text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
Αριθμός 1254/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βουλγαράκη, περί αναιρέσεως της 1974/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον .... Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2009/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 εδ. α-γ του ΚΠΔ, όπως τα δύο πρώτα αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 7 παρ. 5 του Ν. 3090/2002, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί, επίσης, για τον λόγο αυτό να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης πριν αρχίσει η συζήτηση της υποθέσεως. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, εκτός αν ειδικοί λόγοι που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή του συμβουλίου δεν τον επιτρέπουν. Ως σημαντικά αίτια, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι, μεταξύ άλλων, και το κώλυμα συμμετοχής του δικαστή στην εκδίκαση της αναιρέσεως, όχι μόνον όταν έχει συμμετάσχει στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 14 παρ. 3 του ΚΠΔ), αλλά και σε στάδιο προγενέστερο εκείνης, όπως όταν έχει συμπράξει στην έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού έχει ήδη εκφράσει γνώμη και είναι δυνατόν εκ προκαταλήψεως να μη κρίνει κατά τρόπο ανεπηρέαστο. Η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του Κράτους δικαίου, που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες απ' αυτή εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό δικαστή. Άλλωστε, το δικαίωμα εξαιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται στο άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα με το οποίο "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του, δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργώντας νόμιμα, θα αποφασίσει, είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής φύσης, είτε για το βάσιμο κάθε κατηγορίας εναντίον του ποινικής φύσης". Στην προκειμένη περίπτωση, μετά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως του ...., κατά της υπ' αριθμό 1974/10-7-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προέκυψε ότι το μέλος της παρούσας σύνθεσης Κωνσταντίνος Φράγκος, Αρεοπαγίτης, μετέσχε ως Προεδρεύων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και μάλιστα στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, το οποίο, μεταξύ άλλων, με την υπ' αριθμό 190 και 218/2006 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε συνολική ποινή καθείρξεως 17 ετών και 6 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 70.000 ευρώ, για τα σε αυτή αναφερόμενα αδικήματα. Μετά από αυτά, ενόψει της εκφρασθείσας γνώμης του ως άνω μέλους του Δικαστηρίου Κωνσταντίνου Φράγκου, συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής εκδικάσεως της προκείμενης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων, δεν έχει κληθεί, να παραστεί κατά την ημέρα της δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως και η διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν είναι εφαρμοστέα, αφού η εν λόγω αναβολή γίνεται αυτεπαγγέλτως, προκειμένου η υπόθεση να εκδικασθεί από σύνθεση, στην οποία δεν θα συμμετέχει ο ανωτέρω κωλυόμενος Αρεοπαγίτης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει την εκδίκαση της προκείμενης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προκειμένου αυτή η υπόθεση να δικασθεί από σύνθεση, στην οποία δε θα συμμετέχει ο Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Φράγκος. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως. Αναβάλλει κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, την απόφασή του, λόγω συμμετοχής του μέλους του Δικαστηρίου αυτού, Αρεοπαγίτη, Κωνσταντίνου Φράγκου, στη σύνθεση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προκειμένου η υπόθεση να δικαστεί από άλλη σύνθεση, χωρίς τη συμμετοχή του.
Αναβολή συζήτησης
Αναβολή συζήτησης.
1
Αριθμός 1253/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 14069/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ... . Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1963/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 58/04.02.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Eισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 39/9-6-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου..., κατά της υπ'αριθμ. 14069/14-11-2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής: Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την υπ'αριθμ. 14069/14-11-2007 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών (μετατραπείσα προς 500 ευρώ ημερησίως) και χρηματική ποινή 1000 ευρώ για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ'εξακολούθηση. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Στέφανο Παπαδόπουλο, η δε απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 7-2-2008 (βλ. υπηρεσιακή βεβαίωση).Στις 9-6-2007 εμφανίσθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο κατηγορούμενος ... και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της παραπάνω 14069/14-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και έτσι συντάχθηκε η με αριθμ. 39/9-6-2008 έκθεση αναίρεσης. Από τα παραπάνω δεδομένα προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών, εντός της οποίας μπορούσε να ασκηθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 § § 1,3 Κ.Π.Δ. Δεδομένου, όμως, ότι από το περιεχόμενο της αίτησης προκύπτει ότι σ'αυτή δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε λόγος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ. και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 39/9-6-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., κατά της υπ αριθμ. 14069/14-11-2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 30 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη και αρχίζει από της εκδόσεώς της, όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρισή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεως της παρ. 3 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ., ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 Κ.Ποιν.Δ., συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρω βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμό 14069/14-11-2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε για παράβαση του Ν. 5960/1933 περί επιταγών κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ την ημέρα και χρηματική ποινή 1000 ευρώ. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 14-11-2007 με παρόντα τον κατηγορούμενο και καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 7 Φεβρουαρίου 2008, κατά την επί του σώματος της αποφάσεως υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα, με χρονολογία 7 Φεβρουαρίου 2008. Ωστόσο, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, την 9 Ιουνίου 2008, δηλαδή μετά την πάροδο της 10ήμερης προθεσμίας που προβλέπει τα άρθρα 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., χωρίς σ' αυτήν (έκθεση αναιρέσεως) να επικαλείται ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση. Μετά από αυτά, και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος, κατά την επί του φακέλου επισημείωση, από τον αρμόδιο γραμματέα και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Ιουνίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 14069/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, (άρθρα 476, 473 ΚΠΔ). Απορρίπτει την αναίρεση.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
1
Αριθμός 1255/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα- (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 και 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, που παρέστη αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 90/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με την υπ' αριθμ. 90/2009 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 27-5-2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βάρνας Βουλγαρίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Λάρισας την με αριθμό και ημερομηνία 4/7-4-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον της Γραμματέως ... αυτού, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 599/2009. Αφού άκουσε τον αυτοπροσώπως παραστάντα εκζητούμενο, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκτελεστεί το από 27-5-2008 Ευρωπαϊκό 'Ενταλμα Σύλληψης των αρχών της Βουλγαρίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 22 παρ.1 Ν.3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης" "Σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον 'Αρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών". Στην έφεση αυτή πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Συνεπώς η κρινομένη υπ'αριθμ. 4/7 Απριλίου 2009 έφεση κατά της υπ'αριθμ. 90/7 Απριλίου 2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με την οποίαν αυτό απεφάσισε την εκτέλεση του υπ'αριθμ. 300/00/27-5-2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, το οποίο έχει εκδοθεί από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βάρνας Βουλγαρίας κατά του εκκαλούντος (ον.) Χ, ... υπηκόου, παραπονουμένου δια κακήν εκτίμηση των αποδείξεων, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Λάρισας. Πρέπει, εντεύθεν, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004 "Το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη, ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία". Κατά δε την παρ. 2 εδαφ. α' του ιδίου άρθρου "Η εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: "α) ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της". Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ιδίου Νόμου ορίζεται ότι "Όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος". Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου, "Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών", κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, "Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 αυτού, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών", όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ 1 του άρθρου 10 εφόσον "Τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα", ενώ κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών, ειδικότερα δε μεταξύ των άλλων και για οργανωμένη ή ένοπλη ληστεία (στοιχ. ιη'). Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσεν ο εκκαλών εκζητούμενος, παραστάς αυτοπροσώπως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης με την προσβαλλομένη απόφασή του διέταξε την εκτέλεση του υπ'αριθμ. 300/00/27-5-2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Βάρνας Βουλγαρίας, το οποίον εξεδόθη από τον εισαγγελέα Πρωτοδικών πόλης Βάρνας ..., βάσει τις υπ'αριθμ. 1019/2000 (καταγραφής) αποφάσεως στο Πρωτοδικείο της Βάρνας, δια της οποίας κατεδικάσθη ο εκκαλών δια την πράξη της ληστείας εις ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, και προκειμένου ούτος να εκτίσει την ποινή αυτήν, διότι "την 8/8/1999 στη πόλη ... ο ανωτέρω αφαίρεσε ξένο κινητό αντικείμενο-χρυσή αλυσίδα με χρυσό σταυρό, συνολικής αξίας 252 λέβα από την κατοχή της μάρτυρος ...., δίχως την συγκατάθεσή της, με πρόθεση την παράνομη ιδιοποίησή του, χρησιμοποιώντας βία για τον σκοπό αυτό. Το έγκλημα διενεργήθηκε από τον καταδικασθέντα μεμονωμένα". Το έγκλημα αυτό της ληστείας προβλέπεται και τιμωρείται με το άρθρο 198 εδ.1 του Ποινικού Κώδικος της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, με ποινή στερητική της ελευθερίας "3 ετών έως 10 ετών". Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο φέρει ημεροχρονολογία εκδόσεως, ονοματεπώνυμο και υπογραφή εισαγγελέως που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 Ν.3251/2004 (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία Εισαγγελέως, φύση και νομικό χαρακτηρισμό της αξιοποίνου πράξεως, για την οποίαν κατεδικάσθη, την ποινή που προβλέπεται γι'αυτή κατά το δίκαιο του κράτους εκδόσεως του εντάλματος ως και την επιβληθείσα διά της άνω αποφάσεως, προς έκτιση ποινή) πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητός του κατά τον Ν. 3251/2004. Συνεπώς και ανεξαρτήτως από την συνδρομή του διττού αξιοποίνου που επιβάλλουν για το επιτρεπτό της εκδόσεως αφενός και της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αφ'ετέρου οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 παρ.1 εδ. α' και β' του Ν.3251/2004, το οποίο (διττό αξιόποινο) σε κάθε περίπτωση, υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση,αφού η επιβληθείσα στον εκζητούμενο ποινή υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες (άρθρο 5) κατά δε τον ελληνικό ποινικό νόμο η ιδία πράξη, ως ορίζεται στο άρθρο 10 παρ.1 προβλέπεται και τιμωρείται ως κακούργημα (άρθρο 380 παρ.1 ΠΚ), η εκτέλεση του εντάλματος είναι επιτρεπτή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.2, κατά την οποίαν για τα εκεί αναφερόμενα εγκλήματα, μεταξύ των οποίων και η ληστεία (στοιχ. ιη') επιτρέπεται η εκτέλεση του εντάλματος, εφ'όσον κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσης τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή η οποία κατ'ανώτατο όριο είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών, η ποινή δε αυτή υπολείπεται εκείνης των δέκα (10) ετών, που προβλέπεται στο προαναφερθέν άρθρο 198 εδ.1 του Ποινικού Κώδικος του εκζητούντος Κράτους. Εξ άλλου ουδεμία συντρέχει απαγόρευση, από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 11 του ίδιου νόμου, περιπτώσεις απαγορεύσεως εκτελέσεως ή στο άρθρο 12 αυτού δυνατότητος να απαγορευθεί η εκτέλεσή του, δια την προαναφερομένη πράξη. Συνεπώς, μετά πάντα ταύτα συντρέχουν στην κρινομένη περίπτωση όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και, εντεύθεν, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του απεφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, δεν έσφαλε, και ο περί του αντιθέτου μόνος λόγος της εφέσεως, περί της μη ορθής εκτιμήσεως των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο συμβούλιο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, απορριπτέα δε στο σύνολό της η έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Ο εκκαλών πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 4/7-4-2009 έφεση του Χ κατά της υπ'αριθμ. 90/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009.. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Ν. 3251/2004. Άρθρα 1, 2 περιεχόμενο αυτών. Άρθρα 9, 10, 11, 12 προϋποθέσεις. - Υποχρεωτική απαγόρευση και δυνητική απαγόρευση εκτελέσεως εντάλματος. Απορρίπτει ως αβάσιμη έφεση Σέρβου υπηκόου κατά αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, που διέταξε την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος από τις αρχές της Βουλγαρίας, με λόγους εφέσεως κακή εκτίμηση αποδείξεων. Απορρίπτει.
Έκδοση
Έκδοση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1251/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2 που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο, περί αναιρέσεως της 6956/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. ... και 2. ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Καπερνάρο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 368/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται, από τα άρθρα 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται η αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ, και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 362 του Π.Κ, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξάλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ.1 εδ. δεύτερο του Κ.Π.Δ, το Δικαστήριο στην κατ' έφεση δίκη μπορεί, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.3 εδ.δ' ΕΣΔΑ και 14 παρ.3 εδ.ε' ΔΣΑΠΔ, ο κατηγορούμενος δικαιούται σε εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους όπως των μαρτύρων κατηγορίας. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αφορούν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' ΚΠΔ, ιδρύουσα τον υπό του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι: 1) Χ1 και 2) Χ2, οι οποίοι δικάζονταν σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αμφότεροι μεν για τις πράξεις α) της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή και β) της ψευδορκίας μάρτυρα, επιπρόσθετα δε η πρώτη Χ1 και για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή, υπέβαλαν προς το Δικαστήριο αίτημα "να εξεταστούν ως μάρτυρες υπεράσπισης, οι παρευρισκόμενοι στο ακροατήριο μάρτυρες, ... και ..." Κατά της εξετάσεως των ως άνω μαρτύρων προέβαλε αντιρρήσεις ο συνήγορος των πολιτικώς εναγουσών, ο οποίος πρότεινε να μην εξεταστούν οι ως άνω μάρτυρες "διότι δεν έχουν γνωστοποιηθεί μέχρι στιγμής σε κανένα στάδιο της υπόθεσης, ούτε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξετάστηκαν" και ζήτησαν να απορριφθεί το αίτημα των κατηγορουμένων. Ακολούθως, το πιο πάνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του, υπολαβόν ότι οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για πράξεις, για τις οποίες ο νόμος επέτρεπε την απόδειξη της αληθείας, δέχθηκε κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με το άρθρο 326 παρ.3 του Κ.Π.Δ, ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να γνωστοποιήσει στον εισαγγελέα και στους διαδίκους τους μάρτυρες που κλητεύει. Όταν, όμως, κατηγορείται για πράξη για την οποία ο νόμος επιτρέπει την απόδειξη της αλήθειας, αν θέλει να αποδείξει την αλήθεια, οφείλει να το δηλώσει εγγράφως και σε αυτόν που έκανε την έγκληση και στον εισαγγελέα. Στην έγγραφη αυτή δήλωση πρέπει να γνωστοποιεί ταυτόχρονα, με ποινή αποκλεισμού του δικαιώματός του και τους μάρτυρες που θα εξετάσει για την απόδειξη της αλήθειας. Η δήλωση επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 επ. στον εισαγγελέα και σε αυτόν που έκανε την έγκληση, με δαπάνη εκείνου που κάνει τη δήλωση, τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δίκη, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 361. Στην προκείμενη περίπτωση οι κατηγορούμενοι για πρώτη φορά στο ακροατήριο του παρόντος(δευτεροβάθμιου) δικαστηρίου γνωστοποίησαν την πρόθεσή τους να εξετάσουν μάρτυρες υπερασπίσεως, τα ονόματα των οποίων και εκφωνήθηκαν όπως παραπάνω αναφέρθηκε, για την απόδειξη των ισχυρισμών τους και απόκρουση της κατηγορίας. Όμως, για τη νομότυπη εξέτασή τους, έπρεπε να ακολουθήσουν την προβλεπόμενη από το παραπάνω άρθρο διαδικασία, με επίδοση εγγράφου δηλώσεως στις μηνύτριες και στον εισαγγελέα, την οποία δεν ακολούθησαν, γι' αυτό και οι μάρτυρες αυτοί υπερασπίσεως, θα καταθέσουν μόνο περί του αν έλαβαν χώρα αυτά καθεαυτά τα γεγονότα που αναφέρονται στην φερόμενη ψευδή μήνυση ως συκοφαντικά". Από την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος των κατηγορουμένων, παραβιάστηκε το δικαίωμα αυτών που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 εδ. δ' της "Ε.Σ.Δ.Α." (νδ.53/1974) και από το άρθρο 14 παρ.3 στοιχ. ε' του "Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα" (ν.2462/1997), να εξετάσει ή να ζητήσει να εξεταστούν οι μάρτυρες υπερασπίσεως, εξ' αυτού δε του λόγου δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του Κ.Π.Δ. Τούτο, γιατί η διάταξη του άρθρου 326 παρ.3 του Κ.Π.Δ, δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, δεν κατηγορούνταν για πράξεις για τις οποίες ο νόμος επιτρέπει την απόδειξη της αληθείας, ήτοι για δυσφήμηση (άρθρα 362 και 366 παρ.1 του ΠΚ), ή δυσφήμηση ανωνύμου εταιρείας (364 παρ. 2 ίδιου Κώδικα), αλλά για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως, της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, πέραν από το γεγονός ότι η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή, αφού επρόκειτο περί δίκης σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Εφετείου, αφού κατά το άρθρο 502 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, εξετάζονται και μάρτυρες οι οποίοι δεν έχουν κλητευθεί ή γνωστοποιηθεί, εφόσον αυτοί παρευρίσκονται στο ακροατήριο. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του προαναφερομένου δικαιώματος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί αυτή (προσβαλλομένη) ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος της κατηγορουμένης περί εξετάσεως των ως μαρτύρων υπερασπίσεως. Μετά την αναίρεση κατά τούτο της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναιρεθεί αυτή και κατά τις λοιπές διατάξεις της, με τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες και τους επιβλήθηκε ποινή δέκα (10) μηνών, αφού με την απόφασή του αυτή, το δικαστήριο, ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα εξετάσεως των μαρτύρων, περιόρισε την εξέταση των προταθέντων μαρτύρων υπερασπίσεως επί συγκεκριμένων μόνο ζητημάτων και δεν επέτρεψε την εξέτασή τους, εφ' όλων των πτυχών της υποθέσεως και εντεύθεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα και με τον τρόπο αυτό, υπερέβη την εξουσία του και υπέπεσε στον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, ο οποίος κατά το άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα εξετάζεται αυτεπαγγέλτως. Μετά από αυτά, πρέπει, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναιρέσεως, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ' αριθμό 6956/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση. Συκοφαντική δυσφήμηση. Αναίρεση με την επίκληση των λόγων: α) της απόλυτης ακυρότητας, β) της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Έλλειψη ακροάσεως από το γεγονός ότι το δικαστήριο απέρριψε αίτημα των κατηγορουμένων να εξετασθούν μάρτυρες υπεράσπισης επί ορισμένων μόνο πτυχών της υποθέσεως. Αναιρεί και παραπέμπει.
Ακροάσεως έλλειψη
Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Ακροάσεως έλλειψη.
2
Αριθμός 1247/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, και Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 13 και 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, Γερμανού υπήκοου, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις δικαστικές φυλακές ..., που παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πήλιο, κατά της υπ' αριθμ. 35/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφάσισε την εκτέλεση του υπ' αριθμ. ... από 27-8-2008 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης των αρχών της Γερμανίας. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 35/2009 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 27-8-2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τον περιφερειακό Δικαστή της Γερμανίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Αθηνών την με αριθμό και ημερομηνία 70/9-4-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον της Γραμματέως αυτού Αικατερίνης Σωφρόνη, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 608/2009. Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Γερμανίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ", σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου, επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής αποφάσεως του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή. Επομένως, η υπό κρίση με αριθμ. εκθ. 70/9-4--2009 νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ασκηθείσα έφεση του εκζητούμενου αλλοδαπού κατά της με αριθμ. 35/9-4-2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο διέταξε την εκτέλεση του υπό στοιχεία ... Eυρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Εισαγγελίας Εφετών του Londshut Γερμανίας κατά του άνω εκκαλούντος, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιπτώσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, κατά δε το άνω άρθρο 22 παρ. 1 του ίδιου νόμου κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Eισαγγελέα εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 αυτού, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών, όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών, ειδικότερα δε μεταξύ των άλλων, και για παροχή βοήθειας για παράνομη είσοδο και διαμονή στη χώρα (στοιχ. ιγ). Στην προκείμενη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, από τα με αριθ. 35 και 49/2009 πρακτικά του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, σε συνδυασμό με όσα ο ίδιος και δια του συνηγόρου του εξέθεσε ο εκζητούμενος, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέταξε την εκτέλεση του υπό στοιχεία ... Eυρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Εισαγγελίας Εφετών του Londshut Γερμανίας κατά του άνω εκκαλούντος Γερμανού υπηκόου, εθνικότητος Σομαλίας. Το ως άνω Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, που προσάγεται σε επίσημη μετάφραση, εκδόθηκε προκειμένου ο εκζητούμενος να συλληφθεί και να προσαχθεί ενώπιον της δικαστικής αρχής που εξέδωσε το ένταλμα για να διωχθεί και να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της παράνομης διευκόλυνσης παράνομης εισόδου αλλοδαπών στη Γερμανία κατ'εξακολούθηση, με σκοπό το οικονομικό όφελος. Συγκεκριμένα ο εκζητούμενος διώχθηκε για το ότι, στις 23-10-2007, στις αρχές του 2008 και στις 17-2-2008, βοήθησε σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις, εισπράττοντας χρηματική αμοιβή, τρεις αλλοδαπούς αντίστοιχα, τους ΑΑ, Σομαλή υπήκοο, ΒΒ, Ιρακινό υπήκοο και ΓΓ, Ιρακινό υπήκοο, να εισέλθουν παράνομα από την Ελλάδα στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, προμηθεύο-ντάς τους με πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα, όπως διαβατήρια και δελτία ταυτότητας. Η αξιόποινη αυτή πράξη προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των παραγράφων 95 εδαφ.1 αριθ.3, 96 εδαφ.1 στοιχ.α,β, και εδαφ. 2, αριθ.1 του νόμου περί παραμονής, παράγραφοι 52,53 του Ποινικού Κώδικα της Γερμανίας, με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα έτη. Το ένδικο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, φέρει ημεροχρονολογία εκδόσεως, ονοματεπώνυ-μο και υπογραφή του δικαστικού λειτουργού που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, μνεία των διατάξεων στις οποίες βασίστηκε η δίωξη και η έκδοση αυτού περί σύλληψης, η φύση και ο νομικός χαρακτηρισμός των αξιoποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο, το πλαίσιο της προβλεπόμενης ποινής, ο τόπος και οι περιστάσεις τελέσεως της άνω αξιόποινης πράξεως, και επομένως πληροί όλες τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητάς του, κατά το Ν. 3251/2004. Περαιτέρω, η άνω πράξη για την οποία διώχθηκε ο εκζητούμενος, εμπίπτει σε εκείνες τις πράξεις, για τις οποίες, κατά το άρθρο 10 παρ. 2 περιπτ. ιγ' του Ν. 3251/2004, επιτρέπεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου και με μόνη προϋπόθεση να τιμωρείται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητική της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον τριών (3) ετών ως προς το ανώτατο όριό τους, περίπτωση η οποία κατά τα παραπάνω συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση. Ανεξαρτήτως τούτου, η εν λόγω πράξη προβλέπεται και τιμωρείται και από το ελληνικό ποινικό δίκαιο, με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 - 15.000 ευρώ, για κάθε προωθούμενο και διευκολυνόμενο να εισέλθει παράνομα στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπό (άρθρο 55 παρ.1 εδ. α', β' του Ν. 2910/2001). Τέλος, συντρέχουν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 10 του Ν. 3251/2004 θετικές προϋποθέσεις για να επιτραπεί η εκτέλεση του άνω εντάλματος. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 11 περ. ζ του Ν. 3251/2004, "η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, αν τούτο έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία θεωρείται κατά τον Ελληνικό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδος ...". Κατά δε το άρθρο 16 του Ελληνικού ΠΚ, ορίζεται ότι "τόπος τελέσεως της πράξης θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη, καθώς και ο τόπος όπου επήλθε ή, σε περίπτωση απόπειρας, έπρεπε σύμφωνα με την πρόθεση του υπαιτίου να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα". Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκκαλών, ισχυρίζεται με την έφεσή του, ότι πρέπει να μην διαταχθεί η εκτέλεση του άνω εντάλματος σύλληψης και να μην εκδοθεί στη Γερμανία, διότι το ένταλμα έχει εκδοθεί για πράξη, η οποία θεωρείται κατά τον Ελληνικό ποινικό νόμο (5,16 ΠΚ) ότι τελέσθηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδος. Το ένδικο ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε και περιγράφει την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της παράνομης προωθήσεως τριών αλλοδαπών στη Γερμανία, κατ'εξακολούθηση, διαλαμβάνοντας ειδικότερα, κατά την επίσημη μετάφραση αυτού τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος βοήθησε σε τουλάχιστον 3 περιπτώσεις έναντι μετρητών χρημάτων άλλους αλλοδαπούς να εισέλθουν παράνομα στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα. Συγκεκριμένα πρόκειται για τις εξής περιπτώσεις: 1. Ο ΑΑ, υπήκοος Σομαλίας, στις 17.02.2008 κατέφθασε με την πτήση ... από Αθήνα στον αερολιμένα Μονάχου και επέδειξε κατά τον ακόλουθο έλεγχο ένα πλαστό σουηδικό διαβατήριο, το οποίο είχε εκδοθεί στο όνομα ..., γεννημένος στις 19.08.1985. Ο ΑΑ συνοδευόταν από τον ΔΔ κατόπιν εντολής του κατηγορούμενου, ο οποίος είχε πληρώσει τα αεροπορικά εισητήρια και των δύο αυτών ατόμων και τους τα είχε παραδώσει. Ο ΔΔ συγχρόνως έλαβε ως ανταμοιβή για τη συνοδεία του ΑΑ το ποσό των 1.100,00 ΕΥΡΩ, ενώ ο κατηγορούμενος είχε πληρωθεί ο ίδιος από τον ΑΑ για την προμήθευση των απαιτούμενων ταξιδιωτικών εγγράφων. Ο ΔΔ προηγουμένως είχε στρατολογηθεί από τον ΕΕ για την εν λόγω συνοδεία. 2. Ο ιρακινός υπήκοος ΣΤ ταξιδεύοντας με την πτήση ... από την Αθήνα προς τον αερολιμένα Μονάχου εισήλθε στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στις 23.10.2007. Κατά τον ακόλουθο έλεγχο επέδειξε ένα πλαστό διαβατήριο Αυστραλίας, το οποίο είχε εκδοθεί στο όνομα ..., γεννημένος στις ... στην .... Το διαβατήριο αυτό μαζί με το αεροπορικό εισητήριο το είχε παραλάβει από τον κατηγορούμενο έναντι της ανταμοιβής των 2.000,00 ΕΥΡΩ, για να μπορέσει να εισέλθει παράνομα στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. 3. Ο ιρακινός υπήκοος ΓΓ στις αρχές του έτους 2008 (η ακριβής ημερομηνία δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί) ταξιδεύοντας εισήλθε στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποβοηθούμενος από τον κατηγορούμενο, και χρησιμοποίησε ένα δελτίο ταυτότητας, το οποίο δεν είχε εκδοθεί στο όνομά του. Αυτό το δελτίο ταυτότητας το είχε παραλάβει από τον κατηγορούμενο έναντι ανταμοιβής. Οι εκάστοτε υποβοηθήσεις διενεργούντο ελάχιστο χρονικό πριν από την παράνομη προώθηση λαθρομεταναστών στην Ελλάδα, ενδεχομένως στην Αθήνα". Από την ανωτέρω περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως, τριών αξιοποίνων πράξεων κατά το ένταλμα, παράνομης εισόδου στη Γερμανία αλλοδαπών, μη Ελλήνων, αεροπορικώς στις δύο περιπτώσεις με πτήσεις, α) Σομαλού υπηκόου, Θεσσαλονίκη - Μόναχο και β) Ιρακινού υπηκόου, Αθήνα - Μόναχο και γ) ενός Ιρακινού υπηκόου, ταξιδεύοντος με άγνωστο τρόπο στην τρίτη περίπτωση, και ως προς τον τόπο τελέσεως της έναντι αμοιβής παράνομης βοήθειας του εκζητουμένου Σομαλού, υπηκόου Γερμανίας, για την παράνομη είσοδο στη Γερμανία, με τη χορήγηση σε αυτούς πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων, αναφέρεται στο υπό κρίση ένταλμα ότι οι υποβοηθήσεις αυτές του εκζητουμένου "διενεργούντο ελάχιστο χρόνο πριν από την παράνομη προώθηση των λαθρομεταναστών στην Ελλάδα, ενδεχομένως στην Αθήνα". Από τα παραπάνω δε και τα αποσταλέντα από την Εισαγγελία της πόλεως Λάντσχουτ Γερμανίας, με αριθ. 77-68/09/7-4-2009 συμπληρωματικά στοιχεία (καταθέσεις των παραπάνω συλληφθέντων στη Γερμανία για παράνομη είσοδο και των συνοδευόντων αυτούς αλλοδαπών), συνάγεται ότι, καίτοι ο εκζητούμενος Σομαλός, που έχει Γερμανική υπηκοότητα, συνελήφθη στην Αθήνα, όπου είναι προσωρινά κάτοικος, τόπος τελέσεως του άνω αδικήματος παράνομης βοήθειας στους τρεις συλληφθέντες στη Γερμανία αλλοδαπούς να εισέλθουν παράνομα στη Γερμανία, για το οποίο και ζητείται η έκδοση, δεν είναι η Αθήνα, αφού ρητά αναφέρεται στο άνω ένταλμα σύλληψης ότι "οι εκάστοτε υποβοηθήσεις των άνω τριών αλλοδαπών στη Γερμανία διενεργούντο ελάχιστο χρόνο πριν από την παράνομη προώθηση των λαθρομεταναστών στην Ελλάδα, ενδεχομένως στην Αθήνα", δηλαδή η υποβοήθηση για την οποία διώκεται στη Γερμανία, έγινε από τον Γερμανικής υπηκοότητας εκζητούμενο, πριν από την προώθηση των λαθρομεταναστών αυτών στην Ελλάδα, δηλαδή σε άλλη χώρα, τη Γερμανία ή και αλλού, και ως απλώς ενδεχόμενο αναφέρεται και η Αθήνα. Δηλαδή η κύρια πράξη της παροχής βοήθειας στην παράνομη διακίνηση των παραπάνω τριών λαθρομεταναστών με τελικό προορισμό του από τις χώρες προελεύσεώς τους προς τη Γερμανία, δεν έγινε στην Αθήνα, αλλά σε Τρίτη άγνωστη χώρα ή και στη Γερμανία και απλώς στην Ελλάδα έγιναν κάποιες πράξεις, επιβοηθητικές στη κύρια πράξη της παράνομης διακίνησης των άνω τριών αλλοδαπών προς Γερμανία. Άλλωστε και το αποτέλεσμα της εκ μέρους του εκζητουμένου παροχής βοήθειας στους ανωτέρω τρεις αλλοδαπούς, που εισήλθαν παράνομα χωρίς νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα στο έδαφος της Γερμανίας, επήλθε τελικά στη Γερμανία, όπου και διώκεται αυτός ποινικά, ενώ εδώ στην Ελλάδα δεν έχει ασκηθεί κατ'αυτού ποινική δίωξη, ούτε καν έχει σχηματισθεί δικογραφία σε βάρος του, πράγμα που θα είχε γίνει, αν είχε διαπιστωθεί η τέλεση των αξιοποίνων αυτών πράξεων αυτού στην Αθήνα. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ'ουσίαν, ο λόγος εφέσεως του εκζητουμένου, ότι συντρέχει η προεκτεθείσα νόμιμη περίπτωση του άρθρου 11 περ. ζ του Ν. 3251/2004, κατά την οποίαν απαγορεύεται η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος σύλληψης του εκζητουμένου αλλοδαπού, που συνελήφθη στην Αθήνα, γιατί τόπος τελέσεως του προς δίωξη εγκλήματος είναι η Αθήνα. Περαιτέρω, αφού κατά τα προεκτεθέντα, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απεφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, σύμφωνα με τα άρθρα 9, 10 παρ. 1, 2 εδ.ιγ, 11 περ. ζ και 19 παρ.1, 3 του Ν.3251/2001 ορθώς όλες τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους ο εκζητούμενος - εκκαλών επικαλείται ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και ότι το ένδικο ένταλμα σύλληψης δεν πρέπει να εκτελεσθεί. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση του εκζητουμένου, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Δικαστικά έξοδα σε βάρος του εκκαλούντος- εκζητουμένου δεν επιβάλλονται, αφού αυτά φέρει κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης εκδόσεως το Ελληνικό Δημόσιο. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατ' ουσία τη με αριθ. εκθ. 70/9-4-2009 έφεση του Χ, υπηκόου Γερμανίας, κατοίκου ..., κατά της με αριθμ. 35/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Aθηνών, με την οποία αποφασίστηκε η σε βάρος του εκτέλεση του υπό στοιχεία ... Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Εισαγγελίας της πόλεως Λόντσχουτ της Γερμανίας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση Σομαλού, υπηκόου Γερμανίας σε Δικαστικές Αρχές Γερμανίας, με βάση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμη η έφεση.
Έκδοση
Έκδοση.
2
Αριθμός 1245/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 1480, 1481/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγον το "Ο.Π.Α.Π.", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρος του Βαρβάρα Καλαματιανού-Πανούση και Κωνσταντίνο Καραμανλή. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 534/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. H απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1480-1481/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, ανασταλείσαν επί τριετίαν για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατ' εξακολούθηση (άρθρα 1, 13α, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98, 258 στοιχ. γ', 263α Π.Κ.), δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 1999 και ενώ είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου του Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. και δη ενώ υπηρετούσε ως ταμίας στο Τμήμα Οικονομικών Υπηρεσιών στη ... του ως άνω Οργανισμού, στην αρμοδιότητα της οποίας υπαγόταν μεταξύ άλλων η είσπραξη χρηματικών ποσών υπέρ του Ο.Π.Α.Π. καθώς και η τήρηση του βιβλίου του Ταμείου ("Καθολικού") όπου αναγράφονται οι χρεώσεις και οι πιστώσεις καθώς και το χρηματικό ποσό που κάθε φορά υπήρχε στο ταμείο του εν λόγω Οργανισμού, με πρόθεση ενεργούσα ανέλαβε από το ταμείο αυτού και ειδικώτερα από το χρηματοκιβώτιο αυτού, του οποίου αυτή κατείχε το κλειδί, τα παρακάτω χρηματικά ποσά και δη την 3.11.1999 το ποσό των 20.000.000 δραχμών και την 17.11.1999 το ποσό των 2.500.000 δραχμών, τα οποία και ιδιοποιήθηκε παρανόμως αφού αυτή ενσωμάτωσε αυτά στην περιουσία της και τα διέθεσε σαν να ήταν κυρία αυτών για την ικανοποίηση αναγκών της. Για την πραγμάτωση της ως άνω πράξης της η κατηγορουμένη μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και δη προέβαινε στην σκόπιμη εσφαλμένη άθροιση των χρηματικών ποσών που αναγράφονταν στην στήλη των χρεώσεων του ως άνω βιβλίου ώστε να προκύπτει τελικό υπόλοιπο του ταμείου μικρότερο κατά τα ποσά που αυτή παρακρατούσε και εντεύθεν να μη διαπιστώνεται ευχερώς η εκμέρους της ιδιοποίηση των ως άνω χρηματικών ποσών. Το αντικείμενο της πράξης της κατηγορουμένης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δραχμών ως ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 22.500.000 δραχμών. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη της αποδοθείσης σ'αυτήν πράξης της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα πραγματωθείσης και αφορώσης αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δραχμών δοθέντος ότι ο προαναφερθείς Οργανισμός ανήκει στο Κράτος, απορριπτομένου ως αβάσιμου κατ' ουσίαν του ισχυρισμού της κατηγορουμένης περί μετατροπής της αποδοθείσης σ'αυτήν πράξης στην από το άρθρο 257 Π.Κ. προβλεπομένη παράβαση της εκμετάλλευσης των εμπιστευμένων σ'αυτήν πραγμάτων και ως εκ του ότι αυτή, καθ'α ισχυρίζεται, εσκόπευε να αντικαταστήσει - αποδόσει τα ως άνω χρηματικά ποσά, επανατοποθετώντας ισόποσα χρηματικά ποσά στο χρηματοκιβώτιο του ως άνω Οργανισμού και διορθώνοντας το Καθολικόν βιβλίον αυτού, δοθέντος ότι το αξιόποινο της εμφιλοχωρησάσης παράνομης ιδιοποίησης δεν αίρεται έστω και αν η κατηγορουμένη είχε την πρόθεση να αντικαταστήσει τα ως άνω χρηματικά ποσά". Με αυτά που δέχθηκε το πιο πάνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά τα παραπάνω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την κρίση του για την ενοχή της αναιρεσείουσας, αφού αφενός, εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98 και 258 στοιχ. γ' του Π.Κ., οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και αφετέρου τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις προεκτεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε και τις οποίες, έτσι, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρερμηνεύει τις διατάξεις των άρθρων 257 και 258 του Π.Κ. με την παραδοχή ότι "το αξιόποινο της εμφιλοχωρησάσης παράνομης ιδιοποίησης δεν αίρεται έστω και αν η κατηγορουμένη είχε την πρόθεση να αποκαταστήσει τα ως άνω χρηματικά ποσά", υπονοώντας, προφανώς, ότι εφόσον γίνεται δεκτόν ότι αυτή είχε την πρόθεση να αποκαταστήσει τα υπεξαιρεθέντα χρηματικά ποσά, έπρεπε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 257 και όχι αυτή του άρθρου 258 του Π.Κ., είναι αβάσιμος, για τους εξής λόγους. Πρώτον, διότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, ρητά δέχεται ότι "εμφιλοχώρησε παράνομη ιδιοποίηση", δηλαδή πρόθεση της αναιρεσείουσας να ιδιοποιηθεί παράνομα τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, τα οποία, ως Ταμίας των Οικονομικών Υπηρεσιών του Ο.Π.Α.Π. στη ..., δηλαδή ως υπάλληλος έχουσα προς τούτο αρμοδιότητα, είχε εισπράξει υπέρ του ως άνω Οργανισμού και συνεπώς συνέτρεχαν οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ποινικής διάταξης του άρθρου 258 Π.Κ. Δεύτερον, διότι, η σημειούμενη παραδοχή, αναφέρεται, όχι σ'αυτή καθ' εαυτή τη στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο, άλλωστε, έχει προηγηθεί λεπτομερής παράθεση των πραγματικών περιστατικών που το στοιχειοθετούν, αλλά για την απόρριψη αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, δηλαδή μεταβολής της κατηγορίας σε εκμετάλλευση εμπιστευμένων πραγμάτων (άρθ. 257 Π.Κ.), για τον οποίο ισχυρισμό, σημειωτέον, δεν απαιτείτο και ιδιαίτερη αιτιολογία. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, αναφορικά με την έλλειψη αιτιολογίας, ότι αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διαψεύδονται από εκείνα που απέδωσε η αποδεικτική διαδικασία, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του νομίμως παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρ. 176 Κ.Πολ.Δικ.).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. 127/2008 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αρ. 1480 - 1481/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) Ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατ' εξακολούθηση. Απορρίπτεται η αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
0
Αριθμός 1244/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ευτυχία Σαρακατσάνη, για αναίρεση της 28/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 502/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται, αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, εφόσον αυτός εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και σ την καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης, καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 ΚΠΔ, "σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δύναται να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής γι' αυτόν αποφάσεως, διατυπώνοντας ως ειδικό λόγο αυτής την ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως προς εμφάνιση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως άγνωστης διαμονής, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτώς ασκηθείσας εφέσεως, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του ειδικώς εκκληθέντος μέρους της πρωτόδικης αποφάσεως και επί του αντίστοιχου ειδικού λόγου εφέσεως, διαφορετικά υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία διακρίνεται σε θετική και αρνητική. Αρνητική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν ασκεί τη δικαιοδοσία του αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει και όταν δεν αποφαίνεται για ένδικο μέσο ή για κάποιον από τους λόγους του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε κατά αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι για εκκληθέντα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παραβίαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος του ενδίκου μέσου. Στην υπό κρίση περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 2.243/2007 έκθεση εφέσεώς του εναντίον της υπ' αριθμ. 9.415/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ο κατηγορούμενος προέβαλε τους ακόλουθους ειδικούς λόγους εφέσεως: " εμπροθέσμως ασκεί την παρούσα, καθόσον ουδέποτε μέχρι σήμερα έλαβε χώρα νόμιμη επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, της οποίας έλαβε γνώση μόλις την 26-11-2007, καθόσον κακώς-ακύρως επιδόθηκε τόσο το κλητήριο θέσπισμα και η κλήση προς εμφάνιση στο δικαστήριο, όσο και η εκκαλούμενη απόφαση δυνάμει του από 27-10-2006 αποδεικτικού, ως αγνώστου διαμονής, καθόσον όπως θα αποδείξει δια μαρτύρων και εγγράφων, κατά το χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και του αντιστοίχου κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως προς εμφάνιση στο αρμόδιο δικαστήριο, ουδόλως ετύγχανε αγνώστου διαμονής, αλλά ήταν μόνιμος κάτοικος στο Δήμο ... επί της οδού ..., διαμένοντας σε μισθωμένο διαμέρισμα, η δε διεύθυνσή του αυτή ήταν γνωστή στις Δικαστικές και στις Αστυνομικές Αρχές, οι οποίες μπορούσαν ευκόλως να τον βρουν στη διεύθυνση κατοικίας του. Για την απόδειξη της ως άνω σταθεράς και μονίμου διευθύνσεως κατοικίας του επισυνάπτει νομίμως στην παρούσα: α)... Β... Γ)... Δ)... Ε)... ΣΤ)... Ζ)... Η).... Θ).... Ι).... Από το σύνολο των παραπάνω εγγράφων προκύπτει ότι τόσο κατά τον χρόνο επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως προς εμφάνιση στο δικαστήριο, αλλά και κατά τον χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ουδόλως ετύγχανε αγνώστου διαμονής, αλλά είχε σταθερή και μόνιμη κατοικία στο Δήμο ... επί της οδού ... η οποία άλλωστε ήταν σε πλήρη γνώση των αστυνομικών οργάνων, αλλά και των Δικαστικών Αρχών. Πλην όμως δεν αναζητήθηκε εκεί. Συνεπώς ακύρως επιχειρήθηκαν οι ως άνω επιδόσεις ως αγνώστου διαμονής".Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε στη συνέχεια η προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 28/8-1-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, έκρινε ότι ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, κατά το χρόνο επιδόσεως στον ίδιο της εκκαλουμένης αποφάσεως, ήταν γνωστής και όχι άγνωστης διαμονής και κατόπιν αυτού, ότι είναι άκυρη η γενόμενη προς αυτόν επίδοση της ως άνω αποφάσεως, ως άγνωστης διαμονής, και επομένως, ότι δεν άρχισε να τρέχει εις βάρος του η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως, την καθυστερημένη άσκηση της οποίας δέχτηκε ως εμπρόθεσμη, ζήτημα για το οποίο εμάχετο ο ως άνω αναιρεσείων, χωρίς συγχρόνως να εναντιωθεί στην πρόοδο της δίκης, εξαιτίας του επικαλούμενου από τον ίδιο γεγονότος ότι τόσο κατά το χρόνο επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, όσο και της κλήσεώς του προς εμφάνιση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν ήταν άγνωστης διαμονής, αλλ' είχε σταθερή και μόνιμη κατοικία στο Δήμο ... επί της οδού .... Επομένως ο αναιρεσείων, με την έκθεση έφεσης δεν προέβαλε, ούτε ζήτησε την ακύρωση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεώς του προς εμφάνιση στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, των οποίων, άλλωστε έλαβε γνώση τουλάχιστον από του χρόνου ασκήσεως της εφέσεως, ώστε το Δικαστήριο να είναι υποχρεωμένο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, αλλ' απλώς, προς δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της ασκηθείσας έφεσής του, προέβαλε ότι, τόσο κατά το χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης απόφασης, όσο και κατά το χρόνο επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως προς εμφάνισή του στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν ήταν άγνωστης, αλλά γνωστής διαμονής. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, επειδή παρέλειψε να αποφανθεί για την με ειδικό λόγο έφεσης προβληθείσα ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως προς εμφάνιση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως άγνωστης διαμονής, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείου Πλημ/των Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 28/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εδρεύουσα στη ... και επί της οδού ... ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΑΣΤΑΛΙΑ Α.Ε. - ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ (ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ-ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ) ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ήταν ο κατηγορούμενος ..., είχε αναλάβει την αντιπροσωπεία των αυτοκινήτων SAAB στη ... και προς τούτο δημιούργησε έκθεση τούτων στην οδό .... Μέλος του ΔΣ της εταιρείας και διευθυντής του καταστήματος στη ... ήταν ο εγκαλών-μηνυτής ..., η εταιρεία όμως και η εμπορική της επιχείρηση ήταν συμφερόντων της οικογένειας του κατηγορουμένου. Η επιχείρηση αυτή δεν ευδοκίμησε και γι' αυτό με προτροπή του κατηγορουμένου ο μηνυτής και η σύζυγος του κατηγορουμένου ..., με την οποία είναι σε διάσταση, δημιούργησαν την εταιρεία ΤΑΚΙ ΑΕ με έδρα τη ..., επί της οδού ..., όπου ο κατηγορούμενος εμπορευόταν αυτοκίνητα της ΚΙΑ. Και η ΤΑΚΙ ΑΕ ήταν συμφερόντων του κατηγορουμένου και της συζύγου του, πλην όμως εκπρόσωπός της ορίστηκε ο εγκαλών. Με τις ιδιότητες που είχε ο εγκαλών και στις δύο εταιρείες, μετά από συνεννόηση με τον κατηγορούμενο και την ..., μετέφερε τα αντικείμενα και τα αυτοκίνητα από την μία εταιρεία στην άλλη για να μην κατασχεθούν από τους δανειστές της ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΑΕ. Κανένα αντικείμενο και κανένα αυτοκίνητο δεν ιδιοποιήθηκε ο εγκαλών και η σύνταξη των αναφερομένων στο διατακτικό τιμολογίων έγινε από το λογιστήριο της εταιρείας για τη νομότυπη μεταβίβαση των αυτοκινήτων από τη μία εταιρεία στην άλλη και όχι για να καλυφθεί παράνομη ιδιοποίηση. Ο κατηγορούμενος την 1-2-2000 υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 28-1-2000 μήνυσή του με την οποία κατήγγειλε ότι ο εγκαλών τέλεσε σε βάρος της άνω εταιρείας ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΑΕ τις αξιόποινες πράξεις της κλοπής αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, το οποίο έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και η συνολική αξία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ή 73.367,57 ευρώ) και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με περιουσιακό όφελος άνω των 25.000.000 δραχμών (ή 73.367,57), κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναφέρεται, προς αποφυγή επαναλήψεων. Η αλήθεια όμως, την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος, είναι, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ότι ο εγκαλών δεν τέλεσε τις πράξεις αυτές σε βάρος της εταιρείας, αφού η μεταφορά των αυτοκινήτων από τη μία εταιρεία στην άλλη έγινε μετά από προτροπή και συνεννόηση με τον κατηγορύμενο και την ..., και προς το συμφέρον του για να μην κατασχεθούν από τους δανειστές της ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΑΕ και ότι κανένα αντικείμενο και κανένα αυτοκίνητο δεν ιδιοποιήθηκε ο μηνυτής, η δε σύνταξη των αναφερομένων στο διατακτικό τιμολογίων έγινε από το λογιστήριο της εταιρείας για τη νομότυπη μεταβίβαση των αυτοκινήτων από τη μία εταιρεία στην άλλη και όχι για να καλυφθεί παράνομη ιδιοποίηση του μηνυτή. Στην ως άνω υποβολή της μήνυσης ο κατηγορούμενος προέβη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος, όπως και έγινε, αν και γνώριζε ότι τα καταγγελλόμενα από αυτόν ήταν ψευδή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την από 28-1-2000 ως άνω μήνυσή του, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση Δικηγόροι, Δικαστές, Δικαστικοί υπάλληλοι και άλλα άτομα, ο κατηγορούμενος διέδωσε εν γνώσει του για τον εγκαλούντα ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου. Επί της άνω μηνύσεως του κατηγορουμένου κατά του μηνυτή εκδόθηκε η 930/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε ότι η μεταφορά των αυτοκινήτων από την μία εταιρεία στην άλλη έγινε μετά από προτροπή και συνεννόηση με τον κατηγορούμενο και την ..., και προς το συμφέρον του για να μην κατασχεθούν από τους δανειστές της ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΑΕ και ότι κανένα αντικείμενο και κανένα αυτοκίνητο δεν ιδιοποιήθηκε ο μηνυτής, η δε σύνταξη των αναφερομένων στο διατακτικό τιμολογίων έγινε από το λογιστήριο της εταιρείας για τη νομότυπη μεταβίβαση των αυτοκινήτων από τη μία εταιρεία στην άλλη και όχι για να καλυφθεί παράνομη ιδιοποίηση του μηνυτή, κήρυξε αθώο τον εγκαλούντα για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν ως άνω αξιόποινες κακουργηματικές πράξεις της κλοπής, της υπεξαίρεσης και της πλαστογραφίας. Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης επτά μηνών, την οποία και μετάτρεψε προς 4,40 Ευρώ την ημέρα. Με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τις αναφερόμενες πιο πάνω αξιόποινες πράξεις, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της εν λόγω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις,των άρθρων 229 παρ.2,1 362 και 363 Π.Κ. τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Η αιτίαση ότι ο Εφετείο για να στηρίξει την κρίση του για τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης δέχθηκε ότι ο τελευταίος, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας "ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΑΕ" την 1-2-2000 υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης μήνυση κατά του ήδη εγκαλούντος, για κλοπή ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, κακουργηματική υπεξαίρεση και κακουργηματική απάτη, τελών εν γνώσει της αναληθείας του περιεχομένου της, α) χωρίς να λάβει υπόψη του το περιεχόμενο εγγράφων που αναγνώστηκαν στο ακροατήριό του και από τα οποία προέκυπτε ότι δεν είχε υποβάλλει αυτός την παραπάνω μήνυση ούτε είχε παράσχει ειδική εξουσιοδότηση σε άλλον για την υποβολή της και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη αφ'ενός το με αριθμό 66/27-1-2000 πρακτικό του ΔΣ της ανώνυμης εταιρείας "ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΑΕ", με το οποίο παρέχεται μόνο σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να υποβάλει μήνυση κατά του εγκαλούντος ... για τις αναφερόμενες σ' αυτό αξιόποινες πράξεις της κλοπής, υπεξαίρεσης και πλαστογραφίας, αφ' ετέρου την από 1-2-2000 έγκληση της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας, η οποία υποβλήθηκε από την δικηγόρο Θεσσαλονίκης Αγγελική Κουρινιώτη, η οποία και την υπογράφει, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι αφ' ενός μεν από την στην αρχή του σκεπτικού μνεία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης του μεταξύ των κατ' είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων και την κατηγορία των εγγράφων που αναγνώσθηκαν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων και δεν αντιστρατεύεται με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και τούτο ανεξάρτητα του ότι όπως προκύπτει από το από 27-1-2000 έγγραφη εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ... με την οποία, υπό την ιδιότητά του ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της εδρεύουσας στην ... ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΣΤΑΛΙΑ Α.Ε. - ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ (ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ - ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ) ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εξουσιοδοτεί τους δικηγόρους Γρηγόριο-Ευάγγελο Καλαβρό και Αγγελική Κουρινιώτη όπως από κοινού ή έκαστος κεχωρισμένως καταθέσουν για λογαριασμό της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της Εταιρείας αυτή, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσ/κης, μήνυση κατά του ..., κατοίκου ..., για τα αδικήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε βαθμό κακουργήματος, κλοπής σε βαθμό κακουργήματος, υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος και απιστίας (216, 372, 375, 390 ΠΚ), να δηλώσουν για λογαριασμό της ως άνω μηνύουσας εταιρείας παράσταση πολιτικής αγωγής κ.λ.π. Οι περαιτέρω αιτιάσεις ότι οι παραδοχές του Εφετείου έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο των καταθέσεων των σ' αυτή αναφερομένων μαρτύρων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες διότι μ' αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για αξιολογική εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 338 του ΚΠΔ αν κατά την ποινική δίκη προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο, αν κατά την κρίση του δικαστηρίου το έγγραφο είναι αναγκαίο για την απόφαση στην κυρία υπόθεση, το δικαστήριο ερευνά σε κάθε περίπτωση τη γνησιότητα αυτού και μόνο όταν κρίνει ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι είναι πλαστό αναβάλλει με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του τη δίκη ωσότου περατωθεί η δίκη για την πλαστογραφία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή τους είναι να έχει προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο. Τέτοια όμως προϋπόθεση δεν υπάρχει όταν ο διάδικος στον οποίο επιδεικνύεται κάποιο έγγραφο αρνηθεί απλώς την υπογραφή του επ' αυτού χωρίς να το προσβάλλει ως πλαστό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του Εφετείου που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, τα από 1-2-1997, 22-7-1998 και 19-12-2001 ιδιωτικά συμφωνητικά, τα οποία χωρίς αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα ή τον συνήγορό του αναγνώσθηκαν και στη συνέχεια επιδείχθηκαν στον αναιρεσείοντα, ο οποίος δήλωσε "το τρίτο είναι μεταξύ εμού και της συζύγου μου, στα υπόλοιπα δεν είναι η υπογραφή μου". Η παραπάνω δήλωσή του δεν περιέχει σαφή ισχυρισμό περί πλαστότητας των δύο τελευταίων ιδιωτικών συμφωνητικών και συνεπώς το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την κρίση του περί του αν τα έγγραφα αυτά α) ήταν αναγκαία για την εκδΟθησόμένη απόφασή του, β) να ερευνήσει την γνησιότητα αυτών και γ) να αιτιολογήσει ότι κατά την κρίση του δεν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι είναι πλαστά. Συνεπώς ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ συναφής περί του αντιθέτου λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενος και ως τέτοιος πρέπει ν' απορριφθεί. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17/2/2008 αίτηση του ... , κατοίκου ... για αναίρεση της 28/2008 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση. Απόρριψη λόγων αναίρεσης: 1ον) για αρνητική υπέρβαση εξουσίας για την μη κήρυξη ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος και β) για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας: α) της απόρριψης του περί πλαστότητας επιδειχθέντος εγγράφου ισχυρισμού, λόγω αοριστίας του και β) μη λήψης υπόψη αναγνωσθέντων εγγράφων.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Υπέρβαση εξουσίας, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Κλητήριο θέσπισμα.
0
Αριθμός 1243/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λιάννη, για αναίρεση της 619/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1933/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 171 περίπτ. 1δ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η συνδρομή της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, προκαλείται και όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Περαιτέρω κατά το άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ, τα πρακτικά της συνεδρίασης του δικαστηρίου, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, σύμφωνα με το άρθρο αυτό και με το άρθρο 140 του ίδιου Κώδικα. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι το περιεχόμενο των πρακτικών αποτελεί πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών. Εξάλλου λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ συνιστά η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία υπάρχει όταν στην απόφαση δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος. Ειδικώς η απόφαση που απορρίπτει έφεση ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, έχει την ανωτέρω απαιτούμενη αιτιολογία, όταν αναφέρει τα περιστατικά από τα όποια προκύπτει η εκπρόθεσμη άσκηση και εάν ο εκκαλών προβάλλει λόγους που δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση, πρέπει να αναφέρει η απόφαση τα περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση της για το αβάσιμο των λόγων αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 619/2008 απόφασή του απέρριψε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 462/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας με την οποία είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών και χρηματική ποινή 1.000 Ευρώ για μη έγκαιρη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών ΤΑΝΠΥ. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικνύεται ότι: α) η εκκαλούσα εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και διόρισε ως συνήγορό της τον παρόντα δικηγόρο Ανάργυρο Ταλαμάγκα, ο οποίος αποδέχτηκε το διορισμό του, β) ο Εισαγγελέας πρότεινε να κηρυχθεί απαράδεκτη η έφεση ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και γ) ο συνήγορος της εκκαλούσης ζήτησε να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση. Ακολούθως το Δικαστήριο απέρριψε την έφεση ως εκπροθέσμως ασκηθείσα με την ακόλουθη αιτιολογία: "Επειδή το παρόν Δικαστήριο δεν πείθεται ότι η κατηγορουμένη από λόγους ανωτέρας βίας εμποδίστηκε να ασκήσει εμπρόθεσμα την έφεση κατά της υπ' αριθ. 462/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλη/κείου Άμφισσας, δεδομένου ότι κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαρτίου 2007 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανάργυρο Ταλαμάγκα δια εξουσιοδοτήσεως. Η σχετική δε εξουσιοδότηση με ημερομηνία 19-6-2006 αναφέρει ότι ο συνήγορος της κατηγορουμένης δύναται να ασκήσει έφεση σε τυχόν καταδικαστική απόφαση, ήτοι κατά της υπ' αριθμ. 462/2007 αποφάσεως του Μονομελούς. Ωστόσο η κρινόμενη έφεση με αριθμό 58/2007 ασκήθηκε στις 17-4-2007. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως απαράδεκτη διότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα (άρθρο 476 του ΚΠΔ)". Η ανωτέρω αιτιολογία της απορρίψεως της εφέσεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη γιατί αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εκπρόθεσμη άσκηση, ενόψει του ότι από την επισκόπηση της εφέσεως και των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε άλλος λόγος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση, η δε αναφορά της έλλειψης ανωτέρας βίας στο σκεπτικό της αποφάσεως έγινε προδήλως, ως εκ περισσού. Επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς και για έλλειψη νόμιμης βάσης. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις που ρυθμίζουν την εμφάνιση και εκπροσώπησή της στη δίκη επί της εφέσεως, γιατί ενώ δεν εμφανίστηκε αυτή στο ακροατήριο αλλά εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Ανάργυρο Ταλαμάγκα, εντούτοις αναφέρεται στα πρακτικά ότι αυτή εμφανίστηκε και διόρισε και δικηγόρο, η ανακρίβεια δε αυτή των πρακτικών συνιστά απόλυτη ακυρότητα σχετική με την εμφάνιση και εκπροσώπησή της. Ο λόγος αυτός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος γιατί εφόσον δεν προσβάλλονται τα πρακτικά ως πλαστά, αποτελούν πλήρη απόδειξη για την εμφάνιση της κατηγορουμένης στη δίκη, μη επιτρεπόμενης ανταποδείξεως. Μετά από αυτά η αίτηση που δεν περιέχει άλλο λόγο, πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-11-2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 619/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκπρόθεσμη έφεση. Στοιχεία που απαιτούνται για να είναι αιτιολογημένη η απόρριψή της. Τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά και είναι απαράδεκτος ο ισχυρισμός ότι ανακριβώς αναγράφτηκε στα πρακτικά ότι η κατηγορουμένη εμφανίστηκε στη δίκη, ενώ αυτή δεν είχε εμφανιστεί. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο, Πρακτικά συνεδρίασης.
0
Αριθμός 1242/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Τσολάκο, για αναίρεση της 301/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Κουρμπανά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1666/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των παρ/φων 1 και 2 του άρθρου 375 Π Κ, όπως η δεύτερη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, β) Η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει μεοποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) Παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, δ) Συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά πλέον στη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, όπως είναι και εκείνη κατά την οποία το ιδιοποιούμενο πράγμα το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ωςεντολοδόχου. Και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης, κατά το χρόνο της τέλεσής της, να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, πουεκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Έτσι, χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίησητου ξένου πράγματος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε νια τηνεκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη 301/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος του μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:: Ο κατηγορούμενος εργαζόταν ως περιφερειακός διευθυντής σε διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες και παράλληλα παρείχε συμβουλές προς τρίτους σε χρηματιστηριακές επενδύσεις. Με τον πολιτικώς ενάγοντα ... είχε στενές φιλικές σχέσεις από το έτος 1978. Στις αρχές του έτους 2000 ο μηνυτής διέθετε το χρηματικό ποσό των 14.800.000 δραχμών. Αυτό το γνώριζε ο φίλος του κατηγορούμενος, οπότε του είπε ότι έχει την δυνατότητα να του τα αυξήσει με την τοποθέτηση τους στο χρηματιστήριο. Ο μηνυτής πείστηκε στις διαβεβαιώσεις του και του παρέδωσε το ανωτέρω ποσό και δη: στις αρχές Αυγούστου του έτους 2000 6.000.000 δρχ., στις 10-8-2000 5.000.000 δρχ., στις 31-1-2001 2.000.000 δρχ. και στις 21-6-2001 1.800.000 δρχ. Η παράδοση της κατοχής των εν λόγω χρημάτων, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, έγινε με την εντολή να τα επενδύσει επωφελώς και να του επιστρέψει στη συνέχεια, τόσο το ανωτέρω ποσό των 14.800.000 δραχμών, όσο και τα κέρδη από την επένδυση αυτή. Όμως, ο κατηγορούμενος δεν αξιοποίησε το ανωτέρω ποσό του μηνυτή, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα από τότε που περιήλθε στην κατοχή του και δεν το απέδωσε στο μηνυτή, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του. Όπως προέκυψε, ο κατηγορούμενος παρά τη σχετική συμφωνία και τις συνεχείς διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου ο τελευταίος δεν προέβη σε καμία τοποθέτηση των χρημάτων του μηνυτή στο χρηματιστήριο, αλλά από πρόθεση τα καρπώθηκε και αύξησε ανάλογα την περιουσία του, από τότε που έλαβε στα χέρια του το ανωτέρω ποσό των 14.800.000 δραχμών. Στις ανωτέρω ψευδείς διαβεβαιώσεις προέβη ο κατηγορούμενος, με σκοπό να πείσει το μηνυτή να του παραδώσει τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, για να αυξήσει παράνομα την περιουσία του κατά το ανωτέρω ποσό με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή, γεγονός το οποίο πέτυχε με τον ανωτέρω τρόπο. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανωτέρω πράξης με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ., ενώ πρέπει να απορριφθεί το αίτημά του για χορήγηση και του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ., ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, όπως αυτό επιβεβαιώθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίες. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας της οποίας το συνολικό ποσό υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ και δεχόμενο το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου επέβαλε σ' αυτόν φυλάκιση τριών ετών. Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 98,κ 375 παρ. 2 εδ. α' και παρ. 1 α' του ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται τα αξιούμενα στοιχεία α) της ιδιότητας του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ως εντολοδόχου κατά τον χρόνο που βρισκόταν στην κατοχή του,το ως ανω χρηματικό ποσό με την παραδοχή ότι δόθηκαν σ' αυτόν από τον πολιτικώς ενάγοντα κατά τους σ' αυτό αναφερόμενους χρόνους τμηματικά τα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικά ποσά με την εντολή να τα επενδύσει στο χρηματιστήριο, β) της από τον αναιρεσείοντα εξωτερίκευσης της πρόθεσης ιδιοποίησής του με την άρνησή του να τα αποδώσει στον πολιτικώς ενάγοντα παρά τις συνεχείς οχλήσεις του τελευταίου. Συνακόλουθα ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' συναφής αντίθετος πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η ειδικότερη αιτίαση ότι δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, αφού δεν προσδιορίζονται ποια αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο. Απορριπτέα είναι και η αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν παράλληλα ως περιφερειακός διευθυντής σε διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες και ως σύμβουλος προς τρίτους χρηματιστηριακών επενδύσεων και της παραδοχής ότι παρέστησε ψευδώς στον πολιτικώς ενάγοντα ότι έχει τη δυνατότητα να τοποθετήσει τα χρήματά του στο χρηματιστήριο, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη, αφού για την στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης από εντολοδόχο αρκεί ότι περιήλθε στην κατοχή του κατόπιν προηγηθείσας εντολής ξένο κινητό πράγμα, και συνεπώς και χρήματα τα οποία στη συνέχεια αυτός τα ιδιοποιήθηκε, είναι δε αδιάφορο αν η περιέλευση αυτών στην κατοχή τούτου οφείλετο σε προηγηθείσα εξαπάτηση του εντολέα του, τ' ανωτέρω δε διηγηματικώς είχαν αναφερθεί. Τέλος απορριπτέες ως απαράδεκτες είναι οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες, κατ' επίφαση, υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η κατά το άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς τουκατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τονκατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή την ικανότητα προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωσητης ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τηνκατά νόμο θεμελίωση τους, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγησή τους να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν επέχειυποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Έτσι είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης της διάταξης του άρθρου84 παρ. 2 ε' Π.Κ. ότι ο υπαίτιοςσυμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, είναι δε ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός όταν περιλαμβάνει τα αναγκαία περιστατικά για την θεμελίωσή της,ήτοι έντιμη ζωή σε όλες τις άνω εκφάνσεις εκδηλουμένη με θετική συμπεριφορά και καλή γενικά συμπεριφορά στην κοινωνία που να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημαμετά την αξιόποινη πράξη και να είναι αποτέλεσμα ελευθέρας βουλήσεως και όχι φόβου ή καταναγκασμού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης ο αναιρεσείων ζήτησε την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ καταθέτοντας για καταχώριση στα πρακτικά, τον παρακάτω αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο και ανέπτυξε προφορικά, ο οποίος έχει ως εξής: "μετά την τέλεση της πράξης για την οποία φέρομαι ως κατηγορούμενος, ήτοι από τον Μάιο του έτους 2000 μέχρι σήμερα, επέδειξα υποδειγματική συμπεριφορά και προσπάθησα να προσφέρω αυτοβούλως οιαδήποτε συνδρομή ήταν εφικτό να προσφερθεί για τη διαλεύκανση της υπόθεσης χωρίς να απασχολήσω ποτέ ξανά τις διωκτικές και δικαστικές αρχές. Κατά το μετά την αποφυλάκισή μου διάστημα και μέχρι σήμερα κατέβαλα και εξακολουθώ να καταβάλλω επίπονες και επίμονες προσπάθειες να ανεύρω εργασία για τη συντήρηση του εαυτού μου και του ανηλίκου τέκνου μου αλλά επί ματαίω, διότι όπως είναι φυσικό με δεδομένο ότι εκκρεμούν ακόμη σε βάρος μου ποινικές κατηγορίες, είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσληφθώ από οιαδήποτε εταιρία ή εν γένει εργοδότη για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου, όπως έκανα στο παρελθόν που ήμουν διευθυντής σε ασφαλιστική εταιρεία και ιδιαίτερα επιτυχημένος στη δουλειά μου. Αλλά και κατά το διάστημα της φυλακίσεώς μου σε εκτέλεση της εκκαλουμένης απόφασης δεν τιμωρήθηκα πειθαρχικά, η συμπεριφορά και διαγωγή μου υπήρξε άριστη, συμμορφώθηκα απόλυτα με τους σωφρονιστικούς κανονισμούς, συμπεριφέρθηκα καλά στους συγκρατουμένους μου και συνεργάσθηκα με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, επιδεικνύοντας εργατικότητα, προθυμία και συνέπεια". Με το παραπάνω περιεχόμενο ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός ήταν αόριστος τόσον αναφορικά με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο αναιρεσείων παρέμεινε κρατούμενος στη φυλακή, όσο και ως προς το μετά την αποφυλάκισή του τοιούτο, αφού δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει α) ότι η στη φυλακή επικαλούμενη, ως επιδειχθείσα καλή διαγωγή του, την οποία σε κάθε περίπτωση και δεν εξειδικεύει με επίκληση συγκεκριμένων πράξεων, αποτελούσε έκφραση ελευθέρας βούλησης και δεν ήταν προϊόν φόβου, καταναγκασμού ή και προσποίησης, και β) ότι για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, το οποίο επίσης δεν προσδιορίζεται για το ορισμένο του ως άνω ισχυρισμού, επέδειξε συμπεριφορά η οποία μαρτυρεί ότι ενστερνίσθηκε τους κανόνες της κοινωνικής συμβίωσης. Συνεπώς το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την απόρριψη του αόριστου αυτού ισχυρισμού. Παρά ταύτα, πλεοναστικά το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό με την επαρκή αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκαν ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, όπως αυτό επιβεβαιώθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας. Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιτιολόγητη απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι κατά τις παραδοχές της απόφασης το Εφετείο στηρίχθηκε για την απορριπτική του κρίση επί του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού μόνο στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και όχι στα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού κατά τα ανωτέρω το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει τον ως άνω αόριστο ισχυρισμό του αναιρεσείοντα. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος ... και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3/10/2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 301/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγοντος που ορίζεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) Ευρώ και στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική υπεξαίρεση και απόρριψη ως αβασίμων λόγων αναίρεσης α) για έλλειψη ειδικής μη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και για απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών με αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 1241/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο,Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Τσολάκο, για αναίρεση της 303/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ζ και 2. Ψ, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1667/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν 2721/1999 "όποιος "ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 εδ. β του άνω ν. 1721/1999 "αν η συνολική άξια υπερβαίνει, το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται, για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου η διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει, σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25. 000. 000) δραχμές, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται, α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα β) να είναι, αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι, ιδιαίτερα μεγάλης άξιας, να συντρέχει δε επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25. 000. 000) δραχμών. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, συμφωνά με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 2 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό.Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου, δηλαδή με τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Η εξειδίκευση των μερικοτέρων πράξεων του κατ εξακολούθηση εγκλήματος απαιτείται μόνό όταν αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξεως, η στην περίπτωση κατά την οποία για μία από ή για περισσότερες τις επί μέρους πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου ή απαραδέκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανεγκλήτου ..... . Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη 303/2008 απόφασή του, δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το έτος 1999 ο κατηγορούμενος εργαζόταν ως παραγωγός ασφαλειών στην ασφαλιστική εταιρεία "...", ενώ παράλληλα παρείχε σε τρίτα πρόσωπα τις προτάσεις του και τις σχετικές γνώσεις του για επενδύσεις των χρημάτων τους σε διάφορες τοποθετήσεις (μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια κτλ.). Με τους πολιτικώς ενάγοντες είχε στενές φιλικές σχέσεις από πολλά χρόνια. Κατά προτροπή του το ζεύγος των πολιτικώς εναγόντων στις 11-3-1999 αγόρασε αντί 77.000.000 δραχμών 7.470.979 μερίδια από το αμοιβαίο κεφάλαιο "Αναπτυξιακό Μετοχών εσωτερικού" και σχετικά εκδόθηκε ο υπ' αριθ. ... τίτλος με δικαιούχον τον Ζ και συνδικαιούχους την Ψ και τον υιό τους .... Στην συνέχεια με την από 7-6-1999 αίτηση προς την διαχειρίστρια του αμοιβαίου κεφαλαίου εταιρεία, που υπογράφηκε από τη Ψ και τον κατηγορούμενο, ζητήθηκε η εξαγορά όλων των μεριδίων, που αφορούσε τον ανωτέρω τίτλο η αξία του οποίου είχε ήδη ανέλθει σε 95.714.257 δραχμές και εκδόθηκε σχετικά από την Midland Bank η υπ' αριθμό ... δίγραμμη ισόποση επιταγή στο όνομα της Ψ. Η τελευταία παρέλαβε την επιταγή στις 16-6-1999 όταν προσήλθε στα γραφεία της διαχειρίστριας, του αμοιβαίου κεφαλαίου, εταιρείας επί της οδού ... στο ... ..., ύστερα από σχετική ειδοποίηση της εν λόγω εταιρίας προς τον Ζ. Αντίγραφο της δίγραμμης επιταγής, που δόθηκε στη σύζυγο του τελευταίου, διατηρήθηκε στο γραφείο της ΜIdland ΑΕΔΑΚ με την υπογραφή της Ψ, κάτω από την ένδειξη " παρελήφθη το πρωτότυπο" και με ημερομηνία 16-6-1999. Στη συνέχεια η Ψ συνοδευόμενη από τον κατηγορούμενο μετέβη στο κατάστημα Αθηνών της Midland Bank και αντικατέστησε την ανωτέρω δίγραμμη επιταγή με την υπ' αριθμό ... απλή επιταγή της Τράπεζας αυτής, που εκδόθηκε σε διαταγή της για το ποσό αυτό. Αυθημερόν, η Ψ οπισθογράφησε την απλή αυτή επιταγή και την παρέδωσε στον κατηγορούμενο, ο οποίος και την εισέπραξε με κατάθεση στην ΑLΡΗΑ Τράπεζα Πίστεως. Η Ψ για άγνωστους λόγους δεν επιδίωξε μέχρι τις αρχές του Νοεμβρίου του 2001 την απόδοση εκ μέρους του κατηγορουμένου του ως άνω ποσού, που εισήλθε στον λογαριασμό με την ως άνω κατάθεση της επιταγής των 94.415.000 δραχμών. Αντίθετα προέκυψε ότι μέχρι τότε οι σχέσεις του κατηγορουμένου με το ζεύγος των πολιτικώς εναγόντων ήταν καλές. Μάλιστα υπήρξαν και άλλες συνεργασίες μεταξύ των προσώπων αυτών με αντικείμενο επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια, τα οποία από την εξαγορά τους απέφεραν στους πολιτικώς ενάγοντες τα ποσά των 6.481.603 και 1.630.969 δραχμών, για τα οποία εκδόθηκαν από την HWBC Bank οι υπ' αριθμ. ... και ... ισόποσες επιταγές σε διαταγή της Ψ. Τις επιταγές αυτές ποσών 6.481.603 και 1.630.969 δραχμών αντίστοιχα η Ψ τις οπισθογράφησε και τις παρέδωσε στον κατηγορούμενο, ο οποίος και τις εισέπραξε στις 6-9-2000. Με τον ανωτέρω τρόπο εισήλθαν, με λογιστική μεταφορά στο λογαριασμό του στην ΑLΡΗΑ Τράπεζα Πίστεως, ως προϊόν εξοφλήσεως των οπισθογραφομένων αχρεωστήτως προς αυτόν ως άνω επιταγών συνολικά 103.826.829 δραχμές και δη: επί μέρους χρηματικά ποσά 95.714.257, 6.481.603 και 1.630.969 δραχμές. Ο κατηγορούμενος καίτοι οχλήθηκε στις αρχές Νοεμβρίου 2001 από τη Ψ να αποδώσει τα ως άνω χρηματικά ποσά στους δικαιούχους. Ζ και Ψ αρνήθηκε να τα αποδώσει. Αντίθετα παράνομα τα ιδιοποιήθηκε και τα ενσωμάτωσε οριστικά στην ατομική του περιουσία, όπως από πρόθεση επεδίωξε εξ αρχής κατά το σχέδιο που είχε καταστρώσει. Όλα τα παραπάνω αποδείχθηκαν από τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις καταθέσεις των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας, καθώς και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, ενώ δεν αναιρούνται τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, όσο και από την απολογία του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθία όλων αυτών πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του ότι μέχρι την τέλεση της ως άνω πράξης του έζησε έντιμη εν γένει ζωή, όπως αυτό προέκυψε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του, να του αναγνωριστεί και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2 ε' Π.Κ, αφού, δεν αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά μετά την πράξη του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αντίθετα προέκυψε ότι δεν προσπάθησε με κανένα τρόπο να συμπεριφερθεί καλά τόσον στους πολιτικούς ενάγοντες, όσο και σε άλλους παθόντες για παρόμοιες πράξεις, που διέπραξε σε βάρος τους και τους απέσπασε μεγάλα χρηματικά ποσά. Ειδικότερα από τα, πολλών εκατομμυρίων, ποσά δεν επέστρεψε κανένα ποσό προς τους παθόντες και επιπλέον με αβάσιμους ισχυρισμούς και επιχειρήματα προσπαθεί να αποσείσει την ευθύνη του για την τέλεση των ως άνω σοβαρών πράξεων σε βάρος των ως άνω παθόντων. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας ένοχο υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και επέβαλε σ' αυτόν δεχόμενο το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, φυλάκιση τριών (3) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27, 375 παρ. 1 εδ. α' και 2 εδ. α' του ΠΚ, τις οποίες οθρά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην απόφαση α) η στην κατοχή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου περιέλευση των επί μέρους χρηματικών ποσών 95.714.257, 6.481.603 και 1.630.969 δρχ και συνολικά του ποσού των 103.826.829 δρχ με την παραδοχή ότι εισήλθαν τα ποσά αυτά στον λογαριασμό του στην ALPHA Τράπεζα Πίστεως, ως προϊόν εξόφλησης των προς αυτόν οπισθογραφημένων από την Ψ ισόποσων επιταγών σε διαταγή της, β) ότι το χρηματικό αυτό ποσό ήταν ξένο ανήκε δηλαδή σε άλλον εκτός από τον αναιρεσείοντα, γ) ότι ο αναιρεσίων εξωτερίκευσε τις προθέσεις του να ιδιοποιηθεί το ως άνω ποσόν με την παραδοχή ότι καίτοι οχλήθηκε σχετικά από την ανωτέρω αρνήθηκε να της τα αποδώσει και δ) ότι το ως άνω ποσό .συνολικά λαμβανόμενο, υπερέβαινε το ποσό των 73.000 Ευρώ, το οποίο προσδίδει στην αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης την κακουργηματική της μορφή. Συνακόλουθα ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 & 1 στοιχ. Δ συναφής αντίθετος πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος . Η ειδικότερη αιτίαση ότι δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της αφού δεν προσδιορίζονται ποια αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο . Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέες και οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες κατ' επίφαση, υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Η κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή την ικανότητα προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση τους, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση τους να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Έτσι είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ. δηλαδή ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Ο ισχυρισμός αυτός είναι ορισμένος, όταν περιλαμβάνει τα αναγκαία περιστατικά για την θεμελίωσή τους, και συγκεκριμένα έντιμη ζωή σε όλες τις άνω εκφάνσεις, εκδηλουμένη με θετική και καλή γενικά συμπεριφορά στην κοινωνία που να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη και είναι αποτέλεσμα ελευθέρας βουλήσεως και όχι φόβου ή καταναγκασμού.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης ο αναιρεσείων ζήτησε την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ καταθέντοντας για καταχώριση στα πρακτικά, τον παρακάτω αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο και ανέπτυξε προφορικά. Μετά την τέλεση της πράξης για την οποία φέρεται ως κατηγορούμενος, ήτοι από τον Νοέμβριο του έτους 2001 μέχρι σήμερα, επέδειξε υποδειγματική συμπεριφορά και προσπάθησε να προσφέρει αυτοβούλως οιαδήποτε συνδρομή ήταν εφικτό να προσφερθεί για τη διαλεύκανση της υπόθεσης χωρίς να απασχολήσει ποτέ ξανά τις διωκτικές και δικαστικές αρχές. Κατά το μετά την αποφυλάκισή του διάστημα και μέχρι σήμερα κατέβαλε και εξακολουθεί να καταβάλλει επίπονες και επίμονες προσπάθειες να ανεύρει εργασία για τη συντήρηση του εαυτού του και του ανηλίκου τέκνου του αλλά επί ματαίω, διότι όπως είναι φυσικό με δεδομένο ότι εκκρεμούν ακόμη σε βάρος του ποινικές κατηγορίες, είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσληφθεί από οιαδήποτε εταιρία ή εν γένει εργοδότη για να προσφέρει τις υπηρεσίες του, όπως έκανε στο παρελθόν που ήταν διευθυντής σε ασφαλιστική εταιρεία και ιδιαίτερα επιτυχημένος στη δουλειά του. Με το παραπάνω περιεχόμενο ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός ήταν αόριστος τόσον αναφορικά με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο αναιρεσείων παρέμεινε κρατούμενος στη φυλακή, όσο και ως προς το μετά την αποφυλάκισή του τοιούτο, αφού δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει α) ότι η στη φυλακή επικαλούμενη, ως επιδειχθείσα καλή διαγωγή του, την οποία σε κάθε περίπτωση και δεν εξειδικεύει με επίκληση συγκεκριμένων πράξεων, αποτελούσε έκφραση ελευθέρας βούλησης και δεν ήταν προϊόν φόβου, καταναγκασμού ή και προσποίησης, και β) ότι για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, το οποίο επίσης δεν προσδιορίζεται για το ορισμένο του ως άνω ισχυρισμού, επέδειξε συμπεριφορά η οποία μαρτυρεί ότι ενστερνίσθηκε τους κανόνες κοινωνικής συμβίωσης. Συνεπώς το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την απόρριψη του αορίστως διατυπωμένου ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού. Παρά ταύτα πλεοναστικά το Εφετείο απέρριψε τούτον με την κατά τα προαναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη επαρκή αιτιολογία του. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι κατά τις παραδοχές της απόφασης το Εφετείο στηρίχθηκε για την απορριπτική του κρίση του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού μόνο στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και όχι στα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού κατά τα ανωτέρω το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει τον ως άνω αόριστο ισχυρισμό του αναιρεσείοντα. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3/10/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 303/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική υπεξαίρεση και απόρριψη ως αβασίμων λόγων αναίρεσης α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, και β) για απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε.π. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 1239/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τζέλλη, για αναίρεση της 2020-2021/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1303/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2, 171 παρ. 1 εδ. δ', 349, 501 παρ. 1 και 510 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραδοχή ή η του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, υπόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου, το οποίο, αν υποβληθεί τέτοιο αίτημα, οφείλει να απαντήσει σ' αυτό, διότι αλλιώς δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Για την απόρριψη του αιτήματος αυτού, μέχρι μεν την έναρξη της ισχύος (4-6-1996) του νόμου 2408/1996, που με το άρθρο του 2 παρ. 5 συμπλήρωσε το άρθρο 139 του ΚΠΔ, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά δε την ισχύ του νόμου αυτού, ο οποίος (συμπληρώνοντας το άρθρο 139 ΚΠΔ) ρητώς όρισε ότι αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, το δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει ως αβάσιμο το αίτημα αυτό, οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι διαφορετικά δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ως άνω Κώδικα. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και εκ της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, μ την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2020-2021/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση του αναιρεσείοντος, χωρίς την παρουσία του ή την εκπροσώπησή του από πληρεξούσιο δικηγόρο του, κατά της 972/23-5-2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας [ που τον κήρυξε ένοχο για το έγκλημα της απάτης από κοινού (με άγνωστη γυναίκα) και τον κατεδίκασε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών], μετά την απόρριψη αιτήματος αυτού (εκκαλούντος) για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων. Από την πληττόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, κατά την παρούσα αναιρετική διαδικασία, αποδεικνύεται ότι κατά της συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση αυτήν, δεν εμφανίσθηκε ο εκκαλών-κατηγορούμενος, αλλά η δικηγόρος Αθηνών Ευανθία Στεργιούλη, την οποία είχε ορίσει και ως αντίκλητό του με το εφετήριο (βλ. σχετικά την από 3-5-2007 έκθεση εφέσεως του αναιρεσείοντος στον Γραμματέα Πλημμελειοδικών Ηλείας), ως άγγελος, η οποία ανήγγειλε κατά λέξη "ο κατηγορούμενος έχει ορίσει πληρεξούσιο δικηγόρο τον Δικηγόρο Αθηνών Ανδρέα Τζέλλη, ο οποίος δεν είναι δυνατόν να παρασταθεί, διότι βρίσκεται σε άλλη υπόθεση που εκδικάζεται στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών και ο παραπάνω κατηγορούμενος ευρίσκεται στην ... για επαγγελματική του υποχρέωση και ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε από αυτήν να παρασταθεί στο παρόν Δικαστήριο και να ζητήσει την αναβολή της δίκης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου". Το ανωτέρω όμως αίτημα ήταν αόριστο και ως προς τα δύο μέρη του. Ειδικότερα όσον αφορά το πρόσωπο του ίδιου του κατηγορουμένου δεν έγινε επίκληση εκ μέρους της ως άνω αγγέλου του ποιοι ήσαν οι επαγγελματικοί λόγοι του για τη μετάβασή του στη ..., το ανέφικτο της αναβολής του εν λόγω ταξιδιού αυτού, ενόψει της κλήσης του να εμφανιστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και να υποστηρίξει την εκπρόθεσμη έφεσή του, όπως ο ίδιος αναφέρει στη σχετική από 3-5-2007 έκθεση εφέσεως. Εξάλλου όσον αφορά το πρόσωπο του πληρεξουσίου του δικηγόρου Ανδρέα Βασ. Τζέλλη δεν προσδιορίστηκε από την αναγγελία της αγγέλου δικηγόρου Ευανθίας Στεργιούλη και τα έγγραφα που προσκόμισε σαφώς και ορισμένα το Τριμελές Εφετείο Αθηνών στο οποίο παρίστατο ως συνήγορος (σε ποία υπόθεση, σε ποίο στάδιο εκδίκασης βρισκόταν) για να μπορεί ελεγχθεί η βασιμότητα του ισχυρισμού περί της αδυναμίας του να παραστεί συγχρόνως και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπλέον πρέπει να επισημανθεί ότι η ως άνω άγγελος ανήγγειλε αίτημα αναβολής της δίκης εκ μέρους μόνο του κατηγορουμένου όχι και εκ μέρους του ως άνω πληρεξουσίου του δικηγόρου, για τον οποίο ανέφερε μόνο την αλλαχού απασχόληση κατά τη δικάσιμο της 23-11-2007. Το Δικαστήριο, ακολούθως απέρριψε το αίτημα αναβολής με την αιτιολογία: "Το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, για το λόγο ότι βρίσκεται στη ... για επαγγελματικούς λόγους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον από την κατάθεση της δικηγόρου Ευανθίας Στεργιούλη και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, δεν αποδεικνύεται ότι πράγματι ο κατηγορούμενος αδυνατεί να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά τη σημερινή δικάσιμο, προκειμένου να δικαστεί για την πράξη που του αποδίδεται". Δηλονότι το ανωτέρω Δικαστήριο απέρριψε σιγή το αόριστο αίτημα περί αναβολής της δίκης στο πρόσωπο του συνηγόρου του αναιρεσείοντος και με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκ περισσού απέρριψε αυτό ως προς το πρόσωπο του ίδιου του εκκαλούντος-κατηγορουμένου. Επομένως, η παραπάνω παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής της δίκης, που ήταν, όπως προαναφέρθηκε, καθ' ολοκληρία αόριστο, δεν υπέπεσε σε κάποια πλημμέλεια και ειδικότερα της παραβάσεως των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος, 139 και 349 του ΚΠΔ και έτσι δεν συντρέχει περίπτωση αναίρεσης της κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απορριπτομένου συνακόλουθα ως αβασίμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Ιουλίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2020-2021/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης που απέρριψε αίτημα αναβολής δίκης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και στο πρόσωπο του συνηγόρου του. Πότε είναι ορισμένο το σχετικό αίτημα και πότε απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην απόφαση για απόρριψή του. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης λόγω μη βασιμότητας του σχετικού λόγου αναίρεσης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Κατηγορούμενος, Αναβολής αίτημα.
