρθρου 380), ενώ αυθύπαρκτη αντικειμενική υπόσταση της ληστείας (ληστρική εκβίαση της παρ.1 περ. β του άρθρου 380), υφίσταται, όταν με παράνομη βία το θύμα εξαναγκάζεται στην παράδοση του κινητού πράγματος. Το έγκλημα της παράνομης βίας είναι υπαλλακτικώς μικτό και επομένως, είτε ως παράνομη βία, είτε ως απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος ή της ζωής, εφόσον συνδυάζεται με κλοπή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση ενός και του αυτού εγκλήματος της ληστείας, του οποίου η παράνομη βία αποτελεί το ένα συνθετικό στοιχείο. Είναι αδιάφορο δε για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως της ληστείας, το αν εκδηλώθηκε αντίσταση του θύματος ή απλώς με το ενδεχόμενο εκδηλώσεώς της ασκήθηκε εναντίον του παράνομη βία, ούτε αν αυτή ήταν πρόσφορη, αρκεί ότι κατά την αντίληψη του δράστη, ήταν κατάλληλη για την επιτυχία της κλοπής. Με την παρ.2 του άνω άρθρου 380 ΠΚ, αν από την πράξη προήλθε ο θάνατος ή βαριά σωματική βλάβη του θύματος, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι ληστεία, που τελείται με δόλο, τιμωρείται βαρύτερα, αν από τη ληστεία επέλθει το πρόσθετο βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου ή της βαριάς σωματικής βλάβης του ληστευθέντος θύματος, η ευθύνη του δράστη θεμελιώνεται μόνον αν ο θάνατος ή η βαριά σωματική βλάβη μπορούν να αποδοθούν σε αμέλεια του δράστη, κατά την έννοια του άρθρου 29 ΠΚ. Συντρέχει δε η άνω περίπτωση και όταν το απειλούμενο θύμα της ληστείας , υποχωρώντας ή υπό την σωματική βία του δράστη πέφτει και θανατώνεται ή υφίσταται βαριά σωματική βλάβη, όχι όμως όταν υφίσταται απλώς ατύχημα, χωρίς έμμεση επενέργεια αμέλεια του δράστη, ως προς το άνω επελθόν αποτέλεσμα. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο σε συνδυασμό με αποσπάσματα καταθέσεών τους στην προδικασία, τα οποία αναγνώσθηκαν προς υποβοήθηση της μνήμης των μαρτύρων η επισήμανση αντιφάσεων τους (αρθρ. 357 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δικ.), τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με αποσπάσματα των απολογιών του στην προδικασία που επίσης αναγνώσθηκαν προς επισήμανση αντιφάσεων του (αρθρ. 366 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δικ.) και τη διαδικασία γενικά αποδείχθηκαν, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο αυτό, τα εξής: Η ΑΑ (θύμα), ηλικίας 48 ετών κατά το έτος 2000 και μητέρα δύο ανήλικων τέκνων, ήταν σε διάσταση από το έτος 1987 με τον σύζυγο της ΓΓ, με τον οποίο λύθηκε ακολούθως ο γάμος της, αλλά διατηρούσαν (για ζητήματα των κοινών τέκνων τους) τηλεφωνική και μόνον επικοινωνία, επειδή εκείνος φυγοδικούσε για οικονομικά εγκλήματα (σε βάρος του Δημοσίου κυρίως) και εκκρεμούσαν σε βάρος του εντάλματα σύλληψης του. Αυτή εργαζόταν από το έτος 1994 μέχρι τις 27-10-2000 στο φροντιστήριο του ΜΜ με τον διακριτικό τίτλο "..." που λειτουργούσε στην ... και στην οδό ... αρ. ... . Στις 27 Οκτωβρίου 2000 και ώρα 13.00' η ΑΑ παρέλαβε σε ένα φάκελο από την ταμία του φροντιστηρίου ΝΝ το χρηματικό ποσό των 900.000 δραχμών για να το καταθέσει στη γειτονική (σε απόσταση 180 περίπου μέτρων) Τράπεζα Πίστεως (ήδη ΑLΡHΑ ΒΑΝΚ) όπως και ποσό 20.000 δραχμών σε κέρματα για να το μετατρέψει σε χαρτονομίσματα και αναχώρησε από το φροντιστήριο. Έκτοτε φερόταν εξαφανισμένη, μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου 2002 που βρέθηκε το πτώμα της στη θέση ... του χωριού ... N. ..., σε εγκαταλειμμένο από δύο δεκαετίες τουλάχιστον, ακαλλιέργητο αγροτεμάχιο 20 στρεμμάτων, με 120 περίπου, απεριποίητα ελαιόδενδρα και πυκνή δασική βλάστηση (από θάμνους σκίντων κ.λ.π.), το οποίο ανήκε στη συγκυριότητα (κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου) της μητέρας του κατηγορουμένου και (κατά το υπόλοιπο ποσοστό) δύο άλλων συγγενών της (αδελφών ...), ήταν δε αυτό (το πτώμα) περιτυλιγμένο με ένα σεντόνι χρώματος "εμπριμέ" και ένα σάκκο συλλογής ελαιοκάρπου από πλαστικές ίνες, τοποθετημένο επάνω σε πυκνή θαμνώδη βλάστηση σκίντων (απείχε έτσι από το έδαφος άνω του μισού μέτρου) και σκεπασμένο με πολλά και πυκνά κλαδιά, που είχαν αποκοπεί και τοποθετηθεί για επικάλυψη και επιμελή απόκρυψη του πτώματος και (ενδεχομένως) παράλληλη διευκόλυνση - με την έκθεση του στις εναλλασσόμενες καιρικές συνθήκες - της ταχύτερης αποσύνθεσης του και της αποφυγής ανίχνευσης κακώσεων στα μαλακά μόρια αυτού. Το ως άνω αγρόκτημα, συνιδιοκτησίας της μητέρας του κατηγορουμένου "βρίσκεται νοτιοανατολικά του δημοτικού διαμερίσματος ..., σε απόσταση 500 περίπου μέτρων από το κέντρο του χωριού ... ο καρπός των ελαιοδένδρων του δεν είχε συλλέγει ... και υπήρχε δυνατότητα εισόδου από ιδιωτικό δρόμο πλάτους 5 μέτρων έως το σημείο που βρέθηκε ο ανθρώπινος σκελετός (ο οποίος) είχε εμφανές το πουλόβερ χρώματος μπλε σκούρου, κομμάτια παντελονιού τζιν χρώματος μπλε, στηθόδεσμο χρώματος λευκού, τα οστά της κοιλιακής χώρας, των κάτω άκρων και του δεξιού χεριού", ενώ μετά την αποκάλυψη του υπολοίπου πτώματος "διαπιστώθηκε ότι το κρανίο είχε λιγοστά μαλλιά χρώματος καστανόξανθου και το αριστερό χέρι έφερε ένα ωρολόγιο με μπρασελέ επίχρυσο LONGINES ασημένιο, όπως και ένα βραχιόλι τύπου χειροπέδας με επίχρυσα τα δύο άκρα" (βλ. από 4-2-2002 έκθεση αυτοψίας του Αστυνόμου Α' ...). Αφορμή για την ανακάλυψη του πτώματος αποτέλεσε το συμπτωματικό γεγονός ότι ο ήδη θανών κτηνοτρόφος ΞΞ, στις 25-1-2002, κατά τη βόσκηση των προβάτων του στο ως άνω αγρόκτημα των κληρονόμων ..., αντίκρισε στο έδαφος ένα οστό ανθρώπινου ποδιού (το οποίο προφανώς είχαν αποσπάσει σαρκοφάγα) και ανέφερε τούτο στα τέκνα του, τα οποία στη συνέχεια, αφού ερεύνησαν το χώρο, ανακάλυψαν την ύπαρξη του πτώματος και ο γυιός του ΠΠ ειδοποίησε την αστυνομία (βλ, από 27-9-2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου του Ι. Καπογιαννόπουλου, και από 19-2-2002 ένορκη κατάθεση στον Ανακριτή του ΠΠ). Ο ΠΠ στην πιο πάνω ένορκη κατάθεση του στον ανακριτή αναφέρει τα εξής: "Στις 28-1-2002 κατά τις 4 η ώρα το απόγευμα με πήγε ο πατέρας μου στο κτήμα ... και εκεί μου έδειξε το σκελετό ενός ανθρώπινου ποδιού από το γόνατο και κάτω. Εγώ αμέσως έψαξα τριγύρω και με το που κοίταξα μέσα στο σκίντα είδα το σκελετό ενός ανθρώπου τυλιγμένο με κάποια ρούχα σαν σεντόνι και το κεφάλι ήταν τυλιγμένο με μαύρη σακκούλα ... . Το ίδιο βράδυ τηλεφώνησα στην Άμεσο Δράση. Όπως φάνηκε όμως δεν μπόρεσαν να βρουν τίποτα παρά το ότι τους είπα με λεπτομέρεια το συγκεκριμένο σημείο. Έτσι το επόμενο βράδυ τηλεφώνησα πάλι στην άμεσο δράση και μου είπαν να τηλεφωνήσω στο Α.Τ. ... που γνωρίζουν καλύτερα την περιοχή, όπως και έκανα αλλά ενώ έψαξαν δεν βρήκαν και πάλι τίποτα, αν και τους είχα λεπτομερώς υποδείξει το συγκεκριμένο σημείο ... . Έτσι απευθύνθηκα στο ΡΡ, δημοτικό σύμβουλο, ο οποίος ανέλαβε γιατί είχα πολλές δουλειές με τα πρόβατα ... ". Η κατάσταση προχωρημένης σήψης του σώματος και οι ανεπιτυχείς προσπάθειες της Αστυνομίας να το ανακαλύψει, για τις οποίες αναφέρθηκε και ο γυιός του θύματος ΒΒ (βλ. ένορκη κατάθεση του στο ακροατήριο, με την οποία αποδίδει στον πατέρα του κατηγορουμένου εσκεμμένη προσπάθεια να οδηγήσει του αστυνομικούς σε άλλο αγρόκτημα του και όχι σ' εκείνο που ήταν το πτώμα), σε συνδυασμό με τη διαπίστωση της έκθεσης αυτοψίας ότι αυτό "ήταν επιμελώς κρυμμένο" και την στηριζόμενη σε άμεση αντίληψη του ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του αστυνομικού ΔΔ, σύμφωνα με την οποία "το πτώμα είχε τοποθετηθεί εκεί και είχε σκεπασθεί από άλλα κλαδιά, δίνοντας την εντύπωση ότι ήταν κρυμμένο για να μην φαίνεται (και) τυχαία ξεσκεπάσθηκε ίσως από κάποιο ζώο", δικαιολογούν το στηριζόμενο σε γεγονότα συμπέρασμα του ίδιου μάρτυρα ότι "το πτώμα δεν είχε μεταφερθεί πρόσφατα εκεί, (αλλά) εκεί ήταν από καιρό". Με την υπ' αρ. πρωτ. ... έκθεση τοξικολογικής ανάλυσης του Εργ. Τοξ. Και Φαρμ. Του Παν/μίου Πατρών βεβαιώνεται ότι η εξέταση "δείγματος πολτού των σπλάχνων της ΑΑ (θύματος) απέβη αρνητική για ναρκωτικές, φαρμακευτικές και άλλες τοξικές ουσίες" (καταγράφοντας και τη δυσχέρεια των αναλύσεων λόγω της προχωρημένης σήψης του πτώματος). Στην αρ. πρωτ. ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών ..., που συντάχθηκε για το πτώμα της ΑΑ αναφέρονται τα εξής: "... Α. ΝΕΚΡΟΨΙΑ: Υπολείμματα πτώματος θήλεος, σε κατάσταση λίαν προκεχωρημένης αποσυνθέσεως -σήψεως, ενδεδυμένου (έφερε πλήρη ένδυση, άνευ υποδήσεως). Διαπιστώθηκαν: Εικών απογυμνώσεως οστών, προσωπικού - σπλαχνικού και εγκεφαλικού κρανίου και μακρών οστών των άκρων, εκ των μαλθακών μορίων κατά περιοχές. Εικών μεταθανάτιου αποσπάσεως της δεξιάς κνήμης και του συστοίχου ποδός εκ του λοιπού κορμού και αλλοιώσεις "μουμιοποιήσεως" (συρρίκνωσις - ξήρανσις και καστανόφαιος χροιά δέρματος και υποδορίου) συστοίχως. Αλλοιώσεις "σαπωνοποιήσεως" δέρματος και υποδορίου τριχωτού κεφαλής και ράχεως (κατά περιοχές). Σκώληκες και υπολείμματα πολλαπλών γενεών σκωλήκων. Κολεόπτερα (κάνθαροι). Αλλότρια σώματα (κλάδοι και κλαδίσκοι δένδρων). Εμφανείς οστικές κακώσεις εν ζωή γενόμενες, επισκοπικώς, ουδαμού του σώματος διεπιστώθησαν. Β. ΝΕΚΡΟΤΟΜΗ. Κεφαλή: Μετά την καθολική κατάσταση των υπολειμμάτων των μαλθακών μορίων της κεφαλής, τη διάνοιξη της κρανιακής κοιλότητας, την απαγωγή των ελαχίστων υπολειμμάτων του εγκεφάλου και την αποκόλληση της σκληρός μήνιγγος διαπιστώθησαν: Μαλθακά μόρια τριχωτού κεφαλής: Υπολείμματα δέρματος τριχωτού κεφαλής σε κατάσταση προκεχωρημένης σήψεως - "σαπωνοποιήσεως". Εικών αιμορραγικής διηθήσεως, συμβατή υποδορίων αιματωμάτων, κατά θέση συστοίχως της αριστερής βρεγματικής χώρας. Οστά "σπλαχνικού - προσωπικού κρανίου, θόλου εγκεφαλικού κρανίου (κ.λ.π. μερών) άνευ εμφανών κακώσεων Δ. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ... Οι μορφολογικού χαρακτήρες και η ανατομική εντόπιση της αιμορραγικής διηθήσεως των μαλθακών μορίων του τριχωτού της κεφαλής και της αιμοσφαιρινικής ερυθράς χρώσεως του κρανίου συστοίχως (αριστερά βρεγματική χώρα) καταδεικνύουν επίδραση θλώντος (αμβλέος) οργάνου συστοίχως και συνηγορούν υπέρ της εκδοχής της ολίγον προθανατίας γενομένης βιαιοπραγίας (στοιχεία εν ζωή γενομένης κακώσεως - πλήξης κεφαλής). Σε συνδυασμό με τα αυτοψιακά δεδομένα από το χώρο ανευρέσεως της θανούσης (απόρριψης πτώματος σε αγροτική τοποθεσία) συνηγορούν υπέρ της εκδοχής της εγκληματικής ενέργειας. Ε. ΧΡΟΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ: Το χρονικό διάστημα που παρήλθε από το θάνατο της ανωτέρω, με βάση της εξέλιξη των πτωματικών φαινομένων, προσδιορίσθηκε στους 15 μήνες κατά προσέγγισιν (από την ημερομηνία διενέργειας νεκροψίας - νεκροτομής). ΣΤ. ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ: Ο θάνατος της ΑΑ επήλθε συνεπεία απροσδιορίστου αιτίας, εν αναμονή των εργαστηριακών εξετάσεων. Ζ. ΕΙΔΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ: Απροσδιόριστος θάνατος του οποίου προηγήθηκε βιαιοπραγία (εν ζωή γενομένη επίδρασις θλώντος οργάνου στην κεφαλή)". Από το ανωτέρω περιεχόμενο της ιατροδικαστικής έκθεσης προκύπτει ότι το μοναδικό εύρημα, που αποτελεί ένδειξη εγκληματικής ενέργειας σε βάρος της ΑΑ είναι "η αιμορραγική διήθηση, συμβατή υποδορίων αιματωμάτων συστοίχως της αριστερής βρεγματικής χώρας", χωρίς όμως αυτή να προσδιορίζεται (λόγω της μειωμένης βαρύτητας της) και ως πιθανή έστω αιτία θανάτου, αφήνοντας έτσι πιθανότερη τούτου την ανοξυγοναιμία, λόγω βίαιης απόφραξης της εισόδου του αναπνευστικού συστήματος της παθούσας, εκδοχή που υιοθετήθηκε ως συμβατή με το σύνολο των ευρημάτων - μετά την αδυναμία έκδοσης συμπληρωματικού πορίσματος αναλυτικών εξετάσεων του πτώματος - από την Ιατροδικαστική Υπηρεσία (ατύπως) και ακολούθως από την Αστυνομική Αρχή που διενήργησε την προανάκριση (βλ. ένορκες καταθέσεις του Αστυνομικού ΔΔ και απολογία του κατηγορουμένου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο). Μία τέτοια εκδοχή προσαρμόζεται και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που εμφανίζει η μεταχείριση του πτώματος, αλλά και με την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αναπτύσσεται σε επόμενη θέση της παρούσας. Το θύμα (ΑΑ) ήταν εξωστρεφής τύπος ανθρώπου, ανέπτυσσε εύκολα γνωριμίες με άλλους ανθρώπους, ακόμα και αισθηματικές, διατηρώντας σε επίπεδα εγκαρδιότητας τις συνηθισμένες από αυτές τις σχέσεις της και αποκρύπτοντας τα ερωτικά της προβλήματα, ενώ παράλληλα έδειχνε διαρκές ενδιαφέρον για την αποκατάσταση των δύο ενηλίκων τότε τέκνων της, για την αποπεράτωση της ημιτελούς κατοικίας της και για την επιμελή εκτέλεση της καθημερινής (εξαρτημένης) εργασίας της, με τις αποδοχές της οποίας αντιμετώπιζε τα βιοποριστικά της προβλήματα. Καθημερινά σχεδόν αυτή για μία εξαετία παρελάμβανε από την ταμία τις σημαντικές εισπράξεις του φροντιστηρίου με τον διακριτικό τίτλο "...", (κυμαινόμενες από 800.000 έως 4.000.000 δραχμές) και τις μετέφερε στο γειτονικό κατάστημα της Τράπεζας Πίστεως ακολουθώντας πάντοτε μία από τις δύο συντομότερες διαδρομές, είτε δια της οδού ... στην ευθύγραμμη προέκταση της από το φροντιστήριο ... προς την πλατεία ..., την οποία διασχίζοντας έφθανε στην τράπεζα, είτε δια της λεωφόρου ... από το σημείο συμβολής της με την οδό ... (πλησίον του φροντιστηρίου ...) μέχρι τη διασταύρωση της με την οδό ..., την οποία ακολουθούσε δεξιά φθάνοντας μετά από ένα οικοδομικό τετράγωνο στην πιο πάνω πλατεία, δηλαδή μεταξύ φροντιστηρίου και τράπεζας παρεμβαλλόταν ένα οικοδομικό τετράγωνο και στην προέκταση της διαγωνίου αυτού ήταν η τράπεζα, στην οποία μπορούσε να φθάσει στον ίδιο χρόνο από τη δεξιά ή αριστερή πλευρά του οικοδομικού τετραγώνου. Ακολουθώντας την πρώτη διαδρομή η ΑΑ περνούσε αναγκαστικά από το περίπτερο του ΣΣ και ακολουθώντας τη δεύτερη διαδρομή περνούσε αναγκαστικά από το φαρμακείο του ΤΤ, τους οποίους όχι μόνο γνώριζε καλά η ΑΑ, αλλά και χαιρετούσε πάντοτε, διερχόμενη εμπρός από τα καταστήματα τους, γιατί ήταν άτομο ιδιαίτερα κοινωνικό, αγαπητό και ομιλητικό, που εκδήλωνε την πληθωρική διάθεση της και την ανάγκη επικοινωνίας της με τους ανθρώπους. Την ημέρα εκείνη (27-10-2000) μετά την αναχώρηση της από το φροντιστήριο "..." ώρα 13.00', η ΑΑ δεν έφθασε στην Τράπεζα Πίστεως, όπως ήταν ο προορισμός της ούτε ακολούθησε μία από τις παραπάνω συνηθισμένες διαδρομές της, καθ' όσον ουδείς από τους εκμεταλλευόμενους το περίπτερο και το φαρμακείο ΣΣ και ΤΤ αντιστοίχως την αντιλήφθηκε και δεν θα μπορούσε ούτε θα ήθελε να περάσει απαρατήρητη εκείνη, λόγω της προσωπικότητας και των συνηθειών της, αλλά θα τους χαιρετούσε με δική της πρωτοβουλία διερχόμενη από εκεί. Αυτό προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του ιδιοκτήτη του φροντιστηρίου "..." ΜΜ, ο οποίος από εύλογο ενδιαφέρον για την απώλεια των χρημάτων του (920.000 δρχ.) ρώτησε σχετικά τους ανωτέρω ιδιοκτήτες του περιπτέρου και του φαρμακείου και έλαβε κατηγορηματικά αρνητική απάντηση. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που έδωσε ο ιδιοκτήτης του περιπτέρου ΣΣ στον ως άνω μάρτυρα, στην ερώτηση του αν πέρασε η ΑΑ για την Τράπεζα Πίστεως στις 27-10-2000: "Την Παρασκευή (27-10-2000) δεν πέρασε. Την προηγούμενη (26-10-2000) πέρασε την ώρα 12.35'". Η τρίτη και τελευταία δυνατότητα μετάβασης από το φροντιστήριο στην τράπεζα ήταν να ακολούθησε η ΑΑ τη διαδρομή δια της οδού ..., αλλά από την προέκταση της προς την αντίθετη με τη θέση της τράπεζας κατεύθυνση και διανύοντας μία τεθλασμένη ενός οικοδομικού τετραγώνου που περιβάλλεται από τις οδούς ... και ... να επανέλθει στη δεύτερη διαδρομή. Αυτή η τρίτη διαδρομή πρέπει να ακολουθήθηκε από τη ΑΑ (λόγω αποκλεισμού των δύο λοιπών), ως επιλογή της υπαγορευμένη από συγκεκριμένη σοβαρή αιτία και τέτοια αποτελούσε το ζωηρό ενδιαφέρον της να συναντήσει τον κατηγορούμενο, με τον οποίο διατηρούσε ερωτικές σχέσεις και το διαμέρισμα - γραφείο του (από δύο συνολικά δωμάτια) βρισκόταν στο ισόγειο πολυκατοικίας της οδού ... αρ. ... (πλησίον του σημείου συμβολής της οδού ... με την οδό ...), διατηρούσε δε κρυφή αυτή τη σχέση της, λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας με τον κατηγορούμενο, που θα την καθιστούσε έκθετη για οικονομικές προς εκείνον παραχωρήσεις. Στην παρακαμπτήριο αυτή διαδρομή δεν υπήρχε κανένα άλλο πρόσωπο του συγγενικού, φιλικού ή επαγγελματικού περιβάλλοντος της παθούσας για το οποίο να εκδήλωνε αυτή επιθυμία συνάντησης του και μάλιστα πριν από την εκπλήρωση της εργασιακής της υποχρέωσης. Η ερωτική σχέση του κατηγορουμένου με την ΑΑ άρχισε με πρωτοβουλία της τελευταίας, την Άνοιξη περίπου του ίδιου έτους (2000), όταν ο κατηγορούμενος διατηρούσε παράλληλα (και εξακολούθησε να διατηρεί μέχρι το Φθινόπωρο του 2000) πολυετή ερωτική σχέση με την περίπου συνομήλικη του ΕΕ. Ο κατηγορούμενος ήταν τότε ηλικίας 32 ετών, δηλαδή ήταν μικρότερος από το θύμα κατά 16 έτη, και διατηρούσε διαφημιστικό γραφείο σε ένα δωμάτιο ενός ισόγειου διαμερίσματος δύο δωματίων, όπου διέμενε, χωρίς να κερδίζει όμως ούτε τα στοιχειώδη για την πληρωμή του ενοικίου του διαμερίσματος του. Ο κατηγορούμενος με την απολογία του στο ακροατήριο αμφισβήτησε την ορθότητα της κατά την προδικασία παραδοχής του, ως ανέργου για μία διετία περίπου προ του έτους 2000, η αμφισβήτηση του όμως είναι ελάχιστα πειστική, αν ληφθεί υπόψη ότι ο κατηγορούμενος ομολόγησε ότι δεν υπέβαλε φορολογικές δηλώσεις γενικώς και επί πλέον δεν προσκόμισε πειστικές αποδείξεις για σοβαρή επαγγελματική ενασχόληση του και απόκτηση κάποιων αξιόλογων εισοδημάτων κατά την προηγούμενη του έτους 2000 10ετία. Ο κατηγορούμενος είχε περιορισμένες γραμματικές γνώσεις (ήταν απόφοιτος δημοτικού) και ως χαρακτήρας ήταν συνήθως ήπιος και ευγενικής. Μη διαθέτοντας αυτός επαρκείς πόρους ζωής από την εργασία του ή από περιουσία του (καταγόταν από πτωχή αγροτική οικογένεια και είχε 7 αδελφούς) εκμεταλλεύθηκε το σχετικά καλό παρουσιαστικό του και το φυσιολογικό ενδιαφέρον κάποιων συνομιλήκων του γυναικών για δημιουργία με αυτόν οικογένειας (όπως η ΥΥ και η ΕΕ), αλλά και την αδυναμία ορισμένων, πολύ μεγαλύτερης ηλικίας από αυτόν γυναικών για ερωτική συνάφεια με νεώτερους άνδρες έναντι οικονομικών ανταλλαγμάτων (όπως γνωστές είναι το θύμα και η μάρτυρας ΖΖ, με την οποία εξακολουθεί να συνδέεται ερωτικά μέχρι τώρα), ώστε να λύσει το βιοποριστικό πρόβλημα του με οικονομικές προς αυτόν παροχές (σε χρήμα και είδος) από όλες αυτές τις γυναίκες, με τις οποίες συνδεόταν ερωτικά, έναντι προσφοράς ψευδών υποσχέσεων στις πρώτες και (σε όλες) του σώματος του για την ικανοποίηση του γενετήσιου ενστίκτου τούτων (και του ιδίου), μετερχόμενος και παραπλανητικά τεχνάσματα, ώστε να διατηρεί ενεργό το ενδιαφέρον τους προς τον ίδιο και να αποτρέπει ανεπιθύμητες περιπλοκές από την οικονομική και ηθική βλάβη που προξενούσε σ' αυτές με την παρασιτική διαβίωση του σε βάρος τους. Την πλέον μακροχρόνια σχέση με τον κατηγορούμενο είχε η μάρτυρας ΕΕ (γεννημένη το 1970) η οποία καταθέτει για το χαρακτήρα του τα εξής: "Τον γνώρισα τον κατηγορούμενο το 1989 (σε ηλικία 19 ετών) και είχαμε δεσμό μέχρι το Σεπτέμβριο του 2000. Είμαι νοσηλεύτρια και ο κατηγορούμενος ασχολείται με διαφημιστικά. Έμενε στο ιδιόκτητο σπίτι μου ... . Αγόραζε λίγα πράγματα ... . Το αμάξι μου (που αγόρασα το 1989) του το είχα παραχωρήσει. Στην αρχή πηγαίναμε πολύ καλά. Μετά, λίγες ημέρες πριν το έγκλημα, έμαθα ότι είχε σπίτι στην οδό ... . Όταν εγώ έφευγα για δουλειά, το πρωί τον άφηνα στο σπίτι, κάποιο διάστημα αρραβωνιάστηκε. Δεν μου είπε να χωρίσουμε και αρραβωνιάστηκε άλλη. Αυτή η κοπέλα (η ΥΥ) ήρθε στο σπίτι μου και δεν ήξερε για εμένα. Στην κοπέλα έλεγε ότι ήμουν ξαδέρφη του ... . Του έδινα χρήματα του κατηγορουμένου. Το καλοκαίρι του 2000 του έδωσα 2.000.000 δραχμές. Μπορεί να ήταν και νωρίτερα. Εγώ είχα ό,τι έπαιρνα από το μισθό μου. Είχα πάρει δάνειο στο όνομα μου. Τακτικά του έδινα 5.000 ή 10.000 δραχμές. Καθημερινή δουλειά δεν είχε, τα κοινόχρηστα, το φως και το φαΐ τα πλήρωνα εγώ. Ήταν ήρεμος άνθρωπος και δεν είχαμε τσακωμούς. Τον τελευταίο καιρό ήταν απόμακρος. Τελικά χώρισε με την αρραβωνιαστικιά του και συνεχίσαμε μαζί. Είχα βρει στο σπίτι μου τη βέρα της κοπέλας. Δεν μπορώ να πω ότι ο κατηγορούμενος είχε δουλειά. Είχε την κάρτα μου και έκανε αναλήψεις από το λογαριασμό μου. Κάθε μήνα μπορεί να έπαιρνε 50.000 ή 100.000 δραχμές. Όταν το έμαθα για τη ΥΥ το συζητήσαμε. Είμαι ήρεμος άνθρωπος και δεχόμουν τη ροή των πραγμάτων. Στις 28 Οκτωβρίου (2000) μεταξύ 10.30 και 11.30 ήρθε στο σπίτι μου να πάρει κάτι πράγματα και κάθησε 15-20 λεπτά. Το θυμάμαι γιατί πίεζε ο χρόνος της δουλειάς μου. Με ενοχλούσε, ήθελε τα πράγματα. Συνέχεια έπαιρνε τηλέφωνο και έλεγε ότι θα έρθει να πάρει τα πράγματα και πάντα το ανέβαλε. Είχε μια - δυο τηλεοράσεις και χαρτοκιβώτια με χαρτιά. Μου έκανε εντύπωση τα τηλέφωνα που μου έκανε. Ήθελε να διατηρήσουμε τη σχέση μας. Ήταν ανήσυχος και δεν σήκωνε το κινητό του. Τα πράγματα δεν τα πήρε όλα μαζί. Εγώ μετά τα έβλεπα στο διάδρομο της πολυκατοικίας δίπλα στο καλοριφέρ. Το βράδυ του Σαββάτου βγήκα με το νυν σύζυγο μου και όταν γύρισα στις 1 τα πράγματα του ήταν εκεί. Το πρωί σηκώθηκα στις 10 και από περιέργεια κοίταξα και τα πράγματα είχαν φύγει. Ποτέ δεν μου είχε φανερώσει φίλο του ... . Χώρισα γιατί με κατέστρεψε. Το σπίτι μου κινδύνεψε να βγει σε πλειστηριασμό. Είχε κάνει αναλήψεις από την κάρτα μου και δεν ήξερα τίποτα. Τις δόσεις του αυτοκινήτου μου τις έδινα στον κατηγορούμενο να τις καταβάλει. Μετά με ειδοποίησαν από την τράπεζα ότι χρωστάω τις δόσεις. Του είχα δώσει χρήματα και είπε ότι τα έπαιξε στο χρηματιστήριο. Έπαθα ζημιά γύρω στο 8.000.000 δραχμές. Δεν εργαζόταν καθόλου. Τα χρήματα του μισθού μου τα διαχειριζόταν αυτός (όχι πάντα) ... . Με είχε καταφέρει να βγάλω 3 πιστωτικές κάρτες και ήξερε τους κωδικούς και πήγαινε και έκανε αναλήψεις. Τις κάρτες τις είχε φθάσει στο τέρμα. Την παθούσα δεν την ήξερα, ούτε τον (φίλο του) ΣΤ. Για τα χρήματα που μου έφαγε δεν θέλω τίποτα" (βλ. ένορκη κατάθεση της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο). Η αξιοπιστία της ένορκης αυτής κατάθεσης της μάρτυρα ΕΕ δεν τίθεται σε αμφιβολία από κανένα άλλο στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας, (αντίθετα σε μεγάλο βαθμό επιβεβαιώνεται και από τις απολογίες του κατηγορουμένου) διότι: α) Η μάρτυρας, ενώ είχε τη μακροβιότερη (υπερδεκαετή) ερωτική σχέση με τον κατηγορούμενο από όλες τις υπόλοιπες γυναίκες, με τις οποίες αυτός συνδέθηκε ερωτικά, επέλεξε η ίδια τη διακοπή των σχέσεων τους, όταν διέγνωσε την οικονομική καταστροφή στην οποία την οδηγούσε με την παρασιτική σε βάρος της διαβίωση του, χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε εναντίον του αξίωση αποζημίωσης της, β) Παρά τα δεινά που τις προξένησε ο κατηγορούμενος, τον περιγράφει ως ευγενικό και ήπιο χαρακτήρα και αποφεύγει να κάνει οποιαδήποτε εκτίμηση για τη σε βάρος του κατηγορία, γ) Δίνοντας με την ένορκη κατάθεση της την περιγραφή του χαρακτήρα του κατηγορουμένου ευθυγραμμίζεται κατά βάση με απόψεις των μαρτύρων υπεράσπισης και δ) Η ψυχική συντριβή της για την άδικα αναλωμένη για τον κατηγορούμενο νεότητα της απεικονίζεται στην εκδήλωση αδυναμίας της να υποβληθεί στη δοκιμασία της επανάληψης της μαρτυρίας της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Εξάλλου το ότι οι μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες, που συνήπταν ερωτικές σχέσεις με τον κατηγορούμενο, του παρείχαν οικονομικά ανταλλάγματα δεν αποτελεί μόνον λογικό συμπέρασμα ανάλογης συμπεριφοράς του ακόμα και σε πλεονεκτούσες, συνομήλικες του γυναίκες, με τις οποίες επί τούτω συνήπτε ερωτικούς δεσμούς, αλλά επιβεβαιώθηκε τόσο (εμμέσως) από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα ΗΗ στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, ενώπιον του οποίου αυτή, κατά τα λοιπά, αμφισβήτησε ατεκμηρίωτα, την ορθότητα ουσιωδών σημείων των καταθέσεων της στην προδικασία και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και (αμέσως) από τις ένορκες καταθέσεις της μάρτυρα ΖΖ, η οποία κατέθεσε στην προδικασία και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι είχε δώσει (χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα ή υποχρέωση επιστροφής) στον κατηγορούμενο, εντός μηνών από τη σύναψη των ερωτικών σχέσεων τους, που ανάγεται σε μεταγενέστερο χρόνο της 27-10-2000) "για εξοπλισμό του διαφημιστικού γραφείου του", όπως είπε "ποσό 4.000.000 δραχμών" (το οποίο με την κατάθεση της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού "περιόρισε" σε 3.000.000 δραχμές). Από τη ΑΑ (θύμα) έλαβε ο κατηγορούμενος, ως αντάλλαγμα των ερωτικών προς αυτή υπηρεσιών, στις αρχές και στο μέσον του καλοκαιριού του 2000 ένα σημαντικό μέρος τουλάχιστον από τα ποσά των 1.500.000 και 2.000.000 δραχμών αντιστοίχως, (σύνολο 3.500.000 δραχμές), τα οποία είχε πάρει αυτή με ισόποσα δάνεια από την Τράπεζα Πίστεως (τελευταία δόση στεγαστικού δανείου) και από την εξαδέλφη της ΛΛ για την αποπεράτωση πρώτης κατοικίας, αλλά δεν δαπανήθηκαν στο σύνολο τους τουλάχιστον για το σκοπό αυτό (ή για την κάλυψη άλλης εμφανούς ανάγκης του θύματος) και εκφράζεται γι' αυτό η βεβαιότητα από τα τέκνα του θύματος και την ανωτέρω εξαδέλφη της (βλ. ένορκες καταθέσεις τούτων) ότι δόθηκαν στον κατηγορούμενο, στα πλαίσια της επιμελώς αποκρυβείσας από το θύμα ως άνω ερωτικής σχέσης τους, την οποία αγνοούσε μέχρι το τέλος το συγγενικό και εργασιακό περιβάλλον της και για πολύ χρόνο ακόμα και η στενή φίλη της ΗΗ. Το δυσβάστακτο για την ΑΑ χρέος των 3.500.000 δραχμών περίπου, το οποίο δεν δαπανήθηκε σε σημαντικό βαθμό για τον προβαλλόμενο από αυτή κατά προτεραιότητα σκοπό της αποπεράτωσης του σπιτιού της (καταβολή οφειλών προς το ΙΚΑ και εγκατάσταση καλοριφέρ) και τα περιορισμένα εισοδήματα της δεν της επέτρεπαν να συνεχίζει τις οικονομικές παροχές προς τον κατηγορούμενο, ο οποίος γι' αυτό άρχισε να μειώνει το προς εκείνη ερωτικό ενδιαφέρον του από το τέλος του καλοκαιριού, χωρίς όμως να πάψει να δέχεται κάποιες από τις συνεχιζόμενες με ζωηρό ενδιαφέρον προτάσεις της για ερωτική συνεύρεση τους. Κατά την παραμονή της εξαφάνισης της, 26 Οκτωβρίου 2000, ημέρα Πέμπτη το μεσημέρι και ώρα 12.40 περίπου, η ΑΑ, αφού πραγματοποίησε τη συνηθισμένη αποστολή της μεταφοράς των χρημάτων από το ταμείο του φροντιστηρίου "..." στην Τράπεζα Πίστεως, μετέβη στο γειτονικό ισόγειο διαμέρισμα - γραφείο του κατηγορουμένου για να κόψει και να κτενίσει τα μαλλιά της η κομμώτρια ..., κατόπιν προκαθορισμένης προ τριημέρου από τον κατηγορούμενο συνάντησης τούτων (και ραντεβού με την κομμώτρια). Η τελευταία με τις ένορκες καταθέσεις της περιγράφει την ολοφάνερη ερωτική σχέση του κατηγορουμένου με την ΑΑ από την άνεση των κινήσεων της τελευταίας (εισήλθε στο γραφείο από άλλο χώρο του διαμερίσματος και έδειχνε ότι "ήξερε το σπίτι"), την καλή διάθεση της ("έδειχνε χαρούμενη η κυρία") και την αμοιβαία συνεννόηση τους ("έδειχναν σαν ζευγάρι"), μην παραλείποντας να αναφέρει ότι έλαβε την αμοιβή της από την ΑΑ. Ενδεικτικό του έντονου ερωτικού ενδιαφέροντος της ΑΑ για τον κατηγορούμενο αποτελεί ο μεγάλος αριθμός τηλεφωνικών συνδιαλέξεων που πραγματοποίησε αυτή (με πρωτοβουλία της) με τον κατηγορούμενο στο κινητό τηλέφωνο του με αριθμό κλήσης ... από τα τηλέφωνα του φροντιστηρίου "..." με αριθμούς ... και ... κατά το χρονικό διάστημα από 13-10-2000 έως 27-10-2000, ήτοι από μία κλήση στις 13-10 και 14-10, 3 κλήσεις στις 16-10, 4 κλήσεις στις 17-10, 7 κλήσεις στις 18-10, 6 κλήσεις στις 19-10, 5 κλήσεις στις 20-10, 3 κλήσεις στις 21-10, 4 κλήσεις στις 25-10, 3 κλήσεις στις 26-10 και 3 κλήσεις στις 27-10-2000. Από τις τρεις κλήσεις της τελευταίας ημέρας (27-10-2000) η πρώτη συντελέσθηκε από ώρα 10.10'.51'' έως 10.12'.29'', η δεύτερη από ώρα 10.58',40'' έως 11.02'.31'' και η τρίτη από ώρα 12.36'.15'' έως 12.37'.10'' (βλ. αναλυτικές καταστάσεις Ο.Τ.Ε. Α.Ε. για κλήσεις συνδρομητών ψηφιακού κέντρου ΑΧΕ 10), δηλαδή είχαν διάρκεια περίπου 2 λεπτών της ώρας η πρώτη, 4 λεπτών η δεύτερη και 55 δευτερολέπτων η τελευταία, η οποία έγινε αντιληπτή ως προς την πραγματοποίηση της (όχι όμως και ως προς το περιεχόμενο της λόγω του ότι η ΑΑ μιλούσε χαμηλόφωνα και από άλλον χώρο του φροντιστηρίου) από την μάρτυρα ΝΝ που είχε προσφάτως αφιχθεί για το "κλείσιμο του ταμείου". Αυτή στη συνέχεια προέβη σε καταμέτρηση των εισπράξεων του φροντιστηρίου εκείνης της ημέρας (900.000 δραχμές) και τις παρέδωσε στην παριστάμενη ΑΑ για να κατατεθούν στην Τράπεζα Πίστεως (μαζί με ποσό 20.000 δρχ. περίπου σε κέρματα για να μετατραπούν σε χαρτονομίσματα). Περί την ώρα 13.00 περίπου η ΑΑ, αφού τοποθέτησε, κατά τη συνήθεια της και σύμφωνα με τις υποδείξεις του εργοδότη της, για την ασφάλεια της μεταφοράς τους δύο φακέλους με τα χρήματα μέσα στην τσάντα της, αναχώρησε για την Τράπεζα Πίστεως, η οποία εκείνη την ημέρα περάτωνε τη λειτουργία της, την ώρα 13.30, σύμφωνα με την ένορκη μαρτυρική κατάθεση του αρμοδίου υπαλλήλου της Τράπεζας Πίστεως ..., όπως διορθώθηκε η τελευταία. Αλλά και αν υποτεθεί ότι η Τράπεζα Πίστεως έκλεινε εκείνη την ημέρα την ώρα 13.00 (όπως κατέθεσαν οι λοιποί μάρτυρες και ο προαναφερόμενος πρωτοδίκως), επειδή ήταν Παρασκευή και ημιαργία (λόγω της αργίας της εθνικής επετείου που ήταν η επομένη 28 Οκτωβρίου), ενώ κάθε άλλη Παρασκευή το πέρας της λειτουργίας της τράπεζας ήταν η ώρα 13.30 (και τις λοιπές 4 εργάσιμες ημέρες η ώρα 14.00), τότε λαμβάνοντας υπόψη ότι η σύμπτωση Παρασκευής και ημιαργίας ήταν σπάνια, είναι προφανές ότι η ΑΑ δεν γνώριζε (και αν ακόμα είχε συμβεί στο παρελθόν να είχε συμπέσει Παρασκευή και ημιαργία δεν θα το θυμόταν), ότι η Τράπεζα έκλεινε την ώρα 13.00. Γι' αυτό ξεκίνησε αυτή την ώρα για να καταθέσει στην Τράπεζα τα χρήματα που παρέλαβε και για να μη γίνει αντιληπτή από γνωστούς της δεν ακολούθησε μία από τις δύο συντομότερες διαδρομές. Αντιθέτως ακολούθησε τη μακρότερη διαδρομή δια των οδών ... (ξεκινώντας με αντίθετη προς την κατεύθυνση της Τράπεζα πορεία) και ..., χωρίς να συνεχίσει την ολοκλήρωση της αποστολής της, διότι υπελάμβανε ότι είχε στη διάθεση της επαρκή χρόνο για μια ερωτική συνάντηση της με τον κατηγορούμενο, με τον οποίο τρεις φορές την ίδια ημέρα συνομίλησε τηλεφωνικά, εκτιμώντας ότι για τον ίδιο σκοπό (όπως συμφώνησαν) την ανέμενε και εκείνος. Αυτό πρόδιδε: 1) η διάθεση της μετά το πέρας της τελευταίας τηλεφωνικής επικοινωνίας της με τον κατηγορούμενο λίγο πριν από την αναχώρηση της ("ήταν χαρούμενη" καταθέτει η αυτόπτης μάρτυρας ΝΝ) και 2) το γεγονός ότι από το σημείο εκκίνησης της και στην καμπύλη της διαδρομής δια των οδών ...-... μέχρι τη συνάντηση της τελευταίας με την οδό ..., δεν υπήρχε, όπως προαναφέρθηκε, άλλο πρόσωπο σχετιζόμενο με αυτή, για το οποίο να υφίσταται η ελάχιστη ένδειξη ότι είχε κάποιο ενδιαφέρον να το συναντήσει για οποιονδήποτε λόγο. Η συγκεκριμένη αυτή διαδρομή μπορεί βάσιμα να υποτεθεί, ότι κατά τις εκτιμήσεις της ΑΑ εξασφάλιζε τη μυστικότητα της συνάντησης της με τον κατηγορούμενο, επειδή, αν μετέβαινε στο διαμέρισμα του από τη συντομότερη οδό ..., θα γινόταν αντιληπτό από τους γνωστούς της (όπως ο φαρμακοποιός ΤΤ) ότι αντί να κατευθυνθεί μετά το πέρας της οδού αυτής δεξιά προς την τράπεζα (δια της οδού ...), εκείνη θα κατευθυνόταν αντίθετα (αριστερά προς το διαμέρισμα του κατηγορουμένου) και δεν θα ένιωθε ευτυχής να κοινολογηθεί το (ένοχο) μυστικό του ερωτικού δεσμού της με έναν κατά πολύ νεώτερο της άνδρα, ο οποίος την απομυζούσε οικονομικά, σε περίοδο που αντιμετώπιζε μεγάλες δυσχέρειες για την αποπεράτωση του σπιτιού της. Η πιθανότητα να υπήρξε θύμα οργανωμένης ληστείας η ΑΑ από άγνωστο άτομο δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο ούτε ως λογικό ενδεχόμενο, λόγω της ώρας εξόδου αυτής από το φροντιστήριο (μεσημέρι), του πολυσύχναστου των οδών που το περιβάλλουν (στο κέντρο της ...) και της μη αφαίρεσης των τιμαλφών που εκείνη φορούσε (ωρολογίου και βραχιολιού). Ο λόγος μετάβασης της ΑΑ στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου ήταν το προς αυτόν ερωτικό ενδιαφέρον της, ενώ για τον κατηγορούμενο το κίνητρο της συνάντησης ήταν αναμφίβολα οικονομικό, δηλαδή απέβλεπε αυτός να εκμεταλλευθεί το γεγονός ότι για πρώτη φορά η ΑΑ θα μετέβαινε στο διαμέρισμα του μεταφέροντας χρήματα του φροντιστηρίου που εργαζόταν και να αποσπάσει από εκείνη αυτά τα χρήματα που ήταν αναγκαία για τη συντήρηση του, ενόψει της πολύμηνης ανεργίας του και της συμπτωματικής έλλειψης κατά την περίοδο εκείνη άλλης γυναίκας, πρόθυμης να του παράσχει τα μέσα συντήρησης του, με αντάλλαγμα την παροχή ερωτικών υπηρεσιών του (η χαλαρή σχέση του με την κατά 22 έτη μεγαλύτερη του ΖΖ, με τη μεθοδικότητα που διέκρινε την τελευταία, αναπτύχθηκε μεταγενέστερα). Ο κατηγορούμενος λόγω της πολύμηνης σχέσης του με την ΑΑ γνώριζε τη συνήθεια της να μεταφέρει χρήματα του φροντιστηρίου "..." στην Τράπεζα, και το κυμαινόμενο μέγεθος τους, όχι όμως και το ποσό των μεταφερόμενων τη συγκεκριμένη εκείνη ημέρα χρημάτων - που μπορεί να υπολόγιζε μεγαλύτερο - αφού η καταμέτρηση των έγινε μετά την τελευταία τηλεφωνική επικοινωνία του με την παθούσα, η οποία επιπλέον, γνωρίζοντας τη συνήθεια του να μεθοδεύει τρόπους απόσπασης χρημάτων από τις γυναίκες με τις οποίες ανέπτυσσε ερωτικές σχέσεις, δεν θα προσφερόταν πιθανώς, με τους χρονικούς περιορισμούς που επεδίωκε και την ικανοποίηση της ερωτικής ανάγκης της, να ενθαρρύνει συζήτηση για οικονομικές αξιώσεις του κατηγορουμένου που θα έθεταν σε κίνδυνο τη θέση εργασίας της, τόσο μάλλον που θεωρούσε ότι δεν είχαν αντισταθμισθεί από τον κατηγορούμενο οι μέχρι τότε γενόμενες προς αυτόν οικονομικές παραχωρήσεις της. Ο κατηγορούμενος επίσης, έχοντας επίγνωση του δυναμικού χαρακτήρα της ΑΑ και της απαίτησης της να παρατείνουν την ερωτική σχέση τους σε αντάλλαγμα των γενόμενων προς αυτόν οικονομικών παροχών της, όπως και την αδυναμία της να του παράσχει άλλες οικονομικές ενισχύσεις, ζήτησε να του δώσει αυτή τα μεταφερόμενα χρήματα του φροντιστηρίου για την πληρωμή ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του, στις οποίες περιλαμβάνονταν και μισθώματα 6 περίπου μηνών του διαμερίσματος που διέμενε. Αντιμετωπίζοντας ο κατηγορούμενος την κατηγορηματική αντίθεση της ΑΑ να του δώσει τα χρήματα του εργοδότη της, από λόγους ευσυνειδησίας και στοιχειώδους προστασίας των εργασιακών της συμφερόντων και αποφασισμένος να επωφεληθεί από την ολιγόχρονη κατοχή του μεταφερόμενου σημαντικού ως άνω χρηματικού ποσού από την παθούσα επιχείρησε αυτογνωμόνως να αφαιρέσει με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης τα χρήματα από την τσάντα της παθούσας. Τότε εκείνη, αιφνιδιασμένη από τις ασύμφωνες, με τα δικά της συναισθήματα, διαθέσεις του κατηγορουμένου, αντιστάθηκε, προσπαθώντας να εμποδίσει με τα χέρια της την αφαίρεση των χρημάτων και ευλόγως εκδήλωσε διάθεση να επικαλεσθεί τη βοήθεια άλλων. Ο κατηγορούμενος, για να κάμψει την αντίσταση της παθούσας και ιδίως να προλάβει την εκδήλωση δυνατών κραυγών της για επίκληση βοήθειας, επέφραξε το στόμα της με την παλάμη του χεριού του και παρακολουθηματικά απέκλεισε και την δια της ρινικής οδού δυνατότητα αναπνοής της, παρατείνοντας τη διακοπή της αναπνευστικής λειτουργίας της για τόσο χρόνο (πλέον των 40 δευτερολέπτων) όσον εκείνος θεωρούσε ότι ήταν αναγκαίος για να εξουδετερωθεί κάθε αντίσταση της παθούσας. Η τελευταία επιχείρησε να ελευθερώσει την αναπνοή της ασκώντας αντίρροπες δυνάμεις προς την πίεση του χεριού του κατηγορουμένου στο πρόσωπο της και στην προσπάθεια της αυτή κτύπησε στη δεξιά βρεγματική χώρα της κεφαλής της από στερεό αντικείμενο του διαμερίσματος του κατηγορουμένου. Όταν ο κατηγορούμενος έκαμψε με τον τρόπο αυτό την αντίσταση της ΑΑ, αφαίρεσε από την κατοχή της, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, το μεταφερόμενο από εκείνη χρηματικό ποσό. Τότε όμως διαπίστωσε την παρατεινόμενη ακινησία της παθούσας, όντας ανέτοιμος να διαχειρισθεί το πρόβλημα του δημιουργούσε ο θάνατος της, που είχε επέλθει και τον οποίο δεν επιδίωξε, οφειλόταν όμως σε αμέλεια του. Γιατί ο κατηγορούμενος λόγω της μόρφωσης, της κοινωνικής και επαγγελματικής εμπειρίας του και των γνώσεων του μπορούσε, αν ήταν περισσότερο προσεκτικός, να προβλέψει ότι αποφράσσοντας με την παλάμη του χεριού του την είσοδο της αναπνοής της παθούσας ήταν ενδεχόμενο, με υπέρβαση του ανεκτού από εκείνη χρόνου διακοπής της αναπνοής της, να επιφέρει το θάνατο της από ασφυξία (ανοξυγοναιμία), ωστόσο πίστευε ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν θα επερχόταν και ότι θα μπορούσε, μετά πάροδο λίγου χρόνου να επανέλθει η αναπνοή της παθούσας. Η αμηχανία στην οποία περιήλθε ο κατηγορούμενος από το θάνατο της ΑΑ (τον οποίο δεν επιδίωξε) προκύπτει, εμμέσως πλην σαφώς και από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις του φίλου του κατηγορουμένου ΣΤ, κατά τις διαδοχικές συναντήσεις και τηλεφωνικές επικοινωνίες τους, από την ώρα 15.00 της 27-1-0-2000 μέχρι το βράδυ της μεθεπόμενης ημέρας, κατά τις οποίες ο κατηγορούμενος έδινε την εντύπωση ότι κάτι σοβαρό τον απασχολούσε, το οποίο ήθελε να εκμυστηρευθεί στο φίλο του, αλλά δεν τολμούσε να το εκστομίσει και συνδεόταν προφανώς αυτό με την εξαφάνιση της ΑΑ από το μεσημέρι της ημέρας εκείνης, όπως σ' αυτό συντείνουν αλληλοδιάδοχες εκδηλώσεις της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου σχετικά με το θύμα, προ και μετά την εξαφάνιση του. Ο κατηγορούμενος, όταν μετά πάροδο αρκετών ωρών βεβαιώθηκε για το θάνατο της ΑΑ, προσπάθησε να αποσυνδέσει τεχνητά οποιαδήποτε ένδειξη της παρατεινόμενης μέχρι τότε σχέσης τους, άλλοτε αποποιούμενος προς τους φίλους του και τους συγγενείς της παθούσας (που ζητούσαν πληροφορίες από αυτόν για την τύχη της) ακόμη και ευαπόδεικτα γεγονότα, όπως η επίσκεψη της παθούσας στο διαμέρισμα του την παραμονή της εξαφάνισης της και οι τρεις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις τους κατά την ημέρα του θανάτου της, άλλοτε επιχειρώντας να πείσει τον φίλο του ΣΤ να καταθέσει ψευδώς στην Αστυνομία υπέρ αυτού ότι δεν είχε σχέσεις το τελευταίο διάστημα με την παθούσα και άλλοτε κλείνοντας οριστικά τον κύκλο των μέχρι τότε σχέσεων του και περιοριζόμενος στην ανάπτυξη του δεσμού του με την ΖΖ, με την οποία πραγματοποίησαν την επομένη και μεθεπομένη του θανάτου της ΑΑ εκδρομή στη ..., για να διευκολυνθεί η απόκρυψη από τον κατηγορούμενο του πτώματος του θύματος του και να αποφύγει οχληρές ερωτήσεις. Ο κατηγορούμενος έχοντας συνείδηση της ευθύνης του για το θάνατο της ΑΑ και της μεγάλης πιθανότητας αποκάλυψης αυτής της ευθύνης του, επέλεξε ως προσαρμοζόμενο με την περίσταση (και το χαρακτήρα του), τόπο απόκρυψης του πτώματος τον ελεγχόμενο από αυτόν χώρο ενός συνιδιόκτητου αγροκτήματος της μητέρας του, στο ..., όπου ήταν και η πατρική του οικία, που χρησιμοποιούσαν περιοδικά ως εξοχική κατοικία ο ίδιος και άλλα μέλη της οικογένειας του. Μεταφέροντας το πτώμα εκεί με το αυτοκίνητο της ΖΖ, περιτυλιγμένο με ένα σεντόνι (χρώματος εμπριμέ) που πήρε από το διαμέρισμα του και αφού προσέθεσε ένα ακόμα κάλυμμα (από το κεφάλι προς τα πόδια) από ένα σάκκο (τσουβάλι) που πήρε από την αγροικία του πατέρα του, το τοποθέτησε πάνω σε πυκνούς θάμνους και το κάλυψε με πολλά κλαδιά του περιβάλλοντος χώρου. Είναι πιθανό για χρονικό διάστημα κάποιων ημερών να είχε απόκρυβε το πτώμα του θύματος από τον κατηγορούμενο σε αποθηκευτικό χώρο της πατρικής οικίας του και ακολούθως να μεταφέρθηκε στο αγρόκτημα της ιδιοκτησίας της μητέρας του. Από το θύμα δεν αφήρεσε ο κατηγορούμενος τα τιμαλφή, γιατί αφενός μεν κάτι τέτοιο δεν εντασσόταν στις επιδιώξεις του και αφετέρου δεν θα μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει ή να τα διαθέσει, χωρίς τον κίνδυνο να συνδεθεί η κατοχή τους με την ταυτότητα νου δράστη της ανθρωποκτονίας. Το ότι έτσι συνέβησαν τα γεγονότα και δεν υπήρξε προσπάθεια ενοχοποίησης του κατηγορουμένου με μεταφορά του πτώματος από άλλο δράστη της ανθρωποκτονίας προκύπτει ειδικότερα από τα εξής περιστατικά: 1) Από τη θέση ανεύρεσης του πτώματος, την κατάσταση αποσύνθεσης αυτού και φθοράς των υλικών περιτυλίγματος του και το επιμελημένο τρόπο απόκρυψης του, κατά τα αναφερόμενα σε προηγούμενη θέση της παρούσας. Δεν επαληθεύεται από τα ευρήματα ούτε από τη λογική πορεία των πραγμάτων ότι άλλοι τοποθέτησαν το πτώμα μετά από δημοσιογραφική έρευνα και τηλεοπτική εκπομπή για το θέμα αυτό (στα μέσα του 2001) προκειμένου να ενοχοποιηθεί ο κατηγορούμενος διότι: α) Ο βαθμός φθοράς των υλικών επικάλυψης του πτώματος και η φυσική κατάσταση των υπολειμμάτων του πρόδιδε πολύμηνη παραμονή τους στον υπαίθριο εκείνο χώρο. β) Για να μεταφερθεί εκεί το πτώμα, μετά πολλούς μήνες από το θάνατο της ΑΑ έπρεπε αφενός μεν να το είχε ο δολοφόνος φυλαγμένο (πράγμα το οποίο ως λογική υπόθεση δεν φαίνεται να ευσταθεί, όταν μάλιστα η φύλαξη συνδυάζεται και με μεταγενέστερα γεγονότα, όπως η συναφής έρευνα δημοσιογράφου), αφετέρου δε να έχει λόγους κάποιος να μεταθέσει την ευθύνη του στον κατηγορούμενο (πράγμα το οποίο δεν επαληθεύεται) και επί πλέον να γνωρίζει τη συνιδιοκτησία της μητέρας του κατηγορουμένου στο ανωτέρω αγρόκτημα, πράγμα το οποίο συνέβαινε για περιορισμένο κύκλο ομοχωρίων της και μόνον, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν τίτλοι συγκυριότητας για τον αγρό αυτό (ούτε ήταν αυτός καταχωρημένος στο Υποθηκοφυλακείο) ώστε να έχει δυνατότητα γνώσης ο οιοσδήποτε, γ) Το γεγονός ότι δεν αφαιρέθηκαν από τα χέρια της θανούσας τα τιμαλφή καταδεικνύει ότι ο δράστης ήταν γνώριμο αυτής πρόσωπο και δεν απέβλεπε σε παράνομη ιδιοποίηση των τιμαλφών της (που θα πρόδιδε άλλωστε την ταυτότητα του) αλλά μόνον των χρημάτων που εκείνη έφερε δ) Μια τέτοια λογικά ακραία εκδοχή καθίσταται ακατανόητη, με δεδομένο ότι προϋποθέτει μακρόχρονη φύλαξη του πτώματος σε ευάερο και ευήλιο μέρος (και όχι ταφή του) από άγνωστο δράστη που δεν θέλει να εξαλείψει για τον εαυτό του τα ίχνη του εγκλήματος του και επιθυμεί να χρησιμοποιήσει το πτώμα ως ένα είδος παιγνίου και εκδίκησης μετά 15μηνο, χωρίς να ανακύπτει από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ή ελάχιστη ένδειξη για παρεμβολή τέτοιου προσώπου στην υπόθεση, παρεκτός του ότι αποδυναμώνεται ακόμα περισσότερο μια τέτοια πιθανότητα και από το ότι δεν συνοδεύτηκε το πτώμα με την τσάντα του θύματος, που περιείχε και τα ατομικά στοιχεία αναγνώρισης του. ε) Αντιθέτως και από μία αφηρημένη θεώρηση, η εκδοχή της τοποθέτησης του πτώματος εκεί που βρέθηκε από τον κατηγορούμενο έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες λογικής αποδοχής της (ανεξάρτητα από τον ακριβή χρόνο μεταφοράς του πτώματος), διότι αυτός μπορούσε να γνωρίζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς του χώρου και να έχει τη δυνατότητα άσκησης επίβλεψης σ' αυτόν και αύξησης των προφυλακτικών μέτρων και να έχει δυνατότητα διαχείρισης του προβλήματος ανάλογα με τις εξελίξεις. 2) Από τη διαδρομή (λόγω αποκλεισμού των δύο άλλων δυνατοτήτων της) που πρέπει, κατά λογική αναγκαιότητα, να ακολούθησε η παθούσα, μετά την έξοδο της από το χώρο εργασίας της, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και το ότι μέσα στην περιττή (για το σκοπό της εργασιακής αποστολής της) καμπύλη, που διήνυσε και δεν ολοκλήρωσε, εμπίπτει το ισόγειο διαμέρισμα του κατηγορουμέ-νου και μόνον, όχι δε ο επαγγελματικός χώρος ή κατοικία άλλου γνωστού σ αυτήν προσώπου, όπως τέτοιο πρέπει να ήταν "υπαίτιος θανάτου της. Γιατί η πιθανότητα ληστείας και φόνου της παθούσας στο μέσο της οδού, υπό το φως της ημέρας, στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης, χωρίς ίχνος για τέτοια εγκλήματα, δεν αντέχει σε λογική ανάλυση, όπως και η πιθανότητα απαγωγής, 3) Από το ότι ο κατηγορούμενος απέκρυψε την γενόμενη τηλεφωνική επικοινωνία του με την ΑΑ τρεις φορές κατά την ημέρα της εξαφάνισης της και την συνάντηση του με αυτήν το μεσημέρι της προηγούμενης ημέρας στο διαμέρισμα του (όπως και πολυπληθείς άλλες τηλεφωνικές επικοινωνίες τους την ίδια και τις προηγούμενες ημέρες) από όλους όσους απευθύνθηκαν σ' αυτόν είτε τυχαία είτε αναζητώντας πληροφορίες για την τύχη της ΑΑ, ήτοι: α) Απέκρυψε τα γεγονότα αυτά από το γυιό του θύματος ΒΒ, ο οποίος του τηλεφώνησε το ίδιο βράδυ (27-10-2000) και την επομένη το πρωί αγωνιώντας για την τύχη της μητέρας του. β) Κατέβαλε επίμονη προσπάθεια ο κατηγορούμενος μετά την 15.00' ώρα της 27-10-2000 να πείσει το φίλο του ΣΤ ότι είχε διακόψει τις σχέσεις του με την ΑΑ, και κατά την μεθεπομένη με φορτικότητα προέτρεπε αυτόν να καταθέσει ως μάρτυρας για το ίδιο (ψευδές) γεγονός στην Αστυνομία. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος, όταν την 15.00' ώρα της 27-10-2000 συναντήθηκε, σε προγραμματισμένο ραντεβού, με το φίλο του ΣΤ, δεν είχε εύλογη αφορμή να του αποκρύψει τα τρία τηλεφωνήματα που δέχθηκε προ λίγων ωρών από την ΑΑ (όπως και τη συνάντηση του κατά την προηγούμενη ημέρα με αυτή) εκτός εάν το περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων του με την παθούσα ενθάρρυνε τις ερωτικές προσδοκίες της για να επιτύχει ο ίδιος ανομολόγητους σκοπούς και γνώριζε την τύχη της, δηλαδή θεωρούσε και ήταν (ο ίδιος) υπαίτιος για το θάνατο της, που αποκαλύφθηκε αργότερα. Γιατί το γεγονός ότι η ΑΑ τον προέτρεπε, όπως διατείνεται, με τις πολλές τηλεφωνικές επικοινωνίες τους να συνεχίσουν μία ανεπιθύμητη για τον ίδιο ερωτική σχέση, δεν αποτελούσε γι' αυτόν μομφή με οποιοδήποτε τρόπο, ώστε να θέλει να αποφύγει συσχετισμό του προσώπου του με εκείνη, ακόμη και αν υπέθετε (ή γνώριζε) ότι χωρίς δική του ανάμιξη της είχε συμβεί κάποιο κακό. Τούτο δε είχε επέλθει ήδη προ της ώρας 13.30' της 27-10-2000, που αποτελούσε το απώτερο χρονικό όριο, μέχρι το οποίο η ευσυνειδησία της παθούσας, ως εργαζομένης, θα επέτρεπε στον εαυτό της, υπό ομαλές συνθήκες, να καθυστερήσει την τραπεζική κατάθεση των εισπράξεων του φροντιστηρίου του εργοδότη της, που είχε αναλάβει να διεκπεραιώσει. Κατά την μεθεπομένη 29-10-2000 ο κατηγορούμενος συναντήθηκε πάλι με τον φίλο του ΣΤ στη θέση ... της ... και σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση της αυτόπτη μάρτυρα ΖΖ, ο φίλος της κατηγορούμενος προσπαθούσε να πείσει τον φίλο του ΣΤ να καταθέσει στην Αστυνομία ότι εκείνος είχε διακόψει τις σχέσεις του με την ΑΑ, ενώ ο ΣΤ έλεγε ότι θα κατέθετε ότι δεν διέκοψαν τις σχέσεις αυτοί οι δύο, δημιουργήθηκε δε από αυτή τη διαφωνία τους έντονη λογομαχία τους (βλ. ένορκη κατάθεση ΖΖ στο ακροατήριο). Βεβαίως ο μάρτυρας ΣΤ, με τις ένορκες καταθέσεις του, απέκρυψε το ανωτέρω γεγονός (που αποκάλυψε η φίλη του κατηγορουμένου) και ευθυγραμμίσθηκε ουσιαστικά με την υπόδειξη του κατηγορουμένου να καταθέσει ως μάρτυρας υπέρ της διακοπής των σχέσεων του με την ΑΑ προ της εξαφάνισης της, αφήνοντας έτσι περιθώρια βασιμότητας στη λογική υπόθεση ότι από πληροφόρηση του κατηγορουμένου γνώριζε περισσότερα για την υπόθεση αυτή. γ) Απέκρυψε τη συνεχιζόμενη μέχρι το μεσημέρι της 27-10-2000 σχέση του με την παθούσα ο κατηγορούμενος από τη "φίλη" της παθούσας και δική του γνωστή και φίλη ΗΗ, όταν το βράδυ της 27-10-2000 η τελευταία τον αναζήτησε, λέγοντας προς αυτή "Γιατί με ανακατεύεις. Έχω διακόψει από καιρό" (βλ. ένορκες καταθέσεις της μάρτυρα ΗΗ στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στην προδικασία). Εάν οι επανειλημμένες αυτές προσπάθειες του κατηγορουμένου απόκρυψης των συναντήσεων του με το θύμα είχαν κάποια ευλογοφανή αιτία ως προς το τέκνο του θύματος, όπως διατείνεται ο κατηγορούμενος (για να μην αποκαλύψει ερωτική σχέση του με την μητέρα εκείνου που επικοινωνούσε τηλεφωνικά), δεν είχαν πάντως καμμία δικαιολογία για τους δύο λοιπούς μάρτυρες, ιδιαίτερα δε για το φίλο του ΣΤ, στον οποίο μάλιστα εκδήλωνε διαρκώς την ανάγκη του να εκμυστηρευθεί το πρόβλημα που τον απασχολούσε χωρίς να τολμά να το αποκαλύψει. 4) Από την εσπευσμένη απομάκρυνση του κατηγορουμένου από την ... την επομένη της εξαφάνισης της ΑΑ, (28-10-2000) για διήμερη εκδρομή στη ..., με τη συνοδεία της ΖΖ, ενώ όλοι οι γνωστοί και φίλοι της ΑΑ αναζητούσαν πληροφορίες για την τύχη της. Για την ως άνω εκδρομή δεν έκανε μνεία ο κατηγορούμενος στο φίλο του ΣΤ, όταν το μεσημέρι της 27-10-2000 συναντήθηκαν (όπως θα έπραττε αν πραγματικά ήταν αυτή προγραμματισμένη, κατά τους ισχυρισμούς του) και επινοήθηκε από τον κατηγορούμενο για να επιτύχει τη μεταφορά και απόκρυψη του πτώματος του θύματος του, Η επίδειξη αδιαφορίας από τον κατηγορούμενο για την τύχη της ΑΑ χαρακτηρίσθηκε από το φιλικό περιβάλλον του "ασυνήθιστη και αδικαιολόγητη". Ο χωρίς υστεροβουλία φίλος του κατηγορουμένου ΣΤ, με τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις του στην προδικασία αναφέρει χαρακτηριστικά: "... Στις συνεχείς παρατηρήσεις μου, πού ήσουν, πού χάθηκες, αυτός (κατηγορούμενος) απαντούσε "τί μπορώ να κάνω εγώ έχω και άλλα προβλήματα", αποφεύγοντας τη συζήτηση, Η συμπεριφορά του αυτή είναι κατ' εμέ ασυνήθιστη ... . Ήταν ο μόνος που δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει και να ρωτήσει τί έγινε ... . Αντιθέτως αποστασιοποιήθηκε από όλο το γεγονός και απομακρύνθηκε από όλους τους γνωστούς ... . Σε κανέναν μας δεν αποκάλυψε ότι εκείνη την ημέρα πριν την εξαφάνιση της είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί της 2 ή 3 φορές ... . Τη συμπεριφορά του αυτή δεν μπορώ να την εξηγήσω ... . Ήταν αδικαιολόγητη. Αν δεν έχει ο κατηγορούμενος σχέση που βρέθηκε το πτώμα στο χωράφι του, είναι πλεκτάνη ή σατανική σύμπτωση. Αλλως (αν δεν είναι πλεκτάνη ή σατανική σύμπτωση) είναι όπως λέει η κατηγορία ...". 5) Από το ότι για τον κρίσιμο χρόνο μεταξύ της ώρας 13.00' έως 13.30' της 27-10-2000, κατά τον οποίο κόπηκε το νήμα της ζωής της ΑΑ, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται ότι δεν ήταν στο διαμέρισμα του, ούτε επικαλείται ότι στο χρόνο αυτό ή και μεταγενέστερα μέχρι την ώρα 15.00', που συναντήθηκε με το φίλο του ΣΤ, παρευρέθηκε στο διαμέρισμα - γραφείο του κάποιο άλλο πρόσωπο, δηλαδή δεν προβάλλει ο κατηγορούμενος κάποιο "άλλοθι". Επιπροσθέτως οι απολογίες του διακρίνονται από συνεχείς υπεκφυγές, καθ' όσον δεν προσδιόρισε το περιεχόμενο των τριών τηλεφωνικών συνδιαλέξεων του με το θύμα την ημέρα της εξαφάνισης του, το λόγο της απόκρυψης τούτων από όλους, όπως και της συνάντησης του με το θύμα στο διαμέρισμα του την προηγουμένη, την υπολογισμένη αποστασιοποίηση του και απόδραση του από την εστία των γεγονότων την επομένη, την αφοσίωση του για 8 έτη ήδη στην ερωτική σχέση του με μία γυναίκα κατά 22 έτη μεγαλύτερη του, με ταυτόχρονη εκκαθάριση όλων των σχέσεων του από το παρελθόν και τέλος την απουσία κάποιου σοβαρού επιχειρήματος για ενίσχυση του ισχυρισμού του περί "σκευωρίας", αφού ο ίδιος διατείνεται ότι δεν είχε εχθρούς, και μάλιστα τέτοιους που θα επιθυμούσαν να τον ενοχοποιήσουν για το θάνατο που εκείνοι προκάλεσαν. 6) Από την επιλογή του συγκεκριμένου σημείου απόκρυψης του πτώματος και την τυχαία αποκάλυψη του. Το πτώμα του θύματος είχε τοποθετηθεί μέσα στο συνιδιόκτητο αγρόκτημα της μητέρας του κατηγορουμένου (και δύο άλλων συγγενών της) στην αρχή μιας περιοχής με πυκνή δασική βλάστηση (και πολύ πυκνότερη στη συνέχειά της), κάτω από ένα ελαιόδενδρο, του οποίου δεν συνέλεγαν τους καρπούς οι συνιδιοκτήτες (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρα ΦΦ) και τη λεπτομέρεια αυτή μόνον οι ίδιοι και οι συγγενείς τους μπορούσαν να γνωρίζουν, ενώ κανένας από αυτούς, πλην του κατηγορουμένου, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με το θύμα. Το πτώμα αποκαλύφθηκε τυχαία και δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε καταγγελία ή ειδοποίηση των αρχών ή εκείνων που έκαναν σε προηγούμενο χρόνο τη σχετική δημοσιογραφική έρευνα, όπως αντιθέτως υπαινίσσεται ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας, ότι τα κλαδιά με τα οποία ήταν σκεπασμένο το πτώμα, δεν υπήρχαν στο ίδιο σημείο ανέπαφα από 15μήνου περίπου (που είχε θανατωθεί η ΑΑ), καθόσον, ειδικότερα ουδείς από τους μάρτυρες κατέθεσε ότι είχε παρατηρήσει το ίδιο σημείο μετά τις 27-10-2000 και διαπίστωσε διαφορετική εικόνα του από εκείνη του χρόνου ανεύρεσης του πτώματος (μετά 15μηνο), ούτε επίσης, έχει κατατεθεί από μάρτυρα προσέγγιση του στο σημείο εκείνο στον κρίσιμο αυτό χρόνο. Το επιχείρημα της έλλειψης δυσοσμίας στην ευρύτερη περιοχή του ως άνω αγροκτήματος και των γειτονικών κτημάτων, υπό τις ανωτέρω συνθήκες απόκρυψης του πτώματος (κάτω από πολλά και πυκνά κλαδιά) και μη προσέγγισης κάποιου γενικά στο χώρο απόκρυψης και ειδικά κατά το πρώτο εικοσαήμερο του Νοεμβρίου 2000, είναι πολύ επισφαλές και καθίσταται χωρίς σημασία, αν συνυπολογισθεί το ότι η εκτίμηση για την ύπαρξη ανθρώπινου πτώματος από τη δυσοσμία, η οποία εξαρτάται σε ένα βαθμό και από το μέτρο της λειτουργικότητας της αίσθησης της όσφρησης σε κάθε άνθρωπο και τον εθισμό του σε δυσάρεστες οσμές (όπως συμβαίνει με τους κτηνοτρόφους), είναι συνάρτηση πολλών αστάθμητων παραγόντων, όπως η φορά του πνέοντος ανέμου σε σύγκριση με τη θέση του πτώματος και του υποκειμένου του ερεθισμού (για την εκτίμηση της πηγής της δυσοσμίας) ή η άπνοια (που αποτρέπει την ευρεία διήχυση της δυσοσμίας) ο βαθμός σήψης της ζωικής μάζας και η τυχόν εφαρμογή τεχνικών μείωσης της δυσοσμίας του πτώματος από κάποιον ενδιαφερόμενο. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι ο κατηγορούμενος με την ερωμένη του ΖΖ, (η οποία είχε μεταβεί στο χωριό του για πρώτη φορά στις 26-10-2000), μετά την εξαφάνιση της ΑΑ μετέβαιναν τακτικά στην πατρική οικία του, στο χωριό ... για την περιποίηση οικιακών πτηνών που εξέτρεφαν εκεί (βλ. ένορκη κατάθεση ΖΖ στο ακροατήριο). Έτσι είχε τη δυνατότητα ο κατηγορούμενος να επιβλέπει και να βελτιώνει την επικάλυψη από κλαδιά του πτώματος του θύματος, ώστε να παραμείνει κρυμμένο μέχρι την πλήρη αποσύνθεση του. Οι δυνατότητες του αυτές δυσχεράνθηκαν (αν δεν παραιτήθηκε ο ίδιος από κάθε σχετική προσπάθεια του, για τον κίνδυνο αποκάλυψης του), όταν έγινε η τηλεοπτική - δημοσιογραφική έρευνα για τα αίτια θανάτου της ΑΑ και ο ίδιος άρχισε να διακατέχεται από την έμμονη ιδέα ότι παρακολουθείται και κατέγραψε κάθε σταθμευμένο όχημα πριν και μετά από το δικό του (βλ. σχετικά ιδιόχειρα σημειώματα του), επί πλέον δε υπέβαλε αιτήματα στον ΟΤΕ για την εξακρίβωση τυχόν παρακολούθησης του τηλεφώνου του (βλ. αρ. ... έγγραφο του ΟΤΕ προς τον κατηγορούμενο και ιδιόχειρα σημειώματα του κατηγορουμένου με αριθμούς αυτοκινήτων). 7) Από το είδος του περιτυλίγματος του πτώματος (πριν σκεπασθεί αυτό με κλαδιά δένδρων) δηλαδή ένα σεντόνι "εμπριμέ" και ένα σάκκο συλλογής ελαιοκάρπου από πλαστικές ίνες, τοποθετημένο από το κεφάλι του πτώματος προς τα πόδια. Ένα σεντόνι "εμπριμέ" όμως βρέθηκε στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου, και κατασχέθηκε μαζί με ένα όμοιο μαξιλάρι (βλ. από 5-2-2002 έκθεση κατάσχεσης του Ανθ/μου ...). Η πιθανότητα να είχε χρησιμοποιηθεί από τον κατηγορούμενο το σεντόνι περιτύλιξης του πτώματος, ενόψει της ομοιότητας αυτού του σεντονιού με το μοναδικό όμοιο σεντόνι που βρέθηκε και κατασχέθηκε στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου ενισχύεται από το ότι αφενός μεν τα σεντόνια πωλούνται πάντοτε κατά ζεύγη (σύμφωνα με τις συναλλακτικές συνήθειες), αφετέρου δε για την τύχη του δευτέρου, ομοίου με το κατασχεθέν στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου σεντονιού, δεν προέκυψε άλλος συγκεκριμένος προορισμός του, καθώς η διατηρούσα από τότε μέχρι τώρα ερωτικό δεσμό με τον κατηγορούμενο μάρτυρας ΖΖ, δικαιολόγησε μεν την τύχη ενός ελλείποντος δικού της σεντονιού "εμπριμέ με ροζ απόχρωση" - σε σχέση με ανευρεθέν και κατασχεθέν στην οικία της όμοιο του (βλ. από 5-2-2002 έκθεση έρευνας και κατάσχεσης)- όμως εξέφρασε άγνοια για την τύχη του δεύτερου "εμπριμέ" (χωρίς ροζ απόχρωση) σεντονιού που κατασχέθηκε στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου και ήταν όμοιο με εκείνο που ήταν περιτυλιγμένο το πτώμα του θύματος. Η αδυναμία της αυτή να δικαιολογήσει την τύχη του δεύτερου σεντονιού εμπριμέ του κατηγορουμένου καθίσταται περισσότερο σημαντική και κρίσιμη για την πιθανότητα ταύτισης του σεντονιού περιτυλίγματος του πτώματος με το ελλείπον δεύτερο σεντόνι από το διαμέρισμα του κατηγορουμένου, αν ληφθεί υπόψη ότι η ως άνω μάρτυρας είναι ιδιαίτερα ευφυής, συμπαραστάθηκε εξ αρχής στον κατηγορούμενο (ενδεχομένως ίσως συμμερίσθηκε και την προσπάθεια του απόκρυψης του πτώματος) και διατηρεί από τότε μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης (για μία 8ετία) ερωτική σχέση με αυτόν, έχοντας καταφέρει να τερματίσει από την 27-10-2000 ο κατηγορούμενος κάθε εκκρεμότητα από τις προηγούμενες ερωτικές σχέσεις του, αποτελώντας γι' αυτόν έναν αφοσιωμένο σύμβουλο. Συνοψίζοντας, αποδεικνύεται ότι η ετερογονία των σκοπών και επιθυμιών του κατηγορουμένου και την παθούσας κατά την τελευταία συνάντηση τους, ήταν συμπληρωματικοί παράγοντες για την εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, αλλά και τη συνεχόμενη μεταχείριση του πτώματος, οι οποίες προσαρμόζονται στον ήπιο, ευγενικό και αντιφατικό χαρακτήρα του κατηγορουμένου, όπως τον περιγράφουν οι μάρτυρες, διότι: α) επεχείρησε να κάμψει την αντίσταση της ΑΑ και να προλάβει την εκδήλωση κραυγών της για επίκληση βοήθειας, προκειμένου να αποσπάσει με τη βία το μεταφερόμενο από αυτή χρηματικό ποσό των 920.000 δραχμών (προοριζόμενο να κατατεθεί στην Τράπεζα Πίστεως για λογαριασμό του εργοδότη της ΜΜ), για να το ιδιοποιηθεί παράνομα, με το λιγότερο οδυνηρό και πρόσφορο σ' αυτόν τρόπο, δηλαδή με απόφραξη των εισόδων του αναπνευστικού της συστήματος (στόματος - ρινός), υπολογίζοντας να της προκαλέσει παροδική αναισθησία, ώστε να επιτύχει το σκοπό του, πλην όμως από έλλειψη προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, παρέτεινε τον αποκλεισμό της αναπνοής της παθούσας περισσότερο από τον ανεκτό από αυτή χρόνο, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος της από ανοξυγοναιμία, ενώ το μικρό τραύμα στην αριστερή κροταφική χώρα προξενήθηκε κατά την αντίδραση της παθούσας στη βία του κατηγορουμένου, β) Δεν επιδίωξε να εξαλείψει τα ίχνη του εγκλήματος του με κάποιο βάναυσο ή φρικαλέο τρόπο, αλλά μεταμελούμενος ενδεχομένως ή υπολογίζοντας ως πιθανή την αποκάλυψη του, αφού ιδιοποιήθηκε το χρηματικό ποσό των 920.000 δραχμών και απαλλάχθηκε από την τσάντα της παθούσας, μετέφερε άθικτο το πτώμα, περιτυλιγμένο με ένα σεντόνι, σε οικείο γι' αυτόν χώρο, όπου μπορούσε να ασκεί εξουσία και επίβλεψη, δηλαδή σε γειτονικό προς την πατρική οικία του, μεγάλο και εγκαταλειμμένο από 10ετίες αγροτεμάχιο, συνιδιοκτησίας της μητέρας του, που είχε υποστεί σε σημαντικό βαθμό φυσική αναδάσωση, διατηρώντας και κάποια ελαιόδενδρα σε ασήμαντη καρποφορία, ήταν δε αυτό γνωστό ως ιδιοκτησία ... (όνομα του πατέρα της μητέρας του κατηγορουμένου) χωρίς τίτλους κυριότητας, καθιστώντας έτσι δυσχερή τη διασύνδεση του ιδίου με αυτό το αγρόκτημα. Επέλεξε ακολούθως να τοποθετήσει το πτώμα πλησίον ενός ελαιοδένδρου του οποίου τους καρπούς δεν συνέλεγαν οι συνιδιοκτήτες (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρα ΦΦ), γεγονός που αυτοί και οι οικογένειες τους μόνο γνώριζαν, σε σημείο που άρχιζε μια σημαντική έκταση του αγροκτήματος με πυκνή δασική βλάστηση, γ) Αφησε το πτώμα επάνω στους πυκνούς θάμνους, αφού τοποθέτησε από το κεφάλι προς τα πόδια και ένα σάκκο συλλογής ελαιοκάρπου και το σκέπασε με κλαδιά από ελαιόδενδρα, στα οποία είχε τη δυνατότητα να προσθέτει και άλλα κατά τις επόμενες ημέρες που μετέβαινε εκεί, με την (αληθινή ή προσχηματική αδιάφορο) δικαιολογία της παροχής τροφής σε εκτρεφόμενα από αυτόν οικιακά πτηνά, δ) Η μη αλλαγή θέσης (ή ταφή) του πτώματος, και η μη απόρριψη του σε τάφρους (ξεροπήγαδα) ή άλλους απόκρημνους και δύσβατους δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους ήταν επιλογή του κατηγορουμένου, συνυφασμένη με την προσωπικότητα του, ενώ από τα μέσα του 2001, που στοχοποιήθηκε ο κατηγορούμενος δημοσιογραφικά ως δράστης της ανθρωποκτονίας, τέτοια αλλαγή θα του ήταν αδιανόητη. Ήταν στη φύση του "να κρύβεται", όπως εύστοχα καταθέτει η μάρτυρας ΕΕ και αυτό προσπάθησε να πράξει από τότε που προκάλεσε το θάνατο της ΑΑ αρνούμενος τις αποδεδειγμένα υπαρκτές ερωτικές σχέσεις του μέχρι το τέλος της ζωής του θύματος, (συναντήσεις και τηλεφωνικές επικοινωνίες τους), διαδίδοντας αναληθώς ότι το θύμα τον ενοχλούσε και αυτός διέκοψε τις σχέσεις τους και δραπετεύοντας με ασυνήθιστη αδιαφορία για "εκδρομή" μέχρι την τυχαία ανακάλυψη του πτώματος, μετά την αναγκαστική χαλάρωση των μέτρων ασφαλούς απόκρυψης του λόγω της δημοσιότητας, ζώντας με τις φοβίες του για παρακολούθηση του κατά τις μετακινήσεις του και τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του. ε) Ο καταληκτικά τραγικός αυτός τρόπος εκκαθάρισης της σχέσης του με την ΑΑ αποτέλεσε χρονικό ορόσημο και για την εκκαθάριση της μακροβιότερης, παράλληλης δεύτερης (γνωστής) σχέσης του με γυναίκα, που διαρκούσε ως τότε, δηλαδή με την ΕΕ, από την οικία της οποίας παρέλαβε το επόμενο βράδυ τα ατομικά του είδη, μετά από πολλές προηγούμενες αναίτια αυτοδιαψευδόμενες ειδοποιήσεις - οχλήσεις του προς εκείνη και από τότε ανέπτυξε και διατηρεί ερωτικό δεσμό μόνον με την κατά 22 έτη μεγαλύτερη του ΖΖ. στ) Το ότι τόσο απλοϊκά φαίνεται να σχεδιάσθηκε και να εκτελέσθηκε το σοβαρό αυτό έγκλημα μέχρι τις λεπτομέρειες των προσπαθειών απόκρυψης του από τον κατηγορούμενο, δεν το καθιστά αναξιόπιστο στη λογική αποδοχή του, επειδή συνηθίζουν πολλές φορές οι άνθρωποι να αποκλείουν με ευκολία το προφανές σε ένα φαινομενικά δυσεξιχνίαστο αίνιγμα, ζ) Ο κατηγορούμενος, ο οποίος μεταχειρίσθηκε με μεγάλη ελαφρότητα τις σχέσεις του με τις γυναίκες, αποτολμώντας να συστήνει ως "εξαδέλφη" του τη γυναίκα (ΕΕ) - στο σπίτι της οποίας και με δαπάνες της κυρίως συντηρούνταν από την ενηλικίωση της, διατηρώντας μαζί της παράλληλα πολυετή ερωτικό δεσμό - προς μια άλλη γυναίκα (ΥΥ) που είχε μνηστευθεί εν αγνοία της πρώτης, χωρίς αυτή (την πρώτη) να την ενημερώνει για την ιδιότητα της δεύτερης ως μνηστής, μεταχειρίσθηκε με την ίδια ελαφρότητα και το θάνατο που προξένησε σε μία άλλη γυναίκα (ΑΑ) μεταγενέστερα, επιδιώκοντας αυτή τη φορά να εξαπατήσει το "κοινό" με ένα τέχνασμα: Απέκρυψε το πτώμα του θύματος του -με την "ευγένεια" που τον χαρακτήριζε σε αγρόκτημα δυσδιάγνωστης συνιδιοκτησίας της μητέρας του, υποθέτοντας ότι δεν θα αποκαλυπτόταν και για το αντίθετο ενδεχόμενο επιφύλαξε ως τρόπο διαφυγής την αμφιβολία που θα δημιουργούσε ακριβώς ο απλοϊκός τρόπος απόκρυψης του πτώματος, διαβάλλοντας αυτόν τον τρόπο στη λογική επεξεργασία του με το επιχείρημα της προβοκάτσιας ή σκευωρίας, η) Ο κατηγορούμενος αποτυπώνει την προσωπικότητα του τόσο με τον τρόπο και τα αίτια τέλεσης του εγκλήματος του, όσο και με τον τρόπο μεταχείρισης του πτώματος: Χρησιμοποίησε την ευγένεια του χαρακτήρα του και τα σωματικά προσόντα του, ως εργαλεία για αισθηματικές κατακτήσεις του με γυναίκες, όχι από λόγους επίδειξης γοητείας ή ανδρισμού, αλλά για οικονομική εκμετάλλευση τούτων προς επίλυση του βιοποριστικού του προβλήματος. Η ευγένεια του συνόδευε και τις μεθοδικά καταστρεπτικές πράξεις του για τη ζωή των γυναικών, με τις οποίες συνδέθηκε ερωτικά από υπολογισμό, αποτρέποντας έτσι την καταδίωξη του. Αυτό το προσόν του χρησιμοποίησε μέχρι τέλους και όταν οι χειρισμοί του στο παιχνίδι επιβολής της θέλησης του για οικονομική εκμετάλλευση στην τότε διακατεχόμενη από ερωτική επιθυμία γι' αυτόν ΑΑ ανατράπηκαν από τις λογικές αντιστάσεις της, ανασύροντας στην επιφάνεια προς στιγμή τον κρυμμένο με επιμέλεια πραγματικά σκληρό πυρήνα του χαρακτήρα του, για να επωφεληθεί οπωσδήποτε από την προσωρινή και βραχυχρόνια κατοχή του μεταφερόμενου από την παθούσα ξένου ποσού χρημάτων και ξαναβρίσκοντας το συνηθισμένο εαυτό του, όταν δεν αποδείχθηκε τόσο ευτυχής γι' αυτόν η συγκυρία. Είναι προφανές ότι είναι χωρίς έννομη επιρροή για την αξιολόγηση της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, το αν στο νου του, κατά την άσκηση σωματικής βίας στην παθούσα, προς αφαίρεση των χρημάτων που αυτή μετέφερε, είχε περιληφθεί και η σκέψη να επιχειρήσει, μετά την ολοκλήρωση του εγκλήματος του, να μετριάσει - με την πειθώ που τον διέκρινε - τις αντιδράσεις της παθούσας ή να μεταθέσει (όπως συνήθιζε) την υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας του κυρίου των χρημάτων στην παθούσα ή ακόμα και να αποφύγει, με τη συμβολή της, τις ποινικές συνέπειες της πράξης του. Κατά συνέπεια πρέπει ο κατηγορούμενος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της αρχικής κατηγορίας (για ανθρωποκτονία από πρόθεση και ληστεία) να κηρυχθεί ένοχος ληστείας, με την επιβαρυντική περίπτωση του ότι από την πράξη του επήλθε ο θάνατος της παθούσας (άρθρο 380 παρ. 1 και 2 περίπτ. α' Π.Κ. Κατά τη γνώμη δύο μελών του Δικαστηρίου (των ενόρκων ... και ...) προέκυψαν αμφιβολίες αν ο κατηγορούμενος είναι δράστης των εγκλημάτων που του αποδίδονται (ελλείψει αυτόπτη μάρτυρα που να είδε την ΑΑ να εισέρχεται στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου στον κρίσιμο χρόνο) και πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Περαιτέρω πρέπει κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο αυτό να αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του ότι επί σχετικώς μακρό χρονικό διάστημα μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλώς (αρθρ. 84 παρ. 2ε Π.Κ.), καθ' όσον παρά την έλλειψη ρητής δήλωσης μεταμέλειας του, η μετά την πράξη διαγωγή του κατέδειξε βούληση σεβασμού προς το θύμα (τη σορό και τη μνήμη του) και δεν έδωσε άλλα δείγματα έκνομης συμπεριφοράς για μακρό χρονικό διάστημα μιας οκταετίας, να απορριφθεί δε το αίτημα του κατηγορουμένου για την αναγνώριση α' αυτόν και του ελαφρυντικού του προηγούμενου έντιμου βίου, καθ' όσον η παρασιτική διαβίωση του σε βάρος γυναικών δεν αποδεικνύει έντιμο ατομικό και κοινωνικό βίο, παρά την έλλειψη ποινικής καταδίκης του. Κατά τη γνώμη τριών μελών του Δικαστηρίου (των συνέδρων Βασιλικής Γρηγοροπούλου και Γεωργίας Αλεξοπούλου και της ενόρκου ...) δεν θα έπρεπε να αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο η ελαφρυντική περίσταση του αρθρ. 84 παρ. 2ε Π.Κ., διότι η μετά την πράξη συμπεριφορά του κατηγορουμένου ήταν υποκριτική, τον διέκρινε αδιαφορία για το θύμα, σκληρότητα για τη μεταχείριση του πτώματος του θύματος (με υπαιτιότητα του έμεινε άταφο και έρμαιο των αρπακτικών για 15 μήνες) και γενικά δεν εγκατέλειψε την παρασιτική διαβίωση του σε βάρος ηλικιωμένων γυναικών (όπως το θύμα του) και μετά το ως άνω έγκλημά του". Στη συνέχεια δε το άνω Δικαστήριο της ουσίας, κατά πλειοψηφία (5-2), κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο ληστείας, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατος της παθούσας γυναίκας και αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. ε' ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως δεκαέξι (16) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για τα οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 παρ. δ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 29 και 380 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, σχετικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά, β) αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία, από τα οποία προκύπτει και κατέληξε η πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, με βεβαιότητα, ότι δράστης του άνω εγκλήματος είναι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και όχι άγνωστοι τρίτοι, στο πλαίσιο της ηθικής αποδείξεως και χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές σκέψεις, γ) αναφέρονται οι συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε με δόλο η αναφερόμενη ληστεία για απόσπαση ποσού 920.000 δραχμών από το θύμα και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες επήλθε περαιτέρω, από αμέλεια του κατηγορουμένου, από τις συγκεκριμένες ενέργειες αυτού και δη διότι για να κάμψει την αντίσταση και να προλάβει την εκδήλωση κραυγών της για επίκληση βοήθειας, και προκειμένου να αποσπάσει με τη βία το μεταφερόμενο από αυτή ως άνω σοβαρό χρηματικό ποσό, για να το ιδιοποιηθεί παράνομα, απέφραξε το στόμα και τη ρίνα αυτής, υπολογίζοντας να της προκαλέσει παροδική αναισθησία, ώστε να επιτύχει το σκοπό του, πλην, από έλλειψη προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, παρέτεινε τον αποκλεισμό της αναπνοής της παθούσας περισσότερο από τον ανεκτό χρόνο με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος αυτής, με πιθανότερη εκδοχή, την ανοξυγοναιμία από την άνω απόφραξη, αναλύοντας πλήρως το περιεχόμενο και τα ευρήματα της αναγνωσθείσας με αριθ. ... εκθέσεως ιατροδικαστικής νεκροψίας- νεκροτομής, η οποία έγινε μετά 17 μήνες περίπου σε "υπολείμματα πτώματος σε προκεχωρημένη σήψη" και αναφέρει ως αιτία θανάτου απροσδιόριστη, προηγηθείσας βιαιοπραγίας, με επίδραση θλώντος οργάνου στην κεφαλή, χωρίς καμία αντίφαση στο αιτιολογικό και στο συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Ήτοι εκτίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είναι ο δράστης του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο και καταδικάστηκε. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ σχετικοί, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και πρώτος και δεύτερος των προσθέτων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση και τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-7-2008 αίτηση του Χ και τους από 20-3-2009 Προσθέτους Λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 43, 44, 45, 48, 49, 50/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ληστεία, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του θύματος. Άρθρο 380 παρ.2 ΠΚ. 1. Η έφεση του Εισαγγελέα Εφετών, περιέχει την κατά τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ απαιτούμενη για την άσκηση της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον ο Εισαγγελέας στη συνταχθείσα σχετική έκθεση, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου) και τα από αυτά κατά την ακροαματική διαδικασία προκύψαντα διαφορετικά κατά την κρίση του πραγματικά περιστατικά, ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων των πιο πάνω δύο αξιόποινων πράξεων, όπως και τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η ενοχή του κατηγορουμένου ως φυσικού αυτουργού της ανθρωποκτονίας και της ληστείας και εντεύθεν η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από την πλειοψηφία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που οδηγήθηκε σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και σε αθώωση του κατηγορουμένου, λόγω αμφιβολιών. Μετά από αυτά, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, το οποίο με την προσβαλλόμενη με αριθ. 43, 44, 45, 48, 49, 50/2008 απόφαση του και την προηγούμενη με αριθ. 77, 78 Α/2005 προπαρασκευαστική απόφασή του, δέχθηκε τυπικά την από 14-2-2003 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών κατά της με αριθ. 10, 11/2003 αθωωτικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αμαλιάδος, απέρριψε την προβληθείσα από τους συνηγόρους του κατηγορουμένου ένσταση απαραδέκτου της άνω Εισαγγελικής εφέσεως, λόγω αοριστίας του λόγου αυτής και στη συνέχεια επιλήφθηκε της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως, δεν υπερέβη την εξουσία του και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε, οι δε περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ και Η΄ του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, τρίτος του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως και τέταρτος των προσθέτων λόγων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 2. Όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η συνεδρίαση του Δικαστηρίου έγινε στις 19-5-2008, 20-5-2008, 21-5-2008, 22-5-2008, 3-6-2008 και 4-6-2008 και κατ' αυτές όσον και στις 4-6-2008 που έγινε η απαγγελία της αποφάσεως (βλ. φύλλα 1, 7, 11, 16, 23, 35 και 37 αποφάσεως), έγιναν στο ακροατήριο του στην αίθουσα συνεδριάσεως με παρόντες όλους τους παράγοντες της δίκης σε δημόσια συνεδρίαση και όχι κεκλεισμένων των θυρών. Επομένως ο σχετικός τρίτος ως άνω πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε΄ του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση και τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, και για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, του Αρείου Πάγου μη ελέγχοντος σφάλματα εκτιμήσεως της ουσίας της υποθέσεως και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Ληστεία, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 1393/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1400, 1401, 1402/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.10.2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1743/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 22/19.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 § 1 και 528 § 1 του Κ.Π.Δ., την από 22-10-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 1400-1401-1402/15-11-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (Πλημμελημάτων), με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, με τριετή αναστολή, για την πράξη της ψευδορκίας πραγματογνώμονα (άρθρ. 226 § § 1-2 Π.Κ.) και εκθέτω τ' ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ·ή· διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα η -άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, .δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 Π.Χ. ΝΑ'896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 507). Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθμ.1400-1401-1402/05 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου είναι αμετάκλητη αφού με την υπ'αριθμ. 154/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η κατ'αυτής ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναίρεσης. Η παραπάνω απόφαση, με την οποία καταδικάστηκε ο αιτών, έκανε δεκτά τα εξής: "Στις 7-7-1999 ο σύζυγος της παριστάμενης ως πολιτικώς ενάγουσας Ψ, ΑΑ, κατέπεσε, από ικρίωμα (σκαλωσιά) όπου ευρίσκετο και εκτελούσε εργασίες ελαιοχρωματισμού των εξωτερικών τοίχων οικοδομής στον ..., στο έδαφος από ύψος 3,80 μέτρων. Εξετασθείς δε από την αμέσως σπεύσασα εκεί ιατρό του Κέντρου Υγείας ... ΒΒ διαπιστώθηκε υπ' αυτής ο θάνατος του, και μάλιστα ως οφειλόμενος σε βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση από πτώση του σε τσιμέντο από ύψος, γνωμάτευση, που επιβεβαιώθηκε με την από 7-7-1999 γνωμάτευση του, επίσης εξετάσαντος την σορό του, ιατρού του Κέντρου Υγείας ... ΓΓ. Ακολούθως και προς διαπίστωση των ακριβών αιτίων του θανάτου του μεταφέρθηκε στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο ... και διατάχθηκε με το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του ως προανακριτικού υπαλλήλου ενεργούντος Ανθυπαστυνόμου του Αστυνομικού Τμήματος ... ΔΔ, η διενέργεια νεκροψία νεκροτομής από τους ιατρούς του ως άνω Νοσοκομείου και επ' ακροατηρίου του Εφετείου αυτού εξετασθέντες μάρτυρες ΕΕ και ΣΤ. Οι τελευταίοι όμως δεν διενήργησαν την διαταχθείσα νεκροψία - νεκροτομή της σορού του ανωτέρω θανατωθέντος λόγω ανακλήσεως της σχετικής εντολής. Μετά δε τούτο διορίσθηκε με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του ενεργούντος ως προανακριτικού υπαλλήλου Υπαστυνόμου Β' ΖΖ του Α.Τ ..., να διενεργήσει αυτήν ο κατηγορούμενος, ο οποίος, ως κάτοχος των υπ' αριθμ. ... τίτλου ιατρικής ειδικότητας, ... αδείας χρησιμοποιήσεως του τίτλου της ιατρικής ειδικότητας ιατροδικαστικής και ... αδείας του Ιατρικού Συλλόγου Λακωνίας, έχοντας δώσει τον όρκο του πραγματογνώμονος, ως φέρων την ιδιότητα του ειδικού ιατροδικαστή -διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών και διαθέτων εξειδικευμένες γνώσεις νεκροψίας νεκροτομής, σωματικών κακώσεων κλπ., στις 10-7-1999 διενήργησε την διαταχθείσα νεκροψία - νεκροτομή του προαναφερθέντος και μετά τούτο συνέταξε την υπό ιδίαν ημερομηνία ιατροδικαστική έκθεση του. Στην έκθεση αυτή εξέθεσε, ότι αφού εξήτασε την σορό του θανόντος, βρήκε το μεν κρανίο και τα μαλακά μόρια της κεφαλής του χωρίς αλλοιώσεις μακροσκοπικώς ορατές, τα δε περικάρδιο, καρδιά και αγγεία, ηυξημένων διαστάσεων, αθηρωματικές πλάκες αορτής, αλλοιώσεις στεφανιαίων αρτηριών καρδίας, έκτοπος έκφυση (αρ) στεφανιαίας αρτηρίας, ισχαιμικές αλλοιώσεις προσθίου - πλαγίου τοιχώματος μυοκαρδίου - παλαιά ουλή μυοκαρδίου, εν τέλει διατύπωσε ως συμπέρασμα - γνωμοδότηση αρχικώς ότι είναι αδιευκρίνιστη η αιτία του θανάτου του και ακολούθως μετά την ιστολογική εξέταση των ληφθέντων ιστοτεμαχίων ήπατος, πνευμόνων, σπληνός, νεφρών και καρδίας αυτού από το Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, ότι ο θάνατος του εν λόγω ΑΑ οφείλετο σε πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου του επί εδάφους συγγενούς διαμαρτίας περί την διάπλαση στεφανιαίων αρτηριών καρδίας. Λόγω δε της αντιφάσεως των ανωτέρω ιατρικών γνωματεύσεων και της ως άνω ιατροδικαστικής εκθέσεως του κατηγορουμένου, με την υπ' αριθμ. 8/2000 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Γυθείου, διατάχθηκε η εκταφή της σορού του εν τω μεταξύ ενταφιασθέντος ως άνω θανατωθέντος και η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, την οποίαν διενήργησαν οι προς τούτο διορισθέντες ως πραγματογνώμονες ΗΗ, ιατροδικαστής Α' Τάξεως και ΘΘ, ιατροδικαστής Δ' Τάξεως, οι οποίοι και διαπίστωσαν, κατά τα υπ' αυτών εκτιθέμενα στην από 16-6-2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης τους, ότι α) ο ως άνω ΑΑ έφερε: 1) κάταγμα της οροφής, του δεξιού οφθαλμικού κόγχου (δεξιό μετωπιαίο οστούν) με οστικό έλλειμμα, 2) κάταγμα σώματος του σφηνοειδούς οστού, 3) κάταγμα λιθοειδούς μοίρας του δεξιού κροταφικού οστού, 4) συντριπτικό κάταγμα της λιθοειδούς μοίρας του αριστερού κροταφικού οστού, 5) συντριπτικό κάταγμα του ινιακού οστού, επεκτεινόμενο προς το θόλο με διεύθυνση κατά τον προσθιοπίσθιο άξονα μήκους 6 εκ. περίπου κατά την μέση γραμμή (κατά μήκος της έσω ινιακής ακρολοφίας), 6) αποσπαστικό συντριπτικό κάταγμα του δεξιού κονδύλου του ινιακού οστού και 7) κάταγμα ύνιδος. Και β) ότι τα ανωτέρω κατάγματα τούτου προεκλήθησαν αναμφισβητήτως ενόσω αυτός ζούσε και σε καμιά περίπτωση μεταθανάτιος, αφού συνοδεύονταν από μακροσκοπικώς ορατή αιμορραγική διήθηση, η δε θέση, μορφολογία, είδος, φορά και πολλαπλούν των καταγμάτων αυτών, απεδείκνυαν ότι η πτώση εξ ύψους αυτού υπήρξε επί την κεφαλή με συνέπεια την πρόσκρουση κατά την ινιακή χώρα επί ανενδότου και σκληράς επιφανείας. Εν τέλει δε εξέφεραν το συμπέρασμα ότι, βάσει των νεκροψιακών και νεκροτομικών ευρημάτων της υπ' αυτών διενεργηθείσης πραγματογνωμοσύνης, ο θάνατος του συζύγου της πολιτικώς εναγούσης επήλθε συνεπεία, όπως επί λέξει εκθέτουν "... των βαρύτατων - θανατηφόρων κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων (που προεκλήθησαν εν ζωή) αποκλειστικώς και μόνον, και λόγω πτώσεως εξ ύψους επί την κεφαλήν και προσκρούσεως κατά την ινιακή χώρα, επί ανενδότου και σκληράς επιφανείας ...". Μάλιστα στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης οι ανωτέρω πραγματογνώμονες εκθέτουν ρητώς ότι η κεφαλή του θανόντος είχε νεκροτομηθεί, έφερε κυκλοτερή κρανιοτομή ο δε εγκέφαλος είχε αφαιρεθεί από την κρανιακή κάψα, χωρίς να επανατοποθετηθεί, και εντός αυτής ευρίσκετο ποσότητα βάμβακος. Εκθέτουν δ' ακόμη, ότι διαπίστωσαν τα ανωτέρω κατάγματα από την επισκόπηση τόσον της ενδοκρανίου, όσον και της εξωκρανίου επιφανείας της βάσεως του κρανίου, μετά την αφαίρεση του βάμβακος από αυτήν (κρανιακή κάψα) και επίσης την καθολική αποκόλληση της σκληράς μήνιγγος του προσθίου κρανιακού βόθρου. Επομένως, εκ τούτων και δη α) ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο μόνος που διενήργησε την νεκροψία και νεκροτομή του θανόντος προς του αρχικού ενταφιασμού του, β) ότι ένεκα της ειδικότητας και των γνώσεων του ήταν σε θέση να διενεργήσει και πράγματι διενήργησε κατά τους κανόνες της ιατροδικαστικής την νεκροψία και νεκροτομή της σορού του θανόντος και γ) ότι διενήργησε αυτήν και ειδικότερα διάνοιξε το του θανόντος αφαιρώντας τον εγκέφαλο και αποκαλύπτοντας την κρανιακή^ κάψα, η οποία και έφερε τα ανωτέρω κατάγματα και αιμορραγική διήθηση κατά το προαναφερόμενο σημείο της, αποδεικνύεται, ότι οπωσδήποτε, όπως άλλωστε σαφώς, ρητώς και κατηγορηματικώς κατέθεσαν επ' ακροατηρίου του Δικαστηρίου αυτού ο ιατρός ΕΕ και ο εκ των ανωτέρω πραγματογνωμόνων, ως μάρτυς εξετασθείς, ΘΘ, διαπίστωσε και αυτός (κατηγορούμενος) αυτά (κατάγματα) ως καταφανέστατα και δυνάμενα να γίνουν αντιληπτά και από φοιτητή ιατρικής, όπως χαρακτηριστικά ο δεύτερος των μαρτύρων αυτών κατέθεσε, και επίσης την μακροσκοπικώς ορατή αιμορραγική διήθηση, εξ ων συνάγεται, κατά τα εκτιθέμενα άλλωστε στην ανωτέρω ιατροδικαστική έκθεση (15-6-2000), ότι τα κατάγματα αυτά προκλήθηκαν σε αυτόν εν ζωή και ήσαν η αιτία του θανάτου του προαναφερομένου ΑΑ. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από τις επίσης ρητές και κατηγορηματικές καταθέσεις επ' ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου των εν λόγω πραγματογνωμόνων ΗΗ και ΘΘ. Οι καταθέσεις δ' αυτών δεν αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά μέσα. Εκ τούτων επομένως αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι η αιτία του θανάτου του ανωτέρω δεν ήταν η κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα αναφερόμενη στην ιατροδικαστική έκθεση του κατηγορουμένου, αλλά η ως άνω διαγνωσθείσα από τους τελευταίους αυτούς πραγματογνώμονες. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός, ότι στην υπ' αριθμ. πρωτ: ... έκθεση ιστολογικής εξετάσεως των υπό του κατηγορουμένου ληφθέντων κατά την υπ' αυτού διενεργηθείσα νεκροψία νεκροτομή βιολογικών υλικών του θανόντος, μεταξύ των οποίων και του μυοκαρδίου του, δεν εκτίθεται ως αιτία του θανάτου του έμφραγμα του μυοκαρδίου του, αλλά ότι διαγνώσθηκε πρόσφατο και επομένως αναγόμενο στο εγγύς παρελθόν έμφραγμα του μυοκαρδίου και έκτοπος έκφυση της αριστεράς στεφανιαίας αρτηρίας. Ένεκα τούτων η γνωμοδότηση του κατηγορουμένου στην ανωτέρω ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ως άνω θανόντος, είναι ψευδής ως αντικείμενη στην προεκτεθείσα επιστημονική αλήθεια, αφού το μεν αυτός καίτοι οπωσδήποτε διέγνωσε κατά την νεκροτόμηση τα ανωτέρω επενεχθέντα στον θανόντα κατάγματα του κρανίου του και επίσης ότι αυτά προεκλήθησαν ενόσω αυτός ζούσε, με συνέπεια εκ τούτων να προκληθεί ο θάνατος του, εν τούτοις, με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι έτσι, παρότι έχει ορκισθεί ως πραγματογνώμων ιατροδικαστής να εκθέτει τα αληθή γεγονότα, που διαπιστώνει υπό την ιδιότητα του αυτή, διαπράττει την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας πραγματογνώμονος, όχι μόνον δεν εξέθεσε την ύπαρξη των καταγμάτων και την συνοδεύουσα αυτά, ως άμεσο αποτέλεσμα τους, αιμορραγική διήθηση, αλλά διέλαβε στην έκθεση του ψευδώς, το μεν ότι το κρανίο και τα μαλακά μόρια της κεφαλής του θανόντος δεν έφεραν μακροσκοπικώς oρατές αλλοιώσεις, το δε ότι εύρε ευρήματα εμφράγματος του μυοκαρδίου, ένεκα του οποίου, όπως γνωμοδότησε ψευδώς στη συνέχεια, επήλθε ο θάνατος του θανόντος ΑΑ. Επομένως αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος τέλεσε κατά την υποκειμενική και αντικειμενική του υπόσταση το έγκλημα της ψευδορκίας πραγματογνώμονα που του αποδίδεται". Το δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του, στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων Ψ, ΘΘ, ΕΕ και ΣΤ και στα παρακάτω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημοσίως στο ακροατήριο 1) την υπ'αριθμ. 820/3-6-2004 εκκαλουμένη απόφαση και πρακτικά, του Τριμελούς Πλημ/κείου Σπάρτης, 2) φωτ/φο του υπ' αριθμ. πρωτ. ... εγγράφου του Α.Τ. ..., 3) φωτ/φο του από 9.7.1999 πιστοποιητικό θανάτου, 4) φωτ/φο της από 20.9.1999 ιατρικής πιστοποίησης του Κ.Υ. ..., 6) φωτ/φο του με αριθμ. πρωτ. ... του Α.Τ. ..., 7) φωτ/φο της από 8.7.1999 έκθεσης αυτοψίας , 8) φωτ/φο της από 7.7.1999 έκθεση αυτοψίας, 9) φωτ/φο της με αριθ. πρωτ. ... Εκθέσεως Ιστολογικής Πραγματογνωμοσύνης, 10) φωτ/φο της με αριθμ. 8/2000 Διάταξης της Εισαγ. Πλημ. Γυθείου, 11) φωτ/φο της από 15.6.2000 Έκθεση Διενέργειας Ιατροδικαστικής Πραγματογνωμοσύνης μετά εκταφήν, 12) την με αριθμ. πρωτ. ... έκθεση Απομαγνητοφώνησης, 13) φωτ/φο του υπ' 4/2001 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/δικών Γυθείου, 14) το αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Αστυν. Δ/νση Λακωνίας, 15) το από 17.5.2004 έγγραφο του κατ/νου προς τον κ. Εισαγγελέα Πλημ. Σπάρτης, 16) το από 27.2.2002 φύλλο της Εφημερ. "...", 17) το από 28.1.1997 έγγραφο του Ιατρ. Συλλόγου Λακωνίας, 18) το αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Νομαρχίας Αθηνών, 19) το αριθμ. ... έγγραφο τον Ιατρ. Συλλόγου Αθηνών, 20) έγγραφο της Ελλην. Εταιρ. Ιατροδικαστών Επιστημών, 21) το αριθμ. ... έγγραφο του Παναρκ. Γεν. Nοσοκ. Τρίπολης, 22) το από 16.4.96 έγγραφο του Ιατρ. Συλλόγου Αρκαδίας, 23) την από 17.1.2002 έκθεση ένορκης εξέτασης του ΗΗ, 24) την από 15.3.2002 έκθεση ένορκης εξέτασης του ..., 25) την από 14.3.2002 ένορκη κατάθεση του ΚΚ, 26) το από 12.3.97 έγγραφο του Γεν. Νομαρχιακού Νοσοκομείου ..., 27) την από 2.6.04 βεβαίωση του Πρωτοδικείου Αθηνών 28) τα από 20.5.02 φύλλα της Εφημερίδας "...", 29) το αριθμ. ... έγγραφο της Εισαγ. Πρωτ. Γυθείου 30) την από 9.7.1999 αίτηση της πολιτικώς ενάγουσας, 31) το αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Α.Τ ...., 32) το αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Ειρηνοδικείου Γυθείου , 33) το αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, 34) το αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Γυθείου και τέλος 35) την υπ' αριθμ. ... έκθεση ιστολογικής εξετάσεως του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο αιτών, για τη στήριξη της κρινόμενης αίτησής του, επικαλείται ως νέα στοιχεία και προσκομίζει τα εξής: α) την υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΛΛ ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βαρβάρας Σγούρα, β) την από 19-4-2006 αίτησή του (αντίγραφο), με την οποία ζητάει τη διόρθωση των πρακτικών της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία καταδικάστηκε, γ) το υπ'αριθμ. ... έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης προς αυτόν (αναιρεσείοντα), με το οποίο του γνωστοποιείται ότι μετά από αναφορά του διατάχθηκε ένορκη Διοικητική εξέταση σε βάρος του ιατροδικαστή ΘΘ για να διερευνηθεί αν ο τελευταίος τέλεσε κάποιο πειθαρχικό παράπτωμα, δ) αντίγραφο της υπ'αριθμ. ... αναφοράς του αιτούντα, ενώπιον του Σώματος Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης, κατά του προαναφερθέντα ΘΘ, Ιατροδικαστής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών και ε) αντίγραφο βιβλίου συμβάντων του Α.Τ. ... με αριθ. πρωτ. ..., στο οποίο αναφέρεται ότι ο αιτών (Χ) υπέβαλε έγκληση κατά των ΜΜ, Ψ, ΘΘ, κ.λ.π. Ο προαναφερθείς ιατρός κυτταρολόγος ΛΛ, με την προαναφερθείσα επίσης ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Σγούρα διατυπώνει την άποψη ότι η πρωτογενής εστία, η αφορμή η οποία προκάλεσε την πτώση και την μετέπειτα προκληθείσα κρανιοεγκεφαλική κάκωση (τον θανόντα Γεωργίου Γάβαρη) ήταν το οξύ ισχαιμικό καρδιακό επεισόδιο. Από την παραπάνω διατύπωση γνώμης του Ιατρού ΛΛ και τις προς διάφορες κατευθύνσεις καταγγελίες και ισχυρισμούς του ίδιου του αιτούντα ουδόλως καθίσταται φανερό ότι αυτός (αιτών) είναι αθώος της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας πραγματογνώμονα για την οποία καταδικάστηκε ούτε ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από αυτό που πραγματικά τέλεσε. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως κατ' ουσία αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να απορριφθεί η από 22-10-2008 αίτηση του Χ, ιατροδικαστή, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 1400-1402/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (κακ/των). Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αιτούντα. Αθήνα 5 Δεκεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιασδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομίσει στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση ο αιτών με την κρινόμενη από 22-10-2008 αίτησή του εκθέτει ότι καταδικάστηκε με τη με αριθ. 1400, 1401, 1402/2005 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών, για την πράξη της ψευδορκίας πραγματογνώμονα, που τελέστηκε στις 7-7-1999. Ήδη ο αιτών, ισχυρίζεται με την αίτησή του αυτή, ότι υπάρχουν νέα μεταγενέστερα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προαναφερόμενη σε βάρος του απόφαση και ότι από τα νέα αυτά αποδεικτικά στοιχεία, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος των πράξεων που καταδικάσθηκε, γι' αυτό και πρέπει να ακυρωθεί η άνω σε βάρος του καταδικαστική απόφαση. Η κρινόμενη ως άνω αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, έχει ασκηθεί νομοτύπως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο, και είναι νόμιμη ( άρθρα 525 παρ. 1, 2, 527, 528 του ΚΠοινΔ), γι' αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και αφού κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολιπόμενος αιτών να παραστεί κατά την παραπάνω δικάσιμο, που εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε, (βλ. προσκομιζόμενο στη δικογραφία από 13-2-2009 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ...), πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω η υπόθεση κατ' ουσία. Η παραπάνω υπ' αριθμ. 1400-1401-1402/05 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου είναι αμετάκλητη αφού με την υπ' αριθμ. 154/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η κατ' αυτής ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναίρεσης. Η παραπάνω απόφαση, με την οποία καταδικάστηκε ο αιτών, έκανε δεκτά τα εξής: "Στις 7-7-1999 ο σύζυγος της παριστάμενης ως πολιτικώς ενάγουσας Ψ, ΑΑ, κατέπεσε από ικρίωμα (σκαλωσιά) όπου ευρίσκετο και εκτελούσε εργασίες ελαιοχρωματισμού των εξωτερικών τοίχων οικοδομής στον ..., στο έδαφος από ύψος 3,80 μέτρων. Εξετασθείς δε από την αμέσως σπεύσασα εκεί ιατρό του Κέντρου Υγείας ... ΒΒ διαπιστώθηκε υπ' αυτής ο θάνατός του, και μάλιστα ως οφειλόμενος σε βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση από πτώση του σε τσιμέντο από ύψος, γνωμάτευση, που επιβεβαιώθηκε με την από 7-7-1999 γνωμάτευση του, επίσης εξετάσαντος την σορό του, ιατρού του Κέντρου Υγείας ... ΓΓ. Ακολούθως και προς διαπίστωση των ακριβών αιτίων του θανάτου του, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο ... και διατάχθηκε με το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του, ως προανακριτικού υπαλλήλου ενεργούντος, Ανθυπαστυνόμου του Αστυνομικού Τμήματος ... ΔΔ, η διενέργειανεκροψία νεκροτομής από τους ιατρούς του ως άνω Νοσοκομείου και επ' ακροατηρίου του Εφετείου αυτούεξετασθέντες μάρτυρες ΕΕ και ΣΤ. Οι τελευταίοι όμως δεν διενήργησαν την διαταχθείσα νεκροψία - νεκροτομή της σορού του ανωτέρω θανατωθέντος, λόγω ανακλήσεως της σχετικήςεντολής. Μετά δε τούτο διορίσθηκε με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του ενεργούντος ως προανακριτικού υπαλλήλου Υπαστυνόμου Β' ΖΖ του Α.Τ ..., να διενεργήσει αυτήν ο κατηγορούμενος, ο οποίος, ως κάτοχος των υπ' αριθμ. ... τίτλου ιατρικής ειδικότητας, ... αδείας χρησιμοποιήσεως του τίτλου της ιατρικής ειδικότητας ιατροδικαστικής και ... αδείας του Ιατρικού Συλλόγου Λακωνίας, έχοντας δώσει τον όρκο του πραγματογνώμονος, ως φέρων την ιδιότητα του ειδικού ιατροδικαστή διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών και διαθέτων εξειδικευμένες γνώσεις νεκροψίας νεκροτομής, σωματικών κακώσεων κλπ., στις 10-7-1999 διενήργησε την διαταχθείσα νεκροψία - νεκροτομή του προαναφερθέντος και μετά τούτο συνέταξε την υπό ιδίαν ημερομηνία ιατροδικαστική έκθεσή του. Στην έκθεση αυτή εξέθεσε, ότι αφού εξήτασε την σορό του θανόντος, βρήκε το μεν κρανίο και τα μαλακά μόρια της κεφαλής του χωρίς αλλοιώσεις μακροσκοπικώς ορατές, τα δε περικάρδιο, καρδιά και αγγεία, ηυξημένων διαστάσεων, αθηρωματικές πλάκες αορτής, αλλοιώσεις στεφανιαίων αρτηριών καρδίας, έκτοπος έκφυση (αρ) στεφανιαίας αρτηρίας, ισχαιμικές αλλοιώσεις προσθίου -πλαγίου τοιχώματος μυοκαρδίου - παλαιά ουλή μυοκαρδίου, εν τέλει διατύπωσε ως συμπέρασμα - γνωμοδότηση αρχικώς ότι είναι αδιευκρίνιστη η αιτία του θανάτου του και ακολούθως μετά την ιστολογική εξέταση των ληφθέντων ιστοτεμαχίων ήπατος, πνευμόνων, σπληνός, νεφρών και καρδίας αυτού από το Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, ότι ο θάνατος του εν λόγω ΑΑ οφείλετο σε πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου του επί εδάφους συγγενούς διαμαρτίας περί την διάπλαση στεφανιαίων αρτηριών καρδίας. Λόγω δε της αντιφάσεως των ανωτέρω ιατρικών γνωματεύσεων και της ως άνω ιατροδικαστικής εκθέσεως του κατηγορουμένου, με την υπ' αριθμ. 8/2000 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Γυθείου, διατάχθηκε η εκταφή της σορού του εν τω μεταξύ ενταφιασθέντος ως άνω θανατωθέντος και η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, την οποίαν διενήργησαν οι προς τούτο διορισθέντες ως πραγματογνώμονες ΗΗ, ιατροδικαστής Α' Τάξεως και ΘΘ, ιατροδικαστής Δ' Τάξεως, οι οποίοι και διαπίστωσαν, κατά τα υπ' αυτών εκτιθέμενα στην από 16-6-2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης τους, ότι α) ο ως άνω ΑΑ έφερε: 1) κάταγμα της οροφής, του δεξιού οφθαλμικού κόγχου (δεξιό μετωπιαίο οστούν) με οστικό έλλειμμα, 2) κάταγμα σώματος του σφηνοειδούς οστού, 3) κάταγμα λιθοειδούς μοίρας του δεξιού κροταφικού οστού, 4) συντριπτικό κάταγμα της λιθοειδούς μοίρας του αριστερού κροταφικού οστού, 5) συντριπτικό κάταγμα του ινιακού οστού, επεκτεινόμενο προς το θόλο με διεύθυνση κατά τον προσθιοπίσθιο άξονα μήκους 6 εκ. περίπου κατά την μέση γραμμή (κατά μήκος της έσω ινιακής ακρολοφίας), 6) αποσπαστικό συντριπτικό κάταγμα του δεξιού κονδύλου του ινιακού οστού και 7) κάταγμα ύνιδος. Και β) ότι τα ανωτέρω κατάγματα τούτου προεκλήθησαν αναμφισβητήτως ενόσω αυτός ζούσε και σε καμιά περίπτωση μεταθανατίως, αφού συνοδεύονταν από μακροσκοπικώς ορατή αιμορραγική διήθηση, η δε θέση, μορφολογία, είδος, φορά και πολλαπλούν των καταγμάτων αυτών, απεδείκνυαν ότι η πτώση εξ ύψους αυτού υπήρξε επί την κεφαλή με συνέπεια την πρόσκρουση κατά την ινιακή χώρα επί ανενδότου και σκληράς επιφανείας. Εν τέλει δε εξέφεραν το συμπέρασμα ότι, βάσει των νεκροψιακών και νεκροτομικών ευρημάτων της υπ' αυτών διενεργηθείσης πραγματογνωμοσύνης, ο θάνατος του συζύγου της πολιτικώς εναγούσης επήλθε συνεπεία, όπως επί λέξει εκθέτουν "... των βαρύτατων - θανατηφόρων κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων (που προεκλήθησαν εν ζωή) αποκλειστικώς και μόνον, και λόγω πτώσεως εξ ύψους επί την κεφαλήν και προσκρούσεως κατά την ινιακή χώρα, επί ανενδότου και σκληράς επιφανείας ...". Μάλιστα στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης οι ανωτέρω πραγματογνώμονες εκθέτουν ρητώς ότι η κεφαλή του θανόντος είχε νεκροτομηθεί, έφερε κυκλοτερή κρανιοτομή ο δε εγκέφαλος είχε αφαιρεθεί από την κρανιακή κάψα, χωρίς να επανατοποθετηθεί, και εντός αυτής ευρίσκετο ποσότητα βάμβακος. Εκθέτουν δ' ακόμη, ότι διαπίστωσαν τα ανωτέρω κατάγματα από την επισκόπηση τόσον της ενδοκρανίου, όσον και της εξωκρανίου επιφανείας της βάσεως του κρανίου, μετά την αφαίρεση του βάμβακος από αυτήν (κρανιακή κάψα) και επίσης την καθολική αποκόλληση της σκληρός μήνιγγος του προσθίου κρανιακού βόθρου. Επομένως, εκ τούτων και δη α) ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο μόνος που διενήργησε την νεκροψία και νεκροτομή του θανόντος προς του αρχικού ενταφιασμού του, β) ότι ένεκα της ειδικότητας και των γνώσεων του ήταν σε θέση να διενεργήσει και πράγματι διενήργησε κατά τους κανόνες της ιατροδικαστικής την νεκροψία και νεκροτομή της σορού του θανόντος και γ) ότι διενήργησε αυτήν και ειδικότερα διάνοιξε το του θανόντος αφαιρώντας τον εγκέφαλο και αποκαλύπτοντας την κρανιακή κάψα, η οποία και έφερε τα ανωτέρω κατάγματα και αιμορραγική διήθηση κατά το προαναφερόμενο σημείο της, αποδεικνύεται, ότι οπωσδήποτε, όπως άλλωστε σαφώς, ρητώς και κατηγορηματικώς κατέθεσαν επ' ακροατηρίου του Δικαστηρίου αυτού ο ιατρός ΕΕ και ο εκ των ανωτέρω πραγματογνωμόνων, ως μάρτυς εξετασθείς, ΘΘ, διαπίστωσε και αυτός (κατηγορούμενος) αυτά (κατάγματα) ως καταφανέστατα και δυνάμενα να γίνουν αντιληπτά και από φοιτητή ιατρικής, όπως χαρακτηριστικά ο δεύτερος των μαρτύρων αυτών κατέθεσε, και επίσης την μακροσκοπικώς ορατή αιμορραγική διήθηση, εξ ων συνάγεται, κατά τα εκτιθέμενα άλλωστε στην ανωτέρω ιατροδικαστική έκθεση (15-6-2000), ότι τα κατάγματα αυτά προκλήθηκαν σε αυτόν εν ζωή και ήσαν η αιτία του θανάτου του προαναφερομένου ΑΑ. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από τις επίσης ρητές και κατηγορηματικές καταθέσεις επ' ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου των εν λόγω πραγματογνωμόνων ΗΗ και ΘΘ. Οι καταθέσεις δε αυτών δεν αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά μέσα. Εκ τούτων επομένως, αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι η αιτία του θανάτου του ανωτέρω δεν ήταν η κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα αναφερόμενη στην ιατροδικαστική έκθεση του κατηγορουμένου, αλλά η ως άνω διαγνωσθείσα από τους τελευταίους αυτούς πραγματογνώμονες. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός, ότι στην υπ' αριθμ. πρωτ: ... έκθεση ιστολογικής εξετάσεως των υπό του κατηγορουμένου ληφθέντων κατά την υπ' αυτού διενεργηθείσα νεκροψία νεκροτομή βιολογικών υλικών του θανόντος, μεταξύ των οποίων και του μυοκαρδίου του, δεν εκτίθεται ως αιτία του θανάτου του έμφραγμα του μυοκαρδίου του, αλλά ότι διαγνώσθηκε πρόσφατο και επομένως αναγόμενο στο εγγύς παρελθόν έμφραγμα του μυοκαρδίου και έκτοπος έκφυση της αριστεράς στεφανιαίας αρτηρίας. Ένεκα τούτων, η γνωμοδότηση του κατηγορουμένου στην ανωτέρω ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ως άνω θανόντος, είναι ψευδής ως αντικείμενη στην προεκτεθείσα επιστημονική αλήθεια, αφού το μεν αυτός, καίτοι οπωσδήποτε διέγνωσε κατά την νεκροτόμηση τα ανωτέρω επενεχθέντα στον θανόντα κατάγματα του κρανίου του και επίσης ότι αυτά προεκλήθησαν ενόσω αυτός ζούσε, με συνέπεια εκ τούτων να προκληθεί ο θάνατός του, εν τούτοις, με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι έτσι, παρότι έχει ορκισθεί ως πραγματογνώμων ιατροδικαστής να εκθέτει τα αληθή γεγονότα, που διαπιστώνει υπό την ιδιότητά του αυτή, διαπράττει την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας πραγματογνώμονας, όχι μόνον δεν εξέθεσε την ύπαρξη των καταγμάτων και την συνοδεύουσα αυτά, ως άμεσο αποτέλεσμά τους, αιμορραγική διήθηση, αλλά διέλαβε στην έκθεση του ψευδώς, το μεν ότι το κρανίο και τα μαλακά μόρια της κεφαλής του θανόντος δεν έφεραν μακροσκοπικώς ορατές αλλοιώσεις, το δε ότι εύρε ευρήματα εμφράγματος του μυοκαρδίου, ένεκα του οποίου, όπως γνωμοδότησε ψευδώς στη συνέχεια, επήλθε ο θάνατος του θανόντος ΑΑ. Επομένως, αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος τέλεσε κατά την υποκειμενική και αντικειμενική του υπόσταση το έγκλημα της ψευδορκίας πραγματογνώμονα που του αποδίδεται". Το δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του, στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων Ψ, ΘΘ, ΕΕ και ΣΤ και στα παρακάτω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημοσίως στο ακροατήριο 1) την υπ' αριθμ. 820/3-6-2004 εκκαλουμένη απόφαση και πρακτικά, του Τριμελούς Πλημ/κείου Σπάρτης, 2) φωτ/φο του υπ' αριθμ. πρωτ. .. εγγράφου του Α.Τ. ..., 3) φωτ/φο του από 9.7.1999 πιστοποιητικό θανάτου, 4) φωτ/φο της από 20.9.1999 ιατρικής πιστοποίησης του Κ.Υ. ..., 6) φωτ/φο του με αριθμ. πρωτ. ... του Α.Τ. ..., 7) φωτ/φο της από 8.7.1999 έκθεσης αυτοψίας, 8) φωτ/φο της από 7.7.1999 έκθεση αυτοψίας, 9) φωτ/φο της με αριθ. πρωτ. ... Εκθέσεως Ιστολογικής Πραγματογνωμοσύνης, 10) φωτ/φο της με αριθμ. 8/2000 Διάταξης της Εισαγ. Πλημ. Γυθείου, 11) φωτ/φο της από 15.6.2000 Έκθεση Διενέργειας Ιατροδικαστικής Πραγματογνωμοσύνης μετά εκταφήν, 12) την με αριθμ. πρωτ. ... έκθεση Απομαγνητοφώνησης, 13) φωτ/φο του υπ'αρ. 4/2001 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/δικών Γυθείου, 14) το αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Αστυν. Δ/νση Λακωνίας, 15) το από 17.5.2004 έγγραφο του κατ/νσυ προς τον κ. Εισαγγελέα Πλημ. Σπάρτης, 16) το από 27.2.2002 φύλλο της Εφημερ. "...", 17) το από 28.1.1997 έγγραφο του Ιατρ. Συλλόγου Λακωνίας, 18) το αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Νομαρχίας Αθηνών 19) το αριθμ. ... έγγραφο τον Ιατρ. Συλλόγου Αθηνών, 20) έγγραφο της Ελλην. Εταιρ. Ιατροδικαστών Επιστημών, 21) το αριθμ. ... έγγραφο του Παναρκ. Γεν. Νοσοκ. Τρίπολης, 22) το από 16.4.96 έγγραφο του Ιατρ. Συλλόγου Αρκαδίας, 23) την από 17.1.2002 έκθεση ένορκης εξέτασης του ΗΗ, 24) την από 15.3.2002 έκθεση ένορκης εξέτασης του ..., 25) την από 14.3.2002 ένορκη κατάθεση του ΚΚ, 26) το από 12.3.97 έγγραφο του Γεν. Νομαρχιακού Νοσοκομείου ..., 27) την από 2.6.04 βεβαίωση του Πρωτοδικείου Αθηνών, 28) τα από 20.5.02 φύλλα της Εφημερίδας "...", 29) το αριθμ. ... έγγραφο της Εισαγ. Πρωτ. Γυθείου 30) την από 9.7.1999 αίτηση της πολιτικώς ενάγουσας, 31) το αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Α.Τ. ..., 32) το αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Ειρηνοδικείου Γυθείου, 33) το αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, 34) το αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Γυθείου και τέλος 35) την υπ' αριθμ. ... έκθεση ιστολογικής εξετάσεως του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο αιτών, για τη στήριξη της κρινόμενης αίτησής του, επικαλείται ως νέα στοιχεία και προσκομίζει τα εξής: α) την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΛΛ ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βαρβάρας Σγούρα, β) την από 19-4-2006 αίτησή του (αντίγραφο), με την οποία ζητάει τη διόρθωση των πρακτικών της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία καταδικάστηκε, γ) το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης προς αυτόν (αναιρεσείοντα), με το οποίο του γνωστοποιείται ότι, μετά από αναφορά του, διατάχθηκε ένορκη Διοικητική εξέταση σε βάρος του ιατροδικαστή ΘΘ για να διερευνηθεί αν ο τελευταίος τέλεσε κάποιο πειθαρχικό παράπτωμα, δ) αντίγραφο της υπ' αριθμ. ... αναφοράς του αιτούντα, ενώπιον του Σώματος Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης, κατά του προαναφερθέντα ΘΘ, Ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών και ε) αντίγραφο βιβλίου συμβάντων του Α.Τ. ... με αριθμ. πρωτ. ..., στο οποίο αναφέρεται ότι ο αιτών (Χ) υπέβαλε έγκληση κατά των ΜΜ, Ψ, ΘΘ, κ.λ.π. Ο προαναφερθείς ιατρός κυτταρολόγος ΛΛ, με την προαναφερθείσα επίσης ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Σγούρα, διατυπώνει την άποψη ότι η πρωτογενής εστία, η αφορμή η οποία προκάλεσε την πτώση και την μετέπειτα προκληθείσα κρανιοεγκεφαλική κάκωση (τον θανόντα ΑΑ) ήταν το οξύ ισχαιμικό καρδιακό επεισόδιο. Από την παραπάνω διατύπωση γνώμης του Ιατρού ΛΛ και τις προς διάφορες κατευθύνσεις καταγγελίες και ισχυρισμούς του ίδιου του αιτούντα, ουδόλως καθίσταται φανερό ότι αυτός (αιτών) είναι αθώος της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας πραγματογνώμονα, για την οποία καταδικάστηκε, ούτε ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από αυτό που πραγματικά τέλεσε. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως κατ' ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρον 583 παρ.1 του ΚΠοινΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-10-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., περί επαναλήψεως της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 1400, 1401, 1402/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επανάληψης διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεως που απέρριψε την αίτηση για επανάληψη διαδικασίας. Ερήμην του αιτούντος. Έννοια 525 επ. ΚΠΔ. Απαιτούνται νέα - άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές που καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς αιτών ήταν αθώος. Απορρίπτει ως ουσία αβάσιμη την αίτηση.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 1391/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., προσωρινά ... και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννη Καστραντά, περί αναιρέσεως της 305, 306, 307/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον .... Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30.6.2008 και 24.11.2008 δύο χωριστές αιτήσεις του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1904/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. γ' ΚΠΔ, που ορίζει, ότι δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης δεν επιτρέπεται, προκύπτει ότι προϋπόθεση για το απαράδεκτο της δεύτερης αίτησης, είναι να έχει προκληθεί κρίση επί της πρώτης. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ... άσκησε κατά της υπ' αριθ. 305-306-307/2008 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, που απαγγέλθηκε με την παρουσία του και καταχωρίσθηκε καθαρογραφημένη στο Ειδικό Βιβλίο, κατ' άρθρο 473 παράγραφος 3 του ΚΠΔ, στις 3.11.2008 (βλ. την από 27.11.2008 σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών): α) ενώπιον του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Γ. Καταστήματος Κράτησης ..., στο οποίο αυτός κρατείται, την υπ' αριθ. 15/17.7.2008 αίτηση αναίρεσης, στις 30.6.2008 και β) την από 24.11.2008 αίτηση αναίρεσης με δήλωσή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που επιδόθηκε στον τελευταίο στις 24.11.2008 (βλ. τη σχετική βεβαίωση στη δεύτερη ως άνω αίτηση αναίρεσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας ...). Εφόσον η πρώτη αίτηση δεν έχει ακόμη κριθεί, πρέπει οι δύο αιτήσεις, οι οποίες έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, αλληλοσυμπληρούμενες, να συνεκδι-κασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 474 παράγραφος 2, 476 παράγραφος 1, 509 παράγραφος 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' απόφασης πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίος ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παράγραφος 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Από την αξίωση αυτή του νόμου, το να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, δεν εξαιρείται και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να διευκρινίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια (Ολ. ΑΠ 19/2001, 2/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με την πρώτη των ως άνω αιτήσεων αναίρεσης, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 305-306-307/2008 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε αυτός σε ποινή κάθειρξης δέκα επτά (17) ετών, για τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της ληστείας από κοινού, αναφέροντας ως λόγους αναίρεσης κατά λέξη "και για όσους λόγους επιφυλάσσεται να επικαλεστεί προσθέτως, αλλά και για το νόμιμο και βάσιμο λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα κατ' άρθρο 510 παράγραφος 1 εδ. δ ΚΠΔ". Έτσι, όμως, διατυπούμενοι οι προαναφερόμενοι αναιρετικοί λόγοι και ειδικότερα αυτός για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι, κατά τα προεκτεθέντα, αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι. Μετά από αυτά, η ως άνω αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παράγραφος 1 και 513 παράγραφος 1 εδ. α του ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παράγραφος 1 και 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ). Εξάλλου, όσον αφορά την από 24.11.2008 αίτηση αναίρεσης του ιδίου αναιρεσείοντος κατά της ίδιας προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρει σ' αυτήν κατά λέξη: "Ελλείπει η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την απόφαση (αναιρεσιβαλλομένη), σύμφωνα με τα άρθρα 510 παράγραφος 1 στ Δ, 193 ΚΠΔ και 93 Συντάγματος. Διότι έπρεπε να κηρυχθεί αθώος γιατί από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε επαρκώς η ενοχή του. Ενώ έπρεπε να γίνει δεκτό ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχει η ελαφρυντική περ. άρθρου 84 παράγραφος 2α ΠΚ και 84 παράγραφος 2ε ΠΚ, ενώ επικαλέσθηκε και εξέταση για χρήση ναρκωτικών". Έτσι, όμως, διατυπούμενοι οι προαναφερόμενοι αναιρετικοί λόγοι στη δεύτερη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, είναι εντελώς αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι και ειδικότερα ως προς την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος και ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπό του των επικαλουμένων ελαφρυντικών περιστάσεων. Περαιτέρω, κατά το μέρος που πλήττεται η ίδια απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι επιπλέον απαράδεκτος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως (άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ), καθόσον με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ανωτέρω αοριστία των λόγων της δεύτερης αίτησης αναίρεσης δεν θεραπεύεται με τα αναφερόμενα στοιχεία στο από 3.4.2009 υπόμνημα που κατέθεσε η διορισμένη με την υπ' αριθ. 200/24.11.2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ως πληρεξουσία δικηγόρος του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή της σχετικής αίτησής του ως πολίτη χαμηλού εισοδήματος και δικαιούχου δωρεάν νομικής βοήθειας, χωρίς να ασκεί κάποια επιρροή το περιστατικό που επικαλείται στο υπόμνημα, δηλαδή το ότι ο χρόνος που είχε στη διάθεσή της η ως άνω δικηγόρος από τότε που διορίσθηκε έως την εκπνοή της νόμιμης προθεσμίας για την εμπρόθεσμη άσκηση της δεύτερης κρινόμενης αίτησης ήταν λίγος. Μετά από αυτά, πρέπει και η δεύτερη των κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα λόγω της απόρριψης της ξεχωριστής αυτής αίτησης (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 30.6.2008 και 24.11.2008 δύο χωριστές αιτήσεις του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 305, 306, 307/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για κάθε μία αίτηση αναιρέσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης. Πότε επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης αίτησης αναίρεσης κατά της αυτής απόφασης. Οι λόγοι αυτών όμως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, αλλιώς απορρίπτονται και καταδικάζεται ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κάθε μιας αίτησης αναίρεσης.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
1
Αριθμός 1392/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λέοντα, περί αναιρέσεως της 996/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.10.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1762/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά της υπ' αριθ. 996/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Χ1 άσκησε την από 30.10.2008 αίτηση αναίρεσης ενώπιον της αρμόδιας γραμματέως του Εφετείου Πατρών. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταχωρισθεί καθαρο-γραμμένη στο κατά το άρθρο 473 παράγραφος 3 ΚΠΔ τηρούμενο ειδικό βιβλίο την 20.10.2008, όπως προκύπτει από την σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση που υπάρχει στο τέλος της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παράγραφος 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παράγραφος 2 στοιχ. α του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παράγραφος 7 του ν. 1947/1991 και άρθρο 34 παράγραφος 2 του ν. 2172/1993, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν, σύμφωνα με το άρθρο 352 του ΚΠΔ, υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο. Ανεξαρτήτως του ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού υπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει αυτό να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 996/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων και στη συνέχεια ο τότε συνήγορός του δικηγόρος Πατρών Κων/νος Λέων ζήτησαν την αναβολή της δευτεροβάθμιας δίκης για να κληθεί και εξετασθεί στο ακροατήριο ως μάρτυρας ο δικηγόρος Μ1 συνεργάτης κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (Δεκέμβριο του 2001) του μηνυτή δικηγόρου Ψ1 με την επίκληση ότι ο ως άνω μάρτυρας είναι ουσιώδης για την αποκάλυψη της αλήθειας στην κρινόμενη υπόθεση. Το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναφέρει στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το προαναφερόμενο αίτημα, κατά λέξη: ".... 3) ο δικηγόρος Μ1 για πρώτη φορά στο Δικαστήριο τούτο κατονομάζεται ως το πρόσωπο που έθεσε στο δικόγραφο την υπογραφή και την σφραγίδα του Δικηγόρου Ψ1 ενώ το συγκεκριμένο πρόσωπο ο μάρτυρας Μ2 θα μπορούσε να το κατονομάσει ευθύς εξ αρχής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στον Εισαγγελέα Εφετών να κλητεύσει τον συγκεκριμένο μάρτυρα ως ουσιώδη στον δεύτερο βαθμό ... Ενόψει όλων αυτών, είναι παρελκυστικό το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθεί και να εξετασθεί ως μάρτυρας ο ως άνω Μ1 και πρέπει για τον λόγο αυτό να απορριφθεί". Στη συνέχεια δε, το Δικαστήριο εκείνο απέρριψε το εν λόγω αίτημα. Με βάση τα προεκτεκτιθέμενα, το Δικαστήριο απάντησε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο ως άνω νόμιμο αίτημα του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, που ορθά κρίνοντας απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παράγραφος 1 Β του ΚΠΔ, σχετικός λόγος της αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού, γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση, το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Ακόμη, κατά το άρθρο 173 παράγραφος 2 του ΚΠΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 176 παράγραφος 1 του ιδίου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας, είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο. Αν οι ακυρότητες αυτές προτάθηκαν και απορρίφθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο, δεν μπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, αφού τούτο δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας. Ούτε έχει εξουσία το δικαστήριο να παραπέμψει πάλι την υπόθεση στην ανάκριση, προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη (Ολ. Α) 1/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με σχετικό λόγο της κρινόμενης αίτησής του ότι δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα στην προδικασία με τη μη εξέτασή του κατά την προανάκριση του μάρτυρα Μ2 που πρότεινε στο Β' Πταισματοδίκη Πατρών. Η τοιαύτη όμως ακυρότητα, και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι προτάθηκε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου εκείνου, δεν καθιδρύει κάποιο λόγο αναίρεσης, αφού, σύμφωνα με την προεκτιθέμενη σκέψη, αυτή κατά το άρθρο 173 παράγραφος 1 ΚΠΔ έπρεπε να προταθεί μέχρι πέρατος της προδικασίας και όχι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στην προδικασία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι τελικά ο ως άνω μάρτυρας, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος, εξετάσθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από εκτίμηση και της μαρτυρικής αυτής κατάθεσης σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 996/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πατρών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, υπάλληλος της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων με βαθμό Β' κλάδου ΤΕ Ηλεκτρολόγων -Υπομηχανικών, με την .... απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας σε εκτέλεση της ... αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Υπηρεσιακού Πειθαρχικού Συμβουλίου Υπαλλήλων Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, τέθηκε σε εξάμηνη προσωρινή παύση με πλήρη στέρηση των αποδοχών του. Κατά της ως άνω αποφάσεως του Νομάρχη Αχαΐας, ο κατηγορούμενος άσκησε την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από 14-12-2001 αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Πατρών (Α' Τμήμα Τριμελές Ακυρωτικό) που έχει υπογράψει ο ίδιος, διορίζοντας με αυτήν (αίτηση ακύρωσης) ως αντίκλητο τον δικηγόρο Πατρών Ψ1 Παραπλεύρως της υπογραφής του κατηγορουμένου έχει τεθεί η επαγγελματική σφραγίδα και η υπογραφή του ως άνω δικηγόρου κάτω από την φράση "Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος". Η σφραγίδα και η υπογραφή του δικηγόρου στο ως άνω δικόγραφο τέθηκε από τον κατηγορούμενο εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση εκείνου (δικηγόρου), δοθέντος ότι ο τελευταίος δεν είχε λάβει καμία εντολή από τον κατηγορούμενο να συντάξει και να υπογράψει το συγκεκριμένο δικόγραφο, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο αφ' ενός μεν ένορκη κατάθεση του δικηγόρου, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφετέρου δε έγγραφη δήλωση του ίδιου με ημερομηνία 26-9-2002 προς τον Πρόεδρο του Διοικητικού Εφετείου Πατρών. Ο κατηγορούμενος την 14-12-2001, εκμεταλλευόμενος το ανασφάλιστο της εξωτερικής πόρτας του δικηγορικού γραφείου του Ψ1 αλλά και την απουσία από το δικηγορικό γραφείο του ιδίου ή των συνεργατών του, εισήλθε λαθραία και με κάθε δυνατή προφύλαξη στον εσωτερικό χώρο του δικηγορικού γραφείου και λαμβάνοντας ανά χείρας την επαγγελματική σφραγίδα του δικηγόρου έθεσε αυτήν στο δικόγραφο της αίτησης ακύρωσης και προ αυτής (σφραγίδας) την υπογραφή του δικηγόρου κατ' απομίμηση. Ο κατηγορούμενος την ημέρα εκείνη δεν επισκεπτόταν τυχαίως και για πρώτη φορά το συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο, διότι την ίδια ημέρα ή τις αμέσως προηγούμενες ο κατηγορούμενος είχε επισκεφθεί τον δικηγόρο για να υπογράψει και να καταθέσει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών προσωπική αγωγή τούτου (κατηγορουμένου) κατά της Εμπορικής Τράπεζας που είχε συντάξει γνωστός συνάδελφός του στην Αθήνα για λογαριασμό του κατηγορουμένου (προδήλως για λόγους νομιμοποιήσεως του Δικηγόρου Αθηνών). Εγνώριζε, συνεπώς, αυτός (κατηγορούμενος) σε γενικές γραμμές τον τρόπο της υπογραφής του δικηγόρου αλλά και το σημείο όπου αυτός τοποθετούσε συνήθως την επαγγελματική του σφραγίδα για να του είναι προσιτή ανά πάσα στιγμή. Είναι προφανές ότι με την ως άνω ενέργειά του ο κατηγορούμενος κατάρτισε πλαστό έγγραφο, εμφανίζοντας το συγκεκριμένο δικόγραφο (αίτηση ακυρώσεως) ότι το υπογράφει ως πληρεξούσιος δικηγόρος και αντίκλητός του ο Δικηγόρος Πατρών Ψ1 ενώ ο τελευταίος ουδέποτε είχε λάβει από εκείνον εντολή να υπογράψει τούτο ως πληρεξούσιος δικηγόρος του και ούτε είχε θέσει, όπως εμφανίζεται, κάτω από την υπογραφή την επαγγελματική του σφραγίδα. Το πλαστό δε αυτό έγγραφο (δικόγραφο αίτησης ακυρώσεως) ο κατηγορούμενος το κατάρτισε για να παραπλανήσει με τη χρήση του τους δικαστές που συγκροτούσαν τη σύνθεση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Πατρών και θα επιλαμβάνονταν της εκδίκασης της συγκεκριμένης υποθέσεως, ότι η αίτηση ακυρώσεως με ημερομηνία 14 Δεκεμβρίου 2001 έχει ασκηθεί νομίμως κατά το άρθρο 17 παράγραφος 4 του ΠΔ 18/1989, αφού φέρεται να έχει υπογραφεί από τον Δικηγόρο Πατρών και αντίκλητο του κατηγορουμένου Ψ1 και να αποτρέψει έτσι την απόρριψη της αίτησης από το Δικαστήριο ως απαράδεκτης, επιτυγχάνοντας συγχρόνως τη συζήτηση της υπόθεσης στην ουσία της, πράγμα που τελικώς δεν πέτυχε, διότι ο φερόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος και αντίκλητος του κατηγορουμένου Ψ1 (του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών), πληροφορηθείς με την επίδοση σ' αυτόν της από 26-4-2002 πράξης προσδιορισμού δικασίμου για συζήτηση της αίτησης ακύρωσης του Προέδρου του ως άνω Διοικητικού Εφετείου ότι έχει ορισθεί χωρίς να το γνωρίζει πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου, υπέβαλε προς το Δικαστήριο την από 26-9-2002 έγγραφη δήλωσή του, η οποία και αναγνώσθηκε, με αποτέλεσμα το Διοικητικό Εφετείο να μην εισέλθει, όπως επιδίωκε ο κατηγορούμενος, στην κατ' ουσίαν συζήτηση της αίτησης ακύρωσης και να απορρίψει αυτήν ως απαράδεκτη. Του παραπάνω πλαστού εγγράφου ο κατηγορούμενος στη συνέχεια έκανε χρήση, καταθέτοντας τούτο την 17 Δεκεμβρίου 2001 στον γραμματέα του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, συνταχθείσης της υπ' αριθμ. 360/17-12-2001 εκθέσεως καταθέσεως για να ορισθεί δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς επίσης και Εισηγητής. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ο κατηγορούμενος τέλεσε αντικειμενικώς και υποκειμενικώς την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και πρέπει γι' αυτήν να κηρυχθεί ένοχος". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παράγραφος 1α, 27 παράγραφος 1 και 216 παράγραφος 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένη). από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης Μ2 και ... . Επομένως, οι από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της ελλείψεως νόμιμης βάσης και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους οποίους πιο πάνω λόγους αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, το Δικαστήριο αυτό δεν κρίνει αναγκαίο όπως αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με σκοπό να συνεκδικασθεί με την από 31.3.2009 αίτηση αναίρεσης του ίδιου αναιρεσείοντος κατά της αυτής προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και της υπ' αριθ. 541/2008 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 30.10.2008 αίτησή του για διόρθωση των πρακτικών της υπ' αριθ. 996/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, αφού τα στοιχεία της προκειμένης υποθέσεως που υπάρχουν στη δικογραφία κρίνονται επαρκή για την εξέταση των λόγων της κρινομένης αιτήσεως, χωρίς να απαιτείται κάποια περαιτέρω έρευνα ή διασάφησή τους. Γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το υποβαλλόμενο με την από 1.4.2009 έγγραφη αίτηση του αναιρεσείοντος σχετικό αίτημα περί αναβολής της συζητήσεως της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Στη συνέχεια δε, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Οκτωβρίου 2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 39/2008) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 996/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία μετά χρήσεως πλαστού εγγράφου. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ακροάσεως (μη εξέταση μάρτυρα), για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη όλων των λόγων ως αβασίμων.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ακροάσεως έλλειψη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1394/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γερογιάννη, περί αναιρέσεως της 1712/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Με πολιτικώς ενάγουσα ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1739/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να κηρυχθεί απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως της Χ1, να γίνει δεκτή η αίτηση του Χ2 και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, "με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος και αν κρατείται στη φυλακή, μπορεί να γίνει και σε εκείνον που τη διευθύνει", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η άσκηση της αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προβλέπεται κατ' εξαίρεση και μόνον κατά της καταδικαστικής αποφάσεως. Τέτοια όμως απόφαση δεν είναι και εκείνη με την οποία απορρίπτεται η έφεση του κατηγορούμενου ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη για οποιαδήποτε αιτία. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, αν το ένδικο μέσο ασκήθηκε (μεταξύ άλλων περιπτώσεων) χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή του, κηρύσσεται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο σε συμβούλιο απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 19-9-2007 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως της πρώτης αναιρεσείουσας Χ1, ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20-9-2007 και στρέφεται κατά της με αριθμ. 1712/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) έφεση της αναιρεσείουσας κατά της με αριθμ. 248/2006, καταδικαστικής γι'αυτήν αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Κατά της αποφάσεως όμως αυτής του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία, ως απορρίπτουσα την έφεση της εκκαλούσας πρώτης αναιρεσείουσας κατηγορουμένης ως ανυποστήρικτη, δεν είναι καταδικαστική, δεν επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως με τον τρόπο που αναφέρθηκε και η ασκηθείσα αναίρεση είναι απαράδεκτη. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, στα δικαστικά έξοδα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠοινΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων, αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, επερχομένης διαφορετικά, κατά τα άρθρα 171 παρ.1 περ.δ και 174 παρ.2 του ΚΠοινΔ, ακυρότητας της διαδικασίας. Ειδικότερα, η "εμφάνιση" του κατηγορουμένου αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες ο νόμος διασφαλίζει την προσωπική συμμετοχή αυτού, δηλαδή σε όλες τις περιπτώσεις, οι οποίες διαγράφουν ορισμένες διαδικαστικές πράξεις, τύπους και προϋποθέσεις τόπου και χρόνου, με σκοπό να καταστεί δυνατή η εμφάνιση του κατηγορουμένου στην ποινική διαδικασία. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 340 παρ. 1 και 3 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση εκδικάσεως της κατηγορίας με την απουσία του κατηγορουμένου είναι η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Νομίμως δε θεωρείται κλητευθείς ο κατηγορούμενος, όταν, είτε κοινοποιήθηκε σε αυτόν, εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 320, 321 και 177 ΚΠοινΔ κλήση ή κλητήριο θέσπισμα, είτε αναβλήθηκε η δίκη σε ορισμένη ρητή δικάσιμο και ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είτε το σημαντικό αίτιο αναγγέλθηκε από το συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο. Κατ' άρθρο δε 159 παρ.2 του ΚΠοινΔ, "η επίδοση σε πρόσωπα που κρατούνται σε φυλακή ή σε άλλο καθορισμένο για την κράτηση τόπο (άρθρο 155 παρ.3), μπορεί να γίνει και με τηλεομοιοτυπική διαβίβαση του εγγράφου. Το συντασσόμενο για την επίδοση αυτή αποδεικτικό μπορεί να διαβιβαστεί σε αυτόν που παράγγειλε την επίδοση αυτή με ίδιο τρόπο". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η με τον παραπάνω τρόπο επίδοση επιτρέπεται κατ'εξαίρεση, μόνο για πρόσωπα κρατούμενα σε φυλακή ή σε άλλο τόπο κρατήσεως και αυτό δε μπορεί να επεκταθεί και σε άλλα μη κρατούμενα πρόσωπα, που η επίδοση γίνεται από ποινικό ή δικαστικό επιμελητή, διότι, κατ'άρθρο 155 παρ.3 του ιδίου Κώδικα, η επίδοση στην περίπτωση κρατουμένων, γίνεται από τους υπαλλήλους του καταστήματος κρατήσεως. Ήτοι, αν η προς κατηγορούμενο επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, διαβιβασθέντων τηλεομοιτυπικώς, γίνει σε κατηγορούμενο που δεν κρατείται σε φυλακή ή άλλο τόπο κρατήσεως, η επίδοση αυτή είναι άκυρη. Η από την άνω επίδοση ακύρωση δημιουργούμενη σχετική ακυρότητα, δεν καλύπτεται κατ'άρθρον 174 παρ.2 του ΚΠοινΔ, αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ή εμφανισθείς αντιλέξει στην πρόοδο της δίκης.(ΑΠ 1322,1772/2008). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 169 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η σύντμηση της 15νθημέρου προθεσμίας εμφανίσεως του γνωστής διαμονής στην ημεδαπή κατηγορουμένου στο ακροατήριο, σε οκτώ κατ'ανώτατο όριο ημέρες, προϋποθέτει τη συνδρομή κατά την κρίση του Εισαγγελέα κινδύνου παραγραφής ή άλλων εξαιρετικών λόγων, που επιτάσσουν τη σύντμηση αυτή, περί των οποίων λόγων όμως, γίνεται ειδική μνεία στην παραγγελία προς επίδοση. Η έλλειψη της παραπάνω μνείας του κινδύνου παραγραφής ή άλλου εξαιρετικού λόγου για την σύντμηση, στη σχετική παραγγελία επιδόσεως, την οποία οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως στην περίπτωση μη εμφανίσεως του κατηγορουμένου ή στην περίπτωση εμφανίσεως αυτού, αν προβληθεί αντίρρηση στην πρόοδο τα διαδικασίας, καθιστά ανίσχυρη τη σύντμηση της προθεσμίας εμφανίσεως του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Συνέπεια τούτου είναι, να έχει εφαρμογή η τασσόμενη υπό του άρθρου 166 παρ. 1 ΚΠοινΔ 15νθήμερη προθεσμία εμφανίσεως, η μη τήρηση της οποίας συνεπάγεται την ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 174 παρ. 2 ΚΠοινΔ (164 παρ. 3 ΚΠοινΔ). Αν δεν καλυφθούν, ως παραπάνω εκτέθηκε, οι ως άνω τυχόν ακυρότητες της διαδικασίας και το Δικαστήριο, α) επί απουσίας του κατηγορουμένου, δεν κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως ή β) δεν αποδεχθεί σχετική ένσταση του εμφανισθέντος και αντιλέξαντος στην πρόοδο της δίκης κατηγορουμένου, αλλά αντίθετα, παρά την ακυρότητα αυτή, προχωρήσει στην εκδίκαση αυτής και κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο, υπερβαίνει την εξουσία του. (ΟλΑΠ 7/2005, ΑΠ 2235/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως και των εγγράφων της δικογραφίας, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα εξής: Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρόδου, προέβη στην σύντμηση σε οκτώ ημέρες της 15νθημέρου προθεσμίας εμφανίσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ2, για να εμφανισθεί στις 25-5-2007, στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, όπου θα εκδικαζόταν σε δεύτερο βαθμό η με αριθ. 511/3-11-2006 έφεση του ιδίου Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής για τον κατηγορούμενο αυτό, με αριθ. 248/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρπάθου. Ο ανωτέρω Εισαγγελέας όμως στη σχετική παραγγελία του στα όργανα επιδόσεως, προς επίδοση της κλήσεως του κατηγορουμένου, δε μνημόνευσε ότι συντρέχει κίνδυνος παραγραφής των εκδικαζομένων δύο πλημμελημάτων, που σαφώς δεν υπήρχε, με φερόμενο χρόνο τελέσεως το Α' 15νθήμερο του μηνός Αυγούστου του 2006, ούτε μνημόνευσε ότι συνέτρεχε κάποιος άλλος εξαιρετικός λόγος για τη σύντμηση της προθεσμίας εμφανίσεως στο Δικαστήριο. Συνεπώς, αφού δεν υπήρχε ως άνω κίνδυνος παραγραφής ούτε σημειώθηκε στην παραγγελία επιδόσεως η συνδρομή κάποιου εξαιρετικού λόγου για τη γενόμενη σύντμηση της προθεσμίας εμφανίσεως, παρά μόνο η σημείωση του άρθρου 169 παρ.2 ΚΠοινΔ, η σύντμηση που έγινε είναι ανίσχυρη και ισχύει κατά τα προεκτεθέντα η 15νθήμερη προθεσμία, η οποία και στην προκείμενη περίπτωση, δεν τηρήθηκε, καθόσον από το από ... αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ...προκύπτει ότι η επίδοση στον κατηγορούμενο, κάτοικο ..., της σχετικής κλήσεως για εμφάνισή του στις 25-5-2007, στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, όπου θα εκδικαζόταν η άνω έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου, κατά της με αριθ. 248/2006 αθωωτικής για τον καλούμενο κατηγορούμενο αποφάσεως, έγινε με θυροκόλληση στις 15-5-2007. Επίσης, πέραν τούτων, ο ανωτέρω Εισαγγελέας διαβίβασε στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, τηλεομοιοτυπικώς την ανωτέρω κλήση του κατηγορουμένου προς επίδοση. Επομένως και για τον παραπάνω λόγο, ήταν άκυρη η γενόμενη ως παραπάνω κλήτευση του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου στις 25-5-2007, το Δικαστήριο, ενόψει της παραπάνω διττής ακυρότητας της κλήσεώς του προς εμφάνιση, που όφειλε κατ'άρθρο 171 ΚΠοινΔ, να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως. Αντ' αυτού όμως, αφού απέρριψε υποβληθέν από άγγελο του εξ Αθηνών συνηγόρου του απόντος κατηγορουμένου αίτημα αναβολής της δίκης, για κώλυμα ταξιδίου και εμφανίσεως του συνηγόρου αυτού από την Αθήνα, χωρίς να ερευνήσει και να διαπιστώσει τις παραπάνω ακυρότητες ενόψει του ότι η υποβολή δια αγγέλου αιτήματος αναβολής των απόντων κατηγορουμένων, δεν συνεπάγεται και κάλυψη των άνω ακυροτήτων της κλητεύσεως, (ΑΠ 682/2009), προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα αυτόν για δύο πλημμελήματα, σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών. Έτσι όμως που ενήργησε το Δικαστήριο, παραβίασε το δικαίωμα του κατηγορουμένου προς εμφάνιση στο ακροατήριο και υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α και Η του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη των άρθρων 170 παρ. 2, 171 παρ. 1 εδ. δ', 349, 501 παρ. 1 και 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, απόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο, όμως, αν υποβληθεί τέτοιο αίτημα, οφείλει να απαντήσει σ' αυτό, διότι άλλως δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Για την απόρριψη του αιτήματος αυτού, κατά το άρθρο 139 εδ. γ του ΚΠοινΔ, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να διαλάβει και στην παρεμπίπτουσα αυτή απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, προκειμένου να απορρίψει ως αβάσιμο το αίτημα αυτό, διότι διαφορετικά δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ως άνω Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, στα οποία είναι ενσωματωμένη και η προσβαλλόμενη απόφαση, στην αρχή της διαδικασίας, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Ρόδου Σάββας Τσαμπής, ο οποίος υπέβαλε αίτημα αναβολής για λογαριασμό των δύο απόντων κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα δήλωσε ότι "οι κατηγορούμενοι έχουν δικηγόρο τον Ιωάννη Γιαλλούση και δε μπόρεσε να έρθει" και αφού εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας επί του αιτήματος αναβολής, κατέθεσε "ο συνάδελφος Ιωάννης Γιαλλούσης χειρίζεται την υπόθεση και δε μπόρεσε να βρει θέση στο αεροπλάνο για να έρθει να υπερασπίσει τους κατηγορουμένους, που είναι πελάτες του". Ακολούθως, μετά από πρόταση του Εισαγγελέως το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το παραπάνω αίτημα των δύο συγκατηγορουμένων συζύγων, με την εξής αιτιολογία "επειδή το κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου των εκκαλούντων δεν αναγγέλθηκε από τους τελευταίους, που είναι απόντες, δεν συντρέχει εν προκειμένω νόμιμη περίπτωση αναβολής της δίκης, κατ'άρθρο 349 ΚΠΔ και το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί". Η αιτιολογία όμως αυτή για την προκείμενη παρεμπίπτουσα απόφαση, δεν είναι η απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη. Επιπλέον, κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 349 του ΚΠοινΔ, το Δικαστήριο απέρριψε το υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης, με την άνω αιτιολογία ότι το κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου των εκκαλούντων δεν αναγγέλθηκε και δεν υποβλήθηκε από τους ίδιους τους εκκαλούντες, που ήταν απόντες, καθόσον κατά την αληθή έννοια του παραπάνω άρθρου 349 ΚΠοινΔ, νομιμοποιείτο σε αναγγελία και σε υποβολή αιτήματος αναβολής της δίκης για κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου υπερασπίσεως των κατηγορουμένων - εκκαλούντων, ο υπό του τελευταίου απεσταλμένος συνάδελφός του δικηγόρος, ως άγγελος αυτού, ανεξάρτητα από την παρουσία ή την απουσία των εκκαλούντων, (βλ. ΑΠ 1569/2008), πολύ δε περισσότερο που στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ο κωλυόμενος να εμφανιστεί δικηγόρος των κατηγορουμένων Ιωάννης Γιαλλούσης, είχε παραστεί ως συνήγορός τους στον πρώτο βαθμό και είχε διοριστεί, αντίκλητος δικηγόρος, στη με αριθ. 504/2006 έκθεση εφέσεως της καταδικασθείσας και εκκαλούσας πρώτης κατηγορουμένης. Επομένως, είναι βάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς το δεύτερο κατηγορούμενο, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο, όμως, θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 469 ΚΠοινΔ αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με τον νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνον σε αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Ως μη ασκήσας δε ένδικο μέσο, υπέρ του οποίου επεκτείνεται το άνω αποτέλεσμα ενδίκου μέσου άλλου, θεωρείται και εκείνος του οποίου απορρίφθηκε το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, για τυπικούς λόγους. Στην προκείμενη υπόθεση, εφόσον κατά παραδοχή, κατά τα ανωτέρω, της αιτήσεως αναιρέσεως του δευτέρου κατηγορουμένου αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας, μη καλυφθείσα, λόγω της μη νόμιμης συντμήσεως της 15νθήμερης προθεσμίας προς εμφάνιση στο Δικαστήριο και για υπέρβαση εξουσίας, αλλά και περαιτέρω για αναιτιολόγητη και κατ'εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 349 ΚΠοινΔ απόρριψη υποβληθέντος κοινού αιτήματος αναβολής του συνηγόρου και των δύο κατηγορουμένων, ήτοι και για λόγους που δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του δευτέρου αναιρεσείοντος, πρέπει η γενόμενη δεκτή αναίρεση αυτού να έχει επεκτατικό αποτέλεσμα και για την πρώτη αναιρεσείουσα σύζυγό του Χ1, συμμέτοχο και συγκατηγορούμενή του για τα ίδια πλημμελήματα αυτοδικίας και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, τα οποία φέρονται ότι τελέστηκαν από κοινού, η αναίρεση της οποίας ασκήθηκε, με το ίδιο δικόγραφο, κατά της αυτής αποφάσεως, και περιέχει τους ίδιους λόγους με την αναίρεση του δευτέρου αναιρεσείοντος, αλλά απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω, ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-9-2007 αίτηση - δήλωση της πρώτης αναιρεσείουσας Χ1, για αναίρεση της με αριθμ. 1712/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Καταδικάζει την ανωτέρω αναιρεσείουσα Χ1 στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Δέχεται την από 19-9-2007 αίτηση του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ2. Αποφαίνεται ότι η αναίρεση του Χ2, έχει επεκτατικό αποτέλεσμα και για τη συγκατηγορούμενη σύζυγό του, πρώτη αναιρεσείουσα, Χ1. Αναιρεί την άνω με αριθμ. 1712/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου και για τους δύο αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αυτοδικία - Φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Άρθρα 331, 381 ΠΚ. 1. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, της πρώτης αναιρεσείουσας, ασκήθηκε με δήλωση, ασκήθηκε με επίδοση στο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 1712/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 248/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Κατά της αποφάσεως όμως αυτής η οποία δεν είναι καταδικαστική, κατά τα άρθρα 473, 474 ΚΠΔ, δεν επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως με τον τρόπο που αναφέρθηκε και η ασκηθείσα ως άνω αναίρεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 855/2008). 2. Ο Εισαγγελέας στη παραγγελία του στα όργανα επιδόσεως, προς επίδοση της κλήσεως του κατηγορουμένου, δε μνημόνευσε, όπως όφειλε κατ' άρθρο 169 παρ. 1 ΚΠΔ, ότι συντρέχει κίνδυνος παραγραφής των εκδικαζομένων πλημμελημάτων, που σαφώς δεν υπήρχε, με φερόμενο χρόνο τελέσεως τον Αύγουστο του 2006, ούτε μνημόνευσε ότι συνέτρεχε κάποιος άλλος εξαιρετικός λόγος για τη σύντμηση της προθεσμίας εμφανίσεως στο Δικαστήριο. Συνεπώς, αφού δεν υπήρχε ως άνω κίνδυνος παραγραφής ούτε σημειώθηκε η συνδρομή κάποιου εξαιρετικού λόγου για τη γενόμενη σύντμηση της προθεσμίας εμφανίσεως, η σύντμηση που έγινε είναι ανίσχυρη και ισχύει η 15νθήμερη προθεσμία, η οποία δεν τηρήθηκε, καθόσον από το αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή προκύπτει ότι η επίδοση στον κατηγορούμενο, της σχετικής κλήσεως για εμφάνιση του στις 25-5-2007, στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, όπου θα εκδικαζόταν η άνω έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου, κατά της αθωωτικής για τον καλούμενο κατηγορούμενο αποφάσεως, έγινε με θυροκόλληση στις 15-5-2007, ήτοι χωρίς να τηρηθεί η τασσόμενη από το άρθρο 166 παρ. 1 ΚΠΔ 15νθήμερη προθεσμία εμφανίσεως. Επίσης, πέραν τούτων, ο ανωτέρω Εισαγγελέας διαβίβασε στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, τηλεομοιοτυπικώς την ανωτέρω κλήση του κατηγορουμένου προς επίδοση, καίτοι ο άνω τρόπος διαβιβάσεως προβλέπεται και επιτρέπεται, κατ' άρθρο 159 παρ. 2 ΚΠΔ, μόνον για κρατουμένους στις φυλακές. Επομένως και για τον παραπάνω λόγο, ήταν άκυρη η γενόμενη ως παραπάνω κλήτευση του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθία τούτων, εφόσον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου στις 25-5-2007, το Δικαστήριο, ενόψει της παραπάνω διττής ακυρότητας της κλήσεως του προς εμφάνιση, που όφειλε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως. Αντ' αυτού όμως, αφού απέρριψε υποβληθέν από άγγελο του εξ Αθηνών συνηγόρου του απόντος κατηγορουμένου αίτημα αναβολής της δίκης, για κώλυμα ταξιδίου και εμφανίσεως του συνηγόρου αυτού από την Αθήνα, χωρίς να ερευνήσει και να διαπιστώσει τις παραπάνω ακυρότητες και χωρίς η υποβολή δια αγγέλου αιτήματος αναβολής των απόντων κατηγορουμένων, να συνεπάγεται και κάλυψη των άνω ακυροτήτων της κλητεύσεως, (ΑΠ 682/2009), προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα αυτόν. Έτσι όμως ενεργήσαν το Δικαστήριο, παραβίασε το δικαίωμα του κατηγορουμένου προς εμφάνιση στο ακροατήριο και υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ και Η΄ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως. (ΑΠ 1458, 2235/2007). 3. Είναι βάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 349 του ΚΠΔ, διότι το Δικαστήριο απέρριψε το υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι το κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου των εκκαλούντων δεν αναγγέλθηκε και δεν υποβλήθηκε από τους ίδιους τους εκκαλούντες, που ήταν απόντες, αλλά από άγγελο του δικηγόρου, καθόσον κατά την αληθή έννοια του παραπάνω άρθρου 349 ΚΠΔ, νομιμοποιείτο σε αναγγελία και σε υποβολή αιτήματος αναβολής της δίκης για κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου υπερασπίσεως των κατηγορουμένων - εκκαλούντων, ο υπό του τελευταίου απεσταλμένος συνάδελφος του δικηγόρος, ως άγγελος αυτού, ανεξάρτητα από την παρουσία ή την απουσία των εκκαλούντων, (βλ. ΑΠ 1569/ 2008), πολύ περισσότερο που στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κωλυόμενος σε εμφάνιση δικηγόρος των κατηγορουμένων, προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, ότι είχε παραστεί ως συνήγορος τους στον πρώτο βαθμό, αλλά και διοριζόταν αντίκλητος δικηγόρος, στη με αριθ. 504/2006 έκθεση εφέσεως της καταδικασθείσας και εκκαλούσας πρώτης κατηγορουμένης. Αναιρεί και παραπέμπει.