0
Αριθμός 1238/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Παπαδέα, περί αναιρέσεως της ΑΤ391/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Τ ο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 463/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 23 Α παρ. 1 α, Β παρ. 1 του ν. 248/1914, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 2 του ν. 2532/1997 και συμπληρώθηκε πρώτο του ν. 4085/1960 και με το άρθρο 15 παρ.3 του ν. 2732/1999, ορίζεται ότι με φυλάκιση ενός μηνός μέχρι δύο ετών, τιμωρούνται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που παράγουν, αποθηκεύουν, επεξεργάζονται, μεταφέρουν ή κατ'άλλο τρόπο χειρίζονται προϊόντα ζωικής προέλευσης, ή διαθέτουν στο εμπόριο ζωικά προϊόντα ή ζώντα ζώα τα οποία δεν έχουν ληφθεί, δεν έχουν ελεγχθεί και δεν έχουν επισημανθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες κτηνιατρικές διατάξεις. Κατά το άρθρο 15 εδ.δ και ε, 22 του π.δ. 40/1977, τα τρόφιμα, αναλόγως των αποτελεσμάτων των κτηνιατρικών επιθεωρήσεων, βάσει της εν γένει υγιεινής και ποιοτικής καταστάσεως στην οποίαν ευρίσκονται και των όρων της ισχύουσας νομοθεσίας, χαρακτηρίζονται: Κατάλληλα προς κατανάλωση, νοούνται τα τρόφιμα τα οποία διατηρούν τους ειδικούς δι' έκαστον εξ' αυτών οργανοληπτικούς χαρακτήρες (χρώμα, σύσταση, οσμή, γεύση), δεν παρουσιάζουν μεταβολές οφειλόμενες σε ασθένειες ή αλλοιώσεις, αποσύνθεση ή μόλυνση και πληρούν τους όρους της σχετικής νομοθεσίας κατά περίπτωση (εδ.α). Ακατάλληλα προς βρώση, νοούνται τα τρόφιμα τα οποία παρουσιάζουν μη κανονικούς τους στην περίπτωση α του παρόντος άρθρου οργανοληπτικούς χαρακτήρες των, ανεξαρτήτως της επιδράσεώς των ή μη επί της υγείας του καταναλωτού.(εδ.δ). Ακατάλληλα προς κατανάλωση ως μη πληρούντα τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, νοούνται τα τρόφιμα τα οποία δεν πληρούν ένα ή περισσότερους όρους της σχετικής νομοθεσίας. (εδ.ε). Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε στον ..., στις ... ο κατηγορούμενος, ως υπεύθυνος του κατ/τος κρεοπωλείου, του οποίου είναι ιδιοκτήτης και βρίσκεται στην οδό ..., κατελήφθει να διαθέτει εντός του καταστήματός του 100 κιλά κρέας χοιρινό και μοσχαρίσιο νωπό σε κατάψυξη, τα οποία ήσαν σε πλαστικές σακκούλες, άνευ σημάνσεων, και αυτό ήταν ακατάλληλο προς βρώση και κατανάλωση (βλ. την αρ. πρωτ. ... κτηνιατρική έκθεση κατάσχεσης της Δ/νσης Κτηνιατρικής Πειραιά). Τα ως άνω τρόφιμα την ίδια ημέρα καταστράφηκαν (βλ. το από 14-12-04 πρωτόκολλο καταστροφής προϊόντων ζωϊκής προέλευσης). Τα ανωτέρω περιστατικά προέκυψαν από τα αναγνωστέα έγγραφα της δικογραφίας (κτηνιατρική έκθεση κατάσχεσης και πρωτόκολλο καταστροφής), ενώ δεν αναιρέθηκαν απ' όσα ισχυρίστηκε ο κατ/νος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Πρέπει, συνεπώς, ο κατ/νος να κηρυχθεί ένοχος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Στον ... στις 11.20 ώρα της ...υπεύθυνος καταστήματος κρεοπωλείου στην οδό ... κατελήφθη να διαθέτει στη κατανάλωση τρόφιμα Α) τα οποία παρουσιάζουν αφενός μη κανονικό οργανοληπτικό χαρακτήρα όσον αφορά το χρώμα, τη σύσταση την οσμή και την γεύση και αφετέρου μεταβολές που οφείλονται σε αλλοίωση τους ανεξαρτήτως της επίδρασης τους η μη επί της υγείας του καταναλωτή. Β) Μη πληρούντα τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίαςειδικότερα. Κατασχέθηκαν 100 κιλά κρέατος χοιρινού καιμοσχαρίσιου νωπού σε κατάψυξη τα οποία ήταν σε πλαστικές σακούλες άνευ σημάνσεως ήτοι τρόφιμα ακατάλληλα προς βρώση και κατανάλωση". Μετά ταύτα, το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ. Με βάση τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν και τις άνω παραδοχές στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 ΠΚ, 15 εδ. δ και ε, 22 του π.δ. 40/1977, 23 Α παρ. 1 α, Β παρ. 1 του ν. 248/1914, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 2 του ν. 2532/1997 και συμπληρώθηκε πρώτο του ν. 4085/1960 και με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 2732/1999, που εφάρμοσε. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) αναφέρονται με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος, ήτοι ότι ο κρεοπώλης κατηγορούμενος κατελήφθη να κατέχει 100 κιλά νωπού κρέατος χοιρινού και μοσχαρίσιου, σε κατάψυξη, μέσα σε πλαστικές σακούλες, άνευ σημάνσεως, τα οποία παρουσίαζαν μη κανονικό οργανοληπτικό χαρακτήρα, όσον αφορά το χρώμα, τη σύσταση, την οσμή και τη γεύση και μεταβολές που οφείλονται σε αλλοίωσή τους, ανεξαρτήτως της επίδρασής τους ή μη επί της υγείας του καταναλωτή, ήτοι τρόφιμα ακατάλληλα προς βρώση και κατανάλωση, όπως προέκυψε από την αναγνωσθείσα κτηνιατρική έκθεση κατάσχεσης και καταστροφής της Διευθύνσεως Κτηνιατρικής Υπηρεσίας Πειραιώς και β) από τις άνω παραδοχές ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση συνάγεται, καθόσον δεν είναι αντιφατικό τα εν λόγω κρέατα να παρουσιάζουν μη κανονικό οργανοληπτικό χαρακτήρα, όσον αφορά το χρώμα, τη σύσταση, την οσμή και τη γεύση και μεταβολές που οφείλονται σε αλλοίωσή τους, οπότε στοιχειοθετείται η παράβαση, ανεξαρτήτως της επιδράσεως ή μη των άνω μεταβολών επί της υγείας του καταναλωτή και ταυτόχρονα να είναι χωρίς σήμανση σε κατάψυξη και ακατάλληλα προς βρώση και κατανάλωση. Ήτοι δεν υπάρχει καμία ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο και η προσβαλλόμενη απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσεως. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 7/7-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά της με αριθμό ΑΤ 391/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση τροφίμων - κρεάτων, ακαταλλήλων προς βρώση και κατανάλωση. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με εκ πλαγίου παράβαση. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Διάθεση ακατάλληλων τροφίμων και κρεάτων.
0
Αριθμός 1237/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ρουμελιώτη, περί αναιρέσεως της ΑΤ2696/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 84/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 4/1995 και 6, 7/1994). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική)Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. (ΑΠ 626/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό ΑΤ 2696/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η ασκηθείσα έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό ΑΜ 2347/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί ερήμην, σε φυλάκιση τεσσάρων ετών, για την πράξη της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού 2.576.896 ευρώ. Από τη σχετική με αριθμό 1518/3-7-2006 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, αναφέρει στην έφεσή του, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως και ότι η επίδοση ως άγνωστης διαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτός έχει γνωστή διαμονή και διαμένει μόνιμα και προγενέστερα της επιδόσεως στη γνωστή σε όλους και τις αρχές διεύθυνση, επί της οδού ... των ..., όπως προκύπτει από δημόσια έγγραφα και θα βεβαιώσουν και μάρτυρες. Επικαλέσθηκε δηλαδή, ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως ή παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως στην άνω έφεσή του, αν τη φερόμενη από αυτόν ως τελευταία γνωστή κατοικία του στην ..., είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή Πειραιώς που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, περιοριζόμενος απλώς στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή στις αρχές. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "ως αγνώστου διαμονής θεωρείται, κατά το άρθρο 156 §§1 και 2 ΚΠΔ, ο εκκαλών, ο οποίος απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη δικαστική αρχή, η οποία έχει εκδόσει το προοριζόμενο προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, ενώ και αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και στην αστυνομική αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος ο οποίος έχει δηλωθεί από τον κατηγορούμενο, κατά το άρθρο 273 § 1 ΚΠΔ, κατά την τυχόν διενεργηθείσα προανάκριση και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος, ο οποίος έχει δηλωθεί στην αρμόδια εισαγγελική αρχή. Αν δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται ο αναγραφόμενος στη μήνυση ή στην έγκληση. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικώς με την έφεση, είναι και η επίδοση των αγνώστου διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει ο εκκαλών να επικαλείται ότι κατά το χρόνο της επίδοσης της εκκαλουμένης προς αυτόν ως αγνώστου διαμονής ο ίδιος είχε κατοικία ή διαμονή γνωστή, κατά τα προαναφερθέντα, στην εισαγγελική αρχή (βλ. ΑΠ 239/2006, 745/2006, 1112/2006 Ποιν. Δνη 9.995, 1006 και 1461 αντιστοίχως, ΑΠ 1000/2004 Ποιν. Δνη 7.1075). Στην προκειμένη περίπτωση από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, την ένορκη στο ακροατήριο κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος και την εν γένει συζήτηση της υπόθεσης προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο εκκαλών κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην με την υπ' αριθμ. ΑΜ 2347/8-2-2005 απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Η απόφαση αυτή του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής στις 14-9-2005, όπως προκύπτει από το από την ανωτέρω ημεροχρονολογία αποδεικτικό επίδοσης της Επιμελήτριας Δικαστηρίου στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, .... Ειδικότερα, η Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς παρήγγειλε την επίδοση της απόφασης επί της γνωστής σ'αυτήν, ως αναγραφομένης στην υπ'αριθμ. πρωτ. 10324/20-5-2004 αίτηση ποινικής δίωξης της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. Κορυδαλλού (δεδομένου ότι για την υπόθεση δεν είχε διενεργηθεί προανάκριση) διεύθυνση του κατηγορουμένου, στο ... και επί της οδού .... Η ως άνω Επιμελήτρια Δικαστηρίων στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, αναζητήσασα τον κατηγορούμενο στην ανωτέρω διεύθυνση τον βρήκε να απουσιάζει και η διαμονή του να είναι άγνωστη, μη ευρούσα δε σύζυγο, γονείς, αδελφούς ή άλλους συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό επέδωσε την απόφαση στην ορισμένη από το Δήμαρχο Χαλανδρίου Αττικής δημοτική υπάλληλο ..., η οποία και τοιχοκόλλησε αυτήν κατά τους ορισμούς του άρθρου 156 § 2 ΚΠΔ. Εφόσον λοιπόν ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε στη γνωστή, από την αίτηση ποινικής δίωξης, στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, τελευταία κατοικία του, στην οποία, όπως δεν αμφισβητεί με την έφεσή του, διέμενε μέχρι κάποιο διάστημα (το οποίο δεν διευκρινίζει) με τους γονείς του, εγκύρως η επίδοση της ανωτέρω απόφασης έγινε προς αυτόν ως αγνώστου διαμονής και άρα έκτοτε, ήτοι από τις 14-9-2005 άρχισε η νόμιμη προθεσμία των τριάντα ημερών προς άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατ' αυτής (άρθρ. 473 § 1 εδ. β' ΚΠΔ). Όμως ο κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη έφεση στις 3-7-2006, συνταχθείσης της υπ' αριθμ. 1518/2006, σχετικής εκθέσεως του Γραμματέως του Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ήτοι πολύ πέραν των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση σ'αυτόν, ως άνω, της εκκαλουμένης απόφασης. Πρέπει επομένως η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να διαταχθεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτός προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή Πειραιώς που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την ως άνω άλλη διεύθυνση της κατοικίας του ή τη διεύθυνση της επιχειρήσεώς του στον .... και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή σε όλους και τις αρχές, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του, στην οδό ... του ... ..., η οποία και αναφέρεται στη με αριθ. πρωτ. 10324/15/20-5-2004 Αίτηση Ποινικής Διώξεως που υπέβαλε η βεβαιώσασα τα χρέη ΔΟΥ Κορυδαλλού Πειραιώς προς τον αρμόδιο για τη δίωξη του κατηγορουμένου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, ενώ δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση, ώστε ο κατηγορούμενος να δηλώσει, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ την κατοικία του. Εξάλλου και η συναφής αιτίαση, που προβάλλεται για την ακυρότητα της γενομένης κατά τα άνω επιδόσεως για το λόγο ότι ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στην κατοικία του αντί στην έδρα της επιχειρήσεώς του στον ... και ως μη ανευρεθείς, η επίδοση έγινε με τοιχοκόλληση στο γραφείο του Δημάρχου του Δήμου Χαλανδρίου, χωρίς προηγουμένως να αναζητηθεί αυτός και στην έδρα της επιχειρήσεώς του, είναι απορριπτέα για τους προεκτεθέντας λόγους, ενώ, βεβαιουμένου από το όργανο επιδόσεως στην επισκοπούμενη συνταχθείσα από 14-9-2005 έκθεση επιδόσεως ότι ο αναζητηθείς στην κατοικία του κατηγορούμενος, στη τελευταία γνωστή διεύθυνσή του, δε βρέθηκε εκεί αυτός ή κάποιο από τα αναφερόμενα στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 του ΚΠοινΔ πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία του και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από το άρθρο 155 και 156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, να αναζητήσει και τη συγκεκριμένη ως άνω άλλη διεύθυνση της κατοικίας του, αφού αυτή η διεύθυνση ήταν κατά τα πιο πάνω άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της κατοικίας του στο ..., όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει άλλης γνωστής κατοικίας του και επομένως η ως άνω επίδοση ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομη.(ΑΠ 167/2009). Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία και για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 1/10-1-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό ΑΤ2696/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορριπτική απόφαση εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κληθέντος του κατηγορουμένου ως αγνώστου διαμο-νής. Λόγος αναιρέσεως, 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Η΄ ΚΠΔ. Αβάσιμος ο λόγος ότι είναι άκυρη η επίδοση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως αγνώστου διαμονής, με τοιχοκόλληση στο γραφείο του αρμόδιου Δημάρχου, αφού δεν ήταν γνωστή η νέα διεύθυνση κατοικίας ή της έδρας της επιχειρήσεως του κατηγορουμένου, μόνη δε γνωστή διεύθυνση ήταν εκείνη της κατοικίας του και όχι της επαγγελματικής του εγκατάστασης, που προέκυπτε από την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως της ΔΟΥ Κορυδαλλού, όπου αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε αυτός ή κάποιο άλλο πρόσωπο από εκείνα του άρθρου 156 παρ. 1 ΚΠΔ, ενώ δεν είχε διενεργηθεί προανάκριση, ώστε να δηλώσει ο κατηγορούμενος κάποια άλλη διεύθυνση κατοικίας ή της έδρας της επιχειρήσεώς του (ΑΠ 167/2009, 243/2008, 1363/2006). Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
1
Αριθμός 1236/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σινανίδη, περί αναιρέσεως της 14525/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1847/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού πιο πάνω εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας απαιτείται αντικειμενική μεν αλλοτριότητα του πράγματος, η οποία κρίνεται κατά της περί κυριότητας διατάξεις του ΑΚ, ήτοι απαιτείται καταστροφή ή βλάβη του ξένου πράγματος ή να καταστεί ανέφικτη η χρήση αυτού, υποκειμενικώς δε γνώση ότι το πράγμα ήταν ξένο και θέληση (ή αποδοχή) της ολικής ή μερικής καταστροφής ή βλάβης κ.λ.π. του πράγματος αυτού, αρκεί δε και ενδεχόμενος. Η καταδικαστική δε απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου, στο εν λόγω αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, είναι αναγκαία, αφού, ανεξάρτητα του ότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, αξιώνεται από το νόμο πρόσθετο στοιχείο, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δη η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού, του ότι το πράγμα ανήκει σε τρίτο, τέλεση της πράξεως και βούληση ή αποδοχή ολικής ή μερικής καταστροφής του. Συνιστά δε αυτοτελή ισχυρισμό που χρήζει ιδιαίτερης αιτιολογίας ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το φθαρέν πράγμα ανήκει στην ιδιοκτησία του ιδίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό δε της αποφάσεως αναφέρονται τα εξής: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την ανωμοτί εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο, καθώς και από την απολογία του κατηγορουμένου αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη η οποία του αποδίδεται. Ειδικότερα, στις 8-10-2003, εκτελώντας εργασίες στο ξενοδοχείο που βρίσκεται στη ... και επί της οδού ... με την επωνυμία "....", ιδιοκτησίας της εταιρίας ".... Ο.Ε.", προκάλεσε διάφορες φθορές στο ευρισκόμενο κάτωθεν του εν λόγω ξενοδοχείου ισόγειο κατάστημα "....", ιδιοκτησίας της εγκαλούσας ετεροθαλούς αδελφής του. Το κατάστημα αυτό, το οποίο ο πατέρας των ανωτέρω (κατηγορουμένου και εγκαλούσας) κατέλειπε ως μόνο περιουσιακό στοιχείο στην εγκαλούσα κόρη του, αποτελεί ενιαίο χώρο με ένα πατάρι, που βρίσκεται και εντάσσεται μέσα στον όγκο του καταστήματος, όπως και ο ίδιος ο κατηγορούμενος ομολογεί στην απολογία του. Ο κατηγορούμενος, κληρονόμος του υπερκείμενου του καταστήματος ξενοδοχείου, στην προσπάθεια του να οικειοποιηθεί τον παραπάνω χώρο του παταριού, επισκευάζοντας τον, έσπασε τους μεντεσέδες, την πόρτα και την κάσα, παραβίασε την μπαλκονόπορτα του, εισήλθε στο κατάστημα και αφαίρεσε κάποιους παλιούς σωλήνες και στη συνεχεία σπάζοντας το μπετόν του ταβανιού και της πλάκας εγκατέστησε άλλους σωλήνες εξωτερικά. Αποτέλεσμα των ανωτέρω εργασιών ήταν να δημιουργηθούν τρεις τρύπες στα μπετό διαστάσεων 30x30 εκατοστών, καθώς επίσης και από το πλήθος των σωληνώσεων (30 περίπου) που τοποθετήθηκαν, σπάζοντας και τμήμα του μπαλκονιού διαστάσεων 20x60 εκατοστών, να ακυρωθεί το ένα φύλλο της μπαλκονόπορτας, η οποία δεν ανοίγει πλέον. Στην κρίση αυτή οδηγείται το δικαστήριο εκτιμώντας τόσο τις μαρτυρικές καταθέσεις, όσο και τα έγγραφα. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το επίδικο πατάρι ανήκει στη δική του κυριότητα, εφόσον ανήκει στο χώρο του ξενοδοχείου και όχι στο ισόγειο καφενείο της εγκαλούσας, ελέγχεται ως αβάσιμος. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου της ποινικής δίωξης, δεδομένου ότι αποδείχτηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον όγκο και το χρηστικό χώρο του καταστήματος της εγκαλούσας, ενώ ανέκαθεν χρησιμοποιείτο από τον κάτοχο και εκμεταλλευτή του καφενείου, ενώ πρέπει να κηρυχτεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 381 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται: α) ο τρόπος που ο κατηγορούμενος προκάλεσε τις διάφορες εκτιθέμενες φθορές στο ισόγειο κατάστημα και στο πατάρι αυτού, β) αιτιολογείται ο δόλος και δη εκτίθεται ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε τις φθορές του άνω καταστήματος και του παταριού αυτού, που ανήκαν στην ιδιοκτησία της εγκαλούσας ετεροθαλούς αδελφής του και όχι στην ιδιοκτησία της μητέρας του κατηγορουμένου ...., όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του στην αρχή της διαδικασίας (βλ. σελ. 3 πρακτικών), ούτε στην ιδιοκτησία του πατέρα τους και μετά του ιδίου του κατηγορουμένου, όπως ισχυρίστηκε στην απολογία του (βλ. σελ. 9 πρακτικών), ο οποίος, ως κληρονόμος του υπερκείμενου του καταστήματος ξενοδοχείου, με την ευκαιρία της επισκευής του ξενοδοχείου αυτού, ενήργησε τις φθορές "στην προσπάθειά του να οικειοποιηθεί το χώρο του παταριού", ήτοι ενήργησε σε ξένο πράγμα τελών εν γνώσει ότι δεν του ανήκει. Ήτοι δεν απητείτο άλλη ειδικότερη αιτιολόγηση του δόλου, ο οποίος ενυπάρχει και στα εκτιθέμενα ως παραπάνω περιστατικά της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, εμμέσως δε αιτιολογείται και η απόρριψη του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι δεν γνώριζε ότι το κατάστημα ήταν ξένο, ενώ δεν παρατίθενται στο αιτιολογικό περιστατικά τελέσεως των φθορών αυτών από αμέλεια και γ) προσδιορίζονται επαρκώς οι βλάβες και τα φθαρέντα συγκεκριμένα πράγματα, που συνιστούν συστατικά του άνω καταστήματος και του παταριού αυτού της εγκαλούσας και όχι του υπερκείμενου ξενοδοχείου του κατηγορουμένου. Άρα δεν υπάρχει καμία ασάφεια ή αντίφαση ή λογικό κενό στην αιτιολογία και οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 55/12-11-2008 αίτηση του ...., κατά της με αριθμό 14525/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φθορά ξένης ιδιοκτησίας - άρθρ. 381 παρ. 1 ΠΚ. Έννοια (ΑΠ 371/2007). Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, συναφείς λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι αιτιολογούνται επαρκώς τα φθαρέντα πράγματα, ο δόλος του κατηγορουμένου και ότι τα φθαρέντα ανήκουν στην ιδιοκτησία της εγκαλούσας και όχι του κατηγορουμένου, ενώ δεν υπάρχει καμία ασάφεια ή αντίφαση ή λογικό κενό στην αιτιολογία. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1234/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 69/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 699/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 350/30-6-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το υπ'αριθμ. 69/14-3-2008 βούλευμά του απέρριψε ως αβάσιμη την υπ'αριθμ. 60/26-10-2007 έφεση του Χ κατά του υπ'αριθμ. 742/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το οποίο αυτός είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως (από κοινού) απάτης κατ'επάγγελμα, το δε όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ και δη ανέρχεται στο ποσό των 70.000 Ευρώ. Το άνω βούλευμα του συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 27-3-2008 (βλ. το από 27-3-2008 αποδεικτικό της Επιμελητρίας ...., όπου και η διεύθυνση της επιδόσεως συμπίπτει με την δηλωθείσα στην ανακριτική απολογία τέτοια? άρθρο 273 εδ. α ΚΠοινΔ) με θυροκόλληση και επίδοση στον αντίκλητό του (βλ. το από 26-3-2008 αποδεικτικό της επιμελήτριας ....) - οπότε λαμβάνεται υπόψη η χρονολογικά τελευταία (153 παρ. 2 εδ. τελ. ΚΠΔ). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ενώπιον του γραμματέα Εφετών Πειραιά - δια του πληρεξουσίου δικηγόρο Ιακώβου Απέργη, με βάση το υπ'αριθμ. 18358/3-4-2008 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Παπαθανασίου - στις 7-4-2008 την υπ'αριθμ. 3/2008 έκθεση αναίρεσης προβάλλων ως λόγους αναίρεσης: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας? α) "Συγκεκριμένα το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ότι "Την παραπάνω πράξη της απάτης ο εκκαλών τη διέπραξε μαζί με το συγκατηγορούμενό του Ζ, κατ' επάγγελμα, με την έννοια, ότι από την επανειλλημμένη τέλεση της πράξης και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος", χωρίς να αναφέρει κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η ανωτέρω αποδοχή του, και κυρίως πως αιτιολογεί την "επανειλλημμένη" τέλεση του αδικήματος εκ μέρους μου και τη διαμόρφωση υποδομής, εκ της οποίας προκύπτει πρόθεση εκ μέρους μου επανειλλημμένης τέλεσης της πράξης, αρκούμενο ή αναφορά των όρων της διάταξης του άρθρου 13 περ. στ ΠΚ β) Επίσης το προσβαλλόμενο βούλευμα περιλαμβάνει αντιφατική αιτιολογία, αναφορικά με το στοιχείο του δόλου που μου αποδίδεται, καθόσον, αφενός δέχεται στην αιτιολογία αυτού, ότι εγώ και ο συγκατηγορούμενός μου Ζ, είχαμε κερδίσει την εμπιστοσύνη της συζύγου και άλλων προσώπων του φιλικού περιβάλλοντος του παθόντος, δεδομένου ότι είχαμε επιστρέψει σε σύντομο χρονικό διάστημα με τις αποδόσεις τους διαφορά μικροποσά στο Ξ αφετέρου στο διατακτικό δέχεται ότι ο συγκατηγορούμενός μου Ζ, ο οποίος και με συνέστησε στον εγκαλούντα Ψ, είχε επιστρέψει στο Ξ, διάφορα ποσά που είχε λάβει ως κεφάλαιο και τις αποδόσεις τους, με συνέπεια να καταλείπεται αμφιβολία και αντίθετα να μην προκύπτει πλήρης δικανική πεποίθηση, εάν εγώ πράγματι, στο παρελθόν και πριν από την συναλλαγή μου με τον Ψ, είχα οιαδήποτε ασχολία με επενδυτικές "δραστηριότητες" και με άτομα του φιλικού περιβάλλοντος του μηνυτή, όπως κατηγορούμαι, και εάν εν τέλει ήμουν σε θέση να παράσχω πειστικά οιαδήποτε διαβεβαίωση στο μηνυτή, για συνεργασία με αλλοδαπούς επιχειρηματίες και κερδοφόρες επενδύσεις και εάν οι "διαβεβαιώσεις" αυτές ήταν όντως ψευδείς ή όχι. Συνάγεται επομένως, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιλαμβάνει ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία, αναφορικά με τα κρίσιμα και απαιτούμενα περιστατικά και στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος που κατηγορούμαι ότι τέλεσα, και δεν προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, έλαβε υπόψιν του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία" (βλ. έκθεση αναίρεσης). ΙΙ) Το προσβαλλόμενο 69/2008 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Πειραιώς δέχθηκε - με υιοθέτηση της πρότασης του Εισαγγελέα Εφετών και με δικές του σκέψεις - ότι "από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων" - "προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για το ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος στον ... εντός του μηνός Ιουλίου 2002, ενεργώντας από κοινού κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο με τον συγκατηγορούμενό του Ζ, ο οποίος προβαλλόταν ως απόφοιτος οικονομικού Πανεπιστημίου με μεταπτυχιακές σπουδές σε πανεπιστήμιο της Αμερικής, ως οικονομικός σύμβουλος σε ναυτιλιακές εταιρείες και συνεργαζόμενος με την χρηματιστηριακή εταιρεία ...., έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη του εγκαλούντος Ψ και άλλων προσώπων του φιλικού περιβάλλοντος του, δεδομένου ότι είχε επιστρέψει στον οικογενειακό του φίλο Ξ διάφορα ποσά, που είχε λάβει ως κεφάλαιο προκειμένου να τα επενδύσει σε χρηματιστηριακά προγράμματα, μαζί με τις αποδόσεις τους, εμφανίστηκε στον εγκαλούντα Ψ, στον οποίο τον συνέστησε ο Ζ και με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις ότι διενεργεί χρηματιστηριακές επενδύσεις, συνεργαζόμενος με τον ελβετό σύμβουλο επιχειρήσεων ..., ο οποίος συνεργάζεται με το ειδικό τμήμα επενδύσεως της Τράπεζας Commerzbank, και ότι μπορούσε να του εξασφαλίσει σίγουρα και υψηλά κέρδη από επενδύσεις των κεφαλαίων του σε σχετικά χρηματοοικονομικά προγράμματα της απολύτου επιλογής και αρεσκείας του, καθώς και μερίδιο μετοχών σε μεγάλες, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, που θα δημιουργούσε από τα κέρδη των επενδύσεων του στα ανωτέρω προγράμματα, δίνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο στον εγκαλούντα την εντύπωση ότι, λόγω των γνώσεων και των ικανοτήτων του, είναι αξιόπιστος και έμπειρος μεσολαβητής επενδύσεων, τον οποίο εμπιστεύεται και, πείθοντας τον ότι, εφόσον του παρέδιδε το χρηματικό ποσό των 70.000 ευρώ, ώστε να το τοποθετήσει σε χρηματοοικονομικό πρόγραμμα της δικής του επιλογής, σε χρονικό διάστημα δύο μηνών η επένδυση του θα απέδιδε περίπου 10.000 ευρώ, επιδεικνύοντας ταυτόχρονα ξενόγλωσσο έγγραφομε δήθεν περιεχόμενο τη συμφωνία του με τον ελβετό τραπεζικό σύμβουλο. Έτσι, οι κατηγορούμενοι από κοινού έπεισαν τον εγκαλούντα να παραδώσει στον εκκαλούντα το ποσό των 70.000 ευρώ, προκειμένου να το επενδύσει και να του επιστρέψει στις 30-9-2002 με τη συμφωνηθείσα απόδοση, μετά την αφαίρεση της προμήθειας αμφοτέρων των κατηγορουμένων. Τα παραπάνω όμως ήσαν, εν γνώσει των κατηγορουμένων, ψευδή, δεδομένου ότι ο εκκαλών δεν συνεργαζόταν με ελβετό τραπεζικό σύμβουλο, ούτε είχε εμπειρία ή γνώση ή δυνατότητα επιλογής χρηματοοικονομικού προγράμματος με την προαναφερθείσα απόδοση, μετά ταύτα δε ουδέποτε επέστρεψε στον εγκαλούντα το παραδοθέν προς επένδυση ποσό των 70.000 ευρώ, αν και οχλήθηκε επανειλημμένως προς τούτο, ισχυριζόμενος ότι το χρηματοοικονομικό πρόγραμμα, που είχε επιλέξει, απέτυχε, με αποτέλεσμα να του οφείλει μόνο το ποσό των 46.500 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε παραδοθέν ποσό 40.000 ευρώ πλέον των νομίμων τόκων, το οποίο θα του επέστρεφε μέχρι την 15-11-2002, πλην όμως, κατά την ημερομηνία αυτή, αρνήθηκε ότι έλαβε χώρα η ανωτέρω συναλλαγή και ότι του οφείλει οποιοδήποτε ποσό, με αποτέλεσμα να αποκομίσουν έτσι οι κατηγορούμενοι το παραπάνω όφελος των 70.000 με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος. Εν συνεχεία και εξ αιτίας της συνεχιζόμενης άρνησης των κατηγορουμένων να επιστρέψουν τα χρήματα, που δολίως απέσπασαν από τον Ψ, ο τελευταίος προσέφυγε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων ........... ενώπιον της δικαιοσύνης. Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων έκρινε τον εκκαλούντα Χ, πειθαρχικά ελεγκτέο για το πειθαρχικό παράπτωμα της ενασχόλησης του με έργα ασυμβίβαστα με το λειτούργημα του δικηγόρου, όπως η διαμεσολάβηση σε κατάρτιση δανείων, σε μεσιτικές και χρηματιστηριακές εργασίες. Εν όψει των ανωτέρω και της παρούσας εκκρεμούσας ποινικής διαδικασίας συνετάγη ανάμεσα στον ως άνω εκκαλούντα και τον παθόντα το από 14-2-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο - εκτός των άλλων - ο τελευταίος δήλωσε ότι το ποσό απαίτησης που διατηρεί εις βάρος του Χ ανέρχεται στο ποσό των 46.500 € κατά κεφάλαιο και τόκους υπερημερίας, ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε από τον εκκαλούντα και ότι "εκ πλάνης και εσφαλμένης πεποιθήσεως, πίστευσαν ότι ο Χ είχε επιδείξει εις βάρος τους αντισυμβατική και ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά", ότι "ουδέποτε είχε εκδηλώσει πρόθεση ιδιοποίησης του ανωτέρω ποσού των 46.500 € και προσπορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους στον εαυτό του ή τρίτους", ότι "καμία απαίτηση δεν διατηρεί εις βάρος του πλέον από καμία αιτία..." και ότι δεν επιθυμεί την ποινική του δίωξη. Όμως η παραπάνω ολοσχερής ικανοποίηση του εγκαλούντα Ψ, δεν μπορεί να οδηγήσει σε εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης, διότι ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι το ποσό που παρανόμως ιδιοποιήθηκαν οι κατηγορούμενοι, δεν ήταν εκείνο των 70.000 ευρώ, αλλά των 46.500 ευρώ, ή 40.000 ευρώ, η πράξη τους εξακολουθεί να έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και δεν μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 393 παρ. 2 Ποιν. Κ., κατά την οποία ο υπαίτιος της πράξεως της απάτης, εφ'όσον δεν τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν ικανοποιήσει πλήρως τον ζημιωθέντα, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων υπερημερίας και δηλώσουν τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του. Την παραπάνω πράξη της απάτης ο εκκαλών την διέπραξε μαζί με τον συγκατηγορούμενό του Ζ, κατ'επάγγελμα με την έννοια ότι, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και την υποδοχή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω από το περιεχόμενο της εφέσεως του ο εκκαλών δεν αναφέρει κάποιο άλλο στοιχείο πέραν της τυπικής διατυπώσεως για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο που τον παρέπεμψε. Επομένως το εν λόγω Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, κρίνοντας επαρκείς τις ενδείξεις για ακροαματικό έλεγχο της υπόθεσης και η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της (άρθρο 318, 585 ΚΠοινΔ". Στο πρωτόδικο βούλευμα (933/2007) και προς αιτιολογία του "κατ'επάγγελμα" - ρητά και με παραπομπή στην οικεία εισαγγελική πρόταση- αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι ενεργούντες με τον ίδιο τρόπο, όπως εκτίθεται ανωτέρω, απέσπασαν ποσά και από άλλα άτομα, όπως ο Ξ και η σύζυγός του, Θ, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα και σε βλάβη της περιουσίας των ανωτέρω εξαπατημένων. Για λογαριασμό του ζεύγους ΞΘ είχαν αρχικά μια δυο φορές επενδύσει μικρά ποσά της τάξεως των 3.000 € και τους είχαν αποδώσει σε διάστημα δέκα ήμερων μικρού ύψους κέρδη. Όταν όμως το ζεύγος ΞΘ τους κατέβαλλε το ποσό των 13.000 €, δεν του το επέστρεψαν ποτέ. Προκειμένου δε να πείθουν τους αντισυμβαλλομένους τους για την αλήθεια των ισχυρισμών τους, τους επιδείκνυαν δύο ιδιωτικά συμφωνητικά με ημερομηνίες 22-2-2002 και 19-3-2002 μεταξύ των Χ, ..., .... · και Ζ, στα οποία γίνονται αναφορές σε δύο συμφωνίες μεταξύ των Χ και ... για "μη αποκάλυψη, μη παράκαμψη, προμήθεια, προστασία των αμοιβών και εντολή πληρωμών", όπου συμφωνείται η συμμετοχή του ... σε επενδυτικά προγράμματα της Τράπεζας COMMERZBANK της Γερμανίας μέσω του γραφείου του συμβούλου επενδύσεων .... στην Γαλλία, με τον οποίο συνεργάζεται ο Χ. Ενώ παράλληλα ο Ζ με ευκολία υπέγραφε υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986 απευθυνόμενες προς τους εξαπατηθέντες αντισυμβαλλομένους τους, στις οποίες βεβαίωνε τη λήψη των χρηματικών ποσών, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του από Αστυνομική Αρχή. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εκτεθειμένων οι κατηγορούμενοι έχοντας κοινό δόλο για την τέλεση του αποδιδόμενου σ' αυτούς εγκλήματος της απάτης κατ' επάγγελμα και αποβλέποντας και οι δύο στην περιποίηση προς εαυτούς, του επιδιωκόμενου παράνομου περιουσιακού οφέλους, προερχόμενου από τις περιουσίες των παθόντων, και εν προκειμένω του ποσού των 70.000 € εκ της περιουσίας του παθόντος Ψ, είχαν προβεί σε κατανομή εργασιών : Αρχικά ο Ζ προσέγγιζε τους υποψήφιους αντισυμβαλλομένους τους, εντυπωσιάζοντας και δελεάζοντάς τους παρέχοντας σ' αυτούς πληροφορίες περί της δραστηριότητας του Χ αναφορικά με τα επενδυτικά προγράμματα εξωτερικού, ενισχύοντας δε αυτές και με αναφορές περί των σπουδών και των σημαντικών γνωριμιών αμφοτέρων και περί της αποτελεσματικότητας του χειρισμού των επενδύσεων από τον Χ, οι οποίες και επέφεραν βέβαια και υψηλά κέρδη. Στη συνέχεια τους έφερνε σε επικοινωνία με τον ίδιο, τον Χ, ο οποίος - τη παρουσία και μαρτυρία του Ζ - επιβεβαίωνε δι' εγγράφων (δύο ιδιωτικά συμφωνητικά) τις γνωριμίες και συνεργασίες του, κατήρτιζε εν τέλει τη σύμβαση επένδυσης σε προγράμματα εξωτερικού της απολύτου, ελεύθερης και αποκλειστικής του επιλογής, παραλάμβανε τα χρήματα προς επένδυση με την έγγραφη αιτιολογία του ατόκου δανείου και την διαβεβαίωση ότι στην περίπτωση αποτυχίας της επένδυσης θα τους επέστρεφε το κεφάλαιο. Στην δε περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος αμφέβαλλε, έσπευδε ο Ζ και του παραχωρούσε επιπλέον υπεύθυνη δήλωση του, με την οποία αναγνώριζε την οφειλή του ποσού. Από την παραπάνω δράση των κατηγορουμένων προκύπτει αβίαστα ότι έπρατταν ως συναυτουργοί, με συγκλίνουσες ταυτόχρονες ή διαδοχικές πράξεις, καθ' όσον είχαν καταμερίσει μεταξύ τους τους ρόλους προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της παράνομης ιδιοποίησης από αυτούς των χρηματικών ποσών, που θα διέθεταν οι εξαπατώμενοι "αντισυμβαλλόμενοι" τους. Πέραν των ανωτέρω ο ίδιος ο Ζ στην απολογία του προσδιορίζει ότι το ποσοστό της προμήθειας του από τα θύματα που θα έφερνε σε επικοινωνία με τον Χ ανερχόταν στο ποσοστό του 2%. Από το παραπάνω σχέδιο δράσης των κατηγορουμένων, το οποίο εφάρμοσαν προς εξαπάτηση πολλών προσώπων και το λειτούργησαν όχι ευκαιριακά, αλλά με τακτική, έχοντας δημιουργήσει την κατάλληλη υποδομή (π.χ. τα από 22-2-2002 και 19-3-2002 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά) και ενεργώντας με οργανωμένη ετοιμότητα,· ευκρινώς διαφαίνεται η κατ' επάγγελμα τέλεση του αδικήματος για το οποίο κατηγορούνται, και δη, ο σκοπός του πορισμού εισοδήματος και η πρόθεση επανειλημμένης τελέσεώς του". ΙΙΙ) Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη (για την οποία χώρησε η παραπομπή), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν οι απαιτούμενες επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. -βλ. ΑΠ 1698/2007, ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 1573/2007 κ.ά.- Εξ άλλου η αιτιολογία του δευτεροβαθμίου βουλεύματος συμπληρώνεται (ως προς τις ελλείψεις που τυχόν υπάρχουν και από το πρωτοβάθμιο βούλευμα όταν το τελευταίο επικυρώνεται από το πρώτο - βλ. μόνο ΑΠ 429/86. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί ο προσδιορισμός αυτών κατ' είδος (π.χ. μάρτυρες, έγγραφα) και δεν προσαπαιτείται να γίνεται αναλυτική της παράθεση και μνεία του τί προέκυψε ή προκύπτει από το καθένα χωριστά, ή η θετική αναφορά από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. -βλ. ΑΠ 2/2003 ολ, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 561/2006, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 1331/2006, ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 1698/2007 κ.ά.- Εξ άλλου, και δεδομένου ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο (τρίτου βαθμού) ουσίας, δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης ή μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το συμβούλιο και δη, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτύρων. -βλ. ΑΠ 501/2006, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 1573/2007 κ.ά.- Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την απαιτούμενη (όπως ήδη γίνεται δεκτόν ποιά είναι αυτή) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δεδομένου ότι αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και στοιχειοθετούν την αξιόποινη πράξη της απάτης (πρβλ. για την έννοια του "γεγονότος" ΑΠ 1167/2006, ΑΠ 2203/2006, ΑΠ 610/2002, ΑΠ 382/2006, ΑΠ 1820/2003, ΑΠ 299/98, ΑΠ 691/97 κ.ά.) με την επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα τέλεσης (πρβλ. ΑΠ 382/2006, ΑΠ 2200/2002, ΑΠ 1539/2003, ΑΠ 1744/2002, ΑΠ 2243/2003 κ.ά.) - τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και τους λόγους για τους οποίους προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος. 'Ετσι ο λόγος αναίρεσης αυτού είναι αφενός μεν αβάσιμος αφετέρου απαράδεκτος. Απαράδεκτος δε διότι δεν απαιτείται, όπως ελέχθη να αναφέρεται από ποιό αποδεικτικό μέσο ή ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε η αποδοχή του κατ'επάγγελμα, αβάσιμος δε γιατί όντως περιέχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την επιβαρυντική αυτή περίσταση. Εξ άλλου δεν υπάρχει η φερόμενη αντίφαση σε σχέση με το δόλο, όχι μόνο διότι όντως δεν υπάρχει καν η αναφερόμενη αντίφαση - άλλωστε δεν υπάρχει στο προσβαλλόμενο βούλευμα διατακτικό (πρβλ και το διατακτικό του επικυρούμενου πρωτόδικου βουλεύματος) - αλλά και διότι αυτή (φερόμενη αντίφαση) δεν αναφέρεται στο δόλο ή σε άλλο στοιχείο του εγκλήματος και διότι η γενόμενη αναφορά μόνο στον αναιρεσείοντα οφειλέτη στο ότι μόνος αυτός άσκησε έφεση. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίμησε όλα τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρει κατ'είδος, όπως ελέχθη. 'Αλλωστε ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν εκτιμήθησαν. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α------------------------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 3/2008 έκθεση αναίρεσης του Χ κατά του υπ'αριθμ. 69/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Πειραιά, και να καταδικαστεί στα έξοδα. Αθήνα 3 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑθανάσιος Κ. Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 7-4-2008 αίτηση του Χ ζητείται η αναίρεση του υπ'αριθμ. 69/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε παραδεκτά και νόμιμα και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, μετά την τήρηση και των οριζομένων από τα άρθρα 308 παρ.2 και 485 παρ.1 ΚΠΔ ως προς τη γνώση της Εισαγγελικής πρότασης προς το Δικαστικό τούτο Συμβούλιο από τον αναιρεσείοντα (βλ. την ενυπόγραφη από 1-7-2008 σημείωση στην αρχή της εισαγγελικής πρότασης). Κατά το άρθρο 386 παρ.1 του ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών γεγονότων συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς το σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχα παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, επιπλέον, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/1999 και ισχύει από τις 3-6-1999 και εντεύθεν, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δραχμών), είτε χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (2.500.000 δραχμών). Ακόμη κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 ΠΚ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτόν τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος (Ολ.ΑΠ 50/1990). Καθένας δε των συμμετόχων τιμωρείται ως αυτουργός της αξιόποινης πράξης που τέλεσαν. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ, δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου σο ακροατήριο. Τέλος, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δ'εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ'άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.Β του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά γεγονότα ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 69/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την υπ'αριθμ. 60/26-10-2007 έφεση του αναιρεσείοντος Χ κατά του υπ'αριθμ. 933/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το οποίο έχει παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς για να δικασθεί ως υπαίτιος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης κατά συναυτουργία με τον Ζ, σε βαθμό κακουργήματος, ήτοι για πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε απ'αυτούς στον ... εντός του μηνός Ιουλίου του έτους 2002 σε βάρος του εγκαλούντος Ψ. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς δέχθηκε, με αναφορά και στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ότι "Από τα στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων προκύπτουν και αξιολογούνται τ'ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ, προβαλλόταν υπό την ιδιότητα του δικηγόρου ως ασχολούμενος με τη διενέργεια χρηματιστηριακών επενδύσεων σε συνεργασία με τον σύμβουλο επενδύσεων ... στη Γαλλία, ο οποίος συνεργαζόταν με τη Γερμανική Τράπεζα Commerzbank. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Ζ, προβαλλόταν ως απόφοιτος Οικονομικού Πανεπιστημίου με μεταπτυχιακές σπουδές σε Πανεπιστήμιο της Αμερικής, ως οικονομικός σύμβουλος σε ναυτιλιακές εταιρίες και συνεργαζόμενος με τη χρηματιστηριακή εταιρεία .... Αμφότεροι από κοινού ενεργούντες, αφού είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη της συζύγου και άλλων προσώπων του φιλικού περιβάλλοντος του παθόντος, Ψ, δεδομένου ότι είχαν επιστρέψει σε σύντομο χρονικό διάστημα με τις αποδόσεις τους μικροποσά που είχαν επενδύσει σε χρηματιστηριακά προγράμματα στο συνάδελφο της συζύγου του παθόντος, Ξ, κατά τον μήνα Ιούλιο 2002 εμφανίστηκαν στον παθόντα υποστηρίζοντας τις ψευδείς διαβεβαιώσεις τους, ότι ο μεν πρώτος αυτών, ως δικηγόρος που ασχολείται με τη διενέργεια χρηματιστηριακών επενδύσεων σε συνεργασία με έναν σύμβουλο επενδύσεων ονόματι .... στη Γαλλία, ο οποίος συνεργαζόταν με τη Γερμανική Τράπεζα Commerzbank, μπορούσε να του εξασφαλίσει σίγουρα και υψηλά κέρδη από επενδύσεις κεφαλαίων του σε σχετικά χρηματοοικονομικά προγράμματα της απολύτου, ελεύθερης και αποκλειστικής επιλογής του, επιδεικνύοντας του ταυτόχρονα και έγγραφο στη γερμανική γλώσσα, του οποίου το περιεχόμενο μετέφρασε προφορικώς στον παθόντα και αφορούσε την προπεριγραφείσα συνεργασία με τον σύμβουλο επιχειρήσεων και τη γερμανική τράπεζα δίνοντας έτσι την εντύπωση στον παθόντα ότι εφ' όσον τους παρέδιδε το χρηματικό ποσό των 70.000 €, προκειμένου να το τοποθετήσει ο πρώτος κατηγορούμενος σε επενδυτικό χρηματοοικονομικό πρόγραμμα, θα του απέδιδε μέσα σε διάστημα δύο (2) μηνών κέρδος 10.000 €. Κατ' αυτόν τον τρόπο και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τόσο ο πρώτος κατηγορούμενος εμφανιζόταν να διαθέτει ιδιαίτερες γνώσεις και τις κατάλληλες γνωριμίες και συνεργασίες, όσο και ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος εμφανιζόταν ως έμπειρος χρηματιστής και μεσολαβητής επενδύσεων, έπεισαν τον παθόντα και τους παρέδωσε το ποσό των εβδομήντα χιλιάδων (70.000) ευρώ, προκειμένου ο πρώτος των κατηγορουμένων να το επενδύσει και να του το αποδώσει μαζί με το κέρδος, αφαιρούμενης της προμήθειά του, την 30-9-2002. Τα παραπάνω ήταν ψευδή, δεδομένου ότι ουδέποτε έλαβε χώρα τέτοια επένδυση και δεν επεστράφη ποτέ στον παθόντα το παραδοθέν στους κατηγορουμένους ποσό των 70.000 €. Κατόπιν οχλήσεως του παθόντος, ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι το χρηματοοικονομικό πρόγραμμα απέτυχε, με αποτέλεσμα να του οφείλει μόνο το ποσό των σαράντα έξι χιλιάδων πεντακοσίων (46.500) ευρώ, το οποίο θα του επέστρεφε δε δύο δόσεις, η πρώτη ποσού δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ καταβλητέα την 15-10-2002, και η δεύτερη ποσού τριάντα μία χιλιάδων πεντακοσίων (31.500) ευρώ καταβλητέα την 15-11-2002, πλην όμως ούτε τα ποσά αυτά επεστράφησαν, με αποτέλεσμα οι κατηγορούμενοι να αποκομίσουν παράνομο όφελος ποσού 70.000 € με αντίστοιχη ζημία του παθόντος. Την πράξη της απάτης διέπραξαν κατ' επάγγελμα, ήτοι από την επανειλημμένη τέλεση της, από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει ο σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος κατηγορουμένου περί ολοσχερούς ικανοποίησης του Ψ, η οποία έλαβε χώρα την 14-2-2007 κατόπιν συντάξεως του σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού, δεν μπορεί να οδηγήσει σε εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης του, διότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι το ποσό που παρανόμως ιδιοποιήθηκαν οι κατηγορούμενοι δεν ήταν εκείνο των 70.000 €, αλλά των 46.500 € ή 40.000 €, η πράξη τους εξακολουθεί να έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και δεν μπορεί να εφαρμοστεί η παράγραφος 2 του άρθρου 393 Π.Κ. Κατόπιν αυτών, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι από κοινού ενεργούντες και έχοντες κοινό δόλο, επιδιώκοντας να αποκομίσουν δι' εαυτούς το ποσό των 70.000 €, σε βλάβη της περιουσίας του Ψ, έπεισαν αυτόν να τους διαθέσει το ανωτέρω ποσό παριστάνοντάς του ψευδή γεγονότα ως αληθή, τα οποία συνίσταντο από την υπόσχεση απολαβής κερδών ύψους 10.000 € μέσα σε χρονικό διάστημα δύο μηνών, η οποία (υπόσχεση) παρίσταται ως απλή συνέπεια των συγχρόνως δηλούμενων και αναφερόμενων στο παρελθόν και παρόν γεγονότων, ήτοι της ικανότητας των κατηγορουμένων, της εμπειρίας τους στις επενδύσεις, των ιδιαίτερων σπουδών και γνωριμιών τους, της συνεργασίας του Χ με τον σύμβουλο επενδύσεων ... στην Γαλλία για επενδύσεις σε προγράμματα της Τράπεζας COMMERZBANK της Γερμανίας και της μεταξύ των δύο τελευταίων υφιστάμενης συμφωνίας περί κατανομής των επιτευχθέντων κερδών. Το γεγονός αυτό, ιδιαίτερα, αποπνέει, αφ' ενός τη βεβαιότητα ότι τα προγράμματα προς επένδυση είναι ασφαλή για τα κεφάλαια που επενδύονται και κερδοφόρα, αφ' ετέρου δε, το ενδεχόμενο ότι στο παρελθόν να έχουν διαμενηθεί μεταξύ τους κέρδη. Η υπόσχεση, λοιπόν, των κατηγορουμένων προς τον παθόντα, συνδέθηκε απ' αυτούς με τα παραπάνω ψευδή γεγονότα, ώστε, με βάση αυτά, να δημιουργείται πεπλανημένα η πεποίθηση μελλοντικής εκπλήρωσης. Η συμφωνηθείσα επένδυση δεν έγινε, ούτε οι κατηγορούμενοι είχαν πρόθεση να προβούν σε επενδύσεις τέτοιου είδους. Η επένδυση αποτελούσε μόνο το δέλεαρ για να περιποιήσουν στον εαυτό τους παράνομα το ποσό των 70.000 € από την περιουσία του παθόντος. Περαιτέρω με το περιεχόμενο της εφέσεώς του ο εκκαλών κατηγορούμενος ουδέν νέο αξιολογήσιμο στοιχείο είτε κάποιον ενδιαφέροντα ισχυρισμό καταγράφει με την τυπική διατύπωση μόνο της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο. Συνεπώς το εν λόγω Συμβούλιο Πλημ/κων Πειραιώς ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις κρίνοντας επαρκείς τις ενδείξεις για τον ακροαματικό έλεγχο της υπόθεσης και γι' αυτό η κρινόμενη έφεση πρέπει ν' απορριφθεί στην ουσία της (αρθρ. 318, 585 ΚΠΔ). Ακόμη στο υπ'αριθμ. 933/2007 πρωτόδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς κατά του οποίου εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, και προς αιτιολογία της "κατ'επάγγελμα" τέλεσης της απάτης από τον αναιρεσείοντα ρητά και με παραπομπή στην οικεία εισαγγελική πρόταση αναφέρεται ότι "οι κατηγορούμενοι ενεργούντες με τον ίδιο τρόπο, όπως εκτίθεται ανωτέρω, απέσπασαν ποσά και από άλλα άτομα, όπως ο Ξ και η σύζυγός του Θ, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα και σε βλάβη της περιουσίας των ανωτέρω εξαπατημένων. Για λογαριασμό του ζεύγους ΞΘ είχαν αρχικά μία-δύο φορές επενδύσει μικρά ποσά της τάξεως των 3.000 € και τους είχαν αποδώσει σε διάστημα δέκα ημερών μικρού ύψους κέρδη. 'Όταν όμως το ζεύγος ΞΘ τους κατέβαλε το ποσό των 13.000 €, δεν τον επέστρεψαν ποτέ. Προκειμένου δε να πείθουν τους αντισυμβαλλομένους τους για την αλήθεια των ισχυρισμών τους, τους επιδείκνυαν δύο ιδιωτικά συμφωνητικά με ημερομηνίες 22-2-2002 και 19-3-2002 μεταξύ των Χ, ..., ... και Ζ, στα οποία γίνονται αναφορές σε δύο συμφωνίες μεταξύ των Χ και ... για "μη αποκάλυψη, μη παράκαμψη, προμήθεια", προστασία των αμοιβών και εντολή πληρωμών", όπου συμφωνείται η συμμετοχή του ... σε επενδυτικά προγράμματα της Τράπεζας COMMERZBANK της Γερμανίας μέσω του γραφείου του συμβούλου επενδύσεων ... στην Γαλλία, με τον οποίο συνεργάζεται ο Χ. Ενώ παράλληλα ο Ζ με ευκολία υπέγραφε υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986 απευθυνόμενες προς τους εξαπατηθέντες αντισυμβαλλομένους τους, στις οποίες βεβαίωνε τη λήψη των χρηματικών ποσών, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του από Αστυνομική Αρχή". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εκτεθειμένων οι κατηγορούμενοι έχοντας κοινό δόλο, για την τέλεση του αποδιδόμενου σ' αυτούς εγκλήματος της απάτης κατ' επάγγελμα και αποβλέποντας και οι δύο στην περιποίηση προς εαυτούς, του επιδιωκόμενου παράνομου περιουσιακού οφέλους, προερχόμενου από τις περιουσίες των παθόντων, και εν προκειμένω του ποσού των 70.000 € εκ της περιουσίας του παθόντος Ψ, είχαν προβεί σε κατανομή εργασιών : Αρχικά ο Ζ προσέγγιζε τους υποψήφιους αντισυμβαλλομένους τους, εντυπωσιάζοντας και δελεάζοντάς τους, παρέχοντας σ'αυτούς πληροφορίες περί της δραστηριότητας του Χ αναφορικά με τα επενδυτικά προγράμματα εξωτερικού, ενισχύοντας δε αυτές και με αναφορές περί των σπουδών και των σημαντικών γνωριμιών αμφοτέρων και περί της αποτελεσματικότητας του χειρισμού των επενδύσεων από τον Χ, οι οποίες και επέφεραν βέβαια και υψηλά κέρδη. Στη συνέχεια τους έφερνε σε επικοινωνία με τον ίδιο, τον Χ, ο οποίος - τη παρουσία και μαρτυρία του Ζ - επιβεβαίωνε δι' εγγράφων (δύο ιδιωτικά συμφωνητικά) τις γνωριμίες και συνεργασίες του, κατήρτιζε εν τέλει τη σύμβαση επένδυσης σε προγράμματα εξωτερικού της απολύτου, ελεύθερης και αποκλειστικής του επιλογής, παραλάμβανε τα χρήματα προς επένδυση με την έγγραφη αιτιολογία του ατόκου δανείου και την διαβεβαίωση ότι στην περίπτωση αποτυχίας της επένδυσης θα τους επέστρεφε το κεφάλαιο. Στην δε περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος αμφέβαλλε, έσπευδε ο Ζ και του παραχωρούσε επιπλέον υπεύθυνη δήλωση του, με την οποία αναγνώριζε την οφειλή του ποσού. Από την παραπάνω δράση των κατηγορουμένων προκύπτει αβίαστα ότι έπρατταν ως συναυτουργοί, με συγκλίνουσες ταυτόχρονες ή διαδοχικές πράξεις, καθ' όσον είχαν καταμερίσει μεταξύ τους τους ρόλους προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της παράνομης ιδιοποίησης από αυτούς των χρηματικών ποσών, που θα διέθεταν οι εξαπατώμενοι "αντισυμβαλλόμενοι" τους. Πέραν των ανωτέρω ο ίδιος ο Ζ στην απολογία του προσδιορίζει ότι το ποσοστό της προμήθειάς του από τα θύματα που θα έφερνε σε επικοινωνία με τον Χ ανερχόταν στο ποσοστό του 2%. Από το παραπάνω σχέδιο δράσης των κατηγορουμένων, το οποίο εφάρμοσαν προς εξαπάτηση πολλών προσώπων και το λειτούργησαν όχι ευκαιριακά, αλλά με τακτική, έχοντας δημιουργήσει την κατάλληλη υποδομή (π.χ. η από 22-2-2002 και 19-2-2002 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά) και ενεργώντας με οργανωμένη ετοιμότητα, ευκρινώς διαφαίνεται η κατ'επάγγελμα τέλεση του αδικήματος για το οποίο κατηγορούνται (ο αναιρεσείων και ο Ζ) και δη ο σκοπός του πορισμού εισοδήματος και η πρόθεση επανειλημμένης τελέσεώς του. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το προαναφερθέν έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, αφού εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του για η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και πείστηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, παραθέτει δε, τέλος τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 98 και 386 παρ.1 και 3 ΠΚ, όπως τα δύο τελευταία των άρθρων αυτών συμπληρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν εν μέρει αντίστοιχα, με το άρθρο 14 παρ.1 και 4 του ν. 2721/1999, τις οποίες (διατάξεις) ως και αυτή του άρθρου 393 παρ.2 του ίδιου Κώδικα στη συγκεκριμένη περίπτωση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι το βούλευμα από νόμιμη βάση. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα με τις πιο πάνω παραδοχές διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου των περιστάσεων εκείνων της κατ'εξακολούθηση και σε βαθμό κακουργήματος τέλεσης της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν υπήρχε ανάγκη να διαλάβει το βούλευμα ειδικότερες αναφορές για το τι προέκυψε χωριστά από το καθένα αποδεικτικό μέσο και να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων αρκούντος του γεγονότος ότι αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους, όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα της δικογραφίας και απολογία των κατηγορουμένων). Εξάλλου οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ως προς τη δραστηριότητα καθενός συμμετόχου στην αποδιδομένη σ'αυτούς αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης και ειδικότερα ως τις οικονομικές δραστηριότητες μεταξύ Ζ και Ξ είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες ως στρεφόμενες κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης περί τα πράγματα κρίσης του Συμβουλίου Εφετών. Επομένως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β και δ του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-4-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ'αριθμ. 69/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική απάτη. Στοιχεία αυτής. Παραπεμπτικό βούλευμα. Επαρκής αιτιολογία και ορθή εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη αναίρεσης κατ' αυτού ως αβασίμων των από το άρθρο 484 §1 στοιχ. β και δ ΚΠΔ λόγων της.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1235/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυρομάτη, περί αναιρέσεως της 829, 829α/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1360/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Δ. ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι είχαν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα απ' αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν προκύπτει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, από το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερομένη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠοινΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτή υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσας της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλομένη με αριθμό 829, 829 α/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κηρύχθηκε ένοχος ο αλλοδαπός κατηγορούμενος πλοίαρχος δεξαμενοπλοίου για την πράξη της προκλήσεως ναυαγίου με βύθιση πλοίου από αμέλεια. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που περιέχονται στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται ομοίως στα πρακτικά". Δεν αναφέρεται όμως καθόλου το Δικαστήριο και στην από ...έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πλοιάρχου Ε.Ν. ..., που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας του ενεργήσαντος την προανάκριση προανακριτικού υπαλλήλου Διοικητή του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, η οποία έκθεση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναγνώσθηκε στο ακροατήριο (σελ. 5). Περί της εκθέσεως αυτής, που αποτελεί κατά την προαναφερόμενη διάταξη ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια που παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Τριμελές Εφετείο στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλ' ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε και αυτή, ώστε να εξαχθεί με βεβαιότητα το συμπέρασμα, ότι η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου για τον αλλοδαπό κατηγορούμενο πλοίαρχο για πρόκληση ναυαγίου με βύθιση πλοίου από αμέλεια, στηρίχθηκε και στην προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης που αφορά το εν λόγω ναυάγιο και τις συνθήκες προκλήσεώς του, χωρίς να αξιολογείται το άνω πόρισμα αυτής, ενώ περαιτέρω δεν προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν και ουδόλως αντικρούεται στο αιτιολογικό το υπέρ του κατηγορουμένου πόρισμα των ουδόλως μνημονευομένων αλλά αναγνωσθέντων εγγράφων, των από ... και από ... εκθέσεων των ναυπηγών ... και ... αντίστοιχα, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Ενόψει αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω καταδικαστική κρίση του και συνεπώς πρέπει, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την καταδικαστική της μόνο διάταξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 παρ. 2 του ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠοινΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β', 484 παρ. 3, 511 και 512 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος αν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, πρέπει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, αρκεί να κριθεί ένας βάσιμος λόγος και η παραγραφή να επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για την πλημμεληματική πράξη της πρόκλησης ναυαγίου από αμέλεια (άρθρα 277 περ.α ,278 ΠΚ), που τελέσθηκε στο δίαυλο του Ναυστάθμου .... στις ... . Όμως έκτοτε παρήλθε, μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι σήμερα, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών συνολικώς και συνεπώς, εφόσον, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, υφίσταται ο παραπάνω δεκτός γενόμενος ως βάσιμος λόγος αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος, διαπιστώνοντας, την προτεινόμενη από τον αναιρεσείοντα, αλλά και αυτεπαγγέλτως, τη συμπλήρωση της παραγραφής αυτής, οφείλει να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 829, 829 α/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά την καταδικαστική της διάταξη και αυτή περί επιβολής στον αναιρεσείοντα ποινής. Και. Παύει οριστικώς την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του ... για πρόκληση ναυαγίου με βύθιση πλοίου από αμέλεια, που φέρεται ότι τελέσθηκε στις ... στον Ναύσταθμο ... . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πρόκληση ναυαγίου από αμέλεια (άρθρα 277α και 278 ΠΚ) Βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Αναιρεί, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι το Δικαστήριο, στο αιτιολογικό του, δε μνημονεύει ρητά ότι έλαβε υπόψη του την αναγνωσθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που αποτελεί κατ' άρθρο 178 ΚΠΔ, αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, που διατάχθηκε νόμιμα από τον Λιμενάρχη προανακριτικό υπάλληλο, κατ' άρθρο 183 του ΚΠΔ, ενώ ούτε από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού, προκύπτει βεβαιότητα, ότι λήφθηκε αυτή υπόψη ή αντικρούεται για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του Δικαστηρίου. (ΑΠ 164/2009, ΑΠ 15, 1828, 1877, 2568/2008). ΠΟΠΔ λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου συνεπεία συμπληρώσεως μέχρι σήμερα 8ετούς παραγραφής. Αναιρεί και ΠΟΠΔ.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Πραγματογνωμοσύνη, Ναυαγίου πρόκληση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1240/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 100/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1544/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 9/13-1-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ'άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, μαζί με τη συνημμένη δικογραφία, την υπ'αρ. 6/12-9-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, δια της πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευτυχίας Καραγιάννη-Μέξη, δυνάμει της από 9/9/2008 εξουσιοδοτήσεώς του, κατά του υπ'αριθμ. 100/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου με το οποίο απερρίφθησαν, αφενός το αίτημα του κατηγορουμένου Χ για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και αφετέρου ως ουσιαστικά αβάσιμη η υπ'αρ. 7/14-4-2008 έφεση του ιδίου κατά του υπ'αρ. 150/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, το οποίο παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του ακροατηρίου του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου να δικασθεί για κατ'εξακολούθηση αποπλάνηση παιδιού που συμπλήρωσε τα δέκα έτη, όχι όμως τα δέκα τρία (αρ. 98, 339 παρ. 1, 3 ΠΚ ως ισχύει) και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473, 474 και 482 παρ. 1-3 ΚΠΔ, με την ως άνω από 12-9-2008 δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευτυχίας Καραγιάννη-Μέξη, δυνάμει της από 9/9/2008 νόμιμης εξουσιοδότησης, στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου, για την οποία συντάχθηκε νομοτύπως η υπ'αρ. 6/2008 έκθεση αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στον ίδιο την 8/9/2008 και είναι συνεπώς τυπικά δεκτή. Με το υπό κρίση ένδικο μέσο ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης (α) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος, (β) την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και (γ) απόλυτη ακυρότητα, επειδή το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ιδίου ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και έτσι δεν κλήθηκε να εμφανιστεί, να υπερασπίσει τον εαυτόν του και να ασκήσει τα δικαιώματά του ως κατηγορούμενος (βλ. συνημμ. έκθεση αίτησης αναίρεσης). (lΙ) Επειδή για την πληρότητα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα. δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους (π.χ. μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, ούτε από ποιο ή ποια από αυτά προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει και γιατί περισσότερο (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1304/2003, ΑΠ 1303/2002, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 1580/2002 κ.ά.). Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και .139 - όπως ισχύει - ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε, οι αποδείξεις (τα αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα- άνω πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν οι επαρκείς ενδείξεις ενοχής (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 732/2006 κ.α.). Εξ άλλου εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε συντρέχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από αυτή που έχει, και όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 67/2006 κ.α). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, ήτοι όταν, στο πόρισμα του συμβουλίου - που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού-σκεπτικού και ανάγεται στα στοιχεία και ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος - ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι το βούλευμα να μην έχει νόμιμη βάση (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 252/2004, ΑΠ 1128/2004, ΑΠ 2445/2003, ΑΠ 9/2001 - Ολ. κ.ά.). Επειδή η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων - έστω και εσφαλμένη- δεν συνιστά λόγον αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 591/2001, ΑΠ 145/2000, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 111/2004 κ.ά.). -Τέλος, η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην υιοθετηθείσα υπ'αυτού πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του βουλεύματος, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών, αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1242/2005, ΑΠ 2382/2005, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 21078/2005 κ.ά.). Είναι δε χαρακτηριστικόν ότι ο ίδιος ο 'Αρειος Πάγος αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην Εισαγγελική πρόταση (Ολ. ΑΠ 1494/2005, ΑΠ 176/2006 κ.α.), πράγμα που οφείλεται και στην ιδιότητα αυτού ως δικαστικού λειτουργού - 87 επ. Συντ.). Στη προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου που εξέδωσε το πληττόμενο βούλευμα με επιτρεπτή (ΑΠ 1494/05), αναφορά και υιοθέτηση της προτάσεως του παρ'αυτώ Εισαγγελέα δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, κατ'εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ'αυτό, κατ'είδος, αποδεικτικών μέσων τα εξής: Η ποινική δίωξη κατά του ως άνω κατηγορουμένου ασκήθηκε με αφορμή την από 30-8-2005 έγκληση που υπέβαλε η ανήλικη Ζ στην Υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων Αττικής σε βάρος του πατέρα της, Χ και η κατηγορία σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα συνίσταται στο ότι ο εκκαλών, στο .... του Ν. ... και κατά το χρονικό διάστημα από αρχές Μαρτίου του 2004 έως και τέλη Μαΐου του 2005, από πρόθεση ενεργώντας, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή, ενήργησε ασελγείς πράξεις με πρόσωπο που συμπλήρωσε τα δέκα, όχι όμως και τα δεκατρία έτη. Συγκεκριμένα στην οικία του, σε σκηνή εντός παραλίας, σε ερειπωμένο ξενοδοχείο και σε ορεινή ερημική τοποθεσία στην ευρύτερη περιοχή του .... ενεργώντας με πρόθεση και με συχνότητα τρεις τουλάχιστον φορές εβδομαδιαίως, θώπευε την ανήλικη κόρη του Ζ, γεννηθείσα το έτος 1992 και συνεπώς ηλικίας κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα ,από δώδεκα ετών έως δεκατριών ετών και τριών μηνών, εισήγαγε το δάχτυλο του χεριού του στο αιδοίο της και δύο-τρεις φορές στον πρωκτό της, αφού προηγουμένως την έγδυνε, ενώ ταυτοχρόνως με το άλλο χέρι του προέβαινε σε πράξεις σεξουαλικής αυτοϊκανοποίησης μέχρι που εκσπερμάτωνε, προσβάλλοντας έτσι σοβαρώς το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, καθώς και την αγνότητα της παιδικής ηλικίας της παθούσας και ικανοποιώντας τη διέγερση της γενετήσιας ορμής του. Με το ως άνω βούλευμα εξάλλου διατάχθηκε η διατήρηση της ισχύος της υπ' αριθ. 12/13-2-2007 Διάταξης του Ανακριτή του Τμήματος Πλημμελειοδικών Ναυπλίου με την οποία επιβλήθηκε στον ως άνω κατηγορούμενο ο περιοριστικός όρος της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 339 § 1εδ. β' Π.Κ. "Όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται ως εξής: .. ..β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα όχι όμως και τα δεκατρία έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει να προστατεύσει την αγνότητα της παιδικής ηλικίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποπλάνησης παιδιού απαιτείται οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των δέκα πέντε ετών, η οποία αντικειμενικά προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών και υποκειμενικά κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή τη διέγερση της - γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Έτσι συνιστά το παραπάνω έγκλημα, όχι μόνο η συνουσία ή η ανάλογη με αυτή παρά φύση πράξη, αλλά και κάθε άλλη ασελγής πράξη, όπως η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων και άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, εφόσον οι ενέργειες αυτές κατατείνουν στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, γιατί και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας (Α.Π. 501/2006 ILXp.2007 σελ. 39). Από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στα πλαίσια της κύριας ανάκρισης που διενεργήθηκε και της προκαταρκτικής εξέτασης που προηγήθηκε και ειδικότερα από τις καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων και τα έγγραφα, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Η ανήλικη Ζ, γεννηθείσα στις 31-7-1992, είναι μέλος μίας οκταμελούς οικογένειας η οποία αποτελείται από τους γονείς της και τα υπόλοιπα πέντε αδέλφια της, ένα κορίτσι και τέσσερα αγόρια, εκ των οποίων μόνο ο αδερφός της Ψ, διαμένει σε δική του οικία με την οικογένεια του, ενώ όλοι οι υπόλοιποι διαμένουν μαζί στην ίδια οικία, στο ... του Νομού .... Κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Μαρτίου 2004 έως και τα τέλη Μαΐου του 2005, ο πατέρας της, Χ, ενήργησε κατ' εξακολούθηση ασελγείς πράξεις σε βάρος της, προσβάλλοντας σοβαρώς το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών , καθώς και την αγνότητα της παιδικής ηλικίας της ανήλικης θυγατέρας του, ικανοποιώντας τη διέγερση της γενετήσιας ορμής του. Ειδικότερα, ενάμιση περίπου χρόνο πριν από τις 30-8-2005, οπότε όλη η οικογένεια πήγε για κατασκήνωση, όπως άλλωστε συνήθιζε, σε παραθαλάσσια περιοχή, όταν η ανήλικη, η οποία κατά το συγκεκριμένο χρόνο είχε συμπληρώσει το δέκατο έτος όχι όμως και το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας της, βρέθηκε μόνη με τον πατέρα της μέσα στη σκηνή, ο τελευταίος, προκειμένου να ικανοποιήσει τη γενετήσια επιθυμία του, αφού κατέβασε το εσώρουχό της θώπευσε τα γεννητικά της όργανα και υποχρεώθηκε να σταματήσει όταν η ανήλικη αντέδρασε και άρχισε να κλαίει. Έκτοτε πολλές φορές, με συχνότητα τρεις τουλάχιστον φορές την εβδομάδα, ο κατηγορούμενος, αφού με διάφορα προσχήματα κατάφερνε να παραμένει μόνος στο σπίτι μαζί της και αφού πέτυχε να κάμψει τις αντιρρήσεις της εκφοβίζοντάς της ότι αν δεν τον άφηνε να την αγγίξει και να την χαϊδεύει θα αρρώσταινε ο ίδιος, την έγδυνε εντελώς, τη θώπευε, έβαζε το δάκτυλο του εντός του γεννητικού της οργάνου, πιέζοντας την, με αποτέλεσμα να της προκαλεί πόνο και εκείνη να κλαίει ή άλλες φορές το εισήγαγε στον πρωκτό της, ενώ ταυτόχρονα, με το άλλο του χέρι, αυνανιζόταν, εκσπερματώνοντας πάνω στο γυμνό της σώμα. Συχνά επίσης προέβαινε στις προαναφερθείσες πράξεις, οδηγώντας την με το αυτοκίνητό του σε κάποιο ερειπωμένο ξενοδοχείο της περιοχής ή σε ερημική τοποθεσία κοντά στο βουνό. Ο δράστης κατάφερνε να εξασφαλίζει την ανοχή της ανήλικης κόρης του και να εξουδετερώνει τις αντιδράσεις της καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ασκώντας σε βάρος της ψυχολογική πίεση, με τον εκφοβισμό ότι αν δεν τον άφηνε να την "πειράξει" θα πέθαινε και θα καταστρεφόταν η οικογένειά τους, όλα τα μέλη της οποίας εξαρτώνταν οικονομικά από αυτόν. Τα παραπάνω γεγονότα σε βάρος του πατέρα της κατήγγειλε με έγκληση της, με σαφήνεια και ακρίβεια στην Υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων Αττικής στις 30-8-2005 η ίδια η παθούσα, συνοδευόμενη από τον μεγαλύτερο αδερφό της, Ψ και στην καταγγελία της αυτή επισήμαινε επιπλέον ότι και στο παρελθόν ο κατηγορούμενος είχε αποπειραθεί να ενεργήσει ασελγείς πράξεις και σε βάρος της αδερφής της συζύγου του όταν αυτή ήταν ανήλικη, αλλά και σε βάρος μίας φίλης του άλλου αδερφού της, Θ, περιστατικό στο οποίο η ίδια υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας. Ακόμη κατέθεσε ότι και η μητέρα της Ξ πιστεύει ότι είχε αντιληφθεί την δράση του συζύγου της σε βάρος της ανήλικης κόρης τους. Ο δε συνοδεύων την εγκαλούσα αδερφός της, Ψ, στην από 30-8-2005 κατάθεσή του αφού εξιστόρησε τα περιστατικά που έλαβαν χώρα σε βάρος της αδελφής του κατέθεσε ότι η ίδια μητέρα του και σύζυγος του κατηγορουμένου, Ξ παραδέχθηκε στον ίδιο, ότι γνώριζε πως ο κατηγορούμενος πατέρας του είχε προβεί σε ασελγείς πράξεις σε βάρος της εγκαλούσας. Η παραπάνω καταγγελία της ανήλικης παθούσας για τις ασελγείς πράξεις που τέλεσε σε βάρος της ο πατέρας της, σε συνδυασμό και με την υπό ιδία ημερομηνία με την έγκληση ένορκη κατάθεση του αδελφού της Ψ θα ήταν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση και αξιολόγηση τους, για να στηριχτεί κατηγορία εναντίον του δράστη, αν η ανήλικη στην συνέχεια δεν ανακαλούσε την καταγγελία της. Πράγματι στην από 26-10-2006 κατάθεσή της στον Ανακριτή Ναυπλίου, αυτή δηλώνει ότι αυτά που κατήγγειλε δεν συνέβησαν στην πραγματικότητα, αλλά "τα φαντάστηκε". Ενόψει λοιπόν της αυτής εξέλιξης της υπόθεσης, πρέπει να προστεθούν και τα εξής που καταδεικνύουν ότι η καταγγελία της κατ' εξακολούθηση αποπλάνησης εκ μέρους του δράστη πατέρα, ήταν αληθής και η διαφορετική δεύτερη κατάθεση της προφανέστατα ήταν αποτέλεσμα εξουθενωτικής πίεσης εκ μέρους του δράστη αλλά και της μητέρας της παθούσας, την οποία το μόνο που φαίνεται να την ενδιέφερε ήταν να μη λάβει διαστάσεις η υπόθεση και να ξεχαστεί. Η καταγγελία της ανήλικης που υποβλήθηκε στην Υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων Αττικής δεν ήταν μια έμπνευση της στιγμής εκ μέρους της, ώστε να θεωρηθεί ενδεχομένως πειστικός ο ισχυρισμός περί φαντασιώσεων, αλλά τις σε βάρος της πράξεις που με ακρίβεια, χωρίς αντιφάσεις και με την αγνότητα και ειλικρίνεια της προεφηβικής ηλικίας ανέφερε και με χαρακτηριστικές μάλιστα λεπτομέρειες, που ένας ανήλικος μπορεί να τις περιγράψει μόνο αν τις έχει δει ή τις έχει υποστεί, τις είχε κατά καιρούς αποκαλύψει και σε άλλους, αφού κατάφερε και ξεπέρασε αναστολές που της είχε δημιουργήσει ο δράστης πατέρας της. Συγκεκριμένα οι πράξεις του πατέρα της είχαν προκαλέσει σ' αυτήν διαρκές ψυχικό άλγος και ψυχικά τραύματα και ο λόγος που την έκανε να τις ανέχεται, αλλά και να μη τις αποκαλύπτει σε όλο το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ήταν ο εκφοβισμός εκ μέρους του ότι αν δεν τις δεχθεί ή αν τις αποκαλύψει αυτός θα πεθάνει και θα διαλυθεί η οικογένειά τους. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι αυτός ο φόβος να μην θεωρηθεί η ίδια για οποιοδήποτε λόγο υπαίτια για την διάλυση της οικογένειας την έκανε να ανέχεται τις ασελγείς πράξεις και να μη τις αποκαλύπτει για μεγάλο χρονικό διάστημα και τον οποίο με τέτοιο δόλιο τρόπο τον εκμεταλλευόταν ο "στοργικός" πατέρας, ήταν φόβος υπαρκτός πράγματι και τον διαπίστωσε η διενεργήσασα σχετική έρευνα κοινωνική λειτουργός ... (βλ. την από 18-1-07 έκθεση κοινωνικής έρευνας). Ώσπου, όπως η ίδια η παθούσα εκθέτει στην πρώτη κατάθεση της, "δεν άντεξε να τα κρατά μέσα της" και αποκάλυψε αυτές τις σε βάρος της πράξεις του πατέρα της σε διάφορα πρόσωπα της εμπιστοσύνης της, τα οποία επιβεβαιώνουν το γεγονός στις καταθέσεις τους. Αρχικά αποκάλυψε τις σε βάρος της κατ' εξακολούθηση ασελγείς πράξεις του πατέρα της σε φίλη της που διέμενε προσωρινά σπίτι της, κατόπιν στην θεία της (σύζυγο αδελφού του πατέρα της) ..., η οποία μάλιστα πριν γίνουν γνωστά και σε άλλους τα περιστατικά οδήγησε την ανήλικη παθούσα σε ψυχίατρο, αντιληφθείσα την κακή ψυχολογική κατάσταση της ανεψιάς της. Σε άλλη δε χρονική στιγμή η ανήλικη τα εξιστόρησε και στον εξάδελφο της ... ο οποίος τα μετέφερε στην μητέρα του ... και οι παραπάνω δυο θείες ενημέρωσαν τον αδελφό της παθούσας Ψ, ενώπιον του οποίου η παθούσα επιβεβαίωσε πάλι τα σε βάρος της γεγονότα. Ο δε Ψ, τον οποίο η κοινωνική λειτουργός στην πλήρως εμπεριστατωμένη έκθεσή της, μετά προηγηθείσα συνέντευξη μαζί του, τον χαρακτηρίζει λογικό, ισορροπημένο και με αρχές άτομο και τούτο πράγματι αποδεικνύει η πράξη του, χωρίς να αμφιβάλλει για την αλήθεια των αποκαλυφθέντων, αγανακτισμένος και εξοργισμένος από την συμπεριφορά του πατέρα τους παρότρυνε την ανήλικη αδελφή του να προβεί στην καταγγελία για να την προστατεύσει, έστω και αν τελικά και αυτός όπως και τα λοιπά μέλη της οικογένειας υπό την πίεση των γονέων και τον φόβο του διασυρμού, παρακάμπτουν την ανάγκη τιμωρίας του δράστη και κάνουν λόγο πλέον για φαντασιώσεις και ψυχικές διαταραχές της ανήλικης. Από όσα παραπάνω εκτέθηκαν, συνάγεται ότι προκύπτουν σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον του για το έγκλημα της κατ' εξακολούθηση αποπλάνησης ανήλικης ηλικίας δέκα έως δεκατριών ετών και ορθώς κατά συνέπεια το προσβαλλόμενο βούλευμα, στις σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφέρομαι, αποφάνθηκε ότι πρέπει ο εκκαλών κατηγορούμενος να παραπεμφθεί στο αρμόδιο Δικαστήριο για να δικαστεί για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και ως εκ τούτου πρέπει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 317, 318, 319 και 481 ΚΠΔ, να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του. Και πρέπει επίσης , σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 55 παρ. 1 Ν. 3160/03, να επιβληθούν στον εκκαλούντα τα προβλεπόμενα από τον νόμο δικαστικά έξοδα, λόγω απόρριψης εξ ολοκλήρου της έφεσής του. Εισάγεται τέλος και η από 28-5-2008 αίτηση του εκκαλούντος κατηγορουμένου, με την οποία ζητά αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου του ιδίου και της ανήλικης θυγατέρας του, προκειμένου "να δώσει κάθε αναγκαία διευκρίνηση και να αναπτύξει προφορικά την υπόθεση" Το αίτημα είναι νόμιμο κατά τα άρθρα 309 παρ.2 και 318 ΚΠΔ, πρέπει "όμως να απορριφθεί στην ουσία του, καθόσον ο αιτών έχει επαρκώς αναπτύξει τους ισχυρισμούς του για την κρινόμενη υπόθεση, τόσο στην ενώπιον του Ανακριτή απολογία του και στα υπομνήματα του, όσο και στην έκθεση έφεσης του, ώστε αν γίνει δεκτή η αίτηση του απλώς θα τους επαναλάβει, αλλ' επιπλέον θα γίνει αιτία να υποβληθεί και σε μια ακόμη άσκοπη ψυχική ταλαιπωρία η ανήλικη παθούσα. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 Συντ. και 139 ΚΠΔ), αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ως άνω ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου λόγοι αναίρεσης (αρ. 484 παρ. 1 β' και δ' ΚΠΔ) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, επειδή το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου απέρριψε αναιτιολόγητα τα αίτημα του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του (αρ. 309 παρ. 2 ΚΠΔ), είναι αβάσιμος διότι το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου εκθέτοντας ότι... "Ο αιτών κατά το στάδιο της ανάκρισης με την απολογία του και το κατατεθέν σχετικό υπόμνημά του αναπτύσσει και αναλύει διεξοδικά τις απόψεις, τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του σε σχέση με την αποδιδόμενη σ' αυτόν ως άνω κατηγορία, τα οποία επίσης εκθέτει στην εξεταζόμενη έφεσή του ώστε αν γίνει δεκτή η αίτησή του απλώς θα τους επαναλάβει, αλλ' επιπλέον θα γίνει αιτία να υποβληθεί σε μία ακόμη άσκοπη ψυχική ταλαιπωρία η ανήλικη παθούσα. Κατά συνέπεια δεν κρίνεται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του εκκαλούντος και της ανήλικης θυγατέρας του πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω αίτηση" αιτιολογημένα απάντησε στο σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος και συνεπώς δεν παραβίασε τα άρθρα 309 παρ. 2 - 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ (ΑΠ 1104/95), πέραν του ότι απόλυτη ακυρότητα δημιουργείται μόνο όταν το αρμόδιο Συμβούλιο δεν απαντά καθόλου στο αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του κατηγορουμένου (ΑΠ 310/96, ΑΠ 1441/97 κ.α.). Κατ' ακολουθία τούτων, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούςΠροτείνω: (1) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 6/12-9-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ' αρ. 100/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και (2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 29 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμ. 6/12 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του υπ'αριθμ. 100/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 150/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, προκειμένου για να δικαστεί για την πράξη της αποπλανήσεως ανηλίκου προσώπου νεότερου των 15 ετών, συμπληρώσαντος το 10 έτος όχι όμως το 13 έτος της ηλικίας του, κατ'εξακολούθηση (άρθρα 98 και 339 παρ.1 περ. β' του ΠΚ) έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούτο προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (άρθρα 463, 473 παρ. 6, 474, 482 παρ.1 περ.α' και 484 παρ.1 του ΚΠΔ). Γι'αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητάς της. Κατά το αρ. 309 παρ. 2 ΚΠΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και κατά τη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών (αρ. 316 παρ. 2) "το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του, με την παρουσία και του Εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση.... Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μόνο αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, ή αν αρνηθεί αναιτιολόγητος την εμφάνιση αυτού, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρ. 171 παρ. 1δ ΚΠΔ που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος. Στη κρινομένη υπόθεση, το Συμβούλιο Εφετών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, απέρριψε το από 28-5-2008 αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη ενώπιον εκείνου εμφάνιση του ίδιου και της ανήλικης θυγατέρας του Ζ, δεδομένου ότι με τα απολογητικά του υπομνήματα ενώπιον της ανακριτή, την έφεση του και τα απολογητικά του υπομνήματα ενώπιον του Συμβουλίου τούτου ανάλυσε τις απόψεις του, ώστε να μην είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη διασάφηση ή διευκρίνιση.- Συνεπώς ο λόγος της αιτήσεως, κατά τον οποίον με αιτιολογία τυπική και ελλειπή απορρίφθηκε το αίτημα του ως άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 56 παρ. 2 του ν. 3160/2003 "όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη, τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351Α, ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωση τα δέκα όχι όμως και τα δέκα τρία έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ)...". Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει να προστατεύσει την αγνότητα της νεαρής ηλικίας, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της αποπλανήσεως παιδιού, απαιτείται οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των 10 κ.λ.π. ετών, η οποία αντικειμενικά προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δεν κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Ετσι, συγκροτεί το έγκλημα αυτό όχι μόνο η συνουσία ή ανάλογη με αυτή παρά φύση πράξη, αλλά και κάθε άλλη ασελγής πράξη, όπως η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων και άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, ο εναγκαλισμός και καταφίληση στο πρόσωπο ή στο στόμα του ανηλίκου κ.λ.π., εφόσον οι ενέργειες αυτές κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας. 0 δράστης στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να γνωρίζει, ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των 10 κ.λ.π. ετών. Αρκεί όμως, ως προς το σημείο τούτο και ο ενδεχόμενος δόλος, που υπάρχει όταν ο δράστης αμφιβάλλει ως προς την ηλικία του παθόντος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.1 του ΠΚ, το κατ'εξακολούθηση έγκλημα απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις που καθεμιά περιέχει τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, αλλά όλες συνδέονται με την ταυτότητα της αποφάσεως για την εκτέλεση τους. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ΠΚ, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή' για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ'του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του έγκληματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δ'εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ'άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. Β'του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά γεγονότα ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 100/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την υπ'αριθμ. 7/14-4-2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Χ κατά του υπ'αριθμ. 150/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, με το οποίο έχει παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου για να δικασθεί ως υπαίτιος της τέλεσης απ'αυτόν του εγκλήματος της αποπλάνησης ανήλικης (άρθρα 98 και 339 παρ.1 περ. Β του ΠΚ), πράξη, σε βαθμό κακουργήματος, που φέρεται ότι τελέσθηκε απ'αυτόν στο ... του νομού .... κατά το χρονικό διάστημα από αρχές Μαρτίου του έτους 2004 έως και τέλη Μαΐου του έτους 2005, σε βάρος της ανήλικης κόρης του Ζ, που είχε γεννηθεί το έτος 1992. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι: "Από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στα πλαίσια της κύριας ανάκρισης που διενεργήθηκε και της προκαταρκτικής εξέτασης που προηγήθηκε και ειδικότερα από τις καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων και τα έγγραφα, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Η ανήλικη Ζ, γεννηθείσα στις 31-7-1992, είναι μέλος μίας οκταμελούς οικογένειας η οποία αποτελείται από τους γονείς της και τα υπόλοιπα πέντε αδέλφια της, ένα κορίτσι και τέσσερα αγόρια, εκ των οποίων μόνο ο αδερφός της Ψ, διαμένει σε δική του οικία με την οικογένεια του, ενώ όλοι οι υπόλοιποι διαμένουν μαζί στην ίδια οικία, στο ... του Νομού .... Κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Μαρτίου 2004 έως και τα τέλη Μαΐου του 2005, ο πατέρας της, Χ, ενήργησε κατ' εξακολούθηση ασελγείς πράξεις σε βάρος της, προσβάλλοντας σοβαρώς το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, καθώς και την αγνότητα της παιδικής ηλικίας της ανήλικης θυγατέρας του, ικανοποιώντας τη διέγερση της γενετήσιας ορμής του. Ειδικότερα, ενάμιση περίπου χρόνο πριν από τις 30-8-2005, οπότε όλη η οικογένεια πήγε για κατασκήνωση, όπως άλλωστε συνήθιζε, σε παραθαλάσσια περιοχή, όταν η ανήλικη, η οποία κατά το συγκεκριμένο χρόνο είχε συμπληρώσει το δέκατο έτος όχι όμως και το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας της, βρέθηκε μόνη με τον πατέρα της μέσα στη σκηνή, ο τελευταίος, προκειμένου να ικανοποιήσει τη γενετήσια επιθυμία του, αφού κατέβασε το εσώρουχό της θώπευσε τα γεννητικά της όργανα και υποχρεώθηκε να σταματήσει όταν η ανήλικη αντέδρασε και άρχισε να κλαίει. Έκτοτε πολλές φορές, με συχνότητα τρεις τουλάχιστον φορές την εβδομάδα, ο κατηγορούμενος, αφού με διάφορα προσχήματα κατάφερνε να παραμένει μόνος στο σπίτι μαζί της και αφού πέτυχε να κάμψει τις αντιρρήσεις της εκφοβίζοντάς της ότι αν δεν τον άφηνε να την αγγίξει και να την χαϊδεύει θα αρρώσταινε ο ίδιος, την έγδυνε εντελώς, τη θώπευε, έβαζε το δάκτυλο του εντός του γεννητικού της οργάνου, πιέζοντας την, με αποτέλεσμα να της προκαλεί πόνο και εκείνη να κλαίει ή άλλες φορές το εισήγαγε στον πρωκτό της, ενώ ταυτόχρονα, με το άλλο του χέρι, αυνανιζόταν, εκσπερματώνοντας πάνω στο γυμνό της σώμα. Συχνά επίσης προέβαινε στις προαναφερθείσες πράξεις, οδηγώντας την με το αυτοκίνητό του σε κάποιο ερειπωμένο ξενοδοχείο της περιοχής ή σε ερημική τοποθεσία κοντά στο βουνό. Ο δράστης κατάφερνε να εξασφαλίζει την ανοχή της ανήλικης κόρης του και να εξουδετερώνει τις αντιδράσεις της καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ασκώντας σε βάρος της ψυχολογική πίεση, με τον εκφοβισμό ότι αν δεν τον άφηνε να την "πειράξει" θα πέθαινε και θα καταστρεφόταν η οικογένειά τους, όλα τα μέλη της οποίας εξαρτώνταν οικονομικά από αυτόν. Τα παραπάνω γεγονότα σε βάρος του πατέρα της κατήγγειλε με έγκληση της, με σαφήνεια και ακρίβεια στην Υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων Αττικής στις 30-8-2005 η ίδια η παθούσα, συνοδευόμενη από τον μεγαλύτερο αδερφό της, Ψ και στην καταγγελία της αυτή επισήμαινε επιπλέον ότι και στο παρελθόν ο κατηγορούμενος είχε αποπειραθεί να ενεργήσει ασελγείς πράξεις και σε βάρος της αδερφής της συζύγου του όταν αυτή ήταν ανήλικη, αλλά και σε βάρος μίας φίλης του άλλου αδερφού της, Θ, περιστατικό στο οποίο η ίδια υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας. Ακόμη κατέθεσε ότι και η μητέρα της Ξ πιστεύει ότι είχε αντιληφθεί την δράση του συζύγου της σε βάρος της ανήλικης κόρης τους. Ο δε συνοδεύων την εγκαλούσα αδερφός της, Ψ, στην από 30-8-2005 κατάθεσή του αφού εξιστόρησε τα περιστατικά που έλαβαν χώρα σε βάρος της αδελφής του κατέθεσε ότι η ίδια μητέρα του και σύζυγος του κατηγορουμένου, Ξ παραδέχθηκε στον ίδιο, ότι γνώριζε πως ο κατηγορούμενος πατέρας του είχε προβεί σε ασελγείς πράξεις σε βάρος της εγκαλούσας. Η παραπάνω καταγγελία της ανήλικης παθούσας για τις ασελγείς πράξεις που τέλεσε σε βάρος της ο πατέρας της, σε συνδυασμό και με την υπό ιδία ημερομηνία με την έγκληση ένορκη κατάθεση του αδελφού της Ψ θα ήταν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση και αξιολόγηση τους, για να στηριχτεί κατηγορία εναντίον του δράστη, αν η ανήλικη στην συνέχεια δεν ανακαλούσε την καταγγελία της. Πράγματι στην από 26-10-2006 κατάθεσή της στον Ανακριτή Ναυπλίου, αυτή δηλώνει ότι αυτά που κατήγγειλε δεν συνέβησαν στην πραγματικότητα, αλλά "τα φαντάστηκε". Ενόψει λοιπόν της αυτής εξέλιξης της υπόθεσης, πρέπει να προστεθούν και τα εξής που καταδεικνύουν ότι η καταγγελία της κατ' εξακολούθηση αποπλάνησης εκ μέρους του δράστη πατέρα, ήταν αληθής και η διαφορετική δεύτερη κατάθεση της προφανέστατα ήταν αποτέλεσμα εξουθενωτικής πίεσης εκ μέρους του δράστη αλλά και της μητέρας της παθούσας, την οποία το μόνο που φαίνεται να την ενδιέφερε ήταν να μη λάβει διαστάσεις η υπόθεση και να ξεχαστεί. Η καταγγελία της ανήλικης που υποβλήθηκε στην Υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων Αττικής δεν ήταν μια έμπνευση της στιγμής εκ μέρους της, ώστε να θεωρηθεί ενδεχομένως πειστικός ο ισχυρισμός περί φαντασιώσεων, αλλά τις σε βάρος της πράξεις που με ακρίβεια, χωρίς αντιφάσεις και με την αγνότητα και ειλικρίνεια της προεφηβικής ηλικίας ανέφερε και με χαρακτηριστικές μάλιστα λεπτομέρειες, που ένας ανήλικος μπορεί να τις περιγράψει μόνο αν τις έχει δει ή τις έχει υποστεί, τις είχε κατά καιρούς αποκαλύψει και σε άλλους, αφού κατάφερε και ξεπέρασε αναστολές που της είχε δημιουργήσει ο δράστης πατέρας της. Συγκεκριμένα οι πράξεις του πατέρα της είχαν προκαλέσει σ' αυτήν διαρκές ψυχικό άλγος και ψυχικά τραύματα και ο λόγος που την έκανε να τις ανέχεται, αλλά και να μη τις αποκαλύπτει σε όλο το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ήταν ο εκφοβισμός εκ μέρους του ότι αν δεν τις δεχθεί ή αν τις αποκαλύψει αυτός θα πεθάνει και θα διαλυθεί η οικογένειά τους. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι αυτός ο φόβος να μην θεωρηθεί η ίδια για οποιοδήποτε λόγο υπαίτια για την διάλυση της οικογένειας την έκανε να ανέχεται τις ασελγείς πράξεις και να μη τις αποκαλύπτει για μεγάλο χρονικό διάστημα και τον οποίο με τέτοιο δόλιο τρόπο τον εκμεταλλευόταν ο "στοργικός" πατέρας, ήταν φόβος υπαρκτός πράγματι και τον διαπίστωσε η διενεργήσασα σχετική έρευνα κοινωνική λειτουργός ... (βλ. την από 18-1-07 έκθεση κοινωνικής έρευνας). Ώσπου, όπως η ίδια η παθούσα εκθέτει στην πρώτη κατάθεση της, "δεν άντεξε να τα κρατά μέσα της" και αποκάλυψε αυτές τις σε βάρος της πράξεις του πατέρα της σε διάφορα πρόσωπα της εμπιστοσύνης της, τα οποία επιβεβαιώνουν το γεγονός στις καταθέσεις τους. Αρχικά αποκάλυψε τις σε βάρος της κατ' εξακολούθηση ασελγείς πράξεις του πατέρα της σε φίλη της που διέμενε προσωρινά σπίτι της, κατόπιν στην θεία της (σύζυγο αδελφού του πατέρα της) ..., η οποία μάλιστα πριν γίνουν γνωστά και σε άλλους τα περιστατικά οδήγησε την ανήλικη παθούσα σε ψυχίατρο, αντιληφθείσα την κακή ψυχολογική κατάσταση της ανεψιάς της. Σε άλλη δε χρονική στιγμή η ανήλικη τα εξιστόρησε και στον εξάδελφο της ... ο οποίος τα μετέφερε στην μητέρα του ... και οι παραπάνω δυο θείες ενημέρωσαν τον αδελφό της παθούσας Ψ, ενώπιον του οποίου η παθούσα επιβεβαίωσε πάλι τα σε βάρος της γεγονότα. Ο δε Ψ, τον οποίο η κοινωνική λειτουργός στην πλήρως εμπεριστατωμένη έκθεσή της, μετά προηγηθείσα συνέντευξη μαζί του, τον χαρακτηρίζει λογικό, ισορροπημένο και με αρχές άτομο και τούτο πράγματι αποδεικνύει η πράξη του, χωρίς να αμφιβάλλει για την αλήθεια των αποκαλυφθέντων, αγανακτισμένος και εξοργισμένος από την συμπεριφορά του πατέρα τους παρότρυνε την ανήλικη αδελφή του να προβεί στην καταγγελία για να την προστατεύσει, έστω και αν τελικά και αυτός όπως και τα λοιπά μέλη της οικογένειας υπό την πίεση των γονέων και τον φόβο του διασυρμού, παρακάμπτουν την ανάγκη τιμωρίας του δράστη και κάνουν λόγο πλέον για φαντασιώσεις και ψυχικές διαταραχές της ανήλικης. Από όσα παραπάνω εκτέθηκαν, συνάγεται ότι προκύπτουν σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον του για το έγκλημα της κατ' εξακολούθηση αποπλάνησης ανήλικης ηλικίας δέκα έως δεκατριών ετών και ορθώς κατά συνέπεια το προσβαλλόμενο βούλευμα, στις σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφέρομαι, αποφάνθηκε ότι πρέπει ο εκκαλών κατηγορούμενος να παραπεμφθεί στο αρμόδιο Δικαστήριο για να δικαστεί για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και ως εκ τούτου πρέπει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 317, 318, 319 και 481 ΚΠΔ, να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του. Και πρέπει επίσης , σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 55 παρ. 1 Ν. 3160/03, να επιβληθούν στον εκκαλούντα τα προβλεπόμενα από τον νόμο δικαστικά έξοδα, λόγω απόρριψης εξ ολοκλήρου της έφεσής του". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το προαναφερθέν έγκλημα της κακουργηματικής αποπλάνησης ανηλίκου κατ'εξακολούθηση, αφού εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και κυρία ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την αναιρετική ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων (και ιδιαίτερα των μαρτυρικών καταθέσεων) κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και πείστηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του αρμοδίου κατά τόπο και καθ'ύλη Δικαστηρίου, παραθέτει δε, τέλος τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 και 339 παρ.1 περ.β' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι το βούλευμα από νόμιμη βάση. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα με τις πιο πάνω παραδοχές του διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου των περιστάσεων εκείνων της κατ'εξακολούθηση και σε βαθμό κακουργήματος τέλεσης της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης της αποπλάνησης ανήλικης η οποία είχε συμπληρώσει το 10 όχι όμως και το 13 έτος της ηλικίας της που του αποδίδεται. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν υπάρχει ανάγκη να διαλάβει το βούλευμα ειδικότερες αναφορές για το τι προέκυψε χωριστά από το καθένα των αποδεικτικών μέσων, τα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι σχετικές (ιατρική και ιατροδικαστική) εκθέσεις, και να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, αρκούντος του γεγονότος ότι αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου). Γι'αυτό η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος για μη λήψη υπόψη του από το Συμβούλιο Εφετών ιδιαίτερα ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατ'ουσίαν κατά της αναιρετικής ανέλεγκτης περί τα πράγματα κρίσης του. Επομένως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος. Μετά από αυτή και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-9-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ'αριθμ. 100/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου . Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποπλάνηση παιδιού. Παραπεμπτικό βούλευμα. Αίτηση αναίρεσης αυτού για απόλυτη ακυρότητα. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και μη ορθή εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης λόγω μη βασιμότητας των λόγων αναίρεσης.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αποπλάνηση ανηλίκου.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1246/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιοτέρου μέλους της σύνθεσης, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγγελάκο, περί αναιρέσεως της 153, 153α/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τζιτζικάκη. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 757/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 220 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο, κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, έγγραφο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή το έγγραφο, από μόνο του ή σε συσχετισμό προς άλλο, να μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως δημόσιας ή ιδιωτικής, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο εξ αιτίας του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος, έστω και από αμέλεια ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαιώσεως και γ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη θέληση του να προκαλέσει την αναληθή βεβαίωση και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές, είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο. Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Νόμου 1647/1986 (ΦΕΚ Α' 141/19.9.1986) "Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας (Ο.Κ.Χ.Ε.) και άλλες σχετικές διατάξεις" ορίζουν τα εξής: "1.- Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας" (Ο.Κ.Χ.Ε.) με έδρα την Αθήνα και αποκεντρωμένη ανάπτυξη, που εποπτεύεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων. 2.- Σκοπός του Οργανισμού είναι η σύνταξη, τήρηση και ενημέρωση του ενιαίου αποδεικτικού κτηματολογίου της Ελλάδας, η γαιωδαιτική κάλυψη και η χαρτογράφηση της Χώρας, η απογραφή και χαρτογράφηση των φυσικών διαθεσίμων της και η δημιουργία τράπεζας στοιχείων γης και περιβάλλοντος". Εξάλλου, το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2308/1995 (ΦΕΚ Α' 114/15.6.1995) "Κτηματογράφηση για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου. Διαδικασία έως τις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία και άλλες διατάξεις" ορίζει τα κάτωθι: "1.- Για τη μελέτη, σύνταξη και λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου δύναται να συσταθεί ανώνυμη εταιρεία για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 6 έως 17 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994 (ΦΕΚ 138 Α', όπως συμπληρώθηκαν με την παράγραφο 2 του άρθρου δεύτερου του ν. 2261/1994 (ΦΕΚ 205 Α'), όπως κάθε φορά ισχύουν. Στην ίδια εταιρεία ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων δύναται με αποφάσεις του, ύστερα από πρόταση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, να μεταφέρει αρμοδιότητες και οικονομικούς πόρους του Οργανισμού αυτού. Οι αποφάσεις αυτές δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.- Στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας της παραγράφου 1, που θα συσταθεί για τη μελέτη, σύνταξη και λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, μπορούν να μετέχουν υπάλληλοι του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, του Ο.Κ.Χ.Ε. καθώς και μέλη του Διοικητικού του Συμβουλίου, οποιασδήποτε ειδικότητας και ιδιότητας". Σε εκτέλεση και κατ' εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2308/1995, εκδόθηκε η κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και δημόσιων Έργων 81706/6085/6.10.1995 (ΦΕΚ Β' 872/19.10.1995) "Ίδρυση Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"", με την οποία "...1.-Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με τη μορφή Ανώνυμης Εταιρείας και επωνυμία "Κτηματολόγιο Ανώνυμη Εταιρεία", που εποπτεύεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και παρακάτω αναφέρεται ως Εταιρεία. 2.-Σκοπός της Εταιρείας είναι η μελέτη, η σύνταξη, η λειτουργία και η τήρηση του Εθνικού Κτηματολογίου. 3.- ....Η Εταιρεία αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφελείας και ισχύουν σ' αυτήν οι διατάξεις για τις επιχειρήσεις, λειτουργεί δε σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας...". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η εταιρεία "Κτηματολόγιο Α.Ε.", που ιδρύθηκε από το Δημόσιο και στην οποία εκχωρήθηκαν αρμοδιότητες του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου Ο.Κ.Χ.Ε. και της οποίας σκοπός είναι η μελέτη, η σύνταξη, η λειτουργία και η τήρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, είναι επιφορτισμένη με εκτέλεση κρατικού προγράμματος αναπτύξεως και επομένως, οι υπάλληλοι της ως άνω εταιρείας έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 α' του Ποινικού Κώδικα, αφού το βασικό χαρακτηριστικό της έννοιας αυτής είναι όχι ο τρόπος διορισμού του υπαλλήλου (πράξη δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου) ή η διάρκεια της ή η ύπαρξη νομοθετημένης θέσεως, αλλά κατά κύριο λόγο η παροχή υπηρεσιών, έστω και προσωρινά, που εμπίπτουν στους επιδιωκόμενους γενικότερου ενδιαφέροντος σκοπούς του κράτους, ν.π.δ.δ. και οργανισμών δημόσιου τομέα, ως και η σχέση εξαρτήσεως που διαμορφώνεται από αυτά ή τα αρμόδια όργανα τους. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ1 αριθ. 152-153α/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, συνισταμένη στο ότι "στη ... στις 6.2.2001 πέτυχε με εξαπάτησε να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα κατέθεσε αίτηση στο όνομα του στην υπηρεσία του Κτηματολογίου ότι είναι κύριος με χρησικτησία οικοπέδου στη ... στη θέση "...", έκτασης 1.000 τετραγωνικών μέτρων, ενώ η αλήθεια είναι ότι αυτό ανήκει στην εγκαλούσα Ψ, κάτοικο ..., πέτυχε δε να παραπλανήσει τον υπάλληλο του Κτηματολογίου ως προς τα ανωτέρω γεγονότα και να εκδώσει κτηματογραφικό απόσπασμα στο όνομα του κατηγορουμένου, με το οποίο εβεβαιώνετο η ιδιοκτησία του επί του ανωτέρω οικοπέδου". Στην αιτιολογία της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του παραπάνω διατακτικού της, αναφέρεται ότι "από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που ενόρκως εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι το ακίνητο για το οποίο εκδόθηκε η βεβαίωση, την οποία ο εκκαλών κατηγορούμενος φέρεται ότι υφήρπασε είναι ένα πρώην αγροτεμάχιο με έξι ελαιόδενδρα και ήδη οικόπεδο, εμβαδού 1000 τ. μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "...", της ..., εντός του σχεδίου πόλεως, και που εμφαίνεται υπό τα περιμετρικά στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΑ στο από του μηνός Ιουλίου του 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολ. μηχανικού ..., στο οποίο επισυνάπτεται δήλωση του ν. 651/1977, κατά την οποία αυτό είναι μεν άρτιο, αλλά όχι και οικοδομήσιμο, συνορεύει δε βόρεια με ιδιοκτησία του κατηγορουμένου, νότια με εγκεκριμένη οδό πλάτους 10 μέτρων, ανατολικά με την οδό ... και δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου. Το εν λόγω ακίνητο, με το νομίμως μεταγραφέν 16.577/18.1.1975 προικοσυμβόλαιο του συμβ/φου Σαλαμίνας Παρασκευά Χατζή, η ... μεταβίβασε ως προίκα, κατά ψιλή κυριότητα στην κόρη της, Ψ (πολιτικώς ενάγουσα), κατ' επικαρπία δε στο σύζυγο της τελευταίας, Ψ, στον εν λόγω δε τίτλο (προικοσυμβόλαιο), το προικώο περιγράφεται ως αγρός ενός (1) στρέμματος, με έξι ελαιόδενδρα, που συνορεύει ανατολικά και νότια με δρόμους, βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ και δυτικά με ιδιοκτησία χήρας .... Στη μητέρα και δικαιοπάροχο της πολιτικώς ενάγουσας το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει με αγορά, δυνάμει του 2337.17.3.1951 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Κων/νου Κυριάκου νομίμως μεταγραφέντος, από τον ..., στον δε τελευταίο είχε περιέλθει επίσης με αγορά, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος 1838/27.8.1950 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου από τους κληρονόμους του θανόντος το έτος 1942 .... Η πολ. ενάγουσα, από το 1975, οπότε απέκτησε το ανωτέρω ακίνητο, συνέχισε τις διακατοχικές πράξεις των δικαιοπαρόχων της, που προσιδιάζουν σε νομέα ακινήτου, δηλαδή το καλλιεργούσε και μάζευε τον ελαιόκαρπο από τα υπάρχοντα σ' αυτό 6 ελαιόδενδρα, το επόπτευε και από το 1981 μέχρι το 2004, οπότε λόγω αμφισβήτησης της κυριότητας της επ' αυτού από τον κατηγορούμενο προσέφυγε στη Δικαιοσύνη (βλ. αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 84/2004 απόφαση ασφαλ. μέτρων του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνας, εκδοθείσα επί αντιθέτων αιτήσεων της πολ. ενάγουσας και του κατηγορουμένου, με την οποία, του μεν τελευταίου απορρίφθηκε η αίτηση, της δε πολ. ενάγουσας έγινε δεκτή και αναγνωρίσθηκε αυτή προσωρινά νομέας του τότε επιδίκου ακινήτου), φρόντιζε τα ελαιόδενδρα ο σύζυγος της και μάζευε τον ελαιόκαρπο για λογαριασμό της ο κουνιάδος της ..., υπό τα βλέμματα ανέκαθεν του κατηγορουμένου, χωρίς η πολ. ενάγουσα να ενοχληθεί από κανένα στην άσκηση της νομής της, πράγμα που έγινε για πρώτη φορά τον Μάιο του 2004, όταν επισκέφθηκε με τον σύζυγο της το ακίνητο και βρήκε παραβιασμένη την κλειδαριά της εξώθυρας και σπασμένο το λουκέτο, το οποίο είχε αντικατασταθεί με άλλο από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ισχυρίζεται έκτοτε ότι το ακίνητο ανήκει σ' αυτόν κατά κυριότητα, την οποία απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, συνεχίζοντας από το 1978, οπότε ισχυρίζεται ότι το απέκτησε με άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα του, Ζ, τις πράξεις νομής διάνοια κυρίου του πατέρα του, Ζ, ο οποίος το είχε, κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, αποκτήσει με το 23938/1948 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Κυριάκου Μπόγρη. Όμως, το περιγραφόμενο στο συμβόλαιο αυτό ακίνητο συνορεύει ανατολικά με ..., δυτικά με ..., βόρεια με ... και νότια με δρόμο, βρίσκεται στη θέση "..." ... και είναι άμπελος ενός (1) στρέμματος, εμπεριέχουσα και εν ελαιόδενδρον και μία αχλαδιά", κατά τον τίτλο κτήσεως, δεν έχει δε καμία σχέση με το προικώο ακίνητο της πολ. ενάγουσας, το οποίο ανέκαθεν, ήτοι προ και του έτους 1942, αναφερόταν σε όλους τους τίτλους κτήσεως της πολ. ενάγουσας ως αγρός με έξη ελαιόδενδρα, όσα δηλαδή βρίσκονται μέσα σ' αυτό και σήμερα, συνορεύει δε με δύο δρόμους, αγροτικούς παλαιότερα, οι οποίοι επίσης αναφέρονται σε όλους τους τίτλους της πολ. ενάγουσας, ενώ το ακίνητο που περιγράφεται ως άμπελος στο συμβόλαιο διανομής που επικαλείται ο κατηγορούμενος, συνορεύει μόνο με ένα δρόμο και δεν φέρεται να συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ανήκουσα επίσης στους κληρονόμους Χ, όπως θα έπρεπε αν ταυτιζόταν με εκείνο της πολ. ενάγουσας, το οποίο ο κατηγορούμενος ουδέποτε διέλαβε στο έντυπο Ε - 9 της φορολογικής του δηλώσεως μέχρι το 2004, όπως θα έπραττε αν το θεωρούσε ιδιοκτησία του, ούτε και το δήλωσε στο Εθνικό Κτηματολόγιο το 1999, όταν ξεκίνησε η διαδικασία σύνταξης των κτηματολογικών πινάκων. Αντίθετα, η πολ. ενάγουσα υπέβαλε δήλωση στο Κτηματολόγιο την 1.6.1999, με αριθμό 007217, αλλά το ακίνητο δεν εντοπίστηκε τότε, γιατί η ήδη πολ. ενάγουσα δεν είχε υποβάλει τοπογραφικό διάγραμμα. Ο κατηγορούμενος τον Φεβρουάριο του 2001, όταν ακόμα το ακίνητο δεν είχε εντοπιστεί, υπέβαλε και αυτός δήλωση στο Κτηματολόγιο, η δε πολ. ενάγουσα υπέβαλε την υπ' αριθ. 068804 ένσταση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 0512915/16/32 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή και το προικώο ακίνητο έλαβε τον Κ.Α.Ε.Κ. 05129238006, που είχε προηγουμένως ο κατηγορούμενος. Και ναι μεν από το υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου Τ.17914/04 κτηματογραφικό απόσπασμα, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν της από 2.7.2004 αιτήσεως της πολ. ενάγουσας, προκύπτει ότι ως δικαιούχος αναφέρεται ο κατηγορούμενος, αλλά στις παρατηρήσεις διαλαμβάνεται ότι για το ακίνητο αυτό η πολ. ενάγουσα έχει υποβάλει δήλωση με αριθμό πρωτ. 007217/2.6.1999, καθώς και το ότι αυτή έχει υποβάλει ένσταση. Ας σημειωθεί, τέλος, ότι στο από μηνός Ιανουαρίου του 2004 τοπογραφικό που ο κατηγορούμενος υπέβαλε αρμοδίως για την έκδοση αδείας οικοδομήσεως στο όμορο προς το επίδικο ακίνητο ακίνητο του, αναφέρει το εν λόγω ακίνητο ως αγνώστου ιδιοκτήτη. Από τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι κυρία του επιδίκου οικοπέδου από το έτος 1975 και εφεξής είναι η πολ. ενάγουσα και ότι ουδέποτε απέκτησε επ' αυτού οποιοδήποτε δικαίωμα και μάλιστα κυριότητας ο κατηγορούμενος. Συνεπώς, όταν ο τελευταίος, στη ..., με την από 8.2.2001 αίτηση του προς την υπηρεσία του Κτηματολογίου παρέστησε ότι είναι κύριος, δυνάμει χρησικτησίας, του επιδίκου ακινήτου, ενώ γνώριζε ότι κυρία αυτού ήταν η πολιτικώς ενάγουσα, εψεύδετο, πέτυχε δε με τον τρόπο αυτό να παραπλανήσει τον αρμόδιο υπάλληλο του Κτηματολογίου ως προς το ως άνω γεγονός, ο οποίος εξέδωσε κτηματογραφικό απόσπασμα επ' ονόματι του κατηγορουμένου, με το οποίο επιβεβαιωνόταν η ιδιοκτησία του στο επίδικο οικόπεδο. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, η οποία του αποδίδεται με το κατηγορητήριο". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο Πειραιώς διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτουμένη από το αρθρ. 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του παραπάνω εγκλήματος από τον κατηγορούμενο, για το οποίο τον κήρυξε ένοχο, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτών κρίσεως του και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 220 ΠΚ την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρεται κατά τρόπο σαφή η ιδιότητα εκείνου που εξέδωσε την ως άνω βεβαίωση ως υπαλλήλου του Κτηματολογίου, το οποίο, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη είναι, κατά τον νόμο, εταιρεία επιφορτισμένη με εκτέλεση κρατικού προγράμματος αναπτύξεως και επομένως, οι υπάλληλοι της, έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 α' του Ποινικού Κώδικα. Αναφέρεται επίσης και το ότι το πιστοποιητικό το οποίο ο αναιρεσείων υφήρπασε ήταν δημόσιο έγγραφο που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη την αναγνώριση στο όνομα του κυριότητας επί του περιγραφομένου ακινήτου, το οποίο δεν ανήκε σ' αυτόν, αλλά στην πολιτικώς ενάγουσα. Κατ' ακολουθίαν, οι περί του αντιθέτου, από το αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. δύο λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και συνεπώς και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως (πρέπει να απορριφθεί) στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της με 153-153α/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας, που ορίζει σε πεντακόσια ευρώ (500 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 220 του Ποινικού Κώδικα. Ο υπάλληλος της εταιρείας "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ" είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα. Απορρίπτει την αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης.