Φθορά ξένης ιδιοκτησίας
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Υπέρβαση εξουσίας, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Επίδοση, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας, Αυτοδικία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1398/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καπόλλα, περί αναιρέσεως της 1103/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 14/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 18 παρ. 1 α του ν. 2523/1997, "αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης του φόρου προστιθεμένης αξίας ..., διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτού δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τον άνω φόρο, τιμωρούμενος: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του ΦΠΑ, που συμψηφίσθηκε ή επιστράφηκε ή δεν αποδόθηκε, υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό του ενός εκατομμυρίου δραχμών ...". Κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 21 του ιδίου ως άνω νόμου 2523/1997: α) η ύπαρξη βεβαιωμένου χρέους, β) το ύψος τούτου, γ) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, δ) ο τρόπος πληρωμής του, ε) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε, και στ) η μη πληρωμή του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την υπ' αριθμ. 1103/2008 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 18 παρ. 1 α και 21 του ν. 2523/1997, δηλαδή για κατ'εξακολούθηση παραβίαση εκ δόλου της προθεσμίας καταβολής χρεών από ΦΠΑ προς το Δημόσιο, υπερβαίνοντος του ποσού των 3.000 ευρώ σε ετήσια βάση και αφού αναγνώρισε τη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.β ΠΚ, επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλεν επί τριετία. Δέχθηκε ειδικότερα δε στο αιτιολογικό του ότι αποδείχθηκαν τα παρακάτω : "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νομίμως, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου αλλά και από όλη γενικά την διαδικασία, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που αποδίδεται σε αυτόν με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος απασχολείται κατ' επάγγελμα υγιεινής, πλακιδίων και χρωμάτων, διατηρώντας ατομική επιχείρηση στην ... στην οδό .... το έτος 2000 παραβίασε σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω δικαστικής εμπλοκής του ως θύμα απάτης με οικονομική του ζημία άνω των 10.000.000 δρχ. με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να αποδώσει εισπραττόμενο ΦΠΑ αλλά και λόγω και οικονομικών δυσκολιών να πωλεί με πίστωση χωρίς εισπράττει τον ανάλογο ΦΠΑ. Έτσι τα έτη 2001, 2002, 2003, 2004 δεν απέδωσε τον ως άνω φόρο στο δημόσιο. Η οικονομική του δυσκολία να ανταπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις είναι πολύ μεγάλη ακόμη και σήμερα αρκεί δε να ληφθεί υπόψη ότι δεν μπόρεσε λόγω αδυναμία χρημάτων να τηρήσει τη ρύθμιση στην οποία υπήχθη για την καταβολή των ποσών που κατηγορείται στην ένδικη υπόθεση. Ο κατηγορούμενος ζήτησε την αναβολή της συζήτησης για το λόγο ότι εκδόθηκε νέα υπουργική απόφαση με την οποία μπορεί να υπαχθεί σε νέα ρύθμιση προκειμένου να εξοφλήσει. Πράγματι όπως κατατέθηκε από τους μάρτυρες του δημοσίου από σήμερα ισχύει νέα υπουργική απόφαση ρύθμισης στην οποία μπορεί να υπαχθεί και ο κατηγορούμενος πλην όμως το δικαστήριο κρίνει ότι η αναβολή για το λόγο αυτό είναι άσκοπη για το λόγο ότι από τη προγενέστερη συμπεριφορά του κατηγορουμένου προκύπτει αβίαστα ότι δεν θα μπορέσει να εκπληρώσει την νέα υποχρέωση του και μία νέα αναβολή θα ήταν άσκοπη τη στιγμή μάλιστα που μέρος των αδικημάτων που κατηγορείται κινδυνεύουν να υποπέσουν σε παραγραφή. Πρέπει επομένως να απορριφθεί το αίτημα αναβολής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από έλεγχο που έγινε στα ίδια τα εμπορικά βιβλία που συνέτασσε ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Α' Καβάλας για τις διαχειριστικές περιόδους 1-11 έως 31-12-2001 και 1-6 έως 30-6-2002 περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α. και δεν απέδωσε στο Δημόσιο φόρο ύψους 3.827,28 ευρώ και 6.298,52 ευρώ αντίστοιχα. Επίσης δεν υπέβαλε στην ίδια παραπάνω Δ.Ο.Υ. για τη διαχειριστική περίοδο 1-1-2003 έως 31-12-2003 περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α. και δεν απέδωσε στο Δημόσιο φόρο ύψους 20.437,03 ευρώ ενώ τέλος δεν υπέβαλε στην ίδια Δ.Ο.Υ. για τη διαχειριστική περίοδο 1-1-2004 έως 31-12-2004 περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α. και δεν απέδωσε στο Δημόσιο φόρο ύψους 20.694,33 ευρώ". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της κατ' εξακολούθηση καθυστέρησης καταβολής βεβαιωμένων προς το Δημόσιο χρεών από ΦΠΑ, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1, 98 του ΠΚ, 18 παρ. 1 α, 21 του Ν.2523/1997, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω διωκόμενου φορολογικού εγκλήματος μη αποδόσεως ΦΠΑ. Επίσης στην απόφαση προσδιορίζονται: α) η φορολογική αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, β) το ύψος και το είδος κάθε χρέους ΦΠΑ, κατ'έτος αναλυτικά, από 1-11-2001 μέχρι 31-12-2004, γ) ο τρόπος πληρωμής που με σαφήνεια προκύπτει για κάθε χρέος που ήταν καταβλητέο εφάπαξ, με την υποβολή των περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ και δ) ο ακριβής χρόνος που καθένα από τα μερικότερα χρέη κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και συνακόλουθα ο χρόνος τελέσεως καθεμιάς μερικότερης πράξεως. Διευκρινίζεται δε στην απόφαση ότι τα καθυστερούμενα χρέη από φόρους, είναι χρέη προς το Δημόσιο και όχι προς τρίτους, από άσκηση ατομικής επιχειρήσεως χωματουργικών εργασιών και εμπορίας δομικών υλικών, επίπλων κουζίνας, ειδών υγιεινής, πλακιδίων και χρωμάτων και ανήκουν στην κατηγορία παρακρατούμενων φόρων ΦΠΑ, ήταν καταβλητέα εφάπαξ, και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, λόγω καθυστέρησης καταβολής. Περαιτέρω, ουδεμία αντίφαση συνάγεται από την παραδοχή στο αιτιολογικό ότι ο κατηγορούμενος είχε πολύ μεγάλη οικονομική δυσκολία να ανταπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις και την παραδοχή στο διατακτικό ότι δεν απέδωσε τον ΦΠΑ από δόλο, αφού η οικονομική αδυναμία και δυσχέρεια δεν αναιρεί την ύπαρξη δόλου, καθόσον, από τα ίδια τα εμπορικά βιβλία του κατηγορουμένου που ελέγχθηκαν, προκύπτει ότι ο ΦΠΑ εισπράχθηκε από τους πελάτες αγοραστές των προϊόντων της επιχειρήσεώς του και απλώς δεν αποδόθηκε στο Δημόσιο, καλύπτοντας προφανώς άλλες ανάγκες. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με εκ πλαγίου παράβαση είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-11-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 1103/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη απόδοση ΦΠΑ κατ' εξακολούθηση. Οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με εκ πλαγίου παράβαση είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
Αριθμός 1407/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη- Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αρβανίτη, περί αναιρέσεως της 1246/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους : 1) Ψ1 και 2) Ψ2, που δεν παραστάθηκαν, 3) Ψ3, που δεν παραστάθηκε, 4) Ψ4 και 5) Ψ5, που δεν παραστάθηκαν, 6) Ψ6 και 7) Ψ7, που δεν παραστάθηκαν. Το τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 237/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ συνάγεται, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται διάδοση ή ισχυρισμός από τον υπαίτιο, ενώπιον άλλου, για τρίτον γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να είχε γνώση της αναλήθειάς του. Ως γεγονός, κατά την έννοια του νόμου, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά ή έκφραση γνώμης ή κρίσης ή χαρακτηρισμού που σχετίζεται με γεγονός, που αναφέρεται στο παρόν ή στο παρελθόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική ή την ευπρέπεια. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης, προσβάλλει την τιμή άλλου, με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή (και) με χρηματική ποινή". Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ.1 και 2 του άρθρ. 367 ΠΚ συνάγεται ότι αίρεται κατ' αρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης και της δυσφήμησης, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης εκδήλωση γίνεται από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, εφόσον δεν περιέχει τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφημήσεως ή από τον τρόπο της εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε δεν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Τέτοιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον είναι αναμφίβολα και εκείνο του δημοσιογράφου, του οποίου καθήκον είναι να ελέγχει και επικρίνει τις πράξεις των ασκούντων έργο δημοσίου ενδιαφέροντος, πλην όμως η δημόσια κριτική των ως άνω προσώπων επιτρέπεται, εφόσον αφορά το δημόσιο βίο αυτών και μπορεί να θεωρηθεί ως αναγκαίο και επιβεβλημένο μέσο ασκήσεως του έργου του δημοσιογράφου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ιδιαίτερη αιτιολόγηση επιβάλλεται επίσης, για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο ισχυρισμός εκ του άρθρου 367 του Π.Κ. ή για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β' του Κ.Π.Δ. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 1246/2008 απόφασής του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους, χρησιμοποιώντας τον τύπο ως όργανο, ισχυρίστηκε και διέδωσε ενώπιον τρίτων για κάποιους άλλους γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους, τα γεγονότα δε αυτά ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος το γνώριζε. Συγκεκριμένα: 1) στον ..., στις 24-12-2005, στην εφημερίδα "..." ( σελίδα 14) που εκδίδεται στον ... και κυκλοφορεί στην ευρύτερη περιοχή του Νομού ... και στην ..., ισχυρίστηκε και διέδωσε για τους εγκαλούντες τα κατωτέρω, των οποίων έλαβε γνώση το αναγνωστικό κοινό της εν λόγω εφημερίδας: "Τα βοοειδή της ... έτεκαν κόπρον...... παραθέτω τα ονόματα των ψηφισάντων υπέρ της υπόδειξης αυτής προς πτύση και κατάπτυση από τον ... και ολόκληρο τον Ελληνικό λαό: Ψ7, Ψ2, Ψ3, ..., Ψ4, ..., ..., ..., ..., Ψ5, ...., Ψ6...... η μικροομάδα αυτή με επικεφαλή το Δήμαρχο Ψ1...... βάλθηκαν να αποφασίσουν εν μία νυκτί βανδαλιστικές αλλαγές για τόσο μεγάλα και κοσμογονικά θέματα...... Δεν φέρνουν το θέμα για δημοψήφισμα στον ... και Ελληνικό λαό τον οποίο φοβούνται και συμπεριφέρονται χίτικα και συμμοριακά...... Αποφάσισαν αυθαίρετα και αλαζονικά να πετάξουν το όνομα ... και ... ...... Ναι αποφάσισαν να επιβάλλουν το όνομα εκείνου που επί βασιλείας του...... βάλθηκαν βλακωδώς και αθέμιτα να επισκιάσουν το πανέμορφο ... τοπίο επιβάλλοντας το όνομα...... με ποιο δικαίωμα αυτοί οι λιγοστοί τολμούν παρά την αντίθετη θέληση των πολλών(του λαού) να βάλουν ετσιθελικά το όνομα ενός ζώου...... Τοπικά κωλοβούτια της εξουσίας και της διαφθοράς καταντήσατε τη ... ένα πραγματικό βουστάσιο...... ενώ ο πολιτισμός πάει μπροστά η ... να πηγαίνει όλο και πιο πίσω...... αντί έργων παράγετε αναιδίαστα κόπρον". Με το δημοσίευμα αυτό ο κατηγορούμενος δημιούργησε την εντύπωση στο αναγνωστικό κοινό για τους εγκαλούντες ότι παρανομούν και ότι εμπλέκονται σε ζητήματα διαφθοράς ενώ τα διαλαμβανόμενα στο ανωτέρω άρθρο- δημοσίευμα ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος το γνώριζε, μπορούσαν δε να βλάψουν, όπως και έβλαψαν τελικά την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων ως πολιτικών προσώπων και δη ως Δημάρχου του Δήμου ... του Ψ1 και ως δημοτικών συμβούλων του ίδιου Δήμου των λοιπών (εγκαλούντων), αλλά και ως ατόμων, ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε ήταν ότι οι εγκαλούντες δεν είχαν κατηγορηθεί ποτέ για ζητήματα διαφθοράς, έχουν ψηφιστεί από τους πολίτες του Δήμου, δεν χρειαζόταν δημοψήφισμα για τέτοιο θέμα(αποφάσισαν να αλλάξουν το όνομα της λίμνης ... και να την ονομάσουν λίμνη ...), τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες που προβλέπονται στο δημοτικό και κοινοτικό κώδικα, συνήλθε το δημοτικό συμβούλιο και αποφάσισε νόμιμα κατά πλειοψηφία χωρίς να χρησιμοποιηθούν αθέμιτα μέσα 2) στο Δήμο ... και στα δημοτικά διαμερίσματα αυτού, ήτοι στα δημοτικά διαμερίσματα ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου του έτους 2006, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τύπωσε έντυπα (φέιγ βολάν) με το ίδιο ακριβές συκοφαντικό περιεχόμενο με το παραπάνω άρθρο. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος, κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους, χρησιμοποιώντας τον τύπο ως όργανο με πρόθεση προσέβαλε την τιμή άλλων και ειδικότερα: α) στον ..., στις 24-12-2005, στην προαναφερόμενη εφημερίδα "..." (σελίδα 14) δημοσίευσε άρθρο για τους εγκαλούντες αναφέροντας "τα βοοειδή της ... ...... συνολικά 13 μικροσκοπικά ανθρωπίδια...... ανάγωγοι, θρασείς και δειλοί...... γλύφτες και πασαλειφτές των οπισθίων των γόνων και επιγόνων της καραμανλικής δυναστείας...... με επικεφαλής τους ένα ακατάλληλο για το δήμο άτομο...... Και είναι δε τόσο ανόητοι δήμαρχος και σύμβουλοι...... αποδειχθήκατε ακατάλληλοι, ανίκανοι και αγενείς...... πραγματικοί κοπρίτες." και με τον τρόπο αυτό δημιούργησε αμφισβήτηση για την ηθική και κοινωνική αξία των εγκαλούντων, β)στο Δήμο ... και στα προαναφερόμενα δημοτικά διαμερίσματα αυτού το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου του 2006 τύπωσε έντυπα (φέιγ βολάν) με το ίδιο ακριβώς εξυβριστικό περιεχόμενο με το ως άνω άρθρο (υπό στοιχ. α') και το διένειμε σε όλα τα εν λόγω δημοτικά διαμερίσματα. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ.1 και 2 του άρθρου 367 ΠΚ συνάγεται ότι αίρεται κατ' αρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης (ΠΚ 361) και της απλής δυσφήμησης(ΠΚ 362) και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης εκδήλωση γίνεται από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Κατ' εξαίρεση όμως το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της κατά το άρθρο 363 πράξης(συκοφαντικής δυσφήμησης), καθώς και όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς στην προσβολή της τιμής άλλου. Ο ειδικός αυτός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της υβριστικής συμπεριφοράς, όταν ο τρόπος αυτός δεν ήταν αντικειμενικώς αναγκαίος για να αποδοθεί όπως έπρεπε το περιεχόμενο της σκέψεως του πράττοντος για προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, αφετέρου δε κα επιπροσθέτως χρησιμοποιήθηκε εν γνώσει του δράστη για να προσβάλει την τιμή άλλου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το ανωτέρω άρθρο-δημοσίευμα έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς ενημέρωση των δημοτών του Δήμου ... για τα φαινόμενα διαφθοράς της τότε δημοτικής αρχής, στο πλαίσιο των οποίων λήφθηκε και η απόφαση για τη μετονομασία της λίμνης... σε ... και επομένως σύμφωνα με το άρθρο 367 παρ.1 περ. γ' του ΠΚ οι πράξεις του δεν είναι άδικες. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι α) η διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 του ΠΚ δεν εφαρμόζεται επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, αδίκημα το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, διέπραξε ο κατηγορούμενος-εκκαλών και β)οι προαναφερόμενες φράσεις και λέξεις διατυπώθηκαν από τον κατηγορούμενο με σκοπό να προσβάλει την τιμή και ην υπόληψη των εγκαλούντων. Η δε διατύπωση των άνω προσβλητικών φράσεων και λέξεων υπερβαίνει το αναγκαίο και επιβαλλόμενο για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος(για την ενημέρωση του κοινού) μέτρο. Σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σε αυτόν ως άνω αξιοποίνων πράξεων, με το ελαφρυντικό όμως του ότι στις πράξεις του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια, ο οποίο συντρέχει στο πρόσωπο του,(άρθρο 84 παρ.2β ΠΚ), όπως στο διατακτικό. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιόποινων πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της εξυβρίσεως, δια του τύπου, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, που αυτός κατά τα ανωτέρω τέλεσε σε βάρος των εγκαλούντων, πολιτικώς εναγόντων και αφού δέχτηκε υπέρ αυτού το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β, επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης δέκα εννέα (19) μηνών και δέκα (10) ημερών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 361 και 363 σε συνδυασμό με το άρθρο 362 του ΠΚ και το άρθρο 47 ΑΝ 1092/1938,όπως τούτο αντικ. με το άρθρο 4 παρ.2 ν 1738 και διατηρήθηκε σε ισχύ με την παρ. 1 του άρθρου μόνου ν 2243/1994, τις οποίες και ορθά εφάρμοσε. Ακόμη διέλαβε σ' αυτήν ειδική αιτιολογία και για την απόρριψη του από το άρθρο 367 του ΠΚ αυτοτελούς ισχυρισμού του. Ο αναιρεσείων, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, και ειδικότερα ότι 1)δεν προσδιορίζονται στην απόφαση τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκε η γνώση του για την αναλήθεια των ψευδών περιστατικών για τη διάδοση των οποίων καταδικάσθηκε και ο σκοπός του να μειώσει την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων και ακόμη δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην παραδοχή αυτή, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, οι οποίες έχουν αντίθετο περιεχόμενο με εκείνες των πολιτικώς εναγόντων και 2)δεν εκτίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση του για την αναλήθεια των γεγονότων που διέδωσε. Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι αβάσιμες διότι α)με την προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, η οποία αναφέρεται και στη γνώση του κατηγορουμένου για την αναλήθεια των ψευδών περιστατικών και το σκοπό της διάδοσης αυτών, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, δεν ήταν δε υποχρεωμένο να προσδιορίσει ειδικότερα τι προκύπτει από καθένα αποδεικτικό μέσο και σε ποιο στήριξε την κρίση του, ή να αιτιολογήσει γιατί δέχεται κάποια από τις παραπάνω καταθέσεις και δεν δέχεται άλλη, με αντίθετο περιεχόμενο β)στην απόφαση εκτίθενται, επαρκώς, πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση του, για την αναλήθεια των περιστατικών που διέδωσε. Συνεπώς είναι αβάσιμος ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί αυτή και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ,). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 1246/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση δια του τύπου. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική, Εξύβριση, Τύπος.
2
Αριθμός 1390/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Μπαλίδη, περί αναιρέσεως της 10491/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1612/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. παρ. 1 και 3 και 112 ΠΚ συνάγεται ότι το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Εξ άλλου, κατά το - σύμφωνο με το πνεύμα του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος-άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, αν από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Περαιτέρω, το άρθρο 31 παρ. 1 περ. ζ' και η του ν. 1591/1986 "θέσπιση μέτρων για την πάταξη της φοροδιαφυγής", ορίζει ότι αδίκημα φοροδιαφυγής διαπράττει και όποιος αποδέχεται τα πλαστά ή τα εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης καθορίζει δε ακολούθως την έννοια των πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, ορίζοντας ειδικότερα για τα εικονικά στοιχεία ότι θεωρείται εικονικό και το φορολογικό στοιχείο που εκδόθηκε για συναλλαγή, διακίνηση ή οποιαδήποτε άλλη αιτία ανύπαρκτη εν όλω ή εν μέρει ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο φορολογικό στοιχείο. Με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1884/1990 ορίζεται σχετικά με τα συγκεκριμένα αδικήματα του άρθρου 31 παρ. 1 περ. ζ' και η', ότι η ποινική δίωξη ενεργείται αυτεπάγγελτα μόλις διαπιστωθεί το αδίκημα, μετά από μηνυτήρια αναφορά από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) στον αρμόδιο εισαγγελέα του τόπου της κατοικίας του υπαιτίου ή της έδρας της επιχείρησης, χωρίς να απαιτείται οριστικοποίηση της σχετικής φορολογικής εγγραφής. Σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου παραπάνω άρθρου 31, όπως ίσχυε από 7-03-1996 μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν. 2386/1996, ο δράστης του ποινικού αυτού αδικήματος τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή όχι κατώτερη των πέντε (5) και μέχρι πενήντα (50) εκατομμυρίων δραχμών. Ο νέος ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α)τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατούμενων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ)την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του εν λόγω ν. 2523/1997, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση της με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004 (ΦΕΚ Α 15/28-1-2004), το αδίκημα της φοροδιαφυγής, που διαπράττεται με την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων....κλπ., τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών (3) μηνών, ανεξάρτητα αν αποφεύγεται ή μη η πληρωμή φόρου. Καθ' όσον αφορά την ποινική δίωξη, το άρθρο 21 παρ. 2 προβλέπει ότι ασκείται αυτεπάγγελτα, και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (εδ. 1 και 2), ενώ "κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών κέντρων του άρθρου 3 του Ν. 2343/1995, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο εδάφιο 3 της άνω παρ. 2 του ν. 2523/97, όπως το εδάφιο αυτό (τρίτο) αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του αρθρ. 12 του ν. 2753/1999 (ΦΕΚ Α 249/17-11-1999). Ως προς την παραγραφή, ο άνω νέος ν. 2523/97, με την παρ. 10 του άρθρου 21 όριζε αρχικά ότι "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της. Με την παρ. 8 του αρθρ. 2 του ν. 2954/2001 (ΦΕΚ Α 255/2-11-2001), προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 10 του άρθρου 21, με το οποίο ορίζεται ότι "Στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο", ενώ περαιτέρω, με την παρ. 9 του αυτού αρθρ. 2 του ν. 2954/2001 ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 ισχύουν ανάλογα και για το αδίκημα των περιπτώσεων ζ' και ή της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Ν. 1591/1986, για τα οποία, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δεν έχει επέλθει παραγραφή κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα". Κατά τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 38 του ν. 2523797, οι διατάξεις των άρθρων 19 και 21 του ίδιου νόμου εφαρμόζονται στα αδικήματα που διαπράττονται από την 1η Ιανουαρίου 1998 και μετά, περαιτέρω δε, κατά το άρθρο 24 παρ. 5 του ίδιου νόμου, οι εκκρεμείς κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του, ποινικές υποθέσεις (και ως εκκρεμείς ρητά ορίζεται ότι νοούνται και εκείνες για τίς οποίες δεν είχε ασκηθεί μέχρι τότε ποινική δίωξη εκδικάζονται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός αν εισάγεται ευμενέστερη ρύθμιση με τις διατάξεις του ν. 2523/1997. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ως προς το αδίκημα της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων που τελέστηκε υπό την ισχύ του ν.1551/86, η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 19 του ν. 25237977 όπως ίσχυε μέχρι τις 28-1-2004, καθ' όσον αφορά την απειλούμενη ποινή είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, της παρ. 2 εδαφ. 1 του άρθρου 31 του ν. 1551/86 όπως ίσχυε από 7-03-1996. Καθ" όσον όμως αφορά την παραγραφή, η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997, στην περίπτωση του παραπάνω αδικήματος που τελέστηκε πριν από την 1-1-1998, δεν έχει εφαρμογή, διότι είναι, για τον κατηγορούμενο, δυσμενέστερη εκείνης του άρθρου 112 ΠΚ, με βάση την οποία ό χρόνος παραγραφής (ελλείψει ειδικής διατάξεως), άρχιζε από την τέλεση του αδικήματος και συνεπώς η συμπλήρωση του και η εξάλειψη του αξιοποίνου επερχόταν νωρίτερα απ' ό,τι προβλέπει ο μεταγενέστερος νόμος. Για τον ίδιο λόγο είναι δυσμενέστερες και δεν έχουν εφαρμογή, στην ίδια περίπτωση, οι προαναφερόμενες συνδυασμένες διατάξεις των παραγράφων 8 και 9 του άρθρου 2 του ν. 2954/2001 κατά τις οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, επί των περιπτώσεων ζ' και η' της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν. 1591/1986, η παραγραφή αρχίζει από τη διαπίστωση των σχετικών αδικημάτων, εφόσον κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως του Ν.2954/2001 δεν είχε επέλθει παραγραφή αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ'έφεση, κήρυξε με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 10491/2008 απόφασή του, την αναιρεσείουσα, ως υπεύθυνη βιοτεχνίας γυναικών ενδυμάτων με την επωνυμία "... Ο.Ε." ένοχη, κατά τα άρθρα 19 παρ. 1α, 2, 3, άρθρο 20 και 21 παρ.1,2, 5, 10 του ν. 2523/1997 και 2 παρ.8 και 9 του ν. 2954/2001, για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, δηλαδή για πράξη διωκομένη σε βαθμό πλημμελήματος, που φέρεται ότι έχει τελεσθεί στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του έτους 1993 (μέσα στη χρήση 1993) και που διαπιστώθηκε στις 4-10-2005 (ημερομηνία θεώρησης πορίσματος του φορολογικού ελέγχου) και της επέβαλε, με την παραδοχή της ελαφρυντικής περίπτωσης του άρθρου 84 παρ.2 β ΠΚ, ποινή φυλάκισης 12 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία. Η πράξη, όμως αυτή είχε ήδη, κατά την εκδίκασή της σε πρώτο βαθμό (16-10-2007) παραγραφεί, αφού από το χρόνο που φέρεται ότι τελέσθηκε, μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος προς την κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα στις 24-8-2007 όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του οικείου αποδεικτικού επίδοσης του αρχιφύλακα του Α.Τ. ... είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών. Επομένως το δικαστήριο, που, με την προσβαλλομένη απόφασή του και ειδικότερα με παρεμπίπτουσα απόφαση, εμπεριεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί παραγραφής του ως άνω εγκλήματος (της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων), που παραδεκτά πρόβαλε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, ο οποίος τον εκπροσώπησε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του ΠΚ περί παραγραφής. Επί προσθέτως κηρύσσοντας ένοχη την αναιρεσείουσα, κατά τα προεκτιθέμενα, υπερέβη την εξουσία του. Γι'αυτό πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμων την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Η του ΚΠΔ λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι ερευνώνται και αυτεπαγγέλτως, αφού η αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και παρίσταται η αναιρεσείουσα (άρθρο 511 παρ.1 α ΚΠΔ), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη για την παραπάνω πράξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. 10491/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Παύει οριστικώς την κατά της αναιρεσείουσας ..., ποινική δίωξη για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, που φέρεται να έχει τελεσθεί στη Θεσσαλονίκη την 4-10-2005, όπως ειδικότερα η πράξη αυτή περιγράφεται στην αναιρούμενη απόφαση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φορολογικοί νόμοι. Ποιος νόμος εφαρμόζεται για πλημμέλημα (αποδοχή εικονικών τιμολογίων) που τελέσθηκε το 1993. Ισχυρισμός περί παραγραφής του. Εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και υπέρβασης εξουσίας από Δικαστήριο ουσίας. Αναίρεση καταδικαστικής απόφαση και οριστική παύση σχετικής ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής.
Φοροδιαφυγή
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή.
0
Αριθμός 1389/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ζήση Κωνσταντίνου, Νικόλαο Ανδρουλάκη και Φίλιππο Κοτέα και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 13/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25.6.2008 και 26.6.2008 δύο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τους από 17.9.2008, 12.3.2009, 13.3.2009, 16.3.2009 προσθέτους λόγους του 1ου αναιρεσείοντος και 16.3.2009 του 2ου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1261/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν εν μέρει δεκτές και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α, β, ζ, στ' του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.2161/1993 και κωδικοποιήθηκε δια ν. 3459/2006, τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων(290.000) ευρώ, όποιος πλην άλλων, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικές ουσίες. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών: Με τον όρο κατοχή ναρκωτικών, στα οποία περιλαμβάνεται και η κοκαϊνη (Πιν. Β Αρ.3 άρθρου 4 παρ.3 ν. 1729/1987), θεωρείται η φυσική εξουσία της ναρκωτικής ουσίας από το δράστη ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη δική του βούληση. Με τον όρο μεταφορά ναρκωτικών νοείται η μετακίνηση αυτών από τόπο σε τόπο, πάντοτε όμως εντός της Ελληνικής επικράτειας, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, με απλή ιδιόχειρη ή μέσου τρίτου μετακίνηση είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο. Για τη στοιχειοθέτηση όμως του αυτοτελούς εγκλήματος της μεταφοράς ναρκωτικών, απαιτείται η μετακόμιση αυτών να τελείται προς διευκόλυνση ή πραγματοποίηση της κυκλοφορίας αυτών, για οποιαδήποτε αιτία, από ατόμου σε άτομο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς. Συγκατοχή ναρκωτικών δε υπάρχει όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, η οποία πρέπει να είναι σαφώς προσδιορισμένη και να υφίσταται η δυνατότητα σε όλους τους συναυτουργούς ασκήσεως της φυσικής αυτής εξουσιάσεως με τη δυνατότητα διαθέσεως και διαπιστώσεως οποτεδήποτε της υπάρξεως αυτής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 στοιχ. β' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης που διέπραξε και στην εκτέλεση της πράξης αυτής (κύριας πράξης). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος που παρέχει συνδρομή στον αυτουργό κατά το χρόνο τελέσεως και στην εκτέλεση της άδικης πράξεως αμέσως προς αυτή συνδεόμενη, κατά τρόπο ώστε, χωρίς αυτή, να αποβαίνει αδύνατη η εκτέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε. Κατά δε το άρθρο 47 παρ. 1 του ΠΚ όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1, στοιχ. β του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό, χωρίς να είναι άμεση, εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής και της άμεσης συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξεως και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της. Τέλος, η απλή συνέργεια μπορεί να παρασχεθεί στον αυτουργό της πράξης και με αρνητική συνδρομή που παρέχεται με παράλειψη, κατά την έννοια του άρθρ.15 ΠΚ και που υπάρχει όταν ο συνεργός, παρόλο ότι έχει από το νόμο ή από τη σύμβαση ή από προηγούμενη ενέργειά του ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, αν και μπορεί να παρεμποδίσει τούτο, ανέχεται ή δεν ενεργεί προς αποτροπή του. Κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου 1729/1987 (άρθρο 23 ΚΝΝ), ο δράστης των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 5, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή από 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, εκτός των άλλων, και όταν ενεργεί κατ' επάγγελμα ή συνήθεια ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Η έννοια των περιστάσεων αυτών ορίζεται, αντίστοιχα, στις διατάξεις του άρθρου 13 εδ. στ' και ζ', κατά τις οποίες κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη . Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανοίγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πλειοψηφία, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχτηκαν τα παρακάτω: Οι Ισπανικές και Βρετανικές διωκτικές αρχές, μετά από συλλογή στοιχείων και διεθνή συνεργασία στον τομέα της εμπορίας ναρκωτικών ουσιών, καθώς και παρακολούθηση προσώπων για τα οποία υπήρχαν ενδείξεις ότι εμπλέκονται στο παράνομο αυτό εμπόριο, εντόπισαν ότι δύο πλοία, πιθανότατα τύπου "lanzadera", επρόκειτο να συναντηθούν στο λιμάνι ... της ... με σκοπό να πλεύσουν στην ανοικτή, θάλασσα, προκειμένου το ένα από αυτά να λάβει σημαντική ποσότητα κοκαΐνης από πλοίο που θα συναντούσε σε διεθνή ύδατα το δε άλλο θα το συνόδευε για να το εφοδιάζει με καύσιμα. Υπεύθυνος για τον συντονισμό του σχεδίου από ξηρά ήταν ο υπόδικος Φ, o οποίος επικοινωνούσε προς τούτο με τον Ισπανό μεγαλέμπορο ναρκωτικών ουσιών Θ, κρατούμενο στις Ισπανικές φυλακές, καθώς και με τα μέλη του πληρώματος των εντοπισθέντων πλοίων, μέσω εξοπλισμού "Inmarsat". Μάλιστα ο ένας από το πλήρωμα εντοπίστηκε ότι είχε ελληνική προφορά και ότι χρησιμοποιούσε ορισμένες λέξεις στην ελληνική γλώσσα. Τα ονόματα των πλοίων αυτών ήταν "..." και "..." πρώην "...". To δεύτερο το εντόπισαν την 8-5-2003 περί ώρα 16.00 στον Ατλαντικό Ωκεανό, σε γεωγραφικό πλάτος 39° 5' Ν και γεωγραφικό μήκος 18° 29' W, να πλέει με κατεύθυνση προς τις ακτές ... και να απέχει από το λιμάνι "..." 420 ν.μ. ΝΔ. Το ως άνω πλοίο έπλεε χωρίς σημαία και χωρίς δηλωτική ένδειξη της ταυτότητάς του (ονομασία, λιμάνι νηολόγησής του). Αμέσως δόθηκε ένταλμα απαγόρευσης του απόπλου του, για να ασκηθεί δικαίωμα επίσκεψης σ' αυτό, γεγονός που πραγματοποιήθηκε περί ώρα 16.45 της ιδίας ημέρας. Στη γέφυρα του πλοίου παρατηρήθηκε ένας πίνακας με την επιγραφή "...". Κατά τον γενόμενο έλεγχο προέκυψε ότι το πλοίο ονομαζόταν προηγουμένως "...", ήταν νηολογημένο στο λιμάνι "..." της ..., με αριθμό νηολόγησης .... Στη γέφυρα αυτού υπήρχαν συνολικά 120 σάκκοι, που περιείχαν σε πλάκες ουσία ύποπτη ως ναρκωτική, γι' αυτό το πλοίο οδηγήθηκε για περαιτέρω έλεγχο στην ..., ενώ συνελήφθη το πλήρωμά του, που αποτελείτο από 8 άτομα, 7 Έλληνες και έναν Δομικανό ήτοι: οι Ζ, ως πλοίαρχος, ..., ..., ..., ..., ..., ... και .... Όπως κατέδειξε η πραγματογνωμοσύνη των αρμοδίων ισπανικών αρχών, οι σάκκοι που ανευρέθηκαν επί του ως άνω πλοίου περιείχαν κοκαΐνη συνολικού βάρους 3.320 κιλών, καθαρότητας 76,1% αξίας 101.769.000 ευρώ. Η κοκαΐνη αυτή, προερχόμενη από χώρα της Λατινικής Αμερικής, είχε μεταφερθεί με άλλο πλοίο στον Ατλαντικό Ωκεανό, μεταφορτώθηκε στο ανωτέρω πλοίο "...", που θα την μετέφερε πλησίον των ... ακτών της ..., απ' όπου αρχικά με ταχύπλοα σκάφη θα μεταφερόταν στην ξηρά και ακολούθως με ανεμόπτερα θα εισαγόταν παρανόμως στην ... για εμπορία. Το κύκλωμα αυτό δραστηριοποιείτο, κατά τις πληροφορίες που είχαν οι ως άνω διωκτικές αρχές, με έδρα τη ... από το 1999, ενεργώντας μεταφορές ναρκωτικών ουσιών, κυρίως κοκαΐνης, από Ν. Αμερική στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην ..., με εγκέφαλο τον μεγαλέμπορο ναρκωτικών Θ (ψευδ. ...), που κρατείτο στις φυλακές της ..., ως προαναφέρθηκε, και συνέχιζε τη δράση του, παρά την κράτησή του. Τα ως άνω μέλη του πληρώματος έχουν καταδικαστεί για το αδίκημα "κατά της δημόσιας υγείας" και "λαθρεμπορίας" με την με αρ. 30/2005 απόφαση του τρίτου τμήματος του τετάρτου κεντρικού Πρωτοδικείου Μαδρίτης (Jurgado Central de Instuccion Nou), ο μεν Ζ (πλοίαρχος του ανωτέρω πλοίου σε φυλάκιση 14 ετών και πρόστιμο 115.000.000 ευρώ, οι δε λοιποί (μέλη του πληρώματος) σε φυλάκιση 10 ετών και πρόστιμο 110.000.000 ευρώ. Σε βάρος του φυγόδικου στην Ισπανία Φ, συντονιστή από ξηράς της παράνομης πράξης, διατάχθηκε με την με αρ. 39/2003 απόφαση του τετάρτου τμήματος του Κεντρικού Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Μαδρίτης, η έκδοση εντάλματος συλλήψεώς του. Εναντίον όμως του φερομένου σύμφωνα με τις αρχικά πληροφορίες των Ισπανικών διωκτικών αρχών (υπηρεσίας Τελωνειακού Ελέγχου) συνεργάτη του μεγαλέμπορου ναρκωτικών Θ, δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη από τις δικαστικές αρχές της Ισπανίας και δεν εκκρεμεί κατηγορία κατ' αυτού για την ανωτέρω ποινικά κολάσιμη πράξη. Σημειωτέον ότι η προαπαρατεθείσα 30/2005 απόφαση του τετάρτου κεντρικού Πρωτοδικείου Μαδρίτης, αν και δέχτηκε ότι οι καταδικασθέντες μ' αυτήν είχαν πράγματι σχηματίσει οργάνωση διεθνούς χαρακτήρα, με σκοπό την εισαγωγή σημαντικών ποσοτήτων κοκαΐνης στην ... και ότι η οργάνωση είχε στην κατοχή της για τον σκοπό αυτό και δη τη μεταφορά αυτής το πλοίο ..., το οποίο πράγματι είναι νηολογημένο στο όνομα της εταιρείας με την επωνυμία "RIVERSHAM HOLDING LTD", που εδρεύει στο ..., όπου είναι και το λιμάνι νηολόγησής του, έκανε τελικά λόγο για άγνωστους χρηματοδότες της επιχειρήσεως αυτής, για λογαριασμό των οποίων και για να εξασφαλίσει την ανωνυμία τους δέχτηκε να ενεργήσει στο όνομά του ο Έλληνας Ζ, ως πλοίαρχος του πλοίου ..., ο οποίος διεκπεραίωσε και όλα τα έγγραφα του πλοίου, φερόμενος κατά την ανωτέρω απόφαση ως πραγματικός ιδιοκτήτης του (πλοιοκτήτης του). Το ως άνω πλοίο είναι παλαιά τορπιλάκατος του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού, μήκους 42 μέτρων, με 4 ισχυρές μηχανές προώθησης τύπου MTV και πρόσθετες δεξαμενές καυσίμων, εκ των οποίων μία προστέθηκε μεταγενέστερα από την ναυπήγησή του. Από στρατιωτικό εμφανίζεται στα ναυτιλιακά του έγγραφα ότι μετετράπη σε θαλαμηγό (γιώτ), ενώ στην ουσία λόγω της υψηλής ταχύτητας που μπορεί να αναπτύξει και της ευελιξίας του χρησιμοποιείται ως λαθρεμπορικό. Μάλιστα τον Ιούλιο του 1998, ελέγχθηκε από τις λιμενικές αρχές της ..., μετά από σήμα της Interpol, στο λιμάνι ... όπου ναυλοχούσε, διότι υπήρχαν υπόνοιες ότι μετέφερε καπνό και ναρκωτικά. Δεν προέκυψαν όμως κατά την έρευνα επιβαρυντικά στοιχεία για τοιούτου είδους μεταφορά και το πλήρωμά του, που συνελήφθη, αφέθη ελεύθερο. Στα μέλη του πληρώματός του, που απαρτιζόταν από δύο Ολλανδούς, έναν Παραγουανό, τρεις Σενεγαλέζους και δύο Έλληνες, ήταν και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ναυτολογημένος σ' αυτό με την ειδικότητα του μηχανικού (βλ. σχ. αρ. ... σήμα της ΔΔΑΣ/ΤΔΣ/lnterpol προς ΥΕΝ/ΔΑ/ΤΔΙΝ). Το πλοίο αυτό κατέπλευσε την 30-1-99 στο λιμάνι του ..., απέπλευσαν από τις ... με πλοίαρχο τον Ζ και μέλη του πληρώματος, μεταξύ άλλων, και τους Χ2 (δεύτερο κατηγορούμενο) και ... (βλ. σχ. θεωρημένη από τη λιμενική αρχή του ... λίστα του πληρώματός του). Στην Ελλάδα το πλοίο πρακτορευόταν από το ναυτικό πρακτορείο με την επωνυμία "ENDEAVOUR MARINE AGENCY LTD" των ... και ..., που εδρεύει επί της οδού ... στον .... Σύμφωνα με τη δήλωση πρακτορεύσεώς του, που υποβλήθηκε στην λιμενική αρχή κατά τον κατάπλου του, ως πλοιοκτήτρια δηλώθηκε η προαναφερθείσα εταιρεία "Rivers Ηαμ Holdings Ltd" (βλ. σχ. το με αρ. ... έγγραφο του Α' Τελωνείου εισαγωγής και εφοδίων Πειραιά). Πρόκειται για εταιρεία που συστήθηκε την 13-5-1993 με αρ. ... και περιορισμένη ευθύνη στο ..., της οποίας διαχειρίστρια, μέχρι την 20-12-2002 ήταν η εταιρεία με την επωνυμία ".... LIMITED", που εδρεύει επίσης στο ... και διαχειρίζεται διάφορες εταιρείες. Η τελευταία είχε λάβει αρχικά εντολή διαχειρίσεως της φερομένης ως πλοιοκτήτριας εταιρείας από τον ..., Βρετανό υπήκοο, ο οποίος ήταν δικαιούχος κατά 100% των μετοχών της. Το εταιρικό της συμβόλαιο τροποποιήθηκε αργότερα με εντολές του Ισπανού δικηγόρου στην ... Τ, ο οποίος έδωσε οδηγίες στην διαχειρίστρια εταιρεία, να εκδώσει πληρεξούσιο για λογαριασμό του Ισπανού υπηκόου ..., με ισχύ μέχρι 31-12-99 και εντολή να ενεργεί μόνος σε όλα τα ζητήματα που έχουν σχέση με την πλοιοκτήτρια εταιρεία και τα κεφάλαιά της. Μετά τη λήξη του πληρεξουσίου αυτού (31-12-99), η διαχειρίστρια εταιρεία παραιτήθηκε από την διαχείρισή της, διότι δεν έλαβε οδηγίες και δεν είχε τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με τους δικαιούχους ιδιοκτήτες της εταιρείας (βλ. σχ. την από 22-6-2004 βεβαίωση του δ/ντή της διαχειρίστριας εταιρείας ...). Η ίδια εταιρεία (Rivers Ham Holdings Ltd) αναγράφεται ως πλοιοκτήτρια του πλοίου ... και στους περισσότερους λογαριασμούς και παραστατικά, που εκδόθηκαν για το πλοίο αυτό από το πρακτορείο "ENDEAVUR" ή και τρίτους κατά το διάστημα της παραμονής τους στην Ελλάδα μέχρι την 6-4-2002 (βλ. ενδεικτικά τους από 25-6-2001 και 30-6-2001 disbursements accounts του ως άνω πρακτορείου με τα συνημμένα παραστατικά δαπανών του). Επίσης στο όνομα της ίδιας εταιρείας ως πλοιοκτήτριας εκδόθηκαν και τα τιμολόγια για τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν στο πλοίο κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο ναυπηγείο "..." της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στη λεωφόρο .... στο ... (βλ. ενδεικτικά τα με αρ. ... και ... τιμολόγια της εν λόγω εταιρείας). Στο ως άνω ναυπηγείο το πλοίο ... ανελκύσθηκε την 29-3-99. Κατά την κρίση της πλειοψηφίας του δικαστηρίου αυτού (κ.κ. συνέδρων Εφετών), κατά το χρόνο της παραμονής του στην Ελλάδα συνέβησαν τα εξής: Στο ως άνω ναυπηγείο ανελκύσθηκε με εντολή του πλοιάρχου του Ζ, προκειμένου να υποβληθεί σε εργασίες επισκευής και συντηρήσεως. Την συμφωνία με τους υπευθύνους του ναυπηγείου (Μ), για την διενέργεια των επισκευών στον χώρο του, κατάρτισε ο πλοίαρχος κατά τον κατάπλου αυτού στην Ελλάδα Ζ και κατά την μεταφορά του φορτίου της κοκαΐνης, ως αναφέρθηκε, ο οποίος εξόφλησε με χρήματα της πλοιοκτήτριας εταιρείας τα τιμολόγια για τις εργασίες που έλαβαν χώρα από συνεργεία του ναυπηγείου. Παράλληλα, έγιναν και εργασίες αντικαταστάσεως και επισκευής των μηχανών. Την γενική επίβλεψη των εργασιών αυτών ο Ζ την ανέθεσε στον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, ναυπηγό, μηχανολόγο -μηχανικό και ως πρακτικός μηχανικός συμφωνήθηκε να αναλάβει αυτές ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος, αφού είχε ταξιδέψει και στο παρελθόν ως πλήρωμα του πλοίου με την ειδικότητα αυτή, γνώριζε άριστα το αντικείμενο της εργασίας. Τα ως άνω πρόσωπα, Ζ, Χ1 και Χ2, γνωρίζονταν από το έτος 1986 και υπήρχε σχέση άρρηκτης εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Για τις υπηρεσίες, που θα προσέφεραν, έλαβαν προκαταβολικά από άγνωστο μέχρι σήμερα πρόσωπο, μέσω της Τράπεζας "Banco Populace Espanol" από 4-2-99 το ποσό των 148.298 δολ. ΗΠΑ ο Ζ, το ποσό των 94.371 δολ. ΗΠΑ ο Χ1 και των 33.704 δολ. ΗΠΑ ο Χ2. Σε σχέση με τις επισκευές των μηχανών, αν αυτές επισκευάστηκαν ή κάποια απ' αυτές αντικαταστάθηκε, ο ο κατηγορούμενος Χ2, στην μεν από 12-5-2003 υπεύθυνη δήλωσή του προς το ΣΔΟΕ Αττικής παραδέχτηκε ότι οι δύο μηχανές θαλάσσης με σειριακούς αριθμούς ... και ..., που βρέθηκαν στην μισθωμένη από αυτόν αποθήκη επί της οδού ... και ... στο ... προέρχονταν από το πλοίο ..., από το οποίο αυτός τις έβγαλε και τις αντικατέστησε με άλλες περί το τέλος του έτους 1999, ενώ απολογούμενος ο ίδιος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είπε ότι στην αποθήκη του δεν υπήρχαν πλήρεις μηχανές αλλά ανταλλακτικά μηχανών. Ο πρώτος κατηγορούμενος επίσης ισχυρίζεται ότι έγινε επισκευή των μηχανών του πλοίου, λόγω δε του ότι χρειαζόταν ειδικές γνώσεις για τις μηχανές του, αφού ήταν παλαιά τορπιλάκατος, ανέθεσε την επισκευή τους στον ..., απόστρατο αξιωματικό του πολεμικού ναυτικού, ο οποίος, καταθέτοντας ως μάρτυς, παραδέχεται ότι πράγματι ανέλαβε την επισκευή αυτών έναντι αμοιβής, την οποία ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αναβιβάζει στο ποσό των 700.000 δραχμών το μήνα, δηλαδή στο ποσό των 6.300.000 δρχ. περίπου (700.000 Χ 9 μήνες εργασίας), ενώ ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου στο ποσό των 9.000.000 δραχμών, το οποίο, όμως, ανεξαρτήτως αν ήταν 6.300.000 δρχ. περίπου ή 9.000.000 δρχ., του κατέβαλε ο Ζ. Σε σχέση με τις μηχανές του πλοίου, ο τελευταίος μάρτυς καταθέτει ότι ήταν 4, δυναμικότητας 2.500 ίππων κάθε μία. Σε συνδυασμό δε με το ότι ανευρέθησαν δύο παλαιές μηχανές στην μισθωμένη από τον Χ2 αποθήκη, κρίνεται ότι οι δύο μηχανές αντικαταστάθηκαν και οι δύο επισκευάστηκαν. Ο κατηγορούμενος Χ1, κατά το χρόνο της επισκευής των μηχανών του πλοίου, ασχολήθηκε με την ευθυγράμμιση των αξόνων αυτών (μηχανών του). Ακολούθως, το επίμαχο πλοίο την 6-11-99 καθελκύσθηκε και ρυμουλκήθηκε στο γειτονικό ναυπηγείο του ..., όπου προσδέθηκε με την πρύμνη στην προβλήτα (ντόκο) που διέθετε αυτό. Η συμφωνία για την πληρωμή, όσο χρόνο θα παρέμενε στον "ντόκο" δεμένο, έγινε μεταξύ του ..., ιδιοκτήτη του ναυπηγείου και του Ζ, ο οποίος κατέβαλε το μίσθωμα που είχε συμφωνηθεί μηνιαίως 100.000 δραχμές δια μέσου του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2. Όσο χρόνο παρέμεινε το πλοίο εκεί μέχρι την 31-5-2001, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 δεν επισκέφθηκε το ναυπηγείο αυτό. Κατά το χρόνο αυτό, η υπηρεσία δίωξης ναρκωτικών ουσιών κατάφερε να τοποθετήσει πομπό εντός του σκάφους, ο οποίος όμως εξουδετερώθηκε. Στη συνέχεια την 7-6-2001, ελλείψει χώρου, ρυμουλκήθηκε στο ναυπηγείο "..." του Ξ στην ..., όπου παρέμεινε προς φύλαξη μέχρι την 6-4-2002. Με το ναυπηγείο αυτό ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 είχε τακτική συνεργασία, διότι συντηρούσε σ' αυτό και άλλα πλοία, που διαχειριζόταν ατομικά ή για λογαριασμό της εταιρείας "Pick Van Der Kamp Maritime Hellas S.A", για τη σχέση του με την οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Έτσι υπέδειξε το ναυπηγείο αυτό στον Ζ και ανέλαβε να καταβάλει για λογαριασμό του το μηνιαίο μίσθωμα για την παραμονή του στο ναυπηγείο αυτό, το οποίο επισκεπτόταν συχνά λόγω της στενής του συνεργασίας με τον ιδιοκτήτη. Ο Ζ εμφανίστηκε σ' αυτό κατά την άφιξη του πλοίου. Την 6-4-2002 το πλοίο ..., ύστερα από άδεια του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ελευσίνας και έχοντας ως πλοίαρχο τον Ζ και μηχανικό τον ... (μερικό πλήρωμα), ρυμουλκήθηκε από το Ελληνικό ρυμουλκό πλοίο "...", νηολογίου ... στα διεθνή ύδατα, 6 ν.μ. νότια της νήσου ..., και εκεί παραδόθηκε στο τουρκικό ρυμουλκό "...", που το μετέφερε στην Τουρκία. Ο Ζ διέδωσε ότι το πλοίο θα μεταφερθεί στην Τουρκία για να μετασκευαστεί, πράγματι, σε τουριστικό εκεί. Με τα πραγματικά περιστατικά η ως άνω πλειοψηφία του δικαστηρίου τούτου πείστηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είχε καμμία επαφή με το πλοίο ..., πριν αυτό καταπλεύσει την 30-1-99 στην Ελλάδα και μετά τον οριστικό απόπλου αυτού την 6-4-2002 για τα διεθνή ύδατα. Ειδικότερα δε, δεν προέκυψε η παραμικρή επαφή, τόσο του πρώτου όσο και του δεύτερου κατηγορουμένου, κατά το διάστημα που προηγήθηκε του ελέγχου και της κατασχέσεώς του από τις Ισπανικές διωκτικές αρχές την 8-5-2003, δηλαδή για χρονικό ενός και πλέον έτους. Τούτο, διότι η εμπλοκή τους με την υπόθεση περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά κατά το χρονικό διάστημα της παραμονής του πλοίου στην Ελλάδα (30-1-99 έως 6-4-2002) και έχει το χαρακτήρα της τεχνικής κυρίως υποστηρίξεώς τους στο πλοίο, με την μορφή που περιγράφηκε, δηλαδή να είναι αξιόπλοο, για να μπορεί να ανταποκριθεί ως μέσο μεταφοράς στην τέλεση της κυρίας πράξεως μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, πριν από την τέλεση αυτής. Για το γεγονός της αξιοπλοΐας του, στην οποία με την τεχνική τους υποστήριξη με πρόθεση συνέβαλαν οι κατηγορούμενοι, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία. Τούτο, διότι το ως άνω πλοίο κατέπλευσε στην Ελλάδα την 30-1-99, κινούμενο αυτοδυνάμως, πολλώ μάλλον μπορούσε να κινηθεί αυτοδυνάμως και όχι ρυμουλκούμενο μετά την αντικατάσταση των δύο μηχανών του και την επισκευή των άλλων δύο. Η ρυμούλκησή του, από το ναυπηγείο του "... Ο.Ε" στον "ντόκο" του ναυπηγείου του "Χαλκίτης -Γιουράνια Α.Ε" και από το τελευταίο στο ναυπηγείο του Ξ στην ..., μπορεί να έλαβε χώρα για λογούς οικονομικούς, λόγω της κοντινής αποστάσεως για την αποφυγή πραγματικής ναυτολόγησης πλήρους πληρώματος, αλλά η ρυμούλκησή του, από το ελληνικό ρυμουλκό "..." στα διεθνή ύδατα 6 ν.μ. της νήσου ... και από εκεί με το τουρκικό ρυμουλκό "..." στα τουρκικά ύδατα, έλαβε χώρα παραπλανητικά, γεγονός που συνηθίζεται, ως μέθοδος για λαθρεμπορικά πλοία, με αποκλειστικό σκοπό την εξαφάνιση των ιχνών του πλοίου και τον μη εντοπισμό του από τις διωκτικές αρχές. Τον εντοπισμό του δε ο Ζ αλλά και οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, διότι ανακάλυψαν την τοποθέτηση του πομπού στο πλοίο, τον οποίο και εξουδετέρωσαν. Εξάλλου στο ναυπηγείο, όπου λιμενιζόταν του Ξ, που παρέμεινε για συντήρηση από το 2001 έως 2002, ο ίδιος ο μάρτυς (Ξ) κατέθεσε με σαφήνεια ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος πήγαινε με τα ρούχα της εργασίας και έκανε τη συντήρησή του, εννοείται δηλαδή ότι δούλευε τις μηχανές και τις συντηρούσε, ώστε ανά πάσα στιγμή να είναι αξιόπλοο. Η αξιοπλοΐα εξάλλου αυτού, προκύπτει και από το από 18/2/2002 πιστοποιητικό αξιοπλοΐας του, στο οποίο αναγράφεται ότι "η θαλαμηγός ... ex ..., υπό σημαία ..., ιδιοκτησίας της εταιρείας "RIVERSHAM HOLDING LTD", επιθεωρήθηκε στο ... την 18-2-2002 και ευρέθησαν σκάφος, μηχανή και εξοπλισμός εις καλή κατάσταση. Κατόπιν αυτού το πλοίο θεωρείται αξιόπλοο". Τα κατατεθέντα από τον μάρτυρα ... ότι "ένα σκάφος ξύλινο που μένει τρία χρόνια στη θάλασσα θα ταξιδέψει με κουπιά λόγω αυτών που θα έχουν κολλήσει από κάτω", δεν έχουν σχέση με την αξιοπλοΐα του, αλλά με την ταχύτητά του, γεγονός που με τον απλό καθαρισμό του, κατόπιν ανελκύσεώς του ή από δύτη εντός της θάλασσας, αποκαθίσταται. Εξάλλου, τα μισθώματα στα ναυπηγεία και γενικά τα έξοδα, τόσο στο ναυπηγείο που επισκευάστηκαν και αντικαταστάθηκαν εν μέρει οι μηχανές του, κατέβαλε ο Ζ, είτε ο ίδιος, είτε κατόπιν εντολής του οι κατηγορούμενοι, προέρχονταν δε από χρήματα της πλοιοκτήτριας εταιρείας είτε αγνώστων τρίτων. Άλλωστε και στο πρακτορείο του πλοίου, οι λογαριασμοί για τις δαπάνες του εξοφλούνταν μόνον από τον Ζ, ενώ ο Χ1, ως κατηγορηματικά κατατέθηκε από τον μάρτυρα ..., ήταν άγνωστος στο πρακτορείο αυτό, την δε πρακτόρευσή του την ανέθεσε ο Ζ. Και είναι μεν αληθές, ότι στο ναυπηγείο του Ξ, οι αποδείξεις για τα μισθώματα ελλιμενισμού του εκδίδονταν με την αόριστη ένδειξη "ιδιώτης", το γεγονός όμως αυτό δεν κρίνεται ύποπτο, διότι κάλλιστα μπορούσε να ζητηθεί να εκδοθούν επ' ονόματι της πλοιοκτήτριας εταιρείας, που δηλώθηκε κατά τον κατάπλου του πλοίου στην Ελλάδα. Στοιχεία που να συνδέουν τον πρώτο κατηγορούμενο ως πλοιοκτήτη του πλοίου, ώστε να στηρίζουν ενοχή του εξ αυτού του λόγου δεν αποδείχθηκαν. Τουναντίον στο προαναφερθέν έγγραφο του ..., δ/ντή της διαχειρίστριας της πλοιοκτήτριας εταιρείας του επίμαχου πλοίου, αναφέρεται κατηγορηματικά ότι το όνομα Χ1, δεν είναι γνωστό ούτε σ' αυτόν ούτε σε άλλο πρόσωπο της διαχειρίστριας εταιρείας και ότι πρόσωπο με το ως άνω όνομα δεν ενήργησε ποτέ με καμία ιδιότητα για την εν λόγω εταιρεία "RIVERSHAM HOLDINGS LIMITED". Σημειώνεται ότι ο μάρτυς Μ, ένας εκ των ιδιοκτητών του ναυπηγείου στο ... με την επωνυμία "...", χαρακτηριστικά και σαφώς κατέθεσε ότι "Σε εμάς ήλθε ο καπετάν Ζ, εκ των υστέρων έμαθα ότι πρόκειται για τον Ζ. Δεν ρωτήσαμε ποιου ήταν το πλοίο, επειδή το 95% των πλοίων τα διαχειρίζεται ο καπετάνιος. Ο ... ανέλαβε τις μηχανές και ο Χ2 δούλευε μαζί του. Την εξόφληση του λογαριασμού την έκανε ο καπετάν Ζ... Ο Χ1 είχε έρθει και παρακολουθούσε τις μηχανές. Τον γνώριζα ως ναυπηγό. Προφανώς ήταν αυτός που του είχαν δώσει τη δουλειά. Μιλούσε με τον ... και με τον καπετάνιο του σκάφους. Ο Χ1 δεν μου έδωσε καθόλου λεφτά. Μόνο με τον καπετάνιο έκανα τη συμφωνία και τη συναλλαγή. Αφεντικό (εννοεί τον Χ1) το είπα με την έννοια ότι ήταν επικεφαλής των εργασιών και δεν έχει σχέση με την ιδιοκτησία του σκάφους". Όσον αφορά τις τραπεζικές καταθέσεις τους (κατηγορουμένων), οι οποίες κατά την από 21-7-2003 πορισματική αναφορά των αρμοδίων υπαλλήλων της υποδ/νσης δίωξης ναρκωτικών (ΚΔΝ) ως ΣΔΟΕ Αττικής ανέρχονταν κατά τον χρόνο του ελέγχου σε 271.561,29 ευρώ και 49.100,26 USD για τον Χ1 και την εταιρεία DNDK, που αυτός εκπροσωπούσε στην Ελλάδα και 64.644,1 USD για τον Χ2. Ο Χ1 είχε συμπεριλάβει στις φορολογικές του δηλώσεις και εισαγωγή συναλλάγματος, συνολικού ποσού 45.917.125 δρχ. κατά τα έτη 1997 - 2000. Η εισαγωγή του ποσού αυτού (συναλλάγματος) κρίνεται, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας των μελών του Δικαστηρίου, δικαιολογημένη, αφού ο Χ1 είχε επαγγελματικές δραστηριότητες στο εξωτερικό, τόσο ατομικά όσο κυρίως ως εκπρόσωπος διαφόρων ναυτιλιακών εταιρειών, όπως η "Dromeas Shipping Ltd" η "Invanoise Holding Corporation" και κυρίως η "DVDK Maritime S.A", που εδρεύει στη ... και από το έτος 1996 διαθέτει εγκατάσταση και στην Ελλάδα, επί της Λεωφόρου ... στον ... (βλ. αρ. ... έγγραφο της Δ/νσης Ναυτιλιακής Πολιτικής Ανάπτυξης YEN). Με την εταιρεία αυτή, ο Χ1 συνδεόταν ως νόμιμος εκπρόσωπός της στην Ελλάδα με υπαλληλική σχέση (βλ. μεταξύ άλλων την από 17-9-96 έγγραφη αναγγελία προσλήψεώς του στον ΟΑΕΔ) και στην εταιρεία αυτή ανήκαν κατά το χρόνο του ελέγχου οι με αρ. ..., ... και ... λογαριασμοί στην Τράπεζα Πειραιώς, ποσών αντίστοιχα 15.881,29 ευρώ, 147.004,54 ευρώ και 12.839,04 USD. Επομένως, μεγάλο μέρος των χρηματικών καταθέσεων, που σχετίζονται με τον Χ, αφορούν την άνω εταιρεία και προέρχονται από τις συναλλαγές της με τρίτους (..., Navali Spa, Agencia Deserisios Maritimos SA, Commercial Okomar SA Equatorial Husan Haider SA Navigation Corp. κ.λ.π), αναφορικά με διαχείριση ή αγοραπωλησία πλοίων. Γενικά η κίνηση των λογαριασμών του Χ1 και της εταιρείας "DVDK Maritime Hellas S.A" επαρκώς δικαιολογείται από το σύνολο των επαγγελματικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους κατά το κρίσιμο διάστημα, όπως αυτό συνάγεται από τα προσκομισθέντα από τον ίδιο και αναγνωσθέντα έγγραφα. Στο πλαίσιο αυτό των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του δικαιολογούνται και τα ταξίδια του στην ... και συγκεκριμένα στη ... την 8-4-99, 23-4-99 και 3-5-99 για εργασίες επισκευής στο πλοίο "..." (μετέπειτα ...), συμφερόντων της εταιρείας "Turquoise Holding Corp.". Στη ..., επίσης, στις 27-5-2001, 2-6-2001 και 26-6-2001, από κοινού με τον μάρτυρα ..., γνωστό στον κόσμο των εφοπλιστών για τη συμμετοχή του τελευταίου στον πλειστηριασμό του πλοίου ..., και στην ... την 15-1-2002 για εκτίμηση και αξιολόγηση του πλοίου ... για λογαριασμό της εταιρείας Diana Shipping Co. Αντίστοιχα για επαγγελματικούς λόγους έγιναν και τα ταξίδια του δεύτερου κατηγορουμένου στο ... την 2-8-99, στο ... την 12-7-2001 και στη ... την 12-4-2002, όπου επιθεώρησε για λογαριασμό της DVDK Maritime (Hellas) S.A. τα πλοία ... και ... (στο...) και ... (στη ...), ενώ για λογαριασμό της ίδιας εταιρείας έφερε από το ... στην Ελλάδα το πλοίο ... με πλοίαρχο τον Ζ. Ο τελευταίος αποδείχτηκε ότι είχε επαγγελματική συνεργασία με τους κατηγορούμενους, ως και προαναφέρθηκε. Αυτή προκύπτει, μεταξύ άλλων, και από τις έγγραφες βεβαιώσεις από 20-4-2002 και 2-5-2002, που χορήγησε η εκπρόσωπος των εταιρειών Dick Van Der Kamp Maritime και Dromeas Shipping Ltd, ο Χ1 στον Ζ σχετικά με τις αποδοχές του για την απασχόλησή του σε πλοία συμφερόντων των εν λόγω εταιρειών, καθώς και από τις αντίστοιχες βεβαιώσεις από 2-9-99, 20-4-2001 και 20-5-2002 που χορήγησε στον Χ2 ο Χ1 ως εκπρόσωπος των εταιρειών Turquoise Holding και Dromeas Shipping Ltd. Ανάλογες είναι και οι από 20-4-2001 και 20-4-2002 βεβαιώσεις που χορήγησε στον ... ο Χ1 ως εκπρόσωπος και πάλι της Dromeas Shipping Ltd. Βέβαια τα πρόσωπα αυτά (Ζ, Χ2 και ...) φέρονται να είναι ναυτολογημένα παράλληλα και στο πλοίο ..., δηλαδή και μετά τον κατάπλου του στο ... την 30-1-99. Η ναυτολόγηση όμως αυτή ήταν τυπική, αφού το εν λόγω πλοίο ήταν σε αδράνεια, για επισκευές και για το λόγο αυτό δεν υπάρχουν και αποδείξεις βεβαιώσεων αποδοχών τους από την πλοιοκτήτρια εταιρεία. Τον καίριο ρόλο σε σχέση με το πλοίο αυτό τονίζεται και πάλι ότι είχε αναλάβει ο Ζ, αφού αυτός τυπικά ουδέποτε απολύθηκε από το πλοίο ..., συνέχισε να είναι πλοίαρχός του και μετά τον απόπλου του από την ... (6-4-2002) ήταν ουσιαστικός διαχειριστής του στην Ελλάδα, για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας εταιρείας ή των τρίτων που οργάνωσαν με αυτό τη μεταφορά της κοκαΐνης που κατασχέθηκε από τις Ισπανικές διωκτικές αρχές και δήλωσε στο Δικαστήριο της Μαδρίτης ότι ήταν και ιδιοκτήτης του, ανεξάρτητα της αληθείας ή μη αυτής της δηλώσεώς του. Στο ρόλο αυτό ανταποκρίνονται και όλες οι ενέργειες που έχουν αναφερθεί κατά το χρόνο της επισκευής και συντήρησης αυτού στην Ελλάδα. Ο ίδιος μάλιστα ανέθεσε στον ... και την σύνταξη προγράμματος ηλεκτρονικής χαρτογράφησης της δυτικής ακτής της Αφρικής από τη ... μέχρι την ..., διότι γνώριζε ότι θα μεταφέρει ως πλοίαρχος την ποσότητα της κοκαΐνης μέσω του δρομολογίου αυτού όταν αποφασιζόταν από το κύκλωμα διακίνησής τους στο εξωτερικό. Δικαιολογείται έτσι και το συγκριτικά με τους παρόντες κατηγορουμένους αυξημένο έμβασμα που έλαβε την 4-2-99 μέσω της Τράπεζας "Banco Populare Espanol". Τα ταξίδια του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2 προηγουμένως με το πλοίο ... ως μέλος του πληρώματός του, τρία τον αριθμό (...- ..., ...- ..., ...- ...), δεν υποδηλώνουν ενεργό συμμετοχή του στην οργάνωση της μεταφοράς και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και στην εγκληματική οργάνωση. Επίσης δεν είναι ασυμβίβαστα με τις νόμιμες επαγγελματικές του δραστηριότητες (εμπειρικός μηχανικός, πολύ καλός στην δουλειά του), οι τραπεζικές του καταθέσεις 64.644 δολ. ΗΠΑ και τα λοιπά περιουσιακά του στοιχεία (δύο αγροτεμάχια στη ... με ανεγερθείσα οικία και ένα όχημα, μεταχειρισμένο Mercedes), ενώ τα σχετικά με το πλοίο ... έγγραφα, που βρέθηκαν στην κατοχή του και κατασχέθηκαν (παραστατικά δαπανών) δεν συνδέονται ενοχοποιητικά με τα ως άνω αδικήματα, διότι μπορούσαν και αυτά να είχαν εκδοθεί στο όνομα της φερομένης ως πλοιοκτήτριας του πλοίου. Το ίδιο ισχύει και για τις μηχανές θαλάσσης ή τμήματα μηχανών (ανταλλακτικά), που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στην αποθήκη του Χ2, αφού συνηθίζεται οι μηχανικοί που επισκευάζουν ή αντικαθιστούν μηχανές, εφόσον δεν ζητείται η επιστροφή τους από τους ιδιοκτήτες αυτών, να τα παρακρατούν προς ιδία εκμετάλλευση και όφελος. Ούτε αποδείχτηκε ότι οι παρόντες κατηγορούμενοι ήταν αυτοί που ναυτολόγησαν τα μέλη του πληρώματος του πλοίου ..., που συνελήφθησαν κατά τη μεταφορά του φορτίου της κοκαΐνης και καταδικάστηκαν για τις εγκληματικές πράξεις τους, ούτε ότι τους προμήθευσαν τα εισιτήρια. Είναι όμως αληθή τα εξής γεγονότα: Ότι ο ..., συνεργάτης του ..., ως κατέθεσε με σαφήνεια ο αξιόπιστος καθ' όλα μάρτυς ..., Αστυνόμος Α' στο τμήμα δίωξης ναρκωτικών Αττικής, ήλθε από το εξωτερικό τουλάχιστον τρεις φορές στην Ελλάδα (16-12-1998, 20-1-99 και 2-1-99), διέμενε στο ξενοδοχείο ... του ... και τηλεφώνησε κατά την εδώ παραμονή του στην εταιρεία του Χ1 και στον τηλεφωνικό αριθμό της αδελφής του τελευταίου, που μένει στην ..., καθώς και ότι ο Χ1 το έτος 1991 ήταν συγκατηγορούμενος με τον Θ, σε δικαστήριο του Βελγίου για εμπορία ναρκωτικών. Σε σχέση με τα αληθή αυτά γεγονότα, δεν προέκυψε αν όντως επιτεύχθηκε η τηλεφωνική επικοινωνία τους, αφού ο μάρτυς καταθέτει ότι υπήρχαν μόνο οι τηλεφωνικές κλήσεις στη λίστα τηλεφωνικών κλήσεων του ως ξενοδοχείου, κυρίως ποιο ήταν το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας, αν αυτή τελικά επιτεύχθηκε, για το δεύτερο δε, κατηγορία εμπορίας ναρκωτικών ο Χ1 αθωώθηκε από την αποδοθείσα σ' αυτόν κατηγορία και καταδικάσθηκε μόνο για πλαστογραφία πιστοποιητικού (διαβατηρίου) σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών. Και ο ως άνω μάρτυς κατηγορίας δεν καταθέτει με πειστικότητα, σε σχέση με το πλοίο ..., ότι ήταν πράγματι συμφερόντων του Χ1, με στοιχεία που να δημιουργήσουν πλήρη δικανική πεποίθηση γι' αυτό. Στην κρίση αυτή οδηγείται η ανωτέρω πλειοψηφία του Δικαστηρίου από τα κατατεθέντα επ' ακροατηρίου από τον ίδιο "Διαπιστώνουμε την παρουσία του Χ1 ο οποίος εποπτεύει τις επισκευές. Γνωρίζαμε ότι ο Χ1 είναι ναυπηγός. Εμείς θέλουμε να μάθουμε τους πλοιοκτήτες του ... . Θέλουμε να αποδείξουμε ότι η σχέση των κατηγορουμένων δεν είναι απλά η εποπτεία, αλλά η ιδιοκτησία. Φαίνεται ότι ο Χ1 κάνει την ανάθεση εργασίας για τις μηχανές ... . Ο Χ1 έχει κάνει και ταξίδια στην ... αλλά δεν έχουμε πληροφορίες γι' αυτά. Απ' όλα αυτά πείστηκα ότι η σχέση του Χ1 με το πλοίο ... ήταν σχέση συμφερόντων. Πρόσφατα έλαβα πληροφορίες ότι η κλίκα Θ αναθέτει επισκευές πλοίων για την προετοιμασία μεταφοράς ναρκωτικών. Τα πλοία του Θ πρέπει να τα αναλάβει κάποιος που ξέρει από επισκευές. Ο Χ1 θα έκανε τις επισκευές των μηχανών. Δεν μπορούσε μόνος του και πήρε άλλον. Αυτός έκανε μόνο επόπτευση. Σχηματίσαμε τη γνώμη ότι το πλοίο ... είναι ιδιοκτησίας του Χ1. Έμαθα τώρα ότι ο Θ αναθέτει τη διαχείριση σε άλλους. Εκτιμώ ότι ο Ζ πληρώνεται από τον Χ1. Δεν έχουμε απόδειξη ότι ο Χ1 αγόρασε το πλοίο .... Δεν γνωρίζω αν από τον Απρίλιο του 2002 μέχρι σήμερα το πλοίο είχε επαφή με τον Χ1... Ο Χ2 ήταν στοχοποιημένος ως μέλος του πληρώματος. Έκανε τις τραβερσάδες, δηλαδή τις δοκιμές των μηχανών. Ύποπτο ταξίδι του Χ2 δεν αντιληφθήκαμε". Από τα ως άνω κατατεθέντα δεν αποδεικνύεται με πειστικότητα, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη, ότι το ως άνω πλοίο ήταν συμφερόντων του Χ1, γεγονός που δεν αποδεικνύεται ούτε από τις εγγραφές που βρέθηκαν καταχωρημένες από τον Χ1 σε φύλλα επιτραπέζιου ημερολογίου του, στο γραφείο του στην "DVDK Maritime Hellas SA", όπως α) το όνομα του ..., αφού είχε αναλάβει την εποπτεία των επισκευών της μηχανής του πλοίου, το οποίο πρακτόρευε στην Ελλάδα το πρακτορείο του ανωτέρω, β) οι εγγραφές με τα ονόματα των Ζ και Χ, αφού αυτός ατομικά αλλά και ως εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας είχε επαγγελματική συνεργασία με τους ως άνω ναυτικούς το επάγγελμα (πλοίαρχο και μηχανικό), γ) ούτε οι λοιπές εγγραφές ονομάτων ναυτικών ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., αφού όλοι αυτοί δεν ήσαν μέλη του πληρώματος του λαθρεμπορικού πλοίου ..., όταν κατελήφθη να μεταφέρει το φορτίο της κοκαΐνης την 8-5-2003. Με τα δεδομένα αυτά, οι κατηγορούμενοι, πρέπει, κατά την κρίση της πλειοψηφίας των μελών του Δικαστηρίου κ.κ. Εφετών Μαρίας Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελικής Αλειφεροπούλου, Αντωνίου Πλακίδα και Νικολάου Δαύρου, να κηρυχθούν αθώοι των εγκληματικών πράξεων α) μεταφοράς, β) κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού με επιβαρυντικές περιστάσεις, ως ειδικά θα αναφερθούν και στο διατακτικό της παρούσας. Τουναντίον κατά την κρίση της ως άνω πλειοψηφίας των μελών του Δικαστηρίου, πρέπει να κηρυχθούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ένοχοι απλής συνέργειας και όχι συναυτουργίας στην οργάνωση της ναρκωτικής ουσίας, με άμεσο δόλο, από κοινού με άλλους, ο πρώτος Χ1 με τις επιβαρυντικές, ο δεύτερος Χ2, χωρίς αυτές. Συγκεκριμένα, διότι αυτοί δεν αποδείχτηκε ότι οργάνωσαν οι ίδιοι με άλλους την μεταφορά και την κατοχή της κοκαΐνης, με το λαθρεμπορικό πλοίο ..., που κατελήφθη κατά τα ως άνω την 8-5-2003, διότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι μετείχαν στο σχεδιασμό της μεταφοράς και κατοχής αυτής, ούτε μπορούσαν να επηρεάσουν άμεσα την εξέλιξή της, αφού τα κέντρα των κρίσιμων γι' αυτή αποφάσεων ήταν άλλα στο εξωτερικό με κατευθυντή από ξηρά ως αναφέρθηκε τον Φ και πολύ μεταγενέστερα από τη δική τους εκ προθέσεως απλή συνδρομή και συμμετοχική δράση, που έλαβε χώρα πριν την τέλεση της ως άνω κυρίας πράξεως και συνίστατο στο ότι, ενώ γνώριζαν άμεσα ότι το ως άνω πλοίο δεν ήταν θαλαμηγός ως εμφανιζόταν στα ναυτιλιακά του έγγραφα αλλά ήταν λαθρεμπορικό, το οποίο παρακολουθείτο κιόλας από την Interpol, για την έκνομη αυτή χρήση, από μεγαλέμπορους ναρκωτικών, όπως ο Θ, η οποία (Interpol), προέβη σε έλεγχο του στο λιμάνι ... και από το ελληνικό τμήμα αυτής, που τοποθέτησε πομπό προς παρακολούθησή του, που εξουδετερώθηκε και οπωσδήποτε θα χρησιμοποιείτο γι' αυτή την εγκληματική κυρία πράξη, δέχτηκαν έναντι αδράς δελεαστικής αμοιβής, που έλαβαν από άγνωστο μέχρι στιγμής χρηματοδότη, να παράσχουν τεχνική υποστήριξη αυτού, ο πρώτος αναλαμβάνοντας ως ναυπηγός την επισκευή και αντικατάσταση των μηχανών του, την οποία ανέθεσε σε ειδικό συνταξιούχο μηχανικό του πολεμικού ναυτικού και ευθυγραμμίζοντας ο ίδιος τους άξονες αυτής, ο δε δεύτερος ως πρακτικός μηχανικός, βοηθώντας στην επισκευή και εν μέρει αντικατάστασή τους αλλά και τη συντήρησή τους κατά το χρόνο που παρέμεινε στην Ελλάδα ακινητοποιημένο, ώστε ανά πάσα στιγμή, οσάκις το "καρτέλ της κοκαΐνης" σχεδιάσει τη χρήση του για τη μεταφορά της βλαπτικής για την υγεία και απαγορευμένης ουσίας, να μπορεί να είναι αξιόπλοο για να ανταποκριθεί στην επικινδυνότητα της αποστολής του. Απλοί συνεργοί δε ήταν, διότι όχι μόνον δεν σχεδίασαν, ως αναφέρθηκε, την επιχείρηση μεταφοράς και κατοχής, αλλ' ούτε και είχαν τον έλεγχο των πράξεων αυτών, έστω σε μικρό βαθμό. Γνώριζαν όμως, ότι οι αυτουργοί θα τελέσουν σίγουρα τις ως άνω εγκληματικές πράξεις, όχι μόνον από τα παραπάνω στοιχεία, αλλά και από το ότι ο πρώτος ήταν γνωστός με τον Θ, που οργάνωνε και από μέσα από τις φυλακές που βρισκόταν τέτοιου είδους εγκληματικές πράξεις, αφού ήταν στο ... συγκατηγορούμενός του, για εμπορία ναρκωτικών - κατηγορία για την οποία απηλλάγη αυτός -και ότι τα πλοία αυτά τα έστελνε η εγκληματική αυτή οργάνωση του εξωτερικού για επισκευές στην Ελλάδα για να τα χρησιμοποιήσουν με σιγουριά για τις έκνομες δραστηριότητές τους, ο δε δεύτερος, είχε υποστεί ως πλήρωμα τον έλεγχο του πλοίου στο λιμάνι του ..., ως ύποπτο μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, ήταν πλήρωμα αυτού όταν κατέπλευσε από τις ... στο ... και τελούσε εν γνώσει του λόγου για τον οποίο θα επισκευαζόταν, όντας άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του Χ1 και του Ζ". jim Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεν διέλαβε στην απόφασή του την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα δεν εκτίθενται στο αιτιολογικό με σαφήνεια και πληρότητα τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται ότι οι δύο αναιρεσείοντες, ο πρώτος ως επιβλέπων ναυπηγός μηχανολόγος μηχανικός και ο δεύτερος ως πρακτικός μηχανικός ναυπηγείου, στο οποίο ανατέθηκε η επισκευή των μηχανών του πλοίου ... με σημαία Ονδούρας, στο Πέραμα Πειραιώς σε ναυπηγείο που από 29-3-1999 έως 6-11-1999, που έμεινε ανελκυσμένο το πλοίο και έγιναν εργασίες ευθυγράμμισης αξόνων μηχανών και αντικατάσταση μηχανών και αργότερα το 2001 και το 2002, σε αγκυροβόλι της Ελευσίνας που έγιναν από αυτούς έλεγχοι συντηρήσεως, ύστερα από σχετική προφορική συμφωνία με τον πλοίαρχο του πλοίου Ζ, γνώριζαν ή αντιλήφθηκαν, όταν προέβησαν στις άνω εργασίες, που τους ανατέθηκαν με αμοιβή και ανάγονται στο επάγγελμά τους, χωρίς να πρόκειται για εργασίες κατασκευής κρυπτών ή άλλων υπόπτων εργασιών, ότι το πλοίο αυτό ήταν λαθρεμπορικό και μερικά χρόνια αργότερα το Μάιo του 2003, θα χρησιμοποιηθεί στη μεταφορά, στον Ατλαντικό Ωκεανό που κατελήφθη, μεγάλης ποσότητας κοκαϊνης, πράξη για την οποίαν κατηγορούντο αρχικά ως φυσικοί αυτουργοί, μετ' άλλων ατόμων Ισπανών, μελών διεθνούς σπείρας εμπορίου ναρκωτικών, και τελικά αθωώθηκαν, γενομένης μεταβολής της κατηγορίας σε απλή συνέργεια στην άνω κατοχή και μεταφορά από άλλους δράστες, μη κατονομαζόμενους μάλιστα, στα οποία και αποδίδεται η όλη επιχείρηση. Επίσης από την παραδοχή ότι γνώριζαν ότι το πλοίο είναι "λαθρεμπορικό", δε συνάγεται άνευ άλλου και γνώση ότι το πλοίο θα μετέφερε και ναρκωτικά αργότερα, αφού μπορούσε να επιδίδεται μόνο σε λαθρεμπόριο τσιγάρων ή όπλων. Εξάλλου, δεν προκύπτει με σαφήνεια αν οι ενέργειες των κατηγορουμένων σχετικά με τις επισκευές και την αξιοπλοΐα του πλοίου, οι οποίες, κατ' αρχήν, εντάσσονται στα πλαίσια της νόμιμης επαγγελματικής δραστηριότητάς τους, υπερέβαιναν τη συνήθη επαγγελματική τους δράση, ώστε να συναχθεί η γνώση και ο δόλος αυτών, ούτε, επίσης, εκτίθενται με σαφήνεια τα στοιχεία από τα οποία συνάγεται η βούληση των δύο κατηγορουμένων να συμβάλουν, με τις εν λόγω ενέργειές τους, στην τέλεση των πράξεων της μεταφοράς και κατοχής των ναρκωτικών ουσιών, οι οποίες έλαβαν χώρα μετά πάροδο τεσσάρων περίπου ετών, Τέλος, στο διατακτικό της αποφάσεως, δεν περιγράφονται καθόλου οι κύριες πράξεις των φυσικών αυτουργών στις οποίες συνέδραμαν οι καταδικασθέντες κατηγορούμενοι για απλή συνέργεια, ενώ ουδεμία αιτιολογία υπάρχει στο αιτιολογικό αναφορικά με τα στοιχεία της επιβαρυντικής περιστάσεως, της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως, εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου Χ1, που δέχθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπό του το Δικαστήριο. Επομένως είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε του ΚΠοινΔ λόγοι των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτών, για ελλιπή αιτιολογία και για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 47 παρ.1 του ΠΚ και έλλειψη νόμιμης βάσεως από τις παραπάνω ασάφειες. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 470 του ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Με τη διάταξη δε του άρθρου 502 παρ.2 του ΚΠοινδ ορίζεται " το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ίδιου Κώδικα, σαφώς συνάγεται ότι υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν επί εφέσεως του καταδικασθέντος πρωτοδίκως, το Εφετείο καθιστά χείρονα τη θέση του. Αυτό συμβαίνει, ακόμη, και όταν το Εφετείο, που επιλήφθηκε εφέσεως του Εισαγγελέα, εκτιμώντας τις αποδείξεις, προσδίδει στην πράξη βαρύτερο χαρακτηρισμό, με την προσθήκη επιβαρυντικών περιστάσεων, πέραν εκείνων που με την έφεσή του ζήτησε ο Εισαγγελέας ή με την επιβολή μεγαλύτερης ποινής εκείνης που είχε επιβληθεί πρωτοδίκως στον κατηγορούμενο, χωρίς η σχετική έφεση του εισαγγελέα να περιέχει και ειδικό λόγο εφέσεως για το ύψος της επιβληθείσας ποινής, θεωρώντας αυτήν μικρή. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες, με την υπ' αριθμό 112,156/2006 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, κηρύχθηκαν ένοχοι, κατά μεταβολή της αρχικής για φυσική αυτουργία κατηγορίας, των πράξεων της απλής συνδρομής στην κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, για την ίδια δε πράξη καταδικάσθηκαν επίσης και στο δεύτερο βαθμό και επιβλήθηκε σε καθένα από αυτούς ποινή καθείρξεως οκτώ ετών. Κατά της αποφάσεως αυτής, οι κατηγορούμενοι άσκησαν έφεση, παραπονούμενοι για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αλλά και ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς άσκησε τη με αριθμό 71/2006 έφεσή του. Με την έφεσή του ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς, ζήτησε την εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, για τους σε αυτή αναφερόμενους λόγους, κατά το απαλλακτικό μέρος των κατηγοριών και τη γενόμενη μεταβολή της κατηγορίας σε απλή συνέργεια στην οργάνωση μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, χωρίς η έφεσή του να πλήττει την εκκαλούμενη απόφαση και κατά το σκέλος της που επέβαλε στους κατηγορουμένους ποινή καθείρξεως οκτώ ετών σε καθένα. Στη συνέχεια το Πενταμελές Εφετείο που δίκασε τις άνω εφέσεις σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους πάλι για απλή συνέργεια και τους επέβαλε ποινή καθείρξεως 13 ετών στον πρώτο Χ1 και 9 ετών στην Χ2. 'Ετσι, όμως, κρίνοντας το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και επέβαλε ποινή καθείρξεως μεγαλύτερη εκείνης που είχε επιβάλλει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατέστησε χείρονα τη θέση των αναιρεσειόντων και υπερέβη την εξουσία του, αφού το Δικαστήριο, στο οποίο μεταβιβάστηκε η υπόθεση, έκρινε πέραν των ορίων εκείνων, που με την έφεση του Εισαγγελέα Εφετών, προσβλήθηκε η απόφαση το Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Επομένως, είναι βάσιμος και κατ' ουσίαν ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, σχετικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων των αναιρεσειόντων. Μετά από αυτά και ενώ παρέλκει, η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές ( άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 13/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραβάσεις του ν. περί ναρκωτικών. Συνεκδίκαση 2 αιτήσεων συγκατηγορουμένων. 1. Είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄, Ε΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτών, για ελλιπή αιτιολογία και για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 47 παρ.1 του ΠΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης. 2. Είναι βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η΄ του ΚΠΔ, σχετικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, διότι το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κατέστησε χείρονα τη θέση των αναιρεσειόντων και υπερέβη την εξουσία του, αφού αυτό, στο οποίο μεταβιβάστηκε η υπόθεση, έκρινε πέραν των ορίων εκείνων, που με την έφεση του Εισαγγελέα Εφετών, προσβλήθηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραπονουμένου του εισαγγελέα για το απαλλακτικό μόνο μέρος της αποφάσεως και για εσφαλμένη μεταβολή της κατηγορίας, αφού επέβαλε μεγαλύτερες ποινές εκείνων που είχαν επιβληθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο και στην έφεση του εισαγγελέα δεν υπήρχε σχετικός ειδικός λόγος εφέσεως για το ύψος των επιβληθεισών ποινών. Αναιρεί και παραπέμπει.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Πρόσθετοι λόγοι.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1388/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον ..., με εγκαλούμενο τον ..., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 63/09/5.2.09, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 205/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 125/6.4.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την με αριθμ. 1/5-1-2009 προσφυγή του ... κατά της με αριθμ. ΕΓ 93-07/221/18 Δ/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία απορρίπτεται ή με ημερομηνία 28-2-2007 έγκληση του κατά του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών ... σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 136 ΚΠΔ και εκθέτω τα παρακάτω: Από τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ. ε και 137εδ.β ΚΠΔ κατά τις οποίες, κατά μεν την πρώτη '' Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 -125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν. α).... ε) όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο η εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο ''κατά δε την δεύτερη'' ..... Για την παραπομπή αποφασίζει α) .... β) το συμβούλιο εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές η τριμελές πλημ/κείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο.......και γ) ο 'Αρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση ...... '' προκύπτει ότι εφ' όσον εγκαλών, ζημιωμένος ή μηνυόμενος είναι δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο αρμόδιο δικαστήριο με βαθμό από του παρέδρου και πάνω το δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί δεν μπορεί να επιληφθεί τής εκδίκασης υπόθεσης στην οποία εμπλέκεται ο δικαστικός αυτός λειτουργός με οποιαδήποτε από τις παραπάνω ιδιότητες και για τον λόγο αυτό απαιτείται η υπόθεση στην οποία εμπλέκεται να παραπεμφθεί σε άλλο ομοιόβαθμο δικαστήριο και ότι για την παραπομπή αποφασίζει το συμβούλιο εφετών .Η υπό στοιχείο ε περίπτωση μπορεί ν' ανακύψει και κατά την προδικασία οπότε από το αρμόδιο συμβούλιο εφετών αποφασίζεται η παραπομπή τής υπόθεσης στις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου οι οποίες καθίστανται αρμόδιες για όλες τις απαραίτητες προανακριτικές και ανακριτικές διαδικασίες. Στην περίπτωση όμως που ο μηνυόμενος είναι δικαστικός ή Εισαγγελικός Λειτουργός με βαθμό Εφέτη και Προέδρου Εφετών, Αντ/λέα ή Εισαγγελέα Εφετών και υπάρξει θέμα εκδίκασης προσφυγών ή παραπομπής του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου ανακύπτει θέμα κανονισμού αρμοδιότητας από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 135 και 137 εδ.γ. Στην προκειμένη περίπτωση η με ημερομηνία 28-2- 2007 μήνυση του παραπάνω μηνυτή κατά του παραπάνω Εισαγγελικού λειτουργού απορρίφθηκε με διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ο οποίος είχε επιληφθεί νόμιμα σε πρώτο βαθμό. Νυν όμως λόγω της προσφυγής που άσκησε ο παραπάνω εγκαλών λόγω του ότι ο παραπάνω μηνυόμενος Εισαγγελικός λειτουργός υπηρετεί όπως προκύπτει από την με αριθμ. 63/2009 υποβλητική αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών πρέπει να γίνει κανονισμός αρμοδιότητας προκειμένου για την υπό κρίση προσφυγή να δικαιοδοτήσει Εισαγγελέας Εφετών άλλου Εφετείου άλλα και πέρα τούτου πρέπει να καταστούν αρμόδιες δικαστικές αρχές σε περίπτωση που κατά του παραπάνω δικαστικού λειτουργού ήθελε ασκηθεί ποινική δίωξη. Κατ' ακολουθία των παραπάνω και σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις πρέπει να οριστούν οι Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιά και της Εισαγγελίας Εφετών Πειραιά για τον χειρισμό και την περάτωση της κατά του παραπάνω Εισαγγελικού λειτουργού προσφυγής του .... Δια ταύτα Προτείνω όπως Οριστούν σαν αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές η Εισαγγελία Εφετών και το Εφετείο Πειραιά για τον χειρισμό και περάτωση της με αριθμ. 1/5-1-2009 προσφυγής του ... κατά της με αριθμ. ΕΓ 93-07/221/18 Δ/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία απορρίπτεται ή με ημερομηνία 28-2-2007 έγκληση του κατά του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών .... Αθήνα την 25-3-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ συνάγεται ότι, όταν εγκαλών ή αδικηθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω, ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα δικαστήριο, διατάσσεται, κατόπιν αιτήσεως του εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντα, από τον Άρειο Πάγο σε Συμβούλιο, η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο, ομοειδές και ισόβαθμο, εφαρμοζομένων αναλόγως και των άρθρων 132, 134 και 135 παρ. 1 ΚΠΔ. Η παραπομπή αυτή νοείται, όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως της ποινικής διώξεως, διότι και κατ' αυτό συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας αυτού, εξ αιτίας της συνυπηρετήσεώς του στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, παθόντα ή κατηγορούμενο δικαστικό λειτουργό. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: 0 ..., με την από 28-2-2007 έγκληση του, καταμήνυσε τον άντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών ..., για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Η έγκληση αυτή απορρίφθηκε με την ΕΓ 93-07/221/18Δ/Ο8 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, κατά της οποίας ο εγκαλών άσκησε προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Δεδομένου όμως ότι ο παραπάνω εγκαλούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, ανακύπτει ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ. ε' και 137 Κ.Π.Δ. Για τον λόγο αυτό ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με την 63/5-2-2009 αίτηση του, προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζήτησε να γίνει ο κανονισμός αυτός (βλ. αίτηση). Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, και κατ' ουσία βάσιμη, ενόψει όσων προαναφέρθηκαν. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή και να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας, να ορισθεί ως αρμόδιος να αποφανθεί επί της ως άνω προσφυγής ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς και εφόσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση, να ορισθούν, ως αρμόδιες δικαστικές αρχές, το Εφετείο και το Πρωτοδικείο Πειραιώς και οι αντίστοιχες Εισαγγελικές αρχές. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει, ως κατά παραπομπή αρμόδιο, τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, για να αποφανθεί επί της υπ' αριθμ. 1/5-1-2009 προσφυγής του εγκαλούντος ..., κατά της υπ' αριθμ. ΕΓ 93-07/221/18Δ/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και εφόσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση, ορίζει, ως κατά παραπομπή αρμόδιες, τις δικαστικές αρχές του Εφετείου, του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας Εφετών Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Ορίζει αρμόδιο τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και τις δικαστικές αρχές του Εφετείου Εισαγγελίας Εφετών και του Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 1381/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζή, περί αναιρέσεως της 811/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9.2.2009 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 15.4.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 389/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 22 παρ. 2, 4, 6, του Ν.2472/1997, 1) όποιος, κατά παράβαση του άρθρου 7 του παρόντος νόμου, διατηρεί αρχείο χωρίς την άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της αδείας της Αρχής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε (5.000.000) δραχμών (παρ. 2), 2) όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει, με οποιονδήποτε τρόπο, σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου, έως δέκα εκατομμυρίων, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις (παρ. 4) και 3) αν ο υπαίτιος των πράξεων των παρ. 1 έως και 5 του παρόντος άρθρου είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψει τρίτον, επιβάλλεται κάθειρξη έως 10 ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων δραχμών έως δέκα εκατομμυρίων δραχμών (παρ. 6). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 εδ. α, β, γ και δ του αυτού νόμου, α) δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συνιστά κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων, β) ευαίσθητα δεδομένα είναι αυτά που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, γ) υποκείμενο των δεδομένων είναι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική και δ) αποδέκτης είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες τα αποδειχθέντα περιστατικά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε από καθένα. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς, που, δικάζοντας κατ' έφεση, εξέδωσε αυτή, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα λοιπά έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος και ο μηνυτής Ψ1 είχαν μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες από οικονομικές διαφορές που είχαν προκύψει από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές που είχαν μεταξύ τους, όπου, κατά τους ισχυρισμούς του μηνυτή, ο κατηγορούμενος του όφειλε τεράστια χρηματικά ποσά και εξαιτίας τούτου ο μηνυτής είχε υποβάλει μηνύσεις και καταθέσει αγωγή κατά του κατηγορουμένου, ζητώντας την ποινική καταδίκη για απάτη κακουργηματικού χαρακτήρα κλπ καθώς και την καταβολή σ' αυτόν των χρηματικών ποσών, που ο κατηγορούμενος είχε ωφεληθεί παρανόμως, σε βάρος της περιουσίας του μηνυτή. Τον Ιούνιο 2001, ο μηνυτής είχε δηλώσει ενώπιον της 19ης Ανακρίτριας Αθηνών παράσταση πολιτικής αγωγής λόγω ηθικής βλάβης εναντίον του κατηγορουμένου για την πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος σε βάρος του επενδυτικού κοινού. Ο κατηγορούμενος, που τον Αύγουστο του 2001 ήταν προσωρινά κρατούμενος δυνάμει εντάλματος της ως άνω Ανακρίτριας, προκειμένου να εξασθενίσει το βάσιμο των ισχυρισμών του μηνυτή, χωρίς δικαίωμα, έλαβε γνώση προσωπικών δεδομένων του μηνυτή και στη συνέχεια ανακοίνωσε σε πρόσωπα που δεν είχαν δικαίωμα να λάβουν γνώση. Δηλαδή στην Αθήνα, τον Πειραιά και τη Χαλκίδα, αφού πρώτα παρέσχε σχετικές εξουσιοδοτήσεις στην πρωτοδίκως συγκατηγορουμένη του Ε1, υπέβαλε, μέσω αυτής στους Γραμματείς των ανωτέρω Πρωτοδικείων και πέτυχε παρανόμως να του χορηγηθούν αντίγραφα καταδικαστικών αποφάσεων και ενταλμάτων σύλληψης παλαιοτέρων ετών, που αφορούσαν τον κατηγορούμενο Ψ1. Το περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών, στη συνέχεια, ανέπτυξε λεπτομερώς (αριθ. αποφάσεως, δικαστήριο και επιβληθείσα ποινή) σε τρία διαδοχικά εξώδικα, που επέδωσε στον εγκαλούντα και κοινοποίησε σε τρίτους, ανακοινώνοντάς τους με τον τρόπο αυτό προσωπικά δεδομένα του μηνυτή, χωρίς δικαίωμα. Ειδικότερα: Α) Στον Πειραιά την 10-8-2001, χωρίς να υποβάλει αίτηση, έλαβε αντίγραφα των υπ' αριθ. 129/22-7-82 και 163/18-11-82 ενταλ. σύλληψης του Ανακριτή του Πρωτ. Πειραιά, που είχαν εκδοθεί σε βάρος του μηνυτή Ψ1. Β) Στον Πειραιά, την 9-8-2001 υπέβαλε αίτηση και την 10-8-2001, δια της εξουσιοδοτημένης απ' αυτόν Ε1, έλαβε αντίγραφα των ακόλουθων αποφάσεων: 11002/84, 11022/84, 27603/87 (συγχωνευτικής) και 4983/84, 96696/84, 1109/84, 8702/81, 1102/84, 97696/84, 12172/83, 11009/84 και 17685/84 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Γ) Στην Αθήνα την 10-8-2001 έλαβε πλήρη αντίγραφα των αποφάσεων 44029/86, 75949/84, 3938/87, 38390/84, 6608/82 Μονομ. Πλημ/δικείου Αθήνας. Δ) Στην Αθήνα την 21-8-2001 έλαβε πλήρη αντίγραφα των με αριθμ. 29524/87, 2858/86, 54381/91 αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμ/δικείου και την 65219/84, 176/82, 55712/81 του Μον. Πλημ/κείου Αθήνας. Ε) Στην Αθήνα στις 28-8-2001 έλαβε αντίγραφα και με τον τρόπο αυτό έλαβε πλήρη γνώση του περιεχομένου της με αριθ. 26850/86 απόφασης του Τριμ. Πλημ/κείου Αθήνας και της 86684/84 Μονομ. Πλημ/κείου Αθήνας. ΣΤ) Στον Πειραιά την 31-8-2001 έλαβε αντίγραφα και γνώση του κειμένου των υπ' αριθμ. 907/82, 2609/83.4110/85 αποφάσεων του Τριμ. Πλημ/κείου Πειραιά καθώς και των υπ' αριθ. 7577/95, 52151/86, 13624/85, 1764/84, 11018/83, 10710/83, 9600/83, 14311/82, 9174/82, 5534/82, 7284/82, 2355 0/81, 5123, 5124, 5125 και 5126/81, 4203/81, 2060 έως και 2064/81, 19552/80, 3006/80, 7280/78, 15708/78, 12172/88, 138 89/81, 17614/84, 4724/86, 17685/84, 16175/81 (συγχωνευτική) αποφάσεων του Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Ζ) Στην Αθήνα την 19-9-2001 έλαβε αντίγραφο και γνώση του περιεχομένου των υπ' αριθ. 50441/82, 56273/82, 70126/82, 105738/83, 76539/82 αποφάσεων του Μον. Πλημ/κείου Αθήνας. Η) Στη Χαλκίδα και σε ημερομηνία που δεν προσδιορίστηκε, αλλά εντός του χρονικού διαστήματος από 9-8 έως 24-8-2001, έλαβε αντίγραφο και γνώση της 1470/76 απόφασης του Μον. Πλημ/κείου Χαλκίδας και Θ) Στην Αθήνα στις 27-9-2001 έλαβε αντίγραφα και γνώση των με αριθ. 75949/84, 8664/84 και 44029/86 αποφάσεων του Μον. Πλημ/κείου Αθήνας. Στις σχετικές αιτήσεις ο κατηγορούμενος, ως δικαιολογητικό λόγο στήριξης του δήθεν δικαιώματός του, πηγάζοντος εκ του άρθρου 147 ΚΠΔ, επικαλείτο το γεγονός ότι επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει τις αποφάσεις "προς συμπλήρωση του φακέλου της ανακριτικής διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη και υποστήριξη της υπερασπίσεώς μου". Ο κατηγορούμενος όμως απέκρυψε το γεγονός ότι οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν τον μηνυτή, επιτυγχάνοντας έτσι την έγκριση της χορήγησης των αποφάσεων αυτών, ως αυτός να ήταν διάδικος, έχοντας έννομο προς τούτο συμφέρον, ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα στη λήψη των αποφάσεων και γνώσεως του περιεχομένου τους, αφού ήταν τρίτο πρόσωπο, γεγονός που απέκρυπτε στο περιεχόμενο των αιτήσεών του. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος συνέταξε τρία εξώδικα (από 13-8-2001, 24-8-2001 και 5-9-2001), στα οποία έκανε μνεία των καταδικαστικών αποφάσεων, τα οποία επέδωσε στον μηνυτή και τα κοινοποίησε σε τρίτους και ειδικότερα α) στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς β) στο Χρηματιστήριο Αξιών και γ) στο Α.Τ ..., που δεν είχαν δικαίωμα να λάβουν γνώση προσωπικών δεδομένων του μηνυτή, σε αντίθεση με τις δικαστικές αρχές, όπου παράλληλα κοινοποίησε τα ως άνω εξώδικα ο κατηγορούμενος, που έχουν δυνατότητα εκ του νόμου προσβάσεως στα δεδομένα αυτά. Με τον τρόπο αυτόν, ο κατηγορούμενος επεξεργάστηκε παρανόμως, χωρίς τη συγκατάθεση του μηνυτή, προσωπικά αυτού δεδομένα, τα οποία στη συνέχεια διέδωσε στους ως άνω τρίτους, προσβάλλοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την υπόληψη του τελευταίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδείχθηκε η διάδοση από τον κατηγορούμενο των προσωπικών δεδομένων του μηνυτή, δεν απέβλεπε στην άσκηση ή υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν καταδίκες του μηνυτή για αγορανομικές παραβάσεις, έκδοση ακάλυπτων επιταγών και μη καταβολή εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών ΙΚΑ κλπ, που δεν ασκούσαν οποιαδήποτε επιρροή στις υπάρχουσες τότε διαφορές του κατηγορουμένου με τον μηνυτή, αλλά απέβλεπε στο να δυσφημήσει τον τελευταίο στις χρηματιστηριακές αρχές και στα ως άνω αναφερόμενα πρόσωπα, ως άτομο με ποινικό παρελθόν. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της παράβασης του άρθρου 22&4 ν. 2472/97, κατ' εξακολούθηση, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβασίμων των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του. Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό περί συνδρομής συγγνωστής νομικής πλάνης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 ΠΚ η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός πίστεψε, λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή. Απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού του αυτού είναι τα συνιστώντα την ίδια την πλάνη περιστατικά, καθώς και η προσωπική κατάσταση του δράστη, που προσδιορίζονται από την ηλικία, τις προσωπικές ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθινός ή προσχηματικός. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, ο κατηγορούμενος δεν εκθέτει ενώπιον του δικαστηρίου κανένα εκ των στοιχείων αυτών, προς θεμελίωση του ισχυρισμού του, ο οποίος είναι και εξ αυτού του λόγου απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, πλέον του ότι αυτοαναιρείται από το γεγονός ότι η διάδοση των προσωπικών δεδομένων του μηνυτή από τον κατηγορούμενο, όπως ήδη προελέχθη, δεν απέβλεπε στην άσκηση ή υπεράσπιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου, αφού oι εις βάρος του μηνυτή καταδικαστικές αποφάσεις (ως άνω) δεν ασκούσαν οποιαδήποτε επιρροή στις υπάρχουσες τότε μεταξύ τους διαφορές". Στη συνέχεια, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της παραπάνω πράξεως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3000) ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω ποινικού αδικήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ποινικές διατάξεις, των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 ΠΚ και 22 παρ. 4 Ν. 2472/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Με τους πρώτο (στοιχ. Ι.4) και δεύτερο (στοιχ. II) λόγους αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, πρώτο, τέταρτο και πέμπτο του δικογράφου των προσθέτων, ο αναιρεσείων προβάλλει τις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ αιτιάσεις, ότι 1) το σκεπτικό της πληττόμενης απόφασης ταυτίζεται με το διατακτικό της, 2) δεν εκτίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά και οι δικανικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση του, 3) οι δικαστικές αποφάσεις δεν αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και 4) από την παραδοχή της απόφασης ότι "ο κατηγορούμενος όμως απέκρυψε το γεγονός ότι οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν τον μηνυτή, επιτυγχάνοντας έτσι την έγκριση της χορήγησης των αποφάσεων αυτών, ως αυτός να ήταν ο διάδικος, έχοντος έννομο προς τούτο συμφέρον. Ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα στη λήψη των αποφάσεων και γνώσεως του περιεχομένου τους, αφού ήταν τρίτο πρόσωπο, γεγονός που απέκρυψε στο περιεχόμενο των αιτήσεών του", δεν προκύπτει σαφώς σε τι συνίσταται το παράνομο της λήψης από αυτόν των δήθεν ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και δεν αιτιολογείται καθόλου η έλλειψη του εννόμου συμφέροντός του να λάβει τα αντίγραφα των αποφάσεων, με αποτέλεσμα να υπάρχουν λογικά κενά και να υπάρχει ασάφεια, για το τι πράγματι δέχθηκε το Δικαστήριο. Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι αβάσιμες διότι 1) από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το σκεπτικό της δεν ταυτίζεται με το διατακτικό, αλλά περιέχει επί πλέον στοιχεία, τα οποία στηρίζουν τις παραδοχές της, 2) στο σκεπτικό της απόφασης, όπως προαναφέρθηκε, παρατίθενται λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του, 3) οι καταδικαστικές αποφάσεις αποτελούν προσωπικά δεδομένα και μάλιστα ευαίσθητα και 4) με την παραπάνω παραδοχή, η οποία μάλιστα ειδικώς αιτιολογείται, σαφώς γίνεται δεκτό, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε δικαίωμα να λάβει γνώση του περιεχομένου των προσωπικών δεδομένων του μηνυτή, προκειμένου να τα ανακοινώσει σε άλλες αρχές, πλην των δικαστικών, στις οποίες (άλλες αρχές) και τα ανακοίνωσε και συνεπώς, ως τρίτος, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είχε έννομο συμφέρον να λάβει τα αντίγραφα των παραπάνω αποφάσεων και δικαίωμα να λάβει γνώση του περιεχομένου των. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, που προαναφέρθηκαν. Κατά το άρθρο 7 §§1, 2 του Ν. 2472/1997, απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α)...β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου ή προβλεπομένου από το νόμο συμφέροντος τρίτου, εάν το υποκείμενο τελεί σε φυσική ή νομική αδυναμία να δώσει τη συγκατάθεσή του... γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 7Α του ίδιου νόμου, δεν είναι απαραίτητη άδεια της αρχής "α)... β)... γ)... δ)... ε) όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους, άμισθους υποθηκοφύλακες και δικαστικούς επιμελητές ή εταιρείες των προσώπων αυτών και αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών προς πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας και τα μέλη των εταιρειών δεσμεύονται από υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει νόμος και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη". Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του Π.Κ. προκύπτει ότι, για να μη καταλογισθεί η πράξη στον κατηγορούμενο λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη του για το δικαίωμά του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του άδικου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιαδήποτε και να κατέβαλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Ο ισχυρισμός για ύπαρξη συγγνωστής νομικής πλάνης, ως τείνων στην άρση του καταλογισμού της πράξεως στον κατηγορούμενο, είναι αυτοτελής και η απόρριψή του πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς από το δικαστήριο της ουσίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως ήδη ισχύει, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά την ανωτέρω διάταξη του Π.Κ., είναι αναγκαία για την θεμελίωσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά την ακροαματική διαδικασία, ισχυρίστηκε ότι: α) οι αποφάσεις, που νομίμως συνέλεξε, κοινοποιήθηκαν τόσο στην Ανακρίτρια όσο και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, που αιτούνταν από αυτόν μετά την προφυλάκιση του, συνεχή ενημέρωση για την πορεία της ποινικής διαδικασίας την γνωστοποίηση κάθε νέου στοιχείου, καθώς η εταιρεία ..., της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν κύριος μέτοχος, αποτελεί εταιρεία διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου, ενώ η ..., της οποίας ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, ήταν εταιρεία εισηγμένη στο χρηματιστήριο, οι κοινοποιήσεις δε αυτές έγιναν για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του, καθώς και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ως προς το ποιόν, από ποινικής απόψεως και την αξιοπιστία του μηνυτή του, ενόψει του ότι αυτός είχε παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων για την σε βάρος του κατηγορία και 2) κατά τον χρόνο που τέλεσε την παραπάνω πράξη βρισκόταν προσωρινά κρατούμενος στις φυλακές ... και ενήργησε πιστεύοντας στη νομιμότητα του εγχειρήματός του. Τούτο δε συνάγεται και από το ίδιο το σώμα της εξουσιοδότησης του, στο οποίο αναφέρει ότι αφορούν στοιχεία προσώπου που έχει δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, προκειμένου να προσκομιστούν προς συμπλήρωση του φακέλου της δικογραφίας που εκκρεμούσε στην 19η Τακτική Ανακρίτρια, επικαλούμενος το έννομο συμφέρον του, δυνάμει του άρθρου 147 ΚΠΔ. Τίθεται λοιπόν ζήτημα άρσεως καταλογισμού που στηρίζεται όχι στο αντικειμενικά άδικο, αλλά στην υποκειμενική αντίληψη του, για τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, που συνίσταται στην πίστη του στο δικαίωμά του ότι ενεργούσε για την συγκέντρωση στοιχείων που θα συνέτειναν στην προάσπιση της ελευθερίας του και για το λόγο αυτό πίστευε ότι αποκλείεται το άδικο λόγω του ότι είχε δικαίωμα χρήσης των επίμαχων δεδομένων προς προάσπιση υπέρτερου συμφέροντός του εν όψει και του ότι ενήργησε καθ' υπόδειξη των νομικών του συμβούλων. Ο πρώτος από τους παραπάνω ισχυρισμούς, προβληθείς ως λόγος άρσεως του αδίκου της πράξης του, με την επίκληση των παραπάνω διατάξεων, δεν ήταν νόμιμος διότι, στην προκειμένη περίπτωση, Α) πρόκειται για επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αναφερομένων σε ποινικές διώξεις και καταδίκες (άρθρο 2β του ν. 2472/1997), η οποία γενικά απαγορεύεται, επιτρέπεται δε κατ' εξαίρεση, ύστερα από άδεια της αρχής και, εφόσον είναι αναγκαία "για την αναγνώριση, άσκηση, ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον Δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου", προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού η επεξεργασία, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αφορά κοινοποίηση σε άλλες αρχές πλην των παραπάνω και 2) δεν είναι απαραίτητη η άδεια της αρμόδιας αρχής όταν η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων γίνεται μόνο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 7Α (δηλαδή δικηγόρους κλπ ή εταιρείες των προσώπων αυτών), και όχι από τον αναιρεσείοντα, όπως συνέβη στην συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω, ο δεύτερος ισχυρισμός, έτσι που προβλήθηκε, ήταν αόριστος, διότι δεν έγινε επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, επί των οποίων να θεμελιώνεται. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων δεν προσδιόρισε: 1) το συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο, ως νομικός παραστάτης του, τον συμβούλευσε και του υπέδειξε να προβεί στις παραπάνω ενέργειες και αν αυτό τον διαβεβαίωσε συγχρόνως και για το νόμιμο των ενεργειών αυτών, 2) άλλες ενέργειες στις οποίες προέβη, προκειμένου να πληροφορηθεί αν η παραπάνω συμπεριφορά του ήταν νόμιμη, ώστε να κριθεί η επιμέλειά του, και 3) τις πνευματικές και επαγγελματικές του ιδιότητες, οι οποίες συνθέτουν την προσωπικότητα του και προσδιορίζουν την δυνατότητα του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να εκτιμήσει αν η επικαλούμενη πλάνη του είναι ή όχι συγγνωστή. Τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, απέρριψε, τον πρώτο ως κατ' ουσία αβάσιμο και το δεύτερο "προεχόντως ως αόριστο", διαλαμβάνοντας, μάλιστα, ως προς την απόρριψη του πρώτου, αν και δεν είχε υποχρέωση, ειδική αιτιολογία. Επομένως οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Δ' ΚΠΔ, πρώτος (στοιχ. Ι) και δεύτερος (στοιχ. II) στην αίτηση αναιρέσεως, τρίτος και τέταρτος στο δικόγραφο των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη α) ακροάσεως και β) ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των παραπάνω ισχυρισμών, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία την οποία δεν του δίνει ο νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο (στοιχ. Ι.9.3) στην αίτηση και δεύτερο στο δικόγραφο των προσθέτων λόγο επικαλείται, ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, η οποία φέρεται ότι τελέστηκε με την κοινοποίηση των, από 13-8-2001, 24-8-2001 και 5-9-2001, εξωδίκων στην 19η Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Αθήνας και έτσι παρέβη αρνητικά την εξουσία του. Όπως, όμως, προκύπτει από το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης, δεν περιέχεται σ' αυτό καταδικαστική διάταξη για την πράξη αυτή και συνεπώς ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να επικαλεστεί τη σχετική πλημμέλεια, ανεξαρτήτως του ότι, από το σκεπτικό της απόφασης, σαφώς προκύπτει η απαλλαγή του, ως προς αυτήν. Επομένως, είναι αβάσιμος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν, για έρευνα, άλλοι παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-2-2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 811/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και τους από 15-4-2009 πρόσθετους λόγους. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δίχως δικαίωμα η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, με τη γνώση καταδικαστικών αποφάσεων σε βάρος του μηνυτή και την ανακοίνωση του περιεχομένου των σε αρχές που δεν είναι δικαστικές. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του κατηγορουμένου. Αόριστος ο λόγος για συγγνωστή νομική πλάνη και μη νόμιμος ο ισχυρισμός ότι προέβη στην επεξεργασία προκείμενου να υπερασπίσει τον εαυτό του αφού δεν ανακοίνωσε τα προσωπικά δεδομένα στις δικαστικές αρχές, αλλά σε τρίτους που δεν είχαν δικαίωμα να λάβουν γνώση αυτών. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα, Πλάνη νομική.
0
Αριθμός 1380/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στεφανάκη, περί αναιρέσεως της 721/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1969/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 15 περ. δ' και ε' του Π.Δ. 40/1977 "Επιθεώρηση σφαγίων ζώων και ζωϊκών προϊόντων" ακατάλληλα προς βρώση, είναι τα τρόφιμα που παρουσιάζουν μη κανονικούς τους ειδικούς οργανοληπτικούς χαρακτήρες τους, ανεξαρτήτως της επιδράσεώς τους ή μη επί της υγείας του καταναλωτή, (περ. δ') ενώ ακατάλληλα προς κατανάλωση είναι τα τρόφιμα τα οποία δεν πληρούν ένα ή περισσότερους όρους της σχετικής νομοθεσίας (περ. ε'). Κατά δε την διάταξη του άρθρου 22 του ίδιου Π.Δ., οι παραβαίνοντες τις διατάξεις του παρόντος τιμωρούνται κατά τις διατάξεις του Ν. 248/1914 "περί οργανώσεως της Ζωοτεχνικής και Κτηνιατρικής Υπηρεσίας ως ούτος συνεπληρώθη δια του Α.Ν. 23/24.1.1996 και του Ν. 4085/1960, αμφοτέρων περί συμπληρώσεως του Ν. 248/1914. Τέλος κατά το άρθρ. 23 περ. Β του Ν. 248/1914, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν. 2538/1997 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 2732/1999 "Οι παραβάτες του παρόντος και των σε εκτέλεση αυτού εκδιδομένων προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον εξ (6) μηνών και χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ. τουλάχιστον. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ειδικά ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου (αρθρ. 27 παρ. 1 του ΠΚ), αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Γι' αυτό δεν απαιτείται για τον δόλο ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του ή όταν έχει τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου. Τέτοια όμως πρόσθετα στοιχεία δεν αξιώνει η παραπάνω διάταξη του άρθρου 23 περ. Β του Ν. 248/1914, για την πραγμάτωση της προσδιοριζόμενης από αυτήν υποκειμενικής υπόστασης του παραπάνω πλημμελήματος. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Πειραιώς με την προσβαλλόμενη 721/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Σε αστυκτηνιατρικό έλεγχο που διενεργήθηκε την 14-6-2001, στο εστιατόριο που διατηρεί η κατηγορουμένη στη νήσο ..., με τον διακριτικό τίτλο "...", κατελήφθη να διατηρεί στα ψυγείο του εν λόγω καταστήματος προς διάθεση στους πελάτες της α) 3 κιλά πέρκα φιλέτο κατεψυγμένη, β) 4 κιλά τυρί μανούρι, γ) 1,5 κιλό ανθότυρο και δ) 4 κιλά τυρί έμενταλ, των οποίων είχε λήξει το όριο συντηρήσεως στις 13/5, 4/6, 12/6 και 2/6/2001 αντιστοίχως και υπήρχε μεταβολή των οργανοληπτικών χαρακτήρων τους (χρώμα, σύσταση, οσμή), με αποτέλεσμα να είναι ακατάλληλα προς βρώση και κατανάλωση. Τα προϊόντα αυτά κατεστράφησαν επί τόπου από τον διενεργήσαντα τον έλεγχο κτηνίατρο ..., παρουσία του αστυνομικού που τον συνόδευε και μάρτυρος στην παρούσα δίκη ..., αλλά και της κατηγορουμένης, η οποία και υπέγραψε το σχετικό πρωτόκολλο καταστροφής, χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε ένσταση ή επιφύλαξη. Συνεπώς ο όψιμος ισχυρισμός της ότι τα ανωτέρω προϊόντα δεν είχαν λήξει και δεν ήταν ακατάλληλα ελέγχεται ως αβάσιμος. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα της παράβασης του άρθρου 15 περ. δ' και ε' του Π.Δ. 40/1977 και επέβαλε σ'αυτή ποινή φυλάκισης εξ (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σαυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 258 α' του Π.Κ. την οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αφού το πόρισμα της αποφάσεως ως συνδυασμός του αιτιολογικού και του διατακτικού δεν έχει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Όσον αφορά τον δόλο της αναιρεσείουσας δεν απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του παραπάνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για τους λόγους που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Συνεπώς ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13/11/2008 αίτηση της ... για αναίρεση της 721/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παρά-βαση του άρθρου 15 περ. δ΄ και ε΄ του ΠΔ 40/1977 "Επιθεώρηση σφαγίων ζώων και ζωικών προϊόντων". Απόρριψη λόγων αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το δόλο.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Δόλος, Σφαγίων επιθεώρηση.
2
Αριθμός 1379/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Κόκκινο, περί αναιρέσεως της 56104/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1868/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επόμ. του ίδιου Κώδικα. Αν η έφεση ασκηθεί εκπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή (Ολ. ΑΠ 3/1995). Η απορριπτική αυτή απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, για να έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, αρκεί να διαλαμβάνει το χρόνο της νόμιμης επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, εκείνον της άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς να απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή η μνεία των, κατά το άρθρο 161 παρ. 1 ΚΠΔ, στοιχείων της εγκυρότητας της επίδοσης (Ολ.ΑΠ 8/1995, 4/1995, 6, 7I1995). Σε περίπτωση όμως που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1451/2007, 731/2003, 1457/2002). Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή αθωωτικής ή όποιας άλλης κρίσεώς του, ήτοι να προκύπτει ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά (ΑΠ 14/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 56104/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 45777/2003 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε φυλάκιση δεκαέξι (16) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ για παράβαση του ΑΝ. 86/ 1967 (μη καταβολή εργοδοτικών εισφορών στο ΤΕΒΕ). Με την έφεσή του, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, προς έρευνα των λόγων της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προέβαλε, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης απόφασης, που κατά το από ... αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα του ΑΤ ... , του επιδόθηκε με θυροκόλληση στην επί της ... αναφερόμενη ως κατοικία του, διότι στη διεύθυνση αυτή ουδέποτε έχει κατοικήσει αλλά εκεί λειτούργησε κατάστημα μέχρι τις 12-3-1997, που το έκλεισε και έπαψε να το λειτουργεί, γεγονός μάλιστα που το δήλωσε στη ΔΟΥ ... με την από 12-3-1997 έγγραφη δήλωσή του, ενώ η γνωστή στις αρχές κατοικία του ήταν στην οδό ..., το δε κατάστημά του στεγαζόταν στην οδό ... . Ως αιτιολογία για την απόρριψη της εφέσεως αυτής, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι "από το από ... αποδεικτικό επίδοσης του Αστ/κα ..., προκύπτει ότι η υπ. αριθ. 45777/2003 ερήμην εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε με θυροκόλληση νομότυπα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο στο επί της οδού .. κατάστημά του και εκ τούτου θεωρείται ότι έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης. Δεν αποδείχτηκε ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος έκλεισε το ανωτέρω κατάστημά του πριν από την επίδοση (θυροκόλληση) της ανωτέρω εκκαλουμένης απόφασης και αν ακόμη αυτό είχε συμβεί, όφειλε να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές για το γεγονός αυτό και να δηλώσει τη νέα διεύθυνση κατοικίας του ή επαγγελματικής του στέγης. Περαιτέρω αποδείχτηκε από την ανωτέρω ημερομηνία (3-4-2006) που του επιδόθηκε νόμιμα η εκκαλουμένη απόφαση μέχρι τις 28-2-2008, που ασκήθηκε η υπ.αριθ. 3273/28-2-2008 έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου έχει παρέλθει η προθεσμία των 30 ημερών. Επομένως, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 155, 156, 166, 473, 476 του ΚΠΔ πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της". Η αιτιολογία όμως αυτή είναι ελλιπής και ασαφής ως προς τη μνεία των αποδεικτικών μέσων, διότι προς απόδειξη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί του ότι, στην διεύθυνση που θυροκολλήθηκε η εκκαλουμένη δεν είχε την κατοικία του ή το κατάστημά του, εξετάσθηκε επ' ακροατηρίου ο μάρτυρας ... του οποίου η κατάθεση περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Από το σκεπτικό όμως αυτής δεν προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκε η κατάθεση του μάρτυρα τούτου, και δη κατά τρόπο αναμφίβολο. Συνεπώς είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 56104/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η απορριπτική της εφέσεως απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου αρκεί να διαλαμβάνει το χρόνο της νόμιμης επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, εκείνο της άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό επίδοσης. Σε περίπτωση που αμφισβητείται ο τόπος της κατοικίας του εκκαλούντος και το άγνωστο της διαμονής του, πρέπει να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιο-λογία. Ασάφεια ως προς τη μνεία των αποδεικτικών μέσων. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1377/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό 4.640/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.942/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 30.21.01.2009 έγγραφη πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου υπεβλήθη με το υπ'αρ. πρωτ. 75925/4-12-2008 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, η υπ'αρ. 1531/08 αίτηση αναίρεσης του κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ... Χ1, κατοίκου ..., κατά της υπ'αρ. 4640/2008 συγχωνευτικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία (αίτηση) έχει κατά λέξη ως εξής: ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ Β' ΤΡΙΜΜΕΛΟΥΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ (ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΩΝ) ΑΘΗΝΩΝ ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ (Αρθρο 551 παρ. 3 εδαφ. 4') Χ1, κάτοικος ..., και νύν κρατούμενος Γενικού Καταστήματος Κράτησης .... 1. Κατά την 18-8-2008, υπέβαλλα αρμοδίως, νομοτύπως, δια μέσου του Κου Διευθυντού Γενικού Καταστήματος Κράτησης ...., όπου κρατούμαι, Αίτηση συγχωνεύσεως, επι περισσοτέρων ποινών επι συρρεουσών εγκλημάτων, που συνέπεσαν κατά την εκτέλεση, κατ'Αρθρα 94-97 Π.Κ. και 551 Κ.Ποιν.Δ., η οποία και υπεβλήθη και διαβιβάσθη ενώπιόν σας, δυνάμει το Υπ'αριθμ. 12782/18-8-2008 Αρθμ.Πρωτοκ./Γ.Κ.Κράτησης .... 2. Προ, εκδικάσεως, επι της ως ανω υποβληθείσης Αίτησης συγχώνευσης, υφ'υμών, παραιτήθηκα εγγράφως, νομοτύπως και εμπροθέσμως, επι της επικειμένης ως ανω εκδίκασης της εκδόσεως συγχωνευτικής (συνολικής) ποινής, επι της σχετικώς, ως ανωτέρω, υποβληθείσης αιτήσεως, δυνάμει, ως συνδυαστικά εφαρμοστέου, Αρθρων 94-97 Π.Κ. και 466 παραγρ. 1 Κ.Ποιν.Δ, εδαφ. β', δεδομένου ότι το δικονομικό (αλλά και ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου) δικαίωμά μου, περι Αιτήσεως, προς συγχώνευση περισσοτέρων ποινών που συμπίπτουν κατά την εκτέλεση, συμφώνως των Αρθρων 94 παραγρ. 3 Π.Κ. και 551 Κ.Ποιν.Δ, είναι ένα "οιονεί" ένδικο μέσο, προς όφελος του κατηγορουμένου, επι του οποίου, εφαρμοστέου του Δικαιώματος παραίτησής του (κατ'Αρθρον 466 Κ.Ποιν.Δ.), δοθέντος, ότι δεν επιτρέπεται, άλλως δεν γίνεται αποδεκτό, απο το Δικονομικό μας σύστημα, η αθροιστική εκτιση, ή η ταυτόχρονη εκτέλεση περισσοτέρων ποινών, που συμπίπτουν κατα την εκτέλεση. Η ως άνω αίτηση παραίτησής μου, φωτοαντίγραφο της οποίας, σε Εντυπο Υπεύθυνης Δήλωσης (Ν. 1599/1986), όπου και την συνέταξα, και ενεγχείρισα, αρμοδίως, στο Γ.Κ.Κράτησης ..., υπεβλήθη, δια του Γ.Κ.Κράτησης ..., με Αριθμ.Πρωτ. ..., ενόψει της, κατα την 30-10-2008, ημερομηνίας εκδίκασης της Συγχωνευτικής διαδικασίας υφ'υμών. 3. Κατόπιν, όλων των προδιαλαμβανομένων Α Ι Τ Ο Υ Μ Α Ι Την ακύρωση της αναιρεσιβαλλομένης, δια της παρούσης, εκδοθείσης υφ'υμών Υπ'αριθμ: 4640/27-10-2008 Δικαστικής Απόφασης, περι συγχωνεύσεως των ποινών μου, συμφώνως των Αρθρων 94-97 Π.Κ., 551, 466 Κ.Ποιν.Δ, η οποία μου επιδόθηκε στο Γ.Κ.Κράτησης στις 30-10-08.4. Διορίζω, ως αντίκλητο, πληρεξούσιο Δικηγόρο, επι της εκδικάσεως της παρούσης τον Δικηγόρο Αθηνών Βασίλειο Σταυρόπουλο - Αθήνα - οδός ... (ΑΜ/ΔΣΑ: 10375). ...: 6-11-2008 - Ο - Αναιρεσείων Από τις διατάξεις των άρθρων 474 & 1, και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη ''. & 1 Με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 473 το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα ) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. 'Αν αυτός κρατείται στην φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σε εκείνο που την διευθύνει. Για την δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνο που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνο που την δέχεται .........'' κατά δε την δεύτερη 476&1..'' Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε .... χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του ......... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και καταδικάζει στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....'' προκύπτει ότι η άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος (ή αποφάσεως) γίνεται σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις με δήλωση του δικαιουμένου σε άσκηση του προς τον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή τον γραμματέα του Ειρηνοδικείου του τόπου κατοικίας ή διαμονής και αν κρατείται, όπως εν προκειμένω, στον διευθυντή της φυλακής και συντάσσεται για τον σκοπό αυτό έκθεση την οποία υπογράφουν τόσο ο δηλών την άσκηση, όσο και ο δεχόμενος την δήλωση και στην έκθεση περιλαμβάνονται οι λόγοι άσκησης του ένδικου μέσου και ότι αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις αυτές το ένδικο μέσο κηρύσσεται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο απαράδεκτο αφού ακούσει τους διαδίκους που θα εμφανιστούν (ΑΠ 498/1981 ΠΧ ΛΑ 747, ΑΠ 577 και 578/1974 Π.Χ ΚΕ 15 και 16 ΑΠ 400/1999 ΠΧ Ν 2000-35 ΑΠ 143/2004 ΠΧ ΝΔ 2004-881,ΑΠ 754/2005 ΝΕ 2005 -1019). Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας την ως άνω αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά της προμνηθείσης συγχωνευτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και προτείνω να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη (άρ. 474-476 παρ. 1 ΚΠΔ) για τους εξής λόγους: Α) Διότι δεν ασκήθηκε ως ορίζει το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, δηλαδή με δήλωση ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., όπου εκρατείτο ο αιτών συντασσομένης σχετικής εκθέσεως που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται (ΑΠ 143/04 Π.Χρ. ΝΔ/881 και ΑΠ 754/05 Π.Χρ. ΝΕ'/1019). Β) Η αίτηση ουδένα λόγο σαφή και ορισμένο περιέχει, οι αναφερόμενες δε αιτιάσεις κατά της ως άνω αποφάσεως δεν είναι δυνατόν να γίνουν αντικείμενο δικαστικής εκτίμησης από τον 'Αρειο Πάγο (ΑΠ 295/01 Π.Χρ. ΝΑ/975 και ΑΠ 2397/04 Π.Χρ. ΝΕ'/822). Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα έξοδα της παρούσης στον αιτούντα (αρ. 476 παρ. 1 - 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί η υπ'αρ. 1531/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ... κατά της υπ'αρ. 4640/2008 συγχωνευτικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 27-4-2009 αίτηση ο αναιρεσείων ζητεί από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου 1) το διορισμό δικηγόρου, προκειμένου να υποστηρίξει την κρινομένη αίτηση αναίρεσης, επικαλούμενος, ειδικότερα, την οικονομική αδυναμία του και 2)την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, μέχρι το διορισμό του. Το αίτημα, το οποίο εισήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα προς το Δικαστήριο αυτό, ανεξαρτήτως του ότι δεν συντρέχει και νόμιμη περίπτωση αναβολής, δοθέντος ότι το παραπάνω αίτημα για διορισμό δικηγόρου υποβλήθηκε και με την από 9-4-2009 προηγούμενη αίτηση του. Κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, που οφείλει να ειδοποιήσει, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες πριν να εισαχθεί η υπόθεση στο δικαστήριο (συμβούλιο), το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474 παρ.1 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 473, ότι το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση(ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στην φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνο που τη διευθύνει. Για την δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνο που τη δέχεται. Στην προκειμένη περίπτωση, με την 6-11-2008 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, κρατούμενο στο κατάστημα Κράτησης ..., η 4640/2008 συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, η αίτηση αναίρεσης, που υπογράφεται από τον αναιρεσείοντα και απευθύνεται προς το Β' Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δεν ασκήθηκε σύμφωνα με τις διατυπώσεις που ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.1 του ΚΠΔ, δηλαδή με δήλωση ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., τη σύνταξη σχετικής έκθεσης και την υπογραφή της από τον αιτούντα και το Διευθυντή των φυλακών ή με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση κλπ., αλλά με απλό έγγραφο, απευθυνόμενο προς το Β' Τριμελές Εφετείο Αθηνών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, αφού ειδοποιήθηκε ο αναιρεσείων, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του, σχετικά με το παραδεκτό ή μη αυτής (αναίρεσης), όπως προκύπτει από το με χρονολογία 23-2-2009 αποδεικτικό επιδόσεως του γραμματέα της φυλακής Κ.Κ. ... και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-11-2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθ. 4640/2008 συγχωνευτικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης γιατί ασκήθηκε δίχως να συνταχθεί έκθεση και να υπογραφεί. Απορρίπτει.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1376/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1016/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1495/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό 495/21-10-08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την 129/10-7-08 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά του 1016/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, αφού απέρριψε την έφεσή του κατά του πρωτόδικου 2980/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, επικύρωσε το βούλευμα τούτο και τον παραπέμπει μαζί με τον συγκατηγορούμενό του Ζ, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για ηθική αυτουργία από κοινού σε εκβίαση, παράνομη βία, φθορά ξένης ιδιοκτησίας και διατάραξη ξένης ιδιοκτησίας, [άρθρα 45, 330, 334 παρ.1, 381 παρ. 1 και 385 παρ.1 στοιχ. α ΠΚ], τις οποίες φέρεται ότι διέπραξε ο Θ, και εκθέτω τα ακόλουθα. 2-Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο με αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση του πρωτόδικου βουλεύματος, που έγινε σ' αυτόν μεν με θυροκόλληση στην οικία του στις 2-7, στον αντίκλητό του δε δικηγόρο Ιω. Ηρειώτη στις 1-7-08,[βλ. τα επιδοτήρια των δικ. επιμελητών ... και ..., αντίστοιχα], και επιτρεπτά από το νόμο, καθόσον παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακούργημα και για συναφή πλημμελήματα, [άρθρα 473, 474 και 482 παρ.1 ΚΠΔ]. Η έκθεση ασκήσεως της αναιρέσεως συντάχθηκε από τον ανωτέρω γραμματέα, σύμφωνα με τις διατυπώσεις που ορίζονται από το άρθρο 474 και περιέχει τους λόγους για τους οποίους ασκήθηκε, οι οποίοι συνίστανται στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και στην εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, [άρθρα 139 και 484 παρ.1 περ. δ ΚΠΔ]. Συνεπώς, η αίτηση είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη, επιτρεπόμενη από το νόμο και, επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητά της. 3-Η έλλειψη αιτιολογίας Α-Νομική βάση α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. [Α.Π. 19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ. 01/1225, Π.ΧΡ. 02/402, ΠΛΟΓ. 01/1693]. β-Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, θεμελιώνουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1β' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, υφίσταται όταν ο δικαστής αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα υπό τούτου δεχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση δε τέτοιας εσφαλμένης εφαρμογής συντρέχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. γ-Κατά το άρθρο 45 ΠΚ. αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται κοινός δόλος των προσώπων που συμπράττουν και αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξή τους, η οποία μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική κατά την ενέργεια από τον καθένα των επί μέρους πράξεων, οι οποίες άμεσα συντελούν στην ολοκλήρωση του εγκληματικού αποτελέσματος, (Α.Π. 818/89 ΠΧΡ.Μ/180). Συνίσταται δε ο κοινός δόλος στη συναπόφαση που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσής της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση του άλλου (Α.Π. 1085/89 ΠΧΡ.Μ/399, 1334/89 Π.ΧΡ.Μ/586). Προς ύπαρξη δηλ της συναυτουργίας απαιτούνται δύο βασικοί όροι, αντικειμενικώς μεν σύμπραξη στη συγκεκριμένη κύρια πράξη, υποκειμενικώς δε κοινός δόλος εκείνων που συμπράττουν (Χωραφάς Π.Δικ. Α/106, Σακελλαρίου ΠΧΡ.Ι/585). δ-Κατά το άρθρο 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικώς: α) πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης (πραγματικής, νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια), με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. [Α.Π. 9/08, Α.Π. 540/06]. ε-Κατά το άρθρο 385 παρ.1 εδ. α` του ΠΚ "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 380 παρ.1 και 2 αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου η με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως με την παραπάνω κακουργηματική μορφή του, απαιτείται: αντικειμενικώς α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με σωματική βία ή με απειλές, οι ποίες εκλαμβάνονται ως σοβαρές (πραγματοποιήσιμες) από τον απειλούμενο, είναι δε ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής με την έννοια ότι η πραγματοποίηση του προαγγελθέντος κακού πρόκειται να επακολουθήσει αμέσως, αν ο εξαναγκαζόμενος δεν ήθελε προβεί στην επιζητούμενη επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς (αν δηλαδή ο εξαναγκασμός δεν επιτυγχάνεται με σωματική βία ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιότητας ή της ζωής) πρόκειται για εκβίαση, τιμωρούμενη, σύμφωνα με τη διάταξη του εδαφ. γ` του ίδιου ως άνω άρθρου, σε βαθμό πλημμελήματος, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής (βασικός δόλος) και επιπροσθέτως, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος), ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη του οφέλους. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια διαγωγή, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα. [Α.Π. 05/1886 ΑΡΧ.Ν. 06/273, Π.ΛΟΓ. 05/1788] στ-Κατά τη διάταξη του άρθρου 330 του ΠΚ, όποιος χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξεως ή παραλείψεως εξαναγκάζει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιου από τους οικείους του. [Α.Π. 06/480]. ζ-Κατά το άρθρο 334 παρ.1 του ΠΚ όποιος εισέρχεται παράνομα ή παραμένει παρά τη θέληση του δικαιούχου στην κατοικία άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διατάραξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της διαταράξεως της οικιακής ειρήνης απαιτείται παράνομη είσοδος ή παραμονή στην κατοικία άλλου και δόλια προαίρεση. Ως παράνομη δε είσοδος νοείται η αυθαίρετος είσοδος στην κατοικία του δικαιούχου. [Α.Π. 90/93 Π.ΧΡ. 90/968]. Β-Παραδοχές και σκέψεις του βουλεύματος Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογιών) προέκυψαν τα εξής, κατ' εκτίμηση, ουσιώδη περιστατικά: Ο πρώτος κατηγορούμενος Θ στην ... κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Νοέμβριο του 2006 έως και την 4-4-2007,τέλεσε τις εξής πράξεις. α-Με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος και οι ηθικοί αυτουργοί, ήτοι οι τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι, Χ και Ζ, παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους τουλάχιστον 23.700 Κυπριακών λιρών, ήτοι 40.862 ευρώ, σε βάρος του παθόντος Ψ, ποσό που φέρεται ότι όφειλε αυτός στον Χ από την ισόποση επιταγή του, την οποία είχε εκδώσει στις 29-1-2004 σε διαταγή του Χ επί της Τράπεζας "HELLENIC BANK LIMITED", μεταχειρίσθηκε απειλές με επικείμενο κίνδυνο τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα αυτού, υπό τις εξής περιστάσεις. 1) Μέσω της υπαλλήλου του Ξ. Το Νοέμβριο του 2006 προσήλθε στα γραφεία της εταιρίας ΣΑΙΝ ΤΖΩΡΤΖ ΑΕ, βασικός μέτοχος της οποίας ήταν ο παθών Ψ, που βρίσκονται σε πολυκατοικία κείμενη επί της οδού ....,λέγοντας στην υπάλληλο της εταιρίας Ξ, να βρει τον παθόντα μέσα σε δύο ημέρες και να του πει, ότι εάν δεν πληρώσει την επιταγή, ξέρει τι θα πάθει, υπονοώντας ότι αν δεν υπέκυπτε στην απαίτησή του θα πραγματοποιούσε την απειλή του προξενώντας σ' αυτόν κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα. 2) Μέσω της υπαλλήλου του Ξ. Το Νοέμβριο του 2006,ύστερα από τρεις ημέρες από το προηγούμενο επεισόδιο, προσήλθε στα ανωτέρω γραφεία της εταιρίας, λέγοντας στην ανωτέρω υπάλληλο να τηλεφωνήσει στον παθόντα, ειδάλλως θα τον έβρισκε, οπότε εκείνη μαζί με άλλους θα κατέληγαν στο νοσοκομείο, υπονοώντας ότι αν ο παθών δεν υπέκυπτε στην απαίτησή του θα πραγματοποιούσε την απειλή του προξενώντας σ' αυτόν κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα. 3) Σε βάρος της δικηγόρου του Ευθ. Κόζαρη. Το Νοέμβριο του 2006,ύστερα από το προηγούμενο επεισόδιο, προσήλθε στα ανωτέρω γραφεία της εταιρίας, λέγοντας στη δικηγόρο του παθόντος Ευθυμία Κόζαρη ότι θα έλθει και σειρά της, υπονοώντας ότι αν ο παθών δεν υπέκυπτε στην απαίτησή του θα πραγματοποιούσε την απειλή του σε βάρος της προξενώντας σ' αυτή κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα, προσβολή που αποτελεί αισθητό κακό για τον εγκαλούντα ενόψει της επαγγελματικής του με αυτή σχέσης. 4) Σε βάρος της υπαλλήλου του Ξ. Το Νοέμβριο του 2006,ύστερα από το παραπάνω επεισόδιο, προσήλθε στα ανωτέρω γραφεία της εταιρίας λέγοντας στην υπάλληλο της εταιρίας του παθόντος Ξ, [γυναικαδέλφης του], ότι θα δυσκολεύσει τη ζωή της, υπονοώντας ότι αν ο παθών δεν υπέκυπτε στην απαίτησή του θα πραγματοποιούσε την απειλή του σε βάρος της προξενώντας σ' αυτή κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα, προσβολή που αποτελεί αισθητό κακό για τον εγκαλούντα ενόψει της συγγενικής με αυτήν σχέσης του. 5) Μέσω της μητέρας του παθόντος. Το Δεκέμβριο του 2006 προσήλθε στην μητέρα του, στο διαμέρισμά της στο ..., λέγοντάς της ότι αν δεν πληρώσει την επιταγή ο παθών- γιος της ξέρει τι θα πάθει, υπονοώντας ότι αν ο εγκαλών δεν υπέκυπτε στην απαίτησή του θα πραγματοποιούσε την απειλή του προξενώντας σ' αυτόν κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα. 6) Απευθείας στον παθόντα. Στις 7-3-07 προσήλθε στον παθόντα, στην οικία του στο ..., λέγοντάς του ότι αν δεν πληρώσει την επιταγή θα τον κάνει μαύρο στο ξύλο, υπονοώντας ότι θα πραγματοποιούσε την απειλή του προξενώντας σ' αυτόν κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα. 7) Απευθείας στον παθόντα και μέσω της γυναίκας του. Στις 14-3-07 επιβίβασε με τη βία τον παθόντα στο ΙΧΕ αυτοκίνητό του, το μετέφερε στη ..., λέγοντάς του ότι αν δεν του εξοφλήσει την επιταγή θα τον στείλει στο Νοσοκομείο, ότι μόλις βγει έξω πάλι θα τον ξαναστείλει, ότι ύστερα θα έλθει η σειρά της γυναίκας του και ότι τελικά δεν θα τον αφήσει να ζήσει, υπονοώντας ότι αν δεν υπέκυπτε στις απαιτήσεις του θα πραγματοποιούσε την απειλή του προξενώντας σ' αυτόν κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα. Τέλος, ο παθών προσποιούμενος ότι ενδίδει στις απαιτήσεις του, συμφώνησε να του καταβάλει το ποσό των 10.000 Ε., τις οποίες παρέλαβε ο κατηγορούμενος στην οικία του παθόντος στις 4-4-07.Πλην όμως μόλις τις παρέλαβε, όργανα της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής τον συνέλαβαν επ' αυτοφώρω για εκβίαση, κατάσχοντας το εν λόγω ποσό ως πειστήριο, διότι ο παθών την προηγουμένη ημέρα είχε υποβάλει σχετική έγκληση στην εν λόγω υπηρεσία, την οποία είχε ενημερώσει για τη γενομένη δοσοληψία. β) Στις 21-3-2007 προσήλθε στα γραφεία της ανωτέρω εταιρίας που βρίσκονται σε πολυκατοικία επί της οδού ... και μεταχειριζόμενος σωματική βία και δη τη σωματική του δύναμη εξανάγκασε την παθούσα υπάλληλο της εταιρίας Ξ να παραμείνει μέσα στα γραφεία της εταιρίας παρά τη θέλησή της τουλάχιστον επί μία ώρα, πράξη για την οποία δεν είχε υποχρέωση να τελέσει. γ) Στις 7-3-07 εισήλθε αυθαίρετα στην οικία του παθόντα, που βρίσκεται στη ..., και παρέμεινε σ' αυτή επί μία τουλάχιστον ώρα παρά την αντίθετη θέληση του παθόντος, διαταράσσοντας έτσι την οικιακή του ειρήνη. δ) Στις 21-3-07 με πρόθεση κατέστρεψε ξένα ολικά κινητά πράγματα και συγκεκριμένα εισήλθε στα γραφεία της ανωτέρω εταιρίας επί της οδού ... και έσπασε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, τον εκτυπωτή, την ντουλάπα και διάφορα άλλα αντικείμενα, κυριότητας του παθόντος. Στην έγκλησή του ο Ψ εκθέτει ότι ο ..., με τον οποίο έχει και παλαιότερη αντιδικία, ήταν υπάλληλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία CONFINE ΕΛΛΑΣ ΑΕΠΕΥ, της οποίας ο εγκαλών ήταν εμπορικός διευθυντής και η σύζυγός του μέτοχος κατά 70% και πρόεδρος του ΔΣ, και με τη μεσολάβησή του ο κατηγορούμενος Χ αγόρασε μετοχές της εταιρίας αυτής. Έκτοτε ανέκυψαν διαφορές μεταξύ τους και για την αιτία αυτή εξέδωσε ο ίδιος (αφού εκβιάσθηκε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του) την ανωτέρω επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Απολογούμενος κατά την προανάκριση και κατά την κύρια ανάκριση ο Θ αποκάλυψε ότι ανέλαβε την είσπραξη του ποσού της επιταγής κατ' εντολή του κατηγορουμένου Ζ, αρνήθηκε ότι απείλησε τον εγκαλούντα πλην όμως δέχθηκε ότι επισκέφθηκε κατ' επανάληψη το γραφείο του και την κατοικία του, καθώς και την κατοικία της μητέρας του, ομολόγησε ότι προκάλεσε φθορές σε πράγματα ηλεκτρονικό υπολογιστή κλπ) στο γραφείο του και ότι με τη βία οδήγησε στη ... και ισχυρίσθηκε αρχικά ότι τα χρήματα που θα εισέπραττε θα ήταν δικά του και στη συνέχεια ότι αν εισέπραττε ολόκληρο το ποσό της επιταγής θα ελάμβανε ένα μέρος από αυτό ως χαρτζιλίκι. Στις απολογίες τους οι λοιποί κατηγορούμενοι αρνήθηκαν την κατηγορία, πλην όμως προέβαλαν διαμετρικά αντίθετους ισχυρισμούς, αποδίδοντας ο ένας στον άλλο την εντολή προς τον Θ για την είσπραξη του ποσού της επιταγής. Οι ισχυρισμοί όμως του μεν Χ ενισχύονται από την απολογία του Θ, εκείνοι δε του Ζ ενισχύονται από τις καταθέσεις του εγκαλούντος, της συζύγου του ... και της αδελφής της Ξ. Από τα εκτεθέντα, καταλήγει το δικαστικό συμβούλιο, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων Χ και Ζ που δικαιολογούν και επιβάλλουν τον ακροαματικό έλεγχο της υπόθεσης. Γ)-Εξέταση των λόγων αναίρεσης Η αιτιολογία έχει τις εξής ελλείψεις και ασάφειες: α-Δεν διευκρινίζει αν οι απειλές που απεύθυνε ο κατηγορούμενος ... προς τους παθόντες [1) Ψ,2) ...,3) Ξ και 4) στη μητέρα του εγκαλούντος Ψ],είναι ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, με την έννοια ότι η πραγματοποίηση του προαγγελθέντος κακού επρόκειτο να επακολουθήσει αμέσως, αν ο εξαναγκαζόμενος δεν ήθελε προβεί στην επιζητούμενη επιζήμια συμπεριφορά, γεγονός που αναβαθμίζει την εκβίαση σε κακούργημα, ή όχι, γεγονός που υποβαθμίζει την εκβίαση σε πλημμέλημα, κατά τη διάταξη του εδαφ. γ` του άρθρου 385 ΠΚ. β-Δεν καθορίζει αν πρόκειται για μια πράξη εκβίασης ή για πολλές και αν στην περίπτωση αυτή τελέσθηκε κατά συρροή ή κατ' εξακολούθηση. γ-Δεν διευκρινίζει αν η απαίτηση των δυο κατηγορουμένων κατά του παθόντος Ψ ήταν νόμιμη ή παράνομη. Η μνεία διαφορετικών εκδοχών, αλλού ότι ο παθών την εξέδωσε επειδή εκβιάσθηκε, αλλού ότι η επιταγή ήταν άκυρη γιατί δεν σημειωνόταν σ' αυτή ο τόπος εκδόσεως και αλλού ότι δεν εκδόθηκε για νόμιμη αιτία, δημιουργεί ασάφεια για τη νομιμότητά της. δ-Όσον αφορά την ηθική αυτουργία κατά συναυτουργία, για την οποία κατηγορείται ο αναιρεσείων Χ, δεν διαλαμβάνει αν αυτός από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Ζ προκάλεσαν στον κατηγορούμενο Θ την απόφαση να τελέσει τις αξιόποινες πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε και δεν προσδιορίζει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία προκάλεσαν αυτή την απόφαση. ε-Δεν αναφέρει αν η άρνηση των κατηγορουμένων ότι έδωσαν εντολή στον ... για να εισπράξει την επιταγή είναι αληθινή ή όχι. Η περικοπή ότι "οι κατηγορούμενοι για το θέμα αυτό προέβαλαν διαμετρικά αντίθετους ισχυρισμούς, αποδίδοντας ο ένας στον άλλο την εντολή προς τον Θ για την είσπραξη του ποσού της επιταγής και ότι του μεν Χ ενισχύονται από την απολογία του Θ, του δε Ζ ενισχύονται από τις καταθέσεις του εγκαλούντος, της συζύγου του ... και της αδελφής της Ξ". δεν δίνει στο ζήτημα αυτό καμία απάντηση. Συνεπώς το πληττόμενο βούλευμα διαλαμβάνει ασαφή και ελλιπή αιτιολογία για την παραπομπή του αναιρεσείοντος, καθώς και των άλλων συγκατηγορουμένων του στο ακροατήριο για τα προαναφερόμενα εγκλήματα, πράγμα που καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές διατάξεις που εφάρμοσε και για το λόγο αυτό είναι αναιρετέο για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και νομίμου βάσεως [άρθρο 484 παρ.1 περ.β' και δ' ΚΠΔ], τόσο για τον αναιρεσείοντα, όσο και για τους λοιπούς κατηγορουμένους, που δεν άσκησαν αναίρεση, σχετικά με το έγκλημα της εκβίασης, καθόσον στο έγκλημα τούτο συμμετέχουν και οι συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος, οι δε λόγοι αναιρέσεως δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπα αυτού. [άρθρο 469 ΚΠΔ, Α.Π. 1506/05 ΠΧΡ.ΝΣΤ/310]. 5-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν να δεχθεί ως βάσιμη την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να αναιρέσει τούτο στο σύνολό του τόσον ως προς τον αναιρεσείοντα, όσο και ως προς τους λοιπούς κατηγορουμένους, που δεν άσκησαν αναίρεση, το δε να παραπέμψει την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλες δικαστές εκτός από εκείνους που το εξέδωσαν. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να γίνεί δεκτή η 129/10-7-08 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του 1016/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Β-Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα για μεν τον αναιρεσείοντα στο σύνολό του, για δε τους συγκατηγορουμένους του μόνο όσον αφορά το έγκλημα της εκβίασης. Και Γ-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το ανωτέρω βούλευμα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικώς: α)πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης, με πειθώ ή φορτικότητα κ.λ.π., αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β)διάπραξη από τον αυτουργό της πράξης αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξης που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α)συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β)συνείδηση της ορισμένης πράξης, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού στοιχείου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί η γενική αναφορά τους στο σύνολο του είδους τους. Η μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου . Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την παραπεμπτική κρίση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, έκρινε, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, ορθώς αποφάνθηκε ότι προέκυπταν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος του αναιρεσείοντος, επεκύρωσε αυτό και τον παρέπεμψε, μαζί με τον συγκατηγορούμενό του Ζ ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικασθούν για ηθική αυτουργία από κοινού σε εκβίαση, παράνομη βία, φθορά ξένης ιδιοκτησίας και διατάραξη οικιακής ειρήνης (άρθρα 45, 46 σε συνδυασμό με άρθρα 330, 334, παρ. 1 381 παρ. 1 και 385 παρ. 1 στοιχ. α' ΠΚ), τις οποίες φέρεται ότι διέπραξε ο Θ και απέρριψε στη συνέχεια την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και του ως άνω συγκατηγορουμένου του Ζ. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα, δέχθηκε ότι, από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά μήνα Νοέμβριο του 2006 ο κατηγορούμενος Θ εμφανίσθηκε στα επί της οδού ... γραφεία της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΑΙΝΤ ΤΖΩΡΤΖ ΑΕ" στην ..., κύριος μέτοχος της οποίας είναι ο εγκαλών Ψ και απαίτησε από την υπάλληλο Ξ τα χρήματα που όπως είπε του οφείλει ο εγκαλών. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του, της επέδειξε μία επιταγή της Κυπριακής τράπεζας HELLENIC BANK, που είχε εκδοθεί από τον Ψ, με ημερομηνία 29-1-2004 εις διαταγήν του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ, ποσού είκοσι τριών χιλιάδων επτακοσίων (23.700) κυπριακών λιρών. Όταν η υπάλληλος του είπε, ότι δεν έχει τέτοια εντολή, της απάντησε να τον βρει, εννοώντας Ψ και να έχει τα χρήματα σε δύο (2) ημέρες, γιατί αλλιώς "ξέρει τι θα πάθει". Μετά από δύο - τρεις ημέρες ο Θ ξαναπήγε στην έδρα της προαναφερθείσας εταιρίας και επανέλαβε τις απειλές εναντίον του εγκαλούντος. Τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, ερευνώντας για την κατοικία του μηνυτή, πήγε στο σπίτι της μητέρας του, στην οδό ... στο ... και την απείλησε λέγοντας της ότι όπου και να κρύβεται ο γιος της θα τον βρει γιατί του χρωστάει χρήματα. Την 7-3-07 το πρωί και ενώ ο εγκαλών βρισκόταν στην κατοικία του στη ..., εμφανίσθηκε ο Θ, εισέβαλε με την βία στο διαμέρισμα και του επέδειξε την προαναφερόμενη επιταγή, λέγοντάς του "χρωστάς στον φίλο μου χρήματα και εγώ ήρθα για να εισπράξω και να πάρω την αμοιβή μου". Ο Ψ απάντησε ότι δεν οφείλει χρήματα στον Χ και του ζήτησε να συζητήσουν για το θέμα αυτό μετά από την επιστροφή του από επαγγελματικό ταξίδι στην Κίνα. Το βράδυ της 14-3-07, μετά από απαίτηση του Θ, συναντήθηκαν σε καφενείο στο ..., όπου ο κατηγορούμενος αυτός του ζήτησε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για αμοιβή του, προκειμένου να λήξει το θέμα της επιταγής. Του υποσχέθηκε μάλιστα προστασία με τη φράση "θα μου δώσεις 15.000 ευρώ και θα κλείσουμε το θέμα με την επιταγή και μάλιστα από δω και πέρα όποιος σε πειράξει θα έχει να κάνει μαζί μου". Όταν ο εγκαλών αρνήθηκε, ο ανωτέρω κατηγορούμενος τον απείλησε με τη φράση "θα μείνεις εδώ όλο το βράδυ, δεν πρόκειται να ξαναδείς το σπίτι σου, εγώ θα πάρω τα 15 χιλιάρικα" και ακολούθως τον επιβίβασε με τη βία στο αυτοκίνητο του, το οποίο δεν έφερε πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας και κινήθηκε στην ... με μεγάλη ταχύτητα και επικίνδυνους ελιγμούς. Ταυτόχρονα με τις απειλές "εδώ πιο πάνω έχω καθαρίσει και άλλον έναν που έκανε το ζόρικο όπως εσύ...ή θα μου δώσεις τα 15 χιλιάρικα ή θα σε στείλω στο νοσοκομείο για 8 μήνες, το ίδιο θα σου κοστίσει, ίσως και περισσότερο γιατί μόλις βγεις θα σε ξαναστείλω... δεν πρόκειται να γλυτώσεις από μας, ξέρουμε το σπίτι σου, ξέρουμε τη γυναίκα σου, μετά θα έρθει η σειρά της... κατάλαβες τι σου λέω, θα μου δώσεις τα χρήματα γιατί εγώ δεν αστειεύομαι, θα ανοίξω την πόρτα τώρα και θα σε πετάξω έξω..." και κρατώντας τον με το δεξιό χέρι του από το λαιμό, απαιτούσε το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό. Τότε ο εγκαλών υποσχέθηκε να του καταβάλει το ποσό των 15.000 € και ζήτησε χρόνο για να το συγκεντρώσει. Ο ανωτέρω κατηγορούμενος τον απείλησε και πάλι με τη φράση "πρόσεξε γιατί εάν δεν έχω τα χρήματα την Τετάρτη εσύ την Πέμπτη δεν θα ζεις...". Το απόγευμα της 21-03-2007 ο Θ πήγε πάλι στην εταιρία "ΣΑΙΝΤ ΤΖΩΡΤΖ Α.Ε." και με απειλητική διάθεση ζήτησε από την Ξ να δει τον Ψ. Επειδή αυτός απουσίαζε μίλησε μαζί του στο τηλέφωνο και αφού έφυγε για λίγα λεπτά, επανήλθε. Τότε ο Ψ επικοινώνησε με την υπάλληλό του τηλεφωνικά και της συνέστησε να αποχωρήσει από το γραφείο. Όταν αυτή είπε στον κατηγορούμενο ότι πρέπει να φύγει για επαγγελματικούς λόγους, αυτός εξαγριώθηκε και, αφού της είπε "δεν θα πας πουθενά", την εμπόδιζε να αποχωρήσει. Παρενέβη τότε υπάλληλος της ιδιωτικής ασφάλειας του κτιρίου, ο οποίος ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς από τον εγκαλούντα και η υπάλληλος βρήκε την ευκαιρία και αποχώρησε. Επιστρέφοντας στο γραφείο, μετά από μία ώρα, διαπίστωσε ότι ήταν κατεστραμμένος ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, ο εκτυπωτής, η ντουλάπα του γραφείου, ένα σερβίτσιο και διάφορα άλλα αντικείμενα. Περί ώρα 14.00, της 30-3-2007, ο Θ πήγε εκ νέου στην οικία του εγκαλούντος με απειλητικές διαθέσεις και αυτός φοβούμενος δεν του άνοιξε και κάλεσε την Άμεση Δράση. Τέλος, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν την ίδια ημέρα συμφώνησαν να καταβάλει στον κατηγορούμενο το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ την 4 ή την 5 Απριλίου 2007. Την 3-4-2007 ο εγκαλών υπέβαλε στο Τμήμα Δίωξης Εκβιαστών της Δ/νσης Ασφαλείας Αττικής την έγκλησή του κατά του Θ για την πράξη της εκβίασης και κατά των ... και Χ για ηθική αυτουργία σε εκβίαση. Από το Τμήμα αυτό προσημειώθηκαν τα χαρτονομίσματα και τις απογευματινές ώρες της 4-4-2007 ο Θ συνελήφθη στην κατοικία του Ψ, μόλις παρέλαβε το ανωτέρω χρηματικό ποσό. Στην έγκλησή του ο Ψ εκθέτει ότι ο ..., με τον οποίο έχει και παλαιότερη αντιδικία, ήταν υπάλληλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "CONFINE ΕΛΛΑΣ ΑΕΠΕΥ" της οποίας ο εγκαλών ήταν εμπορικός διευθυντής και η σύζυγός του μέτοχος κατά 70% και πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου, και με τη μεσολάβησή του ο κατηγορούμενος Χ αγόρασε μετοχές της εταιρίας αυτής. Έκτοτε ανέκυψαν διαφορές μεταξύ τους και για την αιτία αυτή εξέδωσε ο ίδιος (αφού εκβιάσθηκε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του) την ανωτέρω επιταγή η οποία δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Απολογούμενος κατά την προανάκριση και κατά την κυρία ανάκριση ο Θ αποκάλυψε ότι ανέλαβε την είσπραξη του ποσού της επιταγής κατ' εντολή του κατηγορουμένου Ζ, αρνήθηκε ότι απείλησε τον εγκαλούντα πλην όμως δέχθηκε ότι επισκέφθηκε κατ' επανάληψη το γραφείο του και την κατοικία του, καθώς και την κατοικία της μητέρας του, ομολόγησε ότι προκάλεσε φθορές σε πράγματα (ηλεκτρονικό υπολογιστή κλπ) στο γραφείο του και ότι με τη βία τον οδήγησε στη ... και ισχυρίσθηκε, αρχικά ότι τα χρήματα που θα εισέπραττε θα ήταν δικά του και στη συνέχεια ότι αν εισέπραττε ολόκληρο το ποσόν της επιταγής θα ελάμβανε ένα μέρος από αυτό ως "χαρτζιλίκι". Τέλος, όπως προκύπτει από την από 4-4-2007 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ... ενώπιον των αστυνομικών του Τμήματος Δίωξης Εκβιαστών, τον Δεκέμβριο του έτους 2006, ο κατηγορούμενος Θ είχε προσπαθήσει, με απειλητική εναντίον του συμπεριφορά, να εισπράξει και από αυτόν κάποιο χρηματικό ποσό που εφέρετο ότι όφειλε σε πελάτη του. Στις απολογίες τους οι λοιποί κατηγορούμενοι αρνήθηκαν την κατηγορία, πλην όμως οι εξ αυτών Χ και Ζ προέβαλαν διαμετρικά αντίθετους ισχυρισμούς, αποδίδοντας ο ένας στον άλλον την εντολή προς τον Θ για την είσπραξη του ποσού της επιταγής. Και οι ισχυρισμοί μεν του Χ ενισχύονται από την απολογία του Θ, εκείνοι δε του Ζ ενισχύονται από τις καταθέσεις του εγκαλούντος, της συζύγου του .... και της αδελφής αυτής Ξ. Από τα εκτεθέντα προκύπτουν εις βάρος των κατηγορουμένων Χ και Ζ επαρκείς ενδείξεις ενοχής οι οποίες δικαιολογούν και επιβάλλουν τον ακροαματικό έλεγχο της υπόθεσης αυτής". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, δεν παρατίθεται συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό με το οποίο να αποδεικνύεται α)ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του Ζ, προκάλεσαν την απόφαση, δηλαδή την με οποιονδήποτε τρόπο δημιουργία βούλησης στο δέκτη φυσικό αυτουργό, β)τα μέσα με τα οποία οι αναφερόμενοι πέτυχαν την κατά τα άνω πρόκληση και γ)τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της δράσης αυτών, ως ηθικών αυτουργών, και των τελεσθεισών αξιοποίνων πράξεων. Τέλος, δεν μνημονεύεται σχετικό περιστατικό που να θεμελιώνει το δόλοι του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του, συνιστάμενο στη συνείδηση αυτών ότι παρήγαγαν στον φυσικό αυτουργό Θ την απόφαση να εκτελέσει τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, καθώς και στη συνείδηση των αξιοποίνων πράξεων, στις οποίες τον παρακίνησαν. Οι παραλείψεις αυτές καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αναφορικά με την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις κατά τα άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν και για το λόγο αυτό, κατά παραδοχή του εκ του άρθρου 484 παρ.1 περ. δ' Κ.Π.Δ πρώτου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο βασίμως προβάλλεται η αιτίαση της ξένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου αναίρεσης, τόσο για τον αναιρεσείοντα, όσο και για τον συγκατηγορούμενό του Ζ, ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 469 Κ.Π.Δ., καθόσον οι λόγοι αναιρέσεως δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρ. 1016/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τόσο ως προς τον αναιρεσείοντα Χ, όσο και ως προς τον μη ασκήσαντα αναίρεση συγκατηγορούμενό του Ζ, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε εκβίαση, παράνομη βία, διατάραξη οικιακής ειρήνης και φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση στο αυτό Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Από κοινού ηθική αυτουργία σε εκβίαση, παράνομη βία, φθορά ξένης ιδιοκτησίας, διατάραξη οικιακής ειρήνης. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας, αναφορικά με τις προϋποθέσεις της κατ' άρθρο 46 του ΠΚ θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας, επεκτατικό αποτέλεσμα, κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ και για τον μη ασκήσαντα αναίρεση συγκατηγορούμενο στην ηθική αυτουργία. Αναιρεί και ως προς τον συγκατηγορούμενο και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ηθική αυτουργία, Συναυτουργία, Εκβίαση, Επεκτατικό αποτέλεσμα, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας, Βία παράνομη, Διατάραξη οικιακής ειρήνης.
2
Αριθμός 1375/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Φίλια, 2) Χ2 και 3) Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευτύχιο Αλιγιζάκη, περί αναιρέσεως της 2748/2007, 504/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, που δεν παρέστη και 2) Ψ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Βασιλόπουλο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Μαρτίου 2008 και 31 Μαρτίου 2008 αιτήσεις της Χ1, 21 Μαρτίου 2008 (δύο) αιτήσεις αναίρεσης των Χ2 και Χ3, αντίστοιχα και στους από 13 Ιανουαρίου 2009 (δύο) προσθέτους λόγους των Χ2 και Χ3, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1706/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του 2ου πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως 1) από 21-3-2008 του Χ3, 2) από 21-3-2008 του Χ2 και 3) από 3-3-2008 και 31-3-2008 της Χ1, καθώς και οι από 13.01.2009 και 13.01.2009 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως των δύο πρώτων αναιρεσειόντων κατά των 2748/ 2007 (παρεμπίπτουσας) και 504/2008 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την τελευταία των οποίων καταδικάστηκαν σε συνολική κάθειρξη 24 ετών ο πρώτος, 24 ετών ο δεύτερος και 6 ετών η τρίτη για τις αξιόποινες πράξεις της αρπαγής από κοινού, εκβίασης από κοινού και συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης οι δύο πρώτοι και απλής συνέργιας σε αρπαγή και εκβίαση ως και για ένταξη σε εγκληματική οργάνωση η τρίτη έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 473,509 Κ.Π.Δ. ). Συνεπώς, πρέπει λόγω συνάφειας να συνεκδικαστούν και να ερευνηθεί η βασιμότητα τους. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 187 του ΠΚ, με κάθειρξη μέχρι 10 ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα...322 (αρπαγή)...385 (εκβίαση)... του ΠΚ. Κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία) τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος, το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας. Από τις διατάξεις αυτές, όπως ισχύουν από τις 27.6.2001 μετά την αντικατάστασή τους με το Ν. 2928/2001 και την Αιτ. Έκθ. του τελευταίου, προκύπτει, ότι, η εγκληματική ομάδα της παρ. 1 διαστέλλεται από αυτή της παρ. 3 με βάση τρία κριτήρια ένα ποιοτικό (δομημένη ομάδα), ένα ποσοτικό (τρία ή περισσότερα πρόσωπα) και ένα χρονικό (διάρκεια δράσης). Συγκρότηση της εγκληματικής οργάνωσης είναι η καθοδηγητική και κατευθυντήρια συμβολή στη δημιουργία της. Μέλος της οργάνωσης αυτής είναι εκείνος, που υποτάσσει τη βούλησή του στην οργάνωση χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του στις κατ' ιδίαν πράξεις της οργάνωσης. Δομημένη ομάδα είναι εκείνη που δεν σχηματίζεται περιστασιακά για τη διάπραξη ενός εγκλήματος αλλά συγκροτείται για να έχει διαρκή δράση, ενώ υποκειμενικώς απαιτείται δόλος κάθε μέλους να θέλει την ένταξη του στην εγκληματική οργάνωση, ήτοι απαιτείται κάθε μέλος να έχει ως σκοπό τη διάπραξη περισσοτέρων από ένα κακουργημάτων, που αναφέρονται στη διάταξη της παρ. 1 (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο ειδικός δε αυτός δόλος νοείται συνολικός (ενιαίος) δηλ. τα μέλη να έχουν προαποφασίσει ήδη κατά την ίδρυση της οργάνωσης ότι η δράση τους θα εκδηλωθεί σε βάθος χρόνου με την τέλεση περισσοτέρων κακουργημάτων και χωρίς να έχουν καταστρωθεί οι λεπτομέρειες κλπ των εγκλημάτων τούτων. Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη, που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι: Οι αναιρεσείοντες Χ3, Χ2 μαζί με τους Ζ και Ξ, που δεν έχει συλληφθεί ακόμα, στις αρχές Σεπτεμβρίου 2001 συγκρότησαν ομάδα, που επεδίωκε τη διάπραξη κακουργημάτων κατά της προσωπικής ελευθερίας και περιουσίας τρίτων προσώπων (αρπαγών, εκβιάσεων) με σκοπό τον παράνομο πλουτισμό τους. Αρχηγός της ομάδας αυτής ήταν ο 1ος κατηγορούμενος (Χ3) και υπαρχηγός ο 2ος Ζ. Στην ομάδα αυτή προσχώρησε περί το τέλος Σεπτεμβρίου 2001 (και σε ημερομηνία που, επίσης δεν εξακριβώθηκε, πάντως πριν από τις 27 Σεπτεμβρίου) και η 4η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα Χ1, η οποία διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον 1°, με σκοπό να προσφέρει τη συνδρομή της στη διάπραξη κακουργημάτων, που οι πιο πάνω σχεδίαζαν. Το πρώτο θύμα που επέλεξαν ήταν ο επιχειρηματίας Ψ2, ο οποίος διατηρούσε στον ... εμπορική επιχείρηση με αντικείμενο την εμπορία βιομηχανικών ειδών και η εταιρεία του "Ζώνας ΑΕ" εμφάνιζε τους ισολογισμούς που δημοσίευαν στις οικονομικές εφημερίδες, σημαντικά κέρδη. Για το λόγο αυτό από κοινού αποφάσισαν να αξιώσουν εκβιαστικά από αυτόν καταβολή λύτρων, αρπάζοντας το γιο του Ψ1 και απειλώντας ότι αν δεν τα καταβάλει δεν θα τον ξαναδεί ζωντανό. Αφού προηγουμένως παρακολούθησαν τις κινήσεις των παραπάνω επιλεγέντων θυμάτων τους και διαπίστωσαν ότι ο Ψ2 βρισκόταν σε διακοπές, αποφάσισαν να θέσουν σε εφαρμογή το σχέδιο που αριστοτεχνικά είχαν καταστρώσει. Ειδικότερα, στις 26-9-2001, ο 3ος κατηγορούμενος Χ2 μίσθωσε από την εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων ... (λεωφ. ...) το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας FORD, τύπου MODEO, χρώματος BLUE BLACK, ενώ την επομένη (27-9-2001) η 4η κατηγορούμενη Χ1 έπεισε τον Φ (αρχικό συγκατηγορούμενό της που αθωώθηκε με την εκκαλούμενη) να εμφανιστεί ως δήθεν σύζυγός της στην ιδιοκτήτρια μονοκατοικίας στα ..., που όλοι από κοινού είχαν επιλέξει για την παράνομη κατακράτηση του Ψ1, μετά τη σχεδιαζόμενη αρπαγή του, και να προβεί στη μίσθωση της οικίας αυτής. Προκειμένου να πείσει η 4η κατηγορούμενη Χ1 τον Φ να προβεί στη μίσθωση της οικίας αυτής, του παρέστησε ότι τη χρειαζόταν η ίδια με τον 1° κατηγορούμενο για να τη χρησιμοποιούν ως ερωτικό καταφύγιο, δεδομένου ότι και οι δύο ήταν έγγαμοι. Στους ιδιοκτήτες της οικίας αυτής εμφανίστηκαν ως ζευγάρι που είχε τρία παιδιά (κοριτσάκια), ότι η Χ1 ονομαζόταν ... και ότι ήθελαν το σπίτι αυτό ως μόνιμη κατοικία, ώστε να φύγουν από την .... Μετά τη μίσθωση του αυτοκινήτου και της πιο πάνω οικίας, τις μεσημβρινές ώρες της 2.10.2001, γνωρίζοντας το δρομολόγιο που ακολουθούσε ο Ψ1, ο οποίος καθημερινά μετέβαινε στον ... και εργαζόταν στην επιχείρηση του πατέρα του, καιροφυλακτούσαν κατάλληλα εποχούμενοι, οι μεν δύο από αυτούς στο πιο πάνω νοικιασμένο αυτοκίνητο, ο τρίτος σε δίκυκλη μοτοσικλέτα, τύπου ENDURO, χρώματος μπλε και ο τέταρτος σε ΙΧΦ αυτοκίνητο κλειστού τύπου, χρώματος μπεζ, προσποιούμενοι στους αστυνομικούς και έχοντας μεταμφιεστεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνονται σαν αστυνομικοί (μπουφάν, κράνος λευκό, παντελόνι δερμάτινο, γυαλιά κ.λ.π.). Περί ώραν 16.30, ο Ψ1 αναχώρησε από τον τόπο εργασίας του στον ..., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του μάρκας TOYOTA, τύπου LAND CRUISE, με προορισμό το εξοχικό του σπίτι στην ... .... Στο ύψος της λεωφ. ... κοντά στο ... έστριψε δεξιά και μπήκε στην οδό .... Στο φανάρι ... και ... έστριψε αριστερά και κατευθύνθηκε στην παράπλευρη οδό της ..., που οδηγεί στο κύριο τμήμα της λεωφόρου, προκειμένου να βγει στην Εθνική Οδό. Στο σημείο αυτό και συγκεκριμένα στο ύψος του οικοδ. αριθ. ... της λεωφ. ..., οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής του Ψ1 τον παρακολουθούσαν, αποφάσισαν ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για να δράσουν. Το σημείο δε αυτό προφανώς είχαν προεπιλέξει, χωρίς να δώσουν σημασία στο ότι το μέρος ήταν πολυσύχναστο, δεδομένου ότι ήταν, όπως αναφέρθηκε, ντυμένοι σαν αστυνομικοί και ως τέτοιους θα τους νόμιζε ο κόσμος, οπότε κανείς δε θα πρόσεχε ούτε θα ενδιαφερόταν να μάθει τι έκανε η Αστυνομία στον οδηγό ενός περαστικού αυτοκινήτου. Για το λόγο αυτό, σύμφωνα με το σχέδιο που είχαν καταρτίσει, ο 1ος κατηγορούμενος, που οδηγούσε τη μοτοσικλέτα πλησίασε τον Ψ1 από την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του και, παριστάνοντας τον αστυνομικό, του φώναξε "Ασφάλεια, κάντε δεξιά", φράση την οποία επανέλαβε όταν διαπίστωσε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν υπάκουσε αμέσως. Ο Ψ1 αντιλήφθηκε ότι πίσω από το αυτοκίνητό του κινείτο το μισθωμένο από τους κατηγορουμένους πιο πάνω αυτοκίνητο, στο οποίο είχαν τοποθετήσει φάρο που αναβόσβηνε, και πίστεψε ότι του ζητούσαν να σταματήσει για αστυνομικό έλεγχο και σταμάτησε στο δεξιό της οδού. Αφού ζήτησε από αυτόν ο 1ος κατηγορούμενος άδεια κυκλοφορίας και δίπλωμα οδηγήσεως, ακολούθως του υπέδειξε να ανοίξει το πορτ - μπαγκάζ για έλεγχο. Ανυποψίαστος ο Ψ1, εξήλθε από τη θέση του οδηγού και άνοιξε το πορτ - μπαγκάζ. Τη στιγμή εκείνη σταμάτησε πίσω από το αυτοκίνητό του ένα κλειστό φορτηγό μάρκας TOYOTA, οδηγούμενο πιθανόν από το φυγόδικο Ξ, ενώ μπροστά από το αυτοκίνητο είχε σταθμεύσει το πιο πάνω μισθωμένο από τους κατηγορουμένους αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα να έχει εγκλωβιστεί αυτό (αυτοκίνητο Ψ1) ανάμεσά τους. Μόλις τέλειωσε ο δήθεν έλεγχος και ο Ψ1 έκλεισε το πορτ - μπαγκάζ, δέχθηκε την επίθεση των 1ου, 2ου και 3ου κατηγορουμένων και, συγκεκριμένα, ο πρώτος τον έσπρωξε προς το πεζοδρόμιο, ενώ οι δεύτερος και τρίτος του φόρεσαν χειροπέδες και τον επιβίβασαν βίαια στο φορτηγό αυτοκίνητο, όπου του φόρεσαν κουκούλα και του δήλωσαν ότι είναι της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, ότι είναι "μπλεγμένος" και ότι θα τον οδηγούσαν στην Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία. Στη συνέχεια, μετά από αρκετή περιπλάνηση, τον οδήγησαν στην πιο πάνω μισθωμένη από την 4η κατηγορουμένη και τον Φ μονοκατοικία, όπου τον κατακράτησαν δεμένο και φρουρούμενο διαρκώς και εναλλάξ ανά δυο από αυτούς, επιπλέον δε των χειροπεδών, είχαν δεσμεύσει αυτόν και με αλυσίδα. Την ίδια ημέρα, οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι τηλεφώνησαν στον πατέρα του αρπαγέντος και του γνωστοποίησαν την αρπαγή του γιου του, απαίτησαν δε από αυτόν την καταβολή 3.000.000 δολαρίων ΗΠΑ για να τον απελευθερώσουν, διαφορετικά απείλησαν ότι θα τον φονεύσουν. Ο Ψ2, που βρισκόταν στη ... όταν δέχθηκε το τηλεφώνημα των κατηγορουμένων, ανησύχησε για τη ζωή του παιδιού του και επικοινώνησε με γνωστό του αστυνομικό, ζητώντας συμβουλή, εκείνος δε τον προέτρεψε να καταγγείλει το γεγονός στην Ασφάλεια Αττικής. Το ίδιο βράδυ, ο Ψ2 ταξίδεψε για ... και κατάγγειλε αμέσως το γεγονός στη Διεύθυνση Ασφάλειας Αττικής, δηλώνοντας ότι επιθυμία του ήταν να μην τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του παιδιού του και ότι ήταν πρόθυμος να καταβάλει τα λύτρα. Μετά από αυτά, αστυνομικοί της Υπηρεσίας αυτής εγκαταστάθηκαν στην οικία του (...), όπου παρέμειναν καθ' όλη τη διάρκεια της παράνομης κατακράτησης του Ψ1, προβαίνοντας σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, αφενός για την ανακάλυψη των δραστών και αφετέρου για την ασφαλή απελευθέρωση του αρπαγέντος και την ψυχολογική στήριξη της οικογένειάς του. Επακολούθησαν αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα των δυο πρώτων κατηγορουμένων προς τον Ψ2, τα οποία καταγράφονταν από τους αστυνομικούς και με τα οποία, κατά τις υποδείξεις των αστυνομικών, ο τελευταίος έκανε διαπραγματεύσεις με τους δυο πρώτους κατηγορουμένους, οι οποίοι τελικά περιόρισαν τις απαιτήσεις τους στο ποσό των 500.000.000 δραχμών, που αξίωσαν να τους παραδοθεί σε δολάρια ΗΠΑ και από το οποίο ποσό τελικά τους παρέδωσε αυτός, σε δολάρια, 460.000.000 δρχ. (που μπόρεσε να μαζέψει και δέχθηκαν εκείνοι) στις 3.12.2001, αφού προηγουμένως και επί διήμερο με εικονικά ραντεβού για την παράδοση των λύτρων τον είχαν περιπλανήσει, παρακολουθώντας τον εναλλάξ οι τρεις πρώτοι από αυτούς για να βεβαιωθούν ότι δεν παρακολουθεί η Αστυνομία, γεγονός που είχε τεθεί και από τον Ψ2, ο οποίος, φοβούμενος για τη ζωή του παιδιού του, απαίτησε την μη ανάμειξη των αστυνομικών κατά το στάδιο παραδόσεως των λύτρων. Η παράδοση των λύτρων έγινε τελικά κοντά στη γέφυρα, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ... στο ..., μετά από υποδείξεις (τηλεφωνικές) προς τον Ψ2 από τον 1° κατηγορούμενο να πετάξει την τσάντα με τα χρήματα ποσού 1.180.000 δολαρίων ΗΠΑ (τα οποία είχαν προσημειωθεί προηγουμένως) στον παράδρομο της λεωφόρου ..., από όπου την παρέλαβε ο 2ος κατηγορούμενος και, στη συνέχεια, μοιράστηκαν μεταξύ τους το προϊόν των παρανόμων αυτών πράξεών τους. Τις απογευματινές ώρες της επόμενης ημέρας και αφού προηγουμένως είχαν προβεί στην καταμέτρηση των λύτρων και είχαν βεβαιωθεί ότι δεν τους είχε παρακολουθήσει η Αστυνομία, οδήγησαν τον Ψ1 στην περιοχή ..., όπου τον εγκατέλειψαν με κλεισμένα μάτια και δεμένο κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ελευθερωθεί μόνος του, όταν οι ίδιοι θα είχαν απομακρυνθεί από το σημείο της εγκατάλειψης, όπως και έγινε τελικά. Αφού δε ο Ψ1 κατάφερε να ελευθερωθεί από τα δεσμά του αυτά, προχώρησε πεζός μέχρι τη λεωφόρο ... και από εκεί, με ταξί, έφτασε στο σπίτι του, έχοντας απωλέσει κατά το διάστημα της κράτησης του 20 - 25 κιλά βάρος (από 100 περίπου έπεσε στα 75 -80), αξύριστος με γενειάδα και με εμφανή τα σημάδια της κακομεταχείρισής του κατά τη διάρκεια της παράνομης κατακράτησής του. Αυτός προφανώς ήταν και ο λόγος για τον οποίο δεν ζήτησε τη βοήθεια ενοίκων παρακειμένων οικιών, αφού υπήρχε περίπτωση στην κατάσταση αυτή να μη δεχόταν κανείς να του ανοίξει την πόρτα, αλλά ούτε και να συνομιλήσει μαζί του. Το ίδιο βράδυ έδωσε κατάθεση για τα συμβάντα σε βάρος του και, με βάση τα στοιχεία που είχε συλλέξει η Διεύθυνση Ασφάλειας Αττικής άρχισε η προσπάθεια εντοπίσεως των δραστών. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι επικοινωνούσαν με τον πατέρα του αρπαγέντος με 26 συνολικά κινητά τηλέφωνα, χρησιμοποιώντας διαφορετικές τηλεφωνικές συνδέσεις FREE 2.GO, για τις οποίες δεν παρέχονται από τις εταιρίες κινητής τηλεφωνίας στοιχεία συνδρομητών, προκειμένου να αποφύγουν τον εντοπισμό τους, συνομιλούσαν δε από διαφορετικό σημείο κάθε φορά και φρόντιζαν οι συνομιλίες να είναι σύντομες. Στις ελάχιστες δε φορές που, μετά από απαίτηση του Ψ2, ο τελευταίος μιλούσε με το γιο του προκειμένου να πεισθεί ότι αυτός είναι καλά και να τους καταβάλει τα λύτρα, για να μην εντοπισθεί ο τόπος κρατήσεως του, χρησιμοποιούσαν τρία κινητά τηλέφωνα και δη αυτό στο οποίο μιλούσε ο Ψ1, τον οποίο ανέβαζαν στο πάνω πάτωμα της μονοκατοικίας, εκείνο στο οποίο οι ίδιοι καλούσαν και το οποίο ένωναν με άλλο από το οποίο είχαν καλέσει τον Ψ2 (βλ. επ' αυτού πρωτόδικη κατάθεση του Αστυνομικού ..., που αναγνώστηκε από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης). Κατά τη διάρκεια, όμως, των διαπραγματεύσεων αυτών και την άρση του απορρήτου των εν λόγω τηλεφωνικών συνδέσεων, οι κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν το ίδιο καρτοκινητό και για τις μεταξύ τους συνομιλίες, με αποτέλεσμα η εταιρία κινητής τηλεφωνίας ... να γνωρίσει στη Διεύθυνση Ασφάλειας Αττικής τους κωδικούς δυο τηλεφωνικών συνδέσεων από αυτές που χρησιμοποιήθηκαν, των οποίων χρήστης ήταν ο 1ος κατηγορούμενος και ο ανήλικος γιος του ..., τα στοιχεία του οποίου είχαν δηλωθεί στην πιο πάνω εταιρία. Μετά την επεξεργασία των στοιχείων αυτών και λοιπές ενέργειες της πιο πάνω Αστυνομικής Αρχής (παρακολουθήσεις κ.λπ.), έγινε έρευνα στις 7.1.2002 στις οικίες των δυο πρώτων κατηγορουμένων, όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στην μεν οικία του πρώτου κινητό τηλέφωνο που χρησιμοποιήθηκε για την επικοινωνία του με τον Ψ2, στην δε οικία του δευτέρου ένα μασούρι με δυναμίτιδα, με πυροκροτητή και φυτίλι μήκους περίπου 10 εκατοστών, περιτυλιγμένο με καφέ πλαστική ταινία, δηλαδή έτοιμος αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός, ένας φορητός ασύρματος (ραδιοσταθμός CB), καθώς και 15 χαρτονομίσματα των εκατό δολαρίων που προέρχονταν από τα ως άνω προσημειωμένα. Στη συνέχεια, μετά και από τις περιγραφές του Ψ1, ανακαλύφθηκε και η οικία οπού αυτός κρατήθηκε όμηρος μέχρι να καταβληθούν τα λύτρα, καθώς και ποιος είχε μισθώσει το αυτοκίνητο που χρησιμοποιήθηκε στην αρπαγή. Οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι, μετά τη σύλληψή τους, αρνήθηκαν τις κατηγορίες, ισχυριζόμενοι ότι δεν έχουν καμιά σχέση, μετά δε την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης και τη σύλληψη των υπολοίπων, ισχυρίστηκαν ότι πράγματι οι δυο πρώτοι από αυτούς ήταν αυτοί που τηλεφωνούσαν στον Ψ2, αυτό όμως το έπραξαν σε συνεννόηση με τον Ψ1, ο οποίος είχε οργανώσει την αρπαγή του και είχε υποσχεθεί αμοιβή σ' αυτούς, προκειμένου να εισπράξει ασφαλιστική αποζημίωση, ενεργώντας από κοινού στο σχέδιό του αυτό με τον ασφαλιστή .... Μετά την εξακρίβωση, όμως, του γεγονότος ότι ο αρπαγείς καμιά ασφάλεια τέτοιου είδους δεν είχε καταρτίσει ούτε με ελληνική ούτε με αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία (ούτε και μπορούσε να καταρτίσει, δεδομένου ότι, όπως καταθέτει ο ανωτέρω ασφαλιστής, ασφάλιση απαγωγής δεν υπάρχει), οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι στην ενέργειά του αυτή προέβη ο Ψ1 για να αποσπάσει χρήματα από τον πατέρα του και ότι ο ίδιος παρέλαβε τελικώς τα λύτρα, χωρίς μάλιστα να καταβάλει σ' αυτούς τη συμφωνηθείσα αμοιβή, ενώ για να δικαιολογήσουν την κατοχή από τον δεύτερο των προσημειωμένων δολαρίων, ισχυρίζονται ότι αυτός (2ος) τα αφαίρεσε από την τσάντα κατά την παραλαβή της από τον Ψ2. Ο ισχυρισμός αυτός των κατηγορουμένων είναι παντελώς αβάσιμος, αφού, όπως αποδείχθηκε, ο Ψ1 ήταν υποδιευθυντής στην ανώνυμη εταιρία του πατέρα του, είχε οικονομική άνεση, ανεξάρτητα δε από το γεγονός ότι οι γονείς του ήταν σε διάσταση, οι σχέσεις της οικογένειας ήταν πολύ καλές, ζούσαν όλοι στο ίδιο σπίτι, είχαν κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που δόθηκαν για λύτρα αποσύρθηκε από κοινούς λογαριασμούς, ανάληψη από τους οποίους μπορούσε να κάνει και ο ίδιος ο αρπαγείς, χωρίς η ανάληψη αυτή να εξαρτάται από την προηγουμένη έγκριση του πατέρα του. Εξάλλου, οι κατηγορούμενοι δεν είναι σε θέση να δώσουν εξήγηση γιατί δεν ανέφεραν τα περιστατικά αυτά κατά τη σύλληψή τους, δοθέντος μάλιστα ότι, όπως υποστηρίζουν, δεν είχαν λάβει καν την αμοιβή που τους είχε υποσχεθεί. Ισχυρίζεται, ακόμη, ο 1ος κατηγορούμενος ότι ο Ψ1 τους έδωσε τρεις φορές, ως αμοιβή, από 500.000 δρχ. Όμως, δεν προκύπτει ότι ο τελευταίος ή τρίτος ανέλαβε από κάποιο λογαριασμό το ποσό αυτό. Ο ίδιος κατηγορούμενος ισχυρίζεται, απολογούμενος στο παρόν Δικαστήριο, και ότι ο Ψ1 ήθελε να χαλάσει τη σχέση του πατέρα του με μια κοπέλα, ενώ είχε αφήσει για καμουφλάζ τη γενειάδα και δεν είχε χάσει βάρος. Όμως, με δεδομένο ότι ο Ψ2 αγνοούσε την υποτιθέμενη συμπαιγνία σε βάρος του, δεν καταθέτει τι λόγο είχε ο τελευταίος να βεβαιώσει την απώλεια βάρους και την καταπονημένη εμφάνιση του γιου του, αν πράγματι αυτή δεν υπήρχε. Ακόμη, όσον αφορά τους τρεις πρώτους κατηγορουμένους, αποδείχθηκαν και τα εξής, τα οποία ενισχύουν την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αβασιμότητα των ως άνω ισχυρισμών τους: 1. Η ισχυριζόμενη ανάγκη ανευρέσεως "ερωτικού καταφυγίου" δεν δικαιολογούσε τη μίσθωση τόσο ευρύχωρης μονοκατοικίας, ούτε σε τόσο απομακρυσμένο μέρος από τις κατοικίες και τις εργασίες των 1ου και 4ης κατηγορουμένων (...). Απλώς θα χρησίμευε ως τόπος κατακρατήσεως του παθόντος, ώστε οι φύλακες να μένουν στο επάνω πάτωμα και ο ίδιος στο ημιυπόγειο. Μάλιστα, ο τελευταίος, ενώ θα μπορούσε να φωνάξει και να γνωστοποιήσει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν στους περαστικούς από το παράθυρο του ημιυπόγειου, δεν το έπραξε, φοβούμενος για τη ζωή του και τη σωματική του ακεραιότητα. 2. Όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο παθών στην πρωτοβάθμια δίκη, ο 3ος κατηγορούμενος (Χ2) είχε μια συμπεριφορά σκληρή απέναντί του, τον έβρισε και τον χτύπησε όταν ένα βράδυ ήθελε να πάει στην τουαλέτα και ήταν αυτός που τον έδεσε με την αλυσίδα. 3. Τα δολάρια που δόθηκαν ως λύτρα είχαν, όπως αναφέρθηκε, προσημειωθεί και, επομένως, αν τα είχε εισπράξει ο ίδιος ο παθών, δεν θα μπορούσε να τα εξαργυρώσει. Αν πάλι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, όπως ισχυρίζονται, ότι τα χρήματα ήταν προσημειωμένα, δεν δικαιολογείται γιατί ο 2ος πήρε μέρος από αυτά, αφού έτσι εξετίθετο στον κίνδυνο να συλληφθεί. 4. Στις 24.5.2002 εξερευνήθηκε λεπτομερώς η εν λόγω μονοκατοικία και διαπιστώθηκαν, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθ. Φ.2002/01/10875 έκθεση εξερεύνησης και την από 24.5.2002 έκθεση αυτοψίας των αρμοδίων Αστυνομικών Οργάνων, μεταξύ άλλων, τα παρακάτω: α) Στα δεξιά φύλλα των παντζουριών των δυο μπαλκονόπορτων του σαλονιού ήταν διανοιγμένες από μια τρύπα στο καθένα διαμέτρου 1 cm περίπου. Οι τρύπες καλύπτονταν από τεμάχια χάρτου που ήταν κολλημένα στα παντζούρια με συγκολλητική ταινία χρώματος καφέ ανοιχτού μόνο από την πάνω πλευρά της τρύπας. Το κάτω άκρο του χάρτου ήταν ελεύθερο, έτσι ώστε αν κάποιος το σήκωνε να μπορούσε να κατοπτεύσει τον εξωτερικό χώρο της οικίας. β) Στο δεξιό φύλλο του παντζουριού της μπαλκονόπορτας του υπνοδωματίου, όπως βλέπουμε από το εσωτερικό, υπήρχαν δυο τρύπες όμοιες με τις παραπάνω χωρίς να καλύπτονται από χαρτιά, πλην πάνω από αυτές υπήρχαν υπολείμματα κόλας που αποδεικνύει ότι και αυτές ήταν καλυμμένες με τον ίδιο τρόπο. γ) Στο δάπεδο του λεβητοστασίου και συγκεκριμένα κοντά στην πόρτα που βρέθηκε κλειδωμένη και το συνέδεε με το διάδρομο υπήρχαν ίχνη (στάχτες) από φωτιά. Και δ) βρέθηκαν πολλές τρίχες και διάφορα δακτυλικά αποτυπώματα. Τα αποτυπώματα, όπως προκύπτει από το από 26.5.2002 έγγραφο του Τμήματος Εξερευνήσεων της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, ανήκαν στον παθόντα Ψ1, στους 1° και 2° κατηγορουμένους (Χ3 και Ζ) και στον φυγόδικο Ξ. Το γεγονός ότι, άγνωστο για ποιο λόγο, δεν βρέθηκαν αποτυπώματα και του 3ου κατηγορουμένου (Χ2) δεν ασκεί επιρροή ούτε συνηγορεί υπέρ της παραδοχής του ισχυρισμού του ότι δεν είχε καμιά συμμετοχή, δεδομένου και του ότι δεν βρέθηκαν αποτυπώματα ούτε της 4ης κατηγορουμένης, η οποία συνομολογεί ότι επισκέφθηκε την μισθωθείσα από αυτήν οικία (πριν από το χρόνο της αρπαγής), αλλά και του ότι, αν η αρπαγή οργανώθηκε από τον ίδιο τον παθόντα, ο τελευταίος δεν θα είχε κανένα λόγο να ενοχοποιήσει και τον 3° κατηγορούμενο, με τον οποίο υποτίθεται ότι δεν είχε έλθει σε καμιά επαφή ή συμφωνία. 5. Το αυτοκίνητο μισθώθηκε, όπως αναφέρθηκε, από τον 3° κατηγορούμενο την παραμονή της υπογραφής του μισθωτηρίου για τη μονοκατοικία (26.9.2001) και ως ημέρα επιστροφής συμφωνήθηκε η 29.9.2001, πλην η μίσθωση παρατάθηκε μέχρι 2.10.2001 (ημέρα αρπαγής) και επεστράφη αυτό την επομένη (βλ. σχετικό συμφωνητικό). Από αυτά συνάγεται ότι το αυτοκίνητο μισθώθηκε αποκλειστικά και μόνο για να χρησιμοποιηθεί για την τέλεση της αρπαγής του Ψ1. Και 6) κατ' αίτηση του συνηγόρου υπεράσπισης του 1ου κατηγορουμένου, ο ιατρός ..., Ειδικός Ιατροδικαστής, Επίτιμος Προϊστάμενος Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, συνέταξε την από 5.5.2003 ιατροδικαστική γνωμοδότηση σχετικά με την κατάσταση ενός ανθρώπου που παρέμεινε επί 63 ημέρες υπό καθεστώς ομηρίας με τις ίδιες συνθήκες που ισχυρίζεται ότι παρέμεινε ο Ψ1. Η γνωμοδότηση αυτή δεν παρέχει τα εχέγγυα της πραγματογνωμοσύνης, αφού συντάχθηκε όχι κατ' εντολή του Δικαστηρίου ή ανακριτικού υπαλλήλου, αλλά κατ' αίτηση διαδίκου, και εκτιμάται ως έγγραφο. Όμως, και αυτή ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα: Και ο ως άνω ιατρός δέχεται ότι, μετά από 63 ημέρες κατάκλισης και με διατροφή που αποτελείται από ένα τοστ και μια πορτοκαλάδα ημερησίως, είναι έκδηλη, μεταξύ άλλων, η απώλεια βάρους, την οποία, όπως αναφέρθηκε, παρουσίαζε ο παθών. Δέχεται ακόμη ότι οι εν λόγω συνθήκες κράτησης δημιουργούν και νευροψυχικές διαταραχές, πράγμα που έχει συμβεί και στον παθόντα. Οι δε χειροπέδες ναι μεν δημιουργούν προβλήματα μυϊκά και κυκλοφορίας, όπως λέγει ο ιατρός, πλην στα χέρια του παθόντος υπήρχαν κοκκινίλες, αλλά δεν είχαν προκληθεί σοβαρά προβλήματα, γιατί οι χειροπέδες δεν ήταν σφιγμένες, όπως καταθέτει ο πατέρας του, κατά διηγήσεις του γιου του. Όσον αφορά τη δυνατότητα του παθόντος να βαδίσει, από τον τόπο που τον απελευθέρωσαν μέχρι τη λεωφόρο που επιβιβάστηκε σε ταξί, 2 χιλιόμετρα, ο ιατρός δεν είναι τελείως αρνητικός (λέγει ότι δεν υφίσταται τέτοια δυνατότητα, αλλά και αν υποτεθεί ότι μπορεί να-πράξει τούτο με μεγάλη δυσκολία, θέλει τουλάχιστον μια και πλέον ώρα να καλύψει την απόσταση αυτή). Πάντως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η κάλυψη, με μεγάλη δυσκολία, από τον παθόντα της αποστάσεως αυτής οφείλεται στο ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως και στη θέλησή του να επανέλθει στην οικία του και στην οικογένειά του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η 4η κατηγορουμένη, γνωρίζοντας τα σχέδια των υπολοίπων, δεδομένου ότι διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον 1°, εντάχθηκε στην εγκληματική ομάδα που είχαν συστήσει αυτοί και πρόσφερε τη συνδρομή της, πείθοντας τον Φ να προβεί στη μίσθωση της μονοκατοικίας στα ..., όπου κρατήθηκε ο Ψ1, παρουσιάζοντας μάλιστα αυτόν ως σύζυγό της. Ενώ και κατά την κράτηση του αρπαγέντος βοήθησε, παραχωρώντας στον 1° το κινητό της τηλέφωνο για να επικοινωνήσει με τον Ψ2. Χαρακτηριστική είναι η κατάθεση του μάρτυρα ..., γείτονα των ιδιοκτητών της μισθωμένης μονοκατοικίας, ο οποίος είδε τους 1° και 4η κατηγορουμένους ένα Σαββατοκύριακο να πλένουν το αυτοκίνητό τους έξω από το σπίτι. Από το συνδυασμό της καταθέσεως αυτής σε συνδυασμό με την ομολογία του περιστατικού αυτού από τον 1° κατηγορούμενο και την κατάθεση του παθόντος ότι γυναικεία φωνή δεν άκουσε, συνάγεται ότι το περιστατικό αυτό έγινε κατά το μοναδικό Σαββατοκύριακο που παρεμβαλλόταν μεταξύ της υπογραφής του μισθωτηρίου (27.9.2001) και της αρπαγής (2.10.2001). Μετά δε την απελευθέρωση του Ψ1 φρόντισε για τον καθαρισμό του σπιτιού και την απόκρυψη ενοχοποιητικών στοιχείων (κάψιμο διαφόρων πραγμάτων που είχαν χρησιμοποιηθεί από τους κατηγορουμένους). Και για μεν τα ίχνη της φωτιάς αναφέρθηκε παραπάνω. Για το ότι δε η 4η κατηγορουμένη προέβη στην αφή της φωτιάς σημειώνεται ότι: Ο μάρτυρας ... καταθέτει ότι πριν από την αλλαγή του χρόνου (δηλαδή κατά μήνα Δεκέμβριο του 2001 και μετά την απελευθέρωση του αρπαγέντος) έλαβε χώραν το περιστατικό με τη φωτιά και αναγνώρισε μέσα από τους καπνούς την 4η κατηγορουμένη κατά 95%. Από αυτό, όμως, δημιουργείται στο Δικαστήριο πλήρης δικανική πεποίθηση ότι πράγματι η 4η κατηγορουμένη έβαλε τη φωτιά, εφόσον, όπως η ίδια ομολογεί, παρέδωσε το σπίτι το Μάιο του 2002, και, επομένως, καμιά άλλη γυναίκα δεν αποδείχθηκε ότι είχε πρόσβαση σ' αυτό. Ο ισχυρισμός της, λοιπόν, ότι δεν γνώριζε το σκοπό για τον οποίο επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί η οικία αυτή είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι αυτή, κατά τη διάρκεια της κατακράτησης του παθόντος και συγκεκριμένα από τότε που έπλενε το αυτοκίνητο μαζί με τον 1° μέχρι τότε που έβαλε τη φωτιά δεν επισκέφθηκε ούτε μια φορά το μίσθιο (έτσι εξηγείται γιατί ο παθών δεν άκουσε γυναικεία φωνή), πράγμα που δεν δικαιολογείται αν δεν γνώριζε ότι εκεί κατακρατείται παράνομα ο Ψ1, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι συνέχιζε να καταβάλει τα μισθώματα (ανεξάρτητα αν τα κατέβαλε εξ ιδίων ή από χρήματα που τις έδινε ο 1ος) μιας οικίας που, κατά τους ισχυρισμούς της, θα χρησίμευε ως ερωτικό καταφύγιο. Η κρίση αυτή ενισχύεται, ακόμη, και από τη σκέψη ότι η εν λόγω κατηγορουμένη, αν πράγματι δεν γνώριζε, έπρεπε, όταν πληροφορήθηκε το συμβάν, ότι δηλαδή ο 1ος κατηγορούμενος χρησιμοποίησε το μίσθιο για σκοπό άλλον από αυτόν για τον οποίο το είχε μισθώσει αυτή και μάλιστα για την τέλεση σοβαρότατης αξιόποινης πράξης, να παρουσιαστεί στην Αστυνομία και να το καταγγείλει. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η ομάδα, την οποία, όπως προαναφέρθηκε, συνέστησαν οι 1ος, 2ος και 3ος κατηγορούμενοι (μαζί με το φυγόδικο), στην οποία εντάχθηκε και η 4η, φέρει το χαρακτήρα όχι απλής συμμορίας της παρ. 3 του άρθρου 187 ΠΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται, επικουρικά, οι 1ος και 2ος, αλλά εγκληματικής οργάνωσης της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, αφού α) απετελείτο από άτομα πλέον των τριών, β) είχε δομή (αρχηγό, υπαρχηγό, οι οποίοι ενεργούσαν βάσει σχεδίου που είχαν καταστρώσει), γ) είχε διαρκή δράση, η οποία διακόπηκε με την απελευθέρωση του παθόντος και τη σύλληψη των δραστών και δεν αποδείχθηκε ότι είχε συγκροτηθεί μόνο για την αρπαγή του Ψ1, ότι θα διαρκούσε μέχρι να εισπραχθούν τα λύτρα και ότι κατόπιν θα διαλυόταν και δ) επεδίωκε τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 322 και 385 ΠΚ. Μετά από αυτά, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι για τις αξιόποινες πράξεις της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης, της αρπαγής από κοινού και της εκβίασης από κοινού και η 4η για ένταξη σε εγκληματική οργάνωση και για απλή συνεργεία σε αρπαγή και σε εκβίαση. Σημειώνεται, ότι, η εγκληματική οργάνωση συγκροτήθηκε στις αρχές Σεπτεμβρίου 2001 και ότι η 4η κατηγορουμένη εντάχθηκε σ' αυτήν περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2001 (σε μη διακριβωθέντα επακριβώς χρόνο, οπωσδήποτε, όμως, πριν από τη μίσθωση της μονοκατοικίας στις 27.9.2001), δεδομένου ότι η ορθή διευκρίνιση του χρόνου τελέσεως δεν ασκεί επιρροή στην ταυτότητα του εν λόγω εγκλήματος και στην παραγραφή του και είναι επιτρεπτή. Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες των πράξεων αυτών και τους επέβαλε τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ποινές καθείρξεως. Με αυτά που δέχτηκε, το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 187 παρ. 1, 322, 385 παρ. 1 και 47 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, όσον αφορά το πρώτο έγκλημα, το οποίο αποτελεί και το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου όλων των αιτήσεων αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται όλα τα περιστατικά εκείνα και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το άνω Δικαστήριο έκρινε ενόχους τους αναιρεσείοντες της πράξεως της συγκροτημένης εγκληματικής οργάνωσης κατά την έννοια του άρθρου 187 παρ. 1 και όχι του εγκλήματος της παρ. 3 του ίδιου άρθρου (συμμορίας), όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Πλέον συγκεκριμένα, κατά τα δεκτά γενόμενα από το άνω Δικαστήριο, οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες ως και οι άνω δύο αλλοδαποί στις αρχές του Σεπτεμβρίου 2001 και προς το σκοπό διαπράξεως αρπαγών και εκβιασμών για να προσπορίζονται λύτρα συγκρότησαν εγκληματική οργάνωση, η οποία ήταν δομημένη και σκοπό είχε τη διαρκή τέλεση τέτοιων κακουργημάτων. Στην οργάνωση δε αυτή περί τα τέλη του Σεπτεμβρίου του 2001 και προς της 27ης του μηνός εκείνου εντάχτηκε και η αναιρεσείουσα Χ1, γνωρίζοντας και αποδεχόμενη τον εγκληματικό σκοπό αυτής. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρεται ο τρόπος τελέσεως των άνω εγκλημάτων της αρπαγής και εκβίασης, εκτίθεται σαφώς η εγκληματική προετοιμασία των αναιρεσειόντων ως και το παράνομο αποτέλεσμα της είσπραξης των 460.000.000 δραχμών από τον πατέρα του απαχθέντος θύματος Ψ1. Ειδικότερα εκτίθεται ότι προηγήθηκε από τον αναιρεσείοντα Χ2 η μίσθωση του αναφερομένου αυτοκινήτου από την εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στην απαγωγή του Ψ1, όπως και χρησιμοποιήθηκε την 2-10-2001 κατά την απαγωγή του, κατά την οποία οι τέσσερις δράστες χρησιμοποίησαν και μοτοσικλέτα τύπου ENDURO και άλλο ένα φορτηγό κλειστό αυτοκίνητο TOYOTA, στο οποίο βίαια τον οδήγησαν, αφού προηγουμένως εμφανίστηκαν με στολές αστυνομικών στον δήθεν έλεγχο του απαχθέντος οδηγού Ψ1, ενώ παράλληλα η αναιρεσείουσα Χ1 είχε ήδη ενοικιάσει την οικία στα ..., δήθεν για κατοικία, εξαπατώντας την ιδιοκτήτρια αυτής, ενώ η οικία χρησιμοποιήθηκε από αυτούς ως κρησφύγετο και τόπος ομηρίας του Ψ1 επί 63 ημέρες, όπου τον είχαν με χειροπέδες και αλυσοδεμένο. 'Οτι είχαν ανοίξει μικρές τρύπες στα κουφώματα της οικίας εκείνης για να κατοπτεύουν τον έξωθεν χώρο, μετά δε την απαγωγή χρησιμοποίησαν 26 κινητά τηλέφωνα για τα οποία δεν παρέχονται από τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας στοιχεία συνδρομητών, με τα οποία συνομιλούσαν με τον πατέρα του απαχθέντος Ψ2, από διαφορετικό τόπο κάθε φορά για να αποφύγουν τον εντοπισμό τους ενώ προκειμένου να συνομιλούν πατέρας και γιος για να πεισθεί ο πατέρας ότι ο γιος του είναι καλά χρησιμοποιούσαν τρία κινητά τηλέφωνα, εκείνο το οποίο μιλούσε ο Ψ1, τον οποίο ανέβαζαν στο πάνω πάτωμα της μονοκατοικίας αυτής, εκείνο με το οποίο οι ίδιοι καλούσαν και το οποίο ένωναν με άλλο από το οποίο είχαν καλέσει τον πατέρα Ψ2. Ότι στην οικία του συμμέτοχου τους άνω Ζ, βρέθηκαν κατά την έρευνα ένα μασούρι με δυναμίτιδα, με πυροκροτητή και φυτίλι μήκους 10 εκατοστών περιτυλιγμένο με καφέ πλαστική ταινία, δηλαδή έτοιμος αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός, και ένας φορητός ασύρματος (ραδιοσταθμός CB). Ότι η αναιρεσείουσα Χ1, η οποία πλήρωνε τα ενοίκια της οικίας- κρησφύγετου, στην οποία είχε εμφανιστεί στην αρχή της μίσθωσης και μετά την απόλυση του απαχθέντος, καίοντας μάλιστα αντικείμενα που ήσαν ενοχοποιητικά και σχετικά με το έγκλημα της αρπαγής, ενώ το σπίτι αυτό το παρέδωσε αργότερα και δη το Μάιο του 2002. Μάλιστα η ίδια είχε παραχωρήσει στο Χ3 το κινητό τηλέφωνο της για να επικοινωνήσει με τον Ψ2. Ότι οι αναιρεσείοντες Χ3 και Χ2 και ο αλλοδαπός Ζ κανόνιζαν εικονικά ραντεβού με τον πατέρα Ψ2, που διήρκεσαν επί διήμερο μέχρι της παραδόσεως των λύτρων, στη συμβολή των οδών ... και ... στο ..., όπου, καθ' υπόδειξη του Χ3 ο πατέρας Ψ2, πέταξε την τσάντα με τα λύτρα στον παράδρομο της λεωφόρου ..., απ' όπου την παρέλαβε ο άνω αλλοδαπός και τα μοίρασαν μεταξύ τους. Έτσι, με αυτά που δέχτηκε το άνω Δικαστήριο, η εγκληματική αυτή οργάνωση ήταν δομημένη από περισσότερα των τριών άτομα με διαρκή και όχι περιστασιακό σκοπό τέλεσης του εγκλήματος της αρπαγής και εκβίασης προς πορισμό λύτρων με την κακουργηματική τους μορφή και ως εκ τούτου ορθώς το Δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε την παράγραφο 1 του άρθρ. 187 του ΠΚ και όχι εκείνη της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, δέχτηκε δε ότι η σύλληψη των τριών αναιρεσειόντων απλώς ανέκοψε τη διαρκή εγκληματική δράση της οργάνωσης. Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου, από το αρθρ. 510 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι όλων των αιτήσεων αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης, απαιτείται κατά τις πιο πάνω διατάξεις να υπάρχει σε όλες χωρίς εξαίρεση τις δικαστικές αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Παρεμπίπτουσες είναι οι αποφάσεις εκείνες με τις οποίες το δικαστήριο δεν αποφαίνεται τελειωτικά επί της κατηγορίας αλλά μόνο επί κάποιου ζητήματος, που αναφύεται στη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι ο συνήγορος των δύο πρώτων αναιρεσειόντων ζήτησε να κληθούν οι απολειπόμενοι μάρτυρες ... και ..., οι οποίοι καίτοι κλήθηκαν δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας ευθύς μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, την προβολή βιντεοκασετών και την ανάγνωση των αναγνωστέων εγγράφων, μεταξύ των οποίων αναγνώσθηκαν και οι καταθέσεις των μαρτύρων τούτων, που περιέχονται στα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και μάλιστα χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από κανέναν και ειδικότερα με την αιτιολογία ότι το Δικαστήριο (της ουσίας) δεν κρίνει ότι η προσέλευση των ανωτέρω αστυνομικών (..., ...), από τους οποίους ο πρώτος εκτελεί διατεταγμένη υπηρεσία στα ... και ο δεύτερος έχει συνταξιοδοτηθεί και η κατάθεσή τους ενώπιον του ακροατηρίου θα προσφέρει τίποτε επιπλέον προς διαλεύκανση της υπόθεσης, εν όψει και του ότι οι πρωτόδικες καταθέσεις τους ήταν διεξοδικές και κατατοπιστικές. Η αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης, εν όψει της αναγνώσεως των πρωτόδικων καταθέσεων των μαρτύρων τούτων, οι οποίες εκτιμήθηκαν ως διεξοδικές και κατατοπιστικές και των λόγων της απουσίας τους, κρίνεται πλήρης ως απαιτεί το Σύνταγμα και το άρθρο 139 ΚΠΔ. Συνεπώς και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ δεύτερος λόγος των αναιρέσεων των Χ3 και Χ2 είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, οι άνω αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος πολιτικού ενάγοντος Ψ2 και στα δικαστικά έξοδα. (αρθρ. 583. παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 21-3-2008 και 21-3-2008 αιτήσεις των Χ3 και Χ2, τις από 31-3-2008 και 3-3-2008 αιτήσεις της Χ1, καθώς και τους από 13-1-2009 και 13-1-2009 προσθέτους λόγους των Χ3 και Χ2 για αναίρεση των 2748/2007 και 504/2008 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος Ψ2 από πεντακόσια (500) ευρώ. Επιβάλλει στον καθένα από τους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αρπαγή, εκβίαση, συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης. Έννοια εγκληματικής οργάνωσης. Έννοια συμμορίας. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται σε όλες τις δικαστικές αποφάσεις οριστικές παρεμπίπτουσες ή σε εκείνες που η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αρπαγή, Εκβίαση, Οργάνωση εγκληματική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1374/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 543/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1068/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 370/10-8-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ, την αριθμ. 92/16-5-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, οδ. ..., η οποία ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον ίδιο και στρέφεται κατά του αριθμ. 543/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το αριθμ. 2392/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και απιστία δικηγόρου (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 375 παρ. 2α-1β, 233 εδ. α-β ΠΚ). Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη το αριθμ. 543/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε την έφεση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 6-5-2008 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 ΚΠοινΔ, στη συνέχεια δε επιδόθηκε στις 8-5-2008 και στον διορισθέντα αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών Θρασύβουλο Κονταξή, η δε αίτηση ασκήθηκε στις 16-5-2008 ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών Διαμαντή Δημητρόπουλου, συνετάγη δε από εκείνον η αριθμ. 92/16-5-2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η απόλυτη ακυρότητα. Τέλος, το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα και για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη της παραγ. 1 του άρθρου 375 ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και κατά την διάταξη της παραγ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/96, αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο, στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη και υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δευτέρα παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, μεταξύ των οποίων και εκείνης που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και ε) το πράγμα κατά τον χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιανδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στη δική του περιουσία. Το ζήτημα αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας με βάση τον χρόνο τελέσεως της πράξης και αναλόγως της αξίας που έχει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση το υπεξαιρεθέν αντικείμενο και δεν προσδιορίζεται από το νόμο κάποιο συγκεκριμένο ποσό ως μέτρο για το χαρακτηρισμό της αξίας ως ιδιαίτερα μεγάλης (ΑΠ 1846/1997 ΠΧ, ΜΗ, 619). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή προκαταβλήθηκε, κατ'άρθρο 721 ΑΚ σ'αυτόν από τον εντολέα για την εκτέλεσή της ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που έλαβε ή προκαταβλήθηκαν σ'αυτόν για την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά λήφθηκαν σε μετρητά είτε με κατάθεση σε προσωπικό λογαριασμό του. Γι'αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή προκαταβλήθηκαν σ'αυτόν και δεν διατέθηκαν προς τούτο διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 ΠΚ (ΑΠ 1426/2004 ΠΧ, ΝΕ, 610, ΑΠ 614/1998 ΠΧ, ΜΘ, 60, ΑΠ 367/88 ΠΧ, ΛΓ, 43). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης αυτής (375 παρ. 2 ΠΚ) σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 713 ΑΚ προκύπτει ότι για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαίρεσης την ιδιότητα του εντολοδόχου, πρέπει μεταξύ του παθόντος και του δράστη της υπεξαίρεσης να έχει συναφθεί σύμβαση εντολής (ΑΠ 1258/98 ΠΧ, ΜΘ, 691). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 233 εδ. α του ΠΚ, δικηγόρος ή άλλος νομικός παραστάτης που βλάπτει με πρόθεσή του εκείνον, των συμφερόντων του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία... τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Κατά δε το εδάφ. β' της άνω διάταξης, αν όμως ενήργησε αφού συνεννοήθηκε με αυτούς που έχουν αντίθετα συμφέροντα ή επιδιώκοντας κέρδος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από την παραπάνω διάταξη (233 εδ. α) προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας δικηγόρου, το οποίο συρρέει αληθινά με το έγκλημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης (ΑΠ 217/79 ΠΧ, ΚΘ, 453, Κωστάρας Συστ. Ερμ. ΠΚ άρθρο 233 αριθμ. 55) απαιτείται α) η ιδιότητα του δράστη ως δικηγόρου ή άλλου νομίμου συμπαραστάτη β) η ανάθεση σ'αυτόν υπόθεσης με εντολή ή με έμμισθη εντολή ακόμη και ενέργεια στα πλαίσια της εντολής, που η υπόθεση μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη γ) η από πρόθεση πρόκληση βλάβης των συμφερόντων εκείνου, του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία, η οποία μπορεί να μην είναι αποκλειστικά περιουσιακή, δ) ενέργεια στα πλαίσια του επαγγέλματος του δικηγόρου και όχι άσχετη με αυτό (ΑΠ 1128/2004 ΠΧ, ΝΕ, 517). Η βλάβη, με την επέλευση της οποίας τελειώνεται το αδίκημα είναι δυνατόν να επέλθει τόσο από ενέργεια δικηγόρου, όσο και από παράλειψη (Μπουρόπουλος Ποιν. Κώδ. υπ'άρθρο 233). Η επιβαρυντική περίσταση (εδάφ. τελευταίο) συντρέχει αν ο δράστης του αδικήματος του προηγουμένου εδαφίου ενήργησε επιδιώκοντας κέρδος, ως τέτοιο δε νοείται μόνο το υλικό και όχι και η ηθική ωφέλεια. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστικά ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1565/2002 ΠΧ, ΝΓ, 536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ, ΝΑ, 244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1687/2002 σε Συμβούλιο Π.Χ., ΝΓ, 638, ΑΠ 336/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΜΖ, 33). Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αλλά και με συμπληρωματικές δικές του σκέψεις, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις του εγκαλούντα και των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, όλα τα έγγραφα που είναι συνημμένα στη δικογραφία, σε συνδυασμό προς την απολογία του κατηγορουμένου και τα διαλαμβανόμενα στο υπόμνημα αυτού καθώς και στην κρινόμενη έφεσή του, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος-εκκαλών Χ1 είναι δικηγόρος, διατηρώντας δικηγορικό γραφείο στη συμβολή των οδών .... στην .... Σε βάρος του εγκαλούντα Ψ1 εκκρεμούσε ποινική δικογραφία για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος, στα πλαίσια δε της σχετικής ανάκρισης είχαν κατασχεθεί εις χείρας του τα χρηματικά ποσά των 14.200 ευρώ και 100 δολαρίων ΗΠΑ, καθώς και ένα βιβλιάριο καταθέσεων της Εθνικής Τράπεζας με αριθμό λογαριασμού ... και με κατατεθειμένο το ποσό των 24.405,08 ευρώ. Ο τελευταίος αυτός λογαριασμός δεσμεύτηκε στις 3-3-2004 με την υπ'αριθμ. 166/3-3-2004 Διάταξη του Ανακριτή του Γ' Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Πληρεξούσιο δικηγόρο του ο εγκαλών για την υπεράσπισή του και για την εν γένει διεκπεραίωση της ως άνω υποθέσεώς του διόρισε τον κατηγορούμενο. Η εν λόγω υπόθεση εκδικάστηκε στις 24-2-2005 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, στην σχετική δε συνεδρίαση ο κατηγορούμενος πράγματι παραστάθηκε ως συνήγορος υπεράσπισης του νυν εγκαλούντος και εξεδόθη η υπ'αριθμ. 108-116/24-2-2005 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή, παρότι ο εγκαλών καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και ΧΠ 6.000 ευρώ, διατάχθηκε η απόδοση σ'αυτόν ως ιδιοκτήμονα των ως άνω κατασχεθέντων εις χείρας του χρηματικών ποσών των 14.200 ευρώ και 100 δολαρίων ΗΠΑ, καθώς και του βιβλιαρίου καταθέσεων της Εθνικής Τράπεζας, με αριθμό λογαριασμού ... και με κατατεθειμένο το ποσό των 24.405,09 ευρώ. Κατόπιν αυτού, ο εγκαλών, δυνάμει του υπ'αριθμ. ... πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Δράγιου του Αριστείδη, παρεχώρησε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον κατηγορούμενο Χ1 καθώς και στον αδελφό του Φ1, όπως, αντ'αυτού και για λογαριασμό του, είτε από κοινού, είτε ο καθένας χωριστά, αναλαμβάνουν, μεταξύ των άλλων, χρήματα από τον ανωτέρω υπ'αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό του και υπογράφουν κάθε εξοφλητική απόδειξη. Στις 12-5-2005, κάνοντας χρήση του ανωτέρω πληρεξουσίου, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας ως πληρεξούσιος δικηγόρος του εγκαλούντα, αλλά και ως εντολοδόχος αυτού, εμφανίστηκε στο υποκατάστημα .... της Εθνικής Τράπεζας και ανέλαβε το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 24.400 ευρώ από τον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό, το οποίο παρακράτησε ο ίδιος χωρίς κανένα νόμιμο δικαιολογητικό λόγο και το ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία του, χωρίς να το αποδώσει αμέσως, σύμφωνα με εντολή που είχε λάβει από το εγκαλούντα, στον πιο πάνω αδελφό του τελευταίου Φ1. Ταυτόχρονα, με την ενέργειά του αυτή, έβλαψε με πρόθεση τον παραπάνω εγκαλούντα πελάτη του, των συμφερόντων του οποίου είχε αναλάβει την νομική προστασία, επιδιώκοντας κέρδος και δη το ποσό των 24.400 ευρώ, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, παράνομα ιδιοποιήθηκε. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος, δέχεται μεν ότι εισέπραξε το ως άνω ποσό των 24.400 ευρώ, αλλά υποστηρίζει στη συνέχεια ότι η συμφωνία που είχε κάνει με τον εγκαλούντα ήταν ότι, εφόσον η ποινή που θα επιβαλλόταν στον τελευταίο θα ήταν κατώτερη των δέκα ετών και εφόσον με την απόφαση του δικαστηρίου θα του απεδίδοντο τα ανωτέρω κατασχεθέντα και δεσμευθέντα χρηματικά ποσά, τότε θα τα εισέπραττε και θα τα κρατούσε ο ίδιος ως αμοιβή του. Ισχυρίζεται επίσης ότι για το λόγο αυτό εξέδωσε την υπ'αριθμ. ... απόδειξη παροχής υπηρεσιών στο όνομα του εγκαλούντος πελάτη του για ποσό 17.900 ευρώ, την οποία μάλιστα καταχώρησε στο βιβλίο εσόδων-εξόδων του γραφείου του, ενώ δέχεται ότι έχει λάβει και κάποιο άλλο χρηματικό ποσό από τον αδελφό του εγκαλούντα, πολύ μικρότερο των 12.000 ευρώ, πλην όμως αυτό αφορούσε αμοιβή του για άλλη υπόθεση. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου κρίνονται προφανώς αβάσιμοι, καθόσον ο μάρτυρας Φ1 (αδελφός του εγκαλούντα) καταθέτει ενόρκως ότι το ανωτέρω ποσό των 24.400 ευρώ ο κατηγορούμενος όφειλε και είχε συμφωνηθεί να το αποδώσει σ'αυτόν, ενώ την αμοιβή του ως άνω κατηγορουμένου είχε καταβάλει σ'αυτόν ο ίδιος ο μάρτυρας τμηματικά και δη ποσό 4.000 ευρώ δύο μήνες περίπου πριν την εκδίκαση της υπόθεσης και ποσό 8.000 ευρώ μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως και μάλιστα χωρίς να λάβει σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Την τελευταία αυτή καταβολή των 8.000 ευρώ επιβεβαιώνει ενόρκως και ο μάρτυρας Ε1, εργοδότης του ανωτέρω Φ1. Eίναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε πολύ αργότερα (Ιούλιο 2005) την απόδειξη παροχής υπηρεσιών ποσού 17.900 ευρώ, επειδή οχλείτο για την επιστροφή του ποσού των 24.400 ευρώ από τον εγκαλούντα και τον αδελφό του. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι τα δεσμευθέντα χρήματα είχαν συμφωνηθεί ως αμοιβή του, έρχεται σε αντίθεση και με την κοινή λογική, καθόσον, αν αυτό ήταν αληθές, στο προρρηθέν πληρεξούσιο θα έπρεπε να αναφέρεται ως εντολοδόχος μόνον ο ίδιος και όχι ο αδελφός του εγκαλούντα Φ1. Ακόμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ότι η παρακράτηση του αναληφθέντος χρηματικού ποσού των 24.400 ευρώ δεν οφείλεται σε συμφωνία του κατηγορουμένου με τον εγκαλούντα, να λάβει δηλαδή ο πρώτος το εν λόγω ποσό ως νόμιμη αμοιβή για την εκπροσώπηση του εγκαλούντος στο ποινικό δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση, σε άσκηση δικαιώματος επισχέσεως, μέχρι να του καταβληθεί η συμφωνηθείσα αμοιβή και ότι το ποσό των 12.000 ευρώ, το οποίο ο κατηγορούμενος είχε ήδη λάβει από τον Φ1 ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την εκπροσώπηση του ήδη εγκαλούντος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά στις 18-2-2005, δόθηκε αποκλειστικά και μόνον για τη συγκεκριμένη αιτία και δεν επρόκειτο για αμοιβή του κατηγορουμένου για άλλες υποθέσεις, που αυτός διεξήγαγε για λογαριασμό του Φ1, (όπως παράσταση στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά στις 7-6-2005, διαφορά αυτού με το δικηγόρο Δ1). Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και της απιστίας δικηγόρου και για το λόγο αυτό απέρριψε την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του αριθμ. 2392/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, καθόσον αφορά το αίτημα του κατηγορουμένου περί άρσεως των περιοριστικών όρων που έχουν επιβληθεί σ'αυτόν για τις αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και της απιστίας δικηγόρου, δυνάμει της υπ' αριθμ. 43/7-11-2006 διατάξεως του 7ου Τακτικού Ανακριτή Πλημμελειοδικών Αθηνών, η ισχύς της οποίας διατηρήθηκε με το αριθμ. 2392/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι είναι απολύτως αναγκαίο να διατηρηθούν οι ως άνω περιοριστικοί όροι, προκειμένου να διασφαλιστούν οι επιδιωκόμενοι στο άρθρο 296 Κ.Ποιν.Δ. σκοποί, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι, όπως και ο ίδιος ο αιτών-κατηγορούμενος παραδέχεται με την έφεσή του, έχει ήδη καταδικασθεί για άλλες αξιόποινες πράξεις και έχει κρατηθεί στις φυλακές ... και ... και μάλιστα για ικανό χρονικό διάστημα, όπως αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι έλαβε πέντε (5) τακτικές άδειες απουσίες, αφού, κατά την κρίση του, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για τις αποδιδόμενες σ'αυτόν πράξεις της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και της απιστίας δικηγόρου και με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές απέρριψε το αίτημα του για άρση των περιοριστικών αυτών όρων. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμα του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου με αριθμό 2392/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφορικά με τις πράξεις της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και απιστίας δικηγόρου, καθώς και το αίτημα αυτού περί άρσεως των περιοριστικών όρων, που του έχουν επιβληθεί για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις δυνάμει της αριθμ. 43/7-11-2006 διατάξεως του 7ου Τακτικού Ανακριτή Πλημμελειοδικών Αθηνών, η ισχύς της οποίας διατηρήθηκε με το αριθμ. 2392/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375 και 233 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, καθώς και τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε απολύτως αναγκαίο να διατηρηθούν οι περιοριστικοί όροι για την επίτευξη των αναφερομένων στο άρθρο 296 Κ.Π.Δ. σκοπών. Περαιτέρω, όπως ρητώς αναφέρεται στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών για να μορφώσει την παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα κρίση του επί της συγκεκριμένης υποθέσεως, έλαβε υπόψη "τις καταθέσεις του εγκαλούντα και των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, όλα τα έγγραφα που είναι συνημμένα στη δικογραφία, σε συνδυασμό προς την απολογία του κατηγορουμένου και τα διαλαμβανόμενα στο υπόμνημα αυτού καθώς και στην κρινόμενη έφεσή του". 'Αρα δίχως αμφιβολία έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο κατηγορούμενος με την αριθμ. 570/2007 έφεση του, γεγονός που συνάγεται και από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος και δεν συνάγεται το αντίθετο, ούτε από τη μη ιδιαίτερη μνεία αυτών ή τη μη αναφορά του περιεχομένου των, ούτε από το ότι το Συμβούλιο δεν κατέληξε σε απαλλακτική κρίση για τον αναιρεσείοντα. Ακόμη, δεν είναι βάσιμη η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα προέβη σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιοποίηση του αριθμ. ... πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Δράγιου του Αριστείδη, με το οποίο ο εγκαλών Ψ1 παρεχώρησε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο καθώς και στον Φ1, όπως αντ'αυτού και για λογαριασμό του, είτε από κοινού, είτε ο καθένας χωριστά, αναλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, χρήματα από τον αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό του και ότι δεν έλαβε υπόψη του τις από Ιανουάριο και Ιούνιο 2005 εξουσιοδοτήσεις αυτού (Ψ1) προς τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, οι οποίες είχαν νόμιμα θεωρηθεί από τη Δικαστική Φυλακή ..., με τις οποίες χορηγούσε σ'αυτόν το δικαίωμα αναλήψεως των χρημάτων. Η ιδιαίτερη μνεία στο σκεπτικό του βουλεύματος μόνο του αριθμ.... πληρεξουσίου γίνεται γιατί το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτό μεγαλύτερη αποδεικτική σημασία, αφού με το πληρεξούσιο αυτό έγινε η ανάληψη των χρημάτων, χωρίς από το γεγονός αυτό να υποδηλώνεται ότι δεν συνεκτιμήθηκαν και οι από Ιανουάριο και Ιούνιο 2005 εξουσιοδοτήσεις. Οι λοιπές αναφερόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις του αναιρεσείοντα πλήττουν, με το πρόσχημα της ελλείψεως της αιτιολογίας, την επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου Εφετών, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικώς και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Συνεπώς ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ'Κ.Π.Δ. λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Αβάσιμος επίσης είναι ο λόγος της αίτησης αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα επειδή δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και συγκεκριμένα αυτές των άρθρων 43 παρ. 1 και 31 παρ. 2 Κ.Π.Δ., όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 4 και 2 Ν.3160/2003, αντίστοιχα, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, καίτοι ενεργήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών προκαταρκτική εξέταση, ύστερα από την από 23-9-2005 έγκληση του Ψ1 κατ'αυτού, ο ίδιος δεν κλήθηκε νόμιμα για παροχή εξηγήσεων με αποτέλεσμα να μη περατωθεί νόμιμα η προκαταρκτική εξέταση και να είναι άκυρη η ασκηθείσα, στη συνέχεια, κατ'αυτού ποινική δίωξη με την από 20-4-2006 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών προς τον Ανακριτή του 7ου Τακτικού Τμ. Αθηνών για διενέργεια κυρίας ανακρίσεως και να παραβιασθεί έτσι το δικαίωμα εμφάνισης, εκπροσώπησης και υπεράσπισης αυτού ως υπόπτου, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, και συγκεκριμένα από το από 8-12-2005 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πταισματοδικείου Αθηνών ..., αλλά και από το προσβαλλόμενο βούλευμα, ο αναιρεσείων είχε κληθεί, από την εντεταλμένη για τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης Πταισματοδίκη Αθηνών του 9ου Τμήματος, νόμιμα, να παράσχει εξηγήσεις, στην αναγραφομένη στην έγκληση διεύθυνση κατοικίας του και δη στην οδό ... και..., η οποία εφόσον δεν είχε διενεργηθεί προανάκριση, θεωρείται ως τόπος κατοικίας του (ΑΠ 193/2006, ΑΠ 1010/2006), αφού από τα μέχρι τότε στοιχεία της δικογραφίας δεν προέκυπτε και ως εκ τούτου δεν ήταν γνωστό στην επιδίδουσα αρχή, ότι αυτός είχε άλλη γνωστή διαμονή και ειδικότερα, ότι ήταν κρατούμενος στη δικαστική φυλακή ... από 14-11-2005, αλλά και πέραν αυτών, ναι μεν σύμφωνα με το τελευταίο εδ. της παραγράφου 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ. πρέπει να κλητεύεται πράγματι ο ύποπτος, όμως η διάταξη αυτή δεν καθιερώνει και ρητή υποχρέωση κλητεύσεως του υπόπτου υπό την έννοια ότι αν δεν κληθεί και δη νόμιμα ότι δεν περατώνεται νόμιμα η προκαταρκτική εξέταση ώστε να δημιουργείται ακυρότητα αυτής και της εν συνεχεία ασκηθείσας ποινικής δίωξης, αφού θα ακολουθήσει προανάκριση ή κυρία ανάκριση, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, όπου και θα γίνει κλήση για απολογία οπωσδήποτε -άρθρα 245 παρ. 1 και 270 παρ. 1 Κ.Π.Δ. (Κονταξής Κ.Ποιν.Δ. υπό άρθρο 31). Επομένως το Συμβούλιο Εφετών, που με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, απέρριψε τον σχετικό, περί απολύτου ακυρότητας, λόγο εφέσεως, ορθά έκρινε. Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1α' και δ' Κ.Ποιν.Δ. είναι αβάσιμοι και, πρέπει, να απορριφθούν, συνακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). Για τους λόγους αυτούς- Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 92/16-5-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 του κατοίκου ..., κατά του αριθμ. 543/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Αθήνα 7 Ιουλίου 2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη της παραγ. 1 του άρθρου 375 ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και κατά την διάταξη της παραγ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/96, αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο, στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη και υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, μεταξύ των οποίων και εκείνης που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και ε) το πράγμα κατά τον χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξης να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιανδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στη δική του περιουσία. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή προκαταβλήθηκε, κατ'άρθρο 721 ΑΚ, σ'αυτόν από τον εντολέα για την εκτέλεσή της ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που έλαβε ή προκαταβλήθηκαν σ'αυτόν για την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά λήφθηκαν σε μετρητά είτε με κατάθεση σε προσωπικό λογαριασμό του. Γι'αυτό, σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή προκαταβλήθηκαν σ'αυτόν και δεν διατέθηκαν προς τούτο διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 ΠΚ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης αυτής (375 παρ. 2 ΠΚ) σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 713 ΑΚ προκύπτει ότι για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαίρεσης την ιδιότητα του εντολοδόχου, πρέπει μεταξύ του παθόντος και του δράστη της υπεξαίρεσης να έχει συναφθεί σύμβαση εντολής. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 233 εδ. α του ΠΚ, δικηγόρος ή άλλος νομικός παραστάτης που βλάπτει με πρόθεσή του εκείνον, των συμφερόντων του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία... τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Κατά δε το εδάφ. β' της άνω διάταξης, αν όμως ενήργησε αφού συνεννοήθηκε με αυτούς που έχουν αντίθετα συμφέροντα ή επιδιώκοντας κέρδος, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από την παραπάνω διάταξη (233 εδ. α) προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας δικηγόρου, το οποίο συρρέει αληθινά με το έγκλημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, απαιτείται α) η ιδιότητα του δράστη ως δικηγόρου ή άλλου νομίμου συμπαραστάτη β) η ανάθεση σ'αυτόν υπόθεσης με εντολή ή με έμμισθη εντολή ακόμη και ενέργεια στα πλαίσια της εντολής, που η υπόθεση μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη γ) η από πρόθεση πρόκληση βλάβης των συμφερόντων εκείνου, του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία, η οποία μπορεί να μην είναι αποκλειστικά περιουσιακή, δ) ενέργεια στα πλαίσια του επαγγέλματος του δικηγόρου και όχι άσχετη με αυτό. Η βλάβη, με την επέλευση της οποίας περατούται το αδίκημα, είναι δυνατόν να επέλθει τόσο από ενέργεια δικηγόρου, όσο και από παράλειψη. Η επιβαρυντική περίσταση (εδάφ. τελευταίο) συντρέχει αν ο δράστης του αδικήματος του προηγουμένου εδαφίου ενήργησε επιδιώκοντας κέρδος, ως τέτοιο δε νοείται μόνο το υλικό Τέλος, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστικά ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 543/2008 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, ορθώς αποφάνθηκε με το υπ'αρ. 2392/2007 βούλευμά του, ότι προέκυπταν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος του αναιρεσείοντος, για τις πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και της απιστίας δικηγόρου (άρθρα 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 375 παρ.2α-1β, 233 εδ.α-β του ΠΚ) και τον παρέπεμψε συνακόλουθα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων αυτών και απέρριψε την εκ μέρους του αναιρεσείοντος ασκηθείσα έφεση. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αλλά και με συμπληρωματικές δικές του σκέψεις, δέχθηκε ότι, από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων και από τα έγγραφα, σε συνδυασμό προς την απολογία του εκκαλούντος κατηγορουμένου και τα διαλαμβανόμενα στο υπόμνημα αυτού και στην κρινόμενη έφεσή του, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος-εκκαλών Χ1 είναι δικηγόρος, διατηρώντας δικηγορικό γραφείο στη συμβολή των οδών ..., στην .... Σε βάρος του εγκαλούντα Ψ1 εκκρεμούσε ποινική δικογραφία για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος, στα πλαίσια δε της σχετικής ανάκρισης είχαν κατασχεθεί εις χείρας του τα χρηματικά ποσά των 14.200 ευρώ και 100 δολαρίων ΗΠΑ, καθώς και ένα βιβλιάριο καταθέσεων της Εθνικής Τράπεζας με αριθμό λογαριασμού ... και με κατατεθειμένο το ποσό των 24.405,08 ευρώ. Ο τελευταίος αυτός λογαριασμός δεσμεύτηκε στις 3-3-2004 με την υπ'αριθμ. 166/3-3-2004 Διάταξη του Ανακριτή του Γ' Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Πληρεξούσιο δικηγόρο του ο εγκαλών για την υπεράσπισή του και για την εν γένει διεκπεραίωση της ως άνω υποθέσεώς του διόρισε τον κατηγορούμενο. Η εν λόγω υπόθεση εκδικάστηκε στις 24-2-2005 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, στην σχετική δε συνεδρίαση ο κατηγορούμενος πράγματι παραστάθηκε ως συνήγορος υπεράσπισης του νυν εγκαλούντος και εξεδόθη η υπ'αριθμ. 108-116/24-2-2005 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή, παρότι ο εγκαλών καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και ΧΠ 6.000 ευρώ, διατάχθηκε η απόδοση σ'αυτόν ως ιδιοκτήμονα των ως άνω κατασχεθέντων εις χείρας του χρηματικών ποσών των 14.200 ευρώ και 100 δολαρίων ΗΠΑ, καθώς και του βιβλιαρίου καταθέσεων της Εθνικής Τράπεζας, με αριθμό λογαριασμού ... και με κατατεθειμένο το ποσό των 24.405,09 ευρώ. Κατόπιν αυτού, ο εγκαλών, δυνάμει του υπ'αριθμ. ... πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Δράγιου του Αριστείδη, παρεχώρησε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον κατηγορούμενο Χ1 καθώς και στον αδελφό του Φ1, όπως, αντ'αυτού και για λογαριασμό του, είτε από κοινού, είτε ο καθένας χωριστά, αναλαμβάνουν, μεταξύ των άλλων, χρήματα από τον ανωτέρω υπ'αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό του και υπογράφουν κάθε εξοφλητική απόδειξη. Στις 12-5-2005, κάνοντας χρήση του ανωτέρω πληρεξουσίου, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας ως πληρεξούσιος δικηγόρος του εγκαλούντα, αλλά και ως εντολοδόχος αυτού, εμφανίστηκε στο υποκατάστημα ... της Εθνικής Τράπεζας και ανέλαβε το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 24.400 ευρώ από τον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό, το οποίο παρακράτησε ο ίδιος χωρίς κανένα νόμιμο δικαιολογητικό λόγο και το ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία του, χωρίς να το αποδώσει αμέσως, σύμφωνα με εντολή που είχε λάβει από το εγκαλούντα, στον πιο πάνω αδελφό του τελευταίου Φ1. Ταυτόχρονα, με την ενέργειά του αυτή, έβλαψε με πρόθεση τον παραπάνω εγκαλούντα πελάτη του, των συμφερόντων του οποίου είχε αναλάβει την νομική προστασία, επιδιώκοντας κέρδος και δη το ποσό των 24.400 ευρώ, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, παράνομα ιδιοποιήθηκε. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος, δέχεται μεν ότι εισέπραξε το ως άνω ποσό των 24.400 ευρώ, αλλά υποστηρίζει στη συνέχεια ότι η συμφωνία που είχε κάνει με τον εγκαλούντα ήταν ότι, εφόσον η ποινή που θα επιβαλλόταν στον τελευταίο θα ήταν κατώτερη των δέκα ετών και εφόσον με την απόφαση του δικαστηρίου θα του απεδίδοντο τα ανωτέρω κατασχεθέντα και δεσμευθέντα χρηματικά ποσά, τότε θα τα εισέπραττε και θα τα κρατούσε ο ίδιος ως αμοιβή του. Ισχυρίζεται επίσης ότι για το λόγο αυτό εξέδωσε την υπ'αριθμ. ... απόδειξη παροχής υπηρεσιών στο όνομα του εγκαλούντος πελάτη του για ποσό 17.900 ευρώ, την οποία μάλιστα καταχώρησε στο βιβλίο εσόδων-εξόδων του γραφείου του, ενώ δέχεται ότι έχει λάβει και κάποιο άλλο χρηματικό ποσό από τον αδελφό του εγκαλούντα, πολύ μικρότερο των 12.000 ευρώ, πλην όμως αυτό αφορούσε αμοιβή του για άλλη υπόθεση. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου κρίνονται προφανώς αβάσιμοι, καθόσον ο μάρτυρας Φ1 (αδελφός του εγκαλούντα) καταθέτει ενόρκως ότι το ανωτέρω ποσό των 24.400 ευρώ ο κατηγορούμενος όφειλε και είχε συμφωνηθεί να το αποδώσει σ'αυτόν, ενώ την αμοιβή του ως άνω κατηγορουμένου είχε καταβάλει σ'αυτόν ο ίδιος ο μάρτυρας τμηματικά και δη ποσό 4.000 ευρώ δύο μήνες περίπου πριν την εκδίκαση της υπόθεσης και ποσό 8.000 ευρώ μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως και μάλιστα χωρίς να λάβει σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Την τελευταία αυτή καταβολή των 8.000 ευρώ επιβεβαιώνει ενόρκως και ο μάρτυρας Ε1 εργοδότης του ανωτέρω Φ1. Eίναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε πολύ αργότερα (Ιούλιο 2005) την απόδειξη παροχής υπηρεσιών ποσού 17.900 ευρώ, επειδή οχλείτο για την επιστροφή του ποσού των 24.400 ευρώ από τον εγκαλούντα και τον αδελφό του. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι τα δεσμευθέντα χρήματα είχαν συμφωνηθεί ως αμοιβή του, έρχεται σε αντίθεση και με την κοινή λογική, καθόσον, αν αυτό ήταν αληθές, στο προρρηθέν πληρεξούσιο θα έπρεπε να αναφέρεται ως εντολοδόχος μόνον ο ίδιος και όχι ο αδελφός του εγκαλούντα Φ1. Τέλος, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με δικές του συμπληρωματικές σκέψεις δέχθηκε ότι η παρακράτηση του αναληφθέντος χρηματικού ποσού των 24.400 ευρώ δεν οφείλεται σε συμφωνία του κατηγορουμένου με τον εγκαλούντα, να λάβει δηλαδή ο πρώτος το εν λόγω ποσό ως νόμιμη αμοιβή για την εκπροσώπηση του εγκαλούντος στο ποινικό δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση, σε άσκηση δικαιώματος επισχέσεως, μέχρι να του καταβληθεί η συμφωνηθείσα αμοιβή και ότι το ποσό των 12.000 ευρώ, το οποίο ο κατηγορούμενος είχε ήδη λάβει από τον Φ1 ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την εκπροσώπηση του ήδη εγκαλούντος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά στις 18-2-2005, δόθηκε αποκλειστικά και μόνον για τη συγκεκριμένη αιτία και δεν επρόκειτο για αμοιβή του κατηγορουμένου για άλλες υποθέσεις, που αυτός διεξήγαγε για λογαριασμό του Φ1, (όπως παράσταση στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά στις 7-6-2005, διαφορά αυτού με το δικηγόρο Δ1)". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των προαναφερομένων εγκλημάτων, για τα οποία ο αναιρεσείων κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375 και 233 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, αναφέρει λεπτομερώς στην προσβαλλομένη απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε αναγκαίο να διατηρηθούν οι περιοριστικοί όροι για την επίτευξη των αναφερομένων στο άρθρο 296 ΚΠΔ σκοπών, εγκειμένων εις το ότι ο αναιρεσείων έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για άλλες αξιόποινες πράξεις και έχει κρατηθεί στις φυλακές ..., ... και ... για μεγάλο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, όμως ρητώς αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου να μορφώσει την παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα κρίση του για τα συγκεκριμένα αδικήματα, έλαβε υπόψη "τις καταθέσεις του εγκαλούντα και των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, όλων τα έγγραφα που είναι συνημμένα στη δικογραφία, σε συνδυασμό προς την απολογία του κατηγορουμένου και τα διαλαμβανόμενα στο υπόμνημα αυτού, καθώς και στην υπό κρίση έφεσή του". Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει δίχως αμφιβολία ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκε και προσεκόμισε ο αναιρεσείων με την υπ'αρ. 570/2007 έφεσή του, γεγονός που συνάγεται και από το γενικό περιεχόμενο του σκεπτικού του βουλεύματος και δεν συνάγεται το αντίθετο, ούτε από την έλλειψη ιδιαίτερης μνείας των εγγράφων αυτών και της αναφοράς του περιεχομένου τους, ούτε, άλλωστε, και από το ότι το Συμβούλιο δεν κατέληξε σε απαλλακτική για τον αναιρεσείοντα κρίση. Περαιτέρω, δεν είναι βάσιμη η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα προέβη σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιοποίηση του υπ'αριθ ... πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Δράγιου, με το οποίο ο εγκαλών Ψ1 παραχώρησε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον αναιρεσείοντα, όπως και στον Φ1, όπως αντ'αυτού και για λογαριασμό του, είτε από κοινού, είτε ο καθένας χωριστά, αναλαμβάνουν, εκτός των άλλων, χρήματα από τον υπ'αρ. .... τραπεζικό του λογαριασμό και ότι δεν έλαβε υπόψη του τις από Ιανουάριο και Ιούνιο του 2005 εξουσιοδοτήσεις αυτού (Ψ1) προς τον αναιρεσείοντα, οι οποίες είχαν νόμιμα θεωρηθεί από τη Δικαστική Φυλακή ..., με τις οποίες χορηγούσε σ'αυτόν το δικαίωμα αναλήψεως χρημάτων. Η ιδιαίτερη μνεία στο σκεπτικό του βουλεύματος μόνο του υπ'αρ. ... συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου γίνεται γιατί το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτό μεγαλύτερη αποδεικτική αξία, αφού, με το αναφερόμενο πληρεξούσιο, έγινε η ανάληψη του ποσού των 24.400 ευρώ, χωρίς από το γεγονός αυτό να υποδηλώνεται ότι δεν συνεκτιμήθηκαν και οι εξουσιοδοτήσεις του Ιανουαρίου και Ιουνίου του 2005. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις που περιέχονται στην ένδικη αίτηση αναίρεσης, είναι απαράδεκτες, διότι, με το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου Εφετών, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως, ο εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. ΙΙ. Με το δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται απόλυτη ακυρότητα, επειδή δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και ειδικότερα αυτές των άρθρων 31 παρ.12 και 43 παρ.1 του ΚΠΔ, καθόσον, σύμφωνα με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του, μολονότι ενεργήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών προκαταρκτική εξέταση, συνεπεία συνεπεία της από 23-9-2005 έγκλησης του Ψ1 κατ'αυτού, ο ίδιος δεν κλήθηκε νόμιμα για παροχή εξηγήσεων, με αποτέλεσμα να μη περατωθεί νόμιμη η, ως άνω, προκαταρκτική εξέταση και ως εκ τούτου, να είναι άκυρη η μετέπειτα κατ'αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη με την από 20-4-2006 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών προς τον 7ο Τακτικό Ανακριτή Αθηνών για διενέργεια κυρίας ανάκρισης και έτσι να παραβιασθεί το δικαίωμα εμφάνισης, εκπροσώπησης και υπεράσπισης του αναιρεσείοντος, ως υπόπτου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων τη δικογραφίας και συγκεκριμένα από το από 8-12-2005 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πταισματοδικείου Αθηνών ..., αλλά και από το ίδιο το προσβαλλόμενο βούλευμα, ο αναιρεσείων είχε πράγματι κληθεί, από την εντεταλμένη για τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης Πταισματοδίκη του 9ου τμήματος Αθηνών, νόμιμα, για να παράσχει εξηγήσεις στην αναγραφόμενη στην έγκληση διεύθυνση κατοικίας του, δηλαδή στην οδό ... και ..., η οποία, εφόσον δεν είχε διενεργηθεί προανάκριση, θεωρείται ως τόπος κατοικίας του, αφού από τα μέχρι τότε στοιχεία της δικογραφίας δεν προέκυπτε και ως εκ τούτου δεν ήταν γνωστό στην επιδίδουσα αρχή, ότι αυτός είχε άλλη γνωστή διαμονή. Αλλά και πέρα από αυτά, ναι μεν, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του ΚΠΔ, πρέπει πράγματι να κλητεύεται ο ύποπτος, όμως, η διάταξη αυτή, δεν καθιερώνει και ρητή υποχρέωση κλητεύσεως του υπόπτου, υπό την έννοια ότι αν δεν κληθεί και μάλιστα νόμιμα, δεν περατώνεται νομίμως η προκαταρκτική εξέταση, σε κάθε δε περίπτωση δεν δημιουργήθηκε κάποια ακυρότητα αυτής και κατ'επέκταση, και της εν συνεχεία ασκήθείσας ποινικής δίωξης, ενόψει του ότι επακολούθησε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κυρία ανάκριση, κατά την οποία κλήθηκε ο αναιρεσείων και απολογήθηκε, ασκώντας συγχρόνως όλα τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε τον σχετικό, ως άνω λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, ορθά έκρινε. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αρ. 92/16-5-2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση του υπ'αρ. 543/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το άρθρο 31 παρ. 2 του ΚΠΔ αναφέρει ότι πρέπει να κλητεύεται στην προανακριτική εξέταση ο ύποπτος, χωρίς, όμως, από τη διάταξη αυτή να καθιερώνεται και ρητή υποχρέωση κλήτευσης υπό την έννοια ότι, αν δεν κληθεί και μάλιστα νόμιμα ο τελευταίος, δεν περατώνεται νόμιμα η προκαταρκτική εξέταση και να δημιουργείται κάποια ακυρότητα αυτής. Απορρίπτει αναίρεση για απόλυτη ακυρότητα και έλλειψη αιτιολογίας σε παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική υπεξαίρεση και απιστία δικηγόρου.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση, Απιστία Δικηγόρου.
0
Αριθμός 1373/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Κοτσώνη, περί αναιρέσεως της 16632/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Εταιρεία με την επωνυμία "INFO QUEST Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Προϊόντων και Υπηρεσιών Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μαρούγκα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1097/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε ο' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά την από 4 Ιουνίου 1966 ισχύ του Ν. 2408/1966, ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α ότι στο άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, προστίθεται η παράγραφος 5, κατά την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής, που δεν πληρώθηκε". Περαιτέρω, με την παράγραφο 1 του άρθρου 22 του Νόμου 2721/1999, προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παράγραφο 5, κατά το οποίο για πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ στην παράγραφο 2 εδάφ. α' του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται ότι "αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1γ του άρθρου 4 του Νόμου 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 40 - 47 του Νόμου 5960/1933, συνάγεται ότι δικαιούχος της εγκλήσεως δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του προηγούμενου κομιστή, που δικαιούται σε έγκληση δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' περ. δ' του ΚΠΔ, λόγους αναιρέσεως συνιστούν α) η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη και β) η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρο 56 ΚΠΔ). Τέλος η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 16632/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το εν λόγω Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκε ότι στους αναφερόμενους στο διατακτικό της παρούσας τόπο και χρόνους εξέδωσε τις επίδικες τραπεζικές επιταγές, ποσού 15.000 €, 50.584,78 €, 18.544,92 € και 170.863,10 € αντίστοιχα, πληρωτέες από την Τράπεζα Αττικής οι 1η και 3η και από την Τράπεζα Πειραιώς η 2η και 4η, σε διαταγή της εγκαλούσας "INFO QUEST KEBE" οι τρεις πρώτες και "ASEPT ΕΠΕ" η 4η, περιελθούσα η τελευταία με οπισθογράφηση στην εγκαλούσα, τις οποίες η τελευταία κατέθεσε στην ΕΤΕ με τη ρήτρα "ουχί προς είσπραξη - μόνο για κατάθεση στο Λογαριασμό". Όταν δε η ΕΤΕ, ενεργώντας ως άνω, κατ' εντολή της εγκαλούσας και για λογαριασμό της (καλυμμένη λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση - βλ. ΕφΑΘ. 9166/2000 ΕΕμπΔ 2001, 289) τις εμφάνισε προς πληρωμή νομίμως και εμπροθέσμως, δεν πληρώθηκαν αυτές ελλείψει αντικρίσματος, απορριπτόμενων συνεπώς των προβληθέντων συναφώς αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ως προς τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, γίνεται ειδική αναφορά, στον δόλο και στη γνώση του κατηγορουμένου για την έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, τόσο κατά τον χρόνο της εκδόσεως, όσο και για τον χρόνο εμφανίσεως για την πληρωμή των επιταγών. Περαιτέρω, ορθώς, σύμφωνα με όσα παραπάνω στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρονται, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εγκαλούσα ως υπόχρεος εξ αναγωγής νομιμοποιούνταν να υποβάλει την έγκληση, βάσει της οποίας ασκήθηκε σε βάρος του η ποινική δίωξη για το ως άνω έγκλημα, τα δε αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον σχετικό λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, είναι απορριπτέος. Εξάλλου, δεν γεννήθηκε απόλυτη ακυρότητα με το ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής από τον ..., για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας, χωρίς αυτός να έχει οριστεί ως νόμιμος εκπρόσωπος της και χωρίς το Δικαστήριο να ζητήσει να προσκομισθούν έγγραφα, αποδεικνύοντα την ιδιότητα του εκπροσώπου της εταιρείας, διότι, πέραν από το γεγονός ότι από τα πρακτικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκύπτει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή αντίρρηση εκ μέρους του εκπροσωπούντος τον κατηγορούμενο συνηγόρου του, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, από τις ως άνω διατάξεις δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσωπήσεως ή αντιπροσωπεύσεως. Ενόψει όλων αυτών, είναι φανερό ότι και οι τρεις ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε', Η' περ. δ' και Δ' του ΚΠΔ αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι. ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1 Ιουνίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά της 16.632/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€) και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια ευρώ (500 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επιταγή. Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτεται η αναίρεση διότι η απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Προς υποβολή εγκλήσεως νομιμοποιείται και ο εξ αναγωγής υπόχρεος. Από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2, 63 και 68 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσωπήσεως ή αντιπροσωπεύσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
0
Αριθμός 1369/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 498/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείου Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 228/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 114/3.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ. την υπ'αριθμ. 95/17-12-2008 αίτηση του κατηγορουμένου ..., κατά της υπ'αριθμ. 498/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας και εκθέτω τα εξής: Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την υπ'αριθμ. 498/1 και 3-12-2008 απόφασή του, που καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 3-2-2009, καταδίκασε τον ανωτέρω κατηγορούμενο, που ήταν παρών κατά την εκδίκαση, σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για πώληση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Στις 17.12.2008 ο εν λόγω κατηγορούμενος εμφανίστηκε στον Διευθυντή της Κλειστής Φυλακής Τρικάλων, όπου εκρατείτο, και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της ως άνω με αριθμό 498/3-12-2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία καταδικάστηκε στην παραπάνω ποινή για τους παρακάτω αναφερόμενους λόγους: "1.- Διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έχει την προσήκουσα κατά το Σύνταγμα αιτιολογία, άρθρο 510 παρ. Δ' Κ.Π.Δ. και 2.- Για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής διατάξεως των προβλεπομένων ποινικών παραβάσεων του Νόμου περί των οποίων καταδικάστηκε (άρθρο 510 παρ. Ε' Κ.Π.Δ.). Διορίζει πληρεξούσιο δικηγόρο τον κ. ΑΛΗΓΙΖΑΚΗΣ Ευτύχιος, κάτοικος Αθηνών". 'Ετσι όμως, όπως είναι διατυπωμένοι στην εν λόγω έκθεση, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως, χωρίς να γίνεται σαφής και ορισμένη αναφορά περιστατικών προς θεμελίωση των επικαλουμένων πλημμελειών της προσβαλλομένης αποφάσεως και χωρίς να προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται κάθε συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως, καθιστούν την αίτηση αυτή απαράδεκτη και ως εκ τούτου απορριπτέα (Ολ ΑΠ 2/02, Ολ. ΑΠ 19/01, ΑΠ 2255/04). Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 95/17-12-2008 αίτηση του κατηγορουμένου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 498/3-12-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 16 Μαρτίου 2009. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης. Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων και βουλευμάτων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στα άρθρα 510 και 484 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορριπτέα (άρθρο 476 και 513 Κ.Π.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγον αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με παραπομπή σε στοιχεία, που βρίσκονται σε άλλα έγγραφα (ή με την άσκηση προσθέτων λόγων με έγγραφο που κατατίθεται στο γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου κατ' άρθρον 509 παρ. 2 Κ.Π.Δ.). Επίσης δεν επιτρέπεται να εξετασθούν ούτε αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο οι υπό στοιχ. Α', Γ', Δ', ΣΤ' και Θ' (και ήδη Η') του άρθρου 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως, διότι η αυτεπάγγελτη έρευνα αυτών που προβλέπεται από το άρθρο 511 ιδίου Κώδικος, προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Ειδικότερα για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγου αναιρέσεως, της ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το Σύνταγμα, και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει, εάν ελλείπει μεν παντελώς η αιτιολογία, να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, αν δε υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να διευκρινίζεται επί πλέον εις τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως ήτοι ποίες οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία αυτής ή οι αντιφατικές αιτιολογίες ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπ όψη ή δεν εξετιμήθησαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002, 19/2001). Περαιτέρω, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παρεβιάσθη, η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που εδόθη σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που εδέχθη το δικαστήριο ότι απεδείχθησαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτήή. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη υπ' αριθμ. 95/17 Δεκεμβρίου 2008 προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 498/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποίαν ο κατηγορούμενος αναιρεσείων κατεδικάσθη εις ποινή καθείρξεως 10 ετών και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ για κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών. Στην έκθεση αυτή αναιρέσεως ο αναιρεσείων δηλώνει: " 1. Διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έχει την προσήκουσα κατά το Σύνταγμα αιτιολογία, άρθρο 510 παρ. Δ' Κ.Π.Δ. και 2. Για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής διατάξεως των προβλεπομένων ποινικών παραβάσεων του Νόμου περί των οποίων καταδικάστηκε (άρθρο 510 παρ. Ε' Κ.Π.Δ.". Ούτως όμως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ουδένα σαφή και ορισμένο λόγο περιέχει σε σχέση με την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και με την εσφαλμένη από αυτή ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Συνεπώς η αίτηση λόγω της αοριστίας της είναι απαράδεκτος και ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 95/17 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 498/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις15 Μαΐου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστη η αίτηση αναιρέσεως και απορρίπτεται ως απαράδεκτη, όταν δεν περιέχει έναν τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως. Πότε ορισμένος ο λόγος της ελλείψεως αιτιολογίας. Απορρίπτει αναίρεση.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 1367/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκία Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γκέκα, περί αναιρέσεως της 280/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 456/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, δικάσαν κατ'έφεση, με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 280/2009 απόφασή του, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, με αναφορά κατ'είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "... Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι στο Δ.Δ. ... στις 2 Σεπτεμβρίου 2002, ο κατηγορούμενος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε, ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ενώ η ζημία που προξενήθηκε από την πράξη αυτή ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, όντας κτηνοτρόφος πώλησε στην εγκαλούντα ..., ο οποίος είναι τυροκόμος, ολόκληρη την παραχθησόμενη παραγωγή γάλακτος της κτηνοτροφικής περιόδου 2002-2003 διαβεβαιώνοντας ταυτόχρονα αυτόν ψευδώς ότι δεν είχε ήδη πωλήσει σε άλλον, ενώ η αλήθεια ήταν ότι την είχε ήδη προπωλημένη με ιδιωτικό συμφωνητικό στην γαλακτοβιομηχανία με την επωνυμία ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε, εν συνεχεία του παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι είναι άτομο φερέγγυο και δη ότι έχει στην κυριότητά του σπίτι, χωράφια και μεγάλη ακίνητη περιουσία, καθώς και διαμέρισμα στη ..., τα οποία είναι ελεύθερα, χωρίς βάρη και ούτε με άλλο τρόπο δεσμευμένα από κανένα, καθώς επίσης και ότι έχει στην κυριότητά του τα πρόβατα του κοπαδιού του, τα οποία και αυτά δε φέρουν κανένα νομικό βάρος, ενώ η αλήθεια ήταν πως ολόκληρη η περιουσία του κατηγορουμένου ήταν δεσμευμένη από τις Τράπεζες, τα δε πρόβατα ήταν κατεσχημένα, κι ως εκ τούτου ουδόλως επρόκειτο για άτομο φερέγγυο. Με τις προαναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις, στις οποίες προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, παραπλάνησε. τον ανωτέρω εγκαλούντα ο οποίος πεισθείς περί της ουσιαστικής βασιμότητας των ως άνω διαβεβαιώσεων και της φερεγγυότητάς του, του έδωσε την ίδια ημέρα ως προκαταβολή για το γάλα που του πώλησε και διαβεβαίωσε ότι θα του παρέδιδε καθημερινά κατά την κτηνοτροφική περίοδο 2002-2003, το ποσό των 29.999 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό έβλαψε την περιουσία του εγκαλούντος κατά το προαναφερόμενο ποσό με δική του αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια στην οποία απαρχής απέβλεπε, η δε ως άνω ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ 2α του Π Κ, καθόσον αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τελέσεως της πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 και 386 παρ.1 ΠΚ, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει, με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει ούτω την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται σ'αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται από ποίο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο απεδείχθη το συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικά, ως προαναφέρθη, ο σκοπός της αποκομίσεως του ανωτέρω περιουσιακού του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος οφέλους, με την αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος ως και τα ψευδή γεγονότα τα οποία εν γνώσει παρέστησεν εις τον τελευταίον ως αληθή. Συνεπώς οι σχετικοί μόνοι λόγοι της αιτήσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ'ακολουθίαν αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 8/18 Μαρτίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 280/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Αρκεί να αναφέρονται (και) τα αποδεικτικά μέσα. Χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται, τι προέκυψε χωριστά από το καθένα Απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1365/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Τζούλη, περί αναιρέσεως της 51, 52, 243, 244, 245, 246/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ψ1, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βουλγαράκη και 2. Ψ2, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 398/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 299 παρ.1 του ΠΚ, όπως αυτό ισχύει μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής με το άρθρο 33 του Ν.2172/1993, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε προμελετημένος δόλος (έστω και ενδεχόμενος) που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση καταστροφής της ζωής άλλου ανθρώπου με τον οποίο (προμελετημένο δόλο) απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεσθεί και από περισσότερους του ενός δράστες, κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, κατά το οποίο, αν δυο ή περισσότερες τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη αυτή πράξη, καθένας τους τιμωρείται, ως συναυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενική σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Εξ άλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, από τα οποία το δικαστήριο που την έχει εκδώσει συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος ή δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά ή δεν περιέχονται οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ'αυτήν από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, έκρινε, κατά πλειοψηφία (6-1) ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως από κοινού με άγνωστο δράστη, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2ε του ΠΚ, δεχόμενο ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δεκαοκτώ ετών. Ειδικότερα κήρυξε αυτόν ένοχο του ότι: "Από κοινού με άγνωστο δράστη με πρόθεση σκότωσαν τρίτον και συγκεκριμένα στη θέση "..." ..., την 2.9.1999 και σε ώρα πρωινή μετά τις 06:30, από κοινού με άγνωστο δράστη, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σκότωσαν, πυροβολώντας δύο φορές με κυνηγετικό όπλο (και ειδικότερα την μια στην οσφυϊκή χώρα και την άλλη στην δεξιά ωμοπλάτη) τον ΑΑ". Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να αιτιολογήσει την κατά συναυτουργία από τον κατηγορούμενο τέλεση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της σε συνδυασμό με το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκε, πλην άλλων, ότι ο κατηγορούμενος "μαζί με άλλον άγνωστο δράστη, από πρόθεση αφού οδήγησαν το θύμα στην περιοχή που βρέθηκε το πτώμα, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με κυνηγετικό όπλο που έφεραν μαζί τους, πυροβόλησαν δύο φορές από μικρή απόσταση μία στην οσφυϊκή χώρα και μία στη δεξιά ωμοπλάτη, προκαλώντας τον άμεσο θάνατο του ...". Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, προσβάλλει την καταδικαστική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, για έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, μόνο για την πιο άνω παραδοχή της, ως προς την κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος. Ειδικότερα προβάλλει ότι "από τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν καθίσταται διαγνωστή η από κοινού πράξη συναυτουργίας μου στην ανθρωποκτονία", καθόσον, όπως αναφέρει, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται "ότι από κοινού πυροβόλησαν δύο άτομα από κυνηγετικό όπλο ήτοι από ένα όπλο" και ότι αυτό δεν εξηγείται πως είναι δυνατόν να γίνει. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τ' ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, της κατά συναυτουργία τέλεσης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 299 παρ. 1 ΠΚ τις οποίες εφήρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, διαλαμβάνουν αυτές τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το έγκλημα για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, καθώς και τις ενέργειες τους που συνιστούν την συμμετοχή τους υπό την μορφή της συναυτουργίας, δηλαδή την με κοινό δόλο άμεση και αυτοπρόσωπη σύμπραξή τους στην διάπραξη του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως. Από το συνδυασμό δε του αιτιολογικού και διατακτικού προκύπτει με σαφήνεια ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καθώς και ο άγνωστος δράστης πυροβόλησαν δύο φορές συνολικά, δηλαδή μία φορά ο καθένας, με κυνηγετικό όπλο που έφεραν μαζί τους και ουδόλως δημιουργείται αντίφαση ή ασάφεια, ως προς την κατά συναυτουργία τέλεση του ειρημένου εγκλήματος κατά τον τρόπο αυτόν. Η παραδοχή, άλλωστε, ότι και ο κατηγορούμενος με πρόθεση πυροβόλησε κατά του θύματος (άσχετα αν πυροβόλησε μαζί με τον άγνωστο τρίτο δύο φορές με το ίδιο όπλο ή μία φορά ο καθένας) με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος αυτού, με πληρότητα εκθέτει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αντικειμενική σύμπραξη αυτού στην κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, συνιστάμενη στο ότι αυτός (όπως και ο άγνωστος δράστης) πραγμάτωσε την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού. Επομένως ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1πε'ρ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που διαλαμβάνονται στον αυτό λόγο αναίρεσης, ότι "δεν νοείται λογικά" ο τρόπος αυτός τελέσεως από κοινού της πράξεως της ανθρωποκτονίας (κατά τα υποστηριζόμενα στο υπόμνημα του αναιρεσείοντος δεν είναι λογικό οι δράστες ούτε να πυροβόλησαν διαδοχικά με το ίδιο όπλο), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων 225 παρ.1 και 357 παρ.4 του ΚΠΔ προκύπτει ότι για η κατ' αντιπαράσταση εξέταση του μάρτυρα με τον κατηγορούμενο ή άλλον μάρτυρα είναι επιτρεπτή, όταν το δικαστήριο κρίνει, ανελέγκτως, ότι αυτό είναι αναγκαίο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, "Η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο, και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση". Αν δεν απαντήσει το δικαστήριο επί ενός τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως αυτού, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου κώδικα λόγος αναιρέσεως. Προϋπόθεση όμως, για να απαντήσει το δικαστήριο και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι το αίτημα του κατηγορουμένου να προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή το υποβαλλόμενο αίτημα είναι αόριστο, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση, όχι μόνο να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του ως προς αυτό, αλλά και να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (βλ σελίδα 132 των πρακτικών), ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, υπέβαλε αίτημα, όπως κατά λέξη αναφέρεται στα πρακτικά, "για κατ' αναπαράσταση εξέταση του παραπάνω μάρτυρα (ΒΒ) με τις μάρτυρες κατηγορίας ΓΓ και Ψ2". Ετσι, όμως, όπως διατυπώθηκε το αίτημα αυτό, είναι αόριστο, αφού δεν εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους ήταν αναγκαία η κατ' αντιπαράσταση εξέταση των πιο πάνω μαρτύρων (τυχόν αντιφάσεις σε κρίσιμα και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά κλπ) και συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Κατ' ακολουθία ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε στο αίτημα του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, για κατ'αντιπαράσταση εξέταση των πιο πάνω μαρτύρων, δικαίωμα που, όπως ισχυρίζεται, του παρέχεται από το νόμο, ανεξάρτητα του ότι η κατ' αντιπαράσταση εξέταση των μαρτύρων δε αποτελεί δικαίωμα που ρητά παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, είναι απορριπτέο, ως αβάσιμο. ΙΙΙ. Kατά το άρθρο 339 παρ. 2γ του ΚΠΔ "εκείνος που διευθύνει δεν μπορεί να διακόψει τη συζήτηση παρά μόνο κατά τα αναγκαία διαλείμματα για αναψυχή των δικαστών ... και σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει αυτός ο κώδικας". Τέτοια περίπτωση, που ορίζεται στον ΚΠΔ, είναι και η προβλεπόμενη από το άρθρο 375 παρ. 3 του αυτού Κώδικα, (όπως η αρχική παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 1 του Ν.1952/1991 και αναριθμήθηκε σε παρ. 3 με την παρ.3 του άρθρου 3 Ν.2145/1991, η οποία εφαρμόζεται κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 402 και στα Μικτά Δικαστήρια (Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο και Μικτό Ορκωτό Εφετείο), κατά το οποίο σε δίκες που διαρκούν περισσότερο από ένα μήνα ή αφορούν κακούργημα, το κάθε δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη διακοπή της δίκης μέχρι 30 ημέρες κάθε φορά. Η ρύθμιση δε αυτή υπερισχύει, ως μεταγενέστερη, εκείνης του άρθρου 402 του ΚΠΔ, που προέβλεπε διακοπή της δίκης μέχρι τρεις ημέρες. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει ότι η δίκη, (που αφορούσε κακούργημα), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διακόπηκε στις α) 4/3/2008 (βλ. σελ 111 των πρακτικών) για 11/03/2008, β) από 11/03/2008 (βλ σελ 129 των πρακτικών) για 18/03/2008, γ) από 18/03/2008 (βλ. σελ. 130 των πρακτικών) για 26/03/2008, δ) από 01/04/2008 (βλ σελ 147 των πρακτικών) για 07/04/2008. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του, αφού δεν υπέπεσε σε καμία από τις πλημμέλειες που αναφέρονται στο άρ. 510 παρ. 1Η' του ΚΠΔ, ούτε εμφιλοχώρησε ακυρότητα. Επομένως, ελέγχεται αβάσιμος ο από το άρ. 510 παρ. 1 και 1Θ' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Δικαστήριο υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, διότι οι πιο πάνω διακοπές έγιναν κατά παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων. IV. Με βάση τα προαναφερθέντα, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι καθώς και η αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στην δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 186, 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-2-2009 αίτηση (δήλωση με αρ. πρωτ. 1840/27-2-2009) του Χ, κατοίκου ... και τώρα κρατούμενου στις φυλακές ..., για αναίρεση της με αριθμούς 51, 52, 243, 244, 245, 246/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ 500 ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συναυτουργία. Λόγοι αναίρεσης. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τη συναυτουργία. Κατ' αντιπαράσταση εξέταση του μάρτυρα με τον κατηγορούμενο ή άλλον μάρτυρα. Κρίνει ανελέγκτως, ότι αυτό είναι αναγκαίο το Δικαστήριο. Σχετικό αίτημα πρέπει να είναι ορισμένο. Διακοπή δίκης στο ΜΟΕ, μέχρι 30 ημέρες (402, 375 παρ. 2 ΚΠΔ). Απόρριψη όλων των λόγων. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συναυτουργία.
0
Αριθμός 1361/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Τσολάκο, για αναίρεση της με αριθμό 1.010/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 144/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 ιδίου Κώδικος, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171 όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1 ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ιδίου Κώδικος, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κυρίας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απολύτου ακυρότητος για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητος αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως.Εξάλλου η 13782 Φ.705.11/46/26.11.1977 κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίας Τάξεως, όπως τροποποιήθηκε με την όμοια 1330Φ.705.11/4ΞΘ/15.2/1.4.1985, (που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται ο αναιρεσείων) ορίζει ότι, κατά τη λήψη αίματος για τη διερεύνηση αν ο οδηγός αυτοκινήτου βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, από τα αποστελλόμενα δύο φιαλίδια αίματος το μεν ένα χρησιμοποιείται για την αναζήτηση οινοπνεύματος, το δε άλλο φυλάσσεται στα ψυγεία της αρμόδιας προς εξέταση Υπηρεσίας για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των τριών μηνών από της λήψεως του αίματος. Σε περίπτωση αμφισβητήσεως των αποτελεσμάτων θα μπορούν οι ενδιαφερόμενοι, εφόσον το επιθυμούν, να ζητήσουν εντός του διαστήματος αυτού την επανεξέταση των αντιδειγμάτων. Ol αρχές που θα αποστέλλουν δείγματα αίματος προς ανίχνευση οινοπνεύματος υποχρεούνται να ανακοινώσουν τα παραπάνω στους ενδιαφερομένους εγγράφως. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η μη έγγραφη ανακοίνωση στον κατηγορούμενο του αποτελέσματος της εξετάσεως του αίματός του για ανίχνευση οινοπνεύματος αποτελεί παραβίαση διατάξεως που καθορίζει την υπεράσπισή του και ιδρύει απόλυτη ακυρότητα από αυτές που μνημονεύονται στο άρθρο 171 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση ο νυν αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1.010/2008 απόφαση επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγον εφέσεως την και πρωτοδίκως υποβληθείσα και απορριφθείσα ένσταση απολύτου ακυρότητος, για τον λόγο ότι δεν ετηρήθησαν οι προβλεπόμενες από τον Ν(άρθρο 42 ΚΟΚ) και τις κατ' εξουσιοδότηση τούτου εκδοθείσες ως άνω Υ.Α, νόμιμες προϋποθέσεις αναφορικά με την γενομένη αιμοληψία και την προς αυτόν έγγραφη κοινοποίηση του αποτελέσματος της εκθέσεως εξετάσεως του αίματός του για την ανίχνευση οινοπνεύματος σ'αυτό. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου απέρριψε την άνω ένσταση ως εξής "Κατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο (ΟλΑΠ 1/2008 ΠΟΙΝΧΡ 2008/305) Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι πρέπει ν' απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, δεδομένου ότι η φερόμενη ως απόλυτη ακυρότητα, ήτοι η μη σύνταξη πρωτοκόλλου αιμοληψίας και η μη σχετική (έγγραφη) ενημέρωση του (κατηγορουμένου) από τις Αρχές για το περιεχόμενό του, ανάγεται σε πράξεις της προδικασίας και ως εκ τούτου μπορούσε να προταθεί νομότυπα, δεδομένου ότι η παραπομπή έγινε με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (χωρίς να επιτρέπεται προσφυγή του άρθρου 322 ΚΠΔ), μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (αμετάκλητη παραπομπή στο ακροατήριο)" και μετά ταύτα απέρριψε τον άνω ισχυρισμό. Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο της ουσίας, ορθά απέρριψε την ως άνω ένσταση, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ουδεμία δε υφίσταται απόλυτη ακυρότητα που να δύναται να ληφθεί υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, η οποία, εντεύθεν, και απαραδέκτως νυν προβάλλεται. Συνεπώς οι σχετικοί μόνοι λόγοι αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητος και ελλείψεως αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 1/8 Ιανουαρίου 2009 αίτηση του ...για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.010/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ΄, 173 παρ. 2, 174 παρ. 1 ΚΠΔ. Απόλυτες ακυρότητες του άρθρου 171 όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή στο ακροατήριο, άλλως καλύπτεται και δεν μπορεί να ληφθεί υπ' όψη ούτε αυτεπαγγέλτως . Άρθρο 176 παρ. 1 ΚΠΔ αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το Δικαστικό Συμβούλιο. Ένσταση απολύτου ακυρότητας εκ της μη τηρήσεως των διατυπώσεων του άρθρου 32 ΚΟΚ προταθείσα πρωτοδίκως και απορριφθείσα, επαναφερθείσα και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δια της εφέσεως αιτιολογημένως απερρίφθη. Δεν υπάρχει απόλυτος ακυρότης και απαραδέκτως προτείνεται ενώπιον του Αρείου Πάγου. Απορρίπτει αναίρεση.
Κ.Ο.Κ.
Ακυρότητα σχετική, Κ.Ο.Κ..
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1360/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Βοζίκη, περί αναιρέσεως της 13791/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 350/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν. 5960/1933 περί επιταγής, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/72, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α του Ν.2408/1996, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή που δεν πληρώθηκε. Επίσης με την παρ.1 του άρθρου 22 του ν. 2721/1999 προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παρ.5, κατά το οποίο για πράξεις που προβλέπονται στις παρ.1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος, που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου, σύμφωνα δε με την παρ.2 εδ.α του πιο πάνω άρθρου 22, αν η προαναφερόμενη δήλωση του δικαιούμενου σε έγκληση, δεν υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου, η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν. 5960/1933, συνάγεται ότι (και πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ.3 του Ν.3472/2006 ΦΕΚ Α' 135/4-7-2006), δικαιούχος της έγκλησης δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής (Ολ. ΑΠ 23 και 24/2007). Συνακόλουθα, κατά τις σαφείς πιο πάνω διατάξεις, η ποινική δίωξη κατά του εκδότη ακάλυπτης επιταγής ασκείται ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε και είναι αδιάφορο, αν αυτός ήταν ο τελευταίος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής που εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή, ή αν αυτός έγινε κομιστής αυτής, αφού πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος. Ηδη τούτο ρητώς αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 15 παρ.3 του ν. 3472/2006, η οποία δεν εισάγει διαφορετική νομοθετική ρύθμιση από την προηγούμενη. Εξάλλου, προκειμένου περί εγκλήματος κατ' έγκληση διωκομένου, η ύπαρξη της εγκλήσεως ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Η υποβολή εγκλήσεως προς άσκηση ποινικής διώξεως για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής από μη δικαιούμενο σε αυτή (μη νόμιμο κομιστή), ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ για υπέρβαση εξουσίας σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο με βάση αυτή απήγγειλε καταδίκη για το καταγγελλόμενο έγκλημα. Για να κρίνει περί της βασιμότητας του λόγου τούτου αναιρέσεως, αν δηλαδή υπήρχε έγκυρη έγκληση ο Άρειος Πάγος επισκοπεί τα έγγραφα της δικογραφίας. Εξάλλου, έλλειψη, της κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Όταν, όμως, στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό είναι ελλιπής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο και την εξέδωσε, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε συνολική φυλάκισης τριών ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ για έκδοση ακαλύπτων επιταγών, κατ' εξακολούθηση. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς την αιτιολογία, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, "αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος εξέδωσε στην Αθήνα τις παρακάτω αναφερόμενες πέντε μεταχρονολογημένες επιταγές της τραπέζης "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ" που εφέροντο ότι εξεδόθησαν στις ... και ήσαν πληρωτέες εις διαταγήν της εδρεύουσας στο Λουτράκι Αλμωπίας Πέλλας εταιρίας με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ ΚΑΠΕΛΛΗ ΑΕ Ανώνυμος Μακεδόνικη Εταιρεία Αποστάξεως, Εμφιαλώσεως και Εμπορίας Οινοπνευματωδών Ποτών και Μεταλλικών Νερών" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΦΟΙ ΚΑΠΕΛΛΗ ΑΕ" και ειδικότερα, στις ... εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή, ποσού 35.214 €, στις ... εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή, ποσού 10.500 €, στις ... εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή, ποσού 10.070 €, στις ... εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 33.628 € και στις ... εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή, ποσού 32.241 ευρώ, οι οποίες όμως (τραπεζικές επιταγές) παρότι εμφανίστηκαν προς πληρωμή νομίμως και εμπροθέσμως και συγκεκριμένα, η υπ' αριθμ. ... στις ..., η υπ' αριθμ. ..., στις ..., η υπ' αριθμ. ... στις ..., η υπ' αριθμ. ... στις ... και η υπ' αριθμ. ... στις ..., δεν πληρώθηκαν, γιατί στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια και συνεπώς, πρέπει, αφού απορριφθεί ο παραπάνω υποβληθείς ισχυρισμός του εκκαλούντος - κατηγορουμένου που κατ' ορθόν νομικό χαρακτηρισμό συνιστά άρνηση της κατηγορίας, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της ως άνω σχετικής πράξεως που αποδίδεται σ' αυτόν ". Κατ' ακολουθίαν δε του σκεπτικού αυτού το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την πιο πάνω πράξη της έκδοσης ακαλύπτων επιταγών, κατ' εξακολούθηση. Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, αφού επαναλαμβάνει το διατακτικό, το οποίο ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, δεν διευκρινίζεται ποιός εμφάνισε τις πιο πάνω επιταγές στην πληρώτρια Τράπεζα και αν αυτός, ή οποιασδήποτε εξ αναγωγής υπόχρεος που πλήρωσε τον κομιστή υπέβαλε έγκληση κατά του αναιρεσείοντος, καθόσον, αν την υπέβαλε άλλος ή δεν την υπέβαλε με τις διατυπώσεις και στην προθεσμία που ορίζουν οι Ν. 2408/96 και 2721/99, το Δικαστήριο έπρεπε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη. Επιπλέον η ασάφεια αυτή καθιστά ανέφικτο το αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 79 παρ.1 και 5 του ν. 5960/1933, όπως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως των πιο πάνω πράξεων. Κατά συνέπεια, αφού γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως (που εμπεριέχεται στον δεύτερο λόγο αναίρεσης με αρ.3) σχετικά με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Σημειώνεται, πάντως, ότι από την επισκόπιση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει μεν ότι την έγκληση κατά του κατηγορουμένου υπέβαλε η εταιρεία "ΑΔΕΛΦΟΙ ΚΑΠΕΛΗ Α.Ε.", πλην όμως από τα συνημμένα στην έγκληση φωτοαντίγραφα των επίμαχων επιταγών δεν δύναται να εξαχθεί συμπέρασμα αν η εγκαλέσασα ήταν νόμιμη κομίστρια των επιταγών (δηλαδή είτε τελευταία κομίστρια των επιταγών που δεν πληρώθηκαν, όταν εμφανίστηκαν στον πληρωτή, είτε υπογραφέας αυτών, που πλήρωσε τις επιταγές, ως εξ αναγωγής υπόχρεη), διότι τα προσκομιζόμενα φωτοαντίγραφα είναι κεκυρωμένα αντίγραφα εκ κεκυρωμένων αντιγράφων και όχι εκ των στα χέρια της εγκαλούσας πρωτοτύπων. Συνεπώς δεν δύναται να ερευνηθεί η βασιμότητα του πρώτου, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Η του ΚΠΔ, λόγου αναίρεσης, κατά το οποίον η εγκαλέσασα εταιρεία δεν ήταν νόμιμη κομίστρια των αναφερομένων στην αίτηση τεσσάρων επιταγών και συνεπώς (ότι) δεν είχε δικαίωμα, ως προς τις επιταγές αυτές να υποβάλλει έγκληση (ισχυρισμό που είχε προβάλλει ο αναιρεσείων και ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, χωρίς το Δικαστήριο να απαντήσει σε αυτόν). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 13791/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ακάλυπτη επιταγή. Στοιχεία εγκλήματος. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας διότι δεν διευκρινίζεται ποιος εμφάνισε τις επιταγές και αν αυτός, ή οποιοσδήποτε εξ αναγωγής υπόχρεος που πλήρωσε τον κομιστή υπέβαλε έγκληση κατά του αναιρεσείοντος. Δέχεται αίτηση. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1359/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπαδόπουλο, περί αναιρέσεως της 1904/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 273/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής της επιβληθείσης ποινής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ. 1 του ν. 3160/2003 "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Ορίζει δε η παρ. 2 του άρθρου 340, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 13 του ν. 3346/05, ότι "Σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του... Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων 501 παρ. 1 και 340 παρ.2 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο εκκαλών, για την υποστήριξη της έφεσής του, εμφανισθείς ενώπιον του Εφετείου όχι αυτοπροσώπως αλλά δια συνηγόρου, τον οποίο ο ίδιος έχει διορίσει με έγγραφη δήλωσή του, αυτός πλέον θεωρείται ότι είναι παρών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. 1 Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 3160/2003 "Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή συνήγορός του στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελεύς αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση", κατά δε το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 2 του Ν. 3160/2003, "Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329 - 338, 340, 344, 347, 349, 352, 357 - 360, 366 - 373" (Κ.Π.Δ.). Από τις διατάξεις αυτές η διάταξη του άρθρου 344 παρ. 1 εδ. α' ορίζει ότι "η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας". Ενώ σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 501 του Κ.Π.Δ. που προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ. 3 του ν. 3160/2003 "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών. Από τις τελευταίες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στην συνέχεια μετά την έναρξη της συζητήσεως αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 Κ.Π.Δ. αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει για την ομοιότητα της περίπτωσης κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος η δίκη αναβλήθηκε, αλλά ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στην νέα μετ' αναβολή δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο (Ολ ΑΠ 3/2006). Δηλαδή στην περίπτωση αυτή η αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία. Διαφορετικά η απόφαση του Εφετείου είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. για υπέρβαση εξουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του πρώτου λόγου της αναίρεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την 39/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή, προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ για παράβαση των άρθρων 15 παρ. ε, 16, 22 του π.δ. 40/1977. Κατά της πιο πάνω απόφασης ο κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης έφεση, κατά την εκδίκαση της οποίας, που είχε οριστεί για τις 23-10-2008 , αυτός δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, αλλά, όπως και στην αίτησή του ο αναιρεσείων αναφέρει, εκπροσωπήθηκε από τη συνήγορό του, την οποία και εξουσιοδότησε εγγράφως να παρασταθεί και να ζητήσει αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης, λόγω ασθένειας του, όπως και έγινε και η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τις 11-12-2008, ημερομηνία κατά την οποία και πάλι δεν παραστάθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης και εκπροσωπήθηκε και πάλι δια εγγράφου εξουσιοδοτήσεώς του από τη συνήγορό του, Μαρία Βουλέλλη, η οποία και πάλι έχοντας σχετική έγγραφη εντολή ζήτησε αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης. Το Δικαστήριο ανέβαλε εκ νέου την εκδίκαση της υπόθεσης για τις 18-12-2008. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Λόγω της απουσίας του αυτής, το Τριμελές Εφετείο Μυτιλήνης, με την αναιρεσιβαλλόμενη 1904/2008 απόφασή του, δεν απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, αλλά δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν σαν να ήταν παρών ο κατηγορούμενος, κρίνοντας, όπως στα πρακτικά της δίκης αναφέρεται, ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε, "πλην όμως έχει εκπροσωπηθεί νομίμως δια δικαστικού πληρεξουσίου κατ' άρθρο 340 παρ. 2 Κ.Π.Δ, (όπως αποδεικνύεται από το απόσπασμα της προαναφερθείσας υπ' αριθμόν 1836/2008 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού), και δικάζεται σαν να είναι παρών (αρθρ. 501 παρ.1 και 4 του Κ.Ποιν.Δ.), δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κλητεύθηκε νόμιμα να εμφανισθεί στη σημερινή δικάσιμο". Επομένως, το Εφετείο, με να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν και να μη απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, δεν υπερέβη την εξουσία του, αφού δεν όφειλε, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, να θεωρήσει απόντα τον κατηγορούμενο και να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προβάλει ότι η έφεσή του έπρεπε απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και να μη ερευνηθεί κατ'ουσίαν, αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. ΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 99 παρ. 1 ΠΚ, αν κάποιος, που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Η αναστολή, εφόσον υπάρχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο, εκτός αν τούτο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 δηλαδή με τη μετατροπή της ποινής, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Επί ποινής φυλάκισης μέχρι δύο ετών πρέπει το δικαστήριο να ελέγξει και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. Εξάλλου λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου , από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών για παράβαση των άρθρων 15 παρ. ε, 16, 22 του π.δ. 40/1977. Η στερητική αυτή της ελευθερίας ποινή μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Όμως το Εφετείο ενώ ήλεγξε τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολή έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής της ποινής, κατ' άρθρο 99 παρ.1 του ΠΚ, με την αιτιολογία ότι από το ποινικό μητρώο του καταδικασθέντος, που ανέγνωσε, "προκύπτει ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει καταδικασθεί αμετακλήτως μέχρι σήμερα για πλημμελήματα σε ποινές περιοριστικές της ελευθερία με περισσότερες από μία αποφάσεις". Η αιτιολογία αυτή είναι ασαφής κατά τρόπο που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 99 του ΠΚ, αφού δεν αναφέρεται σε αυτήν, αν, από το ποινικό μητρώο που ανέγνωσε, προέκυπτε, ότι το σύνολο των ποινών που επεβλήθηκαν αμετακλήτως στον κατηγορούμενο με τις πλείονες αποφάσεις, υπερέβαιναν τους έξι μήνες φυλάκισης. Συνεπώς ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε του ΚΠΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της πιο πάνω διατάξεως, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή μόνο ως προς τη διάταξη περί μη αναστολής της εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής και την μετατροπή αυτής σε χρηματική ποινή, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει, ήτοι μόνον ως προς τη διάταξη για τη μη αναστολή της εκτέλεσής της στερητικής της ελευθερίας ποινής και την μετατροπή αυτής σε χρηματική ποινή, την 1904/18-12-2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης και απορρίπτει κατά λοιπά την 1/5-2-2009 αίτηση αναίρεσης του .... Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ερημοδικία κατηγορουμένου στη μετ' αναβολή συζήτηση. Αν ο εκκαλών ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεση του και στην συνέχεια μετά την έναρξη της συζητήσεως αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεση του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 ΚΠΔ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει και όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος η δίκη αναβλήθηκε αλλά ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στην νέα μετ' αναβολή δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, διότι το δικαστήριο δίκασε την έφεση κατ' ουσία, αντί να την απορρίψει ως ανυποστήρικτη. Αναστολή της κάτω των 2 ετών ποινής κατ' άρθρο 99 ΠΚ. Ασαφής αιτιολογία (στην περί μη αναστολή της ποινής απόφαση) διότι δεν αναφέρεται αν, από το ποινικό μητρώο προέκυπτε, ότι το σύνολο των ποινών που επεβλήθησαν αμετακλήτως στον κατηγορούμενο με τις πλείονες αποφάσεις, υπερέβαιναν τους έξι μήνες φυλάκισης. Αναιρεί εν μέρει μόνο ως προς την ποινή. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
1
Αριθμός 1357/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο, περί αναιρέσεως της 519/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 344/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ως προς την περί ποινής διάταξη της προσβαλλομένης απόφασης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του Νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 519/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο δίκασε μετ' αναίρεση, δια της υπ'αριθμ. 844/2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, της υπ'αριθμ. 207/2007 αποφάσεως του άνω Τριμελούς Εφετείου, το δικαστήριο αυτό εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει λεπτομερώς, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο ΑΑ, από τη συνεργασία του με την ΠΑΕ ΠΑΣ ΓΙΑΝΝΙΝΑ, είχε γίνει νόμιμος κομιστής δύο επιταγών, ήτοι των υπ' αριθ. ... και ... της Τράπεζας Πειραιώς, που είχαν εκδοθεί από την ΠΑΕ και έφεραν νόμιμη προς αυτόν οπισθογράφηση από τον εκπρόσωπο της, ποσού 5250000 δραχμών καθεμία. Επειδή οι δύο επιταγές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους, ο ανωτέρω κομιστής παρέδωσε αυτές στο δικηγόρο Ιωαννίνων ΒΒ ώστε να ενεργήσει για τη δικαστική είσπραξη του ποσού αυτών. Το Φεβρουάριο του έτους 2001, ο Πρόεδρος της ΠΑΕ ΓΓ, ευρισκόμενος στην ..., τηλεφώνησε στο μηνυτή και του ζήτησε να συναντηθούν προκειμένου να του πληρώσει το ποσό των επιταγών, όρισαν δε τη συνάντηση τους στο ξενοδοχείο "...". Τότε ο μηνυτής, επειδή δεν είχε στην κατοχή του τις επιταγές, τηλεφώνησε στο δικηγόρο του ΒΒ, του ανέφερε την προγραμματισμένη συνάντησή του με το ΓΓ και το σκοπό αυτής και του ζήτησε να του στείλει τις δύο επιταγές. Μάλιστα του ανέφερε ότι θα στείλει να παραλάβει τις επιταγές τον κατηγορούμενο Χ, προκειμένου ο τελευταίος να αποστείλει αυτές με λεωφορείο του ΚΤΕΛ Ιωαννίνων, αφού η συνάντηση είχε οριστεί για την επόμενη ημέρα. Εξαυτού του λόγου μάλιστα δεν δέχθηκε ο ΑΑ την πρόταση του δικηγόρου του να αποστείλει εκείνος τις επιταγές με εταιρία ταχυμεταφορών, αφού υπολόγιζε ότι μ' αυτό τον τρόπο θα του παραδίδονταν μετά το χρόνο για τον οποίο είχε κανονιστεί η συνάντηση. Πραγματικά, ο Χ εμφανίστηκε στον ανωτέρω δικηγόρο και παρέλαβε τις δύο επιταγές, υπογράφοντας μάλιστα και τη σχετική από 9.2.2001 απόδειξη παραλαβής εγγράφων. Επικοινώνησε δε με τον ΑΑ και του ανέφερε ότι του στέλνει τις επιταγές και το λεωφορείο ο οδηγός του οποίου θα του τις παρέδιδε. Ο ΑΑ έστειλε στο σταθμό των ΚΤΕΛ τον ΔΔ για να παραλάβει αντί αυτού τις επιταγές, όμως ο οδηγός του λεωφορείου του απάντησε ότι δεν είχε να παραδώσει οποιοδήποτε φάκελο που να αφορά το ΑΑ. Πραγματικά ο Χ μολονότι παρέλαβε τις επιταγές από τον ΒΒ για να τις παραδώσει στο ΑΑ, δεν τις παρέδωσε σ' αυτόν, αλλά τις παρέδωσε σε τρίτον και συγκεκριμένα στο ΓΓ, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα. Μάλιστα δε από το από 22.3.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του κατηγορουμένου Χ και ΓΓ και την από 10.12.2001 απόδειξη, προκύπτει ότι για την παράδοση αυτών των επιταγών στο δεύτερο καταβλήθηκε ένα ποσό στον κατηγορούμενο, ήτοι εκείνο των 4500000 δραχμών και για το υπόλοιπο του παραδόθηκε επιταγή ύψους 11739 ευρώ με ημερομηνία πληρωμής την 30.11.2003 και συμφωνήθηκε να πληρωθούν δύο δόσεις των 500.000 δραχμών εντός μηνός και τριών μηνών αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος όφειλε να παραδώσει στο μηνυτή τις επιταγές, ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε τυχόν προηγούμενη συμφωνία τους, η οποία είχε αναιρεθεί με τη νεότερη συμφωνία και εντολή του μηνυτή για την αποστολή του σ'αυτόν στην ... . Μ'αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος απέκρυψε, κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ, τις επιταγές των οποίων αυτός δεν ήταν κύριος ούτε είχε κάποιο δικαίωμα από αυτές, νόμιμος δε κομιστής αυτών ήταν ο μηνυτής και ο οποίος είχε δικαίωμα είσπραξης του ποσού αυτών, αφού αρνήθηκε την παράδοσή τους σ' αυτόν και τις παρέδωσε στο ΓΓ και έτσι κατέστησε ανέφικτη την υπό του νόμιμου ως άνω κομιστή είσπραξη του ποσού τούτων, δεδομένου ότι ο ΓΓ ισχυριζόταν αορίστως στο δικαιούχο μηνυτή ότι τις έχει εξοφλήσει σε τρίτον τις επιταγές. Η απόκρυψη των επιταγών έγινε από τον κατηγορούμενο, με σκοπό να βλάψει το νόμιμο κομιστή αυτών μηνυτή, ο οποίος είχε δικαίωμα να ζητήσει την πληρωμή του ποσού αυτών από τον εκδότη "ΠΑΕ ΠΑΣ ΓΙΑΝΝΙΝΑ", οφειλομένου σ'αυτόν από τη μεταξύ τους συνεργασία και πλέον δεν είχε τη δυνατότητα είσπραξης της οφειλής, ενόψει και της αρνήσεως της οφειλέτριας να καταβάλει το χρέος, αλλά και του ιδίου να παραδώσει τα χρήματα του ποσού των επιταγών στο δικαιούχο τους μηνυτή, ενόψει του ότι δεν υπήρχε αιτία να λάβει για δικό του λογαριασμό τα χρήματα των επιταγών ο κατηγορούμενος. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της υπεξαγωγής εγγράφων, ήτοι των δύο επιταγών, που του αποδίδεται". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση (519/2008) στο διατακτικό της εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "στα ... σε ακαθόριστη ημερομηνία, αλλά κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 2001, με σκοπό να βλάψει άλλον απέκρυψε έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριος. Ειδικότερα, έχοντας αποφασίσει να τελέσει την αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων, όταν ο εγκαλών ζήτησε από αυτόν να του παραδώσει, τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, οι οποίες ανήκαν στον εγκαλούντα, ενώ έλαβε αυτές από το δικηγόρο Ιωαννίνων ΒΒ προκειμένου να του τις παραδώσει στην ..., τις παρακράτησε παραδίνοντας αυτές στον ανωτέρω ΓΓ, χωρίς να του ανήκουν". Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην άνω απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, και από τα οποία συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως αυτής, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα άνω περιστατικά, καθώς και τους συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 222 ΠΚ, την οποίαν ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα εκτίθεται σ'αυτή ο σκοπός του αναιρεσείοντος να βλάψει τον εγκαλούντα, με την απόκρυψη, ήτοι (παρακράτηση), των δύο τραπεζικών επιταγών, αφού, καίτοι νόμιμος κομιστής αυτών, ο τελευταίος δεν ηδυνήθη να εισπράξει τα ποσά αυτών, διότι, όπως μάλιστα, ως εκ περισσού αναφέρεται, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος τις είχε παραδώσει στο ΓΓ, καίτοι δεν είχε δικαίωμα αφού δεν του ανήκαν. Ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση περί υπάρξεως αντιφάσεως και ασαφείας στο πλαίσιο της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, ως και ελλείψεως νομίμου βάσεως, διότι "η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι ναι μεν είχε εντολή (αυτός) να εισπράξει τα χρήματα των επιδίκων επιταγών (αριθμ. 207/2007 απόφαση Εφετείου), πλην όμως δεν είχε εντολή να παραδώσει τις επιταγές αυτές, αλλά έπρεπε να τις επιστρέψει στον εγκαλούντα" ... "σύμφωνα πάντα με την υπ'αριθμ. 207/2007 απόφαση που τον αθώωσε της υπεξαιρέσεως". Η τοιαύτη αιτίαση αλυσιτελώς προβάλλεται, ερειδομένη επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι τ'ανωτέρω δέχεται όχι η προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 519/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, αλλά η υπ'αριθμ. 207/2007 απόφαση αυτού, όπως, άλλωστε, και ο ίδιος ο παραπονούμενος κατηγορούμενος δέχεται ως αμέσως ανωτέρω εκτίθεται. Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ελλείψεως νομίμου βάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 του ΠΚ, όπως έχει αντικατασταθεί, με το άρθρο 2 παρ.3' του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα (στην αιτιολογία) στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το 82 Π.Κ., είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ. Η' (νέα αρίθμηση) του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που την εξέδωσε, αφού επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική προς 4,40 € την ημέρα, παραλείπον να ερευνήσει τις προϋποθέσεις της αναστολής και να παραθέσει τα ειδικά εκείνα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η εκτέλεση της ποινής ήτο απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Ούτως όμως υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του και γι'αυτό, πρέπει, κατά παραδοχήν του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση εν μέρει και δη κατά την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα κρίση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραγραφή της πράξεως, καίτοι από τον χρόνο τελέσεως αυτής (Φεβρουάριο 2001) μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ (8) ετών υπολογιζομένου και του χρόνου της τριετούς αναστολής, διότι η περί ενοχής απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 519/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και δη μόνον όσον αφορά εις την περί μετατροπής της ποινής διάταξη αυτής. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Υπεξαγωγή εγγράφων. Άρθρο 222 ΠΚ. Πρέπει να αναφέρεται ο σκοπός της βλάβης του άλλου με την απόκρυψη του εγγράφου. Οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να στρέφονται κατά της προσβαλλομένης δι' αυτής αποφάσεως και όχι κατά της αποφάσεως, η οποία είχε προηγουμένως αναιρεθεί. Άρθρο 99 ΠΚ. Το δικαστήριο οφείλει και χωρίς αίτημα να διερευνήσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Υπεξαγωγή εγγράφων.
0
Αριθμός 1356/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πέτρου, περί αναιρέσεως της 1456/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ...., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 248/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 117 παράγρ.1 του Ποινικού Κώδικος "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της". Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση επί εγκλήματος κατ'έγκληση διωκομένου, εφ'όσον η έγκληση υπεβλήθη μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίον ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που ετελέσθη και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της. Εάν λείπει τοιαύτη αιτιολογία, αν δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην άνω διάταξη του άρθρου 117 παράγρ. 1 ΠΚ ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παράγρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπου ο αναιρεσείων κατεδικάσθη δια της προσβαλλομένης υπ'αριθμ. 1456/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας σε φυλάκιση τριών (3) μηνών, ανασταλείσα επί τριετίαν για (απλή) δυσφήμηση (άρθρο 362 Π.Κ.), εις βάρος του εγκαλούντος ..., πράξη, η οποία ετελέσθη κατ'εξακολούθηση την 23-5-2004, 27-5-2004, 4-3-2005, η ποινική δίωξη ησκήθη κατόπιν εγκλήσεως του άνω παθόντος (άρθρο 368 ΠΚ). Η έγκληση αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της φέρει χρονολογία 10-6-2005 και υπεβλήθη την 17-6-2005. 'Οπως όμως επίσης προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ουδαμού εις αυτά αναφέρεται πότε ο πολιτικώς ενάγων-εγκαλών έλαβε γνώση της ανωτέρω εξακολουθητικής πράξεως, ώστε να κριθεί εάν η ρηθείσα από 10-6-2005 έγκλησή του υπεβλήθη εμπροθέσμως, ενόψει δε των ως άνω αναφερθέντων χρόνων τελέσεως των μερικότερων πράξεων η έγκληση υπεβλήθη μετά το τρίμηνο του άρθρου 117 παρ.1 ΠΚ. Εντεύθεν, αφού δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που απεδείχθησαν και από τα οποία προκύπτει η γνώση που απαιτεί το τελευταίο άρθρο, υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 117 ΠΚ από αυτή, σχετικά με τον χρόνο της γνώσεως. Μετά ταύτα οι σχετικοί λόγοι πρώτοι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής νόμου, όσον αφορά την απόρριψη της περί απαραδέκτου της εγκλήσεως ενστάσεως, λόγοι εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, εξεταζόμενοι, άλλωστε, και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 511 ΚΠΔ), είναι βάσιμοι. Δι' ό και πρέπει γενομένων δεκτών, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. 1456/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εγκλήματα κατ' έγκληση διωκόμενα. Άρθρο 117 παρ. 1 ΠΚ. Δυσφήμιση 362, 368 ΠΚ. Η καταδικαστική απόφαση επ' αυτών για να έχει αιτιολογία ειδική, εφ' όσον η έγκληση υπεβλήθη μετά το τρίμηνο, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο καθ' όν έλαβε γνώση ο δικαιούμενος εις έγκληση της πράξεως και του προσώπου που την ετέλεσε. Άλλως λόγος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική, Έγκληση.
0
Αριθμός 1358/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κλάππα, περί αναιρέσεως της 70965/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Ιανουαρίου 2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 209/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι από 27-1-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Χ1 και β) Χ2, ασκηθείσαι δια δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στρέφονται κατά της υπ'αριθμ. 70965/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δικάσαντος κατ'έφεση. Πρέπει, εντεύθεν, να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ των προδήλου συναφείας. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 με τις εις την διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές τιμωρείται όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) ασχέτως ποσού, προς τους υπαγομένους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους οργανισμούς αυτούς εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δεν την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου τιμωρείται για υπεξαίρεση με τις εις την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων εις αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεώς των στους ανωτέρω κατά την παράγραφο 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφ'ότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 26 παράγραφοι 1, 5 του ΑΝ 1846/1951 ως ετροποποιήθη και ισχύει, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήμα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης κατά τις άνω διατάξεις και κατά το άρθρο 8 παράγραφος 5 του ιδίου ΑΝ 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρεσχέθη η εργασία ή η υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παράγραφος 3 του ΑΝ 1846/1951, ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρεσχέθη η εργασία ή η υπηρεσία... Ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επομένου μηνός από τον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Κατ'ακολουθίαν αυτών για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του άρθρου 1 παρ.1, 2 ΑΝ 86/1967, εγκλημάτων τα οποία είναι γνήσια παραλείψεως, συντελούμενα με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπροθέσμου καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μηνός που παρεσχέθη η εργασία, πρέπει να περιέχονται σ'αυτή τα κρίσιμα περιστατικά για την θεμελίωση των δύο ως άνω αξιοποίνων πράξεων, τα οποία είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ'αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότου ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ'αριθμ. 70965/2008 αποφάσεως, που παραδεκτώς συμπληρώνεται με το διατακτικό της, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάζον ως εφετείο, εδέχθη, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής περιστατικά: "Στη ... στις 20-4-2005 οι κατηγορούμενοι τυγχάνοντες εργοδότες της επιχείρησης DILEMA ABEE ασχολουμένη με τη διάθεση πλαστικών και χάρτου έχοντες απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από ΔΧ/03 έως 2/05 στην επιχείρηση τους προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή και ασφαλίζονταν στον ΙΚΑ, ενώ είχαν νόμιμη υποχρέωση να καταβάλουν τις βαρύνουσες αυτούς ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές) ποσού 14.215,58 ευρώ δεν κατέβαλαν αυτές στον ως άνω οργανισμό, εντός μηνός από τότε που έγιναν απαιτητές, περαιτέρω δε ενώ είχαν παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή τους (εργατικές ποσού 7.107,79 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσουν στον ως άνω οργανισμό δεν τις κατέβαλαν εντός του μηνός κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές. Το Δικαστήριο ωστόσο κρίνει ότι οι κατηγορούμενοι δεν ωθήθηκαν στην πράξη αυτή από ταπεινά αίτια, ενόψει των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εταιρία κηρύχθηκε σε πτώχευση και για το λόγο αυτό πρέπει να τους αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 β ΠΚ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το άνω Τριμελές Πλημμελειοδικείο εκήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους με ελαφρυντικά άρθρου 84 παρ.2β' του ότι: "Στην ... την 20-4-05 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία DILEMA ΑΒΕΕ και ΑΜΕ ... (ΑΓΜ ...) Υποκατάστημα ..., είδος επιχείρησης ΔΙΑΘΕΣΗ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ-ΧΑΡΤΟΥ μαζί με τον ως ανωτέρω συγκατηγορούμενο και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο ΔΧ/03 έως 02/05 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο 'Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 21.323,37 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ... ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται μισθωτοί με ύψος αποδοχών 56.025,70 ευρώ συνολικά 1. 'Εχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για το Ειδικό Λογ/σμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων βάσει των ημερών απασχόλησης), ποσού 14.215,58 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2. 'Εχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 7.107,79 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ'αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι'αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση". Επέβαλε εις εκάστην των νυν αναιρεσειουσών συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, την οποίαν ανέστειλεν επί τριετίαν δια την Χ1 και μετέτρεψε προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως για την Χ2. Με αυτά που εδέχθη το ανωτέρω δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δη ως προβλέπεται από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ. Ειδικότερα μολονότι πρόκειται για εταιρική επιχείρηση και όχι ατομική τοιαύτη δεν εκτίθενται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της αποφάσεως πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότης και η θέση των αναιρεσειουσών στην ανώνυμη εταιρία, η οποία κατά νόμον εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο και δεν αναφέρεται αν αυτές ήσαν εκ του καταστατικού της ανωνύμου εταιρίας προβλεπόμενοι ως υπεύθυνοι ή νομίμως ορισθείσαι, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωσή των, να παρακρατούν τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδουν αυτές μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της επιχειρήσεως στο ΙΚΑ, αλλ' απλώς αναφέρεται η ιδιότης των ως εργοδοτών, η οποία, όπως ανεφέρθη, δεν αρκεί. Συνεπώς ο συναφής εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως αμφοτέρων των αιτήσεων με τον οποίο προβάλλεται η άνω πλημμέλεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της ερεύνης του ετέρου λόγου της αναιρέσεως της Χ2 περί υπερβάσεως εξουσίας. Μετά ταύτα πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως να γίνουν δεκτές, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς αμφότερες τις αναιρεσείουσες και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. 70965/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση Ν. 86/1967. Για την πληρότητα της καταδικαστικής αποφάσεως απαιτείται να αναφέρεται μεταξύ άλλων η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εργοδότη που απασχόλησε μισθωτούς, εάν δε πρόκειται για εταιρική επιχείρηση, που η νομική μορφή της τελευταίας και ποια η θέση του κατηγορουμένου εις αυτήν, ώστε να προκύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση εισφορών. Προκείμενου για ανώνυμη εταιρεία, που εκπροσωπείται κατά νόμο από το διοικητικό της συμβούλιο πρέπει να αναφέρεται η σχέση του αναιρεσείοντος με αυτό ή αν εκπροσωπεί την εταιρεία κατά το κατά-στατικό. Αναιρεί. Παραπέμπει διότι πρόκειται περί ανωνύμου εταιρείας και ομλεί η απόφαση μόνο περί "εργοδοτών".
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Ανώνυμη εταιρία.
0
Αριθμός 1362/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μπουλούκο, για αναίρεση της με αριθμό 1721/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 266/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 216 παρ.1 του Π.Κ. για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας ή της αποδεικτικής του δυνάμεως με μεταβολή του περιεχομένου με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του υπαιτίου, που ενέχει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη επί πλέον δε ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο και σκοπός του δράστη με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευομένου δικαιώματος. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς ν' απαιτείται και να λάβει πραγματικά γνώση του εν λόγω εγγράφου ή και να παραπλανηθεί απ' αυτό ο τρίτος. Από τη διάταξη δε του άρθρου 45 του Π.Κ. που ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως" προκύπτει ότι με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος (Ολ.ΑΠ 50/1990). Είναι δε δυνατή η συναυτουργία περισσοτέρων προσώπων στην κατάρτιση πλαστού ή τη νόθευση εγγράφου, χωρίς να απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός των συναυτουργών αλλά αρκεί η αναφορά στην απόφαση των πραγματικών περιστατικών βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005). Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά κατ' άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Τέλος η κατά τα άνω άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία είναι αναγκαία όχι μόνο για την περί ενοχής ή αθωότητος του κατηγορουμένου κρίση του δικαστηρίου, αλλά και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, εκείνους, δηλαδή, οι οποίοι προβάλλονται κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή την ικανότητα προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας, έχουν προβληθεί κατά τρόπον ορισμένο και σαφή και έχουν αναπτυχθεί προφορικά? άλλως, εάν δηλαδή πρόκειται περί αρνητικών ισχυρισμών της κατηγορίας, μη όντων, ήτοι, αυτοτελών, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και δη το σκεπτικό αυτής, υπ' αριθμ. 1721/2008 του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, και δή "την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά" - λόγος για απολογία του κατηγορουμένου δεν έγινε, διότι ούτος παρέστη δια πληρεξουσίου - (εδέχθη) τα εξής περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 20-8-2001 έως τέλη Σεπτεμβρίου 2001, ενεργώντας από κοινού με τον αποβιώσαντα αδελφό του Χ1, είχαν στην κατοχή τους λευκές και ασυμπλήρωτες ως προς όλα τα στοιχεία τους τις υπ. αριθ. ... και ...επιταγές της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος επί του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της μηνύτριας Μ1. Η τελευταία είχε παραδώσει τις επιταγές αυτές στον κατηγορούμενο ως εγγύηση για δάνειο 200.000 δραχμών που της είχε χορηγήσει. Ο κατηγορούμενος χωρίς τη συναίνεση της μηνύτριας συμπλήρωσαν τις επιταγές με ημερομηνίες ... και ... αντίστοιχα, με τόπο έκδοσης την ..., με χρηματικά ποσά 2.400.000 δραχμές και 3.450.000 δραχμές αντίστοιχα και με δικαιούχο την εδρεύουσα στην Ορεστιάδα εταιρεία του με την επωνυμία "ΑΓΡΟΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε.". Στη συνέχεια έθεσε αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα την υπογραφή της στη θέση του εκδότη. Έπραξε δε αυτό για να παραπλανήσει με τη χρήση τους κάθε καλόπιστο τρίτο συναλλασσόμενο σχετικά με το γεγονός της νόμιμης έκδοσης των επιταγών. Εν τέλει έκανε και χρήση των πλαστογραφημένων επιταγών μεταβιβάζοντας τις με οπισθογράφηση στον Ο1. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι : "Κατά το χρονικό διάστημα από 20.8.2001 έως τέλη Σεπτεμβρίου 2001 ενεργώντας από κοινού με τον αποβιώσαντα αδελφό του Χ1 με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος κατάρτισαν πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκαναν χρήση του εγγράφου αυτού και συγκεκριμένα, ενώ είχαν στην κατοχή τους λευκές και ασυμπλήρωτες καθόλα τα στοιχεία τους τις υπ' αριθμ.... και ... επιταγές της Εθνικής Τράπεζας Eλλάδος επί του υπ'αριθμ. ... λογαριασμού της εγκαλούσας Μ1, η οποία τις είχε παραδώσει στον πρώτο εξ αυτών Χ1 ως εγγύηση για δάνειο ποσού 200.000 δραχμών που της είχαν χορηγήσει, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού, αφού χωρίς την συναίνεση της ανωτέρω εγκαλούσας τις συμπλήρωσαν με ημερομηνίες 31-9-2001 και 20.8.2001 αντίστοιχα, με τόπο έκδοσης την ..., με χρηματικά ποσά 2.400.00 δραχμές και 3.450.000 δραχμές αντίστοιχα και με πρόσωπο του εις διαταγήν δικαιούχου τους την υπ' αυτών εκπροσωπούμενη και εδρεύουσα στην Ορεστιάδα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε." ακολούθως έθεσαν, χωρίς την συναίνεση της εγκαλούσας, κατ' απομίμηση την υπογραφή της στη θέση της υπογραφής του εκδότη αυτών, στην πράξη τους δε αυτή προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση των ανωτέρω επιταγών κάθε καλόπιστο τρίτο συναλλασσόμενο σχετικά με το γεγονός της νόμιμης έκδοσης τους για τα ανωτέρω χρηματικά ποσά εις διαταγήν της ανωτέρω εταιρείας τους, ακολούθως δε έκαναν χρήση των ανωτέρω πλαστογραφημένων επιταγών μεταβιβάζοντας τις με οπισθογράφηση στον Ο1". Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο διέλαβε στην ανωτέρω απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω πράξεως, για την οποία και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα άνω περιστατικά καθώς και τους συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 Π.Κ., την οποίαν ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να καταστήσει ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα εκτίθεται σ' αυτήν με αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό η κατά συναυτουργίαν, από τον αναιρεσείοντα και τον ήδη αποβιώσαντα αδελφό του, τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, με την παραδοχή ότι από κοινού κατείχαν τις επίμαχες λευκές επιταγές και τις συμπλήρωσαν χωρίς δικαίωμα με την θέση της υπογραφής της μηνυτρίας εταιρίας ως εκδότου, δηλαδή (αναφέρονται) οι ενέργειες αυτών που συνιστούν συμμετοχή των υπό την ανωτέρω μορφή (της συναυτουργίας), ο σκοπός της παραπλανήσεως με την χρήση των, για το ότι οι επιταγές έχουν εκδοθεί νομίμως ως και η χρήση αυτών με την δι' οπισθογραφήσεως μεταβίβασή των. Επίσης το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε "μη αυτοτελείς" ισχυρισμούς, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο αναιρεσείων στην αναίρεσή του τους χαρακτηρίζει ούτω, και δη στο ότι δεν έχει τελέσει το αδίκημα, εφ' όσον πρόκειται περί αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού και όχι αυτοτελούς τοιούτου. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι, μόνοι της κρινομένης αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καί εκ πλαγίου παραβάσεως ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εντεύθεν και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 4 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.721/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Έννοια συναυτουργίας. Άρθρο 45 ΠΚ. Πλαστογραφία. Πότε από κοινού; Δεν απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών εκάστου των συναυτουργών. Δεν δημιουργείται έλλειψη νομίμου βάσεως από την μη εξειδίκευση αυτών των ενεργειών. Ολ. ΑΠ 50/1990. Απορρίπτει αναίρεση.
Συναυτουργία
Πλαστογραφία, Συναυτουργία, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1368/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα-Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 574/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 206/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού, με αριθμό 101/26-3-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 23/30-12-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ...., κατά της υπ'αριθμ. 574/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, εκθέτω τα εξής: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474 παρ. 1 και 473 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει, ότι κατ'εξαίρεση η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να ασκηθή, όχι μόνο με δήλωση ενώπιον των αρμοδίων προσώπων των οριζομένων από την διάταξη του άρθρ. 474 παρ. 1 ΚΠΔ και με σύνταξη σχετικής εκθέσεως, αλλά, επί καταδικαστικής αποφάσεως, και με δήλωση του καταδικασθέντος, η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εντός προθεσμίας είκοσι ημερών. Αν η προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, αλλά απορριπτική της εφέσεως ως απαραδέκτου (εκπροθέσμου), η κατ'αυτής άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτη (άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ), ως μη ασκηθείσα κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (βλ. ΑΠ 961/2004, εις Ποιν.Δικ./2004/1072, ΑΠ 295/2001, εις ΠΧ/ΝΑ'/975). Στην προκειμένη περίπτωση, διά της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η υπ'αριθμ. 574/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 111/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γρεβενών. Όμως, η αίτηση αυτή ησκήθη κατά της ως άνω μη καταδικαστικής, αλλ'απορριπτούσης την έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), αποφάσεως, διά δηλώσεως επιδοθείσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δηλαδή όχι κατά τις νόμιμες διατυπώσεις και, επομένως, κατά τα προεκτιθέμενα, είναι απαράδεκτη. Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Να απορριφθή ως απαράδεκτη η από 23/30-12-2008 αίτηση αναιρέσεως του .., κατά της υπ'αριθμ. 574/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 3 Μαρτίου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 473 παράγρ. 2 εδ. α' ΚΠΔ "η αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγρ. 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1", και κατ' άρθρον 474 παρ. 1 εδ. α' ιδίου Κώδικος, "με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος". Εκ των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται μόνο με δήλωση στον γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος, ήτοι κατ' εξαίρεση ή αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε όχι μόνο με δήλωση ενώπιον των αρμοδίων προσώπων που ορίζονται στην άνω διάταξη (του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠΔ), αλλά και με δήλωση αυτού (καταδικασθέντος) η οποία επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, με την αναγκαία προϋπόθεση να είναι η προσβαλλομένη απόφαση καταδικαστική. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως εκπρόθεσμη ή ανυποστήρικτη δεν είναι καταδικαστική, διότι στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αλλά αντίθετα διαπιστώνει απλώς το τυπικώς απαράδεκτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Περαιτέρω κατ' άρθρον 476 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται .....ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του ....το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Κατά δε το άρθρο 513 παράγρ. 1 εδ. α' ιδίου κώδικος "αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476 το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη". Στην προκειμένη περίπτωση δια της κρινομένης από 23/12/2008 αιτήσεως αναιρέσεως ασκηθείσης δια δηλώσεως, επιδοθείσης εις τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 574/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας , η οποία απέρριψε έφεση κατά της υπ' αριθμ. 111/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γρεβενών ως εκπρόθεσμη. Ενόψει όμως του ότι η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση αυτή απαραδέκτως ησκήθη δια δηλώσεως στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει γι' αυτό, να απορριφθεί, να επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 476 παράγρ. 1 και 583 παραγρ. 1 (ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23/12/2008, αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 574/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 473 παρ. 2 εδάφιο Α΄ ΚΠΔ. Αναίρεση με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μόνο κατά καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτουσα την έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της δεν είναι καταδικαστική. Απαράδεκτη η αναίρεση στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατ' αυτής. Απορρίπτει.
Εφέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1355/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραμπάτσα, για αναίρεση της 430/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1187/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/2005). Περαιτέρω η επιβαλλομένη από τα άρθρα ως άνω 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική, δηλαδή, ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφίεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Όπως ορίζεται από το άρθρο 321 παράγραφο 1 Κ.Π.Δ. "Το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται , γ) την χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδος και την ώρα που πρέπει να εμφανιστεί, δ) τον ακριβή προσδιορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, του δημοσίου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη που εξέδωσε το θέσπισμα...." και παράγραφο 4 "Η τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 επιβάλλεται με ποινή ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως". Ταύτα και ειδικότερα ο ακριβής καθορισμός της πράξεως δια την οποίαν κατηγορείται ο κατηγορούμενος απαιτούνται για να μπορέσει ο τελευταίος να προετοιμάσει την υπεράσπισή του σχετικά με ό,τι του αποδίδεται. Τα αυτά ορίζονται και στο άρθρο 6 παράγραφο 3 εδ. α' και β' της από 4 Νοεμβρίου 1950 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης, που εκυρώθη με τον Ν. 2323/1953 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο, δηλαδή ότι "πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όπως πληροφορηθή εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσα την οποία εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας άμα δε και όπως διαθέση τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασία της υπερασπίσεώς του". Περαιτέρω κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 170 Κ.Π.Δ. "Η ακυρότητα μιας πράξης ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο", κατά δε την παράγραφο 2 του άρθρου 174 Κ.Π.Δ. "Η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου και του αστικώς υπευθύνου και του καταλόγου των μαρτύρων..... καλύπτονται αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της...". Τέλος κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 502 Κ.Π.Δ. "Σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι". Από τον συνδυασμό των άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δύναται να ασκήσει έφεση κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής για αυτόν αποφάσεως διατυπώνων ως ειδικό λόγο αυτής την παρά τον νόμον απόρριψη της παραδεκτώς κατά την έναρξη της διαδικασίας προβληθείσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενστάσεως ακυρότητος του κλητρηρίου θεσπίσματος, για λόγο που στηρίζεται στο στοιχ. δ' της παραγράφου 1 σε συνδυασμό με την παράγραφο 4 του άρθρου 321 Κ.Π.Δ., οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτώς ασκηθείσης εφέσεως έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του ειδικώς εκκληθέντος μέρους αυτού της πρωτοδίκου αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που εδίκασε σε πρώτο βαθμό, αφού απέρριψε την προβληθείσα, με την έναρξη της διαδικασίας ένσταση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος εκ του άρθρου 321 παράγραφος 1 περίπτωση ε' και παράγραφος 4 Κ.Π.Δ., κατεδίκασε στη συνέχεια τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών ανασταλείσα επί τριετία, για παράβαση του άρθρου 42 παρ. 1, 7γ, 10 Ν. 2696/1999. Κατά της άνω υπ'αριθμ. 4035/2007 πρωτοδίκου αποφάσεως ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ήσκησεν έφεση παραδεκτώς, εις την οποία περιέλαβεν, ως ειδικόν λόγον (εφέσεως) ότι κακώς απερρίφθη η ένσταση ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 430/2008 απόφασή του απέρριψε την τελευταία αυτή ένσταση και αύθις με την εξής αιτιολογία: "Από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου, για να δικαστεί, με την επίδοση κλητήριου θεσπίσματος προς αυτόν, το οποίο περιέχει, εκτός από τα άλλα αναγκαία στοιχεία του, τον ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ώστε να μπορέσει αυτός να προετοιμάσει αποτελεσματικά την υπεράσπισή του (βλ. ΑΠ 185/2004 ΠοινΧρ ΝΕ 41). Προκειμένου να καταστεί ακριβής ο καθορισμός της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, απαιτείται, ως πρόσθετο στοιχείο του κλητήριου θεσπίσματος, μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που προβλέπει την πράξη (βλ. άρθρο 321 παρ. 1-δ ΚΠοινΔ). Η τήρηση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 321 ΚΠοινΔ, όπου καθορίζεται το αναγκαίο περιεχόμενο του κλητήριου θεσπίσματος, επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητήριου θεσπίσματος, (βλ. άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠοινΔ). Έτσι, αν τυχόν ο καθορισμός της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δεν είναι επαρκώς ακριβής, ή αν δεν γίνεται μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που προβλέπει την πράξη, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ή αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει άλλα στοιχεία, τα οποία καθορίζονται με τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 ΚΠοινΔ ως αναγκαία, το κλητήριο θέσπισμα πάσχει από ακυρότητα, η οποία κηρύσσεται από το δικαστήριο αυτεπάγγελτα ή μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή μετά από αίτημα του κατηγορουμένου. Η έλλειψη κάποιου στοιχείου, αναγκαίου για το κύρος του κλητήριου θεσπίσματος, αποδεικνύεται από το κλητήριο θέσπισμα, το οποίο επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, ή από το αντίτυπό του που υπάρχει στη δικογραφία, ή από το αποδεικτικό επίδοσης, αν δεν υφίσταται κλητήριο θέσπισμα (βλ. άρθρο 321 παρ. 5 ΚΠοινΔ). Στην επίδικη υπόθεση ο κατηγορούμενος, διαμέσου του συνηγόρου του, υπέβαλε ένσταση ακυρότητας του (επίδικου) κλητήριου θεσπίσματος και ζήτησε να κηρυχθεί η ακυρότητα αυτού για όσους λόγους εκτέθηκαν ήδη. Η πιο πάνω ένσταση του κατηγορουμένου είναι παραδεκτή και νομικά βάσιμη, (βλ. άρθρο 321 παρ. 1-4-5 ΚΠοινΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. Με το επίδικο κλητήριο θέσπισμα, το οποίο φέρει αριθμό βιβλίου ωρίμων (Α.Β.Ω.) 803/25 και ημερομηνία 01.04.2003, κλήθηκε ο κατηγορούμενος Χ1 ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, για να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη "Παράβαση άρθρου 42 παρ. 1-7-γ-10 Ν. 2696/99" και, ειδικότερα, για το ότι "στη χ/θ 342 Π.Α.Θ.Ε. στις ... και περί ώρα 22.00' οδηγούσε οδικό όχημα, ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και συγκεκριμένα....", ήτοι "Για παράβαση των άρθρων 12, 26 παρ. 1-α, 27 παρ. 1 Ποιν. Κώδικα, 42 παρ. 1-7-γ-10 Ν. 2696/99, όπως αντικ. με άρθρο 43 παρ. 2 Ν. 2696/99...". Ήδη ο κατηγορούμενος ενίσταται ότι το επίδικο κλητήριο θέσπισμα πάσχει από ακυρότητα, διότι δεν μνημονεύεται ο τίτλος του άρθρου και ο τίτλος του νόμου, με τον οποίο παραπέμπεται, ούτε η διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 Ν. 2963/2001 που αντικατέστησε το ως άνω άρθρο. Είναι προφανές ότι το επίδικο κλητήριο θέσπισμα παρουσιάζει τις ελλείψεις που επισημαίνει ο κατηγορούμενος, οι ελλείψεις όμως αυτές δεν το καθιστούν άκυρο, διότι τα αντίστοιχα στοιχεία (τίτλος άρθρου, τίτλος νόμου, τροποποιητική διάταξη) δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο του κλητήριου θεσπίσματος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Άλλωστε, από το κείμενο του επίδικου κλητήριου θεσπίσματος, σε συνδυασμό με τον τίτλο της αξιόποινης πράξης, προκύπτει αναμφίβολα ότι ο κατηγορούμενος κατηγορείται για οδήγηση οδικού οχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ήτοι για παράβαση του άρθρου 42 παρ. 1-7-γ-10 Ν. 2696/1999, ο οποίος ευχερώς μπορεί να διαπιστωθεί ότι φέρει τον τίτλο "Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας", (βλ. ΦΕΚ Α'57/23/03/1999). Η εσφαλμένη αναφορά του τροποποιητικού νόμου 2963/2001 δεν αίρει τον ακριβή καθορισμό της επίδικης πράξης ή τη μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που προβλέπει την πράξη αυτή, ούτε μπορεί να προκαλέσει οποιαδήποτε σύγχυση στον κατηγορούμενο σχετικά με την πράξη που αποδίδεται σ' αυτόν. Άλλωστε, η αναφορά της τροποποιητικής διάταξης θα μπορούσε να παραλειφθεί ολοσχερώς, αφού είναι αυτονόητο ότι ο ποινικός νόμος εφαρμόζεται όπως ισχύει, όταν τελείται η αξιόποινή πράξη, (βλ. άρθρο 1 ΠΚ), εκτός αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, οπότε εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, (βλ. άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ). Διαφορετικά, έπρεπε να ακυρώνονται όλα τα κλητήρια θεσπίσματα που καταρτίστηκαν και επιδόθηκαν ήδη, αλλά δεν περιέχουν τροποποιητική διάταξη νόμου, η οποία θεσπίστηκε μετά την κατάρτιση και επίδοσή τους. Συνεπώς, η πιο πάνω ένσταση του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτείται υπό των ανωτέρω διατάξεων του Κ.Π.Δ. και του Συντάγματος και συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως εκτιμάται, της παρεμπιπτούσης, ήτοι, αποφάσεως, της απορριπτικής της ενστάσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'Κ.Π.Δ., πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 332 παρ. 2 Κ.Π.Δ., στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφ' όσον όμως προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνον η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίον είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία? και τούτο δια να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (Ολ. ΑΠ. 2/2005). Τοιούτος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο εκ του άρθρου 25 Π.Κ. (ισχυρισμός) περί καταστάσεως ανάγκης που αποκλείει το άδικο, ως και οι εκ του άρθρου 84 παρ. 2 α', δ'και ε'Π.Κ. ισχυρισμοί, ότι δηλαδή ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και ότι συμπεριεφέρθη καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του· δια να είναι όμως σαφείς και ορισμένοι οι ισχυρισμοί αυτοί και να έχει υποχρέωση το δικαστήριο να τους εξετάσει και να αιτιολογήσει την σχετική κρίση του πρέπει για την θεμελίωσή των να γίνεται επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγησή των. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεώς του, αιτιάται ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας απέρριψε χωρίς ειδική αιτιολογία κατά πιστή εδώ μεταφορά "τον προταθέντα από αυτόν και τον μάρτυρά του αυτοτελή ισχυρισμό του άρθρου 25 Π.Κ. Παρουσιάστηκε ο μάρτυρας υπεράσπισης, ο οποίος, όταν ρωτήθηκε από τον Πρόεδρο για την ταυτότητά του, απάντησε ότι ονομάζεται ... κάτοικος ..., γεννήθηκε το 1950, επάγγελμα δημόσιος υπάλληλος, είναι Έλληνας και Χριστιανός Ορθόδοξος, γνωρίζει και συγγενεύει με τον κατηγορούμενο, είναι ο πατέρας του,... και όταν εξετάσθηκε κατέθεσε τα εξής: "Είχα πάθει έμφραγμα και πήρα τον γιο μου τηλέφωνο. Εκείνη την ημέρα έπαθα το έμφραγμα. Το έπαθα γύρω στις 11.00 με 12.00. Ο γιος μου έπαθε το ατύχημα και τραυματίσθηκε. Μετάνιωσε για την πράξη του...". Στη συνέχει ο Πρόεδρος κάλεσε σε απολογία τον κατηγορούμενο, ο οποίος είπε τα εξής: "Είμαι 27 ετών και τελειόφοιτος πολιτικός μηχανικός. Είχα πιει. Εκείνη την περίοδο δούλευα και μόλις τελείωσα τη δουλειά μου και γνωρίζοντας ότι ο πατέρας μου δεν ήταν καλά οδήγησα. Οδήγησα εγώ επειδή είχα πιει λιγότερο από τον φίλο μου...". Όμως ο ισχυρισμός αυτός όπως διετυπώθη ήτο αόριστος και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει εις αυτόν, πέραν του ότι ως εκ περισσού απήντησε στον τοιούτο ισχυρισμόν, τον οποίον απέρριψε και μάλιστα ειδικώς και αιτιολογημένως ως εξής: " Η κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, ότι δήθεν είχε υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου εκείνη την ημέρα, γεγονός που δήθεν ανάγκασε τον κατηγορούμενο γιο του να επιβιβαστεί στο επίδικο όχημα και να οδηγήσει αυτό, μολονότι ήταν ήδη σε κατάσταση μέθης, αξιολογείται ως αβάσιμη, όχι μόνο διότι δεν τεκμηριώθηκε με την προσαγωγή αντίστοιχου ιατρικού πιστοποιητικού, αλλά, κυρίως, διότι, όπως αποδείχθηκε, το τροχαίο ατύχημα που προκλήθηκε από τη μέθη του κατηγορουμένου, έλαβε χώρα στις ..., περί ώρα 22.00', ενώ η πάθηση του μάρτυρα υπεράσπισης, πατέρα του κατηγορουμένου, εκδηλώθηκε περί ώρα 11.00 με 12.00' (προφανώς μετά μεσημβρία, δηλαδή μετά την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος του κατηγορουμένου). Αν, πάλι, εννοηθεί ότι η πάθηση του μάρτυρα είχε εκδηλωθεί περί ώρα 11.00 με 12.00' προ μεσημβρίας, αφού ο κατηγορούμενος κατέθεσε "μόλις τελείωσα τη δουλειά μου και γνωρίζοντας ότι ο πατέρας μου δεν ήταν καλά, οδήγησα", είναι προφανές, ότι η πάθηση ήταν ασήμαντη και η οδήγηση του οχήματος δεν συνδέεται με αυτή, διότι το τέκνο που ανησυχεί για την υγεία του πατέρα του, ο οποίος έπαθε έμφραγμα μυοκαρδίου περί ώρα 11.00'προ μεσημβρίας, δεν σπεύδει προς τον ασθενή πατέρα του μετά παρέλευση 10 ωρών περίπου και, μάλιστα, αφού πρώτα έχει περιέλθει σε κατάσταση μέθης. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη και να του αναγνωρισθούν ελαφρυντικά άρθρου 84 παρ. 2 α'". Επίσης οι σχετικοί ισχυρισμοί περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 δ' και ε' Π.Κ. προεβλήθησαν αορίστως, χωρίς τα απαιτούμενα προς θεμελίωσή των περιστατικά, παρά μόνο με τη γραμματική επίκληση του περιεχομένου των οικείων νομικών διατάξεων, και δη, επί λέξει: "ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 δ': Πράγματι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια γι' αυτό που έκανε, δηλώνοντας μπροστά στο δικαστήριο Σας ότι θλίβεται για το γεγονός και ότι δεν θα το ξανακάνει. Ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' . Είναι γεγονός ότι από το ατύχημα και μετά, μετά δηλαδή την άδικη πράξη του, συμπεριφέρθηκε καλά, δεν ξαναήπιε, ούτε έφερε τον εαυτό του σε κατάσταση μέθης". Συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε και εδώ υποχρέωση να απαντήσει στους άνω αορίστους ισχυρισμούς των ελαφρυντικών περιστάσεων, εντεύθεν δε και η σιωπηρά απόρριψη αυτών να μην αποτελεί πλημμέλεια της αποφάσεως. Μετά ταύτα οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με την απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Λόγον αναιρέσεως συνιστά κατά άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Περαιτέρω κατ' άρθρον 42 παράγραφος 10 Ν.2696/1999, όπως αντικατεστάθη δια του άρθρου 43 παράγραφος 2 Ν. 2963/2001 "στις περιπτώσεις των παραγράφων 7 εδάφιο γ'και 8 του άρθρου αυτού", ήτοι σε περίπτωση οδηγήσεως οχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος "η παράβαση τιμωρείται παράλληλα και ανεξάρτητα από τις ποινικές και λοιπές κυρώσεις που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές, και με την ποινή της αφαίρεσης των κρατικών πινακίδων και της αδείας κυκλοφορίας του οχήματος για χρονικό διάστημα από δέκα (10) ημέρες έως έξι (6) μήνες, η οποία επιβάλλεται από το δικαστήριο. Η κύρωση αυτή δεν ισχύει για τις περιπτώσεις των κατηγοριών οχημάτων του άρθρου 103 παρ. 4 στοιχ. α' και β' του παρόντος", ήτοι των οδικών οχημάτων που ανήκουν στις νόμιμα λειτουργούσε επιχειρήσεις εκμίσθωσης αυτών, κατά την διάρκεια της μίσθωσης, και των οχημάτων δημοσίας χρήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την βασιμότητα του λόγου αναιρέσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, επέβαλε (κατά πλειοψηφίαν), παράλληλα με την ανωτέρω ποινή της φυλακίσεως των τεσσάρων (4) μηνών με τριετή αναστολή, και την ποινή της αφαιρέσεως των στοιχείων κυκλοφορίας του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου για δύο (2) μήνες, κρίναν, δηλαδή ανελέγκτως, ότι το άνω αυτοκίνητο δεν εμπίπτει στις ανωτέρω εξαιρέσεις μη επιβολής της παρεπομένης ποινής της αφαιρέσεως των κρατικών πινακίδων και της αδείας κυκλοφορίας του οχήματος, τοσούτον μάλλον αφού ουδέν σχετικόν έγγραφον ανεγνώσθη, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων και όπως από τα αυτά πρακτικά προκύπτει. Συνεπώς το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του Κ.Ο.Κ., τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου. Δι' ο και ο σχετικός τέταρτος και τελευταίος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά πάντα ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 8/13 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 430/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πρέπει να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες και μη οριστικές αποφάσεις, έστω και αν κρίση για αυτές έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Παρεμπίπτουσα είναι και η επί της ενστάσεως ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία εάν απορριφθεί πρωτοδίκως, πρέπει να επαναφερθεί με λόγου εφέσεως. Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εφ' όσον είναι ορισμένοι. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Κλητήριο θέσπισμα.