0
Αριθμός 1233/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Χριστοδούλου, περί αναιρέσεως της 1766/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ψ1 και 2 Ψ2, που δεν παραστάσθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουνίου 2008 αίτησή της, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 12 Ιανουαρίου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1492/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠοινΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με το υποβαλλόμενο υπόμνημα. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 2/2002). Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ως λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, πράγμα που συμβαίνει και όταν υπήγαγε τα περιστατικά σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στην περίπτωση. Παράβαση δε κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ πλαγίου με τη μορφή της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, συντρέχει και όταν στην απόφαση υπάρχει ασάφεια ή αντιφατικότητα ή λογικά κενά. Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να γίνεται μνεία στο αναιρετήριο, ποίες είναι οι παραβιασθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ποίες είναι οι νομικές πλημμέλειες της αποφάσεως, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και σε περίπτωση εκ πλαγίου παραβάσεως, ποίες οι ασάφειες ή αντιφάσεις ή τα λογικά κενά στην απόφαση που πλήττεται. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 28-6-2008 αίτηση της αναιρεσείουσας, πλήττεται η με αριθ. 1766/2008 κατ'έφεση εκδοθείσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία αυτή καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά μηνών, για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση κατ'εξακολούθηση, και στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως εκτίθεται κατά αντιγραφή τα παρακάτω: 1. Εσφαλμένη Αιτιολογία ως Προς την Κατοικία μου Αρνητική Υπέρβαση Εξουσίας ως προς το Δεδικασμένο του Βουλεύματος Η αναιρεσίβλητη δέχεται ότι δεν κατοικούσα στο διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου επί της οδού ... στην ..., γιατί κατά καιρούς δήλωνα αλλού κατοικία, και γιατί τούτο δέχεται το βούλευμα 6213/2002, και για αυτόν τον λόγο καταλήγει ότι δεν είχα εκεί πράγματα μου, και άρα δόλια υπέβαλα ψευδή μήνυση κατά των μηνυτών μου. Το σφάλμα της αναιρεσίβλητης είναι διπλό: Α.Αποτελεί κύριο σφάλμα της η σύνδεση της κατοικίας, μου προς την κατοχή μου του διαμερίσματος της οδού .... Γιατί η μεν κατοικία αποτελεί έννοια που ορίζεται στο άρθρο 51 Α.Κ. ως ο τόπος της κύριας και μόνιμης εγκατάστασης. Αντίθετα τούτα δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την απλή νομή η κατοχή ενός διαμερίσματος κατά τα 974 και 997 Α.Κ. Η αναιρεσίβλητη στηρίζει την κρίση της αυτή στο βούλευμα 6213/2002, το οποίο όμως απλά υποπίπτει και αυτό στο ίδιο σφάλμα της σύγχισης της έννοιας της κατοικίας με την νομή και κατοχή πράγματος, συνάγοντας έλλειψη νομής και κατοχής από την έλλειψη κατοικίας. Μάλιστα είναι προφανές από την όλη οικονομία της αναιρεσίβλητης απόφασης ότι αυτή παρέμεινε προσκολλημένη στο βούλευμα 6213/2002 το οποίο αυτή αντιγράφει εν πολλοίς δουλικά (σαν τυφλοσούρτη), και δεν έχει εκτιμήσει ελεύθερα το αποδεικτικό υλικό όπως όφειλε κατά το 177 Κ.Ποιν.Δ., γιατί θεώρησε ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος. Κατά στη συζήτηση στο ακροατήριο η πρόεδρος επανειλημμένα απέτρεψε ερωτήσεις σε ζητήματα που 'είχε κρίνει το βούλευμα'. Σίγουρα όμως δεν υφίσταται δεδικασμένο από τις σκέψεις του βουλεύματος αυτού γιατί αυτά έκρινε το βούλευμα παρεμπιπτόντως Α.Π.117/1976, 226/1975. Γενικά άλλωστε το δεδικασμένο δημιουργείται από το διατακτικό, και όχι από τις σκέψεις της απόφασης η του βουλεύματος, και ούτε από τα κατ' ιδίαν πραγματικά περιστατικά Α.Π.35/1977, 327/1977. Εγώ εξήγησα ότι είχα τα πράγματα μου στην οδό ... χωρίς να έχω πάντα εκεί την μόνιμη εγκατάσταση μου. Αφού ήμουν και κάτοικος εξωτερικού. Και γιατί άλλωστε, όπως δέχεται και η αναιρεσίβλητη απόφαση, η πολυκατοικία είχε υποβαθμιστεί πολύ, και άρα δεν ήταν πια ευχάριστη η κατοικία εκεί, και προτιμούσα να φιλοξενούμαι σε αδέλφια μου η στη θεία μου, για περισσότερη ασφάλεια, ενόψει αφενός των συνεχών αντιδικιών με ορισμένα από τα αδέλφια μου και αφετέρου της μοναξιάς και της ανασφάλειας της διαμερίσματος αυτού. Τούτο όμως δεν ερμηνεύεται νόμιμα σαν εγκατάλειψη της νομής και κατοχής του. Β.Η αναιρεσίβλητη απόφαση, όπως και το απαλλακτικό βούλευμα 6213/2002, στηρίζεται σε μεμονωμένα γεγονότα που έλαβαν χώρα, στην από 6.6.2001 ένορκη κατάθεση μου στον 31° πταισματοδίκη, και γενικεύει και γενικολογεί ότι εγώ 'Ουδέποτε διέμενα στο διαμέρισμα', ενώ όμως τα γεγονότα αναφέρονται στα συγκεκριμένα αυτά χρονικά σημεία. 2.Αρνητική Υπέρβαση Εξουσίας Ως Προς Το Δεδικασμένο Του Απαλλακτικού Βουλεύματος 6.213/2002 -Έλλειψη Αιτιολογίας Τα Αποδεικτικά Στοιχεία της Παρουσίας μου στο Διαμέρισμα Του Τετάρτου ορόφου της πολυκατοικίας της οδού ... Ενώ η αναιρεσίβλητη διαλαμβάνει 'ότι ουδέποτε διέμενα εκεί', αυτή συγχρόνως χωρίς αιτιολογία παρέλειψε να εκτιμήσει όλα τα πολλά και σημαντικά νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν αντίθετα ότι είχα παρουσία εκεί και τουλάχιστον κατοχή του διαμερίσματος. Τα πολλά και σημαντικά αυτά αποδεικτικά στοιχεία παρέλειψε να τα εκτιμήσει επειδή, όπως είναι προφανές από την όλη οικονομία της αναιρεσίβλητης απόφασης, αυτή παρέμεινε προσκολλημένη στο βούλευμα 6213/2002 το οποίο αυτή αντιγράφει εν πολλοίς δουλικά (σαν τυφλοσούρτη), γιατί θεώρησε ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος. Μάλιστα κατά στη συζήτηση στο ακροατήριο η πρόεδρος επανειλημμένα απέτρεψε ερωτήσεις σε ζητήματα που 'είχε κρίνει το βούλευμα'. Σίγουρα όμως δεν υφίσταται δεδικασμένο από τις σκέψεις του βουλεύματος αυτού γιατί αυτά έκρινε το βούλευμα παρεμπιπτόντως Α.Π.117/1976,226/1975, Γενικά άλλωστε το δεδικασμένο δημιουργείται από το διατακτικό, και όχι από τις σκέψεις της απόφασης η του βουλεύματος, και ούτε από τα κατ'ιδίαν πραγματικά περιστατικά Α.Π.35/1977, 327/1977. Τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία είναι τα εξής: 1)το υπό αριθμό 25 αναγνωστέο έγγραφο, η απόδειξη της ΕΥΔΑΠ στο όνομά μου. Δεν εξηγεί η αναιρεσίβλητη γιατί πλήρωνα εγώ τους λογαριασμούς αυτούς. 2)Το υπό αριθμό 24) αναγνωστέο έγγραφο το Ε-9, στο οποίο περιλαμβάνω το διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου της πολυκατοικίας αυτής 3)την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα μου ... ο οποίος εξήγησε ότι το διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου ήταν χωρισμένο σε δύο ιδιοκτησίες, από τις οποίες η μία ανήκει στην αδελφή μου ... και η άλλη σε εμένα. Ο μάρτυρας ρητά εξηγεί ότι ο δικαστικός επιμελητής κατέγραψε τα πράγματα τουδιαμερίσματος της αδελφής μου, αλλά προφανώς δεν έφθασε μέσα στο δικό μου διαμέρισμα, και για αυτό δεν κατέγραψε κανένα από τα δικά μου πράγματα. Ο μάρτυρας εξηγεί ότι η είσοδος του διαμερίσματος μου ήταν κρυμμένη από ένα ψυγείο ακριβώς για να μη φαίνεται. Εδώ αναφέρω ότι η Εισαγγελέας της έδρας γέλασε άμα άκουσε την εξήγηση. Υπενθυμίζω όμως ότι είμαστε 11 αδέλφια, όπως αποδεικνύεται από το πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών που προσκόμισαν οι μηνυτές μου, και έπρεπε όλοι να λάβουμε από ένα διαμέρισμα σαν κληρονομικό μερίδιο της κληρονομιάς του πατέρα μας, έστω και με ανορθόδοξο τρόπο για την ελαχιστοποίηση των εξόδων. 4)Την ένορκη κατάθεση της μάρτυρας ... η οποία κατέθεσε ρητά και με σαφήνεια ότι είδε η ίδια τους μηνυτές μου να μου πετούν τα πράγματα στο δρόμο για να με αποδιώξουν από το διαμέρισμα. Και ότι μάλιστα έλαβε και αυτή ένα κρεβάτι από τα πεταμένα... 5)Την ένορκη κατάθεση της αδελφής μου συγκατηγορούμενης ... η οποίας είναι ρητή και κατηγορηματική, ότι είχα εκεί και ιδιοκτησία και πράγματα. 6)Αλλά ακόμα και ο μηνυτής Ψ2 κατέθεσε ότι εγώ ερχόμουν στο κτίριο. Και σε μια από τις επισκέψεις μου με ενημέρωσε για τη μεσεγγύηση. Τούτη κατάθεση του μηνυτή μου έρχεται σε αντίθεση με τη μήνυση ότι εγώ δεν είχα εκεί καμιά θέση και καμιά παρουσία. Γιατί εάν δεν είχα θέση, ούτε ιδιοκτησία, παρουσία, ούτε πράγματα στην πολυκατοικία, τότε τι ερχόμουν να κάνω εκεί κάθε τόσο ; Να χαρώ το χάλι της ; 7)την ένορκη κατάθεση κατά την προδικασία της ..., η οποία δεν αναγνώστηκε παρά την αίτηση μου, και η οποία καταθέτει ότι 'την πήρα τηλέφωνο το καλοκαίρι 2001 και κλαίγοντας της είπα ότι επιστρέφοντας από τις διακοπές βρήκα το διαμέρισμα κενό από τα έπιπλα της οικοσκευής και άλλα πράγματα που είχα. Ασφαλώς η αναιρεσίβλητη δεν αναφέρει ρητά ότι δεσμεύτηκε από το δεδικασμένο, γιατί πρόκειται για δικονομικό ζήτημα που δεν χρειάστηκε να αιτιολογηθεί, αλλά είναι διάφανη η προσκόλληση σε αυτό ακόμα και όπου δεν το αναφέρει ρητά, και είναι προφανής και διάφανη η παράλειψη της άσκησης ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων σύμφωνα με το άρθρο 177 Κ.Ποιν.Δ. περί ηθικής απόδειξης. 3. Έλλειψη Αιτιολογίας Ως προς την ιδιοκτησία μου Η αναιρεσίβλητη απόφαση δέχεται δογματικά και αναιτιολόγητα ότι το διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου της πολυκατοικίας επί της οδού ... στην ... της ... δεν μου ανήκει, αλλά συγχρόνως δέχεται ότι 'η πολυκατοικία αυτή υπήρξε αντικείμενο περιουσιακών διενέξεων των ιδιοκτητών της' εξαιτίας των οποίων αυτή 'ήταν εγκαταλελειμμένη και τα διαμερίσματα της ήταν πολλά παραβιασμένα και είχε καταντήσει τόπος κατοικίας αστέγων'. Από τη διαπίστωση αυτή συνάγει περαιτέρω ότι ήμουν ξένη προς το διαμέρισμα. Η διατύπωση αποτελεί αντιγραφή του βουλεύματος 6213/2002, το οποίο πάντως λησμόνησε να επικαλεστεί η αναιρεσίβλητη. Έτσι όμως η απόφαση αυτή έχει ελλιπή και εντελώς ανεπαρκή αιτιολογία, αφού δεν προσδιορίζει: 1) από ποια στοιχεία δέχεται ότι το διαμέρισμα δεν μου ανήκει 2) ποιος ήταν τελικά ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, 3) ούτε ποιοι έστω το διεκδικούσαν, και ειδικότερα αν το διεκδικώ εύλογα και εγώ, η γιατί εγώ δεν το διεκδικώ 4) και από ποια τα στοιχεία προκύπτουν αυτά. Γιατί με δεδομένο ότι το διαμέρισμα ήταν αντικείμενο κληρονομικών διαφορών όπως όλη η πολυκατοικία, όπως αποδεικνύεται από την 186/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η αναιρεσίβλητη απόφαση θα έπρεπε να προσδιορίσει γιατί ειδικά εγώ δεν μπορώ να είμαι και εγώ αν όχι αναγνωρισμένη ιδιοκτήτρια - πάντως διεκδικητής του διαμερίσματος, αφού τυχαίνω και εγώ κληρονόμος του πατέρα μας ΙΖ που αποβίωσε στις 15.8.1974, όπως και τα 10 αδέλφια μας. Και με δεδομένο ότι όλα τα αδέλφια μου έπρεπε να λάβουν ένα διαμέρισμα από την πολυκατοικία, για ποιόν λόγο να μη δικαιούμαι και εγώ ένα διαμέρισμα από αυτό σαν ισότιμη κληρονόμος, και αφού δεν έχω λάβει άλλο διαμέρισμα εκεί. Και πως είναι δυνατό να μας λύσει το ποινικό δικαστήριο όλα τις κληρονομικές μας διαφορές με μία παρεμπίπτουσα αναιτιολόγητη κρίση. Με άλλα λόγια ναι μεν δεν αποδείχθηκε ιδιοκτησία μου επί του διαμερίσματος, κατά την αστήρικτη κρίση της αναιρεσίβλητης, αλλά εγώ πάντως επικαλέστηκα και απέδειξα νόμιμο κληρονομικό δικαίωμα επί αυτού ως μεριδίου της κληρονομιάς του πατέρα μου Ζ, όχι λιγότερο έναντι των άλλων. 4.Εσφαλμένη Αιτιολογία Ως προς την Ανυπαρξία των Πραγμάτων μου Αντιφατική κρίση προς την Προηγούμενη Διαπίστωση της Αναιρεσίβλητης Ενώ στηρίχθηκε η αναιρεσίβλητη στις παραπάνω σκέψεις περί κατοικίας μου, και αγνόησε τον ισχυρισμό μου περί νόμιμου κληρονομικού δικαιώματος επί του διαμερίσματος, αυτή δέχθηκε ότι: '...βεβαίως δεν είχα μέσα σε αυτό πράγματα που να μου ανήκουν' με τη γενικόλογη αιτιολογία ότι 'δεν ήταν δυνατόν να υπάρχουν σε αυτήν την πολυκατοικία πράγματα και μάλιστα αξίας γιατί αυτή ήταν εγκαταλελειμμένη και πολλά διαμερίσματα είχαν παραβιαστεί'. Η κρίση αυτή αποτελεί βέβαια και αυτή αντιγραφή του βουλεύματος, το οποίο πάντως λησμονεί να αναφέρει η αναιρεσίβλητη, και η οποία κρίση είναι πολλαπλά εσφαλμένη και αντιφατική: 1)Αυτή ελέγχεται ως άκρως υπερβολική, αφού το γεγονός της κατά καιρούς παραβίασης κάποιων διαμερισμάτων της πολυκατοικίας δεν σημαίνει κατά ανάγκη ότι έπρεπε όλα τα διαμερίσματα αυτής να έχουν εκκενωθεί! Γιατί πρόκειται για πολυκατοικία στην ... της ..., και όχι σε περιοχή σε αφύλακτα σύνορα της χώρας, που έχει ερημώσει λόγω εχθρικών επιδρομών. Η διαπίστωση της ότι η πολυκατοικία ήταν εγκαταλελειμμένη έρχεται αμέσως σε αντίφαση με την παραπάνω διαπίστωση της ότι έλαβε χώρα έξωση αλλοδαπών από το διαμέρισμα του τέταρτου ορόφου. 2)Η αναιρεσίβλητη - και στην πραγματικότητα το βούλευμα που αυτή αντιγράφει δουλικά - σοκαρίστηκε εμφανώς από τα παθήματα της πολυκατοικίας μας, και την αποκάλεσε εγκαταλελειμμένη, αλλά δεν αναλογίστηκε ότι αυτή αποτελεί το κληρονομικό στοιχείο του πατέρα μας, και ότι απλά δεν έχουμε δυνατότητα επιλογής κατά βούληση άλλης καλύτερης πολυκατοικίας. Είμαστε υποχρεωμένοι να επιβιώσουμε σε αυτήν και να μη την εγκαταλείψουμε. Ιδιαίτερα εγώ που είμαι η φτωχότερη και πιο αδικημένη από την κληρονομική μοιρασιά. 3)Η αναιρεσίβλητη διαπίστωσε ότι όλη η πολυκατοικία είναι αντικείμενο περιουσιακών διεκδικήσεων. Και συμπέρανε ότι άρα εγώ δεν είχα πράγματα εκεί. Εντούτοις η διαπίστωση της αυτή δικαιολογεί πλήρως κατά την κοινή πείρα ακριβώς το αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή εγώ είχα κάθε λόγο να έχω και να διατηρώ εκεί μέσα τα πράγματα μου και μάλιστα εν ανάγκη και με θυσίες. Γιατί η απόσυρση των πραγμάτων μου θα σήμαινε εκ των πραγμάτων την υποχώρηση μου στις διεκδικήσεις των άλλων διεκδικητών. Ενώ η διατήρηση εκεί των πραγμάτων μου υποστηρίζει τα κληρονομικά μου δικαιώματα. Το βασικότατο, ουσιωδέστατο και εντελώς στοιχειώδες τούτο δίδαγμα της κοινής πείρας απέτυχε να κατανοήσει η αναιρεσίβλητη, όπως και το βούλευμα που αυτήαντιγράφει δουλικά, η οποία κατέληξε έτσι στο αντίθετο εσφαλμένο και έκδηλα αφελές πόρισμα. 4)Εσφαλμένα δέχεται η αναιρεσίβλητη ότι ο πίνακας του Μονέ δεν έχει αξία επειδή ήταν απλό αντίγραφο. Τα καλά αντίγραφα μεγάλων ζωγράφων έχουν αξιόλογη αξία. Εγώ είμαι πια φτωχή, και για εμένα τα πράγματα μου είχαν αξία οικονομική μεγάλη γιατί δεν μπορώ πια να τα αντικαταστήσω. 5). Ψευδής Ερμηνεία άρθρου 367 Π.Κ. η Αόριστη Αιτιολογία Η αναιρεσίβλητη απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό μου άρθρου 367 Π.Κ. που υπέβαλα νόμιμα στο ακροατήριο ως αβάσιμο με την αόριστη και ασαφή αιτιολογία ότι όσα κατέθεσα και διέδωσα δεν είναι μεταξύ των περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή. Η απορριπτική αυτή κρίση είναι ακατανόητη, γιατί η μεν καταμήνυση μου για διατάραξη της οικιακής ειρήνης πρώτιστο σκοπό είχε την προστασία η διαφύλαξη του δικαιώματος μου ανενόχλητης χρήσης του διαμερίσματος μου που κατείχα και διεκδικώ η του όμοιου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μου. Η κατηγορία μου της κλοπής έγινε για την ανάκτηση των πραγμάτων μου. Καμιά από τις δύο κατηγορίες δεν έγινε βέβαια για τη δυσφήμηση των μηνυτών. Ακόμα και το ίδιο το επίμαχο απαλλακτικό βούλευμα 6213/2002 δεν αποκλείει την περίπτωση να είχα στο διαμέρισμα πράγματα και να μου τα πήραν άλλοι. Και αφού η αναιρεσίβλητη απόφαση δέχεται - αντιγράφοντας πάντα το απαλλακτικό βούλευμα 6213/2002 - ότι η πολυκατοικία είναι αντικείμενο περιουσιακών διεκδικήσεων των ιδιοκτητών της, αποδεικνύεται σαφέστερος ο λόγος της μήνυσης μου, δηλαδή η ανάγκη προστασίας τόσο της ιδιοκτησίας μου, όσο και των κινητών πραγμάτων μου, τα οποία κινητά πράγματα έχουν πάντα και συναισθηματική αξία, και κανένας δεν θέλει να βρίσκει το σπίτι του άδειο όταν γυρνάει σε αυτό. Ενόψει άρα του μεγάλου περιουσιακού διακυβεύματος, ενός διαμερίσματος πολυκατοικίας από το οποίο αποβλήθηκα, όσο και της μεγάλης -για εμένα προσωπικά- συναισθηματικής και οικονομικής αξίας των κινητών πραγμάτων που έχασα, έπρεπε να γίνει δεκτό, και μάλιστα χωρίς δυσκολία, ότι δεν είχα δόλο συκοφαντίας η εξύβρισης, η ψευδούς καταμήνυσης η ψευδορκίας αλλά ενήργησα προς προστασία νόμιμου δικαιώματος μου η πάντως δικαιολογημένου συμφέροντός μου. Το αντίθετο πόρισμα της αναιρεσίβλητης είναι αόριστο, ακατανόητο, παράλογο και μυωπικό, και δεν αποδίδει Δικαιοσύνη, αλλά με αδικεί αφόρητα έντονα, αφού με δέχεται σαν κακόβουλη και σατανική, η οποία αιφνιδίως και στα καλά καθούμενα μηχανεύθηκα ψευδείς κατηγορίες κατά των αδελφών μου, μόνο και μόνο για να τους κατηγορήσω χωρίς πραγματικό λόγο. Γιατί πάντως έμαθα ότι τα πράγματα μου δεν τα κατέγραψε ο δικαστικός επιμελητής, και άρα η προκείμενη περίσταση δεν ήταν για εμένα αφορμή εύκολης κατηγορίας, ακόμα και αν ήμουν κακόβουλη και σατανική. Εξάλλου αν ήμουν τόσο κακόβουλη και σατανική, γιατί να στραφώ και κατά του μεσεγγυούχου δικηγόρου, με τον οποίο σε κάθε περίπτωση ουδεμία είχα άλλη διαφορά; Και μάλιστα ενώ αυτός ήταν και δικηγόρος διορισμένος από το Δικαστήριο και άρα κατά τεκμήριο πιο δύσκολο να στοιχειοθετήσω κατηγορία εναντίον του; Είναι αυταπόδεικτο ότι το πόρισμα της αναιρεσίβλητης είναι μετέωρο και ακατανόητο. Η καταμήνυση μου υπήρξε μία αυθόρμητη προσπάθεια υπεράσπισης του βάναυσα θιγόμενου έννομου συμφέροντος μου και ξέσπασμα δίκαιης αγανάκτησης. 6.Εσφαλμένη Απόρριψη του Ισχυρισμού μου περί Πραγματικής Πλάνης Με Εσφαλμένες Αιτιολογίες Χωρίς Νόμιμη Βάση Η αναιρεσίβλητη απέρριψε το ισχυρισμό μου άρθρου 30 Π.Κ. περί πραγματικής πλάνης ως προς τον διορισμό του μεσεγγυούχου Ψ2, με τις αιτιολογίες ότι 1) η σχετική απόφαση μου είχε επιδοθεί σε προσωπική επικοινωνία μαζί του και παρουσία της κοινής γνωστής μας ... και 2) η τελευταία μου ανήγγειλε και γνωστοποίησε την ιδιότητα του. 1)Η αναιρεσίβλητη επικαλείται ανύπαρκτη επίδοση, την οποία ούτε προσδιορίζει, ούτε υπάρχει ούτε στα αναγνωστέα έγγραφα ούτε ολωσδιόλου. Η παράλειψη αυτή είναι καίριας σημασίας και αποτελεί αναιρετικό σφάλμα γιατί δεν είναι δεν είναι δυνατό να γίνεται διαπίστωση επίδοσης χωρίς το επιδοτήριο του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή. 2)Όσον αφορά τη δεύτερη αιτιολογία πρέπει να υπενθυμίσω ότι η γνωστοποίηση μίας απόφασης διορισμού μεσεγγυούχου δεν γίνεται μέσω δηλώσεων, παραστάσεων, η πληροφοριών γειτόνων όπως η ..., αλλά με κοινοποίησή της. Γιατί ο διορισμός ενός μεσεγγυούχου ορίζει και τις αρμοδιότητες του, τις οποίες δεν είναι δυνατό ούτε να γνωρίζει ούτε να βεβαιώνει υπεύθυνα ένας γείτονας η ένας περαστικός. Ιδιαίτερα στο προκείμενο όπου ο διορισμός έγινε σε δίκη μεταξύ τρίτων, όπως δέχεται η αναιρεσίβλητη, της ... και του ..., όπου εγώ δεν είχα συμμετάσχει σαν διάδικος, έπρεπε να μου είχε επιδοθεί η απόφαση. Πέραν τούτου όμως, ο διορισμός μεσεγγυούχου δεν ισχύει έναντι εκείνου κατά του οποίου δεν ασκήθηκε αγωγή εντός 30 ημερών σύμφωνα με τα άρθρα 727 και 715 Κ.Πολ.Δ. Στο προκείμενο ουδέποτε ασκήθηκε αγωγή εναντίον μου από την ... και ο διορισμός αυτός άρθηκε αυτοδίκαια όσον αφορά εμένα, εάν υποτεθεί ότι ίσχυσε ποτέ. Επιπλέον δεν μου κοινοποιήθηκε ποτέ εξωστική απόφαση με επιταγή προς εκτέλεση πριν από τρεις ημέρες όπως θα έπρεπε επί ποινή μάλιστα ακυρότητας σύμφωνα με το άρθρο 924-926 Κ. Πολιτικής Δικονομίας. Τέτοια έγγραφα που θεμελιώνουν και αποδεικνύουν δικονομικές ιδιότητες, όπως αυτή του μεσεγγυούχου, δεν είναι δυνατό να αποδεικνύονται με τη γενική γνώση από φήμες η πληροφορίες γειτόνων, ακριβώς λόγω της ανάγκης τήρησης των λεπτομερειακών δικονομικών κανόνων. 7. Έλλειψη Δίκαιης Δίκης Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απαιτεί την διενέργεια μιας συνολικά δίκαιης δίκης. Δεν ενδιαφέρεται για το αν τηρήθηκε η Δικονομία η μία επί μέρους διάταξη. Δεν είναι δυνατόν να καταδικάζομαι εγώ από την αναιρεσίβλητη επειδή άσκησα τα δικαιώματα μου, όταν αδικήθηκα το 2001, και επειδή εκδόθηκε το 6213/2002 απαλλακτικό βούλευμα, να χρησιμοποιείται τώρα από την αναιρεσίβλητη άκριτα, τυφλά και δουλικά, και έτσι να ξανααδικούμαι και πάλι, και να τιμωρούμαι γιατί δεν απέδειξα τα νόμιμα δικαιώματα μου όταν τα άσκησα. Γιατί στην υπόθεση της προκείμενης δίκης τούτης, της μήνυσης των μηνυτών εναντίον μου, εγώ ουδέποτε κρίθηκα σε μία έστω δίκαιη διαδικασία, αλλά έλαβα μέρος μόνο στην παραπάνω διαδικασία όπου το Δικαστήριο απεμπόλησε το δικαίωμα και καθήκον του της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων και της ηθικής απόδειξης και προσκολλήθηκε δουλικά στο απαλλακτικό βούλευμα 6.213/2002, χωρίς να εκτιμήσει τη σωρεία των αντίθετων αποδεικτικών μέσων κατά αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Και κατέληξε σε μια 'περίεργη' καταδικαστική απόφαση η οποία γεννάει περισσότερα ερωτήματα από όσα επιλύει και με αδικεί πιο πολύ από όσο αυτοί που μου πέταξαν τα πράγματα από το διαμέρισμα. Για Όλα Αυτά Και όσα προσθέσω νόμιμα Ζητώ Να αναιρεθεί η αναιρεσίβλητη απόφαση. Να καταδικαστεί το Δημόσιο στη δικαστική μου δαπάνη. Αντίκλητο μου διορίζω τον πληρεξούσιο που υπογράφει το παρόν". Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, οι παραπάνω λόγοι είναι αόριστοι, αποτελούν απλώς αντιγραφή της έννοιας της ελλείψεως της ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όπως ερμηνεύονται από τη νομολογία και δεν προσδιορίζεται στην κρινόμενη αίτηση της αναιρεσείουσας, σε τι συνίστανται οι αποδιδόμενες στην πληττόμενη απόφαση και σε ποία συγκεκριμένα κεφάλαια αυτής, νομικές πλημμέλειες και αιτιάσεις, ποίες οι ασάφειες, ποιες οι ελλείψεις, τα λογικά κενά και οι αντιφάσεις. Είναι επομένως ασαφείς και εντελώς αόριστες και ανεπίδεκτες δικαστικής εκτιμήσεως οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και συνεπώς απορριπτέοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως. Όσον αφορά τον επικαλούμενο λόγο, "αρνητικής υπέρβασης εξουσίας ως προς το δεδικασμένο του με αριθ. 6213/2002 απαλλακτικού βουλεύματος", η αίτηση είναι επίσης απορριπτέα ως παντελώς αόριστη, καθόσον δεν προσδιορίζονται οι παραδοχές του άνω βουλεύματος ούτε εκείνες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για να κριθεί αν το δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε κατ'αρχήν ή δεν δέχθηκε ύπαρξη δεδικασμένου και αν τα πραγματικά περιστατικά ταυτίζονται. Όσον αφορά το λόγο αναιρέσεως ότι με ασαφή και αόριστη αιτιολογία απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο υπό της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης υποβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του άρθρου 367 ΠΚ και πραγματικής πλάνης του άρθρου 30 ΠΚ, η κρινόμενη αίτηση είναι επίσης απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν εκτίθενται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά υπό τα οποία προβλήθηκαν οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί, για να κριθεί αν κατ'αρχήν υποβλήθηκαν νομίμως και κατά ορισμένο τρόπο, ώστε να υποχρεούται το Δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόρριψή τους, ούτε εκτίθενται τα περιστατικά που δέχθηκε συναφώς το Δικαστήριο και απέρριψεν ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς αυτούς, για να κριθεί η τυχόν έλλειψη νόμιμης και επαρκούς αιτιολογίας. Πέραν τούτων, η επικληθείσα διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ, περί άρσεως του αδίκου, κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, δεν εφαρμόζεται επί των αδικημάτων που καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Όσα δε σε έκταση εκτίθενται, όπως παραπάνω, στην κρινόμενη αίτηση, είναι σχολιασμός των αποδεικτικών μέσων και αναφορές στην ουσία της υποθέσεως και σε κατά την αναιρεσείουσα εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων) και σε εσφαλμένες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία δέχθηκε κατά την αιτούσα άκριτα και τυφλά το σε βάρος της απαλλακτικό βούλευμα και συνολικά ότι αδικήθηκε η αιτούσα που καταδικάσθηκε. Όμως, όλα αυτά πλήττουν την ουσία της υποθέσεως και με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται απαραδέκτως, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, αόριστα επικαλείται με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως η αιτούσα έλλειψη δίκαιης δίκης, όπως απαιτεί η ΕΣΔΑ, γιατί εκδόθηκε κατ'αυτήν "μία περίεργη καταδικαστική απόφαση που την αδικεί και δεν κρίθηκε σε μία δίκαιη δίκη", χωρίς να παραθέτει περιστατικά και να αναφέρει από πού συγκεκριμένα συνάγεται το συμπέρασμα ότι δεν έγινε δίκαιη δίκη και ποία υπερασπιστικά της δικαιώματα παραβιάστηκαν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 509 παρ.2 του ΚΠοινΔ, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση (άρθρο 473 παρ.2. και 474 παρ.2) μπορεί να προστεθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναιρέσεως ημέρα στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και συντάσσεται ατελώς σχετική έκθεση πάνω στα έγγραφα που κατατίθενται, αν δε δεν τηρηθεί η παραπάνω προθεσμία ή οι διατυπώσεις ασκήσεως τους, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι. Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί μόνον εφ' όσον είναι έγκυρος και παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 28-6-2008 αίτηση της κατηγορουμένης Χ, ζητείται η αναίρεση της με αριθ. 1766/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Περαιτέρω η αναιρεσείουσα κατέθεσεν εμπρόθεσμα με δικόγραφο στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, στις 12-1-2009, προσθέτους λόγους, συνταχθείσης σχετικής εκθέσεως. Όμως, αφού κατά τα παραπάνω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας των λόγων αυτής, και οι πρόσθετοι λόγοι δε μπορούν να ερευνηθούν και θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-6-2008 αίτηση της Χ, μετά των προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της με αριθ. 1766/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ποινικής διάταξης και αρνητική υπέρβαση εξουσίας και επομένως είναι απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 2/02, 19/01). Απορριπτέοι και οι πρόσθετοι λόγοι, αφού για να ερευνηθούν προϋποθέτουν παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 1232/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Βλάσση, περί αναιρέσεως της 1119/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1465/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 211 εδ. α' του ΚΠοινΔ, "με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία, όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση". Ως ανακριτικά καθήκοντα εννοούνται και τα προανακριτικά καθήκοντα. Με την άνω εξέταση αυτή στο ακροατήριο ισοδυναμεί και ανάγνωση σ'αυτό της περιεχόμενης στα αναγνωσθέντα πρακτικά προηγούμενης δίκης καταθέσεως για την ίδια ποινική υπόθεση μάρτυρος που άσκησε ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα. Στην έννοια των εκτελεσάντων ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα, περιλαμβάνονται και απαγορεύεται η εξέταση εκείνων που ενήργησαν επί της υποθέσεως ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ), η οποία, μετά την ισχύ του Ν. 3160/2003, εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση του άρθρου 31 παρ.2 του ΚΠοινΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2004). Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ.1 του ΚΠοινΔ, καλυπτόμενη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας.( ΑΠ 965/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης , με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαγωγής και νοθεύσεως εγγράφων από υπάλληλο και υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ'εξακολούθηση, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία περιέχεται και ένορκη κατάθεση του μάρτυρος ..., δημοσίου υπαλλήλου, Διευθυντή ΚΕΠ/Ν. Δράμας, που είχε διενεργήσει ΕΔΕ και είχε συντάξει το από 29-9-2003 πόρισμα ΕΔΕ σε βάρος του κατηγορουμένου. Όμως, από τα εν λόγω πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, (βλ. φύλλα 4 και 17 αυτής), προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εναντιώθηκε μεν δια του συνηγόρου του ρητά στην εξέταση στο ακροατήριο του άνω προσελθόντος μάρτυρος κατηγορίας και το Δικαστήριο δεν εξέτασε τον μάρτυρα αυτόν, πλην δεν εναντιώθηκε αργότερα και στη μη ανάγνωση της δοθείσας υπ'αυτού στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καταθέσεώς του, η οποία και αναγνώσθηκε εμμέσως δια μέσου των αναγνωσθέντων πρακτικών του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Επομένως, η κατά τα παραπάνω σχετική ακυρότητα της διαδικασίας καλύφθηκε και ο σχετικός, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. (ΑΠ 965/2008,ΑΠ 60,1524/2006). Επειδή κατά το άρθρο 105 Κ.Π.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του Ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠοινΔ, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104, η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31. Στο δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠοινΔ, που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση, ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 Κ.Π.Δ. με το Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με το συνήγορο πριν από την εξέτασή του ως "μάρτυρα" γεγονός που θάλπει, κατά τη κοινή πείρα, τη πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. 'Ετσι με τη πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στη πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγουμένη παραγγελία του Εισαγγελέα, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για τον κατηγορούμενο, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Επειδή ναι μεν η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β' ΚΠοινΔ δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξετάσεως, η οποία μετά την ισχύ του Ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με τη προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά τη λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 ΚΠοινΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α. ΚΠοινΔ διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠοινΔ να αρνηθεί τη κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που έχει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μη εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά τη κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιον είχε καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. (Ολομ. ΑΠ 1/2004,ΑΠ 403, 1828/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο νόμιμα ανέγνωσε και αξιολόγησε αποδεικτικά και το από 29-9-2003 πόρισμα της διενεργηθείσας ένορκης διοικητικής εξετάσεως (ΕΔΕ) του προϊσταμένου του ΚΕΠ Ν. Δράμας .... Από τα ίδια πρακτικά δεν προκύπτει ότι στο αιτιολογικό λήφθηκαν υπόψη οι μαρτυρικές καταθέσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που είχε δώσει αυτός κατά την άνω ΕΔΕ, πριν αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι δε γίνεται πουθενά μνεία τέτοιων μαρτυρικών καταθέσεων του ελεγχομένου αρχικά από την υπηρεσία του δημοσίου υπαλλήλου κατηγορουμένου, ούτε και για επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος αυτού που να προκύπτουν από τέτοιες καταθέσεις του. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος για απόλυτη ακυρότητα συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, κατά την οποία, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο Εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδαφ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι, ακυρότητα λαμβανομένη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται, εκτός των άλλων, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, συνάγεται ότι την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα, δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. (ΑΠ 62,1415/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτημα για μη ανάγνωση της περιεχομένης στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως καταθέσεως του διενεργήσαντος την ΕΔΕ μάρτυρος ... και το Δικαστήριο προχώρησε στην ανάγνωση, χωρίς να προτείνει σχετικά με την άνω ένστασή του ο Εισαγγελέας της έδρας, προκληθείσας ακυρότητας για έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα. Όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος εναντιώθηκε στην αρχή της αποδεικτικής διαδικασίας στην εξέταση στο ακροατήριο του άνω προσελθόντος μάρτυρος κατηγορίας ... και η ένστασή του αυτή, με σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα, έγινε δεκτή και δεν εξετάστηκε ο μάρτυρας αυτός. Όμως, δεν προκύπτει από τα πρακτικά αυτά, ότι, όταν αργότερα κατά την ανάγνωση των εγγράφων, αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά την οποίαν και είχε καταθέσει χωρίς αντίρρηση του κατηγορουμένου, ο ίδιος μάρτυρας, πρόβαλε κάποια σχετική αντίρρηση ο κατηγορούμενος και αίτημα να μην αναγνωσθεί η στα πρακτικά εκείνα περιλαμβανόμενη κατάθεση του άνω μάρτυρα. Επομένως, ανεξάρτητα του ότι, κατά τα πρεκτεθέντα, την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα, δε δικαιούται να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος, δεν υπήρξε και αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ώστε να τύχει απαντήσεως. Κατ'ακολουθίαν, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα, έλλειψη ακροάσεως του ιδίου του κατηγορουμένου και έλλειψη αιτιολογίας με την σιγή απόρριψη του παραπάνω αιτήματός του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περιστάσεως. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού με αίτημα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του.(ΑΠ 807/2007). Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β, γ, δ και ε . Στην προκείμενη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά την αγόρευσή του επί της ενοχής, (βλ. φύλλο 21 πρακτικών) ζήτησε να του αναγνωρισθεί μόνο το ελαφρυντικό της περιπτώσεως β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, αορίστως χωρίς αιτιολόγηση και παράθεση περιστατικών, που να δικαιολογούν την αναγνώρισή του. Το Δικαστήριο στη συνέχεια έκρινε και χορήγησε στον κατηγορούμενο (βλ. φύλλα 67, 101 και 113 πρακτικών) τα ελαφρυντικά : α) του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και δ ΠΚ, για τις πράξεις Γ και Δ που καταδικάσθηκε της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ'εξακολούθηση και β) του άρθρου 84 παρ.2 εδ. β και δ ΠΚ, για τις πράξεις Α, Β, Ε και ΣΤ που καταδικάσθηκε, της νοθεύσεως εγγράφων και της υπεξαγωγής εγγράφων προσιτών στην υπηρεσία, λόγω της υπηρεσίας κατ'εξακολούθηση. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 83, 84 και 85 του ΠΚ και ειδικότερα, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε συνδρομή του εδαφίου α, β, δ του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, θάπρεπε να αναγνωρίσει την ελαφρυντική αυτή περίσταση του εδ. α, όχι μόνο για το αδίκημα της υπεξαιρέσεως, αλλά και για τα υπόλοιπα δύο αδικήματα της υπεξαγωγής και της νοθεύσεως εγγράφων, για τα οποία αναγνώρισε και τις παραπάνω άλλες δύο ελαφρυντικές περιστάσεις εδαφ. β και δ της παρ.2 του άρθρου 84 ΠΚ. Στον παραπάνω όμως ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη και όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, δεν είχε υποβάλλει τέτοιο αίτημα στο Δικαστήριο, για αναγνώριση και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α του ΠΚ, ώστε να έχει υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και δη αιτιολογημένα. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγος, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων των άρθρων 83,84 και 85 του ΠΚ, που υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε, χωρίς να διαλάβει ειδική αιτιολογία στην απόφασή του, τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-9-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθ. 1119/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1. Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, για από-λυτη, άλλως σχετική ακυρότητα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι κατά το άρθρο 211 εδ. α΄ του ΚΠΔ, "με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία, όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση". Ως ανακριτικά καθήκοντα εννοούνται και τα προανακριτικά καθήκοντα. Στην έννοια των εκτελεσάντων ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα, περιλαμβάνονται και απαγορεύεται η εξέταση εκείνων που ενήργησαν ΕΔΕ. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 του ΚΠΔ, καλυπτόμενη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, πράγματι έχει προβεί σε διεξαγωγή ΕΔΕ επί της ενδίκου υποθέσεως ο εν λόγω υπάλληλος, αφού από τα πρακτικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αντιτάχθηκε μεν στην εξέταση του εν λόγω υπαλλήλου ως μάρτυρος, προ της εξετάσεώς του και η ένστασή του αυτή έγινε δεκτή, πλην όμως δεν αντιτάχθηκε αργότερα στην ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και δεν αντιτάχθηκε ρητά και στη μέσω των πρακτικών αυτών ανάγνωση και της δοθείσας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καταθέσεως του ιδίου υπαλλήλου, οποιαδήποτε τυχόν επελθούσα ακυρότητα, ως σχετική, καλύφθηκε (ΑΠ 965/2008, ΑΠ 60, 1524/2006, ΑΠ 1473/2002). Η Ολ. 4/2008: Οι Ενεργήσαντες ΕΔΕ Οικονομικοί Επιθεωρητές δεν υπάγονται στις απαγορεύσεις του 211α ΚΠΔ. 2. Η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β΄ ΚΠΔ δεν απαγγέλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης με τη προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά τη λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου ή του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 ΚΠΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ΄ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη (Ολομ. ΑΠ 1/2004, ΑΠ 403, 1828/2008). 3. Από τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, κατά την οποία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο Εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά του παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδαφ. δ΄ του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι, ακυρότητα λαμβανόμενη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται, εκτός των άλλων και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, συνάγεται ότι την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα, δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 62, 1415/2006). 4. Το Δικαστήριο, εξετάζει μεν και αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων, αν όμως δεν υποβληθεί ορισμένο αίτημα αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων, δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει και να αιτιολογήσει τη μη αναγνώριση. (ΑΠ 807/2007). Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Ακυρότητα σχετική.
2
Αριθμός 1231/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ... και 2) ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Γαλούνη, περί αναιρέσεως της 2034/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία προς Προστασίαν της Πνευματικής Ιδιοκτησίας" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΕΠΙ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και που στο ακροατήριο παρέστη ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας .... και διόρισε για να τον εκπροσωπήσει τον δικηγόρο Θεόδωρο Ασπρογέρακα - Γρίβα. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1 Φεβρουαρίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 440/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες υπ' αρ. 2 και 3/1-2-2008 δύο αιτήσεις αναίρεσης, των συγκατηγορουμένων: 1) .... και 2) ... κατά της υπ' αριθμ. 2034/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που απαγγέλθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, χωρίς την παρουσία των αναιρεσειόντων στις 26-11-2007 και καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ τηρούμενο βιβλίον στις 29-2-2008 (βλ. σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση στο τέλος της προσβαλλόμενης απόφασης), ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και παραδεκτά. Επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν και να εξεταστούν περαιτέρω. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2034/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πατρών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι στο ..., την 22-10-2003, ο μεν πρώτος ως επιχειρηματίας διευθυντής, η δε δεύτερη ως εν γένει υπεύθυνη του ραδιοφωνικού σταθμού με την επωνυμία ".... FM", κατά παράβαση του νόμου μετέδιδαν δημόσια μουσικές συνθέσεις και τραγούδια διαφόρων στιχουργών και ερμηνευτών και συγκεκριμενα το τραγούδι με τίτλο "..." του ...., προς τέρψη των πελατών του, που προστατεύεται αποκλειστικά στην Ελλάδα από την εγκαλούσα ΑΕ με την επωνυμία "ΑΕΠΙ - Ελληνική Εταιρεία προς προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας Α.Ε.", χωρίς την από το νόμο απαιτούμενη προηγούμενη γραπτή άδειά της. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της παράβασης του άρθρου 66 παρ. 1 του ν. 2121/1993, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 Π.Κ. και 66 παρ. 1 του ν. 2121/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ...., του οποίου η κατάθεση κρίθηκε αναγκαία κατά τη συζήτηση της ίδιας υπόθεσης στις 6-3-2007, με την παρουσία τότε των εκκαλούντων αναιρεσειόντων, όταν και αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο για τις 6-11-2007 (βλ. την υπ' αριθμ. 489/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το μέρος της ενοχής των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέα είναι ως απαράδεκτη η αίτηση ως προς την επιμέτρηση της ποινής σε βάρος των αναιρεσειόντων με την επίκληση μόνο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξάντλησε την αυστηρότητα του νόμου, επιβάλλοντας σε αυτούς τις ίδιες ποινές που είχε επιβάλλει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εφόσον δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ότι το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφήρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 79 Π.Κ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστικό της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα (στην αιτιολογία), ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 (του Π.Κ.), είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το Δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ανωτέρω Δικαστήριο, αφού επέβαλε στον καθένα αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, την μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα και για τους δύο αναιρεσείοντες - κατηγορουμένης, απορρίπτοντας, αυτεπαγγέλτως, την αναστολή της εκτέλεσης της ως άνω ποινής με την αιτιολογία "όπως προκύπτει από τα ποινικά μητρώα των κατηγορουμένων, αυτοί ουδέποτε καταδικάσθηκαν για κακούργημα ή πλημμέλημα, πλην όμως, από την έρευνα των περιστάσεων που διαπράχθηκε η πιο πάνω αξιόποινη πράξη και της διαγωγής τους μετά την τέλεση της πράξεως, το δικαστήριο κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 ΠΚ είναι απολύτως αναγκαία για να τους αποτρέψει από την τέλεση νέων εγκλημάτων (άρθρο 99 παρ. 1 ΠΚ)". Η ως άνω αιτιολογία όμως της απόφασης περί απόρριψης της αναστολής της επιβληθείσης στους αναιρεσείοντες ποινής φυλάκισης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτείται σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ενόψει της έλλειψης εγκληματικής δραστηριότητας των δύο αναιρεσειόντων στο παρελθόν και ότι από τη μη εκπλήρωση του χρέους της προς την εγκαλούσα μέχρι το χρόνο της διεξαγωγής της δευτεροβάθμιας δίκης, δεν συνάγεται ότι αυτοί μπορεί να τελέσουν στο μέλλον νέα εγκλήματα. Έτσι όμως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε ως προς το μέρος της μετατροπής της ποινής φυλάκισης σε χρηματική ποινή, στις πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η του ΚΠΔ και πρέπει κατά παραδοχή του συναφούς λόγου αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο όσο αφορά στην περί μετατροπής της ποινής διάταξής της και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2034/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας σε καθένα των δύο (2) κατηγορουμένων ποινής φυλάκισης του ενός (1) έτους. και Παραπέμπει κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πνευματική ιδιοκτησία. Παράβαση άρθρου 66 παρ. 1 του Ν. 2121/1993. Μη μετατροπή ποινής κατηγορουμένων ύψους ενός (1) έτους χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αναίρεση απόφασης ως προς τη διάταξη αυτή.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινή, Αναίρεση μερική, Πνευματική ιδιοκτησία.
0
Αριθμός 1230/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμμου Λεκκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 327/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με συγκατηγορουμένη την Ζ. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 396/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται:α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊστάμενης αρχής, ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παράβασης του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βούλησης και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος κατά το άρθρο 13α του ΠΚ νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παράβασης των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκομένη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παράβασης, τότε το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος κατά την έννοια του άρθρου 259 του ΠΚ είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος". Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, δεν αρκεί δε ενδεχόμενος, αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(Ολ ΑΠ 1/2005). Ειδικότερα, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που την εξέδωσε, δέχτηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Με το υπ' αριθ.πρωτ. 1020/31/278 έγγραφο του Αστυνομικού Τμήματος Ευπαλίου της Αστυνομικής Διεύθυνσης Φωκίδας προς το Υπουργείο Μεταφορών Επικοινωνιών καταγγέλθηκε η παράνομη κυκλοφορία του Φ.Δ.Χ. ... (μπετονιέρα)ιδιοκτησίας .... Το έγγραφο αυτό κοινοποιήθηκε συγχρόνως και στα σώμα επιθεωρητών ελεγκτών του ως άνω Υπουργείου, στο οποίο υπηρετεί ως επιθεωρητής Ελεγκτής ο εξετασθείς μάρτυρας .... Ο τελευταίος είναι και ο συντάκτης της αναγνωσθείσας στο ακροατήριο με ημερομηνία 16 Οκτωβρίου 2003 έκθεσης προς τον Γενικό Επιθεωρητή του Σώματος Επιθεωρητών ελεγκτών του Υπουργείου Μεταφορών Επικοινωνιών (ΣΕΕΥΜΕ). Με το 254/473/03 έγγραφο του Σώματος ελεγκτών προς τη Διεύθυνση Οργάνωσης και Πληροφορικής του ΥΜΕ ζητήθηκαν οι σχετικές κινήσεις που υπάρχουν στο μηχανογραφικό Αρχείο του ΥΜΕ σχετικά με το όχημα ..., καθώς και τα στοιχεία του χειριστή (ο κωδικός). Με έγγραφο της η Διεύθυνση Οργάνωσης και Πληροφορικής εγνωστοποίησε στο Σώμα ελεγκτών ότι τις κινήσεις του συγκεκριμένου οχήματος τις είχε διενεργήσει η πρώτη κατηγορούμενη, υπάλληλος του τμήματος Μεταφορών και Επικοινωνιών Αγρινίου, η οποία είχε κωδικό .... Επειδή ο εξετασθείς μάρτυρας ... υπέθεσε ευλόγως ότι η ως άνω πράξη, που αφορούσε το ... όχημα δεν μπορούσε να είναι μεμονωμένη, ζητήθηκε στη συνέχεια από την ίδια υπηρεσία (Διεύθυνσης Οργάνωσης και Πληροφορικής του ΥΜΕ) πληροφορία αν στο μηχανογραφικό αρχείο υπάρχουν ανάλογες κινήσεις με αυτές του ... οχήματος μπετονιέρας. Η υπηρεσία αυτή απάντησε θετικά σχετικά και με το όχημα ΦΔΧ ... ρυμουλκό μετά ρυμουλκούμενου (βυτιοφόρο υγρών καυσίμων) ιδιοκτησίας του δεύτερου κατηγορούμενου Χ (ή της εταιρίας που αυτός εκπροσωπεί). Και για το όχημα αυτό ο υπάλληλος που διενέργησε τις πράξεις στο μηχανογραφικό αρχείο του ΥΜΕ ήταν η πρώτη κατηγορούμενη με κωδικό .... Ο σχετικός φάκελος διαβιβάστηκε στη συνέχεια από το τμήμα Μεταφορών και Επικοινωνιών Αγρινίου στο Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών και συγκεκριμένα στον εξετασθέντα μάρτυρα ..., ο οποίος, όπως προκύπτει από την έκθεσή του, διαπίστωσε ότι η πρώτη κατηγορούμενη είχε εκδώσει άδεια φορτηγού δημοσίας χρήσεως για το συγκεκριμένο όχημα (...), κάνοντας χρήση ανυπάρκτου δικαιώματος. Συγκεκριμένα, η πρώτη κατηγορούμενη, υπάλληλος του τμήματος μεταφορών Αγρινίου κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό της παρούσης χρόνο παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας της από πρόθεση, διότι, ενώ εγνώριζε ότι απαγορεύεται η χορήγηση άδειας οχήματος δημοσίας χρήσεως σε οχήματα που δεν έχουν αποχαρακτηρισθεί ως δημοσίας χρήσεως και δεν υφίσταται πράξη αποχαρακτηρισμού σύμφωνα με το ΠΔ 57/1989, αυτή προέβη στην έκδοση άδειας κυκλοφορίας για το ως άνω όχημα επ' ονόματι του 2ου κατηγορουμένου, ο οποίος δεν μπορούσε να λάβει τέτοια άδεια, αφού το εν λόγω όχημα με αρχικό αριθμό κυκλοφορίας ... ήταν ιδιωτικής χρήσης και δεν υπήρχε πράξη αποχαρακτηρισμού του οχήματος ως δημοσίας χρήσεως. Το ως άνω υπηρεσιακό της καθήκον για μη έκδοση της σχετικής άδειας η κατηγορουμένη υπάλληλος το παρέβη εν γνώσει της και με σκοπό να ωφελήσει τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος και την παρεκίνησε να τελέσει την ως άνω άδικη πράξη, προκαλώντας σ' αυτήν τη σχετική απόφαση. Επομένως, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (η πρώτη για παράβαση καθήκοντος και ο δεύτερος για ηθική αυτουργία στην πράξη". Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ενόχους, τη φυσικό αυτουργό υπάλληλο του Γραφείου Συγκοινωνιών Νομαρχίας Αγρινίου για παράβαση καθήκοντος και τον αναιρεσείοντα για ηθική αυτουργία στην πράξη της παραβάσεως καθήκοντος της συγκατηγορουμένης του υπαλλήλου και ειδικότερα του ότι : "Στους παρακάτω τόπους και χρόνους τέλεσαν τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: Α) Η πρώτη κατηγορούμενη, Ζ, στις 26-11-1999, υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας της, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος. Συγκεκριμένα, αν και γνώριζε ως υπάλληλος του Γραφείου Συγκοινωνιών Αγρινίου, ότι απαγορεύεται η χορήγηση αδείας οχήματος Δημοσίας Χρήσεως σε οχήματα που δεν έχουν αποχαρακτηρισθεί ως Δημοσίας χρήσεως και δεν υφίσταται πράξη αποχαρακτηρισμού σύμφωνα με το Π.Δ. 57/1989 προέβη στην χορήγηση στον άνω τόπο και χρόνο και στην έκδοση αδείας κυκλοφορίας του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου (βυτιοφόρου υγρών καυσίμων) επ'ονόματι του β' κατηγορουμένου καίτοι δεν υφίστατο πράξη αποχαρακτηρισμού του εν λόγω οχήματος ως Δημοσίας Χρήσεως, και ο β' κατηγορούμενος δεν δικαιούτο να λάβει τέτοια άδεια κυκλοφορίας αφού το λόγω όχημα με αρχικό αριθμό κυκλοφορίας ... ήταν ιδιωτικής χρήσεως. Τα παραπάνω δεν έπραξε προκειμένου και με σκοπό να προσπορίσει στον Χ παράνομο όφελος ήτοι να λάβει ο τελευταίος άδεια κυκλοφορίας Δ.Χ. οχήματος καίτοι δεν δικαιούτο, όπως προαναφέρθηκε. Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ , στο ..., στις 26-11-99, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που^διέπραξε. Συγκεκριμένα, ενεργώντας με πρόθεση, προκάλεσε στην πρώτη κατηγορουμένη, την απόφαση τέλεσης της παραπάνω με στοιχείο Α περιγραφείσης άδικης πράξης της παράβασης καθήκοντος που αυτή διέπραξε με το να την πείσει με πειθώ και φορτικές παραινέσεις και προκλήσεις να την διαπράξει ως ανωτέρω περιγράφεται". Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (άρθρα 26 παρ.1, 27 παρ.2, 46 παρ.1, 259 του ΠΚ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση και δεν ήταν αναγκαία η αναφορά σε σχέση με κάθε περιστατικό που δέχεται, ενώ με πληρότητα αναφέρεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων προκάλεσε στη συγκατηγορούμενή του υπάλληλο του Γραφείου Συγκοινωνιών Νομαρχίας Αγρινίου , την απόφαση να τελέσει την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, ήτοι να εκδώσει στο όνομά του και να του χορηγήσει άδεια κυκλοφορίας του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΦ βυτιοφόρου αυτοκινήτου, σε αντικατάσταση αδείας, χωρίς ο αναιρεσείων κατηγορούμενος να είναι δικαιούχος, αφού δεν υφίστατο προηγούμενη πράξη αποχαρακτηρισμού αυτοκινήτου ως δημοσίας χρήσεως, σύμφωνα με το ισχύον τότε (1999) ΠΔ 57/1989 και το όχημά του, με αρχικό αριθμό κυκλοφορίας ..., ήταν ιδιωτικής και όχι δημοσίας χρήσεως. Αναφέρεται ακόμη, ο τρόπος και τα μέσα που ο αναιρεσείων προκάλεσε στη συγκατηγορούμενή του υπάλληλο την άνω απόφαση για παράβαση καθήκοντος, δεχόμενο ότι αυτός " την παρακίνησε να τελέσει την εν λόγω άδικη πράξη, με το να την πείσει με πειθώ και φορτικές παραινέσεις και προκλήσεις να την διαπράξει ως ανωτέρω περιγράφεται", χωρίς να είναι αναγκαία στην προκείμενη περίπτωση η συνδρομή και άλλων προσθέτων στοιχείων για τη θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας. Περαιτέρω, η ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού το στοιχείο του δόλου, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω αδικήματος, αναφέρεται ότι σκοπός της συγκατηγορουμένης υπαλλήλου ήταν να ωφελήσει τον αναιρεσείοντα να εφοδιασθεί με άδεια δημοσίας χρήσεως βυτιοφόρου μεταφοράς υγρών καυσίμων αυτοκινήτου, την οποία άδεια δεν εδικαιούτο κατά νόμο, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του και διαλαμβάνεται περί του στοιχείου αυτού, αιτιολογία στην κύρια ως ανωτέρω περί της ενοχής της συγκατηγορουμένης του αναιρεσείοντος κρίση του και από τα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτή. Επομένως, οι μοναδικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-2- 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 327/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος Δ.Υ. Άρθρα 46 §1 και 259 ΠΚ. Έννοια ηθικής αυτουργίας. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, διότι στο αιτιολογικό αιτιολογείται πλήρως η ενοχή για την παράβαση καθήκοντος και αναφέρονται τα μέσα και ο τρόπος με τον οποίον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία, παρακίνησε και προκάλεσε την απόφαση τελέσεως του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, εκ μέρους της συγκατηγορούμενης του φυσικού αυτουργού δημοσίας υπαλλήλου (ΑΠ 908/2008, 2294, 2372/2007). Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Παράβαση καθήκοντος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1229/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Βλάχο, περί αναιρέσεως της 1431/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία με την επωνυμία ''Σ. Χ. ΣΟΥΡΤΖΗΣ ΑΤΕΕ'' που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1431/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, ως λόγος αναιρέσεως αποφάσεως μπορεί να προταθεί η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ.1) και δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 174 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, η ακυρότητα της επιδόσεως ή της κοινοποιήσεώς τους, καθώς και η ακυρότητα που αναφέρεται στο άρθρο 166 παρ.3 καλύπτονται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να αντιλέξει στην πρόοδο της δίκης και να επικαλεσθεί τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του ή του εισαγωγικού δικογράφου ή της κλήσεως μόλις εμφανισθεί και μέχρι την έναρξη της συζητήσεως (εκδικάσεως) της υποθέσεώς του, διαφορετικά καλύπτεται η ακυρότητα και δεν μπορεί να προταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Μετά την έναρξη εκδικάσεως της υποθέσεως που συντελείται με την απαγγελία της κατηγορίας ή την ανάπτυξη της εφέσεως από τον Εισαγγελέα, δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά από τον κατηγορούμενο τέτοια ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής στις 22-9-1999, από κοινού τελεσθέν με τα δύο αδέλφια του. Στις 14-2-2001 επιδόθηκε στον κατηγορούμενο το με αριθ. 576/2000 κλητήριο θέσπισμα. Με τη με αριθ. 742/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, παρόντος του άνω κατηγορουμένου, χωρίς να προβληθεί καμία αντίρρηση στην πρόοδο της δίκης ή ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος σε αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού του, κηρύχθηκε απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη, για μη νομότυπη άσκηση της εγκλήσεως από την εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία. Κατόπιν αναιρέσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ιωαννίνων, εκδόθηκε η με αριθ. 1949/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω πρωτοβάθμια απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, γενομένου δεκτού ότι είχε υποβληθεί νομότυπα η έγκληση της παθούσας κομίστριας της επιταγής ανώνυμης εταιρείας, δια ορισθέντος υποκατάστατου του ΔΣ αυτής οργάνου εκπροσωπήσεως. Στις 13-12-2004 επιδόθηκε στον κατηγορούμενο εκ νέου ταυτόσημο το με αριθ. 3176/2004 κλητήριο θέσπισμα, καλούμενο για να δικασθεί για την αυτή πράξη. Στη μετά παραπομπή δεύτερη δίκη ενώπιον του παραπάνω πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ήταν απών και δεν εκπροσωπήθηκε ενώπιον αυτού, από πληρεξούσιο δικηγόρο και καταδικάστηκε με τη με αριθ. 2572/2005 απόφαση (του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων), ωσάν να ήταν παρών, για έκδοση από κοινού με άλλους δύο συγκατηγορούμενούς του, ακάλυπτης επιταγής. Με τη με αριθ. εκθ. 645/5-10-2005 τυπικά παραδεκτή έφεσή του ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και με ειδικό λόγο εφέσεως το πρώτον προέβαλε ακυρότητα του επιδοθέντος σε αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος, αναφέροντας κατά λέξη τα εξής: "Το υπό κρίση κατηγορητήριο είναι αόριστο, καθώς δεν αναφέρεται ποιος εξέδωσε την επιταγή, ο συναυτουργικός δόλος στην έκδοσή της, ούτε εξειδικεύεται ο τρόπος συμμετοχής του καθενός από τους κατηγορουμένους". Την ένσταση αυτή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, για μη ακριβή καθορισμό της πράξεως που κατηγορείται και για μη εξειδίκευση του συναυτουργικού δόλου εκτενώς επανέλαβε και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν νόμιμα του συνηγόρου του Παύλου Βλάχου. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με τη με αριθ. 733/2006 απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη την εν λόγω ένσταση και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών και σε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Η ως άνω απόφαση, με τη με αριθ. 1472/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατόπιν αναιρέσεως του και νυν αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αναιρέθηκε για έλλειψη ακροάσεως, για το λόγο ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στον με λόγο εφέσεως υποβληθέντα ισχυρισμό του κατηγορουμένου, ότι η εγκαλούσα εταιρεία δεν ήταν τελευταία νόμιμη κομίστρια της ακάλυπτης επιταγής και ως μη νομιμοποιούμενη σε έγκληση, θάπρεπε να παύσει η ποινική δίωξη, ελλείψει εγκλήσεως. Μετά την ως άνω αναίρεση και την παραπομπή της υποθέσεως για εκ νέου εκδίκαση, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, δεύτερη, με αριθ. 1431/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, δυνάμει της οποίας, απορρίφθηκε υποβληθείσα ένσταση εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για το αδίκημα αυτό σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών και σε χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, ενώ με την προηγούμενη ως άνω αναιρεθείσα του είχεν επιβληθεί φυλάκιση 10 μηνών και χρηματική ποινή μικρότερη και δη 5.000 ευρώ. Σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, (α σκέλος), από τη μη απάντηση του Δικαστηρίου στον ως άνω προβληθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό, αοριστίας του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω μη προσδιορισμού της ειδικότερης συμμετοχικής πράξεως καθενός από τους τρεις κατηγορουμένους διότι προκύπτει κατά τα παραπάνω από την επισκοπούμενη με αριθμό 742/7-2-2003 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ήταν παρών και μάλιστα μετά συνηγόρου κατά την εκδίκαση της κατηγορίας για πρώτη φορά ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων στις 7-2-2003 και δεν πρόβαλε την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, αλλά πρόβαλε αυτήν, το πρώτον, με λόγο εφέσεως, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και συνεπώς οιαδήποτε τυχόν ακυρότητα καλύφθηκε και το μετά παραπομπή δικάζον Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε απαράδεκτο ισχυρισμό και λόγο εφέσεως. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει ήδη, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου περί πλημμελημάτων, είναι πέντε έτη, αρχομένη από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, η προθεσμία δε αυτής αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τα τρία έτη. Εάν, όμως, δεν έχει αρχίσει ακόμη η κύρια διαδικασία με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος για το ακροατήριο του Δικαστηρίου, η παραγραφή είναι πενταετής. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1β', 511 και 514 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, όχι μόνο μπορεί να προταθεί από τον κατηγορούμενο με νομότυπη και εμπρόθεσμη (παραδεκτή) αίτηση αναιρέσεως, αλλά εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας. Ο δε Άρειος Πάγος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής, οφείλει να αναιρέσει την απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ.β' ΚΠοινΔ, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να έχει ασκηθεί παραδεκτά και να περιέχεται σε αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, χωρίς συγχρόνως να απαιτείται αυτός να είναι και βάσιμος. Περαιτέρω, το έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 79 παρ.1 του ν. 5960/1933, όπως ισχύει, τιμωρούμενο με ποινή φυλακίσεως, είναι πλημμέλημα. (άρθρο 18 εδ.β' ΠΚ). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1431/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος (ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια συνηγόρου) καταδικάστηκε για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτόν στις 22-9- 1999. Όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο από 14-2-2001 αποδεικτικό επιδόσεως του Αστυφύλακα ..., επιδόθηκε στον κατηγορούμενο το με αριθμό 576/2000 κλητήριο θέσπισμα και βάσει αυτού εκδικάστηκε η κατηγορία και εκδόθηκε η με αριθμό 742/7-2-2003 αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, η οποία αναιρέθηκε ως άνω. Ακολούθως, στις 13-12-2004 επιδόθηκε στον κατηγορούμενο το με αριθ. 3176/2004 κλητήριο θέσπισμα για την ιδία πράξη. Η υπόθεση εκδικάστηκε στις 9-5-2005 και εκδόθηκε η με αριθ. 2675/2005 καταδικαστική απόφαση και κατόπιν εφέσεως του κατηγορουμένου η με αριθ. 733/2006 καταδικαστική απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία επίσης και αναιρέθηκε ως παραπάνω. Όμως, η κύρια διαδικασία της κρινόμενης υποθέσεως άρχισε στις 14-2-2001 με την επίδοση του πρώτου κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, πριν συμπληρωθεί πενταετία, η δε προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 31-7-2007, προ της συμπληρώσεως οκταετίας από του χρόνου τελέσεως (22-9-1999), αδιαφόρου όντος του ότι, μετ'αναίρεση, επιδόθηκε στον κατηγορούμενο εκ νέου στις 13-12-2004 το με αριθ. 3176/2004 δεύτερο κλητήριο θέσπισμα, αφού αυτό δεν είναι νέο, διαφορετικό από το πρώτο, το οποίο και δεν ακυρώθηκε ούτε κατέστη ανενεργό, αλλά αποτελεί επανάληψη του πρώτου και επέχει απλώς θέση κλήσεως του κατηγορουμένου για τη νέα δικάσιμο της ιδίας κατηγορίας.(ΑΠ 1696/2002). Για τους παραπάνω λόγους είναι απορριπτέα και η συναφής αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι με την επίδοση σε αυτόν του δεύτερου ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος ασκήθηκε εναντίον του δεύτερη ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, που είναι απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας, αφού δεν πρόκειται για δεύτερη ποινική δίωξη. Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο συναφής τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Επίσης, το άρθρο 79 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, μετά και την προσθήκη σε αυτό, με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α' του ν. 2408/1996, παραγράφου 5, που άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, (άρθρο 7 του ως άνω νόμου), ορίζει ότι εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών... Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι δικαίωμα εγκλήσεως, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής έχει ο αμέσως από την αξιόποινη πράξη παθών. Τέτοιος δε κατά τα άρθρα 19, 20, 40, 42, 44 και 46 του Ν.5960/1933 είναι οποιοσδήποτε κομιστής της επιταγής, δηλαδή όχι μόνον ο τελευταίος κομιστής, ο οποίος εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα τη μη πληρωθείσα επιταγή, αλλά και ο οπισθογράφος ο οποίος κατέστη κομιστής, πληρώνων αναγωγικώς την ακάλυπτη επιταγή μετά την εμφάνισή της (Ολ.ΑΠ 23,24,29/2007). Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εκ της οποίας ιδρύεται ιδιαίτερος λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β' του ΚΠοινΔ. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι νόμιμος, ή δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο μη νόμιμο ή αόριστο ισχυρισμό, ενώ αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, εμπεριέχεται από τα πράγματα, στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος με τη με αριθ. 654/2005 έκθεση εφέσεώς του κατά της με αριθ. 2575/2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, είχε προβάλει ειδικό λόγο εφέσεως "ότι η εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία δεν ήταν τελευταία νόμιμη κομίστρια της επίδικης επιταγής και άρα δε νομιμοποιείτο σε άσκηση εγκλήσεως και η ποινική δίωξη θάπρεπε να πάψει ελλείψει εγκλήσεως". Ο λόγος αυτός εφέσεως, δεν ερευνήθηκε και η εκδοθείσα απόφαση αναιρέθηκε για έλλειψη ακροάσεως, δυνάμει της με αριθμό 1472/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου και μετά παραπομπή, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 1431/2007 απόφαση του δευτεροβαθμίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, χωρίς και πάλι να απαντήσει στον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, που είχε προβληθεί με ειδικό λόγο εφέσεως, πλην δεν επαναλήφθηκε και στο ακροατήριο, μη προβληθείσας ούτε αντιρρήσεως κατά της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας. Όμως, ο ανωτέρω με λόγο εφέσεως προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ήταν απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν πρόβαλε ταυτόχρονα, ούτε διευκρίνιζε, ότι η εγκαλούσα εταιρεία που ήταν και κομίστρια της επιταγής, δεν ήταν η εξ αναγωγής υπόχρεη, η οποία και είχε εξοφλήσει την ένδικη τραπεζική επιταγή στον τελευταίο κομιστή, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, αν μετά την εξόφληση έγινε αυτή κομίστρια εξ αναγωγής, έστω και αν δεν είναι η τελευταία κομίστρια, δικαιούται κατά το νόμο, σε υποβολή εγκλήσεως. Επομένως, το Δικαστήριο, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον υποβληθέντα ως άνω απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, αυτοτελή ισχυρισμό και λόγο εφέσεως περί μη νομιμοποιήσεως της εγκαλούσας εταιρείας σε έγκληση, ως μη τελευταίας κομίστριας, αλλά και σε μη νόμιμο ισχυρισμό, αφού κατά τα προεκτεθέντα σε υποβολή εγκλήσεως, δικαιούται εκτός από τον τελευταίο κομιστή και κάθε εξ αναγωγής πληρώσας που γίνεται κομιστής της επιταγής αυτής. Από δε την επισκοπούμενη, από 23-12-1999 έγκληση της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας και το σώμα της επιταγής, η ένδικη αυτή επιταγή εκδόθηκε σε διαταγή της εγκαλούσας και εξ αναγωγής κομίστριας της εν λόγω ακάλυπτης επιταγής ανώνυμης εταιρείας, η οποία και εδικαιούτο, σε κάθε περίπτωση σε υποβολή εγκλήσεως και επομένως ο συναφής δεύτερος λόγος αναιρέσεως(β σκέλος), για έλλειψη ακροάσεως, είναι απορριπτέος. Τέλος, κατά το άρθρο 470 παρ. 1 του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνου που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Η χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος από το Δικαστήριο που δίκασε την έφεσή του συνιστά υπέρβαση εξουσίας. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν η νέα συζήτηση διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που ασκήθηκε μόνον από εκείνον που καταδικάσθηκε ή σε όφελός του, το Δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απαγόρευση του άρθρου 470. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 10 μηνών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, ενώ με τη με αριθ. 1472/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατόπιν ασκήσεως από αυτόν αιτήσεως αναιρέσεως, αναιρεθείσα, απόφαση 733/2006 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Ήτοι η προσβαλλόμενη απόφαση επέβαλε στον αναιρεσείοντα μεγαλύτερη χρηματική ποινή (η οποία είναι κύρια ποινή και όχι παρεπόμενη), και έτσι το δικάσαν, μετ' αναίρεση, Δικαστήριο, κατέστησε χείρονα τη θέση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, υπερβαίνοντας την εξουσία του και υπέπεσε σε πλημμέλεια που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ. Επομένως ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει, μόνο ως προς την επιβάλλουσα χρηματική ποινή διάταξή της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, εν μέρει, τη με αριθ. 1431/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, μόνον ως προς την επιβάλλουσα χρηματική ποινή διάταξή της. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το αναιρούμενο ως παραπάνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν την παρούσα υπόθεση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τη διάταξη επιβολής χρηματικής ποινής 10.000 €, ενώ με την αναιρεθείσα είχε επιβληθεί προηγουμένως ποσό 5.000 €. Υπέρβαση εξουσίας. Έκδοση ακάλυπτης επιταγής (Ν. 5960/33). 1. Απορριπτέος είναι ο από το 510 παρ. 1 Β΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας και για έλλειψη ακροάσεως σε υποβληθέντα ισχυρισμό ακυρότητας του επιδοθέντος κλητηρίου θεσπίσματος, που προβλήθηκε το πρώτον, με λόγο εφέσεως, διότι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που παρέστη ο κατηγορούμενος, δεν προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός και έτσι οποιαδήποτε τυχόν ακυρότητα καλύφθηκε και το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε απαράδεκτο ισχυρισμό (ΑΠ 1513/2003). 2. Απορριπτέος είναι ως αβάσιμος ο συναφής τρίτος λόγος αναιρέσεως, διότι η κύρια διαδικασία της κρινόμενης υποθέσεως άρχισε στις 14-2-2001 με την επίδοση του πρώτου κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, πριν συμπληρωθεί πενταετία, η δε προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 31-7-2007, προ της συμπληρώσεως οκταετίας από του χρόνου τελέσεως (22-9-1999), αδιαφόρου όντος του ότι, μετ' αναίρεση, επιδόθηκε στον κατηγορούμενο εκ νέου στις 13-12-2004 το με αριθμό 3176/2004 δεύτερο κλητήριο θέσπισμα, αφού αυτό δεν είναι νέο, διαφορετικό από το πρώτο, το οποίο και δεν ακυρώθηκε ούτε κατέστη ανενεργό, αλλά αποτελεί επανάληψη του πρώτου και επέχει απλώς θέση κλήσεως του κατηγορουμένου για τη νέα δικάσιμο της ιδίας κατηγορίας (ΑΠ 1696/ 2002). Για τους παραπάνω λόγους είναι απορριπτέα και η συναφής αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι με την επίδοση σε αυτόν του δεύτερου ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος ασκήθηκε εναντίον του δεύτερη ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, που είναι απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας, αφού δεν πρόκειται για δεύτερη ποινική δίωξη. 3. Ο με λόγος εφέσεως προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι η εγκαλούσα ανώνυμη εταιρία δεν είχε δικαίωμα εγκλήσεως, γιατί δεν ήταν τελευταία εξ αναγωγής κομίστρια της ακάλυπτης επιταγής, ήταν απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν πρόβαλε ταυτόχρονα, ούτε διευκρίνιζε, ότι η εγκαλούσα εταιρεία δεν ήταν η εξ αναγωγής υπόχρεη, η οποία και είχε εξοφλήσει την ένδικη τραπεζική επιταγή, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, αν μετά την εξόφληση έγινε αυτή κομίστρια εξ αναγωγής, έστω και αν δεν είναι η τελευταία κομίστρια, δικαιούται κατά το νόμο, σε υποβολή εγκλήσεως. Επομένως, το Δικαστήριο, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον υποβληθέντα ως άνω απαράδεκτο, λόγω αοριστίας αυτοτελή ισχυρισμό και ο συναφής λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, είναι απορριπτέος (Ολ.ΑΠ 23, 24, 27/2007). 4. Είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει, μόνο ως προς την επιβάλλουσα χρηματική ποινή διάταξή του και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, διότι επέβαλε χρηματική ποινή 10.000 €, μεγαλύτερη από εκείνη των 5.000 €, που είχε επιβάλει η αναιρεθείσα προηγούμενη απόφαση και έτσι κατέστησε χείρονα τη θέση του αναιρεσείοντος, τούτο δεν συνιστά υπέρβαση εξουσίας, κατά το 510 παρ. 1 Η΄ ΚΠΔ καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν η νέα συζήτηση διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που ασκήθηκε μόνον από εκείνον που καταδικάσθηκε ή σε όφελός του, το Δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απαγόρευσή του άρθρου 470. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