0
Αριθμός 1354/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 640/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1182/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 434/18-9-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατά τα άρθρα 482 και 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την με αριθμό 116 από 12-6-2008 αίτηση του X, κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση του υπ'αριθμόν 640/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δια του οποίου απορρίφθηκε η από 21.12.2007 αίτησή του για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 86226/2001 αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν ούτος καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 17 μηνών για τα αδικήματα της διακεκριμένης λαθρεμπορίας και της παραβίασης φύλαξης της αρχής και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος, νομίμως εξουσιοδοτηθέντος και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως και δη την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλουν το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. Συνεπώς είναι παραδεκτή και ερευνητέα επί της ουσίας. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται στο ότι: α) Από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει ότι το συμβούλιο προέβη σε εφαρμογή μόνο της παραγράφου 1 του άρθρου 3 της ΑΥΟ 247/1988, κατά την οποία "Για την εφαρμογή της απόφασης αυτής, ως "συνήθης κατοικία" νοείται ο τόπος στον οποίο ένα άτομο διαμένει συνήθως, δηλαδή τουλάχιστον εκατόν ογδόντα πέντε ημέρες, συνεχείς ή όχι, ανά δωδεκάμηνο, λόγω προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών ή σε περίπτωση ατόμου χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών από τους οποίους προκύπτουν στενοί δεσμοί μεταξύ του ατόμου και του τόπου στον οποίον κατοικεί" και ουχί ορθώς δεν εφάρμοσε τη διάταξη της δευτέρας παραγράφου του ιδίου άρθρου κατά το οποίο "εν τούτοις η συνήθης κατοικία ατόμου του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο άλλο από τον τόπο των προσωπικών του δεσμών και το οποίο για το λόγο αυτό, υποχρεώνεται να διαμένει διαδοχικά σε διαφόρους τόπους που βρίσκονται σε δυο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται ότι βρίσκεται στον τόπο των προσωπικών του δεσμών με τη προϋπόθεση ότι επιστρέφει στον τόπο αυτό. Ο τελευταίος αυτός όρος δεν απαιτείται όταν το άτομο διαμένει σε μία χώρα για την εκτέλεση αποστολής με καθορισμένη διάρκεια". Την εφαρμογή της δεύτερης παραγράφου επικαλέστηκε ο τότε κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων. 2) Το προσβαλλόμενο βούλευμα ουδεμία τοποθέτηση διαλαμβάνει περί του αν τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από τον κατηγορούμενο νέα στοιχεία είναι νέα και άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, αλλά απλά διατυπώνει τη γενική κρίση ότι τα άνω στοιχεία δεν δύνανται να θεωρηθούν ως νέα, αλλά ακόμη και αν θεωρηθούν ως νέα δεν καθιστούν πρόδηλο την αθωότητά του. Ωσαύτως το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν προβαίνει σε πραγματική εκτίμηση, στάθμιση και αξιολογική επεξεργασία του περιεχομένου του συνόλου των προσκομισθέντων από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικών μέσων - πλην ορισμένων εξ αυτών- αλλά περιορίζεται στη παράθεσή τους κατά την αριθμητική σειρά που φέρουν στο κείμενο της αιτήσεώς του. Επειδή περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' του Κ.Π.Δ., υπάρχει όχι μόνο όταν το Συμβούλιο δεν ερμηνεύει ορθά το νόμο ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία έχει δεχθεί στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο, χωρίς αντιφάσεις ή κενά, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Εξ άλλου έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Π.Δ. υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους ήχθη στην αποδοχή των επ'αυτά αναφερομένων ισχυρισμών. Περαιτέρω για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας το μεν είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, το δε αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος των, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους. Απαιτείται ακόμη να προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται για το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν οι περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά σ'αυτές. Μεταξύ των περιπτώσεων τούτων είναι και εκείνη του εδαφ. 2, δηλαδή η αποκάλυψη μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, νέων άγνωστων στους δικαστές που τον καταδίκασαν στοιχείων (αποδείξεων ή γεγονότων) που, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Οι νέες αποδείξεις μπορεί να είναι καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα που από την εκτίμησή τους, είτε χωριστά, είτε σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο που εξέδωσε τη καταδικαστική απόφαση, καθίσταται πρόδηλη και όχι απλώς πιθανή η αθωότητα του αιτούντα. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης απόφασης δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Ακόμη ο μεταγενέστερος της αμετάκλητης καταδίκης επιεικέστερος ουσιαστικός ποινικός νόμος δεν αποτελεί νέο γεγονός (Α.Π. 127/2001 Π.Χ. ΝΑ/2001 σελ. 896). Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης εκθέτει ότι με την υπ'αριθμόν 86226/01 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 17 μηνών για τις άνω αναφερόμενες πράξεις. Η απόφαση δέχτηκε ότι ο συνήθης τόπος κατοικίας του κατηγορουμένου ήταν η .... Αφού η άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη υπέβαλε την 21-12-2007 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, μεταξύ δε των λόγων που επικαλείτο ήταν ότι από τη γέννησή του μέχρι τον Απρίλιο του 2007 ήταν κάτοικος εξωτερικού και κατά συνέπεια δεν έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος λαθρεμπορίας αφού η κυρίως κατοικία δεν ήταν στην Ελλάδα. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού προσκόμισε και επικαλέσθηκε τα εξής έγγραφα, τα οποία λεπτομερώς αναφέρονται στο προσβαλλόμενο υπ'αριθμόν 640/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και δη 1) την υπ'αριθμόν πρωτ. ... "ΒΕΒΑΙΩΣΗ" του επιτίμου προξενείου της Ελλάδος στην Νυρεμβέργη, 2) την υπ'αριθμ. πρωτ. ... "ΒΕΒΑΙΩΣΗ" του αυτού ως άνω και υπό στοιχ. 1 προξενείου, 3) το υπ'αριθμ. πρωτ: ... "ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΜΟΝΙΜΟΥ ΚΑΤΟΙΚΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ" του Ελληνικού Προξενείου Νυρεμβέργης, 4) τα υπ'αριθμ. ... και ... πιστοποιητικά ιθαγενείας του εν Νυρεμβέργη Προξενείου της Ελλάδος, 5) τα υπ'αριθμ. ... και ... διαβατήριά του, 6) το υπ'αριθμ. πρωτ. ... "ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ" του Επιτίμου Προξενείου της Ελλάδος στην ΝΥΡΕΜΒΕΡΓΗ, 7) τα υπ'αριθ. ... και ... πιστοποιητικά ιθαγενείας της μητρός του αιτούντος, το υπ'αριθμ. ... διαβατήριον της αδελφής του αιτούντος και το υπ'αριθμ. ... διαβατήριον της μητρός του αιτούντος, εκδοθέντων απάντων των υπό στοιχ. 7 εγγράφων από το εν Νυρεμβέργη Ελληνικόν Προξενείον, ωσαύτως, 8) την υπ'αριθμόν ..., τόμος ..., έτος ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών, αφορώσαν τον πατέρα του αιτούντος, 9) το υπ'αριθμ. πρωτ. ... πτυχίον φυσικής αγωγής και αθλητισμού του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, που αφορά τον ίδιον (αιτούντα), μετά του εις αυτό συνημμένου διπλώματος ειδικότητος, 10) το υπ'αριθμ. ... απόσπασμα συμβολαιογραφικού εγγράφου του συμβολαιογράφου Ρόλφ Φέχρενμπαχ, με έδρα το Γκόρξχαιμερταλ της Γερμανίας, περί ιδρύσεως στην Νυρεμβέργη της εταιρίας "Φόρουμ Ιμπόρτ-Εξπόρτ ΕΠΕ", 11) το ετήσιον κλείσιμον φορολογικής δηλώσεως της εταιρείας "Φόρουμ Ιμπόρτ-Εξπόρτ ΕΠΕ", με έδρα την ..., προς την οικονομικήν υπηρεσίαν Κέντρου ..., οικονομικών ετών 1994, 1995 και της διαχειριστικής περιόδου 01-01-1996 έως 31-12-1997, 12) την από 20-8-2001 "ΒΕΒΑΙΩΣΗ" της ... και τον από 10-5-96 λογαριασμό τηλεφώνου, 13) διάφορα εισιτήρια μετακινήσεων του αιτούντος, 14) το υπ'αριθμ. πρωτ. ... από 19-5-1999 έγγραφον του υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. ..., 15) το υπ'αριθμ. ... τιμολόγιον του καταστήματος Νυρεμβέργης της "Μερσεντές ΒΕΝΖ ΑΕ", 16) την από 07-6-1996 'Εκθεση Δεσμεύσεως και ακινητοποιήσεως Αυτοκινήτου, 17) το υπ'αριθμ. ... Διπλότυπον Εισπράξεως της Α' ΔΟΥ ... και 18) το υπ'αριθμ. πρωτ. ... "ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ" του Δήμου ... . Ακολούθως το εν λόγω βούλευμα αξιολογεί όλα τα έγγραφα αυτά και ειδικότερα αναφέρει ότι "Το υπ'αριθμόν 16 των προεκτεθέντων στοιχείων, που ο αιτών επικαλείται και προσάγει δια της αιτήσεώς του, αφορά την 'Εκθεση Δεσμεύσεως και Ακινητοποιήσεως του λαθρεμπορικού οχήματος, προφανέστατα δε πρόκειται για αρχήθεν υφισταμένη στην δικογραφία έκθεση και προδήλως δεν συνιστά "νέον στοιχείον" δυνάμενον να υπαχθεί στις διαγορεύσεις του άρθρου 525 § 1 περ. 2 του Κ.Π.Δ., ενώ το υπ'αριθμ. 17 στοιχείον αφορά το διπλότυπον εισπράξεως-καταβολής του χρηματικού ποσού της μετατροπής της εις βάρος του νυν αιτούντος εκδοθείσης αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το υπ'αριθμ. 18 στοιχείον αφορά πιστοποιητικόν οικογενειακής καταστάσεως του αιτούντος, εκδοθέν από τον Δήμο ... υπό ημερομηνίαν 08/06/2007, εις το οποίον μνημονεύεται ως τόπος γεννήσεως αυτού η ..., εν πάση δε περιπτώσει, το ειρημένο στοιχείον, δεν δύναται και δη επ'ουδενί να θίξει τον τόπον "συνήθους κατοικίας" του αιτούντος, κατά το χρονικόν διάστημα του μηνός Μαρτίου 1994 έως του μηνός Αυγούστου 1996. Τέλος, το υπ'αριθμ. 14 στοιχείον, το οποίον επικαλείται και προσάγει ο αιτών, είναι έγγραφον του Ι.Κ.Α. (υποκ/τος Αμαρουσίου) προς το Σ.Δ.Ο.Ε., υπό ημερομηνίαν 19-5-99, εις το οποίον ρητώς αναφέρεται ότι "όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Υπηρεσίας μας ο Χ (δηλ. ο αιτών) απασχολήθηκε στην επιχείρηση ... , ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΑΕΒΕ ΑΓΜ ..., από τον μήνα 3/94-5/96 και στην επιχείρηση ... ΑΓΜ ... από 16-5-96-8/96, με την ειδικότητα του πωλητή". Πρόκειται για έγγραφον αρχήθεν υφιστάμενο στην δικογραφία και ληφθέν υπ'όψιν παρά του καταδικάσαντος δικαστηρίου, αξιολογηθέν δε, ως εκ τούτου, κατά περιεχόμενον (Ορ. σχετ. αντίγραφον της καταδικαστικής αποφάσεως, στην 2α σελίδα της οποίας, στην ενότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων και υπό στοιχ. 5, αναγράφεται ως αναγνωσθέν το ως άνω έγγραφον του Ι.Κ.Α. ..., ενώ υπό στοιχ. 4 αναγράφεται ως αναγνωσθέν το υπό στοιχ. 16 των προεκτεθέντων στοιχείων, περί του οποίου εγένετο ειδικώτερον λόγος ανωτέρω). Εκ των άνω αποδεικτικών στοιχείων το βούλευμα δέχεται ότι ο συνήθης τόπος κατοικίας του αναιρεσείοντος ήταν η Ελλάδα και ο ισχυρισμός του ότι η κατοικία του ήταν στη Γερμανία δεν αποτελεί "νέο στοιχείο" που να καθιστά πρόδηλη την αθωότητά του και ούτω απέρριψε την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας. Ο αναιρεσείων ως πρώτο λόγο αναιρέσεως αναφέρει, όπως προαναφέρεται ότι το συμβούλιο προέβη σε εφαρμογή μόνο της παραγράφου 1 του άρθρου 3 της ΑΥΟ 247/1988 και ουχί της παραγράφου 2 ως έδει. Δια του τρόπου όμως αυτού επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, πράγμα ανεπίτρεπτο, αφού η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία και για τους λόγους αυτούς πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως. Ωσαύτως από τα άνω αναφερόμενα προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών αναφέρει όλα εκείνα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και μάλιστα κάνει λεπτομερή αναφορά σ'αυτά, κατά τα ανωτέρω. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα ουδεμία τοποθέτηση διαλαμβάνει περί του αν τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από αυτόν νέα στοιχεία είναι νέα και άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές είναι αβάσιμος. Το προσβαλλόμενο βούλευμα εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τις αποδείξεις που το θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς βάσει των οποίων κατέληξε στην απορριπτική κρίση του ήτοι περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και για τους λόγους αυτούς πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της διαδικασίας. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω: 1) να απορριφθεί η υπ'αριθμόν 116/12-6-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ'αριθμόν 640/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) να καταδικασθεί στα έξοδα της διαδικασίας αυτής ο αναιρεσείων. O Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ.1 ΚΠΔ "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) αν δύο άνθρωποι καταδικάστηκαν για την ίδια πράξη με δύο διαφορετικές αποφάσεις και γίνεται αναμφισβήτητα φανερό από τη σύγκρισή τους ότι ένας από τους δύο είναι αθώος, 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν-γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. 3) αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, η δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστού ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απήγγειλε την καταδίκη και 4) αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, 5) Αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σκοπός της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής της ουσιαστικής αληθείας στην συγκεκριμένη περίπτωση και αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών-αθωώσεων). Ούτως ο θεσμός της επαναλήψεως της διαδικασίας φέρει εξαιρετικό χαρακτήρα και διέπεται από συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις, διότι έρχεται σε σύγκρουση με τον θεσμό του δεδικασμένου κτλ, και επιδιώκει την επανόρθωση των δικαστικών πλανών με σκοπό την ορθότερη ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει μεταξύ άλλων, και ότι 1) η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία, αφού η σχετική αίτηση στρέφεται κατ'αμετακλήτου αποφάσεως, ήτοι αυτής που απέκτησε την ισχύ δεδικασμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει με τα ένδικα μέσα 2) η υποβολή της σχετικής αιτήσεως δεν υπόκειται σε προθεσμία και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε 3) οι όροι "γεγονότα" ή "αποδείξεις" είναι ταυτόσημοι 4) χωρεί επί αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και στρατιωτικού, εφ'όσον υπό της αποφάσεως εχαρακτηρίσθη το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα 4) η επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται μόνο προκειμένου περί αμετακλήτων δικαστικών αποφάσεων και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες χωρεί η επανάληψη της διαδικασίας, ορίζονται περιοριστικώς υπό του άρθρου 525, εν όψει του εξαιρετικού χαρακτήρος της διαδικασίας αυτής, η οποία αποτελεί το έσχατο μέσο, με το οποίο επιδιώκεται να επιτευχθεί ο άνω σκοπός. Περαιτέρω νέες αποδείξεις κατά την έννοια της άνω διατάξεως είναι εκείνες που δεν υπεβλήθησαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες στους δικαστάς, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που έχουν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήσαν άγνωστα εις τους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ'αντιθέτως ερευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν από αυτούς, έστω και δι'εσφαλμένης εκτιμήσεως ή δεν ήσκησαν επιρροήν εις τον σχηματισμόν της δικαστικής κρίσεως. Δεν θεωρούνται όμως άγνωστα γεγονότα εκείνα δια των οποίων διώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής αποφάσεως επί τη βάσει του αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπ' όψη του οι εκδόσαντες αυτήν δικασταί, αφού με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν δημιουργείται στάδιο ελέγχου της δικαστικής κρίσεως, όπως αυτή διεμορφώθη στην οικεία δικαστική απόφαση, ύστερα από βάσανο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, αλλ' επιδιώκεται η διεξαγωγή μιας νέας δίκης με βάση νέα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν υπ'όψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση και από τα οποία αποδεικνύεται η αναλήθεια της πραγματικής βάσεως επί της οποίας εστηρίχθη η δικαστική κρίση. Τέλος κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 ιδίου Κώδικος, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε, περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν διότι άλλως είναι απαράδεκτη και υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απηγγέλθη από πλημμελειοδικείο και, στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο όπου υπηρετεί, το οποίο αποφασίζει αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Κατά της αποφάσεως του συμβουλίου εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και τον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485 ΚΠΔ. Η τελευταία αυτή απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την εξέταση της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, υποβληθείσης ενώπιον του Συμβουλίου, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το συμβούλιο έκρινε, ότι τα γεγονότα ή οι αποδείξεις είτε από μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, δεν καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι κατεδικάσθη αδίκως για βαρύτερο έγκλημα με αποτέλεσμα την απόρριψη της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας. Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, στην διάταξη που εφηρμόσθη, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, όπερ συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμό 640/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίον απέρριψε αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και κατά του οποίου ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως με λόγους έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και ε' ΚΠΔ), το πληττόμενο βούλευμα, εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση τα εξής περιστατικά (και δη "από την επισκόπηση των στοιχείων του φακέλου και ειδικότερα από τα έγγραφα της δικογραφίας και το περιεχόμενο της υπό κρίσιν αιτήσεως"). "Ο εξαιτούμενος την επανάληψιν της διαδικασίας, με την απόφαση εναντίον της οποίας στρέφεται κατεδικάσθη, για μίαν εκάστη των επί μέρους πράξεων που προεξετέθησαν, στις προαναφερεθείσες επί μέρους ποινές φυλακίσεως και εις συνολικήν ποινήν φυλακίσεως 17 μηνών, μετατραπείσαν προς 1500 δραχμές ημερησίως. Η καθ'ής καταδικαστική απόφαση έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη [ορ. σχετ. την υπ'αριθμ. 1232/2006 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποίαν απερρίφθη ως απαράδεκτος, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, η κατά της ειρημένης καταδικαστικής αποφάσεως ασκηθείσα έφεση του νυν αιτούντος, το υπ'αριθμ. ... πιστοποιητικόν του Εφετείου Αθηνών και το υπ'αρ. πρωτ. ... πιστοποιητικόν του ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με τα οποία (πιστοποιητικά) πιστοποιείται η μη άσκηση αναιρέσεως κατά της προμνησθείσης εφετειακής αποφάσεως]. Δι'αυτής (καταδικαστικής αποφάσεως), ο υποβαλών την υπό κρίσιν αίτησιν κατεδικάσθη ως υπαίτιος του ότι: "Α) Στην ..., την 7-6-96, με πρόθεση κατείχε εμπόρευμα που είχε εισαχθεί κατά τρόπον που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, με σκοπό να στερήσει το Δημόσιο από την είσπραξη των δασμοφορολογικών και άλλων επιβαρύνσεων, που οφείλονται κατά την εισαγωγή και δεν καταβλήθηκαν. Συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα από 15-01-96 μέχρι 7-6-96, ως δήθεν δικαιούχο πρόσωπο, δηλαδή φυσικό πρόσωπο που δικαιούται να παραλάβει με το καθεστώς της απόφασης ΔΥΟ 247/88 μεταφορικό μέσο (Ε.Ι.Χ.), αφού έχει συνήθη κατοικία εκτός Ελλάδος και συγκεκριμένα διαμονή στο εξωτερικό τουλάχιστον 185 ημέρες ανά ημερολογιακόν έτος (άρθρο 15 παρ.2α Ν. 2187/94), λόγω προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών, κατείχε ένα Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο μάρκας "BMW-525" εφοδιασμένο με γερμανικές πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας ..., το οποίο είχε εισαχθεί στην Ελληνική Επικράτεια χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής αρχής και χωρίς να καταβάλει τους αναλογούντες δασμούς και λοιπούς φόρους (Ε.Φ.Κ.) που ώφειλε, δεδομένου ότι συνήθης τόπος κατοικίας ήταν η ..., με αποτέλεσμα να διαφύγει της καταβολής ποσού δασμών και λοιπών φόρων 11.274.298 δρχ. και έτσι να στερήσει το Δημόσιο από την είσπραξη του ποσού αυτού, που είναι ιδιαίτερα σημαντικό και Β) στην ..., το μήνα Σεπτέμβριο 1996 (η ακριβής ημερομηνία δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί), με πρόθεση αφαίρεσε από την εξουσία της αρχής πράγματα που αυτή του είχε παραδώσει για φύλαξη. Συγκεκριμένα, μετά την ανακάλυψη στην κατοχή αυτού του ως άνω (υπό στοιχ. "Α") Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας "BMW-525" και την δέσμευσή του με την από 7-6-1996 έκθεση των αρμοδίων υπαλλήλων της Ειδικής Υπηρεσίας Τελωνειακών Ερευνών (Ε.Υ.Τ.Ε.), παρότι με την ίδια έκθεση του ανατέθηκε η φύλαξη του οχήματος και παρότι του ζητήθηκε επανειλημμένα από την Ε.Υ.Τ.Ε. να το προσκομίσει στην υπηρεσία, αυτός δεν το προσκόμισε, αλλ'αυθαίρετα το κατακράτησε και το απέκρυψε" (ορ. σχετ. αντίγραφον την υπ'αριθμ. 86226/01 καταδικαστικής αμετακλήτου αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών). Προ πάσης ενασχολήσεως με την υπό κρίσιν αίτηση από ουσιαστικής απόψεως, όλως επιγραμματικώς επισημειούται ότι, ο νυν αιτών- αμετακλήτως καταδικασθείς, θα εκέκτητο δικαίωμα ατελούς εν Ελλάδι εισαγωγής του συναπτομένου με την καταδίκη του αυτοκινήτου, εάν είχε, κατά τον κρίσιμον χρόνον, συνήθη κατοικία εις τον εξωτερικόν, όπως αυτή (συνήθης κατοικία) προσδιορίζεται στο άρθρο 3 της Υ.Α.Δ. 247/13-1.3/6.4.88 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών. Η ύπαρξη ή μη τοιούτου είδους συνήθους κατοικίας απετέλεσεν τον πυρήνα της επ'ακροατηρίω διαγνωστικής διαδικασίας και η αρνητική συναφώς δικαστική κρίση καταλυτικόν στοιχείον της εκδοθείσης, εις βάρος του νυν αιτούντος, καταδικαστικής αποφάσεως. Πλέον συγκεκριμένα, το δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείον Αθηνών) που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, εδέχθη ως τόπον συνήθους κατοικίας του καταδικασθέντος-αιτούντος την ... αφ' ενός, ενώ, αφ'ετέρου, εδέχθη ότι ο νυν αιτών-καταδικασθείς, κατά το χρονικόν διάστημα από του μηνός Μαρτίου 1994 έως τον Αύγουστον 1996, ήτο ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α., ως υπάλληλος της επιχειρήσεως εμπορίας αυτοκινήτων του ..., επί της Λεωφόρου ... αρ. ..., τον οποίον μάλιστα ιδιοκτήτη της ρηθείσης επιχειρήσεως κατεδίκασεν, ωσαύτως, εις ποινήν φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, μετατραπείσαν προς 1500 δραχμάς ημερησίως, για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ανωμότου καταθέσεως (άρ. 225 παρ. 2 ΠΚ), συνισταμένη, από πλευράς ιστορικού, εις το ότι ο ειρημένος ιδιοκτήτης της συγκεκριμένης επιχειρήσεως την 01-10-1996 "εξεταζόμενος χωρίς όρκο ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί τέτοια εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέμματα. Συγκεκριμένα, εξεταζόμενος χωρίς όρκο ως μάρτυρας από τους αρμοδίους υπαλλήλους της ΕΥΤΕ- που ενεργούσαν προανάκριση για τις αξιόποινες πράξεις του συγκατηγορουμένου του Χ (νυν αιτούντος)- κατέθεσε ότι ο εν λόγω συγκατηγορούμενός του ήταν μόνιμος κάτοικος εξωτερικού κατά την τελευταία διετία και ειδικότερα κάτοικος ..., δηλαδή γεγονός εν γνώσει του ψευδές, δεδομένου ότι ο Χ εργαζόταν διαρκώς ως υπάλληλος στο επί της Λεωφ. ... κατάστημα πωλήσεως αυτοκινήτων από τον Μάρτιο 1994 έως τον μήνα Αύγουστο 1996 και μάλιστα ήταν ασφαλισμένος στην επιχείρησή του στο ΙΚΑ, καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα" (ορ. σχετ. την υπ'αριθμ. 86226/01 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. 'Ηδει ο αιτών, με την υπό κρίσιν αίτησή του και τις εν αυτή θέσεις του, επαναφέρει το ζήτημα της "συνήθους" κατοικίας του κατά τον χρόνον διαπράξεως του δι'ο κατεδικάσθη αδικήματος της λαθρεμπορίας, ισχυριζόμενος ότι αυτή (συνήθης κατοικία) ήτο στην ... της Γερμανίας, ένθα διέμενε και η πατρική του οικογένεια, προσάγων δ'άμα και επικαλούμενος στοιχεία, τα οποία, καθ'ά διατείνεται, αποδεικνύουν και θεμελιώνουν τον ισχυρισμόν του αυτόν. Προσάγει έτσι και επικαλείται: 1) την υπ'αριθμ. Πρωτ. ... ΒΕΒΑΙΩΣΗ" του επιτίμου προξενείου της Ελλάδος στην Νυρεμβέργη, 2) την υπ'αριθμ. Πρωτ. ... "ΒΕΒΑΙΩΣΗ" του αυτού ως άνω και υπό στοιχ. 1 προξενείου 3) το υπ'αριθμ. Πρωτ. ... "ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΜΟΝΙΜΟΥ ΚΑΤΟΙΚΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ" του Ελληνικού Προξενείου Νυρεμβέργης, 4) τα υπ'αριθμ. ... και ... πιστοποιητικά ιθαγενείας του εν Νυρεμβέργη προξενείου της Ελλάδος, 5) τα υπ'αριθμ. ... και ... διαβατήριά του, 6) το υπ'αριθμ. Πρωτ. ... "ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ" του Επιτίμου Προξενείου της Ελλάδοες στην ΝΥΡΕΜΒΕΡΓΗ 7) τα υπ'αριθμ. ... και ... πιστοποιητικά ιθαγενείας της μητρός του αιτούντος, το υπ'αριθμ. ... διαβατήριον της αδελφής του αιτούντος, και το υπ'αριθ. ... διαβατήριον της μητρός του αιτούντος, εκδοθέντων απάντων των υπό στοιχ. 7 εγγράφων από το εν Νυρεμβέργη Ελληνικόν Προξενείον, ωσαύτως 8) την υπ'αριθμόν ..., τόμος ..., έτος ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών, αφορώσαν τον πατέρα του αιτούντος 9) το υπ'αριθμ. Πρωτ. ... πτυχίον φυσικής αγωγής και αθλητισμού του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, που αφορά τον ίδιον (αιτούντα), μετά του εις αυτό συνημμένου διπλώματος ειδικότητας 10) το υπ'αριθμ. ... απόσπασμα συμβολαιογραφικού εγγράφου του συμβολαιογράφου Ρολφ Φέχρενμπαχ, με έδρα το Γκόρξχαιμερταλ της Γερμανίας, περί ιδρύσεως στην Νυρεμβέργη της εταιρίας "Φόρουμ Ιμπορτ-Εξπορτ ΕΠΕ", 11) το ετήσιον κλείσιμον φορολογικής δηλώσεως της εταιρίας "Φόρουμ Ιμπόρτ-Εξπόρτ ΕΠΕ", με έδρα την ..., προς την οικονομικήν υπηρεσίαν Κέντρου ..., οικονομικών ετών 1994, 1995 και της διαχειριστικής περιόδου 01-01-1996 έως 31-12-1997 12) την από 20-8-2001 "ΒΕΒΑΙΩΣΗ" της ... και τον από 10-5-96 λογαριασμό τηλεφώνου 13) διάφορα εισιτήρια μετακινήσεων του αιτούντος 14) το υπ'αριθμ. Πρωτ. ..., από 19-5-1999 έγγραφον του υποκαταστήματος ΙΚΑ ..., 15) το υπ'αριθμ. ... τιμολόγιον του καταστήματος ... της "Μερσεντές ΒΕΝΖ Α.Ε." 16) την από 07-6-1996 Έκθεση Δεσμεύσεως και Ακινητοποιήσεως Αυτοκινήτου, 17) το υπ'αριθμ. ... Διπλότυπον Εισπράξεως της Α' ΔΟΥ ... και 18) το υπ'αριθμ.πρωτ. ... "ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ" του Δήμου ... . Εκ των προεκτεθέντων στοιχείων, τα οποία επικαλείται και προσάγει ο αιτών, προκύπτει μεν η άμεση σχέση τόσον του ιδίου όσον και της πατρικής του οικογενείας με την ... της Γερμανίας, πλην όμως ουδόλως εξ αυτών (στοιχείων) προκύπτει ως "συνήθης" τούτου (αιτούντος) κατοικία η ... της Γερμανίας. 'Αλλως και ειδικότερον, ναι μεν ο αιτών α) εγεννήθη στην ... της Γερμανίας από εγκατεστημένους εκεί ως μετανάστες 'Ελληνες γονείς, μετά των οποίων και διέμενεν μέχρις χρονικού τινός σημείου (σχετ. τα υπό στοιχ. 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 12, 15 εκ των προσαγομένων και επικαλουμένων υπ'αυτού στοιχείων), β) εδραστηριοποιήθη εν ... βιοτικώς (σχετ. τα υπό στοιχ. 10, 11,15 εκ των προσαγομένων και επικαλουμένων υπό του αιτούντος στοιχείων) και γ) επραγματοποιούσε συχνά ταξίδια μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδος και αντιστρόφως (σχετ. το υπό στοιχ. 13 εκ. των προσαγομένων και επικαλουμένων υπό του αιτούντος στοιχείων), πλην όμως ουδόλως εκ των συγκεκριμένων στοιχείων προκύπτει κατοικία του στην Γερμανία (...), για χρονικόν διάστημα 185 συνολικώς ημερών ετησίως, όπερ και ήτο απαραίτητο για την ύπαρξη δικαιώματός του προς νόμιμον ατελή εισαγωγή του λαθρεμπορικού αυτοκινήτου για το οποίον και κατεδικάσθη. Περαιτέρω, ούτε το υπό στοιχ. 1 του στοιχείων που επικαλείται και προσάγει ο αιτών δύναται να στοιχειοθετήσει την συνήθη αυτού (αιτούντος) κατοικία στην ..., αφού, με ημερομηνίαν 20-07-2006, βεβαιοί γενικώς ότι ο αιτών κατοικεί στην Γερμανία, ένθα "βρίσκεται δηλωμένος από την γέννησή του μέχρι σήμερα", τούτ'αυτό δεν ρητέον και για το υπό στοιχ. 2 στοιχείον-βεβαίωση, ένθα βεβαιούται ότι ο αιτών "βρίσκεται στην Γερμανία δηλωμένος, στην πόλη της ..., από την γέννησή του μέχρι σήμερα, όπου και διαμένει μόνιμα και συνεχώς και εργάζεται" (ημερομηνία βεβαιώσεως 29-4-04). Αμφότερα τα προεκτεθέντα στοιχεία εξεδόθησαν πολύ μεταγενεστέρως (20-7-2006 και 29-4-2004, αντιστοίχως) του κρισίμου χρόνου της λαθρεμπορίας (15-01-96 έως 07-6-96) και του χρόνου (Μάρτης 1994-Αύγουστος 1996) της "συνήθους" εν Ελλάδι κατοικίας του αιτούντος αφ' ενός, ενώ, αφ'ετέρου, δεν δύναται να εξαχθεί εξ αυτών κρίση περί μη υπάρξεως, κατά τον προεκτεθέντα χρόνον, της "συνήθους" κατοικίας του αιτούντος στην Ελλάδα. Είναι πρόδηλον, άλλωστε, ότι κυρίαρχον και αποφασιστικόν ρόλον προς σύνταξιν -έκδοσιν των ως άνω υπ'αριθμ. 1 και 2 στοιχείων διεδραμάτισεν το γεγονός της γεννήσεως του αιτούντος και της δηλώσεως αυτής (γεννήσεως) στην ..., ενώ άλλο πράγμα είναι η διαμονή ή η κατοικία προσώπου τινός σε συγκεκριμένο τόπο και άλλο η "συνήθης κατοικία", περί ής εν προκειμένω ο λόγος, απαιτούσε ιδιαιτέρους όρους και ειδικές προϋποθέσεις, εν συγκρίσει προς την απλή διαμονή ή απλή κατοικία. Το υπ'αριθμ. 16 των προεκτεθέντων στοιχείων,που ο αιτών επικαλείται και προσάγει δια της αιτήσεώς του, αφορά την Έκθεση Δεσμεύσεως και Ακινητοποιήσεως του λαθρεμπορικού οχήματος, προφανέστατα δε πρόκειται για αρχηθέν υφισταμένη στην δικογραφία έκθεση και προδήλως δεν συνιστά "νέον στοιχείον" δυνάμενον να υπαχθεί στις διαγορεύσεις του άρθρου 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠΔ, ενώ το υπ'αριθμ. 17 στοιχείον αφορά το διπλότυπον εισπράξεως-καταβολής του χρηματικού ποσού της μετατροπής της εις βάρος του νυν αιτούντος εκδοθείσης αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το υπ'αριθμό 18 στοιχείον αφορά πιστοποιητικόν οικογενειακής καταστάσεως του αιτούντος, εκδοθέν από τον Δήμο ... υπό ημερομηνίαν 08-06-2007, εις τον οποίον μνημονεύεται ως τόπος γεννήσεως αυτού η ... Γερμανίας, εν πάση δε περιπτώσει, το ειρημένο στοιχείον, δεν δύναται και δη επ'ουδενί να θίξει τον τόπον "συνήθους κατοικίας" του αιτούντος, κατά το χρονικόν διάστημα του μηνός Μαρτίου 1994 έως του μηνός Αυγούστου 1996. Τέλος, το υπ'αριθμ. 14 στοιχείον, το οποίον επικαλείται και προσάγει ο αιτών, είναι έγγραφον του ΙΚΑ (υποκ/τος ...) προς το ΣΔΟΕ, υπό ημερομηνίαν 19-5-99, εις το οποίον ρητώς αναφέρεται ότι "όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Υπηρεσίας μας ο Χ (δηλ. ο αιτών) αποσχολήθηκε στην επιχείρηση ..., ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΑΕΒΕ ΑΓΜ ..., από τον μήνα 3/94-5/96 και στην επιχείρηση ... ΑΓΜ ... από 16-5-96-8/96, με την ειδικότητα του πωλητή". Πρόκειται για έγγραφον αρχήθεν υφιστάμενο στην δικογραφία και ληφθέν υπ'όψιν παρά του καταδικάσαντος δικαστηρίου, αξιολογηθέν δε, ως εκ τούτου, κατά περιεχόμενον (ορ. σχετ. αντίγραφον της καταδικαστικής αποφάσεως, στην 2αν σελίδα της οποίας, στην ενότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων και υπό στοιχ. 5, αναγράφεται ως αναγνωσθέν το ως άνω έγγραφον του ΙΚΑ ... , ενώ υπό στοιχ. 4 αναγράφεται ως αναγνωσθέν το υπό στοιχ. 16 των προεκτεθέντων στοιχείων, περί του οποίου εγένετο ειδικώτερον λόγος ανωτέρω). Κρίνομεν, βεβαίως, αναγκαίον να επισημαίνωμεν εις το σημείον τούτο τον αποδεικτικώς ισχυρότατον χαρακτήρα του υπ'αριθμ. 14 στοιχείου, εν σχέσει προς τον τόπον της "συνήθους κατοικίας" του αιτούντος, αφού, και κατά την κοινή λογικήν, δεν νοείται διαρκής απασχόληση, με ασφάλιση στο ΙΚΑ, σε συγκεκριμένη επιχείρηση στην ... και ταυτοχρόνως "συνήθης κατοικία", κατά τον χρόνον της ασφαλισμένης απασχολήσεως, του απασχολουμένου-ασφαλισμένου εκτός Ελλάδος. Ειρήσθω εν παρόδω ότι ο αιτών συνομολογεί την ασφάλισή του στο ΙΚΑ στην Ελλάδα, κατά το επίμαχον χρονικόν διάστημα, μη δυνάμενος βεβαίως να αμφισβητήσει το έγγραφον του ΙΚΑ που βεβαιώνει την ειρημένη ασφάλιση, λόγω όμως ελλείψεως ικανών, προς επιστήριξιν των θέσεων του, επιχειρημάτων, ισχυρίζεται ότι η συγκεκριμένη ασφάλιση δεν ανταποκρινόταν εις πραγματικήν εκ μέρους του απασχόληση εν Ελλάδι, αλλά ωφείλετο εις παράκλησιν του πατρός του προς τον εργοδότη του και μόνον, προκειμένου ούτος (αιτών) να πορίζεται τα συναφή ασφαλιστικά οφέλη, χωρίς ωστόσο αυτός (αιτών) να εγνώριζεν το γεγονός της περί ης πρόκειται ασφαλίσεώς του, εξ αιτίας δήθεν του ότι "ουδέποτε ο κ. ... μας είχε δηλώσει την τελική του πρόθεση να προβεί στην ενέργεια αυτή, ούτε βεβαίως είχε συννενοηθεί με τον πατέρα μου το διάστημα, το οποίο θα αφορούσε η πιθανή εγγραφή μου στο ταμείο ασφαλίσεως στην Ελλάδα" (ορ. σχετ. σελ. 4 αιτήσεως και αρχή 5ης σελίδος). Βεβαίως ο αιτών, όταν προέκυψεν το σχετικόν ζήτημα και εδεσμεύθη το όχημά του, προσελθών στην τότε ΕΥΤΕ κατέθεσε τα προσωπικά του έγγραφα προς πιστοποίησιν της ιδιότητός του ως μονίμου κατοίκου εξωτερικού "και ειδικότερα αντίγραφο του διαβατηρίου μου, την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, την πράσινη κάρτα μου στην Γερμανία και πλήθος άλλως εγγράφων που βεβαίωναν την καθ'όλα σύννομη συμπεριφορά μου. Στον αρμόδιο υπάλληλο που επελαμβάνετο του θέματος γνωστοποίησα επανειλημμένως ότι η συνήθης κατοικία μου ήτο στην Γερμανία και ειδικότερα επί της οδού ..., στην ..., στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου ..." (ορ. σχετ. τέλος σελ. 5 και αρχήν σελ. 6 της υπό κρίσιν αιτήσεως). Τα ανωτέρω καθιστούν προφανές ότι ο αιτών κατέθεσεν αρμοδίως πλήρη στοιχεία επιστηρικτικά των ισχυρισμών του, μη τελεσφορήσαντα όμως, ουδαμόθεν δε προκύπτει ότι τα τε και νυν επικαλούμενα υπ'αυτού στοιχεία είναι νέα τοιαύτα, εν πάση δε περιπτώσει και νέα υποτιθέμενα πόρρω απέχουν από του να καθιστούν πρόδηλον την αθωότητα του αιτούντος, είτε αφ' εαυτά είτε εν συνδυασμώ προς προϋφιστάμενα και τεθέντα υπ'όψιν του δικαστηρίου τοιαύτα. Θα πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η υπό κρίσιν αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στην καταβολή των δικαστικών εξόδων". Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική του κρίση και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, ως και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 και 3 της ΥΑΔ 247/13 (Οικονομικών) της 1.3/6-4-88 τις οποίες δεν παρεβίασεν ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει εν προς εν τα προσκομισθέντα υπό του αιτούντος τότε ως νέα στοιχεία και αιτιολογεί πλήρως μάλιστα και διατί εξ ενός εκάστου εξ αυτών δεν καθίσταται φανερό και όχι απλώς πιθανόν ότι ο αναιρεσείων νυν είναι αθώος των πράξεων δια τας οποίας κατεδικάσθη, διατί τα επικαλούμενα περιστατικά- στοιχεία δεν είναι νέα και, εις πάσα περίπτωση, ποία συγκεκριμένως εξ αυτών ηρευνήθησαν από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο που εδίκασε και κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα, ηρευνήθη δε λεπτομερώς "η συνήθης κατοικία του" τόσον κατά την πρώτη περίπτωση της παραγράφου 3 της ανωτέρω υπουργικής αποφάσεως όσο και κατά την δευτέρα περίπτωση κατά την οποίαν "η συνήθης κατοικία ατόμου του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο άλλο από τον τόπο των προσωπικών του δεσμών και το οποίο για τον λόγο αυτό, υποχρεώνεται να διαμένει διαδοχικά σε διαφόρους τόπους που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται ότι βρίσκεται στον τόπο των προσωπικών του δεσμών με την προϋπόθεση ότι επιστρέφει τακτικά στον τόπο αυτό" Τούτο, αφού, κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, καίτοι, τόσον οι προσωπικοί, όσο και οι επαγγελματικοί δεσμοί ευρίσκονται στη Γερμανία, ο αναιρεσείων, δεν προκύπτει, ότι διαμένει συνήθως εκεί, για χρονικό διάστημα εκατόν ογδόντα πέντε (185) ημερών ετησίως. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως από το βούλευμα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ενώ καθ'ό μέρος με αυτούς επιχειρείται ο από ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής αποφάσεως, αυτοί είναι απαράδεκτοι. Μετά πάντα ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 116/12-6-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ'αριθμ. 640/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας. Πότε νέα στοιχεία Προϋποθέσεις. Πότε αιτιολογία βουλεύματος που απέρριψε αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Πότε εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εφαρμογή ΥΑΔ 247/123 (οικονομικών) της 1.3/6.4/88. Προσωρινή εισαγωγή μεταφορικών μέσων άρθρο 43. Ποια συνήθης κατοικία του δικαιούχου εισαγωγής χωρίς δασμούς. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Επανάληψη διαδικασίας.
2
Αριθμός 1352/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1388/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 238/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 130/9-4-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: I) To συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθμ. 1388/2008 βούλευμά του απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την υπ'αριθμ. 26/2008 έφεση του Χ1 -δικηγόρου - κατά του υπ'αριθμ. 101/2008 βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης -με το οποίο είχε παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α' βαθμού για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, κατ' εξακολούθηση -375 § § 1,2α, 98 ΠΚ- το βούλευμα αυτό του συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε στον ανωτέρω στις 15-1-2009 (βλ. το από 15-1-2009 αποδεικτικό Ε.Φ. ...) και κατά αυτού άσκησε ο ίδιος στις 26-1-2009 -ημέρα Δευτέρα- την υπ'αριθμ. 4/2009 έκθεση αναίρεσης ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προβάλλων ως λόγους αναίρεσης ότι "το αναιρεσιβαλλόμενο με αριθμό 1388/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης εσφαλμένως και παρά τον νόμο ΔΕΝ εδέχθη την με αριθμό 26/5-5-2008 έφεσή του και να θεωρηθεί αυτή ως κατ'ουσίαν εν μέρει βάσιμη λόγω έμπρακτης μετάνοιας και η κατηγορία σε βάρος του από κακουργηματική μορφή να χαρακτηρισθεί σε βαθμό πλημμελήματος, κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό" και -εσφαλμένα, εφάρμοσε το άρθρο 375 ΠΚ- "Διότι ....ο δόλος... που ενέχει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη, ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΠΡΟΕΚΥΨΕ από την εν γένει συμπεριφορά του. Διότι ευθύς εξ αρχής αναγνώρισε την οφειλή του με αποδοχή ισόποσης συναλλαγματικής και τμηματικά απέδωσε μεγάλο μέρος του χρηματικού ποσού πριν εξετασθεί καθ'οιονδήποτε τρόπο από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή για την κρινόμενη υπόθεση. Το ότι καταβλήθηκε μεγάλο μέρος του οφειλόμενου ποσού της πολιτικώς εναγούσης προκύπτει ευθέως από τα έγγραφα που κατέθεσε ενώπιον της κ. Ανακρίτριας κατά την διεξαχθείσα κύρια ανάκριση". ΙΙ) Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή καθ'ολοκληρία αποδοχή-παραπομπή στην πρόταση του εισαγγελέα εφετών, δέχθηκε ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου" προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: " Η εγκαλούσα Ψ1, η οποία διαμένει στη ... Σουηδίας, ανέθεσε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, δικηγόρο του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τη διεκπεραίωση των υποθέσεων της, μετά την έκδοση του διαζυγίου της και την επακολουθήσασα δικαστική και εξώδικη ρύθμιση των οικονομικών εκκρεμοτήτων της με τον πρώην σύζυγο της Σ1 , κάτοικο .... Στα πλαίσια της εντολής αυτής ο εκκαλών-κατηγορούμενος εισέπραξε κατά το έτος 1994, σε ημερομηνία που δεν διακριβώθηκε κατά την κύρια ανάκριση, το ποσό των 6.000.000 δραχμών ή 17.608,217 ευρώ, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 2940/1990 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, από τον αντίδικο της εγκαλούσας στην υπόθεση αυτή Σ1. Από το ανωτέρω ποσό, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου της εγκαλούσας, ο εκκαλών-κατηγορούμενος κατέβαλε σ' αυτήν, κατά το θέρος του έτους 2002, σε ημερομηνία που δεν διακρlβώθηκε, το ποσό των 6.000 ευρώ. Περαιτέρω, η εγκαλούσα ανέθεσε στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο να εισπράξει από τον πρώην σύζυγο της τα μισθώματα ενός ισογείου καταστήματος που βρίσκεται στην ... επί των οδών ... γωνία και της ανήκει κατά κυριότητα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου. Πράγματι, στις 30-9-2002 ο εκκαλών-κατηγορούμενος εισέπραξε, ως εντολοδόχος της εγκαλούσας, το συνολικό ποσό των 11.817 ευρώ, το οποίο του κατέβαλε ο προαναφερόμενος Σ1 για μισθώματα χρονικού διαστήματος από 1-9-1999 έως 30-9-2002 και στις 3-10-2002 εισέπραξε από τον ίδιο, για λογαριασμό της εγκαλούσας, το μίσθωμα του μηνός Οκτωβρίου 2002, ποσού 402 ευρώ. Εξάλλου, κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2002 έως 30-9-2005 ο εκκαλών- κατηγορούμενος, ως εντολοδόχος της εγκαλούσας εισέπραξε, κατ' ορθό υπολογισμό, το συνολικό ποσό των 14.481 ευρώ από μισθώματα του ανωτέρω καταστήματος και, ειδικότερα, 402 ευρώ το μήνα Νοέμβριο του έτους 2002, 403,50 ευρώ μηνιαίως κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2002 έως και το μήνα Σεπτέμβρίο του 2003 (403,50X10) και 418,50 ευρώ μηνιαίως για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα (418X24). Όλα τα επιμέρους ποσά των μισθωμάτων, για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2002 έως τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005, καταβλήθηκαν από τον μισθωτή του ανωτέρω καταστήματος Μ1, κάτοικο ..., σε προσωπικό λογαριασμό του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, με αριθμό 34533211, τον οποίο τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, με ημερομηνίες καταβολής αντιστοίχως 1-11-2002, 3-12-2002, 3-1-2003, 3-2-2003, 5-3-2003, 1-4-2003, 5-5-2003, 2-6-2003, 2-7-2003, 1-8-2003, 2-9-2003, 1-10-2003, 4-11-2003, 2-12-2003, 5-1-2004, 2-2-2004, 1-3-2004, 5-4-2004, 3-5-2004, 4-6-2004, 2-7-2004, 2-8-2004, 1-9-2004, 1-10-2004, 1-11-2004, 2-12-2004, 3-1-2005, 2-2-2005, 1-3-2005, 1-4-2005, 28-5-2005, 2-6-2005, 4-7-2005 και 2-8-2005, ενώ για το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 η ημερομηνία καταβολής του μισθώματος δεν διακριβώθηκε. Συνολικά, ο εκκαλών-κατηγορούμενος εισέπραξε, ως εντολοδόχος της εγκαλούσας, το ιδιαίτερα μεγάλο αξίας ποσό των 44.308,217 ευρώ (17.608,217+11.817+402+14.481), της απέδωσε δε, εκτός του ως άνω ποσού των 6.000 ευρώ και 2.750 ευρώ στις 5-5-2006, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 35.558,217 ευρώ, κατ' ορθό υπολογισμό, το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, εκμεταλλευόμενος την απουσία της εγκαλούσας στο εξωτερικό, καθώς και την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη της. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνουν οι μάρτυρες Σ1, Μ1 και ..., συγγενής της εγκαλούσας, ενώ οι επιμέρους καταβολές των ποσών που αντιστοιχούν σε μισθώματα (πλην του μηνός Σεπτεμβρίου 2005) προκύπτουν από τα συνημμένα αντίγραφα γραμματίων είσπραξης επ' ονόματι του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, το αντίγραφο της κίνησης του με αριθμό ....προσωπικού λογαριασμού στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος και την απλή απόδειξη που εξέδωσε ο ίδιος επ' ονόματι του μάρτυρα Σ1, για το ποσό των 11.817 ευρώ. ο εκκαλών-κατηγορούμενος κατά την απολογία του αποδέχθηκε την προαναφερόμενη οφειλή του προς την εγκαλούσα και ισχυρίσθηκε ότι επιθυμεί να την εξοφλήσει αμέσως, χωρίς όμως να καταβάλει στη συνέχεια οποιοδήποτε ποσό. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του να αποδώσει στην εγκαλούσα το υπεξαιρεθέν ποσό, αποδέχθηκε στις 2-3-2006 δύο συναλλαγματικές ποσού 19.237 ευρώ η κάθε μία, με ημερομηνίες λήξεως 17-3-2006 και 25-4-2006 αντιστοίχως, τις οποίες ουδέποτε εξόφλησε, με αποτέλεσμα να εκδοθεί σε βάρος του, έπειτα από αίτηση της εγκαλούσας, η υπ' αριθμ. 33946/2006 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με βάση τις πιο πάνω συναλλαγματικές. Σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, προέκυψαν (σε βαθμό επαρκών ενδείξεων) τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την κατηγορία για την οποία το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης παρέπεμψε τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο, σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ.1, 119 παρ.1, 122 παρ.1, 309 παρ.1 εδ. ε' και 313 Κ.Π.Δ., στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης με το εκκαλούμενο βούλευμα. Η αξιόποινη πράξη για την οποία κρίθηκε (σε πρώτο βαθμό) ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο εκκαλών κατηγορούμενος, εναρμονίζεται με το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας (και σε συνολική εκτίμηση και αναφορικά με τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται και ορθά αξιολογούνται στο εκκαλούμενο βούλευμα. Δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και εκτίθενται στο εκκαλούμενο βούλευμα, ορθώς έχουν υπαχθεί στις ποινικές διατάξεις που σημειώθηκαν. Ο εκκαλών, με την υπό κρίση έφεση του, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι αναγνώρισε και αναγνωρίζει την οφειλή του προς την εγκαλούσα και ότι για τον λόγο αυτό δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικά η αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη. Όμως η εκ μέρους του αναγνώριση της οφειλής του έναντι της εγκαλούσας, δεν αναιρεί την προφανώς εκδηλωθείσα κατά τον χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης θέληση του να ιδιοποιηθεί παράνομα τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, ούτε αποτελεί λόγο άρσης ή εξάλειψης του άδικου και αξιόποινου χαρακτήρα της συμπεριφοράς του, αλλά, αντίθετα, ενισχύει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο τις υπάρχουσες ενδείξεις τέλεσης εκ μέρους του της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης. Επειδή, σύμφωνα με όσα πιο πάνω εκτέθηκαν, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ορθώς έκρινε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις που επιβάλλουν τον έλεγχο της υπόθεσης με την αποδεικτικά διαδικασία του ακροατηρίου και παρέπεμψε τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, αβασίμως δε ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα (ότι δηλαδή έσφαλε στην κρίση του το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο) με την υπό κρίση έφεση του, η οποία πρέπει να απορριφθεί στην ουσία και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα". Επειδή από την επισκόπηση της υπ'αριθμ. 26/5-5-2008 εφέσεως του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι λόγος αυτής είναι ότι το συμβούλιο πλημμελειοδικών "δεν ερμήνευσε ορθά το νόμο και δεν εκτίμησε σωστά το αποδεικτικό υλικό, και ειδικώτερα ότι "ελλείπει το υποκειμενικό στοιχείο της δόλιας προαίρεσης, δεδομένου ότι ποτέ δεν αρνήθηκε ότι οφείλει το χρηματικό ποσό που αρχικά εισέπραξε και υπεσχέθη να το αποδώσει...Αν πράγματι είχε πρόθεση να ιδιοποιηθεί παράνομα το χρηματικό ποσό που εισέπραξε για λογαριασμό της δεν θα απέδιδε τμηματικά το άνω χρηματικό ποσό ...ούτε θα απεδέχετο τις συναλλαγματικές...". Η άνω επισκόπηση της εκθέσεως εφέσεως καθιστάται αναγκαία ενόψει του πρώτου λόγου αναίρεσης. 'Ετσι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού δεν είχε μόνον κατά τρόπο σαφή αλλ'ούτε καν προταθεί ως λόγος εφέσεως, ούτε γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα πραγματικά περιστατικά που να στηρίζουν έμπρακτη μετάνοια (πρ βλ ΑΠ 854/2001, ΑΠ 661/2001, ΑΠ 456/81 αφ'ενός και ΑΠ 661/2001, ΑΠ 1182/2000, ΑΠ 456/81, ΑΠ 1673/95 αφετέρου βλ. ακόμη ΑΠ 669/95 ΠΧΡ ΜΕ 1245). Εξ άλλου συνιστά υπεξαίρεση και μόνη η επί προθέσει ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα κατακράτηση του πράγματος παρά την προς άμεση απόδοση υποχρέωση πχ εντολοδόχου -βλ. ΑΠ 661/2001, ΑΠ 1296/2002 κ.α.- η δε απλή αποδοχή συναλλαγματικών που πληρώθηκαν δεν αίρει την πρόθεση ιδιοποιήσεως -βλ.ΑΠ 1120/88 κ.α.- Ο σκοπός της ιδιοποιήσεως απόκειται, ως ζήτημα πραγματικό, στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνάγεται από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά -βλ. ΑΠ 703/97, ΑΠ 325/2000, ΑΠ 741/2002, ΑΠ 372/2003, ΑΠ 1371/2007 κ.ά. Επειδή ως λόγος αναιρέσεως του (παραπεμπτικού) βουλεύματος δεν συνιστά η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 501/2006, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 2203/2006 κ.α.) αφού αυτή ανάγεται στην ουσία της υπόθεσης, την οποία δεν ελέγχει ο 'Αρειος Πάγος, δεδομένου ότι δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικό δικαστήριο. Ενόψει των ανωτέρω και ο δεύτερο λόγος είναι και αβάσιμος και απαράδεκτος διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται ότι ο αναιρεσείων, ιδιοποιήθηκε "ενσωμάτωσε στην περιουσία του" τα αναφερόμενα ξένα γι'αυτόν χρήματα που περιήλθαν στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του "ως εντολοδόχος" της εγκαλούσης, η δε τοιαύτη κρίση του δεν ελέγχεται αναιρετικά. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 4/2009 αναίρεση του Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 1388/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 4 Μαρτίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του Κ.Π.Δ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 παρ.1 στοιχείο δ, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Περαιτέρω, μεταξύ των λόγων αναιρέσεως δεν είναι η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, λαμβανομένου υπόψη, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του βουλεύματος, ως και την τήρηση ορισμένων δικονομικών διατάξεων, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών για τα οποία κρίνει κυριαρχικά το οικείο συμβούλιο. Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη με αριθμό 4/26-1-2009, έκθεση αναιρέσεως, πλήττεται το υπ' αριθμό 1388/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία, η με αριθμό 26/2008 έφεσή του, κατά του υπ' αριθμό 101/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο ο ήδη αναιρεσείων παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευμένου στον υπαίτιο ως εντολοδόχου. Προς θεμελίωση δε της κρινόμενης με αριθμό 4/2009 αιτήσεώς του, επικαλείται κατά λέξη και πιστή αντιγραφή από την έκθεση αναιρέσεως τα παρακάτω: "Το αναιρεσιβαλλόμενο με αριθμό 1388/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης εσφαλμένως και παρά το νόμο δεν εδέχθη την με αριθμό 26/5-5-2008 έφεσή του και να θεωρηθεί αυτή ως κατ' ουσία εν μέρει βάσιμη λόγω έμπρακτης μετάνοιας και η κατηγορία σε βάρος του από κακουργηματική μορφή να χαρακτηρισθεί σε βαθμό πλημμελήματος, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό. Διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 484 παρ.1β του Κ.Π.Δ, λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα. Περαιτέρω, στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, εκθέτει κατά τα ουσιώδη σημεία αυτής, τα αναγκαία για τη συγκρότηση του αδικήματος του άρθρου 375 του Π.Κ της υπεξαιρέσεως, στοιχεία, προσέτι δε ότι δεν προέκυψε το στοιχείο του δόλου, ενόψει του ότι ο ίδιος ανεγνώρισε την οφειλή του με την αποδοχή ισόποσης συναλλαγματικής και ότι η καταβολή του μεγαλύτερου μέρους της οφειλής του, προκύπτει από τα έγγραφα που κατέθεσε ο ίδιος κατά τη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως". Ενόψει, όμως, των ανωτέρω, λόγω της πρόδηλης αοριστίας, των προβαλλόμενων με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση, λόγων αναιρέσεως, α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, η υπό κρίση αναίρεση η οποία, ναι μεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα (473 παρ. 1 εδ. τελ. Κ.Π.Δ.) και κατά βουλεύματος που υπόκειται σ' αυτήν ( άρθρο 482 ΚΠΔ), πλην, όμως, δεν περιέχει κανένα λόγο αναιρέσεως, από αυτούς που ορίζει περιοριστικά το άρθρο 484 Κ.Π.Δ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Οι αιτιάσεις δε του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα και ειδικότερα: α) ότι με την από μέρους του αναγνώριση της οφειλής του και αποδοχή ισόποσης συναλλαγματικής, β) ότι απέδωσε τμηματικά το οφειλόμενο σ' αυτόν χρηματικό ποσό, πριν εξετασθεί από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή με αποτέλεσμα να εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξεως, είναι απαράδεκτες, και εξ' αυτού του λόγου απορριπτέες, γιατί ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου της ουσίας. Μετά από αυτά, το Συμβούλιο τούτο, αποφαίνεται, ότι πρέπει να απόσχει από την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, για να προσέλθει ενώπιον του ως άνω Συμβουλίου, και να εκθέσει τις απόψεις του, σύμφωνα με το άρθρο 476 Κ.Π.Δ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί, επί της από 26-1-2009 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ..., προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον του Συμβουλίου αυτού και εκθέσει τις απόψεις του. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση κατά βουλεύματος, που απέρριψε κατ' ουσία την έφεση κατά του πρωτόδικου βουλεύματος. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αναιρέσεως (484 ΚΠΔ). Ανυπαρξία λόγων αναιρέσεως, λόγω αοριστίας. Απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη. Απέχει να αποφανθεί προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων.
Αποχή αποφάσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αποχή αποφάσεως.
0
Αριθμός 1351/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7689/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 108/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 107/30.3.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Eισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 32 § § 1,4, 138 § 2β και 476 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 83/2008, ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, αναίρεση του ..., κατοίκου ..., κατά της υπ'αριθμ. 7689/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, που ασκήθηκε από την έχουσα ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα Δικηγόρο Αθηνών Ειρήνη Θεοχάρη και εκθέτω τ'ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε, με την υπ'αριθμ. 133773/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών και χρηματική ποινή 1000 ευρώ, για παράβαση του Α.Ν. 86/1967 (μη έγκαιρη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών). Κατά της παραπάνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 7689/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής (αναιρεσειβαλλόμενης) απόφασης ο κατηγορούμενος υπέβαλε παράλληλα και αίτηση ακυρώσεως η οποία και εγένετο δεκτή, με την υπ'αριθμ. 49230/08 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία και ακύρωση την προσβαλλομένη (βλ. αντίγραφο της 49230/08 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στη δικογραφία). Κατόπιν τούτου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται εναντίον απόφασης η οποία δεν υφίσταται πλέον και είναι, για το λόγο αυτό, απαράδεκτη. Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει πλέον έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντα, η δε έλλειψη του έννομου συμφέροντος συνεπάγεται το απαράδεκτο του ένδικου μέσου και όχι την απόρριψή του ως αβάσιμου ουσιαστικώς, διότι το έννομο συμφέρον πρέπει να συνοδεύει το δικαιούμενο σε άσκηση του ένδικου μέσου πρόσωπο και άρα είναι στοιχείο που προσδιορίζει το παραδεκτό και όχι στοιχείο του ουσιαστικού δικαίου. (Συμβ ΑΠ 2441/2003 Ποιν. Δικ. 2004 σελ. 810). Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, με την προβλεπόμενη από το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ. διαδικασία. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ: Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 83/2008 η αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., κατά της υπ'αριθμ. 7689/08 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του παραπάνω αναιρεσείοντα. Αθήνα 10 Μαρτίου 2009. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης. Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 341 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως η παράγ. Αυτή αντικαταστάθηκε με άρθρο 25 Ν. 3160/2003, αν ο κατηγορούμενος που καταδικάστηκε, από λόγους ανώτερης βίας ή από ανυπέρβλητα αίτια δεν μπόρεσε να γνωστοποιήσει ....... Ανυπέρβλητο κώλυμα εμφάνισής του στη δίκη ...... μπορεί να υποβάλει αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας που πραγματοποιήθηκε χωρίς την παρουσία του ή εκπροσώπησή του από συνήγορο. Κατά δε την παρ. 2 εδ. δ' του αυτού άρθρου, αν γίνει δεκτή η αίτηση, ακυρώνεται η απόφαση που προσβάλλεται και διατάσσεται η νέα συζήτηση της υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο. Εξάλλου, στη ΚΠΔ 463 ορίζεται ότι ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Σε κάθε όμως περίπτωση είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει συμφέρον για την άσκηση του ένδικου μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε, με την υπ' αριθμ. 133773/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών και χρηματική ποινή 1000 ευρώ, για παράβαση του Α.Ν. 86/1967 (μη έγκαιρη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών). Κατά της παραπάνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7689/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής (αναιρεσιβαλλόμενης) απόφασης ο κατηγορούμενος υπέβαλε παράλληλα και αίτηση ακυρώσεως η οποία και έγινε δεκτή, με την υπ' αριθμ. 49230/08 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία ακύρωσε την προσβαλλομένη (βλ. αντίγραφο της 49230/08 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στη δικογραφία). Κατόπιν τούτου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται εναντίον απόφασης η οποία δεν υφίσταται πλέον και είναι, για το λόγο αυτό, απαράδεκτη. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει πλέον έννομο συμφέρον στον αναιρεσείοντα προς άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, αφού η άνω απόφαση έχει ακυρωθεί, η έλλειψη δε του εννόμου συμφέροντος, συνεπάγεται το απαράδεκτο του ένδικου αυτού μέσου. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει με την προς τούτο ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου της υποθέσεως σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα, να κηρυχθεί απαράδεκτη, με την προβλεπόμενη από το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Κ.Δ. διαδικασία, να επιβληθούν δε σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την υπ' αριθμ. 83/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ... κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 7689/08 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του παραπάνω αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άσκηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως που είχε επικυρωθεί κατόπιν ασκήσεως κατ' αυτής αιτήσεως ακυρώσεως της διαδικασίας. Κηρύσσει απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1350/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσό (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειουσών - πολιτικώς εναγουσών: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ... που δεν παραστάθηκαν, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1393/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορουμένους τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ6, 7) Ψ7 και 8) Ψ8. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείουσες - πολιτικώς ενάγουσες ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Νοεμβρίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1776/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 6/13.01.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, τις από 3-11-2008 αιτήσεις αναιρέσεως, α) της Χ2 και β) της Χ1, ως "εγκαλουσών πολιτικώς εναγουσών", κατά του υπ'αριθμ. 1393/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρ. 482 παρ. 1 ΚΠΔ, ως αντικ. δι'άρθρ. 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003, μόνον ο κατηγορούμενος, εκ των διαδίκων, δικαιούται να ζητήση την αναίρεση του βουλεύματος, υπό τις διακρίσεις που ορίζονται από την εν λόγω διάταξη. Εξ άλλου, συμφώνως προς το άρθρ. 463 εδ. α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο δύναται να ασκήση μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίδει ρητώς αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρ. 476 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος δια τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (εν συμβουλίω), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέως και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν (μετά από προηγουμένη ειδοποίηση, προ 24 ωρών, από τον γραμματέα της εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθή και την καταδίκη στα έξοδα του ασκήσαντος το ένδικο μέσο (ΑΠ 402/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/906). Στην προκειμένη περίπτωση, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν από τις αναιρεσείουσες, υπό την ιδιότητα κάθε μίας ως "εγκαλούσης πολιτικώς εναγούσης", και στρέφονται κατά του ανωτέρω βουλεύματος, το οποίο απέρριψε κατ'ουσίαν τις εφέσεις των κατά του υπ'αριθμ. 392/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Επομένως, οι αιτήσεις αυτές, ασκηθείσες από πρόσωπα τα οποία δεν δικαιούνται να ασκήσουν το εν λόγω ένδικο μέσο κατά του ανωτέρω βουλεύματος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, κατ'άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, συμφώνως προς τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ. Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω Να απορριφθούν οι από 3-11-2008 αιτήσεις αναιρέσεως, α) της Χ2 και β) της Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 1393/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 17 Δεκεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ, οι ίδιες οι αναιρεσείουσες. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 482 παρ. 1 ΚΠΔ, πριν από την τροποποίηση του α' εδαφίου της παραγράφου 1 αυτού από το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν 3160/30-6-2003, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 61 αυτού), μεταξύ των προσώπων που είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση κατά βουλευμάτων, περιλάμβανε και τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος δικαιούνταν να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο, κατά τους όρους του άρθρου 480 παρ. 2 ΚΠΔ, κατά των βουλευμάτων: α) που έπαυαν προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου β) αποφαίνονται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κήρυσσαν την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Μετά την αντικατάσταση, όμως, του α' εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, από το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, μόνον ο κατηγορούμενος δικαιούται πλέον από της ενάρξεως της ισχύος του (30-6-2003), να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων, υπό τις διακρίσεις που τάσσει η νέα διατύπωση της εν λόγω διατάξεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ. α' του ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν θα εμφανισθούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση, προ 24ώρου, από το Γραμματέα της Εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος, που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθμό 392/2008 βούλευμα, που εξέδωσε, έκρινε, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ6, 7) Ψ7, 8) Ψ8, για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία. Κατά του βουλεύματος αυτού, οι πολιτικώς ενάγουσες 1) Χ2 και 2) Χ1, άσκησαν τις, από 25-2-2008, εφέσεις τους, με αριθμούς 82 και 83/2008. Επί των εφέσεών τους αυτών, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις των πολιτικώς εναγουσών και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αριθμό 1393/2008, άσκησαν οι πολιτικώς ενάγουσες, τις υπ' αριθμό 186 και 187/3-11-2008 χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες πλήττεται το βούλευμα, για τους αναφερόμενους στις αναιρέσεις τους λόγους, και ειδικότερα για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ του Κ.Π.Δ. Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω σχετικά με τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αντ. με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 (ΦΕΚ Α'/65 της 30-6-2003), από τη χρονολογία ισχύος του παραπάνω νόμου δεν προβλέπεται πλέον η δυνατότητα του πολιτικώς ενάγοντος να ασκεί αναίρεση κατά βουλευμάτων. Επομένως, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (30-6-2003), πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτες, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε, από πρόσωπο που δεν είχε το σχετικό δικαίωμα (άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ), ενώ δεν συντρέχει βάσιμος λόγος για να διαταχθεί η αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του συμβουλίου τούτου. Μετά, από αυτά, και την ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου τους, κατά την, επί του φακέλου, επισημείωση του Γραμματέα, πρέπει, να απορριφθούν ως απαράδεκτες, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για την καθεμία απ' αυτές(άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των πολιτικώς εναγουσών. Απορρίπτει τις υπ' αριθμό 186 και 187 από 3-11-2008, αιτήσεις αναιρέσεως των πολιτικώς εναγουσών Χ1, και Χ2, κατοίκων ... για αναίρεση του υπ' αριθμό 1393/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειουσών τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται για καθεμία σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αναίρεση από τον πολιτικώς ενάγοντα, κατά βουλεύματος μετά την 30.6.2003 (ν. 3160 άρθρο 41 παρ. 1). Απορρίπτει αναίρεση.
Πολιτική αγωγή
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Βούλευμα απαλλακτικό.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1342/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 986/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1960/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 59/4.2.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Eισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 4/17-11-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., κατά της υπ'αριθμ. 986/28-5-2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης και εκθέτω τα εξής: Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την υπ'αριθμ. 986/28-5-2008 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών, με τριετή αναστολή για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ'εξακολούθηση. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Κων/νο Μήτσου, η δε απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Πρωτοδικείου Κατερίνης στις 29-10-2008 (βλ. υπηρεσιακή βεβαίωση). Στις 17-11-2008 εμφανίσθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του Πρωτοδικείου Κατερίνης ο δικηγόρος Κατερίνης Δημήτριος Σιανίδης και δήλωσε ότι ενεργώντας για λογαριασμό του ..., δυνάμει της από 13-11-2008 ειδικής εντολής και εξουσιοδοτήσεως του τελευταίου, ασκεί αναίρεση κατά της παραπάνω 986/28-5-2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης και έτσι συντάχθηκε η υπ'αριθμ. 4/17-11-2008 έκθεση αναίρεσης. Από τα παραπάνω δεδομένα προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών, εντός της οποίας μπορούσε να ασκηθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 § § 1,3 Κ.Π.Δ. Δεδομένου, όμως, ότι από το περιεχόμενο της αίτησης προκύπτει ότι σ'αυτή δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε λόγος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ. και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 4/17-11-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., κατά της υπ αριθμ. 986/28-5-2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 30 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 473 ΚΠοινΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως και, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία αυτής, η πιο πάνω προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 507 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην περίπτωση που η απόφαση απαγγελθεί, χωρίς να είναι παρών ο κατηγορούμενος, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως στον κατηγορούμενο, για την οποία αρκεί και η επίδοση αποσπάσματος αυτής, που περιέχει τα πλήρη στοιχεία της και παρέχει στο δικαιούμενο τη δυνατότητα ενημερώσεως του, εφόσον η επίδοση της αποφάσεως είναι μεταγενέστερη από την καταχώρησή της στο πιο πάνω ειδικό βιβλίο, σε αντίθετη δε περίπτωση η ειρημένη δεκαήμερη προθεσμία αφετηριάζεται από την εν λόγω καταχώρηση (Ολ. ΑΠ 4/2002). Από την εν λόγω καταχώρηση αρχίζει η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης και στην περίπτωση κατά την οποία ο αναιρεσείων ήταν μεν απών κατά την ημέρα της δικασίμου, εκπροσωπήθηκε όμως από συνήγορο με βάση πληρεξούσιο, οπότε, κατά την ΚΠΔ 340 παρ. 2 εδ. γ', όπως η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε με άρθρο 13 Ν. 3346/2005, ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 986/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Κατερίνης, προκύπτει ότι η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 28-5-2008 με απόντα τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, ... που εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Θεσ/νίκης, Κων/νο Μήτσου, με βάση πληρεξούσιο. Όπως δε προκύπτει από την από 4-12-2008 σχετική βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα η ίδια (τελεσίδικη) απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο τηρούμενο από το πιο πάνω Δικαστήριο ουσίας ειδικό βιβλίο στις 29-10-2008. Η κρινόμενη όμως, αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω υπ' αριθμ. 986/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Κατερίνης ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα Πλημ/κών Κατερίνης στις 17-11-2008 με δήλωση του δικηγόρου Κατερίνης, Δημητρίου Σιανίδη, με βάση ειδική εξουσιοδότηση από τον κατηγορούμενο (επισυναπτόμενη στην αναίρεση), όπως προκύπτει από τη συνταχθείσα από τον τελευταίο σχετική υπ' αριθμ.4/17-11-2008 έκθεση, ήτοι μετά την πάροδο της πιο πάνω δεκαήμερης από την καταχώρηση της απόφασης προθεσμίας. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εκπροθέσμως και, πρέπει, για το λόγο αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δοθέντος ότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν κάποιος λόγος ανώτερης βίας ή άλλος λόγος ανυπέρβλητου κωλύματος, που εμπόδισαν τυχόν την εμπρόθεσμη άσκηση της, επίδοση δε της απόφασης δεν απαιτούνταν. Σημειώνεται, ότι ο αναιρεσείων που άσκησε το ένδικο αυτό μέσο, ειδοποιήθηκε δια του πληρεξουσίου του και αντικλήτου του δικηγόρου να προσέλθει στο Συμβούλιο αυτό και να εκθέσει τις απόψεις του από τον αρμόδιο εισαγγελέα κατά την ΚΠΔ 476 παρ. 1 εδ. τελ., όπως προκύπτει από την επισημείωση του γραμματέα στο φάκελο της δικογραφίας. Περαιτέρω πρέπει, να καταδικασθεί ο αναιρεσεΐων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 986/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Κατερίνης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις6 Μαΐου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προσβαλλόμενη απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης. Η αναίρεση ασκήθηκε μετά την παρέλευση 10ημέρου από την καταχώριση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
Αριθμός 1341/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολακόπουλο, για αναίρεση της 3015/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 127/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση... Αν αυτός κρατείται στην φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Επίσης, κατά το άρθρο 153 του ίδιου Κώδικα, η έκθεση του άρθρου 148, όπως είναι και η παραπάνω έκθεση, είναι άκυρη αν δεν έχει την υπογραφή του υπαλλήλου που την έχει συντάξει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας". Η διάταξη αυτή εγγυάται "το δικαίωμα στο δικαστήριο", έκφανση του οποίου αποτελεί το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το δικαίωμα τούτο δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ίδια η ουσία του δικαιώματος αυτού. Αντιθέτως, οι περιορισμοί αυτοί είναι σύμφωνοι προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και των επιδιωκομένων σκοπών. Εντεύθεν παρέπεται ότι το Κράτος, όταν θεσπίζει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, έχει την υποχρέωση να διαμορφώνει τις σχετικές διαδικασίες, που αφορούν τους τύπους και τις προθεσμίες του ενδίκου τούτου μέσου, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις απορρέουσες από το εν λόγω άρθρο 6 εγγυήσεις. Έτσι, αν το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι ο υπάλληλος ενώπιον του οποίου ασκείται η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να υπογράφει τη συντασσόμενη έκθεση, που περιλαμβάνει τους λόγους αυτής, η ευθύνη και οι κυρώσεις για τη μη τήρηση του τύπου τούτου αφορούν τον υπάλληλο και όχι τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, άλλως, υφίσταται δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματός του να προσφύγει στο ανώτατο δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον η ΕΣΔΑ κατισχύει των εθνικών διατάξεων, βάσει της ως άνω συνταγματικής επιταγής, πρέπει οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΠοινΔ να ερμηνευθούν σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή και έτσι να γίνει δεκτό ότι, εάν η έκθεση του ενδίκου μέσου, μεταξύ των οποίων και της αναιρέσεως, ή το επισυναπτόμενο σε αυτήν έγγραφο του αναιρεσείοντος, που περιέχει τους λόγους αυτής, φέρει μεν την υπογραφή αυτού ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, αλλά από παραδρομή δεν υπογράφηκε και από τον οικείο γραμματέα ή διευθυντή της φυλακής που κρατείται, ο αναιρεσείων δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί υπεύθυνος για την παράλειψη του τελευταίου. Διαφορετικά, υποβάλλεται σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως στον Άρειο Πάγο και υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο ή ασκεί δικαιοδοσία την οποία εκ του νόμου δεν έχει ή χωρίς να συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την άσκησή της είτε αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, παρ' όλον ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της. Διότι και στην τελευταία περίπτωση, παρά την υποχρέωση την οποία έχει να δικάσει και την έλλειψη διακριτικής ευχέρειας, κάνει κάτι που ο νόμος δεν του το επιτρέπει. Τέτοια περίπτωση αρνητικής υπέρβασης εξουσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί ενδίκου μέσου, αλλά απορρίπτει αυτό, ως απαράδεκτο, χωρίς να συντρέχει τέτοια περίπτωση. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προς έρευνα της βασιμότητας των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, επί αιτήσεως του αναιρεσείοντος καταδίκου για καθορισμό συνολικής ποινής, εκδόθηκε ερήμην του, μετά παραίτηση από της κλητεύσεως, η προσβαλλόμενη με αριθ. 3015/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και καθορίστηκε η συνολική ποινή αυτού επί τριών καταδικαστικών αποφάσεων, σε φυλάκιση πέντε ετών και οκτώ μηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ίδιος ο αναιρεσείων άσκησε στο Κατάστημα Κρατήσεως ..., όπου εκρατείτο, τη με αριθ,. εκθ. 154/9-12-2008 αναίρεσή του, ενώπιον του αρμοδίου Διευθυντή του άνω Καταστήματος Κρατήσεως, ο οποίος συνέταξε και υπογράφει και τη σχετική έκθεση αναιρέσεως. Στην έκθεση αυτή σημειώνεται ότι την αναίρεση ασκεί "για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει...." και επισυνάπτει αυτοτελές έγγραφό του με τίτλο "Ενώπιον του κ. Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου- ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ" και το εκ τριών σελίδων επισυναπτόμενο έγγραφο αυτό περί αναιρέσεως, στο οποίο αναφέρονται οι λόγοι αναιρέσεως και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 19505/9-12-2008, στο άνω Κατάστημα Κρατήσεως. Την άνω έκθεση αναιρέσεως, όπως και το επισυναπτόμενο σε αυτήν έγγραφο, που αποτελούσαν ουσιαστικά ένα σώμα, υπέγραψε ο ίδιος ο αναιρεσείων, ενώ ο παραλαβών τα έγγραφα αυτά Διευθυντής του Καταστήματος Κρατήσεως ..., υπέγραψε στο πρώτο φύλλο της έκθεσης αναιρέσεως του αναιρεσείοντος καταδίκου - κρατουμένου, παραλείποντας, όμως, να θέσει την υπογραφή του και στο επισυναπτόμενο έγγραφο, που αναφέρονταν οι λόγοι και τα αποδεικτικά μέσα που δικαιολογούσαν, κατά τον αναιρεσείοντα την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το έγγραφο αυτό, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος της εκθέσεως αναιρέσεως, η οποία, παρά την υφισταμένη ως άνω ατέλεια θεωρείται ότι έχει συνταγεί νομίμως, διότι, άλλως, ο, χωρίς τη μεσολάβηση του συνηγόρου του, ασκήσας το ένδικο μέσο αναιρέσεως στο Κατάστημα, όπου εκρατείτο ο κατάδικος αναιρεσείων, θα υφίστατο αδικαιολόγητο και μη οφειλόμενο σε πταίσμα του περιορισμό του δικαιώματός του να προσφύγει στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 8/2008). Επομένως, το επισυναπτόμενο στην κρινόμενη έκθεση αναιρέσεως έγγραφο, που περιέχει τους λόγους αναιρέσεως, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εκθέσεως αναιρέσεως και η εν λόγω έκθεση είναι παραδεκτή πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω. Σύμφωνα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 551 του ΚΠοινΔ, αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ιδίου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά συρρέοντα εγκλήματα, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού νόμου για τη συρροή, δηλαδή τα άρθρα 94 και επ. του ΠΚ. Αν μεταξύ των προς εκτέλεση αποφάσεων υπάρχει και απόφαση που αμετάκλητα έχει καθορίσει συνολική ποινή, για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής λαμβάνεται ως βάση η καθορισθείσα συνολική ποινή, εάν αυτή είναι βαρύτερη από τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις. Τέλος, κατά της αποφάσεως που καθορίζει συνολική ποινή, επιτρέπεται αναίρεση στον καταδικασμένο και τον Εισαγγελέα, για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΠΚ, κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων, που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις, που τιμωρούνται κατά τον νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρηση τους συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, επαυξημένη από τις άλλες συντρέχουσες ποινές. Η επαύξηση όμως αυτή δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 του αθροίσματος των συντρεχουσών αυτών ποινών. Από τις ανωτέρω διατάξεις, προκύπτει περαιτέρω ότι, αν η καθορισθείσα αμετακλήτως συνολική ποινή δεν είναι η βαρύτερη και δεν πρόκειται να αποτελέσει τη βάση της νέας επιμετρήσεως, αλλά πρόκειται να συγχωνευθεί με άλλη, βαρύτερη, τότε διασπάται και συγχωνεύονται οι επί μέρους ποινές, με τον περιορισμό ότι δεν μπορεί να ληφθεί από αυτές μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για τον σχηματισμό νέας συνολικής ποινής, από αυτό που είχε ληφθεί προηγουμένως. Κατά το άρθρο 97 του ΠΚ, η παραπάνω διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εφαρμόζεται και όταν κάποιος, πριν εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαρισθεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικασθεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν αυτή τελέσθηκε. Τέλος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 ΠΚ, η υπό τον όρο της ανακλήσεως χορηγούμενη απόλυση του καταδίκου σε στερητική της ελευθερίας ποινή, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεως της, που επιδιώκει την αποτροπή υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση. Επομένως μπορεί η ποινή, στην οποία αυτή αναφέρεται, και όχι μόνον το απομένον προς έκτιση υπόλοιπο ποινής, να συγχωνευθεί με άλλες ποινές, αν συναντάται με αυτές κατά την εκτέλεση και εφ' όσον οι εν λόγω ποινές δεν αναφέρονται σε εγκλήματα που τελέσθηκαν κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, διότι τότε επέρχεται άρση της αναστολής και οι ποινές εκτίονται αθροιστικώς. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 3015 /2008 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε την αίτηση του αναιρεσείοντος για συγχώνευση των παρακάτω ποινών, που συναντήθηκαν κατά την εκτέλεση, ήτοι: α) της ποινής φυλακίσεως τεσσάρων ετών που του επιβλήθηκε με τη με αριθ. 1578/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, β) της ποινής φυλακίσεως τεσσάρων ετών, που του επιβλήθηκε με τη με αριθ.25/2006 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, απολυθέντος όμως του καταδίκου υφόρον, δια του με αριθ. 267/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, αφού απέτισε ποινή φυλακίσεως 2 ετών, 5 μηνών και 12 ημερών, με υπόλοιπο για έκτιση, 1 έτους, 6 μηνών και 18 ημερών και γ) της ποινής φυλακίσεως δεκαοκτώ μηνών, που του επιβλήθηκε με τη με αριθ. 81162/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να καθορίσει τη συνολική εκτιτέα ποινή, έλαβε ως ποινή - βάση αυτή της φυλακίσεως των τεσσάρων ετών, που του επιβλήθηκε με την 1578/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και επαύξησε την ποινή αυτή, α) κατά 12 μήνες από το εναπομείναν προς έκτιση υπόλοιπο 1 έτους, 6 μηνών και 18 ημερών, από την επιβληθείσα ως άνω αρχική ποινή των 4 ετών, για την οποίαν είχε χωρήσει απόλυση αυτού από τη φυλακή υφόρον της ανακλήσεως με το προαναφερθέν βούλευμα και β) κατά 8 μήνες από την ετέρα ποινή των 18 μηνών, που του είχε επιβληθεί με την 81162/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και καθόρισε συνολική ποινή φυλακίσεως 5 ετών και 8 μηνών. Έτσι, όμως, που έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 ΠΚ και 551 ΚΠοινΔ, αφού επαύξησε την ποινή βάση, με μέρος του εναπομείναντος προς απότιση υπολοίπου και όχι με μέρος της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως των 4 ετών, για την οποίαν είχε χωρήσει ήδη υφόρον απόλυση από τη φυλακή με το προαναφερθέν βούλευμα, με αποτέλεσμα, μετά την τελική αφαίρεση από τον Εισαγγελέα εκτελέσεως, του ήδη αποτιθέντος ως άνω μέρους της ποινής, να επιβαρύνεται ο αναιρεσείων κατάδικος και να υποχρεωθεί να αποτίσει μεγαλύτερη ποινή, από εκείνη που θα απέτιε, αν είχαν ερμηνευθεί ορθά οι παραπάνω ποινικές διατάξεις και είχε καθορισθεί συνολική ποινή με τον τρόπο που εκτέθηκε παραπάνω. Επομένως, κατά παραδοχή του προβαλλόμενου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ δευτέρου λόγου αναιρέσεως ως βασίμου, οπότε παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθ. 3015/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. Α΄ της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, το επισυναπτόμενο στην κρινόμενη έκθεση αναιρέσεως έγγραφο, που περιέχει τους λόγους αναιρέσεως, στους οποίους μάλιστα σαφώς παραπέμπει, το οποίο δεν συνυπογράφει ο παραλαβών αυτό και συντάξας την έκθεση αναιρέσεως Διευθυντής των Φυλακών, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εκθέσεως εφέσεως και η εν λόγω έκθεση είναι παραδεκτή καίτοι δεν περιείχε στο σώμα αυτής τους λόγους αναιρέσεως, διότι η ευθύνη και οι κυρώσεις για τη μη τήρηση του τύπου τούτου αφορούν τον υπάλληλο και όχι τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, άλλως, υφίσταται δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος του να προσφύγει στο ανώτατο δικαστήριο. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης ανέκκλητης αποφάσεως, πρέπει να γίνει τυπικά παραδεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω. 2. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 ΠΚ, 94, 97 και 551 του ΚΠΔ, η υπό τον όρο της ανακλήσεως χορηγούμενη απόλυση του καταδίκου σε στερητική της ελευθερίας ποινή, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεως της, που επιδιώκει την αποτροπή υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση. Επομένως μπορεί η ποινή, στην οποία αυτή αναφέρεται, και όχι μόνο το απομένον υπόλοιπο, να συγχωνευθεί με άλλες ποινές, αν συναντάται με αυτές κατά την εκτέλεση και εφ' όσον οι εν λόγω ποινές δεν αναφέρονται σε εγκλήματα που τελέσθηκαν κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, διότι τότε επέρχεται άρση της αναστολής και οι ποινές εκτίονται αθροιστικώς (ΑΠ 1137/ 2008, 959/2007, Μελέτη Ανδρ. Ζύγουρα, Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου σε Αρμενόπουλο 2008.1297). Αναιρεί και παραπέμπει.
Ποινών συγχώνευση
Ποινή συνολική, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινών συγχώνευση, Απόλυση υφ' όρο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1339/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη, περί αναιρέσεως της 10765/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο το Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Γεώργιο Καρακώστα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1639/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. β' ΠΚ που ορίζει ότι με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης "όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης", προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό, με τη γνώση ότι παρέχεται κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της άδικης πράξεως, συνδεόμενη προς αυτή κατά τρόπο, ώστε χωρίς τη βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή, με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος, κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 47 περ.1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ.β του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη", προκύπτει ότι απλός συνεργός σε τετελεσμένο έγκλημα ή σε απόπειρα εγκλήματος εκ προθέσεως είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως, την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία χωρίς να είναι άμεση συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξεως που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και τη βούληση να συμβάλλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Ενόψει αυτών ο χρόνος τελέσεως της άμεσης συνέργειας είναι πάντοτε κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της κυρίας πράξεως, ουδέποτε δε προγενέστερος αυτής, ενώ της απλής συνέργειας από το νόμο τελεί σε συνάρτηση με αυτόν της κύριας πράξης, αφού η απλή συνδρομή παρέχεται αποκλειστικώς είτε πριν από την κύρια πράξη είτε κατά τη διάρκειά της. Έτσι η συμμετοχική αυτή δράση δεν ξεπερνά το χρονικό σημείο τελέσεως της πράξεως. Οι μετά από αυτή μορφές συνδρομής αποτελούν άλλο έγκλημα και όσες δεν υπάγονται σε καμία ειδική αντικειμενική υπόσταση ξεχωριστού εγκλήματος, μένουν ατιμώρητες, αφού δεν μπορούν να χαρακτηριστούν και να τιμωρηθούν σαν απλή συνέργεια. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αριθ. 10765/2008 αποφάσεως, το ως δευτεροβάθμιο δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω : "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε ότι: στη ... στις 9-6-2005 διαπιστώθηκε ότι, ο κατηγορούμενος με πρόθεση παρέσχε σε άλλον άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια άδικης πράξης και στην εκτέλεση αυτής και ειδικότερα κατά την από μέρους εντοπισθέντων δραστών-αυτουργών τέλεση της αξιόποινης πράξης της έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων. Συγκεκριμένα ο ίδιος με μοναδικό σκοπό να παράσχει, έναντι αμοιβής 150.000 δραχμών μηνιαίως, άμεση συνδρομή στο αποκαλυφθέν και γνωστό κύκλωμα λογιστών-επιχειρηματιών των ΑΑ και ΒΒ, του ΓΓ (και λοιπών δραστών), στην από μέρους τους τέλεση της αξιόποινης πράξης της έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, με σκοπό την παράνομη είσπραξη επιστροφής ΦΠΑ πολλών εκατομμυρίων δραχμών, προσήλθε υπό την καθοδήγηση τους και ειδικότερα με την ΒΒ στις 6-5-1997 στην Β' ΔΟΥ ... και υπέβαλε δήλωση ενάρξεως εργασιών ατομικής επιχειρήσεως του, με αντικείμενο εργασιών την εμπορία ενδυμάτων-υφασμάτων, εισαγωγές-εξαγωγές, με επαγγελματική έδρα το επί της οδού ... της ... κατάστημα και ακολούθως διέθεσε στους ανωτέρω εν γνώσει του κατά τα άνω σκοπού για τα οποία τα προόριζαν, τα προς τον αποκλειστικό αυτό και μόνο σκοπό θεωρηθέντα βιβλία και παραστατικά στοιχεία της επιχειρήσεως του, παρέχοντας έτσι την κάλυψη της επιχειρήσεως του, ώστε, υπό το όνομα της να τελέσουν την πιο πάνω άδικη πράξη. Ειδικότερα οι ανωτέρω εξέδωσαν τέσσερα (4) δελτία αποστολής-τιμολόγια πώλησης, όπως αυτά προσδιορίζονται κατ' αύξοντα αριθμό, είδος στοιχείου, αριθμό τιμολογίου και ημερομηνία εκδόσεως του, αξία σε δραχμές και αντίστοιχο ΦΠΑ σε δραχμές στον αναφερόμενο στο διατακτικό πίνακα, με αποδέκτη την ατομική επιχείρηση του κατηγορούμενου, τα οποία ήταν πλαστά, διότι δεν είχαν καταχωρηθεί οι θεωρήσεις στα οικεία βιβλία της αρμόδιας ΔΟΥ και δεν εκδόθηκαν πραγματικά από τους εκπροσώπους της εδρεύουσας επί της οδού ...- ... φερόμενης εκδότριας επιχείρησης "... ... Ο.Ε.", με αντικείμενο εργασιών την κατασκευή και εμπορία ενδυμάτων-εσωρούχων, καθώς αναγράφονταν επ' αυτών κατ' απομίμηση ως διακριτικός τίτλος η επωνυμία "..." αντί του ορθού "..." και ως διεύθυνση η οδός ... αντί του ορθού ... ή την νέα διεύθυνση ..., ήταν δε και εικονικά, καθόσον αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, αφού η φερόμενη ως εκδότρια εταιρία δεν είχε συνεργασία με την ατομική επιχείρηση του κατηγορούμενου, δεν έγινε καμία συμφωνία για πώληση των συγκεκριμένων εμπορευμάτων και δεν καταβλήθηκε-εισπράχθηκε κανένα τίμημα, ενώ η από 9-7-98 δήλωση του ΔΔ, λογιστή, ότι ήταν βοηθός του λογιστή της εκδότριας εταιρίας, ΕΕ και ότι εισπράχθηκε το τίμημα από αυτόν είναι αναληθής, διότι δεν υπάρχει λογιστής με τέτοια στοιχεία ταυτότητας και οι φερόμενες αποδείξεις είσπραξης υπογράφηκαν από τον ίδιο τον ΔΔ ενώ επίσης η επιχείρηση του κατηγορούμενου ουδέποτε απέκτησε ουσιαστικά πραγματική εμπορική - επαγγελματική υπόσταση και λειτούργησε μόνο τυπικά, τα εξέδωσαν δε οι ανωτέρω με αποδέκτη την ατομική του (κατηγορούμενου) επιχείρηση για να εμφανίζει αγορές από επιχείρηση του εσωτερικού και να προσδώσει αληθοφάνεια στις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν ως ενδοκοινοτικής παράδοσης εικονικά για την παράνομη είσπραξη φόρου προστιθέμενης αξίας, από την ατομική του επιχείρηση. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος". Στη συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "στη ... στις 9-6-2005 διαπιστώθηκε ότι, ο κατηγορούμενος με πρόθεση παρέσχε σε άλλον άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια άδικης πράξης και στην εκτέλεση αυτής και ειδικότερα κατά την από μέρους εντοπισθέντων δραστών-αυτουργών τέλεση της αξιόποινης πράξης της έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων. Συγκεκριμένα ο ίδιος με μοναδικό σκοπό να παράσχει, έναντι αμοιβής 150.000 δραχμών μηνιαίως, άμεση συνδρομή στο αποκαλυφθέν και γνωστό κύκλωμα λογιστών-επιχειρηματιών των ΑΑ και ΒΒ, του ΓΓ (και λοιπών δραστών), στην από μέρους τους τέλεση της αξιόποινης πράξης της έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, με σκοπό την παράνομη είσπραξη επιστροφής ΦΠΑ πολλών εκατομμυρίων δραχμών, προσήλθε υπό την καθοδήγηση τους και ειδικότερα με την ΒΒ στις 6-5-1997 στην Β' ΔΟΥ ... και υπέβαλε δήλωση ενάρξεως εργασιών ατομικής επιχειρήσεως του, με αντικείμενο εργασιών την εμπορία ενδυμάτων - υφασμάτων, εισαγωγές - εξαγωγές, με επαγγελματική έδρα το επί της οδού ... της ... κατάστημα και ακολούθως διέθεσε στους ανωτέρω εν γνώσει του κατά τα άνω σκοπού για τα οποία τα προόριζαν, τα προς τον αποκλειστικό αυτό και μόνο σκοπό θεωρηθέντα βιβλία και παραστατικά στοιχεία της επιχειρήσεως του, παρέχοντας έτσι την κάλυψη της επιχειρήσεως του, ώστε, υπό το όνομα της να τελέσουν την πιο πάνω άδικη πράξη. Ειδικότερα οι ανωτέρω εξέδωσαν τέσσερα (4) δελτία αποστολής - τιμολόγια πώλησης όπως αυτό αναφέρονται στον αμέσως παρακάτω πίνακα με αύξοντα αριθμό, είδος στοιχείου, αριθμό τιμολογίου και ημερομηνία εκδόσεως, αξία σε δραχμές και αντίστοιχο ΦΠΑ σε δραχμές με αποδέκτη την ατομική του επιχείρηση, ήτοι. ΠΙΝΑΚΑΣ 4 Α/Α ΕΙΔΟΣ στοιχείου ΑΡΙΘΜΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΞΙΑ ΔΡΧ. ΦΠΑ ΔΡΧ. 1Δ.Α.Τ.Π.1332/7-5-199817.201.2503.096.22521427/10-5-9820.001.3003.600.23431449/15-5-9812.219.9002.199.58241482/22-5-9816.849.8003.032.964ΣΥΝΟΛΑ66.272.25011.929.005 Τα ανωτέρω τιμολόγια δελτία αποστολής ήταν πλαστά, διότι δεν είχαν καταχωρηθεί οι θεωρήσεις στα οικεία βιβλία της αρμόδιας ΔΟΥ και δεν εκδόθηκαν πραγματικά από τους εκπροσώπους της εδρεύουσας επί της οδού ... - ... φερόμενης εκδότριας επιχείρησης "... ... Ο.Ε.", με αντικείμενο εργασιών την κατασκευή και εμπορία ενδυμάτων - εσωρούχων, καθώς αναγράφονταν επ' αυτών απομίμηση ως διακριτικός τίτλος η επωνυμία "..." αντί του ορθού "..." και ως διεύθυνση η οδός ... αντί του ορθού ... ή την νέα διεύθυνση ..., ήταν δε και εικονικά, καθόσον αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, αφού η φερόμενη ως εκδότρια εταιρία δεν είχε συνεργασία με την ατομική επιχείρηση του κατηγορούμενου, δεν έγινε καμία συμφωνία για πώληση των συγκεκριμένων εμπορευμάτων και δεν καταβλήθηκε-εισπράχθηκε κανένα τίμημα, ενώ η από 9-7-98 δήλωση του ΔΔ, λογιστή, ότι ήταν βοηθός του λογιστή της εκδότριας εταιρίας, ΕΕ και ότι εισπράχθηκε το τίμημα από αυτόν είναι αναληθής, διότι δεν υπάρχει λογιστής με τέτοια στοιχεία ταυτότητας και οι φερόμενες αποδείξεις είσπραξης υπογράφηκαν από τον ίδιο τον ΔΔ, ενώ επίσης η επιχείρηση του κατηγορούμενου, ουδέποτε απέκτησε ουσιαστικά πραγματική εμπορική - επαγγελματική υπόσταση και λειτούργησε μόνο τυπικά, τα εξέδωσαν δε με αποδέκτη την ατομική του (κατηγορούμενου) επιχείρηση για να εμφανίζει αγορές από επιχείρηση του εσωτερικού και να προσδώσει αληθοφάνεια στις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν ως ενδοκοινοτικής παράδοσης εικονικά για την παράνομη είσπραξη φόρου προστιθέμενης αξίας, από την ατομική του επιχείρηση". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο άμεσης συνέργειας σε 4 επί μέρους περιπτώσεις εκδόσεως (κατ'εξακολούθηση) πλαστών και εικονικών τιμολογίων, που εκδόθηκαν από τους φυσικούς αυτουργούς στις 7-5-1998, στις 10-5-1998, στις 15-5-1998 και στις 22-5-1998, ενώ δέχθηκε στο άνω αιτιολογικό του ότι η συνδρομή αυτού έγινε μεταγενέστερα στις 9-6-2005 και ειδικότερα ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου να εμφανισθεί και να υποβάλει Δήλωση ενάρξεως ατομικής του επιχειρήσεως στη Β' ΔΟΥ ..., να παραλάβει θεωρημένα βιβλία και παραστατικά, τα οποία παρέδωσε στη συνέχεια στους φυσικούς αυτουργούς, έλαβε χώρα προγενέστερα στις 6-5-1997, ένα δηλαδή έτος περίπου νωρίτερα της εκδόσεως των ανωτέρω τεσσάρων εικονικών τιμολογίων, (παραβ. άρθρου 19 παρ.1 α ν. 2523/1997) που εκδόθηκαν όλα τον Μάϊο του 1998. Δημιουργείται όμως ασάφεια και αντίφαση ως προς τον ακριβή χρόνο τελέσεως της ως άνω κυρίας πράξεως της φοροδιαφυγής κατ'εξακολούθηση των φυσικών αυτουργών και του χρόνου τελέσεως της συνέργειας του εν λόγω κατηγορουμένου στις κύριες πράξεις των φυσικών αυτουργών, επηρεαζομένης και της παραγραφής και δη αν πρόκειται για άμεση συνέργεια κατά την εκτέλεση (46 παρ.1 β ΠΚ) ή για απλή συνέργεια (47 πκ), δοθείσα προ των κυρίων πράξεων ή για πράξεις μεταγενέστερες των άνω πράξεων των φυσικών αυτουργών και έτσι στερείται η απόφαση νόμιμης βάσεως, μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικά. Επομένως, συντρέχει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προεκτεθεισών ποινικών διατάξεων των άρθρων 46 και 47 του ΠΚ και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως παραπάνω πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 10765/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ποινικών διατάξεων των άρθρων 46 και 47 του ΠΚ και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), διότι δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση ως προς τον ακριβή χρόνο τελέσεως της ως άνω φοροδιαφυγής των φυσικών αυτουργών και του χρόνου τελέσεως της συνέργειας του εν λόγω κατηγορουμένου στις κύριες πράξεις των φυσικών αυτουργών, επηρεαζόμενης και της παραγραφής και δη υπάρχει ασάφεια αν πρόκειται για άμεση συνεργεία κατά την εκτέλεση (46 παρ.1 β΄ ΠΚ) ή για απλή συνεργεία (47 ΠΚ), δοθείσα προ των κυρίων πράξεων ή για πράξεις μεταγενέστερες των άνω πράξεων των φυσικών αυτουργών και έτσι στερείται η απόφαση νόμιμης βάσεως, μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικά. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
0
Αριθμός 1340/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Λάλα, περί αναιρέσεως της 11555/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1027/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά ( Ολ. ΑΠ 4/1995 και 6,7/1994). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική)Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. (ΑΠ 626/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 11555/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθ. εκθ. 9941/19-7-2007 έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 99464/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί ερήμην, για την πράξη της απλής χρεωκοπίας. Από τη σχετική με αριθμό 9941/19-7-2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, αναφέρει στην έφεσή του, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και ότι η επίδοση ως άγνωστης διαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτός έχει γνωστή διαμονή και διέμενε με την οικογένειά του μόνιμα μέχρι τον Ιούνιο του 2003 στο ... , στην οδό ... και στη συνέχεια όμως έκτοτε κατοικούσε μέχρι τον Ιούνιο του 2006 στην οδό .... και μετά μέχρι και σήμερα στην οδό ...., ήτοι σε οικία και διευθύνσεις γνωστές στις αρχές. Επικαλέσθηκε δηλαδή, ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως ή παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως στην άνω έφεσή του, αν τη φερόμενη από αυτόν ως τελευταία γνωστή κατοικία του στην .... που έμενε στις 21-11-2006 που έγινε η εν λόγω επίδοση, είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, περιοριζόμενος απλώς στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή στις αρχές. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Από το από 21-11-2006 αποδεικτικό επίδοσης της 99464/2004 ερήμην καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής, έως την άσκηση της 9941/19-7-2007 εφέσεως, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος του οριζομένου στο άρθρο 473 παρ.1 ΚΠΔ και πρέπει για το λόγο αυτό ν'απορριφθεί η έφεση ως εκπρόθεσμη. Ο ισχυρισμός ότι η επιχείρηση ..., πρόεδρος της οποίας υπήρξε ο εκκαλών, είχε πολλά υποκαταστήματα και το 2001 που πτώχευσε κλείσανε, δεν καθιστά άκυρη την επίδοση, διότι οφείλει να γνωστοποιηθεί η κατοικία του εκκαλούντος στον αρμόδιο εισαγγελέα δεδομένου ότι γνώριζε ο εκκαλών ότι είχε εκκρεμείς δίκες στις οποίες δεν είχε εμφανισθεί". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απορριπτικής, της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό επιδόσεως από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την ως άνω νέα διεύθυνση της κατοικίας του και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή στις αρχές, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του, στην οδό ...., που αναφέρεται στη με αριθ. 176/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί κηρύξεως της ανώνυμης εταιρείας που νόμιμα εκπροσωπούσε σε κατάσταση πτωχεύσεως, βάσει της οποίας και ασκήθηκε η σε βάρος του για απλή χρεωκοπία ποινική δίωξη, ενώ δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση, ώστε ο κατηγορούμενος να δηλώσει, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠοινΔ τη νέα κατοικία του, ούτε επικαλείται άλλωστε ότι είχε γνωστοποιήσει με κάποιο νόμιμο τρόπο την άνω νέα διεύθυνσή του στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή. Η νέα διεύθυνση της κατοικίας του ήταν κατά τα πιο πάνω άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε τελευταία γνωστή διεύθυνση κατοικίας του ήταν η ως άνω στο ...., όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει άλλης γνωστής κατοικίας του και επομένως η ως άνω επίδοση ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομη.(ΑΠ 1363/2006). Επομένως ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 63/15-5-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 11555/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απλή χρεωκοπία. Απορριπτική απόφαση εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κληθέντος του κατηγορουμένου ως αγνώστου διαμονής. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, για το λόγο ότι ήταν άκυρη η επίδοση στον κατηγορούμενο της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως αγνώστου διαμονής, με τοιχοκόλληση στο γραφείο του αρμόδιου Δημάρχου, αφού το Δικαστήριο με επαρκή και ειδική αιτιολογία δέχθηκε ότι ήταν άγνωστη η διεύθυνση κατοικίας, του κατηγορουμένου, μόνη δε γνωστή διεύθυνση ήταν εκείνη που προέκυπτε από την εναντίον του μήνυση βάσει της 176/2001 πτωχευτική αποφάσεως, όπου αναζητήθηκε από το όργανο επιδόσεως και δεν βρέθηκε αυτός ή κάποιο άλλο πρόσωπο από εκείνα του άρθρου 156 παρ. 1 ΚΠΔ, ενώ δεν είχε διενεργηθεί προανάκριση, ώστε να δηλώσει ο κατηγορούμενος κάποια άλλη νέα διεύθυνση κατοικίας, ούτε επικαλείται στην έφεσή του ότι είχε γνωστοποιήσει με κάποιο νόμιμο τρόπο τη νέα διεύθυνση της κατοικίας του στον αρμόδιο για την επίδοση Εισαγγελέα (ΑΠ 243/2008, 1363/2006). Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1345/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπαλέρμπα, περί αναιρέσεως της 602/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1448/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α Που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, Χ, με δήλωσή του, που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου (βλ. σχετ. επισημείωση του γραμματέα στο φάκελλο της υποθέσεως), δια του πληρεξουσίου του Δημητρίου Μπαλέρμπα, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίο έχει δοθεί σχετική εντολή με την από 9-2-2009 νομίμως δοθείσα εξουσιοδότηση, παραιτήθηκε από την από 7-4-2008 αίτηση αναιρέσεώς του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 602/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 2943/2001). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την από 7 Απριλίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 602/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραίτηση από αναίρεση. Με δήλωση του αναιρεσείοντα στο γραμματέα του Δικαστηρίου, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Απορρίπτει αναίρεση ως απαράδεκτη.
Παραίτηση
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
1
Αριθμός 1338/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο και 2) Χ2, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Μπούνα, για αναίρεση της 37/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Αυγούστου 2008 και 8 Αυγούστου 2008, δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1394/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου, οι από 7-8-2008 και 8-8-2008 αιτήσεις αναιρέσεως που ασκήθηκαν από τους κατηγορούμενους, Χ1 και Χ2, στρεφόμενες κατά της υπ' αριθμό 37/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κερκύρας, των οποίων οι λόγοι είναι ταυτόσημοι και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειάς τους, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ. ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, ενώ η μεταφορά πραγματώνεται με τη μετακίνηση των ναρκωτικών από ένα τόπο σε άλλο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. α του ίδιου Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της απόφασης για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξης. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα απ' αυτά. Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Επίσης, η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 179 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την ύπαρξη της τοξικομανίας (άρθρο 13 παρ.1 του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του ν.2161/1993, αφού, κατά την παρ. 4 του ως άνω άρθρου 13, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ.2 εδ. β' ν.2408/1996, προκειμένου για το δράστη της πράξεως του άρθρου 12 παρ.1, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν.2161/93, αυτός παραμένει ατιμώρητος και εφαρμόζονται σ' αυτόν οι διατάξεις του άρθρου 14 του ως άνω νόμου, προκειμένου δε για το δράστη του άρθρου 5 παρ.1 περ. β' και ζ' (μεταξύ άλλων) αυτός έχει ηπιότερη ποινική μεταχείριση κατά τα οριζόμενα στην παρ. 4β του ως άνω άρθρου 13 ως ισχύει, που τείνει στην άρση του καταλογισμού της πράξεως στο δράστη, ή στην αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογούνται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαράδεκτο προβληθέντα ισχυρισμό. Έτσι, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει, ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το Δικαστήριο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν.(Ολ. ΑΠ 2/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, αποτελεί η και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμό 37/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Κερκύρας, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο Χ2 ο οποίος ... είχε αναπτύξει σχέσεις με Αλβανούς εμπόρους ναρκωτικών, στην ... στις 25-4-2000, έπεισε τον Χ1, με τον οποίο συνδεόταν φιλικά να μεταβεί στην περιοχή ... και να προμηθευτούν (αγοράσουν, κατέχουν και διαθέσουν περαιτέρω ) ποσότητες ναρκωτικών. Μετέβησαν ακολούθως και με τον ΑΑ (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) αγόρασαν και εν συνεχεία κατείχαν προς διάθεση στην Ελληνική Επικράτεια, ποσότητα 800 περίπου γραμμαρίων ινδικής καννάβεως, χρησιμοποιώντας προς τούτο το υπ' αριθμό ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ίδιος ο Χ1. Οι κατηγορούμενοι δεν ήσαν τοξικομανείς και ούτε η ποσότητα που αγόρασαν ήταν μικρή. Ξεκίνησαν από την ... και μετέβησαν στην ..., μόνο και μόνο να αγοράσουν ναρκωτικά, πράγμα που είχε συμβεί και στο παρελθόν. Πρέπει συνεπώς, οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες αυτοτελείς ισχυρισμοί να απορριφθούν ως αβάσιμοι και να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, όπως στο διατακτικό, αναγνωριζομένων των κάτωθι μνημονευομένων ελαφρυντικών". Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της απόφασης, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα δε και σε σχέση με τον αναιρεσείοντα Χ1, ο οποίος κηρύχθηκε ένοχος, ως φυσικός αυτουργός των πράξεων της αγοράς, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να είναι τοξικομανής, δεν περιέχονται στο σκεπτικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό, εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του περί της ενοχής του. Εξάλλου ο δεύτερος αναιρεσείων Χ2, προκειμένου να θεμελιώσει τον αυτοτελή ισχυρισμό του, περί τοξικομανίας, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, δια του συνηγόρου του, επικαλέστηκε τα ακόλουθα: "Χρήση ναρκωτικών έκαμα από ηλικία 17 ετών, την οποία και συνέχισα συστηματικά στον Στρατό. Κατά τον Απρίλιο που συνελήφθη ήμουνα τοξικομανής με την έννοια του νόμου πάσχων από καταθλιπτικές διαταραχές λόγω της κατάχρησης ναρκωτικών ουσιών. Μετά τη σύλληψή μου κατέφυγα σε ψυχιάτρους προκειμένου να απεξαρτηθώ. Άρχισε να με παρακολουθεί ο Καθηγητής Πανεπιστημίου κ. ΒΒ και μου χορηγούσαν υποκατάστατα ναρκωτικών μέχρι να εισαχθώ στην ιδιωτική νευροψυχιατρική κλινική ... στην ... το 2003, από όπου όταν εξήλθα εκ νέου έπεσα στα ναρκωτικά μέχρι την 12-10-2005 όταν και άρχισα να παρακολουθώ το πρόγραμμα απεξάρτησης στην μονάδα ΑΝΩ 18 ΤΟΥ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ (βλ. τις από 1-11-2005 και 18-1-2006 ιατρικές βεβαιώσεις) μέχρι την 2-10-2006 όταν και ξεκίνησα να παρακολουθώ το ανοικτό πρόγραμμα του ΟΚΑΝΑ στο Νοσοκομείο ..., ήτοι αυτό της υποκατάστασης με βουπρενορφίνη (βλ. την αριθμό ... βεβαίωση) και εξ' αυτού του λόγου (δεδομένου ότι την Τρίτη 8-4-2008 εντάσσομαι στο πρόγραμμα) δεν παρίσταμαι στο δικαστήριό σας. Με την υπ' αριθμό 1824/2005 του Μ. Π. Άρτας κηρύχθηκα ατιμώρητος λόγω τοξικομανίας". Τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, η προσβαλλόμενη απόφαση, τον απέρριψε ως αβάσιμο χωρίς να διαλάβει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, παρά μόνο ότι "οι κατηγορούμενοι δεν ήσαν τοξικομανείς και ούτε η ποσότητα που αγόρασαν ήταν μικρή". Περαιτέρω, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα Χ2, που κηρύχθηκε ένοχος, ως ηθικός αυτουργός των πράξεων που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός του και ήδη αναιρεσείων Χ1, η προσβαλλόμενη απόφαση, περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι έπεισε τον συγκατηγορούμενό του Χ1, να μεταβεί στην περιοχή ... και να προμηθευτούν ποσότητες ναρκωτικών. Η ως άνω, όμως, αιτιολογία, δεν είναι η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 του Σ και 139 του Κ.Π.Δ, αφού δεν παρατίθενται σ' αυτήν, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας, και συγκεκριμένα ότι με πειθώ, φορτικότητα ή παραινέσεις, ή ακόμη σε ποιο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του, την απόφαση να διαπράξει τα ως άνω αδικήματα. Πέραν τούτων, το Δικαστήριο δεν διέλαβε οποιαδήποτε αιτιολογία σε σχέση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που πρόβαλε παραδεκτώς και ορισμένως, ο πρώτος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, Χ1 για τη συνδρομή στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων των άρθρων 84 παρ.2ε και 133 του Π.Κ. Πράγματι, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος προέβαλε στο Εφετείο και τους ακόλουθους ισχυρισμούς πλέον των αναγνωρισθέντων ελαφρυντικών του αρ. 84 παρ. 2 εδ. α' και δ' ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΘΕΙ στον κατηγορούμενο α)το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' (καλή διαγωγή μετά την πράξη) γιατί ζει αρμονικά και πειθαρχημένα με την οικογένειά του (γονείς και μνηστή με την οποία επρόκειτο να παντρευτεί), εργάζεται συνεχώς και αδιαλείπτως από το 2000 μέχρι και σήμερα στο ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν. ..., ως οδηγός (μάλιστα είναι συνιδιοκτήτης κατά ποσοστό 50% σε λεωφορείο) σε μια υπεύθυνη δουλειά, όπου καθημερινώς μεταφέρει εκατοντάδες ανθρώπους χωρίς ποτέ να δημιουργήσει το παραμικρό πρόβλημα και πάντα με συνέπεια και υπευθυνότητα. Έτσι όλο αυτό το διάστημα δεν έδωσε την παραμικρή αφορμή και υπήρξε άψογος υπό το καθεστώς της ελεύθερης διαβίωσής του, κατορθώνοντας να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο και να αποτελεί πλέον ένα υποδειγματικό μέρος αυτού, β)το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας καθ' ότι ο κατηγορούμενος γεννήθηκε την 17-6-1980 και το χρόνο τέλεσης του αδικήματος 25-4-2000 ήταν 19 ετών και δέκα μηνών περίπου". Το Δικαστήριο απέρριψε τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του, χωρίς να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία, παρά μόνο ότι, πρέπει να αναγνωρισθούν στα πρόσωπα των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων τα μνημονευόμενα στο διατακτικό ελαφρυντικά ( του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μετανοίας), ενώ, δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά για τη μη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2ε και 133 του Π.Κ. Έτσι, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο ως προς την κρίση του που στήριξε την ενοχή των αναιρεσειόντων, όσο και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών αφενός μεν περί της τοξικομανίας του δευτέρου αναιρεσείοντος, αφετέρου δε και ως προς την συνδρομή ή μη των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρώτου αναιρεσείοντος που προαναφέρθηκαν. Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων των αναιρέσεων. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ), ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 37/8-4-2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κερκύρας. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Αγορά. Κατοχή. Μεταφορά. Ηθική αυτουργία. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, και γ) απόλυτης ακυρότητας. Υπάρχει τυπική αιτιολογία, αφού το αιτιολογικό αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού χωρίς αναφορά στα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία. Αναιρεί, για έλλειψη αιτιολογίας τόσο ως προς την ενοχή φυσικού και ηθικού αυτουργού και ως προς την απόρριψη ελαφρυντικών περιστάσεων και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο. Παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ναρκωτικά, Ηθική αυτουργία.
0
Αριθμός 1337/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 254/2008 και 1956/2008 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με συγκατηγορουμένους τους 1. Χ2, 2. Χ3 και 3. Χ4. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18.12.2008 δύο αιτήσεις του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 61/2009. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό 50/3.2.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών τας από 18 Δεκεμβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ..., κατά των α) υπ'αριθμ. 254/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, διά της οποίας κατεδικάσθη διά σωματεμπορίαν και β) υπ'αριθμ. 1956/2008 αποφάσεως του αυτού δικαστηρίου, διά της οποίας συνεπληρώθη η προηγουμένη καταδικαστική απόφασις και διετάχθη η απόδοσις των καταβληθεισών, εις αντικατάστασιν της προσωρινής κρατήσεως των κατηγορουμένων, χρηματικών εγγυήσεων εις τους καταθέσαντας αυτάς και εκθέτομεν τα εξής: Εκ των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ'αποφάσεως εκδοθείσης παρόντος του κατηγορουμένου είναι δεκαήμερος και αρχίζει από της επομένης της καταχωρίσεως της αποφάσεως καθαρογραφημένης εις το ειδικόν βιβλίον, που τηρείται εις την γραμματείαν του ποινικού δικαστηρίου (Α.Π. 495/2007 Ποιν Χρ ΝΗ' σελ. 132 κ.ά.). Παρών θεωρείται και ο εκπροσωπηθείς υπό του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορούμενος (Α.Π. 560/2008 Ποιν Δικ 2008 σελ. 1279 κ.ά.). Εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 ιδίου Κώδικος προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικον μέσον οφείλει να αναφέρη εις την έκθεσιν ασκήσεως αυτού τον λόγον που δικαιολογεί την εκπρόθεσμον άσκησίν του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος από τα οποία παρημποδίσθη εις την εμπρόθεσμον άσκησίν του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά των, άλλως το ένδικον μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτον (Α.Π. 561/2008, 492/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 82 και 83 αντιστ. κ.ά.). Περαιτέρω κατά την διάταξιν του άρθρου 465 παρ. 1 του αυτού Κώδικος, το ένδικον μέσον δύναται να ασκηθή και δι'αντιπροσώπου που έχει εντολήν κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 2. Η άσκησις ενδίκου μέσου υπό αντιπροσώπου στερουμένου τοιαύτης εντολής καθιστά τούτο απαράδεκτον (Α.Π. 102/2008 Ποιν Δικ 2008 σελ. 942 κ.ά.). Τέλος κατά την διάταξιν του άρθρου 474 παρ. 1 του ανωτέρω Κώδικος, επιφυλασσομένης της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473 η άσκησις του ενδίκου μέσου γίνεται διά δηλώσεως ενώπιον των αναφερομένων εις αυτήν προσώπων, συντασσομένης περί αυτής εκθέσεως, που υπογράφεται υπό του δηλούντος ή του αντιπροσώπου του και υπό του προσώπου προς το οποίον γίνεται η δήλωσις. Εάν περί της δηλώσεως δεν συνταχθή τοιαύτη έκθεσις, που αποτελεί συστατικόν τύπον, το ένδικον μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτον (Α.Π. 2287/2007 Ποιν Δικ 2008 σελ. 811 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν κατά των προαναφερθεισών αποφάσεων ησκήθησαν υπό του αναιρεσείοντος δύο αιτήσεις αναιρέσεως υπό την αυτήν χρονολογίαν με πανομοιότυπον περιεχόμενον, η μία εκ των οποίων διά δηλώσεως ενώπιον της γραμματέως του εκδόντος τας προσβαλλομένας αποφάσεις δικαστηρίου και συντάξεως εκθέσεως, ενώ η ετέρα άνευ συντάξεως τοιαύτης εκθέσεως. Η ανωτέρω υπ'αριθμ. 254/2008 καταδικαστική απόφασις, που εξεδόθη εκπροσωπηθέντος του κατηγορουμένου υπό του συνηγόρου του Θωμά Λεχωβίτη, θεωρουμένου τούτου συνεπώς παρόντος, κατεχωρίσθη εις το ειδικόν βιβλίον την 6/6/2008. Αι δε κατ'αυτής αιτήσεις αναιρέσεως ησκήθησαν την 18/12/2008, ήτοι μετά την πάροδον της τασσομένης δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεώς των. Εις αυτάς ουδείς λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος αναφέρεται που να δικαιολογή την εκπρόθεσμον άσκησίν των. Πέραν τούτου αι αναιρέσεις αυταί ησκήθησαν υπό του δικηγόρου Προκόπη Βαρδουλάκη, άνευ οιασδήποτε εντολής του αναιρεσείοντος προς αυτόν. Εξ άλλου διά την μίαν εξ αυτών δεν συνετάγη σχετική έκθεσις του αρμοδίου γραμματέως περί της γενομένης δηλώσεως. 'Οσον αφορά την υπ'αριθμ. 1956/2008 συμπροσβαλλομένην συμπληρωματικήν απόφασιν συντρέχουν αι αυταί ως άνω πλημμέλειαι, πλην του ότι αι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως ως προς την απόφασιν αυτήν έχουν ασκηθή εμπροθέσμως. Συνεπώς διά τους ανωτέρω λόγους αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως τυγχάνουν απαράδεκτοι. Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθούν απαράδεκτοι αι προαναφερθείσαι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων δι'εκάστην εξ αυτών εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να κηρυχθούν απαράδεκτοι αι από 18 Δεκεμβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., κατά των υπ'αριθμ. 254/2008 και 1956/2008 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ δι'εκάστην τούτων. Αθήνα 21 Ιανουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 473, κατά το οποίο η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1) και από εκείνον που την δέχεται. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών των άρθρων, τα οποία κατ' άρθρον 509 παρ. 1 ΚΠοινΔ εφαρμόζονται και στην αίτηση αναιρέσεως κατά δικαστικής απόφασης, συνάγεται ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως ασκεί αυτή με δήλωση στον γραμματέα ή με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και όχι με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν για την κατάθεση του δικογράφου αυτού ο γραμματεύς συνέταξε έκθεση, με τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 148 έως 153 ΚΠοινΔ. Η έκθεση αυτή αποτελεί συστατικό τύπο, η παραβίαση του οποίου συνεπάγεται το απαράδεκτο του ενδίκου μέσου (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ), που κηρύσσεται από το αρμόδιο δικαστήριο (ως συμβούλιο) ή το δικαστικό συμβούλιο αντιστοίχως, αλλά και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 168 παρ.1, 473 παρ.1 και 3, 476 παρ. 1 και 507 παρ.1 του ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως, με δήλωση στο Γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την επομένη της καταχωρίσεως της τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο κατ'αρ. 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο, αν ο δικαιούμενος στην άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο δικαιούμενος στην άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως είναι παρών, οσάκις είναι πραγματικώς παρών, παρίσταται δηλαδή αυτοπροσώπως ή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ.2 και 501 παρ.1 ΚΠοινΔ, εκπροσωπείται από συνήγορο, διότι τότε λαμβάνει ο ίδιος ή ο συνήγορός του γνώση της αποφάσεως και του περιεχομένου της και ως εκ τούτου μπορεί να ασκήσει κατ'αυτής το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Εξάλλου, η εκπρόθεσμη άσκηση του ανωτέρω ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται, όταν στη συντασσόμενη, κατά το άρθρο 474 ΚΠοινΔ, έκθεση ασκήσεώς του γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εκπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, αλλιώς η αναίρεση κηρύσσεται, με βάση το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, απαράδεκτη. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 465, 96 παρ.2 και 42 παρ. 2 εδ. β' και γ' του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου που ασκείται κατά καταδικαστικής αποφάσεως, εκδοθείσας παρόντος του κατηγορουμένου, από αντιπρόσωπο αυτού, απαιτείται α) να υπάρχει κατά το χρόνο της ασκήσεώς του γραπτή εντολή στην οποία να μνημονεύεται ρητώς ότι παρέχεται η πληρεξουσιότητα για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της συγκεκριμένης αποφάσεως, β) η εντολή αυτή, να έχει δοθεί με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ή με απλή έγγραφη δήλωση, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής του εντολέα από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο και γ) να προσαρτάται το πληρεξούσιο έγγραφο (συμβολαιογραφικό ή απλή έγγραφη δήλωση) στη σχετική έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου. Αν δεν τηρηθούν οι ανωτέρω διατυπώσεις το ένδικο μέσο απορρίπτεται, σύμφωνα με το άρθρο 476 ΚΠοινΔ, ως απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, ασκήθηκαν από τον κατηγορούμενο οι δύο από 18-12-2008 όμοιες αιτήσεις αναιρέσεως: α) κατά της με αριθ. 254/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, δια της οποίας εκπροσωπούμενος δια του δικηγόρου του Θωμά Λεχωβίτη καταδικάστηκε για σωματεμπορία και η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων στις 6-6-2008 ( βλ. από 19-12-2008 σχετική βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέας του Εφετείου Κρήτης) και β) κατά της με αριθ. 1956/2008 αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου, δια της οποίας συμπληρώθηκε απλώς η προηγούμενη καταδικαστική απόφαση και διατάχθηκε η απόδοση των καταβληθεισών χρηματικών εγγυήσεων, καταχωρήθηκε δε η τελευταία στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων στις 8-12-2008 (βλ. σχετική από 13-1-2009 βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέας του Εφετείου Κρήτης). Η μία αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ενώπιον της γραμματέας του Εφετείου Κρήτης στις 18-12-2008, από τον μη παραστάντα στη δίκη πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου Προκόπη Βαρδουλάκη, συνταγείσας της με αριθμό 10/18-12-2008 εκθέσεως, χωρίς να προσαρτάται σχετικά η αναγκαία κατά τα παραπάνω έγγραφη εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου και χωρίς να αναφέρονται στην έκθεση αναιρέσεως οι λόγοι ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, για τους οποίους δικαιολογείται η εκπρόθεσμη, μετά το δεκαήμερο από της καταχωρήσεως, άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, κατά της πρώτης ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως. Η δεύτερη από 18-12-2008 αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε επίσης κατά των αυτών αποφάσεων, από τον ίδιο ως άνω μη παραστάντα δικηγόρο, χωρίς να συνταγεί σχετική έκθεση καταθέσεως, χωρίς να προσαρτάται σχετική εξουσιοδότηση και χωρίς να δικαιολογείται το εκπρόθεσμο αυτής, όσον αφορά την πρώτη καταδικαστική απόφαση. Επομένως, και οι δύο κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, για τις άνω πολλαπλές πλημμέλειες, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτες και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη των αιτήσεων αυτών ως απαράδεκτων κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδαφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις δύο από 18-12-2008 αιτήσεις του Χ περί αναιρέσεως των με αριθμούς 254/2008 και 1956/2008 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθεμία αίτηση. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει δύο αιτήσεις αναίρεσης ως απαράδεκτες διότι: 1) Για την πρώτη απόφαση, εκπροσωπηθέντος του κατηγορουμένου δια εξουσιοδοτημένου δικηγόρου, άρα παρόντος, ως εκπρόθεσμες, ασκηθείσες μετά 10ήμερο από της καταχωρίσεώς της στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων, 2) Υπογράφονται από πληρεξούσιο δικηγόρο, που δεν παραστάθηκε στο εκδόσαν δικαστήριο και δεν προσαρτά σχετική έγγραφη εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου, 3) Για τη μία αίτηση- δήλωση, δε συνετάγη έκθεση καταθέσεως του αρμοδίου γραμματέα, 4) Για τις εκπρόθεσμες αιτήσεις κατά της πρώτης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν εκτίθενται λόγοι ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο. Απορρίπτει.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
1
Αριθμός 1336/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Γιαννοπούλου, περί αναιρέσεως της 1454/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.8.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1386/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1 ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το Δικαστικό Συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το Δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το Δικαστικό Συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 του ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών ...", όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του ν. 2161/1993 και ήδη κωδικοποιήθηκε με το ν. 3459/2006 (άρθρο 30 ΚΝΝ), "1. Όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις, υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους του νόμου αυτού. 2. Η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου στο πρόσωπο κατηγορούμενου ή κατάδικου διαπιστώνεται από το δικαστήριο. Για το σκοπό αυτό το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη και εργαστηριακή εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί αν πράγματι υπάρχει εξάρτηση, καθώς και το είδος και η έκταση αυτής κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην παράγραφο 3 ... 3. Ο ενεργών την προανάκριση ή κύρια ανάκριση διατάσσει υποχρεωτικά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εάν υποβληθεί ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής εντός 24 ωρών από τη σύλληψή του ή κατά την αρχική απολογία του, ο οποίος καταχωρείται στην έκθεση σύλληψης, εξέτασης ή απολογίας. Η πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται το αργότερο εντός 24 ωρών από τη σύλληψη ή την αρχική απολογία του δράστη. Οι πραγματογνώμονες εξετάζουν τον κατηγορούμενο αμέσως μόλις τους γνωστοποιηθεί η σχετική παραγγελία και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός 48 ωρών, συντάσσουν δε και υποβάλλουν την έκθεσή τους όσο το δυνατόν ταχύτερα ...". Όμως, η μη τήρηση των πιο πάνω διατάξεων για τη διενέργεια, κατόπιν εντολής του Ανακριτή μετά την υποβολή ισχυρισμού του για παραβάσεις του ν. 1729/1987 κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής, της ειρημένης ψυχιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, και δη αναφορικά με το χρόνο διεξαγωγής της, δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης αυτής, αφού κάτι τέτοιο δεν ορίζεται στον πιο πάνω νόμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1454/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος του ότι στη ... στις 27-9-2001 τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής, χωρίς να είναι τοξικομανής, ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ότι κατείχε αυτός στη μεν οικία του: α) 4 δέματα με χασίς σε φούντα, συνολικού βάρους 2.940,8 γραμμαρίων, β) 2 σακουλάκια με κοκαΐνη, συνολικού βάρους 95,5 γραμμαρίων, και γ) 3 τεμάχια χασίς σε πλακίδιο, συνολικού βάρους 501,5 γραμμαρίων, μέσα δε στο ΙΧΕ αυτοκίνητό του: α) 5 τεμάχια χασίς σε πλακίδιο, συνολικού βάρους 23,5 γραμμαρίων, β) 2 μικροδέματα με κοκαΐνη, συνολικού βάρους 4,4 γραμμαρίων, γ) 5 μικροδέματα με χασίς σε φούντα, συνολικού βάρους 16,9 γραμμαρίων, και δ) 2 αυτοσχέδια τσιγαριλίκια εμπλουτισμένα με χασίς σε φούντα, και καταδικάσθηκε δε αυτός σε ποινή καθείρξεως 17 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο για το λόγο ότι το Πενταμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του, παρά τις αντιρρήσεις του, την από 2-10-2001 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού Ιατροδικαστή ..., που είχε διενεργηθεί κατά τη διάρκεια της προδικασίας, κατόπιν ανακριτικής παραγγελίας, ενόψει του προβληθέντος απ' αυτόν (αναιρεσείοντα κατηγορούμενο) ισχυρισμού ότι ήταν τοξικομανής κατά το χρόνο τελέσεως της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, και η οποία (έκθεση πραγματογνωμοσύνης) ήταν απολύτως άκυρη, αφού παραβιάστηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 1729/1987 σχετικά με το χρόνο της εξετάσεώς του από τον άνω Ιατροδικαστή, που, εν προκειμένω, έγινε πέντε 24ωρα, μετά τη σύλληψή του από τα αστυνομικά όργανα στις 27-9-2001. Όμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, η μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 2 και 3 του ν. 1729/1987 για τη διενέργεια της ειρημένης ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα, η οποία, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, εφόσον ανάγεται στην προδικασία, θα έπρεπε, κατά τα ανωτέρω, να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, πράγμα το οποίο δεν έγινε. Επομένως, πρέπει ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των ποινικών αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει προκειμένου περί απορρίψεως ως ουσιαστικά αβασίμων αυτοτελών ισχυρισμών που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, όταν αναφέρονται στην απόφαση με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στήριξαν την κρίση για τη μη συνδρομή των στοιχείων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για απόρριψη των ισχυρισμών αυτών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί ότι ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής, δηλαδή ότι έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν δύναται να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις ή για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που είναι ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη με αριθ. 1454/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων προέβαλε, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι ήταν αυτός τοξικομανής κατά το χρόνο τελέσεως της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως κατοχής ναρκωτικών. Το Πενταμελές Εφετείο, δικάσαν μετ' αναίρεση προηγούμενης αποφάσεώς του, γιατί είχε απορρίψει χωρίς ειδική αιτιολογία τον προβληθέντα περί τοξικομανίας αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, ζήτημα και μόνο για το οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση σε νέα κρίση, απέρριψε, και πάλι, κατά πλειοψηφία, με την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου με την εξής αιτιολογία: "Κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 13 παρ. 1 του ΝΔ 743/1970 και 15 του Ν. 2161/1993, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 13 του Ν. 1729/ 1987) τοξικομανείς θεωρούνται όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις. Η ιδιότητα του κατηγορουμένου ή καταδίκου ως τοξικομανούς διαπιστώνεται, κατά το άρθρο 13 παρ. 2 του ΝΔ 743/1970, με πραγματογνωμοσύνη της αρμοδίας ιατροδικαστικής υπηρεσίας η οποία δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, εκτός αν οι αρμόδιοι πραγματογνώμονες έχουν αποφανθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι τοξικομανής. Το ίδιο, με αποκλίνουσα διατύπωση, επαναλαμβάνεται στο άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 2116/1993, που ορίζει ότι "η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου στο πρόσωπο κατηγορουμένου ή καταδίκου διαπιστώνεται από το δικαστήριο". Για τον περιορισμό δε των καταχρήσεων, που είχαν διαπιστωθεί στο παρελθόν σε σχέση με το χαρακτηρισμό ως τοξικομανών σε αρκετές περιπτώσεις ιατροδικαστικών εκθέσεων ατόμων που δεν είχαν αυτή την ιδιότητα κατά την έννοια του νόμου, η ίδια διάταξη επέβαλε τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης "από ειδικά δημόσια κέντρα απεξάρτησης, από τις ψυχιατρικές κλινικές και τα Εργαστήρια ιατροδικαστικής και τοξικολογίας των ΑΕΙ της Χώρας, τις ιατροδικαστικές Υπηρεσίες, εφόσον διαθέτουν ειδικά εργαστήρια ή από νομαρχιακά ή περιφερειακά νοσοκομεία που έχουν τη δυνατότητα να διεξάγουν τέτοια πραγματογνωμοσύνη με αντίστοιχες κλινικές και εργαστήρια και διεξάγεται σύμφωνα με τις διατυπώσεις που ορίζει κοινή Υπουργική απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας, Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Δικαιοσύνης", στη δε παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν υποβληθεί ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής ο ενεργών την προανάκριση ή ανάκριση, διατάσσει υποχρεωτικά εντός 24 ωρών από τη σύλληψη ή απολογία του κατηγορουμένου πραγματογνωμοσύνης η οποία ενεργείται εντός 48 ωρών από τη γνωστοποίηση της σχετικής παραγγελίας, οι δε πραγματογνώμονες αν αποφανθούν ότι υπάρχει εξάρτηση "πρέπει να καθορίσουν και το είδος της (σωματική ή ψυχική) και αν είναι δυνατόν το βαθμό της, το συνήθως χρησιμοποιούμενο ναρκωτικό (εξαρτησιογόνο) την ημερήσια δόση, την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή και, αν τους ζητείται ειδικώς με την παραγγελία, την επίδραση της εξάρτησης στον καταλογισμό". Όπως έχει επισημανθεί στη σχετική βιβλιογραφία, η τοξικομανία είναι κατάσταση εξάρτησης από τα ναρκωτικά, που συνίσταται στη χρόνια δηλητηρίαση του οργανισμού. Οι κύριες συνέπειές της είναι τόσο η ανάγκη για συνεχή αύξηση της δόσης όσο και η δημιουργία μιας ψυχικής ή σωματικής εξάρτησης με τη συγκεκριμένη ναρκωτική ουσία. Η εξάρτηση αυτή δεν μπορεί να παραμεριστεί μόνο με τη θέληση του ατόμου, αλλά απαιτεί ειδική θεραπευτική μεταχείριση. Χαρακτηριστικό της φυσικής εξάρτησης είναι οι έντονες σωματικές διαταραχές σε περίπτωση διακοπής της χρήσης τους και τα σύνδρομα στέρησης και αποχής (βλ. ΑΠ 683/95 ΠΧ ΜΕ1258, ΕΑ 1587/95 ΠΧ ΜΣΤ 279, ΕΑ 1587/95 ΠΧ ΜΣΤ 279). Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του υπέβαλε αυτοτελή αίτημα να χαρακτηρισθεί "τοξικομανής", ως εξαρτώμενος από τη ναρκωτική ουσία κοκαΐνη, και να του επιβληθούν οι κατά νόμον προβλεπόμενες ποινές με τη συνδρομή της ιδιότητας αυτής. Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, της υπ' αριθμ. 882-8S3/2005 απόφασης της δευτεροβάθμιας δίκης και της υπ' αριθμ. 1867/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου, καθώς και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, από την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία δε διαπιστώνεται ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, κατά το χρόνο τέλεσης των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων, οι εν λόγω προϋποθέσεις του νόμου για τον χαρακτηρισμό του κατηγορουμένου ως τοξικομανούς. Ειδικότερα, αυτός μετά τη σύλληψή του, σε εκτέλεση της ... παραγγελίας του Γ' Ανακριτή Θεσσαλονίκης, διεξήχθη πραγματογνωμοσύνη και διαπιστώθηκε ότι έκανε μεν χρήση χασίς, κλινικώς όμως δεν παρουσίαζε φαινόμενα στέρησης ώστε να χαρακτηριστεί εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες άτομο, που χρειάζεται θεραπεία (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. ... έκθεση του Ιατροδικαστή ...). Εξάλλου και στο χρόνο κράτησής του, που επακολούθησε, μέχρι και το έτος 2004 δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος παρουσίαζε στερητικά φαινόμενα, όπως έντονες σωματικές διαταραχές, που καταδεικνύουν την εξάρτηση από την παραπάνω ή άλλες ναρκωτικές ουσίες σε βαθμό που ο χρήστης τους δεν μπορεί να αποβάλει την έξη με τις δικές του δυνάμεις. Τέτοια στερητικά φαινόμενα στον κατηγορούμενο δεν αναφέρονται κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα των τριών περίπου ετών μετά τη σύλληψή του. Στο γεγονός αυτό, προεχόντως (ότι δηλαδή για το χρονικό αυτό διάστημα δεν παρουσίαζε στερητικά φαινόμενα), αλλά και στο συμπέρασμα του προαναφερόμενου ιατροδικαστή, το Δικαστήριο στηρίζει το συμπέρασμά του ότι ο κατηγορούμενος, αν και έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών, δεν ήταν τοξικομανής με την έννοια του νόμου (άρθρο 13 του Ν. 1729/87), που τον θέλει εξαρτημένο και ανίκανο με δικές του δυνάμεις να αποβάλει την έξη της χρήσης των ουσιών αυτών. Για το ίδιο ζήτημα και προς ενίσχυση του υπό κρίση αυτοτελούς ισχυρισμού του, ο κατηγορούμενος προσκομίζει τα εξής σχετικά έγγραφα: 1) Την υπ' αριθμ. πρωτ. ... Βεβαίωση του ..., Ψυχιάτρου της Φυλακής ..., σύμφωνα με την οποία πληρεί αυτός τρία τουλάχιστον από το νόμο προβλεπόμενα κριτήρια για να θεωρηθεί εξαρτημένος από διάφορες ναρκωτικές ουσίες. 2) Την υπ' αριθμ. πρωτ. ... Βεβαίωση του Διευθυντή του Κέντρου Υγείας ..., σύμφωνα με την οποία στις 9.10.2002 εξετάστηκε (ο κατηγορούμενος) στο ιατρείο ΩΡΛ και η εικόνα του ρινοσκοπικώς πιθανόν να οφειλόταν στη χρήση τοξικών ουσιών. 3) Την από 16.10.2007 Βεβαίωση του ..., Χειρουργού Οδοντίατρου, σύμφωνα με την οποία από τις κατά το παρελθόν προσθετικές εργασίες, που πραγματοποίησε στις οδοντοστοιχίες του (κατηγορουμένου) διαμόρφωσε τη γνώμη ότι η πτώση ολόκληρων οδόντων οφείλεται στη μακροχρόνια χρήση τοξικών ουσιών. 4) Την υπ' αριθμ. πρωτ. ... Βεβαίωση του Υπεύθυνου του Θεραπευτικού Προγράμματος Κρατουμένων του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕ.Θ.Ε.Α.), από το οποίο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος άρχισε να παρακολουθεί το πρόγραμμα αυτό από 2.10.2006, 5) Την υπ' αριθμ. πρωτ. ... Βεβαίωση του ..., Ψυχιάτρου στη Δικαστική Φυλακή ..., σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος, ο οποίος νοσηλεύτηκε στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων από 31.3.2006, είναι άτομο εξαρτημένο από διάφορες ναρκωτικές ουσίες, 6) Την από 15.3.2000 Γνωμάτευση του ..., Ψυχιάτρου (μάρτυρα υπεράσπισης), σύμφωνα με την οποία συμπτώματα καταθλιπτικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου αποδίδονται στη χρήση τοξικών ουσιών. Και 7) οι από 13.6.2002 και 6.2.2003 Γνωματεύσεις των ... και ..., Νευρολόγων Ψυχιάτρων, σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος είναι εξαρτημένη προσωπικότητα, που, κατά το ιστορικό του άρχισε να κάνει χρήση ναρκωτικών από την εφηβική του ηλικία, παρουσίαζε επεισόδια κατάθλιψης με αυτοκτονικότητα (αϋπνίες, εσωτερική ανησυχία, κρίσεις κλάματος) και στην κατάσταση αυτή χρειαζόταν άμεση ψυχιατρική παρακολούθηση με ψυχοφαρμακοθεραπεία. Τα πιο πάνω αναφερόμενα ιατρικά έγγραφα, ενόψει του χρόνου που εκδόθηκαν και αφορούν, δεν κρίνονται πρόσφορα για την απόδειξη της επικαλούμενης από τον κατηγορούμενο τοξικομανίας του κατά το χρόνο τέλεσης των αδικημάτων του (27.9.2001). Πέραν τούτου, από το περιεχόμενό τους δεν προκύπτει ότι κατά το χρόνο αυτόν έγιναν ποτέ εξετάσεις για το επίμαχο ζήτημα, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος ήταν εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου, αντίθετα με την αρνητική γι' αυτό διάγνωση του πιο πάνω αναφερόμενου ιατροδικαστή, ο οποίος, ενεργώντας νόμιμα, διενήργησε τη σχετική πραγματογνωμοσύνη. Ύστερα από αυτά, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο τέλεσης των αδικημάτων που διέπραξε δεν ήταν άτομο εξαρτημένο από κοκαΐνη ή άλλες ναρκωτικές ουσίες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο σχετικός ισχυρισμός του". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά την έννοια των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, απέρριψε τον περί τοξικομανίας αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Αναφέρονται δε σε αυτή κατ' είδος τα όλα αποδεικτικά μέσα (αναγνωσθέντα έγγραφα και πρακτικά αποφάσεων, αναγνωσθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και απολογία του κατηγορουμένου) που συνεκτιμήθηκαν και τα από αυτά ειδικά και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στήριξαν την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, μετά παραδοχή ως βασίμου του σαφούς και αιτιολογημένου πορίσματος της ειρημένης από 2-10-2001 εκθέσεως ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από τον Ανακριτή ειδικού Ιατροδικαστή ..., που κατέθεσε και ως μάρτυρας και που εξέτασε τον κατηγορούμενο στις 2-10-2001, πέντε ημέρες μετά τη σύλληψή του, για τη μη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των στοιχείων που θεμελιώνουν κατά το νόμο τον ισχυρισμό του περί τοξικομανίας, κατά τον κρίσιμο χρόνο τελέσεως των άνω εγκλημάτων (27-9-2001), χωρίς να δέχεται ότι συντρέχει δεσμευτικότητα στη κρίση του Δικαστηρίου, από το αρνητικό για τον κατηγορούμενο ως άνω πόρισμα της διενεργηθείσας ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν χρήστης ινδικής κάνναβης και όχι κοκαΐνης, που υπεστήριξε, ότι από την πραγματογνωμοσύνη συνάγεται ότι εξετάσθηκε και κλινικά δεν παρουσίαζε φαινόμενα στέρησης, ώστε να χαρακτηρισθεί εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες άτομο, που χρειάζεται θεραπεία, προσθέτως δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ούτε και κατά το χρονικό διάστημα της κρατήσεώς του που επακολούθησε της συλλήψεως μέχρι και το έτος 2004, δεν αποδείχθηκε ότι παρουσίαζε στερητικά φαινόμενα, όπως έντονες σωματικές διαταραχές, που καταδεικνύουν την εξάρτηση από την παραπάνω ή άλλες ναρκωτικές ουσίες σε βαθμό, που ο χρήστης τους να μη μπορεί να αποβάλει την έξη με τις δικές του δυνάμεις. Επίσης το Δικαστήριο αναφέρει ρητά ότι έλαβε υπόψη του όλες και τις οκτώ από τον κατηγορούμενο προσκομισθείσες και αναγνωσθείσες ιατρικές γνωματεύσεις- βεβαιώσεις, τις οποίες μνημονεύει κατά τον τίτλο τους και το συμπέρασμά τους σε περίληψη και τις οποίες, ως ιατρικά ιδιωτικά έγγραφα, που εκδόθηκαν με επιμέλεια του κατηγορουμένου, αιτιολογεί, αντικρούοντας τα ευνοϊκά για τον κατηγορούμενο σημεία τους, ότι "δεν κρίνει πρόσφορα για την απόδειξη της επικαλούμενης κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών (27-9-2001) τοξικομανίας του κατηγορουμένου, διότι αναφέρονται σε διαφορετικό χρόνο που εκδόθηκαν και αφορούν και διότι από το περιεχόμενό τους δεν προκύπτει ότι κατά το χρόνο αυτόν έγιναν ποτέ εξετάσεις για το επίμαχο ζήτημα, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος ήταν εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου περί ναρκωτικών". Επίσης, από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού, συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για να στηρίξει την παραπάνω απορριπτική του κρίση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, όπως τα προαναφερθέντα έγγραφα και τις καταθέσεις των μαρτύρων, ..., καθηγητή ιατροδικαστικής ΑΠΘ, ..., ιατροδικαστή - πραγματογνώμονος, επίκουρου καθηγητή ιατροδικαστικής ΑΠΘ και ..., ιατρού νευρολόγου- ψυχιάτρου και όχι ορισμένα μόνον από αυτά τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός δε ότι απέδωσε διαφορετική αποδεικτική βαρύτητα στα παραπάνω αποδεικτικά έγγραφα και τις παραπάνω μαρτυρικές καταθέσεις, δε σημαίνει ότι τις αγνόησε, ενώ το Δικαστήριο, δεν ήταν υποχρεωμένο να αναφερθεί ένα προς ένα σε αυτά τα μέσα. Επίσης, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικά και συγκεκριμένα αρνητικά περιστατικά που οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο στην απορριπτική κρίση όσον αφορά τη μη αποδοχή των ευνοϊκών για τον κατηγορούμενο πιο πάνω ψυχιατρικών κλπ γνωματεύσεων που έγιναν με επιμέλειά του. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού περί τοξικομανίας. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 14/8-8-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 1454/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών ΑΠ 1867/2006. 1. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο για το λόγο ότι το Πενταμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του, παρά τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου, την από 2-10-2001 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, που είχε διενεργηθεί κατά τη διάρκεια της προδικασίας, κατόπιν ανακριτικής παραγγελίας, ενόψει του προβληθέντος απ' αυτόν ισχυρισμού ότι ήταν τοξικομανής κατά το χρόνο τελέσεως της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, και η οποία (έκθεση πραγματογνωμοσύνης) ήταν απολύτως άκυρη, αφού παραβιάστηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 1729/1987 σχετικά με το χρόνο της εξετάσεώς του από τον άνω ιατροδικαστή, που εν προκειμένω, έγινε πέντε 24ωρα, μετά τη σύλληψή του από τα αστυνομικά όργανα. Διότι η μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 2 και 3 του ν. 1729/1987 για τη διενέργεια της ειρημένης ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα, η οποία, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, εφόσον ανάγεται στην προδικασία, θα έπρεπε, να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, πράγμα το οποίο δεν έγινε. 2. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με την απόρριψη του υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού περί τοξικομανίας. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1335/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουσαή, περί αναιρέσεως της 63612/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 586/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ.6 του ν. 2408/1996, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε (5) ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κυρία διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320-321, 339-340 και 343 του ΚΠοινΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Κατά το άρθρο 170 παρ.1, του ίδιου κώδικα η ακυρότητα μιας πράξεως ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο. Τέλος κατά το άρθρο 174 παρ.2 του ΚΠοινΔ η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου καθώς και η ακυρότητα της επιδόσεως ή της κοινοποιήσεως αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επιδόσεως της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος αρχίζει η κυρία διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από της ημέρας της επιδόσεως. Αυτό όμως εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει κατά την έναρξη της πρωτοβαθμίου δίκης, την ακυρότητα αυτής εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα και η επίδοση θεωρείται πλέον έγκυρη και απ' αυτή αρχίζει η κύρια διαδικασία. Αν δε ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επιδόσεως της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξεως, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με ειδικό λόγο εφέσεως κατά της εκκλητής αποφάσεως και όχι με σχετική ένσταση κατά την ακροαματική διαδικασία ή και με λόγο αναιρέσεως σε περίπτωση που η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν υπόκειται σε έφεση. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο εφέσεως καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κύρια διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, με την υπ' αριθμ. 95239/2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με απόντα τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, καταδικάστηκε αυτός ερήμην, φερόμενος ως κάτοικος ..., σε φυλάκιση τριών (3) ετών και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών, για το πλημμέλημα της εκδόσεως δύο ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, που έλαβε χώρα στις 10-1-2000 και στις 10-2-2000. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 27-3-2007 εκπρόθεσμη έφεσή του, στην οποία προέβαλε ως λόγο εφέσεως την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο επικαλέσθηκε ακυρότητα της επιδόσεως την 10-3-2004 σε αυτόν της πρωτόδικης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής, γιατί ήταν πάντα γνωστής διαμονής στην ... στην οδό ... αρ. ... και σε παρένθεση στην έκθεση εφέσεως προσέθεσε "και το κλητήριο θέσπισμα του επιδόθηκε ως άγνωστης διαμονής". Κατά την ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών συζήτηση της εφέσεώς του ο αναιρεσείων, μετά την παραδοχή της εφέσεώς του ως εμπρόθεσμης, γενομένου δεκτού του ισχυρισμού του ότι κατά την 10-3-2004 που του επιδόθηκε η εκκληθείσα απόφαση δεν ήταν άγνωστης διαμονής, αλλά ήταν γνωστής διαμονής στην ίδια ως άνω οδό ... αρ. .., προέβαλε τον ισχυρισμό περί παραγραφής διότι δεν του είχε επιδοθεί νόμιμα ως αγνώστου διαμονής το άνω κλητήριο θέσπισμα για να εμφανισθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν είχε επέλθει αναστολή της πενταετούς, λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα της άνω πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, προθεσμίας της παραγραφής, η οποία είχε ήδη συμπληρωθεί κατά τον άνω χρόνο συζητήσεως της εφέσεώς του (16-11-2007) και κατά συνέπεια είχε εξαλειφθεί δια παραγραφής το αξιόποινο της αποδιδόμενης σε αυτόν ως άνω αξιόποινης πράξεως. Τον, για πρώτη φορά, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, χωρίς δηλαδή ειδικό λόγο εφέσεως, προβληθέντα ισχυρισμό για ακυρότητα της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κλητεύσεώς του και εκ τούτου παραγραφή της πράξεως, το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο κατ/νος, που κατηγορείται ότι τέλεσε την πράξη της παράβασης του Ν. περί επιταγών κατ' εξακολούθηση στις 10/1/2000 και 10/2/2000, καταδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 95239/2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών (εκκαλουμένη) σε φυλάκιση τριών ετών και χρ. Ποινή 500.000 δραχμών. Περαιτέρω προέκυψε ότι το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον κατ/νο στις 18/6/2002 στην οδό ... αρ. ... στον ... ως αγνώστου διαμονής. Με βάση τα παραπάνω ο προβληθής εκ μέρους του κατηγορουμένου αυτοτελής ισχυρισμός περί παραγραφής της ως άνω αξιόποινης πράξης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον αυτός μέσα στην πενταετία καταδικάστηκε με την παραπάνω απόφαση και κατά συνέπεια η παραπάνω πράξη παραγράφεται πλέον μετά την παρέλευση της οχταετίας λόγω της επελθούσας αναστολής της παραγραφής. Εξάλλου δεν προέκυψε ότι ακυρώθηκε το κλητήριο θέσπισμα, ώστε να θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν κλητεύθηκε μέσα στην πενταετία από το χρόνο τέλεσης της πράξης του". Από την επισκοπούμενη με αριθ. 4448/27-3-2007 έκθεση εφέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου προκύπτει ότι αυτός ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απαλλαγεί από κάθε κατηγορία, γιατί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, δήλωσε δε ότι την έφεση ασκεί δικαιολογημένα εκπροθέσμως διότι : "ΕΙΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ: Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 156 Κ.Π.Δ. ως πρόσωπο άγνωστης διαμονής νοείται εκείνο που απουσιάζει από τον τόπο κατοικίας του σε μέρος άγνωστο για την αρχή που παρήγγειλε την επίδοση ή που εξέδωσε το επιδοτέο έγγραφο. Επί επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής, ποινικής απόφασης, εάν αποδειχθεί ότι ο εκκαλών ήτο γνωστής διαμονής κατά το χρόνο επίδοσης, η επίδοση αυτή είναι άκυρη και η ασκούμενη έφεση είναι εμπρόθεσμη, δεδομένου ότι επί ακύρου επιδόσεως δεν αρχίζει η προθεσμία της έφεσης και γενικά των ενδίκων μέσων. Εγώ κατά το χρόνο της επίδοσης της πληττόμενης υπ' αριθμ. 92239/2001 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και πριν την επίδοση της απόφασης αυτής και μετά και μέχρι τώρα ήμουν και είμαι γνωστής διαμονής επί της οδού ... και ... αριθμός ... στο Δήμο της ..., όπου μάλιστα η μηνύτρια εταιρία μου έχει επιδώσει κατά καιρούς διάφορα δικόγραφα. Όμως η πληττόμενη υπ' αριθμ. 92239/2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (όπως και το κλητήριο θέσπισμα για την εμφάνιση μου στο δικαστήριο, που ποτέ δεν έλαβα γνώση) επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής προς τον Δήμαρχο ... με τη διαπίστωση από το όργανο για την επίδοση ότι δεν ανευρέθηκα στη διεύθυνση κατοικίας επί της οδού ... στο Δήμο ..., όπου ποτέ δεν είχα κατοικία ή διαμονή και όπου εσφαλμένα ανεγράφη στη σχετική έγκληση ως διεύθυνση της κατοικίας μου. Κατόπιν αυτών η το πρώτον τώρα ασκούμενη έφεση μου κατά της υπ' αριθμ. 92239/2001 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είναι εμπρόθεσμη, αφού έλαβα γνώση αυτής την 22/3/2007 κατά την εκδίκαση της από 20/1/2003 αγωγής της μηνύτριας εταιρίας εναντίον μου, όπου αναφέρεται ρητά η ορθή διεύθυνση της μόνιμης από πολλών ετών και μέχρι σήμερα (και κατά το χρόνο επίδοσης της πληττόμενης απόφασης) κατοικίας μου επί των οδών ... και ... στο Δήμο της ...". Ενόψει όμως του ότι, όπως προκύπτει κατά την εκτίμηση του δικογράφου της άνω εκθέσεως εφέσεως, ο αναιρεσείων, δεν προέβαλε με αυτοτελή και ειδικό λόγο εφέσεως και το λόγο μη νομίμου επιδόσεως σε αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος ως αγνώστου διαμονής και εκ τούτου δεν επικαλέσθηκε σαφώς ακυρότητα και της κλητεύσεώς του ενώπιον του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου, στο οποίο δεν παρέστη, αναφέροντάς την απλώς ιστορικά, σε παρένθεση μάλιστα, παρέπεται ότι η εκ της τυχόν μη νομίμου επιδόσεως αυτής ως αγνώστου διαμονής, απορρέουσα ακυρότητα καλύφθηκε, με αποτέλεσμα λόγω ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας κατά την 20-9-2001 που εκδικάσθηκε η υπόθεση στον πρώτο βαθμό, προ της παρόδου πενταετίας, την αναστολή της παραγραφής της επίμαχης πλημμεληματικής πράξεως, ο χρόνος της οποίας είναι πλέον οκταετής και δε συμπληρώθηκε στις 16-11-2007 που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Κατ' ακολουθία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την ως παραπάνω ειδική και επαρκή αιτιολογία, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της αποδιδόμενης σε αυτόν αξιόποινης πράξεως, λόγω παραγραφής, και δεν έπαυσε την κατ' αυτού, για την πράξη αυτή, ασκηθείσα ποινική δίωξη, αλλά προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας και ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο σχετικός από το ως άνω άρθρο αντίθετος και μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-3-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 63612/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση 79 ν. 5960/1933. Ακάλυπτες επιταγές. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως, διότι είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Η΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για αρνητική υπέρβαση εξουσίας και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, λόγω σχετικής ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω ακυρότητας του επιδοθέντος στον κατηγορούμενο κλητηρίου θεσπίσματος, ως αγνώστου διαμονής ενώ ήταν γνωστής διαμονής και εντεύθεν παραγραφής του πλημμελήματος, λόγω μη αναστολής της κύριας διαδικασίας, διότι, η τυχόν ακυρότητα της επιδόσεως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω απουσίας του κατηγορουμένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και λόγω μη προβολής, με λόγο εφέσεως ενστάσεως του κατηγορουμένου περί ακυρότητας της επιδόσεως σε αυτόν ως αγνώστου διαμονής του κλητηρίου θεσπίσματος, καλύφθηκε και αιτιολογημένα απορρίφθηκε πλέον κατ' ουσίαν, λόγω αναστολής της κύριας διαδικασίας, η προβληθείσα ένσταση πενταετούς παραγραφής, ενώ δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία κατά το χρόνο εκδικάσεως της εφέσεως (ΑΠ 1827/2003). Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή, Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική, Τραπεζική επιταγή.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1334/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. X1 και 2. X2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Στυλιανό Καλογερά και Στέφανο Παύλου, περί αναιρέσεως της 1495/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Δεκεμβρίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 40/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή να συντελέσει με την ενέργειά του στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και επιπροσθέτως, σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάρτιση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. H χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποιείται το έγγραφο, αμέσως ή εμμέσως. Ως χρήση πλαστού εγγράφου νοείται κάθε ενέργεια που καθιστά τούτο προσιτό στο πρόσωπο, το οποίο επιδιώκει να παραπλανήσει ο χρήστης, με την παροχή σε αυτόν της δυνατότητας να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει επίσης ότι για τη στοιχειοθέτηση της εννοίας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, αντικειμενικώς, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους - εντελούς γνώσης - επίγνωσης), ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών. Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές, με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση και με παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), με πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής εξαρτήσεως. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση και αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά, με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στον αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, καταδικάσθηκαν οι εκπροσωπηθέντες δια συνηγόρου αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, σε δεύτερο βαθμό, για τις πράξεις της νοθεύσεως εγγράφου με χρήση, από κοινού και ψευδορκίας μάρτυρα κατ'εξακολούθηση ο δεύτερος και ηθικής αυτουργίας στην άνω ψευδορκία ο πρώτος, σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών ο καθένας, μετατραπείσα προς 5 ευρώ την ημέρα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από τα επισκοπούμενα πρακτικά συνεδριάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρονται τα παρακάτω : "Επειδή, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής: Οι κατηγορούμενοι στη ..., στις 23-4-2001, νόθευσαν έγγραφο από κοινού στο οποίο αναγραφόταν "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΔΡΧ 1.000.000 Ο Λαβών (υπογραφή) Ψ", προσθέτοντας προ της υπογραφής του λαβόντος το κείμενο "Ο πιο κάτω υπογράφων Ψ έλαβα από τον κ. ... (επώνυμο Χ1-Χ2) το ποσό του (1.000.000) ενός εκατομμυρίου δρχ. για ολοσχερή εξόφληση λ/σμού". Το έγγραφο δε αυτό, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 με προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στον δεύτερο κατηγορούμενο X1 την απόφαση να το χρησιμοποιήσει, προσκομίζοντας το στο Δικαστήριο, κατά την εξέταση μαρτύρων, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 852/98 προδικαστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, μετά την από 7-7-1997 αγωγή του (εγκαλούντος) Ψ κατά του Χ2, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος με αυτή να του καταβάλει το ποσό των 18.300.000 δραχμών νομιμοτόκως, το οποίο του είχε δανείσει το Φεβρουάριο και Μάρτιο του 1995. Οι κατηγορούμενοι, προέβησαν στις ανωτέρω πράξεις με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστή, ότι ουδεμία οφειλή υφίσταται και ότι το οφειλόμενο ποσό έχει εξοφληθεί, έτσι ώστε να απορριφθεί η εναντίον του πρώτου αγωγή, ενώ στην πραγματικότητα, η ένδικη απαίτηση δεν ικανοποιήθηκε, αλλά καταβλήθηκε στο Ψ, έναντι του ποσού των 18.300.000 δραχμών, μόνο το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Περαιτέρω ο β' κατηγορούμενος X1 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενόρκως, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, με την υπ' αριθμ. 852/98 προδικαστική απόφαση, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς την 2/4/02, 27/5/02, 25/11/02, 27/1/03 ότι: "Από τον κ. Ψ λάβαμε το ποσό των εννέα εκατομμυρίων δραχμών δίνοντας του επιταγές. Ειδικότερα, το ποσό που δανειστήκαμε ήταν αποτέλεσμα των επιταγών που δώσαμε, αφού πρώτα αφαιρούσε από το ποσό που αναγραφόταν στις επιταγές ως τόκο 7% το μήνα μέχρι την ημερομηνία εμφάνισης των εκάστοτε επιταγών. Ποτέ δεν εισέπραξα σε μετρητά από τον κ. Ψ το ποσό των 10.500.000 δρχ. Η προσκομιζόμενη απόδειξη που φέρεται ως δανεισμός του Χ2 από τον κ. Ψ των 10.500.000 δρχ., συμπεριλαμβάνει στο ποσό αυτό, όλα τα ποσά των επιταγών που είχαμε δώσει ήδη, τόκων και πλέον μετρητών. Την απόδειξη αυτή την έφερε γραμμένη στο γραφείο του εργοστασίου και την υπέγραψε ο αδελφός μου, με μοναδικό σκοπό όλα τα παραπάνω ποσά τα οποία έλαβε να μη φαίνονται ως σπάσιμο επιταγών, αλλά απλά ως δανεισμός. Δέκα εκατομμύρια δώσαμε στον κ. Ψ σε επιταγές οι οποίες εμφανίσθηκαν και πληρώθηκαν καθώς και σε μετρητά. Για να ματαιωθεί η συγκεκριμένη αίτηση προχωρήσαμε στη συμφωνία: εγώ του έδωσα 1.000.000 μετρητά και μου έδωσε τη συγκεκριμένη απόδειξη του 1.000.000 για ολοσχερή εξόφληση, με την προϋπόθεση την επόμενη ημέρα, λίγο πριν τη συζήτηση της αίτησης πτώχευσης, να του έδινα δύο ακόμη επιταγές ποσού εκάστης 1.000.000 δρχ. και αυτός θα προχωρούσε σε ματαίωση της αίτησης πτώχευσης, κλείνοντας το μεταξύ μας θέμα, πράγμα το οποίο στη συνέχεια έγινε. Και οι δύο αυτές επιταγές, στη συνέχεια, πληρώθηκαν στην πληρώτρια Τράπεζα και λαμβάνοντας τα ποσά ο κ. Ψ εξοφλήθηκε ολοσχερώς ο μεταξύ μας λογαριασμός. Καμία όχληση δεν είχα στη συνέχεια από τον κ. Ψ, μέχρι την ημέρα της πρώτης διεξαγωγής. Το ποσό των 9.000.000 δρχ. το έλαβε ο αδελφός μου σε δόσεις, είτε μέσω των ανιψιών μας που εργάζονται στην επιχείρηση, είτε μέσω αυτού. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς δόθηκαν οι δόσεις. Στην απόδειξη που φαίνεται ότι δανείζεται ο αδελφός μου το ποσό των 10.500.000 δρχ. δεν αναφέρεται ότι, σ' αυτό το ποσό περιλαμβάνονται μέσα όλα τα ποσά των επιταγών που είχαμε δώσει ήδη τόκοι και επιπλέον μετρητά. Τούτο διότι την απόδειξη την συνέταξε ο ίδιος ο ενάγων και την έφερε γραμμένη στο εργοστάσιο κάποιο απόγευμα και την υπέγραψε ο αδελφός μου, αφού τον πρότεινε ο Ψ να μην αναφέρουν τίποτα για να μην έχει πρόβλημα και να μη φαίνεται ως σπάσιμο επιταγών, ουσιαστικά δήθεν ότι δανείζεται. Τις επιταγές που είχε ο Ψ στα χέρια του δεν τις ζήτησε πίσω ο αδελφός μου, διότι κάποιες απ' αυτές δεν είχαν λήξει και δεν ήμουν εγώ εκεί που γνώριζα όλη τη διαδικασία και ο αδελφός μου δεν ήθελε να χαλάσει το χατήρι στον Ψ, ο οποίος μας βοηθούσε μέχρι τότε, με ανάλογο βέβαια κέρδος. Ο Ψ έκανε αίτηση πτώχευσης σε βάρος του αδελφού μου, γιατί λόγω του ότι δεν σφράγισε καμία επιταγή, ώστε να μπορεί να κυνηγήσει τόσο τον κ. ... (επώνυμο Χ1-Χ2) όσο και τους πελάτες που εξέδωσαν τις επιταγές. Απ' όσα προαναφέρω, το ποσό που έλαβε ο Ψ είναι γύρω στα 7.000.000 επιταγές και μετρητά. Η απόδειξη αυτή, υπογράφηκε από τον Ψ μέσα στο μαγαζί τους, οδός ..., την 18 ή 19/2/01, δηλαδή μία ή δύο μέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης πτώχευσης, που μου είπε ότι, θα ματαίωνε την αίτηση της πτώχευσης, λόγω εξόφλησης. Έτσι και έγινε την 20-2-01, πλην όμως εκείνη τη μέρα, μου ζήτησε κι άλλα λεφτά για να τελειώνει ή υπόθεση και του έδωσα τις δύο επιταγές". Τα παραπάνω γεγονότα εν γνώσει του ψευδώς κατέθεσε ο 2ος κατηγορούμενος, ενώ στη πραγματικότητα, ο Ψ είχε δανείσει στον Χ2, συνολικά το ποσό των 18.300.000 δρχ. και ο Χ2, του μεταβίβασε τις υπ'αριθμ. Α) ..., β) ..., γ) ... και δ) ... επιταγές, οι οποίες δεν πληρώθηκαν, ενώ στη συνέχεια, μετά την άσκηση της παραπάνω αναφερόμενης αγωγής του Ψ κατά του Χ2 και μετά την αίτηση πτώχευσης του πρώτου κατά του δεύτερου, αποδόθηκε στον εγκαλούντα, έναντι του οφειλόμενου ποσού, το ποσό των 5.000.000 δρχ. Επίσης ο α' κατηγορούμενος Χ2, κατά στους ίδιους ως άνω αναφερόμενους χρόνους, με πρόθεση προκάλεσε στον δεύτερο κατηγορούμενο την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας που αυτός διέπραξε, ήτοι να καταθέσει τα προαναφερόμενα στη ψευδή γεγονότα, που αυτός κατέθεσε. Τα παραπάνω προκύπτουν από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεσή του εγκαλούντος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 45, 46 παρ. 1α, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1, 2, 224 παρ. 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις, αναφέρονται στην αιτιολογία με σαφήνεια τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (μάρτυρας, πρακτικά, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα μέσα και ο τρόπος που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ2, όντας εναγόμενος σε αγωγή χρέους του μηνυτή Ψ, για να πείσει τον φυσικό αυτουργό αδελφό του X1 να διαπράξει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος και εκτίθεται στο αιτιολογικό, ότι ο εν λόγω αναιρεσείων, ενεργώντας με πρόθεση, με προτροπές και παραινέσεις, προκάλεσε την απόφαση σε αυτόν, α) να χρησιμοποιήσει τη νοθευμένη από κοινού από αυτούς τους ιδίους έγγραφη απόδειξη, περί δήθεν ολικής εξοφλήσεως του λογαριασμού του εναγομένου στο Δικαστήριο, κατά την εξέταση μαρτύρων στον εισηγητή δικαστή και β) να καταθέσει σχετικά με το χρέος και τη νοθευμένη απόδειξη ψέματα ότι έχει εξοφληθεί ολοσχερώς, εν γνώσει αυτών, και των δύο, ότι τα κατατεθέντα ήταν ψευδή γεγονότα, αναλύοντας δηλαδή και το σκοπό που επεδίωκε και ο ίδιος ο άνω αναιρεσείων ηθικός αυτουργός με τη διάπραξη, από τον άνω αναιρεσείοντα φυσικό αυτουργό αδελφό του, της εν λόγω χρήσεως του νοθευμένου εγγράφου και της ψευδορκίας μάρτυρος, αναφέρεται δε ακόμη ο χρόνος και ο τόπος τελέσεως των άνω πράξεων και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι τελικά δεν παραπλανήθηκε το Δικαστήριο από την παραπάνω ψευδή κατάθεση και τη χρησιμοποιηθείσα νοθευμένη έγγραφη απόδειξη. Επίσης η άνω ψευδορκία ορθά έγινε δεκτό ότι τελέσθηκε κατ'εξακολούθηση από τον αναιρεσείοντα X1, ενώπιον αρμοδίας προς ένορκη εξέταση αρχής, που είναι και ο εισηγητής δικαστής, που είχε ορισθεί με προδικαστική απόφαση του Πρωτοδικείου, αφού δόθηκε σε τέσσερις διακεκριμένες συνεδριάσεις, μετά διακοπές βέβαια μίας και της αυτής καταθέσεώς του, γιαυτό και δεν ήταν αναγκαίο να παρατίθενται χωριστά και τα κατατεθέντα ψευδή περιστατικά για κάθε συνεδρίαση. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου με εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμ. εκθ. 43/29-12-2008 και 44/29-12-2008 αιτήσεις των X1 και Χ2 για αναίρεση της με αριθμ. 1495/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Νόθευση εγγράφου από κοινού με χρήση. Ψευδορκία μάρτυρος κατ' εξακολούθηση και ηθική αυτουργία σε αυτή. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσία οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία, Συναυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 1333/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - πολιτικώς ενάγουσας ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Λεβεντάκο, περί αναιρέσεως της 823/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω. Με κατηγορουμένους τους: 1) ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο και 2) ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κω, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.10.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1742/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παρισταμένων διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68 και 84 του ΚΠοινΔ, 914 και 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που υπέστη από την εγκληματική σε βάρος του πράξη άμεση ζημία, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, νομιμοποιείται να παραστεί κατά του υπαιτίου ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ως πολιτικώς ενάγων και να ενασκήσει τις αξιώσεις του. Εξάλλου, το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 ΚΠοινΔ, η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα, καθώς και για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιουμένους σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 468 παρ.1 β' και 486 παρ.1 εδ.β'του ΚΠοινΔ, από τα οποία το πρώτο συμπληρώνει ουσιωδώς το δεύτερο, καθώς επίσης και το άρθρο 506 εδ.γ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου έχει ο πολιτικώς ενάγων όταν ως μηνυτής ή εγκαλών έχει καταδικασθεί σε αποζημίωση και στα έξοδα (άρθρο 71), όπως και όταν έχει απορριφθεί η πολιτική του αγωγή ως μη στηριζόμενη στον νόμο, είτε με την ίδια την αθωωτική απόφαση, είτε και με παρεμπίπτουσα που εκδόθηκε πριν από εκείνη, και μόνο ως προς αυτά τα κεφάλαια. Επίσης, το άρθρο 488 του ΚΠοινΔ ορίζει ότι, στον πολιτικώς ενάγοντα επιτρέπεται έφεση εναντίον της καταδικαστικής αποφάσεως, αλλά μόνον κατά τους μέρους που απέρριψε την αγωγή του επειδή δεν στηρίζεται στον νόμο, ή του επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση ή αποζημίωση, αν το ζητούμενο ποσό στο σύνολό του, υπερβαίνει τα αναφερόμενα στο ανωτέρω άρθρο χρηματικά όρια. Ως "μη στηριζόμενη στον νόμο" θεωρείται η πολιτική αγωγή, όταν ελλείπει η ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση, εάν ασκηθεί χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 66 παρ.1 του ΚΠοινΔ ή και όταν απορρίφθηκε εσφαλμένως ερμηνευθέντος του νόμου, για το λόγο ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται σε έγερση της αγωγής, λόγω παραγραφής της αξιώσεώς του. Εξάλλου, από το άρθρο 504 παρ.1 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, κατά της αποφάσεως του πλημμελειοδικείου, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, προσβάλλεται με έφεση (δεν είναι ανέκκλητη), ο διάδικος δεν επιτρέπεται να ασκήσει αναίρεση, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, έστω και αν έχει καταστεί τελεσίδικη λόγω παρόδου απράκτου της προς έφεση προθεσμίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω, κατ' αυτήν εμφανίσθηκε η ήδη αναιρεσείουσα ..., η οποία δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα και ζήτησε να υποχρεωθεί ο καθένας από τους δύο κατηγορουμένους να της καταβάλει 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την πράξη των κατηγορουμένων. Η παραπάνω απαίτηση εκείνης, μετά από ένσταση των κατηγορουμένων, απορρίφθηκε με παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου, λόγω πενταετούς παραγραφής, διότι η πράξη των κατηγορουμένων(ψευδορκία μάρτυρος και ηθική αυτουργία σε αυτήν), είναι πλημμέλημα, φερόμενο ως τελεσθέν στις 23-9-2002, η εγκαλούσα υπέβαλε την από 4-6-2003 έγκλησή της στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κω στις 6-6-2003 και η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, που έγινε κατά την πρώτη δικάσιμο της 24-3-2008, ότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 5-9-2008, είχε ήδη παραγραφεί, κατ' άρθρο 937 ΑΚ, λόγω παρόδου πενταετίας που συμπληρώθηκε στις 23-9-2007. Στη συνέχεια, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, δικάζον σε πρώτο βαθμό, αφού, κατά τα εκτεθέντα, απέρριψε την πολιτική αγωγή γιατί ασκήθηκε παρά τον νόμο και διέταξε την αποβολή της πολιτικώς ενάγουσας από τη δίκη, αθώωσε τους κατηγορουμένους, από την αποδιδόμενη σε αυτούς αξιόποινη πράξη. Μετά από αυτά και όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη, η αναιρεσείουσα, ως πολιτικώς ενάγουσα, καίτοι δεν καταδικάσθηκε σε αποζημίωση ή έξοδα, αφού αποβλήθηκε της διαδικασίας για τον παραπάνω λόγο, είχε κατά της αθωωτικής ως άνω αποφάσεως, το δικαίωμα να ασκήσει έφεση, κατά το κεφάλαιο που απορρίφθηκε η πολιτική της αγωγή, και συνεπώς η υπό κρίση αίτησή της για αναίρεση της ίδιας αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ. Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠοινΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-10-2008 αίτηση - δήλωση της πολιτικώς ενάγουσας ..., για αναίρεση της με αριθ. 823/2008 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης αθωωτικής αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από πολιτικώς ενάγουσα, που αποβλήθηκε της διαδικασίας. Απορρίπτεται, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, γιατί η αναιρεσείουσα πολιτικώς ενάγουσα, της οποίας απορρίφθηκε η πολιτική αγωγή λόγω πενταετούς παραγραφής, κατ' άρθρο 937 ΑΚ και αποβλήθηκε της ποινικής διαδικασίας, είχε κατά τα άρθρα 468 παρ.1 β, 486 παρ.1 β, 488 και 506 εδ. Γ΄ του ΚΠΔ, δικαίωμα εφέσεως, κατά το κεφάλαιο αυτό που απορρίφθηκε η πολιτική της αγωγή (ΑΠ 1977/2002). Απορρίπτει.