Τραπεζική επιταγή
Ποινή, Αναίρεση μερική, Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
0
Αριθμός 1228/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γεωργιόπουλο, για αναίρεση της 523/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 231/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 362 του ΠΚ "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή". Κατά το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Αν δεν αποδεικνύεται ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές, καταλειπομένων αμφιβολιών περί της αληθείας ή αναληθείας αυτού, δεν θεμελιώνεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως. Κατά την διάταξη αυτή, ως γεγονός θεωρείται κάθε συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου, παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συμπεριφορά ή συγκεκριμένη σχέση που αναφέρεται στο παρελθόν ή το παρόν και υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Τέλος δε και ο χαρακτηρισμός και η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως, είναι αξιόποινος, μόνον όταν συνδέονται ή σχετίζονται με γεγονότα, ώστε, με την σύνδεση και σχέση τους με αυτά, ουσιαστικά να προσδιορίζουν την έκταση της ποσοτικής και ποιοτικής βαρύτητάς τους. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν, όμως, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως κατά τα ανωτέρω επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση και να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν τη γνώση και από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Περαιτέρω, για την ύπαρξη της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις όπως είναι εκείνη που απορρίπτει υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης, αλλά και στις αποφάσεις που αναφέρονται στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 326 παρ.3 του ΚΠοινΔ, " ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να γνωστοποιήσει στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους τους μάρτυρες που κλητεύει. Όταν όμως κατηγορείται για πράξη για την οποία ο νόμος επιτρέπει την απόδειξη της αληθείας, αν θέλει να αποδείξει την αλήθεια, οφείλει να το δηλώσει εγγράφως και σ'αυτόν που έκανε την έγκληση και στον εισαγγελέα. Στην έγγραφη αυτή δήλωση πρέπει να γνωστοποιεί ταυτόχρονα, με ποινή αποκλεισμού του δικαιώματός του, και τους μάρτυρες που θα εξετάσει για την απόδειξη της αλήθειας. Η δήλωση επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 κ.ε. στον Εισαγγελέα και σ'αυτόν που έκανε την έγκληση, με δαπάνη εκείνου που κάνει τη δήλωση, τρεις τουλάχιστον ημέρες από τη δίκη, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 361". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 366 ΠΚ, συνάγεται ότι αφορά τις περιπτώσεις που εκκρεμεί σε βάρος του κατηγορουμένου κατηγορία για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως του άρθρου 362 ΠΚ, η επίδοση δε σχετικής δηλώσεως και της γνωστοποιήσεως των ονομάτων στα παραπάνω πρόσωπα, επιβάλλεται να γίνεται μάλιστα και να επιδίδεται τρεις τουλάχιστον ημέρες προ της δίκης, για να μην αιφνιδιάζονται αυτοί, που είναι παράγοντες της δίκης, ως προς τον ισχυρισμό αποδείξεως της αλήθειας του φερομένου ως ψευδούς συκοφαντικού γεγονότος, γιατί αν το συκοφαντικό γεγονός αποδειχθεί αληθινό, κατά το άρθρο 366 του ΠΚ, η πράξη μένει ατιμώρητη και περαιτέρω, αν τηρήσει την προδικασία αυτή ο κατηγορούμενος, τότε μόνον παραδεκτά, μπορεί να προβάλει στο ακροατήριο και να εξετασθούν οι προταθέντες μάρτυρες και να διερευνηθεί ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός του για απόδειξη της αλήθειας. Ήτοι, μετά την επίδοση της παραπάνω δηλώσεως, ο παραλαβών τη δήλωση Εισαγγελέας, δεν οφείλει να προβεί σε κάποια ενέργεια, τυχόν δε έκδοση απορριπτικής επί της δηλώσεως διάταξη αυτού, ουδεμία ακυρότητα επιφέρει, ούτε εμποδίζει τον κατηγορούμενο να υποβάλει τον άνω ισχυρισμό του στο ακροατήριο, κατά δε το άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, σε αναίρεση υπόκεινται μόνον δικαστικές αποφάσεις, όχι και διατάξεις Εισαγγελέων. Αν όμως, περαιτέρω, μετά τη γενόμενη έγκαιρη ως άνω επίδοση δηλώσεως του κατηγορουμένου για συκοφαντική δυσφήμηση, υποβληθεί στο Δικαστήριο, ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός για απόδειξη της αληθείας του φερόμενου ως ψευδούς συκοφαντικού γεγονότος και αίτημα αυτού να αναβληθεί η υπόθεση για να κληθεί ο απολιπόμενος και γνωστοποιηθείς για το σκοπό αυτό μάρτυρας, το Δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί του αιτήματος αυτού και επί του υποβληθέντος ως άνω ισχυρισμού, άλλως καθίσταται η σχετική παρεμπίπτουσα απόφαση αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ. Εξάλλου, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος (σελ.2 και 3), σε ερώτηση απλώς του προεδρεύοντος αν έχει καλέσει μάρτυρες υπερασπίσεως, δήλωσε στο ακροατήριο κατά λέξη τα εξής: " έχω καλέσει ως μάρτυρα τον Ζ, τέως δικηγόρο και νυν ιερέα, κάτοικο ..., ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε και ο οποίος , είναι βασικός μάρτυρας, καθώς είναι ο συντάκτης των επίμαχων αναφορών και η κατάθεσή του θα μπορούσε να βοηθήσει στην εξακρίβωση της αλήθειας, γι'αυτό και θα πρέπει να κληθεί για να καταθέσει στο Δικαστήριο. Κατέθεσα και σχετική δήλωση γνωστοποίησης μαρτύρων κατηγορουμένου με ημερομηνία 23-11-2007 στην Εισαγγελία Εφετών Δυτ. Μακεδονίας, η οποία και απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη". Επί της παραπάνω δηλώσεως του κατηγορουμένου, που από το όλο περιεχόμενό της παρά τη τηρηθείσα προδικασία, δε συνάγεται σαφώς ότι συνιστά κατ'άρθρα 362,366 ΠΚ, σαφή δήλωση του κατηγορουμένου περί αποδείξεως της αλήθειας των φερομένων ως ψευδών συκοφαντικών γεγονότων, εκ του ότι είχε κοινοποιήσει στον Εισαγγελέα και την επικληθείσα και απορριφθείσα από αυτόν ως εκπρόθεσμη σχετική από 23-11-2007 δήλωση-γνωστοποίηση δύο μαρτύρων, σύμφωνα με το άρθρο 326 παρ.2 του ΚΠοινΔ, ανεξάρτητα του ότι εσφαλμένα θεωρήθηκε ως εκπρόθεσμη από τον Εισαγγελέα, και επί του παραπάνω υποβληθέντος συναφούς ορισμένου αιτήματος για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσέλθει ο απολιπόμενος ουσιώδης μάρτυρας, ο δικηγόρος του Ζ, που ήταν και ο συντάκτης των επίμαχων αναφορών κατά του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Κοζάνης, ο προδρεύων του Δικαστηρίου, χωρίς να λάβει απόφαση το Δικαστήριο, απάντησε ( σελ.3 πρακτικών) : "ότι κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, θα κριθεί η αναγκαιότητα να κληθεί από το Δικαστήριο για να καταθέσει ως μάρτυρας ο Ζ" και προχώρησε στην αποδεικτική διαδικασία. Μετά δε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο Εισαγγελέας ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς να προτείνει ρητά και για το ως άνω αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου, το δε Δικαστήριο απέρριψε το άνω αίτημα αναβολής και κήρυξε περαιτέρω την ενοχή του κατηγορουμένου με το παρακάτω ενιαίο αιτιολογικό : Επειδή, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, καθώς και των υπολοίπων εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στην ... και την ..., κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του και αυτός γνώριζε ότι ήταν ψευδές. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Στις 30-3-2004, με έγγραφη αναφορά του προς τον Πρόεδρο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, την οποία κοινοποίησε στον Υπουργό Δικαιοσύνης, τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και τον Αρεοπαγίτη - Επιθεωρητή των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ο κατηγορούμενος, ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούντα Ψ, δικηγόρο, Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Κοζάνης (ΔΣΚ), ότι ο τελευταίος, υπό τις εν λόγω ιδιότητες του πρωτοστάτησε σε συγκάλυψη πειθαρχικής ευθύνης του επίσης δικηγόρου, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Κοζάνης, Βασιλείου Μπόλη, με συνέπεια να ακολουθηθεί μία όλως αδιαφανής διαδικασία και το θέμα να καλυφθεί επιμελώς από το ΔΣΚ, ότι ως πολίτης αυτής της χώρας ζει υπό το καθεστώς "τρομοκρατίας και εκφοβισμού" από δικηγόρους της Κοζάνης και ειδικά από τον εγκαλούντα, ότι ο εν λόγω Δικηγορικός Σύλλογος αδιαφορεί πλήρως για την περίπτωση του, αφού κανείς δικηγόρος δεν τον αναλαμβάνει, και ότι οι δικηγόροι Κοζάνης συνήργησαν σε παρανομίες σε βάρος του από συγκεκριμένους εισαγγελικούς και δικαστικούς λειτουργούς, με τους χειρισμούς της υπόθεσής του. Περαιτέρω, στις 19-2-2004 και 19-5-2004, με έγγραφη αναφορά του (από 19-2-2004), προς τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ατομικά και ως Προέδρου της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας), την οποία κοινοποίησε στον Υπουργό Δικαιοσύνης και υπέβαλε στις 19-5-2004 ως συνημμένη σε έγγραφη ένστασή του στον Πρόεδρο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, ο κατηγορούμενος, ισχυρίσθηκε ενώπιον των ανωτέρω για τον εγκαλούντα, ότι παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Κοζάνης για το διορισμό συνηγόρου σε ένδικες υποθέσεις του αντιμετωπίσθηκε ως "πολίτης τρίτης κατηγορίας", ότι ο εν λόγω Σύλλογος αρνήθηκε να πρωτοκολλήσει (δίδοντας σχετικό αριθμό) την από 16-10-2003 αναφορά του κατά του δικηγόρου Κοζάνης Βασιλείου Μπόλη για άρνηση εκτέλεσης νομίμου καθήκοντος (να αναλάβει τις υποθέσεις του ως νομικός παραστάτης), ότι ο εγκαλών Πρόεδρος του ΔΣΚ του δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να παραλάβει την αναφορά του αυτή και κάλεσε να περάσει έξω από τα γραφεία του συλλόγου, εξαγριωθείς δε, του πήρε βιαίως από τα χέρια τα έγγραφα (της αναφοράς), τα έριξε απότομα πάνω στο "γκισέ", λέγοντας στους υπαλλήλους του ΔΣΚ να τα πρωτοκολλήσουν- και τον κάλεσε εκ νέου να περάσει έξω γιατί "εκεί είναι το σπίτι τους" (των δικηγόρων Κοζάνης), ότι σε μεταγενέστερο χρόνο επανήλθε, ζητώντας με γραπτές αιτήσεις του προς το ΔΣΚ αντίγραφα της αιτήσεώς του που είχε καταθέσει στις 16-10-2003, αλλά και τότε συνάντησε την ίδια απεχθή συμπεριφορά του εγκαλούντος προς το πρόσωπό του με ύβρεις και απρεπείς χαρακτηρισμούς και χειρονομίες, ότι μετά την προς αυτόν κοινοποίηση της υπ' αριθμ. πρωτ. 224/10-11-2003 "απόφασης" εγγράφου περί απαλλαγής του δικηγόρου Βασιλείου Μπόλη από κάθε πειθαρχικό έλεγχο, η οποία ήταν "εντελώς αναιτιολόγητη", επιχείρησε να πληροφορηθεί τι συνέβη, οπότε συνάντησε εκ μέρους του εγκαλούντος συμπεριφορά τόσο επιθετική, εριστική και προσβλητική, ώστε αγγίζει τα όρια του "κοινού ποινικού εγκλήματος", ότι για μία ακόμη φορά τον εξεδίωξε από το χώρο της γραμματείας του Συλλόγου και ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του αφήνει εκτεθειμένο όλο το Δικηγορικό κόσμο. Τέλος, στις 28-5-2004, ενώπιον του συνεδριάζοντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, στο οποίο εκδικαζόταν υπόθεση με πολιτικώς ενάγοντα τον κατηγορούμενο κατά του Ξ, αυτός (κατηγορούμενος) υπέβαλε στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου έγγραφη δήλωση-καταγγελία, την οποία ανέπτυξε και προφορικά, ισχυρισθείς με τον τρόπο αυτό, ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου, των παραγόντων της οικείας ποινικής δίκης και του ακροατηρίου, ότι ο Πρόεδρος του ΔΣΚ Ψ (εγκαλών) "πιάστηκε επ' αυτοφώρω να εκβιάζει τον - διορισμένο από την Πρόεδρο Πρωτοδικών - δικηγόρο του κ. Ζ με λόγια όπως "ξέρεις ποιον βοηθάς; Ξέρεις σε ποιον χώρο κηρύττεις τον πόλεμος; Ξέρεις τι ζημιά έκανες' σε μένα και σ' όλο το Δικηγορικό Σύλλογο;", καθώς και ότι, εξαιτίας της ψυχολογικής βίας που αυτός (εγκαλών) άσκησε στο συνήγορό του την ώρα της δίκης, είναι υπεύθυνος για το αποτέλεσμά της. Όπως αποδείχθηκε, όμως, τα παραπάνω γεγονότα, που ήσαν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος το γνώριζε. Περιήλθαν δε αυτά σε γνώση του Προέδρου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, του Προέδρου του Αρείου Πάγου, του Υπουργού Δικαιοσύνης, του Αρεοπαγίτη - Επιθεωρητή των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, των μελών της συνθέσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, κατά τη δικάσιμο της 28-5-2004, των παραγόντων της οικείας ποινικής δίκης ως και του ακροατηρίου. Ειδικότερα, αποδείχθηκαν τα παρακάτω. Ο κατηγορούμενος, με την από 12-7-2002 αίτησή του, προς το Δικηγορικό Σύλλογο Κοζάνης, ζήτησε το διορισμό δικηγόρου-αντικλήτου. Ο εγκαλών, Πρόεδρος του εν λόγω Συλλόγου, δήλωσε στον κατηγορούμενο ότι είναι αναρμόδιος και διαβίβασε την αίτηση του στην αρμόδια Πρόεδρο Πρωτοδικών Κοζάνης, η οποία με την υπ' αριθμ. 87/2003 πράξη της διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου το δικηγόρο Κοζάνης Χρήστο Ανδρονικίδη, ο οποίος, όμως, ζήτησε και πέτυχε με την υπ' αριθμ. 88/2003 πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Κοζάνης, την εξαίρεσή του. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος απευθύνθηκε με νέα αίτησή του προς την Πρόεδρο Πρωτοδικών Κοζάνης και ζήτησε το διορισμό νέου συνηγόρου του. Η αίτησή του έγινε δεκτή και ορίστηκε ως πληρεξούσιος δικηγόρος του, με την υπ' αριθμ. 91/14-10-2003 Πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών, ο δικηγόρος Κοζάνης Βασίλειος Μπόλης, ο οποίος υπέβαλε αίτηση εξαιρέσεως, επικαλούμενος στενή φιλική σχέση με πρόσωπο του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος του τότε κατηγορουμένου, Ξ, η οποία, όμως, απορρίφθηκε. Τονίζεται, ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε το διορισμό συνηγόρου γιατί είχε υποβάλει έγκληση κατά του Ξ, για επικίνδυνη σωματική βλάβη και απειλή. Ο δικηγόρος Βασίλειος Μπόλης, υπέβαλε προς την Πρόεδρο Πρωτοδικών Κοζάνης, δεύτερη αίτηση εξαιρέσεώς του, επικαλούμενος ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να του υποδείξει τον τρόπο υπερασπίσεώς του (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 329/17-10-2003 αίτηση εξαιρέσεως), πλην, όμως, η Πρόεδρος Πρωτοδικών και πάλι την απέρριψε (βλ. την από 21-10-2003 πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών). Ειδικότερα, ο παραπάνω δικηγόρος ανέφερε στη σχετική αίτησή του, ότι στις 15-10-2003 τον επισκέφθηκε στο γραφείο του ο κατηγορούμενος, χωρίς αυτός (Β. Μπόλης) να γνωρίζει ακόμη την ουσία της υποθέσεως και του ανέγνωσε ένα κείμενο, στο οποίο ανέφερε, μεταξύ άλλων και τα εξής: "Κύριε Μπόλη, με το διορισμό σας ως δικηγόρου υπεράσπισης των δικαιωμάτων μου σας δίνεται η ευκαιρία της ζωής σας να αναδειχθείτε σε έναν από τους πιο κορυφαίους δικηγόρους της χώρας μας, φυσικά εφόσον χειριστείτε, , όπως εγώ θέλω την υπόθεση μου, διαφορετικά θα υποβιβαστείτε σε χειρότερο δικηγόρο της χώρας μας αν χειριστείτε λανθασμένα την υπόθεση μου, οπότε όλο το βάρος της αποτυχίας θα το φέρετε εσείς και για αυτό θα στραφώ εναντίον σας δικαστικά, αλλά επιπροσθέτως θα δημοσιοποιήσω την αποτυχία σας αυτή στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ειδικότερα στον κύριο .... Η υπόθεσή μου είναι δύσκολη, γι' αυτό πρέπει με κάθε μέσο να φροντίσετε ώστε να μετατραπεί η κατηγορία κατά του κ. Ξ από επικίνδυνη σωματική βλάβη σε βάρος μου σε απόπειρα ανθρωποκτονίας μου, επίσης πρέπει να στείλετε ως συγκατηγορούμενες για την ίδια πράξη τόσο τη σύζυγο του κ. Ξ, όσο και τη δική μου σύζυγο, αυτό δε θα το πετύχετε καταθέτοντας μηνύσεις κατά Εισαγγελέων, Ανακριτών και Δικαστών, που παρέπεμψαν ως κατηγορούμενο μόνο τον κ. Ξ". Στο μεταξύ, κατηγορούμενος υπέβαλε στον υπάλληλο της γραμματείας του Δικηγορικού Συλλόγου, την από 16-10-2003 αναφορά του, που έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 211/16-10-2003, με την οποία ζητούσε την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου σε βάρος του δικηγόρου Βασιλείου Μπόλη, αναφέροντας ότι ο εν λόγω δικηγόρος δεν είχε πρόθεση να ασκήσει ουσιαστικά τα καθήκοντα του και ότι του δήλωσε ότι θα παρίστατο τυπικά στην παραπάνω ποινική δίκη. Με την υπ' αριθμ. 21/24-10-2003 απόφαση του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Κοζάνης, ορίστηκε ως εισηγητής το μέλος του δικηγόρος Γεώργιος Βητόπουλος, προκειμένου να ερευνήσει εάν ο δικηγόρος Βασίλειος Μπόλης υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα και αν συνέτρεχε περίπτωση άσκησης πειθαρχικού ελέγχου εναντίον του. Ο προαναφερόμενος εισηγητής κάλεσε δύο φορές τον κατηγορούμενο, στις 24-10-2003 και 29-10-2003, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του και να υποστηρίξει την αναφορά του, πλην όμως αυτός δεν προσήλθε και σε σχετική τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι οτιδήποτε έχει να πει θα το πει προφορικά στο ΔΣ. Ο δικηγόρος Βασίλειος Μπόλης, μετά από σχετική κλήση του εισηγητή, προσήλθε στα γραφεία του συλλόγου, όπου εξέθεσε τις απόψεις του όπως αυτές εκτίθενται στην ως άνω από 17-10-2003 αίτηση εξαιρέσεως του. Το ΔΣ του Συλλόγου, με την υπ' αριθμ. 23/7-11-2003 απόφαση του, αποφάσισε ομοφώνως να μην ασκηθεί πειθαρχικός έλεγχος σε βάρος του δικηγόρου Βασιλείου Μπόλη, διότι δεν έγινε από μέρους του παράβαση των διατάξεων του Κώδικα περί Δικηγόρων και του Κώδικα Δεοντολογίας του δικηγορικού λειτουργήματος. Από την εν λόγω συνεδρίαση απείχε ο εγκαλών, λόγω του ότι λίγες ημέρες νωρίτερα του είχε προτείνει ο αντίδικος του κατηγορουμένου, Ξ, να παραστεί ως συνήγορος υπεράσπισής του κατά τη δικάσιμο της 2-12-2003 και ενώ αρχικά είχε αποδεχθεί την πρότασή του, στη συνέχεια απείχε από την υπεράσπιση του τελευταίου. Για τη λήψη της εν λόγω αποφάσεως ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία, η οποία ήταν απολύτως διαφανής και από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι ο εγκαλών προσπάθησε να επηρεάσει τα μέλη του ΔΣ κατά τη λήψη της αποφάσεως. Η ως άνω απόφαση του ΔΣ γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο στις 10-11-2003, με το υπ' αριθμ. 224/10-11-2003 έγγραφο του Συλλόγου. Ο τελευταίος, εκτός από την ως άνω αναφορά του και μέχρι την κοινοποίηση σ' αυτόν της απόφασης του ΔΣ, υπέβαλε προς το ΔΣΚ και τις από 29-10-2003 και 3-11-2003 αιτήσεις, με τις οποίες ζητούσε να του γνωστοποιήσει ο Σύλλογος το αποτέλεσμα επί της ως άνω αναφοράς του. Οι αιτήσεις του αυτές παραλήφθηκαν από τον υπάλληλο του ΔΣΚ και πρωτοκολλήθηκαν, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, η από 3-11-2003 αίτηση του έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 224/3-11-2003 και η από 29-10-2003 έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 218/29-10-2003 (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 395/19-5-2004 ένσταση του κατηγορουμένου προς τον Πρόεδρο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας). Περαιτέρω, οι από 24-11-2003 και 26-11-2003 αιτήσεις του κατηγορουμένου, τις οποίες αυτός απευθύνει προς τον Πρόεδρο του ΔΣΚ και ζητεί να του δοθεί εγγράφως η εισήγηση του δικηγόρου Γεωργίου Βητόπουλου, αυτές παρελήφθησαν αυθημερόν από το Γραμματέα του Συλλόγου και πρωτοκολλήθηκαν αυθημερόν, με αριθμ. πρωτοκόλλου 241/24-11-2003 και 244/26-11-2003, αντιστοίχως. Επί των τελευταίων αιτήσεων, το ΔΣ του ΔΣΚ κατά τη συνεδρίαση της 8-1-2004 και με την υπ' αριθμ. 29 απόφασή του, αποφάσισε ομοφώνως ότι δεν υφίσταται σχετική υποχρέωσή του από τον Κώδικα Δικηγόρων, για χορήγηση αντιγράφου της εισηγήσεως στον κατηγορούμενο, για το λόγο ότι το σχετικό έγγραφο αποτελεί έγγραφο της εσωτερικής λειτουργίας του Συλλόγου. Επίσης, κατά την ίδια συνεδρίαση αποφασίστηκε ομοφώνως να αποσταλούν στον κατηγορούμενο, όπως και του απεστάλησαν αντίγραφα των ως άνω υπ' αριθμ. πρωτ. 241/24-11-2003 και 244/26-11-2003 αιτήσεών του. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, μετά την έκδοση της άνω αποφάσεως του ΔΣ του ΔΣΚ, που απάλλαξε το δικηγόρο Βασίλειο Μπόλη από κάθε πειθαρχικό έλεγχο, είχε προσωπική επικοινωνία ή επαφή με τον εγκαλούντα, κατά την οποία προσπάθησε να πληροφορηθεί τι συνέβη και να συνάντησε από μέρους του τελευταίου συμπεριφορά επιθετική, εριστική, προσβλητική, ώστε να "εγγίζει τα όρια του κοινού ποινικού εγκλήματος", όπως διατείνεται ο κατηγορούμενος. Από τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι παρελήφθησαν και πρωτοκολλήθηκαν από το ΔΣΚ όλες οι έγγραφες αιτήσεις και αναφορές του κατηγορουμένου και του δόθηκαν από το Σύλλογο όλα τα έγγραφα ή τα αντίγραφα που αυτός ζήτησε και μάλιστα αμέσως, χωρίς σκόπιμη καθυστέρηση και βραδυπορία, όπως αυτός διατείνεται. Όλες οι παραπάνω αιτήσεις και αναφορές του κατηγορουμένου υπεβλήθησαν από αυτόν στη Γραμματεία του ΔΣΚ και όχι στον ίδιο τον Πρόεδρο του και ήδη εγκαλούντα, ο οποίος είχε προσωπική επαφή με τον κατηγορούμενο ελάχιστες φορές. Την πρώτη φορά όταν ο κατηγορούμενος υπέβαλε για πρώτη φορά αίτηση στο ΔΣΚ για διορισμό συνηγόρου και ο εγκαλών του δήλωσε ότι ο Σύλλογος είναι αναρμόδιος και διαβίβασε το αίτημά του στην Πρόεδρο Πρωτοδικών Κοζάνης. Επίσης, στις 29-10-2003, όταν ο κατηγορούμενος υπέβαλε νέα αίτηση στη Γραμματεία του ΔΣΚ, μετά την από 16-10-2003 αναφορά του, ζητώντας επίμονα και επιτακτικά απάντηση από τους υπαλλήλους στην αναφορά του, σχετικά με την πειθαρχική δίωξη του δικηγόρου Βασιλείου Μπόλη. Τότε, ο εγκαλών επενέβη και του εξήγησε ότι ορίστηκε εισηγητής, ο οποίος θα μελετήσει την υπόθεση και θα υποβάλει την εισήγηση του στο ΔΣ του Συλλόγου, το οποίο στη συνέχεια, θα κληθεί να αποφασίσει. Αυτός όμως συνέχισε να διαμαρτύρεται και να φωνασκεί, πράγμα που προκάλεσε την αγανάκτηση των άλλων δικηγόρων που περίμεναν να εξυπηρετηθούν από τη Γραμματεία του Συλλόγου και καθυστερούσαν. Για το λόγο αυτό ο εγκαλών, αφού του εξήγησε ήρεμα και κόσμια τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί, στο τέλος του είπε, με ήρεμο και ήπιο τόνο "αν τελειώσατε να περάσετε έξω, διότι εδώ είναι το σπίτι μας", εννοώντας προφανώς ότι είναι ο χώρος στον οποίο καθημερινώς βιώνουν τις αγωνίες τους και τον νιώθουν σαν δικό τους. Περαιτέρω, από το ως άνω αποδεικτικό υλικό δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίστηκε στις αλλεπάλληλες αιτήσεις που υπέβαλε προς το ΔΣΚ "ως πολίτης τρίτης κατηγορίας και υπό καθεστώς τρομοκρατίας και εκφοβισμού" από τους δικηγόρους Κοζάνης και ειδικά από τον εγκαλούντα. Αντιθέτως, επισκεπτόταν τακτικά τα δικαστήρια και τα γραφεία του ΔΣΚ, όπου υπέβαλε αναφορές και αιτήσεις, είχε πάντοτε άμεση εξυπηρέτηση και απάντηση σε οποιοδήποτε αίτημά του και ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα φορτικός και επίμονος με τους υπαλλήλους και τον Πρόεδρο του ΔΣΚ όταν ζητούσε απαντήσεις ή εξηγήσεις σχετικά με την τύχη των αιτήσεων και αναφορών του. Επίσης, δεν είχε νομικούς παραστάτες στις δικαστικές του υποθέσεις μόνο όταν δεν ήθελε να έχει και τους καταργούσε με τη συμπεριφορά του. Μεταξύ των δικηγόρων που κλήθηκαν να τον υπερασπιστούν είναι οι δικηγόροι Κοζάνης Βασίλειος Μπόλης, Ζ, Αθανασία Βακωνάκη, ο Δημήτριος Σαμαρτζής, δικηγόρος Τρικάλων, η Αΐντα Τζαβέλλα, δικηγόρος Αθηνών. Ο εγκαλών ουδέποτε προσπάθησε να επηρεάσει αρνητικά δικηγόρους ώστε να μην αναλάβουν να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του κατηγορουμένου, ούτε αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών συνήργησε με εισαγγελικούς και δικαστικούς λειτουργούς σε παρανομίες σε βάρος του κατηγορουμένου, όπως αβάσιμα διατείνεται ο τελευταίος. Εξάλλου, σχετικά με τα αναφερόμενα στην έγγραφη δήλωση-καταγγελία, την οποία υπέβαλε ο κατηγορούμενος στον Πρόεδρο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, κατά τη συνεδρίαση της 28-5-2004, στο οποίο εκδικαζόταν υπόθεση με πολιτικώς ενάγοντα τον κατηγορούμενο κατά του Ξ, την οποία ανέπτυξε και προφορικά, αποδείχθηκε ότι ήσαν αναληθή, πρωτίστως από την διάψευση που έκανε ο ίδιος ο τότε δικηγόρος του κατηγορουμένου, Ζ (βλ. πρακτικά της υπ' αριθμ. 1072 και 1072 α/25-5-2004 αποφάσεως Τριμελούς Πλημ. Κοζάνης), ο οποίος στη συνέχεια παραιτήθηκε αφού προηγουμένως δηλώθηκε από τον κατηγορούμενο ότι θέλει να παραστεί με άλλον δικηγόρο και συγκεκριμένα με το δικηγόρο του Πρωτοδικείου Λάρισας Χρήστο Μπατζιανούλη, και ουδέποτε ελέχθησαν από τον εγκαλούντα. Αναληθές επίσης είναι και το καταγγελλόμενο ότι εξαιτίας ψυχολογικής βίας που άσκησε ο εγκαλών στον τότε δικηγόρο του κατηγορουμένου Ζ υπήρξε αρνητικό γι' αυτόν αποτέλεσμα, αφού κατά τη δικάσιμο εκείνη ο αντίδικος του κατηγορουμένου Ξ κηρύχθηκε ένοχος για επικίνδυνη σωματική βλάβη, ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία και του επιβλήθηκαν ποινές φυλακίσεως 18, 4 και 4 μηνών, αντιστοίχως. Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, σχετικά με τα αναφερόμενα στην τελευταία δήλωση- καταγγελία του κατηγορουμένου, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα, ...., ανιψιού του κατηγορουμένου, αφού τα παραπάνω διαψεύσθηκαν πανηγυρικά από τον τότε συνήγορο του κατηγορουμένου. Όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι οι παραπάνω αναφορές συντάχθηκαν από τον τότε δικηγόρο του Ζ, ουδεμία ασκεί επιρροή, αφού ο ίδιος, δάσκαλος το επάγγελμα, τις έχει αναγνώσει και υπογράψει πριν την υποβολή τους, και συνεπώς είχε πλήρη γνώση του περιεχομένου τους.. Τέλος, το αίτημα του ιδίου να κληθεί ως μάρτυρας ο προαναφερόμενος δικηγόρος του (Ζ), είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, δεδομένου ότι το Δικαστήριο από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση και δεν κρίνει αναγκαία την προσέλευση και κατάθεση του προαναφερομένου. Συνακόλουθα, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Στη συνέχεια το ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε τους αναιρεσείοντα ένοχο συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, ποινή της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε επί τριετία. Με βάση αυτά που αναπτύχθηκαν στην οικεία πιο πάνω νομική σκέψη και τις άνω παραδοχές στο αιτιολογικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο με το διατακτικό, το Δικαστήριο επί της ουσίας, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 98, 362,363 του ΠΚ που εφάρμοσε. Ειδικότερα αναφέρονται επαρκώς τα ψευδή πραγματικά περιστατικά που διέδωσε ο κατηγορούμενος δάσκαλος σε βάρος του εγκαλούντος Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Κοζάνης, ότι τα διαδοθέντα γεγονότα δεν ήταν αληθή, όπως υποστήριξε ο κατηγορούμενος και ότι γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι ήταν ψευδή, αφού είχε διαβάσει και υπογράψει τις έγγραφες αναφορές, ανεξάρτητα αν συντάκτης τους ήταν ο Δικηγόρος του Ζ και ότι τα ψευδή αυτά γεγονότα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Δικηγόρου. Επίσης με πλήρη και ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε το υποβληθέν στην αρχή της διαδικασίας αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθεί ως ουσιώδης μάρτυρας για απόδειξη της αληθείας ο μη μάρτυρας του κατηγορητηρίου, πρώην δικηγόρος του κατηγορουμένου και νυν ιερέας Ζ, ο οποίος και είχε τοποθετηθεί επί των ισχυρισμών του κατηγορουμένου και είχε διαψεύσει αυτόν, όπως προέκυπτε από τα αναγνωσθέντα πρακτικά με αριθ. 1072,1072 α/25-5-2004 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, ενώ, α) η επί της ενοχής τελική καταδικαστική πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας καλύπτει και ενέχει σιωπηρά πρόταση αυτού και για απόρριψη των άνω ισχυρισμών και του αιτήματος αναβολής του κατηγορουμένου και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επέρχεται, β)το Δικαστήριο δεν ήταν υπόχρεο να αναβάλει τη δίκη και να καλέσει τον προτεινόμενο, κατά τα άρθρα 326 παρ.3 και 366 ΠΚ, με την από 23-11-2007 ενώπιον του Εισαγγελέα Δήλωση προς απόδειξη της αληθείας, απόντα μάρτυρα Ζ, εξέτασε δε τον εμφανισθέντα και πρώτο προτεινόμενο μάρτυρα, και ήταν απλώς υπόχρεο να αιτιολογήσει ειδικώς την απορριπτική επί του υποβληθέντος αιτήματος αναβολής κρίση του, πράγμα το οποίο και έπραξε, γ) σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, απαραδέκτως πλήττεται με την κρινόμενη αναίρεση η διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, που απέρριψε ως εκπρόθεσμη την υπό του κατηγορουμένου υποβληθείσα σε αυτόν από 23-11-2007 Δήλωση αποδείξεως της αληθείας και δ), δεν υπάρχει καμία ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται. Άρα όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-1-2008 αίτηση-δήλωση αναιρέσεως του Χ, κατά της με αριθμό 523/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμιση φυσικού προσώπου κατ' εξακολούθηση. Έννοια. Απαιτείται άμεσος δόλος (ΑΠ 2121/2008, 73/2002). 1. Από τη διάταξη του άρθρου 326 παρ. 3 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 366 ΠΚ, συνάγεται ότι αφορά τις περιπτώσεις που εκκρεμεί σε βάρος του κατηγορουμένου κατηγορία για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως του άρθρου 362 ΠΚ, η επίδοση δε σχετικής δηλώσεως και της γνωστοποιήσεως των ονομάτων μαρτύρων προς απόδειξη της αληθείας στον εισαγγελέα και τον εγκαλούντα, επιβάλλεται να γίνεται και να επιδίδεται τρεις τουλάχιστον ημέρες προ της δίκης, για να μην αιφνιδιάζονται αυτοί, που είναι παράγοντες της δίκης, ως προς τον ισχυρισμό αποδείξεως της αλήθειας του φερομένου ως ψευδούς συκοφαντικού γεγονότος, γιατί αν το συκοφαντικό γεγονός αποδειχθεί αληθινό, κατά το άρθρο 366 του ΠΚ, η πράξη μένει ατιμώρητη και περαιτέρω, αν τηρήσει την προδικασία αυτή ο κατηγορούμενος, τότε μόνον παραδεκτά, μπορεί να προβάλει στο ακροατήριο και να διερευνηθεί ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός του για απόδειξη της αλήθειας. Ήτοι, μετά την επίδοση της παραπάνω δηλώσεως, ο παραλαβών τη δήλωση εισαγγελέας, δεν οφείλει να προβεί σε κάποια ενέργεια, τυχόν δε έκδοση απορριπτικής επί της δηλώσεως διάταξη αυτού, ουδεμία ακυρότητα επιφέρει, ούτε εμποδίζει τον κατηγορούμενο να υποβάλει τον άνω ισχυρισμό του στο ακροατήριο, κατά δε το άρθρο 510 του ΚΠΔ, σε αναίρεση υπόκεινται μόνον δικαστικές αποφάσεις, όχι και διατάξεις εισαγγελέων. Αν όμως, περαιτέρω, μετά τη γενόμενη έγκαιρη ως άνω επίδοση δηλώσεως του κατηγορουμένου για συκοφαντική δυσφήμηση, υποβληθεί στο Δικαστήριο, ο ισχυρισμός για απόδειξη της αλήθειας του φερόμενου ως ψευδούς συκοφαντικού γεγονότος και αίτημα αυτού να αναβληθεί η υπόθεση για να κληθεί ο απολιπόμενος και γνωστοποιηθείς για το σκοπό αυτό μάρτυρας, το Δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί αυτών των ισχυρισμών, άλλως καθίσταται η σχετική απόφαση αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ. 2. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, διότι αιτιολογείται επαρκώς το μη αληθές των διαδοθέντων και η γνώση του κατηγορούμενου ως προς την αναλήθεια των επίμαχων συκοφαντικών ισχυρισμών και αναφέρεται από ποία πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση αυτή και αιτιολογημένα απορρίπτεται αίτημα αναβολής της δίκης. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική, Αναβολής αίτημα.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1222/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καλαμάτας, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ψ. Με εγκαλούμενες τις: 1. Χ1 και 2. Χ2. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 25 Ιανουαρίου 2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 187/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 100/23.3.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1- Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου σας, κατά τα άρθρα 125 και 132 ΚΠΔ, την από 25-1-09 αίτηση της Αντεισαγγελέως Πλημμ/κών Καλαμάτας, με την οποία ζητά τον κανονισμό αρμοδιότητας για την εκδίκαση της από 9-6-08 έγκλησης του Ψ, που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμ/κών Καλαμάτας Μεσσηνίας, κατά των 1) Χ1, και 2) Χ2, για αυτοδικία,[άρθρο 331 ΠΚ], μεταξύ των αρμόδιων κατά τόπο δικαστηρίων Καλαμάτας και Ναυπλίου, και εκθέτω τα ακόλουθα. 2- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 125 του Κ. Ποιν. Δικ., μεταξύ περισσοτέρων αρμοδίων δικαστηρίων ή ανακριτικών υπαλλήλων που έχουν επιληφθεί παράλληλα προτιμούνται εκείνοι του τόπου όπου διαπράχθηκε το έγκλημα, αν ο τόπος αυτός είναι άγνωστος προτιμούνται εκείνοι που πρώτοι κάλεσαν ή διέταξαν τη σύλληψη ή τη φυλάκιση του κατηγορούμενου. Μπορεί όμως το Συμβούλιο Εφετών ή ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 132, να αναθέσει την ανάκριση και την απόφαση σε άλλο αρμόδιο δικαστήριο. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 132 παρ.1 και 2, του ιδίου κώδικα, συνάγεται ότι την αρμοδιότητα κανονίζει το Συμβούλιο των Εφετών στην περιφέρεια του οποίου υπάγονται τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων ανέκυψε η αμφισβήτηση ή ο Άρειος Πάγος αν υπάγονται σε διάφορα Εφετεία. Επί πολλών αρμοδίων κατά τόπο δικαστηρίων που υπάγονται σε διάφορα Εφετεία, μπορεί ο Άρειος Πάγος να αναθέσει αυτεπαγγέλτως την ανάκριση ή την εκδίκαση σε ένα απ' αυτά και αν ακόμη δεν έχει επιληφθεί της υποθέσεως, όταν συντρέχουν προς τούτο λόγοι ευχερούς διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας. (ΑΠ.234/53 ΠΧΡ. 53/406,ΑΠ.1706/01). Κριτήριο για την προτίμηση ενός από τα επίσης αρμόδια δικαστήρια δεν τάσσει ο νόμος, αλλά παρασχέθηκε η ευχέρεια στα αρμόδια να κρίνουν δικαστήρια τούτο βάσει των θεμελιωδών αρχών που διέπουν την ποινική δίκη, όπως της ταχείας διεξαγωγής και της οικονομίας. [Αργ.Καρράς ΠΟΙΝ.ΔΙΚ.Δ.98 σελ.62,69]. Από τις αρχές αυτές εξάγεται το συμπέρασμα ότι η προτίμηση γίνεται στο δικαστήριο στο οποίο προβλέπεται η ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης για την εκδίκαση της υπόθεσης, δηλ. στο δικαστήριο για το οποίο συντρέχουν λόγοι ευχερούς διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι και αυτό είναι επίσης αρμόδιο κατά τόπο. [Α. Καρράς, ο.π.σελ.176]. 3- Στην προκειμένη περίπτωση η Αντεισαγγελέας Πλημμ/κών Καλαμάτας με την ανωτέρω αίτησή της ζητά τον κανονισμό της αρμοδιότητας μεταξύ των δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Ναυπλίου και του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που υπάγονται στα διαφορετικά Εφετεία του Ναυπλίου και της Καλαμάτας, αντίστοιχα, για τη δικαστική διερεύνηση της έγκλησης του Ψ, κατά των 1) Χ1, και 2) Χ2, για αυτοδικία, [άρθρο 331 ΠΚ]. Με την έγκλησή του αυτή ο εγκαλών καταγγέλλει ότι η πρώτη εγκαλούμενη Χ1, σύζυγός του, στο Ναύπλιο στις 24-4-07 προέβη στη βάπτιση και στην ονοματοδοσία του ανήλικου τέκνου τους, με ανάδοχο τη δεύτερη εγκαλούμενη, χωρίς τη δική του σύμφωνη γνώμη, και ότι τέλεσαν σε βάρος του το πλημμέλημα της αυτοδικίας.[άρθρα 47 και 331 ΠΚ]. Ο Εισαγγελέας Πλημμ/κών Καλαμάτας διενήργησε προκαταρκτική εξέταση, μετά την περάτωση της οποίας διαβίβασε την έγκληση στον Εισαγγελέα Πλημμ/κών Ναυπλίου για το λόγο ότι αυτός είναι αρμόδιος κατά τόπο για την εκδίκαση της έγκλησης. Ο Εισαγγελέας Πλημμ/κών Ναυπλίου, αντίθετα, του επέστρεψε την έγκληση, αντιτείνοντας ότι αυτός είναι αρμόδιος για την εξέταση της έγκλησης ως εκ της κατοικίας της πρώτης εγκαλούμενης, η οποία κατοικεί στην ..., που είναι η έδρα του Πρωτοδικείου, στο οποίο υπηρετεί. Η ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση, και δη η εξυπηρέτηση των αρχών της επιτάχυνσης της δίκης και της οικονομίας της, εξυπηρετείται σε ικανοποιητικότερο βαθμό από το Πρωτοδικείο της Καλαμάτας, [καθώς και του εισαγγελέα αυτού και τις υπ' αυτόν ανακριτικές αρχές], καθόσον στην κατά τόπο αρμοδιότητα αυτού υπάγονται οι κατοικίες της πρώτης κατηγορουμένης, φυσικού αυτουργού του εγκλήματος, του παθόντος και του μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας ..., ενώ η πόλη του Ναυπλίου στην οποία τελεσιουργήθηκε η καταγγελλόμενη αξιόποινη πράξη, διαδραματίζει δευτερεύοντα ρόλο στην υπόθεση, αφού στη θέση της μπορούσε να επιλεγεί και ο πλέον απομακρυσμένος από τις κατοικίες των ενδιαφερομένων τόπος, όπως το ...., η ... κλπ., η προτίμηση του οποίου θα καταδήλωνε εμφανέστερα το δευτερεύοντα ρόλο της και την απρόσφορη επιλογή της για τη θεραπεία των ως άνω δικαιϊκών αρχών. 4- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου επιβάλλεται να προκρίνει το δικαστήριο του Πρωτοδικείου της Καλαμάτας, [και τις εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές του], ως το κατά προτίμηση αρμόδιο για την εκδίκαση της από 9-6-08 εγκλήσεως του Ψ, για αυτοδικία, έναντι του εξίσου αρμόδιου ομοειδούς δικαστηρίου του Ναυπλίου. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α- Να απορριφθεί η από 25-1-09 αίτηση της Αντεισαγγελέως Πλημμ/κών Καλαμάτας, με την οποία ζητά τον κανονισμό αρμοδιότητας για την εκδίκαση της από 9-6-08 έγκλησης του Ψ, που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμ/κών Καλαμάτας Μεσσηνίας, κατά των 1) Χ1, και 2) Χ2, για αυτοδικία,[άρθρο 331 ΠΚ]. Και β- Να προσδιορισθεί το Πρωτοδικείο της Καλαμάτας ως το κατά προτίμηση αρμόδιο για την εκδίκαση της ως άνω εγκλήσεως, έναντι του εξίσου αρμόδιου ομοειδούς δικαστηρίου του Ναυπλίου. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΦώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 132 παρ. 1 ΚΠοινΔ, "Αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων, που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα... παρ. 2, ο Άρειος Πάγος, αν υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία... προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση του κατηγορουμένου, του πολιτικώς ενάγοντος ή του εισαγγελέως ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια· η αίτηση πρέπει να είναι νομότυπη και να απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος την εισάγει στον Άρειο Πάγο που συνέρχεται σε συμβούλιο". Από τις διατάξεις του άνω άρθρου σαφώς προκύπτει ότι περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος υπάρχει και όταν έχουν επιληφθεί της αυτής ή συναφούς αξιοποίνου πράξεως, περισσότερα από ένα δικαστήρια ή συμβούλια ή ανακριτικές αρχές, τα οποία είναι εξ ίσου αρμόδια και δεν υπάγονται το ένα στο άλλο, και ή θεώρησαν ότι η πράξη αυτή υπάγεται στην αρμοδιότητά τους ή απέσχον να επιληφθούν, διότι θεώρησαν ότι δεν είχαν αρμοδιότητα και υπήρχε αρμοδιότητα άλλου Δικαστηρίου ή Εισαγγελίας. Έτσι η σύγκρουση αρμοδιότητος είναι α) καταφατική, όταν πλείονα δικαστήρια (ή ανακριτικές αρχές) επιληφθέντα της υποθέσεως θεώρησαν εαυτά αρμόδια, οπότε δημιουργείται κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων και β) αποφατική, όταν πλείονα απέσχον θεωρήσαντα εαυτά αναρμόδια, οπότε δημιουργείται κίνδυνος αρνησιδικίας. Σκοπός του κανονισμού της αρμοδιότητος είναι η πρόληψη ή η άρση μεταξύ των περισσοτέρων παραλλήλως ενεργούντων δικαστηρίων ή ανακριτικών αρχών, της διενεργείας πολλαπλών ασκόπων ενεργειών και αμφισβητήσεων ή διενέξεων και συνεπώς προϋπόθεση του κανονισμού της αρμοδιότητος αποτελεί η ύπαρξη περισσοτέρων τοπικώς αρμοδίων δικαστηρίων ή ανακριτικών αρχών, που να έχουν επιληφθεί της αυτής υποθέσεως ως αρμόδια ή να αρνούνται να επιληφθούν. Εξάλλου, κατ' άρθρον 122 παρ. 1 ΚΠοινΔ, εφόσον δεν πρόκειται για έγκλημα που τελέστηκε με έντυπο, περί του οποίου αναφέρει η παρ. 2 του αυτού άρθρου, "η τοπική αρμοδιότητα προσδιορίζεται από τον τόπο όπου τελέστηκε το έγκλημα ή όπου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο κατηγορούμενος όταν αρχίζει η ποινική δίωξη", και κατ' άρθρον 16 ΠΚ "Τόπος τελέσεως της πράξης θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη... ". Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Ψ, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καλαμάτας την από 9/6/2008 έγκλησή του κατά της Χ1 και κατά της Χ2 για φυσική αυτουργία σε αυτοδικία την πρώτη και για ηθική αυτουργία σε αυτοδικία τη δεύτερη, δια της οποίας καταγγέλλεται η τέλεση των άνω εγκλημάτων στην πόλη του Ναυπλίου. Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Καλαμάτας διενήργησε προκαταρκτική εξέταση, μετά την περάτωση της οποίας διαβίβασε την έγκληση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ναυπλίου για το λόγο ότι αυτός είναι αρμόδιος κατά τόπο. Ο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, αντίθετα, επέστρεψε την έγκληση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καλαμάτας, αντιτείνοντας ότι αυτός είναι αρμόδιος για την εξέταση της έγκλησης ως εκ της κατοικίας της πρώτης εγκαλούμενης. Ηδη, ο τελευταίος (Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Καλαμάτας) δια του από 25/1/2009 εγγράφου του, ζητεί τον κανονισμό της αρμοδιότητας προκειμένου να προσδιοριστεί το αρμόδιο Δικαστήριο, γιατί έχει ανακύψει ζήτημα αποφατικής σύγκρουσης αρμοδιότητας, ενόψει του ότι οι ανωτέρω δύο Εισαγγελείες υπάγονται σε διαφορετικά Εφετεία. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αρμόδιος για τον κανονισμό αρμοδιότητος είναι, στην προκείμενη περίπτωση ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο. Περαιτέρω από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι, έχει ανακύψει πράγματι ζήτημα αποφατικής κατά τόπον αρμοδιότητας των εν λόγω δύο Εισαγγελιών που υπάγονται σε διαφορετικές Εφετειακές περιφέρειες. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση κανονισμού αρμοδιότητας και να προσδιορισθεί ως αρμόδιο κατά τόπον, για τη διερεύνηση της εν λόγω εγκλήσεως, δικαστήριο το Πρωτοδικείο, της Καλαμάτας και οι Εισαγγελικές και Ανακριτικές Αρχές αυτού. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προσδιορίζει ως κατά προτίμηση αρμόδιο κατά τόπο Πρωτοδικείο, επί της από 9/6/2008 εγκλήσεως του Ψ, κατά των Χ1 και Χ2, το Πρωτοδικείο Καλαμάτας και τις Εισαγγελικές και Ανακριτικές Αρχές Καλαμάτας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αποφατικής κατά τόπον αρμοδιότητας για έγκληση μεταξύ πολλών Δικαστηρίων ή Ανακριτικών Αρχών. Δέχεται την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καλαμάτας και προσδιορίζει ως αρμόδιο Δικαστήριο, εκείνο της Καλαμάτας, του τόπου κατοικίας της πρώτης εγκαλούμενης φυσικού αυτουργού και τις Εισαγγελικές και Ανακριτικές Αρχές της Καλαμάτας.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 1.216/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ...., που δεν παρέστη, για αναίρεση της με αριθμό 48.507/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον ..... Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 51/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 51/03.02.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησιν αναιρέσεως της ...., κατά της υπ'αριθμ. 48507/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διά της οποίας απερρίφθη ως ανυποστήρικτος η έφεσίς της κατά της υπ'αριθμ. 7365/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Εκ των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως, κατ'αποφάσεως εκδοθείσης απόντος του κατηγορουμένου, εφ'όσον τυγχάνει γνωστής διαμονής εις την ημεδαπήν, είναι δεκαήμερος και αρχίζει από της επομένης επιδόσεως της αποφάσεως, υπό την προϋπόθεσιν της προηγουμένης καταχωρίσεως αυτής καθαρογραφημένης εις το ειδικόν βιβλίον που τηρείται εις την γραμματείαν του ποινικού δικαστηρίου (Α.Π. 561/2008, 492/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 82 και 83 αντιστ. κ.ά.). Περαιτέρω εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικον μέσον οφείλει να αναφέρη εις την έκθεσιν ασκήσεως αυτού τον λόγον που δικαιολογεί την εκπρόθεσμον άσκησίν του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος από τα οποία παρημποδίσθη εις την εμπρόθεσμον άσκησίν του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά των, άλλως το ένδικον μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτον (Α.Π. 561/2008, 492/2008 ενθ'ανωτ. κ.ά.). Εξ άλλου διά το παραδεκτόν του ενδίκου μέσου απαιτείται η ύπαρξις της αποφάσεως κατά της οποίας στρέφεται τούτο, διότι η εξαφάνισις αυτής κατόπιν ασκήσεως άλλου ενδίκου μέσου, καθιστά το ασκηθέν κατ'αυτής ένδικον μέσον απαράδεκτον (Α.Π. 2156/2007 Ποιν Δικ 2008 σελ. 688 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν η προσβληθείσα απόφασις, που απέρριψε την έφεσιν του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτον, κατεχωρίσθη εις το ειδικόν βιβλίον την 30/6/2000 και επεδόθη διά θυροκολλήσεως τόσον εις αυτόν όσον και εις τον αντίκλητον δικηγόρον του την 31/10/2001 και 2/10/2001 αντιστοίχως, εις τας δηλωθείσας διά της εφέσεως διευθύνσεις των. Η κατά της αποφάσεως αυτής αίτησις αναιρέσεως ησκήθη την 17/11/2008, ήτοι μετά την πάροδον μεγάλου χρονικού διαστήματος από της λήξεως της τασσομένης δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεώς της. Ο ισχυρισμός της αναιρεσειούσης, που περιέχεται εις την έκθεσιν ασκήσεως του ανωτέρω ενδίκου μέσου, ότι η επίδοσις της προσβληθείσης αποφάσεως εγένετο εις διεύθυνσιν που δεν διέμενε πλέον και ότι ο εν διαστάσει σύζυγός της δεν την ειδοποίησε διά την επίδοσιν αυτής - και αληθής υποτιθέμενος - δεν συνιστά λόγον ανωτέρας βίας, αφού η εκκαλούσα, επιμελώς φερομένη, ώφειλε να γνωστοποιήση εις την εισαγγελικήν αρχήν την μεταβολήν της κατοικίας της, ώστε η επίδοσις της αποφάσεως να γίνη εις την νέαν κατοικίαν της (Α.Π. 317/2001 Ποιν Δικ 2001 σελ. 918 κ.ά.). Περαιτέρω και ο έτερος ισχυρισμός της αναιρεσειούσης που περιέχεται εις την ιδίαν έκθεσιν, ότι δεν κατεχωρίσθη εις το ειδικόν βιβλίον η απόφασις που ανέβαλε την εκδίκασιν της υποθέσεως εις την δικάσιμον κατά την οποίαν απερρίφθη η έφεσίς της ως ανυποστήρικτος, δεν συνιστά ανωτέραν βίαν. 'Αλλωστε αι αναβλητικαί αποφάσεις δεν καταχωρίζονται εις το ειδικόν βιβλίον, αφού κατά το άρθρον 504 Κ.Π.Δ., μη αποφαινόμεναι τελειωτικώς επί της κατηγορίας, μηδέ παύουσαι οριστικώς ή κηρύσσουσαι απαράδεκτον την ποινικήν δίωξιν, δεν υπόκεινται αυτοτελώς εις το ένδικον μέσον της αιτήσεως αναιρέσεως (Α.Π. 971/2006, 2003/2005 Ποιν Δικ 2006 σελ. 1349 και 530 αντιστ. κ.ά.). Τέλος διά της υπ'αριθμ. 76598/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εγένετο δεκτή αίτησις της αναιρεσειούσης, ακυρώσεως της διαδικασίας της ανωτέρω αναιρεσιβληθείσης υπ'αριθμ. 48507/2008 αποφάσεως του αυτού δικαστηρίου, ηκυρώθη η εν λόγω απόφασις και έπαυσεν οριστικώς ή ποινική δίωξις σχετικώς με την αποδιδομένην εις αυτήν πράξιν της μη καταβολής εργατικών και εργοδοτικών εισφορών εις το Ι.Κ.Α. (άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 α.ν. 86/1967). Συνεπώς η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως είναι διττώς απαράδεκτος, ήτοι ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και ως στρεφομένη κατ' ανυπάρκτου ήδη αποφάσεως. Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθή απαράδεκτος η προαναφερθείσα αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να κηρυχθή απαράδεκτος η από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησις αναιρέσεως της κατηγορουμένης ...., κατά της υπ'αριθμ. 48507/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. ΙΙ. Να καταδικασθή η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα 20 Ιανουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 Κ.Ποιν.Δ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι δέκα ημερών και αρχίζει από την έκδοσή της, όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρισή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 Κ.Ποιν.Δ, συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα με την υπ' αριθμό 7365/20-1-1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμε-λειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό, για την πράξη της παραβάσεως του Α.Ν 86/1967, σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή 1.000.000 δραχμών. Κατά της αποφάσεως αυτής, που εκδόθηκε ερήμην της, στις 20-1-1997, άσκησε εμπροθέσμως την από 10-9-1997 έφεσή της, η οποία απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 48507/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό. Η απόφαση αυτή, η οποία καταχωρίστηκε στο τηρούμενο προς τούτο ειδικό βιβλίο, την 30-6-2000, όπως προκύπτει από την επισημειούμενη βεβαίωση του οικείου γραμματέα, κοινοποιήθηκε τόσο στην κατηγορουμένη την 31-10-2001, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική έκθεση επιδόσεως της αρμοδίου δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ...., όσο και στον αντίκλητο δικηγόρο της, Σπύρο Λαλά, όπως προκύπτει από τη με χρονολογία 2-10-2001 έκθεση επιδόσεως του ...., αστυφύλακα του Α.Τ. Εξαρχείων. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα, άσκησε την κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, την 17 Νοεμβρίου 2008, ήτοι μετά πάροδο 7 και πλέον ετών, με δήλωση της ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Στην έκθεση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, η οποία συνομολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, όπως, επίσης, συνομολογεί και την παράλειψή της, να ενημερώσει την αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, για τη μεταβολή της κατοικίας της, από την οδό ... της περιοχής ..., που είχε δηλώσει με το εφετήριό της, επικαλείται ότι για λόγους ανώτερης βίας δεν μπόρεσε να ασκήσει αυτή, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Προκειμένου δε να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της αυτό, επικαλείται ότι λόγω της διάστασης που επήλθε με το σύζυγό της, αναγκάσθηκε να μεταβάλει τον τόπο της διαμονής της, και με τον τρόπο αυτό δεν ενημερώθηκε από το σύζυγό της, ούτε από τον πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο της εταιρείας. Ο προαναφερόμενος, όμως, ισχυρισμός που προβάλλει η αναιρεσείουσα, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ο οποίος ούτε, έστω, πιθανολογήθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, και για τον οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυρίσθηκε με τη δήλωση αναιρέσεως, ότι θα προσκομίσει τα αποδεικτικά της μέσα, χωρίς όμως και να προσκομιστεί σχετική ανάλογη απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όσα δε περί του αντιθέτου περιστατικά αυτή επικαλείται, σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν λόγους ανώτερης βίας, εξαιτίας των οποίων αυτή, δεν μπόρεσε να ασκήσει την αίτηση αναιρέσεως εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των δέκα (10) ημερών. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής, ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας (άρθρο 476 παρ.1 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 48507/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του ΑΝ 86/1967. Απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1217/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ορισθέντα με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. .... και 2. ...., που δεν παραστάθηκαν περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 187/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "EUROHΟUSING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΜΕΣΙΤΕΙΑΣ" Το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Δεκεμβρίου 2008 δύο αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 59/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 70/17-2-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: I) Το συμβούλιο Εφετών Λαμίας με το υπ'αριθμ. 187/2008 βούλευμά του απέρριψε ως απαράδεκτες (διότι δεν αναφέρεται στις οικείες εκθέσεις συγκεκριμένα σφάλμα ή πλημμέλεια του προσβαλλομένου βουλεύματος, ούτε διατυπώνεται παράπονο για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων του νόμου) τις υπ'αριθμ. 31/2008 και 32/2008 εφέσεις των ... και ... κατά του υπ'αριθμ. 221/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας με το οποίο παραπέμφθησαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως τοκογλυφίας από κοινού κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα και απάτης κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα άνω των 15.000 ευρώ (ο β)- Το άνω βούλευμα του συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε στους παραπάνω κατηγορουμένους στις 16-12-2008 και 16-12-2008 αντίστοιχα και κατ'αυτού άσκησαν στις 23-12-2008 οι ίδιοι ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του εφετείου Λαμίας τις υπ'αριθμ. 5/2008 και 6/2008 αναιρέσεις και για τους αναφερομένους στις οικείες εκθέσεις λόγους αναιρέσεως. ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 476 § 2 Κ.Π.Δ. -όπως είχε προ της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 38 του ν.3160/2003- "Κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Μετά την αντικατάσταση αυτής -δηλ. της άνω § 2- με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003 ως ισχύει - έχει ως εξής "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτη επιτρέπεται μόνο αναίρεση". 'Ητοι απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος". Επομένως σήμερα δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά βουλεύματος που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη αλλά μόνο κατά απόφασης που απέρριψε έφεση ως απαράδεκτη. (βλ. και Παπαδαμάκη-Ποινική Δικονομία (2004) σελ. 384, Κονταξή ΚΠΔ (2006) 2817 σημ. ** ΑΠ 209/2005, ΑΠ 200/2006, ΑΠ 641/2007, ΑΠ 1349/2004, ΑΠ 2126/2006, Πρβλ ΑΠ 1247/2006, ΑΠ 799/2006 κ.α.). Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι οι υπό κρίση αναιρέσεις είναι απαράδεκτες διότι ασκήθηκαν κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση. 'Ετσι πρέπει να κηρυχθούν απαράδεκτες -476 § 1 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως κηρυχθούν απαράδεκτες οι υπ'αριθμ. 5/2008 και 6/2008 αναιρέσεις των ... και ... κατά του υπ'αριθμ. 187/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Λαμίας και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος αυτών. Αθήνα 22 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑθανάσιος Κ. Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο, εκτός άλλων, ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 482 παρ.1 ΚΠΔ, όπως αυτό αντ/κε με το άρθρο 41 παρ.1 του Ν.3160/2003, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. κατά συνέπεια, στον κατηγορούμενο αναγνωρίζεται δικαίωμα αναιρέσεως, μόνο όταν παραπέμπεται για κακούργημα, χωρίς ο περιορισμός αυτός να αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθρο 4, 20 παρ.1 και 25 παρ.1), στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ ή το άρθρο 14 παρ.5 Διεθνούς Συμφώνου και άρθρ. 2 παρ.1 του 7ου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Εξάλλου, κατά την ΚΠΔ 476 παρ.1 εδ. α' και β' ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν την εισαγωγή της υποθέσεως στο δικαστήριο (συμβούλιο) Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της Εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το συμβούλιο Εφετών Λαμίας με το υπ'αριθμ. 187/2008 βούλευμά του απέρριψε ως απαράδεκτες (διότι δεν αναφέρεται στις οικείες εκθέσεις συγκεκριμένο σφάλμα ή πλημμέλεια του προσβαλλομένου βουλεύματος, ούτε διατυπώνεται παράπονο για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων του νόμου) τις υπ'αριθμ. 31/2008 και 32/2008 εφέσεις των ... και ..., κατά του υπ'αριθμ. 221/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας με το οποίο παραπέμφθησαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως τοκογλυφίας από κοινού κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα και απάτης κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα άνω των 15.000 ευρώ (ο β). 'Όμως κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.2 ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή είχε πριν από την αντικατάστασή της με άρθρο 38 παρ.2 Ν.3160/2003, που ισχύει από 30-6-2003, οριζόταν ότι : "Κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Μετά την αντικατάσταση αυτής -δηλ. της άνω παρ.2- με το άρθρο 38 του ν.3160/2003- ως ισχύει- έχει ως εξής "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". 'Ητοι απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος". Επομένως σήμερα δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά βουλεύματος που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη αλλά μόνο κατά απόφασης που απέρριψε έφεση ως απαράδεκτη, Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι οι υπό κρίση αναιρέσεις είναι απαράδεκτες διότι ασκήθηκαν κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση. Σημειώνεται, ότι οι διάδικοι που άσκησαν το ένδικο αυτό μέσο δια του αντικλήτου τους ειδοποιήθηκαν να προσέλθουν στο Συμβούλιο αυτό και να εκθέσουν τις απόψεις τους, από τον αρμόδιο εισαγγελέα κατά την ΚΠΔ 476 παρ.1 εδ.τελ., όπως προκύπτει από την επισημείωση του γραμματέα στο φάκελλο της δικογραφίας. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την ίδια επισημείωση στο φάκελλο της αυτής υποθέσεως από του άνω γραμματέα, εμφανίστηκε στο ακροατήριο (κατά τη συζήτηση της άνω υποθέσεως), ο αντίκλητος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, Δημήτριος Παπακωνσταντόπουλος και ζήτησε αναβολή της συζητήσεως της προκειμένης υποθέσεως, προκειμένου να επικοινωνήσει με τους πελάτες του εάν θα συζητήσουν την υπόθεση ή όχι, ενόψει του απαραδέκτου. Το Συμβούλιο όμως έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος και στη συνέχεια, απέρριψε το αίτημα αναβολής. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, ως απαράδεκτες τις από 23 Δεκεμβρίου 2008 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Λαμίας, αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) ... και 2) ..., για αναίρεση του 187/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας. Και Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε η έφεση κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος ως απαράδεκτη. Μετά το ν. 3160/03, δεν υπόκειται σε αναίρεση το βούλευμα. Η ασκηθείσα από τους παραπεμπόμενους κατηγορούμενους απαράδεκτη. Απορρίπτει ως τέτοια.
Εφέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1218/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενο τον ... . Και εγκαλούντα τον ...., κάτοικο ... . Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 7/5-1-2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 84/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, με αριθμό 74/17-2-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ο ...., κάτοικος ... και ήδη ... υπέβαλε σε βάρος του ..., Εισαγγελέα Εφετών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιά, την από 29-11-2007 έγκλησή του για συκοφαντική δυσφήμηση. Η έγκληση αυτή απορρίφθηκε με την αριθμ. Β08-6756/20/20-10-2008 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά. Κατ' αυτής ο εγκαλών άσκησε κατ'άρθρο 48 ΚΠΔ, την αριθμ. 12/2008 προσφυγή του. Με το αριθμ. 7/5-1-2009 έγγραφό της η Εισαγγελέας Εφετών Πειραιά αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητος προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών να κρίνει την προσφυγή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε' του ΚΠοινΔ στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις της αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠοινΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος ή ο καταγγελόμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, για την ταυτότητα της αιτίας, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω της συνυπηρέτησης (ΑΠ 440/2006, ΑΠ 311/2001 Π.Δικ.917). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 ΚΠοινΔ την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠοινΔ) εξετάζει και κρίνει Εισαγγελέας Εφετών...Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 περ. γ του ίδιου Κώδικα αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών. Κατά συνέπεια, επειδή ο εγκαλούμενος Εισαγγελέας Εφετών ... υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιά συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. β και 137 ΚΠοινΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή στον πλησιέστερο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές εισαγγελικές αρχές, που θα επιληφθούν σύμφωνα με το άρθρο 48 ΚΠΔ. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω το Συμβούλιό Σας να διατάξει την παραπομπή της υποθέσεως, που αναφέρεται στο αριθμ. 7/5-1-2009 έγγραφο της Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά και αφορά την από 29-11-2007 έγκληση του ... κατά του ..., Εισαγγελέα Εφετών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιά, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προσφυγής του εγκαλούντος ... κατά της αριθμ. Β08-6756/20/20-10-2008 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές. Αθήνα 10 Φεβρουαρίου 2009 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιούμενος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ιδίου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 29-11-2007 έγκληση του ... κατοίκου ... και ήδη ... κατά του ... Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς ζητήθηκε η ποινική δίωξη του για συκοφαντική δυσφήμηση. Την ως άνω έγκληση μετά την εξέτασή της απέρριψε η αρμόδια Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Πειραιά, με την υπ' αριθμ. Β 08-6756/20/20-10-2008 ως αβάσιμη (άρθρο 47 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά της ως άνω Εισαγγελικής διάταξης ο εγκαλών άσκησε κατ' άρθρο 48 ΚΠΔ ενώπιον του γραμματέα του Πταισματοδικείου Κορίνθου προσφυγή του, για την οποία είναι κατ' αρχήν αρμόδιος να αποφανθεί ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς. Με το υπ' αριθμ. 7/5-1-2009 έγγραφό της η Εισαγγελέας Εφετών Πειραιά αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών να κρίνει την προμνημονευόμενη προσφυγή του εγκαλούντος, λόγω του ότι ο εγκαλούμενος είναι Εισαγγελέας Εφετών και υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιά. Επομένως συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προαναφερομένης προσφυγής και όταν συντρέξει περίπτωση στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την παραπομπή της υπόθεσης που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 7/5-1-2009 έγγραφο της Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά και αφορά την από 29-11-2007 έγκληση του ... κατά του ..., Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και αν συντρέξει περίπτωση στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές δικαστικές και εισαγγελικές αρχές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός Αρμοδιότητας για να ορισθούν οι αρμόδιες Εισαγγελικές και δικαστικές αρχές για να κρίνουν επί της προσφυγής του εγκαλούντος κατά της απορριπτικής Εισαγγελικής διάταξης της έγκλησης του κατά δικαστικού λειτουργού. Παραπέμπει στις δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 1223/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 5863/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.12.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 9/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, με αριθμό 73/17.2.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την από 16-12-2008 αίτηση αναίρεσης του ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του από το δικηγόρο Αθηνών Βασίλειο Ράλλη, δυνάμει της από 8-12-2008 προσαρτημένης στην αίτηση, και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά της αριθμ. 5863/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό σε ποινή φυλάκισης δέκα-πέντε (15) μηνών για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση. Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 462, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2 και 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ'ακολουθίαν, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στην έκθεση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠοινΔ). Στην κρινόμενη υπόθεση με την ανωτέρω με αριθμό 424/2008 αίτηση του ζητάει ο αναιρεσείων την αναίρεση της αριθμ. 5863/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτοντας κατά λέξη "..... ασκεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της με αριθμό 5863/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή 15 μηνών για πλαστογραφία μετά χρήσεως για όσους λόγους επιφυλάσσεται να επικαλεσθεί προσθέτως, αλλά και για τους παρακάτω νόμιμους και βάσιμους: την 15-9-2008 ήμουν ασθενής διότι αντιμετωπίζω έντονα ψυχολογικά προβλήματα μετά την απώλεια του υιού μου πιλότου της Ολυμπιακής Αεροπορίας 43 ετών που πέθανε από λευχαιμία". Ο λόγος όμως αυτός που εκθέτει δεν είναι από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ. 'Ετσι όμως, εφόσον δεν περιέχεται στην οικεία έκθεση ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ η υπό κρίση αναίρεση είναι για το λόγο αυτό απαράδεκτη. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αριθμ. 424/16-12-2008 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο ..., κατά της αριθμ. 5863/15-9-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Αθήνα 10 Φεβρουαρίου 2009 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του Κ.Π.Δ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Με την κρινόμενη με αριθμό 424/16-12-2008 έκθεση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμό 5863/15-9-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων Αθηνών), καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, σε φυλάκιση 15 μηνών που μετετράπη σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα, για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση. Προς θεμελίωση δε της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, επικαλούμενος κατά πιστή μεταφορά τα εξής: " ότι ασκεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου.....για όσους λόγους επιφυλάσσεται να επικαλεστεί προσθέτως, αλλά και για τους παρακάτω νόμιμους και βάσιμους. Ειδικότερα, διότι την 15-9-2008 ήμουν ασθενής, αντιμετωπίζοντας έντονα ψυχολογικά προβλήματα, μετά την απώλεια του υιού μου πιλότου της Ολυμπιακής Αεροπορίας 43 ετών που πέθανε από λευχαιμία". Έτσι όπως έχει διατυπωθεί γενικά και αόριστα ο λόγος αυτός, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι τυχόν πλημμέλειες, σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε ποια κεφάλαια αυτής ανάγονται και ποια πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, είναι απαράδεκτος, λόγω παντελούς αοριστίας αυτού. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος, κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα, και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό 424 από 16 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 5863/15-9-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι. Απαράδεκτη. Απορρίπτει αναίρεση.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 1227/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζευκιλή και 2) ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Χιώκο, περί αναιρέσεως της 1051/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15.1.2008 δύο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως και στο από 3.3.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων της πρώτης αναιρεσείουσας, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 229/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά της υπ' αριθ. 1051/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης οι δύο συγκατηγορούμενοι και δι' αυτής καταδικασθέντες σε δεύτερο βαθμό: 1) .... και 2) .... άσκησαν η μεν πρώτη αυτών την από 21.1.2008 αίτηση αναίρεσης και τους από 3.3.2008 πρόσθετους επ' αυτής (αίτησης αναίρεσης) λόγους, ο δε δεύτερος την από 15.1.2008 αίτηση αναίρεσης. Οι παραπάνω αιτήσεις και πρόσθετοι λόγοι, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να συνεκδικασθούν και να συνεξετασθούν (άρθρα 128 και 509 παρ. 2 ΚΠΔ). Κατά την έννοια του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ του ΠΚ και δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο, που έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και θέληση να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 του ΠΚ "αν περισσότερες πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων". Ειδικότερα τα στοιχεία του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος είναι α) η ταυτότητα των επί μέρους πράξεων. Οι πράξεις αυτές, που μπορεί μερικές να είναι τετελεσμένες και άλλες σε απόπειρα, πρέπει να είναι ομοειδείς και να προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και β) η ταυτότητα του δόλου, δηλονότι πρέπει να υπάρχει και εσωτερικός σύνδεσμος, ήτοι "ταυτότητα της απόφασης" του δράστη που εξ αρχής καταλαμβάνει το σύνολο των μερικοτέρων πράξεων. Ακόμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ, β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1051/2007 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης καταδίκασε τους δύο κατηγορουμένους - ήδη αναιρεσείοντες, σε φυλάκιση 12 μηνών τον καθένα αυτών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία, για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση την πρώτη αυτών και την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση τον δεύτερο αυτών, που τέλεσαν την 5.7.2002, την 11.9.2002 και την 2.1.2003. Ως αιτιολογία της αποφάσεώς του, το δικαστήριο διέλαβε τα εξής: ".......αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση (η πρώτη) και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτή (ο δεύτερος), που αποδίδονται σ' αυτούς με το κατηγορητήριο και περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσας. Ειδικότερα, στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο οδηγήθηκε από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων .... και ...., από τις οποίες προκύπτουν όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται στους κατηγορουμένους. Τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αναιρούνται από τις απολογίες των κατηγορουμένων, την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας. Επομένως, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι κατά το διατακτικό". Η αιτιολογία, όμως, αυτή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, αφού δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία για τα εγκλήματα για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι δύο κατηγορούμενοι, ούτε τις νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά στις διατάξεις που εφαρμόστηκαν και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από τα όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει εξ ολοκλήρου το σκεπτικό. Επομένως, κατά παραδοχή του συναφούς λόγου αμφοτέρων των αιτήσεων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, παρελκούσης δε μετά ταύτα της εξέτασης των λοιπών λόγων τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλες δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 1051/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχεία των εγκλημάτων της ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν. Ανεπαρκής αιτιολογία ως προς το υποκειμενικό στοιχείο των εγκλημάτων στην καταδικαστική απόφαση. Παραδοχή σχετικών αιτήσεων αναίρεσης και αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ηθική αυτουργία, Ψευδής βεβαίωση.
0
Αριθμός 1.213/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 21η Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, και 4) Χ4, περί αναιρέσεως του με αριθμό 496/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24 Απριλίου 2008, 23 Απριλίου 2008, 24 Απριλίου 2008 και 29 Απριλίου 2009, αντίστοιχα, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 846/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 323/13.6.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τις με αριθμό 78/23-4-2008, 81/24-4-2008, 83/24-4-2008 και 84/29-4-2008 αιτήσεις των α)Χ2, β) Χ1, γ) Χ3 και δ) Χ4, αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 496/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν τις υπ'αριθμόν 551/2007, 524/2007, 559/2007 και 550/2007 εφέσεις των ανωτέρω, αντιστοίχως, και επικύρωσε το υπ'αριθμόν 2685/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, δια του οποίου ούτοι παραπέμφθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν οι μεν τρίτος και τετάρτη (Χ3 και Χ4) για απάτη κατ'εξακολούθηση από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €, κατά συναυτουργία, οι δε δύο πρώτοι (Χ2 και Χ1) για ηθική αυτουργία στην άνω πράξη και εκθέτω τα ακόλουθα: Οι άνω αιτήσεις έχουν ασκηθεί εμπροθέσμως και νομοτύπως και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως και ειδικότερα οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτη άσκησαν την αίτηση αυτοπροσώπως, ο δε τρίτος δια του πληρεξουσίου αυτού δικηγόρου Γεωργίου Λιάπη, νομίμως εξουσιοδοτηθέντος, είναι δε παραδεκτές και ερευνητέες κατ'ουσίαν. Οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι, χωριστά για κάθε αίτηση, οι ακόλουθοι: 1) Από την υπ'αριθμόν 78/2008 αίτηση του Χ2, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ'Κ.Π.Δ.), συνισταμένη στη παραμόρφωση των αποδεκτικών στοιχείων και των καταθέσεων των μαρτύρων .... και ...., οι οποίοι καταθέτουν ότι ο άνω αναιρεσείων δεν είχε καμία σχέση με την διεύθυνση της εταιρείας ..... και επί πλέον το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρει όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά στοιχεία και τους δικανικούς λογαριασμούς επί των οποίων στηρίχθηκε η δικανική πεποίθηση του Συμβουλίου.2) Από την υπ'αριθμόν 81/2008 έκθεση αναιρέσεως του Χ1, ο αυτός ως άνω λόγος αναιρέσεως, συνιστάμενος στο ότι από το πληττόμενο βούλευμα δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη προδικασία αλλά και εκείνα που ο ίδιος επικαλέστηκε κατά την έφεσή του και με το υπόμνημά του, τα οποία ανατρέπουν τη κατηγορία και επί πλέον οι παραδοχές του Συμβουλίου αποτελούν αντιγραφή του κατηγορητηρίου και του περιεχομένου του πρωτοδίκου βουλεύματος. 3) Από την υπ'αριθμόν 83/2008 έκθεση αναιρέσεως του Χ3, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και στ' Κ.Π.Δ.) συνιστάμενες στο ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα αυτά που προσκόμισε με το απολογητικό του υπόμνημα και την έφεσή του, τα οποία ανατρέπουν τη κατηγορία, δεν αιτιολογούνται πλήρως οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ'επάγγελμα και συνήθεια τέλεση της απάτης, δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο ηγετικός του ρόλος στην εταιρία και σε κάθε περίπτωση εσφαλμένως θεωρήθηκε ως συναυτουργός ενώ έδει να χαρακτηρισθεί ως απλούς συνεργός στο αδίκημα της απάτης. 4) Από την υπ'αριθμόν 84/2008 έκθεση αναιρέσεως της Χ4, η απόλυτη ακυρότητα του άρθρου 171 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η απόλυτη ακυρότητα του άρθρου 57 Κ.Π.Δ., η υπέρβαση εξουσίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχείο α'-β'-γ'-δ' και στ' Κ.Π.Δ.), συνιστάμενες στο ότι: α) ελήφθησαν υπόψη του Δικαστικού Συμβουλίου και αξιοποιήθηκαν αποδεικτικά μαρτυρικές καταθέσεις που δόθηκαν ενόρκως από την αναιρεσείουσα, πριν αυτή αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης, κατά το στάδιο της διενεργηθείσας διοικητικής εξετάσεως ενώπιον των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ .... και .... και ούτω παραβιάστηκε το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης αυτής, το οποίο συνιστά ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, β) παρανόμως έγινε η προανάκριση από τους άνω υπαλλήλους του ΣΔΟΕ, αφού αυτοί στερούνται πτυχίου ανωτάτης σχολής, γ) δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που θεμελιώνουν την υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δεν αιτιολογείται πλήρως ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του ως άνω εγκλήματος της απάτης και δ) δεν έπρεπε να ασκηθεί κατ'αυτής η προκειμένη δίωξη, λόγω εκκρεμοδικίας, αφού για την ίδια πράξη έχουν ασκηθεί σε βάρος της δύο ακόμη διώξεις. Επί των άνω προβαλλλομένων αναιρετικών λόγων εκθέτουμε τα εξής: 1) Η καταδικαστική απόφαση και το βούλευμα έχουν την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ'είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, διότι ούτω πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Ειδικότερα δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στη περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού (ΑΠ 1149/2003 ΠΧ ΝΔ/2004 σελ. 251). Για το δόλο όμως που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Π.Κ. προς θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, διότι ενυπάρχει στη παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτει από αυτήν (Α.Π. 1134/2004 Π.Χ. ΝΓ'/2003 σελ. 403). 2) Επειδή κατά το άρθρο 57 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ'αυτήν διαφορετικός χαρακτηρισμός. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη του δεδεκασμένου απαιτείται 1) αμετάκλητη απόφαση που απαφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικώς τη ποινική δίωξη ή τη κηρύσσει απαράδεκτη, β) ταυτότητα πράξεως και γ) ταυτότητα προσώπων (Α.Π. 532/1998 Π.Χ. ΠΘ/1999 σελ. 27). Εκκρεμοδικία υπάρχει όταν προκύπτουν όλες οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου πλην του αμετακλήτου (Α.Π. 767/2001 Π.Χ. ΝΒ/σελ. 240). Σε τέτοια περίπτωση η μεταγενέστερη χρονικά ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη. 3) Επειδή κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και στη ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, κενά ή αντιφάσεις οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (Α.Π. 604/2000 Π.Χ. ΝΑ/2001 σελ. 17). 4) Τέλος υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά νόμο για την άσκησή της στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση) ή όταν παραλείπει να ασκήσει δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκησή της προϋποθέσεις (Α.Π. 1769/2000 ΠΧ. ΝΑ/2001 σελ. 788). 5) Εξ άλλου επειδή κατά το άρθρο 105 Κ.Π.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του Ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 Κ.Π.Δ., η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104, η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31. Στο δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ., που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση, ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 Κ.Π.Δ. με το Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με το συνήγορο πριν από την εξέταση του ως "μάρτυρα" γεγονός που θάλπει, κατά τη κοινή πείρα, τη πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. Έτσι με τη πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στη πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγουμένη παραγγελία του Εισαγγελέα, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για τον κατηγορούμενο, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Επειδή ναι μεν η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β' Κ.Π.Δ. δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής, η οποία μετά την ισχύ του Ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με τη προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά τη λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' και 481 παρ. 1 περ. β' Κ.Π.Δ. διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμα του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί τη κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που έχει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μη εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά τη κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεση του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιον είχε καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (Ολομ. ΑΠ 1/2004 ΠΧ ΝΕ/2005 σελ. 113). Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία πρέπει να προσδιορίζεται και να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Η απάτη λαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα όταν τελείται κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ. Στη προκειμένη υπόθεση στο πληττόμενο βούλευμα 496/2008 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και δη στην εισαγγελική πρόταση στην οποία αναφέρεται το Συμβούλιο Εφετών εκτίθεται ότι "....... από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από τη κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση και ειδικώτερα την έγκληση, την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Ξ, τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων οι από 27.4.2004 και 15.12.2004 πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ, εξαιρουμένων των εις αυτές διαλαμβανομένων ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων της Χ4, σε συνδυασμό με τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα των 1ου, 2ου, 4ου, 5ης κατηγορουμένων (Χ1, Χ2, Χ3, Χ4) προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος Χ1 ............. με τη συμμετοχή των αδελφών του Χ2 και Ζ κατάφερε να συγκροτήσει ομάδα εμπείρων περί τα χρηματοοικονομικά, ατόμων, μέσω δε διαφόρων εταιρειών και οι τρεις σχεδίασαν έντεχνα δραστηριότητες τις οποίες και υλοποίησαν............... εμπλέκοντας στον ιστό τους μεγάλο αριθμό ανυποψίαστων επενδυτών-πελατών, τους οποίους εξαπάτησαν.......... από το 1997 συνεργάζονται με τους κατηγορουμένους Χ3, Χ4 και επιτυγχάνουν να εξαπατήσουν ανυποψίαστους πελάτες σε μεγάλο αριθμό................... Για τη προώθηση και διάθεση του ανύπαρκτου αυτού προϊόντος χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες υπαλλήλων και συνεργατών μεταξύ των οποίων οι Χ3 και Χ4, οι οποίοι εν γνώσει των συμμετείχαν στην απάτη και ενθυλάκωση του χρήματος, εκτελώντας τις εντολές των υπολοίπων κατηγορουμένων (Αφών Χ1 Χ2 Ζ)........... 'Ετσι βασικό στέλεχος της εταιρείας "... LTD" ήτο ο Χ3 και αντιπρόεδρος αυτής, ο οποίος είχε αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διάθεση του ανωτέρω προϊόντος, γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν ανύπαρκτο και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στις παράνομες δραστηριότητες των Αφών Χ1 Χ2 Ζ, η δε κατηγορουμένη Χ4 ήτο επίσης υψηλόβαθμο στέλεχος κατέχοντας τη θέση της οικονομικής διευθύντριας.............. 'Ετσι στη κρινομένη υπόθεση οι κατηγορούμενοι Χ3 και Χ4, δρώντας καθ'υπόδειξη και κατ'εντολή των αδελφών Χ1 Χ2 Ζ, παρέστησαν εν γνώσει των ψευδώς στον εγκαλούντα, ο οποίος επιθυμούσε να προβεί σε επωφελή και σίγουρη επένδυση των χρημάτων που είχε αποταμιεύσει από την πολυετή εργασία του στο εξωτερικό, ότι η ανωτέρω εταιρεία ήτο θυγατρική της παγκοσμίου φήμης "ROUAL BANK OF SCOTLAND" και διαχειριζόταν στις διεθνείς χρηματαγορές το αμοιβαίο κεφάλαιο "Goldsmith Investment Fund", παρέχοντας στους πελάτες δήθεν εγγυημένες ετήσιες αποδόσεις του κεφαλαίου τους σε ποσοστό 9-13,5%, το οποίο δεν ήτο ένα τυχαίο και ευκαιριακό ποσοστό κάποιας ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας, αλλά το απολύτως αναμενόμενο και σύνηθες, ότι όλες οι επενδύσεις των πελατών ήσαν ασφαλισμένες στους ILoyd's του Λονδίνου, ότι η άνω εταιρεία ".... LTD", είχε την ευθύνη διαχείρησης πακτωλού κεφαλαίων αγγλικών συμφερόντων, ελεγχόμενη από την αυστηρή και τυπική αγγλική επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, επιδεικνύοντάς του μάλιστα προς επίρρωση των διαβεβαιώσεών του, τα τηρούμενα στοιχεία της κινήσεως λογαριασμών τρίτων-πελατών της εν λόγω εταιρείας που είχαν επενδύσει στο συγκεκριμένο αμοιβαίο κεφάλαιο και επίσης έντυπο ενημερωτικό υλικό. Ο εγκαλών πεισθείς από τις διαβεβαιώσεις των Χ3 και Χ4, αποφάσισε να επενδύσει στο ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο και την 10-3-1999 κατέθεσε με επιταγή της Εθνικής Τράπεζας το ποσό 137.867,39 δολαρίων ΗΠΑ, το σώμα της οποίας παρέλαβε ο Χ3, ο οποίος δήθεν θα μεριμνούσε για την κατάθεση του ποσού αυτού στη Τράπεζα "ROUAL BANK", η οποία θα ήτο και η θεματοφύλακας του αμοιβαίου κεφαλαίου. Σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της συμφωνίας, η επένδυση αφορούσε περίοδο ενός έτους, με σταθερή απόδοση 13,41% ετησίως, με δικαίωμα αυτόματης ανανέωσης. Ταυτόχρονα παρέλαβε από την Χ4 σειρά νομιμοποιητικών εγγράφων που πιστοποιούσαν την επένδυσή του και ότι το αμοιβαίο κεφάλαιο στο οποίο είχε επενδύσει ήτο ασφαλισμένο στους LΙoyd's του Λονδίνου. Μετά την επένδυση αυτή ο Χ3 και η Χ4, τηλεφωνούσαν συχνά στον εγκαλούντα και τον διαβεβαίωναν για κερδοφόρα κίνηση του αμοιβαίου κεφαλαίου, αποστέλλοντες και επιστολές ταχυδρομικώς, με την αναλυτική παράθεση της κίνησης του λογαριασμού του και της δήθεν ανοδικής πορείας της επένδυσής του. Πεισθείς δε εκ νέου ο εγκαλών για το αληθές των διαβεβαιώσεων την 25-5-2001, προέβη σε δεύτερη επένδυση ποσού 24.459,79 Ευρώ με επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο για περίοδο ενός έτους, με ελάχιστη εγγυημένη ετήσια απόδοση 9% και δικαίωμα αυτόματης ανανέωσης. Παρέλαβε δε και αυτή τη φορά από την Χ4 σειρά νομιμοποιητικών εγγράφων και επιστολές, με αναλυτική παράθεση της κίνησης του λογαριασμού του και της δήθεν ανοδικής πορείας της επένδυσής του. Οι ψευδείς και παραπλανητικές διαβεβαιώσεις των εν λόγω κατηγορουμένων, περί της δήθεν ανοδικής πορείας της επένδυσής του, επαναλαμβάνοντο και έτσι και πάλι ο εγκαλών την 26-9-2001 προέβη στην εν νέου επένδυση ποσού 24.181,95 Ευρώ, στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο, το οποίο κατέβαλε σε μετρητά στο Χ3, λαμβάνοντας εκ νέου σειρά νομιμοποιητικών εγγράφων από την Χ4, και στη συνέχεια την 4-4-2002, προέβη σε επένδυση 20.000 ευρώ, σε μετρητά, τα οποία κατέβαλε στον Χ3 και την Χ4, στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο για περίοδο ενός έτους με ετήσια εγγυημένη απόδοση 9% και δικαίωμα αυτόματης ανανέωσης ενώ συνέχιζαν να του αποστέλουν επιστολές με περιεχόμενο την δήθεν κερδοφόρα κίνηση των λογαριασμών του.................... Τον Δεκέμβριο 2002 έκλεισαν τα γραφεία της εταιρείας .... LTD και άρχισε να αποκαλύπτεται η εγκληματική δράση όλων των κατηγορουμένων, οι οποίοι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, είχαν αποσπάσει χρήματα από εκατοντάδες επενδυτές, που είχαν επενδύσει τις οικονομίες τους σε διάφορα χρηματοοικονομικά προγράμματα των εταιρειών των αδελφών Χ1 Χ2 Ζ, ανάμεσα στα οποία και το συγκεκριμένο αμοιβαίο κεφάλαιο "Goldsmith Investment Fund", το οποίο ήτο απατηλό και χωρίς ασφάλιση στους "Lloyd's", ενώ αποκαλύφθηκε ότι η προαναφερόμενη εταιρεία δεν ήτο επενδυτική τράπεζα ούτε θυγατρική εταιρεία της "ROUAL BANK OF SCOTLAND", δεν είχε άδεια να διαθέτει κεφάλαια στην αγορά και ως εταιρεία του ΑΝ 89/67 απαγορευόταν να έχει οποιαδήποτε δραστηριότητα στην Ελλάδα......................... Αρχές του έτους 2003, ήλθαν στο φως της δημοσιότητος τα πρώτα στοιχεία της τεράστιας απάτης, την οποία εμπνεύσθηκαν, οργάνωσαν και υλοποίησαν οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Ζ, με καθοδηγητή και κορυφαίο στην ιεραρχία το πρώτο, μαζί και με άλλους συμμετόχους, ήδη ποινικά εμπλεκόμενους (εκκρεμούν εις βάρος των σωρεία συναφών δικογραφιών) μεταξύ των οποίων οι Χ3 και Χ4, οι οποίοι, κατέχοντας και στελεχώνοντας υψηλόβαθμες θέσεις στην εταιρεία "..... LTD", έδρασαν, εν γνώσει του οργανωθέντος μηχανισμού εξαπάτησης, κατ'εντολή, παρότρυνση, και σύμφωνα με την καθοδήγηση των ως άνω αδελφών, προκειμένου να ωφεληθούν περιουσιακά. 'Ετσι οι Χ3 και Χ4, ερχόμενοι επανειλημμένα σε άμεση προσωπική και τηλεφωνική με τον εγκαλούντα, παρέπεισαν αυτόν ότι η επένδυση των χρημάτων του ήτο επωφελής και ασφαλής, προβάλλοντας απατηλά το ως άνω επενδυτικό προϊόν (Goldsmith Investment Fund), το οποίο ήτο ανύπαρκτο, χωρίς ενσωματωμένο δικαίωμα, εν γνώσει των, διαβεβαιώνοντας παράλληλα τον εγκαλούντα ότι η εταιρεία "...." ήτο οικονομικός κολοσσός, με διεθνές κύρος, τα δε νομιμοποιητικά έγγραφα που παρέδωσε η Χ4 στον εγκαλούντα ήσαν ψευδή κατά περιεχόμενο........................... Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, προκύπτουν αβίαστα από την έγκληση, την κατάθεση του εγκαλούντος, τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των ...., τις ένορκες βεβαιώσεις των ...., ...., ...., ιδιαίτερα δε τις από 27-4-2004 και 15-12-2004 πορισματικές αναφορές του Σ.Δ.Ο.Ε., αλλά και την από 27-6-2005 ένορκη μαρτυρική κατάθεση του ...., ενώπιον της Ανακρίτριας του 27ου Τμήματος Αθηνών επί συναφούς υπόθεσης και όλα ανεξαιρέτως τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας. Την παραπάνω πράξη ετέλεσαν οι κατηγορούμενοι από κοινού, με την αποδιδομένη στο καθένα κατά το προσβαλλόμενο βούλευμα, μορφή συμμετοχής, με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, με το προαναφερθέν συνολικό όφελος και την αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ. Ενήργησε δε ο καθένας κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, έχοντας ριζωμένη την ροπή προς τις απάτες, διαμορφωμένη δε υποδομή και ετοιμότητα διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων. Προς τούτο, επισημαίνεται και αξιολογείται ο προεκτεθείς οργανωμένος, συστηματικός, επιτήδειος και αριστοτεχνικός τρόπος συγκρότησης του όλου μηχανισμού για την εξαπάτηση εκατοντάδων ελλήνων επενδυτών, μεταξύ των οποίων και ο εγκαλών, η καλοστημένη επιχείρηση της "παράτραπεζας", με δήθεν διεθνείς διασυνδέσεις, η προβολή διαφημιστικών, φυλλαδίων, η δημιουργία δεκάδων υπεράκτιων εταιρειών, η δημιουργία δαιδαλώδους εντυπωσιακού δικτύου, μέσω του οποίου τα κεφάλαια των επενδυτών, αφού χάνονταν, "ξεπλένονταν" και κατέληγαν στα θυλάκια των ως άνω κατηγορουμένων, η λειτουργία γραφείων σε πολυτελή κτίρια, η πολυδάπανη και ισχυρή διαφήμιση, η απασχόληση πολυάριθμου προσωπικού. Κατ'ακολουθία αυτών, συνάγεται η εμμονή και ανεξάντλητη ροπή των στη προεκτεθείσα εγκληματική δράση, για πολλά έτη, αναμφίβολα κατ'επάγγελμα προς πορισμό σταθερού και διαρκούς εισοδήματος (το τελευταίο διερευνήθηκε ενδελεχώς και περιγράφεται στις πορισματικές εκθέσεις του Σ.Δ.Ο.Ε.).Οι κατηγορούμενοι Χ3 και Χ4, συμμετείχαν ενεργά, στην εξαπάτηση του εγκαλούντος, κατόπιν της προτροπής και καθοδήγησης των υπολοίπων, προκειμένου να ωφεληθούν περιουσιακά................. Τέλος επισημαίνεται ότι οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης Χ4 περί απολύτου ακυρότητος της προδικασίας, είναι άνευ νομίμου ερείσματος, ως δε προεξετέθη οι διαλαμβανόμενες μαρτυρικές της καταθέσεις στις ως άνω πορισματικές εκθέσεις του Σ.Δ.Ο.Ε., είναι εκ των στοιχείων τα οποία εν προκειμένω δε αξιολογήθηκαν κατά την αναφορά των προκυψάντων πραγματικών περιστατικών.................".Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την απαιτουμένη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με τις εφαρμοσθείσες υπό τούτου ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ' και 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες κατ'ορθή εφαρμογή των δεχθέντων από αυτό πραγματικών περιστατικών, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε, αφού εκθέτει στο βούλευμα αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και θεμελιώνουν την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για τη παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο. 'Απαντα τα έγγραφα ελήφθησαν υπόψη όπως και οι μαρτυρικές καταθέσεις. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας Χ4 ότι οι άνω υπάλληλοι του ΣΔΟΕ δεν έχουν πτυχίο ανωτάτης Σχολής ουδεμία ακυρότητα δημιουργεί, ενώ από το κείμενο του προσβαλλομένου βουλεύματος προκύπτει ότι οι καταθέσεις της ενώπιον αυτών δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν. Το υπ'αυτής υποστηριζόμενο ότι το πόρισμα του ΣΔΟΕ έγινε με τη λήψη υπόψη των άνω υπαλλήλων των ενόρκων καταθέσεών της δεν αποδεικνύεται, αφού από το πολυσέλιδο πόρισμα προκύπτει ότι το πόρισμα συνετάγει βάσει πληθώρας μαρτυρικών καταθέσεων και αποδεικτικών εγγράφων, τραπεζικών λογαριασμών ως και δεκάδων CD που απαριθμούν 380.000 σελίδες. Τέλος όσον αφορά στο προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως ότι η προκειμένη ποινική δίωξη πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας, παρατηρούμε τα εξής: Κατά της εν λόγω αναιρεσείουσας έχουν σχηματισθεί και άλλες ποινικές δικογραφίες, μεταξύ των οποίων και η υπ'αριθμόν Α02/01.Ε/495-Α05/01.Ε/82 η οποία διαβιβάστηκε στην ανακρίτρια του 2ου τακτικού τμήματος με αριθμό ανακριτικής δικογραφίας 12/2006. Από το σχέδιο του κατηγορητηρίου προκύπτει ότι κατά της ανωτέρω απαγγέλθηκε κατηγορία και για απάτη σε βάρος του Ξ και σχετικά με τα ποσά των 24.181,95 € και 137.867,39 € με ημερομηνία καταβολής την 26.9.2001 και 10.3.99, αντίστοιχα, (βλέπε σχέδιο κατηγορητηρίου της άνω δικογραφίας στις σελίδες 32 και 54). Για τα ποσά αυτά έχει παραπεμφθεί βάσει της παρούσας δικογραφίας. Όμως όπως προκύπτει από την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η άνω υπ'αριθμ. 12/2006 δικογραφία εκκρεμεί προς έκδοση βουλεύματος ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Κατά συνέπεια η παρούσα δικογραφία προηγείται διαδικαστικά και κατ'ακολουθίαν δεν κηρύσσεται αυτή η δίωξη απαράδεκτη αλλά η ετέρα. Ως προηγουμένη διαδικαστικώς θεωρείται εκείνη η υπόθεση η οποία έχει εισέλθει στο επόμενο στάδιο διαδικασίας δηλαδή στο ακροατήριο έναντι της διαδικασίας του Συμβουλίου και τούτου έναντι της ανακρίσεως ή προανακρίσεως (Εφετείου Θεσσαλονίκης 120/1983 Π.Χ. ΛΓ' σελ. 640).Κατόπιν των ανωτέρω οι λόγοι που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στους αναιρεσείοντες. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθούν οι υπ'αριθμόν 78/23-4-2008, 81/24-4-2008, 83/24-4-2008 και 84/29-4-2008 αιτήσεις των Χ2, Χ1, Χ3, αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 496/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) να επιβληθούν τα έξοδα στους άνω αναιρεσείοντες. Αθήνα 3 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα και εμπρόθεσμα, ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκαν οι από α) 24.4.2008, β) 23.4.2008, γ) 24.4.2008 και δ) 29.4.2008, τέσσερις (4) αιτήσεις αναιρέσεως, από τους κατηγορούμενους: α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3 και δ) Χ4, αντίστοιχα κατά του υπ' αριθμ. 496/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι με αριθμούς 524/2007, 551/2007, 559/2007 και 550/2007 εφέσεις των άνω κατηγορουμένων αντίστοιχα κατά του 2.685/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο οι ανωτέρω (ο μη διάδικος, Ζ και ο μη διάδικος επίσης, Ψ και ήδη αγνώστου διαμονής) παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξεως της από κοινού απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (άρθρα 13 περ. στ', 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 45, 46 παρ. 1α, 94 παρ.1, 98 παρ.1 και 2 (όπως η παρ. 2 προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999), 386 παρ. 1 και 3α ΠΚ (όπως η παρ. 3 αντικ. από το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999), για απάτη κατά συναυτουργία οι γ' και δ' και για ηθική αυτουργία στην άνω πράξη των τελευταίων οι α' και β' κατηγορούμενοι, που φέρεται ότι τέλεσαν αυτοί στην .... από 10.3.1999 έως 4.4.2002, σε βάρος του εγκαλούντος, Ξ. Οι ανωτέρω αιτήσεις είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά το άρ. 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, οι οποίες έγιναν προς το σκοπό της επίτευξης παρανόμου οφέλους με δόλια παραπλάνηση, όπως τη διαγράφει ο Νόμος. Συνεπώς για τη συντέλεση αυτού πρέπει να υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αφενός της απατηλής ενέργειας του δράστη και της απ' αυτήν δημιουργηθείσης πλάνης του παθόντος και αφετέρου της πλάνης αυτής και της ενέργειας στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς, η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση, που επάγεται αναγκαίως περιουσιακή βλάβη του εαυτού του ή τρίτου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παρασταθείς άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω κατά το άρ. 386 παρ. 3 εδ. α' του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, κατά δε το άρ. 13 εδ. στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό (στ') προστέθηκε με το άρ. 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Τέλος κατά τη διάταξη του άρ. 45 του ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Από το άρθρο δε 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προηγήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη μόνο, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α ΠΚ προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κ.λ.π., β) διάπραξη από τον άλλο της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού δηλαδή ηθελημένη πρόκληση για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Τέλος, η συμμετοχή σε απάτη κακουργηματικού χαρακτήρα συνιστά κατ' αρχήν πλημμέλημα, προσλαμβάνει όμως κακουργηματικό χαρακτήρα όταν η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως συντρέχει και στο πρόσωπο του συμμετόχου. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που διώχθηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα, για το οποίο έγινε η παραπομπή στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τα σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμα βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 496/2008 βούλευμά του, δέχθηκε, αναφερόμενο επιτρεπτώς στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων της δικογραφίας και ειδικότερα από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων τόσον κατά την κυρία ανάκριση, καθώς και την προκαταρκτική εξέταση, που προηγήθηκε και από όλα τα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα απολογητικά υπομνήματά τους, ότι προέκυψαν τα διαλαμβανόμενα σ'αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά πιστή αντιγραφή από την εισαγγελική πρόταση, έχουν ως εξής: "Ο κατηγορούμενος Χ1 το έτος 1991, ήρθε στην Ελλάδα, διωκόμενος από τις αρχές των Η.Π.Α., για απάτες και άλλες κακ/κές πράξεις και με την συμμετοχή των αδελφών του, Χ2 και Ζ, κατάφερε να συγκροτήσει μία ομάδα εμπείρων, περί τα χρηματοοικονομικά, ατόμων, μέσω δε διαφόρων εταιρειών και οι τρείς σχεδίασαν έντεχνα δραστηριότητες τις οποίες και υλοποίησαν, με πυρήνα την ίδρυση και λειτουργία της "παρατράπεζας" ".... LTD" και των δορυφόρων εταιρειών της, εμπλέκοντας στον ιστό τους, μεγάλο αριθμό ανυποψίαστων επενδυτών - πελατών, τους οποίους με μεθόδους και τέλειους μηχανισμούς, εξαπάτησαν, διαθέτοντας ως αμοιβαίο κεφάλαιο το "GOLDSMITH INVESTMENT FUND", με τις εγγυημένες αποδόσεις, όπως διαβεβαίωσαν. Από το έτος 1997 και έκτοτε, επεκτείνοντας μεθοδικά τους στόχους των, συνεργάζονται άμεσα με τους κατηγορουμένους Χ3, Χ4 και τον φυγόδικο Ψ (εκτός των άλλων ατόμων) και επιτυγχάνουν να εξαπατήσουν ανυποψίαστους πελάτες, σε μεγάλο αριθμό, οι οποίοι δελεάζοντο από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις, τις υψηλές και εγγυημένες (δήθεν) αποδόσεις των χρημάτων τους, την πληθώρα εντύπων και ενημερωτικών φυλλαδίων, την δήθεν συνεργασία με φερέγγυα και αξιόπιστα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα ψευδή ενημερωτικά δελτία κίνησης, τα οποία αποστέλλονταν στους πελάτες - επενδυτές. Για την πραγματοποίηση των σχεδίων τους, έθεσαν σε λειτουργία ανύπαρκτα χρηματοοικονομικά προϊόντα (GOLDSMITH και GLOBELEX), τα οποία με τη βοήθεια κυρίως της...., που λειτουργούσε "τροφοδότης" και "πυρήνας", καθώς και άλλων συνεργατών, τα προώθησαν κυρίως στην Ελληνική αγορά και έτσι αποκόμισαν τεράστια ποσά, χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς το ύψος αυτών. Στη συνέχεια, αφού οι κατηγορούμενοι αυτοί (Χ1 .Χ2, Ζ), δημιούργησαν δεκάδες εταιρείες υπεράκτιες και μη, με κύρια και κεντρική επιχείρηση την εταιρεία ".... LTD", άνοιξαν δεκάδες λογαριασμούς, τόσον στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, και κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα δαιδαλώδες εντυπωσιακό δίκτυο, μέσω του οποίου, τα χρήματα των επενδυτών, μετά από περιπλανήσεις από τράπεζα σε τράπεζα, κατέληξαν στους προσωπικούς λογαριασμούς των εν λόγω κατηγορουμένων και των συνεργατών, οι οποίοι τα ενθυλάκωναν για ίδιο όφελος. Εγκαθιστούν και λειτουργούν τα γραφεία των εταιρειών σε πολυτελή κτίρια, διαθέτουν ακριβό και σύγχρονο εξοπλισμό, χρησιμοποιούν πολυδάπανη και ισχυρή διαφήμιση και όλα αυτά ως "προκάλυμμα", με το σκοπό να μπορούν να διαλύουν τις όποιες ενδεχόμενες υπόνοιες εγείροντο από τυχόν δύσκολους πελάτες. Η εταιρεία ".... LTD" είχε τα γραφεία της στη .... (....), εδήλωσε δε έδρα της και δραστηριότητα στις Παρθένες νήσους της Βρετανίας, από τους πλέον φορολογικούς παραδείσους και αντιπροσώπευε το αμοιβαίο κεφάλαιο στην Ελλάδα. Αυτή λειτουργούσε χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις του Α.Ν. 86/67, παραβιάζοντας και τη σχετική άδεια που είχε λάβει από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (αριθμό ΙΕ/53145/2345/11384/21.3.1997), δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρεία μπορούσε να ασχολείται αποκλειστικά με τον συντονισμό, την εποπτεία, τον έλεγχο, την παρακολούθηση και την προώθηση των εκτός Ελλάδος δραστηριοτήτων της εταιρείας και απαγορευόταν ρητά να πραγματοποιεί εμπορική δραστηριότητα στον Ελλαδικό χώρο. Για την πραγματοποίηση του σχεδίου των, κατασκεύασαν και προώθησαν με δίκτυο πωλητών, ένα χρηματοοικονομικό προϊόν, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου, με την ονομασία GOLDSMITH FUND, από την αντίστοιχη off-shore εταιρεία ....., τα γραφεία της οποίας ήσαν στη .... Για την προώθηση και διάθεση του ανύπαρκτου αυτού προϊόντος, χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες υπαλλήλων και συνεργατών, μεταξύ των οποίων και οι συγκατηγορούμενοι Χ3 και Χ4, οι οποίοι εν γνώσει των συμμετέχουν στην απάτη και ενθυλάκωση του χρήματος, εκτελώντας τις εντολές των υπολοίπων συγκατηγορουμένων (Αφών Χ1 Χ2 Ζ) και αποτελώντας έτσι την ανθρώπινη υποδομή για την επίτευξη των στόχων τους. Έτσι βασικό στέλεχος της εταιρείας "..... LTD", ήτο ο Χ3 και αντιπρόεδρος αυτής, ο οποίος είχε αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διάθεση του ανωτέρω προϊόντος, γνωρίζοντας ότι αυτό ήτο ανύπαρκτο και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στις παράνομες δραστηριότητες των Αφών Χ1 Χ2 Ζ, η δε κατηγορουμένη Χ4, ήτο επίσης υψηλόβαθμο στέλεχος της ανωτέρω εταιρείας, κατέχοντας τη θέση της οικονομικής διευθύντριας. Για την προώθηση του ανύπαρκτου αυτού προϊόντος χρησιμοποίησαν πολυδάπανη διαφήμιση, πληθώρα εντύπων, ενημερωτικά φυλλάδια που εμφάνιζαν το εν λόγω αμοιβαίο κεφάλαιο ότι αποτελούσε μοναδική ευκαιρία επένδυσης, με ελάχιστο επενδυτικό ρίσκο, ότι η ως άνω εταιρεία είναι οικονομικός κολοσσός με παγκόσμια εμβέλεια και διεθνές κύρος, συνεργαζόμενη με εταιρείες διεθνούς φήμης και ότι η αποδοτικότητα και η ασφάλεια του επενδυτικού αυτού προϊόντος ήτο αναμφισβήτητη. Οι ψευδείς αυτές παραστάσεις ήσαν το περιεχόμενο και των ενημερωτικών συναντήσεων που οργάνωναν με τους υποψηφίους επενδυτές στα πολυτελή γραφεία της εταιρείας, καθώς και σε διάφορα πολυτελή ξενοδοχεία των ...., όπου επεδείκνυαν το ικανότατο στελεχιακό δυναμικό της επιχειρήσεώς τους, διαβεβαιώνοντας για την υψηλή αποδοτικότητα του χρηματοοικονομικού προϊόντος και το εξασφαλισμένο του κεφαλαίου της επένδυσης, έτσι εξαπατήθηκαν εκατοντάδες επενδυτές, μεταξύ των οποίων και ο εγκαλών Ξ. Έτσι στην κρινόμενη υπόθεση οι κατηγορούμενοι Χ3 και Χ4, δρώντες καθ' υπόδειξη και κατ' εντολή των αδελφών Χ1 Χ2 Ζ, παρέστησαν εν γνώσει των ψευδώς στον εγκαλούντα, ο οποίο9ς επιθυμούσε να προβεί σε επωφελή και σίγουρη επένδυση των χρημάτων που είχε αποταμιεύσει από την πολυτελή εργασία του στο εξωτερικό, ότι η ανωτέρω εταιρεία ήτα θυγατρική της παγκοσμίου φήμης "ROYAL BANK OF SCOTLAND" και διαχειριζόταν στις διεθνείς χρηματαγορές το αμοιβαίο κεφάλαιο "GOLDSMITH INVESTMENT FUND", παρέχοντας στους πελάτες δήθεν εγγυημένες ετήσιες αποδόσεις του κεφαλαίου τους σε ποσοστό 9-13,5%, το οποίο δεν ήτο ένα τυχαίο και ευκαιριακό ποσοστό κάποιας ευνοϊκής οικονομικής συγκυρία, αλλά το απολύτως αναμενόμενο και σύνηθες, ότι όλες οι επενδύσεις των πελατών ήσαν ασφαλισμένες στους Lloyd's του Λονδίνου, ότι η ως άνω εταιρεία ".... LTD" είχε την ευθύνη διαχείρησης πακτωλού κεφαλαίων αγγλικών συμφερόντων, ελεγχόμενη από την αυστηρή και τυπική αγγλική επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, επιδεικνύοντάς του μάλιστα προς επίρρωση των διαβεβαιώσεών των, τα τηρούμενα στοιχεία της κινήσεως λογαριασμών τρίτων - πελατών της εν λόγω εταιρείας που είχαν επενδύσει στο συγκεκριμένο αμοιβαίο κεφάλαιο και επίσης έντυπο ενημερωτικό υλικό. Ο εγκαλών πεισθείς από τις διαβεβαιώσεις των Χ3 και Χ4, αποφάσισε να επενδύσει στο ανωτέρο αμοιβαίο κεφάλαιο και την 10.3.1999 κατέθεσε με επιταγή της Εθνικής Τράπεζας το ποσό των 137.867,39 δολλαρίων ΗΠΑ, το σώμα της οποίας παρέλαβε ο Χ3, ο οποίος δήθεν θα μεριμνούσε για την κατάθεση του ποσού αυτού στην Τράπεζα "ROYAL BANK", η οποία θα ήτο και η θεματοφύλακας του αμοιβαίου κεφαλαίου. Σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της συμφωνίας, η επένδυση αφορούσε περίοδο ενός έτους, με σταθερή απόδοση 14,31% ετησίως, με δικαίωμα αυτόματης ανανέωσης. Ταυτόχρονα παρέλαβε από την Χ4 σειρά νομιμοποιητικών εγγράφων που πιστοποιούσαν την επένδυσή του και ότι το αμοιβαίο κεφάλαιο στο οποίο είχε επενδύσει ήτο ασφαλισμένο στους Lloyd's του Λονδίνου. Μετά την επένδυση αυτή ο Χ3 και η Χ4 τηλεφωνούσαν συχνά στον εγκαλούντα και τον διαβεβαίωναν για κερδοφόρα κίνηση του αμοιβαίου κεφαλαίου, αποστέλλοντες και επιστολές ταχυδρομικώς, με την αναλυτική παράθεση της κίνησης του λογαριασμού του και της δήθεν ανοδικής πορείας της επένδυσής του/ Πεισθείς δε εκ νέου ο εγκαλών για το αληθές των διαβεβαιώσεων την 25.5.2001 προέβη σε δεύτερη επένδυση ποσού 24.459,79 ευρώ με επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο για περίοδο ενός έτους, με ελάχιστη εγγυημένη ετήσια απόδοση 9% και δικαίωμα αυτόματης ανανέωσης. Παρέλαβε δε και αυτή τη φορά από την Χ4 σειρά νομιμοποιητικών εγγράφων και επιστολές, με αναλυτική παράθεση της κίνησης του λογαριασμού του και της δήθεν ανοδικής πορείας της επένδυσής του. Οι ψευδείς και παραπλανητικές διαβεβαιώσεις των εν λόγω κατηγορουμένων, περί της δήθεν ανοδικής πορείας της επένδυσής του, επαναλαμβάνοντο και έτσι και πάλι ο εγκαλών την 26.9.2001 προέβη στην εκ νέου επένδυση ποσού 24.181,95 ευρώ, στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο, το οποίο κατέβαλε σε μετρητά στο Χ3, λαμβάνοντας εκ νέου σειρά νομιμοποιητικών εγγράφων από την Χ4, και στη συνέχει την 4.4.2002, προέβη σε επένδυση 20.000 ευρώ, σε μετρητά τα οποία κατέβαλε στον Χ3 και στην Χ4, στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο για περίοδο ενός έτους με ετήσια εγγυημένη απόδοση 9% και δικαίωμα αυτόματης ανανέωσης, ενώ συνέχιζαν να του αποστέλουν επιστολές με περιεχόμενο την δήθεν κερδοφόρα κίνηση των λογαριασμών του. Τον Μάϊο 2002, ο εγκαλών, λόγω σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων, θέλησε να ρευστοποιήσει τα ανωτέρω αμοιβαία κεφάλαια και για το λόγο αυτό ζήτησε ρευστοποίηση από τον Χ3, σύμφωνα με όρο της συμφωνίας, που προέβλεπε πλήρη εξόφληση - εκκαθάριση του λογαριασμού εντός 15-45 ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης. Αρχικά ο Χ3 θέλησε να τον αποτρέψει, αλλά ο εγκαλών, εμμένοντας στην απόφασή του, υπέβαλε σχετική έγγραφη αίτηση την 4.6.2002 και στις συνεχείς πιέσεις του, ο Χ3 και η Χ4 τον παρέπεμψαν στους Χ1 και Ψ (συγκατηγορούμενο), οι οποίοι προς εξασφάλιση των απαιτήσεών του, συμπλήρωσαν δύο μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας "BARCKLAY'S" με εκδότη την εταιρεία ".... LTD", ποσού 75.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 15.12.2002 η πρώτη και ποσού 237.700 ευρώ και ημερομηνία έκδοσης 10.3.2003 η δεύτερη. Προκειμένου να καθησυχάσουν τον εγκαλούντα και αποφύγουν τον έλεγχο, τον προσέλαβαν σε δήθεν νέα εταιρεία του Ομίλου, ως υπάλληλο, χωρίς ποτέ να του καταβληθούν δεδουλευμένοι μισθοί, αλλά και οι επιταγές που του είχαν δοθεί προς δήθεν εξασφάλιση της απαιτήσεώς του, αν και εμφανίσθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα δεν πληρώθηκαν, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Το Δεκέμβριο 2002 έκλεισαν τα γραφεία της εταιρείας ".... LTD" και άρχισε να αποκαλύπτεται η εγκληματική δράση όλων των κατηγορουμένων, οι οποίοι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, είχαν αποσπάσει χρήματα από εκατοντάδες επενδυτές, που είχαν επενδύσει τις οικονομίες τους σε διάφορα χρηματοοικονομικά προγράμματα των εταιρειών των αδελφών Χ1 Χ2 Ζ, ανάμεσα στα οποία και το συγκεκριμένο αμοιβαίο κεφάλαιο "Goldsmith Investment Fund", το οποίο ήτο απατηλό και χωρίς ασφάλιση στους "Lloyd;s", ενώ αποκαλύφθηκε ότι η προαναφερόμενη εταιρεία δεν ήτο επενδυτική τράπεζα, ούτε θυγατρική εταιρεία της "ROYAL BANK OF SCOTLAND", δεν είχε άδεια να διαθέτει κεφάλαια στην αγορά και ως εταιρεία του Α.Ν. 89/67 απαγορευόταν να έχει οποιαδήποτε δραστηριότητα στην Ελλάδα, γεγονός που οδήγησε και στην ανάκληση της αδείας της, οι επιταγές δε που είχε παραδώσει ο εγκαλών για επένδυση στο ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο εισπράχθηκαν από άσχετα φυσικά πρόσωπα και δη τον .... και ...., και έτσι αυτός υπέστη συνολική περιουσιακή ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 68.641,74 ευρώ. Όμως και σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας του ΣΔΟΕ, τα χρήματα που απέκτησαν οι κατηγορούμενοι αδελφοί Χ1 Χ2 Ζ, με την εν γνώσει συμμετοχή των λοιπών στην εν λόγω αξιόποινη δραστηριότητα, σε βάρος εκατοντάδων ανύποπτων θυμάτων, από την διάθεση του φερομένου ως αμοιβαίου κεφαλαίου, ανήλθαν στο ποσό 48.477.262,52 ευρώ, χωρίς και να αποκλείεται πολύ μεγαλύτερο ποσό, κατά τον συνημμένο αναλυτικό πίνακα στην από 15.12.2004 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ. Αρχές του έτους 2003 ήλθαν στο φώς της δημοσιότητας τα πρώτα στοιχεία της τεράστιας απάτης, την οποία εμπνεύστηκαν, οργάνωσαν και υλοποίησαν οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Ζ, με καθοδηγητή και κορυφαίο στην ιεραρχία το πρώτο, μαζί και με άλλους συμμετόχους, ήδη ποινικά εμπλεκόμενους (εκκρεμούν εις βάρος των σωρεία συναφών δικογραφιών) μεταξύ των οποίων οι Χ3 και Χ4, οι οποίοι, κατέχοντας και στελεχώνοντας υψηλόβαθμες θέσεις στην εταιρεία ".... LTD", έδρασαν εν γνώσει του οργανωθέντος μηχανισμού εξαπάτησης, κατ'εντολή, παρότρυνση και σύμφωνα με την καθοδήγηση των ως άνω αδελφών, προκειμένου να ωφεληθούν περιουσιακά. Έτσι οι Χ3 και Χ4, ερχόμενοι επανειλημμένα σε άμεση προσωπική και τηλεφωνική με τον εγκαλούντα, παρέπεισαν αυτόν ότι η επένδυση των χρημάτων που ήτοι επωφελής και ασφαλής, προβάλλοντας απατηλά το ως άνω επενδυτικό προϊόν (Goldsmith Investment Fund), το οποίο ήτο ανύπαρκτο, χωρίς ενσωματωμένο δικαίωμα, εν γνώσει των, διαβεβαιώνοντας παράλληλα τον εγκαλούντα ότι η εταιρεία "....." ήτο οικονομικός κολοσσός, με διεθνείς κύρος, τα δε νομιμοποιητικά έγγραφα που παρέδωσε η Χ4 στον εγκαλούντα ήσαν κατά περιεχόμενο. Εξ άλλου ο εγκαλών, παρέδωσε εις αυτούς τις προεκτεθείσες επιταγές και χρήματα. Κατά τις πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ (27.4.2004 και 15.12.2004) οι off-shore εταιρείες "... και ....", όπως και πλήθος παρόμοιων εταιρειών (..., ...., ..., ...., ...., ..., ....), ήσαν εταιρείες "μαϊμού", δημιουργήματα των αδελφών Χ1 Χ2 Ζ με πρωτεργάτη τον Χ1, μέσω αυτών δε των εταιρειών, ακολουθώντας μεθοδολογία εξειδικευμένη για την απόκρυψη και μετατροπή των πάσης φύσεως κεφαλαίων σε "νόμιμες" επενδύσεις, μέσα από δαιδαλώδεις διαδρομές και διαδικασίες, για να επιτύχουν την ολίσθηση των κεφαλαίων των θυμάτων στα ιδικά των θυλάκια, κατόρθωσαν να εξαπατήσουν εκτός από φυσικά πρόσωπα και εταιρείες, δήμου, φιλανθρωπικά ιδρύματα, εξαπλώνοντας το δίκτυο και σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Περαιτέρω, έκτος των πιο πάνω εταιρειών, δημιούργησαν και δεκάδες άλλες υπεράκτιες, με έδρα τις Παρθένες νήσους, όπως "DEAL ..... AE, THPEAΣ AE, NATIONAL .......... AE, τη χρηματιστηριακή TALADIAN ΑΕΛΔΕ, με σκοπό τη συγκέντρωση κεφαλαίων από ανυποψίαστους επενδυτές, μέσω των οποίων, αυτά κατέληγαν και ιδιοποιούντο από τους εν λόγω κατηγορούμενους και τους συμμετόχους των. Μάλιστα επέλεγαν ως ιδρυτικά μέλη διάφορα πρόσωπα, που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είχαν ουσιαστική ή εμπορική σχέση με τις εταιρείες αυτές, ακόμη χρησιμοποιούσαν συνιδρυτικά μέλη - μετόχους και υπαλλήλους των. Έτσι στην εταιρεία "ΤΗΡΕΑΣ", με αντικείμενο εργασιών συστήματα πληροφορικής, χρησιμοποίησαν ως ιδρυτικό μέλος την Χ4, με φερομένη καταβολή της στο μετοχικό κεφάλαιο 25.000 ευρώ. Ομοίως η εταιρεία ".... L.T.D." φέρεται να εκπροσωπείται και από την εν λόγω κατηγορουμένη, το δε ποσό των 90.000 ευρώ, που κατετέθη στο λογαριασμό 486124 επ' ονόματι αυτής, χρησιμοποιήθηκε, μέσω επιταγών, εις διαταγή του Χ1, για προσωπικές του αγορές. Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, προκύπτουν αβίαστα από την έγκληση, την κατάθεση του εγκαλούντος, τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των ...., τις ένορκες βεβαιώσεις των ..., ...., ...., ιδιαίτερα δε τις από 27.4.2004 και 15.12.2004 πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ, αλλά και την από 27.6.2005 ένορκη μαρτυρική κατάθεση του ..., ενώπιον της Ανακρίτριας του 27ου Τμήματος Αθηνών επί συναφούς υπόθεσης και όλα ανεξαιρέτως τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας. Την παραπάνω πράξη ετέλεσαν οι κατηγορούμενοι από κοινού, με την αποδιδομένη στο καθένα, κατά το προσβαλλόμενο βούλευμα, μορφή συμμετοχής με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, με το προαναφερθέν συνολικό όφελος και την αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Ενήργησε δε ο καθένας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έχοντας ............. την ροπή προς τις απάτες, διαμορφωμένη δε υποδομή και ετοιμότητα διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων. Προς τούτο, επισημαίνεται και αξιολογείται ο προεκτεθείς οργανωμένος, συστηματικός, επιτήδειος και αριστοτεχνικός τρόπος συγκρότησης του όλου μηχανισμού για την εξαπάτηση εκατοντάδων Ελλήνων επενδυτών, μεταξύ των οποίων και ο εγκαλών, η καλοστημένη επιχείρηση της "παρατράπεζας" με δήθεν διεθνείς διασυνδέσεις, η προβολή διαφημιστικών φυλλαδίων, η δημιουργία δεκάδων υπεράκτιων εταιρειών, η δημιουργία δαιδαλώδους εντυπωσιακού δικτύου, μέσω του οποίου τα κεφάλαια των επενδυτών, αφού χάνονταν, "ξεπλένονταν" και κατέληγαν στα θυλάκια των ως άνω κατηγορουμένων, η λειτουργία γραφείων σε πολυτελή κτίρια, η πολυδάπανη και ισχυρή διαφήμιση, η απασχόληση πολυάριθμου προσωπικού. Κατ' ακολουθίαν αυτών, συνάγεται η εμμονή και ανεξάντλητη ροπή των στην προεκτεθείσα εγκληματική δράση, για πολλά έτη, αναμφίβολα κατ' επάγγελμα προς πορισμό σταθερού και διαρκούς εισοδήματος (το τελευταίο διερευνήθηκε ενδελεχώς και περιγράφεται στις πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ). Οι κατηγορούμενοι Χ3 και Χ4 συμμετείχαν ενεργά στην εξαπάτηση του εγκαλούντος, κατόπιν της προτροπής και καθοδήγησης των υπολοίπων, προκειμένου να ωφεληθούν περιουσιακά παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς των, οι οποίοι δεν ευσταθούν στερούμενοι παντελώς ουσιαστικής βασιμότητας, εν όψει του προεκτεθέντος αποδεικτικού υλικού. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του Χ2, ότι ουδεμία σχέση είχε με την άνω εταιρεία ανατρέπονται από την αναλυτική περιγραφή της άμεσης συμμετοχής του, με τη μορφή του διευθυντικού εις αυτή ρόλου στις ως άνω πορισματικές εκθέσεις, εξ άλλου τούτο επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων ...., ...., ...., Ο Χ1 απολογούμενος ενώπιον του Ανακριτή, διατείνεται ότι ήτο απλός υπάλληλος στην άνω εταιρεία ".....", στη δε κρινόμενη έφεση, επιγραμματικά αιτιάται κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, ο δε Ζ, ότι δεν εμπλέκεται στην όλη εγκληματική δραστηριότητα, μάλιστα ότι αυτός αποκάλυψε την απάτη του παραπάνω αδελφού του και των συνεργατών, ομοίως όμως οι ισχυρισμοί των αυτοί στερούνται ουσιαστικής βασιμότητας εν όψει των προεκτεθέντων. Τέλος επισημαίνεται ότι οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης Χ4 περί απολύτου ακυρότητας της προδικασίας, είναι άνευ νομίμου ερείσματος, ως δε προεξετέθη οι διαλαμβανόμενες μαρτυρικές της καταθέσεις στις ως άνω πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ είναι εκ των στοιχείων τα οποία εν προκειμένω δεν αξιολογήθηκαν κατά την αναφορά των προκυψάντων πραγματικών περιστατικών. Με αυτές τις σκέψεις και με όσα ήδη αναπτύχθηκαν και αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά πρόδηλο είναι ότι, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, που με το εκκαλούμενο βούλευμά του, δέχθηκε ότι συντρέχουν στη προκειμένη περίπτωση επαρκείς ενδείξεις ενοχής εις βάρος των εκκαλούντων κατηγορουμένων 1) Χ3 και 2) Χ4, για απάτη από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, 3) των Χ1, Χ2 και Ζ για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη από κοινού και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των για να δικασθούν ως υπαίτιοι αυτής, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις που του προσκομίσθηκαν, και συνεπώς οι εφέσεις που αυτοί άσκησαν και υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμες και ως τέτοιες πρέπει ν' απορριφθούν και να καταδικασθούν στα δικαστικά γι' αυτές έξοδα, από 210 ευρώ ο καθένας". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων και παρέπεμψε αυτούς ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) για να δικαστούν για την κακουργηματική απάτη από κοινού, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ειδικότερα δε, για απάτη κατά συναυτουργία οι 3ος και 4η και για ηθική αυτουργία στην άνω πράξη οι 1ος και 2ος, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις που αφορούν τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικαστούν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω δε παρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι με σκοπό να περιποιήσουν στους εαυτούς τους παράνομο περιουσιακό όφελος, εν γνώσει παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα σαν αληθινά τα παραπάνω γεγονότα, αποκρύπτοντας την αληθή κατάσταση αθεμίτως και έτσι ο τελευταίος παραπλανήθηκε και τους κατέβαλε τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά. Συνεπεία των καταβολών αυτών, αυτός ζημιώθηκε αντίστοιχα, ζημία που δεν θα υφίστατο αν δεν είχε παραπλανηθεί και δεν τους είχε παραδώσει τα παραπάνω χρηματικά ποσά, η ζημία του δε αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς τις πιο πάνω καταβολές. Επίσης, υπάρχει ειδική αιτιολογία ότι οι κατηγορούμενοι διέπραξαν την άνω πράξη τους κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, οι μεν πρώτος και δεύτερος προκαλώντας την απόφαση στους τρίτο και τέταρτη των κατηγορουμένων να τελέσουν σε βάρος τους άνω εγκαλούντος την πιο πάνω πράξη, την οποία τέλεσαν κατ' εξακολούθηση με περισσότερες ομοειδείς πράξεις, κατά την αναφερόμενη στην αρχή έννοια. Οι πράξεις τους συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεώς τους. Εξάλλου, υπάρχει ειδική αιτιολογία και εμπεριστατωμένη στην πρόκληση από τους πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων της αποφάσεως στους τρίτο και τέταρτη από αυτούς, να διαπράξουν την αξιόποινη πράξη της απάτης, καθώς και τον τρόπο που προκάλεσαν σε αυτούς την άνω απόφαση και τον δόλο αυτών για ηθελημένη πρόκληση της άνω αποφάσεως στους τελευταίους κατηγορουμένους να διαπράξουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης σε βάρος του εγκαλούντος. Επίσης δε, και για τη συνδρομή στο πρόσωπο των άνω ηθικών αυτουργών της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της άνω πράξεως. Τέλος, υπάρχει ειδική αιτιολογία και για το ότι η ζημία στον εγκαλούντα, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Το παραπάνω αποδεικτικό υλικό, το δικάσαν Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του αναφέρει ότι συγκέντρωσε από την έγκληση και την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα προανάκριση, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων οι από 27.4.2005 και 15.12.2005 πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ, εξαιρουμένων των σε αυτές διαλαμβανομένων ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων της τέταρτης αναιρεσείουσας, Χ4, σε συνδυασμό με τις απολογίες και απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων. Έτσι, υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο άνω βούλευμα για την πράξη που παραπέμπονται οι εν λόγω κατηγορούμενοι. Είναι αβάσιμες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν οι επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις καθενός των αναιρεσειόντων και ειδικότερα: 1) του πρώτου από αυτούς, Χ1, ότι από το πληττόμενο βούλευμα δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την προδικασία, αλλά και εκείνα που επικαλέστηκε αυτός κατά την έφεσή του και με το υπόμνημά του, τα οποία ανατρέπουν την κατηγορία και επιπλέον οι παραδοχές του Συμβουλίου αποτελούν αντιγραφή του κατηγορητηρίου και του πρωτόδικου βουλεύματος, 2) του δεύτερου των κατηγορουμένων, Χ2, ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα υπάρχει παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων και των καταθέσεων των μαρτύρων, .... και ...., οι οποίοι κατέθεσαν ότι ο αναιρεσείων αυτός δεν έχει καμμιά σχέση με τη διεύθυνση της εταιρείας "....", ούτε στο βούλευμα αναφέρονται τα αποδεικτικά στοιχεία και οι δικανικοί συλλογισμοί στους οποίους στηρίχθηκε η δικανική πεποίθηση του Συμβουλίου, 3) του τρίτου από αυτούς, Χ3, στο άνω βούλευμα δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα, αυτά που αυτός προσκόμισε με το απολογητικό του υπόμνημα και την έφεσή του, τα οποία ανατρέπουν την κατηγορία, ενώ δεν αιτιολογούνται πλήρως οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της άνω πράξεως, ούτε αναφέρονται τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο ηγετικός τους ρόλος στην εταιρία, καθώς και ότι εσφαλμένα θεωρήθηκε ως συναυτουργός, ενώ έπρεπε να χαρακτηριστεί ως απλός συνεργός στο αδίκημα της απάτης. Ενόψει όμως των όσων παραπάνω έχουν λεχθεί, υπάρχει πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την κατά συναυτουργία τέλεση της άνω πράξεως από τους κατηγορούμενους. Και 4) της τέταρτης των κατηγορουμένων, Χ4, ότι λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο και συνεκτιμήθηκαν μαρτυρικές καταθέσεις που δόθηκαν ενόρκως από αυτή, πριν αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης, κατά το στάδιο της διενεργηθείσας διοικητικής εξετάσεως ενώπιον των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, ... και .... και έτσι, παραβιάστηκε το δικαίωμά της για δίκαιη δίκη. Ότι παρανόμως έγινε η προανάκριση από τους άνω υπαλλήλους του ΣΔΟΕ, αφού αυτοί στερούντο πτυχίου ανωτάτης Σχολής. Ότι δεν αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που θεμελιώνουν την υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος και δεν αιτιολογείται πλήρως ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του άνω εγκλήματος. Και ότι δεν έπρεπε να ασκηθεί κατ' αυτής η άνω ποινική δίωξη, λόγω εκκρεμοδικίας, αφού για την ίδια πράξη έχουν ασκηθεί σε βάρος της δύο (2) ακόμη διώξεις. Πρέπει δε να λεχθεί, ότι από το Συμβούλιο Εφετών όλα τα έγγραφα ελήφθησαν υπόψη, όπως και οι μαρτυρικές καταθέσεις. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, Χ4, ότι οι άνω υπάλληλοι του ΣΔΟΕ δεν έχουν πτυχίο ανωτάτης Σχολής, ουδεμία ακυρότητα δημιουργεί, ενώ από το κείμενο του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει ότι οι καταθέσεις της ενώπιον αυτών δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν. Tα υπ' αυτής υποστηριζόμενα ότι το πόρισμα του ΣΔΟΕ έγινε με τη λήψη υπόψη υπό των άνω υπαλλήλων των ενόρκων καταθέσεών της, δεν αποδεικνύεται, αφού από το πολυσέλιδο πόρισμα (το οποίο, στη δίκη αυτή, παραδεκτά επισκοπείται) προκύπτει ότι το πόρισμα συνετάγη βάσει πληθώρας μαρτυρικών καταθέσεων και αποδεικτικών εγγράφων, τραπεζικών λογαριασμών ως και δεκάδων CD που απαριθμούν 380.000 σελίδες. Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση της τελευταίας, ότι η προκειμένη ποινική δίωξη πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας, πρέπει να λεχθούν τα παρακάτω: Κατά της εν λόγω αναιρεσείουσας έχουν σχηματισθεί και άλλες ποινικές δικογραφίες, μεταξύ των οποίων και η υπ'αριθμόν Α02/01.Ε/495-Α05/01.Ε/82 η οποία διαβιβάστηκε στην ανακρίτρια του 2ου τακτικού τμήματος με αριθμό ανακριτικής δικογραφίας 12/2006. Από το σχέδιο του κατηγορητηρίου προκύπτει ότι κατά της ανωτέρω απαγγέλθηκε κατηγορία και για απατή σε βάρος του Ξ και σχετικά με τα ποσά των 24.181,95 € και 137.867,39 € με ημερομηνία καταβολής την 26.9.2001 και 10.3.99, αντίστοιχα, (βλ. σχέδια κατηγορητηρίου της άνω δικογραφίας στις σελίδες 32 και 54). Για τα ποσά αυτά έχει παραπεμφθεί βάσει της παρούσας δικογραφίας. Όμως όπως προκύπτει από την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η άνω υπ' αριθμ. 12/2006 δικογραφία εκκρεμεί προς έκδοση βουλεύματος ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Κατά συνέπεια η παρούσα δικογραφία προηγείται διαδικαστικά και κατ' ακολουθίαν δεν κηρύσσεται αυτή η δίωξη απαράδεκτη αλλά η ετέρα. Ως προηγουμένη διαδικαστικώς θεωρείται εκείνη η υπόθεση η οποία έχει εισέλθει στο επόμενο στάδιο διαδικασίας δηλαδή στο ακροατήριο έναντι της διαδικασίας του Συμβουλίου και τούτου έναντι της ανακρίσεως ή προανακρίσεως. Εξάλλου, το αυτό Συμβούλιο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθούν οι αναιρεσείοντες. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει κάθε αναιρεσείων, ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεσή του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, ενόψει όσων παραπάνω έχουν λεχθεί, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως από κάθε αναιρεσείοντα με την αίτησή του και συγκεκριμένα, από τον πρώτο και δεύτερο κατηγορούμενο της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΚΠΔ 484 παρ. 1 στοιχ. δ') από τον τρίτο αναιρεσείοντα, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας (ΚΠΔ 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και στ') και από την τέταρτη αναιρεσείουσα, της απόλυτης ακυρότητας της ΚΠΔ 57, της υπερβάσεως εξουσίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (ΚΠΔ 484 παρ. 1 στοιχ. α', β', γ', δ' και στ'). Επίσης δε, για όλους τους αναιρεσείοντες, εφόσον οι αιτήσεις τους είναι εμπρόθεσμες και νομότυπες, μετ' αυτεπάγγελτη εξέταση για καθέναν κατά την ΚΠΔ 484 παρ. 2 (ως έχει μετά την αντικατάστασή της με άρθρο 42 παρ. 3 Ν.3160/2003), των προβλεπομένων από την ΚΠΔ 484 παρ. 1 λόγων αναιρέσεως κατά βουλεύματος, πρέπει αυτοί να απορριφθούν ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι. Οι λοιπές δε αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως με αριθμούς: 1)81/24.4.2008 του Χ1, 2) 78/23.4.2008 τουΧ2, 3) 83/24.4.2008 του Χ3 και 4) 84/29.4.2008 της Χ4, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 496/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη κατ' εξακολούθηση, κατά συναυτουργία οι γ΄ και δ΄ κατηγορούμενοι, ηθική αυτουργία στην άνω πράξη οι α΄ και β΄ από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €. Παραπονούνται για απόρριψη εφέσεων από Συμβούλιο Εφετών. Λόγοι αναιρέσεως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, υπέρβαση εξουσίας, απόλυτη ακυρότητα, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Έννοια παραπάνω όρων. Απορρίπτει αναιρέσεις.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ηθική αυτουργία, Συναυτουργία.
0
Αριθμός 1212/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 463/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 769/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 444/24.9.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατ'άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., με τη σχετική δικογραφία, την υπ'αριθμ. 75/21-4-2008 αίτηση αναίρεσης του ΘΧ, κατά του υπ'αρ. 463/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αριθμ. 491/07 έφεση του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά του υπ'αριθμ. 2246/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών να δικασθεί για απάτη κατ'εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και συνολική προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ (άρθρ. 1, 14-18, 26 § 1, 27 § 1, 98, 386 § § 1-3β Π.Κ όπως ισχύει) και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως (το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον ίδιο τον αναιρεσείοντα την 9/4/08) και παραδεκτώς από πρόσωπο δικαιούμενο προ τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (αρ. 473 § 1, 474 και 482 § 1-3 Κ.Π.Δ.) με την ως άνω από 21/4/08, ημέρα Δευτέρα, δήλωση του πληρεξουσίου (δυνάμει της από 17/4/08 εξουσιοδοτήσεως) δικηγόρου του Χρήστου Κουτσογιάννη στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αριθμ. 75/21-4-2008 έκθεση αναίρεσης και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται (α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλουν τα άρθρα 93 § 3 του Συντ. και 139 Κ.Π.Δ. και (β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 Π.Κ. που εφαρμόστηκε (άρθρ. 484 § § 1β'και δ' Κ.Π.Δ.). Επειδή ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι'αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος και με βάση τους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης δηλ. πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το Συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δικ. τομ.Β', σελ. 95 και ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.). Συνεπώς, δεν δύναται ο 'Αρειος Πάγος να ελέγξει αν το Συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (ΑΠ 86/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.). Επειδή για την πληρότητα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους (πχ μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, ούτε από ποιο ή ποια από αυτά προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει και γιατί περισσότερο (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1304/2003, ΑΠ 1303/2002, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 1580/2002 κ.ά.). Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και .139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε, οι αποδείξεις (τα αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα-άνω πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν οι επαρκείς ενδείξεις ενοχής (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 732/2006 κ.α.). Εξ άλλου εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε συντρέχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από αυτή που έχει, και όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι απεδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 67/2006 κ.α). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, ήτοι όταν, στο πόρισμα του συμβουλίου - που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού-σκεπτικού και ανάγεται στα στοιχεία και ταυτότητα του οικείου εγκλήματος - έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος - ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι το βούλευμα να μην έχει νόμιμη βάση (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 252/2004, ΑΠ 1128/2004, ΑΠ 2445/2003, ΑΠ 9/2001 - Ολ. κ.ά.). Επειδή η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων - έστω και εσφαλμένη- δεν. συνιστά λόγον αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 591/2001, ΑΠ 145/2000, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 111/2004 κ.ά.). Τέλος, η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι 'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην υιοθετηθείσα υπ'αυτού πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του- βουλεύματος, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών, αποδείξεων (βλ.ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1242/2005, ΑΠ 2382/2005, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2078/2005 κ.ά.). Είναι δε χαρακτηριστικών ότι αυτός ο Άρειος Πάγος αναφέρεται -και ορθότατα- εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση (Ολ. ΑΠ 1494/2005, ΑΠ 176/2006 κ.α.), πράγμα που οφείλεται και στην ιδιότητα αυτού ως δικαστικού λειτουργού (αρ. 87 επ. Συντ.). Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 Π.Κ. προκύπτει, ότι προς· στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται: (α) σκοπός του δράστου να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγματοποίηση του οφέλους· αυτού, (β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, εκ της οποίας παραπλανήθηκε άλλος και (γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Κατά την παρ. 3 εδ. α του αυτού άρθρου (386 ΠΚ) -όπως ίσχυε από της ενάρξεως ισχύος του ΠΚ και με την αντικ. αυτής με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2408/96 - "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια". Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εάν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.). Κατά το άρθρο 13 εδ. στ' Π.Κ., κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού προς πορισμόν εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερά ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστου. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξ άλλου κατ'επάγγελμα τέλεση υπάρχει, και όταν η πράξη τελείται το πρώτον όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητας του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. α' Π.Κ. όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999 είναι ηπιώτερη της προηγούμενης ρύθμισης και εφαρμόζεται και επί πράξεων που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του ν. 2721/1999, αφού ο νέος νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλεπόταν ποσοτικά όρια. Εν όψει τούτου πράξεις απάτης, που τελέσθηκαν εξακολουθητικά πριν από την ισχύ του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό ή, κατά μείζονα λόγο, μερικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ., διατηρούν και με το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, και επομένως εφαρμοστέα είναι η διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης (βλ. ΑΠ 172/2002, ΑΠ 149/2003, ΑΠ 1348/2003 κ.ά.), διότι αυτός απηχεί πλέον τις κατά τεκμήριον ορθότερον αντιλήψεις. Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην υιοθετηθείσα υπ'αυτού εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και την υπ'αυτού υιοθετηθείσα εισαγγελική πρόταση, και των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής. Στη προκειμένη περίπτωση για την υπόθεση αυτή διενεργήθηκε νόμιμα κυρία ανάκριση, από τις καταθέσεις δε όλων των μαρτύρων και του πολιτικώς ενάγοντος ..., όλα τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα εξής: Ο πολιτικώς ενάγων συνταξιούχος ναυτικός μετά από 30 έτη υπηρεσίας είχε συγκεντρώσει από την εργασία του ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που είχε καταθέσει σε συνάλλαγμα στο κατάστημα Παρισίων της Ε.Τ.Ε. Το γεγονός αυτό εγνώριζε ο εκκαλών με τον οποίο ήταν γείτονες και διατηρούσαν στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις. 'Ετσι το καλοκαίρι του 2000 ο εκκαλών παρέδωσε στον πολιτικώς ενάγοντα ένα διαφημιστικό φυλλάδιο της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ- ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΕ", της οποίας αυτός ήταν Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, στο οποίο υπήρχε λεπτομερής αναφορά της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της και του προφίλ του κατηγορουμένου και των μελών του Δ.Σ. όπου εμφάνιζε αυτή την εταιρεία ως την μεγαλύτερη βιομηχανία ζυμαρικών στην Ευρώπη, η οποία έχει διευρύνει τις υπηρεσίες και αγορές της με τη λειτουργία αποκλειστικών εμπορικών αντιπροσώπων στις ΗΠΑ και στην Ασία (Ιαπωνία), Αν. Ευρώπη (Ουκρανία), όπου λειτουργούν γραφεία για την προώθηση των πωλήσεων και επίτευξη συμφωνιών με τοπικούς χονδρέμπορους και αλυσίδες καταστημάτων για την πραγματοποίηση εξαγωγών καθώς και ότι το νέο επενδυτικό πρόγραμμα της εταιρίας βασιζόταν στην μετεγκατάσταση της παραγωγικής μονάδας από την .... στην ..., ότι το νέο εργοστάσιο είχε επεκταθεί και εκσυγχρονισθεί με την αγορά δύο νέων γραμμών παραγωγής ζυμαρικών, το συνολικό κόστος της νέας επένδυσης ανέρχεται σε 3,5 δις δραχμές και ότι στο ίδιο πρόγραμμα εντασσόταν και η ίδρυση και λειτουργία Μύλου στην .... ύψους 3 δις δραχμών ώστε να επιτευχθεί η καθετοποίηση της μονάδος. Την ανοδική πορεία που είχε η επιχειρηματική δραστηριότητα της ως άνω εταιρίας ο εκκαλών διαρκώς εκθείαζε προς τον πολιτικώς ενάγοντα και προς άλλους φίλους και γνωστούς του. 'Ετσι στις αρχές Ιουλίου του έτους 2000 ο ως άνω εκκαλών κατόρθωσε να πείσει τον πολιτικώς ενάγοντα ότι η επιχείρησή του είναι οικονομικά εύρωστη και έχει ανοδική επιχειρηματική δραστηριότητα και ευοίωνες προδιαγραφές για την περαιτέρω εξέλιξή της με αποτέλεσμα όταν του ζήτησε να τον διευκολύνει με έκδοση υπέρ της εταιρίας τους εγγυητικής επιστολής ποσού 300.000 δολ. Η.Π.Α. από τη Ε.Τ.Ε. (Κατάστημα Παρισίων) αναφέροντάς του ότι άμεσα θα προβούν στην εισαγωγή μεγάλης ποσότητας σιτηρών σε ευκαιριακή τιμή που υπάρχει κίνδυνος να χάσουν λόγω καθυστέρησης χρηματοδότησης της εταιρείας τους από τη Γενική Γραμματεία Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης, ποσού 717.407,116 δραχμών ο πολιτικώς ενάγων στις 18/7/00 έδωσε εντολή και εξεδόθη η μεν αρ. ... εγγυητική επιστολής του καταστήματος Παρισίων της ΕΤΕ υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας Ελλάδος για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας ποσού 300.000 δολλαρίων Η.Π.Α. με χρέωση του λογαριασμού του πολιτικώς ενάγοντος στην ως άνω Τράπεζα. Συγχρόνως υπογράφηκε από αυτούς το από 18/7/00 ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο ως χρόνος ισχύος της ως άνω εγγυητικής επιστολής ορίσθηκε το εξάμηνο από 18/7/00 έως 18/1/01, μετά το οποίο ο εκκαλών όφειλε να την αποδεσμεύσει. Παράλληλα με το ίδιο συμφωνητικό συμφωνήθηκε η προς τον πολιτικώς ενάγοντα παράδοση της υπ'αριθμ. ... επιταγής της Τράπεζας 'Αλφα Πίστεως της Ελλάδος ποσού 100.000.000 δρχ. που σε διαταγή του πολιτικώς ενάγοντος εξέδωσε ο εκκαλών προς εξασφάλισή του με ημερομηνία λήξης την 20/1/01 ενώ επιπλέον ορίσθηκε ότι ο εκκαλών προς μεγαλύτερη εξασφάλιση του πολιτικώς ενάγοντος παρείχε αμετάκλητα την εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα προς αυτόν να εγγράψει προσημείωση υποθήκης στο υπό στοιχείο Ι-1 κατάστημα και την υπό στοιχ. Υ-1 αποθήκη καταστήματος στο ..... Μετά από λίγο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα αρχές Αυγούστου ο εκκαλών κάλεσε οικογενειακώς τον πολιτικώς ενάγοντα στην οικία του προκειμένου να τον ευχαριστήσει για την ως άνω οικονομική διευκόλυνση που του παρέσχε και παράλληλα τον ενημέρωσε ότι η εταιρία του ελέγχθηκε από το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) το οποίο διαπίστωσε ότι πληροί όλες τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την εισαγωγή της σ'αυτό (Χ.Α.Α.) και τον διαβεβαίωσε ότι η εισαγωγή της εταιρίας του στο Χ.Α.Α. θα ελάμβανε χώρα εντός έξη μηνών και ότι τότε η αξία των μελών της που εκείνη τη στιγμή ήταν 6.000 δρχ. ανά μετοχή θα υπερδιπλασιαζόταν και του πρότεινε να αγοράσει μετοχές της εταιρείας του. Πεισθείς ο πολιτικώς ενάγων στις διαβεβαιώσεις του εκκαλούντος ότι επρόκειτο για μοναδική ευκαιρία επένδυσης των χρημάτων του συμφώνησε και αγόρασε 14.000 μετοχές με νούμερο 216.001 έως 230.000 της ως άνω εταιρίας του εκκαλούντος αντί 84.000.000 δραχμών, ποσό που ο πολιτικώς ενάγων κατέβαλε σ'αυτόν με την από 11/8/00 χρηματική εντολή της EUROBANK AE. Προς τούτο συνετάγη το από 8-8-00 ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο ανεγράφη ότι η οριστική μεταβίβαση των ως άνω μετοχών θα γινόταν μετά ένα έτος και συγκεκριμένα την 8-8-01 υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω εταιρεία θα είχε εισαχθεί στο Χ.Α.Α. Προς εξασφάλιση του πολιτικώς ενάγοντος ο εκκαλών του παρέδωσε υπό μορφή ενεχύρου όλες τις παραπάνω μετοχές καθώς και την υπ'αριθμ. ... επιταγή έκδοσής του της Ιονικής Τράπεζας ποσού 100.000.000 δρχ. με ημερομηνία έκδοσης την 8-8-01, ενώ συμβολαιογραφικά έδωσε και συναίνεση για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητό του. Ωστόσο παρότι η ταχθείσα προθεσμία παρήλθε η εταιρεία του εκκαλούντος δεν εισήλθε στο Χ.Α.Α. ούτε επρόκειτο να εισαχθεί διότι, καθώς μετά από έλεγχο του πολιτικώς ενάγοντα διαπιστώθηκε η εταιρία αυτή ήταν ήδη από του χρόνου που ο εκκαλών τον διαβεβαίωσε για την ανοδική πορεία και την φερεγγυότητα της εταιρίας του κατάχρεη και αναξιόπιστη, αφού σε ακίνητά της είχαν εγγραφεί από αιτίες δανείων τα παρακάτω βάρη: Α) Στο ακίνητο της εταιρείας στη περιοχή ..... 1) στις 23/11/92 προσημείωση υποθήκης υπέρ της ΕΤΕ ποσού 200.000.000 δραχμών2) στις 26/5/93 υποθήκη υπέρ της Τράπεζας Ελλάδος ποσού 100.000.000 δραχμών3) στις 1/8/95 προσημείωση υπέρ της Τράπεζας Ελλάδος ποσού 150.000.000 δραχμών η οποία με την από 20/12/00 σύμβαση εκχωρήθηκε στην Τράπεζα Κύπρου4) στις 18/12/00 β' προσημείωση υποθήκης υπέρ της Τράπεζας Κύπρου ποσού 300.000.000 δραχμών5) στις 5/12/00 προσημείωση υποθήκης υπέρ ... ποσού 2.000.000 ευρώ, με αποτέλεσμα η ως άνω εταιρεία από τα δάνεια που είχε λάβει να οφείλει το ποσό των 1.531.500.000 δραχμών ή 4.484.497 ευρώ. Β) Στο ακίνητο που βρισκόταν το εργοστάσιο της εταιρείας στην ....., ύστερα από μεταγενέστερο έλεγχο διαπιστώθηκε ότι είχαν εγγραφεί βάρη στο εργοστάσιο της ίδιας εταιρείας από 28/11/03 έως 7/4/04 για συνολικό όφελος της εταιρείας ποσού 8.488.232,60 ευρώ. Εν όψει της ως άνω οικονομικής κατάστασης της εταιρείας, η τελευταία, κατόπιν αιτήσεώς της ετέθη από επίτροπο κατ'άρ. 45 Ν.1892/90, όπως αντικ. με αρ. 43 Ν.1947/91, εκδοθείσης της υπ'αριθμ. 612/03 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκτίμησε το κεφάλαιο της εταιρείας στο ποσό των 6.215.168,74 ευρώ και τη συνολική οφειλή της στο ποσό των 18.277.726,57 ευρώ, κι αυτός ήταν ο λόγος αναστολής της λειτουργίας της. Αφού παρήλθε η ταχθείσα ως άνω προθεσμία για την εισαγωγή της εταιρείας στο Χ.Α.Α. και δεν έγινε αποδέσμευση της εγγυητικής επιστολής των 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ ο εκκαλών ζήτησε και έλαβε παράταση της προθεσμίας για την εισαγωγή της εταιρίας στο Χ.Α.Α. και για την αποδέσμευση της παραπάνω εγγυητικής επιστολής. Με το από 8/8/01 ιδιωτικό συμφωνητικό έγινε παράταση της ισχύος του από 8/8/00 ιδιωτικού συμφωνητικού που αφορούσε την προαγορά των παραπάνω μετοχών της εταιρείας, στη συνέχεια ως τις 8/10/03 έγιναν κι άλλες παραστάσεις, οπότε ο πολιτικώς ενάγων κατήγγειλε τη σύμβαση προαγοράς μετοχών κάλεσε τον εκκαλούντα να τις αναλάβει και να του αποδώσει το ποσό των 84.000.000 δραχμών που παραπλανηθείς ως προς την οικονομική ευρωστία της εταιρίας του παρέδωσε στην εκκαλούντα. Ακολούθως στις 18/7/03 κατέπεσε η εκδοθείσα υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και για λογαριασμό της εταιρείας εγγυητικής επιστολής της ΕΤΕ με χρέωση του λογαριασμού, διότι ο εκκαλών και η εταιρία του δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις της. 'Ετσι στη συνέχεια ο πολιτικώς ενάγων προέβη στη σφράγιση της υπ'αριθμ. ..... επιταγής της EurobanK AE και της υπ'αριθμ. .... επιταγής της ΑΤΕ ποσού 246.515 ευρώ και 346.000 ευρώ αντίστοιχα που εκδόθησαν από τον εκκαλούντα ως εκπρόσωπο της εταιρείας και παραδόθηκαν στον πολιτικώς ενάγοντα προς εξασφάλιση των απαιτήσεών του. Οι παραπάνω προς τον πολιτικώς ενάγοντα παραστάσεις του εκκαλούντα σχετική με την οικονομική ευρωστία και τις προοπτικές της εταιρίας του συνεπεία αυτής ήταν ψευδείς, καθόσον, καθώς προαναφέρθηκε, η εταιρία κατά τον χρόνο της παραστήσεως της κατάστασής της ήταν ήδη χρηματική προς Τράπεζες και ιδιώτες κατά το ποσό των 18.000.000 ευρώ, τα ακίνητά τους ήταν βεβαρημένα για πολλά εκατομμύρια ευρώ, εξ αιτίας δανείων που έχουν συναφθή από την εταιρία και τους εκπροσώπους της, ενώ από τους ισολογισμούς της προκύπτει ότι τα χρέη της το 1998 ανήρχετο σε 1.818.000.000 δραχμές, το 1999 σε 1.703.000.000 δραχμές, το 2000 σε 2.744.000.000 δραχμές το έτος 2001 σε 3.657.000.000 δραχμές και το 2002 σε 18.222.842 ευρώ, ενώ το 20003 σε 18.122.841 ευρώ. Επίσης από τις σημειώσεις του ορκωτού λογιστή στους ως άνω ισολογισμούς προκύπτει ότι έχει γίνει παραποίηση των αποσβέσεων των μηχανημάτων της εταιρείας ώστε να εμφανίζεται ψευδώς μικρότερη ζημία και ότι τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας είναι αρνητικά και συνεπώς συντρέχουν οι όροι των άρθρων 47 και 48 του Κ.Ν. 2190/20 περί ανακλήσεως ή διαλύσεως της εταιρείας. Επιπλέον η εν λόγω εταιρία δεν έχει ελεγχθεί από τις φορολογικές αρχές για τις χρήσεις των ετών 1993 έως 2002 με αποτέλεσμα οι φορολογικές της υποχρεώσεις να μην έχουν καταστεί οριστικές. Τέλος η ως άνω εταιρία δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που τάσσει το Π.Δ. 350/85 και οι συναφείς με αυτό αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την εισαγωγή μιας εταιρίας στο Χ.Α.Α. που είναι α) ελάχιστο ύψος κεφαλαίου 12.000.000 ευρώ, και όχι 6.000.000 που είχε η εν λόγω εταιρία β) ικανοποιητική περιουσιακή διάρθρωση σύμφωνα με τον τελευταίο ισολογισμό της και γ) να έχει ελεγχθεί φορολογικά για όλες τις χρήσεις για τις οποίες κατά τον χρόνο υποβολής τους έχουν δημοσιευθεί οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις. Αν ο πολιτικώς ενάγων εγνώριζε τα ως άνω αποκρυβέντα και δεν πειθόταν από τις ψευδείς παραστάσεις του ενάγοντος δεν θα προέβαινε στις παραπάνω παροχές προς τον εκκαλούντα εξαιτίας των οποίων υπέστη ζημιά ιδιαίτερη μεγάλη, άνω των 73.000 ευρώ και συγκεκριμένα (300.000 δολλαρίων ΗΠΑ + 246.515 ευρώ ή 84.000.000 δρχ.). 'Ηδη ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του αρνείται την κατηγορία που του απεδόθη ισχυριζόμενος ότι α) ο πολιτικώς ενάγων ήταν γνώστης κατά τον χρόνο που συνηλλάγησαν της προσωρινής αδυναμίας δανειοδοτήσεως της εταιρείας του εκκαλούντος από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, η οποία οφείλετο στην καθυστέρηση καταβολής της κρατικής επιχορηγήσεως από τον. Γεν. Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, β) η μεταξύ αυτού (εκκαλούντος) και πολιτικώς ενάγοντος συναλλαγή ήταν καθαρά δανειακή, και ότι ο πρώτος του παρέσχε ασφάλεια προς κατοχύρωση της απαιτήσεώς του, τα δε ακίνητά του με τα οποία ο πολιτικώς ενάγων μπορούσε να εξασφαλισθή ήταν ελεύθερα βαρών κατά το χρόνο της συναλλαγής γ) η αξία της μετοχής της εταιρίας του εκκαλούντος ήταν σύμφωνα με τον μάρτυρα τότε λογιστή της εταιρίας του .... 3πλάσια των 6.000 δρχ. που την αγόρασε ο πολιτικώς ενάγων ενώ κατά τον μάρτυρα .... η εταιρική αξία της μετοχής της εν λόγω εταιρείας ανερχόταν σε 9.000 δραχμές περίπου και η εταιρεία αυτή είχε τις ουσιαστικές προϋποθέσεις εισαγωγής στο Χ.Α.Α., δ) επικρατούσε ευοίωνο κλίμα την εποχή της ως άνω συναλλαγής στην εταιρεία καθώς τούτο προκύπτει από δημοσιεύματα οικονομικών και πολιτικών εφημερίδων εκείνης της εποχής. 'Ολοι όμως οι ως άνω ισχυρισμοί του εκκαλούντος διαψεύδονται από την αντιπαραβολή τους σε όσα παραπάνω εκτίθενται. 'Αλλωστε αν ο μηνυτής εγνώριζε, καθώς ο εκκαλών ισχυρίζεται την πραγματική κατάσταση της εταιρίας, όπως είναι λογικό δεν θα διακινδύνευε ένα τόσο μεγάλο ποσό, που για να το συγκεντρώσει εργάσθηκε επί 30 τουλάχιστον έτη. Υπό τα δεδομένα αυτά και τα διαλαμβανόμενα στο εκκαλούμενο βούλευμα με αναφορά στη πρόταση του εισαγγελέα, στο οποίο συμπληρωματικά και προς αποφυγή επαναλήψεων αναφερόμεθα οι αιτιάσεις του εκκαλούντα για εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών είναι αβάσιμες. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών ορθώς έκρινε ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντα και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για την πράξη της απάτης με συνολικό περιουσιακό όφελος και συνολική προξενηθείσα ζημία άνω των 73.000 ευρώ κατ'εξακολούθηση (αρ. 26 § 1 και 27 § 1, 98, 386 § § 3β - 1 Π.Κ.). Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται κατ'είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των αρθρ. 1,14, 26 § 1, 27 § 1, 98, 386 § 1-3β ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 § 1 β' και δ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των αρθρ. 98 και 386 § 1-3β' Π.Κ. ως ισχύουν, και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ'επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση (αρ. 511 Κ.Π.Δ.), πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Για τους Λόγους αυτούς-Προτείνω: (Α) Να απορριφθεί η υπ αρ. 75/21-4-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ'αρ. 463/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 17 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, ορίζεται ότι όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 περ. β' του αυτού άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 1 παρ. 11 ν. 2408/1998 και έκτοτε ισχύει, ορίζεται ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης. Για τη στοιχειοθέτηση περαιτέρω της απάτης και για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, το ουσιώδες είναι η πρόκληση της παραπλανήσεως και δεν απαιτείται η παραπλανητική ενέργεια του δράστη να είναι η μοναδική αιτία της πλάvης. Γι' αυτό, είναι γενικά αδιάφορο αν ο απατώμενος μπορούσε, καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια και προσοχή, να αποφύγει την πλάνη. Η τυχόν συντρέχουσα αμέλεια τούτου δεν αίρει τον αιτιώδη σύνδεσμο και δεν επηρεάζει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, αλλά μπορεί να συναξιολογηθεί στη δικαστική επιμέτρηση της ποινής. Εξάλλου, από το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προηγήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσας πλάvns, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ οδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που διώχθηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα, για το οποίο έγινε η παραπομπή στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια κα πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β* Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, του πολιτικώς ενάγοντος, απολογία κατηγορουμένου και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από την εισαγγελική πρόταση: Ο πολιτικώς ενάγων, συνταξιούχος ναυτικός, μετά από 30 έτη υπηρεσίας είχε συγκεντρώσει από την εργασία του ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που είχε καταθέσει σε συνάλλαγμα στο κατάστημα Παρισίων της Ε.Τ.Ε. Το γεγονός αυτό εγνώριζε ο εκκαλών, με τον οποίο ήταν γείτονες και διατηρούσαν στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις. 'Ετσι το καλοκαίρι του 2000, ο εκκαλών παρέδωσε στον πολιτικώς ενάγοντα ένα διαφημιστικό φυλλάδιο της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΕ", της οποίας αυτός ήταν Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, στο οποίο υπήρχε λεπτομερής αναφορά της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της και του προφίλ του κατηγορουμένου και των μελών του Δ.Σ., όπου εμφάνιζε αυτή την εταιρεία ως την μεγαλύτερη βιομηχανία ζυμαρικών στην Ευρώπη, η οποία έχει διευρύνει τις υπηρεσίες και αγορές της με τη λειτουργία αποκλειστικών εμπορικών αντιπροσώπων στις ΗΠΑ και στην Ασία (Ιαπωνία), Ανατ. Ευρώπη (Ουκρανία), όπου λειτουργούν γραφεία για την προώθηση των πωλήσεων και επίτευξη συμφωνιών με τοπικούς χονδρεμπόρους και αλυσίδες καταστημάτων για την πραγματοποίηση εξαγωγών, καθώς και ότι το νέο επενδυτικό πρόγραμμα της εταιρίας βασιζόταν στην μετεγκατάσταση της παραγωγικής μονάδας από την .... στην ...., ότι το νέο εργοστάσιο είχε επεκταθεί και εκσυγχρονισθεί με την αγορά δύο νέων γραμμών παραγωγής ζυμαρικών, το συνολικό κόστος της νέας επένδυσης ανέρχεται σε 3,5 δις δραχμές και ότι στο ίδιο πρόγραμμα εντασσόταν και η ίδρυση και λειτουργία Μύλου στην ... ύψους 3 δις δραχμών, ώστε να επιτευχθεί η καθετοποίηση της μονάδος. Την ανοδική πορεία που είχε η επιχειρηματική δραστηριότητα της ως άνω εταιρίας ο εκκαλών διαρκώς εκθείαζε προς τον πολιτικώς ενάγοντα και προς άλλους φίλους και γνωστούς του. 'Ετσι στις αρχές Ιουλίου του έτους 2000, ο ως άνω εκκαλών κατόρθωσε να πείσει τον πολιτικώς ενάγοντα ότι η επιχείρησή του είναι οικονομικά εύρωστη και έχει ανοδική επιχειρηματική δραστηριότητα και ευοίωνες προδιαγραφές για την περαιτέρω εξέλιξή της, με αποτέλεσμα όταν του ζήτησε να τον διευκολύνει με έκδοση υπέρ της εταιρίας τους εγγυητικής επιστολής ποσού 300.000 δολ. Η.Π.Α. από τη Ε.Τ.Ε. (Κατάστημα Παρισίων), αναφέροντάς του ότι άμεσα θα προβούν στην εισαγωγή μεγάλης ποσότητας σιτηρών σε ευκαιριακή τιμή που υπάρχει κίνδυνος να χάσουν λόγω καθυστέρησης χρηματοδότησης της εταιρείας τους από τη Γενική Γραμματεία Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης, ποσού 717.407,116 δραχμών, ο πολιτικώς ενάγων στις 18/7/00 έδωσε εντολή και εξεδόθη η με αρ. ....εγγυητική επιστολή του καταστήματος Παρισίων της ΕΤΕ υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας Ελλάδος για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας, ποσού 300.000 δολλαρίων Η.Π.Α., με χρέωση του λογαριασμού του πολιτικώς ενάγοντος στην ως άνω Τράπεζα. Συγχρόνως υπογράφηκε από αυτούς το από 18/7/00 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο ως χρόνος ισχύος της ως άνω εγγυητικής επιστολής ορίσθηκε το εξάμηνο από 18/7/00 έως 18/1/01, μετά το οποίο ο εκκαλών όφειλε να την αποδεσμεύσει. Παράλληλα, με το ίδιο συμφωνητικό συμφωνήθηκε η προς τον πολιτικώς ενάγοντα παράδοση της υπ' αριθμ. .... επιταγής της Τράπεζας 'Αλφα Πίστεως της Ελλάδος, ποσού 100.000.000 δρχ., που σε διαταγή του πολιτικώς ενάγοντος εξέδωσε ο εκκαλών προς εξασφάλισή του, με ημερομηνία λήξης την 20/1/01, ενώ επιπλέον ορίσθηκε ότι ο εκκαλών προς μεγαλύτερη εξασφάλιση του πολιτικώς ενάγοντος παρείχε αμετάκλητα την εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα προς αυτόν να εγγράψει προσημείωση υποθήκης στο υπό στοιχείο Ι-1 κατάστημα και την υπό στοιχ. Υ-1 αποθήκη καταστήματος στο .... Μετά από λίγο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα αρχές Αυγούστου, ο εκκαλών κάλεσε οικογενειακώς τον πολιτικώς ενάγοντα στην οικία του προκειμένου να τον ευχαριστήσει για την ως άνω οικονομική διευκόλυνση που του παρέσχε και παράλληλα τον ενημέρωσε ότι η εταιρία του ελέγχθηκε από το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.), το οποίο διαπίστωσε ότι πληροί όλες τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την εισαγωγή της σ' αυτό (Χ.Α.Α.), και τον διαβεβαίωσε ότι η εισαγωγή της εταιρίας του στο Χ.Α.Α. θα ελάμβανε χώρα εντός έξι μηνών και ότι τότε η αξία των μελών της, που εκείνη τη στιγμή ήταν 6.000 δρχ. ανά μετοχή, θα υπερδιπλασιαζόταν και του πρότεινε να αγοράσει μετοχές της εταιρείας του. Πεισθείς ο πολιτικώς ενάγων στις διαβεβαιώσεις του εκκαλούντος, ότι επρόκειτο για μοναδική ευκαιρία επένδυσης των χρημάτων του, συμφώνησε και αγόρασε 14.000 μετοχές με νούμερο 216.001 έως 230.000 της ως άνω εταιρίας του εκκαλούντος αντί 84.000.000 δραχμών, ποσό που ο πολιτικώς ενάγων κατέβαλε σ' αυτόν με την από 11/8/00 χρηματική εντολή της EUROBANK AE. Προς τούτο, συνετάγη το από 8-8-00 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο ανεγράφη ότι η οριστική μεταβίβαση των ως άνω μετοχών θα γινόταν μετά ένα έτος και συγκεκριμένα την 8-8-01, υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω εταιρεία θα είχε εισαχθεί στο Χ.Α.Α. Προς εξασφάλιση του πολιτικώς ενάγοντος, ο εκκαλών του παρέδωσε υπό μορφή ενεχύρου όλες τις παραπάνω μετοχές καθώς και την υπ' αριθμ. .... επιταγή έκδοσής του της Ιονικής Τράπεζας, ποσού 100.000.000 δρχ., με ημερομηνία έκδοσης την 8-8-01, ενώ συμβολαιογραφικά έδωσε και συναίνεση για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητό του. Ωστόσο, παρότι η ταχθείσα προθεσμία παρήλθε, η εταιρεία του εκκαλούντος δεν εισήλθε στο Χ.Α.Α. ούτε επρόκειτο να εισαχθεί διότι, καθώς μετά από έλεγχο του πολιτικώς ενάγοντα διαπιστώθηκε, η εταιρία αυτή ήταν ήδη από του χρόνου που ο εκκαλών τον διαβεβαίωσε για την ανοδική πορεία και την φερεγγυότητα της εταιρίας του κατάχρεη και αναξιόπιστη, αφού σε ακίνητά της είχαν εγγραφεί από αιτίες δανείων τα παρακάτω βάρη: Α) Στο ακίνητο της εταιρείας στη περιοχή ....: 1) στις 23/11/92 προσημείωση υποθήκης υπέρ της ΕΤΕ ποσού 200.000.000 δραχμών, 2) στις 26/5/93 υποθήκη υπέρ της Τράπεζας Ελλάδος ποσού 100.000.000 δραχμών, 3) στις 1/8/95 προσημείωση υπέρ της Τράπεζας Ελλάδος ποσού 150.000.000 δραχμών, η οποία με την από 20/12/00 σύμβαση εκχωρήθηκε στην Τράπεζα Κύπρου, 4) στις 18/12/00 β' προσημείωση υποθήκης υπέρ της Τράπεζας Κύπρου ποσού 300.000.000 δραχμών, 5) στις 5/12/00 προσημείωση υποθήκης υπέρ .... ποσού 2.000.000 ευρώ, με αποτέλεσμα η ως άνω εταιρεία από τα δάνεια που είχε λάβει να οφείλει το ποσό των 1.531.500.000 δραχμών ή 4.484.497 ευρώ. Β) Στο ακίνητο που βρισκόταν το εργοστάσιο της εταιρείας στην ...., ύστερα από μεταγενέστερο έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι είχαν εγγραφεί βάρη στο εργοστάσιο της ίδιας εταιρείας από 28/11/03 έως 7/4/04 για συνολικό όφελος της εταιρείας ποσού 8.488.232,60 ευρώ. Εν όψει της ως άνω οικονομικής κατάστασης της εταιρείας, η τελευταία, κατόπιν αιτήσεώς της ετέθη από επίτροπο κατ' άρ. 45 Ν.1892/90, όπως αντικ. με αρ. 43 Ν.1947/91, εκδοθείσης της υπ' αριθμ. 612/03 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκτίμησε το κεφάλαιο της εταιρείας στο ποσό των 6.215.168,74 ευρώ και τη συνολική οφειλή της στο ποσό των 18.277.726,57 ευρώ, κι αυτός ήταν ο λόγος αναστολής της λειτουργίας της. Αφού παρήλθε η ταχθείσα ως άνω προθεσμία για την εισαγωγή της εταιρείας στο Χ.Α.Α. και δεν έγινε αποδέσμευση της εγγυητικής επιστολής των 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ, ο εκκαλών ζήτησε και έλαβε παράταση της προθεσμίας για την εισαγωγή της εταιρίας στο Χ.Α.Α. και για την αποδέσμευση της παραπάνω εγγυητικής επιστολής. Με το από 8/8/01 ιδιωτικό συμφωνητικό έγινε παράταση της ισχύος του από 8/8/00 ιδιωτικού συμφωνητικού, που αφορούσε την προαγορά των παραπάνω μετοχών της εταιρείας, στη συνέχεια ως τις 8/10/03 έγιναν κι άλλες παραστάσεις, οπότε ο πολιτικώς ενάγων κατήγγειλε τη σύμβαση προαγοράς μετοχών, κάλεσε τον εκκαλούντα να τις αναλάβει και να του αποδώσει το ποσό των 84.000.000 δραχμών που, παραπλανηθείς ως προς την οικονομική ευρωστία της εταιρίας, του παρέδωσε στον εκκαλούντα. Ακολούθως στις 18/7/03, κατέπεσε η εκδοθείσα υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και για λογαριασμό της εταιρείας εγγυητικής επιστολής της ΕΤΕ με χρέωση του λογαριασμού, διότι ο εκκαλών και η εταιρία του δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις της. 'Ετσι στη συνέχεια, ο πολιτικώς ενάγων προέβη στη σφράγιση της υπ' αριθμ. ..... επιταγής της EurobanK AE και της υπ' αριθμ. .... επιταγής της ΑΤΕ, ποσού 246.515 ευρώ και 346.000 ευρώ, αντίστοιχα, που εκδόθησαν από τον εκκαλούντα, ως εκπρόσωπο της εταιρείας, και παραδόθηκαν στον πολιτικώς ενάγοντα, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών του. Οι παραπάνω προς τον πολιτικώς ενάγοντα παραστάσεις του εκκαλούντα σχετική με την οικονομική ευρωστία και τις προοπτικές της εταιρίας του συνεπεία αυτής ήταν ψευδείς, καθόσον, καθώς προαναφέρθηκε, η εταιρία κατά τον χρόνο της παραστήσεως της κατάστασής της ήταν ήδη χρηματική προς Τράπεζες και ιδιώτες κατά το ποσό των 18.000.000 ευρώ, τα ακίνητά τους ήταν βεβαρημένα για πολλά εκατομμύρια ευρώ, εξ αιτίας δανείων που έχουν συναφθεί από την εταιρία και τους εκπροσώπους της, ενώ από τους ισολογισμούς της προκύπτει ότι το χρέος της το 1998 ανήρχετο σε 1.818.000.000 δραχμές, το 1999 σε 1.703.000.000 δραχμές, το 2000 σε 2.744.000.000 δραχμές το έτος 2001 σε 3.657.000.000 δραχμές και το 2002 σε 18.222.842 ευρώ, ενώ το 20003 σε 18.122.841 ευρώ. Επίσης, από τις σημειώσεις του ορκωτού λογιστή στους ως άνω ισολογισμούς προκύπτει ότι έχει γίνει παραποίηση των αποσβέσεων των μηχανημάτων της εταιρείας ώστε να εμφανίζεται ψευδώς μικρότερη ζημία και ότι τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας είναι αρνητικά και συνεπώς συντρέχουν οι όροι των άρθρων 47 και 48 του Κ.Ν. 2190/20 περί ανακλήσεως ή διαλύσεως της εταιρείας. Επιπλέον, η εν λόγω εταιρία δεν έχει ελεγχθεί από τις φορολογικές αρχές για τις χρήσεις των ετών 1993 έως 2002, με αποτέλεσμα οι φορολογικές της υποχρεώσεις να μην έχουν καταστεί οριστικές. Τέλος, η ως άνω εταιρία δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που τάσσει το Π.Δ. 350/85 και οι συναφείς με αυτό αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την εισαγωγή μιας εταιρίας στο Χ.Α.Α. που είναι: α) ελάχιστο ύψος κεφαλαίου 12.000.000 ευρώ, και όχι 6.000.000 που είχε η εν λόγω εταιρία, β) ικανοποιητική περιουσιακή διάρθρωση σύμφωνα με τον τελευταίο ισολογισμό της και γ) να έχει ελεγχθεί φορολογικά για όλες τις χρήσεις, για τις οποίες κατά τον χρόνο υποβολής τους έχουν δημοσιευθεί οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις. Αν ο πολιτικώς ενάγων εγνώριζε τα ως άνω αποκρυβέντα και δεν πειθόταν από τις ψευδείς παραστάσεις του ενάγοντος, δεν θα προέβαινε στις παραπάνω παροχές προς τον εκκαλούντα, εξαιτίας των οποίων υπέστη ζημιά ιδιαίτερα μεγάλη, άνω των 73.000 ευρώ και συγκεκριμένα (300.000 δολλαρίων ΗΠΑ + 246.515 ευρώ ή 84.000.000 δρχ.). 'Ηδη ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του αρνείται την κατηγορία που του απεδόθη ισχυριζόμενος ότι: α) ο πολιτικώς ενάγων ήταν γνώστης κατά τον χρόνο που συνηλλάγησαν της προσωρινής αδυναμίας δανειοδοτήσεως της εταιρείας του εκκαλούντος από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, η οποία οφείλετο στην καθυστέρηση καταβολής της κρατικής επιχορηγήσεως από τον Γεν. Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, β) η μεταξύ αυτού (εκκαλούντος) και πολιτικώς ενάγοντος συναλλαγή ήταν καθαρά δανειακή, και ότι ο πρώτος του παρέσχε ασφάλεια προς κατοχύρωση της απαιτήσεώς του, τα δε ακίνητά του με τα οποία ο πολιτικώς ενάγων μπορούσε να εξασφαλισθεί ήταν ελεύθερα βαρών κατά το χρόνο της συναλλαγής, γ) η αξία της μετοχής της εταιρίας του εκκαλούντος ήταν, σύμφωνα με τον μάρτυρα τότε λογιστή της εταιρίας του ...., 3πλάσια των 6.000 δρχ. που την αγόρασε ο πολιτικώς ενάγων, ενώ κατά τον μάρτυρα .... η εταιρική αξία της μετοχής της εν λόγω εταιρείας ανερχόταν σε 9.000 δραχμές περίπου και η εταιρεία αυτή είχε τις ουσιαστικές προϋποθέσεις εισαγωγής στο Χ.Α.Α., δ) επικρατούσε ευοίωνο κλίμα την εποχή της ως άνω συναλλαγής στην εταιρεία, καθώς τούτο προκύπτει από δημοσιεύματα οικονομικών και πολιτικών εφημερίδων εκείνης της εποχής. 'Ολοι όμως οι ως άνω ισχυρισμοί του εκκαλούντος διαψεύδονται από την αντιπαραβολή τους σε όσα παραπάνω εκτίθενται. 'Αλλωστε, αν ο μηνυτής εγνώριζε, καθώς ο εκκαλών ισχυρίζεται, την πραγματική κατάσταση της εταιρίας, όπως είναι λογικό δεν θα διακινδύνευε ένα τόσο μεγάλο ποσό, που για να το συγκεντρώσει εργάσθηκε επί 30 τουλάχιστον έτη. Υπό τα δεδομένα αυτά και τα διαλαμβανόμενα στο εκκαλούμενο βούλευμα με αναφορά στη πρόταση του εισαγγελέα, στο οποίο συμπληρωματικά και προς αποφυγή επαναλήψεων αναφερόμεθα, οι αιτιάσεις του εκκαλούντα για εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών είναι αβάσιμες. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών ορθώς έκρινε ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντα και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για την πράξη της απάτης με συνολικό περιουσιακό όφελος και συνολική προξενηθείσα ζημία άνω των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση (άρθρα 26 § 1 και 27 § 1, 98, 386 § § 3β - 1 Π.Κ.). Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1-3β' ΠΚ (όπως ισχύει). Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, Χ και παρέπεμψε ενώπιον τον Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για την κακουργηματική απάτη, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς όλες τις διατάξεις, διέλαβε σ' αυτό την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ότι εν γνώσει του παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθινά στον εγκαλούντα, παρασιωπώντας αληθινά γεγονότα και ότι με τις παραπλανητικές αυτές ενέργειές του, όπως παραπάνω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται, επέφερε βλάβη στην περιουσία του εγκαλούντος, που ανέρχεται στο ποσό των 84.000.000 δρχ., δηλαδή υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ευρώ. Εξάλλου, υπάρχει ειδική αιτιολογία για την κατ' εξακολούθηση τέλεση από τον κατηγορούμενο, σε βάρος του εγκαλούντος, της εν λόγω αξιόποινης πράξεως της απάτης. Επίσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, κατά την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση αυτής και δεν επιχειρείται να στηριχθεί σε επινόηση του μηνυτή. Ότι η ζημία του πολιτικώς ενάγοντος και μηνυτή επήλθε κατά τον αναφερόμενο στο βούλευμα χρόνο και με τον τρόπο που περιγράφεται, χωρίς ως προς τα θέματα αυτά η αιτιολογία να μην είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται. Οι ισχυρισμοί του τελευταίου για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του ΠΚ 386, που στοιχειοθετεί τον κατ' άρθρο 484 παρ. 1β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, για τον λόγο ότι οι αναφορές στο βούλευμα των οικονομικών της εταιρείας του, κατά το έτος 2003, δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από αυτόν το έτος 2000, οπότε και συνήφθη η δανειακή σύμβαση με τον πολιτικώς ενάγοντα και ότι ο τελευταίος, σε κάθε ανανέωση των αναφερομένων στο βούλευμα συμφωνητικών, γνώριζε την ακριβή οικονομική θέση της εταιρείας, με συνέπεια εσφαλμένα να χαρακτηρίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ως απάτη η κατάρτιση της επίδικης, ζημιογόνας για τον πολιτικώς ενάγοντα, δανειακής συμβάσεως, ενόψει όσων παραπάνω έχουν εκτεθεί, ουδεμία εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των ΠΚ 98 και 386 παρ. 1 και 3 στο άνω βούλευμα γίνεται. Εξάλλου, ουδεμία αντίφαση στο προσβαλλόμενο βούλευμα υπάρχει σχετικά με το ποιός αποκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος, ώστε να υπάρχει έλλειψη στο βούλευμα της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που στηρίζει τον κατ' άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' ΚΠδ λόγο αναιρέσεως, αφού αναφέρεται ο κατηγορούμενος ότι επιδίωξε τον πορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους σε βάρος του εγκαλούντος. Τέλος, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος, λόγω μη ορθής κοινοποιήσεώς του, αφού στο άνω βούλευμα, στο τέλος της πρώτης σελίδας του φύλλου 7 αυτού, η εισαγγελική πρόταση περατώνεται ως εξής: "....μετά τον έλεγχο του πολιτικώς ενάγοντος διαπιστώθηκε", χωρίς περαιτέρω να ολοκληρώνεται ο συλλογισμός της εισαγγελικής προτάσεως, προφανώς διότι ένα μέρος της προτάσεως αυτής δεν έχει ενσωματωθεί στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, έτσι δε καθίσταται πρόδηλο ότι το βούλευμα πάσχει ως προς την αιτιολογία του, αφού ελλείπει ένα ολόκληρο τμήμα αυτού, με συνέπεια το βούλευμα να είναι προδήλως αναιτιολόγητο, ενόψει του ότι απουσιάζει ένα ολόκληρο τμήμα της εισαγγελικής προτάσεως, στην οποία αυτό εξ ολοκλήρου αναφέρεται. Όμως, με προσεκτική παρατήρηση του βουλεύματος, διαπιστώνεται κατάδηλα ότι τα παραπάνω οφείλονται σε καταφανές λάθος κατά τη φωτοτύπηση του βουλεύματος και την τοποθέτηση των σελίδων αυτού. Έτσι, το εν λόγω βούλευμα, από το τέλος του 3ου φύλλου, δεύτερη σελίδα αυτού. Συνεχίζει στο 7ο φύλλο, πρώτη σελίδα του και από το τέλος της σελίδας αυτής, συνεχίζει στο 4ο φύλλο, πρώτη σελίδα και από το τέλος της σελίδας αυτής, συνεχίζει στο ίδιο φύλλο, δεύτερη σελίδα, για να περατωθεί η εισαγγελική πρόταση στο τέλος του 6ου φύλλου, δεύτερη σελίδα του. Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει ο αναιρεσείων ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεσή του και του πρωτοδίκου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Απριλίου 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αριθ. 463/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πράξη: απάτη κατ' εξακολούθηση με όφελος ή συνολική ζημία του εγκαλέσαντος πλέον των 73.000 €. Έννοια όρων. Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει τέτοια αιτιολογία και όταν γίνεται από το Συμβούλιο εξ' ολοκλήρου στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εισαγγελική Πρόταση.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1211/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αλουπογιάννη, περί αναιρέσεως της 1546/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1432/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 εδ. γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αν δε βρεθεί στην κατοικία ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας. Αν η θυροκόλληση έγινε επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εδ. β' και γ' αρνήθηκαν να πάρουν το έγγραφο ή απουσιάζουν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται αντίγραφο του εγγράφου στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερομένου κατηγορουμένου ή αστικώς υπευθύνου. Σ' αυτή την περίπτωση τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι σε περίπτωση επιδόσεως στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση της κλήσεως προς εμφάνιση στο δικαστήριο, για να είναι νόμιμη η κλήτευση του, είναι υποχρεωτική η επίδοση της κλήσεως στον τυχόν διορισθέντα απ' αυτόν αντίκλητο. Στην προκειμένη περίπτωση, από το από ... αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας Δικαστηρίων του Εφετείου Αθηνών ..., επιτρεπτώς επισκοπούμενο από τον Άρειο Πάγο προς έλεγχο της βασιμότητας του προβαλλομένου κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου λόγου αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας από τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση του κατηγορουμένου (άρθρα 171 περ. δ' και 174 ΚΠΔ), προκύπτει ότι η εν λόγω επιμελήτρια προέβη, παρουσία του μάρτυρος ... σε θυροκόλληση στη δηλωθείσα στο εφετήριο από τον κατηγορούμενο διεύθυνση, της 9163/2003 κλήσεως μετά του καταλόγου των μαρτύρων κατηγορίας, με την οποία καλούνταν ο αναιρεσείων να εμφανισθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών στις 14 Φεβρουαρίου 2007. Η ως άνω όμως κλήση, όπως προκύπτει από το επίσης παραδεκτώς επισκοπούμενο από τον Άρειο Πάγο από 30 Νοεμβρίου 2006 αποδεικτικό της επιμελήτριας δικαστηρίων ... της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών δεν επιδόθηκε και στον διορισθέντα με το εφετήριο αντίκλητο του αναιρεσείοντος δικηγόρο Αθηνών Νικόλαο Φιλιππάκη, αλλά στον δικηγόρο Γεώργιο Κατσίβα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, στο οποίο δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο ο αναιρεσείων ούτε ο ως άνω αντίκλητος, με την προσβαλλόμενη 1546/2007 απόφαση του θεώρησε νόμιμη την κλήτευση του αναιρεσείοντος παρά την έλλειψη επιδόσεως της κλήσεως στον εν λόγω αντίκλητο του και μετά ταύτα απέρριψε την έφεση του ως ανυποστήρικτη. Έτσι όμως κρίνοντας, υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας και είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Αναιρεί την 1546/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έχουν εκδώσει την αναιρούμενη απόφαση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρείται η προσβαλλόμενη από-φαση για θετική υπέρβαση εξουσίας, διότι απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτη, ενώ έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση λόγω μη νόμιμης κλητεύσεως, διότι η κλήση προς τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα έγινε με θυροκόλληση, χωρίς να γίνει επίδοση στον αντίκλητο που είχε διορίσει εκείνος με το εφετήριο, αλλά σε άλλον αντίκλητο. Παραπέμπει.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Επίδοση, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
0
Αριθμός 1209/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ... κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανταζή, περί αναιρέσεως της 1468/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 991/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 εδ. γ' και 5 παρ. 1 περ. Α εδ. γ, δ και παρ. 2 του Ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 1968/1991, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον Πρόεδρο Πρωτοδικείου και δύο Πρωτοδίκες. Σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας του Προέδρου, αυτός αναπληρώνεται κατά σειρά αρχαιότητας από άλλο δικαστή της ίδιας σύνθεσης ή του ίδιου δικαστηρίου. Στην περίπτωση δε αυτή, πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση ότι δεν υπάρχουν Πρόεδροι ή οι υπάρχοντες απουσιάζουν ή κωλύονται. Η μη τήρηση των διατάξεων αυτών συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της αποφάσεως, για κάθε σύνθεση του Δικαστηρίου, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και ενώπιον του Αρείου Πάγου ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1α Κ.Π.Δ., και δημιουργεί λόγο αναιρέσεως αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1Α του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προμετωπίδα των πρακτικών της προσβαλλόμενης 1468/22.11.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο και με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων ευρώ (2.000€), για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, συμμετείχε, ως Προεδρεύων Πλημμελειοδίκης, ο Πρωτοδίκης Ανδρέας Αγγελόπουλος, χωρίς όμως να αναφέρεται ότι δεν υπήρχαν Πρόεδροι ή ότι οι υπάρχοντες απουσίαζαν ή κωλύονταν. Επομένως, είναι βάσιμος ο, για τον ως άνω λόγο, πρώτος από το αρ. 510 παρ. 1Α Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως γι' αυτό πρέπει, αφού παρέλκει ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Αναιρεί την 1468/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρείται για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, διότι στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο προήδρευσε Πρωτοδίκης χωρίς να γίνεται μνεία στα πρακτικά ότι δεν υπήρχε Πρόεδρος ή Πρόεδροι Πρωτοδικών ή ότι ο υπάρχων ή οι υπάρχοντες κωλύονταν. Παραπέμπει.