Πολιτική αγωγή
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1332/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μόσχοβα, περί αναιρέσεως της 728, 729/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεώργιο Καρακώστα. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1279/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 170 παρ.1 ΚΠοινΔ, η ακυρότητα μιας πράξεως ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ.1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 321 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, μεταξύ άλλων, να μνημονεύει τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε ισχύουσα κατά το χρόνο τελέσεως ουσιαστική ποινική διάταξη του ΠΚ ή και άλλου ειδικού ποινικού νόμου, που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιόποινου της πράξεως και την απειλούμενη ποινή. Αν δεν περιέχονται τα στοιχεία αυτά ή γίνεται μνεία ποινικής διατάξεως άσχετης προς τη διωχθείσα πράξη ή καταργηθείσας, το κλητήριο θέσπισμα και μαζί του η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ.4 του ΚΠοινΔ. Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την όμως με ειδικό λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια, κατά το άρθρ. 502 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως. (173 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Αν δε η απόφαση δεν υπόκειται σε έφεση, μπορεί να ζητήσει κατά τα πιο πάνω την αναίρεσή της για την άνω μη καλυφθείσα ακυρότητα. (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως ισχυρίζεται, ότι συνέβη σχετική ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, καθόσον τα έξι κλητήρια θεσπίσματα, με τα οποία παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης για να δικασθεί για τις σε αυτά πράξεις λαθρεμπορίας καυσίμων, νοθεύσεως καυσίμων και παράβαση του άρθρου 30 παρ.12 του ΝΔ 136/1946, ήταν άκυρα, για το λόγο ότι δεν περιέχουν ακριβή περιγραφή των πράξεων και τις προβλέπουσες τις ποινές σχετικές διατάξεις νόμων και ότι σχετικές υποβληθείσες ενστάσεις ακυρότητας αυτών ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου που παραστάθηκε, απορρίφθηκαν. Όπως προκύπτει όμως από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των δύο ασκηθεισών από τον αναιρεσείοντα εφέσεων κατά των με αριθμούς 20161/2005 και 4/2007 αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που συνεκδικάσθηκαν λόγω συναφείας στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη σε δεύτερο βαθμό απόφαση, ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε με ειδικό λόγο εφέσεως την ως άνω ακυρότητα των κλητηρίων θεσπισμάτων, παρά μόνο με αυτοτελή ισχυρισμό στο ακροατήριο, τόσο του πρωτοβαθμίου, όσο και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Επομένως, το τελευταίο Δικαστήριο, που με την επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί ακυρότητας των εισαχθέντων έξι κλητηρίων θεσπισμάτων, ως απαράδεκτο, ακριβώς για τον παραπάνω λόγο, ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος όφειλεν να έχει προβάλει την ακυρότητα αυτή με ειδικό λόγο εφέσεως, πράγμα το οποίο δεν έπραξε και η τυχόν ακυρότητα καλύφθηκε, με πλήρη και ειδική αιτιολογία και με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, ορθά έκρινε. Συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β', Δ', Ε' του ΚΠοινΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η καταδικαστική δε απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφασή του αποδεικτικών μέσων, (αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, καταθέσεων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και απολογίας του κατηγορουμένου), στο αιτιολογικό του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, όντας Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που έχει την έδρα της στον Άγιο Αθανάσιο του Ν. Θεσσαλονίκης, κατελήφθη ύστερα από έλεγχο που διενεργήθηκε στις 7-3-2002 στις εγκαταστάσεις των εργοταξίων της άνω εταιρίας στον ..., στην ...και στη ... από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος Κεντρικής Μακεδονίας, να έχει τοποθετήσει παράνομα στα ρεζερβουάρ του φορτηγών αυτοκινήτων της εταιρίας καθώς και στα άλλα οχήματα που χρησιμοποιούσε για την εκτέλεση των έργων και τα οποία ειδικότερα αναφέρονται στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας, πετρέλαιο θέρμανσης, τα συνολικά λύτρα του οποίου αναφέρονται στο διατακτικό, όπου προσδιορίζεται που και πως χρησιμοποιήθηκε η ποσότητα αυτή, όπως προέκυψε ειδικότερα από τις εκθέσεις ανάλυσης δειγμάτων της Χημικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης και από τα σχετικά πρωτόκολλα επανεξέτασης δείγματος του Γενικού Χημείου του Κράτους, τα οποία έγγραφα αναφέρονται ως αναγνωσθέντα παραπάνω και το οποίο πετρέλαιο ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε παράνομα για την Κίνηση - κυκλοφορία των προαναφερομένων οχημάτων, αντί για πετρέλαιο Κίνησης που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις. Επίσης κατά το χρονικό διάστημα από 26-10-2001 μέχρι και 4-3-2002 χρησιμοποίησε για την κίνηση των οχημάτων του στα εργοτάξια του ... και ... πετρέλαιο θέρμανσης αντί κίνησης, όπως αυτή η ποσότητα προσδιορίζεται επίσης στο διατακτικό. Στις παραπάνω αναφερόμενες πράξεις του προέβη ο κατηγορούμενος με την ανωτέρω ιδιότητα του, αν και γνώριζε ότι για οποιεσδήποτε άλλες χρήσεις εκτός από θέρμανση χρησιμοποιείται υποχρεωτικά πετρέλαιο κίνησης, ζημιώνοντας έτσι με την εν λόγω ενέργεια του το Ελληνικό Δημόσιο κατά το ποσό που προσδιορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό και που αντιστοιχεί στους διαφυγόντες δασμούς και φόρους που αναλογούν στις προαναφερόμενες ποσότητες πετρελαίου θέρμανσης, που χρησιμοποιούσε παράνομα ο κατηγορούμενος για την κίνηση - κυκλοφορία των ανωτέρω οχημάτων, δεδομένου ότι ισχύει μειωμένος συντελεστής του ενιαίου ειδικού φόρου κατανάλωσης για το πετρέλαιο θέρμανσης. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ίδιος παραπάνω κατηγορούμενος, με την προαναφερόμενη ιδιότητα του είχε τοποθετήσει παράνομα στα ρεζερβουάρ των προαναφερομένων οχημάτων που βρίσκονταν στα εργοτάξια της ΑΕ με την επωνυμία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" τα αναφερόμενα στο διατακτικό λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, ποσότητα που χρησιμοποιούσε παράνομα για την Κίνηση - κυκλοφορία των εν λόγω οχημάτων, αντί για πετρέλαιο κίνησης, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις. 0 κατηγορούμενος προέβη στις ανωτέρω πράξεις, αν και γνώριζε ότι για οποιεσδήποτε άλλες χρήσεις εκτός από θέρμανση χρησιμοποιείται υποχρεωτικά πετρέλαιο κίνησης, με σκοπό να ωφεληθεί οικονομικά, καθόσον ισχύει μειωμένος συντελεστής του ενιαίου Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης για το πετρέλαιο θέρμανσης, που προορίζεται αποκλειστικά και μόνο για θέρμανση. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη ... στις 7-3-2003, δεν συμμορφώθηκε με τις υπό της αρμοδίας χημικής υπηρεσίας οδηγίες, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις, δια των οποίων, καθορίζονται οι όροι, τους οποίους πρέπει να πληρούν τα προσφερόμενα εδώδιμα και ποτά, ως και τα αντικείμενα χρήσεως, στην κατανάλωση και οι οποίοι πρέπει να τηρούνται κατά την κατεργασία και συντήρηση αυτών, προς φύλαξη της δημόσιας υγείας και αποφυγή απάτης των αγοραστών. Συγκεκριμένα ως πρόεδρος και διευθύνων -σύμβουλος της ανώνυμης τεχνικής εμπορικής και βιομηχανικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΦΕΙΔΙΑΣ Α.Ε." διαπιστώθηκε από τα αρμόδια όργανα του Σ.Δ.Ο.Ε. κεντρικής Μακεδονίας κατά την διάρκεια νομίμου ελέγχου, με πρόθεση παρανόμως πλήρωσε το ρεζερβουάρ του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...-Ι.Χ. (φορτωτή μάρκας VOLVO), ιδιοκτησίας της ανωτέρω εταιρείας δια πετρελαίου κίνησης νοθευμένου με πετρέλαιο θέρμανσης σε ποσοστό 20%, το οποίο κατά τον χρόνο του ελέγχου, αντιστοιχούσε σε ποσότητα 20 λίτρων Χ 20% = 4 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, που χρησιμοποιούσε παράνομα για την κίνηση του ανωτέρω μηχανήματος έργων, κατά παράβαση των Α.Χ.Σ. α) 355/00 ΦΕΚ 410/01 τ. Β', β) 2/00 ΦΕΚ 426/00, τ. Β', γ) 4/0/93, ΦΕΚ 496/93, τ. Β' και δ) 105/96, ΦΕΚ 570/96, τ. Β'. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των παραπάνω αξιόποινων πράξεων που του αποδίδονται". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος: 1. Α) Στον ..., την 7-3-2002, διέθετε στην κατανάλωση χωρίς έγγραφη άδεια της. "αρμόδιας τελωνειακής αρχής και πληρωμή του εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, εμπορεύματα τα οποία είχαν εισαχθεί δυνάμει νόμου με μειωμένες επιβαρύνσεις για ορισμένες ειδικές χρήσεις και χρησιμοποιούσε αυτά τα εμπορεύματα σε άλλες χρήσεις εκτός των ορισμένων ειδικών τοιούτων, διαπράττοντας έτσι το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και ειδικότερα στο εργοτάξιο της ανώνυμης τεχνικής εμπορικής και βιομηχανικής εταιρίας με την επωνυμία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ", της οποίας ο κατηγορούμενος είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, κατά τον ως άνω χρόνο α) κατείχε εντός της δεξαμενής του μισθωμένου από την παραπάνω εταιρία φορτηγού βυτιοφόρου υγρών καυσίμων, μάρκας ΜΕRCEDES 808, με αριθμό πλαισίου ... χωρίς άδεια κυκλοφορίας, με τοποθετημένη πρόχειρα μία μη κρατική πινακίδα με αριθμό ..., εννιακόσια ένδεκα (911) λίτρα πετρελαίου θέρμανσης και διέθετε αυτά για την κίνηση των φορτηγών-μηχανημάτων έργου ιδιοκτησίας της παραπάνω εταιρίας, δηλαδή διέθετε πετρέλαιο θέρμανσης για άλλες χρήσεις πέραν της θέρμανσης και β) χρησιμοποιούσε για την κίνηση του παραπάνω φορτηγού βυτιοφόρου εκατό (100) λίτρα πετρελαίου κίνησης νοθευμένου, σύμφωνα με την ανάλυση του Γενικού Χημείου του Κράτους, με πετρέλαιο θέρμανσης, σε ποσοστό 10% που βρέθηκαν στο ρεζερβουάρ του ως άνω βυτιοφόρου. Αποσκοπούσε δε με τις ενέργειες του αυτές να καρπωθεί τη διαφορά μεταξύ του ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης, δεδομένου ότι το πετρέλαιο θέρμανσης διατίθεται με μειωμένο ειδικό φόρο κατανάλωσης από τον μήνα Οκτώβριο έως τα τέλη Απριλίου κάθε έτους και έχει για το σκοπό τούτο ειδικά χαρακτηριστικά (κόκκινο χρώμα και ίχνηθέτη - φουρφoυράλη) και προορίζεται μόνο για θέρμανση και έτσι στερήθηκε το ελληνικό δημόσιο από διαφυγόντες δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις το ποσόν των 247,51 ευρώ. και 2,72 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά το ποσόν των 250,23 ευρώ. Β) Στον ... και στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 26-10-2001 έως και 4-3-2002, διέθετε στην κατανάλωση, χωρίς έγγραφη άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και πληρωμή του εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, εμπορεύματα τα οποία είχαν εισαχθεί δυνάμει νόμου με μειωμένες επιβαρύνσεις για ορισμένες οδικές χρήσεις και χρησιμοποιούσε αυτά τα εμπορεύματα σε άλλες χρήσεις εκτός των ορισμένων ειδικών τοιούτων, διαπράττοντας έτσι το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Συγκεκριμένα, στα εργοτάξια της ανώνυμης τεχνικής εμπορικής και βιομηχανικής εταιρίας με την επωνυμία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ", της οποίας είναι πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, που βρίσκονται στον .... και στη ..., κατά το ως άνω χρονικό διάστημα χρησιμοποιούσε για την κίνηση των οχημάτων και μηχανημάτων έργου της ως άνω εταιρίας πετρέλαιο θέρμανσης αντί πετρελαίου κίνησης και συγκεκριμένα χρησιμοποιούσε συνολικά 32.805,86 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης. Αποσκοπούσε δε με τις ενέργειες του αυτές να καρπωθεί τη διαφορά μεταξύ του ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαίου κίνησης κα θέρμανσης, δεδομένου ότι το πετρέλαιο θέρμανσης διατίθεται με μειωμένο ειδικό φόρο κατανάλωσης από τον μήνα Οκτώβριο έως τα τέλη Απριλίου κάθε έτους και έχει για το σκοπό τούτο ειδικά χαρακτηριστικά (κόκκινο χρώμα και ιχνηθέτη-φουρφουράλη) και προορίζεται μόνο για θέρμανση και έτσι στερήθηκε το ελληνικό δημόσιο από διαφυγόντες δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις το συνολικό ποσό των 8.855.05 ευρώ Γ) Στον ..., στις 7-3-2002, επιχείρησε ενέργεια που αποσκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, από τα εισαγόμενα εμπορεύματα συγκεκριμένα, διέθεσε στην κατανάλωση, χωρίς έγγραφη άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και πληρωμή του εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, εμπορεύματα τα οποία είχαν εισαχθεί δυνάμει νόμου με μειωμένες επιβαρύνσεις για ορισμένες ειδικές χρήσεις και χρησιμοποιούσε, τα εμπορεύματα αυτά σε άλλες χρήσεις, εκτός των ορισμένων ειδικών τοιούτων, διαπράττοντας έτσι το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, με την ιδιότητα Του ως προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανώνυμης τεχνικής εμπορικής και βιομηχανικής εταιρίας, που εδρεύει στην οδό Παπαφλέσσα αριθ. 25 - Ανω Τούμπα, χρησιμοποιούσε κατά την εκτέλεση του δημοσίου έργου της κατασκευής του αγωγού ύδρευσης Θεσσαλονίκης, για την κίνηση των ακολούθων έντεκα (11) μηχανημάτων της εταιρίας, συνολικά 828,75 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, που είχε αγοράσει από τον Ζ1 με το αριθ. ... Τιμολόγιο - Δελτίο αποστολής. Πιο αναλυτικά, χρησιμοποιούσε κατά την εκτέλεση του ως άνω έργοιΛ α) για την κίνηση του φορτωτή, μάρκας CATERPILLAR, τύπου 980C, άνευ αριθμού κυκλοφορίας, 400 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, β) και την κίνηση του γερανού μάρκας Ο και Κ (ΟΡΙΣΤΑΙΝ), τύπου ΤΗ 18, άνευ αριθμού κυκλοφορίας 87,5 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης γ) για την κίνηση του φορτηγού ανατρεπόμενου, μάρκας ΜΑΝ, άνευ αριθμού κυκλοφορίας, 17,5 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, δ) για την κίνηση της αντλίας σκυροδέματος, μάρκας ΜΕRCEDES, άνευ αριθμού κυκλοφορίας, 27 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης ε) για την κίνηση της γεννήτριας ρεύματος, μάρκας DEUTZ, άνευ αριθμού κυκλοφορίας, 0,75 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, στ) για την κίνηση ενός οδοστρωτήρα, μάρκας ΤRΑΜΑC, τύπου ΡG400, άνευ αριθμού κυκλοφορίας, 127,5 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, ζ) για την κίνηση μιας γεννήτριας ρεύματος, μάρκας ΕΛΑΡΟΜ, τύπου ΒΑC 10604-77, 15 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, η) για την κίνηση ενός μικρού φορτωτή (φορτωτάκι), μάρκας CASE, τύπου 1835Β, άνευ αριθμού κυκλοφορίας, 3,5 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, θ) για την κίνηση ενός φορτηγού ανατρεπόμενου, μάρκας ΜΑΝ, τύπου 33-320, άνευ αριθμού κυκλοφορίας, 50 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, ι) για την κίνηση ενός ερπυστριοφόρου εκσκαφέα, μάρκας LIEBHERR, τύπου R961Β-LC, άνευ αριθμού κυκλοφορίας, 50 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης και ι) για την κίνηση ενός γκρέιντερ, μάρκας Ο και Κ (ΟΡΙΣΤΑΙΝ), τύπου C-16, άνευ αριθμού κυκλοφορίας, 50 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης. Αποσκοπούσε δε με τις ενέργειες του αυτές να καρπωθεί τη διαφορά μεταξύ του ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης, δεδομένου ότι το πετρέλαιο θέρμανσης διατίθεται, βάσει νόμου, με μειωμένο ειδικό φόρο κατανάλωσης από τον μήνα Οκτώβριο έως και τα τέλη Απριλίου κάθε έτους και έχει για το σκοπό τούτο ειδικά χαρακτηριστικά (κόκκινο χρώμα και ιχνηθέτη - φουρφρυράλη) και προορίζεται μόνο για τη θέρμανση και έτσι στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο από διαφυγόντες δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις το συνολικό ποσό των 225,14 ευρώ, ήτοι αντίστοιχα για το κάθε όχημα στα ποσά των 108.68, 23.77, 4.75, 7.34, 0.20, 34.64, 4.07, 0.95, 13.58, 13.58 και 13.58 Ευρώ. Γ) Στη Βράχια Θεσσαλονίκης, την 7-3-2002, διέθεσε στην κατανάλωση, χωρίς έγγραφη άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και πληρωμή του εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, εμπορεύματα τα οποία είχαν εισαχθεί δυνάμει νόμου με μειωμένες επιβαρύνσεις για ορισμένες ειδικές χρήσεις και χρησιμοποίησε αυτά τα εμπορεύματα σε άλλες χρήσεις εκτός των ορισμένων ειδικών τοιούτων, διαπράττοντας έτσι το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Ειδικότερα, σε έλεγχο που διενήργησαν όργανα του Σ.Δ.Ο.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας, στο εργοτάξιο της ανώνυμης τεχνικήςεμπορικής και βιομηχανικής εταιρίας με την επωνυμία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ", της οποίας είναι (ο κατηγορούμενος) Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, που βρίσκεται στη Βράχια θεσσαλονίκης, κατά τον ως άνω χρόνο, βρέθηκαν στα ρεζερβουάρ των παρακάτω μηχανημάτων έργου της ως άνω εταιρίας πετρέλαιο θέρμανσης και συγκεκριμένα: ενός σκαπτικού μηχανήματος, χωρίς αριθμό κυκλοφορίας με αριθμό πλαισίου ...,1.50 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, ενός φορτωτή, χωρίς αριθμό κυκλοφορίας" με αριθμό πλαισίου ..., 50 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης και ενός γερανού, χωρίς αριθμό κυκλοφορίας με αριθμό πλαισίου ..., 100 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, δηλαδή χρησιμοποίησε για την κίνηση των ανωτέρω μηχανημάτων έργου πετρέλαιο θέρμανσης αντί πετρελαίου κίνησης και συγκεκριμένα χρησιμοποίησε συνολικά 300 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης. Αποσκοπούσε δε με τις ενέργειες του αυτές να καρπωθεί τη διαφορά μεταξύ του ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης, δεδομένου ότι το πετρέλαιο θέρμανσης διατίθεται με μειωμένο ειδικό φόρο κατανάλωσης από τον μήνα Οκτώβριο έως τα τέλη Απριλίου κάθε έτους και έχει για το σκοπό τούτο ειδικά χαρακτηριστικά (κόκκινο χρώμα και ιχνηθέτη-φουρφουράλη) και προορίζεται μόνο για θέρμανση και έτσι στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο από διαφυγόντες δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις το συνολικό ποσό των 81.50 ευρώ. Δ) Στον Άγιο Αθανάσιο του Ν. Θεσσαλονίκης την 7-3-2002, ενεργώντας υπό την παρακάτω αναφερόμενη ιδιότητα του, προέβη στην άνευ εγγράφου αδείας της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής χρησιμοποίηση αντικειμένων σε άλλες χρήσεις εκτός των ειδικά ορισμένων βάσει νόμων, με σκοπό να στερήσει το Δημόσιο από την είσπραξη των οφειλομένων δασμών και τελών. Συγκεκριμένα, τυγχάνοντας Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που διατηρεί στον ανωτέρω τόπο εργοτάξιο, και ενώ χρησιμοποιούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό - γερανοφόρο, μάρκας ΜΑΝ, με αριθμό πλαισίου..., του οποίου την χρήση παραχώρησε στις 6-3-2002 στην εν λόγω εταιρεία ο ιδιοκτήτης του Ο1, χωρίς να έχει διευκρινισθεί από τη διενεργηθείσα προανάκριση το περιεχόμενο της σχετικής συμφωνίας για τις ανάγκες λειτουργίας της, κατελήφθη (ο κατηγορούμενος), ύστερα από έλεγχο που διενεργήθηκε στις 7-3-2002 στις εγκαταστάσεις του εργοταξίου της εταιρίας "ΦΕΙΔΙΑΣ Α.Τ.Ε.Β.Ε." στον Αγιο Αθανάσιο από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος Κεντρικής Μακεδονίας, να έχει τοποθέτησε παράνομα στο ρεζερβουάρ του ανωτέρω με αριθμό κυκλοφορίας .... φορτηγού - γερανοφόρου, που ήταν σταθμευμένο στο εν λόγω εργοτάξιο, εκατόν πενήντα (150) λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, όπως προέκυψε από την από 8-5-2002 έκθεση ανάλυσης δείγματος της Δ' Χημικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης και από το από 24-5-2002 πρωτόκολλο επανεξέτασης δείγματος του Γενικού Χημείου του Κράτους, πετρέλαιο θέρμανσης που ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε παράνομα για την κίνηση κυκλοφορία του προαναφερομένου φορτηγού - γερανοφόρου, αντί για πετρέλαιο κίνησης που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις, η ανωτέρω δε ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης των 150 λίτρων αποτελεί μέρος της συνολικής ποσότητας των 3.150 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης που είχε προμηθευτεί η εταιρία "ΦΕΙΔΙΑΣ Α.Τ.Ε.Β.Ε.", δυνάμει του με αριθμό ... Τιμολογίου - Δελτίου Αποστολής, εκδόσεως Ζ1. Στην παραπάνω αναφερόμενη πράξη προέβη ο κατηγορούμενος με την ανωτέρω ιδιότητά του, αν και γνώριζε ότι για οποιεσδήποτε άλλες χρήσεις εκτός από θέρμανση χρησιμοποιείται υποχρεωτικά πετρέλαιο κίνησης, ζημιώνοντας έτσι με την εν λόγω ενέργεια του το Ελληνικό Δημόσιο κατά το ποσό των 40,75 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στους διαφυγόντες δασμούς και φόρους που αναλογούν στην προαναφερομένη ποσότητα των 150 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, που χρησιμοποιούσε παράνομα ο κατηγορούμενος για την κίνηση - κυκλοφορία του ανωτέρω φορτηγού γερανοφόρου, δεδομένου ότι ισχύει μειωμένος συντελεστής του ενιαίου ειδικού φόρου κατανάλωσης για το πετρέλαιο θέρμανσης. 2) Α) Στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης την 7-3-2002, ενώ απαγορεύεται η καθ' οιονδήποτε τρόπο νόθευση, χρησιμοποίηση πετρελαίου θέρμανσης για άλλες εκτός από θέρμανση χρήσεις ο κατηγορούμενος υπό, την ως άνω ιδιότητα του (α) κατείχε εντός της δεξαμενής του φορτηγού βυτιοφόρου μάρκας Μερσεντές χωρίς άδεια κυκλοφορίας με τοποθετημένη μια μη κρατική πινακίδα με αριθμ. ... λίτρα πετρελαίου θέρμανσης και διέθετε αυτά για την κίνηση των φορτηγών-μηχανημάτων έργου ιδιοκτησίας της εταιρίας του, δηλ. διέθετε αυτά για άλλες χρήσεις πέραν της θέρμανσης και χρησιμοποιούσε για την κίνηση του παραπάνω φορτηγού βυτιοφόρου 100 λίτρα πετρελαίου κίνησης νοθευμένου πετρελαίου θέρμανσης σε ποσοστό 10%, που βρέθηκαν στο ρεζερβουάρ αυτού. Β) Στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης την 7-3-2002 ενώ απαγορεύεται η καθ' οιονδήποτε τρόπο νόθευση, διάθεση, χρησιμοποίηση πετρελαίου θέρμανσης για άλλες εκτός από θέρμανση χρήσεις, αυτός (κατηγορούμενος) υπό την ως άνω ιδιότητα του χρησιμοποιούσε για την κίνηση των οχημάτων και μηχανημάτων έργου της ως άνω εταιρίας πετρέλαιο θέρμανσης αντί πετρελαίου κίνησης και συγκεκριμένα χρησιμοποίησε συνολικά 32.805,86 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, δηλαδή διέθεσε αυτά για άλλες πέραν της θέρμανσης χρήσεις. Γ) Στον Αγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης στις 7-3-2002, ενώ απαγορεύεται η καθ' οιονδήποτε τρόπο νόθευση, διάθεση, χρησιμοποίηση πετρελαίου θέρμανσης για άλλες εκτός από θέρμανση, χρήσεις, αυτός υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, χρησιμοποιούσε, κατά την εκτέλεση του ως άνω έργου, συνολικά 828,75 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, για την κίνηση των έντεκα (11) μηχανημάτων έργου της εταιρίας του, που αναφέρονται ανωτέρω στο υπό στοιχείο 1Γ, αντί πετρελαίου κίνησης, δεδομένου ότι από τις διενεργηθείσες, αρχική και κατ' έφεση, εξετάσεις των ληφθέντων δειγμάτων από την υπηρεσία του Γενικού Χημείου του "Κράτους προέκυψε ότι στα ρεζερβουάρ των ως άνω μηχανημάτων περιείχετο, στο υπό στοιχ. (α): ποσότητα 400 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, στο υπό στοιχ. (β): ποσότητα 250 λίτρων πετρελαίου, από το οποίο ποσοστό 35% ήτοι 87,5 λίτρα, ήταν πετρέλαιο θέρμανσης, στο υπό στοιχ. (γ): ποσότητα 50 λίτρων πετρελαίου, από το οποίο ποσοστά 35% ήτοι 17,5 λίτρα, ήταν πετρέλαιο θέρμανσης, στο υπό στοιχ. (δ): ποσότητα 60 λίτρων πετρελαίου, από το οποίο ποσοστό (45%) ήτοι 27 λίτρα, ήταν πετρέλαιο θέρμανσης, στο υπό στοιχ. (ε): ποσότητα 5 λίτρων πετρελαίου, από το οποίο ποσοστό 15% ήτοι 0,75 λίτρα, ήταν πετρέλαιο θέρμανσης, στο υπό στοιχ. (στ): ποσότητα 150 λίτρων πετρελαίου, από το οποίο ποσοστό 85% ήτοι 127,5 λίτρα, ήταν πετρέλαιο θέρμανσης, στο υπό στοιχ. (ζ): ποσότητα 25 λίτρων πετρελαίου, από το οποίο ποσοστό 60% ήτοι 15 λίτρα, ήταν πετρέλαιο θέρμανσης, στο υπό στοιχ. (η): ποσότητα 10 λίτρων πετρελαίου, από το οποίο ποσοστό 35% ήτοι 3,5 λίτρα, ήταν πετρέλαιο θέρμανσης, στο υπό στοιχ. (θ): ποσότητα 50 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, στο υπό στοιχ. (ι): ποσότητα 50 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης και στο υπό στοιχ. (ία): ποσότητα 100 λίτρων πετρελαίου, από το οποίο ποσοστό 50%, ήτοι 50 λίτρα, ήταν πετρέλαιο θέρμανσης. Γ) Στην Θεσσαλονίκη στις 7-3-2002 χρησιμοποίησε πετρέλαιο θέρμανσης για άλλες εκτός από θέρμανση χρήσης. Πλέον συγκεκριμένα, την διάρκεια ελέγχου, ο οποίος διενεργήθηκε νομοτύπως από τα αρμόδια όργανα του Σ.Δ.Ο.Ε. της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας, στο εργοτάξιο της ελεγχομένης επιχείρησης με την επωνυμία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ", της οποίας ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, επί των αποθεμάτων πετρελαίου τα οποία βρίσκονταν στο ρεζερβουάρ (ταμιευτήρα) του μηχανήματος έργων με αριθμό κυκλοφορίας ...-Ι.Χ. (φορτωτή μάρκας VOLVO), ιδιοκτησίας της διαπιστώθηκε να υπάρχει εντός του ρεζερβουάρ αυτού ποσότητα είκοσι (20) λίτρων πετρελαίου κίνησης νοθευμένου με πετρέλαιο θέρμανσης σε ποσοστό 20%, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσότητα 20Lt χ 20% = 4 λίτρα, που χρησιμοποιούσε για την κίνηση του ανωτέρω μηχανήματος έργων. Δ) χρησιμοποιούσε παράνομα πετρέλαιο θέρμανσης για άλλες εκτός από θέρμανση χρήσεις, αν και αυτό "απαγορεύεται, γεγονός που το γνώριζε. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του είχε τοποθετήσει παράνομα στο ρεζερβουάρ του με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγού -γερανοφόρου, μάρκας ΜΑΝ, με αριθμό πλαισίου ..., ιδιοκτησίας του Ο1, εκατόν πενήντα (150) λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, ποσότητα που χρησιμοποιούσε παράνομα για την κίνηση - κυκλοφορία του εν λόγω οχήματος, αντί για πετρέλαιο κίνησης, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις. Ο κατηγορούμενος προέβη στην ανωτέρω πράξη, αν και γνώριζε ότι για οποιεσδήποτε άλλες χρήσεις εκτός από θέρμανση χρησιμοποιείται υποχρεωτικά πετρέλαιο κίνησης, με σκοπό να ωφεληθεί οικονομικά, καθόσον ισχύει μειωμένος συντελεστής του ενιαίου Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης για το πετρέλαιο θέρμανσης, που προορίζεται αποκλειστικά και μόνο για θέρμανση. 3) Στη Θεσσαλονίκη στις 7-3-2003, δεν συμμορφώθηκε με τις υπό της αρμοδίας χημικής υπηρεσίας οδηγίες, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις, δια των οποίων, καθορίζονται οι όροι, τους οποίους πρέπει να πληρούν τα προσφερόμενα εδώδιμα και ποτά, ως και τα αντικείμενα χρήσεως, στην κατανάλωση και οι οποίοι πρέπει να τηρούνται κατά την κατεργασία και συντήρηση αυτών, προς φύλαξη της δημόσιας υγείας και αποφυγή απάτης των αγοραστών. Πλέον συγκεκριμένα ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος τηςανώνυμης τεχνικής εμπορικής και βιομηχανικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΦΕΙΔΙΑΣ Α.Ε." διαπιστώθηκε από τααρμόδια όργανα του Σ.Δ.Ο.Ε. κεντρικής Μακεδονίας κατά τηνδιάρκεια νομίμου ελέγχου, με πρόθεση παρανόμως πλήρωσετο ρεζερβουάρ του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...-Ι.Χ. (φορτωτή μάρκας VOLVO), ιδιοκτησίας της ανωτέρωεταιρείας δια πετρελαίου κίνησης νοθευμένου με πετρέλαιοθέρμανσης σε ποσοστό 20%, το οποίο κατά τον χρόνο τουελέγχου, αντιστοιχούσε σε ποσότητα 20 λίτρων Χ 20% = 4λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, που χρησιμοποιούσε παράνομαγια την κίνηση του ανωτέρω μηχανήματος έργων, κατάπαράβαση των Α.Χ.Σ. α) 355/00 ΦΕΚ 410/01 τ. Β', β) 2/00ΦΕΚ 426/00, τ. Β', γ) 470/93, ΦΕΚ 496/93, τ. Β' και δ)105/96, ΦΕΚ 570/96, τ. Β'". Ακολούθως, το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, ως πρόεδρο, διευθύνοντα σύμβουλο και νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία " ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ένοχο α) λαθρεμπορίας πετρελαίου και δη παραβάσεως του άρθρου 155 του ν. 2690/2001 κατ'εξακολούθηση, β) νοθεύσεως καυσίμων και δη παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 35 παρ.2 του ν. 2093/1992 σε συνδυασμό με άρθρο 28 του ν. 1650/1986, κατ'εξακολούθηση και γ) παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 30 παρ.12 του ν.δ. 136/1946 σε συνδυασμό με τις στην απόφαση αναφερόμενες αποφάσεις του ΑΧΣ., και στη συνέχεια το Δικαστήριο, του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως εικοσιοκτώ μηνών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω, σε βαθμό πλημμελήματος, εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 98 του ΠΚ, 73,155 παρ. 1β, 2α, στ, ζ, 157 παρ.1α, 159,160,164,165,166,172,175 και 177 ν.2690/2001, 35 παρ.2ν. 2093/1992 σε συνδ. με άρθρα 28 παρ. 1, 4, 5, 7, 29,30 του ν.1650/1986, 30 παρ.12 ν.δ. 136/1946 σε συνδυασμό με τις με αριθμούς 470/1993, 2/2000 και 355/2000 αποφάσεις του ΑΧΣ, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων τριών εγκλημάτων που καταδικάσθηκε, β) αναφέρονται συγκεκριμένες ποσότητες πετρελαίου θερμάνσεως, που ο κατηγορούμενος διέθεσε στην κατανάλωση για άλλες συγκεκριμένες χρήσεις και δη κινήσεως οχημάτων και μηχανημάτων της άνω εταιρείας που εκπροσωπούσε, χωρίς έγγραφη άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και πληρωμή του αναλογούντος εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, γ) αναφέρονται τα συγκεκριμένα οχήματα και μηχανήματα και συγκεκριμένες ποσότητες που αυτά είχαν στις αποθήκες καυσίμων τους και χρησιμοποιούσαν πετρέλαιο θερμάνσεως, με μειωμένο φόρο κατανάλωσης, αντί πετρελαίου κινήσεως, δ) συρρέουν αληθώς οι άνω παραβάσεις λαθρεμπορίας καυσίμων και νοθεύσεως καυσίμων με ανάμειξη πετρελαίου θερμάνσεως με πετρέλαιο κινήσεως, που έχουν διαφορετικό καθεστώς φορολογήσεως, ε) ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το πετρέλαιο που προμηθεύθηκε η άνω ανώνυμη εταιρεία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΕΤΒΕ", κατά το χειμώνα 2001-2002, το χρησιμοποίησε αποκλειστικά για θέρμανση των κλειστών χώρων, των διαμερισμάτων αυτής και νεόδμητων της εργολαβίας ΟΕΚ Γιαννιτσών, ως και των κεντρικών γραφείων αυτής, είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και δεν ήταν αναγκαία η απάντηση σε αυτόν και στ) ο κατηγορούμενος ρητά καταδικάσθηκε ως πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της άνω ανώνυμης εταιρείας ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΕΤΕΒΕ και όχι ως φυσικό πρόσωπο (βλ. σελίδες 33,34,35 προσβαλλόμενης αποφάσεως). Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, η ελλιπής, ασαφής και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, των οποίων υποστηρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς και η εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου. (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 41/4-7-2008 αίτηση του ...., για αναίρεση της με αριθμ. 728, 729/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, εκ ποσού διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαϊου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1. Λαθρεμπορία κατ' εξακολούθηση. Αρθ. 155 ν. 2690/2001. 2. Κατοχή και Χρησιμοποίηση Πετρελαίου θέρμανσης, νοθευμένου, για άλλες χρήσεις κατ εξακολούθηση. 35 παρ. 2 ν. 2093/2002 σε συνδυασμό με 28 ν. 1650/1986. 3. Παράβαση άρθρου 30 παρ. 2 ΝΔ 136/1946 σε συνδ. με Υπουργική Απόφαση και ΑΧΣ. Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Η από τη μη τήρηση των διατάξεων των άρθρων 320, 321 ΚΠΔ ακυρότητα είναι σχετική, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 1 ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 του ίδιου Κώδικα, αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κυρίας διαδικασίας, γι' αυτό και πρέπει κατά το άρθρο 173 παρ. 1 ΚΠΔ να προταθεί μέχρι της οριστικής σε τελευταίο βαθμό αποφάσεως για την κατηγορία, αλλιώς καλύπτεται. Εξάλλου κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως. Επομένως, αφού στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι συνέβη σχετική ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο καθόσον τα έξι κλητήρια θεσπίσματα με τα οποία παραπέμφθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για να δικασθεί για τις σε αυτά αξιόποινες πράξεις ήταν άκυρα, γιατί δεν περιέχουν τα άρθρα που περιέχουν τις προβλεπόμενες ποινές και ακριβή περιγραφή των πράξεων, και στη συνέχεια εσφαλμένα απορρίφθηκαν οι υποβληθείσες σχετικές ενστάσεις του από το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ο λόγος αυτός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄, Ε΄ ΚΠΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου των ασκηθεισών δύο εφέσεων κατά των δύο αποφάσεων του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων δεν πρόσβαλε με ειδικό λόγο εφέσεως την τυχόν ως άνω ακυρότητα των κλητηρίων θεσπισμάτων, παρά μόνο πάλι με ένσταση ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο και ορθά την απέρριψε για τον άνω λόγο. Β. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄, Ε΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδι-κής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία, Αγορανομικός Κώδικας, Κλητήριο θέσπισμα.
0
Αριθμός 1331/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Θεόδωρο Ζευκιλή και Αδάμ Παπαδαμάκη, περί Α) αναιρέσεως της 957/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και Β) συμπληρώσεως της ως άνω αποφάσεως. Με πολιτικώς ενάγοντα το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών -ΚΕΠΚΑ, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο στο ακροατήριο δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί α) την αναίρεση της ως άνω αιτήσεως για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2008 αίτησή του, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 11 Φεβρουαρίου 2009 προσθέτους λόγους καθώς και β) την συμπλήρωσή της με την από 20 Μαΐου 2008 αίτηση περί συμπληρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 663/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 Β παρ. 8,9,10 του ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΚΔΛ), ορίζεται "απαγορεύεται να προσδιοριστεί ή ν' αναβληθεί υπόθεση σε δικάσιμο για την οποίαν έχει γίνει κλήρωση της σύνθεσης του δικαστηρίου. Κατ'εξαίρεση επιτρέπεται: α) ο προσδιορισμός 1) αν συμπληρώνεται ο χρόνος της παραγραφής του εγκλήματος, οπότε ο αρμόδιος εισαγγελέας εκδίδει αιτιολογημένη πράξη, που παραμένει στη δικογραφία, ...(παρ. 8). Ο προσδιορισμός των ποινικών υποθέσεων γίνεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα με σημείωση της δικασίμου, χρονολογία και υπογραφή του στους φακέλους των δικογραφιών (παρ. 9). Η μη τήρηση των διατάξεων των παραγρ. 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 10)". Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος εισήχθη σε δίκη σε δεύτερο βαθμό, για να υποστηρίξει έφεσή του, μετ'αναίρεση της προεκδοθείσας καταδικαστικής με αριθ. 2061/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, για το αδίκημα της απάτης με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρο 386 παρ.1 β ΠΚ), φερόμενο ως τελεσθέν στις 6-3-2000, ήτοι υποπίπτον, λόγω μεσολαβήσασας τριετούς αναστολής κατά την κύρια διαδικασία, στην οκταετή παραγραφή στις 6-3-2008. Από το προσκομιζόμενο ακριβές επίσημο φωτοαντίγραφο του πρώτου φύλλου του φακέλου της σχετικής δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αρμόδιος Αντεισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης Κων/νος Γκίκας, λόγω της επικείμενης παραγραφής, προσδιόρισεν μετά την αναίρεση, ως νέα δικάσιμο την 27-2-2008 και με την από 11-2-2008 πράξη του, επί του φακέλου της οικείας δικογραφίας, που φέρει ημερομηνία και υπογραφή του και σαφή και επαρκή αιτιολογία, τον προβλεπόμενο και από το νόμο κίνδυνο παραγραφής, προέβη, κατ'άρθρον 169 παρ.1 του ΚΠοινΔ, σε σύντμηση των προθεσμιών κλητεύσεων στο ήμισυ, λόγω "παραγραφής και σε γνωστής συνθέσεως", όπως σημειώνεται, δικαστήριο, αφού είχε ήδη γίνει η αναγκαία κατά το νόμο κλήρωση των συνθέσεων του άνω Εφετείου για το μήνα Φεβρουάριο του 2008. Επομένως, νόμιμα προσδιορίσθηκε η υπόθεση στην άνω δικάσιμο της 27-2-2008, που ήδη είχε γίνει η κλήρωση των συνθέσεων, λόγω του επικείμενου κινδύνου παραγραφής του δικαζόμενου πλημμελήματος και το δικαστήριο, με επαρκή αιτιολογία απέρριψε την προβληθείσα εκ μέρους του συνηγόρου του εκκαλούντος κατηγορουμένου ένσταση ακυρότητας του προσδιορισμού δικασίμου, σημειώνοντας μάλιστα ότι η αιτιολογημένη ως άνω πράξη προσδιορισμού του αρμοδίου εισαγγελέα, με σύντμηση της προθεσμίας κλητεύσεως στο ήμισυ, έγινε λόγω επικειμένου κινδύνου παραγραφής στις 6-3-2008, και αναγράφεται και στο σχετικό αποδεικτικό κλητεύσεως του κατηγορουμένου. Συνεπώς, ουδεμία απόλυτη ή σχετική μη καλυφθείσα ακυρότητα του προσδιορισμού δικασίμου και της διαδικασίας επήλθε και ο σχετικός από τα άρθρα 17 Β παρ. 8,9,10 Ν. 1756/1988, 171 παρ.1 εδ. β,δ, 174 παρ.2 και 510 παρ.1 στοιχ. Α, Β του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε, δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει, δηλαδή, ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει φανερά ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, όπως αυτή, κατά τα συνιστούντα την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση πραγματικά περιστατικά στο διατακτικό της παρούσης αναφέρεται. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν κύριος μέτοχος, κατά ποσοστό 75%, και νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας "Ευρωπαϊκός Όμιλος Καινοτόμων Υπηρεσιών ΕΠΕ", από το έτος 1994 συνεργάστηκε με το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών ΚΕΠΚΑ", που είχε έδρα τη ... . Τον Ιανουάριο του έτους 1998 το ΚΕΠΚΑ υπέβαλλε αίτηση χρηματοδότησης, δια του κατηγορουμένου-συνεργάτη του- του προγράμματος "ΡΗΑRΕ ΡΑRTERSΗΙΡ 1997", στη Ρουμανική Ένωση Προστασίας Καταναλωτών ΑΡC, προς υποστήριξη της ανάπτυξης του καταναλωτικού κινήματος στη Ρουμανία, την εκπόνηση ενός τριετούς επιχειρηματικού σχεδίου και της δημοσίευσης ενός οδηγού προστασίας καταναλωτών. Η ΕΕ συμφώνησε να καλύψει το 70% των επιλέξιμων δαπανών του ως άνω σχεδίου, με ανώτατο όριο το ποσό των 62.583 Ευρώ. Τότε πρόεδρος του ΚΕΠΚΑ ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος το 1998 ορίσθηκε και συντονιστής του σχεδίου. Όμως ο τελευταίος αρχές του έτους 1999 απομακρύνθηκε από το ΚΕΠΚΑ και έπαυσε πλέον η συνεργασία του με αυτό. Αυτός το μήνα Μάιο του 1999 ίδρυσε ένα σωματείο με την επωνυμία "ΚΕΠΚΑ Δυτ. Ελλάδας" με έδρα την ... . Ο κατηγορούμενος στην συνέχεια χωρίς να ενημερώσει τους αρμοδίους εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προχώρησε ο ίδιος στην εκτέλεση του άνω προγράμματος με την ΕΕ, παριστώντας εν γνώσει του ψευδώς προς αυτούς ότι εκπροσωπεί το ΚΕΠΚΑ, ενώ τελικά την 6-3-2000 υπέγραψε την σχετική σύμβαση, στην οποία αναφέρεται σαφώς ότι το ένα συμβαλλόμενο μέρος είναι το ΚΕΠΚΑ - ..., εκπροσωπούμενο απ' τον ίδιο, πράγμα αναληθές, διότι το επίμαχο διάστημα πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος του ΚΕΠΚΑ ήταν ο ΒΒ. Σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας έτσι την περιουσία του ΚΕΠΚΑ, για το λόγο δε αυτό έδωσε και περιελήφθη στην σύμβαση ένας λογαριασμός της Τράπεζας EUROBANK (αριθμ. ...) ως δήθεν λογαριασμός του ΚΕΠΚΑ, ενώ το αληθές είναι ότι ο εν λόγω λογαριασμός άνηκε στον ίδιο και την ΒΒ, συνεργάτη του στην ως άνω εταιρεία. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο πραγματικός λογαριασμός του ΚΕΠΚΑ ήταν ο υπ'αριθμ. ... της τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης. Έτσι ο κατηγορούμενος πέτυχε να γίνουν από την ΕΕ καταβολές στον άνω τηρούμενο από αυτόν λογαριασμό του : α) 50.066 ευρώ και β) 8.925 ευρώ για την υλοποίηση του έργου (Ιούνιος 2001), με αντίστοιχη ζημία του ΚΕΠΚΑ, εφόσον το ίδιο θα αναλάμβανε και θα υλοποιούσε το έργο από την ΕΕ και με αντίστοιχη ωφέλεια του ίδιου (κατηγορουμένου). Τα ανωτέρω προκύπτουν αβίαστα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας - Προέδρων του ΚΕΠΚΑ- οι οποίοι με πειστικότητα και σαφήνεια καταθέτουν ότι ο κατηγορούμενος αν και είχε αποχωρίσει από την εταιρεία εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος αυτού (ΚΕΠΚΑ) και εισέπραττε το αναλογούν χρηματικό ποσό σε προσωπικό του Επομένως πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινη πράξης της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που του αποδίδεται, όπως αυτή διατυπώνεται στο διατακτικό της παρούσης. Περαιτέρω, ενόψει των, ως άνω, παραδοχών σχετικά με τη γνώση του κατηγορουμένου κατά το χρόνο υπογραφής από αυτόν της άνω σύμβασης με την Ευρωπαϊκή Ένωση (6-3-2000) ως εκπρόσωπος του ΚΕΠΚΑ και της επιδειχθείσας από αυτόν συμπεριφοράς, πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί πραγματικής τους πλάνης (άρθρο 30 παρ. 1 ΠΚ) ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι αυτός κατά την υπογραφή της σύμβασης όχι μόνο αντιλαμβανόταν εσφαλμένα ότι πρόκειται για τελεσφόρηση και υλοποίηση αίτησης που υποβλήθηκε από το ΚΕΠΚΑ Δυτικής Ελλάδας, θεωρώντας την αναφορά στο ΚΕΠΚΑ ως αναγραφείσα από παραδρομή ή από κεκτημένη συσχέτιση της προγενέστερης συνεργασίας του με το ΚΕΠΚΑ, αλλά αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, αυτός γνώριζε ότι πρόκειται για τελεσφόρηση και υλοποίηση αίτησης που υποβλήθηκε από το ΚΕΠΚΑ και ότι με την πράξη του αυτή εξαπάτησε τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτή δε έγινε με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομα περιουσιακό όφελος και προς ζημία του ΚΕΠΚΑ. Να σημειωθεί ότι ο εκκαλών, όντας ο ίδιος οικονομικός σύμβουλος, λόγω της πολυσχιδούς επαγγελματικής δραστηριότητας που αναπτύσσει για πολλά χρόνια στη ... και αλλού διαθέτοντας οργανωμένο μεγάλο γραφείο οικονομικών συμβούλων προετοιμάζοντας, οργανώνοντας και υλοποιώντας προγράμματα χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση συνεργαζόμενος με το ΚΕΠΚΑ και άλλους φορείς και του πλήθους των προγραμμάτων που αυτός έκανε, είχε την πνευματική ικανότητα να διαγνώσει επιδεικνύοντας στοιχειώδη επιμέλεια ότι πρόκειται για σύμβαση με το ΚΕΠΚΑ και όχι με το ΚΕΠΚΑ Δυτικής Ελλάδας. Τούτο δε ενισχύεται και από το γεγονός ότι στη σύμβαση αναφέρεται ως διεύθυνση αυτή του ΚΕΠΚΑ, δηλαδή η οδός ..., καθώς και τα τηλέφωνα και ο κωδικός του, και όχι αυτή του ΚΕΠΚΑ Δυτικής Ελλάδος (...) καθώς και ότι ο λογαριασμός που αναφέρεται στη σύμβαση είναι ατομικός του ίδιου και της συνεργάτιδας του και όχι του ΚΕΠΚΑ Δυτικής Ελλάδος καθώς και από το ότι ο ίδιος ποτέ δεν ήταν πρόεδρος του ΚΕΠΚΑ Δυτικής Ελλάδας". Στη συνέχεια το ίδιο Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "Στη ..., στις 6-3-2000, έχοντας σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Ειδικότερα: Το έτος 1998 το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών (ΚΕΠΚΑ) με έδρα τη ..., υπέβαλε αίτηση χρηματοδότησης για το σχέδιο παροχής βοήθειας (ΡΗΑRΕ ΡΑRΤΕRSHIΡ 1997) στη Ρουμανική Ένωση Προστασίας Καταναλωτών Α.Ρ.C για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της, για την εκπόνηση ενός τριετούς επιχειρηματικού σχεδίου και για τη δημοσίευση ενός οδηγού προστασίας των καταναλωτών. Η ΕΚ συμφώνησε να καλύψει το 70% των κατ εκτίμηση επιλέξιμων δαπανών του σχεδίου με ανώτατο όριο 62.5832 €. Πρόεδρος τότε του ΚΕΠΚΑ ήταν ο κατηγορούμενος και ορίστηκε ως συντονιστής του σχεδίου. Τον Μάϊο του 1999 ο κατηγορούμενος αποχώρησε από την ΚΕΠΚΑ και ίδρυσε το Σωματείο με την επωνυμία ΚΕΠΚΑ Δυτικής Ελλάδας. Παρότι όμως γνώριζε ότι η αρχική αίτηση υποβλήθηκε από το ΚΕΠΚΑ, χωρίς να ενημερώσει τους εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σχετικά με την αποχώρηση του, προχώρησε ο ίδιος στην εκτέλεση της σύμβασης, παριστώντας ψευδώς προς αυτούς ότι εκπροσωπεί το ΚΕΠΚΑ και τελικά υπέγραψε στις 6-3-00 τη σχετική Σύμβαση στην οποία σαφώς αναφέρεται ότι το ένα συμβαλλόμενο μέρος είναι το ΚΕΠΚΑ-... εκπροσωπούμενο από αυτόν, πράγμα βέβαια αναληθές διότι το επίμαχο διάστημα Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος του ΚΕΠΚΑ ήταν ο ΒΒ. Ο ίδιος μάλιστα έδωσε και περιελήφθηκαν στη σύμβαση ένας λογαριασμός της Τράπεζας ΕUROBANK (αριθ. ...) ως δήθεν λογαριασμός του ΚΕΠΚΑ ενώ το αληθές είναι ότι ο λογαριασμός αυτός ανήκε στον ίδιο και την ΒΒ ενώ ο πραγματικός λογαριασμός του ΚΕΠΚΑ ήταν ο αριθ. ... της Τράπεζας Μακεδονίας- Θράκης. Με τον τρόπο αυτό έγιναν οι καταβολές ποσών Α) 50.066 € σαν προκαταβολή και Β) ποσό 8.925 € σαν τελική πληρωμή για την υλοποίηση του έργου που έγινε τον Ιούνιο του 2001. Έτσι ενεργώντας ο κατηγορούμενος όμως ζημίωσε την περιουσία-του ΚΕΠΚΑ δεδομένου ότι το ίδιο θα αναλάμβανε και θα υλοποιούσε το έργο από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, το οποίο και τελικά ζημίωσε ως προς το παραπάνω ποσόπου παράνομα ωφελήθηκε ο κατηγορούμενος". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω, σε βαθμό πλημμελήματος εγκλήματος της απάτης, για τα οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 386 παρ.1 β του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος, της πράξεως της απάτης, τελεσθείσας στις 6-3-2000, με παραπλάνηση των αρμοδίων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, παριστώντας ψευδώς προς αυτά ότι ο ίδιος συνεχίζει να εκπροσωπεί ως πρόεδρος, που ήταν, το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών (ΚΕΠΚΑ), με έδρα τη ..., το οποίο είχε προηγουμένως υποβάλλει, μέσω αυτού, το έτος 1998 αίτηση χρηματοδοτήσεως για το σχέδιο παροχής βοήθειας στη Ρουμανική 'Ένωση Καταναλωτών, με κάλυψη ποσοστού 70% των δαπανών από την Ε.Κ. ,ύψους 62.583 ευρώ, αποκρύψας ότι αυτός είχε ήδη παυθεί και αντικατασταθεί από το Μάio του 1999 από πρόεδρος του άνω ΚΕΠΚΑ . Μάλιστα για επιτυχία του σχεδίου του ίδρυσε ένα νέο Σωματείο στην ..., με την ίδια επωνυμία "ΚΕΠΚΑ" Δυτικής Ελλάδας και στις 6-3-2000 προχώρησε στην υπογραφή με την ΕΚ της σχετικής συμβάσεως, ως δήθεν εκπρόσωπος της εταιρείας "ΚΕΠΚΑ"- ...- ..., έδωσε όμως και περιελήφθησαν στη σύμβαση ένα τραπεζικό λογαριασμό, ως δήθεν ανήκοντα στο ΚΕΠΚΑ Θεσσαλονίκης, ενώ στην πραγματικότητα ανήκε στον ίδιο και στην ΒΒ, και μέσω του λογαριασμού αυτού έγιναν από την ΕΚ καταβολές και ο κατηγορούμενος εισέπραξε συνολικά ποσό 58.991 ευρώ, για την υλοποίηση του άνω χρηματοδοτούμενου έργου, ωφεληθείς ατομικά παράνομα, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του ΚΕΠΚΑ Θεσσαλονίκης, με τη μη επαύξηση της περιουσίας του, αφού το άνω Σωματείο ήταν το αιτήσαν εγγράφως, συμβαλλόμενο και δικαιούμενο της σχετικής χρηματοδοτήσεως και αυτό δικαιούτο να υλοποιήσει το χρηματοδοτούμενο έργο που αφορούσε σε πρόγραμμα υποστήριξης του καταναλωτικού κινήματος στη Ρουμανία, δια μέσου συνεργασίας και μεταφοράς τεχνογνωσίας και να εισπράξει από την ΕΚ το άνω ποσό, που τελικά δεν εισέπραξε και απώλεσε. Προσδιορίζεται δηλαδή με σαφήνεια και χωρίς καμία αντίφαση, ότι η περιουσιακή διάθεση έγινε από την παραπλανηθείσα ΕΚ, σε τι συνίσταται η βλάβη του πολιτικώς ενάγοντος Σωματείου ΚΕΠΚΑ Θεσσαλονίκης, το μέγεθος αυτής, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, και πώς επήλθε η περιουσιακή ζημία αυτή, με το να μην εισρεύσει στο ταμείο αυτού το άνω ποσό από την Ε.Κ. που θάπρεπε βάσει της αιτήσεως και της συμβάσεως, και εκτίθεται ακόμη η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου προς τα όργανα της ΕΚ και της επελθούσας βλάβης στο άνω ΚΕΠΚΑ Θεσσαλονίκης. Επομένως, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και πρώτος, δεύτερος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, η ελλιπής, ασαφής και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 β του ΠΚ, καθώς και η εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) . Περαιτέρω, κατά το άρθρο 145 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε και στην περίπτωση που κατ' αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο, το δικαστήριο που αποφασίζει για τούτο, εφόσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωσή της, εφόσον απ' αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της απόφασης και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, ότι επί ασκήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, εφόσον δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ο 'Αρειος Πάγος είναι αρμόδιος να προβεί, συντρεχόντων των νόμιμων προς τούτο όρων, στη διόρθωση ή συμπλήρωση της καθής η αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως (Ολ. ΑΠ 365/1982). Η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά, εκτός από άλλες παραλείψεις, και τη συμπλήρωση του ανεπαρκούς αιτιολογικού και τη διευκρίνιση του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό έχει ασάφειες ή είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά. Λαμβάνεται κατά βάση υπόψη, για τη διόρθωση, η απόφαση όπως απαγγέλθηκε δημόσια στο ακροατήριο και με σημείωση του διευθύνοντος τη συζήτηση επί του φακέλου της δικογραφίας ή στο ιδιαίτερο χειρόγραφο σημείωμά του, σε συνδυασμό και με την καταχώρηση από το γραμματέα στο οικείο βιβλίο ή από τον εισαγγελέα στο πινάκιο του εισαγγελέα. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση διορθώσεως και συμπληρώσεως του διατακτικού της παραπάνω με την αναίρεση προσβληθείσας με αριθ. 957/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής σε τριετή αναστολή αυτής, παραδεκτά εισάγεται στο δικαστήριο τούτο που επιλήφθηκε του ως άνω παραδεκτού ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και εφόσον κλητεύθηκε νόμιμα να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτή της αιτήσεως διορθώσεως και η παρασταθείσα στο δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΚΕΠΚΑ ", (βλ. προσκομιζόμενο από 30-10-2008 αποδεικτικό επιδόσεως επιμελήτριας Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ...), που δεν παραστάθηκε, πρέπει να ερευνηθεί κατ'ουσίαν. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ενώ ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε να ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως των δύο ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, μετά πρόταση του εισαγγελέα της έδρας για μετατροπή της ποινής, και με σκεπτικό ότι συντρέχει περίπτωση μετατροπής, στο διατακτικό του μετατρέπει την άνω ποινή σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Όμως, από το προσκομιζόμενο σε επίσημο ακριβές φωτοαντίγραφο του εξωτερικού φύλλου της οικείας δικογραφίας, που επικυρώνει για την ακρίβειά του η αρμοδία γραμματέας του Εφετείου Θεσσαλονίκης ..., προκύπτει ότι υπάρχει κατά τη δημόσια δημοσίευση της όλης αποφάσεως του δικαστηρίου χειρόγραφη αναγραφή του διευθύνοντος τη συζήτηση προεδρεύοντος εφέτη Αποστόλου Παπαγεωργίου, που φέρει ημερομηνία και υπογραφή αυτού και ορίζει, πλην άλλων, την ενοχή, την επιβληθείσα ποινή των δύο ετών φυλακίσεως και τη φράση "αναστέλλει επί τριετία" και ουδόλως ορίζει περί μετατροπής της ίδιας ποινής, όπως από προφανή παραδρομή συνάγεται ότι εκ των υστέρων αναγράφηκε κατά την καθαρογραφή των πρακτικών της αποφάσεως. Συνεπώς συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις διορθώσεως της άνω αποφάσεως, όπως στο διατακτικό, κατά παραδοχή ως και κατ' ουσία βασίμου της κρινόμενης αυτοτελούς αιτήσεως του κατηγορουμένου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-3-2008 αίτηση-δήλωση αναιρέσεως και τους από 11-2-2009 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 957/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Διορθώνει το διατακτικό της παραπάνω με αριθμό 957/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τη διαγραφή της περί μετατροπής της επιβληθείσας ποινής διατάξεως και την προσθήκη της παρακάτω διατάξεως : "Αναστέλλει την εκτέλεση της ποινής φυλακίσεως των δύο (2) ετών, που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, για τρία (3) χρόνια". Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. 386 παρ. 1 β΄ ΠΚ. Έννοια (ΑΠ 2151/2006). 1. Ουδεμία απόλυτη ή σχετική μη καλυφθείσα ακυρότητα του προσδιορισμού δικασίμου και της διαδικασίας επήλθε και ο σχετικός από τα άρθρα 17 Β΄ παρ. 8, 9, 10 Ν. 1756/1988, 171 παρ. 1 εδ. Β΄, Δ΄, 174 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄, Β΄ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι νόμιμα προσδιορίσθηκε μετ' αναίρεση η υπόθεση στην άνω δικάσιμο της 27-2-2008, που ήδη είχε γίνει η κλήρωση των συνθέσεων, λόγω του επικείμενου κινδύνου παραγραφής του δικαζόμενου πλημμελήματος και το δικαστήριο, με επαρκή αιτιολογία απέρριψε την προβληθείσα εκ μέρους του συνηγόρου του εκκαλούντος κατηγορουμένου ένσταση ακυρότητας του προσδιορισμού δικασίμου, σημειώνοντας μάλιστα ότι η αιτιολογημένη ως άνω πράξη προσδιορισμού του αρμοδίου εισαγγελέα, με σύντμηση της προθεσμίας κλητεύσεως στο ήμισυ, έγινε, κατ' άρθρον 169 παρ. 1 του ΚΠΔ, λόγω επικειμένου κινδύνου παραγραφής στις 6-3-2008, και αναγράφεται και στο σχετικό αποδεικτικό κλητεύσεως του κατηγορουμένου. 2. Οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, η ελλιπής, ασαφής και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 β΄ του ΠΚ, καθώς και η εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Διότι προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς καμία αντίφαση, ότι η περιουσιακή διάθεση έγινε από την παραπλανηθείσα ΕΚ, σε τι συνίσταται η βλάβη του πολιτικώς ενάγοντος Σωματείου ΚΕΠΚΑ Θεσσαλονίκης, το μέγεθος αυτής, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και πώς επήλθε η περιουσιακή ζημία αυτή και εκτίθεται ακόμη η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και της επελθούσας βλάβης, 3. Συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις διορθώσεως της άνω αποφάσεως, κατ' άρθρο 145 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά παραδοχή ως και κατ' ουσία βασίμου της κρινόμενης αυτοτελούς αιτήσεως διορθώσεως του κατηγορουμένου, διότι από το προσκομιζόμενο σε επίσημο ακριβές φωτοαντίγραφο του εξωτερικού φύλλου της οικείας δικογραφίας, που επικυρώνει για την ακρίβεια του η αρμοδία γραμματέας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι υπάρχει κατά τη δημόσια δημοσίευση της όλης αποφάσεως του δικαστηρίου χειρόγραφη αναγραφή του διευθύνοντος τη συζήτηση προεδρεύοντος εφέτη που φέρει ημερομηνία και υπογραφή αυτού και ορίζει, πλην άλλων, την ενοχή, την επιβληθείσα ποινή των δύο ετών φυλακίσεως και τη φράση, "αναστέλλει επί τριετία" και ουδόλως ορίζει περί μετατροπής της ίδιας ποινής, όπως από προφανή παραδρομή εκ των υστέρων ανεγράφη κατά την καθαρογραφή των πρακτικών της αποφάσεως (ΑΠ 240, 2150/2002). Απορρίπτει. Διορθώνει το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Αποφάσεως διόρθωση.
0
Αριθμός 1329/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο-Καίσαρα Γιατράκο, περί αναιρέσεως της 2277/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 447/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 386 παρ.1 εδ.α ΠΚ ορίζει, ότι "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της απάτης συντελείται με την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία με σκοπό να περιέλθει σε κάποιον παράνομο περιουσιακό όφελος με δολία παραπλάνηση, που επιτυγχάνεται είτε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε με αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών, είτε με αθέμιτη παρασιώπηση αυτών. Έτσι η δολία παραπλάνηση στην απάτη πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά. Ειδικότερα οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος (αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών) συντελείται με παράλειψη ανακοινώσεως στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία έχει υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει στο ίδιο είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, είτε από προηγουμένη ενέργειά του. Η παραδοχή των δύο ή και των τριών αυτών τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και έτσι επέρχεται εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Όμως, δεν δημιουργείται τέτοια ασάφεια και αντίφαση, όταν αναφέρονται περισσότεροι από έναν τρόποι, εφόσον στο σκεπτικό ή το διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά των άλλων δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τελέσεως της πράξεως, αλλά προσδιορίζει το δόλο του δράστη. Εξάλλου, η παράγραφος 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι το 1996, όριζε, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες η πράξη τελέστηκε μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Όμως, αντικαταστάθηκε η διάταξη αυτή αρχικώς από το άρθρο 1 παρ.11 του ν.2408/1996, που καθόριζε, ότι " 3. επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και ακολούθως η προαναφερθείσα διάταξη από το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/1999, που αναφέρει, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών". Η δε παράγραφος 2 του άρθρου 98 ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.11 ν.2721/1999, καθορίζει, ότι "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από τη διατύπωση αμφοτέρων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για το χαρακτηρισμό, ως κακουργήματος, του εγκλήματος της απάτης, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του υπό του δράση σκοπουμένου οφέλους ή της επελθούσας ζημίας τρίτου, στην οποία απέβλεπε αυτός, εφόσον βεβαίως υπερβαίνει το υπό του νόμου καθοριζόμενο χρηματικό πιο πάνω όριο, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Έτσι η διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 του ν.2721/1999 θα εφαρμοσθεί αναδρομικά (άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ) και επί της αξιόποινης πράξεως της απάτης, της τελεσθείσας προ της ισχύος του ανωτέρω νόμου 2721/1999, (3-6-1999), γιατί είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη, μη υποκείμενη σε διάσπαση. Η δε ορθότητα του ως άνω συμπεράσματος, επιβεβαιώθηκε και από τη διατύπωση αφενός της προαναφερθείσας νεότερης διατάξεως του άρθρου 14 παρ.4 ν.2721/1999 και αφετέρου της εισηγητικής εκθέσεως του νόμου αυτού, που αναφέρει, ότι λαμβάνεται υπόψη και αθροίζεται η επιμέρους βλάβη, όφελος ή αξία, όπως ισχύει και με το ν.1608/1950 (ΑΠ 1403/2007). Τέλος, το άρθρο 13 περ.στ ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 ν.2408/1996, ορίζει, ότι "Κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράση για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη". Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, κατά τους στο διατακτικό τόπο και χρόνους: 1) Παρέστησε ψευδώς στον Ψ1, εκπρόσωπο της Ουγγρικής εταιρίας "Επιχείρηση Αλευροβιομηχανίας και διαθέσεως σιτηρών του Νομού ..." στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της οποίας εισήλθε η μηνύτρια εταιρία, ότι είναι συνεργάτης της Γερμανικής εταιρίας "..." ως και εκπρόσωπος της στην Αθήνα και επί της οδού Αχαρνών 105 εδρεύουσας Ελληνικής Εταιρίας "FREEDOM LTD", δυνάμενος να αγοράσει για λογαριασμό της ανωτέρω Ουγγρικής εταιρίας (Αλευροβιομηχανίας) σημαντική ποσότητα αποφλοιωμένης ορύζης. 'Ετσι αφού κατάρτισε δύο λογαριασμούς-τιμολόγια, αμφοτέρους πλαστούς κατά το περιεχόμενό τους και τις υπογραφές τους, σε έγγραφα φέροντα την επωνυμία και τα διακριτικά της Γερμανικής εταιρίας "....", εμφανιζόμενα ως δήθεν προερχόμενα από αυτήν, τα απέστειλε στην μηνύτρια, παριστάνοντας ψευδώς ότι είναι συνεργάτης της Γερμανικής εταιρίας, αφού στο κείμενο των εν λόγω λογαριασμών-τιμολογίων, περιείχετο το όνομά του και ο τραπεζικός λογαριασμός του (city Bank Κηφισιάς-αρ. ...) και ζητούσε με τις στους λογαριασμούς αυτούς εντολές να του εμβάσει η μηνύτρια συνολικά το ποσό των 450.000 δολλαρίων ΗΠΑ, ήτοι 180.000 για 500 τόννους αποφλοιομένης ορύζης και 270.000 για 500 τόνους ιχθυάλευρου, ποσότητες που δήθεν είχε αγοράσει για την παραπάνω ουγγρική εταιρία. Με τις ανωτέρω πλαστές εντολές και τιμολόγια που απέστειλε στις 9-4-1993, στη ... στα γραφεία της εταιρίας "..." και τον εκπρόσωπο αυτής Ψ1 και το ψευδές περιεχόμενο αυτών, που ο ίδιος παρέστησε ως αληθές, πείστηκε ο τελευταίος και η διοίκηση της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρίας και στςι 30-4-1993 απέστειλεν τα παραπάνω χρήματα που κατατέθηκαν στον μνημονεύομενο Τραπεζικό λογαριασμό αυτό (κατηγ/νου), με συνέπεια από την προεκτιθέμενη απατηλή συμπεριφορά του, να υποστεί η μηνύτρια σημαντική και ιδιαιτέρως μεγάλη ζημιά, ανερχόμενη συνολικά στο ποσό των 450.000 δολλαρίων ΗΠΑ, δεδομένου ότι δεν είχε αγορασθεί, για λογαριασμό της, ουδεμία ποσότητα των προαναφερομένων προϊόντων, ούτε αυτή παρέλαβε ποτέ τα τελευταία, με αντίστοιχη ωφέλεια του κατηγορουμένου. Οι περιστάσεις υπό τις οποίες έχει τελεσθεί η ανωτέρω αξιόποινη πράξη, και ειδικότερα από τη μεθόδευση και την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος, η βαρύτητα της ίδιας αυτής πράξης και τα αίτια που τον ώθησαν σ'αυτήν, μαρτυρούν πρόθεση επαναλήψεως, από μέρους του αυτής, ενώ επιπλέον προκύπτει και σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. 2) Κατάρτισε πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους, άλλους, σχετικά με γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, και αποσκοπών να προσπορίσει στο εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος τρίτου, η βλάβη του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Συγκεκριμένα, κατάρτισε εξ υπαρχής εντολή εμβασμάτων με επισυναπτόμενα αντίστοιχα τιμολόγια-λογαριασμούς, αναγράφοντας σ'αυτή ως δήθεν εντολέα τη Γερμανική εταιρία "..." απευθυνόμενη στο Ψ1, εκπρόσωπο και διευθυντή της μηνήτριας "AΛΦΟΝΤΙ ΓΚΑΜΠΟΝΑΙΠΑΡΙ ΑΕ" διαδόχου της "...", σύμφωνα με την οποία ζητούσε να του εμβάσουν για τις παραπάνω ποσότητες αποφλοιωμένης ορύζης και ιχθυαλεύρου, που δήθεν αγόρασε για λογαριασμό της άνω εταιρίας, συνολικά, το ποσό των 450.000 δολλαρίων ΗΠΑ, και να καταθέσουν τούτο στον προαναφερόμενο τραπεζικό του λογαριασμό. Στο τέλος του ως άνω εγγράφου έθεσε, κατ'απομίμηση, την υπογραφή του εκπροσώπου της προαναφερόμενης Γερμανικής εταιρίας ως και σφραγίδα της τελευταίας. Μαζί με το ως άνω πλαστό έγγραφο επισύναψε και δύο τιμολόγια-λογαριασμούς, τα οποία επίσης κατάρτισε εξ υπαρχής, θέτοντας σ'αυτά αριθμούς και δήθεν αγορασθείσες ποσότητες των παραπάνω προϊόντων και την αξία αυτών. Ακολούθως, στο τέλος κάθε τιμολογίου-λογαριασμού έθεσε τη σφραγίδα της ανωτέρω Γερμανικής εταιρίας και κατ'απομίμηση, την υπογραφή του εκπροσώπου αυτής-χωρίς βέβαια την εντολή ή συναίνεση αυτού ή της διευθύνσεως της εν λόγω εταιρίας. Των ως άνω πλαστών εγγράφων έκαμε χρήση δεδομένου ότι στις 9-4-1993 απέστειλε αυτά στα γραφεία της μηνυτρίας εταιρίας, η οποία παραπλανηθείσα, υπολαμβάνοντας, εκ των ανωτέρω, ότι οι ως άνω εντολές και λογαριασμοί-τιμολόγια προέρχονταν πράγματι από τη Γερμανική εταιρία "...", απέστειλεν σ'αυτόν τα παραπάνω χρήματα (450.000 δολλάρια ΗΠΑ), τα οποία και κατατέθηκαν στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό του στις 30-4-1993. Το παράνομο δε όφελος που προσπόρισε ο κατηγορούμενος στον εαυτό του, με αντίστοιχη βλάβη της μηνύτριας εταιρίας, υπερβαίνει το ύψος των 25.000.000 δραχμών. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, χωρίς την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ε' του ΠΚ, καθόσον, ενόψει ιδίως του περιεχομένου του υφιστάμενου στη δικογραφία, με ημερομηνία 29-8-2007 αντιγράφου του ποινικού του μητρώου, δεν προέκυψε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση των παραπάνω αδικημάτων, απορριπτομένου του σχετικού, περί αυτού αυτοτελούς ισχυρισμού του, ως αβασίμου, κατά τα στο διατακτικό". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το κατ' έφεση δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για απάτη, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος και με αντίστοιχη ζημία που προξένησε, που το συνολικό ποσό (450.000 δολλάρια ΗΠΑ),υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών και επέβαλε σε αυτόν για την κακουργηματική πράξη αυτή της απάτης και για τη δεύτερη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας (για την οποία δεν πλήττεται η απόφαση), ποινή καθείρξεως έξι ετών για καθεμία πράξη και συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα πιο πάνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως της απάτης για την οποίαν κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 13 περ. στ, 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τα αναπτυχθέντα στη νομική σκέψη, τις οποίες διατάξεις ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε και εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρεται ότι από τη διάπραξη της ως άνω της απάτης, με ψευδείς παραστάσεις ότι είναι δήθεν, συνεργάτης της Γερμανικής εταιρείας "... " και εκπρόσωπος της στην Αθήνα Ελληνικής εταιρείας "FREEDOM LTD" και με εμφάνιση δύο πλαστών λογαριασμών - τιμολογίων της άνω Γερμανικής εταιρείας, περί δήθεν γενομένης αγοράς από αυτόν για λογαριασμό της παθούσας Ουγγρικής εταιρείας αλευροβιομηχανίας, 500 τόνων αποφλοιωμένης όρυζας, αξίας 180.000 δολαρίων ΗΠΑ και 500 τόνων ιχθυάλευρου, αξίας 270.000 δολαρίων ΗΠΑ, πέτυχε να εμβασθεί σε τραπεζικό του λογαριασμό ποσό 450.000 δολαρίων ΗΠΑ, ήτοι το συνολικό όφελος του κατηγορουμένου και η αντίστοιχη ζημία της άνω ουδέποτε παραλαβούσας την παραγγελθείσα ποσότητα παθούσας Ουγγρικής εταιρείας ανέρχεται στο καταβληθέν στον κατηγορούμενο συνολικό ποσό των 450.000 δολαρίων ΗΠΑ, που υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Επίσης, αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η συνδρομή σωρευτικά των επιβαρυντικών περιστάσεων, α) της κατ'επάγγελμα τελέσεως, αφού οι μεθοδεύσεις του, μαρτυρούν ότι προκειμένου να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο οικονομικό όφελος, είχε διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή για την εξαπάτηση τρίτων και β) της κατά συνήθεια τελέσεως, αφού από την υποδομή που είχε διαμορφώσει και τις άνω μεθοδεύσεις του, προκύπτει ότι είχε πρόθεση να επαναλάβει την πράξη και σταθερή ροπή αυτού στην τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-12- 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της με αριθ. 2277/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική απάτη: Μάρτιος - Απρίλιος 1993, 386 παρ.1 β΄, 3ΠΚ. Κακουργηματική απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και άνω 15.000 ευρώ. Απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (ΑΠ 1403/ 2008), ενώ με όλες τις λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 2240/2007). Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη.
0
Αριθμός 1328/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαναστασόπουλο, περί αναιρέσεως της 854,855/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Λεπίδα. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 7/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Κατά τα άρθρα 1,2 και 23 παρ.1 του με αριθ. 20 Γενικού Κανονισμού Λιμένα, που εγκρίθηκε με την 3131/1-3-1999 Απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, ορίζεται ότι ο εκμισθωτής θαλασσίων μέσων αναψυχής, όπως είναι τα θαλάσσια ποδήλατα, έχει υποχρέωση να παραμένει ο ίδιος ή άλλο προσοντούχο άτομο υπεύθυνος, καθόλη τη διάρκεια εκμισθώσεως στη θέση (πόστο) του, να διαθέτει μηχανοκίνητη σωστική λέμβο στον αιγιαλό, πορτοκαλί χρώματος, ικανή να αναπτύσσει ταχύτητα 12 κόμβων, εφοδιασμένη με τα προβλεπόμενα σωστικά μέσα και ένα σωσίβιο με σχοινί μήκους 27,50 μ., να διαθέτει πτυσσόμενο φορείο, φορητή συσκευή τεχνητής αναπνοής, να παρακολουθεί, κατά το δυνατό, τα μισθωμένα μέσα αναψυχής, για την παροχή βοήθειας σε περίπτωση κινδύνου κλπ. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικά δε, επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη επί τριετία. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της άνω αποφάσεως, στην αιτιολογία αυτής, διαλαμβάνονται τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος και των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, και της από 24-8-2001 ιατροδικαστικής έκθεσης νεκροψίας- νεκροτομής του ιατροδικαστή ... καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " Αφοι Α. Τακόπουλοι Α.Ε." διατηρούσε μέχρι και τις 4-7-2001 επιχείρηση εκμίσθωσης θαλασσίων μέσων αναψυχής στην περιοχή ... ... σε θέση (πόστο) έμπροσθεν του ξενοδοχείου "..." το οποίο ανήκει στην ιδιοκτησία της, μολονότι δεν διέθετε την σχετική άδεια από την αρμόδια Λιμενική αρχή και νόμιμος εκπρόσωπός της ήταν ο κατηγορούμενος Χ. Στις 4-7-2001 και ώρα 16,30' περίπου, η παραπάνω εταιρεία εκμίσθωσε στον Ζ, γιο του πολιτικώς ενάγοντα Ψ και στη φίλη του Θ, ένα θαλάσσιο ποδήλατο στην παραθαλάσσια περιοχή ... ..., όπου λειτουργούσε την προαναφερόμενη επιχείρηση εκμίσθωσης θαλασσίων μέσων αναψυχής, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν για μία θαλάσσια βόλτα. Οι μισθωτές αφού επιβιβάστηκαν στο θαλάσσιο ποδήλατο, προχώρησαν μέσα στη θάλασσα, σε απόσταση 200-300 μέτρα περίπου από την ακτή. Στο σημείο αυτό κατέβηκαν από το ποδήλατο και άρχισαν να κολυμπούν σε μικρή απόσταση (4 περίπου μέτρων) από αυτό. Μετά από 10 λεπτά περίπου, και ενώ η Θ βρισκόταν πλησίον του ποδηλάτου και κρατιόταν από αυτό, ο Ζ αισθάνθηκε αδιαθεσία και της ζήτησε να τον βοηθήσει, επειδή όμως δεν μπορούσε να του προσφέρει ουσιαστική βοήθεια, άρχισαν και οι δύο να καλούν σε βοήθεια, φωνάζοντας ευρισκόμενοι σε κατάσταση πανικού. Επί 20 λεπτά περίπου η Θ εξακολουθούσε να φωνάζει απεγνωσμένα για βοήθεια, παλεύοντας να κρατήσει το φίλο της στην επιφάνεια. Τις συνεχείς εκκλήσεις τους για βοήθεια άκουσαν λουόμενοι οι οποίοι κολυμπώντας πήγαν προς το μέρος τους για να τους προσφέρουν βοήθεια μεταξύ των οποίων ο Ξ και ο Φ, που εξετάστηκαν ως μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Ανέβασαν τον Ζ στο θαλάσσιο ποδήλατο και προσπάθησαν να του παράσχουν κάθε δυνατή βοήθεια, στην συνέχεια τον έβαλαν πάνω στο καΐκι του Μ που έφθασε στο σημείο εκείνο για να βοηθήσει στη διάσωση. Το καΐκι μετέφερε τον Ζ, ο οποίος ήταν σε κακή κατάσταση και έβγαζε αφρούς από το στόμα, στην ακτή, όπου ασθενοφόρο τον παρέλαβε και τον μετέφερε στο Κέντρο Υγείας ..., όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Ο θάνατος του Ζ σύμφωνα με την από 24-8-2001 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ...επήλθε συνεπεία πνιγμού εντός ύδατος (ανοξυγοναιμία εγκεφάλου λόγω πνευμονικού οιδήματος αποτόκου εισροφήσεως θαλασσίου ύδατος). Η επέλευση του πιο πάνω αποτελέσματος (θανάτου) οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου ο οποίος ως υπεύθυνος (νόμιμος εκπρόσωπος) της πιο πάνω εκμισθώτριας εταιρείας, η οποία εκμεταλλευόταν επιχείρηση εκμίσθωσης θαλασσίων μέσων αναψυχής, αν και είχε νομική υποχρέωση να εφοδιάσει την εκμισθώτρια των θαλασσίων σκαφών με τα σωστικά μέσα που προβλέπονται στο άρθρο 23 §1 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμό 20 που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 3131/1-3-1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικού Ναυτιλίας ( ΦΕΚ τεύχος Β' αριθμ. φύλλου 444 της 21ης Απριλίου 1999) παρέλειψε να την εφοδιάσει με αυτά, τα οποία εάν υπήρχαν είναι βέβαιο ότι θα σωζόταν ο Ζ, τούτο δε έγινε από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την όποια όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει όπως κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κατ'αντικειμενική κρίση ώστε να προβλέψει το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η ως άνω πράξη του και να παρεμποδίσει την επέλευσή του. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το παραπάνω προαναφερόμενο άρθρο 23 §1 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμό 20 που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 3131/1-3-1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, ο κατηγορούμενος έπρεπε να έχει εφοδιάσει την εκμισθώτρια α) με μηχανοκίνητη λέμβο στον αιγιαλό χρώματος πορτοκαλί, ικανή να αναπτύσσει ταχύτητα δώδεκα (12) κόμβων εφοδιασμένη με τα; προβλεπόμενα σωστικά και πυροσβεστικά μέσα καθώς και υγειονομικό υλικό καθώς και με ένα σωσίβιο με σχοινί μήκους 27,50 μέτρων, στις πλευρές της οποίας να αναγράφονται με ευδιάκριτα γράμματα οι ενδείξεις "ΣΩΣΤΙΚΗ ΛΕΜΒΟΣ" και "LIFE BOAT", β) πτυσσόμενο φορείο, γ) φορητή συσκευή τεχνικής αναπνοής και τις απαραίτητες γνώσεις σχετικά με τη χρήση της και δ) να παρακολουθεί τα μέσα αναψυχής που είναι μισθωμένα για την παροχή βοήθειας σε περίπτωση κινδύνου. Όμως με κανένα από τα μέσα αυτά δεν είχε εφοδιάσει την εκμισθώτρια ο κατηγορούμενος υπεύθυνος (νόμιμος εκπρόσωπος της) με αποτέλεσμα από τις παραλείψεις του αυτές να επέλθει ο θάνατος του Ζ από πνιγμό. Και τούτο διότι ενώ κολυμπούσε δίπλα από το θαλάσσιο ποδήλατο που είχε εκμισθώσει και κινδύνευε να πνιγεί, καλούσε δε απεγνωσμένα σε βοήθεια μαζί με την φίλη του Θ, δεν υπήρξε από πλευράς εκμισθώτριας έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβαση προς αποτροπή του πνιγμού του. Την αποτελεσματική παρέμβαση θα εξασφάλιζε η χρήση των προβλεπομένων από τον πιο πάνω Γενικό Κανονισμό Λιμένος σωστικών μέσων και κυρίως μηχανοκίνητης λέμβου με το κατάλληλο υγειονομικό υλικό και η έγκαιρη αντίληψη του συμβάντος από πρόσωπο που έπρεπε να είχε ορισθεί για την επιτήρηση τέτοιων περιστατικών. Αυτές οι παραλείψεις ήταν που δεν απέτρεψαν τον επελθόντα από πνιγμό θάνατο του ανωτέρω, οποίος εξαντλήθηκε περιμένοντας βοήθεια. Από την στιγμή που άρχισαν να καλούν σε βοήθεια μέχρι να φθάσουν κολυμπώντας από την ακτή οι πρώτοι λουόμενοι οι οποίοι άκουσαν τις φωνές τους για να τους βοηθήσουν, πέρασαν 20 περίπου λεπτά. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι στο χώρο της επιχείρησης κατά το χρόνο του συμβάντος υπήρχε μηχανοκίνητη, λέμβος και ότι υπήρχε άτομο για να επιτηρεί το εκμισθούμενο θαλάσσιο ποδήλατο και μάλιστα ο υπάλληλος της Ν, ο οποίος είχε δίπλωμα ναυαγοσώστη και διέθετε και κιάλια, αναπνευστική συσκευή και φορείο, δεν αποδείχτηκε ουσιαστικά βάσιμος. Δεν κρίνονται πειστικά όσα κατέθεσε απολογούμενος, ούτε όσα σχετικά κατέθεσαν οι μάρτυρες υπερασπίσεως Ν και .... Αν υπήρχε μηχανοκίνητη λέμβος και επιτηρούνταν από υπάλληλο της εκμισθώτριας το θαλάσσιο ποδήλατο, ασφαλώς και θα άκουγε αυτός τις κλήσεις σε βοήθεια όπως και οι λουόμενοι και ο αλιεύς Μ που ήταν στο σπίτι του 500-600 μέτρα από τη επιχείρηση και πήγαν κάποια άτομα και του είπαν ότι κάποιος πνίγεται και έσπευσε με το σκάφος του να βοηθήσει (βλ. κατάθεση Μ ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου) και θα έφθανε σε ελάχιστο χρόνο με τη λέμβο στο σημείο που βρισκόταν ο θανών με την φίλη του, πράγμα που δεν έγινε. Το ταχύπλοο σκάφος του οποίου προσκομίσθηκε και η άδεια (από 30-1-2000) με ιδιοκτήτρια την εκμισθώτρια, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν στο χώρο ης εκμίσθωσης κατά τη στιγμή του επίδικου συμβάντος. Ο λιμενικός ..., ο οποίος εξετάσθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και πρωτόδικα, κατέθεσε ότι πήγε αμέσως μετά το ατύχημα στο ξενοδοχείο είδε τα ποδήλατα στην παραλία, έψαξε για τον υπεύθυνο αλλά δεν τον βρήκε αν και τον αναζήτησε και τον περίμενε πολύ ώρα και ότι δεν είδε κανένα ταχύπλοο παρά μόνο θαλάσσια ποδήλατα και κανό. Επίσης σε έλεγχο που είχε διενεργήσει η λιμενική αρχή Πατρών στις 1-7-2001 στην πιο πάνω επιχείρηση της εκμισθώτριας, δηλαδή τρεις μέρες πριν από το επίδικο συμβάν δεν είχε διαπιστώσει ύπαρξη λέμβου ή ταχύπλοου σκάφους στο χώρο της επιχείρησης και δεν υπήρχε κάποιος υπεύθυνος που να παρακολουθεί τα ποδήλατα (βλ. ένορκη κατάθεση στα πρακτικά του πρωτοδίκου Δικαστηρίου του λιμενικού που διενήργησε τον έλεγχο ...). Πρέπει να σημειωθεί ότι ο υπάλληλος της εκμισθώτριας Ν ο οποίος και απέκτησε μετά το επίδικο συμβάν δίπλωμα ναυαγοσώστη (βλ. από 23-5-2002 δίπλωμα που αναγνώστηκε) το πρώτον ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου παρουσιάσθηκε και ισχυρίσθηκε ότι ήταν υπεύθυνος για την επιτήρηση των ποδηλάτων και ότι δεν άκουσε φωνές για βοήθεια για να καταλάβει ότι κινδύνευαν, πλην όμως δεν κρίνεται πειστική η κατάθεση του. Αν ήταν υπεύθυνος και βρισκόταν εκεί ασφαλώς και θα άκουγε τις φωνές για βοήθεια. Ο μάρτυρας Ξ, που προσέτρεξε για βοήθεια, αναφέρει στην κατάθεσή του ότι ήταν μέσα στο σπίτι του που βρίσκεται στην παραλία εκεί που συνέβη ο πνιγμός και κάποια στιγμή βγήκε έξω από αυτό για να τηλεφωνήσει από το κινητό του τηλέφωνο και τότε άκουσε φωνές ότι κάποιος πνιγόταν, ότι υπήρχε αναστάτωση σε όλη την παραλία και όταν κοίταξε μέσα στην θάλασσα άκουσε και αυτός τις φωνές της κοπέλας. Και ο μάρτυρας αστυνομικός Φ, που ήταν λουσμένος και προσέτρεξε για βοήθεια αναφέρει ότι ήταν στα τριάντα μέτρα από την ακτή και άκουσε φωνές για βοήθεια και ότι δεν είδε ταχύπλοα εκείνη την ημέρα στην περιοχή. Συνεπώς δεν δικαιολογείται να άκουσαν οι πιο πάνω και να έγινε ανάστατη όλη η παραλία και να μην άκουσε ο υπεύθυνος της εκμισθώτριας. Τούτο συνηγορεί υπέρ του ότι δεν υπήρχε υπεύθυνος για την επιτήρηση των ποδηλάτων. Μετά τα παραπάνω, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για την οποία κατηγορείται. Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, του ότι: " Στη ... στις 4-7-2001 από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του παρά το γεγονός ότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος αυτού και έτσι επέφερε τον θάνατο του Ζ, κατοίκου εν ζωή ..., κατά τον ακόλουθο τρόπο: Όντας υπεύθυνος (νόμιμος εκπρόσωπος) επιχειρήσεως ενοικιάσεως θαλασσίων ποδηλάτων στην παραλία της ... και υποχρεωμένος συνεπώς με την ιδιότητά του αυτή (εκμισθωτής) από την διάταξη του άρθρου 23 § 1 του Γενικού Κανονισμού Λιμένος Πατρών να διαθέτει α) μηχανοκίνητη λέμβο στον αιγιαλό ικανή να αναπτύξει ταχύτητα τουλάχιστον 12 κόμβων εφοδιασμένη με σωστικά και πυροσβεστικά μέσα καθώς και υγειονομικό υλικό, β) πτυσσόμενο φορείο, γ) συσκευή τεχνητής αναπνοής και τις απαραίτητες γνώσεις σχετικά με την χρήση της και δ) να παρακολουθεί τα μέσα αναψυχής που είναι μισθωμένα για την παροχή βοήθειας σε περίπτωση κινδύνου, αυτός κανένα από τους όρους αυτούς δεν πληρούσε για τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του, με αποτέλεσμα ως εκ των παραλείψεων του να επέλθει από πνιγμό ο θάνατος του προαναφερόμενου, αφού καθ'ον χρόνο αυτός κολυμπούσε δίπλα από το θαλάσσιο ποδήλατο που είχε εκμισθώσει από τη επιχείρηση του κατηγορουμένου και κινδύνευε να πνιγεί, ενώ παραλλήλως η ευρισκομένη πλησίον του κινδυνεύοντος κολυμβητή, Θ καλούσε απεγνωσμένα σε βοήθεια προς την ακτή, δεν υπήρξε από πλευράς κατηγορουμένου η έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβαση προς αποφυγή το μοιραίου γεγονότος όπως αυτή θα εξασφάλιζε η χρήση των σωστικών μέσων (μηχανοκίνητη λέμβο με το κατάλληλο υγειονομικό υλικό) και η έγκαιρη αντίληψη του συμβάντος από ορισθείσα για τέτοια περιστατικά επιτήρηση, αυτές δε οι παραλήψεις ήταν που επέτρεψαν εν τέλει τον επελθόντα από πνιγμό θάνατο του θύματος που είχε εξαντληθεί πια περιμένοντας κάποια βοήθεια". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά , στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ.1 β, 28, 302 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση: α) αναφέρει σε τι συνίσταται η δια παραλείψεως αμέλεια του αναιρεσείοντος, υπευθύνου ως νομίμου εκπροσώπου της εκμισθώτριας των θαλασσίων ποδηλάτων ανώνυμης εταιρείας, ήτοι ποία συγκεκριμένα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα όφειλε να πάρει, ως εκ των καθηκόντων του εκ της παραπάνω ιδιότητάς του, ως νόμιμος εκπρόσωπος και υπεύθυνος της εταιρείας "Αφοί Τακόπουλοι ΑΕ" και δη ότι δεν μερίμνησε, όπως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως άνω από τη λειτουργία, με άδεια της οικείας Λιμενικής Αρχής επιχειρήσεως, από την εν λόγω εταιρεία, εκμισθώσεως στη θαλάσσια περιοχή ... ... θαλασσίων μέσων αναψυχής και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα αυτή, εγκριθέντος με την 3131/1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, να εφοδιάσει την εκμισθώτρια με μία μηχανοκίνητη ταχύπλοη σωστική λέμβο, πτυσσόμενο φορείο, φορητή συσκευή τεχνικής αναπνοής και άνθρωπο που να βρίσκεται συνέχεια παρών στη θέση του στον αιγιαλό, υπεύθυνο να παρακολουθεί τα μισθωμένα και στη θάλασσα πλέοντα μέσα αναψυχής για την παροχή βοήθειας σε περίπτωση κινδύνου, δηλονότι αναφέρεται από πού πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του για λήψη των παραπάνω προληπτικών μέτρων ασφαλείας και προλήψεως πνιγμού κάποιου μισθωτή θαλάσσιου ποδηλάτου. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις του με αριθ. 20 Γενικού Κανονισμού Λιμένα, που αναφέρει ότι ο εκμισθωτής υποχρεούται "να παρακολουθεί κατά το δυνατό τα μέσα αναψυχής που είναι μισθωμένα για την παροχή βοήθειας σε περίπτωση κινδύνου", σαφώς νοείται ότι ο εκμισθωτής οφείλει ανά πάσα στιγμή να παρακολουθεί τα στη θάλασσα πλέοντα μισθωμένα από αυτόν θαλάσσια ποδήλατα για κάθε περίπτωση κινδύνου, αλλά και τους μισθωτές χρήστες αυτών για την παροχή βοήθειας σε περίπτωση οιουδήποτε κινδύνου ανακύψει και κυρίως πνιγμού αυτών, ακόμα και όταν ακουσίως ή εκουσίως εγκαταλείπουν προσωρινά το ποδήλατο και κολυμβούν πλησίον του ποδηλάτου, όπως ο παθών που βρισκόταν την ώρα του κινδύνου δίπλα στο ποδήλατο στα 4μ., η δε φίλη του κρατιόταν σε αυτό και επί αρκετό χρόνο φώναζαν και οι δύο απεγνωσμένα βοήθεια, σε απόσταση 200-300 μ. από την ακτή, αλλά κανείς υπεύθυνος δεν τους είδε, γιατί απλώς, όπως δέχεται ανέλεγκτα η προσβαλλόμενη απόφαση, ουδείς υπεύθυνος βρισκόταν στην παραλία την ώρα του ατυχήματος και ουδείς παρακολουθούσε το μισθωμένο ποδήλατο του θύματος, ούτε και προσέτρεξε κάποιο σκάφος του κατηγορουμένου προς βοήθεια. Οι μόνοι προστρέξαντες προς βοήθεια των απεγνωσμένα επί 20 λεπτά της ώρας ζητούντων βοήθεια μισθωτών του ποδηλάτου, ήταν άγνωστοι λουόμενοι, εκ των οποίων δύο (εξετασθέντες μάρτυρες) έφθασαν κοντά κολυμβώντας μετά 20 λεπτά της ώρας και ανέβασαν τον παθόντα στο ποδήλατο και μετά στο καΐκι του Μ που προσέτρεξε με το σκάφος του για να βοηθήσει, αφού τον φώναξαν από την οικία του, καΐκι με το οποίο και μεταφέρθηκε στην ακτή, όπου ασθενοφόρο τον παρέλαβε σε κακή κατάσταση και τον μετέφερε στο Κέντρο Υγείας ..., αλλά δεν πρόλαβαν τον από πνιγμό επελθόντα θάνατο, β) αναφέρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος και δη ότι οι άνω παραλείψεις του κατηγορουμένου ήταν εκείνες που δεν απέτρεψαν τον επελθόντα από πνιγμό θάνατο του μισθωτή του ποδηλάτου, γιατί δεν υπήρξε έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβαση με ταχύπλοη σωστική λέμβο από πλευράς κατηγορουμένου - υπευθύνου προσώπου προς βοήθεια και αποτροπή του πνιγμού, δεν υφίσταται καμία ασάφεια ή αντίφαση, ως προς το σημείο και την απόσταση που βρισκόταν το ποδήλατο από την ακτή, ως προς τα αίτια και τις συνθήκες που επήλθε ο πνιγμός, ως προς την ύπαρξη ή μη υπευθύνου προσώπου, αφού η προσβαλλόμενη σαφώς αναφέρει παντελή απουσία οιουδήποτε υπευθύνου στην περιοχή, τη στιγμή του ατυχήματος, ώστε να παρακολουθεί τα εκμισθούμενα σκάφη, να αντιληφθεί εγκαίρως τον επελθόντα κίνδυνο πνιγμού και να προστρέξει σε βοήθεια του μισθωτή, ήτοι προσδιορίζεται και το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου (άνευ συνειδήσεως αμέλεια) και ορίζεται στο αιτιολογικό ότι αν υπήρχαν τα προαναφερθέντα υποχρεωτικά από τον Κανονισμό Λιμένα σωστικά μέσα και το υπεύθυνο πρόσωπο εκεί να επιτηρεί τα εκμισθούμενα θαλάσσια ποδήλατα, είναι βέβαιο ότι θα άκουγε τις κλήσεις για βοήθεια, όπως τις άκουσαν τόσοι άλλοι λουόμενοι, θα έφθανε σε ελάχιστο χρόνο με τη σωστική ταχύπλοη λέμβο και θα σωζόταν ο παθών Ζ, που τελικά πέθανε από πνιγμό, αφού εξαντλήθηκε φωνάζοντας μαζί με τη φίλη του βοήθεια και περιμένοντας τη βοήθεια επί 20 λεπτά της ώρας, γ) αναφέρεται δε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των αναφερομένων ως άνω παραλείψεων του κατηγορουμένου εκπροσώπου της εκμισθώτριας εταιρείας, ως ενεργού αιτίας, και του επελθόντος αποτελέσματος του από πνιγμό θανάτου του άνω μισθωτή, γεγονός που θα αποφευγόταν, αν ο κατηγορούμενος είχε λάβει, όπως όφειλε εκ των καθηκόντων του ως εκπροσώπου της άνω εταιρείας, τα παραπάνω επιβαλλόμενα από τον Κανονισμό Λιμένα και προσήκοντα προστατευτικά μέτρα. Επίσης, δεν υπάρχει καμία ασάφεια, λογικό κενό ή αντίφαση αιτιολογικού και διατακτικού, γίνεται συσχέτιση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων και των προκυπτόντων από αυτά πραγματικών περιστατικών, έγινε ορθή υπαγωγή αυτών των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία δεν παραβιάστηκε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και η απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ήτοι οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, συναφείς δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329,331,333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η αρχή της προφορικότητας της δίκης και το κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του δεδομένου, μάλιστα, ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών ή η επισκόπηση σχεδιαγραμμάτων, σχεδίων, χαρτών και φωτογραφιών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου, που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της αποφάσεως, ως προς το αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι και σε αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, δηλαδή, εκείνα που υπήρχαν στη δικογραφία και εκείνα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν και επισκοπήθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνονται στη σελίδα 10-11 και τα παρακάτω: "Μετά την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, το Δικαστήριο επισκόπησε και τα παρακάτω ήτοι: έγχρωμο χάρτη της θαλάσσιας περιοχής ..., σχεδιάγραμμα του διπλ. Αρχιτέκτονα Μηχανικού ... και δύο έγχρωμες φωτογραφίες της θαλάσσιας περιοχής .... Για την ανάγνωση και την επισκόπηση των παραπάνω εγγράφων, σχεδιαγραμμάτων, χαρτών και φωτογραφιών, κανείς δεν έφερε αντίρρηση". Από τα παραπάνω σαφώς συνάγεται ότι επισκοπήθηκαν στο ακροατήριο τα παραπάνω, χωρίς αντίρρηση του κατηγορουμένου, ο συνήγορος του οποίου είχε κάθε δυνατότητα να ζητήσει το λόγο και να προβεί, κατ'άρθρον 358 ΚΠοινΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτά τα έγγραφα, από δε το γεγονός, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ότι στη σελίδα 12 του αιτιολογικού, αναφέρεται απλώς ότι το Δικαστήριο λαμβάνει γενικώς υπόψη του, πλην άλλων, και "τα αναγνωσθέντα έγγραφα", όχι "και τα επισκοπηθέντα έγγραφα", δε δημιουργείται καμία αμφιβολία ότι το Δικαστήριο συνεκτίμησε και τα παραπάνω επισκοπηθέντα σχεδιαγράμματα και φωτογραφίες, απλώς το Δικαστήριο εκφράστηκε στενώς και στην έννοια των αναγνωσθέντων προφανώς περιλαμβάνει και τα επισκοπηθέντα έγγραφα. Επίσης, από το γεγονός ότι στο αιτιολογικό, στη σελίδα 14, αναφέρεται για να απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι στον τόπο του ατυχήματος υπήρχε σωστική λέμβος, ότι " το ταχύπλοο σκάφος του οποίου προσκομίστηκε η άδεια (από 30-1-2000) με ιδιοκτήτρια την εκμισθώτρια, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν στο χώρο της εκμίσθωσης κατά τη στιγμή του επίδικου συμβάντος", προκύπτει ότι διηγηματικά και μόνον αναφέρεται η άνω μη αναγνωσθείσα άδεια του σκάφους, ούτε προκύπτει κάποια ασάφεια ως προς τα ληφθέντα υπόψη έγγραφα, ούτε ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε την ανάγνωση αυτής και το Δικαστήριο αρνήθηκε την ανάγνωση. Άρα, ο σχετικός για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ και άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚποινΔ και παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (510 παρ.1 στοιχ.Γ' του ίδιου Κώδικα) πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠοινΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 352, 353, 231 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση που κάποιος μάρτυρας κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανίσθηκε, όμως η μαρτυρία του κρίνεται αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας, στην περίπτωση που δεν κρατείται προσωρινά ο κατηγορούμενος, μπορεί το Δικαστήριο, κατά την κυριαρχική κρίση του, προαιρετικά να διατάξει τη διακοπή της δίκης έως οκτώ το πολύ ημέρες καθώς και τη βιαία προσαγωγή του μάρτυρα, αν δε στην επανάληψη της δίκης που διακόπηκε απουσιάζει και πάλιν ο μάρτυρας, επειδή δεν εκτελέστηκε η διαταγή για τη βιαία προσαγωγή του, το Δικαστήριο, αν κρίνει αναγκαία την αναβολή της δίκης για την υπόθεση, την αναβάλλει σε ρητή δικάσιμο μέσα σε 60 ημέρες. Απαιτείται όμως ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, με την οποίαν απορρίπτεται το αίτημα του κατηγορουμένου για την κλήτευση και στο ακροατήριο εξέταση του αναγκαίου κατ'αυτόν μάρτυρα για να κάνει αυτός και ο συνήγορός του, κατ'άρθρο 357 παρ.2 ΚΠοινΔ απευθείας στον μάρτυρα τις ερωτήσεις που είναι χρήσιμες για την εξακρίβωση της αλήθειας. Όπως δε προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' ΚΠοινΔ για να γεννηθεί η από τις τελευταίες διατάξεις προβλεπόμενη ακυρότητα θα πρέπει να υπάρχει από το νόμο υποχρέωση του Δικαστηρίου να προκαλέσει αυτό την άσκηση ορισμένου εκ μέρους του εισαγγελέως και του κατηγορουμένου και των συνηγόρων του δικαιώματος, που τους παρέχεται από τον νόμο. Τέτοια όμως υποχρέωση δεν δημιουργείται από τις προεκτεθείσες διατάξεις σε σχέση με το δικαίωμα των παραπάνω να ζητήσουν διευκρινίσεις και να απευθύνουν ερωτήσεις στους μάρτυρες για την εξακρίβωση της αληθείας, χωρίς υποβολή σχετικού αιτήματος, οπότε από την παραβίαση αυτή να δημιουργείται και λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτουν τα παρακάτω: Η ..., εμφανισθείσα στο ακροατήριο στην αρχή της αποδεικτικής διαδικασίας, ανήγγειλεν ότι η απουσιάζουσα και κλητευθείσα μάρτυρας κόρη της Θ, αδυνατεί να παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, διότι έχει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα λόγω του επίδικου συμβάντος και οποιαδήποτε πίεση θα μπορούσε να επιφέρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις στο πρόβλημά της, κατέθεσε δε και σχετική βεβαίωση Ψυχολόγου, η οποία και αναγνώσθηκε από το Δικαστήριο. Έπειτα ο συνήγορος του κατηγορουμένου, ζήτησε να διαταχθεί η βιαία προσαγωγή της άνω μάρτυρος, την οποία θεωρεί μόνη αυτόπτη και την ουσιωδέστερη για την αποκάλυψη της αλήθειας, για να της υποβάλλει και ερωτήσεις. Το Δικαστήριο, μετά σύμφωνη πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, δέχθηκε το εν λόγω αίτημα και διέταξε με τη με αριθμό 854/2008 παρεμπίπτουσα απόφασή του, την διαρκούσης της δίκης και εντός μιας ώρας βιαία προσαγωγή της μάρτυρος αυτής, ως κατοίκου ..., με το εξής αιτιολογικό: "Από τα έγγραφα της δικογραφίας, την ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου και τη διαδικασία γενικά προέκυψε ότι η μάρτυρας Θ, κλητεύθηκε εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πλην όμως δεν εμφανίστηκε και γνωστοποίησε στο Δικαστήριο ότι αδυνατεί να παρουσιαστεί διότι παρουσιάζει ψυχολογικά προβλήματα. Το Δικαστήριο ωστόσο κρίνει ότι η μαρτυρία της είναι αναγκαία και τα προβλήματά που επικαλείται δεν καθιστούν αδύνατη την προσέλευσή της και ότι πρέπει να διαταχθεί η βίαιη προσαγωγή της κατά την διάρκεια της συνεδριάσεως και εντός μιας ώρας, κατ'άρθρα 353 παρ.3 και 231 παρ. 4 του ΚΠοινΔ, προκειμένου να εξετασθεί ως μάρτυρας, δεκτού γενομένου σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου". Στη συνέχεια το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση των λοιπών έξι μαρτύρων κατηγορίας και στο ακροατήριο εμφανίστηκε ο αστυνομικός του Τμήματος Ασφαλείας Πατρών, ..., ο οποίος έλαβε το λόγο από τον πρόεδρο και ανέφερε ότι, σε εκτέλεση της με αριθμό 854/ 14-5-2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου, η οποία διατάζει να προσέλθει η απολιπόμενη μάρτυρας Θ, μετέβη στην οδό ..., στην ..., που διαμένει η μάρτυρας και βρίσκεται η οικία της παραπάνω, η οποία και δεν ανευρέθηκε, οπότε το Δικαστήριο, προχώρησε στην υπόλοιπη διαδικασία και στην ανάγνωση των εγγράφων, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία είναι καταχωρημένη και η κατάθεση στον πρώτο βαθμό της άνω μάρτυρος, χωρίς ο συνήγορος του κατηγορουμένου να επανέλθει επί του ζητήματος ή να υποβάλει νέο αίτημα, διακοπής της δίκης ή αναβολής της δίκης, ούτε δε και όταν ρωτήθηκε αργότερα από τον πρόεδρο, αν χρειάζονται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση, υπέβαλε κάποιο αίτημα σχετικά με την εξέταση ή μη της ουσιώδους αυτής μάρτυρος. Κατ' ακολουθία τούτων, εφόσον το αρχικό αίτημα του κατηγορουμένου, αφορούσε αποκλειστικά να διαταχθεί η βιαία προσαγωγή της άνω απολιπόμενης ουσιώδους μάρτυρος και έγινε δεκτό από το Δικαστήριο και μετά την αποτυχία ανευρέσεως και βιαίας προσαγωγής από την αστυνομική αρχή, δεν υποβλήθηκε κάποιο νέο αίτημα του κατηγορουμένου, όπως διακοπής ή αναβολής της δίκης, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε διακοπή ή αναβολή της δίκης και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας συνέβη, ούτε παραβιάστηκε κανένα υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου. Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ τέταρτος και τελευταίος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ελλείψει άλλων λόγων αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 46/17-12-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, για αναίρεση της με αριθ. 854,855/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια, δια παραλείψεως ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως, του κατηγορουμένου εκπροσώπου ΑΕ, εκμισθώτριας θαλασσίου ποδηλάτου, για λήψη μέτρων και διάσωση πνιγέντος μισθωτή-χρήστη του ποδηλάτου. Έννοια 15 και 302 ΠΚ. 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 171 παρ. 1 περ. Δ΄ και άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, για έλλειψη ακροάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. 2. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Ειδικότερα: α) σαφώς συνάγεται ότι επισκοπήθηκαν στο ακροατήριο τα παραπάνω σχεδιαγράμματα, χάρτες και φωτογραφίες, χωρίς αντίρρηση του κατηγορουμένου, ο συνήγορος του οποίου είχε κάθε δυνατότητα να ζητήσει το λόγο και να προβεί, κατ' άρθρον 358 ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτά τα έγγραφα, από δε το γεγονός, που αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι στη σελίδα 12 του αιτιολογικού, αναφέρεται απλώς ότι το Δικαστήριο λαμβάνει γενικώς υπ' όψη του πλην άλλων και "τα αναγνωσθέντα έγγραφα", όχι και τα επισκοπηθέντα έγγραφα, δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ότι το Δικαστήριο συνεκτίμησε και τα παραπάνω επισκοπηθέντα σχεδιαγράμματα και φωτογραφίες, απλώς το Δικαστήριο εκφράστηκε στενώς και στην έννοια των αναγνωσθέντων προφανώς περιλαμβάνει και τα επισκοπηθέντα έγγραφα. Επίσης, από το γεγονός ότι στο αιτιολογικό, στη σελίδα 14, αναφέρεται για να απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγο-ρουμένου ότι στον τόπο του ατυχήματος υπήρχε σωστική λέμβος, ότι "το ταχύπλοο σκάφος του οποίου προσκομίστηκε, η άδεια (από 30.1.2000) με ιδιοκτήτρια την εκμισθώτρια, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν στο χώρο της εκμίσθωσης κατά τη στιγμή του επίδικου συμβάντος", προκύπτει ότι διηγηματικά και μόνον αναφέρεται η άνω μη αναγνωσθείσα άδεια του σκάφους, ούτε προκύπτει κάποια ασάφεια ως προς τα ληφθέντα υπόψη έγγραφα, ούτε ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε την ανάγνωση αυτής και το Δικαστήριο αρνήθηκε την ανάγνωση. Β) εφόσον το αρχικό αίτημα του κατηγορουμένου αφορούσε αποκλειστικά να διαταχθεί η βιαία προσαγωγή της απολιπόμενης ουσιώδους μάρτυρος φίλης του πνιγέντος έγινε δεκτό από το Δικαστήριο και με παραπεμπτική 854 απόφασή του διέταξε την διαρκούσης της δίκης και εντός 1 ώρας βιαία προσαγωγή της άνω μάρτυρος και μετά την αποτυχία ανευρέσεως και βιαίας προσαγωγής από την αστυνομική αρχή, βλ. πρακτικά Φ5ο β, δήλωση Αστυνομικού ότι δεν την βρήκε στην οικίας της, δεν υποβλήθηκε κάποιο νέο αίτημα του κατηγορουμένου, όπως διακοπής ή αναβολής της δίκης, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε διακοπή ή αναβολή της δίκης και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας συνέβη, ούτε παραβιάστηκε κανένα υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου. Απορρίπτει.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Ακροάσεως έλλειψη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1326/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαϊρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, περί αναιρέσεως της 649/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1130/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το κατ'έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, καταδίκασε την κατηγορουμένη αναιρεσείουσα, για τέσσερις παραβάσεις ειδικών ουσιαστικών ποινικών νόμων, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ως αιτιολογία της αποφάσεώς του, το Δικαστήριο διέλαβε τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκε νόμιμα στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε, ότι η κατηγορουμένη κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο τέλεσε από κοινού με τους Ζ και Ψ ως ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της ομορρύθμου εταιρείας υπό την επωνυμία "... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...",με περισσότερες πράξεις πλείονα εγκλήματα και συγκεκριμένα: 1] αφενός μεν προέβη σε εγκατάσταση σταθμών εκπομπής ραδιοσήματος και κατασκευής κεραίας σταθμών, καθώς και σε χρήση σταθμών εκπομπής ραδιοσήματος στην ξηρά, χωρίς άδεια ή έγκριση της αρμοδίας Αρχής και αφ'ετέρου παρεμπόδισε τα αρμόδια όργανα να πραγματοποιήσουν έλεγχο των σταθμών εκπομπής ραδιοσήματος και των εγκαταστάσεων αυτών. Ειδικότερα προέβησαν στην εγκατάσταση τριών σταθμών εκπομπής τηλεοπτικής εικόνας, σε δύο μεταλλικούς οικίσκους, (κοντέϊνερ) και σε ένα τροχόσπιτο, και ενός συστήματος τηλεοπτικών κεραιών, σε ακίνητο ιδιοκτησίας της και από τις εγκαταστάσεις αυτές λειτουργούσαν τρεις τηλεοπτικούς σταθμούς, οι οποίοι εξέπεμπαν τηλεοπτική εικόνα με πορνογραφικό περιεχόμενο στην συχνότητα δ 39 και στους διαύλους συχνοτήτων 67 και 68, χωρίς άδεια εγκατάστασης κατασκευής κεραίας σταθμού ή έγκριση του αρμοδίου Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και αφ' ετέρου τοποθέτησαν ασύρματο ηλεκτρονικό σύστημα διακοπής της λειτουργίας των σταθμών και κλείδωσαν τους παραπάνω μεταλλικούς οικίσκους (κοντέϊνερ), όπου βρίσκονταν τοποθετημένα και λειτουργούσαν τα μηχανήματα των σταθμών, με τρόπο πολύπλοκο και απαραβίαστο, που χρησιμοποιείται στα χρηματοκιβώτια υψίστης ασφαλείας, ώστε να αποτρέψουν την διενέργεια νομίμου ελέγχου και την διαπίστωση της παράνομης λειτουργίας των σταθμών τους και έτσι, όταν, την 24.10.2001, κατά την διάρκεια νομότυπου ελέγχου, που διενεργήθηκε από κλιμάκιο τεχνικών της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και αστυνομικών του ΙΒ' Τμήματος Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, διαπιστώθηκε, με τη βοήθεια ειδικών ηλεκτρονικών μηχανημάτων (ραδιογωνιομέτρων κ.λ,π.), η εκπομπή εικόνας από τους τρεις τηλεοπτικούς σταθμούς με την χρήση τηλεχειριστηρίου, σταμάτησε η εκπομπή, όταν δε οι Αστυνομικοί επιχείρησαν να εισέλθουν στους οικίσκους, όπου βρίσκονταν τοποθετημένοι οι σταθμοί εκπομπής, τούτο δεν κατέστη εφικτό, διότι η παραβίαση των κλειδαριών ήταν αδύνατη χωρίς τη χρήση ειδικών μηχανημάτων κοπής σιδήρου, το ίδιο δε βράδυ η κατηγορουμένη από κοινού με τους Ζ και Ψ απομάκρυνε όλο τον εξοπλισμό και τις συναφείς εγκαταστάσεις των τηλεοπτικών σταθμών τους και έτσι, όταν την επομένη ημέρα -25.10.2001-, όταν διενεργήθηκε εκ νέου έλεγχος στους σταθμούς εκπομπής και τις εγκαταστάσεις αυτών και, με τη βοήθεια ειδικού τεχνικού παραβίασης χρηματοκιβωτίων, παραβιάστηκαν οι κλειδαριές, δεν βρέθηκε τίποτε. 2] προέβη σε μετάδοση τηλεοπτικού σήματος, χωρίς άδεια ίδρυσης, και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού της αρμόδιας αρχής και συγκεκριμένα, η κατηγορούμενη με τους Ζ και Ψ, μετά από συναπόφασή τους, λειτουργώντας τους αναφερόμενους στην υπό στοιχείο 1 πράξη τρεις τηλεοπτικούς σταθμούς, προέβη σε μετάδοση τηλεοπτικής εικόνας με πορνογραφικό περιεχόμενο στην συχνότητα δ 39 και στους διαύλους συχνοτήτων 67 και 68, χωρίς την προβλεπόμενη από το Ν. 1730/1987 άδεια ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως, 3] προκάλεσε επιβλαβείς παρενοχλήσεις (παρεμβολές), δια πιστωμένες από την Αρμόδια αρχή, σε άλλο νόμιμο χρήστη και εξέπεμπαν χωρίς άδεια σε ζώνες ραδιοσυχνοτήτων που δεν προβλέπονται για την συγκεκριμένη υπηρεσία στον Εθνικό Κανονισμό Κατανομής Ζωνών Συχνοτήτων και συγκεκριμένα, η κατηγορούμενη με τους Ζ και Ψ, μετά από συναπόφασή τους, όπως διαπιστώθηκε κατά τον προαναφερθέντα έλεγχο, λειτουργούσαν τους αναφερόμενους στην υπό στοιχείο 1 πράξη τρεις τηλεοπτικούς σταθμούς και μετέδιδαν τηλεοπτική εικόνα στην συχνότητα S 39 - ζώνη 447-448 ΜΗΖ και στους διαύλους συχνοτήτων 67 και 68 ζώνη 838-869 ΜΗΖ, προκαλώντας επιβλαβείς παρενοχλήσεις στις, επικοινωνίες των Ενόπλων Δυνάμεων που είναι οι νόμιμοι χρήστες των προαναφερόμενων ζωνών συχνοτήτων, στις οποίες εξέπεμπαν χωρίς άδεια και οι οποίες - ζώνες συχνοτήτων - δεν προβλέπονται για την συγκεκριμένη υπηρεσία στον Εθνικό Κανονισμό κατανομής Ζωνών Συχνοτήτων, αφού η μετάδοση τηλεοπτικής εικόνας επιτρέπεται αποκλειστικά στη ζώνη συχνοτήτων 470 έως 838 ΜΗΖ. 4] ενώ οι τηλεοπτικοί σταθμοί οφείλουν να εκπέμπουν αποκλειστικά εντός της ζώνης συχνοτήτων των 470 έως 838 ΜΗΖ και από ένα μόνο, δίαυλο ανά κέντρο εκπομπής, κατηγορούμενη από κοινού με τους Ζ και Ψ, μετά από συναπόφασή τους, λειτούργησαν τηλεοπτικό σταθμό που εξέπεμπε εκτός της ζώνης των συχνοτήτων 470 έως 838 ΜΗΖ και από περισσότερους διαύλους και συγκεκριμένα, όπως διαπιστώθηκε κατά τον προαναφερθέντα έλεγχο, λειτουργούσαν τους αναφερόμενους στην υπό στοιχείο 1 πράξη τρεις τηλεοπτικούς σταθμούς και μετέδιδαν τηλεοπτική εικόνα πορνογραφικού περιεχομένου στην απαγορευμένη συχνότητα δ 39 -ζώνη 447-448 ΜΗΖ και στους διαύλους απαγορευμένων συχνοτήτων 67 και 68 - ζώνη 838 - 869 ΜΗΖ. Ενόψει των αποδειχθέντων πιο πάνω περιστατικών στοιχειοθετούνται πλήρως αντικειμενικά και υποκειμενικά οι αποδιδόμενες σ' αυτήν αξιόποινες πράξεις και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχη αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχη τη δια δικηγόρου παραστάσα αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα, (έγγραφα και μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως), επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτών κρίσεώς του, μη περιορισθέν στις αναγνωσθείσες από 25-10-2002 εκθέσεις αστυνομικής έρευνας, εκθέτει δε και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων που ισχύουν, 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1, 45, 94 παρ.1 του ΠΚ, 1 παρ.1, 2εδ.Α, 5 εδ.Α, Β του Ν.2801/2000. 16 παρ.2 ν. 1730/1987, όπως αντικ. με 4 παρ.7 ν. 2328/1995 και 17 παρ. 4,5,6 εδ. α ν.2644/1998 σε συνδ. με 4 παρ. 2, 7 του ν. 2328/1995, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις και τους λόγους αναιρέσεως, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συμπληρούμενου από το διατακτικό με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο, συνάγεται: 1) το αιτιολογικό περιέχει όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των άνω τεσσάρων εγκλημάτων, 2) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται ότι η κατηγορουμένη, ως ομόρρυθμος εταίρος της σε αυτή ΟΕ, από κοινού με τους δύο συνεταίρους της, στις 24-10-2001 ως άνω: α) ότι προέβησαν χωρίς τις απαιτούμενες από τους παραπάνω ειδικούς νόμους άδειες της αρμόδιας αρχής, σε γενόμενες εγκαταστάσεις, κεραιών σταθμών και σταθμού εκπομπής ραδιοσήματος και τριών σταθμών εκπομπής τηλεοπτικής εικόνας, με πορνογραφικό περιεχόμενο, σε ακίνητο ιδιοκτησίας της, ότι αυτοί παρεμπόδισαν τη διενέργεια νομίμου ελέγχου των άνω σταθμών τους, β) ότι προέβησαν σε ίδρυση και λειτουργία των άνω τριών κλειδωμένων τηλεοπτικών σταθμών και δε μετάδοση τηλεοπτικού σήματος, χωρίς νόμιμη άδεια, γ) ότι προέβησαν σε μετάδοση χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, σε απαγορευμένες ζώνες συχνοτήτων και προκάλεσαν επιβλαβείς παρεμβολές στις επικοινωνίες των Ενόπλων Δυνάμεων, δ) ότι λειτούργησαν τους τρεις τηλεοπτικούς σταθμούς που εξέπεμπαν εκτός της επιτρεπομένης ζώνης συχνοτήτων 470 έως 838 ΜΗΖ, με τηλεοπτική εικόνα πορνογραφικού περιεχομένου και δη στη ζώνη 447 - 448 ΜΗΖ, με περισσότερους από ένα διαύλους, 3) δεν ταυτίζονται κατά το περιεχόμενο οι δύο ως άνω α και β αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη, και ορθά επιβλήθηκαν δύο χωριστές ποινές, 4) το Δικαστήριο, δεν υπεχρεούτο να αποφανθεί εάν οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί, για τη χωρίς άδεια της αρμοδίας αρχής, λειτουργία κλπ των οποίων, καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη, ανήκαν ή όχι στην κατηγορία των τηλεοπτικών σταθμών περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας που λειτουργούσαν κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 17 παρ. 1, 3, 4, 5 του ν. 3644/1998 και αν είχε υποβάλει εμπροθέσμως η κατηγορουμένη και η ομόρρυθμη εταιρεία της, σχετική αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού, σύμφωνα με τη διαδικασία των εκδοθεισών με αριθ. 4775/1998 και 15011/1978 αποφάσεων του Υπουργείου Τύπου και ΜΜΕ, ώστε να θεωρηθούν οι εν λόγω παράνομοι σταθμοί, "ως νομίμως λειτουργούντες" εντός της γεωγραφικής περιοχής που αντιστοιχεί στον αναγραφόμενο στην υποβληθείσα εμπροθέσμως αίτησή τους Χάρτη Συχνοτήτων, της 15587/1997 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Τύπου και ΜΜΕ, κατά το μεταβατικό στάδιο της διαδικασίας αδειοδοτήσεως όλων των τηλεοπτικών σταθμών, δηλαδή μέχρι την έκδοση των σχετικών αδειών, κατά το άρθρο 17 του ν. 2644/1998 και 19 του ν. 3051/2002, αφού δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι η κατηγορουμένη, είχε προβάλει τέτοιο αυτοτελή ισχυρισμό, ούτε ότι είχε καταθέσει στο ακροατήριο σχετικά έγγραφα( αίτηση κλπ δικαιολογητικά) για ανάγνωση, για να διερευνηθεί το ζήτημα αυτό από το Δικαστήριο. Συνεπώς, δε δημιουργείται καμία ασάφεια ή λογικό κενό, ώστε συνεπεία τούτου να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος για τη σωστή ή όχι εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και προβλέπουν τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη και οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι ως άνω πλημμέλειες είναι αβάσιμοι, ενώ ουδεμία παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και της αρχής της αναλογικότητας επήλθε, εκ του ότι αντιμετωπίζονται από το νόμο 2744/1998 ως νομίμως λειτουργούντες οι παλαιοί τηλεοπτικοί σταθμοί οι οποίοι από παλιά λειτουργούσαν παράνομα και έχουν εμπρόθεσμα υποβάλει αρμοδίως αίτηση για χορήγηση αδείας, σε σχέση με τη λειτουργία παρανόμως χωρίς άδεια των νέων τηλεοπτικών σταθμών, καθόσον η καθυστέρηση επί τόσα χρόνια εκκαθαρίσεως των παλαιών αιτήσεων και του ραδιοτηλεοπτικού πεδίου και των συχνοτήτων, βαρύνει αποκλειστικά την πολιτεία και όχι τους τηλεοπτικούς σταθμούς. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. ( άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 -5-2008 αίτηση - δήλωση της Χ για αναίρεση της με αριθμό 649/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση 1 παρ.1, 2Α, 5Α, Β του Ν.2801/2000. Παράβαση 16 παρ. 2 ν. 1730/1987, όπως αντικ. με 4 παρ. 7 ν. 2328/1995 και παράβαση 17 παρ. 4, 5, 6 αν. 2644/1998 σε συνδ. με 4 παρ. 2, 7 ν. 2328/1995. 1. Κεραία σταθμού ραδιοσήματος χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής. 2. Μετάδοση Τηλεοπτικού Σήματος χωρίς άδεια ίδρυσης Τηλεοπτικού Σταθμού. 3. Παρεμβολές και Εκπομπή σε ζώνη Ραδιοσυχνοτήτων χωρίς άδεια αρχής. 4. Λειτουργία τριών Τηλεοπτικών Σταθμών και μετάδοση εικόνων πορνογραφικού περιεχομένου σε απαγορευμένη ζώνη συχνοτήτων. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ και 6 της ΕΣΔΑ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του ποινικού νόμου και για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναλογικότητας αρχή, Ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί.
0
Αριθμός 1325/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δημητρούκα, περί αναιρέσεως της 74197/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1699/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διανομή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση του εγγράφου γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ένδικων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 Κ.Ποιν.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον Κ.Ποιν.Δ. (άρθρο 139) απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (ΟλΑΠ 4/1995 και 7/1994), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής" χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή, ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως "ως άγνωστης διαμονής" και εντεύθεν μη γνώση από τον εκκαλούντα της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του, αλλά μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 74197/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμ. εκθέσεως 13171/2007 του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη από συνήγορό του, κατά της υπ' αριθμ. 74954/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος ερήμην, για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, σε ποινή φυλάκισης δέκα τριών (13) μηνών και χρηματική ποινή οκτακοσίων (800) ευρώ. Από την ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων φερόμενος στην εν λόγω έφεση ως κάτοικος ..., οδός ... αρ. ..., προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, είχε προβάλλει ότι "ουδέποτε του κοινοποιήθηκε η προσβαλλομένη απόφαση". Έλαβε γνώση αυτής την 19-10-2007 από το Α.Τ. ... . Η γνωστή διαμονή του από τον Ιανουάριο του έτους 2005 μέχρι και σήμερα είναι αυτή στην οδό ... αριθμ. ...- ..., γνωστή διαμονή και στην Εισαγγελική και Αστυνομική Αρχή. Συνεπεία της μη γνώσεως της υπάρξεως της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι την 19-10-2007 δεν ηδυνήθην να ασκήσει εμπροθέσμως έφεση. Στην οδό ... αριθμ. ... στο ... διέμενε μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 1999. Εν συνεχεία από τον Φεβρουάριο 1999 μέχρι το τέλος του έτους 2004 διέμενε στην οδό ... αριθμ. ...-... . Την 11-4-2005 είχε γνωστή διαμονή στην οδό ... αριθμ. ...-... όπου έπρεπε να του κοινοποιηθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και δεν ήτο αγνώστου διαμονής που του κοινοποιήθηκε η απόφαση". Κατά την εκδίκαση, της εφέσεως, εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως, ο συνήγορος που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο, δήλωσε ότι "ο πελάτης του δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως και ζήτησε να εξετασθεί μάρτυρας αποδείξεως περί του εμπροθέσμου της εφέσεως ...". Είχε, δηλαδή, προβάλλει ο κατηγορούμενος με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξαιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε, και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και μη γνώση ως εκ τούτου απ' αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Δεν αναφέρει, όμως, στην άνω έφεσή του ο κατηγορούμενος αν τη φερομένη ως τελευταία γνωστή κατοικία του είχε δηλώσει κατά οποιοδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως ή πότε και πως τούτο έχει καταστεί γνωστό στην Εισαγγελία από δικές του ενέργειες, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε. Στην αιτιολογία δε της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνονται τα εξής: "Ο εκκαλών εις τα έγγραφα του ΙΚΑ φέρεται ως έχων διεύθυνση ...-... (βλ. έγγραφα ΙΚΑ προς Εισαγγ. Αθηνών) και δεν έχει δηλώσει αλλαγή διεύθυνσης ούτε στις υπηρεσίες του ΙΚΑ ούτε της Εισαγγελίας, δεδομένου ότι ήδη από το 2001 γνώριζε τις ποινικές του δοσοληψίες ενώ η εκκαλουμένη απόφαση εκδόθηκε στις 3-6-2002 και επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 11-4-2005 (βλ. αποδεικτικό επιδόσεως με ίδια ημερομηνία). Η έφεση ασκήθηκε από τον εκκαλούντα στις 24-10-2007 ήτοι μετά την πάροδο διετίας και πλέον από την επίδοση της απόφασης. Επομένως η κρινόμενη έφεση, της οποίας δεν απεδείχθη ότι υπήρχε λόγος που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της (επίδοση απόφασης νόμιμη) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη γι'αυτό τον λόγο". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης και εντεύθεν απαράδεκτης, αποφάσεως είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ'αυτήν τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στον εκκαλούντα (11-4-2005), το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως (που είναι το υπ' αριθμ. 2 αναγνωσθέν έγγραφο - βλ. σελ. 3) και η χρονολογία ασκήσεως εφέσεως (25-10-2007), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Εφόσον δε ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως τη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ... αριθμ. ... στη ..., καθώς και τον τρόπο με τον οποίο την κατέστησε γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση που αναφέρεται στη μήνυση (οδός ... αριθμ. ... στο ...), ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν υποχρεούτο το δικάσαν Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στη ..., εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, δηλαδή ελλιπής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Απορριπτέες, ειδικότερα, είναι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο για το εκπρόθεσμο της εφέσεως μάρτυρα, γιατί όπως αναφέρθηκε, η εξέταση αυτή ήταν περιττή, β) ότι μόνο το από 11-4-2005 αποδεικτικό επίδοσης του αστυνομικού ... προς το Δήμαρχο ..., δεν κάλυπτε το νόμιμο της επίδοσης της υπ' αριθμ. 74954/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προς αυτόν ως αγνώστου διαμονής, αφού η σχετική επίδοση για την οποία συντάχθηκε το προαναφερόμενο αποδεικτικό συνδέεται πρόδηλα με την από 8-4-2005 βεβαίωση του ίδιου ως άνω αστυνομικού περί αναζητήσεως και μη ανεύρεσης του (κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος) στην αρχική κατοικία του επί της οδού ... στο ..., της οποίας δεν αμφισβήτησε ο αναιρεσείων την ύπαρξη και τη γνησιότητα, χωρίς να υπερβεί ως εκ τούτου (δηλ. την αναφορά μόνο του ως άνω αποδεικτικού επίδοσης) και την εξουσία του ως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και γ) ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πως και από ποια αποδεικτικά μέσα σχηματίσθηκε η δικαστική πεποίθηση ότι η τελευταία γνωστή κατοικία του αναιρεσείοντος ήταν στην οδό ... αρ. ... στο ..., γιατί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως δεν απαιτείτο να μνημονεύεται ειδικώς από ποιο αποδεικτικό μέσο συνήγαγε την κρίση περί της τελευταίας γνωστής κατοικίας του αναιρεσείοντος αλλ' αρκούσε η γενική βεβαίωση περί της εν λόγω τελευταίας γνωστής κατοικίας. Το κατά πόσο δε αποδεικνυόταν πράγματι τούτο από το αποδεικτικό επιδόσεως ανάγεται στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου. Επομένως, τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους ως άνω δύο λόγους αναιρέσεως είναι αβάσιμα, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που δεν αναφέρονται στην απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, είναι απαράδεκτες. Ύστερα απ' αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 74197/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης. Αίτηση αναίρεσης κατά της απορριψάσης την έφεση απόφασης Δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Υποχρέωση κατηγορουμένου να γνωστοποιεί στην αρμόδια Εισαγγελική αρχή τη μεταβολή της κατοικίας του για το έγκυρο των επιδόσεων σε αυτόν.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1324/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Δουκάκη, για αναίρεση της 1725/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 14 Απριλίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 117/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση εγγράφου από το δράστη, που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, ήτοι η αλλοίωση της έννοιάς του, με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και, επιπλέον, το σκοπό του δράστη (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, που μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτον και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ο τρίτος ή να παραπλανηθεί από αυτό. Η χρήση του εγγράφου από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας, αλλά επιβαρυντική περίσταση, που λαμβάνεται υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά και η συμπλήρωση από τον υπαίτιο των στοιχείων του άρθρου 1 του Ν. 5960/1933 ελλιπούς ως προς τα στοιχεία αυτά επιταγής, εν αγνοία και παρά τη θέληση του δικαιούχου της, χρήση δε αποτελεί η κατά οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου, αμέσως ή εμμέσως, δι' άλλου προσώπου τελούντος σε καλή πίστη, και ιδίως, αν πρόκειται για πλαστή επιταγή, η οπισθογράφησή της και η εμφάνιση προς πληρωμή της στην πληρώτρια Τράπεζα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για πλαστογραφία με χρήση αποφάσεως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Αρκεί να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Η εσφαλμένη, όμως, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή μαρτυρικών καταθέσεων δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στη διάταξη την οποία εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίασή της γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανέλεγκτα, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων στο προοίμιο του σκεπτικού της αποδεικτικών μέσων ότι "ο κατηγορούμενος Χ, περί τα τέλη του μηνός Μαΐου 2001, υπό την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε", που είχε αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία βιομηχανικών κα υδραυλικών ειδών, εξέδωσε την υπ' αριθμό ... τραπεζική επιταγή, ποσού 5.000.000 δραχμών της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος. Η τραπεζική αυτή επιταγή, η οποία ήταν μεταχρονολογημένη, καθόσον αναγραφόταν επ' αυτής ως ημερομηνία εκδόσεως η 30η Νοεμβρίου 2001, παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο στον εγκαλούντα Ψ, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους κάποια εμπορική συνεργασία. Ο κατηγορούμενος, όμως, ήταν κύριος ενός ισογείου καταστήματος μετά υπογείου, κειμένου στον ... για το οποίο είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον να το αγοράσει ο ως άνω εγκαλών, αντί συνολικού τιμήματος 30.000.000 δραχμών. Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον Ψ(εγκαλούντα),ως προκαταβολή, το ποσό των 5.000.000 δραχμών και ο τελευταίος του το κατέβαλε. Η καταβολή του αμέσως προηγουμένου ποσού (5.000.000 δρχ) έγινε χωρίς να συνταχθεί το οριστικό συμβόλαιο και έτσι ο εγκαλών ζήτησε και έλαβε από τον κατηγορούμενο την προαναφερόμενη επίδικη τραπεζική επιταγή, για να εξασφαλίσει την είσπραξη της προκαταβολής που έδωσε, για την περίπτωση ματαιώσεως της κατάρτισης της σύμβασης. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο εγκαλών συμπλήρωσε μόνο το ονοματεπώνυμο του με κεφαλαία γράμματα (Ψ) στην εμπρόσθια όψη της επιταγής μετά τη λέξη "εις διαταγή". Με την κατάρτιση του υπ' αριθμόν ... συμβολαιογραφικού προσυμφώνου πωλήσεως του ως άνω ακινήτου, το οποίο έγινε τελικώς επ' ονόματι του υιού του εγκαλούντος ..., ο εγκαλών κατέβαλε το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ενώ επέστρεψε την επίδικη επιταγή στον κατηγορούμενο. Κατά την επιστροφή της παραπάνω επιταγής, ο εγκαλών δεν είχε υπογράψει στην οπίσθια σελίδα αυτής (επιταγής) ως πρώτος οπισθογράφος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, την κατείχε μόνο προς εξασφάλιση του καταβληθέντος, ως προκαταβολή, ως άνω ποσού (5.000.000 δρχ). Το γεγονός ότι ο εγκαλών δεν είχε θέσει την υπογραφή του σε κάποιο σημείο του σώματος της πιο πάνω επιταγής αποδείχθηκε από την ρητή δήλωση του κατηγορουμένου στην από 22.1.2002 υπεύθυνη δήλωση του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, μετά την επιστροφή της επίδικης επιταγής από τον εγκαλούντα στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος, σε ανεξακρίβωτη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από 8.8.2001 έως 30.11.2001, κυκλοφόρησε παράνομα αυτή, θέτοντας στην οπίσθια όψη της συμβολική υπογραφή του εγκαλούντος, ώστε να φαίνεται εκείνος (εγκαλών) ότι την είχε οπισθογραφήσει ως πρώτος οπισθογράφος και με αυτό τον τρόπο υπήρχε νόμιμη σειρά οπισθογράφησης. Μετά την πλαστογράφηση της υπογραφής του εγκαλούντος από τον κατηγορούμενο, αυτός παρέδωσε την πλαστογραφημένη επιταγή στον Ξ, με τον οποίο είχαν γνωριμία ως παλιοί συμμαθητές. Ακολούθως, ο Ξ οπισθογράφησε την ίδια επιταγή προς το Ζ, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", προκειμένου να εξοφληθούν οικονομικές υποχρεώσεις του προς το Ζ. Ο κατηγορούμενος, θέτοντας εν αγνοία του εγκαλούντος την υπογραφή του τελευταίου στην επίδικη τραπεζική επιταγή, ως πρώτου οπισθογράφου, σκοπούσε να εξυπηρετήσει τον Ξ, με την παραπλάνηση του τρίτου κομιστή (Ζ) ότι ο εγκαλών ως λήπτης είχε κανονικά οπισθογραφήσει την τραπεζική επιταγή και, εκτός από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ήταν και αυτός (εγκαλών) επιπλέον υπόχρεως εξ αυτής για την πληρωμή της. Άλλωστε, όπως κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο ο Ζ (τελευταίος κομιστής της επιταγής) ο οποίος με βάση αυτή, εξέδωσε και σε βάρος του εγκαλούντος διαταγή πληρωμής, παρέλαβε την επίδικη επιταγή από τον Ξ, ο οποίος του είχε πει ότι έχει συναλλαγές μόνο με τον κατηγορούμενο, ενώ, επί πλέον, ο εγκαλών δεν γνώριζε καθόλου ούτε τον Ξ, ούτε το Ζ. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι μόνο ο κατηγορούμενος μπορούσε να επανακυκλοφορήσει την επίδικη τραπεζική επιταγή, αφού εκείνος την κατείχε μετά την επιστροφή της από τον εγκαλούντα και έτσι, εν αγνοία του τελευταίου, προέβη στην πλαστογράφηση της υπογραφής του, θέτοντας αυτή στη θέση του πρώτου οπισθογράφου. Τέλος, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι, κατά την παράδοση της επίδικης επιταγής απ' αυτόν(κατηγορούμενο) προς τον Ξ, δεν υπήρχε υπογραφή στη θέση του πρώτου οπισθογράφου. Ενόψει, λοιπόν, των όσων προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο τούτο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, όσον αφορά την ένδική ποινική υπόθεση και έτσι πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα του κατηγορουμένου, που υποβλήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, περί αναβολής της εκδίκασης αυτής, προκειμένου α) να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη και β) να κληθεί, ως μάρτυρας, ο Ξ (ο οποίος, άλλωστε δεν έχει καταθέσει σε κάποιο στάδιο της ποινικής διαδικασίας). Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της διωκομένης και αποδιδομένης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως της "πλαστογραφίας μετά χρήσεως", όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Επίσης, το παρόν Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την ως άνω πράξη του και συνεπώς πρέπει να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του και της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2α' του Π.Κ), ανεξαρτήτως της αοριστίας του, τυγχάνει απορριπτέος και ως κατ' ουσία αβάσιμος". Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα πλαστογραφίας μετά χρήσεως και δεχόμενο ότι στο πρόσωπο του συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, αφού εκθέτει σ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του ως άνω άρθρου 216 § 1 ΠΚ που εφήρμοσε, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) προσδιορίζονται και ειδικά αιτιολογούνται: 1)ο τρόπος τελέσεως του εγκλήματος, συνιστάμενος στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου με την άνευ δικαιώματος συμπλήρωση του ελλείποντος στοιχείου της επιταγής, θέτοντας την υπογραφή του εγκαλούντος στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, 2) ο επιδιωκόμενος σκοπός, συνιστάμενος στην παραπλάνηση των μετέπειτα κομιστών της επιταγής (μεταξύ των οποίων και ο Ζ) και των αρμοδίων προς πληρωμή της υπαλλήλων της πληρώτριας Τράπεζας, δεν ήταν δε αναγκαίο να αιτιολογείται ειδικά και η γνώση του αναιρεσείοντος για την πλαστότητα της επιταγής, αφού αυτή ενυπάρχει στο πρόσωπο του, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που γίνονται δεκτά 3) οι έννομες συνέπειες της πράξεως του κατηγορουμένου, συνιστάμενες στο ότι ο εγκαλών εμφανίστηκε ως υπόχρεο προς πληρωμή, από την επιταγή, πρόσωπο 4) η χρήση της πλαστής επιταγής, συνισταμένη στη θέση της σε κυκλοφορία και την παράδοση της στον Ξ, 5) η απόρριψη του αιτήματος για την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, προκειμένου να κληθεί ο μάρτυρας Ξ και να διενεργηθεί Γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, με την ειδικότερη αιτιολογία, που προαναφέρθηκε και η οποία είναι επαρκής, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης του, σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ενοχή του κατηγορουμένου, ως προς την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη από τα υπόλοιπα στοιχεία, τα οποία έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και δεν έκρινε αναγκαία τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης που ζητήθηκε και την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης για να προσέλθει ο μάρτυρας που προαναφέρθηκε, του οποίου την εμφάνιση δεν έκρινε αναγκαία για την ασφαλή κρίση του και για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτός δεν είχε εξετασθεί κατά το στάδιο της προδικασίας β) το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της, αλλά περιέχει επιπλέον πραγματικά περιστατικά, τα οποία, στο σύνολο τους, επαρκώς θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης γ) από την περιληπτική έκφραση στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως "από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά", προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά, δ) δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αξιολόγηση και συσχετισμός των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, ούτε και αναφορά της παραδοχής που προέκυψε από το καθένα ε)η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα αντίθεση των παραδοχών της αποφάσεως προς τις επισημαινόμενες μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια με την έννοια της αντιφάσεως και εντεύθεν της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως οι 1)από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος της αιτήσεως, πρώτος, τέταρτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, ένατος και ενδέκατος του δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως και 2)από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, δέκατος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά, που, κατά νόμο, απαιτούνται για τη συγκρότηση της νομικής έννοιας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολόγησης και, σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο, για συνδρομή στο πρόσωπό του ορισμένης ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, μετά την απολογία του, ζήτησε, διά του συνηγόρου του, εκτός από την ελαφρυντική περίσταση που του αναγνώρισε το Δικαστήριο, δηλαδή εκείνη του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' του Π.Κ., να του αναγνωριστεί "το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ" δίχως όμως να επικαλεστεί πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να θεμελιώσει τον παραπάνω ισχυρισμό του. Το Εφετείο Πειραιώς απέρριψε αυτόν "ως κατ' ουσία αβάσιμο", δίχως να διαλάβει στην απόφαση του ειδικότερη αιτιολογία. Όμως Ο ισχυρισμός αυτός ήταν αόριστος και συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και ακόμη να αιτιολογήσει την απόρριψη του. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πέμπτος στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με τους δεύτερο και τρίτο, του δικογράφου των προσθέτων λόγων, λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται ακυρότητα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, που προκλήθηκε στο ακροατήριο, διότι 1) αναγνώσθηκαν έγγραφα των οποίων η ταυτότητα δεν προσδιορίζεται και 2) το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να απορρίψει τον ισχυρισμό του από το άρθρο 84 παρ. 2 α ΠΚ, έλαβε υπόψη του, δίχως να αναγνωσθεί, το δελτίο του ποινικού του μητρώου. Όμως από τις αιτιάσεις αυτές 1)η πρώτη είναι αόριστη, διότι δεν προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν και δεν γίνεται επίκληση ότι ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο Πειραιώς και 2) η δεύτερη είναι αβάσιμη, αφού από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ποινικό μητρώο του αναιρεσείοντος, ανεξαρτήτως του ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ισχυρισμός ήταν αόριστος και συνεπώς, δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα και αν ακόμη το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό. Συνεπώς είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν και οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν πρέπει η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-1-2009 αίτηση του Χ και τους από 14-4-2009 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 1725/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία μετά χρήσε-ως. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Ακυρότητα διαδικασίας, από λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν και μη προσδιορισμό της ταυτότητας εγγράφων που αναγνώστηκαν. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
0
Αριθμός 1327/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρίζο, περί αναιρέσεως της 2173/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1924/2008. Αφού άκουσε ον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α και ζ του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.2161/1993, τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων(290.000) ευρώ, όποιος πλην άλλων, πωλεί, αγοράζει ή και κατέχει ναρκωτικές ουσίες. Κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου 1729/1987, ο δράστης των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 5, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή από 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, εκτός των άλλων, και όταν ενεργεί κατ' επάγγελμα ή συνήθεια ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Η έννοια των περιστάσεων αυτών ορίζεται, αντίστοιχα , στις διατάξεις του άρθρου 13 εδ. στ' και ζ', κατά τις οποίες κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Περαιτέρω, δια του ν. 3459/2006 "Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά", ορίζεται στο άρθρο πρώτο αυτού, ότι "κυρώνεται, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ.7 του Συντάγματος, ο παρών Κώδικας νόμων για τα ναρκωτικά, με τον οποίο κωδικοποιούνται οι ισχύουσες διατάξεις" και στο άρθρο δεύτερο αυτού ότι " από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται κάθε διάταξη γενική ή ειδική που αφορά θέματα ρυθμιζόμενα από τον παρόντα Κώδικα". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι, λόγω του χαρακτήρος του άνω ν. 3459/2006 ως κωδικοποιητικού (ΚΝΝ), δεν καταργήθηκαν, από 26-5-2006 που ισχύει αυτός, οι παραπάνω διατάξεις του ν. 1729/1987 και ν. 2161/1993, περί ναρκωτικών, που ίσχυαν κατά την εφαρμογή του και με την κωδικοποίησή τους και τη μεταφορά τους στον ΚΝΝ, αντίστοιχα και ταυτόσημα, στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 α,ζ και 23 του ΚΝΝ, δε σημαίνει ότι έγινε θέσπιση νέων διατάξεων νόμου, αλλά κωδικοποιήθηκαν οι παλαιές διατάξεις, που ισχύουν οι ίδιες, απλώς χάριν της κωδικοποιήσεως του συνόλου των διαφόρων περί ναρκωτικών διατάξεων, άλλαξαν αρίθμηση στον ΚΝΝ. Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, γιατί το δικάσαν Δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για παραβάσεις των άρθρων 4,5,8,13 του ν. 1729/1987, όπως τροπ. με ν. 2161/1993, 2479/1997 και 3189/2003, με χρόνο τελέσεως την 19-9-2005 και 20-9-2005, ήτοι με νόμους που δεν ίσχυαν, λόγω καταργήσεώς τους με το ν. 3459/25-5-2006 (ΚΝΝ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠοινΔ, η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά. Για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140 έως 144. Με το άρθρο 141 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του ΚΠοινΔ, ορίζεται, εκτός άλλων, ότι τα πρακτικά της συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων, τις προτάσεις και τις αιτήσεις του Εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός που συμβαίνει στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως. Στην παρ. 2 εδάφιο πρώτο του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο και να παραδίδουν γραπτώς σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά". Κατά τη διάταξη του άρθρου 331 εδ.α του ιδίου Κώδικα, "η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 366 παρ.1,2,3 ορίζεται ότι "εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση καλεί τον κατηγορούμενο να απολογηθεί ..., κατά την απολογία του ο κατηγορούμενος πρέπει να μην διακόπτεται... και να μην παρεμποδίζεται στην αφήγηση περιστατικών ... ο κατηγορούμενος μπορεί κατά τη διάρκεια της απολογίας του να συνεννοείται με το συνήγορό του, όχι όμως προκειμένου να δώσει απάντηση σε ερώτηση. Αν αρνηθεί ο κατηγορούμενος να απολογηθεί ή να απαντήσει σε ερώτηση, αυτό αναγράφεται στα πρακτικά. Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ. 1 και 340 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, όπως η πρώτη τροποποιήθηκε με το άρθρ. 48 παρ. 1 εδαφ. α του ν. 3.160/2003 και η δεύτερη αντικαταστάθηκε διαδοχικά από τα άρθρ. 24 παρ. 1 του ν. 3160/2003 και 13 του ν. 3.346/2005, επιτρέπεται στον κατηγορούμενο κατά τη συζήτηση της υποθέσεώς του να εκπροσωπείται από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του κατά τις διατυπώσεις του άρθρ. 42 παρ. 2 εδαφ. γ του ΚΠοινΔ, στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Η εκπροσώπηση, όμως, αυτή δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 του ΚΠοινΔ απολογία του κατηγορουμένου, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, πρέπει δε να δίδεται από τον ίδιο και όχι από τον εκπροσωπούντα αυτόν, ο οποίος δεν αποκτά από την ιδιότητά του αυτή και την ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να απολογηθεί γι' αυτόν και να απαντά σε ερωτήσεις αντί γι' αυτόν. Από τις παραπάνω διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια ότι οι διάδικοι δικαιούνται να εγχειρίσουν σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις τους, επομένως και τους ισχυρισμούς τους, πρέπει όμως να προβάλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση. Αυτό, άλλωστε, επιβάλλεται και από την αρχή της προφορικότητας της επ'ακροατηρίου κυρίας διαδικασίας, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 331 του ΚΠοινΔ και η οποία, όχι μόνο δεν περιστέλλεται με την προαναφερθείσα διάταξη, αλλά αντιθέτως ενισχύεται, αφού η καταχώριση των δηλώσεων αυτών στα πρακτικά τελεί, εκτός των άλλων και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης προφορικής ανάπτυξής τους. Η απολογία όμως του κατηγορουμένου, αν δεν επιλέξει να σιωπήσει και να αρνηθεί να απολογηθεί, όπως έχει δικαίωμα, είναι προσωπική και δε μπορεί να γίνει δια αντιπροσώπου ή δια του συνηγόρου του, γίνεται στο ακροατήριο προφορικά, δια ζώσης και καταχωρούνται τα υπ'αυτού λεγόμενα στα πρακτικά. Δεν αποκλείεται όμως, όταν συντρέχει ειδικός λόγος, με την άδεια του διευθύνοντος τη συζήτηση, να συμβουλεύεται έγγραφα σημειώματα ή και να αναγνώσει ταύτα. Ο κατηγορούμενος, δε δεσμεύεται από το καθήκον της αληθείας και δικαιούται μεν να μην απαντήσει , αλλά δεν έχει δικαίωμα να καταθέσει έγγραφη απολογία, γιατί αυτό έρχεται σε αντίθεση με την άνω αρχή της προφορικότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο. Αν δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά, μέρος εκείνων που εξέθεσε ως άνω, προφορικά ή και με ανάγνωση σημειώματος στην απολογία του ο κατηγορούμενος, δε δημιουργείται κατ'άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, αλλά χωρεί κατ'άρθρον 145 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, διόρθωση και συμπλήρωση των πρακτικών, εντός της οριζόμενης σε αυτό 20 ήμερης προθεσμίας από της καταχωρήσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων πρακτικών, με αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι κατά την απολογία του ο κατηγορούμενος, κληθείς από τον προεδρεύοντα σε απολογία είπε: "είμαι κάτω από ψυχιατρική αγωγή και θα αναγνώσω την απολογία μου". Στο σημείο αυτό ο κατηγορούμενος διάβασε απολογητικό σημείωμα. Συνεχίζοντας την κατάθεσή του είπε : "τα ναρκωτικά μου τα παρέδωσε ο ... από την ... για φύλαξη με αντάλλαγμα τη δόση μου. Όποτε ήθελε με έπαιρνε τηλέφωνο, του έδινα και έτσι έβγαζα τη δόση μου". Από το αιτιολογικό προκύπτει ότι το Δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική κρίση του, αφού συνεκτίμησε και την απολογία του κατηγορουμένου. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, λόγω ψυχιατρικής αγωγής, επετράπη στον κατηγορούμενο από τον διευθύνοντα τη συζήτηση η ανάγνωση απολογητικού σημειώματος, χωρίς να καταχωρηθεί το περιεχόμενό του κατά την ανάγνωση στα πρακτικά. Σύμφωνα όμως με αυτά που προεκτέθηκαν, αφού δεν κατατέθηκε το άνω έγγραφο απολογητικό σημείωμα επί της έδρας και δεν υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αίτημα για καταχώρηση του περιεχομένου του στα πρακτικά και για την παράλειψη περαιτέρω της καταχωρήσεως στα πρακτικά αυτών που ο κατηγορούμενος ανέγνωσε, δε ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο, ούτε έγινε αυτεπάγγελτα συμπλήρωση των πρακτικών, ουδεμία ακυρότητα επήλθε, ούτε έγινε υπέρβαση εξουσίας, ούτε έλλειψη ακροάσεως συντρέχει, συνεκτιμήθηκε δε κατά την αξιολογική κρίση του Δικαστηρίου και η απολογία του κατηγορουμένου, όπως έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β', Η' και Δ' του ΚΠοινΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, (Β) για έλλειψη ακροάσεως, γιατί δεν αναφέρεται τι ειπώθηκε κατά το αναγνωσθέν απολογητικό σημείωμα, (Η) για υπέρβαση εξουσίας λόγω αγνοήσεως του περιεχομένου του αναγνωσθέντος απολογητικού σημειώματος και (Δ) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω μη λήψεως υπόψη της ως άνω δια αναγνώσεως σημειώματος απολογίας του, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-11- 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 2173/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραβάσεις του ν. περί ναρκωτικών. 1. Λόγω του χαρακτήρος του ν. 3459/2006 ως κωδικοποιητικού (ΚΝΝ), δεν καταργήθηκαν (από 26-5-2006 που ισχύει αυτός) οι διατάξεις του ν. 1729/1987 και ν. 2161/1993, περί ναρκωτικών, που ίσχυαν κατά την εφαρμογή του και με την κωδικοποίηση τους και τη μεταφορά τους στον ΚΝΝ, αντίστοιχα και ταυτόσημα, στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 α΄, ζ΄ και 23 του ΚΝΝ, δεν σημαίνει ότι έγινε θέσπιση νέων διατάξεων νόμου, αλλ' απλώς κωδικοποιήθηκαν οι παλαιές διατάξεις, που ισχύουν οι ίδιες, απλώς χάριν της κωδικοποιήσεως του συνόλου των διαφόρων περί ναρκωτικών διατάξεων, άλλαξαν αρίθμηση στον ΚΝΝ. Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, γιατί το δίκασαν Δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για παραβάσεις των άρθρων 4, 5, 8, 13 του ν. 1729/1987, όπως τροποποιήθηκε με ν. 2161/1993,2 479/1997 και 3189/2003, με χρόνο τελέσεως την 19-9-2005 και 20-9-2005, ήτοι με νόμους που δεν ίσχυαν, λόγω καταργήσεως τους με το ν. 3459/25-5-2006 (ΚΝΝ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 2. Η απολογία του κατηγορουμένου, αν δεν επιλέξει να σιωπήσει και να αρνηθεί να απολογηθεί, όπως έχει δικαίωμα, είναι προσωπική και δε μπορεί να γίνει δια αντιπροσώπου ή δια του συνηγόρου του, γίνεται στο ακροατήριο προφορικά, δια ζώσης και καταχωρούνται τα υπ' αυτού λεγόμενα στα πρακτικά. Δεν αποκλείεται όμως, όταν συντρέχει ειδικός λόγος, με την άδεια του διευθύνοντος τη συζήτηση, να συμβουλεύεται έγγραφα σημειώματα ή και να αναγνώσει αυτά. Ο κατηγορούμενος, δε δεσμεύεται από το καθήκον της αληθείας και δικαιούται μεν να μην απαντήσει, αλλά δεν έχει δικαίωμα να καταθέσει έγγραφη απολογία, γιατί αυτό έρχεται σε αντίθεση με την άνω αρχή της προφορικότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο. Αν δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά, μέρος εκείνων που εξέθεσε ως άνω, προφορικά ή και με ανάγνωση σημειώματος στην απολογία του ο κατηγορούμενος, δεν δημιουργείται κατ' άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, αλλά χωρεί κατ' άρθρον 145 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, διόρθωση και συμπλήρωση των πρακτικών, εντός της οριζόμενης σε αυτό 20ήμερης προθεσμίας από της καταχωρήσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων πρακτικών, με αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως. Αφού δεν κατατέθηκε το άνω έγγραφο απολογητικό σημείωμα επί της έδρας και δεν υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του αίτημα για καταχώρηση του περιεχομένου του στα πρακτικά και για την παράλειψη περαιτέρω της καταχωρήσεως στα πρακτικά αυτών που ο κατηγορούμενος ανέγνωσε, δε ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο, ούτε έγινε αυτεπάγγελτα συμπλήρωση των πρακτικών, ουδεμία ακυρότητα επήλθε, ούτε υπέρβαση εξουσίας, ούτε έλλειψη ακροάσεως συντρέχει, συνεκτιμήθηκε δε κατά την αξιολογική κρίση του Δικαστηρίου και η απολογία του κατηγορουμένου, όπως έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄, Η΄ και Δ΄ του ΚΠΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, (Β) για έλλειψη ακροάσεως, γιατί δεν αναφέρεται τι ειπώθηκε κατά το αναγνωσθέν απολογητικό σημείωμα (Η΄) για υπέρβαση εξουσίας λόγω αγνοήσεως του περιεχομένου του αναγνωσθέντος απολογητικού σημειώματος και (Δ΄) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω μη λήψεως υπόψη της ως άνω δια αναγνώσεως σημειώματος απολογίας του, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Απορρίπτει.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ναρκωτικά, Ακροάσεως έλλειψη, Κατηγορουμένου απολογία.
0
Αριθμός 1330/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαταγαντζίδη, περί αναιρέσεως της 1067/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 613/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340 παρ. 2, 473 παρ, 1 και 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, αφενός μεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να εκπροσωπείται μόνον από συνήγορο, που διορίζεται με απλή έγγραφη δήλωσή του. Η δήλωση γίνεται κατά τις διατυπώσεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 42 και πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να αναφέρει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου. Ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο συνήγορος, ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ο κατηγορούμενος θεωρείται πραγματικά παρών και όχι ωσεί παρών, διό και η προθεσμία των δέκα (10) ημερών για την άσκηση υπό τούτου του ενδίκου μέσου της εφέσεως αρχίζει από την δημοσίευση της καταδικαστικής αποφάσεως και όχι από την επίδοσή της, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο νομίμως εκπροσωπήσας αυτόν συνήγορος ήταν παρών κατά τη δημοσίευση, διότι, πληροφορούμενος την καταδίκη του εντολέα του, μπορεί ν' ασκήσει, κατ' άρθρο 465 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ένδικο μέσο, χωρίς άλλη εντολή, αφετέρου δε η εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως επάγεται την απόρριψή της ως απαράδεκτης και κατά της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται μόνο αναίρεση για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, όπως όταν, καίτοι δε συντρέχει περίπτωση εκπροθέσμου της, η έφεση απορρίπτεται ως δήθεν απαράδεκτη (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ). Περαιτέρω, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του δικαστηρίου, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, προκαλείται, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ιδίου Κώδικα, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, εκτός άλλων, την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Τέτοια ακυρότητα από τη μη νόμιμη εκπροσώπηση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν προκαλείται, όταν το Δικαστήριο δέχθηκε την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου παράνομα, καίτοι ο διορισμός συνηγόρου υπερασπίσεως για να εκπροσωπήσει τον απουσιάζοντα κατηγορούμενο γίνει με δήλωση, στην οποία δεν αναγράφεται η ακριβής διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του, την οποίαν απαιτεί ο νόμος ρητά με ποινή απαραδέκτου, ή όταν δεν υπήρχε στη δήλωση βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος κατηγορουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απέρριψε, ως απαράδεκτη, καθό εκπροθέσμως ασκηθείσα, την από 5-5-2005 έφεση της αναιρεσείουσας εναντίον της με αριθ. 1464/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, που την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους και χρηματική ποινή 2900 ευρώ, για παράβαση του άρθρου 66 παρ.1 του ν. 2121/1993, τελεσθείσα στις 14-3-2002. Η πληττόμενη απόφαση, μετ' εκτίμηση και αξιολόγηση των σε αυτή αναφερομένων και δημοσίως αναγνωσθέντων εγγράφων και δη της από 5-5-2005 εφέσεως της αναιρεσείουσας και της εκκληθείσας, ως άνω, πρωτόδικης αποφάσεως, διαλαμβάνει στο σκεπτικό της, προς αιτιολόγηση της ανωτέρω κρίσεώς της, ότι η αναιρεσείουσα, εκπροσωπηθείσα στην πρωτοβάθμια δίκη και μέχρι την στις 24-11-2004 δημοσίευση της προσημειωθείσας και εκκληθείσας αποφάσεως από συνήγορο, τον δικηγόρο Δ.Σ. Έδεσσας Νικόλαο Κοντάκο, κατ' άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠοινΔ, θεωρείται πραγματικά παρούσα και συνεπώς εδικαιούτο ν' ασκήσει έφεση μέσα στην νόμιμη δεκαήμερη προθεσμία από την ανωτέρω ημερομηνία δημοσιεύσεως της καταδικαστικής γι' αυτήν πρωτόδικης αποφάσεως, πλην, όμως, άσκησε την έφεσή της στις 5-5-2005, ήτοι, μετά την πάροδο της προδιαληφθείσας νόμιμης προθεσμίας, οπότε η έφεσή της είναι εκπρόθεσμη και εντεύθεν απορριπτέα ως απαράδεκτη. Όμως, από την παραδεκτή, για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, επισκόπηση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως και της από 23-11-2004 εξουσιοδοτήσεως της κατηγορουμένης που προσκόμισε στο παραπάνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο παραστάς και εκπροσωπήσας αυτήν δικηγόρος Νικόλαος Κοντάκος, προκύπτει ότι στην εξουσιοδότηση αυτή η κατηγορουμένη δε σημειώνει καμία διεύθυνση κατοικίας της. Η έλλειψη αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 340 παρ.2 του ΚΠοινΔ, προκαλεί μεν απαράδεκτο της έγγραφης δηλώσεως διορισμού δικηγόρου και το Δικαστήριο όφειλε αυτεπαγγέλτως να μη δεχθεί την ως άνω μη νόμιμη εκπροσώπηση της κατηγορουμένης δια συνηγόρου και να ερευνήσει περαιτέρω το νόμιμο και εμπρόθεσμο της κλητεύσεώς της, δεν προκαλεί όμως η παράβλεψη αυτή του Δικαστηρίου και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Αφού όμως το Δικαστήριο, παρά το απαράδεκτο της εξουσιοδοτήσεως συνηγόρου, παρείδεν αυτό και επέτρεψε τη δια εξουσιοδοτημένου συνηγόρου παράσταση της κατηγορουμένης, η όλη διαδικασία, όσον και η δημοσίευση της καταδικαστικής αποφάσεως, έγινε νομίμως με την παρουσία του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου της Νικολάου Κοντάκου και έπεται ότι η 10ήμερη προθεσμία της εφέσεως αρχίζει από την επομένη ημέρα της δημοσιεύσεώς της, κατ'άρθρον 473 παρ.1 εδ.α του ΚΠοινΔ, και όχι από την επομένη ημέρα της επιδόσεως στην κατηγορουμένη της καταδικαστικής αποφάσεως. Επομένως, αφού δεν ήταν αναγκαία να γίνει και επίδοση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως για την έναρξη της 10ήμερης προθεσμίας εφέσεως και αφού η έφεση της κατηγορουμένης κατατέθηκε αρμοδίως ,κατ'άρθρον 474 παρ.1 ΚΠοινΔ, υπό της ιδίας, όπως προκύπτει από τη με αριθ. 33/5-5-2005 εκθ. εφέσεως της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Έδεσσας, στις 5-5-2005, έπεται ότι η έφεση αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα και ήταν απαράδεκτη. Άρα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά δέχθηκε ότι η πρωτοβάθμια απόφαση δημοσιεύθηκε με παρούσα την κατηγορουμένη δια νομίμως εκπροσωπούντος αυτήν δικηγόρου, εξουσιοδοτημένου με την από 23-11-2004 έγγραφη εξουσιοδότηση αυτής, καίτοι δε διαπίστωσε ότι ήταν κατά τα παραπάνω απαράδεκτη, ως ελλιπής, μη αναφέρουσα τη διεύθυνση κατοικίας της κατηγορουμένης και ότι η 10ήμερη προθεσμία της εφέσεως άρχιζε από την επομένη ημέρα της κατά την 24-11-2004 γενομένης δημοσιεύσεώς της, με παρούσα την κατηγορουμένη δια του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου της, κατ'άρθρον 473 παρ.1 εδ.α του ΚΠοινΔ, και όχι από την επομένη ημέρα της επιδόσεως στην κατηγορουμένη της καταδικαστικής αποφάσεως. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως "ότι εσφαλμένως το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής από την ΑΕΠΙ, μη νομιμοποιουμένης προς τούτο και μη προσκομίσασας έγγραφες εξουσιοδοτήσεις από τους δημιουργούς..", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί στρέφεται κατά της μη προσβαλλόμενης με την αναίρεση αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 21/21-3-2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της με αριθ. 1067/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε έφεση ως εκπρόθεσμη. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του δικαστηρίου, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, προκαλείται, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. Δ΄ του ιδίου Κώδικα, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, εκτός άλλων, την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Η έλλειψη, από τη μη αναγραφή διευθύνσεως κατοικίας στην εξουσιοδότηση για την απουσιάζουσα κατηγορούμενη προς τον εμφανιζόμενο και παριστάμενο συνήγορό της, κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 340 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκαλεί μεν απαράδεκτο της έγγραφης δηλώσεως διορισμού δικηγόρου και το Δικαστήριο όφειλε αυτεπαγγέλτως να μη δεχθεί την ως άνω μη νόμιμη εκπροσώπηση της κατηγορουμένης δια συνηγόρου και να ερευνήσει περαιτέρω το νόμιμο και εμπρόθεσμο της κλητεύσεώς της, δεν προκαλεί όμως η παράβλεψη αυτή του Δικαστηρίου και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Αφού όμως το Δικαστήριο, παρά το απαράδεκτο της εξουσιοδοτήσεως συνηγόρου, παρείδεν αυτό και επέτρεψε της δια συνηγόρου εξουσιοδότηση της κατηγορουμένης και η όλη διαδικασία, όσον και η δημοσίευση της καταδικαστικής αποφάσεως, έγινε νομίμως με την παρουσία του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου της έπεται ότι η 10ήμερη προθεσμία της εφέσεως αρχίζει από την επομένη ημέρα της δημοσιεύσεως της, κατ' άρθρον 473 παρ.1 εδ. Α΄ του ΚΠΔ, και όχι από την επομένη ημέρα της επιδόσεως στην κατηγορουμένη της καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Εφέσεως απαράδεκτο.