Δικαστηρίου σύνθεση
Δικαστηρίου σύνθεση.
0
Αριθμός 1207/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου ...., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 587/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.5.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 994/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 387/17.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατά τα άρθρα 482 και 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τη με αριθμό 96/2008 αίτηση του ..., για αναίρεση του υπ' αριθμόν 587/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δια του οποίου απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η με αριθμό 636/2007 έφεσή του κατά του υπ' αριθμόν 3213/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς, για κακουργήματα, Εφετείου Αθηνών, για να δικαστεί για τις πράξεις της α) πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτόν του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 € και β) απάτης με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 € (άρθρα 26 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1 και 3, 386 παρ. 1 και 3 περ. β' Π.Κ.) και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο, δια του πληρεξουσίου αυτού δικηγόρου, νομίμως εξουσιοδοτηθέντος και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως και δη την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ.) και είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και ερευνητέα κατ' ουσίαν. Ο προβαλλόμενος λόγος συνίσταται στο ότι στο πληττόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών δεν αναφέρονται, ως έδει, ούτε τα πραγματικά περιστατικά, ούτε τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι σκέψεις και οι συλλογισμοί στα οποία στηρίχθηκε η παραπεμπτική κρίση του αλλά αναφέρθηκε εξ ολοκλήρου στις ορθές σκέψεις του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών χωρίς να διαλαμβάνει τίποτα για τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και τις σκέψεις με τις οποίες απεφάνθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφήρμοσε. Επειδή έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθενται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο στο σχηματισμό δικανικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή (Ολομ. ΑΠ 1/2005 ΠΧ ΝΕ 781). Προσέτι η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ'αυτή με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στη πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν τη παραπεμπτική πρόταση, με την οποίαν συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. 'Όταν όμως ασκείται έφεση από τον κατηγορούμενο κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, το δευτεροβάθμιο συμβούλιο έχει μεν τη δυνατότητα για να στηρίξει τις δικές του σκέψεις να παραπέμπει συμπληρωματικώς στο πρωτόδικο βούλευμα, δεν συγχωρείται όμως το συμβούλιο εφετών να μη διαλαμβάνει τίποτα για τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και τις σκέψεις με τις οποίες απεφάνθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφήρμοσε, αλλά απλώς να αναφέρεται εξ ολοκλήρου στα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος ή (και) στην ενσωματωμένη σ'αυτό (πρωτόδικο βούλευμα) εισαγγελική πρόταση. Με τον τρόπο αυτό εκμηδενίζεται η δικαιοδοτική του εξουσία και απεκδύεται αυτό της προβλεπομένης από το νόμο δευτέρου βαθμού κρίσεως, η οποία έχει ανάγκη δικής της αιτιολογίας για την αντιμετώπιση των παραπόνων του κατηγορουμένου κατά της παραπεμπτικής κρίσεως του πρωτοδίκου βουλεύματος, με αποτέλεσμα, στη περίπτωση αυτή το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών να στερείται παντελώς της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (Α.Π. 732/2005 ΠΧ ΝΕ σελ. 1014). Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει ότι ο .... με το υπ'αριθμ. 3213/2007 βούλευμα του συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών παραπέμφθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς για κακουργήματα, Εφετείου Αθηνών, για τις κακουργηματικές πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης, ως αναφέρονται στην αρχή της παρούσας. Κατά του βουλεύματος αυτού ο άνω κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθμόν 636/2007 έφεσή του. Το Συμβούλιο Εφετών με το υπ' αριθμόν 587/2008 ήδη αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτή και επικύρωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα. Στο αιτιολογικό του βουλεύματος αναφέρεται ότι "για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται, για αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η με αριθμό 636/2007 έφεση του κατηγορουμένου ... .....". Στην εισαγγελική πρόταση, αφού αναφέρονται οι κατηγορούμενες πράξεις, ως αιτιολογικό της υποθέσεως αναφέρεται ότι "...... Επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας φρονούμε ότι δεν επαληθεύονται οι αιτιάσεις του εκκαλούντος και τούτο διότι το συμβούλιο Πλημ/κών με πλήρη αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, ορθώς εξετίμησε τις αποδείξεις και αιτιολογημένα κατέληξε στη παραπεμπτική του κρίση. Στις ορθές αυτές σκέψεις και εμείς εξ ολοκλήρου αναφερόμαστε καθ' όσον η οποιαδήποτε παραπομπή στα πραγματικά περιστατικά και τη νομική τους αξιολόγηση θα κατέληγε αναπόφευκτα σε άσκοπη και ανεπίτρεπτη επανάληψη" Ούτω όμως το Συμβούλιο Εφετών ουδέν διαλαμβάνει για τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και τις σκέψεις με τις οποίες απεφάνθη ότι υπάρχουν ενδείξεις επαρκείς και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφήρμοσε. Δια του τρόπου αυτού το βούλευμα στερείται παντελώς της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά συνέπεια πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω: 1) να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η υπ'αριθμόν 96/2008 αίτηση του ..., για αναίρεση του υπ'αριθμόν 587/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) να αναιρεθεί το άνω βούλευμα 3) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένων. Αθήνα 30 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. β ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. 'Οταν, όμως, ασκείται έφεση από τον κατηγορούμενο κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, το δευτεροβάθμιο συμβούλιο έχει μεν τη δυνατότητα για να στηρίξει τις δικές του σκέψεις να παραπέμπει συμπληρωματικώς στο πρωτόδικο βούλευμα, δεν συγχωρείται όμως το συμβούλιο εφετών να μη διαλαμβάνει τίποτα για τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και τις σκέψεις με τις οποίες απεφάνθη ότι υπάρχουν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφήρμοσε, αλλά απλώς να αναφέρεται εξ ολοκλήρου στα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος, ή (και) στην ενσωματωμένη σ' αυτό (πρωτόδικο βούλευμα) εισαγγελική πρόταση. Με τον τρόπο αυτόν, εκμηδενίζεται η δικαιοδοτική του εξουσία και απεκδύεται αυτό της προβλεπομένης από τον νόμο δευτέρου βαθμού κρίσεως, η οποία έχει ανάγκη δικής της αιτιολογίας για την αντιμετώπιση των παραπόνων του κατηγορουμένου κατά της παραπεμπτικής κρίσεως του πρωτοδίκου βουλεύματος, με αποτέλεσμα στην περίπτωση αυτή το βούλευμα του συμβουλίου εφετών να στερείται παντελώς της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 587/2008 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επεκύρωσε το υπ' αρ. 3213/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται αυτός ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθεί για τις πράξεις: α) πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από την οποία το συνολικό όφελος και συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και β) απάτης με περιουσιακό όφελος κατ' αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Η αιτιολογία του ως άνω αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος περιλαμβάνει μόνο τυπική αναφορά στις σκέψεις της προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, δια της φράσεως "Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το Συμβούλιο τούτο πλήρως αναφέρεται, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η με αριθμό 636/2007 έφεση του κατηγορουμένου, ..., κατά του με αριθμό 3213/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και να επικυρωθεί το βούλευμα αυτό". Στην εν λόγω ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση γίνεται καθολική αναφορά στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος, χωρίς καμία έκθεση των κρισίμων γεγονότων και χωρίς βεβαίως να γίνεται καμμία άλλη αναφορά του αναιρεσείοντος. Το πρωτόδικο βούλευμα δεν περιέχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, εκθέτον με τυπική σκέψη, ότι η πρόταση του Εισαγγελέα περιέχει νομίμους και βάσιμους λόγους και ότι μετά από αυτά από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τις ως άνω πράξεις. Έτσι, με την τυπική αυτή καθολική αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα, χωρίς να διαλαμβάνεται καμία σκέψη, στηρίζουσα την δευτεροβάθμια κρίση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, υπάρχει ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της δικαιοδοτικής του εξουσίας, κατά παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης, καθώς και ελλιπής αιτιολογία, η οποία δεν είναι η εκ του Συντάγματος και του νόμου επιβεβλημένη ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως, είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που απεφάνθησαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθ. 587/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που απεφάνθησαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Με το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών (προσβαλλόμενο) απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεσή του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, το οποίο και επικυρώθηκε και με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακουργηματική πλαστογραφία και απάτη. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών παραπέμπει εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέα χωρίς να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, το δε πρωτόδικο βούλευμα δεν περιέχει δικές του σκέψεις αλλά αναφέρεται και αυτό εξ' ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σε αυτό εισαγγελική πρόταση. Έτσι, η καθολική αναφορά με την τυπική αυτή αιτιολογία, που στηρίζει την κρίση του Συμβουλίου Εφετών, υπάρχει ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της δικαιοδοτικής εξουσίας κατά παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης, καθώς και ελλιπής αιτιολογία. Γίνεται ουσιαστικά δεκτός ο στηριζόμενος στο άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠΔ λόγος και αναιρουμένης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παραπέμπεται η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο για νέα κρίση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Ε.Σ.Δ.Α., Εισαγγελική Πρόταση.
2
Αριθμός 1.206/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, περί αναιρέσεως του με αριθμό 1.807/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1 Νοεμβρίου 2007, 18 Οκτωβρίου 2007, 24 Οκτωβρίου 2007 και 15 Νοεμβρίου 2007, αντίστοιχα, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.898/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με: α) τη με αριθμό 286/26.5.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, που είναι ορθή επανάληψη της αντίστοιχης με αριθμό 274/20.5.2008 και β) τη με αριθμό 286Α/27.5.2008 συμπληρωματική πρόταση του ιδίου ως άνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, οι οποίες έχουν ως εξής: Α) Η με αριθμό 286/26.5.2008 εισαγγελική πρόταση: "Ι) Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1807/2007 βούλευμά του απέρριψε ως αβάσιμες στην ουσία τους τις υπ' αριθμ. 257/2006, 283/2006, 287/2006 και 293/2006 εφέσεις των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 κατά του υπ' αριθμ. 2088/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Με το τελευταίο αυτό βούλευμα οι ανωτέρω είχαν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως από κοινού απάτης κατ' εξακολούθηση από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημιά υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ - 13 περ. στ', 94§1, 98§1, 2 386§1, 3α ΠΚ- σε βάρος των Ζ, Ψ και Ξ. Το άνω βούλευμα επιδόθηκε στους ανωτέρω τρεις πρώτους κατηγορουμένους στις 22-10-2007, 12-10-2007, 17-10-2007 - αντίστοιχα - (βλ. τα αντίστοιχα αποδεικτικά) και κατ' αυτού άσκησαν στις 1-11-2007, 24-10-2007 και 18-10-2007 αντίστοιχα τις 241, 222, 215 αιτήσεις αναιρέσεως και δη οι μεν α, β οι ίδιοι, ο δε γ δια πληρεξουσίου (δυνάμει της από 18-10-2007 εξουσιοδοτήσεως, στην οποία βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του από δικηγόρο) - ενώπιον του γραμματέα Εφετών Αθηνών προβάλλοντας έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης (ο α'), απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία - εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (η β), έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, υπέρβαση εξουσίας - βλ. παρακάτω. Με το πρωτόδικο 2088/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών είχαν παραπεμφθεί οι ήδη αναιρεσείοντες διότι "ως υπαίτιοι στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2002 έως τον Οκτώβριο του 2002, από κοινού ενεργώντας και κατόπιν συναπόφασης, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένες περιουσίες πείθοντας κάποιους άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, το δε περιουσιακό όφελος των δραστών και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 14.673, 5 ΕΥΡΩ, οι ίδιοι δε διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα, μετά από συναπόφαση, κοινή δράση και με τον προαναφερόμενο σκοπό, εμφανιζόμενοι ο Χ1 ως διευθυντής - επικεφαλής της εδρεύουσας στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους εταιρείας με την επωνυμία .... LIMITED, ο ..., νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, οι Χ4 και Χ2, βασικά διευθυντικά στελέχη της εταιρείας, η Χ3, ανώτερη υπάλληλος, προϊσταμένη λογιστηρίου, κατέχουσα σημαντική θέση στην εταιρεία, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους εγκαλούντες Ζ, Ψ και Ξ, ότι η ως άνω εταιρεία είχε δυνατότητα άσκησης τραπεζικών εργασιών στο εξωτερικό, ιδιαίτερα δε στον τομέα των αμοιβαίων κεφαλαίων επενδυτικών οίκων του εξωτερικού, ότι είναι οικονομικός κολοσσός με παγκόσμια εμβέλεια και διεθνές κύρος και συνεργάζεται με εταιρείες διεθνούς φήμης, μεταξύ των οποίων και η εδρεύουσα στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους εταιρεία .... LIMITED, που είχε αντικείμενο εργασιών τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων και προώθησε δήθεν διεθνές επενδυτικό πρόγραμμα σε αμοιβαία κεφάλαια με εξασφαλισμένη υψηλή απόδοση, 6-7, 5% ετήσια απόδοση του επενδυόμενου κεφαλαίου, τα οποία (κεφάλαιο και απόδοση) ήταν εξασφαλισμένα με αντασφάλεια στους LLOYDS του Λονδίνου και η ελβετική τράπεζα PBS PRIVATE BANK SWITZERLAND λειτουργούσε ως θεματοφύλακας του εγγυημένου κεφαλαίου και της απόδοσης, τους υποσχέθηκαν δε επιστολή από εξουσιοδοτημένο BROKER των LLOYDS για την αντασφάλεια και αποστολή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Οι εγκαλούντες πείσθηκαν από τις ψευδείς αυτές παραστάσεις των κατηγορουμένων και τους κατέβαλαν τα παρακάτω χρήματα, προκειμένου να επενδυθούν για λογαριασμό τους, μέσω της ως άνω εταιρείας (.... LIMITED) στα αμοιβαία κεφάλαια της εταιρείας ... LIMITED, ήτοι: α. η πρώτη εγκαλούσα Ζ, στις 2.7.2002, παρέδωσε δια οπισθογραφήσεως τραπεζική επιταγή της ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ, που εκδόθηκε την 2.7.02 από το υποκατάστημα .... ποσού 146.735, 15 ΕΥΡΩ για κατάθεση στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εταιρείας, που είχε ανοιχθεί στο όνομά της και της παραδόθηκε η από 2.7.02 επιβεβαίωση παραλαβής της επιταγής αυτής από την εταιρεία ... LIMITED, η από 4.7.02 επιστολή βεβαίωσης ετήσιας απόδοσης του κεφαλαίου 6% και 21 τίτλοι μετοχών συνολικής ονομαστικής αξίας αντίστοιχης με το κατατεθέν ποσό, στις 29.8.02 δε επένδυσε ακόμη 15.638, 34 ΕΥΡΩ, οπισθογραφώντας και παραδίδοντας την υπ' αριθμ. ..... τραπεζική επιταγή της ίδιας ως άνω Τράπεζας, β. ο δεύτερος των εγκαλούντων Ψ, στις 8.7.02 και 11.10.02, επένδυσε στα ως άνω ανύπαρκτα αμοιβαία κεφάλαια ποσά 30.000 ΕΥΡΩ και 15.000 ΕΥΡΩ, αντίστοιχα, παραδίδοντας ισόποσες τραπεζικές επιταγές για κατάθεση, αντίστοιχα, στους υπ' αριθμ. .... και .... λογαριασμούς της εταιρείας, που είχαν ανοιχθεί στο όνομά του και του παραδόθηκαν αντίστοιχα οι από 8.7.02 και 11.10.02 επιβεβαιώσεις παραλαβής των ανωτέρω ποσών από την ....., οι από 8.7.02 και 11.10.02 επιστολές βεβαίωσης ετήσιας απόδοσης του κεφαλαίου 6% και τίτλοι μετοχών και γ. ο τρίτος των εγκαλούντων Ξ κατέθεσε το ποσό των 400.000 ΕΥΡΩ με έμβασμα στον υποδειχθέντα λογαριασμό της ... στην τράπεζα DEUTSCHE BANK Φραγκφούρτης για κατάθεση στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό στο όνομά του, ενώ του παραδόθηκαν η από 22.10.02 επιβεβαίωση παραλαβής του ανωτέρω εμβασθέντος ποσού από την ...., επιστολή βεβαίωσης διετούς απόδοσης του κεφαλαίου 7, 1% και αντίστοιχες μετοχές της .... LIMITED. Οι ανωτέρω παραστάσεις ήταν όμως ψευδείς, αφού η αλήθεια είναι ότι οι OFFSHORE εταιρείες .... LIMITED και .... LIMITED, όπως και πλήθος παρόμοιων εταιρειών ήταν δημιουργήματα του α' κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος μέσω αυτών και με τη βοήθεια των ανωτέρω συγκατηγορουμένων του προέβη στην εξαπάτηση των επενδυτών με την προβολή απατηλών επενδυτικών προϊόντων, όπως τα .... FUND, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου, της αντίστοιχης OFFSHORE εταιρείας ... LIMITED, τα οποία ήταν ανύπαρκτα, χωρίς ενσωματωμένο δικαίωμα και χωρίς αντίκρισμα, οι δε τηλεφωνικές γραμμές στο ..., που είχαν δοθεί από την εταιρεία ... στους εγκαλούντες, εκτρέπονταν στα γραφεία της εταιρείας στη ... και οι καθησυχαστικές απαντήσεις του δήθεν Άγγλου BROKER εγένοντο από τους ίδιους τους υπαλλήλους της εταιρείας, η οποία ασφαλώς δεν ήταν φερέγγυα και απαγορευόταν να έχει οποιαδήποτε εμπορική δραστηριότητα στην Ελλάδα, όλα δε τα ανωτέρω παραδοθέντα στους εγκαλούντες έγγραφα ήταν ψευδή και κατασκευασμένα από τους κατηγορουμένους, όπως ψευδή ήταν και τα ενημερωτικά δελτία κίνησης των λογαριασμών τους, που τους απέστειλαν μετά τις ως άνω επενδύσεις τους, ουδέποτε δε οι κατηγορούμενοι επέστρεψαν στους εγκαλούντες τα πιο πάνω ποσά, αλλά τα κατακράτησαν και τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα, επιτυγχάνοντας έτσι τον αρχικό σκοπό τους ν' αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη των εγκαλούντων, που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 14.673, 5 ΕΥΡΩ, οι ίδιοι δε διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, καθώς και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει αφενός σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου έντονη ροπή τους για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους". Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε με αποκλειστικά δικές του σκέψεις, ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και "ειδικότερα από τις ανομωτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων Ζ και Ψ, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και είναι συνημμένα στη δικογραφία, τα οποία λαμβάνονται όλα ανεξαιρέτως υπόψη, σε συνδυασμό με τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, μετά την αποτυχημένη προσπάθειά του το έτος 1995 να εισέλθει και να εδραιωθεί στο ναυτιλιακό χώρο, συνέλαβε σχέδιο παράνομου πλουτισμού του, δια της δημιουργίας απατηλών επενδυτικών προγραμμάτων, τα οποία θα προωθούσε στην ελληνική αγορά, μέσω OFFSHORE Εταιρειών, εξαπατώντας ανυποψίαστους επενδυτές. Προς τούτο το έτος 1996 δημιούργησε αφενός μεν την υπεράκτια (OFFSHORE) εταιρεία .. LIMITED με έδρα.. τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους και με νόμιμο εκπρόσωπο των γραφείων αυτής στην Ελλάδα, του μη ασκήσαντα έφεση, κατηγορούμενο ...., αφετέρου δε την υπεράκτια (OFFSHORE) εταιρεία .... LIMITED με νόμιμο εκπρόσωπο αυτής του .... και έδρα επίσης τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους. Στη συνέχεια, αφού εξασφάλισε για την εταιρεία .... άδεια εγκατάστασης γραφείων αυτής στην Ελλάδα, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας κατά τις διατάξεις των ΑΝ. 89/1967 και ΑΝ 378/1968, με τη ρητή όμως απαγόρευση, η εταιρεία αυτή να μην έχει οποιαδήποτε εμπορική δραστηριότητα στην Ελλάδα, εγκατέστησε και λειτούργησε τα γραφεία της εταιρείας σε πολυτελές κτίριο στην οδό .... στη .... με πολυτελή, ακριβό και σύγχρονο εξοπλισμό. Στη συνέχεια, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, από κοινού με τους νομίμους εκπροσώπους των εταιρειών ... και ..., ... και .... αντίστοιχα, αποφάσισαν να δημιουργήσουν, εισάγουν και να προωθήσουν, με δίκτυο πωλητών στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό χρηματιστηριακό προϊόν, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου, με την ονομασία ... FUND, το οποίο εμφάνισαν ως προϊόν της εταιρείας ... LIMITED, πλην όμως τούτο ήταν στην ουσία ανύπαρκτο. Η προώθησή του στον ελλαδικό χώρο θα γίνονταν, μέσω της εταιρείας ..... (διαχειρίστρια) καίτοι τούτο απαγορευόταν, διότι η ως άνω εταιρεία, είχε μεν άδεια λειτουργίας, όχι όμως και άδεια διαθέσεως του προϊόντος αυτού στο εσωτερικό της χώρας, όπως προαναφέρθηκε. Στα ίδια γραφεία της ... στη ...είχε την έδρα της και η εταιρεία .... LIMITED. Ως στελεχιακό δυναμικό για την προώθηση του ανύπαρκτου αυτού προϊόντος ο Χ1 χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες υπαλλήλων και συνεργατών του, μεταξύ των οποίων ήταν ο προαναφερόμενος ...., ο οποίος συμμετείχε ενεργά και εν γνώσει του στις εν λόγω παράνομες δραστηριότητες και οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι Χ4 και Χ2, βασικά στελέχη της ...., οι οποίοι είχαν αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διάθεση του εν λόγω αμοιβαίου, γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν ανύπαρκτο, καθώς και η Χ3, ανώτερη υπάλληλος (Προϊσταμένη Λογιστηρίου) της ..... Για την καλύτερη προώθηση και διάθεση του αμοιβαίου, ως και για την εισροή πολλών επενδυτών, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι διαμόρφωσαν τα γραφεία της εταιρείας τους καταλλήλως, τοποθετώντας τις απαραίτητες αφίσες και χρησιμοποίησαν πλούσιο και πολυτελές έντυπο διαφημιστικό υλικό με το οποίο ενημέρωναν ψευδούς και εν γνώσει του ψευδώς τους υποψηφίους επενδυτές α) ότι η εταιρεία ... είχε τη δυνατότητα ασκήσεως τραπεζικών εργασιών στο εξωτερικό, ιδιαίτερα δε στον τομέα των αμοιβαίων κεφαλαίων, επενδυτικών οίκων του εξωτερικού, β) ότι είναι οικονομικός κολοσσός με παγκόσμια εμβέλεια, κύρος και τεράστιο κύκλο οικονομικών και επενδυτικών δραστηριοτήτων, κυρίως στο Λονδίνο, διαθέτουσα εξειδικευμένο επιτελείο οικονομικών αναλυτών με πολύχρονη εμπειρία και φήμη, γ) ότι συνεργάζεται με εταιρείες διεθνούς φήμης, μεταξύ των οποίων και η εδρεύουσα στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους εταιρεία .... LIMITED, που είχε αντικείμενο εργασιών τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων και ότι μέσω της .... προωθούσε διεθνές επενδυτικό πρόγραμμα σε αμοιβαία κεφάλαια (FUNDS), όπως το αμοιβαίο ... FUND, που είχε εξασφαλισμένη ετήσια απόδοση 6-12% του επενδυομένου κεφαλαίου, καθόσον ενσωμάτωνε αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία, μεταξύ των οποίων κυρίως ομόλογα του Αμερικανικού Δημοσίου, δ) ότι το κεφάλαιο και η απόδοση του αμοιβαίου αυτού ήταν εξασφαλισμένα με αυτασφάλεια στους LLOYD' S του Λονδίνου, οι Τράπεζες ROYAL BANK OF SCOTLAND και PBS PRIVATE BANK SWITZERLAND λειτουργούσαν ως θεματοφύλακες του εγγυημένου κεφαλαίου και της απόδοσής του και τέλος ότι εξουσιοδοτημένος Broker των LLOYD' S για την αντασφάλεια, αποστέλλει προς τον εκάστοτε επενδυτή επιστολή, με το αυτασφαληστήριο συμβόλαιο, η δε εταιρεία αποστέλλει στους πελάτες - επενδυτές ανά μήνα, ενημερωτικά δελτία, της κινήσεως του επενδυομένου κεφαλαίου. Οι παραπάνω ψευδείς παραστάσεις αποτέλεσαν το περιεχόμενο και των ενημερωτικών συναντήσεων που οργάνωναν με τους υποψήφιους επενδυτές στα πολυτελή γραφεία της εταιρείας, καθώς και σε διάφορα ξενοδοχεία των ...., όπου οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι διαβεβαίωναν τους παρευρισκομένους (υποψήφιους επενδυτές) για το εξασφαλισμένο του κεφαλαίου της συγκεκριμένης επένδυσης, την αποδοτικότητα του προϊόντος τους και τη μηδενικότητα του επενδυτικού ρίσκου, ενώ συγχρόνως επεδείκνυαν το ικανότατο στελεχιακό δυναμικό της επιχειρήσεως (....), καίτοι γνώριζαν ότι το πωλούμενο απ' αυτούς αμοιβαίο κεφάλαιο ήταν στην ουσία του ανύπαρκτο. Περαιτέρω προέκυψε ότι από τις ψευδείς αυτές παραστάσεις των εκκαλούντων - κατηγορουμένων πείστηκαν εκατοντάδες επενδυτές (φυσικά και νομικά πρόσωπα, ιδρύματα, σωματεία, Εκκλησία του Βατικανού κλπ.) με συνέπεια από τις καταθέσεις τους να συγκεντρωθεί το χρηματικό ποσό των 45.500.000 ευρώ, το οποίο καρπώθηκαν οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι. Μεταξύ των παραπάνω επενδυτών που παραπλανήθηκαν από τους κατηγορουμένους και έχασαν τα χρήματά τους ήταν και οι εκκαλούντες, οι οποίοι ενημερώθηκαν για το ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα από τον ασφαλιστή τους ...., με τον οποίο μετέβησαν στα γραφεία της εταιρείας, όπου και πείστηκαν να επενδύσουν τα παρακάτω χρήματα στο ως άνω αμοιβαίο κεφάλαιο της εταιρεία ..... Συγκεκριμένα: α) η πρώτη εγκαλούσα Ζ, περί τα τέλη Ιουνίου 2002, επισκέφθηκε μαζί με τον .... τα γραφεία της ... LIMITED, όπου η εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ3, παρουσιάστηκε ως Διευθύντρια του Λογιστηρίου της εταιρείας, τους έκανε την παρουσίαση του προγράμματος και στις 2-7-2002 η εγκαλούσα παρέδωσε δι' οπισθογραφήσεως τραπεζική επιταγή της ALPHA BANK ποσού 146.735, 15 ευρώ για κατάθεση στον υπ' αριθμ. .... λογαριασμό της εταιρείας που είχε ανοιχθεί στο όνομά της και της παραδόθηκε η από 2-7-2002 επιβεβαίωση παραλαβής της επιταγής αυτής, από την εταιρεία ..... LIMITED, η από 4-7-2002 επιστολή βεβαίωσης ετήσιας αποδόσεως του κεφαλαίου 6% και 21 τίτλοι μετοχών, συνολικής ονομαστικής αξίας αντίστοιχης με το κατατεθέν ποσό. Επίσης στις 29-8-2002, η ίδια επένδυσε και το ποσό των 15.638, 34 ευρώ οπισθογραφώντας και παραδίδοντας στη Χ3 την υπ' αριθμ. ..... τραπεζική επιταγή της ίδιας ως άνω Τράπεζας, β) ο δεύτερος των εγκαλούντων Ψ μετέβη με τον ..... στα γραφεία της εταιρείας .... LIMITED, όπου συνάντησαν τον Χ4, που τους συστήθηκε ως ένας εκ των Διευθυντών της εταιρείας και την Χ3, Προϊσταμένη του Λογιστηρίου, οι οποίοι τον ενημέρωσαν για το επενδυτικό πρόγραμμα της ... και με τους ανωτέρω όρους επένδυσε στο ως άνω ανύπαρκτο αμοιβαίο κεφάλαιο στις 8-7-2002 και 11-10-2002 τα ποσά των 30.000 ευρώ και 15.000 ευρώ αντίστοιχα, παραδίδοντας ισόποσες τραπεζικές επιταγές για κατάθεση αντίστοιχα στους υπ' αριθμ. ..... και .... λογαριασμούς της εταιρείας, που είχαν ανοιχθεί στο όνομά του και του παραδόθηκαν αντίστοιχα οι από 8-7-2002 και 11-10-2002 επιστολές ετήσιας αποδόσεως του κεφαλαίου 6% και τίτλοι μετοχών και γ) ο τρίτος των εγκαλούντων Ξ, το μήνα Οκτώβριο του 2002 μετέβη με τον .... στα γραφεία της εταιρείας ..... LIMITED, όπου τον ενημέρωσαν για το απατηλό επενδυτικό πρόγραμμα ο Χ2 ως Διευθυντής Πωλήσεων αυτής και η Χ3 ως Προϊσταμένου του Λογιστηρίου και με τους ανωτέρω όρους επένδυσε και αυτός στις 22-10-2002 το ποσό των 400.000 ευρώ, καταθέτοντας αυτό με έμβασμα στον υποδειχθέντα λογαριασμό της ... στην τράπεζα DEUTSCHE BANK Φραγκφούρτης, για κατάθεση στον υπ' αριθμ. .... λογαριασμό στο όνομά του, ενώ του παραδόθηκαν η από 22-10-2002 επιβεβαίωση παραλαβής του ανωτέρω εμβασθέντος ποσού από την .... LIMITED, επιστολή βεβαίωσης διετούς αποδόσεως του κεφαλαίου με 7, 1% και αντίστοιχες μετοχές της εταιρείας .... LIMITED. Αρχικά οι εγκαλούντες έλαβαν μηνιαίες καταστάσεις των λογαριασμών τους, στις οποίες αναφέρονταν τα ποσά της επενδύσεως και οι υποσχεθείσες αποδόσεις των κεφαλαίων, στη συνέχεια όμως και ενώ ανέμεναν την παράδοση των σχετικών πιστοποιητικών από τους LLOYD' S του Λονδίνου και την παράδοση των ασφαλιστήριων, τον Ιανουάριο του 2003, οι κατηγορούμενοι έκλεισαν τα γραφεία της εταιρείας στη .... και εξαφανίστηκαν, ιδιοποιούμενοι παράνομα τα χρήματα των επενδυτών, τα οποία δεν έχουν αποδώσει μέχρι σήμερα, αρχές δε Φεβρουαρίου του 2003 δημοσιεύτηκαν τα πρώτα στοιχεία της τεράστιας απάτης που έστησε ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος με τη βοήθεια των παραπάνω συνεργατών και συγκατηγορουμένων του. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, οι υπεράκτιες (OFF SHORE) εταιρείες .... LIMITED και .... LIMITED, οι οποίες είχαν στην ουσία ανύπαρκτη επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού είχαν συσταθεί κατ' επίφαση, βάσει των νόμων των Βρετανικών Παρθένων Νήσων, ήταν δημιουργήματα του πρώτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος μέσω αυτών προέβη, με την ενεργό συμμετοχή των ως άνω συγκατηγορουμένων του στην εξαπάτηση των επενδυτών με την προβολή απατηλών επενδυτικών προϊόντων, όπως το .... FUND, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου, της αντίστοιχης εταιρείας ... LIMITED, το οποίο ήταν ανύπαρκτο, χωρίς ενσωματωμένο δικαίωμα και χωρίς αντίκρυσμα. Επίσης όλα τα ανωτέρω παραδοθέντα στους εγκαλούντες έγγραφα ήταν ψευδή και κατασκευασμένα από τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους, οι δε τηλεφωνικές γραμμές στο ..., που είχαν δοθεί από την εταιρεία .... LIMITED στους εγκαλούντες, εκτρέπονταν όλες στα γραφεία της εταιρείας στη .... και οι καθησυχαστικές απαντήσεις του δήθεν Άγγλου Broker, εγένοντο από τους ίδιους τους υπαλλήλους της εταιρείας, η οποία ασφαλώς δεν ήταν φερέγγυα και απαγορευόταν να έχει οποιαδήποτε δραστηριότητα στην Ελλάδα. Ακόμη ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος, ο οποίος δημιούργησε και πολλές άλλες εταιρείες υπεράκτιες και μη, προς εξυπηρέτηση του ίδιου εγκληματικού σκοπού, όπως τις DEAL F.X. AE, THPEA AE, NATIONAL ENERGY AE, τη χρηματιστηριακή TALADIAN ΑΕΛΔΕ, αφού άνοιξε δεκάδες λογαριασμούς, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, κατάφερε να δημιουργήσει ένα δαιδαλώδες εντυπωσιακό δίκτυο, μέσω του οποίου τα χρήματα των επενδυτών κατέληγαν στα θυλάκια αυτού και των ως άνω συνεργατών του. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αβίαστα, από τις καταθέσεις των εγκαλούντων, τα έγγραφα που προσκόμισαν, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ..., .... και ....., ιδίως δε από την από 27-4-2004 πορισματική αναφορά υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, στην οποία γίνεται λεπτομερής ανάλυση του τρόπου δράσεως και της εμπλοκής των εκκαλούντων - κατηγορουμένων στη διωκόμενη αξιόποινη πράξη της εξακολουθητικής και κατά συρροή απάτης, από την οποία το συνολικό όφελος των δραστών και η αντίστοιχη ζημία των παθόντων (εκκαλούντων) υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, την οποία τέλεσαν από κοινού, μάλιστα δε ενεργούντες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια έχοντας ριζωμένη τη ροπή προς τις απάτες, διαμορφωμένη δε υποδομή και ετοιμότητα διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων, ήτοι με τον προεκτεθέντα οργανωμένο, συστηματικό, επιτήδειο και αριστοτεχνικό τρόπο σε βάρος εκατοντάδων ανυποψίαστων επενδυτών, μεταξύ των οποίων και οι εγκαλούντες. Το γεγονός δε ότι: α) προκειμένου να ανεύρουν χρήματα για να ικανοποιήσουν τους πελάτες του ανύπαρκτου αμοιβαίου ... FUND (οι οποίοι είχαν αρχίσει να πιέζουν για τη ρευστοποίηση των επενδύσεών τους) προσπάθησαν να διαθέσουν στην αγορά με τον ίδιο τρόπο, άλλο ανύπαρκτο χρηματοοικονομικό προϊόν, με την ονομασία ..., εξαπατώντας τους επενδυτές, β) ότι ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος ίδρυσε στις 13-1-2003 την εταιρεία "NATIONAL ENERGY AE", προκειμένου με την ενεργό συμμετοχή των ως άνω συνεργατών του να υφυπάρξει τα χρήματα των ανυποψίαστων επενδυτών, με τον ίδιο τρόπο που είχε χρησιμοποιήσει για τα ανωτέρω ανύπαρκτα χρημοτοοικονομικά προϊόντα...., .... FUND και ... (βλ. πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ), μαρτυρεί εμμονή και έντονη ροπή αυτών στην παραπάνω εγκληματική δράση, αναμφίβολα κατ' επάγγελμα προς πορισμό εισοδήματος. Άλλωστε οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι, όχι μόνο είχαν πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της απάτης σε βάρος των επενδυτών, όπως πράγματι προκύπτει από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, αλλά και επιχειρούσαν πράγματι επαναληπτικά τέτοιες πράξεις, όπως προκύπτει και από το ότι είχαν ασκηθεί σε βάρος τους ποινικές διώξεις για παρόμοιες με τη διωκόμενη πράξεις, σχετιζόμενες με τις δραστηριότητες της εταιρείας HEDLEY, για τις οποίες και είχαν απαγγελθεί σε βάρος τους σχετικές κατηγορίες. Βέβαια οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία, ισχυριζόμενοι ότι αγνοούσαν τις παράνομες δραστηριότητες της εταιρείας. Ειδικότερα: 1) Ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1 διατείνεται ότι στην εταιρεία προσλήφθηκε από τον .... ως απλός υπάλληλος (οικονομικός σύμβουλος) με σύμβαση παροχής υπηρεσιών αορίστου χρόνου, ότι ουδέποτε αυτός παρέστησε στους εγκαλούντες ψευδή ως αληθή γεγονότα, ότι οι επενδυτές επένδυσαν τα χρήματά τους στο αμοιβαίο, αναλαμβάνοντας οι ίδιοι τον κίνδυνο απωλείας τους και τέλος, ότι πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ είναι άκυρη, σύμφωνα με τον ΚΠΔ και τις συμβάσεις ΕΣΔΑ και ΔΣΑΠΔ. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν προκύπτει με σαφήνεια, ότι αυτός ήταν ο εγκέφαλος και ο κύριος διοργανωτής της τεράστιας απάτης σε βάρος των επενδυτών, αλλά για να καλύπτεται και να μπορεί άνετα να διαφεύγει τους κινδύνους που γνώριζε ότι δημιούργησαν οι απατηλές πράξεις του, δημιούργησε και στελέχωσε τις εταιρείες ... και .... με πρόσωπα της απολύτου εμπιστοσύνης του, διοικούσε (διοικητικά - οικονομικά) αυτές στην πραγματικότητα, ενώ ως εικονικούς εκπροσώπους αυτών τοποθέτησε στην ... τον .... και στην ... την συγκατηγορούμενη Χ3. Συνεπώς η επικαλουμένη πρόσληψή του στην εταιρεία, ως απλού υπαλλήλου είναι προφανώς εικονική. Είναι αλήθεια ότι στα αμοιβαία κεφάλαια ο επενδυτής κινδυνεύει να χάσει τα χρήματά του, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο (ρίσκο) της επενδύσεώς του. Αυτό όμως συμβαίνει στα υπαρκτά και όχι στα ανύπαρκτα αμοιβαία κεφάλαια, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Για να διασκεδάσει δε τους δισταγμούς των επενδυτών, παρουσιάζοντας το συγκεκριμένο αμοιβαίο ως υπαρκτό, επένδυσε και ο ίδιος στο αμοιβαίο αυτό κεφάλαιο, με λίγα βέβαια χρήματα, ώστε μελλοντικά να εμφανιστεί και ο ίδιος ως θύμα απάτης, την οποία διέπραξαν δήθεν οι άλλοι. Τέλος, οι πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ συσχετίστηκαν στην παρούσα δικογραφία, από άλλη και συνεπώς λαμβάνονται υπόψη και αξιολογούνται ως έγγραφα, μετά των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων (άρθρα 177, 178, 179 ΚΠΔ), εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους, απορριπτομένου του ισχυρισμού περί ακυρότητας αυτών. 2) Οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3, ισχυρίζοντες ότι ήταν απλώς υπάλληλοι της εταιρείας από την οποία μάλιστα ο πρώτος Χ2 αποχώρησε τον Ιούλιο του 2002 και ότι αγνοούσαν τότε την πραγματικότητα, ως προς την αληθινή δραστηριότητα των εμπλεκομένων εταιρειών και την ανυπαρξία επενδυτικού κεφαλαίου. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν κρίνονται πειστικοί, διότι όπως προεκτέθηκε και σύμφωνα με την εμπεριστατωμένη έρευνα που διενήργησαν οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ (βλ. από 27-4-2004 αναφορά) οι Χ2 και η Χ3 ήταν υψηλόβαθμα στελέχη του υπαλληλικού προσωπικού της .... και συγκεκριμένα ο μεν Χ2 ήταν Διευθυντής Πωλήσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου και μετείχε στις συστάσεις των OFFSHORE εταιρειών του Χ1 που προαναφέρθηκαν, η δε Χ3 ήταν Προϊσταμένη του Λογιστηρίου αυτής. Οι ανωτέρω εμφανίζονταν στους επενδυτές, όπως και στους εγκαλούντες ως Διευθυντές της εταιρείας και προωθούσαν ενεργά τα ως άνω ανύπαρκτα αμοιβαία της ..., με σκοπό να παρασύρουν τους εγκαλούντες (και τους λοιπούς επενδυτές) σε τοποθετήσεις χρημάτων, που μέσω προδιαγεγραμμένων απατηλών μεθοδεύσεων και μηχανισμών που αυτοί γνώριζαν και ενεργά συμμετείχαν, θα κατέληγαν με βεβαιότητα σε τραπεζικούς λογαριασμούς του Χ1, αλλά και των ιδίων. Επίσης η εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ3, υπέγραφε για λογαριασμό της ... ευχαριστήριες επιστολές προς τους επενδυτές και προέβη στο άνοιγμα λογαριασμών στην Τράπεζα Κύπρου, με δικαιούχο την ως άνω εταιρεία, εμφανιζόμενη ως εκπρόσωπος αυτής, κατά δε τους ισχυρισμούς του συγκατηγορουμένου της (μη ασκήσαντος έφεση) .... είχε ορισθεί νόμιμη εκπρόσωπος της ....., δυνάμει του από 6-9-1999 ειδικού πληρεξουσίου της εταιρείας προς αυτήν. Όπως δε προαναφέρθηκε, η εν λόγω εκκαλούσα - κατηγορούμενη παρέλαβε στις 29-8-2002 τη δεύτερη επιταγή με το ποσό των 15.638, 34 ευρώ της επένδυσης από την εγκαλούσα Ζ, 3) Ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ4 διατείνεται ότι η εταιρεία TALADIAN ΑΕΛΔΕ, της οποίας είναι κύριος μέτοχος, ουδεμία σχέση έχει με την ... και ότι ο ίδιος αγνοούσε πλήρως την απατηλή δραστηριότητα των εταιρειών του Χ1. Και οι ισχυρισμοί αυτοί δεν κρίνονται πειστικοί διότι προέκυψε ότι η εταιρεία TALADIAN ΑΕΛΔΕ, ιδρύθηκε από τον Χ1 με μετόχους την εταιρεία ..., συμφερόντων του ιδίου με 4.500 μετοχές και τον Χ4 με 1.500 μετοχές και έδρα στη ..., επί της οδού ...., όπου είχαν την έδρα τους οι εταιρείες .... LIMITED και .... LIMITED. Η εταιρεία αυτή συστήθηκε, όπως και η εταιρεία DEAL για την εξαγορά της εταιρείας ΑΛΥΣΙΔΑ ΑΕΒΕ, μέσω της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ και είχε ως εκπρόσωπο τον Χ4. Ο εγκαλών Ψ αναφέρει στην έγκλησή του ότι ο Χ4 και η Χ3 τον παρέπεισαν να επενδύσει τα προαναφερόμενα ποσά στο αμοιβαίο της ....., όπως έπρατταν και με άλλους επενδυτές. Έπραξαν δε τούτο, με σκοπό να βλάψουν την περιουσία του Ψ με ζημία άνω των 15.000 ευρώ και να προσπορίσουν όφελος στον Χ1 και στον εαυτό τους. Την αύξηση δε του κεφαλαίου της TALADIAN ΑΕΛΔΕ, σε 60.000.000 δραχμές, από χρήματα αποκλειστικά των επενδυτών της ...., και .... αποφάσισαν από κοινού ο Χ1 και ο Χ4, ο οποίος συνεπώς δεν ήταν απλός υπάλληλος της ..., αλλά γνώριζε όλες τις παράνομες δραστηριότητες αυτής, καθώς και της εταιρείας TALADIAN ΑΕΛΔΕ, την οποία και εκπροσωπούσε. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών και σκέψεων, το παρόν Συμβούλιο κατά πλειοψηφία κρίνει ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία, σε βάρος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων για την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της από κοινού κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή (άρθρο 386 παρ. 1 και 3α, όπως η παρ. 3 αντικ. από το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, 94 παρ. 1, 98 παρ. 1 ΠΚ), για την οποία παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για κακουργήματα) με το εκκαλούμενο βούλευμα, το οποίο ορθά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και εφάρμοσε το νόμο ...". Κατά του βουλεύματος αυτού βάλλουν οι κατηγορούμενοι με τις υπό κρίση αναιρέσεις και προβάλλουν ο μεν Χ1 ότι: α) δεν περιέχει σαφή και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής του, διότι αυτά που δέχεται (και αναφέρει ο αναιρεσείων) αποτελούν αντιγραφή του κατηγορητηρίου και του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, και έτσι δεν υπήρξε δευτεροβάθμια κρίση, β) οι παραδοχές του είναι ασαφείς και ελλιπείς ενόψει των στοιχείων της δικογραφίας και του περιεχομένου του προς τον ανακριτή υπομνήματός του, γ) δεν αξιολογεί τα έγγραφα που μνημονεύονται στην έφεσή του και στο προς τον ανακριτή υπόμνημά του, η Χ3 ότι: α) πάσχει απόλυτη ακυρότητα διότι έλαβε υπόψη πέντε ένορκες καταθέσεις που έδωσε στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης του ΣΔΟΕ που περιέχονται στην από 27-4-2004 πορισματική αναφορά του .... (σελίδες 44 έως 49 αυτής), β) δεν αναφέρει - σε σχέση με τη γνώση των φερομένων ψευδών παραστάσεων - πραγματικά περιστατικά, αλλά στηρίζεται αποκλειστικά στην άνω πορισματική αναφορά, γ) δεν αναφέρει σε τι συνίσταται η παρουσίαση και οι δικές της ψευδείς παραστάσεις, δ) δεν αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα υπεράσπισης, ειδικά δε το από 15-12-2004 τελικό πόρισμα, ε) δεν αιτιολογεί την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση στο πρόσωπό της, στ) έχει έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων που φέρεται, ότι τέλεσε και της περιουσιακής διάθεσης. Εξάλλου οι παραδοχές του - σε σχέση με αυτήν - αντίκειται στην πραγματικότητα, συναλλακτικά ήθη και διδάγματα της κοινής πείρας, αφού πρόκειται για συνηθισμένες υπηρεσίες ενός υπαλλήλου και ο Χ2ότι: α) δεν περιέχει αιτιολογία σε σχέση με τη γνώση του, δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα υπεράσπισης του και τα αναφερόμενα στην έφεση και το υπόμνημά του επ' αυτής, που περιέχουν τους αθωωτικούς ισχυρισμούς του, περιέχει ελλειπείς, ασαφείς και αόριστες αιτιολογίες σε σχέση με την κατ' επάγγελμα - κατά συνήθεια τέλεση που δεν θεμελιώνονται σε πραγματικά περιστατικά, που να προκύπτουν από αποδεικτικά μέσα αλλά είναι αυθαίρετα συμπεράσματα και έτσι εσφαλμένα εφαρμόζει το άρθρο 13 περ. στ' ΠΚ, παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητάς του, έδει να δεχθεί την άποψη της μειοψηφίας ή απλή συμμετοχή του και όχι συναυτουργία. Ενόψει τούτων πρέπει να ερευνηθούν στην ουσία τους οι αναιρέσεις αυτές. ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 386§1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται για απάτη. Κατά την §3 του αυτού άρθρου - όπως αντικ. αρχικά με το άρθρο 1§11 Ν. 2408/96 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 Ν.2721/99 - "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ". Επομένως, η κάθε μία από τις τρεις αυτές επιβαρυντικές περιπτώσεις είναι αυτοτελής και αρκεί για τον χαρακτηρισμό του εγκλήματος ως κακουργήματος, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι συντρέχει το βασικό έγκλημα της απάτης της §1. Για τη στοιχειοθέτηση της βασικής διάταξης της απάτης, δηλ. της §1 του άρθρου 1386 ΠΚ, απαιτείται παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία - ως συνέπεια δηλ. - επέρχεται (ή διατηρείται) πλάνη σε άλλον, από την οποία (πλάνη) ο άλλος (πείθεται και) προβαίνει σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, η οποία συνιστά διάθεση περιουσίας και από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του άλλου ή τρίτου, ο δε υπαίτιος ενεργεί και με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο αποτελεί το αντίστοιχο της περιουσιακής ζημίας, δηλ. να προέρχεται από την άνω περιουσιακή ζημία, χωρίς όμως να απαιτείται και να ταυτίζεται προς αυτή - πρβλ. Χωραφά, Ποινικό Δίκαιο (1978), σελ. 268 σημ. 4, Μπουρόπουλο Ερμ. ΠΚ, τομ. γ, σελ. 69επ, ΑΠ 760/2000, ΑΠ 353/64, ΑΠ 2264/2003. Η πράξη της απάτης μπορεί να τελεσθεί και κατά συναυτουργία, η δε δράση των συναυτουργών μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική (βλ. ΑΠ 1787/85 ΠΧρ ΛΣΤ 349, ΑΠ 1699/85, ΠΧρΛΣΤ 335 κ.ά.). Στην περίπτωση μάλιστα της συναυτουργίας δεν απαιτείται και ειδικότερη αιτιολογία περί του τρόπου συμμετοχής εκάστου συναυτουργού (βλ. ΑΠ 166/2000, ΑΠ 1609/99, ΑΠ 1693/2001, ΑΠ 1944/2003, ΑΠ 150/2000 κ.ά.). Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' ΠΚ - που προστέθηκε με το άρθρο 1§1 ν. 2408/96 - "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη". Από τη διάταξη προκύπτει ότι για την κατ' επάγγελμα τέλεση απαιτείται να συντρέχει είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξης (αντικειμενικό στοιχείο) από την οποία προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος είτε υποδομή (αντικειμενικό στοιχείο) που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση (δεν απαιτείται δηλ. επανειλημμένη τέλεση) επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (υποκειμενικό στοιχείο που προκύπτει από το άνω αντικειμενικό στοιχείο), με σκοπό πορισμού εισοδήματος, έστω και αν ο δράστης τελεί άπαξ την πράξη, η οποία έτσι εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της υποδομής (πρβλ. ΑΠ 382/2006, ΑΠ 1539/2003, ΑΠ 5/2001, ΑΠ 2014/2001, ΑΠ 1277/99, ΑΠ 1104/99, ΑΠ 1796/99, ΑΠ 680/2000, ΑΠ 372/2000, ΑΠ 692/2000 κ.α). Δεν αρκεί επομένως τέλεση ενός εγκλήματος π.χ. απάτης μια φορά, έστω και αν είναι αριστοτεχνικά σχεδιασμένη. Απαιτείται υποδομή που έγινε με σκοπό κατ' επανάληψη τέλεση της πράξης. Απαιτείται δηλ. οργανωμένη ετοιμότητα χωρίς να απαιτείται όπως αυτή έχει εκδηλωθεί με προγενέστερες καταδίκες. Η υποδομή να είναι το μέσο ή ο τρόπος τελέσεως του οικείου εγκλήματος. Αρκεί προφανώς προς τούτο μεθοδευμένη δραστηριότητα που χρησιμοποιείται για την τέλεση της πράξης (πρβλ. ΑΠ 1651/2002). Μπορεί να προκύπτει και από άλλα περιστατικά της ζωής του δράστη ή από την εν γένει προσωπικότητά του. Αρκεί, όπως ελέχθη, η σταθερή ροπή να είναι χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση σημαίνει τέλεση του αυτού εγκλήματος τουλάχιστον δύο φορές - χωρίς όμως να απαιτείται όπως υπάρχουν και προηγούμενες καταδίκες (βλ. ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 157/2002, ΑΠ 372/2002, ΑΠ 1854/2001 κ.α.). Έτσι αρκεί η τέλεση κατ' εξακολούθηση, αφού κατ' εξακολούθηση έγκλημα αποτελεί περίπτωση πραγματικής ομοειδούς συρροής - βλ. ΑΠ 40/2003, ΑΠ 1303/2003, ΑΠ 1307/2002, ΑΠ 157/2002, ΑΠ 265/2001 κ.α.). Κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης (αντικειμενικό στοιχείο) προκύπτει ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη η σταθερή ροπή αυτού προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος (σχετ. ΑΠ 151/2001). Δεν αρκεί επομένως η επανειλημμένη τέλεση αλλά η επανειλημμένη τέλεση πρέπει να αποτελεί απόρροια της σταθερής ροπής του δράστη ως στοιχείου της προσωπικότητάς του (πρβλ. ΑΠ 789/99). Και εδώ δεν απαιτείται να υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες για το αυτό έγκλημα - πρβλ. ΑΠ 889/98 κ.α. Ο σκοπός πορισμού εισοδήματος και η ροπή του δράστη αποδεικνύονται κυρίως όταν υπάρχει και χρονική εγγύτητα και λειτουργική συνέχεια των πράξεων. Ο σκοπός αυτός είναι κάτι το διάφορο από την απαξία του οικείου εγκλήματος στο οποίο περιέχεται αντίστοιχος σκοπός, αφού χωρίς τον τελευταίο δεν υπάρχει έγκλημα. Απαιτείται να πρόκειται για όφελος προς βιοπορισμό (πρβλ. ΑΠ 447/96). Για την επιβαρυντική περίπτωση της §3 των άρθρων 386 και 216 ΠΚ αρκεί το κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά μπορεί να συντρέχουν αμφότερα. (πρβλ. ΑΠ 184/2002). Εάν, επομένως, συντρέχει το ένα εξ αυτών που είναι και ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένο, αλλά το συμβούλιο στηρίζει την παραπομπή σε αμφότερα, τότε δεν έχει ο κατηγορούμενος έννομο συμφέρον, αφού υπάρχει ούτως ή άλλως η κακουργηματική μορφή του εγκλήματος και η τυχόν (μη αιτιολογημένη) και αλλού έχει σημασία για την ποινή, δηλ. στο ακροατήριο - βλ. ΑΠ 1244/84, πρβλ. και ΑΠ 265/2001 και ΑΠ 1329/83 (που εφήρμοσαν τ' ανωτέρω και πρβλ. ΑΠ 602/84 επί αποφάσεως). Η αιτιολογία, η ειδική και εμπεριστατωμένη, απαιτείται και για τις επιβαρυντικές περιπτώσεις που συνιστούν νομικές έννοιες. Προς τούτο δεν αρκεί η απλή αναφορά των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε το έγκλημα και η τυπική χρήση των οικείων όρων των επιβαρυντικών περιστάσεων αλλά απαιτείται να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, συγκροτούν τις γενόμενες δεκτές επιβαρυντικές περιπτώσεις ΑΠ 766/2000, ΑΠ 460/2007, ΑΠ 864/2000, ΑΠ 478/2000, ΑΠ 2120/2005, ΑΠ 301/2001, ΑΠ 188/2001, πρβλ. ΑΠ 1640/2001, ΑΠ 397/2001, ΑΠ 974/2006 κ.α. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93§3 Συντ. και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στη διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές, επαρκείς) ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο - βλ. ΑΠ 1698/2007, ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 1573/2007, ΑΠ 1459/2004 κ.α. Η αιτιολογία του βουλεύματος συμπληρώνεται και για το δευτεροβάθμιο, όταν με αυτό επικυρώνεται το πρωτοβάθμιο - βλ. ΑΠ 429/86. Δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) η χωριστή αναφορά καθεμίας από αυτές σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από κάθε μία, αλλά αρκεί η γενική αναφορά τους στο συνοδό του είδους τους - ΑΠ 2/2003 Ολ., ΑΠ 1999/2006, ΑΠ 1371/2006, ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 48/2007, ΑΠ 661/2001, ΑΠ 1462/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 428/2002 κ.α., από την οποία (αναφορά του είδους τους) προκύπτει κατά κανόνα ότι εκτιμήθησαν όλες (οι αποδείξεις). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα σε σχέση με τις παραδοχές του βουλεύματος, θεωρεί δηλ. ο Άρειος Πάγος ότι αυτά που δέχθηκε το βούλευμα ότι προέκυψαν, αυτά όντως προέκυψαν και δεν μπορεί να ελέγχει εάν και πράγματι προέκυψαν, αφού αυτά προϋποθέτουν έλεγχο της ουσίας της υπόθεσης, στην οποία δεν μπορεί να προβεί, αφού δεν είναι δικαστήριο ουσίας. Ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκτίμηση των αποδείξεων, που ανήκει αποκλειστικά στο συμβούλιο της ουσίας. Έτσι, δεν μπορεί να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα τα οποία δεν δέχθηκε κλπ. Η αναίρεση είναι το κατεξοχήν "νομικό" έκτακτο ένδικο μέσο με το οποίο πλήττεται η απόφαση - βούλευμα για νομικά σφάλματα, "δικάζει την απόφαση, την ορθότητα του σχετικού νομικού συλλογισμού, ελέγχει" και όχι το πραγματικό μέρος, το οποίο κρίθηκε ήδη τελειωτικά από το δικαστήριο ουσίας. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου αρχίζει αφού σημείου ο δικαστής της ουσίας δέχθηκε αυτά που αναφέρει ως αποδειχθέντα. Έτσι η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά λόγον αναίρεσης βλ. ΑΠ 2203/2006, ΑΠ 2078/2005, ή όταν επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων - βλ. ΑΠ 829/2006, ΑΠ 1280/82, ΑΠ 474/2001, ΑΠ 1380/2002, ΑΠ 1138/2002. Επίσης η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η παράλειψη αναγραφής της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης -ΑΠ 1/2005 Ολ., ΑΠ 501/2006, ΑΠ 567/2006 - αφού η αξιολόγηση και σύγκριση λαμβάνει χώρα δια της εκθέσεως των πραγματικών περιστατικών. Επίσης, η παράλειψη αναφοράς της δικαιολογήσεως περί της αξιοπιστίας των αποδεικτικών μέσων από τα οποία έγιναν αποδεκτά τα αναφερόμενα ή γιατί δεν έγιναν δεκτά άλλα που απορρέουν από συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα κλπ. βλ. ΑΠ 2199/2006, ΑΠ 474/2001 κ.α., δηλ. επί παντός που άπτεται της ουσιαστικής εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων. Έτσι ειδική αιτιολογία δεν απαιτείται για απάντηση σε πραγματικά επιχειρήματα ή άρνηση της κατηγορίας - βλ. ΑΠ 548/89, ΑΠ 85/82, ΑΠ 886/78, ΑΠ 1709/90, ΑΠ 1617/85, ΑΠ 1187/88, ΑΠ 1281/85, ΑΠ 210/84 κ.α., Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία, τόμ. γ (1977), σελ. 326, ούτε να αναφέρεται από ποιο ή ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή - πρβλ. ΑΠ 2200/2007, ΑΠ 286/2006 κ.ά. Να σημειωθεί εδώ ότι το υπόμνημα δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο, ούτε έγγραφο βλ. ΑΠ 896/2001, ΑΠ 100/2004. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος - που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος - ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση ΑΠ 9/2001 Ολ., ΑΠ 2/2000 Ολ., βλ. ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 1573/2007, ΑΠ 661/2001 - που να στηριχθεί η ορθή εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού ποινικού νόμου. Στη περίπτωση δηλ. αυτή δεν καθίσταται δυνατόν να διαπιστωθεί ποια πραγματικά περιστατικά απεδείχθησαν και έγιναν δεκτά από το συμβούλιο. Εξάλλου την απόφαση στηρίζει η κρίση της πλειοψηφίας και αυτής οι παραδοχές ελέγχονται - βλ. ΑΠ 906/2001, ΑΠ 1595/2004, ΑΠ 954/2006 κ.ά. Τέλος, η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο με αυτά που προέκυψαν κατά το πρωτόδικο βούλευμα και το δευτεροβάθμιο δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού όντως αυτά τα περιστατικά προέκυψαν - πρβλ. ΑΠ 380/2006, ΑΠ 719/2006 κ.ά. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 105 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 31§2 ιδίου Κώδικος, η ένορκη ή ανωμοτί εξέταση ως μάρτυρα του μετέπειτα κατηγορουμένου, που ελήφθη κατά την προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση, δεν μπορεί να εκτιμηθεί, τυχόν δε αξιοποίησή της συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα - 17§1 περ. δ' ΚΠΔ, 6§1 ΕυρΣΔΑ, 14 Ν. 2462/97, βλ. και ΑΠ 2/99 Ολ., ΑΠ 1589/2005, ΑΠ 129/2006, ΑΠ 622/2003, ΑΠ 90/2006 κ.ά.- πλην, όμως, τ' ανωτέρω, όπως καθίσταται σαφές, αναφέρεται στην αξιοποίηση - εκτίμηση - αξιολόγηση αυτής ταύτης της μαρτυρικής καταθέσεως ως τοιαύτης. Δεν αναφέρεται στην αξιοποίηση - εκτίμηση - αξιολόγηση ενός πορίσματος, το οποίο εκτίμησε αυτή, διότι το τελευταίο πρόκειται για αυτοτελές και ανεξάρτητο αποδεικτικό μέσο και δη ως έγγραφο από την μαρτυρική κατάθεση - πρβλ ΑΠ 403/2008. Άλλωστε το πόρισμα είναι έγγραφο που περιέχει εκτιμήσεις κλπ. του συντάξαντος αυτό και δη χωρίς δεσμευτικότητα. Και όχι μόνον αυτό, πρέπει η μαρτυρική αυτή κατάθεση να δόθηκε κατά τη διάρκεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης και δη για την υπόθεση που διεξάγεται αυτή (βλ. ΑΠ 34/2003, ΑΠ 458/2004, ΑΠ 1918/2001). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν σε σχέση με την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος (της απάτης), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις - λόγους για τους οποίους αυτά (περιστατικά) υπάγονται και υπήχθησαν ορθά στις διατάξεις των άρθρων 386, 13 περ. στ', 98 ΠΚ, αφού δέχεται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά ότι οι αναιρεσείοντες από κοινού ενεργούντες, με σκοπό να περιποιήσουν στους εαυτούς τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη άλλων, παρέστησαν ψευδή γεγονότα σαν αληθινά - τα οποία και αναφέρει - εν γνώσει του ψεύδους στους εγκαλούντες, οι οποίοι πείστηκαν σ' αυτά και τους κατέβαλαν τα αναφερόμενα χρήματα, προκειμένου να επενδυθούν για λογαριασμό τους, τα οποία ιδιοποιήθησαν παρανόμως, με αντίστοιχη ζημία αυτών, η οποία υπερβαίνει και μάλιστα για τον καθένα από αυτούς το ποσό των 15.000 ευρώ. Ειδικότερα, δε, δέχεται, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν την απάτη από κοινού, ήτοι παρέστησαν από κοινού τα ψευδή γεγονότα σαν αληθή και με σκοπό να περιποιήσουν στους εαυτούς τους παράνομον περιουσιακόν όφελος, αναφέρει δε και πως συνέβη αυτό. Τέλος, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν κατ' εξακολούθηση την πράξη της απάτης υπό την έννοια της τελέσεως αυτοτελώς για κάθε εγκαλούντα - παθόντα και ότι τέλεσαν όλοι αυτή κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, όπως τούτο προκύπτει από την επανειλημμένη τέλεση αυτής και τη διαμορφωμένη υποδομή (δηλ. διαμόρφωση γραφείων, δημιουργία αφισών, εντύπων) - από τα οποία προκύπτει ετοιμότητα διάπραξης και άλλων τέτοιων εγκλημάτων, (τα οποία μάλιστα και τέλεσαν και έχουν απαγγελθεί κατ' αυτών κατηγορίες) και σκοπός τέλεσης αυτών για πορισμό εισοδήματος και από πρόσωπα που έχουν εμμονή και έντονη και ριζωμένη ροπή στην τέλεση αυτών ως στοιχεία της προσωπικότητάς τους. Έτσι, όλοι οι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και, όσοι άπτονται της φερομένης εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, απαράδεκτοι. Ειδικότερα, δε σε σχέση με την αναφερομένη απόλυτη ακυρότητα είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος όχι μόνο διότι το συμβούλιο απάντησε επ' αυτού αλλά και διότι απάντησε και ορθά - νόμιμα, όπως ελέχθη. Σε σχέση δε με τα λεγόμενα περί μη λήψεως υπόψη των αποδεικτικών μέσων υπεράσπισης, ο λόγος είναι και αόριστος αλλά και αβάσιμος (αφού αναφέρεται ρητά ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα) και απαράδεκτος, αφού άπτεται του τρόπου της αξιολόγησης αυτών. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω όπως απορριφθούν οι υπ' αριθμ. 241, 222 και 215/2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1, Χ3 και Χ2 κατά του υπ' αριθμ. 1807/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτών. Αθήνα, 26-5-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής". Β) Η με αριθμό 286Α/27.5.2008 συμπληρωματική εισαγγελική πρόταση: "Ι) Σε συνέχεια της από 6-12-2007 έγγραφης πρότασής μας που αναφέρεται στις υπ'αριθμ. 241/2007, 222/2007, 215/2007 αναίρεσης των Χ1, Χ2 και Χ3 κατά του υπ'αριθμ. 1807/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εισάγουμε και την υπ'αριθμ. 260/2007 αίτηση αναίρεσης κατά του αυτού βουλεύματος του Χ4 και εκθέτουμε τα εξής: Με το άνω βούλευμα απερρίφθη και η υπ'αριθμ. 293/2006 έφεση του Χ4 κατά του 2088/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο είχε παραπεμφθεί και αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως από κοινού απάτης κατεξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτη κατεπάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Το άνω βούλευμα του συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε στον ανωτέρω Χ4 στις 5-11-2007 (βλ. το από 5-11-2007 αποδεικτικό της επιμελήτριας ....) στον ίδιο με θυροκόλληση και κατ'αυτού άσκησε ο ίδιος στις 15-11-2007 ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών των υπ'αριθμ. 260/2007 έκθεση αναίρεσης προβάλλων ως λόγους αναίρεσης: 'Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη-ερμηνεία εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και δη διότι το αιτιολογικό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου και του παραπεμπτικού βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών και διότι οι παραδοχές του δεν ερείδονται επί του αποδεικτικού υλικού ενόψει των στοιχείων της δικογραφίας, του περιεχομένου του προς τον ανακριτή υπομνήματός του - στο οποίο επικαλέστηκε στοιχεία επιχειρήματα, αιτήματα, ισχυρισμούς και δεν έλαβε υπόψη τ'ανωτέρω έγγραφα. 'Ετσι η υπό κρίση αναίρεση είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία της - 462, 463, 465, 473, 474, 482, 484 ΚΠΔ 18, 19, 386 παρ. 1, 2 ΠΚ, ΙΙ) Πράγματι για τους λόγους που περιέχονται στην ανωτέρω έγγραφη πρότασή μας - και που περιλαμβάνουν και τον άνω αναιρεσείοντα - οι λόγοι αναιρέσεως αυτού είναι απαράδεκτοι και αβάσιμοι. Προς αποφυγήν άσκοπης επανάληψης και εδώ αναφερόμεθα σ'αυτούς και προτείνουμε την απόρριψη και της υπό κρίση αναίρεσης. Αθήνα 27 Μαΐου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής". Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενες έγγραφες εισαγγελικές προτάσεις και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα και εμπρόθεσμα, ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκαν οι από α) 1.11.2007, β) 18.10.2007, γ) 24.10.2007 αι δ) 15.11.2007, τέσσερις (4) αιτήσεις αναιρέσεως, από τους κατηγορούμενους: α)Χ1, β) Χ2, γ) Χ3 και δ) Χ4, αντίστοιχα κατά του υπ' αριθμ. 1.807/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, ομόφωνα η υπ' αριθμ. 257/3.7.2006 έφεση του εκκαλούντος πρώτου των άνω αναιρεσειόντων και, κατά πλειοψηφία, οι με αριθμούς 283/11.7.2006, 287/13.7.2006 και 293/14.7.2006 εφέσεις των άνω κατηγορουμένων αντίστοιχα κατά του 2.088/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο οι ανωτέρω (και ο μη ασκήσας έφεση ...., κάτοικος .... και ήδη αγνώστου διαμονής) παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξεως της από κοινού απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 13 περ. στ', 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 45, 94 παρ.1, 98 παρ.1 και 2 (όπως η παρ. 2 προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999), 386 παρ.1 και 3α ΠΚ (όπως η παρ. 3 αντικ. από το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999), που φέρεται ότι τέλεσαν αυτοί στην .... από το μήνα Ιούνιο έως και τον Οκτώβριο του 2002, σε βάρος των εγκαλούντων Ζ, Ψ και Ξ. Οι ανωτέρω αιτήσεις είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά το άρ. 