2
Αριθμός 1320/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1476/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1)Ψ1 και 2)Ψ2. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1816/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, με αριθμό 20/16-1-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' αρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 161/6-10-2008 αίτηση τoυ Χ για αναίρεση του με αριθμ. 1476/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών για απάτη κατ' επάγγελμα με συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και υπεξαγωγή εγγράφων και εκθέτω τα ακόλουθα. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του ο οποίος είχε προς τούτο ειδική εντολή η οποία επισυνάπτεται στην έκθεση αναίρεσης και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους και πλημμέλειες του πληττόμενου βουλεύματος οι οποίοι είναι α) Η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας β) Η και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής παράβασης - εκ πλαγίου παράβαση (άρθρ. 484 & 1 δ και Ε, ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης ότι: Α. Στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικά ότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά προς υποστήριξη της υποκειμενικής υπόστασης της πράξης της απάτης . ότι δεν εκτιμήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά στο σύνολο τους αλλά επιλεκτικά ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής του και ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής της, και ότι στο βούλευμα αυτό γίνεται γενική παραπομπή στα αποδεικτικά μέσα χωρίς ν'αναφέρονται ειδικά και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που προκύψανε από κάθε αποδεικτικό μέσο και περαιτέρω ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρονται και δεν εκτιμήθηκαν περιστατικά από τα οποία προέκυπτε ότι οι φερόμενοι σαν απατηθέντες τελούσαν σε γνώση όλων των ελλείψεων, βαρών, αμφισβητήσεων της κυριότητος του πωληθέντος ακινήτου και των διεκδικήσεων που είχαν τρίτοι στην επίδικη έκταση και Β. Στο προσβαλλόμενο δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά ώστε να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος, ειδικώτερα ενώ εκτίθενται τα περιστατικά που συγκροτούν κατά την άποψη του Συμβουλίου την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της απάτης αποσιωπούνται ή δεν εκτιμούνται παράλληλα και τα προκύψαντα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση από μέρους των αγοραστών γνώση όλων των ελλείψεων, βαρών, αμφισβητήσεων της κυριότητος του πωληθέντος ακινήτου και των διεκδικήσεων που είχαν τρίτοι στην επίδικη έκταση γεγονότα τα οποία φέρεται ότι παρασιώπησε ο αναιρεσείων με συνέπεια να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών". Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/96, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Όμως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/99, που άρχισε να ισχύει από 3 Ιουνίου 1999 ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή β) το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών.". Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης προκύπτει ότι για να είναι πλέον η απάτη κακούργημα πρέπει ο υπαίτιος ή να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή, χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Εξάλλου επί της κατ' εξακολούθηση απάτης για το χαρακτηρισμό αυτής ως κακουργήματος με βάση το ως άνω ποσό του οφέλους ή της βλάβης λαμβάνεται υπόψη, το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό. (ΑΠ 1913/2000, ΑΠ 1820/ 2003, 1944/2003, ΑΠ 190/2005). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται μεταξύ των άλλων και η εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξ αιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη, ένεκα της οποίας, ως άμεσο αποτέλεσμα, επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου. Το έγκλημα της απάτης μπορεί να συντελεστεί με τρεις υπαλλακτικά τρόπους, δηλαδή είτε με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε με αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών είτε με αθέμιτη παρασιώπηση αυτών. Όμως διαφέρουν μεταξύ τους, ως προς το εννοιολογικό περιεχόμενό τους και οι δύο πρώτοι, ήτοι η παράσταση ψευδών γεγονότων, ως αληθινών και η απόκρυψη των αληθινών συνιστούν καθένας τους θετική ενέργεια απατηλής συμπεριφοράς. Ο δεύτερος, σε αντίθεση με τον πρώτο, προϋποθέτει πάντοτε και άλλη αθέμιτη ενέργεια του δράστη προγενέστερη ή σύγχρονη συγκαλυπτική της αλήθειας από τον άλλον, τον οποίον στη συνέχεια τον παραπλανά με την αθέμιτη απόκρυψή της και . Ο τρίτος, η παρασιώπηση των αληθινών, προϋποθέτει ότι ο δράστης είχε υποχρέωση είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση είτε από προηγούμενη ενέργειά του για ανακοίνωση των αληθινών και συνιστά απατηλή συμπεριφορά του πραγματώνεται με παράλειψη. Η παραδοχή περισσοτέρων από ένα, τρόπων τελέσεως, εφόσον αλληλοαναιρούνται, δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση της αποφάσεως και καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για το πώς συντελέστηκε η απάτη, η δε απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως για εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της απάτης και για την πληρότητα επομένως της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, ή του παραπεμπτικού βουλεύματος το ουσιώδες είναι η πρόκληση της παραπλάνησης και δεν απαιτείται η παραπλανητική ενέργεια του δράστη να είναι η μοναδική αιτία της πλάνης. Γι' αυτό, είναι γενικά αδιάφορο αν ο απατώμενος μπορούσε, καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια και προσοχή, να αποφύγει την πλάνη. Η τυχόν δε συντρέχουσα αμέλεια τούτου δεν αίρει τον αιτιώδη σύνδεσμος, και δεν επηρεάζει την αντικειμενική υπόσταση της απάτης, αλλά μπορεί να συναξιολογηθεί στη δικαστική επιμέτρηση της ποινής.- (ΑΠ 1296/2002, ΑΠ 1551/2006, ΑΠ 1723/2005, ΑΠ 2366/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα παρακάτω : Οι εγκαλούντες ανέγνωσαν στην εφημερίδα ''...'' αγγελία του αναιρεσείοντα με την οποία γνωστοποιούσε στο κοινό ότι πωλεί αγροτεμάχια στην ... στη θέση '' ... '' πανοραμικά με θέα την θάλασσα οικοδομήσιμα, μη δασικά, και αποκλειστικής κυριότητας του. Μετά την επικοινωνία και την επιβεβαίωση που είχαν για τα παραπάνω με τον αναιρεσείοντα συναντήθηκαν κατ' επανάληψη, πήγαν στο μέρος που ήταν τα πωλούμενα οικόπεδα τα οποία τους τα επέδειξε αναφέροντας και πάλι ότι αυτά ανήκαν στην αδιαμφισβήτητη κυριότητα του και ότι έχει εξουσία διάθεσης και ότι αυτά είναι ελεύθερα παντός βάρους και δικαιώματος τρίτου, όπως και ότι είναι άτομο φερέγγυο, αξιόπιστο και με σημαντική οικονομική επιφάνεια. Κατόπιν των παραστάσεων αυτών οι εγκαλούντες συμφώνησαν στην αγορά αγροτεμαχίου με κατάρτιση προσυμφώνου πώλησης με το οποίο ο αναιρεσείων αναλάμβανε την υποχρέωση να τους πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή με τους όρους που προσδιοριζόταν στο με αριθμ. ... συμβολαιογραφικό προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γιαννακοπούλου τα 31,50/768 ποσοστά του αναφερόμενου στο προσύμφωνο ακινήτου το οποίο περιήλθε σ'αυτόν με βάσει το με αριθμ. ... προσύμφωνο του Συμβολαιογράφου Κρωπίας Ευαγγέλου Καλαχάνη για το οποίο αναφέρει ότι καταστράφηκε από εμπρησμό και ανασυστήθηκε με την με αριθμ. 989/1990 απόφαση του Μον. Πρωτοδ. Αθηνών με το οποίο η Ξ υποσχέθηκε να πωλήσει μεταβιβάσει προς τον πατέρα του τον παραπάνω αγρό έκτασης 80.5 στρεμμάτων. Την με αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του πατέρα του με την οποία κατέλειπε σ'αυτόν την εν λόγω έκταση και το δικαίωμα της απόκτησης με οριστικό συμβόλαιο του παραπάνω αγρού, και το με αριθμ. ... αγοραπωλητήριο με αυτοσύμβαση συμβόλαιο. Περαιτέρω με το παραπάνω προσύμφωνο υποσχέθηκε και εγγυήθηκε του ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν ελεύθερο παντός βάρους, χρέους ή υποθήκης, προσημείωσης, κατάσχεσης,....έκνίκησης τρίτου, πάσης φιλονικίας, διένεξης, μισθωτικής σχέσης και παντός ελαττώματος ή δικαιώματος τρίτου και ως αξία τιμήματος ορίστηκε το ποσό των 25.000.000 και οι εγκαλούντες κατέβαλλαν στον αναιρεσείοντα με την υπογραφή του προσυμφώνου το ποσό των 14.820 ευρώ (5.050.000 δρχ. και τα υπόλοιπα συμφωνήθηκε να καταβληθούν σε 57 ισόποσες των 1027 ευρώ ( 350.000 δρχ.) δόσεις και για τον σκοπό αυτό υπογράφηκαν ισάριθμες συναλλαγματικές αποδοχής των εγκαλούντων Μετά ταύτα ο αναιρεσείων με το με αριθμ. ... προσύμφωνο και με τους ίδιους όρους ανελάμβανε να πωλήσει μεταβιβάσει σ'αυτούς τα 23/768 του παραπάνω αγροτεμαχίου αντί 44.020 ευρώ (15.000.000 δρχ. ) εκ του οποίου ποσού οι εγκαλούντες κατέβαλλαν άμεσα σ'αυτόν το ποσό των 30.814 ευρώ ενώ το υπόλοιπο ανέλαβαν την υποχρέωση καταβολής μέχρι τις 27-2-2001 άτοκα. Περαιτέρω όμως προέκυψε ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν κύριος της έκτασης αυτής, δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα ποτέ με έκτακτη χρησικτησία και ότι η έκταση αυτή ανήκε κατά κυριότητα στο Άσυλο Ανιάτων μετά του οποίου βρισκόταν σε μακρόχρονη διένεξη και το οποίο είχε προσφύγει προς τούτο στα Πολιτικά Δικαστήρια και υπέρ του οποίου εκδόθηκαν οι με αριθμ. 674/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η με αριθμ. 1616/2001 του Αρείου Πάγου οι οποίες έκριναν ότι η έκταση αυτή μεταξύ της οποίας και τα από τον αναιρεσείοντα πωληθέντα στους εγκαλούντες αγροτεμάχια ανήκαν στο Άσυλο Ανιάτων και ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας του δεν είχε αποκτήσει ποτέ την κυριότητα και νομή της εν λόγω έκτασης και ότι η με αριθμ. 989/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου είχε ακυρωθεί με την με αριθμ. 1091/1998 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου Περαιτέρω εκτίθεται στο ίδιο βούλευμα ότι ο αναιρεσείων παρά του ότι οι εγκαλούντες εμπλέχθηκαν σε δικαστικές διαμάχες και παρά του ότι κατά τον χρόνο που συνήφθησαν οι συμφωνίες πώλησης και καταρτίζονταν τα παραπάνω προσύμφωνα πώλησης δεν ανέφερε τί περί αυτών στους εγκαλούντες και απέκρψε τις παραπάνω διεκδικήσεις και τις κατεστημένες δίκες που είχαν ανοιχθεί και αφορούσαν την νομική κατάσταση του ακινήτου το οποίο πώλησε. Ο αναιρεσείων παραπονείται ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα έγινε επιλεκτική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και ότι σ'αυτό δεν αναφέρονται και δεν αξιολογήθηκαν τα περιστατικά τα οποία αυτός στα απολογητικά του υπομνήματα ανέφερε και συγκεκριμένα το κυριότερο ότι οι διεκδικήσεις που υπήρχαν είχαν εγγραφεί στο περιθώριο των βιβλίων του υποθηκοφυλακείου και ως εκ τούτου και να ήθελε δεν μπορούσε να το κρύψει, και ότι περιλήφθηκαν ειδικοί όροι στο προσύμφωνο .. της Συμβολαιογράφου Μαρίας Γιαννακοπούλου με το οποίο αναλάμβανε ο αναιρεσείων της υποχρεώσεις διαγραφής με δαπάνες του τις εγγραφείσες πράξεις διεκδίκησης του Ασύλου Ανιάτων η οποία βρισκόταν στο στάδιο της διεξαγωγής των μαρτύρων, και ότι η διένεξη με το Δημόσιο έχει τακτοποιηθεί και ότι σε περίπτωση που ήθελε απωλεσθεί η κυριότητα τότε η αγοραστές είχαν το δικαίωμα της διάρρηξης των προσυμφώνων ή του οριστικού συμβολαίου γεγονός το οποίο δεν έπραξαν. Σχετικά με τα παραπάνω το προσβαλλόμενο αναφέρει ότι ο αναιρεσείων προκειμένου να άρει τον παραμικρό δισταγμό των εγκαλούντων, αφού παρασιώπησε από αυτούς την ύπαρξη των λίαν μακροχρόνιων αγώνων του, παρέστησε σ' αυτούς επί πλέον ότι τα πραγματικά δικαιώματα των τρίτων αφορούσαν απλά και μόνο μία διεκδίκηση, υποβαθμίζοντας την διεκδίκηση αυτή σε γεγονός ήσσονος σημασίας και το οποίο σύντομα και άνετα επρόκειτο να ξεπεραστεί με συνέπεια να κάμψει τους οποιουσδήποτε δισταγμούς των εγκαλούντων παραπλανώντας τους ότι και αν ακόμη η διεκδίκηση αυτή υπήρχε αυτή ήταν ασήμαντη και άνευ σημασίας. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην παραπεμπτική του κρίση του για την παράβαση των άρθρων 386 ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων του αναιρεσείοντα γιατί το προσβαλλόμενο έλαβε υπ'όψη και συνεκτίμησε και τους προβληθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα σχετικά με το ότι οι εγκαλούντες γνώριζαν την πραγματική κατάσταση από νομικής πλευράς του ακινήτου που αγόραζαν αλλά και πέρα τούτο το γεγονός αυτό θα ασκήσει επιρροή και θα αξιολογηθεί σαν τέτοιο στην δικαστική επιμέτρηση της ποινής καθ'όσον τυχόν συντρέχουσα αμέλεια του απατηθέντος δεν αίρει τον αιτιώδη σύνδεσμο, και δεν επηρεάζει την αντικειμενική υπόσταση της απάτης. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί στην ουσία της. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η με αριθμ. 161/6-10-2008 αίτηση τoυ Χ για αναίρεση του με αριθμ. 1476/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας. Αθήνα την 15-1-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση, τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ υπαρχής την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Δεν απαιτείται η παραπλανητική ενέργεια του δράστη να είναι η μοναδική αιτία της πλάνης και γι' αυτό είναι νομικά αδιάφορο αν ο απατώμενος μπορούσε, καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια και προσοχή, να αποφύγει την πλάνη. Η τυχόν δε συνυπαιτιότητα του δεν αίρει τον αιτιώδη σύνδεσμο και δεν επηρεάζει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, αλλά μπορεί να αξιολογηθεί στη δικαστική επιμέτρηση της ποινής. Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν α) ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή β) το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν, συνολικά, το ποσό των 73.000 ευρώ. Επί της κατ' εξακολούθηση απάτης, για το χαρακτηρισμό αυτής ως κακουργήματος, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό όφελος του δράστη ή η συνολική ζημία των παθόντων, αν ο δράστης, με τις μερικότερες πράξεις, απέβλεψε στο αποτέλεσμα αυτό. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (αρθρ. 98 ΠΚ), το οποίο συγκροτείται όταν συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις του ίδιου εγκλήματος, ενυπάρχει οπωσδήποτε και το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενός και του αυτού εγκλήματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 222 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να βλάψει άλλον αποκρύπτει, βλάπτει ή καταστρέφει έγγραφο, του οποίου δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικά κύριος ή που άλλος έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή του, τιμωρείται, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει, ότι στοιχεία του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου είναι: α) να πρόκειται για έγγραφο με την έννοια του άρθρου 13 γ' ΠΚ ιδιωτικό ή δημόσιο, έγκυρο ή άκυρο, γνήσιο ή πλαστό, αφού και το πλαστό, έγγραφο μπορεί να χρησιμεύσει σαν αποδεικτικό μέσο, β) να έχει συντελεστεί απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, απόκρυψη δε είναι η πράξη ή παράλειψη από την οποία στερείται της χρήσης του εγγράφου αυτός που έχει το σχετικό δικαίωμα, η στέρηση δε αυτή είναι πρόσκαιρη ή διαρκής καταστροφή δε η πράξη με την οποία πλέον το έγγραφο παύει να υπάρχει, γ) ο δράστης να μην είναι κύριος, ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου και δ) η ενέργεια αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου. Η επίτευξη του σκοπού της βλάβης που επιδιώχθηκε και η οποία μπορεί να είναι περιουσιακή ή και ηθική και να αφορά τον οποιοδήποτε, είναι αδιάφορη. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις, για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου (ή του δικαστηρίου) της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα, στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αποκλειστικά δικές του σκέψεις, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, τα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι εγκαλούντες είναι σύζυγοι μεταξύ τους και ενδιαφέρονταν για αγορά οικοπέδου στην περιοχή .... Αρχές του έτους 1998 είδαν στην εφημερίδα ... τη δημοσίευση αγγελίας του εκκαλούντος κατηγορουμένου, με την οποία γνωστοποιούσε στο κοινό ότι πωλεί αγροτεμάχια στην ..., στη θέση ..., πανοραμικά, με θέα στη θάλασσα, οικοδομήσιμα, μη δασικά και αποκλειστικής κυριότητας του. Κατόπιν αυτού, οι εγκαλούντες επικοινώνησαν με τον εκκαλούντα κατηγορούμενο και αφού συναντήθηκαν επανειλημμένα μαζί του και πληροφορήθηκαν τις απαιτήσεις του, μετέβησαν στην ως άνω περιοχή, όπου ό τελευταίος τους υπέδειξε τα πωλούμενα ακίνητα. Κατά τις ως άνω συναντήσεις τους ο εκκαλών κατηγορούμενος, παρέστησε στους εγκαλούντες, ότι έχει στην αποκλειστική και αδιαφιλονίκητη κυριότητα, νομή και κατοχή του τα πωλούμενα ακίνητα, τα οποία είναι άρτια και οικοδομήσιμα στο σύνολο τους, και ότι έχει, συνεπώς, εξουσία διαθέσεως αυτών με σύμβαση πωλήσεως και επίσης ότι οι εν λόγω αγροί είναι ελεύθεροι από κάθε βάρος και δικαίωμα τρίτου. Προσέτι, παρέστησε στους εγκαλούντες ότι είναι άτομο φερέγγυο, αξιόπιστο και με σημαντική οικονομική επιφάνεια και ότι έχει την εμπορική ιδιότητα. Με τις παραστάσεις των ως άνω γεγονότων, που εκ των υστέρων απεδείχθησαν ψευδείς, έπεισε ο κατηγορούμενος τους εγκαλούντες, παραπλανώντας αυτούς, όπως συμπράξουν μαζί του ενώπιον συμβολαιογράφου, κατά την υπό του τελευταίου κατάρτιση των πιο κάτω αναφερομένων προσυμφώνων, με τα οποία ανελάμβανε αυτός την υποχρέωση, να πωλήσει, παραχωρήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει στους εγκαλούντες κατά πλήρη συγκυριότητα, σύννομη και συγκατοχή τους αναφερόμενους στα προσύμφωνα αγρούς, και να καταβάλλουν σ' αυτόν ως αρραβώνα [προκαταβολή] τα ποσά που αναφέρονται στα προσύμφωνα, με αποτέλεσμα έτσι να προκληθεί ζημία στην περιουσία τους σε ποσό, που υπερβαίνει αυτό τωv 15.000 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, με το υπ' αριθμ. ... προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Παννακοπούλου-Δημητρακάκη, ο κατηγορούμενος Χ δήλωσε, ότι έχει στην πλήρη αποκλειστική και αδιαφιλονίκητη κυριότητα, νομή και κατοχή του έναν αγρό άρτιο και οικοδομήσιμο στο σύνολό του, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., πρώην Κοινότητας ... του τέως Δήμου ..., εκτός σχεδίου και ζώνης της νέας Κοινότητας ..., συνολικής εκτάσεως, κατά την προηγούμενη καταμέτρηση του που έγινε από τον Πολ. Μηχανικό ..., 81.500 τμ, και κατά την τελευταία καταμέτρηση του που έγινε από τον Πολ. Μηχανικό ..., 76.815 τμ. Ειδικότερα, για την απόκτηση της κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε τα εξής: α) ότι με το υπ'αριθμόν ... προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρωπίας Ευαγγέλου 1 Καλαχάνη, που καταστράφηκε από εμπρησμό από τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής στις 9-30 Οκτωβρίου 3944, και ανασυστάθηκε με βάση τις διατάξεις του Ν. 3579/1938 δυνάμει της υπ' αριθμόν 989/1990 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η Ξ, υποσχέθηκε να πωλήσει, παραχωρήσει και μεταβιβάσει προς τον πατέρα του Ζ τον παραπάνω αγρό, εκτάσεως ογδόντα και ημίσεως στρεμμάτων, περίπου, τον οποίο έκτοτε ο Ζ (πατέρας του κατηγορουμένου) ενέμετο με συνεχή νομή και κατοχή και με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, μη οχληθείς παρ' ουδενός μέχρι του θανάτου του, β) ότι στις 28-2-1979 απεβίωσε στο ... ο Ζ και με βάση την υπ' αριθμόν ... δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, κατέλιπε σε κάθε έναν από τους κληρονόμους του την κληρονομική του μερίδα, γ) ότι μεταξύ των κληρονόμων του περιλαμβάνεται και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, στον οποίο ο αποβιώσας κατέλιπε όλη την υπόλoιπη περιουσία του, την οποία δεν είχε διαθέσει άλλως με την πιο πάνω διαθήκη του, μεταξύ δε των κληρονομιαίων στοιχείων, τα οποία περιήλθαν, κατά τα παραπάνω, σ' αυτόν ήταν και το δικαίωμα της αποκτήσεως με οριστικό αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του παραπάνω αγρού, ο οποίος, με βάση το υπ' αριθμόν ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, κατόπιν προσυμφώνου δι αυτοσυμβάσεως, της συμβολαιογράφου Κρωπίας Όλγας Μπούκη - Παπαδημητριού, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κερατέας στον τόμο 333 και αύξ. αριθμό 481, περιήλθε στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του. Έτσι, με το ως άνω προσύμφωνο συμβολαίου ο κατηγορούμενος υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει, παραχωρήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει κατά πλήρη συγκυριότητα, συννομή και συγκατοχή προς τους εγκαλούντες 1)| Ψ1 και 2) Ψ2., τα 31,50/768 εξ αδιαιρέτου του ως άνω λεπτομερώς περιγραφομένου αγρού, μετά των παρακολουθημάτων, παραρτημάτων, προσαυξημάτων και λοιπών συστατικών του και όλων των επ' αυτών και εξ αυτών οιωνδήποτε δικαιωμάτων προσωπικών και πραγματικών και των συναφών αγωγών και ενστάσεων του πωλητή και των δικαιοπαρόχων του αμέσων και απωτέρων, ως ευρίσκονται σήμερον, υποσχέθηκε δε και εγγυήθηκε ελεύθερον παντός εν γένει βάρους, χρέους, υποθήκης, προσημειώσεως, κατασχέσεως, αναγκαστικής ή συντηρητικής, μεσεγγυήσεως, απαλλοτριώσεως, πληρωμής φόρων και τελών Δημοσίων τε και Δημοτικών, και Κοινοτικών, προικώου και κληρονομικού δικαιώματος, εκνικήσεως τρίτου, πάσης φιλονικίας ή διενέξεως, μισθωτικής σχέσεως και παντός εν γένει νομικού ελαττώματος ή δικαιώματος τρίτου. Ως τίμημα της προσυμφωνούμενης αυτής πωλήσεως ορίστηκε το ποσό των 25.000.000 δρχ. [73.367,57 €], εκ του οποίου ο κατηγορούμενος έλαβε ως προκαταβολή - αρραβώνα παρά των εγκαλούντων το ποσό των 14.820,25 € [5.050.000 δρχ.] το δε υπόλοιπο [εκ 58.547,32 € ή 19.950.000 δρχ.] συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε 57 ισόποσες δόσεις 350.000 δρχ. ή 1.027,14 € εκάστη, με 1η δόση καταβλητέα στις 15-3-1998 και τελευταία στις 15-11-2002, δι' εκδόσεως ισάριθμων [57] συναλλαγματικών αποδοχής των εγκαλούντων. Στη συνέχεια, με τις ίδιες ως άνω παραστάσεις των ψευδών γεγονότων ως αληθινών και με τις αθέμιτες παρασιωπήσεις [περί ων κατωτέρω] εκ μέρους του κατηγορουμένου προς τους εγκαλούντες, οι τελευταίοι οδηγήθησαν πλανώμενοι ενώπιον της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου Μαρίας Γιαννακοπούλου και υπέγραψαν μετά του κατηγορουμένου το υπ' αριθμ. ... προσύμφωνο, με το οποίο ο κατηγορούμενος υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει, παραχωρήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει κατά πλήρη συγκυριότητα, σύννομη και συγκατοχή προς τους εγκαλούντες, τα 23/768 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρου μείζονος αγρού, μετά των παρακολουθημάτων-παραρτήματος και λοιπών συστατικών του, υποσχόμενος και εγγυώμενος ελεύθερο παντός εν γένει βάρους, χρέους, υποθήκης, προσημείωσης, κατάσχεσης, μεσεγγύησης, απαλλοτρίωσης, πληρωμής φόρων, πάσης φιλονικίας ή διενέξεως και παντός εν γένει νομικού ελαττώματος ή δικαιώματος τρίτου, αντί συνολικού τιμήματος 15.000.000 δρχ. [44.020,54 €], εκ του οποίου ο κατηγορούμενος έλαβε παρά των εγκαλούντων μετρητοίς το ποσό των 30.814,38 €, ενώ το υπόλοιπο εκ 13.206,16 € πιστώθηκε μέχρι 27-2-2001, ημέρα που οι εγκαλούντες υποσχέθηκαν να το καταβάλλουν ατόκως. Από τη συνεκτίμηση, όμως, του όλου αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε υπήρξε κύριος της ως άνω μείζονος εκτάσεως [81.500 τ.μ. ή κατά νεωτέρα καταμέτρηση 76.815 τ.μ.] μέρος της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση με τα ως άνω προσύμφωνα να πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει στους εγκαλούντες κατά κυριότητα, προβάλλοντας ψευδώς τον ισχυρισμό περί απόκτησης ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στον ίδιο χρόνο νομής τάχα και τον χρόνο νομής του άμεσου δικαιοπάροχου πάτερα του Ζ, ενώ, όπως έχει ήδη κριθεί, η ως άνω μείζων έκταση, που βρίσκεται στο 43° χιλιόμετρο της οδού ..., πλησίον του συγκροτήματος θερινών κατοικιών ... και του ξενοδοχείου "...", ανήκει στη συγκυριότητα του Ασύλου Ανιάτων. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι οι ως άνω διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου προς τους εγκαλούντες υποψήφιους αγοραστές ήσαν ψευδείς προκύπτει, ιδίως, από την υπ' αριθμ. 674/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδοθείσα ύστερα από μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα, έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση ως και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης απορρίφθηκαν με την 1616/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, η δε κατά της ιδίας αποφάσεως [674/2000 Εφ. Αθ.] ασκηθείσα αίτηση αναψηλαφήσεως απερρίφθη με την 7675/2002 απόφαση Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας, τέλος, η αίτηση αναίρεσης απερρίφθη με την 1348/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ 674/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναφέρεται, ότι ουδέποτε ο πατέρας του κατηγορουμένου Ζ υπήρξεν κύριος της ως άνω μείζονος εκτάσεως της ευρισκομένης στη θέση "...", αφού δεν προσκομίστηκε το υπ' αριθμ ... προσύμφωνο, ως απολεσθέν συνεπεία εμπρησμού, από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στις 09-10 Οκτωβρίου 1944, του συμβολαιογραφείου του συντάξαντος αυτό συμβολαιογράφου Κρωπίας, και έτσι το μοναδικό στοιχείο, που απεδείκνυε την συμφωνηθείσα πώληση, ήταν η από 29-10-1938 δήλωση - επιστολή της φερόμενης ως πωλήτριας της άνω εκτάσεως Ξ προς τον πατέρα του κατηγορουμένου Ζ, στην οποία αναφέρετο ότι η πρώτη επώλησε στον δεύτερο με το ... προσύμφωνο έκταση 80 περίπου στρεμμάτων και ότι εγένετο εκ μέρους του δευτέρου ολοσχερής εξόφληση της συμφωνηθείσας αξίας και ότι ανεξαρτήτως της υπογραφής ή μη των οριστικών συμβολαίων, η πρώτη δηλούσε στο δεύτερο ότι καλώς κατείχε το εν λόγω ακίνητο, πλην όμως η άνω δήλωση - επιστολή εκρίθη αμετακλήτως ότι δεν ήτο γνήσια και αφού δεν απεδείχθη η γνησιότης της γραφής και υπογραφής της φερόμενης ως πωλήτριας του άνω ακινήτου, συνακόλουθα δεν απεδείχθη και η γνησιότης του περιεχομένου αυτής. Σημειώνεται, ότι ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει, με αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την εκούσια δικαιοδοσία, να βεβαιωθεί το γεγονός της σύνταξης του άνω υπ' αριθμ. ... προσυμφώνου, πλην όμως, η εκδοθείσα πράγματι, υπ' αριθμ 989/1990 απόφαση του άνω δικαστηρίου ακυρώθηκε, μετά από άσκηση τριτανακοπής, με την υπ' αριθμ 1091/98 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Παρά ταύτα, ο κατηγορούμενος με το υπ' αριθμ ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Κρωπίας Όλγας Μπούκη πώλησε και μεταβίβασε στον εαυτό του, με αυτοσύμβαση, την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, ενόψει εξοφλήσεως του τιμήματος αγοράς σύμφωνα με την ως άνω από 29-10-1938 δήλωση-επιστολή, η οποία, όμως, όπως αποδείχθηκε, ήταν μη γνήσια. Επίσης, με την πιο πάνω απόφαση του Εφετείου, στην οποία αναφέρεται ότι δεν "καταλείπεται καμμία αμφιβολία, ότι ολόκληρο το επίδικο ακίνητο ανήκει στη συγκυριότητα του ενάγοντος Ασύλου Ανιάτων και ... ότι ο πρώτος εναγόμενος [νυν κατηγορούμενος] δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα στο εν λόγω ακίνητο, με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, με έκτακτη χρησικτησία, γίνονται δεκτά και τα ακόλουθα: α) Ο φερόμενος ως άμεσος δικαιοπάροχος του πρώτου εναγομένου, πατέρας του, Ζ, υπήρξε στη ζωή μόνιμος κάτοικος ..., όπου και πέθανε, β) Ο ίδιος ήταν άγνωστος στην περιοχή του επίδικου ακινήτου, γ) Μολονότι φέρεται αυτός ότι προσυμφώνησε με προσύμφωνο πωλητήριο συμβόλαιο την αγορά του επίδικου ακινήτου, μεγάλης έκτασης και σημαντικής για την εποχή (1933) αγοραίας αξίας, δεν φύλαξε αντίγραφο του εν λόγω προσυμφώνου, δ)Το παραπάνω προσύμφωνο φέρεται, ότι συντάχθηκε σε εποχή που οι κληρονόμοι του ..., δηλαδή, η σύζυγος του ... και ο θετός γυιός του ..., είχαν ήδη αμφισβητήσει τη συγκυριότητα της Ξ στο κτήμα "...", τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο και η τελευταία (Ξ), που είχε ήδη εμπλακεί σε δικαστικό αγώνα αναγνώρισης της παραπάνω συγκυριότητας της, δεν μπορούσε από τότε και επί σειράν ετών να προβεί σε πωλήσεις τμημάτων του ακινήτου αυτού, όπως προέβαινε προηγουμένως, ε) Ο Ζ, επίσης, δεν συμμετείχε, μολονότι θα έπρεπε, ως προσθέτως παρεμβαίνων υπέρ της Ξ, με τη δικονομική ιδιότητά της είτε ως ενάγουσας, είτε ως εναγομένης, σε καμιά από τις δίκες που έγιναν και αφορούσαν τη συγκυριότητα της στο κτήμα "...". Ούτε, επίσης, ο ίδιος υπέβαλε, μολονότι θα έπρεπε, ως έχων έννομο συμφέρον, αίτηση ακύρωσης κατά των 36/1964 και 16/1967 αντίστοιχα, αποφάσεων της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, με τις οποίες, σύμφωνα και με, το περιεχόμενο της Ε'. 9386/06-08-1954 σχετικής υπουργικής απόφασης, είχε ήδη απαλλοτριωθεί αναγκαστικά έκταση του επίδικου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 18.683 τετρ. μέτρων, δηλαδή το τεμάχιο 16β "ρέμα" και μέρος του τεμαχίου 8 δάσος, στ) Στην ... δημόσια διαθήκη του ο τελευταίος δεν μνημονεύει ειδικά το επίδικο ακίνητο, μεγάλης τότε αγοραίας αξίας, μολονότι θα έπρεπε, εάν θεωρούσε τον εαυτό του κύριο του εν λόγω ακίνητου, ζ) Ο κατηγορούμενος, επίσης, ήταν άγνωστος στην περιοχή του επίδικου ακινήτου (μέχρι τουλάχιστον το έτος 1979). Η)Στα: ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και .../1982, αντίστοιχα, πωλητήρια συμβόλαια, με τα οποία ο κατηγορούμενος πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα των σ' αυτά περιγραφόμενων οικοπεδικών τμημάτων του επίδικου ακινήτου σε τρίτους αγοραστές, αναφέρει ως τίτλο της κυριότητας του στα πωλούμενα τμήματα, "χρησικτησία, διάνοια κυρίου, καλή τη πίστει, συνεχή και ανεπιλήπτω νομή πλέον της 25ετίας" και όχι, όπως ήδη ισχυρίζεται, χρησικτησία (έκτακτη) από του έτους 1933 και εφεξής συνεχώς μέχρι του χρόνου σύνταξης των παραπάνω πωλητήριων συμβολαίων, με την προσμέτρηση στον ίδιο χρόνο νομής αυτού και του χρόνου νομής του άμεσου δικαιοπαρόχου πατέρα του Ζ, θ) Μολονότι ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε, με τις προτάσεις του της πρώτης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συζήτησης της αγωγής, ότι νεμόταν, το επίδικο ακίνητο ο ίδιος "ως μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του" στο ... πωλητήριο με αυτοσύμβαση συμβόλαιο που συνέταξε, επικαλείται, για πρώτη φορά, ότι το επίδικο ακίνητο καταλείφθηκε σ' αυτόν με την ... δημόσια διαθήκη του πατέρα του Ζ". Σύμφωνα με τα παραπάνω, πλήρως προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε, ότι δεν είχε δικαίωμα κυριότητας στην προαναφερομένη μείζονα έκταση και ειδικότερα στα εδαφικά τμήματα, που προσυμφώνησε, να μεταβιβάσει στους εγκαλούντες. Και ενώ, λοιπόν, αυτή ήταν η αληθής κατάσταση, παρ' όλα αυτά ο κατηγορούμενος παρέστησε στους εγκαλούντες εν γνώσει του ψευδώς, ότι ήταν αποκλειστικός κύριος, νομεύς και κάτοχος των πωλούμενων ακινήτων, έχοντας εξουσία διαθέσεως αυτών, και επίσης ότι οι εν λόγω αγροί είναι ελεύθεροι από κάθε βάρος και δικαίωμα τρίτου. Συγχρόνως, όμως, ο κατηγορούμενος, δεν περιορίστηκε στις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις, αλλά, συμπληρωματικά προς αυτές, παρότι εκ της άνω συμβάσεως αλλά και στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων, σύμφωνα με την καλή πίστη, είχε υποχρέωση να ανακοινώσει στους εγκαλούντες τα ως άνω αληθή γεγονότα (ΑΠ 187/06 ΠΧ ΝΣΤ.882), ότι δηλαδή την πιο πάνω μείζονα έκταση διεκδικούν τρίτοι, μετά των οποίων βρίσκεται σε μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, παρ' όλα αυτά, όλως αθεμίτως παρασιώπησε αυτά, λέγοντας προς αυτούς μόνο, ότι υπάρχει μία πράξη διεκδικήσεως εκ μέρους του Ασύλου Ανιάτων, την οποία τάχα ανελάμβανε αυτός την υποχρέωση να διαγράψει ταχέως με δαπάνες του (βλ. την σχετική, λίαν προσεκτική, διατύπωση στα υπ' αριθμ. ... και ... προσύμφωνα: "Ο πωλητής ... μέχρι την 30ην Αυγούστου 1999 υποχρεούται να έχει διαγράψει με δαπάνες του εκ των βιβλίων διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Κερατέας την εγγραφείσα δυνάμει της υπ' αριθμ 3017/1987 διεκδίκησης εκ μέρους του Ασύλου Ανιάτων, η οποία διεκδίκηση βρίσκεται ήδη στο στάδιο της διεξαγωγής των μαρτύρων"). Προκύπτει, δηλαδή, εκ των ανωτέρω, ότι ο κατηγορούμενος, προκειμένου να άρει τον παραμικρό δισταγμό των εγκαλούντων, αφού παρασιώπησε αθεμίτως από αυτούς την ύπαρξη των λίαν μακροχρόνιων δικαστικών αγώνων του (για τους οποίους αναφέρουν διεξοδικά οι ΑΠ 1348/2005, ΕΑ 7675/2002 και ΕΑ 674/2000), παρέστησε, επί πλέον, σ' αυτούς ότι τα πραγματικά δικαιώματα των τρίτων επί του ακινήτου αφορούσαν απλά και μόνον "μία πράξη διεκδίκησης", θέλοντας και αποσκοπώντας με τον τρόπο αυτό, να παραπλανήσει τους εγκαλούντες, ότι η διεκδίκηση ήταν ένα ήσσονος σημασίας εμπόδιο, το οποίο ο ίδιος ταχέως και ανέτως επρόκειτο να ξεπεράσει, σκοπό τον οποίο τελικά και επέτυχε, αφού η υποβάθμιση αυτή των μακροχρόνιων δικαστικών αγώνων, που αφορούσαν στην κυριότητα του ακινήτου, σε συνδυασμό με την επίκληση της αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής της ένδικης έκτασης, οδήγησε, όπως αναφέρθηκε, στην παραπλάνηση των αγοραστών, σχετικά με τη σοβαρότητα της διεκδίκησης του ακινήτου από τρίτους και την ύπαρξη αποκλειστικής κυριότητας στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, γεγονός που τους οδήγησε στην κατάρτιση των προσυμφώνων. Επί των ανωτέρω, είναι σαφείς και πειστικές οι καταθέσεις 1) των εγκαλούντων ["... αν και γνώριζε ότι η περιοχή αυτή ήταν διεκδικούμενη από τον Σύλλογο Ανιάτων, γεγονός το οποίο μας απέκρυψε, όπως μας απέκρυψε και τους δικαστικούς αγώνες που είχε με αυτό" βλ. τις ανακριτικές καταθέσεις των], 2) του ... [να. Αγοράσω... ένα οικόπεδο από μία μεγάλη έκταση που πωλούσε ο κ. Χ. Ο τελευταίος μάς έπεισε ότι η έκταση που πωλούσε ήταν της κυριότητας του και ότι ήταν θέμα λίγων ημερών για να ξεκαθαρίσει κάτι εκκρεμότητες που είχε για να κάνουμε συμβόλαια ... πείσθηκα και ... έδωσα χρήματα ... μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει μεταβίβαση αφού δεν είναι στην κυριότητά του. Έτσι αφού δεν ήταν στην κυριότητά του τα οικόπεδα που πουλούσε, αυτός είχε βάλει και αγγελία στην εφημερίδα και με αυτό τον τρόπο εξαπατούσε τον κόσμο", προανακριτική, από 11-05-2006, κατάθεση], 3) της ... ["... με διαβεβαίωσε ότι η έκταση που πουλούσε ήταν στην κυριότητα του, με μόνη τη διαφορά ότι υπήρχε κάτι με το Άσυλο Ανιάτων ότι ήταν θέμα ημερών να λήξει και έτσι πεισθήκαμε και προχωρήσαμε σε προσύμφωνο ... μας εξαπατά και παρόλο ότι του έχω δώσει χρήματα δεν έχει περιέλθει στην κυριότητα μου το ακίνητο ... έχουμε όλοι εξαπατηθεί", προανακριτική, από 11 -05-2005, κατάθεση] και 4) του ... [βλ. την από 11-05-2006 προανακριτική κατάθεση του], οι καταθέσεις δε αυτές ουδόλως αναιρούνται από τις ενώπιον του Ανακριτή δοθείσες την 25-05-2007 καταθέσεις των ..., ... και ..., μαρτύρων υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, οι οποίοι και αυτοί δέχονται την μη ύπαρξη κυριότητας στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, λέγοντας ότι ανέλαβαν "σχετικό ρίσκο". Σημειώνεται, ότι η τέλεση του εγκλήματος της απάτης δεν προϋποθέτει θύμα ορισμένου βαθμού ευφυίας και συνεπώς είναι αδιάφορο αν, οι απατηθέντες εγκαλούντες με ιδιαίτερη επιπολαιότητα κατέστησαν ευχερή στον κατηγορούμενο την εξαπάτησή τους, αλλά αρκεί ότι αυτοί οδηγήθηκαν στην κατάρτιση των προσυμφώνων και στην προκαταβολή του τιμήματος συνεπεία της προαναφερόμενης κατάδηλα κακόπιστης και παραπλανητικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, η οποία ενισχύεται και από το γεγονός της μη επιστροφής από τον τελευταίο στους εγκαλούντες του μεγάλου χρηματικού ποσού, που είχε εισπράξει, καθόσον τούτο υποδηλώνει, ότι αυτός δεν απέβλεπε απλώς στην μεταβίβαση μιας αμφισβητούμενης έκτασης (καθόσον στην περίπτωση αυτή θα είχε φροντίσει να επανορθώσει έστω και εν μέρει τη ζημία των αγοραστών μετά την δικαστική επίλυση του ζητήματος της κυριότητας) αλλά απέβλεπε αποκλειστικά και μόνον στην παραπλάνηση των εγκαλούντων, με σκοπό να εισπράξει από αυτούς το προκαταβληθέν τίμημα, προξενώντας σ' αυτούς ζημία με αντίστοιχο δικό του όφελος. Ειδικότερα, η προξενηθείσα, από την απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ζημία σε βάρος της περιουσίας των εγκαλούντων ανέρχεται στο ποσό των ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων έξι ευρώ και εικοσιεννέα λεπτών [84.306,29 ευρώ] και αναλύεται ως εξής: 1) 14.820,25 € η προκαταβολή του ... προσυμφώνου, 2) 30.814,38 € η προκαταβολή του ... προσυμφώνου, 3) 35.950,24 € οι δόσεις επί του ... προσυμφώνου μέχρι και τον Ιανουάριο 2001, καθότι τα διάδικα μέρη συμφώνησαν με το ... συμβόλαιο όπως από 15-02-2001 έως 15-11-2002 ανασταλεί η καταβολή του υπολειπομένου προς πληρωμή ποσού, 4) 1.021,42 € τα έξοδα που κατεβλήθησαν για την σύνταξη των 2 προσυμφώνων και των 3 πράξεων παράτασης [463,68 + 425,93 + 35,44 + 40,37 + 56,00 - 1.021,42] και 5) 1.700,00 € που κατέβαλαν ως αμοιβή σε δικηγόρους. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος προέκυψε, ότι ενεργεί απάτες κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης του σε βάρος των εγκαλούντων αλλά και τρίτων και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της απάτης προκύπτει, πράγματι, εξακολουθητικός σκοπός αυτού για πορισμό παράνομου εισοδήματος, δεδομένου ότι δια ψευδών και εικονικών τίτλων επιχειρούσε να αποκτήσει εμπράγματα δικαιώματα και να πορισθεί δι' αυτών εισοδήματα σπουδαία και σοβαρά με την παράνομη κατάτμηση της ως άνω μείζονος έκτασης σε 13 εδαφικά τμήματα τα οποία πωλούσε ως αληθής και αποκλειστικός κύριος καίτοι γνώριζε ότι ουδέποτε κατέστη κύριος της έκτασης αυτής. Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό προέκυψε, ότι ο κατηγορούμενος, με σκοπό να βλάψει τους εγκαλούντες απέκρυψε τέσσερις (4) συναλλαγματικές με χρόνους λήξης: 15-02-2001, 15-03-2001, 15-04-2001 και 15-11-2001 αντίστοιχα, τις οποίες είχε εκδώσει αυτός και είχαν αποδεχθεί οι εγκαλούντες και είχε στην κατοχή του και για τις οποίες είχαν συμφωνήσει να επιστραφούν στους εγκαλούντες λόγω μη επακολουθήσασας αιτίας κατ' άρθρο 904 Α.Κ. Ο ισχυρισμός του ότι απώλεσε τις εν λόγω συναλλαγματικές δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, το παρόν Συμβούλιο, αναφερόμενο κατά τα λοιπά, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του διαλαμβάνονται στο εκκαλούμενο βούλευμα, κρίνει, ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν δημοσία στο ακροατήριο κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Χ, για τις πράξεις α) της απάτης από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €, κατ' εξακολούθηση (βλ ΑΠ 961/06, ΑΠ 231/06 και β) της υπεξαγωγής εγγράφων, και πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 309 § Ιε' και 313 Κ.Π.Δ., να παραπεμφθεί αυτός ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, κατά τα άρθρα 1, 13 στ', 14-18, 26 παρ. 1α , 27, 51, 52, 94 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1, 3α ΠΚ, όπως ορθά έκρινε και το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το εκκαλούμενο βούλευμά του. Κατά συνέπεια, η υπ' αριθμ 175/2008 έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, απορριπτόμενου παράλληλα και του αιτήματος του εκκαλούντος κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, καθόσον αυτός με την απολογία του, τα απολογητικά υπομνήματά του και την έφεσή του, ανέπτυξε διεξοδικά τους ισχυρισμούς και τις απόψεις του και ως εκ τούτου δεν υπάρχουν κενά στην υπόθεση προς διευκρίνιση. Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας ύψους 220 ευρώ πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος (άρθρο 583 του ΚΠΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με τη διάταξη του άρθρου 55 του νόμου 3160/2003). Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, που άσκησε κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί, για τις πράξεις 1) της απάτης κατ' εξακολούθηση την οποία τέλεσε κατ' επάγγελμα, το συνολικό δε όφελος και η συνολική ζημία που προκλήθηκαν από αυτήν υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και 2) της υπεξαγωγής εγγράφων. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, την, από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13στ, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98, 222 και 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα: 1)αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά που προεκτέθηκαν, 2)προκύπτει σαφώς ότι το Συμβούλιο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά 3) δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να αναφέρονται αναλυτικά τα αποδεικτικά μέσα και να εκτίθεται τι προκύπτει, χωριστά, από καθένα από αυτά 4) παρατίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την παραπλανητική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της απάτης 5) αιτιολογείται, επαρκώς, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της ζημίας των μηνυτών και 6) στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπάρχουν αντιφατικές παραδοχές, η επικαλούμενη δε αντίθεση μεταξύ του περιεχομένου των καταθέσεων ορισμένων μαρτύρων και του περιεχομένου ορισμένων εγγράφων (προσυμφώνων αγοραπωλησίας κλπ), με τις παραδοχές του βουλεύματος, δεν στερεί αυτό από νόμιμη βάση, αλλά ανάγεται στην εσφαλμένη από το Συμβούλιο, εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο. Επομένως οι, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' του ΚΠΔ, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, τις οποίες προβάλλει με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμες, κατά το μέρος δε που με τον πρώτο από αυτούς, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, η σχετική αιτίαση είναι απαράδεκτη. Συνεπώς πρέπει να απορριφθούν οι παραπάνω λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και αφού δεν υπάρχουν, προς έρευνα, άλλοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση στο σύνολο της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του με αριθμό 1476/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη κακουργηματική. Υπεξαγωγή εγγράφων. Απορρίπτονται οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Υπεξαγωγή εγγράφων, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
0
Αριθμός 1319/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη- Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων 1. ... και 2. ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 8205/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αχιλλέα Στρατσιάνη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2009 αίτησή των, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 164/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιο των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υπαίτιος της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης καθίσταται εκείνος που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτή. Έτσι για τη θεμελίωση αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόστασή του και άμεσος δόλος που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέτει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη αυτού του εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρα αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ συνάγεται, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται διάδοση ή ισχυρισμός από τον υπαίτιο, ενώπιον άλλου, για τρίτον γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τρίτου αυτού, το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να είχε γνώση της αναλήθειάς του. Ως γεγονός, κατά την έννοια του νόμου, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά ή έκφραση γνώμης ή κρίσης ή χαρακτηρισμού που σχετίζεται με γεγονός, αναφέρεται στο παρόν ή στο παρελθόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική ή την ευπρέπεια. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά η ύπαρξη της προαναφερόμενης μορφής του δόλου, που αφορά και τις τρεις μνημονευθείσες αξιόποινες πράξεις, απαιτεί την αναφορά στο σκεπτικό της καταδικαστικής απόφασης ειδικής και αναλυτικής αιτιολογίας, συντελούμενης με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που δικαιολογούν την διαληφθείσα γνώση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 8205/2008 απόφασής του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο 1ος κατ/νος, εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς με την από 5-12-2000 μήνυση του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, την πολιτικώς ενάγουσα ότι στις 18-10-2000, πριν την έναρξη ποινικής δίκης σε βάρος συγγενών της, τον απείλησε με τις φράσεις "την είδες την ψεύτικη μήνυση?, σας περιμένουν ακόμα πολλές ψεύτικες μηνύσεις. Δεν ξέρεις τι σας περιμένει να πάθετε. Έχουμε και μέλλον με σας". Το περιεχόμενο αυτής της μήνυσης που εμφάνιζε την πολιτικώς ενάγουσα, ενώπιον του Εισαγγελέα, να τον απειλεί με την υποβολή ψευδών μηνύσεων, μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της. Σε βάρος της, πράγματι, ασκήθηκε ποινική δίωξη για απειλή του πρώτου κατ/νου, επί της οποίας εκδόθηκε το με αριθμό 2273/2003 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτής. Το βούλευμα αυτό, που επικυρώθηκε με το αριθμό 2913/2003 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατέστη αμετάκλητο σύμφωνα με το 4352/15-12-2005 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, θεωρείται δε ψευδές το περιεχόμενο της μήνυσης του κατ/νου και σύμφωνα με το άρθρο 366& 2 ΠΚ, ο οποίος γνώριζε την αναλήθεια όσων ισχυρίστηκε με τη μήνυση του, τα οποία δεν επιβεβαιώθηκαν από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα .... Ο τελευταίος κατέθεσε ότι υπάρχει μία βιομηχανία μηνύσεων εκατέρωθεν, η οποία συνεχίζεται, αν και λύθηκε η αστική διαφορά που υπήρχε και απετέλεσε την αιτία και αφορμή των μηνύσεων αυτών. Καθόσον δε αφορά τη δεύτερη κατηγορουμένη, προέκυψε ότι αυτή ενόρκως, κατέθεσε στις 15-5-2001, ενώπιον της Πταισματοδίκου Αχαρνών, ότι έλαβε χώρα το ψευδές παραπάνω περιστατικό το οποίο, πέραν τούτου το τοποθετεί σε άλλη ημερομηνία, ήτοι στις 18-1-2000(αντί στις 18-10-2000), γνώριζε και ότι δεν ελέχθηκαν τα παραπάνω από την πολιτικώς ενάγουσα. Τα γεγονότα αυτά ήταν συκοφαντικά για την πολιτικώς ενάγουσα, την οποία εμφάνισε, ενώπιον της Πταισματοδίκου και της Γραμματέως της, να τους απειλεί με ψεύτικες μηνύσεις, ήτοι ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων, ψευδές γεγονός, δυνάμενο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας, που είχε και την ιδιότητα της δικηγόρου. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα τον πρώτο για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση και τη δεύτερη για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, επέβαλε δε σε καθένα συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1, 224 παρ. 2 και 363 σε συνδυασμό με το άρθρο 362 του ΠΚ τις οποίες, ορθώς, εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, τις οποίες προβάλλουν με τον πρώτο λόγο της κοινής αιτήσεως τους, ότι στην πληττόμενη απόφαση 1) δεν αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα από στα οποία να προκύπτει η παραδοχή για το ψευδές εκείνων για τα οποία καταδικάσθηκαν και η γνώση των 2) δεν εκτίθενται τα αληθή και 3) δεν προσδιορίζεται αν ο Ειρηνοδίκης, ενώπιον του οποίου δόθηκε η ένορκη κατάθεση της δεύτερης αναιρεσείουσας, ήταν αρμόδια για την εξέταση της αρχή, είναι αβάσιμες διότι από το περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι α) εκτίθενται στην απόφαση τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η παραπάνω παραδοχή, επαρκώς δε αιτιολογείται η γνώση των για την αναλήθεια των ψευδών περιστατικών, η οποία ενυπάρχει στο πρόσωπο των, ενόψει του ότι, όπως βεβαίωσαν, συνέβησαν ενώπιον των και συνεπώς είχαν ιδίαν αντίληψη 2)σαφώς εκτίθενται τα αληθή, αφού έγινε δεκτό ότι τα πραγματικά περιστατικά που οι αναιρεσείοντες ενόρκως κατέθεσαν και διέδωσαν δεν συνέβησαν και 3)η ένορκη κατάθεση της δεύτερης αναιρεσείουσας δόθηκε στην Πταισματοδίκη Αχαρνών. Και με την εκδοχή όμως ότι αυτή δόθηκε στον Ειρηνοδίκη Αχαρνών, ο οποίος, από παραδρομή, αναφέρεται στην απόφαση ως "Πταισματοδίκης", προκύπτει σαφώς ότι αυτός ενεργούσε ως προανακριτικός υπάλληλος(άρθρο 33 παρ. 1 εδ.α') και συνεπώς ήταν αρμόδια αρχή για την ένορκη εξέταση της. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω αβάσιμος είναι κι ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, (με στοιχ.2β), λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο, δίχως αιτιολογία, το Δικαστήριο απέρριψε τον από το άρθρο 227 παρ.3 του ΠΚ, ισχυρισμό του, διότι από την επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός και συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απόρριψη του. Μετά από αυτά και, αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί αυτή και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη της παριστάμενης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, 176 και 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-1-2009 (κοινή) αίτηση των ... και ..., για αναίρεση της 8205/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ..., την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ, συνολικά. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία, συκοφαντική δυσφήμηση. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς ψευδή περιστατικά και γνώση της αναλήθειας των.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
1
Αριθμός 1317/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3287/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο και με πολιτικώς ενάγουσα την Εταιρεία με την επωνυμία "IMS OIL TRADING LTD", που εδρεύει στη νήσο ... της ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 24/09.04.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 668/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ, μετά την με αριθμό ... Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου του κατηγορουμένου, η οποία κατατέθηκε από την Τσαφούλια Νικολίτσα, πληρεξουσία δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 370 περ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "η ποινική δίωξη τελειώνει ... β) με την οριστική παύση της ποινικής δίωξης όταν ο κατηγορούμενος έχει πεθάνει". Η διάταξη αυτή, ως γενική, εφαρμόζεται και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων ή αναιρεσίβλητος) πεθάνει μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και πριν την έκδοση οριστικής αποφάσεως επ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ΒΤ 3287/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κηρύχθηκε απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του Χ, κατηγορουμένου για παράβαση του Νόμου 5960/33. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε αναίρεση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 9 Απριλίου 2008, ενώ από την ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος πέθανε τις 20 Νοεμβρίου 2008, δηλαδή μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Συνεπώς, πρέπει, αφού αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσίβλητου για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την ΒΤ 3287/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του Χ για το ότι στον ..., στις 8 Απριλίου 2002 εξέδωσε με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον πληρωτή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την επιταγή με αριθμό ..., για να πληρωθεί από την PIREΑUS BANK για το ποσό των 152.442 δολαρίων ΗΠΑ, σε διαταγή της IMS OIL AND TRADING και αφού παρουσιάστηκε στις 8.4.2002 στην πληρώτρια Τράπεζα δεν πληρώθηκε, διότι δεν υπήρχε αντίκρισμα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων ή αναιρεσίβλητος) πεθάνει μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως και πριν την έκδοση οριστικής αποφάσεως επ' αυτής, παύει οριστικά η ποινική δίωξη. Αναιρεί. ΠΟΠΔ.
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Κατηγορούμενου θάνατος .
0
Αριθμός 1316/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση, περί αναιρέσεως της 555, 556, 571, 572/2007 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νεκταρία Μυγιάκη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 538/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 299 του Π.Κ., όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από την διατύπωση της διατάξεως της δεύτερης παραγράφου του ανωτέρω άρθρου 299 του Π.Κ., προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείρηση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά την έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση, είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 299 του Π.Κ. για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αυτή της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη τους στοιχείου βρασμού ψυχικής ορμής δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος ή πάθους, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάνει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν απ' αυτήν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 34 του Π.Κ., η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διαταράξεως των πνευματικών λειτουργιών ή διαταράξεων της συνειδήσεως, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, κατά δε το άρθρο 36 παράγραφος 1 του ίδιου Κώδικα, αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, υπό τον όρο νοηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών περιλαμβάνονται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοπάθειας υπό την ευρεία έννοια, ενώ υπό τον όρο διατάραξη συνειδήσεως περιλαμβάνονται όλες οι ψυχικές διαταράξεις, οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε ψυχικά υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη απολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, ο. σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 555, 556, 571, 572/2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών για τις πράξεις της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, καθώς και σε χρηματική ποινή πεντακοσίων (500) Ευρώ, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ, κατά το έτος 1975, οπότε ήταν 31 ετών, τέλεσε νόμιμο γάμο με την Ζ το γένος ..., ηλικίας τότε 18 ετών. Από το γάμο τους απέκτησαν δύο κόρες, την ... που γεννήθηκε το έτος 1975 και την Ψ2 που γεννήθηκε το έτος 1979. Ο κατηγορούμενος, επειδή ήταν οικονομικά ισχυρότερος από τη σύζυγο του - αφού διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας φρούτων και λαχανικών στην Κεντρική Λαχαναγορά του ... ενώ εκείνη δεν εργαζόταν - αλλά και επειδή ήταν μεγαλύτερός της στην ηλικία και είχε αυταρχικό και βίαιο χαρακτήρα σε αντίθεση, με τον ήπιο χαρακτήρα εκείνης, της επιβλήθηκε από την αρχή της έγγαμης συμβιώσεως τους και την κατέστησε άβουλη και αδύναμη. Παρά το γεγονός ότι αυτή ήταν υποδειγματική σύζυγος και μητέρα, συνεχώς την έβριζε και την υποτιμούσε, την αποκαλούσε "μαύρη" και πολλές φορές χειροδικούσε κατ' αυτής. Την ίδια αυταρχική και βίαιη συμπεριφορά επιδείκνυε και προς τα τέκνα του. Επί πλέον, κατεχόμενος από το πάθος της χαρτοπαιξίας, πολύ συχνά έλειπε από το σπίτι για μέρες παίζοντας χαρτιά ή ζάρια και πολλές φορές έχανε μεγάλα χρηματικά ποσά, με αποτέλεσμα, ενώ είχε πολύ μεγάλα έσοδα, συχνά η οικογένειά του να στερείται ακόμα και τα αναγκαία. Κατά το έτος 1996 ο κατηγορούμενος εξαιτίας της χαρτοπαιξίας υπέστη οικονομική καταστροφή και έχασε την επιχείρησή του στην Κεντρική Λαχαναγορά. Αποπειράθηκε να ξαναρχίσει την επιχειρηματική του δραστηριότητα ανοίγοντας ένα καφενείο, στο οποίο τον βοήθησαν, εργαζόμενοι σ' αυτό, η σύζυγός του, η αδελφή της Ψ3 και ο σύζυγος της τελευταίας .... Η επιχείρηση αυτή απέτυχε διότι ο κατηγορούμενος στο καφενείο ασχολούνταν μόνο με τη χαρτοπαιξία. Κατά το έτος 2000 περίπου ίδρυσε με τον αδελφό του μια επιχείρηση εμπορίας φρούτων στην ..., στην οποία έπεισε τη σύζυγό του και την κόρη του ... να εργασθούν και να εμφανισθούν ως εταίροι, διότι ο ίδιος, λόγω των χρεών του, δεν μπορούσε να ασκήσει εμπορία. Αλλά και η επιχείρηση αυτή απέτυχε, αφού ο κατηγορούμενος έπαιρνε τα χρήματα που προορίζονταν για την κάλυψη των υποχρεώσεών της και τα σπαταλούσε παίζοντας χαρτιά. Μετά την οικονομική του καταστροφή ο κατηγορούμενος έφυγε από την οικογενειακή οικία που βρισκόταν στην οδό ... αριθ. ... στην ... (περιοχή ...) και έμενε στην εξοχική οικία της οικογένειας που βρισκόταν στον .... Εκεί περνούσε το χρόνο του χαρτοπαίζοντας στα καφενεία της περιοχής και σπάνια εργαζόμενος ως φύλακας σε κάποιες επιχειρήσεις. Στην οικογενειακή οικία ερχόταν σπάνια, ενώ η σύζυγος του, η οποία παρέμεινε σ' αυτήν, άρχισε να εργάζεται για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών. Τον επισκεπτόταν όμως στον ... κυρίως τα Σαββατοκύριακα για να τον φροντίζει. Κατά το διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του έμειναν χωριστά, η τελευταία, έχοντας αποκτήσει μεγαλύτερη εμπειρία της ζωής διότι είχε βγει στην αγορά εργασίας αλλά και αυτοπεποίθηση διότι συντηρούσε τον εαυτό της και την οικογένειά της, άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι δεν ήταν λογικό να ανέχεται την αυταρχική και βίαιη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, η οποία συνεχιζόταν. Έτσι, συνεπικουρούμενη από τις θυγατέρες της οι οποίες είχαν ενηλικιωθεί, άρχισε να εκφράζει σ' αυτόν την πρόθεσή της να μη συνεχίσει να επιδεικνύει την ανοχή που είχε επιδείξει τα προηγούμενα χρόνια. Το Μάιο του έτους 2005 ο κατηγορούμενος βρήκε εργασία ως υπάλληλος στην Κεντρική Λαχαναγορά του ... και ανακοίνωσε στη σύζυγό του ότι σχεδίαζε να εγκατασταθεί και πάλι μαζί της μόνιμα στη συζυγική οικία. Αλλά εκείνη του δήλωσε ότι δεν μπορούσε πλέον να τον ανεχθεί και ότι ήθελε να εξακολουθήσουν να ζουν χωριστά. Ο κατηγορούμενος, μη, μπορώντας να αποδεχθεί το γεγονός ότι η σύζυγός του, η οποία είχε ανεχθεί τα πάντα καθ' όλη τα διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεώς τους, τον απέρριπτε, άρχισε να την παρακολουθεί, να ελέγχει τα τηλεφωνήματά της και να ισχυρίζεται ψευδώς ότι αυτή διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση. Επειδή δε στο περιβάλλον της δεν υπήρχε κανένα πρόσωπο με το οποίο θα μπορούσε να της αποδώσει ως εραστή, διότι αυτή ασχολούνταν μόνο με την εργασία της και της οικογένειά της, άρχισε να την κατηγορεί ότι είχε σχέση με το γιο της εργοδότριας της και υπεύθυνο του καταστήματος στο οποίο εργαζόταν ..., ηλικίας τότε 25 ετών. Επίσης άρχισε να δημιουργεί περισσότερα επεισόδια σε βάρος της, με ύβρεις, ξυλοδαρμούς και απειλές. Τον Ιούλιο του έτους 2005 είπε στις θυγατέρες του, οι οποίες στήριζαν τη μητέρα τους, "έτσι που το πάτε θα με κάνετε να σκοτώσω τη μάνα σας και θα σας έχω απέναντι μου να με δείχνετε και να μου λέτε τι σας έκανα". Κατά το διάστημα από 22-7-2005 μέχρι 31-7-2005 η Ζ έφυγε από την ... για διακοπές και φιλοξενήθηκε στο σπίτι της φίλης της ..., στην .... Κατά το διάστημα εκείνο δεχόταν τηλεφωνήματα από τον κατηγορούμενο, κατά τη διάρκεια των οποίων ήταν εμφανές ότι ήταν τρομοκρατημένη. Όταν η Ζ επέστρεψε από τις διακοπές της, ο κατηγορούμενος συνέχισε τα βίαια επεισόδια σε βάρος της. Έτσι στις 9-8-2005 της προκάλεσε σωματικές κακώσεις, όπως δε η ίδια εκμυστηρεύθηκε στην αδελφή της Ψ3 και τις θυγατέρες της, την έσυρε βίαια προς το μπαλκόνι, απειλώντας την ότι θα την πετάξει από αυτό. Από τότε η Ζ έφυγε από τη συζυγική οικία και εγκαταστάθηκε προσωρινή στην οικία του αδελφού της Ψ1, ο οποίος έλειπε με την οικογένειά του για διακοπές στη .... Στις 11-8-2005 πήγε στο Αστυνομικό Τμήμα Ακροπόλεως και κατήγγειλε το συμβάν της 9-8-2005 χωρίς να υποβάλει έγκληση κατά του κατηγορουμένου, παράλληλα δε επικοινώνησε με σύλλογο κακοποιημένων γυναικών, από τον οποίο της ορίστηκε συνάντηση για το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Στις 13-8-2005 ο κατηγορούμενος της τηλεφώνησε στην εργασία της και της είπε ότι αποφάσισε να εγκατασταθεί και πάλι στον ... και να μην την ξαναενοχλήσει, της ζήτησε δε να μεταβεί την ίδια ημέρα στη συζυγική οικία για να παραλάβει από αυτόν τα κλειδιά του αυτοκινήτου της τα οποία της είχε αφαιρέσει και για να του ετοιμάσει φαγητό που θα έπαιρνε μαζί του στον .... Η Ζ, παρά τις αντίθετες συμβουλές της κόρης της ... και της αδελφής της Ψ3 στις οποίες ανακοίνωσε τηλεφωνικά την πρόσκληση του κατηγορουμένου, το μεσημέρι της ίδιας ημέρας μετά την εργασία της πήγε στη συζυγική οικία, όπου γευμάτισε και, κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, συνευρέθη ερωτικά με αυτόν. Ακολούθησε συζήτηση μεταξύ τους, κατά την οποία ο κατηγορούμενος διαπίστωσε ότι η πρόθεση της συζύγου του να ζήσει χωριστά από αυτόν ήταν αμετακίνητη. Τότε ο κατηγορούμενος, έχοντας αποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να σκοτώσει τη σύζυγο του αν επέμενε στην απόφαση της αυτή, πήρε ένα κλομπ, το οποίο την ίδια ημέρα είχε μεταφέρει στο σπίτι από το αυτοκίνητό του όπου το φύλαγε πάντοτε, και άρχισε να την κτυπάει με αυτό μέχρι που το έσπασε πάνω της. Στη συνέχεια και προκειμένου να ολοκληρώσει τον ανθρωποκτόνο σκοπό του, πήγε στην κουζίνα του σπιτιού και αφού πήρε ένα μαχαίρι με συνολικό μήκος 30 εκατοστών και με μήκος λάμας 17 εκατοστών, την έπληξε με σφοδρότητα τουλάχιστον 15 φορές, προκαλώντας της σοβαρά τραύματα, στο λαιμό, στην ωμοπλάτη και στο στήθος, από τα οποία, ως μόνη ενεργό αιτία, επήλθε ο θάνατος της. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος έκρυψε το μαχαίρι κάτω από το κρεβάτι και αφού έκανε μπάνιο για να καθαριστεί από τα αίματα, ντύθηκε και έφυγε από το σπίτι. Στη συνέχεια τηλεφώνησε στον αδελφό του ... που βρισκόταν στην ... και του ανακοίνωσε ότι είχε σκοτώσει τη σύζυγο του. Ο τελευταίος ειδοποίησε σχετικά τις αστυνομικές αρχές και το γιο του ... (ανιψιό του κατηγορουμένου) που βρισκόταν στην .... Όταν ο ανιψιός του τηλεφώνησε στο κινητό του τηλέφωνο και τον ρώτησε τι συνέβη, ο κατηγορούμενος του είπε "την σκότωσα γιατί με κεράτωνε και τώρα πάω τη βόλτα μου", παραδόθηκε δε στις αστυνομικές αρχές την επομένη (14-8-2005) λέγοντας "την σκότωσα γιατί ήταν πουτάνα". Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής και συγκεκριμένα διότι η σύζυγός του τού ανακοίνωσε ότι θα πάει διακοπές με τον εραστή της ... στην ..., γεγονός που δημιούργησε έξαρση των συναισθημάτων του (ζηλοτυπίας) και τον οδήγησε στην ανθρωποκτονία. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος διότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, η Ζ δεν διατηρούσε δεσμό με τον ανωτέρω ούτε με οποιονδήποτε άλλον ώστε να έχει πει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι κατά την τέλεση των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων έπασχε από παραληρητική διαταραχή ζηλοτυπικού περιεχομένου σε (έδαφος) χρόνιας καταθλιπτικής διαταραχής και εξαιτίας αυτής της νόσου είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων τις οποίες τέλεσε. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Διότι ναι μεν οι διορισθέντες από τον ανακριτή πραγματογνώμονες ... και ..., ψυχίατροι, με την αναγνωσθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης τους με ημερομηνία 15-10-2005 επιβεβαίωσαν τον ισχυρισμό αυτό. Όμως ο νευρολόγος - ψυχίατρος ..., αφού εξέτασε τον κατηγορούμενο στις 27-11-2005, με την επίσης αναγνωσθείσα ιδιωτική γνωμοδότηση του με ημερομηνία 9-12-2005, αποφάνθηκε ότι αυτός δεν έπασχε ούτε κατά το χρόνο της εξετάσεως ούτε προηγουμένως από ψυχική νόσο και ότι δεν εντόπισε οποιοδήποτε στοιχείο που θα τον χαρακτήριζε καταθλιπτικό και μάλιστα σε βαθμό που θα επηρέαζε την ικανότητά του για καταλογισμό. Το συμπέρασμα της ιδιωτικής γνωμοδοτήσεως κρίνεται περισσότερο πειστικό από εκείνο της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης ενόψει του ότι: α) η ιδιωτική γνωμοδότηση είναι περισσότερο σαφής και αιτιολογημένη, β) οι πραγματογνώμονες, σε αντίθεση με τον γνωμοδοτούντα, εξέτασαν απλώς τον ίδιο τον κατηγορούμενο και δεν επικοινώνησαν με πρόσωπα του οικογενειακού του περιβάλλοντος και μάλιστα με τις θυγατέρες του, γ) πριν από τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις του ο κατηγορούμενος δεν είχε νοσηλευθεί ή έστω εξετασθεί από ιατρό για οποιοδήποτε ψυχικό νόσημα παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του, όλα δε τα ιατρικά πιστοποιητικά που προσκόμισε και ανεγνώσθησαν είναι μεταγενέστερα του χρόνου τελέσεως των πράξεων αυτών. Εξάλλου ο κατηγορούμενος ζητεί να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ Π.Κ. Το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, αφού από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν στην αρχή αυτής της αποφάσεως δεν αποδείχτηκε ότι αυτός έδειξε ειλικρινή μετάνοια ούτε ότι επιχείρησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του. Αντίθετα, όπως έχει ήδη εκτεθεί, όταν λίγη ώρα μετά την πιο πάνω πράξη του επικοινώνησε με τον ανιψιό του ... εμφανίστηκε αμετανόητος λέγοντάς του "την σκότωσα γιατί με κεράτωνε και τώρα πάω τη βόλτα μου". Αλλά και όταν εμφανίστηκε στις αστυνομικές αρχές την επομένη της τελέσεως των πιο πάνω αξιόποινων πράξεών του και ενώ είχε μεσολαβήσει αρκετός χρόνος ώστε να συναισθανθεί τη βαρύτητα των πράξεων αυτών, είπε για τη σύζυγο του ότι τη σκότωσε "γιατί ήταν πουτάνα". Ακόμη δε και τώρα είναι φανερή η έλλειψη οποιασδήποτε μεταμέλειάς του, αφού εξακολουθεί να προσβάλλει τη μνήμη της συζύγου του, επιμένοντας στον ψευδή ισχυρισμό του ότι είχε εραστή. Τέλος ο κατηγορούμενος ζητεί να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε Π.Κ. Και το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, δεδομένου ότι από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχτηκε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πιο πάνω πράξεις του. Αντίθετα, κατά το διάστημα που ήταν προσωρινά κρατούμενος στις φυλακές, τηλεφώνησε στο σύγγαμβρό του ..., ο οποίος είχε εξετασθεί ως μάρτυρας κατηγορίας, και απείλησε τον ίδιο και την οικογένεια του λέγοντάς του ότι "το χέρι μου και μέσα από τη φυλακή σε φτάνει". Επί πλέον, ενώ οι δικηγόροι του και εκείνοι των θυγατέρων του είχαν συμφωνήσει να αποποιηθεί αυτός την κληρονομιά της συζύγου του ώστε να αποδεσμευθούν γρήγορα τα περιουσιακά της στοιχεία και να μπορέσουν οι θυγατέρες του να εξοφλήσουν τα χρέη εκείνης αλλά και των ιδίων που απέρρεαν από την ανεπιτυχή εμπορική του δραστηριότητα, ο κατηγορούμενος με το ειδικό πληρεξούσιο που δέχθηκε να συνταχθεί (901/8-12-2005 του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαραλάμπους Κριμπά) παρέσχε μεν στη θυγατέρα του ... την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να αποποιηθεί για λογαριασμό του την κληρονομιά της συζύγου του, με τον όρο όμως της καταβολής στο δικηγόρο του του ποσού των 5.000 ευρώ σε περίπτωση πωλήσεως οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου της κληρονομιάς. Δεδομένου δε ότι αποποίηση κληρονομιάς υπό όρον δεν νοείται, εξανάγκασε τις θυγατέρες του να καταφύγουν στη χρονοβόρο διαδικασία της κηρύξεως της κληρονομικής του αναξιότητας. Η κρίση του δικαστηρίου για τα πιο πάνω δεν αναιρείται από την αναγνωσθείσα βεβαίωση των φυλακών Αλικαρνασσού, όπου κρατείται ο κατηγορούμενος, περί καλής διαγωγής του, αφού μόνη η αναγκαστική του συμμόρφωση στους κανονισμούς των φυλακών, δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο καλή συμπεριφορά του κατά την έννοια της προαναφερθείσης διατάξεως". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 299 παρ. 1 του Π.Κ. και 1 παρ. 2β, 10 παρ. 1, 13β και 14 του Ν. 2168/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις, αιτιολογείται πλήρως, γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, συνιστούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την άδικη πράξη του άρθρου 299 παρ. 1 του Π.Κ., αφού, επαρκώς εξειδικεύεται ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, αφού αποφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να θανατώσει τη σύζυγό του, της επιτέθηκε και αρχικά τη κτύπησε με αυτοσχέδιο κλομπ σε διάφορα σημεία του σώματός της και στη συνέχεια, αφού έσπασε το κλομπ, την έπληξε επανειλημμένα με μαχαίρι συνολικού μήκους 30 εκατοστών και με μήκος λάμας 17 εκατοστών της προκάλεσε τραύματα στο λαιμό, στην ωμοπλάτη και στο στήθος, από τα οποία τραύματα, ως μόνη ενεργό αιτία, επήλθε ο θάνατός της, αιτιολογείται δε πλήρως, αναφορικά με προβληθέντα σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου, αφού, το αναφερόμενο από την πλευρά του τελευταίου ως αίτιο για την πρόκληση του βρασμού ψυχικής ορμής, ότι δηλαδή η σύζυγός του είχε εραστή και ότι θα πήγαινε μαζί του διακοπές, ήταν τελείως ψευδές και εφεύρεση του αναιρεσείοντος. Αιτιολογείται, επίσης πλήρως, η απόρριψη του ισχυρισμού που προέβαλε ο αναιρεσείων περί ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, διότι, δήθεν έπασχε από παραλητική διαταραχή ζηλοτυπικού περιεχομένου σε έδαφος χρόνιας καταθλιπτικής διαταραχής και εξαιτίας αυτής είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων που τέλεσε. Συγκεκριμένα, εκτιμήθηκαν όλα τα προσκομισθέντα έγγραφα, όπως η από 15-10-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ψυχιάτρων ... και ..., η από 9-12-2005 ιδιωτική ιατρική γνωμοδότηση του νευρολόγου ψυχίατρου ..., καθώς και τα υπόλοιπα ιατρικά πιστοποιητικά που αναγνώσθηκαν. Είναι δε αλήθεια, όπως επισημαίνεται, άλλωστε, και στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, ότι οι διορισθέντες από τον τακτικό Ανακριτή πραγματογνώμονες - ιατροί ... και ...., επιβεβαίωσαν τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, το δε δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα. Το γεγονός όμως αυτό δεν συνιστά την επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον, κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης που καθιερώνει το άρθρο 177 του Κ.Π.Δ., η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων δεν δεσμεύει τον ποινικό δικαστή, ο οποίος μόνο όταν δεν αποδέχεται τα προκύψαντα από αυτών συμπεράσματα, πρέπει να αιτιολογεί την αντίθετη πεποίθησή του στηριζόμενος σε αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά που αποκλείουν εκείνα τα οποία οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνωμοδοτήσεώς τους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προεκτεθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο αποκρούει ειδικώς το συμπέρασμα των ως άνω πραγματογνωμόνων, στηριζόμενο σε αντίθετα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά εξετέθησαν στο προπαρατεθέν σκεπτικό του, τα οποία δέχεται ως αληθινά και προκύπτοντα από τα ειδικώς αναφερόμενα σ'αυτό αποδεικτικά στοιχεία και συνεπώς, με ειδική αιτιολογία, το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην απόρριψη του ειρημένου ισχυρισμού. Τέλος, αιτιολογείται πλήρως η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ' και ε' του Π.Κ. στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, αφού, με λεπτομερή παράθεση πραγματικών περιστατικών, αξιολογείται η όλη συμπεριφορά του, τόσο αμέσως μετά το έγκλημα, όσο και κατά το διάστημα που εκρατείτο στις δικαστικές φυλακές Αλικαρνασσού. Οι λοιπές αιτιάσεις, όπως "Το Δικαστήριο απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς μου, διότι στηρίχθηκε στις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων" ... "Ο αναιρεσείων αμφισβητεί την ορθότητα των πραγματικών περιστατικών που διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη..." ... "ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο και αξιολογήθηκαν εσφαλμένα ως δήθεν πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία, δήθεν, συνάγεται η στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων...", είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. μοναδικοί λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη των νομίμως παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρ. 176 Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. 158/08 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αρ. 555, 556, 571 και 572/2007 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη των νομίμως παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, εκ πεντακοσίων (500) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 299 παρ. 1 και 299 παρ. 2 του Π.Κ. Διακρίσεις των άρθρων 34 και 36 ΠΚ. Το Δικαστήριο πρέπει να αιτιολογεί την αντίθετη κρίση του από αυτήν που έχουν οι διορισθέντες πραγματογνώμονες. Ανθρωποκτονία με πρόθεση. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Πραγματογνωμοσύνη.
0
Αριθμός 1315/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Σταμούλη, περί αναιρέσεως της 5471/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.10.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1714/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται, στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αναφέρεται και αιτιολογείται στη δικαστική απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5471/14.7.2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι δύο (22) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, από υπόχρεο. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που φέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στην προκειμένη περίπτωση, στα ..., στις 26 Φεβρουαρίου 2001, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε τον θάνατο άλλου και προκάλεσε, κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα, που παρήχθη από την παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια εργασιών σκυροδέτησης στην επί της Λεωφόρου ... νεοαναγειρόμενης οικοδομής της εταιρίας "Γ. Κουλούρης Α.Ε." από την εργολήπτρια εταιρία "...", ανέλαβε χωρίς να κατέχει νόμιμη άδεια μηχανοδηγού - χειριστή, σύμφωνα με το ΠΔ 31/90, τον χειρισμό του οικοδομικού γερανού, με τον οποίο γινόταν η μεταφορά του σιδηροπλισμού της οικοδομής σε σκαλωσιά ύψους δύο (2) μέτρων, απ' όπου οι εργαζόμενοι τον τοποθετούσαν σε ξυλότυπο τοιχείου στη βάση της εκσκαφής του εργοταξίου. Κατά την εκτέλεση, δε, της ανωτέρω εργασίας δεν φρόντισε, ώστε να έχει σαφή αντίληψη της απόστασης μεταξύ των ηλεκτροφόρων καλωδίων της ΔΕΗ και των συρματόσχοινων ανάρτησης του σιδηροπλισμού, τα οποία κρέμονταν από τον βραχίονα του γερανού, με αποτέλεσμα, που δεν προέβλεψε, τα κάθετα συρματόσχοινα (ανάρτησης) να έλθουν σε επαφή με τα ηλεκτροφόρα καλώδια και το ηλεκτρικό ρεύμα να περάσει μέσω αυτών στο αναρτημένο φορτίο και τέλος στους εργαζομένους: α) ..., προκαλώντας του ηλεκτροπληξία, από την οποία, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του στις 28-2-01, β) ..., προκαλώντας του ηλεκτρικό έγκαυμα - flash burn προσώπου, τραχήλου, ράχεως, δεξιού ώμου και θλάση κοιλίας. Ο μάρτυρας κατηγορίας ... αναφέρει, στην κατάθεσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ότι με το θύμα ήταν μαζί και δούλευαν πάνω στη σκαλωσιά. Η σκαλωσιά από το έδαφος ήταν δύο (2) μέτρα. Χειριστής του γερανού ήταν ο Χ, ο οποίος δεν είχε άδεια. Κουμανταδόρος δεν υπήρχε. Κανονικά έπρεπε να είχε κουμανταδόρο και να ήταν κάτω από το γερανό. Ο ... ήταν κάτω στην κολώνα. Είχαν γυρίσει στο σκάμμα και μέτραγαν πόσα σίδερα ήθελαν. Ο ...του είπε "πρόσεξε", τον ακούμπησε το σίδερο και έπεσε κάτω. Τι έγινε μετά δεν ξέρει. Απ' ότι του είπαν, άγγιξε τα σίδερα για να τον σώσει και τον πέταξε το ρεύμα. Τα γάντια και τα παπούτσια τα είχε αγοράσει από μόνος του. Η μοναδική εταιρία, που τους έδινε γάντια και μπότες ήταν η GP στο αεροδρόμιο. Ο μηχανικός έπρεπε να ήταν εκεί. Ο χειριστής έπρεπε να είχε δίπλωμα και κουμανταδόρο και ο γερανός να είχε στοπ. Σε άλλες εταιρίες, που δούλεψε, υπήρχε κουμανταδόρος. Ο Χ ήταν εκεί με έναν άλλον εργάτη και συζητούσαν, τη στιγμή που έριχνε τα σίδερα ο .... Απ' ότι άκουσε, δεν βοήθησαν την οικογένεια του θύματος. Τα έσπρωξαν τα σίδερα λοξά προς τον τοίχο, γιατί δεν χωρούσαν στο μανδύα. Δεν πήγαν τα σίδερα με το σπρώξιμο το δικό τους στα καλώδια. Ο μάρτυρας κατηγορίας ... αναφέρει στην κατάθεσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ότι είναι πατέρας του θανόντος. Έφταιγε η εταιρία. Δεν τους πρόσεξε. Ο χειριστής του γερανού δεν είχε δίπλωμα. Δεν τους είχαν δώσει γάντια και μπότες. Ο μάρτυρας κατηγορίας ... αναφέρει στην κατάθεσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ότι το θύμα ήταν αδελφός του. Έμαθε ότι ο Χ, ο οποίος χειριζόταν το γερανό, δεν είχε άδεια. Από μάρτυρες έμαθε ότι έπρεπε να είχε κουμανταδόρο και να προσέχει τα καλώδια της ΔΕΗ, όταν χειρίζεται το τηλεχειριστήριο του γερανού. Του είπαν, ότι εκείνη την ώρα ο Χ μιλούσε και δεν πρόσεχε. Πρέπει κάποιος να γνωρίζει για να κάνει κουμάντο. Δεν ενδιαφέρθηκε κανείς για την οικογένεια του αδελφού του. Η δουλειά του αδελφού του ήταν να βάζει σίδερα μέσα στο καλούπι. Εργοδότης του αδελφού του ήταν ο Ζ. Τον εξοπλισμό τον έδινε ο καλουπατζής. Δεν είχε αναλάβει την υποχρέωση ο αδελφός του να κάνει τον κουμανταδόρο στον χειριστή. Ο Ζ πήγε το πρωί εκεί και έφυγε. Ο αδελφός του δούλευε από 12 χρονών. Σιδεράς ήταν τα τελευταία πέντε με επτά χρόνια. Σε όλες τις άλλες δουλειές οι χειριστές έφερναν κουμανταδόρο. Η μάρτυρας κατηγορίας ... αναφέρει στην κατάθεσή της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ότι ο παθών ήταν σύζυγός της. Την πήραν τηλέφωνο και της είπαν ότι πέθανε. Δεν ξέρει τι έγινε, γιατί δεν ήταν εκεί. Έχει μία κόρη και δεν τη βοήθησε κανείς. Ο μάρτυρας κατηγορίας ... αναφέρει στην κατάθεσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ότι ήταν μπροστά όταν έγινε το ατύχημα, γιατί εργαζόταν και αυτός εκεί, ως καλουπατζής, Χειριστής του γερανού ήταν ο Χ. Υπεύθυνος των σιδεράδων ήταν ο Ζ. Τι εντολές τους έδωσε δεν ξέρει. Φτιαχνόταν ένα κτίριο της BMW. Έπρεπε να μπουν σίδερα στις κολώνες, πέντε μέτρα κάτω από το έδαφος. Τα πέδιλα είχαν μπει. Ήλθαν οι σιδεράδες και είπαν του Χ να τους πάρει τα σίδερα από τη μία πλευρά και να τα βάλει από την άλλη. Ο Χ βάζει πάντα κάποιον να επιβλέπει. Από το σημείο που έγινε ήταν 3 με 4 μέτρα, Κουμάντο έκανε το θύμα. Έδειχνε του χειριστή, πού θα πάει το βαγονάκι. Κανονικά έπρεπε να του πει να τα αφήσει δίπλα στην κολώνα και του είπε να τα βάλει μέσα στην κολώνα. Όπως κατεβαίνανε τα σίδερα, τα είχε πιασμένα, δεν φορούσε γάντια και κάποια στιγμή είδε σπινθήρες. Είδε ένα άτομο, που σπαρταρούσε κάτω τον .... Πήγαν τρία (3) άτομα, του άνοιξαν το στόμα με τανάλια, γιατί του είχε γυρίσει η γλώσσα και τον γλίτωσαν. Ο άλλος ήταν σε ύψος 2,5 μέτρων από τα πέδιλα. Πρέπει να ακούμπησαν τα σίδερα στα καλώδια της ΔΕΗ. Τα καλώδια ήταν 5 με 6 μέτρα πάνω από το έδαφος. Αν του έλεγε το θύμα, τα σίδερα να πάνε έξω από την κολώνα, δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Ακούμπησαν τα σίδερα στα καλώδια της ΔΕΗ και έπαθε ηλεκτροπληξία. Ο ... ήταν ο μηχανικός. Υπεύθυνος ήταν ο Ζ Ο ... είναι εργολάβος ξυλοτύπου. Ο χειριστής Χ είχε ορατότητα και έβλεπε. Σε οποιαδήποτε εργασία είχε βοηθό για να τον καθοδηγεί. Έγινε κακός υπολογισμός. Το θύμα το είδε με την πλάτη γυρισμένη στον χειριστή. Αν δεν έπιανε τα σίδερα, δεν θα γινόταν τίποτα. Το θύμα το είδε για πρώτη φορά στη συγκεκριμένη δουλειά. Έμαθε κατόπιν, ότι ο Χ δεν είχε άδεια χειριστή γερανού. Είχε δώσει εντολές ο .... στον ... και στον Ζ. Εκείνη την ημέρα δεν φορούσαν γάντια και μπότες, αλλά ούτε τους είχαν δώσει. Ο Ζ ήλθε το πρωί και έφυγε. Άλλος δεν ήταν. Ο Χ είναι καλουπατζής. Είκοσι χρόνια τον γνωρίζει και χειριζόταν το γερανό, όχι συνέχεια, βοηθούσε τον αδελφό του. Ο μάρτυρας υπεράσπισης ... αναφέρει στην κατάθεσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ότι ήταν στο έργο, αλλά δεν είδε το συμβάν. Είχαν πάει τα σίδερα οι σιδεράδες, έπιασαν τα σίδερα, τα έσπρωξαν και έτσι ακούμπησαν στα καλώδια της ΔΕΗ. Με την εταιρία "..." συνεργάζεται πάνω από τριάντα χρόνια. Ο Ζ έπρεπε να ήταν εκεί, ή να έχει κάποιον να επιβλέπει. Έπρεπε να υπήρχε ένας άνθρωπος να δίνει οδηγίες στον χειριστή. Συνηθίζεται κάθε συνεργείο να έχει τον δικό του κουμανταδόρο. Ο θανών άκουσε ότι ήταν ο κουμανταδόρος. Κανονικά τα σίδερα έπρεπε να τα κατεβάσει ο γερανός έξω από το καλούπι και μετά οι σιδεράδες να τα πάρουν και να τα βάλουν μέσα στο καλούπι. Ήταν εκτός σκάμματος τα καλώδια. Δεν χρειαζόταν κάποιο προστατευτικό. Ο γερανός έχει στοπ, το οποίο δουλεύει ανάλογα με το βάρος. Τα σίδερα τα έπιασαν χαμηλά και με το σπρώξιμο, που έκαναν, ακούμπησαν τα καλώδια. Για τα σίδερα ο μηχανικός έδινε εντολές στον Ζ. Ο μηχανικός δεν είναι απαραίτητο να είναι όλη την ημέρα εκεί. Η εταιρία ... είναι στον χώρο από το 1970. Ο μηχανικός έδινε εντολή να υπάρχει ο κατάλληλος εξοπλισμός και κάθε υπεργολάβος ήταν υπεύθυνος για το συνεργείο του. Ο Χ ήταν βοηθός χειριστή γερανού από το 1973. Είχε τη γνώση και την εμπειρία. Ο Ζ ήταν υποχρεωμένος να ήταν εκεί και να επιβλέπει το σιδέρωμα. Ο θανών μπορεί να είχε τα γάντια και να μην τα φόρεσε. Ο μανδύας έχει περίμετρο 30 με 50 εκατοστά. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου αναφέρει ότι ο αδελφός του ήταν χειριστής και αυτός βοηθός. Δουλεύει στους γερανούς από το 1973. Είχε κάποια δουλειά ο αδελφός του και πήγε αυτός. Δίπλωμα δεν είχε πάρει, γιατί είχε αρκετά ένσημα του ΙΚΑ ως οικοδόμος και δεν ήθελε να μπλέξει. Την ημέρα εκείνη ήλθε ο Ζ, ... και ο αδελφός του. Ο ... έδωσε το σχέδιο στον Ζ και του είπε τι θα κάνει. Έπρεπε τα σίδερα να κατέβουν στο σκάμμα, μετά να τα χωρίσουν οι σιδεράδες και να τα βάλουν εκεί που έπρεπε. Του είπαν οι σιδεράδες να τους βοηθήσει για να μπουν τα σίδερα στο καλούπι. Τους είπε ότι ήθελε κουμανταδόρο, γιατί δεν μπορούσε μόνος του. Τα καλώδια ήταν έξω από το έργο περίπου δύο (2) μέτρα. Είχε στοπ ο γερανός. Ο γερανός σε ορισμένα σημεία δεν έφτανε το σκάμμα. Δεν μπορούσε να υπολογίσει, αν τα συρματόσχοινα του γερανού έφταναν τα καλώδια. Έσπρωξαν τα σίδερα, έγινε παλάτζο, γι' αυτό έγινε ότι έγινε. Δεν έφταιγε αυτός για ότι έγινε, ούτε και ο μηχανικός. Ο βοηθός χειριστή δεν χρειάζεται άδεια. Η ΔΕΗ της περιοχής στα Μεσόγεια Αττικής, που έχει την έδρα της στο Κορωπί, αναφέρει στην από 19-3-2001 επιστολή της προς το AT Γλυκών Νερών ότι, σε απάντηση της επιστολής τους, τους ενημερώνουν ότι, μετά από αυτοψία, που πραγματοποιήθηκε στη νεοαναγειρόμενη οικοδομή ιδιοκτησίας "Γ. Κουλούρη A.Ε.", οδός ... (...), διαπίστωσαν ότι, μετά από παράλληλη μετακίνηση του συρματόσχοινου επισκοπικού γερανού, το συρματόσχοινο ήλθε σε επαφή με παρακείμενο δίκτυό τους Μέσης Τάσης, με αποτέλεσμα να προκληθεί ατύχημα. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι, ως χειριστής γερανού, ελλείψει κουμανταδόρου, δεν είχε καν οπτική επαφή με το σημείο του ατυχήματος, είχε δηλαδή μείνει αβοήθητος. Όμως, ο κατηγορούμενος, εφόσον δεν είχε νόμιμη άδεια μηχανοδηγού - χειριστή γερανοφόρου οχήματος, δεν έπρεπε να αναλάβει τη μεταφορά του σιδηροπλισμού στην ως άνω οικοδομή και την τοποθέτησή του σε ξυλότυπο τοιχείου στη βάση της εκσκαφής του εργοταξίου με το εν λόγω όχημα. Παρόλα αυτά, εφόσον ανέλαβε, στηριζόμενος, κατά τους ισχυρισμούς του, στη μακροχρόνια εμπειρία, που διέθετε, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, σύμφωνα με το ΠΔ 31/90, κατά την εκτέλεση της ως άνω εργασίας, ως χειριστής γερανοφόρου οχήματος, να φροντίσει να έχει σαφή αντίληψη της απόστασης μεταξύ των ηλεκτροφόρων καλωδίων της ΔΕΗ και των συρματόσχοινων ανάρτησης του σιδηροπλισμού, τα οποία κρέμονταν από τον βραχίονα του γερανού. Αλλά τούτο, δεν το έπραξε, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, με αποτέλεσμα, που δεν προέβλεψε, τα κάθετα συρματόσχοινα ανάρτησης να έλθουν σε επαφή με τα ηλεκτροφόρα καλώδια και το ηλεκτρικό ρεύμα να περάσει μέσω αυτών στο αναρτημένο φορτίο. Με τον τρόπο αυτό επέφερε τον θάνατο του ... και τον τραυματισμό του ..., οι οποίοι εργάζονταν, ως σιδεράδες στα θεμέλια της οικοδομής και παρελάμβαναν τα σίδερα, που αυτός τους έστελνε με τον βραχίονα του γερανοφόρου οχήματος, που χειριζόταν. Επίσης, ο ως άνω κατηγορούμενος δεν έβαλε κουμανταδόρο κάποιο άτομο δικό του, που γνώριζε αυτή την εργασία, προκειμένου να τον βοηθήσει ως χειριστή του γερανού και να συνεννοείται μαζί του, έτσι ώστε η μεταφορά του σιδηροπλισμού στα τοιχεία της οικοδομής και η τοποθέτησή τους πλησίον των ξυλοτύπων να γίνει με ασφάλεια και να τηρηθεί απόσταση ασφαλείας από τα ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ, που υπήρχαν σε μικρή απόσταση από την οικοδομή. Το γεγονός ότι οι παθόντες ήταν εργαζόμενοι στο συνεργείο του Ζ δεν σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε ιδιαίτερη υποχρέωση, βάσει του νόμου, να προβεί στις ανωτέρω πράξεις για την ασφάλεια των εργαζομένων της οικοδομής, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ανεξάρτητα τυχόν ευθυνών του ως άνω υπεργολάβου. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ο θανών είχε αναλάβει να είναι κουμανταδόρος και ότι από δική του υπαιτιότητα, επειδή δεν φορούσε γάντια, έπιασε τα σίδερα που είχαν ακουμπήσει στα καλώδια της ΔΕΗ και υπέστη ηλεκτροπληξία. Όμως, η υποχρέωση να βάλει κουμανταδόρο ήταν, εκτός του ιδιοκτήτη του γερανού, και δική του, για να βοηθήσει τον ίδιο ως χειριστή αυτού στη μεταφορά του σιδηροπλισμού. Ως κουμανταδόρος δεν πρέπει να μπαίνει οποιοσδήποτε βρίσκεται στην οικοδομή, αλλά να είναι ένα μόνιμο πρόσωπο, το οποίο πρέπει να συνεργάζεται με τον χειριστή του γερανού, ως βοηθός αυτού και να έχει εμπειρία σ' αυτή την εργασία. Αν πράγματι ο θανών είχε οριστεί κουμανταδόρος, θα έπρεπε να μην έκανε και την εργασία του σιδερά στο ύψος των ξυλοτύπων στα θεμέλια της οικοδομής σε ύψος 2,5 μέτρων από τα πέδιλα, αλλά να βρίσκεται σε τέτοιο σημείο της οικοδομής, κάτω από τον γερανό, μεταξύ της απόστασης των 20 έως 30 μέτρων, που απείχε αυτός από τα θεμέλια της οικοδομής, έτσι ώστε να έχει οπτικό πεδίο του γερανού, του βραχίονα αυτού, των εναέριων ηλεκτροφόρων καλωδίων της ΔΕΗ και των θεμελίων της οικοδομής, όπου θα μεταφερόταν ο σιδηροπλισμός. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών είχε εμπειρία να κάνει τον κουμανταδόρο του γερανού, δεδομένου ότι άλλη φορά δεν είχε συνεργασθεί με τον κατηγορούμενο, ως χειριστή του εν λόγω γερανού, ούτε μπορούσε από απόσταση 20 έως 30 μέτρων, φωνάζοντας, να κατευθύνει τον χειριστή του γερανού. Ακόμη, δεν προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, ότι είχαν δοθεί στον θανόντα γάντια για να πιάνει τα σίδερα και αυτός, μετά από υπόδειξη του επιβλέποντος μηχανικού ή του ιδιοκτήτη του γερανοφόρου οχήματος, άλλως του κατηγορουμένου Χ, ως χειριστή του γερανού, αρνήθηκε να τα φορέσει. Επίσης, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι, αν ο θανών έπρεπε να πει σ' αυτόν, ως χειριστή του γερανού, να αφήσει τα σίδερα δίπλα στην κολώνα, αλλά του ζήτησε να τα βάλει μέσα στην κολώνα και γι' αυτό τα σίδερα έπεσαν στα εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ. Όμως, αν τα σίδερα υπήρχε πιθανότητα να πέσουν επάνω στα καλώδια της ΔΕΗ μέσα ή έξω από την κολώνα, αυτό μπορούσε να το δει ο κατηγορούμενος, ως χειριστής του γερανού, και ο κουμανταδόρος, που θα βρισκόταν εκτός των θεμελίων και θα συνεργαζόταν με αυτόν ως χειριστή κάτω από τον γερανό, και όχι ο θανών, ο οποίος ασχολείτο με τα σίδερα, που κατέβαιναν προς τα πέδιλα της οικοδομής και δεν μπορούσε να δει ότι αυτά είχαν ακουμπήσει τα καλώδια της ΔΕΗ. Ο κατηγορούμενος, ως χειριστής του γερανού, και ο κουμανταδόρος αυτού, εφόσον είχαν δει ότι τα σίδερα είχαν ακουμπήσει στα καλώδια της ΔΕΗ, θα έπρεπε να φωνάξουν στα δύο θύματα να μην τα πιάσουν με τα χέρια τους ή αν έβλεπαν ότι τα σίδερα, για να τοποθετηθούν μέσα στην κολώνα, θα ακουμπούσαν στα καλώδια της ΔΕΗ, θα έπρεπε να ειδοποιήσουν τους σιδεράδες ότι αυτό δεν γίνεται, γιατί υπάρχει κίνδυνος ηλεκτροπληξίας και να τα αφήσουν εκτός της κολώνας. Ο κατηγορούμενος ζητεί από το Δικαστήριο να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις των άρθρων 79 παρ. 3 α', β' και δ', 84 παρ. 2 α' και ε' ΠΚ. Όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι το πιο πάνω αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, η όλη συμπεριφορά αυτού κατά την τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων και μετά την τέλεση αυτών μέχρι σήμερα, δεν έδειξε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που απαιτούνται από τα ως άνω άρθρα του Ποινικού Κώδικα. Η σύζυγος του θανόντος, στην κατάθεσή της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, αναφέρει ότι κανείς δεν βοήθησε αυτή και την κόρη της μετά το ένδικο ατύχημα, που υπέστη ο σύζυγός της. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος δεν ζήτησε συγνώμη στη σύζυγο του θανόντος και στον άλλον παθόντα, αλλά ισχυρίστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ότι, για ό,τι συνέβη, έφταιγαν οι ίδιοι οι παθόντες. Να σημειωθεί εδώ, ότι ο κατηγορούμενος την ώρα του ένδικου ατυχήματος συζητούσε μ' έναν άλλο εργάτη. Επομένως, σύμφωνα με όσα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν, σε συνδυασμό με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, και να κηρυχθεί αυτός ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται, χωρίς να αναγνωρισθούν σ' αυτόν ελαφρυντικά". Με αυτά που δέχθηκε το πιο πάνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 26 παρ. 1β, 94 παρ. 2, 302 παρ. 1α, 314 παρ. 1 του ΠΚ, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στις προεκτεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε και τις οποίες, έτσι, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με συνέπεια η απόφαση να μη στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, εξειδικεύονται πλήρως οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 28 ΠΚ, όπως αυτές διαλαμβάνονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αφού αναφέρονται τα στοιχεία της μη συνειδητής αμέλειας του αναιρεσείοντος, συνιστάμενα στο ότι αυτός, κατά τον χειρισμό οικοδομικού γερανού, δεν φρόντισε να έχει σαφή αντίληψη της απόστασης μεταξύ των ηλεκτροφόρων καλωδίων της ΔΕΗ και των συρματόσχοινων ανάρτησης του σιδηροπλισμού, τα οποία κρέμονταν από τον βραχίονα του γερανού. Ότι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, τα κάθετα συρματόσχοινα του γερανού να έρθουν σε επαφή με τα ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ και το ηλεκτρικό ρεύμα να περάσει μέσω αυτών στο αναρτημένο φορτίο και τέλος στους δύο εργαζομένους στην οικοδομή, και στον μεν πρώτο να προκαλέσει τον δια ηλεκτροπληξίας θάνατο, στον δε δεύτερο ηλεκτρικό έγκαυμα προσώπου, γεγονότα τα οποία τελούν σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την ως άνω παράλειψη του αναιρεσείοντος και τα οποία δεν προέβλεψε ο αναιρεσείων λόγω μη καταβολής της οφειλόμενης προσοχής. Είναι δε αβάσιμος ισχυρισμός ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, με την αιτίαση ότι, στο μεν σκεπτικό διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσείων "είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, σύμφωνα με το Π.Δ. 31/90, κατά την εκτέλεση της ως άνω εργασίας ...... κλπ", ενώ στο διατακτικό δεν γίνεται καμμία αναφορά για ύ7παρξη τέτοιας νομικής υποχρέωσης. Τούτο δε, διότι δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 15 του ΠΚ, ώστε να υφίσταται υποχρέωση του Δικαστηρίου ειδικής αιτιολόγησης της υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος να κατέχει άδεια μηχανοδηγού - χειριστή, ενώ από την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού σαφώς προκύπτει, ότι η αναφορά στις διατάξεις του Π.Δ. 31/90 γίνεται για να τονισθεί επιπρόσθετα η αμέλεια που επέδειξε ο αναιρεσείων, ο οποίος, κατά τις αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης, μολονότι δεν είχε την από το ως άνω Π.Δ. απαιτούμενη άδεια, ανέλαβε τον χειρισμό του οικοδομικού γερανού και επέδειξε την λεπτομερώς αναφερόμενη στη συνέχεια αμελή συμπεριφορά και όχι με την έννοια κάποιας ειδικής υποχρέωσης που απορρέει από το Διάταγμα αυτό, στην οποία στηρίχθηκε η κρίση της προσβαλλομένης, για την ενοχή του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 580/08 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5471/21.7.2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Σωματική βλάβη από αμέλεια. Προϋποθέτει εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 15 και 28 ΠΚ, αναφορικά με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές αμελή συμπεριφορά. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Σωματική βλάβη από αμέλεια
Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
0
Αριθμός 1313/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1013/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1336/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό 429/16-9-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 ιδίου κώδικος, ασκηθείσαν υπό του κατηγορουμένου Χ, από 28 Ιουλίου 2008 αίτησιν αναιρέσεως, κατά του υπ'αριθμ. 1013/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Ι. Διά του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεσις του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά του υπ'αριθμ. 2824/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη το βούλευμα τούτο, που τον παρέπεμψεν εις το ακροατήριον δια να δικασθή δι'απάτην κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν, εκ της οποίας το περιουσιακόν όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 ευρώ (άρθρον 386 παρ. 1 και 3 στοιχ. α' Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη ο αναιρεσείων, προβάλλων τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγον της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας. ΙΙ. Το παραπεμπτικόν βούλευμα έχει την απαιτουμένην υπό των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν, η έλλειψις της οποίας ιδρύει τον υπό της διατάξεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρωνται εις αύτο με πληρότητα, σαφήνειαν και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκρισιν ή προανάκρισιν δια τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, αι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί με τους οποίους εγένετο η υπαγωγή εις την ουσιαστικήν διάταξιν που εφηρμόσθη και εκρίθη, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής δια την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον. Η επιβαλλομένη αυτή υπό των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιον αναφέρεται εξ ολοκλήρου εις την ενσωματωμένην εις το βούλευμα εισαγγελικήν πρότασιν, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το Συμβούλιον αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα εις αυτήν, υπό την προϋπόθεσιν ότι εκτίθενται εις την πρότασιν με σαφήνειαν και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκρισιν ή προανάκρισιν πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και αι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτικήν πρότασιν, με την οποίαν συντάσσεται και η κρίσις του Συμβουλίου, ώστε θα ήτο άσκοπος και τυπολατρική η επανάληψις υπό του Συμβουλίου των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (Α.Π. 1348/2008 Πράξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 289 κ.ά.). ΙΙΙ. Εις την προκειμένην περίπτωσιν, όπως προκύπτει εκ του προσβαλλομένου βουλεύματος, το Συμβούλιον Εφετών Αθηνών, δια καθολικής αναφοράς εις την ενσωματωμένην εις αυτό Εισαγγελικήν πρότασιν, απέρριψε την έφεσιν του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του υπ'αριθμ. 2824/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίον παρεπέμφθη εις το ακροατήριον διά να δικασθή δι'απάτην κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν, εκ της οποίας το περιουσιακόν όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 ευρώ. Εις την ανωτέρω πρότασιν εκτίθενται με σαφήνειαν και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκρισιν πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και αι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτικήν πρότασιν, με την οποίαν συντάσσεται και η κρίσις του Συμβουλίου, ώστε θα ήτο άσκοπος και περιττή η επανάληψις υπό του Συμβουλίου των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Συνεπώς είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, συνιστάμενος εις το ότι το Συμβούλιον αναφέρεται καθ'ολοκληρίαν εις την ενσωματωθείσαν εις το πληττόμενον βούλευμα Εισαγγελικήν πρότασιν, χωρίς να διαλαμβάνη ιδικήν του αιτιολογίαν. Κατ'ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθή η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι. Να απορριφθή η από 28 Ιουλίου 2008 αίτησις αναιρέσεως του Χ, κατά του υπ'αριθμ. 1013/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα 27 Αυγούστου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η επιβαλλόμενη αυτή από τις ανωτέρω διατάξεις του συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αιτιολογία υπάρχει και όταν του Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού αυτή αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα όσα διαλαμβάνονται σ' αυτήν, υπό την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του 2824/2008 βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο για να δικασθεί για απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Για να καταλήξει σε παραπεμπτική κρίση ο προτείνας στο Συμβούλιο Εφετών Εισαγγελεύς εκθέτει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος Χ, ..., την 10.12.04, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον άλλον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του δράστη υπερβαίνουν ποσό 15.000 €, ο ίδιος δε διαπράττει απάτες κατά επάγγελμα και συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και από την επανειλημμένη τέλεση πράξης προκύπτει σταθερή ροπή προς τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Ως στοιχείο της προσωπικότητος του δράστη. Ειδικότερα, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον εγκαλούντα ..., ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση συστημάτων πληροφορικής επικοινωνίας, αυτοματισμού στα ..., ότι ήταν ένας ιδιαίτερα επιτυχημένος επιχειρηματίας, με μεγάλη οικονομική πίστη και επιφάνεια, γι' αυτό και όλες οι συνεργαζόμενες με αυτόν επιχειρήσεις του προμήθευαν τα προϊόντα τους με πίστωση τιμήματος, τον διαβεβαίωσε δε ότι η πληρωμή της αξίας των εμπορευμάτων που θα του πουλούσε ο εγκαλών με πίστωση τιμήματος, ήταν απόλυτα βέβαιη και εξασφαλισμένη, ενόψει και του ότι ο ίδιος διατηρούσε υψηλές καταθέσεις στη συνεργαζόμενη μ' αυτόν ΕΤΕ Εξαρχείων. Μάλιστα, για να τον πείσει, μετέβησαν μαζί την ίδια ημέρα στην οδό ..., όπου ο κατηγορούμενος με κλειδιά που είχε άνοιξε την πόρτα αναπαλαιούμενης διώροφης οικίας, στην οποία, ως του δήλωσε, επρόκειτο να μεταφερθεί η έδρα της εταιρείας "ORANGE TELECOM INTERNATIONAL AE", της οποίας αυτός ήτο Πρόεδρος Δ.Σ., Διευθύνων Σύμβουλος, νόμιμος εκπρόσωπος. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του έπεισε τον εγκαλούντα, αφ' ενός να του πουλήσει την 30.12.04, 20.1.05 εμπορεύματα (κεντρικές μονάδες ηλεκτρονικών υπολογιστών, οθόνες, ενεργό εξοπλισμό -δικτυακά προγράμματα και παιχνίδια για ηλεκτρονικούς υπολογιστές) με πίστωση τιμήματος και να του παρέχει υπηρεσίες συνολικής αξίας 71.065,36 €, με βάση τα κάτωθι τιμολόγια πώλησης, ήτοι α) υπ αρ. 00001/20.1.05 ποσού 318, 60 €, β) υπ' αρ. 01249/30.12.2004, ποσού 1156,40€, γ) 01250/30.12.04 ποσού 663,73 €, δ) 00004/30.12.2004, ποσού 731,60 €, ε) 00005/30.12.04 ποσού 3.160,80 €, στ) 00006/3012/04 ποσού 14.018,40 €, ζ) 00007/30.12.04 ποσού 795, 79 €, η) 00008/30.12.04 ποσού 8.011,02 €, θ) 00009/30.12.04, ποσού 742,22 €, 1) 00256/30.12.04 ποσού 177 €, ια) 00010/30.12.04 ποσού 742,22 € ιβ) 01256/30.12.04 ποσού 1808,94 €, ιγ) 01259/30.12.04 ποσού 2690,40 €, ιδ) 01260/30.12.04, ποσού 7443,44 €, ιε) 01261/30.12.04, ποσού 1604,80 € και αφ' ετέρου να δεχθεί την 5.1.2005, προς μερική εξόφληση τιμήματος, δύο μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες εξέδωσε ο κατηγορούμενος σε διαταγή του εγκαλούντα και δη τις υπ' αρ. ..., ... επιταγές συρόμενες στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε η ως άνω εταιρία σε ΕΤΕ Εξαρχείων, με ημερομηνίες έκδοσης 1.3.05, 1.4.05 αντίστοιχα, ποσού 32.873,38 € η κάθε μία και τόπο έκδοσης αμφοτέρων την ..., διαβεβαιώνοντας τον ψευδώς για ακόμη μία φορά, ότι επειδή ήτο αξιόχρεος και φερέγγυος επιχειρηματίας, η πληρωμή των επιταγών αυτών ήταν περισσότερο από βέβαιη και εξασφαλισμένη, δεδομένου ότι ο ίδιος φρόντιζε πάντα, όχι μόνο να διατηρεί τα αναγκαία διαθέσιμα κεφάλαια για πληρωμή επιταγών που εξέδιδε, αλλά και πλεονάζουσες καταθέσεις, το ύψος των οποίων υπερέβαινε τα ποσά των επιταγών που εξέδιδε και παρέδιδε στους προμηθευτές του για τον λόγο δε αυτό και η συνεργαζόμενη μ' αυτόν ως άνω Τράπεζα τον θεωρούσε "καλό πελάτη". Ως δε αποδείχθηκε κατόπιν, όλες οι άνω παραστάσεις του κατηγορουμένου ήταν ψευδείς και ο ίδιος προέβη σ' αυτές, εν γνώσει της αναληθείας τους, καθόσον η αλήθεια είναι ότι αυτός ουδέποτε υπήρξε επιτυχημένος επιχειρηματίας με οικονομική πίστη και επιφάνεια, φερέγγυος και συνεπής στην εκπλήρωση των συμβατικών δεσμεύσεων του με τρίτα πρόσωπα, δεν είχε καμία περιουσία, τόσο ο ίδιος, όσο και η υπ' αυτόν εκπροσωπούμενη εταιρεία, ούτε κατά τον χρόνο παράδοσης των επίδικων επιταγών, ούτε κατά το χρόνο που εμφανίσθηκαν αυτές νόμιμα προς πληρωμή από τον εγκαλούντα, αλλά δεν πληρώθηκαν ελλείψει υπολοίπου του άνω λογαριασμού στην πληρώτρια Τράπεζα και στις αρχές Μαρτίου 2005 έκλεισε όλα τα καταστήματα, που διατηρούσε καθώς και το επί της οδού ... εις ... κατάστημα Internet -cafe, εξαφανίζοντας όλα τα εμπορεύματα, που βρίσκονταν εντός αυτών. Με τον τρόπο αυτό, εξαπάτησε τον εγκαλούντα, πετυχαίνοντας να ωφεληθεί παράνομα ο ίδιος και η άνω εκπροσωπούμενη απ' αυτόν εταιρία τα άνω αγορασθέντα και μη πληρωθέντα εμπορεύματα, το τίμημα των οποίων, που δεν εξόφλησε, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των άνω επιταγών (65.746, 76 €), όφελος το οποίο αρχικά επεδίωκε, σε βάρος της περιουσίας του παθόντος, ο οποίος πώλησε εμπορεύματα, χωρίς να εισπράξει το τίμημα αυτών, ο κατηγορούμενος δε διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης σε βάρος πολλών άλλων, πλην του εγκαλούντα προσώπων, μεταξύ των οποίων είναι και ο ..., ..., ..., ..., ..., ..., προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος, ως και σταθερή ροπή του για την διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Κατόπιν αυτών, προέκυψε και αποδείχτηκε αναμφισβήτητα η δολία τέλεση και πραγμάτωση πλήρως, της νομικής υπόστασης του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο εγκλήματος απάτης κατ' επάγγελμα και συνήθεια, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία, υπερβαίνουσα ποσό 15.000 €. Έτσι, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, η υπ' αριθ. 569/07 έφεση του Χ κατά του υπ' αρ. 2824/07 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Αθήνας. Να επικυρωθεί συνολικά το υπ' αρ. 2824/07 βούλευμα εκκαλούμενο Δικαστικού Συμβουλίου Πλημ. Αθήνας και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον εκκαλούντα αυτόν κατηγορούμενο". Στην παραπάνω πρόταση εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου Εφετών, ώστε θα ήταν άσκοπη και περιττή η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Συνεπώς είναι αβάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συνιστάμενος στο ότι το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται καθ' ολοκληρίαν στην εισαγγελική πρόταση, που έχει ενσωματωθεί στο πληττόμενο βούλευμα, χωρίς να διαλαμβάνει δική του αιτιολογία. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28 Ιουλίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά του 1013/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα. Λόγος αναιρέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει τυπική αιτιολογία με πλήρη αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση. Απορρίπτει, διότι η εισαγγελική πρόταση έχει πλήρη αιτιολογία και επομένως παραδεκτά γίνεται αναφορά σ' αυτή.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εισαγγελική Πρόταση.
2
Αριθμός 1312/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Δήμητρα Μιχαλοπούλου, για αναίρεση της 156/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1319/2007. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2910/2001 "Πλοίαρχος ή Κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται, αντικειμενικώς, μεταφορά από πλοιάρχους ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου ή από οδηγούς κάθε είδους μεταφορικού μέσου από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή των οποίων έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και η προώθησή τους στο εσωτερικό της χώρας ή η διευκόλυνση της μεταφοράς ή της προωθήσεως τους ή η εξασφάλιση σε αυτούς καταλύματος για απόκρυψη από οποιοδήποτε πρόσωπο, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση από τα ανωτέρω πρόσωπα, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην πράξη με την οποία πραγματώνεται αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο προσδιορισμός τους γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως τους, διότι στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να είναι ορισμένοι, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής έννοιας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι ώστε να παρέχουν τη δυνατότητα αξιολογήσεως και, σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των αόριστων αυτών ισχυρισμών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τη συνδρομή στο πρόσωπό του ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 85 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη 156/2007 απόφαση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, συμπληρούμενο παραδεκτώς από το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, ανάγνωση πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και εν γένει αποδεικτική διαδικασία), αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, προκειμένου να διευκολύνει την είσοδο και την περαιτέρω προώθηση στο εσωτερικό της χώρας των αλλοδαπών που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, οι οποίοι στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων, γεγονός που γνώριζε ο παραπάνω κατηγορούμενος, αφού τους παρέλαβε από συγκεκριμένο σημείο, που είχε καθορισθεί προηγουμένως, με Τούρκο υπήκοο, αγνώστων στοιχείων, ο οποίος ανέλαβε να τους περάσει από τον ποταμό ..., στη συνέχεια τους έκρυψε σε άλλο σημείο, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη γίνει αντιληπτή η παρουσία τους και ανέμενε την έλευση οχήματος, επί του οποίου να τους επιβιβάσει. Όπως δε αποδείχθηκε, προέβη στην ενέργειά του αυτή έναντι αμοιβής, που δεν διαπιστώθηκε επακριβώς, που όμως αποτελούσε μέρος του ποσού των 2.500 δολαρίων, που είχε δώσει ο κάθε αλλοδαπός στον Τούρκο υπήκοο, για να τους προωθήσει στην Ελλάδα". Ακολούθως, τον κήρυξε ένοχο του προβλεπόμενου από το άρθρο 55 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2910/2001 εγκλήματος και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως πενήντα (50) μηνών και χρηματική ποινή είκοσι τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (24.000€). Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάσεις των άρθρων 27 παρ. 1 ΠΚ και 55 παρ. 1 εδ. α' ν. 2910/2001, που εφήρμοσε, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και, ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, παραβίασε. Τέλος και αναφορικά με το παράπονο του αναιρεσείοντος ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του για αναγνώριση υπέρ αυτού των ελαφρυντικών περιστάσεων που προβλέπονται από το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. β' και ε' του Ποινικού Κώδικα πρέπει να λεχθεί ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα ειδικά και αιτιολογημένα στους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος και η συνήγορός του ζήτησαν απλώς να του αναγνωριστούν "οι ελαφρυντικές περιπτώσεις της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς και των μη ταπεινών αιτίων". Δηλαδή προβλήθηκαν χωρίς να είναι ορισμένοι, με την αναφορά κατά τρόπο αναλυτικό των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής έννοιας των παραπάνω συγκεκριμένων ισχυρισμών, έτσι ώστε να δώσουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αξιολογήσεως. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 27 παρ. 1, 99 παρ. 1, 100 παρ. 1 ΠΚ και 55 παρ. 1 εδ. α' ν. 2910/2001, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, ελλείψεως της επιβαλλόμενης ως άνω αιτιολογίας, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Ιουλίου 2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 156/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διευκόλυνση εισόδου αλλοδαπών στην Ελληνική Επικράτεια. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Για να απαντήσει το Δικαστήριο πρέπει να είναι ορισμένοι. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1310/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Ιουνίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Φωκά - Παγουλάτο και 2. Χ2 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Φωτόπουλο και Λάμπρο Μπρεάνο, περί αναιρέσεως της 275, 276, 277/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Χ3 και 2. Χ4. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Μαΐου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 753/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες με αριθ. εκθ. 10/15-5-2009 και 11/15-5-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων, στρεφόμενες κατά της με αριθ. 277/8-5-2009 αποφάσεως των συνέδρων του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη έφεση του αναιρεσείοντος Χ2, κατά της με αριθ. 247/2009 αποφάσεως του ΜΟΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε αναρμόδιο καθύλην και παρέπεμψε όλους τους κατηγορουμένους στο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, παραδεκτά εισάγονται κατά την παραπάνω έκτακτη δικάσιμο της 1-6-2009, που ορίστηκε αρμοδίως, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.4 του Κανονισμού Λειτουργίας του Αρείου Πάγου, με τη με αριθ. 68/20-5-2009 πράξη του Προέδρου του αρμοδίου Ζ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, για τον σε αυτή σπουδαίο λόγο, παραδεκτά στρέφονται κατά της παραπάνω αποφάσεως των συνέδρων του ΜΟΕ Αθηνών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 504 παρ.2 του ΚΠοινΔ και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το βάσιμο των λόγων αυτών. Είναι δε παραδεκτή και η αναίρεση του Χ1, μη ασκήσαντος έφεση κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, αφού, αυτός ως συγκατηγορού-μενος και ωφελούμενος από το επεκτατικό αποτέλεσμα της εφέσεως του Χ2, κατ'άρθρο 469 ΚΠοινΔ, παραστάθηκε δια εξουσιοδοτημένου δικηγόρου και συμμετείχε στη δίκη του άνω ΜΟΕ που συζητήθηκε και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η άνω έφεση του τελευταίου, νομιμοποιούμενος σε άσκηση αναιρέσεως, ώστε, και η απόφαση επί της αναιρέσεως, σε περίπτωση θετικής εκβάσεως, να έχει επεκτατικό αποτέλεσμα και γι ' αυτόν. (ΑΠ 41/2003). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 169 παρ.1 του ΚΠοινΔ, νόμιμα έγινε στην προκείμενη περίπτωση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύντμηση της 15νθημέρου προθεσμίας κλητεύσεως των γνωστής διαμονής στις φυλακές κρατουμένων αναιρεσειόντων σε οκτώ ημέρες, λόγω κινδύνου παραγραφής, όπως σημειώνεται στην από 20-5-2009 παραγγελία αυτού για επίδοση και στις προσαγόμενες κλήσεις των αναιρεσειόντων, η δε περί συνδρομής κινδύνου παραγραφής, ή άλλου εξαιρετικού λόγου, όπως λήξεως του 18μήνου προσωρινής κρατήσεως, κρίση αυτή του Εισαγγελέα, δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Επομένως τηρήθηκαν οι τυπικές προϋποθέσεις του άνω άρθρου για σύντμηση της προθεσμίας κλητεύσεως, η κλήτευση των αναιρεσειόντων έγινε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 20-5-2009, προ οκτώ ημερών, οι αναιρεσείοντες μπορούσαν να υποβάλουν και πρόσθετους λόγους, οκτώ ημέρες προ της κατά την 1-6-2009 συζητήσεως, πράγμα που δεν έπραξαν και επομένως οι εκ μέρους αυτών προβαλλόμενες αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης λόγω απαραδέκτου συντμήσεως της προθεσμίας κλητεύσεως αυτών και περί απαραδέκτου της συζητήσεως των κρινόμενων αιτήσεών τους περί αναιρέσεως, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Απορριπτέα δε είναι και η περί απαραδέκτου της συζητήσεως αιτίαση των αναιρεσειόντων, (στο ακροατήριο), λόγω μη κλητεύσεως των πολιτικώς εναγόντων, κατά το άρθρο 513 παρ.1 του ΚΠοινΔ, καθόσον δεν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, ούτε παρέστησαν πολιτικοί ενάγοντες κατά τη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη με αριθ. 247/2008 απόφαση του ΜΟΔ Αθηνών, κηρύχθηκε αυτό αναρμόδιο καθύλην και με το διατακτικό του, επέχον θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, παραπέμφθηκαν όλοι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι για να δικασθούν στο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, ενώ με την προσβαλλόμενη με αριθ. 276/2009 απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών (συνέδρων τακτικών δικαστών) απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η ασκηθείσα έφεση του αναιρεσείοντος Χ2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 3727/18-2-2008, που ισχύει από της δημοσιεύσεώς του στο ΦΕΚ στις 18-2-2009, ορίζεται ότι "στις περιπτώσεις ανηλίκων θυμάτων των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323 Α, 324, 336, 337 παρ.3,4, 338, 339, 342, 343, 345, 346, 347, 348, 348Α, 348Β, 349, 351, 351Α και 353 του ΠΚ, η ανάκριση διεξάγεται κατ' απόλυτη προτεραιότητα και περατώνεται για τα κακουργήματα και τα συναφή πλημμελήματα σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21 του ν. 663/1977". Κατά το άνω άρθρο 20 του ν. 663/1977, όπως ισχύει, ορίζεται ο τρόπος περατώσεως της ανακρίσεως για τα σε αυτό κακουργήματα και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κατ'άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 1649/1986, καθιδρύεται η καθύλην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων προς εκδίκαση αυτών. Δια του πρώτου ως άνω δικονομικού νόμου, μη περιέχοντος ειδική μεταβατική διάταξη, για τις ήδη εκκρεμείς υποθέσεις, δεν ορίζεται αν οι νέα καθιερούμενη υλική αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, καταλαμβάνει και τις μη εκδικασθείσες μέχρι της δημοσιεύσεώς του ποινικές υποθέσεις, για τις οποίες έχουν εκδοθεί παραπεμπτικά βουλεύματα και δη αμετάκλητα για να εκδικασθούν από τα κατά τόπους ΜΟΔ, σύμφωνα με τις προϊσχύουσες δικονομικές διατάξεις. Όμως, με βάση γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, συναγόμενη από τα άρθρα 2 του ΠΚ και 596 παρ.1 του ΚΠοινΔ, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές. Δηλαδή η διαδικασία χωρεί κατά το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και συνεπώς συνάγεται ότι οι μεν πράξεις οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου είναι ισχυρές, "το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας", κατά την εισηγητική έκθεση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, επομένως και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο, από το καθοριζόμενο με το νεότερο νόμο ως παραπάνω αρμόδιο καθύλην Δικαστήριο. Από τα επισκοπούμενα για διερεύνηση του βασίμου ή μη των λόγων αναιρέσεως έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Δυνάμει του με αριθ. 2746/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, οι δύο αναιρεσείοντες και οι συγκατηγορούμενοί τους Χ4 και Χ3 παραπέμφθηκαν, μετά κυρίαν ανάκριση, στο ακροατήριο του ΜΟΔ Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι των παρακάτω πράξεων: α) ο αναιρεσείων Χ2 1) βιασμού κατ'εξακολούθηση και 2) αποπλανήσεως κατ'εξακολούθηση της ηλικίας κάτω των 14 ετών ανήλικης Θ1, β) ο αναιρεσείων Χ1, 1) από κοινού με τον Χ4, απόπειρας αρπαγής της άνω ανήλικης, 2) αποπλάνησης κατ'εξακολούθηση των σε αυτό τριών ανηλίκων, εκ των οποίων οι δύο ηλικίας κάτω των 10 ετών, 3) βιασμού κατ'εξακολούθηση των ιδίων ως άνω ανηλίκων και 4) αποπλανήσεως ετέρας ανήλικης ηλικίας κάτω των 10 ετών, γ) ο κατηγορούμενος Χ4 επί πλέον σωματικής βλάβης κατ'εξακολούθηση, αντιστάσεως κατά της αρχής, κατοχής ναρκωτικών ουσιών για αποκλειστική χρήση και προμήθειας ναρκωτικών ουσιών, από κοινού με την συγκατηγορουμένη Χ3 και η τελευταία ως άνω συγκατηγορουμένη, επί πλέον, 1) για Παρασκευή και κατοχή πορνογραφικού υλικού που συνδέεται με την εκμετέλλευση της απειρίας ανηλίκων και με την άσκηση σωματικής βίας επ'αυτών, 2) για προαγωγή σε πορνεία ανηλίκων κάτω των 15 ετών, και 3) για βιασμό της παραπάνω ανήλικης Θ1. Επομένως, αφού οι κατηγορούμενοι παραπέπονται να δικασθούν, πλην άλλων αδικημάτων, και για τα εγκλήματα του βιασμού, της αποπλανήσεως παιδιών, ασέλγειας έναντι αμοιβής, μαστροπείας, πορνογραφίας ανηλίκων, απόπειρας αρπαγής, στρεφομένων κατά ανηλίκων που δε συμπλήρωσαν το 10ο έτος ή το 15ο έτος της ηλικίας τους κατά το χρόνο τελέσεως, έπεται ότι σύμφωνα με το προπαρατεθέν άρθρο 7 του ν. 3728/2008, αρμόδιο για εκδίκαση των άνω εγκλημάτων και των άλλων συναφών πλημμελημάτων, για τα οποία παραπέμπονται οι κατηγορούμενοι, είναι πλέον το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Το εκ τακτικών δικαστών ΜΟΕ Αθηνών, που έκρινε ομοίως και απέρριψε κατ'ουσίαν τη μοναδική ασκηθείσα έφεση του εκ των κατηγορουμένων Χ2 και επικύρωσε την πρωτόδικη με αριθ. 247/2009 απόφαση του εκ τακτικών δικαστών ΜΟΔ Αθηνών, που έκρινε εαυτό αναρμόδιο καθύλην και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους να δικασθούν στο αρμόδιο καθύλην Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με μοναδικό λόγο εφέσεως την υλική αρμοδιότητα, ορθά τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έκρινε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και χωρίς να υπερβεί την εξουσία του, απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος Χ2 και τον προβληθέντα ισχυρισμό του παραστάντος στο δεύτερο βαθμό κατηγορουμένου Χ1, περί ακυρότητας της με αριθ. 247/2009 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου ΜΟΔ Αθηνών, καθόσον οι λόγοι της μοναδικής ασκηθείσας εφέσεως του Χ2, αφορούσαν μόνο την καθύλην αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ζήτημα το οποίο και αποκλειστικά απασχόλησε το εκ τακτικών δικαστών ΜΟΕ Αθηνών, αφού ο κατηγορούμενος Χ1 δεν άσκησε ιδία έφεση. Ήτοι το εκ τακτικών δικαστών ΜΟΕ Αθηνών, δεν παραβίασε το δεδικασμένο, ως προς τη γενόμενη προηγούμενα με αμετάκλητο βούλευμα παραπομπή των κατηγορουμένων στο ΜΟΔ Αθηνών, σύννομα δεν απάντησε στον ισχυρισμό του κατηγορουμένου Χ1, για ακυρότητα της διαδικασίας από το μη αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου αυτού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και για μη υποβολή σχετικής προτάσεως του εισαγγελέα επί του προβληθέντος αυτού ισχυρισμού του, αφού ο αναιρεσείων αυτός δεν ήταν εκκαλών και η υπόθεση είχε μεταβιβασθεί μόνο για το ζήτημα της υλικής ή μη αρμοδιότητας του ΜΟΔ Αθηνών, (άρθρο 502 παρ.2 ΚΠοινΔ), στη συνέχεια δε με το να γίνει τυπικά δεκτή, αλλά περαιτέρω να απορριφθεί η έφεση του κατηγορουμένου Χ2 ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, η αρχικά ατονήσασα περί παραπομπής διάταξη του ΜΟΔ Αθηνών, αναβίωσε και δεν ήταν αναγκαίο να επαναλάβει το εκ τακτικών δικαστών ΜΟΕ Αθηνών στο διατακτικό του διάταξη περί παραπομπής των κατηγορουμένων στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων Χ1 και όλοι οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Δ, Ε και Η του ΚΠοινΔ, λόγοι και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν ως αβάσιμες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθ. εκθ. 10/15-5-2009 και 11/15-5-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 αντίστοιχα, κατά της με αριθμό 275, 276, 277/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθένα από αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1. Νόμιμα έγινε, κατ' άρθρο 169 παρ. 1 ΚΠΔ, σύντμηση της προθεσμίας κλητεύσεως των αναιρεσειόντων σε οκτώ ημέρες, για λόγο κινδύνου παραγραφής, μνημονευόμενο στην παραγγελία επιδόσεως και μπορούσαν οι αναιρεσείοντες να υποβάλουν και πρόσθετους λόγους προ οκτώ ημερών, η δε κρίση του Εισαγγελέα περί κινδύνου παραγραφής, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, παρά μόνον η αναφορά κάποιου ενδεικτικά ως άνω αναφερόμενου στην παραγγελία επιδόσεως εξαιρετικού λόγου. 2. Παραδεκτή η αναίρεση, κατ' άρθρο 504 παρ. 2 ΚΠΔ και κατ' αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου, κατά αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κηρύξαντος εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην. 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 3727/18 Φεβ. 2008, που ισχύει από της δημοσιεύσεως του στο ΦΕΚ στις 18.12.2008 ορίζεται ότι "στις περιπτώσεις ανηλίκων θυμάτων των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323 Α, 324, 336, 337 παρ, 3, 4, 338, 339, 342, 343, 345, 346, 347, 348, 348Α, 348Β, 349, 351, 351Α και 353 του ΠΚ, η ανάκριση διεξάγεται κατ' απόλυτη προτεραιότητα και περατώνεται για τα κακουργήματα και τα συναφή πλημμελήματα σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21 του ν. 663/1977". Κατά το άνω άρθρο 20 του ν. 663/1977, όπως ισχύει, ορίζεται ο τρόπος περατώσεως της ανακρίσεως για τα σε αυτό κακουργήματα και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κατ' άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 1649/ 1986, καθιδρύεται η καθ' ύλη αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων προς εκδίκαση αυτών. Δια του πρώτου ως άνω δικονομικού νόμου, μη περιέχοντος ειδική μεταβατική διάταξη, για τις ήδη εκκρεμείς υποθέσεις, δεν ορίζεται αν η νέα καθιερούμενη υλική αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, καταλαμβάνει και τις μη εκδικασθείσες μέχρι της δημοσιεύσεώς του ποινικές υποθέσεις, για τις οποίες έχουν εκδοθεί παραπεμπτικά βουλεύματα και δη αμετάκλητα για να εκδικασθούν από τα κατά τόπους ΜΟΔ, σύμφωνα με τις προϊσχύουσες δικονομικές διατάξεις. Όμως, με βάση γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, συναγόμενη από τα άρθρα 2 του ΠΚ και 596 παρ.1 του ΚΠΔ, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές. Δηλαδή η διαδικασία χωρεί κατά το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και συνεπώς συνάγεται ότι οι μεν πράξεις οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου είναι ισχυρές, "το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας", κατά την εισηγητική έκθεση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, επομένως και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη. θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο, από το καθοριζόμενο με το νεότερο νόμο ως παραπάνω αρμόδιο καθ' ύλη Δικαστήριο. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Βιασμός, Αναρμοδιότητα καθ'ύλη.
0
Αριθμός 1309/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 και 29 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, υπηκόου ..., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία - Μιχαήλ Κονόμη κατά της υπ'αριθμ. 39/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 23/03/2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από το Δικαστήριο της πόλης Trento της Ιταλίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 30 Απριλίου 2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, Γεωργίας Αράπου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 728/2009. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκτελεστεί το από 23/03/2009 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης των αρχών της Ιταλίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης κλπ", σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητούμενου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή. Επομένως η υπό κρίση 87/30-4-2009, νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον της αρμόδιας γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ασκηθείσα έφεση κατά της 39/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του από 23-3-2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από την αρμόδια δικαστική αρχή του Δικαστηρίου της πόλης Trento Ιταλίας (Γραφείο Δικαστή για προανακρίσεις), κατά του εγκαλούντος Αλβανού υπηκόου Χ, (ψευδώνυμο εκζητούμενου ΧΧ), ο οποίος γεννήθηκε κατά την ..., στο ..., πρέπει να γίνει τυπική δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της. ΙΙ. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του πιο πάνω Ν. 3251/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιπτώσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και 5) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή, σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία, για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β` της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του τόπου έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα. Κατά την παρ. 2 περ. α και ε του ίδιου άρθρου (10) του αυτού νόμου, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, πλην άλλων και στις περιπτώσεις, που αφορούν εγκληματική οργάνωση και παράνομη εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται από το κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό μέτρο ασφαλείας το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών. Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεσή του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, ενώ, τέλος, με το άρθρο 12 του ίδιου πιο πάνω νόμου, καθορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος. Έτσι, με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέρος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 του Ν. 3251/2004). ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος και ο συνήγορός του προφορικώς, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 23 Μαρτίου 2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από το Δικαστή για προανακρίσεις στο Δικαστήριο του Trento Ιταλίας, κατά του εγκαλούντος Αλβανού υπηκόου Χ, (ψευδώνυμο εκζητούμενου ΧΧ), ο οποίος γεννήθηκε στις ..., στο ..., προκειμένου ο εκζητούμενος να συλληφθεί προσωρινά για την διεξαγωγή ανακρίσεως για τα εγκλήματα: α) της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και β) της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών. Ο εκζητούμενος, ο οποίος δεν αμφισβήτησε την ταυτότητα του, δήλωσε ότι δεν συγκατατίθεται στην προσαγωγή του. Η αξιόποινη συμπεριφορά του εκζητούμενου συνίσταται στο ότι αυτός εντάχθηκε σε δομημένη ομάδα και με διαρκή δράση ομάδα από περισσότερα από τρία άτομα και επιδίωκε τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων, που προβλέπονται στη νομοθεσία ναρκωτικών και επίσης αυτός και τα άλλα μέλη της ομάδας συνεργάσθηκαν μεταξύ τους για να πράξουν περισσότερα εγκλήματα που αφορούσαν την εισαγωγή, κατοχή, πώληση ναρκωτικών ουσιών και δη κοκαΐνης. Ειδικότερα, για την εκτέλεση του εγκληματικού τους σχεδίου και σε συνεργασία μεταξύ τους και μέσω των επαφών, που είχαν με προμηθευτές που διέμεναν στην Ολλανδία, Γερμανία, Σλοβενία και Ελλάδα, φρόντιζαν την εισαγωγή τεράστιων ποσοτήτων κοκαΐνης, που προοριζόταν για πώληση στην ιταλική αγορά στις πόλεις της βόρειας Ιταλίας: ..., ..., ..., ..., ..., ... . Η μεταφορά αναθέτονταν σε μεταφορείς στους οποίους διέθεταν μέσα μεταφοράς. Ιδιαίτερη προσοχή δίνονταν στην διαχείριση των κερδών τα οποία χρησιμοποιούνταν για την διοργάνωση του εγκλήματος. Επίσης, είχαν στην διάθεση τους ειδικούς χώρους για την αποθήκευση και απόκρυψη των ναρκωτικών ουσιών και χρησιμοποιούσαν ειδικά για αυτό το σκοπό τηλεφωνικούς αριθμούς τόσο στην Ιταλία όσο και στο εξωτερικό. Ο εκζητούμενος ήταν αρχηγός και διοργανωτής της εγκληματικής οργάνωσης και διέμενε στο ... της ... και φρόντιζε τις εισαγωγές στην Ιταλία των τεράστιων ποσοτήτων κοκαΐνης, που προορίζονταν για τις πιο πάνω πόλεις της βόρειας Ιταλίας. Έδινε διαταγές στους συνεργάτες του στην Ιταλία και ειδικότερα στον ΑΑ στην πόλη ..., στον ΒΒ στην πόλη ..., στον ΓΓ στις πόλεις ... και ..., στον ΔΔ και ΕΕ στην πόλη ..., ΣΤ στην πόλη ... για την διανομή των ναρκωτικών στην Ιταλία και την είσπραξη των χρημάτων. Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 30.1.2008 μέχρι 13.2.2009 εισήχθησαν στην Ιταλία με την φροντίδα του εκζητούμενου, φερόμενου ως αρχηγού της εγκληματικής οργάνωσης, οι αναφερόμενες ειδικότερα στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης πολύ μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών. Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, περιέχει όλα τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ν. 3251/2004 στοιχεία (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής που το εξέδωσε, μνεία του εντάλματος συλλήψεως, φύση και νομικό χαρακτηρισμό των εγκλημάτων για την τέλεση των οποίων ζητείται η έκδοση, περιγραφή περιστάσεων τέλεσης των εγκλημάτων, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου στην αξιόποινη πράξη, ποινή που απειλείται), νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν τις πράξεις και συνεπώς πληροί τους όρους τυπικής νομιμότητας αυτού κατά το Ν. 3251/2004. Οι πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος συνίστανται, σύμφωνα με την περιεχόμενη στο ένταλμα περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης αυτών, στο ότι αυτός είναι μέλος μίας διεθνούς εγκληματικής οργάνωσης με στόχο την διακίνηση κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, πράξεις που περιγράφονται στο πιο πάνω ένταλμα Οι ανωτέρω πράξεις, για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος (αρθρ. 73, 74 παρ. 3 και 80 παρ. 2 ΘΠΔ 309/1990, 81, 110 ΠΚ), είναι αξιόποινες και κατά την Ελληνική Ποινική Νομοθεσία τιμωρούμενες με στερητικές της ελευθερίας ποινές, το ανώτατο όριο των οποίων υπερβαίνει τους 12 μήνες. Ειδικότερα, η μέγιστη διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινή που μπορεί να επιβληθεί, κατά την Ιταλική νομοθεσία, για μεν το έγκλημα που προβλέπεται από τα άρθρα 73 και 80 παρ. 2 ΘΠΔ 309/90 είναι από 20 μέχρι 30 έτη φυλάκισης, για δε το έγκλημα που προβλέπεται από το άρθρο 74 ΘΠΔ 309/90 είναι από 20 μέχρι 30 χρόνια φυλάκισης. Αντίστοιχες είναι οι διατάξεις του άρθρου 20 περ. α, β, ζ, η, ιγ του Ελληνικού Κώδικα για τα Ναρκωτικά (Ν. 2359/2006), που προβλέπουν ποινή καθείρξεως τουλάχιστον 10 έτη για τις πράξεις της εισαγωγής, πώλησης, μεταφοράς, κλπ ναρκωτικών και οργάνωσης των πράξεων αυτών, αλλά και του άρθρου 187 παρ. 1 ΠΚ (άρ. 11 παρ. 3 του ν. 3064/02) που προβλέπει ποινή καθείρξεως μέχρι 10 ετών (εγκληματική οργάνωση για τη διάπραξη κακουργημάτων της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά). Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, κατά το άρ. 10 παρ. 2 περ. α και ε του ν. 3251/2004, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, πλην άλλων, και στις πιο πάνω περιπτώσεις, που αφορούν εγκληματική οργάνωση και παράνομη εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό μέτρο ασφάλειας το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών, προϋπόθεση η οποία συντρέχει εν προκειμένω. Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι, κατά τις ισχύουσες διατάξεις του κράτους του οποίου οι δικαστικές αρχές εξέδωσαν το παραπάνω ένταλμα (Ιταλία), υφίστανται οι προϋποθέσεις για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του εκζητούμενου. Ειδικότερα, στο πιο πάνω ένταλμα περιλαμβάνεται, κατά τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 3251/2004, η φύση και ο νομικός χαρακτηρισμός των αποδιδόμενων στον εκζητούμενο εγκλημάτων, καθώς και η συνοπτική μεν, αλλά σαφής περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης αυτών, στις οποίες περιλαμβάνεται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου στις αξιόποινες πράξεις, χωρίς να είναι αναγκαία και η αναλυτική και λεπτομερειακή εξειδίκευση αυτών, η οποία μπορεί να γίνει από την αιτούσα αρχή κατά την περαιτέρω έρευνα της υποθέσεως. Επομένως οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από το Ιταλικό Κράτος και οι οποίες περιέχονται στο παραπάνω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης είναι αρκετές ώστε να αποφασιστεί η προσαγωγή του εκζητούμενου στην Ιταλία για την διεξαγωγή ανακρίσεως. Επίσης, δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας ότι το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης του εκζητούμενου λόγω της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας των πολιτικών φρονημάτων ή της δράσης του υπέρ της ελευθερίας Ο εκζητούμενος κατά την εκδίκαση της υπόθεση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών είχε ζητήσει, δια του συνηγόρου του, την αναβολή της υπόθεσης, προκειμένου να αποσταλούν συμπληρωματικές εξηγήσεις από τις Ιταλικές Αρχές, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 3251/04, καθόσον οι Ιταλικές Αρχές δεν περιγράφουν στο ένταλμα σύλληψης τις περιστάσεις τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνεται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου στην αξιόποινη πράξη, αλλά αρκούνται να κατονομάσουν τον συλληφθέντα "αρχηγό της οργάνωσης, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις". Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως αβάσιμο. Ο εκκαλών εκζητούμενος, με τον μοναδικό λόγο εφέσεως κατά της προσβαλλόμενης απόφασης προβάλλει ότι δεν έγινε δεκτό το αίτημά του για την προσκόμιση συμπληρωματικών εξηγήσεων από τις Ιταλικές Δικαστικές Αρχές, σχετικά με την κατηγορία που διατυπώνεται κατά του εκζητούμενου, ως αρχηγού εγκληματικής οργάνωσης και ότι "στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης περιγράφονται 15 περιπτώσεις όπου καμία σχέση δεν αποδεικνύεται να έχει ο εκζητούμενος". Ο λόγος αυτός εφέσεως, εκτιμώμενος ως λόγος για αοριστία του πιο πάνω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αναφορικά με τον τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις της αξιόποινης πράξης, για την οποία ζητείται η παράδοση στο εκζητούν Κράτος, είναι αβάσιμος, σύμφωνα με τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα. Επίσης απορριπτέος είναι και ο πιο πάνω λόγος, κατά το επί μέρους σκέλος του, ότι δεν αποδεικνύεται να έχει ο εκζητούμενος σχέση με τις αναφερόμενες στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης 15 πράξεις, καθόσον στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν συγχωρείται στο Δικαστικό Συμβούλιο του Κράτους που επιλαμβάνεται της έρευνας της σχετικής αιτήσεως να προβεί στην εξέταση της βασιμότητος της αποδιδόμενης στο εκζητούμενο κατηγορίας. Τέλος η διαλαμβανόμενη στον αυτό λόγο έφεσης αιτίαση του εκζητούμενου, κατά την οποία εσφαλμένα απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Εφετών το πιο πάνω αίτημά του για αναβολή της υπόθεσης, είναι απορριπτέα, ως αλυσιτελής. Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1, 3 και 4 ΚΠΔ, κάθε τυχόν σφάλμα ή ακυρότητα της (πρωτόδικης) αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως του παρόντος Συμβουλίου, που δικάζει κατ' έφεση, αφού μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και η υπόθεση επανεξετάζεται τόσο ως προς τη νομική όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση. Άλλωστε, το πιο πάνω αίτημα δεν επαναλήφθηκε ενώπιον αυτού του Συμβουλίου, ώστε να αποφανθεί περί αυτού, ούτε, κατά την κρίση του συντρέχει περίπτωση, κατ' εφαρμογή της διατάξεως της παρ. 2 του άρ. 19 του ν. 3251/2004, να αναβάλλει, αυτεπαγγέλτως, την έκδοση της αποφάσεώς του, προκειμένου να ζητήσει από το εκζητούν Κράτος συμπληρωματικές πληροφορίες και στοιχεία. IV. Κατά συνέπεια, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και γι' αυτό το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος ορθώς όλες τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμες, οι με την κρινόμενη έφεσή του προβαλλόμενοι αντίθετοι ισχυρισμοί και ο συναφής λόγος έφεσης του εκκαλούντος- εκζητούμενου, ως προς όλα τα σκέλη αυτού. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει όλα τα κατά το άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 απαιτούμενα τυπικά στοιχεία, και συνεπώς είναι τυπικά έγκυρο, συντρέχουν δε οι προϋποθέσεις των άρθρων 5 και 10, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του ανωτέρω νόμου περιπτώσεις απαγορεύσεως της εκτελέσεως ή δυνατότητας να απαγορευθεί η εκτέλεση του εντάλματος, και δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη έφεση. Έξοδα δεν επιβάλλονται κατ' άρθρο 37 ν. 3251/2004. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ` ουσίαν την 87/30-4-2009, έφεση του Αλβανού υπηκόου Χ, (ψευδώνυμο εκζητούμενου ΧΧ), ο οποίος γεννήθηκε κατά την ..., στο ..., κατά της 39/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό αποφάσισε την εκτέλεση από 23-3-2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από την αρμόδια δικαστική αρχή του Δικαστηρίου της πόλης Trento Ιταλίας (Γραφείο Δικαστή για προανακρίσεις), κατά του εγκαλούντος (στοιχεία της δικογραφίας 7579/07 R.G.N.R.- 5978/08 G.I.P.) Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έφεση εκζητούμενου κατά απόφασης συμβουλίου εφετών με την οποία απεφάσισε την εκτέλεση του εκδοθέντος από το Δικαστή για προανακρίσεις στο Δικαστήριο του Trento Ιταλίας Αλβανού υπηκόου για να γίνει εφαρμογή προληπτικών μέτρων φυλάκισης, για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και σύσταση εγκληματικής συμμορίας για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Εφαρμογή του ν. 3251/2004 για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Συνδρομή προϋποθέσεων για την έκδοση. Πότε απαγορεύεται η εκτέλεση του εντάλματος, Αβάσιμοι οι λόγοι εφέσεως περί μη περιγραφής στο ένταλμα της πράξεως που αποδίδεται. Αλυσιτελής ο λόγος για την απόρριψη αιτήματος αναβολής από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο. Απορρίπτει έφεση.
Έκδοση
Έκδοση.
0
Αριθμός 1308/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 και 29 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου .... Γεωργιανού υπηκόου, κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ... ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ'αριθμ. 358/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στο κράτος της Γεωργίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 2/23-4-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Θεολόγου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 705/2009 Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον αυτοπροσώπως παραστάντα εκζητούμενο, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στο κράτος της Γεωργίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 436 ΚΠΔ οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται, αν υπάρχει διεθνής σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Πολιτείας και του εκζητούντος κράτους, από τις διατάξεις της σύμβασης αυτής και συμπληρωματικά από τις διατάξεις των άρθρων 437 επ. ιδίου κώδικος, εφ'όσον αυτές δεν αντιτίθενται σ'εκείνες της σύμβασης ή για ζητήματα για τα οποία δεν προβλέπει η σύμβαση. Τα κράτη της Ελλάδος και της Δημοκρατίας της Γεωργίας έχουν υπογράψει αμφότερα και αποδεχθεί την "Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως", η οποία υπεγράφη στο Παρίσι την 13η Δεκεμβρίου 1957 και εκυρώθη από την Ελλάδα το έτος 1961 με τον Ν. 4165/1961, ισχύει δε και τη Δημοκρατία της Γεωργίας, από της 13ης Σεπτεμβρίου 2001 και οι διατάξεις της οποίας διέπουν κατά βάση το "δίκαιο της έκδοσης", μεταξύ του συνόλου σχεδόν των κρατών της Ευρώπης, προς δε, τα αυτά ως άνω Κράτη, έχουν υπογράψει την 10-5-1999, "Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις", η οποία εκυρώθη με τον Ν. 2813/10-3-2000. Εξ άλλου κατ'άρθρο 448 ΚΠΔ αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση αλλοδαπού είναι το συμβούλιο εφετών σε τριμελή σύνθεση, στο οποίο προσάγεται εκείνος που έχει συλληφθεί και το οποίο αποφασίζει, με αιτιολογημένη γνωμοδότησή του (άρθρο 450) για την αίτηση της εκδόσεως, κατ'άρθρο δε 451 παρ.1 ΚΠΔ "κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών επιτρέπεται σ'αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και στον εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση στο Ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης. για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα εφετών", και παρ.2 "ο 'Αρειος Πάγος σε συμβούλιο αποφαίνεται μέσα σε οκτώ ημέρες με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 448 και 450. Αυτός για τον οποίο ζητείται η έκδοση, κλητεύεται αυτοπροσώπως ή μέσω του αντικλήτου του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από τη συζήτηση με τη φροντίδα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου". Τέλος από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 επ. 474 παρ.2 και 502 παρ.2 ΚΠΔ προκύπτει 1) ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των προβαλλομένων λόγων στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της προσβαλλομένης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της εφέσεως που προτείνει ο εκκαλών και 2) ότι στην έκθεση εφέσεως με την οποίαν επιδιώκεται ο έλεγχος και η διόρθωση των σφαλμάτων της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται και να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, για να είναι δεκτικοί δικαστικής εκτιμήσεως άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αυτά ισχύουν κατ'αναλογια και ως προς το ένδικο μέσο της εφέσεως, που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 451 παρ.1 ΚΠΔ κατά της αποφάσεως του συμβουλίου εφετών για την έκδοση. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την υπ'αριθμ. 358/2009 απόφασή του, εγνωμοδότησε αιτιολογημένα υπέρ της εκδόσεως στις Δικαστικές Αρχές της Γεωργίας του εκζητουμένου ..., υπηκόου Γεωργίας "προκειμένου να εκτίσει τη συνολική ποινή καθείρξεως των δεκαέξι (16) ετών, που επιβλήθηκε σ'αυτόν με την υπ'αριθμ. 1/913-07 από 23-7-2007 απόφαση του Δικαστηρίου Τυφλίδας Γεωργίας, για τις πράξεις της ληστείας, παράνομης κατακράτησης και υπεξαγωγής εγγράφων, πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 179 παρ.2 εδ. β', 143 παρ.2 εδ.γ', 3 εδ.α, ε και 363 παρ.2 εδ.β' του Ποινικού Κώδικα της γεωργίας και είναι αξιόποινες και κατά το Ελληνικό Δίκαιο (άρθρο 380 παρ.1, 325 και 222 ΠΚ), η οποία απόφαση διορθώθηκε με το από 14-7-2008 διάταγμα (απόφαση) του ιδίου Δικαστηρίου της Γεωργίας" αφού απεφάνθη "α) ότι αυτός που εμφανίσθηκε ενώπιον του Συμβουλίου, συλληφθείς με την υπ'αριθμ. 122/11-3-2009 εντολή προσωρινής σύλληψης του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο για το οποίο ζητείται η έκδοση, β) ότι υπάρχουν όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα που απαιτούνται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης της 13-12-1957 και τη διμερή από 10-5-1999 σύμβαση δικαστικής συνδρομής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Γεωργίας, που κυρώθηκε με το Ν.2813/2000, γ) ότι τα εγκλήματα που αποδίδονται στον εκζητούμενο είναι από εκείνα που επιτρέπεται η έκδοση και δ) ότι δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 438 στοιχ. δ' ΚΠΔ". Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος ως άνω ήσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινομένη έφεση, στην έκθεση όμως που συνετάγη ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν αναφέρονται καθόλου λόγοι εφέσεως, ει μη μόνο γίνεται αναφορά ότι "δεν έχει τελέσει τις πράξεις που τον κατηγορούν στη Γεωργία. Υπάρχει πολιτική αναταραχή στη Γεωργία και υπάρχει φόβος να μη δικαστεί δίκαια". Με το περιεχόμενο αυτό η κρινομένη έφεση είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρεται σε αυτή κανένα συγκεκριμένο σφάλμα ή πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε διατυπώνονται παράπονα για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων νόμου, που εμποδίζουν την έκδοση του εν λόγω εκζητουμένου. Συνεπώς η έφεση πρέπει ως απαράδεκτη, να απορριφθεί, καταδικαστεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 2/23 Απριλίου 2009 έφεση του ... κατά της υπ'αριθμ. 358/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση των αρχών της Γεωργίας για να εκδοθεί Γεωργιανός υπήκοος για έκτιση ποινής. Ν.4165/1961, Ν.2813/ 2000, άρθρα 436, 437, 448, 451 ΚΠΔ. Η έφεση κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, που γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως, πρέπει, εφόσον κατ' άρθρα 462 επ, 474 παρ. 2, 502 παρ. 2 ΚΠΔ το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από το περιεχόμενο των λόγων της, πρέπει να περιλαμβάνει σαφείς και ορισμένους λόγους, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος των σφαλμάτων της εκκαλουμένης. Άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Απορρίπτεται η έφεση, διότι ουδέ-να λόγο σαφή και ορισμένο περιέχει.
Έκδοση
Έκδοση.
2
Αριθμός 1307/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2359/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 204/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 105/26.03.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ, την 11/28-1-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του 2359/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του κατά του 2012/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, επικύρωσε τούτο και τον παραπέμπει ενώπιον του αρμοδίως προσδιοριζομένου ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, για βιασμό, [άρθρα 60,63,65 παρ.1,και 336 παρ.1 ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα. 2-Η αίτηση αναιρέσεως 1) ασκήθηκε δικαιωματικά από τον κατηγορούμενο δια της νομίμως εξουσιοσιοδοτημένης συνηγόρου του Αλεξάνδρας Ζηνέλη, 2) στρέφεται κατά βουλεύματος που υπόκειται στο ένδικο τούτο μέσο, καθόσον το βούλευμα τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, 3) ασκήθηκε εμπρόθεσμα, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοσή του, η οποία έγινε με παράδοση στα χέρια του στις 21-1-09, [βλ.το οικείο επιδοτήριο της δικ. επιμελήτριας ... ], και 4) νομότυπα, με δήλωση στη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, που το εξέδωσε, στην έκθεσης της οποίας περιέχονται οι απαιτούμενες από τα άρθρα 151 και 474 ΚΠΔ διατυπώσεις και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, που έγκεινται α) στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας, που απαιτεί το Σύνταγμα, και β) στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφάρμοσε. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητά της. 3-Εξέταση των λόγων Α-Νομικές διατάξεις. α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. [ΑΠ.19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ.01/1225, ΠΧΡ.02/ 402, ΠΛΟΓ.01/1693]. β-Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ. προβλεπόμενη λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. [ΑΠ.601/04 ΠΛΟΓ.04/697]. γ-Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 1414/1984 "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξης, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή με σωματική βία, η οποία συνίσταται σε φυσική δύναμη που δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνόμενη στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας, και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος, δεν συναινεί στη συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Β-Το πραγματικό Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, [καταθέσεων μαρτύρων, ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, εγγράφων και απολογίας του κατηγορουμένου] προέκυψαν τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Δυνάμει της από 16.1.2007 σύμβασης ορισμένου χρόνου η εγκαλούσα, Ψ, ηλικίας τότε 19 ετών, προσλήφθηκε ως πωλήτρια από την εταιρεία "... Ε.Ε." με τη μεσολάβηση του πατέρα του φίλου της Ζ. Έκτοτε απασχολήθηκε σε πολυκατάστημα με την επωνυμία "...", συνολικού εμβαδού 1.100 τ.μ., που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ... στην .... Στο κατάστημα αυτό στεγάζεται αρτοποιείο - εργαστήριο ζαχαροπλαστικής και πώλησης ειδών ζαχαροπλαστικής, εστιατόριο και καφετέρια. Στην ανωτέρω επιχείρηση και ειδικότερα στο τμήμα του αρτοποιείου και εργαστηρίου ζαχαροπλαστικής απασχολείτο και ο εκκαλών - κατηγορούμενος ως Προϊστάμενος πωλήσεων και ταμίας. Οι σχέσεις του τελευταίου, ηλικίας τότε 34 ετών, και της εγκαλούσας ήταν αρχικά εντελώς τυπικές και σε επαγγελματικό επίπεδο, αλλά εντός μικρού χρονικού διαστήματος ο κατηγορούμενος άρχισε προφανώς να σκέφτεται πονηρά για την ως άνω παθούσα. Έτσι ο εκκαλών τις απογευματινές ώρες της 30.1.2007 ζήτησε να προσέλθει η εγκαλούσα στο γραφείο του, που βρίσκεται στον ημιώροφο του ανωτέρω κτιρίου, όπου στεγάζεται η προαναφερομένη επιχείρηση, προφασιζόμενος ότι έπρεπε να του προσκομίσει κάποια έγγραφα. Πράγματι η εγκαλούσα μετά τη λήξη του ωραρίου της μετέβη στο γραφείο του, όπου ο εκκαλών απευθυνόμενος σ' αυτή, άλλοτε με αυστηρό και άλλοτε με μειλίχιο ύφος, επισήμανε σ' αυτήν ότι είναι προϊστάμενος και ως εκ τούτου έχει την εξουσία να προσλαμβάνει και να απολύει υπαλλήλους, να αποφασίζει για τις αυξήσεις του μισθού τους, ενώ παράλληλα τόνισε σ' αυτή ότι είναι αλλοδαπή και σε μικρή ηλικία, στοιχεία που καθιστούν επισφαλή τη θέση της στην επιχείρηση. Ταυτόχρονα ο εκκαλών, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε κλειδώσει την πόρτα του γραφείου του, την πλησίασε εκδηλώνοντας πλέον τις ερωτικές του προθέσεις. Όμως την ερωτική αυτή προσέγγιση του κατηγορουμένου ματαίωσε υπάλληλος της επιχείρησης, ο οποίος επεχείρησε να εισέλθει στο γραφείο του. Κατόπιν αυτού ο εκκαλών απαίτησε από την εγκαλούσα, να μεταβεί στο υπόγειο να τον περιμένει. Η τελευταία μετά ταύτα μετέβη στο χώρο που της υπέδειξε ο κατηγορούμενος, όπου σε λίγη ώρα αργότερα μετέβη και ο ίδιος. Ο κατηγορούμενος προχώρησε μπροστά και η εγκαλούσα τον ακολούθησε ώσπου κάποια στιγμή ο πρώτος άνοιξε την πόρτα της αποθήκης και την έσπρωξε εντός αυτής βίαια. Στη συνέχεια αφού κλείδωσε την πόρτα της αποθήκης, με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις έφερε βιαίως την πλάτη της εγκαλούσας μπροστά του και τοποθέτησε το χέρι του στο πρόσωπο της, κλείνοντάς της με δύναμη το στόμα, αποκλείοντας έτσι την περίπτωση να γίνει αντιληπτός από άλλους υπαλλήλους. Στη συνέχεια με το άλλο χέρι του κατέβασε το παντελόνι της εγκαλούσας και τοποθέτησε το χέρι του στο γεννητικό της μόριο. Η τελευταία προσπαθούσε να ξεφύγει από τον κατηγορούμενο, όμως τούτο στάθηκε αδύνατον καθόσον με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις την είχε ακινητοποιήσει. Τελικώς ο κατηγορούμενος, παρά τη σθεναρή αντίστασή της, ήλθε σε κατά φύση συνουσία μαζί της. Επειδή όμως δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την ερωτική επαφή εξ αιτίας της αντίστασής της, την ανάγκασε, αρπάζοντας βιαίως το χέρι της, να το τοποθετήσει στο γεννητικό του μόριο, κίνηση με την οποία εκσπερμάτωσε στο δεξί μανίκι του μπουφάν της, πάνω στο οποίο, από εξέταση ανάλυσης DNA που διενεργήθηκε από το εργαστήριο ανάλυσης DNA της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, ανιχνεύθηκε σπερματικό υγρό. Η παθούσα σε κατάσταση κατάρρευσης και κλαίγοντας μετέβη έξω από το ανωτέρω κτίριο και κάλεσε τηλεφωνικά τον Ζ, πατέρα του φίλου της Ξ. Η εν γένει κατάστασή της τράβηξε την προσοχή της άγνωστης μέχρι τότε μάρτυρας ..., η οποία βρέθηκε τυχαία πλησίον της. Η ανωτέρω προσπάθησε να την βοηθήσει, βρέχοντάς της το πρόσωπο με νερό και ηρεμώντας την. Λίγο αργότερα έφθασε στο σημείο αυτό και ο ανωτέρω Ζ, συνοδευόμενος από τον γιο του, Ξ φίλο - σύντροφο της εγκαλούσας. Στη συνέχεια όλοι μαζί μετέβησαν στο Τμήμα Ασφαλείας της Ομόνοιας, όπου η εγκαλούσα αρχικά ανέφερε ότι εξαναγκάσθηκε σε συνουσία από τον κατηγορούμενο. Κατόπιν τούτου κλήθηκε και ο τελευταίος στο Τμήμα, ο οποίος προσήλθε αυθορμήτως και επιβεβαίωσε τις συναντήσεις τους, τόσο στο χώρο του γραφείου του, όσο και στο υπόγειο, ισχυριζόμενος ότι μεταξύ τους τελέσθηκαν ερωτικές πράξεις (θωπείες, εκατέρωθεν φιλιά), αλλά με τη θέληση της χωρίς όμως να τελεσθεί μεταξύ τους συνουσία. Η εγκαλούσα σε σχετική ερώτηση των αστυνομικών αν προέβαλε αντίσταση απάντησε ότι μετέβη με τη θέληση της στον υπόγειο χώρο του ως άνω καταστήματος, προκειμένου να καταγράψει τη μεταξύ τους συνομιλία, ώστε να έχει αποδείξεις για τη σε βάρος της σεξουαλική της παρενόχληση, λέγοντας ακόμη χαρακτηριστικά ότι "δεν συντελέσθηκε η συνουσία". Η διαφοροποίηση δε της αρχικής δήλωσης της εγκαλούσας στο ανωτέρω τμήμα ασφαλείας, ότι δηλαδή δεν συντελέσθηκε συνουσία και η μη υποβολή εκ μέρους της έγκλησης για τη σε βάρος της τελεσθείσα πράξη του βιασμού της, οφείλεται στο γεγονός ότι ακολούθησε τις συμβουλές του Ζ, πράγμα που αυτός επιβεβαιώνει με την από 27.3.2007 ένορκη κατάθεση του, που έδωσε κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση. Στη συνέχεια όμως η εγκαλούσα υπέβαλε σε βάρος του κατηγορουμένου την από 4.2.2007 έγκληση της ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, εγκαλώντας τον για την ανωτέρω εγκληματική συμπεριφορά του. Ο εγκαλών κατά την απολογία του στον ανακριτή, αρνήθηκε την κατηγορία ισχυριζόμενος ότι στις 30-4-07 κάλεσε την παθούσα να προσέλθει στο γραφείο του προκειμένου να της κάνει συστάσεις σχετικά με κάποιο παράπονο που διατυπώθηκε εναντίον της σχετικά με την εργασίας της, ότι κατά τη συζήτηση με δική της πρωτοβουλία επακολούθησε ερωτικός εναγκαλισμός, φιλιά και θωπείες στα γεννητικά τους όργανα, ότι κατόπιν συμφωνίας τους συναντήθηκαν αργότερα στο υπόγειο, όπου η ίδια με τη θέλησή της προέβη σε πεολειχία και ότι εκσπερμάτωσε στη στοματική της κοιλότητα. Ήδη με την υπό κρίση έφεσή του διατείνεται ότι δεν θεμελιώνεται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του βιασμού, που του αποδίδεται, καθόσον εσφαλμένα εκτιμήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και από εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου το πρωτόδικο συμβούλιο οδηγήθηκε στην παραπομπή του, ενώ θα έπρεπε να τον απαλλάξει από την κατηγορία. Ειδικότερα εστιάζει τους ισχυρισμούς του μεταξύ των άλλων και στα εξής σημεία: α) στο περιεχόμενο του ανωτέρω αντιγράφου εγγραφής από το τηρούμενο στο Τμήμα Ασφαλείας Ομονοίας βιβλίο Αδικημάτων και Συμβάντων, από το οποίο προκύπτει ότι η εγκαλούσα αρχικά δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος την εξανάγκασε σε συνουσία και στη συνέχεια, μετά την προσέλευση του κατηγορουμένου στο ανωτέρω τμήμα δήλωσε ότι δεν συντελέσθηκε συνουσία, β) ότι εάν ελάμβανε χώρα βιασμός αμέσως μετά η εγκαλούσα θα κατέφευγε προς βοήθειά στους παρευρισκόμενους στην επιχείρηση και δη στην καφετέρια, ενώ αυτή συμπεριφέρθηκε φυσιολογικά κατά την έξοδο της από το κατάστημα, γ) ότι αν η ίδια κατά την ερωτική συνεύρεση αντιστεκόταν θα φώναζε, με συνέπεια να γίνει αντιληπτή από τους εργαζόμενους στο υπόγειο της επιχείρησης, πολύ περισσότερο αφού οι χώροι του υπογείου χωρίζονται με μεσοτοιχία, η οποία δεν απολήγει στην οροφή, αλλά υπάρχει κενό 40 εκατοστών περίπου από την κατάληξη του τοίχου έως την οροφή και εφόσον από κανέναν απ' αυτούς δεν έγινε αντιληπτός θόρυβος ή φωνές και εκκλήσεις για βοήθεια, συνάγεται ότι υπήρχε συναίνεσή της στην ερωτική τους συνεύρεση, και δ) ότι η εγκαλούσα υπέβαλε εκ των υστέρων την ανωτέρω έγκληση της, επιδιώκοντας το μεν να θεμελιώσει αστικές αξιώσεις σε βάρος του, το δε να τον εκδικηθεί καθόσον αυτός της αρνήθηκε να έχουν και άλλες ερωτικές συνευρέσεις μεταξύ τους, όπως του ζήτησε, διότι ο ίδιος διατηρούσε σοβαρό δεσμό με άλλη κοπέλα. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί δεν ευσταθούν. Τούτο, διότι η διαφορετική δήλωση της εγκαλούσας στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Τμήματος-Ασφαλείας Ομονοίας, στον οποίο δήλωσε αρχικά μεν ότι "την εξανάγκασε σε συνουσία",ύστερα όμως, μόλις εμφανίσθηκε ο κατηγορούμενος ενώπιον της, ότι "δεν συντελέσθηκε η συνουσία", αποδεικνύει ότι η παρουσία του και μόνο της ενέπνευσε φόβο, γεγονός που την ανάγκασε να διαφοροποιήσει τη θέση της. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εκκαλών υπήρξε ο άμεσος προϊστάμενος της, ο οποίος πριν από ελάχιστο χρόνο της επέδειξε και θέση ισχύος του στην επιχείρηση. Άλλωστε, δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί ότι η παθούσα ήταν τότε μόλις 19 ετών, ο δε κατηγορούμενος 34 ετών, ότι βρισκόταν στη χώρα μας ως οικονομική μετανάστης και είχε ανάγκη εργασίας δεδομένου ότι είναι ορφανή από πατέρα. Όμως πέραν των ανωτέρω, που ανάγονται στον ψυχολογικό παράγοντα και στην οικονομική κατάστασή της, στην πραγματικότητα δεν δηλώνει αντίθετα περιστατικά με τη μεταγενέστερη δήλωση της, όταν αναφέρει ότι "δεν συντελέσθηκε συνουσία". Τούτο, διότι εν προκειμένω, κατά την κοινώς εννοούμενη έννοια της "συνουσίας", αυτή δεν συντελέσθηκε, αφού τελικώς ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε στο χέρι της, όπως και ο ίδιος άλλωστε ομολογεί και προκύπτει επίσης από τη λήψη του σπερματικού υγρού από το δεξί μανίκι του μπουφάν της προς ανάλυση DNΑ. Όμως τούτο δεν σημαίνει κατά την έννοια του νόμου ότι εκτός από τις ασελγείς πράξεις δεν έγινε και συνουσία, καθόσον κατά την πάγια ισχύουσα νομολογία "συνουσία" είναι η ένωση των γεννητικών μορίων ατόμων διαφόρου φύλλου, χωρίς να απαιτείται και εκσπερμάτωση και μάλιστα εντός του κόλπου, αρκεί και μερική εισαγωγή του μορίου στον κόλπο. [ΑΠ.25/98 ΠΧΡ. ΜΗ/664, ΑΠ. 1008/96 ΠΧΡ. ΜΖ/546, ΑΠ.1556/83 ΠΧΡ. ΛΔ/508, ΑΠ. 1010/95 ΠΧΡ.ΜΣΤ/47, ΑΠ.1779/87 ΠΧΡ. ΛΗ/270]. Το γεγονός δε ότι η παρούσα δεν έφερε σωματικές κακώσεις κατά το χρόνο εξέτασης από τον ιατροδικαστή την 5.2.2007 [βλ. την από 9-3-07 ιατροδικαστική έκθεση] δεν συνεπάγεται, όπως διατείνεται ο εκκαλών, ότι δεν άσκησε σ' αυτή σωματική βία, καθόσον, το μεν δεν είναι απαραίτητο κατά την άσκηση της βίας να προκληθούν σωματικές κακώσεις, το δε είχαν ήδη παρέλθει πέντε (5) ημέρες από το χρόνο που φέρεται να έλαβε χώρα η τέλεση της πράξης του βιασμού και τα τυχόν προκληθέντα σημάδια σωματικών κακώσεων είχαν εξαφανισθεί. Προσέτι η κίνηση της εγκαλούσας να απομακρυνθεί από την επιχείρηση μετά το πέρας του βιασμού της αθόρυβα και χωρίς να προστρέξει για βοήθεια στους παρευρισκομένους στην καφετέρια, δεν υποδηλώνει ότι στην ερωτική συνεύρεση της με τον κατηγορούμενο υπήρξε συναίνεσή της. Άλλωστε η εγκαλούσα δεν είχε κανένα λόγο να καταφύγει για βοήθεια στην καφετέρια, ζητώντας συμπαράσταση από άγνωστα σ'αυτήν πρόσωπα και να εξευτελίσει έτσι ακόμη περισσότερο τον εαυτό της, αλλά προσέφυγε και ζήτησε συμπαράσταση από προσφιλή της πρόσωπα, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Έπειτα η ψυχολογική κατάσταση, στην οποία βρέθηκε η εγκαλούσα αμέσως μετά την αποχώρηση της από την επιχείρηση και περιγράφεται με σαφήνεια από την άγνωστη μέχρι τότε σ' αυτή ..., που καταθέτει γι' αυτήν ότι ήταν φοβισμένη και υπό κατάρρευση, ενισχύει ακόμη περισσότερο την άποψη μας ότι η τελευταία εξαναγκάσθηκε από τον κατηγορούμενο σε συνουσία και σε ανοχή και επιχείρηση ασελγών πράξεων, προκειμένου αυτός να ικανοποιήσει τη γενετήσια επιθυμία του. Η εγκαλούσα είναι προφανές ότι προσπάθησε να καλέσει σε βοήθεια, όμως αυτό δεν κατέστη εφικτό, καθόσον ο κατηγορούμενος της κρατούσε κλειστό το στόμα με το χέρι του. Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο χώρος της αποθήκης στο υπόγειο της επιχείρησης που έλαβαν χώρα τα ανωτέρω εκτεθέντα είναι ανεξάρτητος από τους χώρους των αποδυτηρίων ή των τουαλετών, που υπάρχουν στο υπόγειο, και μόνο σ' αυτούς τους τελευταίους χώρους και ότι στην αποθήκη οι μεσότοιχοι που τους χωρίζουν δεν απολήγουν στην οροφή, όπως καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες - υπάλληλοι και γνώστες του χώρου του ως άνω πολυκαταστήματος. Συνεπώς δεν ήταν ευχερές να ακουστεί θόρυβος που ενδεχομένως προκλήθηκε από τις αποτρεπτικές κινήσεις της εγκαλούσας, λαμβανομένου υπόψη ότι ο υπόγειος χώρος έχει έκταση 450 τ.μ., η πράξη δε του βιασμού έλαβε χώρα κατά τις απογευματινές ώρες, όταν οι υπάλληλοι της επιχείρησης είχαν αποχωρήσει από την εργασία τους. Επίσης, η εγκαλούσα δεν είχε λόγους εκδίκησης του κατηγορουμένου, αφού η μέχρι τότε σχέση τους ήταν εντελώς τυπική και σε καθαρά επαγγελματικό επίπεδο και η ίδια μάλιστα διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον Ξ, έχοντας μάλιστα αναπτύξει στενές φιλικές σχέσεις με την οικογένειά του. Τέλος, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι πρόθεση της εγκαλούσας ήταν να θεμελιώσει με την ανωτέρω καταγγελία της αστικές αξιώσεις σε βάρος του, δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον μέχρι σήμερα ουδόλως διεκδίκησε αστικά οποιαδήποτε αποζημίωση από τα Πολιτικά Δικαστήρια. Από τα περιστατικά αυτά έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι στοιχειοθετείται το έγκλημα του βιασμού που προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από τις διατάξεις των άρθρων 27,60 και 336 παρ.1 ΠΚ, και, επειδή προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις για την ενοχή του, κατά τα άρθρα 309 παρ. 1 και 313 ΚΠΔ, τον παραπέμπει ενώπιον του αρμοδίως οριζομένου ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος τού εν λόγω εγκλήματος. Γ)-Κριτική αξιολόγηση Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο πληττόμενο βούλευμα την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του βιασμού, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις προς παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες αφενός υπήγαγε τα παρ` αυτού δεχθέντα πραγματικά περιστατικά στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27,60 και 336 παρ. 1, ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα περιέχονται σ' αυτή τα απαιτούμενα στοιχεία του εγκλήματος: α) ο εξαναγκασμός της παθούσας με σωματική βία, την οποία άσκησε ο κατηγορούμενος εναντίον της με την υπέρτερη σωματική του δύναμη, β) η επίτευξη μέσω του εξαναγκασμού του αυτού της εξώγαμης συνουσίας του με την παθούσα, που συντελέσθηκε με την ένωση των γεννητικών τους μορίων, για την ολοκλήρωση της οποίας δεν είναι απαραίτητη και η εκσπερμάτωση του δράστη εντός του κόλπου του θύματος, και γ) ο δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του ότι την εξαναγκάζει με βία να ανεχθεί την εξώγαμη συνουσία και την αποδοχή της πράξης του αυτής. Οι αιτιάσεις του ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις και δη τα επιχειρήματά του 1) ότι ενώ ο χώρος της αποθήκης, μέσα στην οποία φέρεται να εκτυλίχθηκε η εγκληματική του δράση, δεν απολήγει στην οροφή του υπογείου, αλλά μεταξύ τούτων μεσολαβεί κενό 40 εκατοστών περίπου, οπότε, αν λάμβανε χώρα μέσα σ' αυτόν βιασμός της παθούσας, θα τον αντιλαμβανόντουσαν οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση, 2) ότι η παθούσα διαφοροποίησε την καταγγελία της ενώπιον του Αξιωματικού Υπηρεσίας του ΤΑ της Ομόνοιας αναφέροντας σ' αυτόν αρχικά μεν ότι επετεύχθη μεταξύ τους συνουσία, ύστερα δε, μετά την πρόσκληση και εμφάνιση του κατηγορουμένου, ότι δεν επετεύχθη, 3) ότι την παθούσα δεν την προσέλαβε αυτός στην αρτοβιομηχανία "... ΑΒΕΕ", αλλ' ο νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος αυτής ..., 4) ότι δεν μπορούσε να κλείσει το στόμα της και ταυτόχρονα να την εξαναγκάσει να αναχθεί τη συνουσία σε βάρος της, και 5) ότι η παθούσα δεν έφερε σωματικές κακώσεις κατά το χρόνο της εξέτασής της στις 5-2-07 από τον ιατροδικαστή και ούτε θα αυτές θα μπορούσαν, τυχόν προκληθείσες, να εξαλειφθούν μέχρι του χρόνο εκείνου,[την πέμπτη ημέρα από την κρινόμενη πράξη],ανάγονται στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τους οποίους αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που εφάρμοσε, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. 4-Κατ' ακολουθία, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο επιβάλλεται το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ως ουσιαστικά αβάσιμη, το δε να καταδικάσει τούτον στα δικαστικά έξοδα, κατά τα άρθρα 485 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να απορριφθεί η 11/28-1-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του 2359/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 220 €. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΦώτιος Μακρής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η κρινόμενη 11/28-1-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά του 2359/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία έφεσή του, κατά του 2012/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για βιασμό (αρ. 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 336 παρ. 1 ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3500/2006, -ΦΕΚ Α 232/24.10.06- που ισχύει από 24/1/2007), προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια συνουσία ή σε άλλη ασελγή πράξη ή σε ανοχή της που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνομένη στην ικανοποίηση ή τη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί, εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στην συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "... Δυνάμει της από 16.1.2007 σύμβασης ορισμένου χρόνου η εγκαλούσα, Ψ, ηλικίας τότε 19 ετών, προσλήφθηκε ως πωλήτρια από την εταιρεία "... Ε.Ε." με τη μεσολάβηση του πατέρα του φίλου της Ζ. Έκτοτε απασχολήθηκε σε πολυκατάστημα με την επωνυμία "...", συνολικού εμβαδού 1.100 τ.μ., που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ... στην .... Στο κατάστημα αυτό στεγάζεται αρτοποιείο - εργαστήριο ζαχαροπλαστικής και πώλησης ειδών ζαχαροπλαστικής, εστιατόριο και καφετέρια. Στην ανωτέρω επιχείρηση και ειδικότερα στο τμήμα του αρτοποιείου και εργαστηρίου ζαχαροπλαστικής απασχολείτο και ο εκκαλών - κατηγορούμενος ως προϊστάμενος πωλήσεων και ταμίας. Οι σχέσεις του τελευταίου, ηλικίας τότε 34 ετών, και της εγκαλούσας ήταν αρχικά εντελώς τυπικές και σε επαγγελματικό επίπεδο, αλλά εντός μικρού χρονικού διαστήματος ο κατηγορούμενος άρχισε προφανώς να σκέφτεται πονηρά για την ως άνω παθούσα. Έτσι ο εκκαλών τις απογευματινές ώρες της 30.1.2007 ζήτησε να προσέλθει η εγκαλούσα στο γραφείο του, που βρίσκεται στον ημιώροφο του ανωτέρω κτιρίου, όπου στεγάζεται η προαναφερόμενη επιχείρηση, προφασιζόμενος ότι έπρεπε να του προσκομίσει κάποια έγγραφα. Πράγματι η εγκαλούσα μετά τη λήξη του ωραρίου της μετέβη στο γραφείο του, όπου ο εκκαλών απευθυνόμενος σ' αυτή, άλλοτε με αυστηρό και άλλοτε με μειλίχιο ύφος, επισήμανε σ' αυτήν ότι είναι προϊστάμενος και ως εκ τούτου έχει την εξουσία να προσλαμβάνει και να απολύει υπαλλήλους, να αποφασίζει για τις αυξήσεις του μισθού τους, ενώ παράλληλα τόνισε σ' αυτή ότι είναι αλλοδαπή και σε μικρή ηλικία, στοιχεία που καθιστούν επισφαλή τη θέση της στην επιχείρηση. Ταυτόχρονα ο εκκαλών, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε κλειδώσει την πόρτα του γραφείου του, την πλησίασε εκδηλώνοντας πλέον τις ερωτικές του προθέσεις. Όμως την ερωτική αυτή προσέγγιση του κατηγορουμένου ματαίωσε υπάλληλος της επιχείρησης, ο οποίος επεχείρησε να εισέλθει στο γραφείο του. Κατόπιν αυτού ο εκκαλών απαίτησε από την εγκαλούσα, να μεταβεί στο υπόγειο να τον περιμένει. Η τελευταία μετά ταύτα μετέβη στο χώρο που της υπέδειξε ο κατηγορούμενος, όπου σε λίγη ώρα αργότερα μετέβη και ο ίδιος. Ο κατηγορούμενος προχώρησε μπροστά και η εγκαλούσα τον ακολούθησε ώσπου κάποια στιγμή ο πρώτος άνοιξε την πόρτα της αποθήκης και την έσπρωξε εντός αυτής βίαια. Στη συνέχεια αφού κλείδωσε την πόρτα της αποθήκης, με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις έφερε βιαίως την πλάτη της εγκαλούσας μπροστά του και τοποθέτησε το χέρι του στο πρόσωπο της, κλείνοντάς της με δύναμη το στόμα, αποκλείοντας έτσι την περίπτωση να γίνει αντιληπτός από άλλους υπαλλήλους. Στη συνέχεια με το άλλο χέρι του κατέβασε το παντελόνι της εγκαλούσας και τοποθέτησε το χέρι του στο γεννητικό της μόριο. Η τελευταία προσπαθούσε να ξεφύγει από τον κατηγορούμενο, όμως τούτο στάθηκε αδύνατον καθόσον με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις την είχε ακινητοποιήσει. Τελικώς ο κατηγορούμενος, παρά τη σθεναρή αντίστασή της, ήλθε σε κατά φύση συνουσία μαζί της. Επειδή όμως δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την ερωτική επαφή εξ αιτίας της αντίστασής της, την ανάγκασε, αρπάζοντας βιαίως το χέρι της, να το τοποθετήσει στο γεννητικό του μόριο, κίνηση με την οποία εκσπερμάτωσε στο δεξί μανίκι του μπουφάν της, πάνω στο οποίο, από εξέταση ανάλυσης DNA που διενεργήθηκε από το εργαστήριο ανάλυσης DNA της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, ανιχνεύθηκε σπερματικό υγρό. Η παθούσα σε κατάσταση κατάρρευσης και κλαίγοντας μετέβη έξω από το ανωτέρω κτίριο και κάλεσε τηλεφωνικά τον Ζ, πατέρα του φίλου της Ξ. Η εν γένει κατάστασή της τράβηξε την προσοχή της άγνωστης μέχρι τότε μάρτυρας ..., η οποία βρέθηκε τυχαία πλησίον της. Η ανωτέρω προσπάθησε να την βοηθήσει, βρέχοντάς της το πρόσωπο με νερό και ηρεμώντας την. Λίγο αργότερα έφθασε στο σημείο αυτό και ο ανωτέρω Ζ, συνοδευόμενος από τον γιο του, Ξ φίλο - σύντροφο της εγκαλούσας. Στη συνέχεια όλοι μαζί μετέβησαν στο Τμήμα Ασφαλείας της Ομόνοιας, όπου η εγκαλούσα αρχικά ανέφερε ότι εξαναγκάσθηκε σε συνουσία από τον κατηγορούμενο. Κατόπιν τούτου κλήθηκε και ο τελευταίος στο Τμήμα, ο οποίος προσήλθε αυθορμήτως και επιβεβαίωσε τις συναντήσεις τους, τόσο στο χώρο του γραφείου του, όσο και στο υπόγειο, ισχυριζόμενος ότι μεταξύ τους τελέσθηκαν ερωτικές πράξεις (θωπείες, εκατέρωθεν φιλιά), αλλά με τη θέληση της χωρίς όμως να τελεσθεί μεταξύ τους συνουσία. Η εγκαλούσα σε σχετική ερώτηση των αστυνομικών αν προέβαλε αντίσταση απάντησε ότι μετέβη με τη θέληση της στον υπόγειο χώρο του ως άνω καταστήματος, προκειμένου να καταγράψει τη μεταξύ τους συνομιλία, ώστε να έχει αποδείξεις για τη σε βάρος της σεξουαλική της παρενόχληση, λέγοντας ακόμη χαρακτηριστικά ότι "δεν συντελέσθηκε η συνουσία". Η διαφοροποίηση δε της αρχικής δήλωσης της εγκαλούσας στο ανωτέρω τμήμα ασφαλείας, ότι δηλαδή δεν συντελέσθηκε συνουσία και η μη υποβολή εκ μέρους της έγκλησης για τη σε βάρος της τελεσθείσα πράξη του βιασμού της, οφείλεται στο γεγονός ότι ακολούθησε τις συμβουλές του Ζ, πράγμα που αυτός επιβεβαιώνει με την από 27.3.2007 ένορκη κατάθεση του, που έδωσε κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση. Στη συνέχεια όμως η εγκαλούσα υπέβαλε σε βάρος του κατηγορουμένου την από 4.2.2007 έγκληση της ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, εγκαλώντας τον για την ανωτέρω εγκληματική συμπεριφορά του. Ο εγκαλών κατά την απολογία του στον ανακριτή, αρνήθηκε την κατηγορία ισχυριζόμενος ότι στις 30-4-07 κάλεσε την παθούσα να προσέλθει στο γραφείο του προκειμένου να της κάνει συστάσεις σχετικά με κάποιο παράπονο που διατυπώθηκε εναντίον της σχετικά με την εργασίας της, ότι κατά τη συζήτηση με δική της πρωτοβουλία επακολούθησε ερωτικός εναγκαλισμός, φιλιά και θωπείες στα γεννητικά τους όργανα, ότι κατόπιν συμφωνίας τους συναντήθηκαν αργότερα στο υπόγειο, όπου η ίδια με τη θέλησή της προέβη σε πεολειχία και ότι εκσπερμάτωσε στη στοματική της κοιλότητα. Ήδη με την υπό κρίση έφεσή του διατείνεται ότι δεν θεμελιώνεται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του βιασμού, που του αποδίδεται, καθόσον εσφαλμένα εκτιμήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και από εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου το πρωτόδικο συμβούλιο οδηγήθηκε στην παραπομπή του, ενώ θα έπρεπε να τον απαλλάξει από την κατηγορία. Ειδικότερα εστιάζει τους ισχυρισμούς του μεταξύ των άλλων και στα εξής σημεία: α) στο περιεχόμενο του ανωτέρω αντιγράφου εγγραφής από το τηρούμενο στο Τμήμα Ασφαλείας Ομονοίας βιβλίο Αδικημάτων και Συμβάντων, από το οποίο προκύπτει ότι η εγκαλούσα αρχικά δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος την εξανάγκασε σε συνουσία και στη συνέχεια, μετά την προσέλευση του κατηγορουμένου στο ανωτέρω τμήμα δήλωσε ότι δεν συντελέσθηκε συνουσία, β) ότι εάν ελάμβανε χώρα βιασμός αμέσως μετά η εγκαλούσα θα κατέφευγε προς βοήθειά στους παρευρισκόμενους στην επιχείρηση και δη στην καφετέρια, ενώ αυτή συμπεριφέρθηκε φυσιολογικά κατά την έξοδο της από το κατάστημα, γ) ότι αν η ίδια κατά την ερωτική συνεύρεση αντιστεκόταν θα φώναζε, με συνέπεια να γίνει αντιληπτή από τους εργαζόμενους στο υπόγειο της επιχείρησης, πολύ περισσότερο αφού οι χώροι του υπογείου χωρίζονται με μεσοτοιχία, η οποία δεν απολήγει στην οροφή, αλλά υπάρχει κενό 40 εκατοστών περίπου από την κατάληξη του τοίχου έως την οροφή και εφόσον από κανέναν απ' αυτούς δεν έγινε αντιληπτός θόρυβος ή φωνές και εκκλήσεις για βοήθεια, συνάγεται ότι υπήρχε συναίνεσή της στην ερωτική τους συνεύρεση, και δ) ότι η εγκαλούσα υπέβαλε εκ των υστέρων την ανωτέρω έγκληση της, επιδιώκοντας το μεν να θεμελιώσει αστικές αξιώσεις σε βάρος του, το δε να τον εκδικηθεί καθόσον αυτός της αρνήθηκε να έχουν και άλλες ερωτικές συνευρέσεις μεταξύ τους, όπως του ζήτησε, διότι ο ίδιος διατηρούσε σοβαρό δεσμό με άλλη κοπέλα. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί δεν ευσταθούν. Τούτο, διότι η διαφορετική δήλωση της εγκαλούσας στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Τμήματος-Ασφαλείας Ομονοίας, στον οποίο δήλωσε αρχικά μεν ότι "την εξανάγκασε σε συνουσία", ύστερα όμως, μόλις εμφανίσθηκε ο κατηγορούμενος ενώπιον της, ότι "δεν συντελέσθηκε η συνουσία", αποδεικνύει ότι η παρουσία του και μόνο της ενέπνευσε φόβο, γεγονός που την ανάγκασε να διαφοροποιήσει τη θέση της. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εκκαλών υπήρξε ο άμεσος προϊστάμενος της, ο οποίος πριν από ελάχιστο χρόνο της επέδειξε τη θέση ισχύος του στην επιχείρηση. Άλλωστε, δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί ότι η παθούσα ήταν τότε μόλις 19 ετών, ο δε κατηγορούμενος 34 ετών, ότι βρισκόταν στη χώρα μας ως οικονομική μετανάστης και είχε ανάγκη εργασίας δεδομένου ότι είναι ορφανή από πατέρα. Όμως πέραν των ανωτέρω, που ανάγονται στον ψυχολογικό παράγοντα και στην οικονομική κατάστασή της, στην πραγματικότητα δεν δηλώνει αντίθετα περιστατικά με τη μεταγενέστερη δήλωση της, όταν αναφέρει ότι "δεν συντελέσθηκε συνουσία". Τούτο, διότι εν προκειμένω, κατά την κοινώς εννοούμενη έννοια της "συνουσίας", αυτή δεν συντελέσθηκε, αφού τελικώς ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε στο χέρι της, όπως και ο ίδιος άλλωστε ομολογεί και προκύπτει επίσης από τη λήψη του σπερματικού υγρού από το δεξί μανίκι του μπουφάν της προς ανάλυση DNΑ. Όμως τούτο δεν σημαίνει κατά την έννοια του νόμου ότι εκτός από τις ασελγείς πράξεις δεν έγινε και συνουσία, καθόσον κατά την πάγια ισχύουσα νομολογία "συνουσία" είναι η ένωση των γεννητικών μορίων ατόμων διαφόρου φύλλου, χωρίς να απαιτείται και εκσπερμάτωση και μάλιστα εντός του κόλπου, αρκεί και μερική εισαγωγή του μορίου στον κόλπο. [ΑΠ. 25/98 ΠΧΡ. ΜΗ/664, ΑΠ. 1008/96 ΠΧΡ.ΜΖ/546, ΑΠ.1556/83 ΠΧΡ.ΛΔ/508, ΑΠ.1010/95 ΠΧΡ.ΜΣΤ/47, ΑΠ.1779/87 ΠΧΡ.ΛΗ/270]. Το γεγονός δε ότι η παρούσα δεν έφερε σωματικές κακώσεις κατά το χρόνο εξέτασης από τον ιατροδικαστή την 5.2.2007 [ βλ. την από 9-3-07 ιατροδικαστική έκθεση] δεν συνεπάγεται, όπως διατείνεται ο εκκαλών, ότι δεν άσκησε σ' αυτή σωματική βία, καθόσον, το μεν δεν είναι απαραίτητο κατά την άσκηση της βίας να προκληθούν σωματικές κακώσεις, το δε είχαν ήδη παρέλθει πέντε (5) ημέρες από το χρόνο που φέρεται να έλαβε χώρα η τέλεση της πράξης του βιασμού και τα τυχόν προκληθέντα σημάδια σωματικών κακώσεων είχαν εξαφανισθεί. Προσέτι η κίνηση της εγκαλούσας να απομακρυνθεί από την επιχείρηση μετά το πέρας του βιασμού της αθόρυβα και χωρίς να προστρέξει για βοήθεια στους παρευρισκομένους στην καφετέρια, δεν υποδηλώνει ότι στην ερωτική συνεύρεση της με τον κατηγορούμενο υπήρξε συναίνεσή της. Άλλωστε η εγκαλούσα δεν είχε κανένα λόγο να καταφύγει για βοήθεια στην καφετέρια, ζητώντας συμπαράσταση από άγνωστα σ'αυτήν πρόσωπα και να εξευτελίσει έτσι ακόμη περισσότερο τον εαυτό της, αλλά προσέφυγε και ζήτησε συμπαράσταση από προσφιλή της πρόσωπα, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Έπειτα η ψυχολογική κατάσταση, στην οποία βρέθηκε η εγκαλούσα αμέσως μετά την αποχώρηση της από την επιχείρηση και περιγράφεται με σαφήνεια από την άγνωστη μέχρι τότε σ' αυτή ..., που καταθέτει γι' αυτήν ότι ήταν φοβισμένη και υπό κατάρρευση, ενισχύει ακόμη περισσότερο την άποψη μας ότι η τελευταία εξαναγκάσθηκε από τον κατηγορούμενο σε συνουσία και σε ανοχή και επιχείρηση ασελγών πράξεων, προκειμένου αυτός να ικανοποιήσει τη γενετήσια επιθυμία του. Η εγκαλούσα είναι προφανές ότι προσπάθησε να καλέσει σε βοήθεια, όμως αυτό δεν κατέστη εφικτό, καθόσον ο κατηγορούμενος της κρατούσε κλειστό το στόμα με το χέρι του. Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο χώρος της αποθήκης στο υπόγειο της επιχείρησης που έλαβαν χώρα τα ανωτέρω εκτεθέντα είναι ανεξάρτητος από τους χώρους των αποδυτηρίων ή των τουαλετών, που υπάρχουν στο υπόγειο, και μόνο σ' αυτούς τους τελευταίους χώρους και ότι στην αποθήκη οι μεσότοιχοι που τους χωρίζουν δεν απολήγουν στην οροφή, όπως καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες - υπάλληλοι και γνώστες του χώρου του ως άνω πολυκαταστήματος. Συνεπώς δεν ήταν ευχερές να ακουστεί θόρυβος που ενδεχομένως προκλήθηκε από τις αποτρεπτικές κινήσεις της εγκαλούσας, λαμβανομένου υπόψη ότι ο υπόγειος χώρος έχει έκταση 450 τ.μ., η πράξη δε του βιασμού έλαβε χώρα κατά τις απογευματινές ώρες, όταν οι υπάλληλοι της επιχείρησης είχαν αποχωρήσει από την εργασία τους. Επίσης, η εγκαλούσα δεν είχε λόγους εκδίκησης του κατηγορουμένου, αφού η μέχρι τότε σχέση τους ήταν εντελώς τυπική και σε καθαρά επαγγελματικό επίπεδο και η ίδια μάλιστα διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον Ξ, έχοντας μάλιστα αναπτύξει στενές φιλικές σχέσεις με την οικογένειά του. Τέλος, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι πρόθεση της εγκαλούσας ήταν να θεμελιώσει με την ανωτέρω καταγγελία της αστικές αξιώσεις σε βάρος του, δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον μέχρι σήμερα ουδόλως διεκδίκησε αστικά οποιαδήποτε αποζημίωση από τα Πολιτικά Δικαστήρια". Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών προκειμένου να δικασθεί για βιασμό (αρ. 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 336 παρ. 1 ΠΚ). Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου 2012/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. IV. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του βιασμού, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, χωρίς να απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η αναφορά και των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων προέβη στην άσκηση σωματικής βίας, την οποία σαφώς προσδιορίζει και αναφέρει τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία αυτή προέκυψε, με σκοπό να εξαναγκασθεί η παθούσα στην επιχείρηση των ειδικώς περιγραφομένων στο βούλευμα ασελγών πράξεων και στην κατά φύση συνουσία με εκσπερμάτωση εκτός του κόλπου. Επομένως, τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του τελεσμένου εγκλήματος του βιασμού. Επίσης στο προσβαλλόμενο βούλευμα προσδιορίζονται όλα τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο Εφετών, προκειμένου να καταλήξει στην πιο πάνω κρίση του και συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, "τις ένορκη και ανωμοτί καταθέσεις της εγκαλούσας, τις καταθέσεις των μαρτύρων, την απολογία του κατηγορουμένου και όλα ανεξαιρέτως τα υπομνήματα που επισυνάπτονται στην δικογραφία καθώς και τα έγγραφα", συνεπώς, έλαβε υπόψη του και τους διαλαμβανόμενους στο από 8-9-2008 υπόμνημα ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά και μνεία του υπομνήματος αυτού, η απόκρουση δε ορισμένων από τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς που πρόβαλε ο αναιρεσείων, δεν έχει την έννοια ότι δεν έλαβε υπόψη του τους λοιπούς, χωρίς να έχει την υποχρέωση να διαλάβει και περί τούτων ειδική αιτιολογία. Ο αναιρεσείων, άλλωστε, ουδεμία αιτίαση για αναιτιολόγητη απόρριψη συγκεκριμένου αυτοτελούς ισχυρισμού του προβάλλει. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τον πρώτο, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα. V.Ο αναιρεσείων με τις διαλαμβανόμενες στον δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις (με στοιχεία α-δ), προβάλλει, ότι το βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αιτιολογεί: α) εκ ποίου στοιχείου προέκυψε ότι ο αναιρεσείων εμφανίσθηκε ενώπιον της παθούσας και " η παρουσία του και μόνο της ενέπνευσε φόβο, γεγονός που την ανάγκασε να διαφοροποιήσει τη θέση της", δοθέντος ότι η εξέτασή της έγινε χωριστά, και " εκ ποίου στοιχείου προέκυψε ότι εντός του Αστυνομικού Καταστήματος και παρουσία ικανού αριθμού αστυνομικών, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου του Διοικητού, ενεπνεύσθη φόβος στην εγκαλούσα....". β) "Παρά την περιγραφόμενη πραγματική κατάσταση του χώρου του υπόψη υπογείου και χωρίς εξ ουδενός στοιχείου να υποστηρίζεται το αντίθετο ή έστω διαφορετικό του πράγματος, το προσβαλλόμενο ήχθη στην αναιτιολόγητη παραδοχή ότι....". γ) "Δεν αιτιολογείται η κρίση του προσβαλλόμενου Βουλεύματος "Παράλληλα και ενώ χρησιμοποιώντας (δηλ. ο αναιρεσείων) τα χέρια του και το σώμα του ακινητοποίησε την εγκαλούσα, που προσπαθούσε να αντισταθεί και να ξεφύγει ήλθε σε κατά φύση συνουσία μαζί της...." και περαιτέρω ότι "...τοποθέτησε το χέρι του στο πρόσωπο της κλείνοντας με δύναμη το στόμα της, αποκλείοντας έτσι την περίπτωση να γίνει αντιληπτός από άλλους υπαλλήλους". Και δ) Χωρίς αιτιολογία δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι "....Το γεγονός δε ότι η παθούσα δεν έφερε σωματικές κακώσεις κατά το χρόνο εξέτασης από τον ιατροδικαστή την 5.2.2007... δεν συνεπάγεται, όπως διατείνεται ο εκκαλών, ότι δεν άσκησε σ' αυτή σωματική βία. Τούτο δε καθ'όσον: Εάν είχε λάβει χώρα οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη του αναιρεσείοντα με την εγκαλούσα και η τελευταία είχε προβάλλει έστω και ιχνώδη αντίσταση της κ.τ.λ......". Όλες οι διαλαμβανόμενες στον λόγο αυτό αναιρέσεως αιτιάσεις, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου Εφετών. Περαιτέρω και η περιεχόμενη στον αυτό λόγο αναίρεσης (με στοιχ. ε) αιτίαση, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα "σιγή και χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία" απέρριψε το, με από 8.9.2008 και ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών υπόμνημα του αναιρεσείοντος, υποβληθέν αίτημα, να διαταχθεί περαιτέρω ανάκριση, προκειμένου να διενεργηθεί αυτοψία του χώρου όπου φέρεται ότι έλαβε χώρα ο βιασμός και να εξετασθούν ενόρκως οι αναφερόμενοι σε αυτό αστυνομικοί, εκλαμβανόμενη ως λόγος αναίρεσης έλλειψη ακροάσεως, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον η εν λόγω, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, έλλειψη ακροάσεως δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά στο άρθρο 484 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους λόγους αναιρέσεως κατά βουλευμάτων. Ανεξαρτήτως δε αυτού, το Συμβούλιο Εφετών δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο πιο πάνω αίτημα, και για τον επιπλέον λόγο ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του πιο πάνω υπομνήματος, ο ήδη αναιρεσείων το αίτημα αυτό το υπέβαλε επικουρικώς στην περίπτωση κατά την οποία δεν γινόταν δεκτή η έφεσή του και δεν εξαφανιζόταν το πρωτόδικο βούλευμα προκειμένου να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του. Είναι δε προφανές ότι το Συμβούλιο Εφετών, εφόσον κατέληξε με βάση τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα στην περί παραπομπής του κατηγορουμένου κρίση του, δεν είχε τη δυνατότητα να ερευνήσει, μετά ταύτα, το επικουρικό πιο πάνω αίτημα. V. Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 11/28-1- 2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, για αναίρεση του 2359/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βιασμός. Στοιχεία εγκλήματος. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και κακή εκτίμηση αποδείξεων. Η σιγή απόρριψη αιτήματος για τη διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως ως λόγος για έλλειψη ακροάσεως εκτιμώμενος, δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης του βουλεύματος. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Βιασμός, Ακροάσεως έλλειψη.
0
Αριθμός 1306/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πετρόπουλο, περί αναιρέσεως της 69332/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 431/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, ή κατά το άρθρο 61 ΚΠΔ, όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, το οποίο όμως, έχει σχέση με την ποινική δίκη, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, υπό την προϋπόθεση ότι τα αιτήματα αυτά έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχείο δ, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ Δ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 7/3/2009 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως ο αναιρεσείων ..., ζητεί την αναίρεση της 69332/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία κρίθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 ΠΚ, 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 Ν. 2523/97 και) και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, την οποία μετάτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, υπέβαλε αίτημα περί αναβολής εκδικάσεως της ως άνω εφέσεως, μέχρις εκδόσεως αποφάσεων επί αιτήσεων αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ, κατά όλων των αναφερομένων στην αίτησή του αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το Τριμελές Εφετείο με την αιτιολογία ότι : ".....δεν θα συμβάλει (η αναβολή) κατά την κρίση του Δικαστηρίου στην διάγνωση της ένδικης υποθέσεως, δεδομένου ότι οι υπ' αρ. 2766, 2767, 2768, 2769, 2770, 2771, 2772, 2773, 2774 και 2775 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, περί των οποίων επικαλείται εκκρεμότητα ο κατηγορούμενος ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, λόγω ασκήσεως ισάριθμων αιτήσεων αναιρέσεως κατ' αυτών, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τους, δεν αφορούν σε καταβολή ΦΠΑ όπως εν προκειμένω οι διωκόμενες πράξεις (κατά το μη παραγραφέν μέρος αυτών), ούτε αφορούν στην υπό κρίση χρονική περίοδο από 1/11/00 και εντεύθεν (τουλάχιστον για τις μη παραγραφείσες πράξεις), αλλά τις χρονικές περιόδους των ετών 1985, 1986, 1987, 1988, 1989 και 1990 και, επομένως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 61 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα του. Σημειώνεται ότι η αναφορά του κατηγορουμένου σε 14 εν συνόλω αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων είναι αόριστη, καθώς δεν συνοδεύεται το αίτημα του αυτό με την προσκόμιση άλλων, πλην των παραπάνω αποφάσεων προκειμένου να διαπιστωθεί εάν αυτές αφορούν στα επίδικα χρέη". Ο αναιρεσείων με τον 1ο και τον 2ο λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση, ότι η πιο πάνω απόφαση στερείται εμπεριστατωμένης και ειδικής αιτιολογίας, εξαιτίας των αναφερομένων στην αίτησή του αντιφάσεων και ασαφειών. Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι το πιο πάνω σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι, όπως κατά λέξη αναφέρει, "ολωσδιόλου αντιφατικό, ανυπόστατο και εσφαλμένο και τούτο διότι από την ανάγνωση των ως άνω αποφάσεων και των αντίστοιχων αιτήσεων αναιρέσεως προκύπτει ότι οι με αριθμούς 2767/2006, 2768/2006, 2770/2006 και 2771/2006 αποφάσεις του ΔΕΑ αφορούν στη μη καταβολή ΦΠΑ και των σχετικών προσθέτων φόρων και προστίμων" και ότι η αντιφατικότητα της αιτιολογίας τη προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει και "από την επί του ακροατηρίου κατάθεση της υπάλληλου της Δ.Ο.Υ., η οποία κατέθεσε ότι....". Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται, επίσης, ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αναιρέσεως είναι ανακριβές, αντιφατικό και εσφαλμένο, αφού, όπως αναφέρεται, "όλα τα χρέη που αναφέρονται στις προαναφερόμενες προσβληθείσες πράξεις, συμπεριλαμβάνονται στον πίνακα χρεών που υπέβαλε ο άνω διευθυντής της ΙΣΤ Δ.Ο.Υ. Αθηνών με την προαναφερόμενη αίτηση του για την άσκηση ποινικής διώξεως" και ότι η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε στο παραπάνω ανακριβές και αυθαίρετο συμπέρασμα, χωρίς καν να ελέγξει τη βασιμότητα του, παρότι από την κατάθεση της ίδιας ως άνω μάρτυρος-υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ. προέκυψε ότι οι παραπάνω αποφάσεις του ΔΕΑ αφορούν στα ίδια χρέη που συμπεριλαμβάνονται στον παραπάνω πίνακα χρεών. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο "προσδιορίζοντας τα χρέη αυτά σύμφωνα με τον προαναφερθέντα πίνακα χρεών που είναι προσαρτημένος στην από 29/5/2001 αίτηση ποινικής διώξεως του διευθυντή της ΔΟΥ ΙΣΤ Αθηνών, δίχως δηλαδή να ληφθεί υπ' όψιν στην κατ' ουσίαν κρίση του Δικαστηρίου το γεγονός ότι ορισμένα εκ των χρεών αυτών είχαν μειωθεί με βάση τις προαναφερθείσες με αριθμούς 2766, 2767, 2768, 2770, 2771, 2772 και 2773/2006 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών", που επικαλέσθηκε και ότι, κατ'αυτόν τον τρόπο αυτό, το δίκασαν Δικαστήριο απαραδέκτως τον κήρυξε ένοχο "για όλο το ποσόν της οφειλής του (το μη παραγραφέν) εκλαμβάνοντας, εσφαλμένα και πάλι ως "δεδομένο" ότι τα χρέη που αναγράφονται στις παραπάνω αποφάσεις του ΔΕΑ και οι σχετικές μειώσεις τους δεν είναι τα ίδια με αυτά που αναφέρονται στον ως άνω πίνακα χρεών, ο οποίος συμπεριλήφθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά προγενέστερα". Με αυτό, όμως, το περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν περιέχει σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, αλλά, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-3-2009 (με αρ. πρωτ. 2107/9-3-2009) αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως) του ..., για αναίρεση της 69332/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Απόρριψη αιτήματος αναβολής μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το ΣτΕ. Πότε είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεων για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων. Δεν αποτελεί ορισμένο λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Απόρριψη αναιρέσεως ως αορίστου (απαραδέκτου) -.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1311/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζαπάντη, για αναίρεση της 20.055/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1220/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, όποιος αφαιρεί ξένο, (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο, με τον σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεως του, στην έννοια δε της κατοχής περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του. Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά όμως για την αιτιολογία στην περίπτωση του εγκλήματος της κλοπής, όπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου, εφόσον ο νόμος δεν συνδέει την ύπαρξη του με ορισμένα πρόσθετα περιστατικά, και δεν εμφανίζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση και η μορφή ενδεχομένου δόλου, αφού αυτός (ο δόλος) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 26 § 1 εδάφ. α' και 27 § 1 του ΠΚ, ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της κλοπής. Εξ άλλου, η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφαση του ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για τον λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε τον κατηγορούμενο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια του δικηγόρο, σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως για την αξιόποινη πράξη της κλοπής. Για να καταλήξει στην ως άνω καταδικαστική του κρίση του Τριμελές Πλημμελειοδικείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (την ανάγνωση των εγγράφων και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος), όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 20055/2004 αποφάσεώς του τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος "στην ..., στις 15 Απριλίου 1999 αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένο ολικά κινητό πράγμα, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του, και συγκεκριμένα αφαίρεσε την υπ' αριθ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας της ..., η οποία ήταν σταθμευμένη επί της οδού ..., την οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη που ορθώς εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή ότι η αφαίρεση από τον αναιρεσείοντα της ως άνω μοτοσυκλέτας έγινε με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή της, ήτοι με σκοπό την ενσωμάτωσή της στην περιουσία του αναιρεσείοντος, (άρθρο 372 παρ. 1α ΠΚ), χωρίς να γίνει ειδική αιτιολογία στον δόλο, αφού αυτό δεν ήταν, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη αναγκαίο, ούτε δε το πόρισμα της αποφάσεως, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού είναι ασαφές, αντιφατικό με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτη. Επίσης απαράδεκτη είναι και η αιτίαση αυτού ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν απάντησε καθόλου στον αυτοτελή ισχυρισμό του τον οποίο είχε προβάλει ήδη κατά την προδικασία, ότι δηλαδή δεν ήθελε να κλέψει τη μοτοσυκλέτα, αλλά να την χρησιμοποιήσει για μικρό χρονικό διάστημα και ότι επομένως δεν τέλεσε κλοπή, αλλά το ηπιότερο έγκλημα, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 374 Α του Ποινικού Κώδικα, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, κατά την αναφερόμενη στην παραπάνω νομική σκέψη έννοια. Τούτο δε, ανεξάρτητα από το ότι, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε ούτε αναπτύχθηκε προφορικά τέτοιος ισχυρισμός. Ενόψει όλων των ανωτέρω οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ,' και Ε' του ΚΠΔ δύο μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 19 Ιουνίου 2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 20.055/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσειοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λόγοι αναιρέσεως: 1) Έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και 2) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Για να απαντήσει το δικαστήριο της ουσίας στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά ότι αυτοί αναπτύχθηκαν προφορικά, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και ότι αυτοί ήσαν ορισμένοι και δεν αποτελούσαν άρνηση της κατηγορίας. Στην καταδικαστική για κλοπή απόφαση δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία ως προς την ύπαρξη ειδικού δόλου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Κλοπή, Προφορική ανάπτυξη.
0
Αριθμός 1302/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόδουλο Κυριακίδη, περί αναιρέσεως της 1246/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1675/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζόμενων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ.Α., ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές στο Ι.Κ.Α. μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απόφασης, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά των κρίσιμων για την θεμελίωση των αναφερόμενων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α. με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. Α.Π. 1/1996) και αναφορά, επί νομικού προσώπου φερόμενου ως εργοδότη, εκ της ασκήσεως επιχείρησης των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση αυτού στην επιχείρηση καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορούμενου σ' αυτήν ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του, για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών. Δεν αρκεί δηλαδή ο χαρακτηρισμός του κατηγορούμενου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπρόσωπου της εταιρικής επιχείρησης. ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1246/2008 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του, την οποία στήριξε στα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα. "... Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΛΕΣΒΟΥ Α.Ε.Ε." με σκοπό της την εισαγωγή και εμπορία προϊόντων πωλουμένων σε Σούπερ Μάρκετ, κατά το χρονικό διάστημα από 10.08.2000 έως 11.10.2001 απασχόλησε με εξαρτημένη επ' αμοιβή εργασία 33 άτομα ασφαλισμένα στο ΙΚΑ. Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, με εξουσία εκπροσώπησης της εταιρείας. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος ορίστηκε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ως άνω εταιρείας με την από 18.06.2000 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων αυτής, που καταχωρήθηκε στις 08.08.2000 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Λέσβου και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 7729/16.08.2000 ΦΕΚ (Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), με την οποία απόφαση του ανατέθηκε η εξουσία εκπροσώπησης και δέσμευσης της εταιρείας με μόνη την υπογραφή του υπό την εταιρική επωνυμία, καθώς και η εξουσία να συναλλάσσεται και αναλαμβάνει έγκυρα αποφάσεις έναντι τρίτων στο όνομα της εταιρείας. Ακολούθως, με την από 10.08.2000 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρείας, που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Α.Ε. της Νομαρχίας Λέσβου, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 9206/06.10.2000 ΦΕΚ (Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.) αντικαταστάθηκαν μέλη του Δ.Σ. της ως άνω εταιρείας, τα οποία είχαν παραιτηθεί, ο δε κατηγορούμενος παρέμεινε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, με την εξουσία να ενεργεί μόνος του είτε από κοινού με τον Αντιπρόεδρο ΑΑ. Τον lούνιο του 2001 παραιτήθηκαν όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρείας, πλην του κατηγορουμένου. Ακολούθως, κατόπιν αιτήσεως της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΓΑΛΗΝΟΣ-ΜΠΑΛΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΠΑΛΜΟΣ Α.Ε.", η οποία ήταν πλέον η κυρία μέτοχος της ως άνω εταιρείας (ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΛΕΣΒΟΥ) με ποσοστό 63,1%, με την υπ' αριθμ. 237/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, που δημοσιεύθηκε στις 12.10.2001, ορίστηκε προσωρινή διοίκηση αυτής, προκειμένου να διοικήσει την εταιρεία ως προς τις επείγουσες υποθέσεις της και να διεξάγει αρχαιρεσίες για την εκλογή νέου Δ.Σ. Η ανωτέρω απόφαση καταχωρήθηκε στο Μητρώο Α.Ε. της Νομαρχίας Λέσβου στις 31.10.2001 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 9923/07.11.2001 ΦΕΚ (Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.). Στο νέο Διοικητικό Συμβούλιο δεν μετείχε ο κατηγορούμενος. Για το προηγούμενο χρονικό διάστημα όμως, που αυτός ήταν ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ως άνω εταιρείας, ήταν αυτός ο υπόχρεος προς καταβολή των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ για τους εργαζομένους που απασχολούσε η εταιρεία. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το καλοκαίρι του 2000 η εταιρεία "Σούπερ Μάρκετ Γαληνός Μπαλής Α:Ε", και με το διακριτικό τίτλο "ΠΑΛΜΟΣ Α.Ε.", ... αγόρασε το 26% του μετοχικού κεφαλαίου της "Προμηθευτικής Υπεραγοράς Λέσβου Α.Ε.Ε.", αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να καλύψει τη συμφωνηθείσα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της τελευταίας, ποσού 132.000.000 δρχ., ώστε να αποκτήσει ποσοστό ύψους 63,5% του μετοχικού της κεφαλαίου. Ότι κατά τον τρόπο αυτό η εταιρεία "Γαληνός - Μπαλής" απέκτησε τον πλήρη έλεγχο της "Προμηθευτικής" και ότι απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο ζητώντας του να αναλάβει τη θέση του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου αυτής, λόγω του ότι αυτός ήταν και εξακολουθεί να είναι πρόσωπο με κύρος στην αγορά της Μυτιλήνης, αλλά και μέτοχος της "Προμηθευτικής". Ότι ο ίδιος ήταν τύποις νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, διευκολύνοντας την κεντρική διοίκηση των Αθηνών, η οποία και ελάμβανε αποκλειστικά τις αποφάσεις που άπτονταν της λειτουργίας της εταιρείας καθώς και τη διενέργεια πάσης φύσης πληρωμών, μεταξύ αυτών και την καταβολή των οφειλών στο ΙΚΑ. Ότι περαιτέρω ο ίδιος δεν είχε πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με το αν καταβάλλονται ή όχι οι οφειλές της εταιρείας, καθώς οι συνεννοήσεις γίνονταν μεταξύ του υπευθύνου του λογιστηρίου της "Προμηθευτικής" ΒΒ και του οικονομικού διευθυντή της "Παλμός" ΓΓ. Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου θα πρέπει να απορριφθούν, καθώς αποδείχθηκε ότι αυτός εξέδιδε και υπέγραφε επιταγές στο όνομα της εταιρείας για διάφορες πληρωμές, όπως ο ίδιος ανέφερε κατά την απολογία του και συνεπώς ο ίδιος δεν βρισκόταν σε αδυναμία καταβολής ποσών στο όνομα της εταιρείας. Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι η "Προμηθευτική" αποτελούσε ουσιαστικά θυγατρική εταιρεία της "Παλμός" και ότι λόγω της ένταξής της στον όμιλο επιχειρήσεων αυτής, η τελευταία (Παλμός) ανέλαβε μεταξύ άλλων αποκλειστικά την καταβολή των εισφορών στο ΙΚΑ. Εξάλλου, ως προς την άγνοια των πραγματικών περιστατικών της μη καταβολής, που επικαλείται ο κατηγορούμενος, και αυτός ο ισχυρισμός του θα πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, όπως κατέθεσε και η πρώτη μάρτυρας υπεράσπισης, λογίστρια της εταιρείας "Προμηθευτική" κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, γινόταν κοινοποίηση των εντολών πληρωμής της "Προμηθευτικής" τόσο προς την διοίκηση των Αθηνών ("Παλμός"), όσο και προς τον κατηγορούμενο Χ. Αυτό προκύπτει εξάλλου και από την ανάγνωση του προσκομισθέντος από τους συνηγόρους του κατηγορουμένου αντιγράφου εβδομαδιαίου ημερολογίου έτους 2001 της "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤιΚΗ ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΛΕΣΒΟΥ Α.Ε.Ε.", στη δεύτερη σελίδα του οποίου αναγράφεται η φράση "ΠΡΟΣ ΠΑΛΜΟ Α.Ε., ΥΠΟΨΗ κ. ΓΓ, ΚΟΙΝΟΠΟΙΕΙΤΑΙ: κ. Χ., κ. ...". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε στη διάθεσή του όλα τα έγγραφα τα σχετικά με την κίνηση των καταστημάτων της ... . Εξάλλου, ο ίδιος στην απολογία του ανέφερε ότι υπέγραφε τις καταστάσεις για τους προμηθευτές που του έφερναν στο γραφείο του, ενώ δεν υπέγραψε ποτέ καταστάσεις για το ΙΚΑ. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί πλάνη του κατηγορουμένου ως προς την υποχρέωσή του καταβολής των εισφορών, νομική ή πραγματική, καθώς ο ίδιος είναι έμπειρος επιχειρηματίας, διατηρεί δική του επιτυχημένη επιχείρηση και δη ανώνυμη εταιρεία, της οποίας είναι Πρόεδρος, η οποία εταιρεία είναι απολύτως εντάξει στις οικονομικές της υποχρεώσεις προς τρίτους και προς το ΙΚΑ (βλ. και την κατάθεση της πρώτης μάρτυρος υπεράσπισης). Επομένως ο κατηγορούμενος, λόγω της θέσης του και της εμπειρίας του, ως ήδη μέτοχος της·."Προμηθευτικής" και ως άτομο κύρους κατά τις μαρτυρικές καταθέσεις στις εμπορικές συναλλαγές της κοινωνίας της ..., γνώριζε τις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από τη θέση του ως Διευθύνων Σύμβουλος, γνώριζε δε και την ευθύνη την οποία συνεπάγεται η θέση του. Ειδικότερα, γνώριζε ότι η υποχρέωση καταβολής των εισφορών υπέρ του ΙΚΑ βαρύνει τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο ανωνύμου εταιρείας, όπως γνώριζε ότι ευθύνεται για την υπογραφή του στις επιταγές που κυκλοφόρησαν στο όνομα της εταιρείας. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί σύμφωνα και με την απολογία του, ότι μεταξύ αυτών των εγγράφων που υπέγραφε δεν υπήρχαν εντολές πληρωμής προς το ΙΚΑ, άρα γνώριζε ότι τουλάχιστον εκ μέρους του, δεν γίνονταν καταβολές προς το ΙΚΑ. Εξάλλου, και η δεύτερη μάρτυρας υπεράσπισης, που κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα εργαζόταν στο λογιστήριο της "Προμηθευτικής", κατέθεσε ότι από το λογιστήριο της ... έβλεπαν ότι δεν πληρωνόταν το ΙΚΑ, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι. Συνεπώς η οικονομική κίνηση της εταιρείας ήταν εμφανής, ο δε κατηγορούμενος, ως διευθύνων σύμβουλος, ενδιαφερόμενος για την πορεία της εταιρείας' και έχοντας καλές σχέσεις με τους υπαλλήλους της, είχε πληροφορηθεί την κατάσταση που προέκυψε. Επομένως, θα πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός τόσο περί πραγματικής όσο και περί νομικής πλάνης εκ μέρους του κατηγορουμένου. Τέλος, ο ισχυρισμός περί του ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε παντελή αδυναμία αποφυγής της άδικης συμπεριφοράς θα πρέπει επίσης να απορριφθεί, καθώς δεν αποδείχτηκε πλήρης αδυναμία συμμόρφωσης του κατηγορουμένου προς τις επιταγές του δικαίου, και από πού απέρρεε αυτή η αδυναμία καταβολής των οφειλομένων στο ΙΚΑ. Εξάλλου, αν όντως αγνοούσε τα περί μη καταβολής, ο κατηγορούμενος θα μπορούσε αφενός να απευθύνει ερώτημα προς την "Παλμός" σχετικό με την εξόφληση των εισφορών του ΙΚΑ, να απευθυνθεί προς το ίδιο το ΙΚΑ προκειμένου να ενημερωθεί για τυχόν οφειλές ή να προβεί σε προσπάθεια ρύθμισης αυτών, ενώ καμία τέτοια ενέργεια δεν έγινε εκ μέρους του. Σε κάθε περίπτωση, ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να παραιτηθεί από τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου, όπως έπραξαν τα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της "Προμηθευτικής" το καλοκαίρι του 2001. Αντιθέτως ο κατηγορούμενος παρέμεινε στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, παρά τις αιτιάσεις του ότι δεν αποφάσιζε ο ίδιος, αλλά ακολουθούσε εντολές της "Παλμός", αποδεχόμενος κατά τον τρόπο αυτό την ευθύνη που πήγαζε από τη θέση του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1 0.08.2000 έως 11.10.2001 που οι ανωτέρω 33 εργαζόμενοι παρείχαν την εργασία τους στην ως άνω εταιρεία, από πρόθεση δεν καταβλήθηκαν από τον κατηγορούμενο, ως πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της ως άνω εταιρείας, στο ΙΚΑ οι ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν αυτόν τον ίδιο (εργοδοτικές), ανερχόμενες στο ποσό των 63.258,66 Ευρώ, καθώς και οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων που είχε παρακρατήσει (εργατικές) ανερχόμενες στο ποσό των 31.629,39 Ευρώ. Οι εισφορές αυτές έπρεπε να καταβληθούν εντός 30 ημερών από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία των ως άνω εργαζομένων, ήτοι από 30.09.2000 έως 30.11.2001. Για το λόγο αυτό και μετά σχετικό έλεγχο από το αρμόδιο ΙΚΑ ... συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ... ΠΕΕ, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Προσπάθεια εκ των υστέρων συμμόρφωσης του κατηγορουμένου δεν αποδείχθηκε, αφού σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα υπαλλήλου του ΙΚΑ δεν προέβη αυτός σε κάποια ρύθμιση ούτε σε αίτηση για να προβεί σε ρύθμιση των οφειλών. Επομένως, θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο με την διευκρίνηση ότι ορθά προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα τέλεσης της πράξης κατά τα ανωτέρω, από 01.10.2000 έως 01.12.2001. ...". Με τις παραδοχές αυτές κήρυξε στο διατακτικό ένοχο τον κατηγορούμενο για παράβαση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 1 Α.Ν. 86/1967. σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα τριών (13) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, με αναφορά γενικά στο είδος τους, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεώς του, το δικαστήριο δεν όφειλε να προσδιορίσει τις αποδοχές ενός εκάστου των άνω 33 εργαζομένων στην επιχείρηση, ούτε την ασφαλιστική κλάση καθενός εξ αυτών διότι τούτο δεν αποτελεί κατά νόμο στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, ενώ, εξάλλου, σαφώς προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα απασχολήσεως αυτών (10-8-2000 έως 11-10-2001) κατά το οποίο η εργοδότρια εταιρεία είχε υποχρέωση καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών οι οποίες επίσης προσδιορίζονται. Συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος κατά τούτο ο για έλλειψη αιτιολογίας 1ος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, με λίαν εμπεριστατωμένη αιτιολογία το δικαστήριο δέχεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από 10-8-2000 μέχρι 11-10-2001 κατά το οποίο η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΛΕΣΒΟΥ Α.Ε.Ε." απασχόλησε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τους αναφερόμενους 33 μισθωτούς, ο κατηγορούμενος ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, ασκούσε διαχείριση και υπό την ιδιότητά του αυτή υπείχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις από τα οποία το δικαστήριο πείσθηκε για την παραπάνω ιδιότητά του και περί του ότι η άνω εταιρία, δεν ήταν θυγατρική άλλης εταιρίας, αλλά έχουσα αυτοτελή νομική υπόσταση, διακριτήν εκείνης της κυρίας μετόχου της με το διακριτικό τίτλο "ΠΑΛΜΟΣ Α.Ε", αυτή και μόνον ήταν εργοδότης των εργαζομένων. Επομένως, οι συναφείς 2ος, 3ος, 4ος 5ος, 15ος, 16ος, 17ος και 18ος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για έλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων τις οποίες εφήρμοσε είναι αβάσιμοι. Αβάσιμος είναι και ο 6ος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια της μη συγκριτικής αξιολόγησης της απολογίας του κατηγορουμένου προς την κατάθεση της μάρτυρος ... και τα αναφερόμενα έγγραφα, αφού τούτο δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, από το γεγονός δε ότι εξαίρονται οι καταθέσεις ορισμένων μαρτύρων, δεν συνάγεται εκ τούτου ότι αγνοήθηκαν οι καταθέσεις των λοιπών. Περαιτέρω, εκτίθενται στην απόφαση συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο με εμπεριστατωμένη αιτιολογία ήχθη σε απορριπτική κρίση των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου περί πραγματικής πλάνης, νομικής πλάνης και περί άρσης του καταλογισμού λόγω του ανθρωπίνως μη φευκτού της υπαιτιότητας. Συνεπώς, οι συναφείς 7ος, 8ος, 9ος, 10ος και 11ος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Δέχθηκε, ακόμη, το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΛΕΣΒΟΥ Α.Ε.Ε." είχε και διατήρησε μέχρι την 12-10-2001 που δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 237/2001 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Μυτιλήνης με την οποία διορίσθηκε προσωρινή διοίκηση για την άνω εταιρεία και ουδεμία ασάφεια δημιουργείται, ως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ως προς το χρονικό σημείο μέχρι του οποίου εξικνείται η προπαρατεθείσα ιδιότητά του η οποία καλύπτει τον καταληκτικό χρόνο απασχολήσεως των εργαζομένων (11-10-2001). Ούτε, τέλος, δημιουργείται αντίφαση από την αναφορά στο διατακτικό της ημερομηνίας 1-12-2001 διότι η τελευταία αναφέρεται στο χρόνο τελέσεως της τελευταίας μερικωτέρας πράξεως των αποδιδομένων σ' αυτών εγκλημάτων και όχι στον χρόνο μέχρι του οποίου ο αναιρεσείων είχε τις αναφερθείσες ιδιότητες. Συνεπώς και οι 12ος, 13ος και 14ος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για ελλειπή αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 2/13-10-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.246/20087 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του Α.Ν 86/1967. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1300/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννακάκη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1548, 1548α/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1030/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 428/15.9.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ο Χ έχει καταδικαστεί με την υπ'αριθμ. 1548-1548α/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία έχει εκδοθεί κατ'έφεση και είναι αμετάκλητη, για κατοχή λαθρεμπορεύματος και ειδικώτερα διότι "στον ... την 26-4-1999 κατείχε εμπόρευμα εισαχθέν και τεθέν στην γενική κατανάλωση κατά τρόπο συνιστώντα το αδίκημα της λαθρεμπορίας δηλαδή εισαχθέν με ενέργεια σκοπούσα να στερήσει το Δημόσιο από τους από αυτό εισπρακτέους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής εμπορευμάτων. Συγκεκριμένα, τυγχάνοντας εκπρόσωπος της αλλοδαπής εταιρείας BAROTA MARINE κατείχε θαλαμηγό σκάφος δύο μηχανών μάρκας Caterpilar των 425 ΗΡ εκάστη, ονομαζόμενο ... το οποίο τελωνίσθηκε στο Η' Τελωνείο ... με την υπ'αριθμ. ... διασάφηση εισαγωγής και εισήχθη κατά τρόπο συνιστώντα λαθρεμπορία με την μέθοδο της υποτιμολόγησης, ήτοι δήλωσε αξίας GIF 70.000 δολλάρια ΗΠΑ αντί της πραγματικής των 242.653 λιρών Αγγλίας που προέκυψε από τον έλεγχο των τελωνειακών εγγράφων των Αγγλικών αρχών, δεδομένου ότι το σκάφος αγοράστηκε στην Αγγλία, με συνέπεια να απωλέσει το Ελληνικό Δημόσιο φόρο ανερχόμενο στο ποσό των 10.108.928 δρχ". Ο ανωτέρω υπέβαλε στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου στις 2-6-2008 την από 27-5-2008 αίτησή του, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμ. Γιαννάκη, με βάση την από 27-5-2008 εξουσιοδότηση του στην οποία υπάρχει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του, με την οποία ζητάει την επανάληψη της κατ'αυτού ανωτέρω ποινικής διαδικασίας διότι ανεκαλύφθησαν νέα γεγονότα-αποδείξεις τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη των δικαστών που τον καταδίκασαν, τα οποία εάν τα γνώριζαν, και σε συνδυασμό με τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, καθιστούν πρόδηλον ότι είναι αθώος της πράξης για την οποία καταδικάστηκε. Συγκεκριμένα, επικαλείται ως νέα αποδεικτικά στοιχεία: α) την από 28-2-1994 απόδειξη παράδοσης-παραλαβής του σκάφους, η οποία έγινε μεταξύ του πληρεξουσίου δικηγόρου της εταιρείας BARUTA MARINE (που είχε αναγνωρισθεί νομέας και κάτοχος του σκάφους με την 1833/93 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών) και του ίδιου του αιτούντος και ο πρώτος στις 28-2-1994 παρέλαβε από τον δεύτερο, δηλ. του εδώ αιτούντος την κατοχή του άνω σκάφους, β) την από 7-9-1993 επιταγή προς συμμόρφωση στην υπ'αριθμ. 1833/93 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία (επιταγή) του επιδόθηκε στις 8-9-1993, γ) την υπ'αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως αιτήσεως της άνω εταιρείας επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση 1833/93 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δ) Επίσημο βιβλίο του Κεντρικού Λιμεναρχείου ... ότι πραγματοποίησε με το ρηθέν πλοίο πλόες μέχρι 18-6-1993, ε) το υπ'αριθμ. ... έγγραφο του κεντρικού λιμεναρχείου ... από το οποίο προκύπτει ότι το πλοίο κατείχαν και χρησιμοποιούσαν άλλα πρόσωπα από 28-2-1994, στ) την υπ'αριθμ. 9240/23-12-1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία επικύρωσε την ρηθείσα απόφαση 1833/93 του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με τα άνω στοιχεία ισχυρίζεται δηλαδή ότι από 28-2-1994, επομένως και κατά το χρόνο τελέσεως 26-4-1999, δεν είχε στην κατοχή του το ρηθέν πλοίο. Ενόψει του άρθρου 525 § 1 περίπτωσ. 2 Κ.Π.Δ. η υπό κρίση αίτηση είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία. ΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό και δη σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα (βλ. ΑΠ 1703/2005 Π.Χρ. 2006 σελ. 444, ΑΠ 446/2006 ΠΧρ 2006 σελ. 975 ΑΠ 476/2005 ΠΧρ 2005 σελ. 987 κ.α.) ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος (ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε). Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα που ήσαν γνωστά στον καταδικασθέντα ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν γνωστά πρέπει να έχουν προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας -βλ. ΑΠ 1703/2005, ΑΠ 479/2006- καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ'αμετάκλητης αποφάσεως δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (βλ. ΑΠ 1306/2007). Επειδή από τα πρακτικά της καταδικαστικής αποφάσεως (=1548, 1548α/20-12-2005) του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, σαφώς προκύπτουν τα εξής: Ο εδώ αιτών και καταδικασθείς προέβαλε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ότι κατείχε από το 1990 μέχρι και το έτος 1993 τη διαχείριση του ρηθέντος σκάφους, (που σκόπευε να αγοράσει) ότι η ιδιοκτήτρια αυτού εταιρεία (BARUTA MARINE ...) στις 2-7-1993 ανακάλεσε την εντολή διαχείρισης, ακολούθησε δικαστική διένεξη μεταξύ τους η οποία έληξε με την έκδοση των αποφάσεων 1833/93 και 9240/93 Ειρηνοδικείου και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα και ότι το σκάφος αφαιρέθηκε από την κατοχή του στις 7-9-1993, και κατόπιν με το από 28-2-94 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβάστηκε και τον Μάίο 1994 προέβην σε αντικατάστασή του ως πλοιάρχου με τον ΑΑ. Προέβαλε δηλ. τον ισχυρισμό ότι από 7-9-93, άλλως από 28-2-94, δεν είχε την κατοχή του ρηθέντος σκάφους (και συνεπώς η πράξη του έχει παραγραφεί). β) Ως αναγνωσθέντα έγγραφα φέρονται και τα εξής: οι ανωτέρω αποφάσεις και δη 1833/93 και 9240/93 του Ειρηνοδικείου και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα (βλ. τα με αριθμούς 6,7 των αναγνωσθέντων εγγράφων) μετά της επιταγής επί της πρώτης τούτων γ) το δικαστήριο απάντησε επί του άνω ισχυρισμού του εδώ αιτούντος και τότε κατηγορουμένου και απέρριψε αυτόν διότι η κατοχή του σκάφους από αυτόν στις 26-4-1999 προέκυπτε από το 60540/99 έγγραφο του ΣΔΟΕ, και την από 26-4-99 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ, τις ένορκες καταθέσεις του ΒΒ και ΓΓ κλπ και την υπεύθυνη δήλωση του ίδιου, που έγινε το 2001, για εφαρμογή του άρθρου 6 ν.2443/96 κ.λ.π. Με άλλες λέξεις το δικαστήριο ερεύνησε και απάντησε (αρνητικά) στον ισχυρισμό του εδώ αιτούντος ότι δεν είχε την κατοχή του σκάφους στις 26-4-99 (=χρόνος τελέσεως του εγκλήματος για το οποίο η καταδίκη του). Μάλιστα στη δικογραφία υπάρχει υπεύθυνη δήλωση του ίδιου με ημερομηνία 27-5-94 που περιήλθε στις 30-6-94 στο ΙΑ' τελωνείο ..., με την οποία δηλώνει ο ίδιος αλλαγή του πλοιάρχου, ήτοι και μετά της 28-2-94 δηλώνει ο ίδιος τη σχέση του με το πλοίο. Από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αιτών το πρώτο με την υπό κρίση αίτηση κάνει χρήση της από 28-2-94 απόδειξης παράδοσης-παραλαβής στην οποία συμμετείχε ο ίδιος, πράγμα που σημαίνει από τότε κατείχε αυτή και μπορούσε (και ώφειλε) να κάνει χρήση της, όταν μάλιστα θεωρεί αυτή ως το κατεξοχήν αποδεικτικό μέσο που αποδεικνύει την αθωότητά του. Από όλα τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι σε σχέση με τα υπ'αριθμ. α,δ,ε έγγραφα αυτά δεν είναι νέα και δη τα δ, ε ελήφθησαν υπόψη από τους καταδικάσαντες δικαστές το δε α δεν ήταν άγνωστο στον καταδικασθέντα από το υπ'αριθμ. δ έγγραφο δεν αποδεικνύεται ότι μετά την 18-6-93 ο αιτών δεν είχε την κατοχή του πλοίου, ούτε ότι από το υπ'αριθμ. ε έγγραφο προκύπτει ότι δεν χρησιμοποίησε αυτός τούτο, σε κάθε δε περίπτωση ούτε από αυτά ούτε σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται και δη με πιθανότητα που να εγγίζει την βεβαιότητα ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξης για την οποία καταδικάστηκε. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικαστεί ο αιτών στα έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως απορριφθεί η από 27-5-2008 αίτηση του του Χ για επανάληψη της σε βάρος ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 1548-1548α/2005 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 29 Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβά-νεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρυνιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών, που με την υπ' αριθ. 1548,1548α/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς καταδικάσθηκε αμετάκλητα για την πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος, ζητεί με την υπό κρίση αίτησή του την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, επικαλούμενος προς τούτο νέες αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν, από τις οποίες γίνεται φανερό (όπως διατείνεται), ότι ήταν αθώος για την ανωτέρω πράξη. Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, παραδεκτά δε εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο (άρθρα 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ) πρέπει να εξεταστεί στην ουσία. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 1548, 1548α/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που κατέστη αμετάκλητη, αφού κατ' αυτής δεν ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως (βλ. υπ' αριθμ. 595/23-5-2008 και 19/22-5-2008 πιστοποιητικά του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Πειραιώς), ο αιτών καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή 197.260 ευρώ, για κατοχή λαθρεμπορεύματος. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, ως άνω, απόφασης, διαλαμβάνονται για τον αιτούντα τα εξής: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι αποδείχθηκε ότι αυτός στον ... την 26-4-1999, ως εκπρόσωπος της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία BAROTA MARINE, με πρόθεση κατείχε θαλαμηγό σκάφος δύο μηχανών, μάρκας CARERPILAR των 425 ΗΡ εκάστη, με το όνομα ..., το οποίο τελωνίσθηκε στο Η' Τελωνείο ... με την υπ'αριθμ. ... διασάφηση εισαγωγής και εισήχθη κατά τρόπο συνιστώντα λαθρεμπόριο με τη μέθοδο της υποτιμολόγησης, ήτοι δήλωσε αξία CIF 70.000 δολ. ΗΠΑ αντί της πραγματικής των 242.653 λιρών Αγγλίας, που προέκυψε από τον έλεγχο των τελωνειακών εγγράφων των Αγγλικών αρχών, δεδομένου ότι το σκάφος αγοράσθηκε στην Αγγλία, με συνέπεια να απωλέσει το Ελληνικό Δημόσιο φόρους ανερχόμενους σε 10.108.928 δρχ., κάτι στο οποίο αποσκοπούσε ο κατηγορούμενος. Όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκαν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα: α) υπ'αριθμ. ... έγγραφο του ΣΔΟΕ και β) από την από 26-4-1999 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ, όπου καταγράφεται τόσο η ως άνω πράξη του κατηγορουμένου όσο και η κατοχή αυτού επί του σκάφους την 26-4-1999 (χρόνος πορισματικής αναφοράς), δεδομένου ότι από στοιχεία του ΙΑ' Τελωνείου ... προκύπτει ότι τελευταία πλοιοκτήτρια εταιρία του ως άνω σκάφους είναι η BARUTA MARINE και νόμιμος εκπρόσωπος ο Χ (κατηγορούμενος). Αυτό εξάλλου επιβεβαιώθηκε και από τις ένορκες καταθέσεις των δύο μαρτύρων ΑΑ και ΒΒ, οι οποίοι κατέθεσαν ότι ιδιοκτήτης του σκάφους είναι ο κατηγορούμενος. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι από 7-9-1993 άλλως από 28- 2-1994 δεν βρίσκεται πλέον στην κατοχή του σκάφους, δεν αποδείχθηκε βάσιμος κατ' ουσίαν. Ούτε μπορεί να συναχθεί κάτι τέτοιο από την σχετική δήλωση του κατηγορουμένου (της 30-6-1994) προς το ΙΑ Τελωνείο ..., γιατί στη δήλωση αυτή δεν αποτυπώνεται αλλαγή του ιδιοκτήτη, παρά μόνο αλλαγή του κυβερνήτη του σκάφους (ορίστηκε ο ΓΓ). Σημειώνεται επίσης, ότι όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα ... της 22-5-2001 καταλογιστική πράξη του Ε' Τελωνείου ..., αφού κλήθηκε νομίμως (προ της εκδόσεως της καταλογιστικής πράξεως) σχετικά με την υπό κρίση κατοχή λαθρεμπορεύματος, ο κατηγορούμενος κατέθεσε υπεύθυνη δήλωση ότι δέχεται εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 του Ν. 2443/1996, παρόλα αυτά δεν προσήλθε, αν και παρήλθε η τρίμηνη προθεσμία (βλ. σελίδα 2 της ως άνω καταλογιστής πράξεως). Επίσης ο κατηγορούμενος αν και προσκλήθηκε, με την 2854/22-3-99 πρόσκληση του ΣΔΟΕ (την οποία δεν αρνήθηκε ο κατηγορούμενος), για τακτοποίηση της υπόθεσης του, κατ'άρθρο 6 του Ν. 2443/96, δεν ανταποκρίθηκε. Επιπροσθέτως δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα (1990 έως 1999) οιαδήποτε δήλωση του κατηγορουμένου προς το αρμόδιο Τελωνείο ή το ΣΔΟΕ ή άλλη δημόσια αρχή περί αλλαγής του ιδιοκτήτη του εν λόγω σκάφους. Περαιτέρω, η κατοχή λαθρεμπορεύματος είναι διαρκές έγκλημα, αφού ο χρόνος τέλεσης του μπορεί να παραταθεί κατά τη βούληση του δράστη μέχρι την ανεύρεση και την κατάσχεση του από τις αρμόδιες αρχές. Δηλαδή διαρκεί μέχρι να παύσει η παράνομη κατάσταση (ΑΠ 1835/19934 Π.Χρ. ΜΠ,184,ΑΠ 1307/2001 ΝοΒ 2002,549). Στην προκειμένη περίπτωση, ανεξαρτήτως της λαθρεμπορικής εισαγωγής του ως άνω σκάφους το έτος 1990, αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο σύνταξης της πορισματικής αναφοράς του ΣΔΟE στις 26-4-1999 αυτό (σκάφος) ήταν στην κατοχή του κατηγορουμένου και, συνεπώς, τότε τελέσθηκε η ως άνω πράξη (της κατοχής λαθρεμπορεύματος), αφού, όπως προεκτέθηκε, αυτό είναι διαρκές έγκλημα, απορριπτόμενου έτσι ως αβασίμου του σχετικού περί παραγραφής ισχυρισμού του κατηγορουμένου".- Ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα αποδεικτικά στοιχεία: 1) την από 28-2-1994 απόδειξη παράδοσης-παραλαβής του σκάφους, η οποία έγινε μεταξύ του πληρεξουσίου δικηγόρου της εταιρείας BARUTA MARINE (που είχε αναγνωρισθεί νομέας και κάτοχος του σκάφους με την 1833/93 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών) και του ίδιου του αιτούντος και ο πρώτος στις 28-2-1994 παρέλαβε από τον δεύτερο, δηλ, του εδώ αιτούντος την κατοχή του άνω σκάφους, 2) την από 7-9-1993 επιταγή προς συμμόρφωση στην υπ'αριθμ. 1833/93 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία (επιταγή) του επιδόθηκε στις 8-9-1993, 3) την υπ'αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως αιτήσεως της άνω εταιρείας επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω 1833/93 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, 4) Επίσημο βιβλίο του Κεντρικού Λιμεναρχείου ... ότι πραγματοποίησε με το ρηθέν πλοίο πλόες μέχρι 18-6-1993, 5) το υπ'αριθμ. ... έγγραφο του κεντρικού λιμεναρχείου ... από το οποίο προκύπτει ότι το πλοίο κατείχαν και χρησιμοποιούσαν άλλα πρόσωπα από 28-2-1994, 6) την υπ'αριθμ. 9240/23-12-1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία επικύρωσε την ρηθείσα απόφαση 1833/93 του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία το με αριθμό 6 δεν αποτελεί νέα απόδειξη αφού το έγγραφο αυτό αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση της αποφάσεως, ενώ τα με αριθμό 2,3,4,5 έγγραφα δεν στηρίζουν τον ισχυρισμό του αιτούντος και τούτο διότι τα με αριθμό 2 και 3 είναι απλά διαδικαστικά έγγραφα ,ενώ από το περιεχόμενο των με αριθμό 4 και 5 δεν προκύπτει ότι ο αιτών δεν είχε την κατοχή της θαλαμηγού την 26-4-1999. Περαιτέρω ναι μεν από το περιεχόμενο του με αριθμό 1 εγγράφου προκύπτει ότι ο αιτών παρέδωσε στις 28-2-1994 την κατοχή της θαλαμηγού στον πληρεξούσιο δικηγόρο της εταιρείας BARUTA MARINE ,αλλά συγκρινόμενο τούτο προς το περιεχόμενο των μεταγενεστέρων εγγράφων που έλαβε υπόψη του το Τριμελές Εφετείο για να απορρίψει τον προβληθέντα ισχυρισμό του αιτούντος ότι από 7-9-1993, άλλως από 28-2-1994 δεν κατείχε τη θαλαμηγό ήτοι 1) του ... εγγράφου του ΣΔΟΕ, 2) της από 26-4-1999 πορισματικής αναφοράς του ΣΔΟΕ και 3) της ... καταλογιστικής πράξης του Ε' Τελωνείου ... δεν καθιστούν φανερό σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα ότι ο αιτών δεν κατείχε την θαλαμηγό την 26-4-1999 ... . Κατά συνέπεια, οι επικαλούμενες από τον αιτούντα ως άνω νέες αποδείξεις, τόσο από μόνες τους όσο και σε συνδυασμό προς τις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προσκομισθείσες με βάση τις οποίες τούτο έκρινε ότι ο αιτών τέλεσε την προαναφερόμενη πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος δεν καθιστούν φανερό σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα ότι ο Χ είναι αθώος της πράξεως αυτής για την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27 Μαίου 2008 αίτηση του Χ για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 1548,1548α/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας κατά αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως για κατοχή λαθρεμπορεύματος επειδή από τις νέες αποδείξεις των οποίων γίνεται επίκληση δεν γίνεται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 1294/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μπρεάνο, περί αναιρέσεως της 720/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Με συγκατηγορούμενο τον .... και με πολιτικώς ενάγοντα τον ... που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 154/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε ή πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς και την απολογία των κατηγορουμένων, καθώς και από την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Όπως προέκυψε, κυρίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που κατέθεσαν μετά λόγου γνώσεως χωρίς αυτές να αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, οι δυο κατηγορούμενοι με την ιδιότητά τους ως ιδιοκτήτης και εργολάβος αντίστοιχα, ευθύνονται για τον τραυματισμό του παθόντος εργάτη, καθόσον δεν φρόντισαν να διακοπεί η παροχή της ΔΕΗ ή να μεταφερθεί το καλώδιο του ρεύματος που βρισκόταν ακριβώς επάνω από το σημείο όπου εργαζόταν ο παθών, με συνέπεια και λόγω έλλειψης οποιασδήποτε επίβλεψης και πρόνοιας, κατά την τοποθέτηση σιδεροσωλήνα 6 μέτρων, αυτός να υψωθεί τόσο όσο να αγγίξει τα ηλεκτροφόρα καλώδια και από την ηλεκτρική εκκένωση να επέλθει ο τραυματισμός. Η αμέλεια αυτή των κατηγορουμένων έπαυσε τις επόμενες ημέρες οπότε υποβλήθηκε στη ΔΕΗ η απαραίτητη αίτηση των τελευταίων, η οποία όμως έπρεπε να είχε προηγηθεί, οπότε θα είχε αποφευχθεί το ατύχημα. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξης αυτής, ενώ πρέπει ο α' κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος της α' πράξης η οποία δεν αποδείχθηκε". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, καθώς και το μη διάδικο στην παρούσα δίκη, κατηγορούμενο ... ένοχο της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχει ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν περαιτέρω ανέφικτο τον έλεγχο από τον 'Αρειο Πάγο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 314 παρ. 1 και 315 παρ. 1β του Π.Κ. και έτσι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Τούτο, γιατί, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προσδιορίζει όχι μόνο ποια συγκεκριμένα μέτρα είχε υποχρέωση να λάβει ο κατηγορούμενος, ενόψει της ιδιότητάς του αυτής του ιδιοκτήτη και εργοδότη του συγκεκριμένου κατασκευαστικού έργου, αλλά ούτε και τον κανόνα δικαίου από τον οποίο πηγάζει η υποχρέωσή του αυτή. Πράγματι, μόνη η παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι αυτός (αναιρεσείων), με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη και του εργοδότη, δεν επιμελήθηκε της διακοπής της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος ή της μεταφοράς των εναερίων ηλεκτροφόρων καλωδίων, χωρίς μάλιστα να αιτιολογείται εάν ήταν εφικτή η προσωρινή έστω διακοπή της παροχής της ηλεκτρικής ενέργειας, πολύ δε περισσότερο εάν ήταν εφικτή και η από τεχνικής πλευράς μετατόπιση των εναερίων ηλεκτροφόρων καλωδίων, λόγω της εξυπηρετήσεως από το κοινό δίκτυο και των ομόρων ακινήτων της ευρύτερης περιοχής, σε συνδυασμό και με τη μη αναφορά του κανόνα δικαίου από τον οποίο απέρρεε η υποχρέωσή του αυτή, δεν περιέχει την επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επιπρόσθετα, δεν προσδιορίζεται η συγκεκριμένη παράλειψη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, σε σχέση με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή αυτό του τραυματισμού του παθόντος εργάτη, και συγκεκριμένα εάν η παράλειψη της διακοπής της παροχής του ρεύματος, ή της μετατόπισης των εναερίων ηλεκτροφόρων καλωδίων, ήταν υποχρέωση αυτού του ιδίου ή του εργολάβου και σε περίπτωση ατομικής του ευθύνης, δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες παραλείψεις του, όπως επίσης, δεν προσδιορίζεται ποια η συγκεκριμένη παράλειψη του αναιρεσείοντος, σε σχέση με την επαφή του σιδηροσωλήνα που κρατούσε ο παθών, με τα ηλεκτροφόρα καλώδια που διέρχονταν άνωθεν της οικίας του. 'Ετσι, όμως υφίσταται ασάφεια και ελλιπής αιτιολογία, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό και στερεί την απόφαση της νόμιμης βάσης. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τη μορφή της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι ουσιαστικά βάσιμοι, και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 720/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια παρά υποχρέου (άρθρα 29 314 αρ. 1 εδ. Α΄ και 315 ΠΚ). Αναιρείται για έλλειψη ειδικής κα εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ), λόγω αντιφατικών αιτιολογιών. Παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
0
Αριθμός 1293/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (ορισθέντα με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κομπλιώνα, περί αναιρέσεως της 369/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 451/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικό δύναται να ορίσει, ότι ένα ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρεία, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη αφορώσα εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρίας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρίας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190/1920, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του Α.Κ., ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το οποίο το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Εξάλλου, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω Ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνον εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της, τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2 το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη, με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ. Σ μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (Ολ.ΑΠ 6/2006). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή, το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της, από τα άρθρα 211 και 713 του Α.Κ, προβλεπομένης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής, Ο υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση, όμως, που το διοικητικό συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρίας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασης του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του Ν. 2190/1920 να υποβάλλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή, των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 2 εδ. γ' και 46 Κ.Ποιν.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βάσιμου του αναιρετικού λόγου της υπερβάσεως εξουσίας, η ποινική δίωξη για το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, ασκήθηκε εναντίον του αναιρεσείοντος, κατόπιν της από 24 Σεπτεμβρίου 2001 εγκλήσεως της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ-ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.", που υποβλήθηκε από τον δικηγόρο Λουκά Γεωργίου Τσούτσο, χωρίς, όμως, να βεβαιώνεται στο από 10-2-2001 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, το οποίο είχε προσαρτηθεί στην έγκληση, η γνησιότητα της υπογραφής των μελών του Δ.Σ. Ενόψει τούτου, καθίσταται σαφές, ότι η επίμαχη έγκληση δεν υποβλήθηκε νομοτύπως και είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στ' Η' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει κατά παραδοχή του λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον η συγκρότηση του είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 369/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του νόμου περί επιταγών, με την επίκληση των λόγων α) της υπερβάσεως εξουσίας και β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει υπέρβαση εξουσίας από το γεγονός ότι η μήνυση υποβλήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ανώνυμης εταιρείας, ως τρίτος κα όχι ως υποκατάστατος, χωρίς να προκύπτει από το πρακτικό που προσαρτήθηκε στη μήνυση, η γνησιότητα της υπογραφής των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Αναιρεί και παραπέμπει. Παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Ανώνυμη εταιρία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1292/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 32/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας. Με συγκατηγορούμενο τον .... Το Πενταμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1827/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 3/12-1-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Πενταμελές Εφετείο Λαμίας, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την 32/2008 απόφαση, καταδίκασε τον κατηγορούμενο Χ σε κάθειρξη πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, για κατοχή ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή και υπότροπο. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ο κατηγορούμενος ήταν παρών και η απόφαση καταχωρήθηκε στο Ειδικό βιβλίο του Εφετείου Λαμίας στις 3-9-2008 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). ΙΙ. Στις 6-10-2008 ο Χ, εμφανίσθηκε στον Διευθυντή των Φυλακών και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της παραπάνω καταδικαστικής απόφασης. 'Ετσι συντάχθηκε η 107/6-10-2008 έκθεση αναίρεσης, που έλαβε αριθμό 3/2008 στο Βιβλίο αναιρέσεων του Εφετείου Λαμίας, στην οποία ως λόγος αναίρεσης αναφέρονται τα εξής: "....αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του......" (βλ. έκθεση αναίρεσης). ΙΙΙ. Η αναίρεση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 476 Κ.Π.Δ. Γιατί ασκήθηκε εκπροθέσμως, αφού δεν τηρήθηκε, η από το άρθρο 473 Κ.Π.Δ. προθεσμία, χωρίς στην έκθεση να γίνεται επίκληση οποιουδήποτε λόγου που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο, ενώ περαιτέρω σ'αυτήν δεν αναφέρεται ούτε ένας σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης. Παράλληλα πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 107/6-10-2008 αίτηση αναίρεσης, που έλαβε αριθμό 3/2008 στο βιβλίο αναιρέσεων του Εφετείου Λαμίας και ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κατά της 32/2008 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας. Και. ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 15 Δεκεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τα άρθρα 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που εκδόθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την επομένη της καταχωρίσεως αυτής καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει, στην έκθεση ασκήσεως του, τον λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του. Δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους. Διαφορετικά, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εν προκειμένω, η προσβληθείσα απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο, καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 3 Σεπτεμβρίου 2008. Εν τούτοις, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με δήλωση ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Πατρών εκπροθέσμως και συγκεκριμένα στις 6 Οκτωβρίου 2008, δηλαδή μετά την πάροδο της παραπάνω δεκαήμερης προθεσμίας για την άσκησή της. Στη σχετική έκθεση δεν αναφέρει ο αναιρεσείων κανένα λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της αναιρέσεως. Επομένως, και σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, στη μείζονα σκέψη, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η προαναφερθείσα αίτηση αναιρέσεως και, κατά το άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6 Οκτωβρίου 2008 και με αριθμό 107 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά της 32/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα. Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
Αριθμός 1289/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νικολακόπουλο, περί αναιρέσεως της 27/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.9.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1821/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η με αριθ. έκθ. 21/15-09-2008 αίτηση αναιρέσεως του ... στρέφεται κατά της 27/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών (3) μηνών για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α του ιδίου κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής, ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος, που περιέχει τη θέληση παράβασης του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό, που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή, είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας, που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βούλησης και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος κατά το άρθρο 13α του ΠΚ νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παράβασης των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από τον δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράλειψη αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ, δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ, αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παράβασης, τότε το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος, κατά την έννοια του άρθρου 259 του ΠΚ, είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Αιβ/8577/8-9-1983 υγειονομικής διατάξεως, για την ίδρυση και λειτουργία καταστήματος ή εργαστηρίου ή εργοστασίου υγειονομικού ενδιαφέροντος απαιτείται άδεια της οικείας Αστυνομικής Αρχής. Εξάλλου, με το άρθρο 11 του Ν. 2307/1995 ορίσθηκαν τα επόμενα: Για την χορήγηση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας όλων των καταστημάτων και επιχειρήσεων, οι όροι λειτουργίας των οποίων ορίζονται με υγειονομικές διατάξεις, εφαρμόζονται οι ισχύουσες κάθε φορά υγειονομικές και άλλες διατάξεις (παράγραφος 1). Οι διατάξεις του Π.Δ/τος 180/1979 "περί όρων λειτουργίας καταστημάτων πωλήσεως οινοπνευματωδών ποτών και κέντρων διασκεδάσεως", όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, εξακολουθούν να ισχύουν. Όπου στο ανωτέρω προεδρικό διάταγμα, για θέματα χορήγησης ή ανάκλησης ή αφαίρεσης αδειών ή σφράγισης των καταστημάτων αναφέρεται "Αστυνομική Αρχή" ή "Αστυνομικός Διευθυντής" ή "Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας" ή "Υπουργός Δημόσιας Τάξης" νοείται το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο.... Κατ' εξαίρεση, οι αποφάσεις για την προσωρινή αφαίρεση των αδειών λειτουργίας των ανωτέρω καταστημάτων εκδίδονται από τον Δήμαρχο ή Πρόεδρο της Κοινότητας εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τότε που πληρούνται οι αντίστοιχες νόμιμες προϋποθέσεις. Ο Δήμαρχος ή ο Πρόεδρος της κοινότητας υποχρεούται στην άμεση εκτέλεση της απόφασης. Η παράβαση των διατάξεων της παραγράφου αυτής αποτελεί σοβαρή παράβαση καθήκοντος, τιμωρούμενη κατά τις οικείες διατάξεις του Δημοτικού και κοινοτικού Κώδικα και κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα (παράγραφος 2). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, από την έναρξη ισχύος του Ν.2307/1995 η λειτουργική αρμοδιότητα των, κατά το Π.Δ/μα 180/1979 και της Αιβ/8577/8-9-1983 υγειονομικής διατάξεως, Αστυνομικών Αρχών μεταφέρθηκε, και στο μεν Δημοτικό ή Κοινοτικό συμβούλιο ανατέθηκαν αποκλειστικά εφεξής τα θέματα της α) χορήγησης, β) ανάκλησης, γ) αφαίρεσης αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας και δ) σφράγισης των καταστημάτων, στον δε Δήμαρχο ή Πρόεδρο της κοινότητας ανατέθηκε μόνο ή έκδοση αποφάσεως για την προσωρινή αφαίρεση των αδειών λειτουργίας των άνω καταστημάτων, στην οποία, εάν αυτός δεν προβεί, μολονότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, θεωρείται ότι παραβαίνει το καθήκον της υπηρεσίας. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 39 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (η οποία μπορεί γα αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου που αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως - Ολ. ΑΠ 3/1998) υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος προσδιορίζονται σ' αυτήν, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ως δήμαρχος ..., καίτοι του είχαν αποσταλεί από το AT ... τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν σε παραβάσεις των εξής καταστημάτων α) καφέ μπαρ "...", β) καφέ μπαρ "...", γ) καφέ μπαρ "...", δ) καφέ μπαρ "..." και ε) καφέ μπαρ "...", ήτοι παραβάσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος και με τα οποία εκαλείτο λόγω αρμοδιότητος να προβεί βάσει του νόμου στη σφράγιση των καταστημάτων αυτών, εκείνος δεν το έπραξε αυτό, προκειμένου να μη δημιουργήσει οικονομικό πρόβλημα στους καταστηματάρχες, οι οποίοι βέβαια συνέχιζαν να έχουν παράνομα οφέλη από τη μη σύννομη λειτουργία των ως άνω καταστημάτων. Σημειώνεται ότι το AT ... είχε υπομνήσει επανειλημμένως στον κατηγορούμενο δήμαρχο την παραπάνω υποχρέωσή του, πλην όμως ο τελευταίος εσκεμμένα παρέλειπε να εκτελέσει τη σφράγιση των εν λόγω καταστημάτων και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παράγραφος 2ε ΠΚ". Ακολούθως, το Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της προαναφερόμενης πράξεως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5,40 ευρώ ημερησίως. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά για τον σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος αυτού και τις σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα: 1) δεν καθορίζεται στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης από πού απέρρεε το καθήκον του αναιρεσείοντος για τη σφράγιση των άνω καταστημάτων, δοθέντος, όπως προεκτέθηκε, ότι στον Δήμαρχο ανατέθηκε κατά το νόμο μόνον η έκδοση απόφασης για την προσωρινή αφαίρεση των αδειών λειτουργίας των καταστημάτων, 2) δεν εκτίθεται το περιεχόμενο των άνω διαβιβασθέντων προς αυτόν από το AT ... εγγράφων, από τα οποία να προκύπτει η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να σφραγίσει τα άνω καταστήματα και 3) δεν αναφέρεται το είδος των παραβάσεων των εν λόγω καταστημάτων (θόρυβοι, καθαριότητα, κλπ). Εξαιτίας των άνω ελλείψεων, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε την απαιτούμενη από την άνω διάταξη του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι της αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 27/ 2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση καθήκοντος. Έννοια. Ίδρυση και λειτουργία καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος. Αφαίρεση άδειας λειτουργίας. Η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη μη ουσιαστική ποινική διάταξη που αποτελεί προϋπόθεση ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ασάφεια όταν δεν καθορίζεται από πού απορρέει το καθήκον για σφράγιση του καταστήματος. Ο Δήμαρχος είναι αρμόδιος μόνο για την προσωρινή αφαίρεση της άδειας του καταστήματος. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παράβαση καθήκοντος, Δήμαρχος.
0
Αριθμός 1288/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωκράτη Γοριδάρη, περί αναιρέσεως της 10261/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.9.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1615/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο μόνο του α.ν. 690/1945 παράγραφος 1 εδ. α', όπως η παράγραφος 1 τούτου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παράγραφος i του ν. 2336/1995, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 31987 1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται... . Η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της άνω διατάξεως του α.ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής, κλπ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό, που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε, με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από έθιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 10261/2008 απόφασης, που παραδεκτώς αλληλο-συμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχτηκε ανελέγκτως ότι η "κατηγορουμένη ... ήταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από το έτος 2003 έως τον Ιούλιο του έτους 2005 Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "STEAM ΑΒΕΕ- Συστήματα Ψύξης-Θέρμανσης" και εκπρόσωπος της εταιρείας στην οποία απασχολήθηκαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και οι ... και ..., που εργάζονταν στην επιχείρηση σαν εφαρμοστές... Με την παραπάνω ιδιότητά της, η κατηγορουμένη δεν κατέβαλε κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα στους παραπάνω εργαζομένους τις παρακάτω αποδοχές και χορηγίες που καθορίστηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, αφενός του άρθρου 5 παράγραφος 7 α.ν. 5397 1945 περί αδείας, του άρθρου 3 παράγραφος 16 ν. 45047 1966 περί επιδόματος αδείας και της υπ' αριθμ. 19040/1981 αποφάσεως του Υπουργείου Οικονομικών και Εργασίας "Περί χορηγήσεως επιδόματος Εορτών, Χριστουγέννων, Πάσχα", αφετέρου και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε: α) στον ..., το ποσό των 5.512,75 ευρώ, που προέρχονται από: 1) δεδουλευμένες αποδοχές ετών 2004, 2005: 3.347,34 ευρώ 2)αναδρομικά έτους 2004: 764,17 ευρώ 3) δώρο Πάσχα 2005: 103,77 ευρώ 4) επίδομα αδείας 2005: 378,67 ευρώ 5) αποζημίωση αδείας 2005: 918,80 ευρώ, ήτοι σύνολο: 5.512,75 ευρώ. Και στον ..., το ποσό των 5.444,77 ευρώ, που προέρχεται από: 1) δεδουλευμένες αποδοχές ετών 2003, 2004, 2005: 3.698,80 ευρώ, 2) δώρο Χριστουγέννων 2003: 582,38 ευρώ, 3) δώρο Πάσχα 2005: 174,14 ευρώ 4) επίδομα αδείας 2005: 461,09 ευρώ, 5) αποζημίωση αδείας 2005: 528,36 ευρώ, ήτοι σύνολο: 5.444,77 ευρώ. Τα παραπάνω ποσά είναι αυτά που προβλέπονται από τις οικείες κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας των παραπάνω ετών (από το έτος 2003 μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2005), δεδομένου ότι μεταξύ της κατηγορουμένης και της εταιρείας της αφ' ενός και των παραπάνω μισθωτών αφετέρου, συμφωνήθηκε, κατά την πρόσληψή τους, όπως και οι τρεις μάρτυρες κατηγορίας καταθέτουν, να αμείβονται οι μισθωτοί με τις νόμιμες αποδοχές, δηλαδή με τις προβλεπόμενες από τις παραπάνω κλαδικές ΣΣΕ. Η δε οφειλή των παραπάνω ποσών από την παραπάνω επιχείρηση προς τους δύο μισθωτούς, προκύπτει από τις υπεύθυνες δηλώσεις των μισθωτών, από την αναλυτική κατάσταση οφειλομένων και από τις καταθέσεις στο ακροατήριο τόσο των μισθωτών όσο και της παραπάνω υπαλλήλου της Επιθεώρησης Εργασίας (...). Όλα τα παραπάνω ποσά ήταν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά κατά τον Ιούλιο του 2005, αφού μέχρι τότε είχε παρασχεθεί η εργασία των δύο μισθωτών, κατά τα παραπάνω για τον καθέναν τους αναφερόμενα χρονικά διαστήματα". Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας και κήρυξε στη συνέχεια ένοχη την κατηγορουμένη για παράβαση του πιο πάνω ν. 690/1945, δεν παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την οποία απαιτούν τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Ειδικότερα: 1) δεν προσδιορίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας εκάστου των άνω εργαζομένων, 2) δεν προσδιορίζονται σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια ούτε στο σκεπτικό ούτε και στο διατακτικό ποιες ήταν οι τακτικές μηνιαίες ή επί άλλης βάσεως υπολογιζόμενες αποδοχές των εργαζομένων αυτών και 3) δεν καθορίζεται, εν όψει της αναφερόμενης στην απόφαση συνολικής διάρκειας εργασίας των εργαζομένων τούτων, ο χρόνος κατά τον οποίο οι μερικότερες αποδοχές έπρεπε να καταβληθούν. Εξ αιτίας των ελλείψεων αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο σχετικός περί τούτου από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 10261/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΝ 690/1945. Αποδοχές. Τι πρέπει να περιέχει η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης για παράβαση του ΑΝ 690/1945 για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής αποδοχών εργαζομένου.
2
Αριθμός 1287/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννου Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 628/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1003/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 390/17-7-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την με ημερομηνία 91/14-5-2008 αίτηση αναίρεσης του ... κατά του με αριθμ. 628/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε η με αριθμ. 12/28-12-2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 362/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Χαλκίδας σαν απαράδεκτη λόγω του ότι δεν περιεχόταν στην έκθεση της έφεσης κανείς λόγος έφεσης και εκθέτω τα παρακάτω. Από τις διατάξεις των άρθρων 482 & 1 και 476 § 1 και 2 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη 482 & 1 ΚΠΔ '' Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν α. Τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα . Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα , έστω και αν το ένδικο μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά και β. Παύει την ποινική δίωξη εναντίον του '' κατά δε την δεύτερη 476 & 1 ΚΠΔ '' Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ,η.... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....'' και 476 &2 ΚΠΔ όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 38 του Ν.3160.2003 '' Κατά την απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση ''προκύπτει ότι η άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος μπορεί να γίνει μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις και όχι εναντίον οποιουδήποτε άλλου βουλεύματος, ότι κατά του βουλεύματος που κηρύσσει σαν απαράδεκτη έφεση κατά βουλεύματος δεν προβλέπεται άσκηση αναίρεσης αφού η λέξη βούλευμα απαλείφθηκε με την γενόμενη τροποποίηση του άρθρου 38 του Ν. 3160/2003 (ΑΠ209/2005, ΑΠ 1247/2006) και ότι σε περίπτωση που ασκηθεί αναίρεση κατά βουλεύματος μη υποκειμένου σε αναίρεση το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται σαν απαράδεκτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 476&1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του άσκησε αναίρεση κατά του με αριθμ. 628/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε σαν απαράδεκτη την με αριθμ. 12/18-12-2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 362/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Χαλκίδας το οποίο τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών για απόπειρα ανθρωποκτονίας, αντίσταση κατά της αρχής, εγκατάλειψη θύματος που ο ίδιος παρέσυρε, και απλή σωματική βλάβη κατά συρροή λόγω του ότι στην έκθεση έφεσης δεν διαλαμβανόταν κανένας λόγος έφεσης. Τουτέστιν η αίτηση αναίρεσης του στρέφεται κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών μη υποκειμένου σε αναίρεση και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα εκ του λόγου αυτού και σαν τέτοια πρέπει ν' απορριφθεί και να του επιβληθούν και τα δικαστικά έξοδα. Δια ταύτα Προτείνω όπως: Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με ημερομηνία 91/14-5-2008 αίτηση αναίρεσης του ... κατά του με αριθμ. 628/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών σαν απαράδεκτη λόγω του ότι στρέφεται κατά βουλεύματος μη υποκειμένου σε αναίρεση. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στον παραπάνω. Αθήνα την 30-6-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 482 παρ. 1 και 476 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 38 και 41 παρ. 1 του Νόμου 3160/2003, η ισχύς του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 31 αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από τις 30 Ιουνίου 2003 (ΦΕΚ 165/306/2003, τεύχος Α'), συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων, από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται η άσκηση του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέως και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, καθώς και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, άσκησε αναίρεση κατά του 628/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την 12/18.12.2007 έφεση του κατά του 362/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση, αντίσταση κατά της αρχής. εγκατάλειψη θύματος που ο ίδιος παρέσυρε και απλή σωματική βλάβη κατά συρροή. Η ως άνω έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, διότι στην οικεία έκθεση δεν διαλαμβανόταν κανένας λόγος εφέσεως. Όμως, αφού η αναίρεση αυτή ασκήθηκε στις 14 Μαΐου 2008, δηλαδή μετά τις 30 Ιουνίου 2003, που άρχισε η ισχύς του Ν. 3160/2003, ήτοι ημερομηνία από την οποία μετά την κατά τα ανωτέρω επελθούσα νομοθετική μεταβολή, εξέλιπε πλέον το με το προηγούμενο νομικό καθεστώς δικαίωμα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου να ζητήσει την αναίρεση του προσβαλλόμενου 628/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα κατά βουλεύματος, το οποίο δεν προσβάλλεται με αναίρεση, αφού μ' αυτό απορρίφθηκε έφεση κατά βουλεύματος ως απαράδεκτη. Επομένως και ενόψει των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 91/2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά του 628/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα. Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση του αναιρεσείοντος.
Εφέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1285/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 614/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Απριλίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 730/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, με αριθμό 375/16-7-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 476 και 513 ΚΠΔ, την από 4-4-2008 αίτηση αναιρέσεως της ..., κατά της υπ'αριθ. 614/25-1-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεση που άσκησε κατά της υπ'αριθ. 90887/5-11-2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση επτά (7) μηνών, που μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ την ημέρα, για την πράξη της απάτης, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι, κατά γενική αρχή, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιουμένου διαδίκου ενώπιον των οριζομένων από την τελευταία οργάνων, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η κατ'εξαίρεση άσκηση αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μπορεί να γίνει μόνο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, όχι δε και εναντίον οποιασδήποτε άλλης, η οποία δεν έχει αυτόν τον χαρακτήρα (ΑΠ 266/2008, ΑΠ 311/2008), όπως είναι και η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 614/25-1-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθ. 90887/5-11-2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση επτά (7) μηνών, που μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ την ημέρα, για την πράξη της απάτης. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη από 4-4-2008 αίτηση αναιρέσεως με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 7-4-2008. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως, αφού η προσβαλλομένη απόφαση, που απέρριψε την έφεσή της ως απαράδεκτη, δεν είναι καταδικαστική. Επομένως πρέπει η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και περαιτέρω να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -------------------Π ρ ο τ ε ί ν ω:Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 4-4-2008 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας ..., κατά της υπ'αριθ. 614/25-1-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα .... Αθήνα 14 Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1 και 474 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιουμένου διαδίκου ενώπιον των οργάνων που ορίζονται από την τελευταία ως άνω διάταξη, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται να ασκηθεί η αναίρεση με δήλωση, που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μόνο αν στρέφεται εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, όχι όμως και εναντίον οποιασδήποτε άλλης, που δεν έχει αυτόν τον χαρακτήρα, όπως είναι και η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη). Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη 614/25.1.2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 90.887/5.11.2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση επτά (7) μηνών, που μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ την ημέρα, για την πράξη της απάτης. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη από 4.4.2008 αίτηση αναιρέσεως με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 7 Απριλίου 2008. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρονται παραπάνω, η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε την έφεση της ως απαράδεκτη, δεν είναι καταδικαστική. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η ως άνω αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 Κ.Π.Δ.). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 4 Απριλίου 2008 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας ..., κατά της 614/25.1.2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009 Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου χωρίς να στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως.
Εισαγγελέας Αρείου Πάγου
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
1
Αριθμός 1283/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Τζανετουλάκου, περί αναιρέσεως της 1036/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 20 Μαρτίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αίτησης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1882/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 36, 43, 57, 310 και 370 εδ' γ του ΚΠΔ προκύπτει ότι αν για την ίδια αξιόποινη πράξη ασκήθηκαν κατά του ιδίου προσώπου δύο διαδοχικές ποινικές διώξεις, κηρύσσεται απαράδεκτη η μεταγενέστερη τούτων λόγω της υφισταμένης από την άσκηση της προγενέστερης ποινικής δίωξης εκκρεμοδικίας, αποτέλεσμα της οποίας είναι η απαγόρευση της εκ νέου ποινικής δίωξης και της διεξαγωγής δύο διαδικασιών για την ίδια αξιόποινη πράξη, υπό την προϋπόθεση όμως ότι πράγματι η πρώτη ποινική δίωξη προηγείται διαδικαστικά της δεύτερης, δηλαδή έχει εισέλθει σε προχωρημένο στάδιο δικονομικής έρευνας. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων προέβαλε τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω εκκρεμοδικίας από την με αριθμ. 1828/26-9-2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ναυπλίου. Το Εφετείο επισκοπώντας την εν λόγω απόφαση, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριό του, απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό, αιτιολόγησε δε την απόρριψη του διαλαμβάνοντος στο σκεπτικό της αποφάσεώς του την αιτιολογία ότι έλειπε η απαιτούμενη για την ύπαρξη εκκρεμοδικίας, προϋπόθεση της ταυτότητας της πράξης δεδομένου ότι το χρέος για το οποίο καταδικάσθηκε με την παραπάνω απόφαση ο αναιρεσείων δεν συνέπιπτε με το χρέος της ένδικης αξιόποινης πράξης. Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόρριψης αναιτιολόγητα του παραπάνω ισχυρισμού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Απορριπτέος, ως απαράδεκτος είναι και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, αφού η τελευταία δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά απαριθμούμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. λόγους αναίρεσης. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι από 20/3/2009 πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14/11/2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 1036/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Ναυπλίου και τους από 20-3-2009 πρόσθετους λόγους αυτής. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκκρεμοδικία. Απόρριψη ως αβασίμου λόγου αναίρεσης για αναιτιολόγητη απόρριψη ισχυρισμών περί εκκρεμοδικίας και ως απαραδέκτου του δικογράφου των προσθέτων με τον οποίο αποδίδεται εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εκκρεμοδικία, Πρόσθετοι λόγοι.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1282/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 208/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αμφισσας. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αμφισσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1618/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος, αφού ανακοίνωσε ότι, όπως προκύπτει από την με αριθμό ...Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου ..., ο αναιρεσείων απεβίωσε στις 21 Νοεμβρίου 2008 και πρότεινε να γίνει δεκτή η από 15 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 370 περ. β' ΚΠΔ "η ποινική δίωξη τελειώνει....β) με την οριστική παύση της ποινικής δίωξης ..... όταν ο κατηγορούμενος έχει πεθάνει". Η διάταξη αυτή, ως γενική, εφαρμόζεται και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων ή αναιρεσίβλητος) αποβιώσει μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως και πριν την έκδοση οριστικής απόφασης επ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.208/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την παράβαση του άρθρου 8 παρ. 10 εδ. β-γ Ν.2515/1997 σε συνδ. με το άρθρο 7 παρ. 1α,β ΒΔ 29/1971, σε φυλάκιση 20 ημερών. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, ενώ από τη με αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., προκύπτει ότι ο αναιρεσείων πέθανε στις 21-11-2008, δηλαδή μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Συνεπώς, πρέπει, αφού αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 208/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του ..., για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 8 παρ. 10 εδ. α-γ Ν.2515/1997 σε συνδ. με άρθρο 7 παρ. 1α,β ΒΔ 29/1971, την οποία φέρεται ότι τέλεσε στην ..., στις .... Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρεί και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω θανάτου.
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Κατηγορούμενου θάνατος .
0
Αριθμός 1279/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαος Ζαΐρης, Νικόλαος Κωνσταντόπουλος-Εισηγητής, Παναγιώτης Ρουμπής και Κωνσταντίνος Φράγκος, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παναγόπουλο, για αναίρεση της 72936α/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1780/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, ...., με δήλωσή του, που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου (βλ. επισημείωση του γραμματέα στο φάκελο της υποθέσεως), δια του πληρεξουσίου του Θεοδώρου Παναγοπούλου, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίο είχε δοθεί σχετική εντολή με το ... πληρεξούσιο της Συμβ/φου Αθηνών Στρατηγούλας Κασκαβέλη-Πεχλιβανίδου, παραιτήθηκε από την υπ'αριθ. 112/2008 αίτηση αναιρέσεώς του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της 72.936α/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν. Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 2943/2001). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 72.936α/007 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ερήμην. Παραίτηση από αναίρεση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με δήλωση του δικηγόρου του, στον οποίο είχε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, δοθεί η σχετική εντολή. Κηρύσσει απαράδεκτη την αναίρεση.
Παραίτηση
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1277/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Χαρίλαο Βερβενιώτη και Γεώργιο Ξαπλαντέρη, περί αναιρέσεως της ΑΤ 876/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 928/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο8 παρ. 7 του Ν. 1947/1991 και άρθρ. 34 παρ. 2 του Ν. 2172/1993, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν, σύμφωνα με το άρθρο 352 του ΚΠΔ, υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο. Ανεξαρτήτως, όμως, του ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει αυτό να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο, υπέβαλε τον από 7-2-2008 αυτοτελή ισχυρισμό το περιεχόμενο του οποίου έχει ως εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 15 παρ.5 δ' του Π.Δ 70/1990 για παράβαση της οποίας κατηγορούμαι σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 2224/1994, γιατί οι εργασίες τις οποίες διαπίστωσε το ΣΩΜΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, διεξήγοντο σε ανοικτό χώρο, ήτοι στο κατάστρωμα του πλοίου και όχι σε κλειστό χώρο όπου και μόνο εφαρμόζονται τα μέτρα που προβλέπουν οι παραπάνω διατάξεις. Επομένως, κακώς ασκήθηκε δίωξη εναντίον μου και πρέπει το δικαστήριο να παύσει τη μη συννόμως ασκηθείσα δίωξη, και ότι σε περίπτωση που το δικαστήριο δεν πειστεί για το γεγονός, ότι οι εργασίες διεξήγοντο στο κατάστρωμα του πλοίου, ζητεί να αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως, προκειμένου να κληθούν τα μέλη της επιτροπής που διενήργησαν τον έλεγχο και υπέβαλαν την υπό κρίση μήνυση". Επί του αιτήματος, όμως, αυτού της αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως, για κρείσσονες αποδείξεις, για το οποίο θα πρέπει να σημειωθεί, ότι ο εισαγγελέας της έδρας, επιφυλάχθηκε να προτείνει, το δικαστήριο, δεν απάντησε. Έτσι, δημιουργήθηκε ο προαναφερόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγος αναίρεσης και πρέπει, κατά παραδοχή του να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ' αριθμό ΑΤ 876/7-2-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του ΠΔ 70/1990 (για τους κανόνες εργασίας στα ναυπηγεία), με την επίκληση των λόγων α) της απόλυτης ακυρότητας, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Υπάρχει έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, από το γεγονός ότι δεν απάντησε στο αίτημα αναβολής. Αναιρεί και παραπέμπει. Παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναβολής αίτημα, Εργασίες ναυπηγικές.
0
Αριθμός 1274/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)..., και 2)..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κωνσταντίνου, για αναίρεση της 2865/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Απριλίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 895/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι από 22-4-2008 δύο αιτήσεις των ... και ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2865/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν με αντίστοιχη δήλωση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εμπρόθεσμα, αφού η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, που απαγγέλθηκε με την παρουσία του πληρεξουσίου δικηγόρου αμφοτέρων των αναιρεσειόντων στις 22-2-2008, έχει καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, στις 2-4-2008 (βλ. σχετική σημείωση της αρμόδιας γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στην αρχή της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης. Επομένως, αφού ασκήθηκαν οι ως άνω αιτήσεις νόμιμα και παραδεκτά, πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/67, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής, ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως, ή ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10 χιλιάδων δραχμών. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων με σκοπό απόδοσης στους κατά την παράγραφο 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση (δηλαδή κατά το άρθρο 375 του ΠΚ) με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10 χιλιάδων δραχμών. Ο νέος νόμος 3346/2005 για την "Επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων", με το άρθρο 33 ορίζει ότι "Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο [εργοδοτικών], καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα δύο χιλιάδες [2000] ευρώ". Από τη διάταξη αυτή, με την οποία προβλέπεται η αποποινικοποίηση των οφειλών μικρών ποσών στα ασφαλιστικά ταμεία ή το Δημόσιο, συνάγεται ότι [α] το όριο των δύο χιλιάδων ευρώ αναφέρεται στο σύνολο της εργατικής ή εργοδοτικής εισφοράς, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικές πράξεις, [β] αν η οφειλή είναι μικρότερη, δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, και [γ] είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού δεν αρκεί η μη καταβολή ή η παρακράτηση των άνω εισφορών, αλλά απαιτείται προσθέτως η οφειλή να υπερβαίνει το ποσό των 2.000 ευρώ, και επομένως, ενόψει της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, εφαρμόζεται και στις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την 17.6.2005, όταν άρχισε η ισχύ του άνω άρθρου, και [δ] όταν πρόκειται για οφειλές περισσότερες του ενός μηνός, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των οφειλόμενων εισφορών, κατά το άρθρο 98 παρ. 2 του ΠΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του 11Κ "αν περισσότερες από μια πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το Δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή' για την επιμέτρησή της το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχειρίσεως του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνονται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το Δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στο δράστη συνολική ποινή, να επιβάλλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος. Συνεπώς, η καθεμιά από τις μερικότερες πράξεις, που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, διατηρεί την αυτοτέλειά της. 0 χρόνος δε τελέσεως εκάστης των μερικότερων πράξεων αποτελεί, σύμφωνα μα τη διάταξη του άρθρου 17 ΠΚ, πραγματικό περιστατικό και για το λόγο αυτόν υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο έχει τη δυνατότητα να καθορίσει χρόνο τελέσεως εκάστης εξ αυτών διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο κλητήριο θέσπισμα ή το παραπεμπτικό βούλευμα, μόνο εάν η μεταβολή αυτή δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως ή δεν αποκλείει την παραγραφή. Τέλος, από τις περί ασκήσεως της ποινικής διώξεως διατάξεις των άρθρων 27 επ., 43 και 49 του Κ.Ποιν.Δ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 57 επ., 246 επ., 250 και 321 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο μπορούν να αποφαίνονται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε για κάποια άλλη, έστω και συναφή, γιατί διαφορετικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Ποιν.Δ. Όταν δε η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε να δικασθεί, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές συνθήκες, ώστε να αποτελεί νέο έγκλημα, αντικειμενικά διαφορετικό, υφίσταται μεταβολή κατηγορίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510, παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ για απόλυτη ακυρότητα (βλ. ΑΠ 2368/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση όλων των εγγράφων της δικογραφίας, ασκήθηκε κατ' αμφοτέρων των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων ποινική δίωξη, για μη έγκαιρη καταβολή, εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, προς το ΙΚΑ κατ' εξακολούθηση για την οποία και παραπέμφθηκαν να δικασθούν, με την πρωτόδικη δε υπ' αριθμ. 14367/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καταδικάσθηκαν καθένας των αναιρεσειόντων σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, που μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, καθορίζοντας για κάθε ημέρα φυλάκισης το ποσό των πέντε (5) ευρώ, και επιπλέον σε συνολική χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ. Κατά της τελευταίας απόφασης άσκησαν οι αναιρεσείοντες τις από 29-3-2007 εφέσεις επί των οποίων επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, μετά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού των τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων περί του ανεγκλήτου της πράξης τους και την παραδοχή του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ' του ΠΚ στο πρόσωπο των κατηγορουμένων, κήρυξε και πάλι ενόχους τους δύο κατηγορουμένους και επέβαλε στον καθένα από αυτούς ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών που μετέτρεψε σε χρηματική, προς πέντε (5) ευρώ την καθεμία ημέρα. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενη απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ως προς την ενοχή των αναιρεσειόντων, ότι αποδείχθηκε ότι "οι κατηγορούμενοι στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 1-2-2005, ως εργοδότες της επιχείρησης οικοδομοτεχνικού έργου με την επωνυμία "MODULUS ΕΠΙΠΛΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ ΑΕ" και δη ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ο πρώτος και ως αντιπρόεδρος του ΔΣ της εν λόγω ανώνυμης εταιρίας ο δεύτερος, έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 1-5-2002 έως 31-12-2004, στην επιχείρησή τους προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή που ασφαλίζονταν στο ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ), προς το οποίο έπρεπε να καταβάλουν για την ασφάλιση του προσωπικού τις παραπάνω εισφορές (μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία) δεν κατέβαλαν στον άνω Οργανισμό ασφαλιστικές εισφορές ύψους 11.908,84 ευρώ, για τις οποίες συντάχθηκε η ΠΕΕ 298, 299 και 300/2005, ποσό από το οποίο 7.939,23 ευρώ αφορούσε βαρύνουσες τους ίδιους (εργοδοτικές) εισφορές, που δεν τις κατέβαλαν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές, ενώ το ποσό των 3.969,61 ευρώ αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων στην επιχείρησή τους (εργατικές), τις οποίες παρακράτησαν με σκοπό να τις αποδώσουν στον άνω Οργανισμό και δεν τις κατέβαλαν μέσα στο μήνα στον οποίο έγιναν απαιτητές, γενόμενοι με τον τρόπο τούτο υπαίτιοι για υπεξαίρεση του ποσού αυτού....". Όπως όμως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 3905/3-8-2006 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, που παραδεκτώς επισκοπείται, η ποινική δίωξη σε βάρος αμφοτέρων των αναιρεσειόντων (και του συγκατηγορουμένου τους ..., που κηρύχθηκε αθώος με την πρωτόδικη απόφαση) και παραπέμφθηκαν να δικαστούν α)για μη καταβολή εργοδοτικών εισφορών ύψους 5721,50 ευρώ και β) για υπεξαίρεση εργατικών εισφορών ύψους 2.860,75 ευρώ, δηλαδή για μη καταβολή συνολικών εισφορών ύψους 8.582,25 ευρώ, οι οφειλές δε αυτές αφορούσαν εργαζομένους τους κατά τη χρονική περίοδο από το Μάϊο του 2002 έως το Δεκέμβριο του 2004, δηλαδή για χρονικό διάστημα συνολικά 32 μηνών. Δηλονότι οι αναιρεσείοντες με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάσθηκαν για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ επιπλέον των διαλαμβανομένων στο κλητήριο θέσπισμα, που αφορούσαν άλλη ΠΕΕ, για την οποία δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη. Έτσι, όμως επήλθε μεταβολή της κατηγορίας ως προς την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των αναιρεσειόντων, από άποψη των μερικοτέρων πράξεων που αποδόθηκαν σ' αυτούς και του ύψους των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ, με αποτέλεσμα η μεταβολή αυτή να επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως. Η μεταβολή δε αυτή της κατηγορίας είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην νομική σκέψη, ανεπίτρεπτη και κατά συνέπεια επήλθε στην προκειμένη περίπτωση απόλυτη, κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ ακυρότητα. Κατ' ακολουθίαν, λοιπόν τούτων πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ δεύτερου λόγου αναίρεσης των κρινομένων αιτήσεων, ενώ παρέλκει μετά ταύτα η εξέταση των λοιπών λόγων αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2865/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ασφαλιστικές εισφορές. Καταδίκη αναιρεσειόντων για μη εμπρόθεσμη καταβολή τέτοιων εισφορών. Μεταβολή κατηγορίας από Δικαστήριο ουσίας. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Λόγος αναίρεσης κατ' άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α ΚΠΔ. Παραδοχή αυτού ως βασίμου και αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για το λόγο αυτό και παραπομπή υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο της ουσίας για νέα συζήτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Κατηγορίας μεταβολή.
2
Αριθμός 1273/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 6707/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1 που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Μαυροκέφαλο, 2) Χ2 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Αφένδρα και 3) Χ3 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βωβό και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Αναγνώστου. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 67/16.12.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1980/2008 Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων και του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το αρ. 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του αρ. 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του αρθ. 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της, από τα άρθρα. 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 τη ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από τον άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν, ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) και το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 6707/2008 απόφαση, και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, κήρυξε με αυτή αθώους τους κατηγορούμενους, 1) Χ1 2) Χ2 και 3)Χ3 των πράξεων της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και της ψευδορκίας μάρτυρα, όσον αφορά τον πρώτο και της ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις και της χρήσης ψευδούς βεβαιώσεως από κοινού, όσον αφορά τους δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Ο πρώτος των κατηγορουμένων Χ1 ιατρός, Επιμελητής Α' του Ψυχιατρικού Τμήματος του Π.Γ.Ν.Α. "...", συνέταξε και εξέδωσε το από ... πιστοποιητικό νοσηλείας της ασθενούς - ήδη θανούσης - Θ1 στο οποίο βεβαίωνε ότι η ανωτέρω, εξετασθείσα υπ' αυτού στα εξωτερικά ιατρεία του ψυχιατρικού τομέα του ως άνω Νοσοκομείου στις 24-4-2000 και 22-12-2000, βρέθηκε πάσχουσα από χρόνιο οργανικό ψυχοσύνδρομο (νόσος Alzheimer) και εκ του λόγου τούτου έχρηζε καθημερινής παροχής υπηρεσιών από άλλο πρόσωπο, λόγω εκτεταμένης νοητικής έκπτωσης. Ακολούθως ο ανωτέρω κατηγορούμενος στις ... συνέταξε και εξέδωσε το από ... πιστοποιητικό νοσηλείας στο οποίο και πάλι βεβαίωνε η ανωτέρω ασθενής - που απεβίωσε στις ... - εξετασθείσα ως άνω, έπασχε από μεγάλη έκπτωση της πρόσφατης και άμεσης μνήμης, διαταραγμένη οπτικοχρική λειτουργία, κατασκευαστική απραξία, μη αναγνώριση αντικειμένων καθημερινής χρήσης, ήτοι διαγνώστηκε με μεγάλη βεβαιότητα, προχωρημένη κατάσταση άνοιας (νόσος Alzheimer) η οποία είχε αρχίσει από αρκετά έτη πριν και μετά σχετικής βεβαιότητας πιθανολογείτο ότι η ασθενής δεν είχε ακέραιες τις πνευματικές της δυνάμεις ήδη από το έτος 1997, ευρισκόμενη κατά την πρώτη ημέρα της πρώτης εξέτασης (24-4-2000) στο στάδιο 6 από τα 7 που χαρακτηρίζουν την εν λόγω νόσο. Τα όσα ο κατηγορούμενος ιατρός διέλαβε στο από ... πιστοποιητικό νοσηλείας και στο από ...επίσης πιστοποιητικό νοσηλείας, σχετικά με την ψυχική και διανοητική υγεία της ασθενούς Θ1 , είναι αληθή και αποτυπώνουν τη διαγνωστική του κρίση μετά την εξέταση της ασθενούς, ανεξαρτήτως του χώρου που αυτή πραγματοποιήθηκε. Η διαγνωστική αυτή κρίση του κατηγορουμένου ιατρού, δεν αφίσταται της αληθείας περί της πραγματικής κατάστασης της υγείας της ανωτέρω ασθενούς καθόσον: 1) αιτία θανάτου αυτής στις ..., ήταν και η νόσος Alzheimer (βλέπε σχετική ληξιαρχική πράξη θανάτου), 2) νοσηλεύτηκε η ασθενής από 5-2-1990 μέχρι 21-2-1990 και από 27-5-1997 έως και 3-6-1997 στην Γ' παθολογική κλινική του νοσοκομείου "...", με διάγνωση "Αρτηριοσκληρωτική εγκεφαλοπάθεια με διαταραχή πρόσφατης μνήμης και εκλεκτική αμνησία, στένωση αγγείων τραχήλου, έχει ανάγκη συνεχούς ιατρικής επίβλεψης και ελεγχόμενης δραστηριότητας" (βλέπε αριθμ. ... πιστοποιητικό Νοσηλείας υπογεγραμμένο από τον ιατρό ..., Διευθυντή Γ' Παθ. Τμ.) και 3) στο με ημερομηνία ... "ΕΝΤΥΠΟ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ" του νοσοκομείου "..." ως αιτιολογία αναφέρεται "Διαταραχή μνήμης", ως σωματικό πρόβλημα "Επεισοδιο απωλείας συνείδησης προ 2 ημερών και ως διάγνωση "Η ασθενής εδώ και ένα χρόνο περίπου (ίσως περισσότερο λόγω ασάφειας στις πληροφορίες) παρουσιάζει διαταραχές κνήμης που αφορά κυρίως τα πρόσφατα γεγονότα ενώ εκλεκτικά ξεχνά την "ταυτότητα" προσώπων και προσποιείται πως τους θυμάται". Αποδείχτηκε συνεπώς ότι η ανωτέρω ασθενής τουλάχιστον από το έτος 1997, παρουσίαζε διαταραχές μνήμης, με την προπαρατεθείσα εξελικτική πορεία και μία εκ των αιτιών θανάτου της, στις ... τη νόσο Alzheimer, η οποία ούτε αιφνίδια ήταν, ούτε και μικρής διάρκειας, γεγονός που επιβεβαίωσαν και οι μάρτυρες ιατροί. Το γεγονός δε, ότι η ανωτέρω ασθενής να είχε και φωτεινά διαλείμματα και ολίγον χρόνον πριν το θάνατό της, δεν σημαίνει ότι αυτή δεν έπασχε από τη νόσο Alzheimer, γι'αυτόν άλλωστε το λόγο και η εξετασθείσα μάρτυρας ... συμβολαιογράφος, απέτρεπε τον πελάτη της ... να αγοράσει ακίνητο από την Θ1 το 1998, γιατί όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε "Δεν έκανα το συμβόλαιο γιατί δεν ήταν σε θέση να καταλάβει. Αρνήθηκα να κάνω τα συμβόλαια". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, τα όσα διέλαβε ο 1ος των κατηγορουμένων στα προαναφερθέντα πιστοποιητικά νοσηλείας ήσαν αληθή και αποτύπωναν κατά την επιστημονική του κρίση την κατάσταση της υγείας της ασθενούς της, όπως αυτή προέκυπτε από την εξέταση που έκανε σε αυτήν. Το αυτό αληθή ήσαν και τα όσα ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση των υπ' αριθμ. 8634/2003 και 8626/2003 αγωγών. Επομένως ο 1ος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος των αποδιδομένων σ'αυτόν πράξεων. Ομοίως αθώοι πρέπει να κηρυχθούν και οι 2ος και 3η των κατηγορουμένων καθόσον τα ως άνω πιστοποιητικά νοσηλείας που προσκόμισαν κατά την εκδίκαση των ως άνω αγωγών ήσαν αληθή και αποτύπωναν την πραγματική κατάσταση της υγείας της Θ1 (χρήση ψευδούς βεβαίωσης), ενώ τα όσα ο πρώτος κατηγορούμενος διέλαβε στα ως άνω πιστοποιητικά νοσηλείας ήταν αληθή και τα διέλαβε χωρίς την οποιαδήποτε προτροπή παρακίνηση ή πειθώ των 2ου και 3ου των κατηγορουμένων. Όμως, το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του για την απαλλαγή των αναιρεσιβλήτων, έλαβε υπόψη του αμέσως και ευθέως, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, α) το υπ' αριθμό πρωτ. ... πιστοποιητικό νοσηλείας του Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου Αθηνών "...", που υπογράφεται από τον Διευθυντή του Γ' Παθολογικού Τμήματος ..., και β) το από ... έντυπο Συμβουλευτικής Ψυχιατρικής Εκτίμησης του ως άνω Θεραπευτηρίου, τα οποία όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και από το αιτιολογικό της ίδιας απόφασης, δεν προκύπτει ότι τα πιο πάνω έγγραφα προέκυψαν από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ώστε να θεωρηθεί, ότι αυτά απλώς διαλαμβάνονται ιστορικά. Έτσι, όμως, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το βάσιμο σχετικό από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Α του ΚΠΔ, δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα για τον έτερο λόγο της αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 6707/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών . Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά απαλλακτικής αποφάσεως για ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, ψευδορκία μάρτυρα, ηθική αυτουργία κλπ, με την επίκληση των λόγων α) της απόλυτης ακυρότητας και β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει ακυρότητα για τι έλαβε υπόψη του έγραφα τα οποία δεν αναγνώστηκαν. Αναιρεί και παραπέμπει.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ηθική αυτουργία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Ψευδορκία μάρτυρα, Ψευδής βεβαίωση, Απόφαση αθωωτική.
1
Αριθμός 1270/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 2172/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1058/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και της διατάξεως του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι "από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Ενόψει της διακρίσεως αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποίο από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του άρθρου 79 του ΠΚ, περί επιμετρήσεως της ποινής και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ, Ε του ΚΠοινΔ. Στο άρθρο 79 του ΠΚ ορίζεται ότι 1) κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί ... 2. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο αποβλέπει, α)στη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) στη φύση, στο είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης σε όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του, γ) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειας του υπαιτίου. Ενόψει αυτών, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, το δε είδος της αμέλειας που τελικά δέχεται το δικαστήριο, επηρεάζει τη δικαστική επιμέτρηση της επιβλητέας ποινής. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκοπούμενη με αριθ. 543/2008 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία εκδόθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως του, για ανθρωποκτονία από αμέλεια, καταδικασθέντος, με την προηγούμενη επίσης επισκοπούμενη με αριθ. 286/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και νυν αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ιατρού, προκύπτουν τα παρακάτω. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ιατρός κηρύχθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια της συζύγου του μηνυτή ΑΑ, τελεσθείσας στις 15-5-2000, κατά την υπ'αυτού ενεργηθείσα με τη μέθοδο της λαπαροσκοπήσεως χειρουργική επέμβαση στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ και καταδικάσθηκε με την πιο πάνω 286/2007 απόφαση σε ποινή φυλακίσεως 20 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως εκ μέρους του καταδικασθέντος, εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία δέχθηκε συνδρομή ασαφειών και αντιφάσεων στο αιτιολογικό και στο διατακτικό και δη ότι στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου της εγχειρισθείσας ασθενούς από την αμελή συμπεριφορά του κατηγορούμενου ιατρού, υπάρχει μεν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το κεφάλαιο της ενοχής, αλλά στο μεν αιτιολογικό δέχεται συνδρομή τόσον χωρίς συνείδηση, όσο και με συνείδηση αμελείας, στο δε διατακτικό δέχεται συνδρομή αμέλειας χωρίς συνείδηση και έτσι, επειδή δεν καθίστατο φανερό ποίο από τα δύο είδη αμελείας δέχθηκε τελικά το δικαστήριο, στερουμένης της προσβαλλόμενης αποφάσεως νομίμου βάσεως, ως προς την επιμέτρηση μόνο της ποινής, έγινε δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως και απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ιδίου Κώδικα λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή. Έτσι ο Άρειος Πάγος, με την παραπάνω απόφασή του, σαφώς αμετάκλητα αποφάνθηκε περί του ζητήματος της ενοχής και της συνδρομής της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 302 του ΠΚ και αναίρεσε την προσβληθείσα απόφαση κατά ένα μέρος, και συγκεκριμένα μόνο ως προς την επιβληθείσα ποινή, επηρεαζόμενη στην επιμέτρηση, κατ'άρθρον 79 παρ.1,2 του ΠΚ, για την εκτίμηση της βαρύτητας του άνω εγκλήματος, από το είδος και το βαθμό της αμέλειας του κατηγορουμένου, ζήτημα για το οποίο και μόνο ρητά παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο. (βλ. αιτιολογικό και διατακτικό της 543/2008 αποφάσεως). Γενομένης ήδη νέας συζητήσεως της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της εκδοθείσας και προσβαλλόμενης νέας με αριθ. 2172/2008 αποφάσεως, το δευτεροβάθμιο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω: Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 15.5.2000, η ΑΑ, η οποία έπασχε από χολολιθίαση μετέβη στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης, όπου συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο, του επέδειξε κάποιες εργαστηριακές εξετάσεις που έφερε μαζί της και αφού υποβλήθηκε στο νοσοκομείο και σε επί πλέον εξετάσεις καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου, της προτάθηκε από τον τελευταίο να εισαχθεί στο νοσοκομείο την 18.5.2000 προκειμένου να υποβληθεί σε χολοκυστεκτομή με τη μέθοδο της λαπαροσκόπησης. Την πρόταση του κατηγορουμένου αποδέχθηκε η ως άνω ασθενής, συμφώνησε δε με την υπόδειξη του γιατρού και ο σύζυγος της ασθενούς ΒΒ, ο οποίος τη συνόδευε στη συνάντησή της με τον κατηγορούμενο. Την 18.5.2000 η ασθενής εισήχθη στο νοσοκομείο και αφού είχαν ελεχθεί οι προεγχειρητικές εξετάσεις, οι οποίες έδειχναν ότι μπορούσε-να υποβληθεί στη σχετική επέμβαση, περί ώρα 11.30 οδηγήθηκε στο χειρουργείο. Της χορηγήθηκε γενική αναισθησία και διασωληνώθηκε από την αναισθησιολόγο ΓΓ, προκειμένου να ακολουθήσει η εγχείρηση. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος εισήγαγε ένα λεπτό καθρεπτάκι (βελόνη verres) στην περιτοναϊκή κοιλότητα, προκειμένου να εμφυσήσει αέρα στην κοιλιά της ασθενούς ώστε να καταστεί εφικτή η εισαγωγή του λαπαροσκοπίου και μετά τοποθέτησε το πρώτο trocar στη θέση του και εισήγαγε το λαπαροσκόπιο στην κοιλιά της ασθενούς περί ώρα 12.45' περίπου, ενώ περί ώρα 12.48' προέβη στην τοποθέτηση του δεύτερου trocar. Κατά την εισαγωγή όμως και τοποθέτηση του πρώτου trocar ο κατηγορούμενος, ενώ όφειλε και μπορούσε να καταβάλει τη δέουσα προσοχή ώστε να μη βλάψει κάποιο μεγάλο αγγείο της κοιλιακής χώρας, όπως η αορτή, όπως θα έπραττε κάθε μετρίως ευσυνείδητος χειρουργός που διενεργεί λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτός (κατηγορούμενος) είχε τη σχετική εμπειρία αφού μέχρι τότε είχε διενεργήσει περί τις τριακόσιες παρόμοιες χειρουργικές επεμβάσεις, από έλλειψη της προσοχής που μπορούσε και όφειλε να καταβάλει δεν εκτέλεσε τον κατάλληλο χειρισμό, αλλά εισήγαγε το trocar χωρίς προσοχή, βίαια και με αδέξιο χειρισμό στην κοιλιά της ασθενούς, με συνέπεια να προκαλέσει σ' αυτήν διπλή τρώση (διάτρηση) της κοιλιακής αορτής στην περιοχή του διχασμού των λαγονίων, διαμέτρου 3-4 χιλιοστών του μέτρου, με συνέπεια να προκληθεί περιτοναϊκή αιμορραγία στο σημείο αυτό. Περί ώρα 12.48' η ανωτέρω αναισθησιολόγος διαπίστωσε ραγδαία πτώση της αρτηριακής πίεσης της ασθενούς, η οποία μάλιστα σε χρονικό διάστημα 70" έπεσε από το 130 στο 30, καθώς και αύξηση των σφιγμών, που είναι επακόλουθο της πτώσης της πίεσης. Η αναισθησιολόγος ενημέρωσε για την κατάσταση αυτή τον κατηγορούμενο και μαζί με τον αναισθησιολόγο ΔΔ τον διαβεβαίωσαν ότι η πτώση της πίεσης δεν οφείλεται σε αναισθησιολογικούς λόγους. Ο κατηγορούμενος όμως από έλλειψη και πάλι της προσοχής που όφειλε και μπορούσε λόγω της προαναφερομένης καταστάσεώς του να καταβάλει καίτοι η αρτηριακή πίεση δεν ανέβαινε παρά τη χορήγηση γουϊαμίνης, υγρών και αδρεναλίνης, δεν προέβλεψε ότι η ως άνω επιπλοκή (πτώση αρτηριακής πίεσης), μπορεί να οφείλεται σε μεγάλη απώλεια αίματος και εξ αιτίας της μη προβλέψεως αυτής δεν ζήτησε να γίνει αμέσως έλεγχος του αιματοκρίτη, έλεγχος που έγινε με καθυστέρηση 11' λεπτών περί ώρα 12.59', ούτε προέβη εγκαίρως στη διάνοιξη της κοιλίας της ασθενούς για έλεγχο των εσωτερικών οργάνων, μήπως αυτά είχαν ενδεχομένως υποστεί τρώση που προκαλούσε μεγάλης έντασης αιμορραγία, αλλά προέβη στη διάνοιξη της κοιλίας της ασθενούς περί ώρα 12.59', όταν διαπιστώθηκε πτώση του αιματοκρίτη από 42% που ήταν προεγχειρητικά στο 15,4%. Η οφειλόμενη στην έλλειψη της προσοχής καθυστερημένη από τον κατηγορούμενο εντολή για έλεγχο του αιματοκρίτη και η επίσης καθυστερημένη διάνοιξη της κοιλίας της ασθενούς είχαν ως συνέπεια την απώλεια τριών (3) λίτρων αίματος, να καταλήξει άσφυγμος και κενή εξ αιτίας της απώλειας αυτής η αορτή και να προκληθεί καρδιακή ανακοπή στην ασθενή εξ αιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατός της περί ώρα 23.03' της ίδια ημέρας, αφού η καθυστερημένη εκτέλεση των επιβαλλομένων ενεργειών από τον κατηγορούμενο είχε ως συνέπεια να μείνει η καρδιά χωρίς οξυγόνο, συνυπολογιζομένου και του χρόνου που χρειάσθηκε για τη συρραφή της τροθείσας αορτής, για χρόνο 28' συνολικά και εξ αιτίας της ελλείψεως αυτής του οξυγόνου να αποκατασταθεί μεν προσωρινά ο ρυθμός της όχι όμως και η μηχανική λειτουργία της καθώς είχαν επέλθει μη αναστρέψιμες βλάβες του εγκεφάλου, από τον οποίο δίδεται η εντολή για λειτουργία όλων των οργάνων του ανθρωπίνου σώματος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο θάνατος της ως άνω ασθενούς για τον οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος με την 286/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία δεν αναιρέθηκε με την 543/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως προς την περί ενοχής διάταξή της, οφείλεται στην άνευ συνειδήσεως ανωτέρω αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο, ένοχο, του ότι: "Στη ..., στις 18 Μαΐου 2000, από αμέλειά του, δηλαδή έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξεώς του και επέφερε το θάνατο άλλου, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος αυτού, συγκεκριμένα δε ως ιατρός χειρουργός, εργαζόμενος στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης, ανέλαβε, με τους ΕΕ και ΣΤ, ως ιατρούς, ειδικευόμενους χειρουργούς, καθώς και τον ΔΔ, ως ιατρό αναισθησιολόγο, εργαζόμενους επίσης στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης, να διενεργήσουν χειρουργική επέμβαση με τη μέθοδο της λαπαροσκόπησης στην ασθενή ΑΑ, η οποία έπασχε από χολολιθίαση, προέβη όμως στην επέμβαση αυτή κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης του και δεν ενήργησε σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, με αποτέλεσμα οι πράξεις και οι παραλείψεις του να προκαλέσουν το θάνατο της ασθενούς αν και, ως ιατρός που ανέλαβε τη διενέργεια της ως άνω χειρουργικής επέμβασης, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε όλες τις αντικειμενικώς επιβαλλόμενες εκ της ιδιότητος του ενέργειες που θα εμπόδιζαν την επέλευση του θανάτου της, ειδικότερα δε, περί ώρα 11.30 της 18-5-2000 η ασθενής ΑΑ, η οποία είχε προγραμματιστεί απ' αυτόν (κατηγορούμενο) να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση λαπαροσκοπικής χολοκυστεκτομής, οδηγήθηκε στο χειρουργείο του ως άνω νοσοκομείου, όπου της χορηγήθηκε γενική αναισθησία και διασωληνώθηκε, προκειμένου να ξεκινήσει η χειρουργική επέμβαση, στη συνέχεια δε εισήγαγε ένα λεπτό καθετηράκι (βελόνη verres) στην περιτοναϊκή κοιλότητα, προκειμένου να διενεργηθούν οι δοκιμασίες "σταγόνες" και αναρροφήσεις, να γίνει εμφύσηση αερίου στην κοιλιά και να εισαχθεί το λαπαροσκόπιο στην κοιλιά της ασθενούς, στη συνέχεια ο ίδιος (κατηγορούμενος) τοποθέτησε το πρώτο trocar στη θέση του, εισήγαγε το λαπαροσκόπιο στην κοιλία της ως άνω ασθενούς και προέβη στην τοποθέτηση του δευτέρου trocar (εργασίας), κατά την εισαγωγή όμως του ως άνω πρώτου trocar δεν εκτέλεσε τον ορθό χειρισμό, ενώ όφειλε και μπορούσε να καταβάλει τη μέγιστη προσοχή και να εισαγάγει αυτό χωρίς να βλάψει κάποιο μεγάλο αγγείο της κοιλίας και δη την κοιλιακή αορτή, όπως θα έπραττε κάθε μετρίως ευσυνείδητος χειρουργός που διενεργεί λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή, αντ' αυτού όμως εισήγαγε χωρίς προσοχή, βίαια και με αδέξιο χειρισμό το πρώτο trocar στην κοιλία της ασθενούς, με συνέπεια να προκαλέσει σ' αυτήν διπλή τρώση (διάτρηση) της αορτής στην περιοχή του διχασμού των λαγονίων, διαμέτρου 3-4 χιλιοστών του μέτρου, με αποτέλεσμα να επέλθει περιτοναϊκή αιμορραγία στο σημείο τούτο, συνέχισε δε την επέμβαση χωρίς να ελέγξει επισταμένως την κατάσταση των εσωτερικών οργάνων της ασθενούς, μέσω της ειδικής οθόνης, ως όφειλε να πράξει, και χωρίς να εκτιμήσει με προσοχή τα συμπτώματα που εμφάνιζε η ασθενής με αποτέλεσμα να μη αντιληφθεί εγκαίρως την ύπαρξη της αιμορραγίας και τη συνεχή εκροή αίματος στην περιτοναϊκή κοιλότητα, πράγμα που θα μπορούσε να αντιληφθεί αμέσως, εάν έλεγχε επισταμένως την οθόνη λαπαροσκόπησης και εκτιμούσε τα συμπτώματα που παρουσίασε η ασθενής, όπως θα εκτεθούν ακολούθως, συνεχίστηκε δε η διαδικασία μέχρι του σημείου εισαγωγής του δευτέρου trocar (εργασίας), οπότε και η αρτηριακή πίεση της ασθενούς, εξαιτίας της αιμορραγίας που προκλήθηκε από την τρώση της αορτής, κατήλθε ραγδαία, αφού από τα 130/80 mmHg έπεσε στα 30/10 mmHg σε χρονικό διάστημα εβδομήντα (70) δευτερολέπτων, επιπλέον δε η ασθενής παρουσίασε ταχυκαρδία, πτώση του αιματοκρίτη στο 15,4% από 42% που ήταν προεγχειρητικά και συνεχιζόμενη πτώση της αρτηριακής πίεσης, παρά τη χορήγηση μεγάλων ποσοτήτων αδρεναλίνης και μυδρίαση στις κόρες των οφθαλμών, συμπτώματα που ορθά κατά τα κοινώς παραδεδεγμένα εκτιμώμενα μαρτυρούν την μεγάλη απώλεια αίματος, με συνέπεια μέχρι να προβεί στη διάνοιξη της περιτοναϊκής κοιλότητας της ασθενούς και στη συνέχεια να γίνει από τον ειδικό αγγειοχειρουργό αποκλεισμός της αορτής και συρραφή των οπών, να διαδράμει ιδιαίτερα μεγάλος χρόνος, να σημειωθεί μεγάλη εκροή αίματος, αφού η αορτή κατέληξε άσφυγμος και κενή, ενώ αυτός, δηλαδή ο κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να ενεργήσει αμέσως τη διάνοιξη της κοιλίας, καθόσον, πέραν από την καθυστέρηση περί τα 11 λεπτά να προβεί στη διάνοιξη της περιτοναϊκής κοιλότητας, παρά το γεγονός ότι όλα τα ως άνω συμπτώματα καταδείκνυαν την ύπαρξη μεγάλης αιμορραγίας και σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας όφειλε να προβεί αμέσως στη διάνοιξη της περιτοναϊκής κοιλότητας, η ενέργεια του δε να εισαγάγει το πρώτο trocar κατά τρόπο που προκάλεσε διάτρηση της αορτής, καθώς και η παράλειψή του να ενεργήσει αμέσως τη διάνοιξη της περιτοναϊκής κοιλότητας της ασθενούς, δοθέντος ότι η κατάστασή της μαρτυρούσε ότι υπήρχε περιτοναϊκή αιμορραγία, αλλά αντιθέτως αυτός το έπραξε με μεγάλη καθυστέρηση 11 λεπτών, είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί μεγάλη βλάβη η αορτή, να εκρεύσει πολύ γρήγορα μεγάλη ποσότητα αίματος, συνεπεία δε του γεγονότος αυτού η ασθενής υπέστη ανακοπή καρδιάς, εξαιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατός της την 23.05' ώρα της ίδιας ημέρας, καθόσον η καθυστέρηση της ως άνω επιβαλλόμενης ενέργειας είχε ως αποτέλεσμα η καρδιά να μείνει χωρίς οξυγόνο (ανοξαιμία) για χρονικό διάστημα 28 λεπτών, με αποτέλεσμα να αποκατασταθούν μεν στην συνέχεια οι ρυθμοί της, όχι όμως και η μηχανική λειτουργία αυτής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε σαφώς τη συνδρομή "άνευ συνειδήσεως αμέλεια" του κατηγορουμένου ιατρού, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού και του διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, συνάγεται, επαρκώς και πλήρως και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογείται η συνδρομή της άνευ συνειδήσεως αμέλειας. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 99 του ΠΚ, κατά την οποία "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δε μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη ...", συνάγεται με σαφήνεια, ότι ο χρόνος ενάρξεως της αναστολής της ποινής που επιβάλλεται από το δικαστήριο, δεν μπορεί να είναι διαφορετικός, από εκείνον της επιβολής της και ότι το αίτημα του κατηγορούμενου για την έναρξη της αναστολής σε χρόνο διαφορετικό, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο. Ούτε μπορεί να γίνει λόγος, για δυσμενέστερη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μεταχείριση του κατηγορούμενου, όταν είχε ανασταλεί η εκτέλεση της επιβληθείσης ποινής με την πρωτόδικη ή και με την αναιρεθείσα απόφαση, και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού αναιρέθηκε η προηγούμενη διάταξη περί ποινής συμπαρασυρομένης και της αναστολής αυτής, ορθά επιβάλλει νέα ποινή, την εκτέλεση της οποίας επίσης ορθά αναστέλλει εκ νέου, με διαφορετικό όμως χρόνο (μεταγενέστερο) ενάρξεως της αναστολής, δηλαδή από της επιβολής της νέας ποινής. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της πρωτόδικης με αριθμό 17323/2003 αποφάσεως και της αναιρεθείσας προηγουμένως με αριθ. 286/2007 αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, παραδεκτά επισκοπούμενα κατά την έρευνα της βασιμότητας των λόγων της αναιρέσεως προκύπτει, ότι το δικαστήριο και στους δύο βαθμούς είχε αναστείλει την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή επί τριετία, ενώ από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αριθ. 2172/2008 αποφάσεως προκύπτει, ότι μετά την επιβολή της μικρότερης, κατά δύο μήνες από την προηγούμενη, ποινής φυλακίσεως των 18 μηνών, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως της ποινής με χρόνο ενάρξεως από τότε που καταδικάσθηκε το πρώτον και το δικαστήριο ανέστειλε επίσης την εκτέλεση επί τριετία, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 του ΠΚ, χωρίς να αποφανθεί για το χρόνο ενάρξεως της αναστολής. Ο χρόνος όμως ενάρξεως της αναστολής εκτελέσεως της ποινής ορίζεται κατά τα προεκτεθέντα στο νόμο, είναι εκείνος της επιβολής της και το αίτημα του κατηγορούμενου για τον καθορισμό από το δικαστήριο διαφορετικού χρόνου ενάρξεως της αναστολής, δεν ήταν νόμιμο. Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τον τελευταίο δεύτερο λόγο αναιρέσεως, και με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Ε του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ακροάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 99 του ΠΚ, αλλά και του άρθρου 470 του ΚΠοινΔ, λόγω χειροτερεύσεως, εκ του διαφορετικού χρόνου ενάρξεως της αναστολής εκτελέσεως της ποινής, της θέσεως του κατηγορουμένου, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 35/29-5-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 2172/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια ιατ-ού. 1. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, ως προς την παραδοχή συνδρομής χωρίς συνείδηση αμέλειας, ζήτημα για το οποίο και μόνον είχε αναιρεθεί προηγούμενη απόφαση. 2. Απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ακροάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρο 99 του ΠΚ, αλλά και του άρθρου 470 του ΚΠΔ, λόγω χειροτερεύσεως, εκ του διαφορετικού χρόνου ενάρξεως της αναστολής εκτελέσεως της ποινής, της θέσεως του κατηγορουμένου, γιατί προβάλλονται χωρίς έννομο συμφέρον, αφού το αναφερόμενο αίτημα του συνηγόρου να ορισθεί και να ισχύσει η αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσας ποινής από τότε που το πρώτον καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ήταν μη νόμιμο. Διότι, από την ερμηνεία του άρθρου 99 ΠΚ συνάγεται με σαφήνεια, ότι ο χρόνος ενάρξεως της αναστολής της ποινής που επιβάλλεται από το δικαστήριο, δεν μπορεί να είναι διαφορετικός, από εκείνον της επιβολής της και ότι το αίτημα του κατηγορουμένου για την έναρξη της αναστολής σε χρόνο διαφορετικό, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο. Ούτε μπορεί να γίνει λόγος, για δυσμενέστερη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μεταχείριση του κατηγορουμένου, όταν είχε ανασταλεί η εκτέλεση της επιβληθείσης ποινής και με την αναιρεθείσα απόφαση και το δευτεροβάθμιο, αφού αναιρέθηκε η προηγούμενη διάταξη περί ποινής συμπαρασυρόμενης και της αναστολής αυτής, ορθά επέβαλε νέα ποινή, την εκτέλεση της οποίας επίσης ανέστειλε, με διαφορετικό όμως χρόνο (μεταγενέστερο) ενάρξεως της αναστολής, δηλαδή από της επιβολής της νέας ποινής (ΑΠ 1577/2003). Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Ποινής αναστολή.
1
Αριθμός 1281/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη- Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, περί αναιρέσεως της 1943/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1702/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι απαραίτητη και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Περαιτέρω, η πλαστογραφία μετά χρήσεως και η απάτη συρρέουν αληθώς. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στη διάταξη την οποία εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίασή της γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, ο οποίος υπηρετούσε και υπηρετεί στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας ως υπάλληλος ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας, στο ... ... και στις 9-8-2001, ενεργώντας με πρόθεση και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. "Συγκεκριμένα, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε την περιουσία της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, παριστάνοντας εν γνώσει του ψευδώς στα μέλη της Επιτροπής της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, που ήταν αρμόδια για τις βεβαιώσεις των δικαιουμένων του επιδόματος ειδικοτήτων των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας και της ειδικής αποζημιώσεως του Ν.2682/1999, ότι του είχε απονεμηθεί η ειδικότητα του ελεγκτή ραντάρ προσέγγισης Αθηνών, αποστέλλοντας τηλεομοιοτυπικώς προς το μέλος της ως άνω επιτροπής ... ακριβές αντίγραφο της με αριθμό πρωτοκόλλου Δ4/Α/23176/3862 πλαστής αποφάσεως απονομής της ως άνω ειδικότητας και με τον τρόπο αυτό παραπλανώντας και πείθοντας τα μέλη της ως άνω Επιτροπής, μεταξύ των οποίων και τον Πρόεδρο της ..., να του χορηγήσει η Επιτροπή τα προβλεπόμενα από το άρθρο 34 του Ν. 2682/1999, για την ειδικότητα του Ελεγκτού ραντάρ προσέγγισης Αθηνών επίδομα και αποζημίωση αναδρομικά από τον χρόνο που αναγραφόταν στην ως άνω πλαστή απόφαση ότι απέκτησε την ειδικότητα του ελεγκτού ραντάρ προσέγγισης Αθηνών, δηλαδή από 1-6-2001, που φερόταν ότι εκδόθηκε η ως άνω πλαστή απόφαση, ενώ η αλήθεια ήταν ότι δεν είχε δώσει ακόμη εξετάσεις και δεν είχε ακόμη αποκτήσει την ειδικότητα του ελεγκτού ραντάρ προσέγγισης Αθηνών και δεν δικαιούταν το επίδομα και την αποζημίωση για την ειδικότητα αυτή και μάλιστα αναδρομικά από 1-6-2001 και με την εξαπάτηση αυτή κατάφερε το σκοπό του και λάμβανε το σχετικό επίδομα και την αποζημίωση που αντιστοιχούσαν στην ειδικότητα του ελεγκτού ραντάρ προσέγγισης από 1-6-2001 μέχρι και το μήνα Μάρτιο του 2002, προκαλώντας έτσι ζημία στην περιουσία της Πολιτικής Αεροπορίας που ανέρχεται συνολικά σε 1979,63 ευρώ και αποκομίζοντας ο ίδιος αντίστοιχο περιουσιακό όφελος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν κατάλαβε ότι εισέπραττε από την 1-6-2001 μέχρι και το Μάρτιο του έτους 2002 παράνομα το επίδομα και την αποζημίωση που αντιστοιχεί στην ειδικότητα του ελεγκτού ραντάρ προσέγγισης Αθηνών, ενόψει ότι αυτός είναι υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ και απόφοιτος Πανεπιστημίου, δεν πείθει το Δικαστήριο και κρίνεται αβάσιμος. Επομένως, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της απάτης για την οποία κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, σύμφωνα με το διατακτικό.". Με βάση τα παραπάνω το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για απάτη, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με αυτά που δέχτηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή, αναφορικά με τη σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ που εφάρμοσε, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε', πρώτος και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της 1) έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και τι προκύπτει από καθένα από αυτά και 2) της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ, με τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης και της μη συρροής της απάτης με την πλαστογραφία μετά χρήσεως, για τις οποίες, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά, ασκήθηκε ποινική δίωξη, είναι αβάσιμοι. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ειδικά και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 393 ΠΚ, προκύπτει ότι το αξιόποινο του εγκλήματος της απάτης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα και ικανοποίησε πλήρως τον ζημιωθέντα μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων υπερημερίας και δηλώσουν τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε 1)να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 393 ΠΚ ισχυρισμός του, για τη θεμελίωση του οποίου επικαλέστηκε ότι " από όλα τα έγγραφα που σας κατέθεσα αλλά και από όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων προκύπτει ότι αμέσως μόλις κατάλαβα ότι έχω εισπράξει ποσά τα οποία δεν δικαιούμουν, αυτοβούλως και χωρίς καμία καθυστέρηση τα επέστρεψα στην υπηρεσία, από όπου τα εισέπραξα, χωρίς να προσπαθήσω να ιδιοποιηθώ τίποτα που δεν μου αναλογούσε. Η καταβολή δε έγινε άμεσα, τον Ιούνιο του 2001, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που σας προσκόμισα αλλά και από τους μάρτυρες, πράγμα που δείχνει ότι ουδεμία πρόθεση είχα να λάβω παρανόμως τα χρήματα αυτά. Προς τούτο δε συνηγορεί και το γεγονός ότι εγώ έκανα συνεχείς αιτήσεις, προκειμένου να λάβω την πιστοποίηση για την ειδικότητα του ελεγκτή ΡΑΝΤΑΡ και να παίρνω νόμιμα το επίδομα αυτό, γεγονός που οδήγησε και στην αποκάλυψη της όλης υπόθεσης. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι τυγχάνει εφαρμογής το ανωτέρω αναφερόμενο άρθρο 393 παρ. 2 ΠΚ, αφού εγώ επέστρεψα οικειοθελώς όλα τα χρήματα που παρανόμως είχα εισπράξει, πολύ νωρίτερα από οποιαδήποτε άσκηση ποινικής δίωξης, αλλά και οποιαδήποτε άσκηση πειθαρχικής δίωξης ή Ε.Δ.Ε. κα κατά συνέπεια δεν πρέπει να μου επιβληθεί καμία ποινή." και 2) να αναγνωριστεί ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ε του ΠΚ, για τη θεμελίωση της οποίας επικαλέστηκε ότι μετά την τέλεση της πράξης του επέδειξε πολύ καλή συμπεριφορά εξακολουθώντας να προσφέρει συνειδητά καλές υπηρεσίες στο επαγγελματικό, οικογενειακό και κοινωνικό εν γένει περιβάλλον του, συμμετέχοντας σε όλες τις ανωτέρω κοινωνικές εκδηλώσεις και δραστηριότητες. Το Δικαστήριο απέρριψε τους παραπάνω ισχυρισμούς, αντίστοιχα, με την αιτιολογία ότι 1) "δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο κατηγορούμενος ικανοποίησε πλήρως τη ζημιωθείσα Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας με την καταβολή του κεφαλαίου της ζημίας της και των τόκων υπερημερίας επί τούτου και ούτε δηλώνεται κάτι τέτοιο από την παθούσα Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας και κατά συνέπεια ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί απαλλαγής του από κάθε ποινή για την ως άνω αξιόποινη πράξη της απάτης λόγω έμπρακτης μετάνοιας του, κατ' εφαρμογή του άρθρου 393 παρ. 2 του ΠΚ, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος." και 2)"δεν αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της ως άνω πράξης του συμπεριφέρθηκε καλά για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα". Οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν αόριστοι, διότι ο κατηγορούμενος, α) ως προς τον πρώτο, δεν προσδιόρισε το ύψος του ποσού που απέδωσε και δεν επικαλέστηκε ότι σ' εκείνο περιλαμβάνονται και οι τόκοι υπερημερίας και β) ως προς το δεύτερο, δεν επικαλέστηκε, ευθέως, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά στα οποία να θεμελιώνει τον ισχυρισμό αυτό, εκείνα δε τα οποία εμμέσως επικαλείται, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, αναφέρονται, κυρίως, στην ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α, η οποία, από παραδοχή της απόφασης, προκύπτει ότι αναγνωρίστηκε στο πρόσωπο του. Το δικαστήριο, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, όμως, εκ περισσού, διέλαβε στην απόφαση του την, κατά τα ανωτέρω, αιτιολογία, η οποία, ειδικότερα ως προς τη απόρριψη του πρώτου, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των παραπάνω ισχυρισμών. Τέλος αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε', δεύτερος, κατά το πρώτος μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 393 του ΠΚ. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-10-2007 αίτηση του ..., για αναίρεση της 1943/2007 απόφασης του Τριμελούς (για πλημμελήματα) Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη πραγματική συρροή με πλαστογραφία μετά χρήσεως. Απορρίπτονται οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 393 παρ. 2 ΠΚ.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Συρροή εγκλημάτων.
2
Αριθμός 1268/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα- (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 και 27 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου .... Αλβανού υπηκόου, κρατουμένου στις δικαστικές φυλακές ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 89/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με την υπ' αριθμ. 89/2009 απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Αλβανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 3 και ημερομηνία 7.4.2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Λάρισας, Μαριάνθη Φυτσιώρη. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Αλβανίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 451 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται σ' αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και στον εισαγγελέα, να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η υπό κρίση με αριθμό 3/7-4-2009 έφεση, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως την ως άνω ημερομηνία με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας, κατά της 89/7-4-2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Αλβανικές Αρχές του εκζητούμενου - εκκαλούντος ... Αλβανού υπηκόου, για να εκτίσει ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών, που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμό 129/2006 απόφαση του Πρωτοδικείου της επαρχίας LUSHNZE για ληστεία κατά συναυτουργία. Γι' αυτό, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Κατά το άρθρο 436 του ΚΠΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (άρθρ. 437-456 ΚΠΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία, που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με το νόμο 4165/1961 και από την Αλβανία στις 19-5-1998, με έναρξη ισχύος 17-8-1998, από δε την κύρωσή της διέπει το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ των πιο πάνω κρατών, στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτής, ορίζει ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσον και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή έχει επιβληθεί μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστον όριο. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία" ορίζονται τα ακόλουθα: Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και για την υποστήριξή της να προσαχθούν α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο, είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξής τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της ως άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως και περί εκδόσεως του Κ.Π.Δ (436 έως 456), το Συμβούλιο Εφετών δεν μπορεί να προβεί σε έρευνα για την ύπαρξη ή όχι στοιχείων ενοχής του εκζητουμένου ή για το νομότυπο ή μη της κλητεύσεώς του ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου και να καταλήξει σε κρίση αντίθετη εκείνης της εκτελεστής αποφάσεως του αλλοδαπού δικαστηρίου, προς εκτέλεση της οποίας ζητείται η έκδοση του εκζητουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώστηκαν, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος προφορικά, καθώς και με την έφεση ενώπιον του Συμβουλίου, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε για την έκδοση στις Αλβανικές δικαστικές αρχές του Αλβανού υπηκόου .... που γεννήθηκε στις 28-8-1978 στο ... για να εκτίσει ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών, η οποία του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμό 129/2006 απόφαση του Πρωτοδικείου της επαρχίας LUSHNZE για την πράξη της ληστείας κατά συναυτουργία και κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμό 184/29-5-2007 απόφαση του Εφετείου της Αυλώνος. Για την έκδοση του εκκαλούντος, ο οποίος συνελήφθη και κρατείται στις Δικαστικές Φυλακές Λάρισας, δυνάμει α) της υπ' αριθμό 3696/4-7-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών και επτά (7) μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για διακεκριμένες κλοπές και β) της από 5-2-2009 εντολής του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, έχει υποβληθεί νόμιμα από το κράτος της Αλβανίας, η υπ' αριθμό ... ρηματική διακοίνωση της Αλβανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, και το υπ' αριθμό ...έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, η οποία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, με το υπ' αριθμό πρωτ. ... έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Με την αίτηση αυτή συνυποβάλλονται και όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα έγγραφα σε αντίγραφα στην Αλβανική γλώσσα, η μετάφραση της οποίας στην ελληνική έγινε επισήμως από το πρωτότυπο αλβανικό κείμενο, και συγκεκριμένα: 1) η προαναφερθείσα υπ' αριθμό 129/07-09-2005 εκτελεστή ποινική απόφαση του Πρωτοδικείου της επαρχίας Λούσνιε Αλβανίας, 2) η εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα, που αφορά την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος και συγκεκριμένα οι διατάξεις των άρθρων 129 και 25 του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα που αναφέρονται στην αξιόποινη πράξης και στην προβλεπόμενη ποινή, για την οποία καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος, οι διατάξεις δε αυτές επισυνάπτονται στην αίτηση σε πρωτότυπο και σε μετάφραση στην Ελληνική, η οποία, όπως βεβαιώνεται, έγινε επισήμως από το Αλβανικό κείμενο, 3) το από ...πιστοποιητικό γέννησης του εκζητουμένου του Ληξιαρχείου της πόλης Λούσνιε. Δηλαδή προσκομίζονται όλα τα έγγραφα που προβλέπονται από τις ως άνω διατάξεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πράξη για την οποία έχει καταδικασθεί ο εκζητούμενος είναι αξιόποινη και κατά την ημεδαπή νομοθεσία και συγκεκριμένα προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1, 14, 26, 27, 45, 380 παρ.1 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, σε βαθμό κακουργήματος. Περαιτέρω από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας συνάγεται ότι ο εκκαλών είναι το αυτό πρόσωπο με τον εκζητούμενο από τις Αλβανικές Αρχές, για το οποίο έχει χωρήσει η πιο πάνω καταδίκη, γεγονός το οποίο δεν αμφισβήτησε και ο ίδιος, ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, που παρέστη με το συνήγορό του και, ως εκ τούτου δεν συντρέχει καμία από εκείνες τις περιπτώσεις που προβλέπει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση ή το άρθρο 438 ΚΠΔ, οι οποίες αποκλείουν την έκδοση. Τα ειδικότερα περιστατικά της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος, αναφέρονται λεπτομερώς στην παραπάνω καταδικαστική απόφαση, η οποία έχει ήδη τελεσιδικήσει, ήτοι κατέστη εκτελεστή, όπως απαιτεί η ανωτέρω Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Οι ισχυρισμοί του, που αποτελούν και τον μοναδικό λόγο της εφέσεώς του και ειδικότερα, ότι είναι αβάσιμη η εναντίον του κατηγορία, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, αφού, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 443 παρ. 1 και 450 παρ. 2 ΚΠΔ, δηλαδή το Συμβούλιο δεν έχει δικαίωμα να ερευνήσει τη βασιμότητα της κατηγορίας, ή το νομότυπο ή μη της κλητεύσεώς του ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου και να καταλήξει σε κρίση αντίθετη εκείνης, όταν η έκδοση ζητείται στο πλαίσιο εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως (ν. 4165/1961), στο άρθρο 12 παρ. 2 της οποίας προσδιορίζονται σαφώς τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλει το αιτούν την έκδοση μέρος. Σύμφωνα με όλες τις προηγούμενες σκέψεις, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις κατά την πιο πάνω διεθνή σύμβαση και το άρθρο 438 ΚΠΔ, για την έκδοση του εκκαλούντος, στις Δικαστικές αρχές της Αλβανίας, προκειμένου αυτός να εκτίσει την ποινή του. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος, δεν έσφαλε και γι αυτό οι αντίθετοι ισχυρισμοί του, καθώς και η έφεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμοι, επιβληθούν δε σε αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την υπ' αριθμό 3/07-04-2009 έφεση, κατά της υπ' αριθμό 89/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις Αλβανικές Αρχές του εκζητουμένου - εκκαλούντος ... Αλβανού υπηκόου που γεννήθηκε στις 28-8-1978, στο ....της Αλβανίας. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση Αλβανού υπηκόου στις δικαστικές αρχές της Αλβανίας, προκειμένου αν εκτίσει ποινή καθείρξεως 8 ετών για ληστεία κατά συναυτουργία. Αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι εφέσεως. Απορρίπτει κατ' ουσία την έφεση.
Έκδοση
Έκδοση.
0
Αριθμός 1267/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 και 26 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Δημήτριο Σπυρόπουλο και Γεώργιο Φατούρο, κατά της υπ'αριθμ. 36/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμό ΙΙΙ Κορ. 37/08 από 8-5-2009 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από την Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου KIELCE Πολωνίας, σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 72/10-4-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών ... και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 642/2009. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τους πληρεξουσίους δικηγόρους του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση του εκζητουμένου και να απορριφθεί κατ' ουσίαν. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 188 του ν.3251/2004 "για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης" προκύπτει ότι, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης, αν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου αυτός διαμένει ή συλλαμβάνεται. Από τη διάταξη δε του άρθρου 22 του ίδιου νόμου (3251/2004), προκύπτει επίσης ότι, κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, είναι επιτρεπτή η άσκηση εφέσεως (για την οποία συντάσσεται έκθεση από το γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών), στον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα, μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος αποφαίνεται σε Συμβούλιο, μετά από κλήτευση και του εκζητούμενου. Επομένως η κρινόμενη έφεση, που στην προκείμενη περίπτωση ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατά της υπ' αριθμό 36/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του υπ' αριθμ. ΙΙΙ Κορ. 37/08 από 8-5-2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε σε βάρος του εκκαλούντος από τον Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου του KIELCE, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, κατά την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3251/2004 προκύπτει ότι, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό την σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καταζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, είτε για να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για πράξη που του αποδίδεται, είτε για να εκτελεστεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας και με την επιφύλαξη της μη προσβολής (με την έκδοσή του) θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών του ισχύοντος Συντάγματος και του άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από τις διατάξεις δε του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου προκύπτει επίσης ότι, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο μπορεί κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου να αφορά περισσότερα εγκλήματα, περιέχει τα εξής στοιχεία: α') ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, β') όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιο-τυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ') μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ') φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε') περιγραφή των περιστάσεων τελέσεώς του, περιλαμβανομένου του τόπου και χρόνου τέλεσης, στ') την επιβληθείσα ποινή ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται και ζ') πληροφορίες σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Προϋπόθεση της έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι, κατά το άρθρο 5 του νόμου, οι πράξεις για τις οποίες πρόκειται να ασκηθεί η δίωξη, να τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και αν πρόκειται για εκτέλεση, στερητικών της ελευθερίας, ποινής ή μέτρου ασφαλείας (που έχουν ήδη επιβληθεί), να είναι διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Από το περιεχόμενο και τις ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, γίνεται φανερό ότι ο νόμος αυτός είναι, ως προς τις άνω διατάξεις του, ποινικός δικονομικός νόμος και όχι ουσιαστικός ποινικός νόμος, αφού αυτός δεν περιέχει διατάξεις ουσιαστικού ποινικού δικαίου, αλλά προβλέπει απλώς τις διαδικασίες της σύλληψης και της, μετά από δικαστική κρίση, παράδοσης του εκζητουμένου προσώπου μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της μεταξύ τους δικαστικής συνεργασίας, η οποία με τις σύγχρονες εξελίξεις της διακρατικής εγκληματικότητας γίνεται ολοένα και πιο επιβεβλημένη. Από τα παραπάνω συνάγεται αφενός μεν ότι ο πιο πάνω νόμος, ως δικονομικός νόμος, κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού ποινικού δικαίου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά το ατέλεστο μέρος τους, υποθέσεις, δηλαδή και για τις αξιόποινες πράξεις που έχουν τελεστεί πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και αφετέρου, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής nullum crimen nulla poena sine lege (άρθρα 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του ΠΚ) όταν ο εκζητούμενος για παράδοση προς έκτιση ποινής καταδικάστηκε στην χώρα έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης με βάση τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων. Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη εξέταση στο ακροατήριο της μάρτυρος που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης από όλα τα έγγραφα και υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα ενσωματωμένα στην πρωτοβάθμια δίκη πρακτικά που αναγνώσθηκαν σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος και ο συνήγορός του και που περιέχονται στο υποβληθέν από 21-5-2009υπόμνημά τους, προέκυψαν τα ακόλουθα. Με το με αριθμό ... από 14-8-2008 έγγραφο του S.I.R.E.N.E Πολωνίας, που αφορά αίτηση σύλληψης με σκοπό την παράδοση στις Αρχές της Πολωνίας, το οποίο επέχει θέση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, διαβιβάσθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 2 του Ν. 3521/2004 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και άλλες διατάξεις - ΦΕΚ Α' 127, το από 8/5/2008 υπ' αριθμ. ΙΙΙ Κορ. 37/2008 ένταλμα Σύλληψης της Εισαγγελίας Πολωνίας, το οποίο εκδόθηκε μετά την υπ' αριθμ. ΙΙΙ Κ 56/2004 απόφαση του Εφετείου Κρακοβίας (KRACOW), με την οποία καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος-εκκαλών Χ σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και έξ (6) μηνών, για απειλές προκειμένου να του επιστραφούν χρέη, βιαιοπραγίες και σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 191 § 2 158 § 1, 157 § 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 11 § 2 του πολωνικού ποινικού κώδικα. Σύμφωνα με το ως άνω ένταλμα σύλληψης περιγράφονται ως εξής οι περιστάσεις τέλεσης από τον εκζητούμενο των ως άνω αξιοποίνων πράξεων. "Στις 18 Απριλίου του 2002 έτους στο ... της κοινότητας ... δρώντας από κοινού και σε συνεννόηση με τον Φ με σκοπό να αναγκάσουν τον Ζ την επιστροφή χρέους σε μορφή επανόρθωσης της ζημιάς που προέκυψε από την υποψία του προσβεβλημένου περί εμπρησμού αχυρώνα που ανήκε στον Θ και έχοντας πεποίθηση ότι εκτελεί τη δική του απαίτηση κατά το κατάλληλο άτομο έλαβε μέρος στο ξυλοκόπημα του Ζχρησιμοποιώντας βία που συνίσταται στον ξυλοδαρμό του αναφερομένου, χτυπώντας τον με μεταλλικό σωλήνα καθώς και κλοτσώντας τον σε όλο το σώμα και έτσι τον έκθεσε σε άμεσο κίνδυνο βαριάς κάκωσης του σώματος, προκαλώντας πολλαπλές κακώσεις με σύνθετα κατάγματα των δυο ωλένιων οστών και τον ακρωτηριασμό δακτύλου αριστερού χεριού. Οι κακώσεις αυτές προκάλεσαν σε αυτόν διαταραχή στην υγεία του για χρόνο που ξεπερνάει τις εφτά (7) ημέρες, εκ τούτου απειλούσε τον Ζ με δολοφονία". Η παραπάνω περιγραφή των περιστάσεων του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ταυτίζεται με την περιγραφή των περιστατικών της από 12 Απριλίου 2006 απόφασης του Εφετειακού Δικαστηρίου στην Κρακοβία. ΙΙ Τμήμα Ποινικού Δικαστηρίου, περιγραφή η οποία επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτούσια στο υπ' αριθμ. ... από 14-8-2008 έγγραφο του S.I.R.E.N.E Πολωνίας και δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι με την παραπάνω καταδικαστική απόφαση ο εκζητούμενος τέλεσε από κοινού με τον αδελφό του τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και όχι μόνο ο τελευταίος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών. Εξ άλλου διασαφηνίζεται πλήρως στο οικείο τμήμα του ως άνω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ότι η εκτελεστή απόφαση επί της οποίας βασίζεται τούτο (ένταλμα σύλληψης) είναι η απόφαση του Εφετείου Κρακοβίας από 12 Απριλίου του έτους 2006, η οποία μεταρρύθμισε την από 27 Σεπτεμβρίου 2005 απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Κιέλτσε, και δεν δημιουργείται καμμιά ασάφεια ως προς το ποιο δικαστήριο εξέδωσε την εκτελεστή απόφαση με βάση την οποία εκδόθηκε το ως άνω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Το Πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι το ως άνω Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης έχει όλα τα αξιούμενα από το άρθρ. 2 παρ. 1 του ν. 3251/2004 στοιχεία και ειδικότερα α)τη μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, και β)τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, και γ)περιγραφή των περιστάσεων, τέλεσής του, δεν έσφαλε και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα. Η δε αιτίαση για μη εφαρμογή επί του προκειμένου της διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του νόμου 3251/2004, εν όψει του χρόνου που φέρεται ότι τελέσθηκε η πράξη την 18/4/2002 δηλαδή προ της ισχύος του νόμου, αυτού είναι αβάσιμη σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, εν όψει και του ότι όπως προκύπτει από τη μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 εδ. α' του ως άνω νόμου, κατά την οποία "οι αιτήσεις έκδοσης που παραλήφθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις για την έκδοση ...", κρίσιμος για το ζήτημα αυτό χρόνος είναι, η παραλαβή της αιτήσεως έκδοσης και όχι ο χρόνος τέλεσης της πράξεως ή των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, ενώ και το υπό εκτέλεση ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε, όπως αναφέρθηκε, την 8-5-2008, δηλαδή μετά την ισχύ του εν λόγω νομού. ΙΙ.- Κατά το άρθρο 12 του ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες δύναται ν' απαγορευθεί η εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση ε' του άρθρου τούτου, κατά την οποία "αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, είναι έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων ηλικίας 9 και 3,5 ετών και φέρεται ότι εργάζεται από το έτος 2005 στο συνεργείο αυτοκινήτων του .... Κατά το έτος 1997, καταδικάσθηκε με την 102.665/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα μηνών και δέκα ημερών και χρηματική ποινή 100.000 δρχ. διότι καταλήφθηκε να οδηγεί ΙΧΕ αυτοκίνητο α)χωρίς να έχει την απαιτούμενη κατά νόμον, κατά περίπτωση και κατηγορία άδεια ικανότητας οδηγού και β) βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, με περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα 1,24 ο/οο. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων όσον αφορά την ατομική και οικογενειακή κατάσταση του εκζητουμένου, ναι μεν η έκδοση του στην Πολωνία προς έκτιση της παραπάνω ποινής ενδέχεται να δημιουργήσει κάποιο πρόβλημα σ' αυτόν και ιδιαίτερα στην οικογένειά του, όμως η βαρύτητα της πράξεως και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε, (κτυπήματα με σωλήνα με συνέπεια ακρωτηριασμό δακτύλου του χρόνου που εκτελέσθηκε, και κατά το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του φέρεται να έχει μόνιμη διαμονή στην ημεδαπή αλλά και της προηγούμενης καταδίκης του στην ημεδαπή το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν θα πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα του ν' απαγορευθεί η έκδοσή του στην Πολωνία. Συνεπώς και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και εγνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος δεν υπέπεσε σε νομικό ή πραγματικό σφάλμα και η έφεση αυτού, με τους λόγους της οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται κατά τους τύπους και απορρίπτει κατ' ουσία την από 10 Απριλίου 2009 έφεση του εκζητουμένου Χ κατά της υπ' αριθμ. 36/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έφεση κατά απόφασης που αποφάσισε την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε σε βάρος Πολωνού υπηκόου μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της Πολωνίας, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 2 ½ ετών. Απόρριψη όλων των λόγων έφεσης ως αβάσιμων και ειδικότερα: α) του λόγου έφεσης για έλλειψη της από το άρθρο 1 παρ. 2 περ. γ΄, δ΄ και ε΄ προϋποθέσεων για την έκδοση, ήτοι της μνείας της εκτελεστής δικαστικής απόφασης λόγω μη σαφούς προσδιορισμού του δικαστηρίου που την εξέδωσε και μη σαφούς περιγραφής των περιστατικών τελέσεως και της φύσεως και χαρακτηρισμού του εγκλήματος, εκ της αντιφάσεως μεταξύ εντάλματος και απόφασης, β) του λόγου έφεσης για μη εφαρμογή της διαδικασίας εκδόσεως εκ του λόγου ότι η πράξη για την οποία ζητείται η έκδοση τελέσθηκε πριν από την εφαρμογή του Ν. 3251/2003 και γ) του λόφου έφεσης για απόρριψη του αιτήματος του να απαγορευθεί η έκδοσή του στην Πολωνία κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 του ως άνω νόμου. Απορρίπτει.
Έκδοση
Έκδοση.
0
Αριθμός 1266/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 και 26 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, Έλληνα υπηκόου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη κατά της υπ'αριθμ. 39/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 20/11/2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του Δικαστηρίου City of Westminster Magistrates Court του Ηνωμένου Βασιλείου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 1/03.04.2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Ναυπλίου, .... και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 601/2009. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να μην γίνει δεκτή η έφεση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ." ορίζεται ότι "σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από την δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται". Επομένως, η κρινόμενη με αριθμ. 1/3-4-2009, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Ναυπλίου, έφεση, κατά της με αριθμό 39/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του από 20-11-2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου City of Westminster Magistrates Court του Ηνωμένου Βασιλείου, σε βάρος του εκκαλούντος εκζητουμένου Χ, Έλληνος υπηκόου, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία, ως προς τους λόγους αυτής. Από τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3251/2004 "για το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης....", με την οποία καθορίζεται η έννοια του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, συνάγεται ότι η εκτέλεση του, από τις ελληνικές δικαστικές αρχές, στην περίπτωση που ζητείται η παράδοση Έλληνα πολίτη από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς το σκοπό άσκησης ποινικής διώξεως εναντίον του, εξαρτάται από τη συνδρομή ορισμένων γενικών προϋποθέσεων, που πρέπει να συντρέχουν για την εκτέλεση κάθε ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια του προσώπου, του οποίου ζητείται η παράδοση και το σκοπό έκδοσης του εντάλματος. Πρώτη δε θεμελιώδης προϋπόθεση, για την εκτέλεση οιουδήποτε ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, είναι η αξιόποινη πράξη για την οποία εκδόθηκε το ένταλμα να τιμωρείται σύμφωνα με τους νόμους του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο στερητικό της ελευθερίας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον 12 μηνών(άρθρο 10 παρ. 1 περ. α του ν. 3251/2004). Δεύτερη προϋπόθεση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι η συνδρομή του όρου του διττού αξιοποίνου, δηλαδή, η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, να συνιστά έγκλημα και σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α. ν. 3251/2004). Αν, όμως, το ευρωπαϊκό ένταλμα αφορά σε αξιόποινη πράξη, η οποία ρητά αναφέρεται στον κατάλογο της παρ. 4 του άρθρου 2 του άρθρου 10 ν. 3251/2004 και τιμωρείται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον 3 ετών, η Ελλάδα υποχρεούται να εκτελέσει το ένταλμα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει το αξιόποινο της προαναφερόμενης πράξης σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο. Αν δε το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, προκειμένου να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη, είναι Έλληνας πολίτης, απαγορεύεται η εκτέλεση του εντάλματος, εφόσον διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη (άρθρο 11 περ. η εδ. α του ν. 3251/2004). Καθιερώνεται με τον τρόπο αυτό ένας υποχρεωτικός λόγος μη εκτέλεσης του εντάλματος, σε αντίθεση με το νόμο-πλαίσιο, που προέβλεψε την περίπτωση αυτή, ως δυνητικό λόγο μη εκτέλεσης του εντάλματος (άρθρο 4 παρ. 2). Περαιτέρω, αρνητική προϋπόθεση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, είναι η μη επέλευση της παραγραφής, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρο 11 εδ. δ του ν. 3251/2004). Σύμφωνα λοιπόν με την διάταξη αυτή, η οποία ορίζει, ότι "η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις, αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους". Από τη διάταξη αυτή, με την οποία ρυθμίζονται οι περιπτώσεις εκείνες, όπου η δικαστική αρχή που καλείται να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, υποχρεούται να αρνηθεί την εκτέλεση του, με σαφήνεια προκύπτει, ότι καθιερώνεται απαγορευτική διάταξη για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 11 του ως άνω νόμου, και όταν η πράξη για την οποία καλείται η δικαστική αρχή να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος αυτού, και, στην προκείμενη περίπτωση οι ελληνικές δικαστικές αρχές, έχει υποκύψει σε παραγραφή, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Δικαιολογητικός λόγος της ρυθμίσεως αυτής είναι η μη εφαρμογή του μέτρου της έκδοσης του εκζητούμενου στην περίπτωση, που, κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξεως, λόγω παρέλευσης του χρόνου της παραγραφής. Σε διαφορετική περίπτωση θα έπρεπε να προβλέπεται ρητά, ότι ακόμη και αν έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, είναι υποχρεωμένες οι ελληνικές δικαστικές αρχές, να εκτελέσουν το ένταλμα σύλληψης. Επιπρόσθετα, γιατί, αν είναι επιβεβλημένη η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης και στην περίπτωση κατά την οποία, έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, τότε αναμφισβήτητα ο θεσμός της παραγραφής, ως θεσμός δημόσιας τάξης, τίθεται εκποδών και χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα, υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση, ότι υφίσταται ταυτότητα του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, ως πλημμελήματος ή κακουργήματος. Καθιερώνεται με τον τρόπο αυτό ένας υποχρεωτικός λόγος μη εκτέλεσης του εντάλματος, σε αντίθεση με το νόμο-πλαίσιο, η οποία προέβλεψε την περίπτωση αυτή, ως δυνητικό λόγο μη εκτέλεσης του εντάλματος (άρθρο 4 παρ. 2). Σημειώνεται ότι η άρνηση των ελληνικών αρχών να εκτελέσουν το συγκεκριμένο ένταλμα, τελεί πάντοτε υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, της συνδρομής και της υπό στοιχείο β του άρθρου 11 εδ. δ του ν. 3251/2004 περιπτώσεως, του ότι δηλαδή η αξιόποινη πράξη, για την οποία ζητείται η εκτέλεση του ως άνω εντάλματος, υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Συνακόλουθα, αν ο εκζητούμενος είναι Έλληνας πολίτης, που τέλεσε έγκλημα στην αλλοδαπή και υποτεθεί ότι θα δικαζόταν στην Ελλάδα, θα εφαρμόζονταν οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι με βάση την αρχή της ενεργητικής προσωπικότητας (άρθρο 6 του Π.Κ.). Σε διαφορετική περίπτωση, κατά την οποία δεν υφίσταται αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, για την αξιόποινη πράξη, για την οποία ζητείται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος, καθίσταται πλέον ή βέβαιο, ότι δεν μπορούν οι ελληνικές δικαστικές αρχές, να αρνηθούν την εκτέλεση του εντάλματος αυτού. Σε κάθε δε περίπτωση, αν ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον προσώπου για έγκλημα που τέλεσε π.χ. στην ημεδαπή, αλλά σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής του, απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ακόμη και αν συντρέχει η ειδική περίπτωση της περ. η του άρθρου 11 του ν. 3251/2004 (διασφάλιση επιστροφής του στην Ελλάδα για την έκτιση της επιβληθείσας ποινής ή μέτρου ασφαλείας). Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, αντίστοιχα δε, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, επιτρέπεται η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, εάν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστο δώδεκα μηνών, επίσης δε, το ένταλμα εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της ανωτέρω παραγράφου 1, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης αυτού καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα, ενώ, τέλος, κατά την παρ. 2 του αμέσως πιο πάνω άρθρου, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 155 του ν. 2960/2001, λαθρεμπορία είναι α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο, β)οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος γ) η εξαγωγή ή η εισαγωγή εμπορευμάτων των οποίων, κατά νόμο ή με απόφαση της αρμόδιας αρχής, είναι απαγορευμένη η εξαγωγή ή η εισαγωγή, εκτός εάν με έγγραφη άδεια επιτράπηκε αυτή κατ' εξαίρεση της απαγόρευσης από την αρμόδια Αρχή. Τέλος, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Π.Κ., οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη, που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε. Αποκλείεται όμως, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 περ. β του ΠΚ, η ποινική δίωξη, αν σύμφωνα με τον αλλοδαπό νόμο, η πράξη έχει παραγραφεί. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και εωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Η κύρια διαδικασία όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340, και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, ή του κλητήριου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, και 484, του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ως συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής, οφείλει να εξαφανίσει το προσβαλλόμενο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκκαλών ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που τον εκπροσώπησε, υποστήριξε, με όσα ανέπτυξε προφορικά στο ακροατήριο, ότι η αξιόποινη πράξη για την οποία εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης, διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, κατά το Ελληνικό δίκαιο, και ως εκ τούτου, προκύπτει η συνδρομή της πιο πάνω περιπτώσεως δ του άρθρου 11 του ν. 3251/2004 απαγορεύσεως εκτελέσεως του, έχει δε υποκύψει σε παραγραφή σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 3 του Π.Κ. Από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης, σε συνδυασμό με όσα ο εκζητούμενος, δια του συνηγόρου του και του κατατεθέντος από 19-5-2009 υπομνήματος του, εξέθεσε, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με την προσβαλλόμενη απόφαση του διέταξε την εκτέλεση του από 20-11-2008 εντάλματος συλλήψεως που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο City of Westminster Magistrates Court του Ηνωμένου Βασιλείου κατά του εκκαλούντος Έλληνος υπηκόου. Το άνω ένταλμα εκδόθηκε προκειμένου να συλληφθεί και να μεταχθεί ο εκκαλών ενώπιον του παραπάνω αλλοδαπού Δικαστηρίου, για να του ασκηθεί εκεί ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της σύστασης συμμορίας με σκοπό τη δόλια αποφυγή καταβολής ειδικού φόρου καταναλώσεως τσιγάρων. Ειδικότερα, όπως από το περιεχόμενο του εντάλματος προκύπτει: "Ο κ. Χ διώκεται ποινικά για το ρόλο του σε σύσταση συμμορίας με τρίτους με σκοπό να εισαγάγει τσιγάρα στο Ηνωμένο Βασίλειο αποφεύγοντας την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.). Την περίοδο από 3 Ιανουαρίου έως 2 Μαΐου 2002, τσιγάρα εισήχθησαν από την Ελλάδα, τη Νότιο Αφρική και το Βέλγιο με αερομεταφερόμενα φορτία, εμπορευματοκιβώτια θαλάσσης και οδικές μεταφορές. Ο συνολικός αριθμός των ανιχνευμένων τσιγάρων ήταν 7.512.400 με διαφεύγον κέρδος για την Κυβέρνηση της Βρετανίας ύψους 1.029.200 λιρών. Δεν πληρώθηκε ο Ε.Φ.Κ. Η θέση της ποινικής δίωξης είναι ότι ο ρόλος του κ. Χ στη σύσταση συμμορίας ήταν η παροχή τσιγάρων από την Ελλάδα. Σε διάφορες περιπτώσεις τσιγάρα εισήχθησαν από την Ελλάδα, όπως: Στις 10 Φεβρουαρίου μία αποστολή, που έφερε την περιγραφή εμφιαλωμένου νερού, απεστάλη από τη ... στο ....Τα τσιγάρα βρέθηκαν κρυμμένα σε ένα κοντέϊνερ με εμφιαλωμένο νερό που εισήχθη στο .... Μέσα στην αποστολή βρέθηκαν 998.400 ... size τσιγάρα φίλτρου. Στις 22 Φεβρουαρίου μία αποστολή προϊόντων, που έφερε την περιγραφή ρούχων για μωρά μεταφέρθηκε από την Ελλάδα στο Κέντρο Αεροπορικής Μεταφοράς Φορτίων του .... Μέσα στην αποστολή βρέθηκαν 300.800 ...size τσιγάρα φίλτρου. Στις 4 Απριλίου μία αποστολή προϊόντων που έφερε την περιγραφή 12 κουτιών με ενδύματα στάλθηκε από τον ... στο Ηνωμένο Βασίλειο σε μία πτήση από την .... Μέσα στην αποστολή βρέθηκαν 201.600 ... size τσιγάρα φίλτρου. Ο κ. Χ είναι έλληνας υπήκοος και δεν διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά τη διάρκεια κάθε εισαγωγής ή κατάσχεσης βρέθηκε να ταξιδεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κανόνισε για τα τσιγάρα να εισαχθούν από την Ελλάδα γνωρίζοντας ότι δεν θα πλήρωνε τον Ε.Φ.Κ. Δεν είχε νόμιμη επιχείρηση ούτε στο Ηνωμένο Βασίλειο ούτε στην Ελλάδα. Ήρθε στο Ηνωμένο Βασίλειο πέντε φορές την περίοδο από 3 Ιανουαρίου έως 6 Απριλίου 2002. Αυτά τα ταξίδια έλαβαν χώρα είτε αμέσως πριν την ολοκλήρωση των Εισαγωγών είτε αμέσως μετά την κατάσχεση των τσιγάρων. Σε κάθε ταξίδι είχε συναντήσεις με δύο άνδρες, τον ... και τον .... Οι συναντήσεις έλαβαν χώρα στο ξενοδοχείο ... στο ... και στο ... στο αεροδρόμιο του .... Τους παρακολούθησαν αξιωματικοί του Τελωνείου του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι .... και ... έχουν ήδη καταδικαστεί για τη συμμετοχή τους στις εισαγωγές. Ο ... καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας 4 ετών και ο ... σε ποινή στερητική της ελευθερίας 14 μηνών. Συνολικά 8 άτομα έχουν καταδικαστεί. Σε όλους έχουν επιβληθεί ποινές στερητικές της ελευθερίας. 0 κ. Χ συνελήφθη στο αεροδρόμιο του ... στις 23 Ιανουαρίου 2003 από αξιωματικούς του Τελωνείου του Ηνωμένου Βασιλείου με την υποψία ότι απέφευγε να καταβάλει τον Ε.Φ.Κ., εν γνώσει του και ανακρίθηκε. Στις 24 Ιανουαρίου 2003 του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για σύσταση συμμορίας με σκοπό τη δόλια αποφυγή καταβολής του Ε.Φ.Κ. Παρουσιάστηκε στο Πρωτοδικείο του Λίβερπουλ (Liverpool Magistrates Court) την ίδια μέρα και προφυλακίστηκε για να παρουσιαστεί στο Κακουργοδικείο του Λίβερπουλ (Liverpool Crown Court) στις 31 Ιανουαρίου 2003. Στις 31 Ιανουαρίου 2003 το Κακουργοδικείο του Λίβερπουλ (Liverpool Crown Court) του χορήγησε προσωρινή αποφυλάκιση επί εγγυήσει υπό τις προϋποθέσεις ότι θα καταθέσει εγγύηση ύψους 50.000 λιρών στο Δικαστήριο, θα διαμένει σε συγκεκριμένη διεύθυνση στο Λονδίνο, θα παραδώσει το διαβατήριο του και θα δίνει αναφορά στο Αστυνομικό Τμήμα του Wood Green τρεις φορές την εβδομάδα. Η εγγύηση και το διαβατήριο κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Ωστόσο, ποτέ δεν έδωσε αναφορά στο Αστυνομικό Τμήμα του Wood Green και δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο". Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εντάλματος η σύσταση συμμορίας παραβιάζει την ενότητα 170 (2) (α) του Τελωνειακού Κώδικα του Ηνωμένου Βασιλείου (Customs and Excise Management (Act) 1979 και την ενότητα 1 (1) του Ποινικού Κώδικα (Criminal Low Act) 1977 με βάση τις οποίες απειλείται ποινή φυλάκισης με ανώτατο όριο τα 7 έτη. Οι διατάξεις αυτές έχουν ως ακολούθως "ΕΝΟΤΗΤΑ 1 (1) ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ (CRIMINAL LAW ACT) 1977 - Σύσταση συμμορίας: (1) Με την επιφύλαξη των κάτωθι διατάξεων αυτού του Τμήματος του Κώδικα, εάν ένα πρόσωπο ή πρόσωπα συμφωνήσει με κάποιο άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα ότι θα ακολουθήσουν συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς ο οποίος, εάν η συμφωνία λάβει χώρα βάσει των προθέσεων τους, είτε (α) θα επιφέρει ή θα συνεπάγεται τη διάπραξη οποιασδήποτε αξιόποινης πράξης ή πράξεων από ένα η περισσότερα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας, είτε (β) θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι τέτοιο εάν δεν υπήρχαν στοιχεία τα οποία καθιστούν τη διάπραξη της αξιόποινης πράξης ή πράξεων αδύνατη, κρίνεται ένοχος για σύσταση συμμορίας προς διάπραξη της εν λόγω αξιόποινης πράξης ή πράξεων". "ΔΟΛΙΑ ΑΠΟΦΥΓΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ Ε.Φ.Κ. - ΕΝΟΤΗΤΑ 17 0 Τελωνειακού Κώδικα του Ηνωμένου Βασιλείου (Customs and Excise Management Act)1979-(2)Με την επιφύλαξη κάθε διάταξης του Τελωνειακού Κώδικα του Ηνωμένου Βασιλείου(Customs and Excise Management Act) 1979, εάν κάποιο πρόσωπο, σε σχέση με υλικά αγαθά αποφύγει ή αποπειραθεί να αποφύγει εν γνώσει του με οποιοδήποτε δόλιο τρόπο την καταβολή (α) οποιουδήποτε δασμού εφαρμοζομένου σε αγαθά θα κριθεί ένοχος για την αξιόποινη πράξη βάσει της παρούσης ενότητας και ίσως συλληφθεί. (3) κάθε πρόσωπο που κρίνεται ένοχο για την αξιόποινη πράξη βάσει της παρούσης ενότητας θα υπόκειται (β) με συνοπτική διαδικασία στην καταβολή προστίμου οποιουδήποτε ποσού, ή σε φυλάκιση μέγιστης διάρκειας 7 ετών, ή και στα δύο". Η πρώτη πράξη όπως περιγράφεται στο ένταλμα, συνιστά έγκλημα σχετικά με φόρους και τελωνεία. Το Ελληνικό ποινικό δίκαιο προβλέπει ως αξιόποινη πράξη, μεταξύ άλλων και τη λαθρεμπορία, δηλαδή την εντός του τελωνειακού εδάφους της χώρας εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο και την τιμωρεί σε βαθμό πλημμελήματος με ποινή φυλάκισης το ανώτατο όριο της οποίας είναι τα 5 έτη (άρθρα 45, 98 παρ. 1 του ΠΚ, 53, 94, 155 και 157 του Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", τέτοια δε πράξη λαθρεμπορίας, υπό τα εκτιθέμενα στο ένταλμα περιστατικά, στρεφόμενη όμως κατά του Κράτους του Ηνωμένου Βασιλείου (και όχι του Ελληνικού), τελεσθείσα από κοινού και κατ' εξακολούθηση, δια της δια μερικότερων πράξεων εισαγωγής στο έδαφος του εμπορευμάτων και δη τσιγάρων υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, χωρίς την άδεια των τελωνειακών αρχών του και χωρίς την καταβολή του φόρου, είναι και η παραπάνω πράξη η οποία αποδίδεται στον εκζητούμενο. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν, ο χρόνος παραγραφής της αποδιδόμενης στον εκζητούμενο πράξεως, λαμβάνεται υπόψη, κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και αφού η πράξη για την οποία ζητείται η εκτέλεση του εντάλματος συλλήψεως τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 3 Ιανουαρίου έως 2 Μαΐου 2002 έχει υποκύψει σε παραγραφή, γεγονός που έχει ως συνέπεια την απαγόρευση της εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση του εκζητούμενου και να εξαφανιστεί η απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με την οποία αποφασίστηκε η εκτέλεση του παραπάνω εντάλματος σύλληψης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και κατ' ουσία την έφεση. Εξαφανίζει τη με αριθμό 39/2009 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με την οποία διατάχθηκε η εκτέλεση του από 20-11-2008 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Επαρχιακού Δικαστηρίου City of Westminster Magistrates Court του Ηνωμένου Βασιλείου, που αφορά τον εκζητούμενο Χ. Και Αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το παραπάνω ένταλμα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κατά Έλληνος. Δέχεται έφεση. Εξαφανίζεται η απόφαση του Εφετείου διότι η πράξη που αποδίδεται στον εκζητούμενο, χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία και παραγράφηκε κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα.
Έκδοση
Έκδοση.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1265/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. .... ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρίζο, 2. Χ2, κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κεχαγιόγλου, 3. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαρκουλάκο και 4. ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση, περί αναιρέσεως της 1364, 1411, 1645/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: ... και 2. ... Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παραστάθηκε. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Οκτωβρίου 2008, 11 Νοεμβρίου 2008, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 27 Φεβρουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους, 7 Νοεμβρίου 2008 και 11 Νοεμβρίου 2008 τέσσερις χωριστές αιτήσεις αναιρέσεώς τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2008/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ H απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως είναι και η περί απορρίψεως αιτήματος αναβολής ή οποιασδήποτε ενστάσεως του κατηγορουμένου. Επίσης, ιδιαίτερα πρέπει να αιτιολογείται όπως πιο πάνω και η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών που προβάλλει ο κατηγορούμενος. Τέτοιοι ισχυρισμοί, είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητος καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, , όταν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 211 εδ. α' του ΚΠοινΔ, με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο κατά την αποδεικτική διαδικασία, όσοι άσκησαν και ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ.1 του ΚΠοινΔ, καλυπτόμενη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Αν όμως προταθεί με αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, η τυχόν απόρριψή του πρέπει να αιτιολογείται ειδικά όπως παραπάνω. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο εκ των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων Χ1, πρόβαλε στο ακροατήριο, παραδεκτά κατά την έναρξη της διαδικασίας, τον αυτοτελή ισχυρισμό να μην επιτραπεί να καταθέσουν στο ακροατήριο ως μάρτυρες κατηγορίας οι αστυνομικοί Μ1, Μ2 και Μ3 ούτε να αναγνωσθούν οι προανακριτικές καταθέσεις αυτών, για το λόγο ότι όλοι είχαν εκτελέσει προανακριτικά καθήκοντα στην υπόθεση αυτή, όπως συμμετοχή, ως προανακριτικοί υπάλληλοι, σε καταθέσεις άλλων μαρτύρων, σε έρευνες, κατασχέσεις και συλλήψεις, όπως οι ίδιοι συνομολογούν στις προανακριτικές καταθέσεις τους και προκύπτει, ιδία για τον Μ1 , από τις από αναφερόμενες στον καταχωρηθέντα στα πρακτικά έγγραφο ισχυρισμό πέντε συγκεκριμένες εκθέσεις ένορκης εξετάσεως συγκεκριμένων μαρτύρων, που αυτός συμμετέσχε ως δεύτερος προανακριτικός υπάλληλος και αφορούν την ίδια δικαζόμενη υπόθεση. Το Δικαστήριο, με τη με αριθ. 1364/2008 παρεμπίπτουσα απόφασή του, μετά απορριπτική πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας και χωρίς να αναγνώσει κανένα έγγραφο, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά αυτού, απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό και προχώρησε στην εξέταση των παραπάνω μαρτύρων κατηγορίας, με την εξής αιτιολογία: "Επειδή, η ένσταση των συνηγόρων υπεράσπισης του δεύτερου και έκτου των κατηγορουμένων, να μην επιτραπεί να καταθέσουν οι μάρτυρες αστυνομικοί Μ1, Μ2 και Μ3 ή να μην διαβαστούν οι καταθέσεις τους που είχαν δώσει κατά την προδικασία, γιατί είχαν εκτελέσει προανακριτικά καθήκοντα στην υπόθεση αυτή, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον ναι μεν κατά την διάταξη του άρθρου 211 Κ.Π.Δ., με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο εκείνοι οι οποίοι στην ίδια υπόθεση άσκησαν ανακριτικά (και προανακριτικά) καθήκοντα, πλην όμως από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τις προανακριτικές καταθέσεις που φέρονται να λήφθηκαν, με την συμμετοχή των ως άνω μαρτύρων αστυνομικών, προκύπτει ότι η συμμετοχή τους κατά την προδικασία είχε σχέση κυρίως με την έρευνα της δολοφονίας του Θ1, πράξη για την οποία είχε παύσει προσωρινά η ποινική δίωξη". Όμως, η παραπάνω αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον υφίσταται ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και δη αν η συμμετοχή των άνω τριών μαρτύρων αστυνομικών σε προανακριτικές πράξεις ερευνών και εξετάσεων μαρτύρων στην προδικασία, αφορούν άλλη συναφή υπόθεση, της δολοφονίας του Θ1, με τη χρησιμοποίηση στο αιτιολογικό της λέξεως "κυρίως" ή αφορούν και την εκδικαζόμενη υπόθεση, αφού η λέξη κυρίως σημαίνει ότι αφορούν και σε άλλη υπόθεση. Επίσης αναφέρεται ότι για το σχηματισμό της απορριπτικής κρίσεώς του το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν", ενώ από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι ουδέν έγγραφο αναγνώσθηκε και έτσι δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα και ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ1. Περαιτέρω, αφού το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση των άνω αστυνομικών μαρτύρων κατηγορίας και στην καταδίκη των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, με χρήση και των καταθέσεων των μαρτύρων αυτών, υπερέβη την εξουσία του και υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η ΚΠοινΔ πλημμέλεια, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού λόγου αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ2. Οι άνω λόγοι αναιρέσεως, που γίνονται δεκτοί ως παραπάνω, πρέπει, κατά αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 511 του ΚΠοινΔ, να γίνουν δεκτοί και ως προς τους λοιπούς συγκατηγορουμένους αναιρεσείοντες, αφού οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως αυτών, είναι παραδεκτές και περιέχουν ένα τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, εκείνον της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ. Μετά ταύτα, παρελκούσης ως αλυσιτελούς, της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθ. 1364,1411,1645/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εγκληματική Οργάνωση κλπ. Δεκτοί ως βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄, Δ΄, Η΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη ενστάσεως μη εξετάσεως ως μαρτύρων τριών αστυνομικών που είχαν ασκήσει προανακριτικά καθήκοντα στην υπόθεση (211 εδ. Α΄ ΚΠΔ), για απόλυτη ακυρότητα, λόγω λήψης υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν και διότι περαιτέρω προχώρησε σε καταδίκη με χρήση και των παραπάνω μαρτυρικών καταθέσεων, καθ' υπέρβαση εξουσίας (358, 369 ΚΠΔ) - (ΑΠ 965/2008). Αναιρεί και παραπέμπει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Οργάνωση εγκληματική.
0
Αριθμός 1264/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κυπριωτάκη, περί αναιρέσεως της 32933/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.9.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1685/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής" όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, εντός οκτώ ημερών από την ημερομηνία εκδόσεως και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη. Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις, και τον σκοπό της διατάξεως του άνω άρθρου, προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι δράστης [αυτουργός] του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή, χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως [υπογράφει το έγγραφο της επιταγής] και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, το δε έγκλημα δεν πραγματώνεται αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή μετά την πάροδο οκτώ ημερών, από την αναγραφόμενη επί του τίτλου ημερομηνία εκδόσεως. Περαιτέρω, το στοιχείο του χρόνου εκδόσεως της ακάλυπτης επιταγής πρέπει να καθορίζεται με σαφήνεια στην καταδικαστική απόφαση. Και ναι μεν δεν είναι αναγκαίο η ημερομηνία του χρόνου εκδόσεως να είναι και η αληθής, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται χωρίς αντιφάσεις και ασάφεια, διότι στην αντίθετη περίπτωση υπάρχει έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δημιουργουμένης συγχύσεως ως προς ποια ημερομηνία καθορίζει το Δικαστήριο ότι δέχεται ως ημερομηνία εκδόσεως εκ της οποίας στην συνέχεια εξαρτάται-προσδιορίζεται η έναρξη της προς εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή οκταημέρου (άρθρα 28, 29 ν. 5960/1933) προθεσμίας, ως επίσης ο υπολογισμός του χρόνου παραγραφής και η εξουσία και η ικανότητα προς έκδοση του εκδόσαντος αυτήν. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το οποίο παραπέμπει στο διατακτικό, ως προς τον χρόνο εκδόσεως της επίδικης επιταγής, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση εξέδωσε την υπ' αριθ. ... επιταγή της Εθνικής τράπεζας, ποσού 29.350 ευρώ, σε διαταγή του Ψ1, η οποία επιταγή όταν εμφανίστηκε νόμιμα για πληρωμή στις ... στην άνω πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα, όπως βεβαιώθηκε πάνω στο σώμα της επιταγής και στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον εκδότη κατηγορούμενο, του ότι στην ... εξέδωσε την εν λόγω τραπεζική επιταγή, στις ..., και αυτή, εμφανισθείσα στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή στις .., δεν πληρώθηκε κατά τα παραπάνω. Όμως, από τα πιο πάνω δημιουργείται ασάφεια, ως προς το χρόνο εκδόσεως της επιταγής που αναφέρεται η ..., ενώ από την παραδεκτά επισκοπούμενη επιταγή αυτή προκύπτει ότι εκδόθηκε στις ... και όχι στις ... και περαιτέρω, αφού εμφανίστηκε προς πληρωμή στις ... γεννάται ζήτημα περί του εμπροθέσμου της εμφανίσεως της επιταγής αυτής στην τράπεζα και περί της πραγματώσεως ή μη του εν λόγω εγκλήματος. Επομένως η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος για ελλιπή αιτιολογία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 79 παρ. 1 ν. 5960/1933 ως και στέρηση της αποφάσεως νομίμου βάσεως ως προς την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, είναι βάσιμη, γι' αυτό και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα κρίση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, τη με αριθ. 32933/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Άρθρο 79 παρ. 1 Ν. 5960/33. Βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δημιουργείται ασάφεια, ως προς το χρόνο εκδόσεως της επιταγής που αναφέρεται η 25.4.2003, ενώ από την παραδεκτά επισκοπούμενη επιταγή αυτή προκύπτει ότι εκδόθηκε στις 25.7.2003 και όχι στις 25.4.2003 και περαιτέρω, αφού εμφανίστηκε προς πληρωμή στις 30.7.2003, ήτοι γεννάται ζήτημα περί του εμπροθέσμου της εμφανίσεως της επιταγής αυτής στην τράπεζα και περί της πραγματώσεως ή μη του εν λόγω εγκλήματος. Επομένως η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος για ελλιπή αιτιολογία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρο 79 παρ. 1 ν. 5960/1933 ως και στέρηση της αποφάσεως νόμιμου βάσεως ως προς την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, είναι βάσιμη γι' αυτό και πρέπει, κατά παραδοχή, να αναιρεθεί η απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νομίμου βάσεως έλλειψη, Τραπεζική επιταγή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1263/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης .... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαλεβίτη, περί αναιρέσεως της 59399/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 752/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 156 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του ,έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. δ ΚΠοινΔ προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠοινΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ'αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ1 και 2 ΚΠοινΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠοινΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι μπορούν να προβάλλονται με την έφεση, είναι και η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή ή και οποιαδήποτε άλλη τυπική ακυρότητα. Από τη με αριθ. 5071/12-4-2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς της, είχε προβάλει με αυτή, επί λέξει, τα εξής: "την παρούσα έφεση την ασκώ εκπροθέσμως, διότι δεν έλαβα γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος, ούτε της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθόσον οι επιδόσεις έγιναν ακύρως ως αγνώστου διαμονής στο Δήμο ..., ενώ ήμουν γνωστής διαμονής στην άνω διεύθυνση, ..., όπου δεν αναζητήθηκα σύμφωνα με το άρθρο 156 παρ.2 ΚΠΔ, όπου και μέχρι σήμερα κατοικώ. Επιπλέον των ανωτέρω, η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως είναι άκυρη, καθόσον το αποδεικτικό επιδόσεως δε φέρει ούτε καν τη λέξη "ο παραλαβών", ούτε σφραγίδα και υπογραφή του παραλαβόντος την απόφαση υπαλλήλου του Δήμου, εντεταλμένου προς τούτο". Κατά την εκδίκαση της εφέσεώς της η ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δια του συνηγόρου της, που την εκπροσώπησε στο Δικαστήριο, δήλωσε ότι αυτή "δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως και ζήτησε να εξετασθεί ως μάρτυρας αποδείξεως περί του εμπροθέσμου της εφέσεως, η ...", μάρτυρας η οποία και εξετάσθηκε ενόρκως και κατέθεσε τα εξής: "Στις 15-6-2001 έμενε στη ..., από το 1991 μέχρι σήμερα. Επειδή είναι πολυκατοικία με πολλά διαμερίσματα γι'αυτό έγινε λάθος δε δόθηκε πολύ σημασία δεν έψαξε καλά. Ήταν γνωστή διεύθυνση στις Αρχές. Δεν έχει κληθεί από την αρχή να δώσει διεύθυνση". Στη συνέχεια, ο συνήγορος της εκκαλούσας προσκόμισε στο Δικαστήριο, προς απόδειξη των άνω ισχυρισμών του περί γνωστής διαμονής συνέχεια στην άνω ίδια γνωστή διεύθυνσή της στην ..., τα σε αυτή οκτώ δημόσια έγγραφα ετών 1994-2003, τα οποία και αναγνώσθηκαν. Με όσα εξέθεσε η κατηγορούμενη αναιρεσείουσα στην πιο πάνω έφεσή της προέβαλε ακυρότητα του αποδεικτικού της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής, ισχυριζόμενη ότι ήταν και παραμένει γνωστής διαμονής, στην άνω ίδια διεύθυνση της οδού ... που αναζητήθηκε και εσφαλμένα της επιδόθηκε η απόφαση ως άγνωστης διαμονής. Το αποδεικτικό επιδόσεως όμως, κατ'άρθρον 162 ΚΠοινΔ, έχει αποδεικτική δύναμη και παράγει πλήρη απόδειξη μέχρις προσβολής του για πλαστότητα, μόνον ως προς τα βεβαιούμενα ότι έγιναν από το όργανο επιδόσεως, όχι και για ζητήματα που δεν έγιναν από το ίδιο και μπορούν να ανατραπούν με προσκόμιση αντιθέτων αποδείξεων, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη για το ζήτημα του τόπου κατοικίας και το άγνωστο της διαμονής της ενδιαφερομένης κατηγορουμένης. (ΑΠ 1603/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθ. 59399/2007 απόφασή του, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την με αριθ. εκθ. 5071/12-4-2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθ.9235/26-1-2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνη είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως τριών ετών, για παράβαση του Α.Ν. 86/1967 (μη έγκαιρη καταβολή εισφορών προ το ΙΚΑ), με την ακόλουθη αιτιολογία: "Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ όπως ισχύουν το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο εκτός άλλων περιπτώσεων και εκ της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο για να έχει τη νόμιμη αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγω ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή ή άλλη δημόσια υπηρεσία (π.χ. Δ.Ο.Υ. κ.λ.π.). Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. (ΑΠ 1382/2004 Ποιν. Δικ. 2005.166, ΑΠ 745, 1112/2006 Ποιν. Δικ. 2006.1139, 1461 και ΑΠ 787/2007 Ποιν. Δικ. 2007 1232). Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα - κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι εκπροθέσμως άσκησε την κρινόμενη έφεσή της κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 9235/2000 καταδικαστικής απόφασης του Μον. Πλημ/κείου Αθηνών για παράβαση του ΑΝ 86/67 διότι δεν έλαβε γνώση αυτής που του κοινοποιήθηκε ως αγνώστου διαμονής, ενώ εκείνος είχε γνωστή διαμονή. Δεν αναφέρει όμως στην έφεσή της αλλ' ούτε και στο ακροατήριο κατά την σημερινή δικάσιμο εάν τη φερόμενη αυτή, ως γνωστή τελευταία διαμονή της είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελικη Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Επομένως νομίμως συζητήθηκε (και επιδόθηκε) την 15/6/01 στην γνωστή στην Εισαγγελία διεύθυνσή της, δηλ. επί της οδού ... (βλ. το από ... αποδ. Επίδοσης του Αστυφ. Α.Τ. ...) ως τελευταία γνωστή κατοικία της. Συνεπώς η κρινόμενη έφεση η οποία ασκήθηκε την 12/4/2007 ασκήθηκε εκπρόθεσμα και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Είναι δε χαρακτηριστική και η κλήση για το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την δικάσιμο της 26/1/2000 επιδόθηκε νομότυπα ως αγνώστου διαμονής στην ίδια δ/νση ... συνοδευόμενη με σχετική βεβαίωση ότι η κ/νη ήτο άγνωστη. Με άλλα λόγια δεν είναι δυνατόν δύο όργανα επίδοσης σε διαφορετικό χρόνο να αμέλησαν να ανεύρουν την κ/νη πέραν του ότι τα αποδεικτικά επίδοσης μόνο της προσβάλλονται και που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Τέλος το σήμερον προσβαλλόμενο αποδεικτικό επίδοσης (15/6/01) έχει όλα τα στοιχεία εγκυρότητός του". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, σε σχέση με τους προβληθέντες ως άνω από την αναιρεσείουσα, ως εκκαλούσα, ισχυρισμούς της, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αυτή, ουδόλως αναφέρεται, στο περιεχόμενο των αναγνωσθέντων οκτώ εγγράφων και στην αντίθετη κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρος, που ουδόλως αντικρούει, ότι δηλαδή η εκκαλούσα συνέχεια από το 1991 μέχρι και την ημέρα εκδικάσεως της εφέσεως, διέμενε στην ιδία ..., όπου δεν ανευρέθηκε από το όργανο επιδόσεως. Ήτοι, αφού δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, καθόσον δεν μνημονεύονται, ούτε καν στην αρχή του αιτιολογικού, όπου δεν αναφέρονται καθόλου τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, ούτε κατά την παράθεση των πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία απορρίφθηκαν οι ως άνω ισχυρισμοί της εκκαλούσας - κατηγορουμένης, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, επειδή το Δικαστήριο της ουσίας είχε απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, καίτοι έχει επέλθει, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παραγραφή, λόγω παρόδου μέχρι σήμερα οκταετίας, ενόψει του χρόνου τελέσεως του πλημμελήματος της παραβάσεως του α.ν. 86/1967 για το οποίο έχει καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό η αναιρεσείουσα, στις 17-11-1998, ο Άρειος Πάγος δε θα παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, αλλά θα παραπέμψει την υπόθεση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο θα πρέπει να ερευνήσει εκ νέου το παραδεκτό της ασκηθείσας εφέσεως και μετά ταύτα να παύσει αυτό οριστικά τη δίωξη λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου συνεπεία παραγραφής. (Ολ. ΑΠ 3/1996). Ήτοι πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 59399/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κλήση ως άγνωστης διαμονής. Το αποδεικτικό επιδόσεως, κατ' άθρον 162 ΚΠΔ, έχει αποδεικτική δύναμη και παράγει πλήρη απόδειξη μέχρις προσβολής του για πλαστότητα, μόνον ως προς τα βεβαιούμενα ότι έγιναν από το όργανο επιδόσεως, όχι και για ζητήματα που δεν έγιναν από το ίδιο και μπορούν να ανατραπούν με προσκόμιση αντιθέτων αποδείξεων, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη για το ζήτημα του τόπου κατοικίας και το άγνωστο της διαμονής της ενδιαφερόμενης κατηγορουμένης. (ΑΠ 1603/2003). Βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επί του λόγου εφέσεως ότι το αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ήταν άκυρο και η εκκαλούσα ήταν γνωστής και όχι άγνωστης διαμονής στην ίδια διεύθυνση που το όργανο επιδόσεως δεν την βρήκε, διότι στο αιτιολογικό το Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον σε αυτή, ουδόλως αναφέρεται στο περιεχόμενο των αναγνωσθέντων οκτώ εγγράφων και στην αντίθετη κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρος, που ουδόλως αντικρούει, ότι δηλαδή η εκκαλούσα συνέχεια από το 1991 μέχρι και την ημέρα εκδικάσεως της εφέσεως, διέμενε στην ιδία οδό … αρ. … της …, όπου δεν ανευρέθηκε από το όργανο επιδόσεως. Ήτοι, αφού δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, καθόσον δεν μνημονεύονται, ούτε καν στην αρχή του αιτιολογικού, όπου δεν αναφέρονται καθόλου τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, ούτε κατά την παράθεση των πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία απορρίφθηκαν οι ως άνω ισχυρισμοί της εκκαλούσας - κατηγορουμένης, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, επειδή το Δικαστήριο της ουσίας είχε απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, καίτοι έχει επέλθει, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παραγραφή, λόγω παρόδου μέχρι σήμερα οκταετίας, ενόψει του χρόνου τελέσεως του πλημμελήματος της παραβάσεως του ν. 86/1967 για το οποίο έχει καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό η αναιρεσείουσα, στις 17-11-1998, ο Άρειος Πάγος δε θα παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, αλλά θα παραπέμψει την υπόθεση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο θα πρέπει να ερευνήσει εκ νέου το παραδεκτό της ασκηθείσας εφέσεως και μετά ταύτα να παύσει αυτό οριστικά τη δίωξη λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου συνεπεία παραγραφής. (Ολ.ΑΠ 3/1996). Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παραγραφή, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1262/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο, περί αναιρέσεως της 76, 76Α, 77, 94, 95/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τασιόπουλο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1102/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308 παρ. 1 εδ. α', 310 παρ. 1 και 2 και 311 εδ. α' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της θανατηφόρας σωματικής βλάβης, το οποίο είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, απαιτείται εκτός από το δόλο, έστω και ενδεχόμενο, του δράστη για το βασικό έγκλημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης του παθόντος και αμέλεια ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου, ο οποίος είχε ως αιτία την βαριά πάθηση του σώματος ή της διάνοιας του παθόντος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ διακρίνονται δύο είδη αμελείας: α) η αμέλεια χωρίς συνείδηση, όπου ο δράστης δεν προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ενώ θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει αν κατέβαλε την επιβαλλόμενη από το νόμο προσοχή και β) η συνειδητή αμέλεια (ενσυνείδητη), όπου ο δράστης προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να προέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά το αποκρούει και ενεργεί γιατί πιστεύει ότι δεν θα επέλθει. Αυτή η διάκριση προσδιορίζει την αμέλεια ως μορφή υπαιτιότητας του δράστη και γι' αυτό το Δικαστήριο πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του, για την πληρότητα της αιτιολογίας του, αν για το βαρύτερο αποτέλεσμα συνέτρεξε και αμέλεια του δράστη και ποιο συγκεκριμένο από τα αναφερόμενα ως άνω είδη αυτής. Ειδικότερα, για την θεμελίωση της αμελείας ως προς το τελευταίο αποτέλεσμα, απαιτείται να διαπιστωθεί, α) ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά την αντικειμενική κρίση, προσοχή την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, την συνήθη πορεία των πραγμάτων και την λογική, β) ότι αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, φυσιολογικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, μπορούσε να προβλέψει και αποφύγει το αποτέλεσμα, το οποίο δεν προείδε, είτε προέβλεψε μεν αυτό πίστευε όμως ότι θα αποφευγόταν και γ) ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεώς του και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του θύματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠοινΔ ιδρύεται και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, περίπτωση της οποίας είναι και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής που συντρέχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή, από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της Πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη γενικά τη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Ο Ξ και θύμα - όπως θα αναφερθεί παρακάτω - γεννήθηκε στη ... το έτος 1943. Ασκούσε το επάγγελμα του ναυτικού και από το έτος 1979 και εφεξής εργαζόταν στην εταιρία με την επωνυμία "... LTD". Στις 15-3-1996 αναχώρησε από την ... και ναυτολογήθηκε ως πρώτος μηχανικός στο υπό Κυπριακή σημαία Φ/Γ πλοίο της εν λόγω εταιρίας με την επωνυμία "..." το οποίο βρισκόταν στο λιμάνι ... των .... Στο ίδιο πλοίο εργαζόταν ως πλοίαρχος, από το Δεκέμβριο 1995, ο κατηγορούμενος, ο οποίος γεννήθηκε στην ... το έτος 1938. Οι σχέσεις των δύο ανδρών μέσα στο πλοίο δεν ήταν καθόλου καλές και σχεδόν καθημερινά διαπληκτίζονταν μεταξύ τους, όπως δε το ίδιο το θύμα είχε εκμυστηρευτεί σε συγγενείς και συναδέλφους του, ο κατηγορούμενος, σε στιγμές έντασης, τον είχε χτυπήσει. Αιτία των ερίδων τους αποτελούσε το γεγονός ότι το θύμα δεν εκτελούσε τις εντολές του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τις υποδείξεις του, και επί πλέον το γεγονός ότι το θύμα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες μπύρας. Στις 26-5-1996 το εν λόγω πλοίο με 27μελές πλήρωμα (9 Έλληνες και 18 απέπλευσε από το λιμάνι ... με προορισμό τους λιμένες της ... ... και ... και στη συνέχεια .. και ... .... Στις 19-6-1996 και λίγο μετά τις 17:00', καθόν χρόνο το πλοίο είχε φθάσει έξω από το λιμάνι ... της ... και βρισκόταν στη ράδα σε αναμονή του πλοηγού που θα το οδηγούσε μέσα στο λιμάνι, ο κατηγορούμενος κατέβηκε από τη γέφυρα και πήγε στην κουζίνα του πλοίου, για να παραγγείλει να του φέρουν φαγητό στον επικοινωνούντα με την κουζίνα χώρο της τραπεζαρίας, προκειμένου να δειπνήσει. Μέσα στο χώρο της κουζίνας, το δάπεδο της οποίας ήταν επενδεδυμένο με κεραμικό πλακάκι, σ' ένα διάδρομο, ήταν τοποθετημένο ένα παγκάκι μήκους 0,60 - 0,70 cm, πλάτους 0,30 cm, ύψους 0,50 - 0,55 cm και βάρους 6-7 κιλών περίπου, το οποίο συνήθως χρησιμοποιούσε ο παραμάγειρας όταν καθάριζε τα τρόφιμα (πατάτες, κρεμμύδια κ.λπ). Όταν ο κατηγορούμενος μπήκε στην κουζίνα, καθόταν στο προαναφερόμενο παγκάκι ο α' μηχανικός (θύμα) μαζί με το μάγειρα του πλοίου Ζ κουβεντιάζοντας, ενώ στις γούρνες της κουζίνας βρισκόταν ο παραμάγειρας Φιλιππινέζος υπήκοος .... πλένοντας πιάτα. Εισερχόμενος στην κουζίνα ο κατηγορούμενος δέχθηκε τις παρατηρήσεις του α' μηχανικού (θύματος), "γιατί δεν ερχόταν να γευματίσει στην ώρα του, αλλά καθυστερημένα", οπότε εκνευρισμένος απάντησε στον τελευταίο "να προσέχει σε ποιόν μιλά και τι λέει". Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έδωσε παραγγελία στο μάγειρα και κατευθύνθηκε στο χώρο της τραπεζαρίας, για να γευματίσει. Ο μάγειρας σηκώθηκε από το παγκάκι, για να ετοιμάσει την παραγγελία, ενώ ο α' μηχανικός (θύμα) παρέμεινε καθισμένος στο παγκάκι. Καθόν χρόνο ο κατηγορούμενος απομακρυνόταν από την κουζίνα, ο πρώτος μηχανικός τον εξύβρισε απευθύνοντας του τη φράση "άντε γαμήσου σκατομαλάκα". Οργισμένος τότε ο κατηγορούμενος γύρισε αστραπιαία πίσω και πλησιάζοντας από δεξιά στο σημείο που καθόταν ο α' μηχανικός, επιδιώκοντας να τον κτυπήσει, του επιτέθηκε και του κατάφερε με δύναμη γροθιά στο κεφάλι. Αιφνιδιασμένος και ζαλισμένος τότε ο α' μηχανικός και μη προλαβαίνοντας ν' αντιδράσει αποτελεσματικά, έγειρε προς τα πίσω, κτύπησε το κεφάλι του στα τοιχώματα της κουζίνας και χάνοντας την ισορροπία του έπεσε ανάσκελα κάτω συμπαρασύροντας το σκαμνάκι, με αποτέλεσμα να χτυπήσει εκ νέου το κεφάλι του στο δάπεδο και να προκληθούν μώλωπες στην πλάτη του, γεγονός το οποίο από αμέλεια του δεν πρόβλεψε ο κατηγορούμενος. Στα αμέσως επόμενα λεπτά που επακολούθησαν ο α' μηχανικός σηκώθηκε από το σημείο που είχε πέσει, ξεστόμισε κάποιες φράσεις χωρίς ειρμό, και κατευθυνόμενος στην καμπίνα του για να αναπαυθεί, κάλεσε τον μάγειρα Ζ, τελειώνοντας τη βάρδια του να πάει στην καμπίνα του να παίξουν χαρτιά. Περί ώρα 19:00' ο α' μηχανικός (θύμα) τηλεφώνησε στον β' μηχανικό του πλοίου... και αναφέροντας του ότι έχει πονοκέφαλο ζήτησε από τον τελευταίο να του πει πού έχει ασπιρίνες ή depon, για να αντιμετωπίσει τον πόνο. Περί ώρα 22:00' το πλοίο έδεσε στην προβλήτα και ο κατηγορούμενος έστειλε τον ανθυποπλοίαρχο ... να παραδώσει την αναφορά αφίξεως του πλοίου στον α' μηχανικό (θύμα). Πηγαίνοντας ο ανθυποπλοίαρχος στην καμπίνα του τελευταίου, τον βρήκε να κοιμάται ξαπλωμένος στο κρεβάτι του και άφησε την αναφορά επάνω στο γραφείο του. Μετά τα μεσάνυχτα και περί ώρα 01:30' πλεύρισε το πλοίο η φορτηγίδα πετρέλευσης και ο β' μηχανικός ... παρέπεμψε τον υπεύθυνο στον α' μηχανικό. Επιστρέφοντας ο υπεύθυνος παράδοσης του πετρελαίου ενημέρωσε τον β' μηχανικό ότι δεν βρήκε τον α' μηχανικό στην καμπίνα του, οπότε και οι δύο μαζί πήγαν πίσω στην καμπίνα του α' μηχανικού. Μπαίνοντας στην καμπίνα διαπίστωσαν ότι το κρεβάτι του ήταν άδειο, αλλά φαινόταν το πόδι του από την ανοιχτή πόρτα του μπάνιου. Εισήλθαν στο μπάνιο και βρήκαν τον α' μηχανικό πεσμένο στο πάτωμα, πίσω. από τη λεκάνη με το δεξί μάγουλο στο πάτωμα, χωρίς να έχει τις αισθήσεις του και να βαριανασαίνει, ενώ από το στόμα του είχε τρέξει ένα κοκκινωπό υγρό. Αμέσως ο β' μηχανικός ειδοποίησε τον κατηγορούμενο, οπότε και οι δύο μαζί τον μετέφεραν στο κρεβάτι του και χωρίς χρονοτριβή ο κατηγορούμενος ειδοποίησε τις πρώτες βοήθειες που έφθασαν αμέσως, και ο κατηγορούμενος συνόδευσε τον α' μηχανικό στο νοσοκομείο. Από τις πρώτες εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε αιμάτωμα στη δεξιά πλευρά του εγκεφάλου και κρίθηκε αναγκαία η χειρουργική επέμβαση για την φαίρεση του αιματώματος, η οποία και πραγματοποιήθηκε, και αφαιρέθηκε ένα μεγάλο εξωσκληρίδιο αιμάτωμα, πλην όμως η κατάσταση του εξακολούθησε να είναι σοβαρή με ελάχιστες πιθανότητες επιβίωσης, εξαιτίας δε αυτών των κακώσεων ως μόνης ενεργού αιτίας στις 22.6.96 περί ώρα 19:15' απεβίωσε. Σύμφωνα με την από 21.6.96 ιατρική αναφορά του νευροχειρούργου ..., που εξέτασε το θύμα κατά την είσοδο του στο νοσοκομείο, εξωτερικά βρέθηκε να έχει υποστεί μικρό μώλωπα και εκτριβή πάνω από το δεξιό βρεγματικό όγκο, ενώ η αξονική τομογραφία στην οποία υποβλήθηκε, έδειξε ένα μεγάλο δεξιό βρεγματικό εξωσκληρίδιο αιμάτωμα. Εξάλλου σύμφωνα με την από 30.6.96 αναφορά του ιατροδικαστή .... που εξέτασε το πτώμα του θύματος, ο τελευταίος διαπίστωσε ότι έφερε κάταγμα από τη βάση του κρανίου και τη δεξιά πλευρά, αιμορραγία στον μεσεγγέφαλο και υπαραχνοειδή αιμορραγία στη βάση του κρανίου. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της θανατηφόρας σωματικής βλάβης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Η εκδοχή την οποία υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, ότι δηλαδή κατά τη διάρκεια του επεισοδίου που είχε με το θύμα στη κουζίνα του πλοίου τις απογευματινές ώρες της 22-6-1996, δεν τον κτύπησε, αλλά σήκωσε το χέρι του για να τον κτυπήσει και εκείνος στην προσπάθεια του ν' αποφύγει το χτύπημα έκανε αποφευκτικό ελιγμό, γλίστρησε, και χάνοντας την ισορροπία του έπεσε από το παγκάκι κτυπώντας στο πάτωμα, και ως εκ τούτου σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του με την ενέργεια του αυτή δεν πραγματώθηκε η αντικειμενική υπόσταση του βασικού 4 εγκλήματος της σωματικής βλάβης, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εξάλλου, και αν ακόμα υποτεθεί ότι η ανωτέρω σωματική βλάβη δεν ολοκληρώθηκε για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της θανατηφόρας σωματικής βλάβης δεν απαιτείται η πραγμάτωση της σωματικής βλάβης να έχει ολοκληρωθεί και ως επακόλουθο να προκληθεί αιτιωδώς ο θάνατος του παθόντος αλλά αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της να επέλθει ο θάνατος του παθόντος ευθέως από μία ενέργεια του δράστη η οποία έτεινε στη σωματική του βλάβη. Συνεπώς στη συγκεκριμένη περίπτωση και αν ακόμα θεωρηθεί αληθινός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν κτύπησε τον παθόντα, αλλά κατευθύνθηκε προς αυτόν με πρόθεση να τον χαστουκίσει αλλά δεν πρόλαβε, διότι ο παθών έπεσε από το σκαμνί που καθόταν στο πάτωμα και κτύπησε, η ενέργεια του αυτή που έτεινε στη σωματική βλάβη του παθόντος, η οποία (βλάβη) επήλθε και εξ αυτής προκλήθηκε ο θάνατος του, αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της θανατηφόρας σωματικής βλάβης (βλ. ΑΠ 1140/77 ΠΧρ. ΚΗ 202, Ανδρουλάκη Ειδ. α 151 επ.). Άλλωστε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος γρονθοκόπησε το θύμα πριν από την πτώση του τελευταίου στο δάπεδο προκύπτει ευθέως από τις διηγήσεις του παρόντος στο επεισόδιο Φιλιππινέζου ναύτη .... στο ναύκληρο ...ι (βλ. τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο από 8.8.96 ενώπιον του σημ/ρου ΛΣ ... και από 24.9.96 ενώπιον του Πλ/ρχου ΛΣ ... προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων ... και .... Πρέπει ιδιαίτερα να σημειωθεί και ότι ο ..., β' μηχανικός του πλοίου κατά τον επίδικο χρόνο, κατέθεσε ότι όλο το πλήρωμα του πλοίου έλεγε ότι το θύμα το κτύπησε ο καπετάνιος. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται ακόμη περισσότερο και από τη σφοδρότητα της πτώσης του θύματος στο δάπεδο, την οποία πτώση σημειωτέον μπορούσε ευχερώς ν' αποφύγει το θύμα, αν δεν τον γρονθοκοπούσε ο κατηγορούμενος, ενόψει της σωματικής διαπλάσεώς του (ήταν 57 κιλά και είχε ύψος 1.80, βλ. την από 30.6.96 αναφορά του ιατροδικαστή ....), εξαιτίας της οποίας υπέστη κακώσεις κεφαλής και μώλωπες πάνω από την σπονδυλική του στήλη. Με τις κακώσεις δε αυτές συνδέεται αιτιωδώς το γεγονός της εκφοράς φράσεων χωρίς ειρμό του θύματος, του έντονου πονοκεφάλου τον οποίο αισθάνθηκε και ζήτησε παυσίπονα για να ανακουφισθεί, και της εν συνεχεία πτώσης στο μπάνιο της καμπίνας του". Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος θανατηφόρου σωματικής βλάβης, για την οποία κατηγορείται απορριπτόμενων των αυτοτελών ισχυρισμών του. Πρέπει όμως να γίνει δεκτό ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και ε' Π.Κ.". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και τον κήρυξε ένοχο του ότι: "στο ... της ... στις 19-6-1996 και επί του υπό Κυπριακή σημαία Φ/Γ ... ελλιμενισμένου στον άνω λιμένα ως πλοίαρχος αυτού, προκάλεσε σ' άλλον από πρόθεση σωματική βλάβη που είχε ως επακόλουθο το θάνατο του παθόντα, πράγμα που αυτός από αμέλεια, από έλλειψη δηλαδή της προσοχής που όφειλε εκ των περιστάσεων και ηδύνατο να καταβάλει, δεν προέβλεψε και συγκεκριμένα: τυγχάνων πλοίαρχος του υπό Κυπριακή σημαία Φ/Γ ..., που ανήκει στη ναυτιλιακή εταιρία "... LTD", που εδρεύει στη ... στο οποίο υπηρετούσε ως πρώτος Μηχανικός και ο παθών Ξ, κάτοικος εν ζωή ...., ενώ το πλοίο ήταν εν πλω- ελλιμενισμένο στο λιμάνι ..., αφού λογομάχησαν για ασήμαντη αφορμή, ούτος (κατηγορούμενος) γρονθοκόπησε τον άνω παθόντα στο σαγόνι του, την ώρα που αυτός ήταν καθήμενος σε σκαμνί, με αποτέλεσμα, που ο κατηγορούμενος δεν το προέβλεψε, να χάσει την ισορροπία του ο παθών, να κτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο και ακολούθως να πέσει επί του εδάφους και να υποστεί από τα συνεχή κτυπήματα κάταγμα στη δεξιά πλευρά του κρανίου, αιμορραγία στο μεσεγκέφαλο και υπαραχνοειδή αιμορραγία στη βάση του κρανίου, εκ των εμφανών δε αυτών κακώσεων επήλθε ο θάνατος αυτού στις 23-6-1996". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 6,26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 28, 29 και 311 περ.α σε συνδ. με άρθρο 308 παρ.1 α του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού, συμπληρούμενου και από το διατακτικό, που συνιστούν ενιαίο σύνολο, συνάγεται, : α) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται η συνδρομή του δόλου του κατηγορουμένου ως προς την επέλευση σωματικής βλάβης και η συνδρομή συγκεκριμένης αμέλειας αυτού και δη αμέλειας χωρίς συνείδηση ως προς το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου, γιατί ο κατηγορούμενος επέφερε με πρόθεση και με δύναμη γροθιές στο σαγόνι του παθόντος και από έλλειψη της δέουσας προσοχής που όφειλεν εκ των περιστάσεων και μπορούσε να καταβάλει, πλοίαρχος ων, δεν προέβλεψε το εγκληματικό αποτέλεσμα και δη την πτώση, το κτύπημα στο πάτωμα της κεφαλής και τον επελθόντα στη συνέχεια θάνατο, ενώ θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει αν κατέβαλε την επιβαλλόμενη από το νόμο προσοχή, μη προκύπτουσας ασάφειας ως προς το είδος της αμελείας που δέχθηκε, β) επαρκώς αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του βασικού εγκλήματος της σωματικής βλάβης στο σαγόνι και του βαρύτερου αποτελέσματος της από το κτύπημα αρχικής πτώσεως του θύματος στο πάτωμα και τραυματισμού του στο κρανίο και εντεύθεν δημιουργηθέντος βρεγματικού εξωσκληρίδιου αιματώματος και συνεπεία αιμορραγίας του μεσοεγκεφάλου επελθόντος θανάτου του θύματος, ενώ πλήρως αιτιολογημένα απορρίφθηκε ο υποβληθείς ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά τη διάρκεια της λογομαχίας του με το θύμα στην κουζίνα του πλοίου δεν τον κτύπησε, αλλά σήκωσε απλώς το χέρι του να τον κτυπήσει και εκείνος, ο θανών, έπεσε και κτύπησε γλιστρώντας στο πάτωμα, στην προσπάθειά του να αποφύγει το κτύπημα και χάνοντας την ισορροπία του, δεχθέν το Δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος κτύπησε με δυνατή γροθιά το θύμα στο σαγόνι, αλλά παραδεκτά, με επάλληλη αιτιολογημένη σκέψη, δέχθηκε, ότι ο τραυματισμός με την πτώση του θύματος και ο περαιτέρω θάνατος αυτού, επήλθε οπωσδήποτε αιτιωδώς σε κάθε περίπτωση, από την εν λόγω ενέργεια του κατηγορουμένου, που κινήθηκε προς τη μεριά του θύματος και σήκωσε το χέρι του με σκοπό που έτεινε στη σωματική βλάβη. Από την τελευταία αυτή παραδοχή, δε δημιουργείται σύγχυση ή ασάφεια περί του τι δέχθηκε τελικά το Δικαστήριο, γ) αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά και ιδίως οι μαρτυρικές καταθέσεις, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από την καθεμία χωριστά, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, εκ δε του γεγονότος ότι εξαίρονται ορισμένες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας ή οι αναγνωσθείσες καταθέσεις του μάρτυρα Ζ και δεν αναφέρεται το Δικαστήριο ειδικά και στο περιεχόμενο των καταθέσεων αυτού και των μαρτύρων υπερασπίσεως, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη και δε συνεκτίμησε και αυτές. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το Δικαστήριο απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το ίδιο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος δια των συνηγόρων του κατέθεσε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, το παρακάτω αίτημα αναβολής: "ο μάρτυρας Ζ, ο μάγειρας του πλοίου, είναι ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας στην υπόθεση, δεδομένου ότι το περιστατικό έγινε στην κουζίνα του πλοίου. Δεν εμφανίστηκε στο προηγούμενο Δικαστήριο και γι'αυτό το λόγο αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης, προκειμένου να βρεθεί η διεύθυνση κατοικίας του και να κληθεί. Η σύζυγός του δε γνωρίζει που βρίσκεται, αλλά μας διαβεβαίωσε τηλεφωνικά, ότι την σύνταξή του την παίρνει ο σύζυγός της από το ΝΑΤ. Προσπαθήσαμε να βρούμε την διεύθυνση που του δίδεται η σύνταξη του ΝΑΤ, αλλά λόγω προσωπικών δεδομένων δεν τα καταφέραμε. Ζητάμε από το Δικαστήριό σας, να αναβάλει ή να διακόψει την εκδίκαση της υπόθεσης εκ νέου, προκειμένου να διαταχθεί στο ΝΑΤ, η γνωστοποίηση της διεύθυνσης που δίδεται η σύνταξη στον μάρτυρα, ώστε να κληθεί και καταθέσει". Ο Εισαγγελέας της έδρας δήλωσε ότι είναι ανέφικτη η κλήτευση του άνω μάρτυρα και πρότεινε να αναγνωσθεί η κατάθεσή του και στη συνέχεια, το Δικαστήριο, που είχε ήδη αναβάλει την προηγούμενη δικάσιμο της 12-10 -2007, με τη με αριθ.416/2007 απόφασή του, για να κλητευθεί ο άνω απολιπόμενος μάρτυρας Ζ και άλλοι δύο απολιπόμενοι μάρτυρες του κατηγορητηρίου, απέρριψε το άνω αίτημα αναβολής, με την αιτιολογία, ότι η κλήτευση του μάρτυρα είναι ανέφικτη. Με δεδομένα δε, α) αυτά που εκτίθενται από τον ίδιο το συνήγορο του κατηγορουμένου, ότι δε γνωρίζει ούτε η σύζυγος του μάρτυρα και δε μπόρεσαν να βρουν την διεύθυνση κατοικίας του άνω μάρτυρα κατηγορίας, β) ότι από την επισκοπούμενη με αριθ. 416 /2007 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου, αναβλήθηκε η υπόθεση λόγω απουσίας των τριών μαρτύρων κατηγορίας μεταξύ των οποίων και ο Ζ και από την από 16-11-2007 βεβαίωση του Αρχιφύλακα του Α.Τ. Καλαμάτας ..., βεβαιώνεται ότι δεν επιδόθηκε η νέα από 7-11-2007 κλήση του Εισαγγελέα προς τον άνω μάρτυρα για τη δικάσιμο της 1-2-2008, δεν επιδόθηκε διότι δεν ανευρέθηκε στη δοθείσα διεύθυνσή του στην Καλαμάτα ή αλλού στο περιβάλλον των συγγενών του που αναζητήθηκε, έπεται ότι η παραπάνω αιτιολογία της παρεμπίπτουσας απορριπτικής του αιτήματος δευτέρας αναβολής αποφάσεως, περί ανεφίκτου κλητεύσεως του μη κλητευθέντος και απουσιάζοντος μάρτυρα, είναι, κατά τα άρθρα 349, 352 και 365 ΚΠοινΔ, νόμιμη και επαρκής, ήδη δε κατά την ανάγνωση των εγγράφων, αναγνώσθηκαν, χωρίς αντίρρηση του κατηγορουμένου, οι από 28-6-1996 και από 31-5-2000 ένορκες προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις αντίστοιχα του άνω απολιπόμενου μάρτυρα Ζ και η δοθείσα κατάθεση αυτού στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, του ΜΟΔ Αθηνών, μέσω των αναγνωσθέντων με αριθ. 342Α, 343,344,345,361,362,363/2003 πρακτικών αυτού και ουδέν υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου παραβιάστηκε. Συνεπώς, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-5-2008 αίτηση - δήλωση του Χ, για αναίρεση της με αριθμ. 76, 76Α, 77, 94, 95/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Θανατηφόρα σωματική βλάβη. Άρθρο 311 εδ. Α΄ ΠΚ. Έννοια. (ΑΠ 630/2005). Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου με εκ πλαγίου παράβαση είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη θανατηφόρα.
2
Αριθμός 1261/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Βασίλειο Πομόνη και Παναγιώτη Μπιτσαξή, για αναίρεση της με αριθμό 111/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Αναγνωστάκη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2008 κοινή αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.192/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ η έλλειψη ακροάσεως καθιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, λόγω ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, επέρχεται δε αυτή, κατά την παραπάνω διάταξη στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 370 Α του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 8 του ν. 3090/2002, όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοσκοπεί μη δημόσιες πράξεις τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος μαγνητοφωνεί ιδιωτική συνομιλία μεταξύ αυτού και τρίτου χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου (παρ. 2). Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος κάνει χρήση των πληροφοριών ή των μαγνητοταινιών ή των μαγνητοσκοπήσεων που αποκτήθηκαν με τους τρόπους που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού του άρθρου (παρ. 3). Η πράξη της παραγράφου 3 δεν είναι άδικη, αν η χρήση έγινε ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για την διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά (παρ. 4). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 177 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 2408/1996, "... αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή την λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός εάν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου ...". Κατά τα άρθρα 2 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδ. β', 9Α, 19 παρ. 1 και 3 και 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, με το από 6 Απριλίου 2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, "ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει ... Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων ... Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9 Α. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Τέλος κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "κάθε πρόσωπο δικαιούται στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Δεν επιτρέπεται επέμβαση δημοσίας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος αυτού παρά μόνο στο μέτρο που αυτή η επέμβαση προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρο το οποίο, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο δια την εθνική ασφάλεια, την δημοσία ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών αδικημάτων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας ή η χωρίς συναίνεση ενός προσώπου βιντεοσκόπηση προσωπικής και ιδιωτικής του ζωής, αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας και της ιδιωτικής ζωής αντίστοιχα. Η αποτυπώνουσα την ιδιωτική ζωή σχετική βιντεοταινία είναι απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού. Κατ' εξαίρεση όμως, κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη επιτρέπεται η λήψη τέτοιου αποδεικτικού μέσου εάν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και έχει εκδοθεί για το ζήτημα αυτό απόφαση Δικαστηρίου που να αιτιολογεί ειδικά τους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται η λήψη υπόψη του παράνομου αποδεικτικού μέσου και για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής στον κατηγορούμενο (Ολ. ΑΠ 1/2001 Πολιτική) και επιτρέπεται η χρήση αυτών ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για την διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά. Ο νόμος, αναφερόμενος μόνον για την περίπτωση κηρύξεως της ενοχής ή της επιβολής ποινής, ουδέν διαλαμβάνει περί του επιτρεπτού η μη της μαγνητοταινίας ως αποδεικτικού μέσου για την απόδειξη της αθωότητας του κατηγορουμένου. Ενόψει, όμως, της θεμελιώδους συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 που ανάγει σε πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας τον σεβασμό και την προστασία της ανθρώπινης αξίας, του γεγονότος ότι τα έννομα αγαθά της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας, τα οποία απολαύουν απόλυτης συνταγματικής προστασίας (άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος), τίθενται σε διακινδύνευση στην περίπτωση μη αποδείξεως της αθωότητας του κατηγορουμένου, κάμπτεται ο κανόνας του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος της μη χρήσεως των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, όταν αυτά αποτελούν το μόνο προτεινόμενο από αυτόν (κατηγορούμενο) αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αθωότητάς του, υπό τον περιορισμό πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), εάν δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας του εγκλήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο είναι το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητάς του. Περί όλων αυτών των ζητημάτων θα κρίνει το Δικαστήριο, το οποίο, σε καταφατική περίπτωση, θα συνεκτιμήσει τα ευνοϊκά σημεία του παράνομου αποδεικτικού μέσου για τον προτείνοντα αυτό κατηγορούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, οι συγκατη-γορούμενοι δια των συνηγόρων τους, ζήτησαν "να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο η βιντεοσκόπηση, καθώς και η έκθεση φωτογραφικής καταγραφής από δικαστικό γραφολόγο της βιντεοσκοπήσεως, που έγινε εντός της οικίας τους και εμφανίζει την παρανόμως εισελθούσα εγκαλούσα Ψ να διαπράττει κλοπές, για την απόδειξη δηλαδή της αθωότητάς τους, αφού από το περιεχόμενο της βιντεοσκοπήσεως αυτής προκύπτει ότι αυτοί δεν απέβλεπαν σε οποιοδήποτε παράνομο περιουσιακό όφελος, αλλά στην αποκατάσταση της ζημίας τους από τις σε βάρος τους κλοπές". Στην ανάγνωση και λήψη υπόψη της βιντεοταινίας αντέλεξε η πολιτικώς ενάγουσα δια του συνηγόρου της που δήλωσε ότι "η βιντεοκασέτα δεν είναι γνήσια, ούτε ακριβής κατά περιεχόμενο, αποτελείται από πλαστά μέρη, σε κάθε περίπτωση έχει αποκτηθεί με παράνομες πράξεις, κατά παράβαση της ιδιωτικής της ζωής και των προσωπικών της δεδομένων και κατά συνέπεια συνιστά παράνομο αποδεικτικό μέσο". Μετά ταύτα, το Εφετείο Αιγαίου, μετά πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας για απόρριψη του άνω αιτήματος των κατηγορουμένων, λόγω παρανόμου αποδεικτικού μέσου, απέρριψε το σχετικό αίτημα με την ακόλουθη αιτιολογία : "Κατά το άρθρο 304§ι του ΚΠοινΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους, ή δεν προσεβλήθησαν ως πλαστά (ΑΠ 1004/2004). Στην κατηγορία δε των ιδιωτικών εγγράφων περιλαμβάνονται οι βιντεοταινίες, στις οποίες απεικονίζονται κινηματογραφικές αναπαραστάσεις και οι φωτογραφίες. Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι, για να αναγνωσθούν έγγραφα δημόσια ή ιδιωτικά που προσκομίζονται κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, πρέπει κατ' επιταγή του άρθρου αυτού να είναι αναμφισβήτητης γνησιότητος, δηλαδή εάν αμφισβητηθεί η γνησιότητά τους από τους διαδίκους ή τον Εισαγγελέα, δεν είναι δυνατόν να αναγνωσθούν, εάν δεν αποδειχθεί αυτή (γνησιότητα) με κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Θέλει, δηλαδή, ο νομοθέτης το αναγνώσιμον έγγραφο να είναι γνήσιο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι κατηγορούμενοι προς υπεράσπισή τους προσκόμισαν προς "ανάγνωση" μια βιντεοκασέτα και φωτογραφίες που λήφθηκαν εξ αυτής (ο χρόνος λήψεως των οποίων δεν προσδιορίζεται), στις οποίες ισχυρίζονται ότι απεικονίζεται η μηνύτρια καθ'όν χρόνο αυτή τέλεσε εντός της οικίας τους το έγκλημα της κλοπής και το οποίον σχετίζεται με την πράξη της εκβιάσεως που αυτοί φέρονται ότι αυτοί τέλεσαν σε βάρος της μηνύτριας. Τα ως άνω "έγγραφα", τα οποία προσκομίζονται από τους κατηγορούμενους για πρώτη φορά στο Εφετείο και δεν αποτελούν στοιχείο της δικογραφίας, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της μηνύτριας, με δήλωσή του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, τα αμφισβήτησε ως προς την γνησιότητά τους και μάλιστα δήλωσε ότι η βιντεοκασέτα αποτελείται από πλαστά μέρη και εναντιώθηκε στην ανάγνωσήτους. Μετά ταύτα, κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, δεν διαπιστώθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η γνησιότητα των εν λόγω προσκομιζόμενων "εγγράφων" από τα υπόλοιπα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Κατ' ακολουθίαν τωνπαραπάνω και εφόσον οι κατηγορούμενοι δεν ισχυρίζονται ότι τα ως άνω "έγγραφα" είναι το μοναδικό αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αθωότητάς τους, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει αυτά να αναγνωσθούν και ληφθούν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του στην προκειμένη υπόθεση". Με τις άνω παραδοχές, ότι δηλαδή η εν λόγω βιντεοταινία κατά την επ'ακροατηρίου διαδικασία, μετά την αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτής από την πολιτική αγωγή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου μετά διερεύνηση, δεν διαπιστώθηκε η γνησιότητά της από τα υπόλοιπα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ενώ οι κατηγορούμενοι, που την προσκόμιζαν το πρώτον στο δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο, δεν ισχυρίσθηκαν ότι ήταν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο το οποίο διέθεταν και πρότειναν για την απόδειξη της αθωότητάς τους, το Εφετείο που απέρριψε το αίτημα και δεν επέτρεψε την ανάγνωση και τη λήψη υπόψη της εν λόγω βιντεοταινίας και της εκθέσεως φωτογραφικής καταγραφής αυτής, δεν στέρησε τους κατηγορουμένους οιουδήποτε υπερασπιστικού δικαιώματος, το οποίο ρητά παρέχεται από τον νόμο, ουδεμία παραβίαση συνταγματικών διατάξεων ή διατάξεων της ΕΣΔΑ έγινε και εντεύθεν ουδεμία έλλειψη ακροάσεως ή ακυρότητα επήλθε στην διαδικασία, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε το αίτημα των κατηγορουμένων και ουδεμία αρνητική υπέρβαση εξουσίας συνέβη και οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος και τρίτος, από τα άρθρα 170 παρ.2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β', Δ και Η του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η γενόμενη δε μετά την απόρριψη του άνω αιτήματος δήλωση των κατηγορουμένων, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ότι "η βιντεοσκόπηση έγινε σε ιδιωτικό τους χώρο, η δε χρήση της βιντεοταινίας απέβλεπε αποκλειστικά και μόνο στην απόδειξη της αθωότητάς τους", πράγματα που ήδη είχαν δηλωθεί κατά την υποβολή του αιτήματος, δεν παραλλάσσει τα παραπάνω δεκτά γενόμενα. 2. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 211 εδ. α' του ΚΠοινΔ, "με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία, όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση".. Ως ανακριτικά καθήκοντα εννοούνται και τα προανακριτικά καθήκοντα. Στην έννοια των εκτελεσάντων ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα, δεν περιλαμβάνονται και δεν απαγορεύεται η εξέταση εκείνων που ενήργησαν ή υπέγραψαν την έκθεση συλλήψεως του κατηγορουμένου, εκείνοι που παρέλαβαν ή υπέγραψαν την έκθεση της μηνύσεως και εκείνοι που υπέβαλαν ή διαβίβασαν απλώς τη σχηματισθείσα δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ.1 του ΚΠοινΔ, καλυπτόμενη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία (εκδοθείσα επί εφέσεως των αναιρεσειόντων), οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν για την αξιόποινη πράξη της εκβίασης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, χωρίς καμία αντίρρηση των κατηγορουμένων, εξετάσθηκε ο κληθείς και προσελθών μάρτυρας κατηγορίας ΑΑ, αστυνομικός, που είχε εξετασθεί και στον πρώτο βαθμό χωρίς αντιρρήσεις των κατηγορουμένων (βλ. υπ'αριθ. 986/2003 πρακτικά Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου),ενώ μετά την ολοκλήρωση της εξετάσεώς του και την εξέταση και των λοιπών μαρτύρων, στο δεύτερο βαθμό, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων ρητά, με δήλωσή τους καταχωρηθείσα στα πρακτικά, αντιτάχθηκαν το πρώτον στη λήψη υπόψη της καταθέσεως του εν λόγω αστυνομικού, ως διενεργήσαντος στην υπόθεση προανακριτικά καθήκοντα, καθόσον έχει υπογράψει την έκθεση συλλήψεως, ενώπιόν του κατατέθηκε η μήνυση και υπ'αυτού διαβιβάστηκε η δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Ο αστυνομικός αυτός, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, πράγματι έχει προβεί στις παραπάνω ενέργειες επί της ενδίκου υποθέσεως, πλην κατά τα παραπάνω, δεν θεωρούνται αυτές οι ενέργειες ως άσκηση προανακριτικών καθηκόντων και ουδεμία ακυρότητα επήλθε και ορθά το Δικαστήριο προέβη σε εξέταση αυτού ως μάρτυρος και σε λήψη υπόψη και της καταθέσεως του αστυνομικού αυτού. Άλλωστε, αφού από τα πρακτικά προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι δεν αντιτάχθηκαν προ της εξετάσεως του εν λόγω αστυνομικού, οποιαδήποτε τυχόν επελθούσα ακυρότητα, ως σχετική, καλύφθηκε. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, προβαλλόμενος συναφής τέταρτος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη, άλλως σχετική ακυρότητα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3. Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβίασης σε βαθμό πλημμελήματος, απαιτούνται: α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασής του εξαναγκαζόμενου και γ) Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής (βασικός δόλος) και επιπροσθέτως, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος), ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη του οφέλους. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει, δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου, από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ στο πρόσωπο, δικαιώματος της βούλησής του και της ελευθερίας στις συναλλαγές. Ο εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο και ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζόμενου και να οδηγηθεί, είτε ο ίδιος είτε άλλος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζόμενου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, εφόσον εκβίαση συνιστά, όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησής τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ, δηλαδή την κάμψη της θέλησης του εξαναγκαζόμενου, ώστε δι' αυτής να αχθεί ή ο ίδιος ή άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον ή ακόμη και να είναι σιωπηρή, όταν συνάγεται από τον τρόπο εκδήλωσης και συμπεριφοράς του δράστη, είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή, ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση απειλή, ενώ η πράξη, παράλειψη ή ανοχή μπορεί να απορρέει, είτε από τον ίδιο τον εξαναγκαζόμενο, είτε από άλλον, στη βούληση του οποίου ο εξαναγκαζόμενος, υπό το κράτος της απειλής, επενέργησε. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με τη επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, στο αιτιολογικό του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, σε σχέση με την αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους αξιόποινη πράξη της εκβιάσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την ανωμοτί εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται παραπάνω λεπτομερώς και τις απολογίες των κατηγορουμένων, σε συνδυασμό με την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύονται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η μηνύτρια με τη δεύτερη κατηγορούμενη γνωρίζονταν από την παιδική τους ηλικία και συνδέονταν με φιλικές σχέσεις πάνω από ίο χρόνια. Επίσης, η δεύτερη κατηγορούμενη συνδέεται με φιλική σχέση και με την αδελφή της μηνύτριας, ΒΒ, η οποία (ΒΒ) πάντρεψε τους κατηγορούμενους και βάφτισε και το παιδί τους. Κατά το έτος 2000 η μηνύτρια εκμίσθωσε στους κατηγορούμενους ένα διαμέρισμα της, το οποίο είναι γειτονικό με το διαμέρισμα της μηνύτριας και αντάλλασσαν σχεδόν καθημερινά επισκέψεις. Τα εν λόγω διαμερίσματα για τη θέρμανση τους εξυπηρετούνται από κοινή δεξαμενή πετρελαίου. Κατά το μήνα Νοέμβριο του 2003 η μηνύτρια προκατέβαλε στη δεύτερη κατηγορούμενη (Χ2), το συνολικό ποσό των 400 ευρώ που αναλογούσε στο μερίδιο της, για την αγορά πετρελαίου. Από το παραπάνω ποσό των 400 ευρώ, η δεύτερη κατηγορούμενη χρησιμοποίησε για την αγορά πετρελαίου μόνο το ποσό των 200 ευρώ, και έτσι το υπόλοιπο ποσό των 200 ευρώ, έπρεπε να το επιστρέψει στη μηνύτρια, μαζί με το ποσό των 68 ευρώ, που όφειλε στην μηνύτρια και αντιστοιχούσε σε τέλος χαρτοσήμου καταβληθέντος ενοικίου. Έτσι στις 22.11.2003 όταν η μηνύτρια πήγε για επίσκεψη στο σπίτι των κατηγορουμένων, η δεύτερη από αυτούς, Χ2, η οποία καθόταν στον προαύλιο χώρο της οικίας της κρατώντας το μωρό της, το οποίο φρόντιζε, είπε στη μηνύτρια, με την οποία όπως προαναφέρθηκε είχαν στενές φιλικές σχέσεις, να εισέλθει στο σπίτι της, η πόρτα του οποίου ήταν ανοιχτή και να πάρει το ως άνω οφειλόμενο ποσό των 268 ευρώ, το οποίο βρισκόταν στο συρτάρι. Πριν όμως η δεύτερη κατηγορούμενη πει στη μηνύτρια να μπει στο σπίτι της, αυτή, προηγουμένως, είχε θέσει σε λειτουργία μια φορητή βιντεοκάμερα, την οποία τοποθέτησε σε σημείο που να είναι δυνατή η λήψη του χώρου που βρισκόταν το συρτάρι με τα χρήματα και έτσι, όταν η μηνύτρια έπαιρνε από το συρτάρι το ποσό των 270 ευρώ, κατεγράφησαν οι κινήσεις της από την ανωτέρω βιντεοκάμερα. Τη λειτουργία της ως άνω κάμερας και την καταγραφή των κινήσεων της, την αντιλήφθηκε η μηνύτρια, η οποία μάλιστα είπε στη δεύτερη κατηγορούμενη ότι η κάμερα είναι "ανοιχτή". Στη συνέχεια, οι κατηγορούμενοι εκμεταλλευόμενοι το γεγονός της καταγραφής αυτής και διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα, καθότι αυτοί εγνώριζαν ότι δεν επρόκειτο περί κλοπής, άρχιζαν να εκβιάζουν την μηνύτρια ότι αυτή μπήκε στο σπίτι τους με αντικλείδι αυθαίρετα, όταν αυτοί απουσίαζαν, ότι την έχουν καταγράψει με βιντεοκάμερα και ότι έχει αφαιρέσει από την οικία τους το συνολικό ποσό των 10.000 ευρώ και να την απειλούν ότι αν δεν τους καταβάλει το παραπάνω ποσό, θα κοινοποιήσουν στον κόσμο το περιεχόμενο της κασέτας αυτής για να βλάψουν έτσι την τιμή και την υπόληψη της και ότι επίσης θα κοινοποιήσουν στο σύζυγο της, ο οποίος ήταν ναυτικός και απουσίαζε, και το περιεχόμενο βιντεοκασέτας που αφορούσε προσωπική της ζωή. Η μηνύτρια, προκειμένου να διαφυλάξει την τιμή και την υπόληψη της, αλλά και το γάμο της, καθότι την απειλούσαν ότι θα γνωστοποιήσουν στο σύζυγο της επιλήψιμη σχέση με άλλον άντρα, εξαναγκαζομένη αποφάσισε μετά από συνεννοήσεις με τους γονείς και τα αδέλφια της, να υποκύψει στις απειλές τους και να καταβάλει στους κατηγορούμενους το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο και ανέλαβε να καταβάλλει στους κατηγορούμενους για λογαριασμό της μηνύτριας ο αδελφός της, ΓΓ. Έτσι, ο αδελφός της μηνύτριας στις 25.11.2003, κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των 10.000 ευρώ. Για την καταβολή του ποσού αυτού, ο ΓΓ ζήτησε από τον πρώτο κατηγορούμενο να του δώσει μια έγγραφη απόδειξη, για να αποτελέσει αυτή (απόδειξη) αποδεικτικό στοιχείο για την επιστροφή εις αυτόν από την αδελφή του των χρημάτων που κατέβαλε για λογαριασμό της. Πράγματι, ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε μια χειρόγραφη απόδειξη στο ΓΓ για την παραπάνω καταβολή, αλλά αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) για να αποφύγει το ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθεί αυτή (απόδειξη) ως στοιχείο εναντίον του για εκβίαση, σκεπτόμενος δολίως, δεν ανέγραψε σε αυτήν την αιτία καταβολής, αλλά αορίστως ότι το παραπάνω ποσό κατεβλήθη για λογαριασμό της μηνύτριας. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι, μετά την προαναφερθείσα αποδοχή του εκβιασμού τους από τη μηνύτρια, θέλησαν να της αποσπάσουν εκβιάζοντας την με τον ίδιο ως άνω τρόπο, περισσότερα χρήματα, και έτσι το Δεκέμβριο του ιδίου ως άνω έτους (2003) της ζήτησαν άλλα 20.000 ευρώ. Η μηνύτρια, όμως, συνειδητοποιώντας ότι ο εκβιασμός της δεν θα είχε τέλος αν υπέκυπτε και αυτή τη φορά, κατήγγειλε τους κατηγορούμενους στην Αστυνομία, με σχέδιο και οδηγίες της οποίας συνελήφθη επ' αυτοφώρω ο πρώτος κατηγορούμενος να παραλαμβάνει από τον αδελφό της μηνύτριας, ΓΓ, σε ερημική τοποθεσία το ποσό των 10.000 ευρώ, τα οποία προηγουμένως είχαν προσημειωθεί από την Αστυνομία. Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι, ισχυρίζονται ότι, το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο αρχικά κατέβαλε ο ΓΓ για λογαριασμό της μηνύτριας στον πρώτο κατηγορούμενο, αλλά και το ποσό των 10.000 ευρώ, που συνελήφθη επ' αυτοφώρω από την αστυνομία να παραλαμβάνει ο πρώτος κατηγορούμενος από τον ΓΓ, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της αδελφής του, ως επίσης και άλλα 10.000 ευρώ, τα οποία δεν τους καταβλήθηκαν, ήτοι συνολικά 30.000 ευρώ, αποτελούν προϊόν κλοπής, την οποία προηγουμένως είχε διαπράξει κατ' εξακολούθηση από τις αρχές Αυγούστου 2003 η μηνύτρια στην οικία τους, από την οποίαν είχε αφαιρέσει το παραπάνω ποσό και έτσι αυτή (μηνύτρια) μετά τη βιντεοσκόπηση της με κάμερα στην οικία τους, αποδεχόμενη την ενοχή της για την κατ' εξακολούθηση κλοπή, τους επέστρεψε τα παραπάνω ποσά. Ο παραπάνω ισχυρισμός των κατηγορουμένων δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αντίθετα ο ισχυρισμός αυτός ανατρέπεται πλήρως από τις ενέργειες και τη συμπεριφορά των ιδίων των κατηγορουμένων. Ειδικότερα, αυτοί ισχυρίζονται ότι από τις αρχές Αυγούστου του 2003 διαπίστωσαν ότι καθημερινώς μέχρι 22.11.2003 κάποιος έμπαινε στο σπίτι τους με αντικλείδι και αφαιρούσε (καθημερινώς) από το συρτάρι τους όπου είχαν τοποθετημένα 2.000-3.000 ευρώ, το ποσό των 300-400 ευρώ (βλ. την από 17.12.2003 προανακριτική κατάθεση της δεύτερης κατηγορουμένης, η οποία αναγνώστηκε στο ακροατήριο, προκειμένου να υποδειχθούν εις αυτήν αντιφάσεις σε σχέση με την απολογία της στο Εφετείο). Με βάση τον ισχυρισμό της αυτό, πρέπει να αφαιρέθηκε περίπου για το παραπάνω χρονικό διάστημα των τριών μηνών και 22 ημερών το συνολικό ποσό των 44·8οο ευρώ (3 μήνες και 22 ημέρεςΧ400 ευρώ ημερ.). Περαιτέρω, όμως και κατ' ακολουθίαν του προαναφερθέντος ισχυρισμού τους, ανακύπτουν εύλογα ερωτήματα για τα οποία οι κατηγορούμενοι δεν έδωσαν καμία πειστική εξήγηση. Και συγκεκριμένα : 1)γιατί δεν αντικατέστησαν την κλειδαριά του σπιτιού τους και άφησαν να μπαίνει καθημερινά ανενόχλητος κάποιος τρίτος στο σπίτι τους με αντικλείδι, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και να αφαιρεί (καθημερινά) το ποσό των 400 ευρώ, 2) γιατί τοποθετούσαν καθημερινά στο ίδιο σημείο τα χρήματα τους, μολονότι όπως ισχυρίζονται κάποιος καθημερινά τα αφαιρούσε και δεν τα τοποθετούσαν σε ασφαλέστερο σημείο, 3) γιατί δεν κατήγγειλαν στην Αστυνομία την κλοπή που γινόταν στο σπίτι τους κατ' εξακολούθηση, και μάλιστα καθημερινά, έτσι ώστε να προβεί στις δέουσες ενέργειες για τη σύλληψη του δράστη, 4) γιατί τελικά ζήτησαν από τη μηνύτρια να τους επιστρέψει μόνο το ποσό των 30.000 ευρώ, και όχι το ως άνω συνολικό ποσό των 44.800 ευρώ, που όπως ισχυρίζονται αφαιρέθηκε από την οικία τους κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, 5) αν η μηνύτρια είχε ροπή για κλοπές, γιατί αυτή από του έτους 2000 που τους νοίκιασε το σπίτι, έως τον Ιούλιο του 2003, δεν εισήλθε ποτέ σ' αυτό με αντικλείδι να τους αφαιρέσει χρήματα και αιφνιδίως αυτή άρχισε από τις αρχές Αυγούστου του 2003 να εισέρχεται καθημερινά σε αυτό και να τους αφαιρεί χρήματα. Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο, άγεται στην κρίση ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός των κατηγορουμένων είναι ψευδής και αβάσιμος. Το ότι οι κατηγορούμενοι ψεύδονται, πέραν των άλλων αποδεικτικών μέσων, προκύπτει και από το περιεχόμενο των από 17.2.2003 προανακριτικών καταθέσεων τους ενώπιον του Αστυφύλακα ΔΔ-οι οποίες αναγνώστηκαν στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της απολογίας τους, διότι όσα εξέθεταν ήταν διαφορετικά από όσα οι ίδιοι κατέθεσαν στην προδικασία- οι οποίες είναι αντιφατικές μεταξύ τους και η μία αναιρεί την άλλη, όπου ειδικότερα η δεύτερη κατηγορούμενη κατέθεσε ότι αυτή διαπίστωσε ότι από τις αρχές Αυγούστου (5.8.2003) κάποιος έμπαινε και αφαιρούσε καθημερινά 300-400 ευρώ, και όχι επίσης στις 5-8-2003 κάποιος εισήλθε στο σπίτι της και αφαιρούσε 1.000 ευρώ. Αντιθέτως, ο πρώτος κατηγορούμενος και σύζυγος της πρώτης, κατέθεσε ότι αυτός διαπίστωσε ότι από 1.9.2003 για πρώτη φορά κάποιος αφαιρούσε χρήματα από το σπίτι τους, χωρίς να προσδιορίζει το ποσό που αφαιρείτο από το σπίτι και ούτε να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της συζύγου του ότι στις 5-8-2003 αφαιρέθηκαν 1.000 ευρώ από το σπίτι τους. Στο σημείο δε αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι πριν οι κατηγορούμενοι διαπράξουν σε βάρος της μηνύτριας τους ανωτέρω εκβιασμούς, η δεύτερη κατηγορούμενη, Ψ2, είχε επιχειρήσει στις 4-3-2003 να εκβιάσει μία αλλοδαπή ρωσικής καταγωγής που απασχολούσε στο σπίτι της ευκαιριακά ως καθαρίστρια, αλλά ο εκβιασμός της απέτυχε μετά τη σφοδρή αντίδραση της εν λόγω αλλοδαπής. Συγκεκριμένα, η Ψ2 κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι η εν λόγω Ρωσίδα της είχε αφαιρέσει από το σπίτι της το ποσό των εξήντα (60€) ευρώ και ακολούθως αυτή, μπροστά μάλιστα στον εν λόγω αστυνομικό, ο οποίος επιλήφθηκε της υποθέσεως, απειλούσε τη Ρωσίδα ότι αν δεν της καταβάλει το ποσό των 1.000 ευρώ, θα της υποβάλει μήνυση. Η Ρωσίδα, όμως, η οποία αρνείτο ότι της έκλεψε το ποσό των 60 ευρώ, αντέδρασε έντονα και αρνήθηκε να της καταβάλει το ποσό των 1.000 ευρώ για να μην της υποβάλει μήνυση και έτσι στη συνέχεια η Ψ2, προφανώς για να μην εκτεθεί περισσότερο δεν υπέβαλε μήνυση κατά της Ρωσίδας (βλ. κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας υπαστυνόμου ΕΕ). Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι χρησιμοποιώντας τις παραπάνω απειλές της δημοσιοποίησης της παραπάνω κασέτας, καθώς και της επιλήψιμης σχέσης της μηνύτριας με κάποιον άνδρα, ζήτησαν από τη μηνύτρια 30.000 ευρώ, από τα οποία πέτυχαν να αποσπάσουν εξαναγκάζοντας την με τον ως άνω τρόπο 20.000 ευρώ, ποσό που αποτελεί παράνομο περιουσιακό όφελος, καθόσον δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης τους. Επομένως, αυτοί πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξητης εκβίασης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση όπως κατηγορούνταν, με το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου βίου. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί ενοχής των κατηγορουμένων, δεν έλαβε υπόψη του μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τη μη αναγνωσθείσα βιντεοκασέτα, αλλά απλώς αυτή αναφέρεται ιστορικά στο σκεπτικό της απόφασης". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους εκβίασης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών στον καθένα, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος εκβίασης κατ'εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, για το οποίο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27, 45, 98 και 385 παρ. 1γ του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται: α) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται ο τρόπος με τον οποίον οι δύο κατηγορούμενοι σύζυγοι, οι οποίοι ήταν στο ... μισθωτές και γείτονες και φίλοι με την πολιτικώς ενάγουσα, κουμπάροι με την αδελφή αυτής ΒΒ, παγίδευσαν μετά από σχεδίαση και βιντεοσκόπησαν στη μίσθια οικία τους να κλέπτει δήθεν χρήματα, που όμως ευρισκομένη εκεί μετά από κλήση της δεύτερης κατηγορουμένης να της επιστρέψει κάποιο ποσό 270 ευρώ, από τη δαπάνη κοινοχρήστων, εισήλθε στο δωμάτιο και έλαβε από συρτάρι , με την προτροπή όμως και την άδεια της δεύτερης κατηγορουμένης, που κρατούσε εκείνη τη στιγμή το μωρό της και στη συνέχεια με τη βιντεοταινία αυτή, με απειλή ότι θα την καταγγείλουν για κλοπή συνολικού ποσού 10.000 ευρώ και ότι θα κοινοποιήσουν στον κόσμο και στο σύζυγό της ναυτικό που απουσίαζε στα καράβια το περιεχόμενο βιντεοκασέτας που αφορούσε, όπως της έλεγαν, την προσωπική της ζωή και επιλήψιμη σχέση της με άλλον άνδρα, εκβίασαν την πολιτικώς ενάγουσα, ότι οι απειλές αυτές επέδρασαν στη βούληση της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία και υπέκυψε στις άνω απειλές των κατηγορουμένων, στους οποίους και παράδωσε στις 25-11-2003 δια χειρός του μάρτυρος αδελφού της ΓΓ, αρχικά ποσόν 10.000 ευρώ, ότι στη συνέχεια κατά μήνα Δεκέμβριο του 2003 οι κατηγορούμενοι, βλέποντας αποδοχή του πρώτου εκβιασμού τους, θέλησαν να αποσπάσουν περισσότερα χρήματα και εκβίασαν την πολιτικώς ενάγουσα με τον ίδιο τρόπο απειλών και της ζήτησαν άλλα 20.000 ευρώ και μετά συνεννόηση με την Αστυνομική Αρχή, ο ίδιος αδελφός της πολιτικώς ενάγουσας μετέβη σε ερημική τοποθεσία και παρέδωσε για λογαριασμό της αδελφής του, στον πρώτο κατηγορούμενο προσημειωμένα χαρτονομίσματα συνολικού ποσού 10.000 ευρώ, που είχαν προσυμφωνήσει και εκεί στις 17-12-2003 κατελήφθη επ'αυτοφώρω από αστυνομικό που είχε κρυφθεί στο αυτοκίνητο, ο πρώτος κατηγορούμενος να παραλαμβάνει στην κατοχή του τα άνω χρήματα, ενώ με εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι τα άνω ποσά αποτελούσαν επιστροφή χρημάτων που δήθεν η πολιτικώς ενάγουσα είχε κλέψει τμηματικά από την οικία τους. Η δεύτερη δε ως άνω πράξη της εκβιάσεως είναι τετελεσμένη και ουδόλως συνάγεται ότι περιγράφεται αυτή στο αιτιολογικό ως απόπειρα εκβιάσεως, β) ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μία βιντεοταινία είχαν οι κατηγορούμενοι στην κατοχή τους, η οποία και κατασχέθηκε, αλλά οι κατηγορούμενοι απειλούσαν και πέτυχαν την εκβίαση, ισχυριζόμενοι ότι κατέχουν και δεύτερη βιντεοταινία που εμφάνιζε επιλήψιμη σχέση της πολιτικώς ενάγουσας με κάποιον άλλο άνδρα, και έτσι θα εβλάπτετο η τιμή και η οικογενειακή υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας, γ) σημειώνεται δε ότι συνεκτιμήθηκαν και οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδικότερη αναφορά ή ανάλυση των υπό των μαρτύρων αυτών κατατεθέντων, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα άλλα αποδεικτικά μέσα και δη μάρτυρες, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη και δε συνεκτιμήθηκαν και οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, δ) από την αναφορά στην αρχή του αιτιολογικού, προς διαπίστωση της προσωπικότητας των κατηγορουμένων και διερεύνηση του υποκειμενικού στοιχείου, ότι αναφέρθηκε από μάρτυρα αστυνομικό, ότι και στις 4-3-2003 η δεύτερη κατηγορουμένη είχε επιχειρήσει να εκβιάσει μία αλλοδαπή από τη Ρωσία, την οποία χρησιμοποιούσε στην οικία της ως καθαρίστρια και την οποία κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι της έκλεψε το ποσό των 60 ευρώ από την οικία της και της ζήτησε 1.000 ευρώ για να μην υποβάλλει μήνυση και τελικά λόγω σφοδρής αντιδράσεως της Ρωσίδας αρνούμενης την κλοπή και την πληρωμή, η κατηγορουμένη υποχώρησε και δεν υποβλήθηκε καμία μήνυση, από καμία πλευρά, γεγονότα τα οποία κατέθεσε ότι συνέβησαν ενώπιόν του ο μάρτυρας αστυνομικός και Διοικητής του Α.Σ. ..., δε σημαίνει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως "την ενοχή της κατηγορουμένης για την άνω πράξη που ουδέποτε της αποδόθηκε", όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες και ουδεμία ακυρότητα ή παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη επήλθε. Συνεπώς οι προβαλλόμενοι από τους αναιρεσείοντες συναφείς όγδοος, ένατος, ενδέκατος και δωδέκατος λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με εκ πλαγίου παράβαση, για απόλυτη ακυρότητα και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 4. Από τη διάταξη του άρθρου 369 του ΚΠοινΔ, κατά την οποία, "1. Όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση, δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή στους εισαγγελείς, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο. 2. Δικαίωμα δευτερολογίας έχει μόνον ένας εισαγγελέας και ο κατηγορούμενος ή ένας συνήγορός του ...", προκύπτει ότι, στον πολιτικώς ενάγοντα δίδεται ο λόγος επί της ενοχής και για την υποστήριξη των πολιτικών του αξιώσεων, όχι δε και επί της ποινής ή επί του ελαφρυντικού ή των ελαφρυντικών, που τυχόν ζητήθηκαν από τον κατηγορούμενο ή για να δευτερολογήσει, γιατί ο λόγος επί των ελαφρυντικών ισοδυναμεί με εκείνον επί της ποινής, αφού η αναγνώριση ελαφρυντικών επηρεάζει μόνο την ποινή και όχι την ενοχή του κατηγορούμενου ή τις πολιτικές κατ' αυτού αξιώσεις. Αν παρά ταύτα, δοθεί ο λόγος στον πολιτικώς ενάγοντα επί της ποινής ή αυτός έχοντας το λόγο επί της ενοχής, επεκταθεί στο ζήτημα της ποινής ή των ελαφρυντικών, με την ανοχή του διευθύνοντος τη συζήτηση, παρά τις αντιρρήσεις άλλου παράγοντα της δίκης και προσφυγή κατά της σχετικής αποφάσεως ή ανοχής του διευθύνοντος τη συζήτηση στο Δικαστήριο, επέρχεται κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα. Ουδεμία όμως ακυρότητα της διαδικασίας επέρχεται, όταν ο πολιτικώς ενάγων, έχοντας το λόγο επί της ενοχής, επεκταθεί χωρίς αντίρρηση κατά την αγόρευσή του, έστω και με την ανοχή του διευθύνοντος τη συζήτηση, στο ζήτημα της ποινής ή των ελαφρυντικών. Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί ο προεδρεύων, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας επί της επιβλητέας ποινής, έδωσε το λόγο και στο συνήγορο της πολιτικής αγωγής επί της ποινής και αυτός ζήτησε να επιβληθεί στους κατηγορουμένους η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως. Όμως, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά, πράγματι, μετά την επί της επιβλητέας ποινής πρόταση του Εισαγγελέα, ο πληρεξούσιος της πολιτικής αγωγής, " αφού έλαβε το λόγο από τον προεδρεύοντα, ζήτησε να επιβληθεί στους κατηγορουμένους η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως και μετά οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, αφού έλαβαν διαδοχικά το λόγο από τον προεδρεύοντα, ζήτησαν το ελάχιστο όριο της ποινής που προβλέπεται από το νόμο", χωρίς να προβάλουν καμία αντίρρηση οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, όταν δόθηκε ο λόγος από τον προεδρεύοντα ως άνω στην πολιτική αγωγή και επί της επιβλητέας ποινής. Επομένως, κατά τα παραπάνω, ουδεμία ακυρότητα από την εν λόγω παράβαση επήλθε και ο συναφής πέμπτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως (α' σκέλος), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. 5. Κατά το άρθρο 369 παρ.1 του ΚΠοινΔ, "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα... έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει συγχρόνως να αναπτύξει και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του... και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο". Κατά δε το άρθρο 371 παρ. 3 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, "αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, γίνεται αμέσως κατόπιν συζήτηση για την ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί και ενδεχομένως για τα μέτρα ασφάλειας και για τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, το κεφάλαιο των απαιτήσεων του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται και αποφασίζεται από το Δικαστήριο μαζί με την ποινή που πρέπει να επιβληθεί στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο. Γι' αυτό, όταν μετά την απόφαση για την ενοχή δίνεται ο λόγος, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο 369 ΚΠοινΔ, στον Εισαγγελέα, στον πολιτικώς ενάγοντα και στον συνήγορο του κατηγορουμένου, κάθε ένας από αυτούς οφείλει να εκφράσει τη γνώμη του, επί όλων των εκκρεμών κατά τη στιγμή εκείνη θεμάτων, δηλαδή για την ποινή, την αναστολή, για τα τυχόν μέτρα ασφάλειας και για τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος. Αν ο διευθύνων τη συζήτηση δεν δώσει το λόγο στον συνήγορο του κατηγορουμένου, παραβιάζεται το δικαίωμά του και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα. Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 32 παρ.1, 138 παρ.2, 3, 171 παρ.1 εδ. β' και 510 παρ.1Α ΚΠΔ, προκύπτει ότι επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δημιουργείται ο αυτός ως άνω αναιρετικός λόγος της αποφάσεως που εκδόθηκε, χωρίς προηγουμένως να ακουσθεί ο εισαγγελέας. Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά την απαγγελία της αποφάσεως για την ενοχή του κατηγορουμένου, ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Προεδρεύοντα, πρότεινε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως δύο μηνών στον καθένα. Ο πληρεξούσιος της πολιτικής αγωγής ζήτησε την παραδοχή της αγωγής του. Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων ζήτησαν να επιβληθεί στους κατηγορουμένους το ελάχιστο όριο της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής και μετά την επιβολή της ποινής φυλακίσεως έξι μηνών σε καθένα και μετά την πρόταση του Εισαγγελέα για αναστολή των ποινών και να επιδικασθεί στην πολιτικώς ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 44 ευρώ, έλαβαν και πάλιν το λόγο και ζήτησαν " να αφαιρεθεί ο χρόνος προσωρινής κρατήσεως και να ανασταλούν οι επιβληθείσες ποινές για τρία χρόνια", χωρίς να αναφερθούν όπως μπορούσαν στο θέμα της αιτηθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως που θάπρεπε να επιβληθεί από το Δικαστήριο στους κατηγορουμένους. Άρα, αφού ο διευθύνων τη συζήτηση έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα και στους συνηγόρους των κατηγορουμένων, αλλά αυτοί αναφέρθηκαν μόνο στα παραπάνω ζητήματα, δίχως να εκφραστούν , όπως όφειλαν και μπορούσαν, ενιαίως, αλλά και μετά την σχετική πρόταση του Εισαγγελέα και για την από το άρθρο 932 του ΑΚ αστική απαίτηση της πολιτικώς ενάγουσας, που τους δόθηκε ο λόγος, χωρίς να προτείνουν και επ' αυτής, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως (β σκέλος), κατά τον οποίο "το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί των αστικών αξιώσεων της πολιτικώς ενάγουσας, χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος για τις αξιώσεις αυτής στους συνηγόρους των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, οι οποίοι και δεν πρότειναν επ' αυτών", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, από το Δικαστήριο επιδικάσθηκε το αιτηθέν με επιφύλαξη κατώτερο συμβολικό ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της πολιτικώς ενάγουσας και οι κατηγορούμενοι, δεν έχουν έννομο συμφέρον να παραπονούνται για την άνω παράβαση. 6. Κατά το άρθρο 6 παρ. 3 εδαφ. δ' της από 4 Νοεμβρίου 1950 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκαν αντιστοίχως με το ν.δ. 53/1974 και το νόμο 2462/1997 και αποτελούν εσωτερικό δίκαιο, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να εξετάσει ή ζητήσει όπως εξετασθούν οι μάρτυρες κατηγορίας και επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους ως των μαρτύρων κατηγορίας. Εξάλλου όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ. 2 εδ. δ' του ΚΠοινΔ για να γεννηθεί η από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενη απόλυτη ακυρότητα θα πρέπει να υπάρχει από το νόμο υποχρέωση του Δικαστηρίου να προκαλέσει αυτό την άσκηση εκ μέρους του κατηγορουμένου ορισμένου δικαιώματος που του παρέχεται από το νόμο. Τέτοια δε υποχρέωση για το Δικαστήριο δεν δημιουργείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 6 και 14 των εν λόγω διεθνών συμβάσεων, ούτε από άλλες παρεμφερείς διατάξεις, σε σχέση με το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητήσει την κλήτευση μαρτύρων της εκλογής του ή να υποβάλει ερωτήσεις προς τους μάρτυρες ή τον συγκατηγορούμενον του με την μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση ή και να προβεί σε δηλώσεις ή παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεση ή την απολογία τους (άρθρ. 327, 358 και 366 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ έβδομος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με το οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, γιατί προέβη στην ανάγνωση των ληφθεισών κατά την προδικασία απολογιών τους, κατά παράβαση της αρχής της αμεσότητας που εξασφαλίζει την προφορική απολογία των κατηγορουμένων και κατά παράβαση του δικαιώματος σιωπής αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ούτε και από τα πρακτικά της σχετικής δίκης προκύπτει, ότι υποβλήθηκε από μέρους τους τέτοιο αίτημα για μη ανάγνωση, αντίθετα από τα πρακτικά προκύπτει (σελ. 27), ο προεδρεύων ανέγνωσε τις από 17-12-2003 εκθέσεις εξετάσεως στην προδικασία των δύο παρόντων συγκατηγορουμένων," χωρίς καμία αντίρρηση αυτών ή των συνηγόρων τους", στη σελίδα μάλιστα 51 του αιτιολογικού σημειώνεται ότι "αναγνώσθηκαν κατά τη διάρκεια των απολογιών των κατηγορουμένων, διότι όσα εξέθεταν ήταν διαφορετικά από όσα οι ίδιοι κατέθεσαν στην προδικασία και οι οποίες είναι αντιφατικές μεταξύ τους, η μία αναιρεί την άλλη" και σημειώνονται οι αντιφάσεις στις άνω προανακριτικές απολογίες, οι ίδιοι δε οι κατηγορούμενοι απολογήθηκαν και προφορικά και μπορούσαν να δώσουν διευκρινίσεις για τις παραδεκτά από τον προεδρεύοντα υποδειχθείσες σε αυτούς αντιφάσεις ή και να σιωπήσουν, αρνούμενοι οιαδήποτε απάντηση. 7. Κατά το άρθρο 504 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται κατά του περί αποδόσεως ή δημεύσεως μέρους της αποφάσεως εις τους εις το άρθρο 492 αναφερομένους, κατά δε το άρθρο 492 ΚΠοινΔ κατά του περί αποδόσεως των αφαιρεθέντων και πειστηρίων και περί δημεύσεως μέρους πάσης αποφάσεως επιτρέπεται έφεση εις τον κατηγορούμενο, τον πολιτικώς ενάγοντα και τρίτον του οποίου τις αξιώσεις έκρινε η απόφαση. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 60 παρ. 1, 310 παρ. 2 και 373 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να κρίνει και για ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης και με την τελειωτική απόφαση του υποχρεούται και αυτεπαγγέλτως να διατάσσει την απόδοση των μη υποχρεωτικώς κατά νόμο δημευτέων πραγμάτων, που αφαιρέθηκαν και των πειστηρίων που κατασχέθηκαν ή παραδόθηκαν κατά την ανάκριση και δεν έγινε άρση της κατασχέσεώς του, κατά το άρθρο 268 του αυτού Κώδικα στον από την διαδικασία αποδεικνυόμενο ιδιοκτήτη τους, κατά το άρθρο 1000 του Α.Κ. και όχι σε εκείνον παρά του οποίου κατασχέθηκαν, αδιαφόρως αν ο καθ' ού η κατάσχεση ή ο εκουσίως παραδώσας στην ανάκριση τα πράγματα κατείχε αυτά νομίμως μέχρι την κατάσχεση ή άσκησε νομίμως δικαίωμα επισχέσεως. Κατ'άρθρο δε 76 παρ.1 του ΠΚ, "αντικείμενα που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημά τους και όσα αποκτήθηκαν με αυτά, επίσης αντικείμενα που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης μπορούν να δημευθούν αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμετόχους". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η δήμευση μετά από καταδικαστική απόφαση, ως παρεπομένη ποινή, απόκειται στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου, πρέπει όμως να αιτιολογείται η επιβολή της δημεύσεως ή της αποδόσεως των κατασχεθέντων και να αναφέρεται η διάταξη που την προβλέπει. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο στη σελίδα 57, συμπεριέλαβε το εξής αιτιολογικό: "Σύμφωνα με τα άρθ 373 ΚΠοινΔ και 76 ΠΚ, πρέπει να διαταχθεί η δήμευση της βιντεοκάμερας μάρκας CANON και της σπασμένης μίνι βιντεοκασέτας μάρκας SONY, που κατασχέθηκαν με: α) την από 17-12-2003 έκθεση σωματικής έρευνας και κατασχέσεως του αστυφύλακα του Α.Σ. ... ... και β) την από 17-12-2003 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως του αστυφύλακα του Α.Σ. ... ..., αντίστοιχα, επικυρουμένων των παραπάνω δύο (2) εκθέσεων. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η οριστική απόδοση των κατασχεθέντων 100 προσημειωμένων χαρτονομισμάτων των 100€, που κατασχέθηκαν με την ίδια ως άνω από 17-12-2003 έκθεση σωματικής έρευνας και κατασχέσεως του αστυφύλακα του Α.Σ. ... και τα οποία έχουν ήδη αποδοθεί με την από 17-12-2003 έκθεση απόδοσης κατασχεθέντων του αστυφύλακα του Α.Σ. ... ..., στο ιδιοκτήμονα ΓΓ, κάτοικο ..., επικυρουμένης και της παραπάνω εκθέσεως απόδοσης κατασχεθέντων". Από το παραπάνω αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν επί της ενοχής κύριο αιτιολογικό, προκύπτει ότι συνέτρεχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη δήμευση των παραπάνω κατασχεθέντων πραγμάτων και την οριστική απόδοση των κατασχεθέντων προσημειωμένων χαρτονομισμάτων στον ιδιοκτήμονα αυτών αδελφό της πολιτικώς ενάγουσας ΓΓ, αναφέρονται οι διατάξεις των άρθρων 76 ΠΚ και 373 του ΚΠοινΔ που προβλέπουν αντίστοιχα τη δήμευση και την απόδοση, και υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τις διατάξεις αυτές του Δικαστηρίου. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠοινΔ, δέκατος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) και β) στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-6-2008 αίτηση αναιρέσεως των: Χ1 και Χ2, κατά της με αριθμό 111/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες α) στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα, και β) στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθά δεν δέχθηκε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη και να αναγνώσει έκθεση φωτογραφικής καταγραφής βιντεοταινίας, με την απειλή γνωστοποιήσεως του περιεχομένου της οποίας τελέσθηκε η εκβίαση, κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, μετά την αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτής από την πολιτική αγωγή, με την αιτιολογία ότι μετά διερεύνηση, δεν διαπιστώθηκε η γνησιότητα της από τα υπόλοιπα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ενώ οι κατηγορούμενοι, που την προσκόμιζαν το πρώτον στο δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο, δεν ισχυρίσθηκαν ότι ήταν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο το οποίο διέθεταν και πρότειναν για την απόδειξη της αθωότητας τους, και έτσι το Εφετείο δεν στέρησε τους κατηγορουμένους οιουδήποτε υπερασπιστικού δικαιώματος, το οποίο ρητά παρέχεται από τον νόμο, ουδεμία παραβίαση συνταγματικών διατάξεων ή διατάξεων της ΕΣΔΑ έγινε και εντεύθεν ουδεμία έλλειψη ακροάσεως ή ακυρότητα επήλθε στην διαδικασία. Στην έννοια των εκτελεσάντων ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα του άρθρου 211 εδ. α΄ ΚΠΔ δεν περιλαμβάνονται και δεν απαγορεύεται η εξέταση εκείνων που ενήργησαν ή υπέγραψαν την έκθεση συλλήψεως του κατηγορουμένου, εκείνοι που παρέλαβαν ή υπέγραψαν την έκθεση της μηνύσεως και εκείνοι που υπέβαλαν ή διαβίβασαν απλώς τη σχηματισθείσα δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ.1 του ΚΠΔ, καλυπτόμενη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επέρχεται, όταν ο πολιτικώς ενάγων, έχοντας το λόγο επί της ενοχής, επεκταθεί χωρίς αντίρρηση κατά την αγόρευση του έστω και με την ανοχή του διευθύνοντος τη συζήτηση στο ζήτημα της ποινής ή των ελαφρυντικών. 4. Είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί απόλυτης ακυρότητας διότι το Δικαστήριο προέβη στην ανάγνωση των ληφθεισών κατά την προδικασία απολογιών του κατά παράβαση της αρχής της αμεσότητας που εξασφαλίζει την προφορική απολογία των κατηγορουμένων και κατά παράβαση του δικαιώματος σιωπής αυτών, διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται , ούτε και από τα πρακτικά της σχετικής δίκης προκύπτει, ότι υποβλήθηκε από μέρους τους τέτοιο αίτημα για μη ανάγνωση. 5. Το έγκλημα της εκβίασης είναι τετελεσμένο με τη επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα. 6. Ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως (β΄ σκέλος), κατά τον οποίο το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί των αστικών αξιώσεων της πολιτικώς ενάγουσας, χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος για τις αξιώσεις αυτής στους συνηγόρους των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, οι οποίοι και δεν πρότειναν επ' αυτών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση μετά την κήρυξη της ενοχής, έδωσε εκ νέου τον λόγο στον Εισαγγελέα και στους συνηγόρους των κατηγορουμένων, αλλά αυτοί αναφέρθηκαν μόνο στα ζητήματα αναστολής της ποινής και αφαιρέσεως του χρόνου προσωρινής κρατήσεως, δίχως να εκφραστούν, όπως όφειλαν και μπορούσαν, ενιαίως, αλλά και μετά την επ' αυτής σχετική πρόταση του Εισαγγελέα, και για τις από το άρθρο 932 του ΑΚ αστικές απαιτήσεις της πολιτικώς ενάγουσας, χωρίς να προτείνουν και επ αυτών. 7. Δήμευση. Απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ, λόγος αιτήσεως αναιρέσεως, ως αβάσιμος διότι προκύπτει ότι συνέτρεχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη δήμευση των κατασχεθέντων πραγμάτων και την οριστική απόδοση των κατασχεθέντων προσημειωμένων χαρτονομισμάτων στον ιδιοκτήμονα αυτών αδελφό της πολιτικώς ενάγουσας, αναφέρονται οι διατάξεις των άρθρων 76 ΠΚ και 373 του ΚΠΔ που προβλέπουν αντίστοιχα τη δήμευση και την απόδοση, και υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τις διατάξεις αυτές του Δικαστηρίου.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Συναυτουργία, Εκβίαση, Εξακολουθούν έγκλημα, Ακροάσεως έλλειψη.
1
Αριθμός 1260/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Μέγα, για αναίρεση της με αριθμό 260/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Το Τριμελές (Πλημμελημάτων) Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 742/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο, που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ), που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών, όπως είναι μεταξύ άλλων και βεβαιώσεις σπουδών ή πιστοποιητικά που αναφέρονται στην οικογενειακή κατάσταση, τα προσόντα ή τις ιδιότητες προσώπων, πρέπει δε ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στο να διευκολύνει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος σχετικά με τις συγκεκριμένες βιοτικές ανάγκες, χωρίς, όμως, εντεύθεν να βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες σχέσεις του, και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ. Η διαφορά μεταξύ της διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ και της εξαιρετικής του άρθρου 217 ΠΚ, συνίσταται, αφενός μεν στο ότι στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα κατά την έννοια του άρθρου 13 εδάφ. γ' Π.Κ. έγγραφα, αλλά μόνο τα σε αυτό αναφερόμενα, αφετέρου δε, στον ειδικό σκοπό, για τον οποίο το έγκλημα του άρθρου 217 ΠΚ τελείται. Επίσης, η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ανωτέρω αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α του ΠΚ, και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα:"Στην προκειμένη περίπτωση από την κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και τη συζήτηση γενικά της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το τμήμα Δασοπονίας του ΤΕΙ Λάρισας (παράρτημα Καρδίτσας) προκήρυξε το 2004 διαγωνισμό για την εκλογή καθηγητή εφαρμογών με γνωστικό αντικείμενο "Εφαρμογές Η/Υ στη Δασοπονία" στον Τομέα "Δασοτεχνικά έργα και εφαρμογές Πληροφορικής στη Δασοπονία". Σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού οι υποψήφιου εκτός των άλλων προσόντων έπρεπε να έχουν και πέντε (5) τουλάχιστον έτη επαγγελματικής δραστηριότητας το αντικείμενο της οποίας θα ήταν σχετικό με τη θέση της οποίας ζητούνταν η πλήρωση. Ο κατηγορούμενος τον Μάρτιο του 2004 επιθυμώντας να υποβάλει φάκελο υποψηφιότητας στον προαναφερόμενο διαγωνισμό, επειδή δεν είχε το ανωτέρω τυπικό και ουσιαστικό προσόν (δηλαδή δεν είχε πενταετή τουλάχιστον επαγγελματική δραστηριότητα σε αντικείμενο συναφές με την υπό πλήρωση θέση) κατάρτισε τις αναφερόμενες ειδικώς στο διατακτικό της παρούσας βεβαιώσεις οι οποίες φέρονταν να έχουν εκδοθεί από την Περιφέρεια της Κεντρικής Μακεδονίας-Διεύθυνση Αναδασώσεων Θεσ/κης, έφεραν ψευδή αριθμό πρωτοκόλλου και βεβαίωναν με το περιεχόμενο τους τη συμμετοχή του κατηγορούμενου σε έργα της παραπάνω υπηρεσίας συναφή με το αντικείμενο της προκηρυχθείσας θέσης του καθηγητή του ΤΕΙ. Οι έξι αυτές βεβαιώσεις που κατάρτισε ο κατηγορούμενος έφεραν επίσης πλαστή σφραγίδα και κατ' απομίμηση από τον κατηγορούμενο τις υπογραφές των διευθυντών της εν λόγω υπηρεσίας ... (η πρώτη βεβαίωση), ... (η δεύτερη βεβαίωση) και ... (η τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη βεβαίωση) χωρίς τη συναίνεση των παραπάνω προσώπων. Πρέπει να αναφερθεί ότι οι βεβαιώσεις αυτές αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 13 στοιχ. γ του ΠΚ) που είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονός που μπορεί να έχει έννομη συνέπεια, δηλαδή την επαγγελματική προϋπηρεσία του κατηγορουμένου που αποτελούσε βασικό και απαραίτητο προσόν συμμετοχής στον παραπάνω διαγωνισμό για την πλήρωση της θέσης του καθηγητή στο προαναφερόμενο πρόγραμμα. Με την κατάρτιση και τη χρήση των βεβαιώσεων αυτών ο κατηγορούμενος προσδοκούσε ωφέλεια αναφορικά με τις βιοτικές του ανάγκες προσπορίζοντας όμως στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου. Ειδικότερα με τις ανωτέρω ενέργειες του αποσκοπούσε να παραπλανήσει το εκλεκτορικό σώμα του ΤΕΙ Λάρισας (Τμήμα Δασοπονίας-Παράρτημα Καρδίτσας) να τον επιλέξει, όπως και τελικά τον επέλεξε, σε μιά θέση δεν δικαιούνταν με βάσει τα πραγματικά του προσόντα, η δε επιλογή του αυτή (από το παραπάνω εκλεκτορικό σώμα) που συνοδεύονταν από τα αντίστοιχα υλικά οφέλη, τα οποία ήταν υψηλότερα από αυτά που λάμβανε από το ΤΕΙ Δράμας στο οποίο εργάζονταν μέχρι τότε, έβλαπτε ευθέως το ως άνω εκπαιδευτικό ίδρυμα. Πρέπει να σημειωθεί ότι αν δεν συνέτρεχε το στοιχείο της επαγγελματικής εμπειρίας των πέντε ετών που όπως προαναφέρθηκε ήταν απαραίτητο για τη συγκεκριμένη θέση, ο κατηγορούμενος δεν θα επιλέγονταν στην ανωτέρω θέση. Αυτό άλλωστε διαπιστώνεται στην εισηγητική έκθεση στις σελίδες 18 και 19 όπου συνυπολογίζεται στον κατηγορούμενο συνολική επαγγελματική εμπειρία 6,5 ετών η οποία βασίζεται στις πλαστές αυτές βεβαιώσεις. Εξάλλου ο κατηγορούμενος με την πλαστογραφία και χρήση αυτών των βεβαιώσεων έβλαψε ευθέως και τις έννομες σχέσεις των άλλων οχτώ συνυποψήφιων του (αφού στον παραπάνω διαγωνισμό συμμετείχαν εννέα υποψήφιοι συμπεριλαμβανομένου και του κατηγορουμένου) οι οποίοι μετά την υποβολή από μέρους του κατηγορουμένου στο αρμόδιο εκλεκτορικό σώμα των πλαστών βεβαιώσεων φέρονταν πλέον να έχουν πολύ λιγότερα προσόντα έναντι του κατηγορουμένου (όσον αφορά το ζήτημα της επαγγελματικής προϋπηρεσίας) με αποτέλεσμα να μην αξιολογηθούν επαρκώς τα στοιχεία που προσκόμισαν στο εκλεκτορικό σώμα (σχετικά με την επαγγελματική τους προϋπηρεσία), αφού ο κατηγορούμενος με βάσει τις προσκομισθείσες από αυτόν πλαστές βεβαιώσεις είχε προϋπηρεσία 6,5 ετών. Αν δεν είχαν προσκομιστεί αυτές οι πλαστές βεβαιώσεις θα ήταν και διαφορετική η κρίση του εκλεκτορικού σώματος και ενδεχομένως κάποιος άλλος συνυποψήφιος να έχει επιλεγεί στη θέση που επιλέχθηκε ο κατηγορούμενος. Τελικά όταν έγινε έλεγχος νομιμότητας και προέκυψε ότι το εκλεκτορικό σώμα παρασύρθηκε στην έκδοση του πρακτικού 2 (που αφορούσε την επιλογή του κατηγορουμένου στην προαναφερόμενη θέση) από απατηλή ενέργεια του κατηγορουμένου ανακλήθηκε με νεότερη απόφαση του εκλεκτορικού σώματος το Πρακτικό No 2 και κηρύχθηκε άγονη η σχετική προκήρυξη. 'Ετσι ενόψει όλων όσων προαναφέρθηκαν, δεν υφίσταται σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 217 παρ. 1 του ΠΚ, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση (άρθρα 216 παρ. 1 και 98 ΠΚ) με το ελαφρυντικό όμως του άρθρου 84 2α ΠΚ καθόσον έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδάφ. γ, 14, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 98, 216 παρ.1 και 217 παρ.1 του ΠΚ, που εφάρμοσε. Ειδικότερα, και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πρέπει να λεχθούν τα εξής: α) Ρητά με πλήρη και σαφή αιτιολογία δέχεται ότι ο αναιρεσείων με την κατάρτιση και τη χρήση των ανωτέρω πλαστών πιστοποιητικών σκόπευε να παραπλανήσει τα μέλη του εκλεκτορικού σώματος του ΤΕΙ Λάρισας που ήταν αρμόδια και θα αποφάσιζαν για την πλήρωση της θέσεως ΕΠ στην βαθμίδα του καθηγητή του τμήματος Δασοπονίας , παραρτήματος Καρδίτσας του ΤΕΙ Λάρισας, σχετικά με τη συνδρομή στο πρόσωπό του της απαιτούμενης από την προκήρυξη πενταετούς επαγγελματικής εμπειρίας, καθώς και ότι ο αναιρεσείων δεν απέβλεπε μόνον στην άμεση κίνηση και συντήρησή του ή στην κοινωνική του πρόοδο, αλλά αποσκοπούσε και στο να παραπλανήσει τα μέλη του άνω εκλεκτορικού σώματος του ΤΕΙ, η δε επιλογή του στην άνω θέση καθηγητή έγινε, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα ανακλήθηκε, λόγω των αποκαλύψεων των πλαστών εγγράφων του, και, συνοδευόταν από αντίστοιχα υλικά οφέλη του ιδίου, απολαβών, αλλά και έβλαπτε ευθέως το εν λόγω ΤΕΙ, καθώς και τους άλλους συνυποψηφίους, οι οποίοι και αποκλείσθηκαν, ενώ είχαν περισσότερα τυπικά προσόντα από αυτόν επαγγελματικής εμπειρίας, και φέρονταν πλέον να έχουν πολύ λιγότερα έναντι του κατηγορουμένου, οπότε και αν ο κατηγορούμενος δεν είχε προσκομίσει τις πλαστές βεβαιώσεις, που αποδείκνυαν προϋπηρεσία- εμπειρία 6,5 ετών, θα ήταν διαφορετική η κρίση του εκλεκτορικού σώματος και τη θέση θα καταλάμβανε άλλος υποψήφιος καθηγητής και όχι ο κατηγορούμενος. Ήτοι ορθά το Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 216 και 217 του ΠΚ και με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 217 παρ.1 του ΠΚ, περί πλαστογραφίας πιστοποιητικών, κατά μεταβολή της κατηγορίας, και όχι εκείνης του άρθρου 216 ΠΚ. β) από την αναφορά στο άνω αιτιολογικό ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την απολογία του κατηγορουμένου, συνάγεται ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων και επομένως και εκείνη των ... και ..., καθώς και όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και δεν ήταν αναγκαία η λεπτομερής αναφορά σε καθένα χωριστά. γ) για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν απαραίτητη η αναφορά του τρόπου με τον οποίον προκλήθηκε βλάβη στο ΤΕΙ Λάρισας και στους συνυποψήφιους καθηγητές για την πλήρωση της κενής θέσεως, παρά ταύτα η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει τη βλάβη αυτή, δ) κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου γίνεται δεκτό ότι η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος τελέσθηκε κατά το μήνα Μάρτιο του 2004 και επομένως από του άνω χρόνου τελέσεως μέχρι σήμερα, δε συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος από τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ χρόνος παραγραφής, ε) οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και εσφαλμένη αξιολόγηση των εγγράφων και ιδία αυτών που αφορούν τα ορθά έτη επαγγελματικής εμπειρίας του και τα μόρια που συγκέντρωνε χωρίς τα πλαστά πιστοποιητικά, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Άρα όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 8/5-3-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 260/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση. Πρόκειται για πλαστογραφία του 216 παρ. 1 ΠΚ και όχι πλαστογραφία πιστοποιητικών του άρθρου 217 παρ. 1 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο, που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ), που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών, όπως είναι μεταξύ άλλων και βεβαιώσεις σπουδών ή πιστοποιητικά που αναφέρονται στην οικογενειακή κατάσταση, τα προσόντα ή τις ιδιότητες προσώπων, πρέπει δε ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στο να διευκολύνει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος σχετικά με τις συγκεκριμένες βιοτικές ανάγκες, χωρίς, όμως, εντεύθεν να βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες σχέσεις του, και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ. Η διαφορά μεταξύ της διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ και της εξαιρετικής του άρθρου 217 ΠΚ, συνίσταται, αφενός μεν στο ότι στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα κατά την έννοια του άρθρου 13 εδάφ. γ' έγγραφα, αλλά μόνο τα σε αυτό αναφερόμενα, αφετέρου δε, στον ειδικό σκοπό, για τον οποίο το έγκλημα του άρθρου 217 ΠΚ τελείται (ΑΠ 649/2008). Απορρίπτει.
Πλαστογραφία πιστοποιητικού
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία πιστοποιητικού.
0
Αριθμός 1259/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της με αριθμό 637/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, καθώς και στο από 22 Σεπτεμβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.534/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα άρθρα 4 παρ.1 εδ.γ και 5 παρ.1 περ.Α εδ.δ και παρ.2 του Ν.1756/1988, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ.2 του ν. 1968/1991, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες. Αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται ένας μόνον πρωτοδίκης πολυμελούς πρωτοδικείου ή τριμελούς πλημμελειοδικείου από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς τους. Οι αναπληρωτές αυτοί ορίζονται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Περαιτέρω στο άρθρο 17 υπό στοιχ. Β του ίδιου νόμου, όπως οι παρ. 1, 3, 4 αυτού , ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 4 παρ.2 του Ν 2172/1993, και η παρ.7 μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ.2 του Ν. 3327/2005 (ΦΕΚ Α 70/11-3-2005) και την προσθήκη δύο εδαφίων στην παρ.1 με το άρθρο 2 του ν. 3346/2005, (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), ορίζεται " 1. Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση.... 7β. Όπου δεν διενεργείται κλήρωση, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία αν εμφανισθεί ανυπέρβλητη δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης του δικαστηρίου, με αιτιολογημένη πράξη του αντικαθιστά ή ορίζει τους δικαστές ή τον εισαγγελέα, αντιστοίχως ... 10. Η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης ...". Kατά το άρθρο 5 παρ.1 στοιχ. Α' περ. 5 και 2 του Ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ.2 του Ν. 1968/1991, αν δεν υπάρχουν ή απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται: α) Ο πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου από άλλο δικαστή, κατά τη σειρά της αρχαιότητος. β) Ένας μόνο πλημμελειοδίκης του τριμελούς πλημμελειοδικείου από ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφερείας του, ο οποίος ορίζεται με πράξη του δικαστή, που διευθύνει το δικαστήριο. Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ίδιου Κώδικα, προβλέπεται η αναπλήρωση των δικαστών, αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται, η οποία γίνεται κατά σειρά αρχαιότητας εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, και δη αναπληρώνεται ο Πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου από άλλο δικαστή της ίδιας σύνθεσης ή του ίδιου δικαστηρίου (παρ.1Α' γ'). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών ποινικών δικαστηρίων, εάν οι συνθέσεις τους δεν ορίζονται με κλήρωση, οπότε έχει εφαρμογή το άνω άρθρο 17 του ίδιου κώδικα, ο Πρόεδρος αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο δικαστή και αυτός κωλυόμενος από τον αμέσως νεώτερο, η τοιαύτη δε αναπλήρωση είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανισθεί το κώλυμα, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των πράξεων του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σε αυτές ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, η διεύθυνση του Πρωτοδικείου, πλην των Πρωτοδικείων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, ανήκει στον Πρόεδρό του και αν είναι περισσότεροι στον αρχαιότερο (άρθρο 15 περ.α' του Ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν.2172/1993). Η αναπλήρωση εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο από τον αμέσως επόμενο Πρόεδρο Πρωτοδικών είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανιστεί το κώλυμα χωρίς έκδοση σχετικής πράξης και χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των πράξεων του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σε αυτές ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, που είναι ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αυτό συγκροτήθηκε από την προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκη Γεωργία Κηρύκου, (κωλυομένου του Προέδρου και της αρχαιοτέρας Πλημμελειοδίκη), από ετέρα Πλημμελειοδίκη την Αφροδίτη Παπανικολάου και από την Αικατερίνη Ατματζίδου, Ειρηνοδίκη Σπάρτης, ορισθείσα με την υπ'αριθμ. 45/2008 πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών, (κωλυομένου του άλλου Πλημμελειοδίκη). Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως και το πρόσθετο λόγο, προβάλλει ότι υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για κακή σύνθεση, διότι στη σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συμμετείχαν, α) ως προεδρεύουσα η Πλημμελειοδίκης Γεωργία Κηρύκου, "ως κωλυομένου του Προέδρου Πρωτοδικών και της αρχαιοτέρας της Πλημμελειοδίκου", ενώ την ημέρα της δικασίμου υπηρετούσαν στο Πρωτοδικείο Σπάρτης δύο αρχαιότεροί της Πρωτοδίκες, ο Παναγιώτης Τρυφωνόπουλος και η Ευτυχία Κονταράτου, χωρίς να σημειώνεται στα πρακτικά κώλυμα και των δύο αυτών Πλημμελειοδικών και β) σε αντικατάσταση κωλυόμενου Πλημμελειοδίκη, συμμετείχεν Ειρηνοδίκης, χωρίς να μνημονεύεται, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 5 παρ.2 του ν. 1756/1988, ότι την άνω πράξη αναπληρώσεως εξέδωσε ο δικαστής που διευθύνει το εν λόγω Πρωτοδικείο. Όπως, όμως προεκτέθηκε, και προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στην σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, που την εξέδωσε, συμμετείχε νόμιμα ως προεδρεύουσα η Πλημμελειοδίκης Γεωργία Κηρύκου, επειδή, όπως αναγράφεται εκ περισσού στα πρακτικά, κωλυόταν ο Πρόεδρος Πρωτοδικών και η αρχαιοτέρα της Πλημμελειοδίκης, η δε αναπλήρωση λόγω κωλύματος και του δευτέρου Πλημμελειοδίκου, ως ζήτημα εσωτερικής λειτουργίας του Πρωτοδικείου, δεν ήταν απαραίτητο να σημειωθεί ειδικά στα πρακτικά. Επίσης νόμιμα συμμετείχε και η Ειρηνοδίκης Σπάρτης, επειδή κωλυόταν ο υπάρχων άλλος Πλημμελειοδίκης, σύμφωνα με την 45/2008 πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών Σπάρτης, η δε πράξη αυτή είναι νόμιμη και εγκύρως κατά τα παραπάνω ορίσθηκε να συμμετάσχει στη σύνθεση η Ειρηνοδίκης Σπάρτης, αδιάφορα αν ο ορίσας αυτήν Πρόεδρος Πρωτοδικών, ήταν και ο αρχαιότερος και διευθύνων το Πρωτοδικείο Σπάρτης. Πέραν τούτων, από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε, δια του συνηγόρου που τον εκπροσωπούσε, νομίμως και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας σχετική ένσταση ακυρότητας, λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου. Έτσι, τυχόν υφιστάμενη ακυρότητα καλύφθηκε και οι συναφείς πρώτος κύριος και πρόσθετος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1α του ΑΝ.86/1967, "όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτών ασφαλιστικών εισφορών ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομένους κάθε φύσης Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, στους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δρχ.". Από τις διατάξεις που παρατέθηκαν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών προς το ΤΕΒΕ και για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, απαιτείται να προσδιορίζεται η σε συγκεκριμένο χρόνο άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας και τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, τα οποία, όφειλε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, η τυχόν ιδιότητα αυτού ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου ή διευθύνοντος συμβούλου και νόμιμου εκπροσώπου ανώνυμης εταιρείας που υποχρεούται να καταβάλει στο ως άνω Ασφαλιστικό Ταμείο εισφορές ή η άσκηση ατομικής επιχειρήσεως και ότι δεν τις κατέβαλε εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές στον άνω ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένος ο κατηγορούμενος, τα περιστατικά δε αυτά να εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη από τον επαγγελματία της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που ασκείται η δραστηριότητα. Επίσης, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εφόσον σε αυτό εκτίθενται όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005). Όταν δε η αξιόποινη πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος, τιμωρείται μόνον εκ δόλου τελουμένη. Ο δόλος, αντικείμενο του οποίου δεν είναι το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά η αντικειμενική υπόσταση σε στενή έννοια, δηλαδή το σύνολο των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, εξαιρουμένων των εξωτερικών όρων του αξιοποίνου - ως υποκειμενικό στοιχείο ενυπάρχει, κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ΠΚ στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει αυτός από την πραγμάτωσή τους και δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία αυτού, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του ή αν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής : "Επειδή από την αποδεικτική διαδικασία, δηλαδή την ένορκη εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας, την ανάγνωση των εγγράφων και γενικά τη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση οφείλει τις ασφαλιστικές εισφορές προς το Ταμείο Ασφαλίσεως Επαγγελματιών και Βιοτεχνών, για τις οποίες κατηγορείται, ως ασκών ατομική επιχείρηση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει και αποδεικνύεται από την προσκομισθείσα εκ μέρους του ως άνω ασφαλιστικού ταμείου υπ' αριθμ. ... καρτέλλα ασφαλισμένου του Τ.Ε.Β.Ε., ο κατηγορούμενος ενεγράφη ως ασφαλισμένος σ' αυτό με την ιδιότητα του ως διατηρούντος ατομική επιχείρηση με αντικείμενο τις ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις στην πόλη της .... Περαιτέρω, ο μάρτυρας - υπάλληλος του ως άνω ασφαλιστικού ταμείου αναφέρθηκε μεν στην Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΦΕΛΜΑΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", πλην όμως από τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές οφείλονται από τον κατηγορούμενο με την ιδιότητα του ως μετόχου ή εκπροσώπου της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και όχι ατομικά. Επομένως, ναι μεν η ανάκληση της άδειας σύστασης Α. Ε. συνεπάγεται τη λύση της από την καταχώρηση της οικείας απόφασης στο Μητρώο Α.Ε. και στην παρούσα περίπτωση αποδείχθηκε η ανάκληση της άδειας σύστασης της προαναφερθείσας εταιρείας και η λύση αυτής κατά το έτος 2000, πλην όμως ο σχετικός ισχυρισμός που προβλήθηκε εκ μέρους του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου τυγχάνει απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, κατά χα ήδη προεκτεθέντα, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές οφείλονται από την άσκηση ατομικής επιχείρησης του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2001 έως Οκτώβριο 2005, έχων ως επαγγελματική δραστηριότητα Ραδιοτηλεοπτικές Επιχειρήσεις, διατηρώντας κατάστημα επ' ονόματι του και υπέχοντας υποχρέωση, σύμφωνα με το ν. 6364/1934, καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν αυτόν προς το Ταμείο Ασφαλίσεως Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος, που υπάγεται στο Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δεν κατέβαλε συνολικό ποσό 14.595,00 ευρώ, καθώς όφειλε, μέσα σ' ένα μήνα αφότου έγιναν απαιτητές. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος για την πράξη του αυτή". Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα, και χρηματική ποινή 800 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 12, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 του ΠΚ, άρθρο 1 παρ.1 του Α.Ν. 86/1967 σε συνδ. προς τις διατάξεις του Ν. 6364/1934, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (έγγραφα, μάρτυρας ), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να γίνεται επιλεκτική επιλογή των αποδεικτικών εγγράφων, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται, εκτός των άλλων, το ύψος των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα ραδιοτηλεοπτικής επιχειρήσεως, ατομικά και όχι ως εκπρόσωπος ή μέτοχος ανώνυμης εταιρείας, ο ασφαλιστικός οργανισμός (ΤΕΒΕ) στον οποίον ήταν ασφαλισμένος με αριθμό καρτέλλας στο ΤΕΒΕ ..., σε σχέση δε με το υποκειμενικό στοιχείο του εν λόγω πλημμελήματος, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη, κατά τα προεκτεθέντα, ιδιαίτερης αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση, εξυπακούεται δε η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών, ενώ στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν απαιτούνται για την ύπαρξη του δόλου, πρόσθετα στοιχεία, ούτε πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Επομένως όλες οι σχετικές αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέες και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ, Δ και Ε του ΚΠοινΔ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας συνιστά, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, έλλειψη ακροάσεως, η οποία αποτελεί τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας ή ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή του και το δικαστήριο την αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Περαιτέρω η παράλειψη αναγνώσεως εγγράφων από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, που προσκομίστηκαν από τον συνήγορο υπερασπίσεως και των οποίων ζήτησε την ανάγνωση, δεν συνιστά μόνη αυτή, έλλειψη ακροάσεως κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αλλά παρέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο, σε περίπτωση δε αρνήσεως αποφάσεως ή παρά το νόμο απορρίψεως αυτής, τότε μόνον υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 β ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι ζήτησε δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου του, μέσω του υποβληθέντος και αναγνωσθέντος από 4-6-2008 υπομνήματός του και παρά ταύτα δεν αναγνώσθηκαν από το Δικαστήριο συγκεκριμένα έγγραφα και δη τα παρακάτω: α) το ΔΒΕ ... του τμήματος εμπορίου και ΑΕ της ΝΑ. Λακωνίας, β) το ΔΒΕ ... της ίδιας υπηρεσίας της Ν. Λακωνίας και γ) το με αρ. πρωτ. ... έγγραφο του ιδίου προς ΟΑΕΕ ... . Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει μεν ότι δεν αναγνώσθηκαν έγγραφα με τα στοιχεία αυτά, πλην όμως, δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων από τον παριστάμενο συνήγορο αυτού. Το γεγονός, ότι εντός του περιεχομένου του υποβληθέντος από το συνήγορο στο ακροατήριο και αναγνωσθέντος κατ'αυτόν υπομνήματος του κατηγορουμένου, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά, εμπεριέχεται και αίτημα αναγνώσεως των εν λόγω εγγράφων, δε σημαίνει και δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε ευθέως και αυτοτελώς σαφές ορισμένο αίτημα αναγνώσεως των παραπάνω εγγράφων. Επίσης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, όταν ζήτησε και έλαβε το λόγο ακριβώς μετά την ανάγνωση των λοιπών επτά εγγράφων, "αναφέρθηκε μεν στο από 4-6-2008 υπόμνημα που προσκόμισε", αλλά και πάλιν δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι υπέβαλε αίτημα αναγνώσεως και των άνω τριών εγγράφων που ανέφερε στο υπόμνημά του και προφανώς, αφού δεν προκύπτει από τα πρακτικά, δεν προσκόμισε. Άλλωστε, δεν προκύπτει από τα πρακτικά, ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου, μετά την ανάγνωση του υπομνήματος και τη μη ανάγνωση των εγγράφων αυτών από την διευθύνουσα τη δίκη Πλημμελειοδίκη, προσέφυγε, όπως είχε δικαίωμα κατ'άρθρο 335 παρ.2 του ΚΠοινΔ, στο Δικαστήριο, για την παράλειψη αναγνώσεως και το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί. Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Β' του ΚΠοινΔ, περί απόλυτης ακυρότητας και περί ελλείψεως ακροάσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ'ακολουθίαν τούτων, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-9-2008 αίτηση - δήλωση του Χ και τον από 22.9.2008 πρόσθετο λόγο αυτής, για αναίρεση της με αριθ. 637/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Α.Ν. 86/67 - ΤΕΒΕ 1. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Όχι κακή σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, όπου δεν επιβάλλεται εκ του νόμου κλήρωση, εκ του ότι δεν αναγράφεται στα πρακτικά: α) ότι η προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης που αναπλήρωσε τον κωλυόμενο Πρόεδρο Πρωτοδικών και την κωλυόμενη αρχαιότερη Πλημμελειοδίκη, όχι και ότι κωλυόταν και ετέρα υπηρετούσα αρχαιότερη αυτής Πλημμελειοδίκης, και β) ότι η συμμετοχή στη σύνθεση Ειρηνοδίκου έγινε με πράξη του Διευθύνοντος το Πρωτοδικείο Προέδρου και όχι όπως απλά αναγράφεται ότι ορίστηκε με πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών, γιατί αυτό δεν είναι αναγκαίο κατά το νόμο. Από τις διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών ποινικών δικαστηρίων, εάν οι συνθέσεις τους δεν ορίζονται με κλήρωση, οπότε έχει εφαρμογή το άνω άρθρο 17 του ίδιου κώδικα, ο πρόεδρος αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο δικαστή και αυτός κωλυόμενος από τον αμέσως νεώτερο, η τοιαύτη δε αναπλήρωση είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανισθεί το κώλυμα, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των πράξεων του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σε αυτές ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, η διεύθυνση του πρωτοδικείου, πλην των Πρωτοδικείων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, ανήκει στον πρόεδρο του και αν είναι περισσότεροι στον αρχαιότερο (άρθρο 15 περ. α' του Ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν.2172/1993). Η αναπλήρωση εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο από τον αμέσως επόμενο πρόεδρο πρωτοδικών είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανιστεί το κώλυμα χωρίς έκδοση σχετικής πράξης και χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των πράξεων του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σε αυτές ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο. Επίσης νόμιμα συμμετείχε και η Ειρηνοδίκης Σπάρτης, επειδή κωλυόταν ο υπάρχων άλλος Πλημμελειοδίκης, σύμφωνα με την 45/2008 πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών Σπάρτης, η δε πράξη αυτή είναι νόμιμη και εγκύρως κατά τα παραπάνω ορίσθηκε να συμμετάσχει στη σύνθεση η Ειρηνοδίκης, αδιάφορα αν ο ορίσας αυτήν Πρόεδρος Πρωτοδικών, ήταν και ο αρχαιότερος και διευθύνων το Πρωτοδικείο Σπάρτης. Πέραν τούτων, από το ίδιο πρακτικό προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε δια του συνηγόρου που τον εκπροσωπούσε, νομίμως και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας σχετική ένσταση ακυρότητας, λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου. Έτσι, τυχόν υφιστάμενη ακυρότητα καλύφθηκε και ο συναφής πρώτος κύριος και πρόσθετος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και ως απαράδεκτος. 2) Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως. 3) Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας συνιστά, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 εδ. Α΄ του ίδιου Κώδικα, έλλειψη ακροάσεως, η οποία αποτελεί τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας ή ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωση του και το δικαστήριο την αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Περαιτέρω η παράλειψη αναγνώσεως εγγράφων από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, που προσκομίστηκαν από τον συνήγορο υπερασπίσεως και των οποίων ζήτησε την ανάγνωση, δεν συνιστά μόνη αυτή, έλλειψη ακροάσεως κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 ΚΠΔ, αλλά παρέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο, σε περίπτωση δε αρνήσεως αποφάσεως ή παρά το νόμο απορρίψεως αυτής, τότε μόνον υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 β΄ ΚΠΔ (ΑΠ 82/2008). Απορρίπτει.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Ακροάσεως έλλειψη, Δικαστηρίου σύνθεση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1256/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου .., 3. Χ3, κατοίκου ... και 4. Χ4, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ5. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Μαΐου 2008 και 23 Μαΐου 2008 τέσσερις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1005/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 384/17.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τις με αριθμό 93 από 19.5.2008 και 97, 98, 99 από 23-5-2008 αιτήσεις των α) Χ1, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., β) Χ3, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., γ) Χ2, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., και δ) Χ4, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δια του οποίου έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η υπ'αριθμ. 506/21.9.2007 έφεση της Χ1 κατά του υπ'αριθμόν 1832/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και προσέτι κηρύχθηκαν απαράδεκτες οι υπ'αριθμόν 455, 453 και 457 από 7-9-2007 εφέσεις των Χ3, Χ2 και Χ4, αντιστοίχως, κατά του άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο τους παρέπεμψε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν η Χ1 για πλαστογραφία (νόθευση) μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση από την οποίαν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, ο Χ3 για χρήση πλαστού εγγράφου και για απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη αξία και οι Χ2 και Χ4 για απλή συνέργεια σε απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και εκθέτω τα ακόλουθα: 1) Όσον αφορά στην υπ' αριθμόν 93/19-5-2008 αίτηση της Χ1: Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και περιέχει συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως και δη την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ.) ασκήθηκε δε από τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας Βασίλειο Τσίπρα, δυνάμει της από 16-5-2008 εξουσιοδότησης. Ο λόγος αναιρέσεως που επικαλείται συνίσταται στο ότι α) το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αξιολόγησε τον ισχυρισμό της και δεν διέταξε την άρση του απορρήτου του υπ'αριθμ. ... λογαριασμού της ALPHA BANK καθόσον η ανάλυση του λογαριασμού αυτού μπορούσε να έχει επιρροή στη κρίση των δικαστών και θα ανατρέπονταν οι ισχυρισμοί της μηνύτριας, β) δεν προέβη σε συγκριτική αξιολόγηση των εγγράφων που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, γ) δεν αξιολόγησε το υπ'αριθμόν 2927/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. 2) Όσον αφορά στις υπ'αριθμόν 97/08, 98/08 και 99/08 αιτήσεις των λοιπών αναιρεσειόντων Χ3, Χ2 και Χ4: Οι αιτήσεις των έχουν ασκηθεί εμπροθέσμως από την πληρεξουσία αυτών δικηγόρο Σοφία Ψυλλάκου, νομίμως εξουσιοδοτηθείσας. Ο λόγος αναιρέσεως που επικαλούνται είναι η παράνομη απόρριψη της έφεσής των κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως απαράδεκτης και επικουρικώς η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και συνίσταται στο ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα του συμβουλίου Εφετών παρανόμως απέρριψε ως απαράδεκτες τις από 7-9-2007 εφέσεις των κατά του άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ενώ κατά το άρθρο 469 ΚΠΔ είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατ'αυτού. Ούτω οι άνω αιτήσεις είναι τυπικά δεκτές και ερευνητέες κατ'ουσίαν και επ'αυτού επάγομαι τα ακόλουθα: 1) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για τη πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου σε συνδυασμό με το τί αποδείχτηκε από το καθένα αλλά αρκεί η γενική αναφορά στο σύνολο του είδους των (Α.Π. 1304/2003 ΠΧ ΝΔ/2004 σελ. 517). Δια του προσβαλλομένου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών, "από όλο το αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας, το από 7-11-2007 υπόμνημα της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας Χ1, σε συνδυασμό με την απολογία της" δέχτηκε ότι προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, που διαλαμβάνονται στην εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου, από τα οποία προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος της κατηγορουμένης για την αποδιδομένη σ'αυτή αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση και συνεπώς ορθά η άνω κατηγορουμένη παραπέμφθηκε να δικαστεί για την άνω πράξη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Από το ιστορικό του άνω βουλεύματος και δη τα αναφερόμενα στην εισαγγελική πρόταση, όπου παραπέμπει το Συμβούλιο, πέρα των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται, τούτο ασχολείται λεπτομερώς και στην απόρριψη του αιτήματος της πρώτης αναιρεσείουσας για την άρση του τραπεζικού απορρήτου του υπ'αριθμόν ... λογαριασμού της στην ALPHA BANK προκειμένου να διαπιστωθεί το ύψος των εμβασμάτων που έγιναν από το λογαριασμό αυτού στο λογαριασμό της εγκαλούσας. Επίσης από το ίδιο ιστορικό προκύπτει ότι αξιολογήθηκε πλήρως και το υπ'αριθμόν 2927/2007 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφέστατα ότι οι λόγοι αναιρέσεως που επικαλείται η πρώτη αναιρεσείουσα και αναφέρονται στην αρχή της παρούσας είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν κατ'ουσίαν. Το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και τις αποδείξεις που θεμελίωσαν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος και κατά συνέπεια έχει την απαιτουμένη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. 2) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 317 παρ. 1, 476, 481 παρ. 1 και 484 παρ. 1 εδ. στ' του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται μόνο αίτηση αναιρέσεως, ως λόγοι της οποίας δεν μπορούν να προβληθούν αιτιάσεις που αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης, αλλά μόνο η αιτίαση ότι η απόρριψη της εφέσεως κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος είναι παράνομη. Αν υπάρχουν στην αίτηση αναιρέσεως και λόγοι που αναφέρονται σε άλλες πλημμέλειες και δη στην ουσία της υπόθεσης, η προβολή τους είναι απαράδεκτη (Α.Π. 1304/2003 Π.Χ. ΝΔ/2004 σελ. 517). Εξ άλλου το κατά το άρθρο 469 Κ.Π.Δ. επεκτατικό αποτέλεσμα δεν καθιστά παραδεκτό το ανεπίτρεπτο ένδικο μέσο συγκατηγορουμένου στον οποίον δεν χορηγείται, διότι η διάταξη 469 του Κ.Π.Δ. δεν καθιερώνει επέκταση ως προς το παραδεκτό. Καθιερώνει υπέρ του συγκατηγορουμένου, έστω και αν το ένδικο μέσο δεν χορηγείται σ'αυτόν, επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του ανωτέρω δικαστηρίου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο που άσκησε παραδεκτώς το ένδικο μέσο (Α.Π. 1383/1990 Π.Χ. ΜΑ σελ. 580). Στην υπό κρίση περίπτωση οι αναιρεσείοντες Χ3, Χ2 και Χ4, με το υπ'αριθμόν 1832/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς, για κακουργήματα, Εφετείου Αθηνών για να δικαστούν οι μεν Χ2 και Χ4για τις πράξεις της απλής συνέργειας κατ'εξακολούθηση και μη, σε απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και ο Χ3 για τη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου, κατ'εξακολούθηση και μη και της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, δηλαδή για πράξεις που προβλέπονται από τα άρθρα 386 παρ. 1β και 216 παρ. 2-1 ΠΚ ήτοι για πλημμελήματα . Κατά το άρθρο 478 παρ. 1 Κ.Π.Δ. "Το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται στον κατηγορούμενο μόνο κατά βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, το οποίο τον παραπέμπει στο δικαστήριο για κακούργημα ...". Ούτω ορθώς το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο της εφέσεως που άσκησαν οι ανωτέρω κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος. Σύμφωνα δε με τα προαναφερόμενα το επεκτατικό αποτέλεσμα που προβλέπει το άρθρο 469 Κ.Π.Δ., δεν καθιστά το ανεπίτρεπτο ένδικο μέσο σε παραδεκτό. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω αβάσιμος είναι ο λόγος που προβάλλουν οι άνω αναιρεσείοντες ότι ουχί ορθώς το ένδικο μέσο της εφέσεως που άσκησαν κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος απορρίφθηκε ως απαράδεκτο και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν κατ'ουσίαν και οι αιτήσεις αυτών και να καταδικασθούν ούτοι στα έξοδα. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) να απορριφθούν οι υπ'αριθμόν 93/19-5-2008, 97/23-5-2008, 98/23-5-2008 και 99/23-5-2008 αιτήσεις των Χ1, Χ3, Χ2 και Χ4, αντίστοιχα, περί αναιρέσεως του υπ'αριθμόν 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας αυτής στους άνω αιτούντας. Αθήνα 4 Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Δηλαδή αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα", αφού η πιο πάνω παράγραφος 2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, πριν αντικατασταθεί κατά τα προεκτιθέμενα, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και έτσι, με την αντικατάσταση αυτή, εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται... Ο Εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις ώρες τουλάχιστον πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με το με αριθ. 1832/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμφθηκαν να δικασθούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, οι τρεις αναιρεσείοντες κατηγορούμενοιΧ2, Χ3 και Χ4, για τα σε αυτό πλημμελήματα, η δε τέταρτη αναιρεσείουσα Χ1 για να δικασθεί για τη αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος. Κατά του εν λόγω παραπεμπτικού βουλεύματος οι κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις, οι οποίες όμως, με το με αριθ. 394/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκαν, α) κατ'ουσίαν η έφεση της Χ1 και β) ως απαράδεκτες, οι τρεις εφέσεις ως προς τους άνω λοιπούς τρεις εκκαλούντες, για το λόγο ότι κατ'άρθρο 478 παρ.1 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο της εφέσεως επιτρέπεται στους κατηγορούμενους, μόνο κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο τους παραπέμπει για κακούργημα ή για κακούργημα και για συναφές πλημμέλημα τον ίδιο τον παραπεμπόμενο κατηγορούμενο και όχι σε συγκατηγορούμενους, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, που παραπέμπονται αποκλειστικά για συναφή πλημμελήματα. Εξάλλου, το κατά το άρθρο 469 ΚΠοινΔ επεκτατικό αποτέλεσμα δεν καθιστά παραδεκτό το ανεπίτρεπτο ένδικο μέσο συγκατηγορουμένου στον οποίον δε χορηγείται από το νόμο, διότι η διάταξη 469 ΚΠοινΔ, δεν καθιερώνει επέκταση ως προς το παραδεκτό. Καθιερώνει υπέρ του συγκατηγορουμένου, έστω και αν το ένδικο μέσο δεν χορηγείται σε αυτόν, επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο. Κατ'ακολουθίαν των παραπάνω, επειδή οι αιτήσεις αναιρέσεως των άνω τριών αναιρεσειόντων ασκήθηκαν απαραδέκτως, πλην οι αναιρεσείοντες αυτοί, δεν κλήθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προ 24 ωρών τουλάχιστον, για να εκθέσουν τις απόψεις του περί του απαραδέκτου, πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως στο δικαστήριο (συμβούλιο), πρέπει το δικαστήριο να απόσχει από τη συζήτηση της υποθέσεως, και για τους τέσσερις αναιρεσείοντες, για να κριθεί ενιαία η υπόθεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει από τη συζήτηση των αναιρέσεων των αναιρεσειόντων α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3 και δ) Χ4, κατά του με αριθμό 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για να ειδοποιηθούν, κατ'άρθρον 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, οι από αυτούς υπό στοιχεία ως άνω β,γ,δ αναιρεσείοντες ή οι διορισθέντες αντίκλητοι αυτών, να προσέλθουν στο συμβούλιο τούτο του Αρείου Πάγου, κατά την νέα δικάσιμο που θα ορισθεί, για να εκθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με το απαράδεκτο των κρινόμενων αιτήσεών τους. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απέχει να αποφανθεί προκειμένου να κληθούν στο Συμβούλιο οι αντίκλητοι των κατηγορουμένων.
Αποχή αποφάσεως
Αποχή αποφάσεως.
0
Αριθμός 1257/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κώνστα και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα, για αναίρεση της 12, 13, 14/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Φεβρουαρίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 437/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος και λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος και η αναίρεση του δευτέρου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά της 12-13-14/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών έχουν ασκηθεί, με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νομότυπα και εμπρόθεσμα, από τους κατηγορούμενους: 1) τον πρώτο Χ1, η από 26-2-2008 και 2) το δεύτερο, Χ2, η από 26-2-2008, αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Α) Ως προς την αναίρεση του δεύτερου κατηγορουμένου (Χ2): Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδάφιο ζ του Ν. 1729/1987 και ήδη άρθρο 20 παρ. 1 ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά (Ν. 3459/2006), " με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή 2.900 - 290.000 ευρώ τιμωρείται όποιος: α)...... ζ) κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο". Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως η "κατοχή" των ναρκωτικών πραγματώνεται με φυσική εξουσία τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέσει πραγματικά. Η άσκηση διακατοχικών πράξεων μπορεί να γίνεται είτε αυτοπροσώπως είτε με άλλο πρόσωπο, που ενεργεί για λογαριασμό του πραγματικού κατόχου (βλ. άρθρα 980 και 997 του Α.Κ.) και μπορεί να είναι συμμέτοχος στο έγκλημα. Κατοχή συνιστά και η περιέλευση των ναρκωτικών στα χέρια του δράστη με μόνο σκοπό την παράδοση στον αγοραστή από το πρόσωπο που θα του υποδειχθεί πραγματώνεται δε αυτή και με την κατοχή των κλειδιών του κλειστού χώρου φύλαξης των ναρκωτικών ή με την απόκρυψή της σε θαμνώδη περιοχή. Δεν αποτελεί στοιχεί τη αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος η ύπαρξη στο δράστη σκοπού προς περαιτέρω διάθεση των κατεχομένων ναρκωτικών ουσιών ούτε απαιτείται η σχετική αναφορά τέτοιου σκοπού στην καταδικαστική απόφαση για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της, εκτός αν έχει υποβληθεί αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι προόριζε τα ναρκωτικά για αποκλειστικά δική του χρήση. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 ΠΚ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 12-13-14/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν κατά το μέρος που η άνω απόφαση αφορά και τους δύο αναιρεσείοντες, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποσπάσματα των κατά την προδικασία απολογιών τούτων και της κατάθεσης του μάρτυρα κατηγορίας Ζ, που επιτρεπτώς αναγνώσθηκαν προς επισήμανση αντιφάσεων εκείνων και υποβοήθηση της μνήμης του τελευταίου αντιστοίχως (άρθρα 366 παρ. 2 και 357 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δικ) και τη διαδικασία γενικά, αποδείχθηκαν τα εξής: Κατά τις 9-2-2006, αστυνομικοί του τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών ..., αξιοποιώντας υπηρεσιακές πληροφορίες τους ότι ομάδα ("σπείρα") Αλβανών υπηκόων, διακινούσαν στην περιοχή ... και πέραν αυτής μεγάλες ποσότητες ινδικής κάνναβης, τις οποίες είχαν κρυμμένες σε δασώδη περιοχή του ... πλησίον της εθνικής οδού, μεταφέροντας από εκεί τις προς πώληση ποσότητες ινδικής κάνναβης σε τακτά χρονικά διαστήματα, κατόρθωσαν να εντοπίσουν το σημείο απόκρυψης των ναρκωτικών στην περιοχή ... του Δήμου ..., σε απόσταση περίπου 50 μέτρων από την εθνική οδό, μέσα σε μεγάλα δέντρα και βάτα. Τα ναρκωτικά ήταν επιμελώς κρυμμένα σε διπλές νάϋλον σακούλες απορριμμάτων, έτσι ώστε να προστατεύονται από τις εναλλασσόμενες καιρικές συνθήκες (ιδίως την υγρασία) και αφέθηκαν όπως ήταν από τους αστυνομικούς οι οποίοι στην συνέχεια έστησαν ενέδρα περιμετρικά του χώρου εκείνου. Την ώρα 18:45'της ίδιας ημέρας (9-2-2006) ενώ είχε αρχίσει να πέφτει το σκοτάδι της νύχτας, ακούσθηκε θόρυβος στο σημείο απόκρυψης των ναρκωτικών ουσιών, ομιλία ανθρώπων και ανακίνηση (ανακάτεμα) των συσκευασιών των ναρκωτικών. Αμέσως έκαναν την σχεδιασμένη επέμβαση οι αστυνομικοί και συνέλαβαν τους κατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν έρθει εκεί με το αυτοκίνητο του πατέρα του πρώτου από αυτούς, το οποίο είχαν αφήσει σε απόσταση μεγαλύτερη των 150 μέτρων από το σημείο απόκρυψης των ναρκωτικών, προδήλως για να μην κινήσουν υποψία. Τα ναρκωτικά που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ήταν 15 αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες, μικτού βάρους 1959, 1947, 1555, 1765, 1908, 1976, 1957, 1806, 1941, 1802, 1959, 1899, 1941,1976 και 1980 γραμμαρίων, (βλ. εκθέσεις κατάσχεσης, ζύγισης και χημικής ανάλυσης). Ύστερα από νομότυπη έρευνα στην οικία του δεύτερου κατηγορουμένου (οδός ... στην ...) βρέθηκε το χρηματικό ποσό των 2500 €, επάνω του δε έφερε αυτός ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ, όπως και ένα μαχαίρι τύπου πεταλούδας, με μήκος 10 εκ. του μέτρου που ήταν κατάλληλο για την εργασία του ως υπαλλήλου "ιχθυοπωλείου", η κατοχή του όμως δεν εδικαιολογήτο στο χώρο εκείνο, όπου ήταν κρυμμένα τα ναρκωτικά. Ο πρώτος κατηγορούμενος έφερε επάνω του το χρηματικό ποσό των 600 € και δυο κινητά τηλέφωνα μάρκας ΝΟΚΙΑ και ΕRICSON, ενώ δεν είχε αποτέλεσμα η έρευνα στην οικία του. Οι κατηγορούμενοι με διαρκώς εναλλασσόμενες θέσεις κατά τις απολογίες τους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προσπαθούν να αποσείσουν την ευθύνη τους με τον ισχυρισμό ο μεν πρώτος ότι εξυπηρετούσε εν αγνοία της ύπαρξης ναρκωτικών κάποιον ομοεθνή του και χρησιμοποίησε ως συνοδό το δεύτερο, ο δε τελευταίος ότι έκανε εξυπηρέτηση, αγνοώντας και αυτός την ιδιότητα των ναρκωτικών. Όμως από τα ως άνω περιστατικά και τις στηριζόμενες σε άμεση αντίληψή του ένορκες καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας αστυνομικού Ζ δημιουργείται δικανική πεποίθηση ότι οι δύο κατηγορούμενοι από κοινού εξουσίαζαν φυσικώς την ως άνω ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, δυνάμενοι να διαθέτουν αυτή κατά τη βούληση και προς το σκοπό παραλαβής μέρους από αυτή, προς εμπορία, είχαν μεταβεί στο σημείο εκείνο, όπου συνελήφθησαν, όπως είχαν και σε προγενέστερο χρόνο αναλάβει άλλες όμοιες ποσότητες από το ίδιο σημείο και τις είχαν διαθέσει σε τρίτους (έχοντας στην κατοχή τους προϊόντα αυτής της εμπορίας), για τους εξής λόγους: 1) Σύμφωνα με την από 9-2-2006 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη και αυτήκοου μάρτυρα αστυνομικού Ζ οι κατηγορούμενοι "κατά την στιγμή της σύλληψης τους ισχυρίσθηκαν ότι είχαν αποκρύψει πράγματι τα ναρκωτικά και ότι τη συγκεκριμένη στιγμή πήγαν στο σημείο εκείνο να τα σκεπάσουν από τη βροχή". Στη συνέχεια αφού δεσμεύτηκαν (κατασχέθηκαν) τα ναρκωτικά και άλλα πειστήρια από τη σωματική έρευνα των κατηγορουμένων αυτοί "δήλωσαν ότι δήθεν τα ναρκωτικά ήταν κάποιου άλλου από την ... που τα είχε μεταφέρει από ... στην ... για να του τα φυλάξουν, μετά ότι ήταν κάποιου άλλου (μη κατονομαζομένου) που ερχόμενος από την Αλβανία τα άφησε στο σημείο και τους τηλεφώνησε να τα σκεπάσουν έτσι ώστε να μην βραχούν..." 2) Ο πρώτος κατηγορούμενος με την από 10-20-2006 προανακριτική απολογία του (που δόθηκε 16 περίπου ώρες μετά την σύλληψη του) ισχυρίζεται ότι ενεργούσε κατ' εντολήν του γνωστού του ..., Αλβανού που διέμενε στην ..., ο οποίος του υπέδειξε να τοποθετήσει μέσα σε πλαστικές σακούλες τα αντικείμενα (χωρίς να του γνωστοποιήσει ότι επρόκειτο για ναρκωτικά) και ότι θα του έδιδε ως αμοιβή 500 €. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, με την από 10-10-2006 επίσης προανακριτική απολογία του ισχυρίζεται ότι δέχθηκε να συνοδεύσει τον πρώτο κατηγορούμενο φίλο του για να προστατεύσουν από τη βροχή "κάποια πράγματα", τα οποία "κατάλαβε ότι ήταν χασίς" και θα του έδινε ο φίλος του (πρώτος κατηγορούμενος) γι αυτή τη δουλειά 500 €. Στις από 10-10-2006 απολογίες τους στον Ανακριτή, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος δεν αναφέρει αμοιβή για την περιγραφόμενη, με την ως άνω εκδοχή του, πράξη, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η αμοιβή του θα ήταν 50 € και όχι 500 € που ανέφερε στην προανακριτική απολογία του, ενώ αρνούνται αμφότεροι με τις απολογίες τους στο ακροατήριο του παρόντος και του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την ύπαρξη αμοιβής για την πράξη που αυτοί προσδιορίζουν. 3) Πέρα όμως από το ότι οι κατηγορούμενοι από την αρχή ισχυρίσθηκαν την ύπαρξη μιας ασυνήθιστα υπερβολικής αμοιβής 1000 € (από 500 ο καθένας αλλά θα έπαιρνε ο δεύτερος λογικά την αμοιβή του πρώτου, ο οποίος μόνον 500 € αμοιβή ισχυρίζεται ότι συμφώνησε με τον φερόμενο ως δήθεν κύριο των ναρκωτικών), για μετάβαση τους σε απόσταση λιγότερη των 10 χιλιομέτρων από τον τόπο κατοικίας τους, οι παλινωδίες τους για τα ίδια γεγονότα, ο χρόνος που επέλεξαν για την μετάβαση τους στον τόπο απόκρυψης των ναρκωτικών (πέρας της ημέρας και έναρξη νύκτας), το ότι δεν έφεραν μαζί τους υλικά πρόσθετης επικάλυψης των 15 δεμάτων ινδικής κάνναβης ούτε ήταν αναγκαίο κάτι τέτοιο, γιατί περιβάλλονταν αυτά από δύο πλαστικές σακούλες το καθένα, το ότι είχαν σημαντικά χρηματικά ποσά στην κατοχή τους, που δεν θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν από τα εισοδήματα τους (ως εργατών), το ότι η προσέλευσή τους στο χώρο απόκρυψης των ναρκωτικών ήταν αναμενόμενη για τους αστυνομικούς με βάση την υπηρεσιακή γνωστή σ' αυτούς δράση του κυκλώματος εμπορίας των ναρκωτικών και γι' αυτό ήταν στην ενέδρα πολυάριθμη ομάδα αστυνομικών ομάδα αστυνομικών και το ότι στην ως άνω μεγάλη και μεγάλης αξίας ποσότητα των ναρκωτικών "κανένας έμπορος ναρκωτικών δεν θα εμπιστευόταν σε κάποιον άλλον" οδήγησε το μάρτυρα κατηγορίας αστυνομικό Ζ να διατυπώσει τη γνώμη: "είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι η συγκεκριμένη ποσότητα κάνναβης κατείχετο και από τους δύο δράστες (κατηγορουμένους) από κοινού, με σκοπό την εμπορία" (βλ. την από 9-2-2006 προανακριτική κατάθεσή του). Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι από κοινού κατοχής ναρκωτικών ουσιών και ο δεύτερος επί πλέον παράνομης οπλοφορίας και να αναγνωρισθεί σ' αυτούς το ελαφρυντικό του προηγούμενου έντιμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α Π.Κ.)". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους άνω κατηγορουμένους ενόχους της πράξεως της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να είναι τοξικομανείς, κατά συναυτουργία, οπλοκατοχή, αναγνωρίζοντας σε αυτούς το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και επέβαλε, στο μεν πρώτο κατηγορούμενο (X1) ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ΕΥΡΩ, στο δε δεύτερο κατηγορούμενο (Χ2) ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ΕΥΡΩ για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών για την πράξη της παράνομης οπλοκατοχής και συνολική ποινή (στο δεύτερο κατηγορούμενο), ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και πέντε (5) μηνών. Ειδικότερα δε, κατά πιστή αντιγραφή από το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τους κήρυξε ενόχους του ότι: στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, χωρίς να είναι τοξικομανείς, δηλαδή να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών, με πρόθεση τέλεσαν την αντικειμενική υπόσταση των παρακάτω εγκλημάτων τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από το Νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: Α) Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο ενεργώντας από πρόθεση και μετά από συναπόφαση, τέλεσαν έγκλημα που προβλέπεται και τιμωρείται από το Νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα στην περιοχή ... τουΔήμου ..., ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφαση, έχοντας κοινό προς τούτο δόλο, κατά τις πρώτες νυχτερινές ώρες της 9ης Φεβρουαρίου 2006, με πρόθεση κατείχαν από κοινού μεγάλη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, απ' αυτές οι οποίες δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου απ' αυτές. Πιο συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο κατά τη διάρκεια νομότυπης έρευνας από τα αρμόδια αυτονομικά όργανα διαπιστώθηκε ότι κατείχαν σε ειδικό χώρο που είχαν διαμορφώσει (καβάτζα) σεδασώδες και δύσβατο μέρος της πιο πάνω περιοχής, σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων από την παρακείμενη Εθνική οδό ..., δεκαπέντε (15) αυτοσχέδιες νάϋλον συσκευασίες περιέχουσες ακατέργαστη ινδική κάνναβη μικτού βάρους χιλιόγραμμων αντίστοιχα 1959, 1997, 1955, 1765, 1908, 1976, 1957, 1806, 1941, 1802, 1959, 1899, 1941, 1976 και 1980 και συνολικά μικτού βάρους είκοσι οκτώ (28) χιλιόγραμμων και επτακοσίων εβδομήντα ενός (771) γραμμαρίων. Β) Ο κατηγορούμενος (Χ2) στον ίδιο ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο κατά τη διάρκεια νομότυπης σωματικής έρευνας από τα ίδια ως άνω αστυνομικά όργανα διαπιστώθηκε ότι κατείχε παράνομα όπλο θεωρουμένου ως τέτοιο και κάθε αντικειμένου που είναι πρόσφορο για επίθεση και άμυνα, η κατοχή του οποίου δεν δικαιολογείται από λόγους τέχνης, θήρας κ.λ.π. Συγκεκριμένα, βρέθηκε στην κατοχή του κρυμμένο εντός της φόρμας του, ένα μαχαίρι τύπου πεταλούδας, με μήκος λάμας δέκα (10) εκατοστών, που από την κατασκευή του προορίζεται και είναι πρόσφορο για άμυνα ή επίθεση. Δέχεται το Δικαστήριο ότι οι κατηγορούμενοι έζησαν ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α' και β', 126 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 45, 84 παρ. 2α', 94παρ. 1 ΠΚ και 5 παρ. 1 περ. ζ' του Ν. 1729/1987 και ήδη άρθρ. 20 παρ. 1ζ' του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά (Ν. 3459/2006) και 1 παρ. 1β'και 8 παρ. 1, 5 Ν. 2163/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας 1) Ζ και 2) ..., καθώς και των μαρτύρων υπερασπίσεως, ... και ..., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκαν ενόρκως στο άνω Δικαστήριο. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, υπάρχει πληρότητα στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς τους κατηγορουμένους αυτούς, αφού εκτίθενται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις: τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, που στηρίζουν την κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκαν, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες τα περιστατικά αυτά υπήχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, τέτοια δε αιτιολογία, υπάρχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό του δεύτερου ότι η συμμετοχή του στην άνω πράξη της παραβάσεως του νόμου περί ναρκωτικών, είναι αυτή της απλής συνέργειας. Συγκεκριμένα αναφέρεται στην άνω απόφαση, με αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της, ότι ενήργησε με τον πρώτο κατηγορούμενο μετά από συναπόφαση προς τέλεση του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, έχοντας κοινό προς τούτο δόλο, συντελέστηκε δε η έννοια της κατοχής αυτής, με την απόκρυψη των ναρκωτικών στην αναφερόμενη στο σκεπτικό της αποφάσεως θέση. Κατά την εκτιθέμενη δε στην αρχή έννοια, υπάρχει κατά συναυτουργία κατά την ΠΚ 45 τέλεση της κατοχής των ναρκωτικών ουσιών από τον άνω κατηγορούμενο, καθώς και κατοχή αυτών κατά την αναφερόμενη έννοια, όπως πλήρως αιτιολογείται στο σκεπτικό της πληττόμενης αποφάσεως, με αλληλοσυμπλήρωση αυτού με το διατακτικό, χωρίς να υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία, ούτε εκ πλαγίου παράβαση της ΠΚ 45, όπως ισχυρίζεται ο β' αναιρεσείων. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του τελευταίου ότι από αυτόν υπήρξε απλή συνέργεια στην πράξη της κατοχής ναρκωτικών, που τελέστηκε από τον κύριο και κάτοχο αυτών, μη διάδικο στην παρούσα δίκη, ..., μόνη δε συμμετοχή του στην πράξη της κατοχής, συνίσταται στο ότι συνόδευσε τον πρώτο κατηγορούμενο πλησίον του τόπου όπου βρισκόταν κρυμμένη η άνω ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να γνωρίζει για την ύπαρξη των τελευταίων. Και ότι κατόπιν αυτών, έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ως απλός συνεργός. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της (του δευτέρου αναιρεσείοντος), να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα). Ως προς την αναίρεση του πρώτου αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου (Χ1): Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωση τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.Α' του Κ.Π. Δ., γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει ης απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του όρθρου 358 του ίδιου Κώδικα, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Από την άποψη δε αυτή, στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, καθώς και η προανακριτική και ανακριτική του κατηγορούμενου απολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάστηκε και ο πρώτος αναιρεσείων-κατηγορούμενος για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία με το δεύτερο κατηγορούμενο, συνιστάμενη στο ότι και αυτός από κοινού με το δεύτερο κατηγορούμενο κατείχαν τις προαναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Από την αιτιολογία της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσεως, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και εγγράφων, τη με ημερομηνία 9-2-2006 προανακριτική ένορκη κατάθεση του αστυνομικού Ζ, όπως επίσης και την από 10-2-2006 προανακριτική απολογία του κατηγορούμενου αυτού (πρώτου). Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών και του σκεπτικού της άνω αποφάσεως από το Δικαστήριο αυτό, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας πράγματι έλαβε υπόψη του, τόσο την προανακριτική κατάθεση του άνω μάρτυρα, όσο και την προανακριτική επίσης, απολογία του πρώτου κατηγορουμένου. Όμως τόσο η αναφερόμενη προανακριτική μαρτυρική κατάθεση, όσο και προανακριτική επίσης, απολογία του πρώτου κατηγορουμένου αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι αναγνώστηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο προς σχηματισμό της περί ενοχής των κατηγορουμένων κρίσεώς του, αφού αναφέρεται ότι το Δικαστήριο, εκτός άλλων, όπως ακριβώς αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, έλαβε υπόψη του και: "τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποσπάσματα των κατά την προδικασία απολογιών τούτων και της κατάθεσης του μάρτυρα κατηγορίας Ζ, που επιτρεπτώς αναγνώσθηκαν προς επισήμανση αντιφάσεων εκείνων και υποβοήθηση της μνήμης του τελευταίου αντιστοίχως..". Περαιτέρω, η κατά τον τρόπο αυτό καταχώρηση στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων, δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, με την ανάγνωση δε αυτών, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν έτσι τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επ' αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως, ο συναφής εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο πρώτος των αναιρεσειόντων, Χ1, υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και του αναιρεσείοντος αυτού (πρώτου) και να καταδικαστεί και αυτός στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 26 Φεβρουαρίου 2008 αιτήσεις των: 1) Χ1 και 2) Χ2, ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της με αριθμούς 12,13,14/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δύο αναιρέσεις. Λόγοι: Απόλυτη ακυρότητα (ΚΠΔ άρθρο 1 Α΄) για α΄ αναιρεσείοντα, διότι για την κρίση του Δικαστηρίου λήφθηκαν υπόψη έγραφα (προανακριτική κατάθεση μάρτυρα και προανακριτική απολογία κατηγορουμένου), που δεν αναγνώστηκαν. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και μη ορθή του νόμου εφαρμογή για άλλον αναιρεσείοντα. Έννοια όρου κατοχής ναρκωτικών. Απορρίπτει κατ' ουσία αναιρέσεις.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
2