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, οι οποίες έγιναν προς το σκοπό της επίτευξης παρανόμου οφέλους με δόλια παραπλάνηση, όπως τη διαγράφει ο Νόμος. Συνεπώς για τη συντέλεση αυτού πρέπει να υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αφενός της απατηλής ενέργειας του δράστη και της απ' αυτήν δημιουργηθείσης πλάνης του παθόντος και αφετέρου της πλάνης αυτής και της ενέργειας στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς, η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση, που επάγεται αναγκαίως περιουσιακή βλάβη του εαυτού του ή τρίτου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παρασταθείς άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω κατά το άρ. 386 παρ. 3 εδ. α' του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, κατά δε το άρ. 13 εδ. στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό (στ') προστέθηκε με το άρ. 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Τέλος κατά τη διάταξη του άρ. 45 του ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Από το άρθρο δε 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προηγήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη μόνο, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 οτοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση η την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα διώχθηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα, για το οποίο έγινε η παραπομπή στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικιών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον σης περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχουν και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με τοσκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει τοβούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθμό 1.807/2007 βούλευμά του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανεξέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων της δικογραφίας και ειδικότερα, από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα απολογητικά υπομνήματα αυτών, ότι προέκυψαν τα διαλαμβανόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, έχουν ως εξής: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, μετά την αποτυχημένη προσπάθεια του το έτος 1995 να εισέλθει και να εδραιωθεί στο ναυτιλιακό χώρο, συνέλαβε σχέδιο παράνομου πλουτισμού του, δια της δημιουργίας απατηλών επενδυτικών προγραμμάτων, τα οποία θα προωθούσε στην ελληνική αγορά, μέσω OFFSHORE Εταιρειών, εξαπατώντας ανυποψίαστους επενδυτές. Προς τούτο το έτος 1996 δημιούργησε αφενός μεν την υπεράκτια (OFFSHERE) εταιρεία .... LIMITED με έδρα τις Βρεττανικές Παρθένους Νήσους και με νόμιμο εκπρόσωπο των γραφείων αυτής στην Ελλάδα, τον μη ασκήσαντα έφεση, κατηγορούμενο ...., αφετέρου δε την υπεράκτια (OFFSHORE) εταιρεία .... LIMITED με νόμιμο εκπρόσωπο αυτής του ... και έδρα επίσης τις Βρεττανικές Παρθένους Νήσους. Στη συνέχεια, αφού εξασφάλισε για την εταιρεία ... άδεια εγκατάστασης γραφείων αυτής στην Ελλάδα, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας κατά τις διατάξεις των ΑΝ. 89/1967 και ΑΝ 378/1968, με τη ρητή όμως απαγόρευση, η εταιρεία αυτή να μην έχει οποιαδήποτε εμπορική δραστηριότητα στην Ελλάδα, εγκατέστησε και λειτούργησε τα γραφεία της εταιρείας σε πολυτελές κτίριο στην οδό .... στη ... με πολυτελή, ακριβό και σύγχρονο εξοπλισμό. Στη συνέχεια, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, από κοινού με τους νομίμους εκπροσώπους των εταιρειών ... και ..., ... και .... αντίστοιχα, αποφάσισαν να δημιουργήσουν, εισάγουν και να προωθήσουν, με δίκτυο πωλητών στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό χρηματιστηριακό προϊόν, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου, με την ονομασία ... FUND, το οποίο εμφάνισαν ως προϊόν της εταιρείας ..... LIMITED, πλην όμως τούτο ήταν στην ουσία ανύπαρκτο. Η προώθηση του στον ελλαδικό χώρο θα γίνονταν, μέσω της εταιρείας .... (διαχειρίστρια) καίτοι τούτο απαγορευόταν, διότι η ως άνω εταιρεία, είχε μεν άδεια λειτουργίας, όχι όμως και άδεια διαθέσεως του προϊόντος αυτού στο εσωτερικό της χώρας, όπως προαναφέρθηκε. Στα ίδια γραφεία της .... στη .... είχε την έδρα της και η εταιρεία ... LIMITED. Ως στελεχιακό δυναμικό για την προώθηση του ανύπαρκτου αυτού προϊόντος ο Χ1 χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες υπαλλήλων και συνεργατών του, μεταξύ των οποίων ήταν ο προαναφερόμενος ...., o οποίος συμμετείχε ενεργά και εν γνώσει του στις εν λόγω παράνομες δραστηριότητες και οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι Χ4 και Χ2, βασικά στελέχη της ..., οι οποίοι είχαν αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διάθεση του εν λόγω αμοιβαίου, γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν ανύπαρκτο, καθώς και η Χ3, ανώτερη υπάλληλος (Προϊσταμένη Λογιστηρίου) της ..... Για την καλύτερη προώθηση και διάθεση του αμοιβαίου, ως και για την εισροή πολλών επενδυτών, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι διαμόρφωσαν τα γραφεία της εταιρείας τους καταλλήλως, τοποθετώντας τιςαπαραίτητες αφίσες και χρησιμοποίησαν πλούσιο και πολυτελές έντυπο διαφημιστικό υλικό με το οποίο ενημέρωναν ψευδούς και εν γνώσει του ψευδώς τους υποψήφιους επενδυτές α) ότι η εταιρεία ....είχε τη δυνατότητα ασκήσεως τραπεζικών εργασιών στο εξωτερικό, ιδιαίτερα δε στον τομέα των αμοιβαίων κεφαλαίων, επενδυτικών οίκων του εξωτερικού, β) ότι είναι οικονομικός κολοσσός με παγκόσμια εμβέλεια, κύρος και τεράστιο κύκλο οικονομικών και επενδυτικών δραστηριοτήτων, κυρίως στο Λονδίνο, διαθέτουσα εξειδικευμένο επιτελείο οικονομικών αναλυτών με πολύχρονη εμπειρία και φήμη, γ) ότι συνεργάζεται με εταιρείες διεθνούς φήμης, μεταξύ των οποίων και η εδρεύουσα στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους εταιρεία .... LIMITED, που είχε αντικείμενο εργασιών τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων και ότι μέσω της .... προωθούσε διεθνές επενδυτικό πρόγραμμα σε αμοιβαία κεφάλαια (FUNDS), όπως το αμοιβαίο .... FUND, που είχε εξασφαλισμένη ετήσια απόδοση 6-12% του επενδυόμενου κεφαλαίου, καθόσον ενσωμάτωνε αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία, μεταξύ των οποίων κυρίως ομόλογα του Αμερικανικού Δημοσίου, δ) ότι το κεφάλαιο και η απόδοση του αμοιβαίου αυτού ήταν εξασφαλισμένα με αυτασφάλεια στους LLOYD'S του Λονδίνου, ότι οι Τράπεζες ROYAL BANK OF SCOTLAND και PBS PRIVATE BANK SWITZERLAD λειτουργούσαν ως θεματοφύλακες του εγγυημένου κεφαλαίου και της απόδοσης του και τέλος ότι εξουσιοδοτημένος Broker των LLOYD'S για την αντασφάλεια, αποστέλλει προς τον εκάστοτε επενδυτή επιστολή, με το αντασφαλιστήριο συμβόλαιο, η δε εταιρεία αποστέλλει στους πελάτες - επενδυτές ανά μήνα, ενημερωτικά δελτία, της κινήσεως του επενδυόμενου κεφαλαίου. Οι παραπάνω ψευδείς παραστάσεις αποτέλεσαν το περιεχόμενο και των ενημερωτικών συναντήσεων που οργάνωναν με τους υποψήφιους επενδυτές στα πολυτελή γραφεία της εταιρείας, καθώς και σε διάφορα ξενοδοχεία των Αθηνών, όπου οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι διαβεβαίωναν τους παρευρισκομένους (υποψήφιους επενδυτές) για το εξασφαλισμένο του κεφαλαίου της συγκεκριμένης επένδυσης, την αποδοτικότητα του προϊόντος τους και τη μηδενικότητα του επενδυτικού ρίσκου, ενώ συγχρόνως επεδείκνυαν το ικανότατο στελεχιακό δυναμικό της επιχειρήσεως (....), καίτοι γνώριζαν ότι το πωλούμενο απ' αυτούς αμοιβαίο κεφάλαιο ήταν στην ουσία του ανύπαρκτο. Περαιτέρω προέκυψε ότι από τις ψευδείς αυτές παραστάσεις των εκκαλούντων - κατηγορουμένων πείστηκαν εκατοντάδες επενδυτές (φυσικά και νομικά πρόσωπα, ιδρύματα, σωματεία, Εκκλησία του Βατικανού κ.λ.π) με συνέπεια από τις καταθέσεις τους να συγκεντρωθεί το χρηματικό ποσό των 45.500.00 ευρώ, τοοποίο καρπώθηκαν οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι. Μεταξύ των παραπάνω επενδυτών που παραπλανήθηκαναπό τους κατηγορούμενους και έχασαν τα χρήματα τουςήταν και οι εκκαλούντες, οι οποίοι ενημερώθηκαν για τοανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα από τον ασφαλιστή τους ...., με τον οποίο μετέβησαν στα γραφεία τηςεταιρείας, όπου και πείστηκαν να επενδύσουν ταπαρακάτω χρήματα στο ως άνω αμοιβαίο κεφάλαιο τηςεταιρείας ..... Συγκεκριμένα: α)ηπρώτη εγκαλούσα Ζ, περί τα τέληΙουνίου 2002, επισκέφθηκε μαζί με τον .... ταγραφεία της ... LIMITED, όπου ηεκκαλούσα κατηγορουμένη Χ3, παρουσιάστηκε ως Διευθύντρια του Λογιστηρίου της εταιρείας, τους έκανε την παρουσίαση του προγράμματος και στις 2-7-2002 η εγκαλούσα παρέδωσε δι' οπισθογραφήσεως τραπεζική επιταγή της ALPHA BANK ποσού 146.735,15 ευρώ για κατάθεση στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εταιρείας που είχε ανοιχθεί στο όνομα της και της παραδόθηκε η από 2-7-2002 επιβεβαίωση παραλαβής της επιταγής αυτής, από την εταιρεία .... LIMITED, η από 4-7-2002 επιστολή βεβαίωσης ετήσιας αποδόσεως του κεφαλαίου 6% και 21 τίτλοι μετοχών, συνολικής ονομαστικής αξίας αντίστοιχης με το κατατεθέν ποσό. Επίσης, στις 29.8.2002 η ίδια επένδυσε μεν το ποσό των 15.638,34 ευρώ οπισθογραφώντας και παραδίδοντας στη Χ3 την υπ' αριθμ. ..... τραπεζική επιταγή της ίδιας ως άνω Τράπεζας, β) Ο δεύτερος των εγκαλούντων Ψ μετέβη με τον .... στα γραφεία της εταιρείας .... LIMITED, όπου συνάντησαν τον Χ4, που τους συστήθηκε ως ένας εκ των Διευθυντών της εταιρείας και την Χ3, Προϊσταμένη του Λογιστηρίου, οι οποίοι τον ενημέρωσαν για τον επενδυτικό πρόγραμμα της .... και με τους ανωτέρω όρους επένδυσε στο ως άνω ανύπαρκτο αμοιβαίο κεφάλαιο στις 8-7-2002 και 11-10-2002 τα ποσά των 30.000 ευρώ και 15.000 ευρώ αντίστοιχα, παραδίδοντας ισόποσες τραπεζικές επιταγές για κατάθεση αντίστοιχα στους υπ' αριθμ. .... και .... λογαριασμούς της εταιρείας, που είχαν ανοιχθεί στον όνομα του και του παραδόθηκαν αντίστοιχα οι από 8-7-2002 και 11-10-2002 επιστολές ετήσιας αποδόσεως του κεφαλαίου 6% και τίτλοι μετοχών και γ) ο τρίτος των εγκαλούντων Ξ, το μήνα Οκτώβριο του 2002 μετέβη με τον .... στα γραφεία της εταιρείας ... LIMITED, όπου τον ενημέρωσαν για το απατηλό επενδυτικό πρόγραμμα ο Χ2 ως Διευθυντής Πωλήσεων αυτής και η Χ3 ως Προϊσταμένου του Λογιστηρίου και με τους ανωτέρω όρους επένδυσε και αυτός στις 22-10-2002 το ποσό των 400.000 ευρώ, καταθέτοντας αυτό με έμβασμα στον υποδειχθέντα λογαριασμό της ... στην Τράπεζα DEUTSHE BANK Φραγκφούρτης, για κατάθεση στον υπ' αριθμ. .... λογαριασμό στο όνομα του, ενώ του παραδόθηκαν η από 22-10-2002 επιβεβαίωση παραλαβής του ανωτέρω εμβασθέντος ποσού από την ... LIMITED, επιστολή βεβαίωσης διετούς αποδόσεως του κεφαλαίου με 7,1% και αντίστοιχες μετοχές της εταιρείας .... LIMITED. Αρχικά οι εγκαλούντες έλαβαν μηνιαίες καταστάσεις των λογαριασμών τους, στις οποίες αναφέρονταν τα ποσά της επενδύσεως και οι υποσχεθείσες αποδόσεις των κεφαλαίων, στη συνέχεια όμως και ενώ ανέμεναν την παράδοση των σχετικών πιστοποιητικών από τους LLOYD'S του Λονδίνου και την παράδοση των ασφαλιστηρίων τον Ιανουάριο του 2003, οικατηγορούμενοι έκλεισαν τα γραφεία της εταιρείας στη ... και εξαφανίστηκαν, ιδιοποιούμενοι παράνομα ταχρήματα των επενδυτών, τα οποία δεν έχουν αποδώσειμέχρι σήμερα, αρχές δε Φεβρουαρίου του 2003δημοσιεύτηκαν τα πρώτα στοιχεία της τεράστιας απάτηςπου έστησε ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος με τηβοήθεια των παραπάνω συνεργατών και συγκατη-γορουμένων του. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε οι υπεράκτιες (OFF SHORE) εταιρείες ... LIMITED και .... LIMITED, οι οποίες είχαν στην ουσία ανύπαρκτη επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού είχαν συσταθεί κατ' επίφαση, βάσει των νόμων των Βρετανικών Παρθένων Νήσων, ήταν δημιουργήματα του πρώτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος μέσω αυτών προέβη, με την ενεργό συμμετοχή των, ως άνω συγκατηγορουμένων του στην εξαπάτηση των επενδυτών με την προβολή απατηλών επενδυτικών προϊόντων, όπως το .... FUND, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου, της αντίστοιχης εταιρείας .... LIMITED, το οποίο ήταν ανύπαρκτο, χωρίς ενσωματωμένο δικαίωμα και χωρίς αντίκρυσμα. Επίσης όλα τα ανωτέρω παραδοθέντα στους εγκαλούντες έγγραφα ήταν ψευδή και κατασκευασμένα από τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους, οι δε τηλεφωνικές γραμμές στο ...., που είχαν δοθεί από την εταιρεία .... LIMITED στους εγκαλούντες, εκτρέπονταν όλες στα γραφεία της εταιρείας στη .... και οι καθησυχαστικές απαντήσεις του δήθεν Άγγλου Broker, εγένοντο από τους ίδιους τους υπαλλήλους της εταιρείας, η οποία ασφαλώς δεν ήταν φερέγγυα και απαγορευόταν να έχει οποιαδήποτε δραστηριότητα στην Ελλάδα. Ακόμη ο πρώτος εκκαλών -κατηγορούμενος, ο οποίος δημιούργησε και πολλές άλλες εταιρείες υπεράκτιες και μη, προς εξυπηρέτηση του ίδιου εγκληματικού σκοπού, όπως τις DEAL F.X. ΑΕ, ΤΗΡΕΑ ΑΕ, NATIONAL ENERGY ΑΕ, τη χρηματιστηριακή TALADIAN ΑΕΛΔΕ, αφού άνοιξε δεκάδες λογαριασμούς, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, κατάφερε να δημιουργήσει ένα δαιδαλώδες εντυπωσιακό δίκτυο, μέσω του οποίου τα χρήματα των επενδυτών κατέληγαν στα θυλάκια αυτού και των ως άνω συνεργατών του. 'Ολα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αβίαστα, από τις καταθέσεις των εγκαλούντων, τα έγγραφα που προσκόμισαν, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ...., ..... και ....., ιδίως δε από την από 27-4-2004 πορισματική αναφορά υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, στην οποία γίνεται λεπτομερής ανάλυση του τρόπου δράσεως και της εμπλοκής των εκκαλούντων - κατηγορουμένων στη διωκόμενη αξιόποινη πράξη της εξακολουθητικής και κατά συρροή απάτης, από την οποία το συνολικό όφελος των δραστών και η αντίστοιχη ζημία των παθόντων (εκκαλούντων) υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, την οποία τέλεσαν από κοινού, μάλιστα δε ενεργούντες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια έχοντας ριζωμένη τη ροπή προς τις απάτες, διαμορφωμένη δε υποδομή και ετοιμότητα διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων, ήτοι με τον προεκτεθέντα οργανωμένο, συστηματικό επιτήδειο και αριστοτεχνικό τρόπο σε βάρος εκατοντάδων ανυποψίαστων επενδυτών, μεταξύ των οποίων και οι εγκαλούντες. Το γεγονός δε ότι: α) προκειμένου να ανεύρουν χρήματα για να ικανοποιήσουν τους πελάτες του ανύπαρκτου αμοιβαίου ... FUND (οι οποίοι είχαν αρχίσει να πιέζουν για τη ρευστοποίηση των επενδύσεων τους) προσπάθησαν να διαθέσουν στην αγορά με τον ίδιο τρόπο, άλλο ανύπαρκτο χρηματοοικονομικό προϊόν, με την ονομασία GLOBELEX, εξαπατώντας τους επενδυτές, β) ότι ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος ίδρυσε στις 13-1-2003 την εταιρεία "NATIONAL ENERGY AE", προκειμένου με την ενεργό συμμετοχή των ως άνω συνεργατών του να υφυπάρξει τα χρήματα των ανυποψίαστων επενδυτών, με τον ίδιο τρόπο που είχε χρησιμοποιήσει για τα ανωτέρω ανύπαρκτα χρηματοοικονομικά προϊόντα , και (βλ. πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ), μαρτυρεί εμμονή και έντονη ροπή αυτών στην παραπάνω εγκληματική δράση, αναμφίβολα κατ' επάγγελμα προς πορισμό εισοδήματος. Άλλωστε οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι, όχι μόνο είχαν πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της απάτης σε βάρος των επενδυτών, όπως πράγματι προκύπτει από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, αλλά και επιχειρούσαν πράγματι επαναληπτικά τέτοιες πράξεις, όπως προκύπτει και από το ότι είχαν ασκηθεί σε βάρος τους ποινικές διώξεις για παρόμοιες με τη διωκόμενη πράξεις, σχετιζόμενες με τις δραστηριότητες της εταιρείας , για τις οποίες και είχαν απαγγελθεί σε βάρος τους σχετικές κατηγορίες. Βέβαια οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία, ισχυριζόμενοι ότι αγνοούσαν τις παράνομες δραστηριότητες της εταιρείας. Ειδικότερα: 1) Ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1 διατείνεται ότι στην εταιρεία προσλήφθηκε από τον ... ως απλός υπάλληλος (οικονομικός σύμβουλος) με σύμβασηπαροχής υπηρεσιών αορίστου χρόνου, ότι ουδέποτε αυτός παρέστησε στους εγκαλούντες ψευδή ως αληθή γεγονότα, ότι οι επενδυτές επένδυσαν τα χρήματα τους στο αμοιβαίο, αναλαμβάνοντας οι ίδιοι τον κίνδυνο απωλείας τους και τέλος, ότι πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ είναι άκυρη, σύμφωνα με τον ΚΠΔ και τις συμβάσεις ΕΣΔΑ και ΔΣΑΠΔ. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν προκύπτει με σαφήνεια, ότι αυτός ήταν ο εγκέφαλος και ο κύριος διοργανωτής της τεράστιας απάτης σε βάρος των επενδυτών, αλλά για να καλύπτεται και να μπορεί άνετα να διαφεύγει τους κινδύνους που γνώριζε ότι δημιούργησαν οι απατηλές πράξεις του, δημιούργησε και στελέχωσε τις εταιρείες και με πρόσωπα της απολύτου εμπιστοσύνης του, διοικούσε (διοικητικά -οικονομικά) αυτές στην πραγματικότητα, ενώ ως εικονικούς εκπροσώπους αυτών τοποθέτησε στην τον και στην την συγκατηγορούμενη Χ3. Συνεπώς η επικαλούμενη πρόσληψη του στην εταιρεία, ως απλού υπαλλήλου είναι προφανώς εικονική. Είναι αλήθεια ότι στα αμοιβαία κεφάλαια ο επενδυτής κινδυνεύει να χάσει τα χρήματα του, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο (ρίσκο) της επενδύσεως του. Αυτό όμως συμβαίνει στα υπαρκτά και όχι στα ανύπαρκτα αμοιβαία κεφάλαια, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Για να διασκεδάσει δε τους δισταγμούς των επενδυτών, παρουσιάζοντας το συγκεκριμένο αμοιβαίο ως υπαρκτό, επένδυσε και ο ίδιος στο αμοιβαίο αυτό κεφάλαιο, με λίγα βέβαια χρήματα, ώστε μελλοντικά να εμφανιστεί και ο ίδιος ως θύμα απάτης, την οποία διέπραξαν δήθεν οι άλλοι. Τέλος, οι πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ συσχετίστηκαν στην παρούσα δικογραφία, από άλλη και συνεπώς λαμβάνονται υπόψη και αξιολογούνται ως έγγραφα, μετά των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων (άρθρα 177, 178, 179 ΚΠΔ), εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους, απορριπτόμενου του ισχυρισμού περί ακυρότητας αυτών. 2) Οι εκκαλούντες -κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3, ισχυρίζοντας ότι ήταν απλώς υπάλληλοι της εταιρείας από την οποία μάλιστα ο πρώτος Χ2 αποχώρησε τον Ιούλιο του 2002 και ότι αγνοούσαν τότε την πραγματικότητα, ως προς την αληθινήδραστηριότητα των εμπλεκομένων εταιρειών και την ανυπαρξία επενδυτικού κεφαλαίου. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν κρίνονται πειστικοί, διότι όπως προεκτέθηκε και σύμφωνα με την εμπεριστατωμένη έρευνα που διενήργησαν οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ (βλ. από 27-4-2004 αναφορά) οι Χ2 και η Χ3 ήταν υψηλόβαθμα στελέχη του υπαλληλικού προσωπικού της και συγκεκριμένα ο μεν Χ2 ήταν Διευθυντής Πωλήσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου και μετείχε στις συστάσεις των OFFSHORE εταιρειών του Χ1 που προαναφέρθηκαν, η δε Χ3 ήταν Προϊσταμένη του Λογιστηρίου αυτής. Οι ανωτέρω εμφανίζονταν στους επενδυτές, όπως και στους εγκαλούντες ως Διευθυντές της εταιρείας και προωθούσαν ενεργά τα ως άνω ανύπαρκτα αμοιβαία της , με σκοπό να παρασύρουν τους εγκαλούντες (και τους λοιπούς επενδυτές) σε τοποθετήσεις χρημάτων, που μέσω προδιαγεγραμμένων απατηλών μεθοδεύσεων και μηχανισμών που αυτοί γνώριζαν και ενεργά συμμετείχαν, θα κατέληγαν με βεβαιότητα σε τραπεζικούς λογαριασμούς του Χ1, αλλά και των ιδίων. Επίσης η εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ3, υπέγραφε για λογαριασμό της ευχαριστήριες επιστολές προς τους επενδυτές και προέβη στο άνοιγμα λογαριασμών στην Τράπεζα Κύπρου, με δικαιούχο την ως άνω εταιρεία, εμφανιζόμενη ως εκπρόσωπος αυτής, κατά δε τους ισχυρισμούς του συγκατηγορουμένου της (μη ασκήσαντος έφεση) ... είχε ορισθεί νόμιμη εκπρόσωπος της , δυνάμει του από 6-9-1999 ειδικού πληρεξουσίου της εταιρείας προς αυτήν. Όπως δε προαναφέρθηκε, η εν λόγω εκκαλούσα - κατηγορούμενη παρέλαβε στις 29-8-2002 τη δεύτερη επιταγή με το ποσό των 15.638,34 ευρώ της επένδυσης από την εγκαλούσα Ζ, 3) Ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ4 διατείνεται ότι η εταιρεία TALADIAN ΑΕΛΔΕ, της οποίας είναι κύριος μέτοχος, ουδεμία σχέση έχει με την και ότι ο ίδιος αγνοούσε πλήρως την απατηλή δραστηριότητα των εταιρειών του Χ1. Και οι ισχυρισμοί αυτοί δεν κρίνονται πειστική διότι προέκυψε ότι η εταιρεία TALADIAN ΑΕΛΔΕ, ιδρύθηκε από τον Χ1 με μετόχους την εταιρεία , συμφερόντων του ιδίου με 4.500 μετοχές και τον Χ4 με 1.500 μετοχές και έδρα στη ..., επί της οδού ...., όπου είχαν την έδρα τους οι εταιρείες LIMITED και LIMITED. Η εταιρεία αυτή συστήθηκε, όπως και η εταιρεία DEAL για την εξαγορά της εταιρείας ΑΛΥΣΙΔΑ ΑΕΒΕ, μέσω της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ και είχε ως εκπρόσωπο τον Χ4. Ο εγκαλών Ψ αναφέρει στην έγκληση του ότι ο Χ4 και η Χ3 τον παρέπεισαν να επενδύσει τα προαναφερόμενα ποσά στο αμοιβαίο της , όπως έπρατταν και με άλλους επενδυτές. Έπραξαν δε τούτο, με σκοπό να βλάψουν την περιουσία του Ψ με ζημία άνω των 15.000 ευρώ και να προσπορίσουν όφελος στον Χ1 και στον εαυτό τους. Την αύξηση δε του κεφαλαίου της TALADIAN ΑΕΛΔΕ, σε 60.000.000 δραχμές, από χρήματα αποκλειστικά των επενδυτών της , και αποφάσισαν από κοινού ο Χ1 και ο Χ4, ο οποίος συνεπώς δεν ήταν απλός υπάλληλος της , αλλά γνώριζε όλες τις παράνομες δραστηριότητες αυτής, καθώς και της εταιρείας TALADIAN ΑΕΛΔΕ, την οποία και εκπροσωπούσε. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών και σκέψεων, το παρόν Συμβούλιο κατά πλειοψηφία κρίνει ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία, σε βάρος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων για την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της από κοινού κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή (άρθρο 386 παρ. 1 και 3α, όπως η παρ. 3 αντικ. από το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, 94 παρ. 1, 98 παρ. 1 ΠΚ), για την οποία παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για κακουργήματα) με το εκκαλούμενο βούλευμα, το οποίο ορθά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και εφάρμοσε το νόμο, γι' αυτό και οι κρινόμενες εφέσεις τους, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες ομόφωνα μεν την έφεση του πρώτου των κατηγορουμένων - εκκαλούντος, Χ1, κατά πλειοψηφία δε τις εφέσεις των λοιπών κατηγορουμένων - (εκκαλούντων) και παρέπεμψε αυτούς ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) για να δικαστούν για την κακουργηματική απάτη από κοινού, κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις που αφορούν τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενους, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικαστούν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες, ανωτέρω δε παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι με σκοπό να περιποιήσουν στους εαυτούς τους παράνομο περιουσιακό όφελος, εν γνώσει παρέστησαν ψευδώς στους εγκαλούντες ως αληθινά τα παραπάνω γεγονότα, αποκρύπτοντας την αληθή κατάσταση αυτών αθεμίτως και έτσι οι τελευταίοι παραπλανήθηκαν και τους κατέβαλαν τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά. Συνεπεία των καταβολών αυτών, οι εγκαλούντες ζημιώθηκαν αντίστοιχα, ζημία που δεν θα υφίσταντο αν δεν είχαν παραπλανηθεί και δεν του είχαν παραδώσει τα παραπάνω χρηματικά ποσά. Η ζημία τους δε αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις πιο πάνω καταβολές. Επίσης, υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι οι κατηγορούμενοι διέπραξαν την άνω πράξη τους κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, την πράξη τους δε αυτή τέλεσαν με περισσότερες ομοειδείς πράξεις, κατά την αναφερόμενη στην αρχή έννοια, δηλαδή, κατ' εξακολούθηση. Οι πράξεις τους αυτές, συνδέοντας μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεώς τους. Επίσης, υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το ότι η ζημία στους εγκαλούντες, με αντίστοιχο όφελος δικό τους (κατηγορουμένων), υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Το παραπάνω αποδεικτικό υλικό, το δικάσαν Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, αναφέρει ότι συγκέντρωσε από την προανάκριση και την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκαν και ειδικότερα, από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, Ζ και Ψ, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων. Έτσι, υπάρχει η κατά νόμο απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο υπό κρίση βούλευμα για την πράξη που παραπέμπονται και τις επιβαρυντικές περιστάσεις, οι άνω κατηγορούμενοι. Είναι αβάσιμες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν οι επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις καθενός των αναιρεσειόντων και ειδικότερα: 1) Του πρώτου από αυτούς, Χ1, ότι το πληττόμενο βούλευμα, επαναλαμβάνει, ως επί το πλείστον, αυτούσιο το κατηγορητήριο, ότι το ίδιο βούλευμα δεν αναφέρει σαφή και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τις ενδείξεις ενοχής του, ότι δεν υπήρξε ουσιαστικά δευτεροβάθμια κρίση για την αντιμετώπιση των παραπόνων του ως εκκαλούντος, ότι η χωρίς αιτιολογία στο σκεπτικό συνιστά ανεπίτρεπτη λήψη του ζητουμένου, ότι οι παραδοχές του ίδιου βουλεύματος είναι ελλιπείς και ασαφείς, ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν αξιολόγησε ούτε έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που αναφέρονται στην έφεσή του και στο υπόμνημά του, που κατέθεσε στον Ανακριτή. Έτσι, το προσβαλλόμενο βούλευμα, στερείται της απαιτούμενης κατά τα άνω αιτιολογίας, αλλά και της νόμιμης βάσης και πρέπει να αναιρεθεί κατά παραδοχή των από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ, λόγων αναιρέσεώς του, αλλά και για όλους τους αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 484 παρ. 2 λαμβανομένους υπόψη λόγους, ζητώντας να εξαφανισθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο προς νέα κρίση, με σκοπό να γίνει δεκτή η έφεσή του, 2) Του δεύτερου από αυτούς, Χ2 ότι το άνω βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ότι έχει γίνει εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, επίσης δε ότι είναι αναιρετέο για υπέρβαση εξουσίας, κατά την ΚΠΔ 484 παρ.1 στοιχ. β', δ' και στ' και συγκεκριμένα, οι παραδοχές του πληττόμενου βουλεύματος ότι το έγκλημα της απάτης, τελέστηκε από αυτόν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, είναι ελλιπείς, ασαφείς και αόριστες, αφού δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων. Επιπλέον δε η παραδοχή στο βούλευμα, κατά την οποία συντρέχει και περίπτωση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, είναι ασαφής και ελλιπής, περιοριζόμενο στην επανάληψη της διατυπώσεως του νόμου (ΠΚ 13 στ' και 386α'), η οποία δεν αρκεί για την αιτιολογία. Ότι, έτσι που έκρινε το Συμβούλιο Εφετών, με το να απορρίψει την έφεσή του, υπέπεσε και στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, η οποία θεμελιώνει τον προβαλλόμενο με την αίτησή του, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ', λόγο αναιρέσεως. Ότι με τα παραπάνω αντιφατικά, παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητάς του, παραβιάζεται δε ευθέως ή εκ πλαγίου η διάταξη του άρθρου 13στ' του ΠΚ. Έτσι, το προσβαλλόμενο βούλευμα, εκτός από τους πιο πάνω λόγους, πρέπει να αναιρεθεί και για όλους τους αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 484 παρ. 2 λαμβανόμενους υπόψη λόγους και, αφού αυτό εξαφανιστεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο για νέα κρίση, με σκοπό να γίνει δεκτή η έφεσή του, 3) Της τρίτης των κατηγορουμένων Χ3, ότι το εν λόγω βούλευμα πάσχει απόλυτη ακυρότητα διότι λήφθηκαν υπόψη πέντε (5) ένορκες καταθέσεις που έδωσε στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης του ΣΔΟΕ που περιέχονται στην από 27.4.2004 πορισματική αναφορά του ...., ότι δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά, αλλά στηρίζεται στην άνω πορισματική αναφορά, επίσης δεν αναφέρει σε τί συνίσταται η παρουσίαση και οι δικές της ψευδείς παραστάσεις, ούτε όλα τα αποδεικτικά μέσα υπεράσπισής της, ειδικά δε το από 15.12.2004 τελικό πόρισμα. Ότι δεν αιτιολογεί την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση από αυτή της άνω πράξεως και ότι υπάρχει έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων που φέρεται ότι τέλεσε και της περιουσιακής διάθεσης, ενώ οι παραδοχές του (βουλεύματος) ως προς αυτήν αντίκεινται στην πραγματικότητα, στα συναλλακτικά ήθη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού πρόκειται για συνηθισμένες υπηρεσίες ενός υπαλλήλου. Για τους παραπάνω λόγους, ζήτησε να εξαφανιστεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο για νέα κρίση. Και 4) του τετάρτου των κατηγορουμένων, Χ4, ότι το παραπάνω βούλευμα στερείται της επιβαλλόμενης από το νόμο αιτιολογίας, ειδικής και εμπεριστατωμένης, ότι οι παραδοχές του αποτελούν αντιγραφή του κατηγορητηρίου και του πρωτοδίκου βουλεύματος, ότι δεν υπήρξε ουσιαστικά δευτεροβάθμια κρίση, οι παραδοχές του είναι ελλιπείς και ασαφείς ενόψει των στοιχείων της δικογραφίας, του περιεχομένου του προς τον ανακριτή υπομνήματός του, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισε και μνημονεύονται στην έφεσή του και το άνω υπόμνημά του και ότι εκτός της άνω αιτιολογίας, στερείται και της νόμιμης βάσεως. Έτσι το προσβαλλόμενο βούλευμα, εκτός από τους πιο πάνω λόγους, πρέπει να αναιρεθεί και για όλους τους αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 484 παρ. 2 λαμβανομένους υπόψη λόγους και, αφού εξαφανιστεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο για νέα κρίση, με σκοπό να γίνει δεκτή η έφεσή του. Πρέπει δε να λεχθεί ότι τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα Χ3, ότι στο πόρισμα του ΣΔΟΕ λήφθηκαν υπόψη ένορκες καταθέσεις της, δεν αποδεικνύεται, αφού από την παραδεκτή από το Συμβούλιο αυτό επισκόπιση του άνω πορίσματος, προκύπτει ότι αυτό συνετάγη με βάση πολλές μαρτυρικές καταθέσεις κατά τη διενεργηθείσα σχετικά προκαταρκτική εξέταση, με βάση έγγραφα, τραπεζικούς λογαριασμούς και αρκετά CD. Με βάση τα παραπάνω, το Συμβούλιο Εφετών ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθούν οι αναιρεσείοντες. Ούτε επίσης, εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, όπως επαναδιατυπώθηκε, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την μη ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει κάθε αναιρεσείων, ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεσή του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ' για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, ενόψει όσων παραπάνω έχουν λεχθεί, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι προβαλλόμενοι με τις αιτήσεις τους λόγοι αναιρέσεως από κάθε αναιρεσείοντα και συγκεκριμένα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως από όλους τους αναιρεσείοντες (ΚΠΔ 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ') και απόλυτη ακυρότητα από την τρίτη αναιρεσείουσα (ΚΠΔ 484 παρ. 1 στοιχ. α'). Επίσης δε, για όλους τους αναιρεσείοντες, εφόσον οι αιτήσεις τους είναι εμπρόθεσμες και νομότυπες, μετ' αυτεπάγγελτη εξέταση για καθέναν (ΚΠΔ 484 παρ. 2) των προβλεπομένων από την ΚΠΔ 484 παρ. 1 λόγων αναιρέσεως κατά βουλεύματος, πρέπει να απορριφθούν αυτοί ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Οι λοιπές δε αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως με αριθμούς: 1) 241/1.11.2007 του Χ1, 2) 215/18.10.2007 του Χ2, 3) 222/24.10.2007 της Χ3 και 4) 260/15.11.2007 του Χ4, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1.807/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη κατ' εξακολούθηση από κοινού και κατά συρροή από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €. Έννοια όρων. Παραπονούνται για απόρριψη εφέσεών τους από Συμβούλιο Εφετών. Λόγοι αναιρέσεως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εφόσον οι αιτήσεις είναι νομότυπες και εμπρόθεσμες, εξέταση για καθένα όλων των προβλεπομένων από το άρθρο 484 παρ. 1, λόγων αναιρέσεως. Απορρίπτει αναιρέσεις.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1205/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ζ1 και εγκαλούμενους τους: 1. Χ1 2. Χ2 2 Χ3 και 4 Χ4 . Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 1-54/12-2-2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 57/2009. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, με αριθμό 56/3-2-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 137 παρ.1β ΚΠΔ, την 1054/22-1-09 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία ζητά την παραπομπή της από 144/08 Διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμ/κών Χαλκίδας, με την οποία απέρριψε την από 27-5-04 έγκλησή του Ζ1 κατά των 1) Χ1, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, 2) Χ2 Εφέτου Αθηνών,3) Χ3, εφέτου Αθηνών και 4) Χ4, αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, από το Εφετείο Αθηνών σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα. 2-Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε' του ΚΠΔ, στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις της αρμοδιότητος κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από του βαθμού του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 του Κώδικα δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, για την ταυτότητα της αιτίας, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρέτησης. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 περ. γ' του ίδιου Κώδικα αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα εφετείο σε άλλο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 48 ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρ. 47 παρ. 1 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο Εισαγγελέας Εφετών. 3-Στην προκειμένη περίπτωση στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών έχει υποβληθεί προσφυγή του Ζ1 κατά της 292/08 Διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημ/κων Χαλκίδας Ευβοίας, με την οποία απορρίφθηκε η από 27-5-04 έγκληση του προσφεύγοντος κατά των ανωτέρω δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι υπηρετούν η μεν Χ1, αντεισαγγελέας εφετών, στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών,οι δε Χ2 και Χ3, εφέτες, στο Εφετείο Αθηνών. Συνεπώς, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, κατά το άρθρο 136 περ.ε' ΚΠΔ. εφόσον αρμόδιος να αποφανθεί για την προσφυγή του εγκαλούντος είναι ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, στο Εφετείο του οποίου υπηρετούν οι προαναφερόμενοι εγκαλούμενοι, και αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτόν, κατά το άρθρο 137 παρ.1β ΚΠΔ, είναι ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο. 4-Κατ'ακολουθίαν,να γίνει δεκτή η αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η ανωτέρω ποινική δικογραφία από το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο εκκρεμεί, στο ισόβαθμο και ομοειδές Εφετείο Πειραιώς, και δη στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στις υπ' αυτού ανακριτικές αρχές για την δικαστική διερεύνηση και εκδίκασή της. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ 1-Να γίνει δεκτή η 1054/08 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, και 2-Να παραπεμφθεί η 144/08 προσφυγή του Ζ1 κατά της 292/08 Διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμ/κών Χαλκίδας Ευβοίας, από το Εφετείο Αθηνών στο Εφετείο Πειραιώς και δη στον Εισαγγελέα αυτού και στις εκεί ανακριτικές- δικαστικές αρχές για τη δικαστική διερεύνησή της. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠολΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ'εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ.1 στοιχ.γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Αρμόδιος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 27-5-2004 έγκληση του Ζ1, κατά των: 1) Χ1 Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2) Χ2, Εφέτη Αθηνών, 3) Χ3, Εφέτη Αθηνών και 4) Χ4 Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ζητήθηκε η ποινική δίωξη των τελευταίων για τις αναφερόμενες σ'αυτήν αξιόποινες πράξεις. Με το υπ'αριθ. 1556/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκε η ως άνω έγκληση στις Εισαγγελικές, Ανακριτικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την έγκληση αυτών μετά την εξέτασή της ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Χαλκίδας απέρριψε με την υπ'αριθμ. 292/2008 διάταξή του ως αβάσιμη κατ'ουσία (άρθρο 47 παρ.1 ΚΠΔ) και επέβαλε στον εγκαλούντα τα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας εκ ποσού 40 ευρώ. Κατά της ως άνω εισαγγελικής διάταξης ο εγκαλών άσκησε κατ'άρθρο ΚΠΔ ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών την υπ'αριθμ. 144/2008 προσφυγή του, για την οποία είναι κατ'αρχήν αρμόδιος κατά τόπο να αποφανθεί. Ο τελευταίος (Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών) με το υπ'αριθμ. πρωτ. 1054/08/112-1-2009 έγγραφό του αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου να ορισθεί άλλος ως αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προμνημονευόμενη προσφυγή του εγκαλούντος, λόγω της ως άνω προαναφερομένης ιδιότητας των εγκαλούμενων και του τόπου της υπηρεσίας τους και λόγω συναφείας για τον τέταρτο εγκαλούμενο. Επομένως, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ.ε' και 137 του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προαναφερομένης προσφυγής και όταν συντρέξει περίπτωση τις ανακριτικές και δικαστικές του Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ'αριθμ. 1054/08/12-1-2009 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και αφορά τις εγκαλούμενες Χ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Χ2, Εφέτη Αθηνών, Χ3, Εφέτη Αθηνών και τον εγκαλούμενο Χ4 Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, που υπηρετούν η πρώτη στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, οι δεύτερη και τρίτη στο Εφετείο Αθηνών και ο τέταρτος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και αν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπομπή στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στις αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς για να κριθεί η προσφυγή ιδιώτη κατά απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας σε έγκλησή του κατά δικαστικών λειτουργών που υπηρετούν στο Εφετείου Αθηνών κα στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
1
Αριθμός 1204/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρμπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 402/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1772/2008. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 43/27.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας την από 27-10-2008 έκθεση αναίρεσης του ..., κατά της υπ'αριθμ. 402/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, με την οποία καταδικάστηκε, κατ'έφεση, σε ποινή φυλάκισης πενήντα (50) ημερών συνολικά, για εξύβριση, απειλή και όλως ελαφρά σωματική βλάβη και εκθέτω τ' ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 507 § 1 και 475 § § 1,3 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (Α.Π. 1318/2005). Παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος που εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο (ΑΠ 371/2005). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρ. 474 § 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στην έκθεση ασκήσεώς του, το λόγο ανώτερης βίας ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, από τα οποία παρεμποδίστηκε να το ασκήσει εμπρόθεσμα, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους, διαφορετικά το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. (ΑΠ 429/2005). Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από τον συνήγορό του Ελευθέριο Γαβρίλη, δικηγόρο Νάξου. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 18-6-2008 και δημοσιεύθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 6-10-2008. Η κατ'αυτής αναίρεση ασκήθηκε στις 27-10-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας, ενώ στη σχετική έκθεση δεν αναφέρεται κανένας λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τα άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 27-10-2008 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της υπ'αριθμ. 402/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα 20 Δεκεμβρίου 2008. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης". Αφού άκουσε τhν Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1,3 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη και αρχίζει από την επίδοση της καταχωρηθείσης καθαρογραμμένης απόφασης εις το ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Περιατέρω, από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην έκθεση σε περίπτωση εκπρόθεσμης άσκησης, τον λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος από τα οποία παρεμποδίσθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους, άλλως το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Πρέπει δε να λεχθεί ότι παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος που εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε (στις 18-6-2008) η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 402/2008 απόφαση του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, από το συνήγορό του Ελευθέριο Γαβρίλη, δικηγόρο Νάξου, ενώ η εν λόγω απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 6-10-2008. Η κατ' αυτής δε αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θήρας στις 27-10-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας, ενώ στη σχετική έκθεση δεν αναφέρεται κανένας λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ. Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο αυτό ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (ΚΠΔ 476 παρ. 1 εδ. τελ.), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα, στο φάκελο της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-10-2008 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της υπ' αριθμ. 402/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στο κατ' έφεση Δικαστήριο, παρέστη δια πληρεξουσίου δικηγόρου. Θεωρείται παρών. Άσκηση αναίρεσης μετά το 10ήμερο από την καταχώριση στο ειδικό βιβλίο. Εκπρόθεσμη. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
Αριθμός 1202/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως των αποφάσεων υπ' αριθμ. 488/2008 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας και 877/2008 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Το Τριμελές και Μονομελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, με τις ως άνω αποφάσεις τους διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1570/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 566/11.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 3/2008 αίτηση αναιρέσεως του ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 488/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας και της υπ'αριθμ. 877/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 Κ.Π.Δ. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, είναι απαράδεκτο και ως τέτοιο απορριπτέο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 504 § 1 Κ.Π.Δ. όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνον κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Συνεπώς, δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όταν κατ'αυτής έχει ασκηθεί έφεση και έχει ήδη εκδοθεί απόφαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1568/06, ΑΠ 78/05), η απόφαση του οποίου υπόκειται πλέον σε αναίρεση, εφόσον είναι τελειωτική της κατηγορίας, όπως είναι εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη ή απαράδεκτη, αφού στις περιπτώσεις αυτές παρέχεται ρητά τέτοιο δικαίωμα από τις διατάξεις των άρθρων 476 § 2 και 501 § 1 Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο αναιρεσείων με την υπ'αριθμ. 877/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 5 ευρώ ημερησίως, για αυτοδικία. Κατά της απόφασης αυτής, καθ'ό είχε δικαίωμα, άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ'αριθμ. 488/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Με την κρινόμενη 3/27-6-2008 αίτησή του, την οποία άσκησε για λογαριασμό του (δυνάμει της από 25-6-2008 εξουσιοδοτήσεώς του) ο δικηγόρος Άμφισσας Κων/νος Μπακογιάννης, ο αναιρεσείων ζητάει την αναίρεση των ως άνω αποφάσεων, εκθέτοντας τα εξής: "αναιρεσιβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου την υπ' αρθμ. 488/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Άμφισσας καθώς και την υπ'αρθμ. 877/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Άμφισσας και ζητεί την εξαφανισή τους για όσους λόγους θα προσθέσει νομίμως και συγκεκριμένα για τους εξής: Επειδή απερρίφθη ως ανυποστήρικτος η ασκηθείσα έφεσίς μου κατά της υπ αρ.877/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κεΙου Αμφίσ-σης δια της υπ αρ. 488/2008 αποφάσεως του Τριμελούς ΠΛημ/κείου Αμφίσσης. Επειδή η αναιρεσιβαλλομένη απόφασις δεν ανέστειλε υπό όρον την επιβληθείσαν ποινήν, αλλά μετέτρεψε αυτήν εις χρηματικήν με 5 ΕΥΡΩ/ημέρα με την αιτιολογίαν ότι δεν υπάρχει εις την δικογραφία Δελτίον Ποινικού Μητρώου του κατηγορουμένου & δεν ήτο δυνατός ο έλεγχος της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 99 ΠΚ. Εχει κριθεί από την Νομολογία (ΑΠ 603/2002,289,347/2000,336/99 ότι δεν είναι νόμιμη η μη παροχή αναστολής υπό όρο της ποινής με την ανωτέρω αιτιολογία δηλ. καθίσταται ανέφικτη η διακρίβωση του ποινικού παρελθόντος του κατηγορουμένου διότι λείπει το ΔΠΜ. Υπάρχει μάλιστα & η ρηξικέλευθη άποψη ότι αν δεν υπάρχει στη δικογραφία ΔΠΜ, θεωρέΊται ότι δεν υπάρχει προηγούμενη καταδίκη (ΕφΘεσ 660/97 ΠΧ ΜΖ 1173). Επομένως συντρέχει εν προκειμένω έλλειψις της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα (510.1 Δ) & εσφαλμένη ερμηνεία 6 εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ήτοι του άρθρου 99 ΠΚ (510.1 Ε ΚΠοινΔ) & αναιρετέα τυγχάνει η πληττόμενη απόφασις". Ενόψει αυτών, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, αφού στρέφεται ευθέως κατά της πρωτόδικης 877/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, που δεν υπόκειται σε αναίρεση. Κατά το μέρος δε που στρέφεται κατά της 488/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, είναι και πάλι απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε από τον παραπάνω δικηγόρο, χωρίς εξουσιοδότηση του εντολέα του ..., δεδομένου ότι με την επισυναπτόμενη από 25-6-2008 εξουσιοδότησή του, ο τελευταίος του έδωσε την εντολή να ασκήσει αναίρεση κατά της (πρωτόδικης) 877/2007 αποφάσεως και όχι και για αναίρεση της 488/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή ασκήθηκε από πρόσωπο μη δικαιούμενο στην άσκησή της, αφού ο δικηγόρος δικαιούται να ασκήσει αναίρεση αν παραστάθηκε στην κατ'έφεση δίκη και εφόσον η απόφαση είναι καταδικαστική. Εάν όμως με αυτή απορριφθεί η έφεση, όπως εν προκειμένω, ως ανυποστήρικτη δεν νομιμοποιείται και χρειάζεται πληρεξούσιο, το οποίο προσαρτάται στην έκθεση αναίρεσης (ΑΠ 1279/2000). Πέραν δε αυτών, η κρινομένη αίτηση δεν διαλαμβάνει ούτε ένα σαφή, ορισμένο και νόμιμο λόγο αναιρέσεως, για τον οποίο πλήττεται η απόφαση 488/2008 του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού οι λόγοι αναίρεσης που περιέχονται σ' αυτήν στρέφονται κατά της πρωτόδικης απόφασης, οπότε και εξ αυτού του λόγου είναι απαράδεκτη. Πρέπει, λοιπόν, να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για του λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 3/2008 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της υπ'αριθμ. 488/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας και της υπ'αριθμ. 877/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 28 Νοεμβρίου 2008. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Κ.Δ. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, είναι απαράδεκτο και ως τέτοιο απορριπτέο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 504 παρ. 1 Κ.Π.Δ. όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνον κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Συνεπώς, δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όταν κατ' αυτής έχει ασκηθεί έφεση και έχει ήδη εκδοθεί απόφαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η απόφαση του οποίου υπόκειται πλέον σε αναίρεση, εφόσον είναι τελειωτική της κατηγορίας, όπως είναι εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη ή απαράδεκτη, αφού στις περιπτώσεις αυτές παρέχεται ρητά τέτοιο δικαίωμα από τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 2 και 501 παρ. 1 Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμ. 877/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 5 ευρώ ημερησίως, για αυτοδικία. Κατά της απόφασης αυτής, καθ' ό είχε δικαίωμα, άσκησε αυτός έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ' αριθμ. 488/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Με την κρινόμενη 3/27-6-2008 αίτησή του, την οποία άσκησε για λογαριασμό του (δυνάμει της από 25-6-2008 εξουσιοδοτήσεώς του) ο δικηγόρος Άμφισσας Κων/νος Μπακογιάννης, ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση των ως άνω αποφάσεων, εκθέτοντας τα εξής κατά πιστή αντιγραφή από την έκθεση αίτησης αναίρεσης: "Αναιρεσιβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου την υπ' αρθμ. 488/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Άμφισσας καθώς και την υπ' αρθμ. 877/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Άμφισσας και ζητεί την εξαφάνισή τους για όσους λόγους θα προσθέσει νομίμως και συγκεκριμένα για τους εξής: Επειδή απερρίφθη ως ανυποστήρικτος η ασκηθείσα έφεσίς του κατά της υπ' αρ. 877/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αμφίσσης για της υπ' αρ. 488/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αμφίσσης. Επειδή η αναιρεσιβαλλομένη απόφασις δεν ανέστειλε υπό όρον την επιβληθείσαν ποινήν, αλλά μετέτρεψε αυτήν εις χρηματικήν με 5 ΕΥΡΩ/ημέρα με την αιτιολογίαν ότι δεν υπάρχει εις την δικογραφία Δελτίον Ποινικού Μητρώου του κατηγορουμένου και δεν ήτο δυνατός ο έλεγχος της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 99 ΠΚ. Έχει κριθεί από τη Νομολογία (ΑΠ 603/2002, 289, 347/2000, 333/99) ότι δεν είναι νόμιμη η μη παροχή αναστολής υπό όρο της ποινής με την ανωτέρω αιτιολογία δηλ. καθίσταται ανέφικτη η διακρίβωση του ποινικού παρελθόντος του κατηγορουμένου διότι λείπει το ΔΠΜ. Υπάρχει μάλιστα και η ρηξικέλευθη άποψη ότι αν δεν υπάρχει στη δικογραφία ΔΠΜ, θεωρείται ότι δεν υπάρχει προηγούμενη καταδίκη (ΕΦΘεσ 660/97 ΠΧ ΜΖ 1173). Επομένως συντρέχει εν προκειμένω έλλειψις της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα (510. 1 Δ) και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ήτοι του άρθρου 99 ΠΚ (510. 1 Ε ΚΠοινΔ) και αναιρετέα τυγχάνει η πληττόμενη απόφασις". Ενόψει αυτών, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, αφού στρέφεται ευθέως κατά της πρωτόδικης 877/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, που δεν υπόκειται σε αναίρεση. Κατά το μέρος δε που στρέφεται κατά της 488/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, είναι και πάλι απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε από τον παραπάνω δικηγόρο, χωρίς εξουσιοδότηση του εντολέα του ..., δεδομένου ότι με την επισυναπτόμενη από 25-6-2008 εξουσιοδότησή του, ο τελευταίος του έδωσε την εντολή να ασκήσει αναίρεση κατά της (πρωτόδικης) 877/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή ασκήθηκε από πρόσωπο μη δικαιούμενο στην άσκησή της, αφού ο δικηγόρος δικαιούται να ασκήσει αναίρεση αν παραστάθηκε στην κατ'έφεση δίκη και εφόσον η απόφαση είναι καταδικαστική. Εάν όμως με αυτή απορριφθεί η έφεση, όπως εν προκειμένω, ως ανυποστήρικτη, δεν νομιμοποιείται και χρειάζεται πληρεξούσιο, το οποίο προσαρτάται στην έκθεση αναίρεσης. Πέραν δε αυτών, η κρινόμενη αίτηση δεν διαλαμβάνει ούτε ένα σαφή, ορισμένο και νόμιμο λόγο αναιρέσεως, για τον οποίο πλήττεται η απόφαση 488/2008 του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού οι λόγοι αναίρεσης που περιέχονται σ' αυτήν στρέφονται κατά της πρωτόδικης απόφασης, οπότε και εξ αυτού του λόγου είναι απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (ΚΠΔ 476 παρ. 1 εδ. τελ.), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 3/27-6-2008 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της υπ'αριθμ. 488/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας και της υπ' αριθμ. 877/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση κατά: α) αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που δίκασε κατ' έφεση και απέρριψε αυτήν ως ανυποστήρικτη και β) πρωτόδικης αποφάσεως. Απαράδεκτη η αναίρεση, κατά μεν της δεύτερης αποφάσεως, διότι κατ' αυτής έχει ασκηθεί έφεση και έχει απορριφθεί, ενώ κατά της πρώτης, διότι γι' αυτή δεν έχει δοθεί πληρεξουσιότητα. Απορρίπτει.
Πληρεξουσιότητα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
0
Αριθμός 1201/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουσαή, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 585/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 891/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 410/27.8.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ. την από 30-4-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ'αριθμ. 585/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ'αριθμ. 2482/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τον ανωτέρω στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για απάτη κατ'εξακολούθηση με συνολική περιουσιακή ζημία και συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνουν αντίστοιχα το ποσό των 73.000 ευρώ (198, 386 § § 3β-1 Π.Κ, όπως αντικ. με αρ. 11 § 1 ν.2408/96 και 14 § 4 ν.2721/99). Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος ο ως άνω κατηγορούμενος Χ άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ'αριθ. 585/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως ουσιαστική αβάσιμη την έφεση αυτού και επικύρωσε το εκκληθέν βούλευμα, αφού προηγουμένως απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο. Την κρίση του αυτή για απόρριψη του εν λόγω αιτήματος το συμβούλιο αιτιολόγησε πλήρως, αφού, αναφερόμενο επιτρεπτώς εξολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι ο εκκαλών "με την ανακριτική του απολογία και το απολογητικό του υπόμνημα ενώπιον του Ανακριτή, όσο και με το σημείωμα παροχής εξηγήσεων κατά την προκαταρκτική εξέταση εξέθεσε επαρκώς, με σαφήνεια και πληρότητα τις απόψεις του, ώστε να μην καταλείπονται σημεία χρήζοντας διευκρινίσεων". Από τις διατάξεις των άρθρων 474 § 2, 476 § 1 και 485 § 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι στην έκθεση, με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά βουλεύματος, πρέπει να περιέχονται αναγκαίως, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο, διότι, αν δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον λόγος σαφής και ορισμένος, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται στο σύνολό της, ως απαράδεκτη. Για να είναι δε σαφής και ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή επίκλησή του στο αναιρετήριο αλλά προσαπαιτείται συγκεκριμένη μνεία των νομικών πλημμελειών σε σχέση με αυτόν. Ειδικότερα, ως προς τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης της έλλειψης από το βούλευμα της απαιτουμένης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για να είναι ο λόγος αυτός σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, πρέπει α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνει με την αίτηση αναιρέσεως την ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλομένου βουλεύματος στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος (Ολ. ΑΠ 19/01). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα (βλ. σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως) από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος ζητάει την αναίρεση του υπ'αριθμ. 585/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτοντας κατά λέξη: "Διότι χωρίς επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκε το αίτημά μου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση, όπως θα αναφερθώ σε σχετικό μου υπόμνημα ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και για τους λόγους που θα αναπτύξω με το υπόμνημά μου". Ο λόγος αυτός είναι κατά τη μείζονα σκέψη, απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη της μη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με το συγκεκριμένο πληττόμενο κεφάλαιο του βουλεύματος. Με βάση τα παραπάνω η κρινομένη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνει ούτε ένα σαφή, ορισμένο και νόμιμο λόγο αναίρεσης και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ. 476 § 1 Π.Κ.) γιατί ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της, επιβαλλομένων των δικαστικών εξόδων στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω α) να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 85/2008 αίτηση του κατηγορουμένου Χ για αναίρεση του υπ'αριθμ. 585/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 13 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474 § 2, 476 § 1 και 485 § 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι στην έκθεση, με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά βουλεύματος, πρέπει να περιέχονται αναγκαίως, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο, διότι, αν δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον λόγος σαφής και ορισμένος, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται στο σύνολό της, ως απαράδεκτη. Για να είναι δε σαφής και ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή επίκλησή του στο αναιρετήριο αλλά προσαπαιτείται συγκεκριμένη μνεία των νομικών πλημμελειών σε σχέση με αυτόν. Ειδικότερα, ως προς τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης της έλλειψης από το βούλευμα της απαιτουμένης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για να είναι ο λόγος αυτός σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνει με την αίτηση αναιρέσεως την ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα (βλ. σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως) από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος ζητεί την αναίρεση του υπ' αριθμ. 585/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτοντας κατά λέξη: "Διότι χωρίς επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκε το αίτημά μου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση, όπως θα αναφερθώ σε σχετικό μου υπόμνημα ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και για τους λόγους που θα αναπτύξω με το υπόμνημά μου". Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με το συγκεκριμένο πληττόμενο κεφάλαιο του βουλεύματος. Με βάση τα παραπάνω, η κρινομένη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνει ούτε ένα σαφή, ορισμένο και νόμιμο λόγο αναίρεσης και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 § 1 Π.Κ.), γιατί ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Απριλίου 2008 και με αριθμό κατ. 85/2008 αίτηση του κατηγορουμένου Χ, για αναίρεση του υπ' αριθ. 585/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν περιέχει λόγο σαφή και ορισμένο. Απορρίπτει ως απαράδεκτη αίτηση.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1199/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 37/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, με συγκατηγορούμενο τον .... Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1525/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 458/8.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ, την 6/26-6-08 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., που άσκησε ο ίδιος ενώπιον του Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Ναυπλίου, κατά της 37/08 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, που τον καταδίκασε για καλλιέργεια κάνναβης, αγορά και κατοχή ναρκωτικών, κατά συναυτουργία, και χρήση ναρκωτικών, κατ' εξακολούθηση, σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών ετών, δυο μηνών και χρηματική 4.000 Ε.[άρθρα 1 παρ.1,2 Πίν. Α περ.6,20 παρ.1 περ.β,στ,ζ,2,29 παρ.1,38 Ν.3459/06], και εκθέτω τα ακόλουθα: 2-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης , ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.Ολ.19/2001, ΠΟΙΝ.ΛΟ. 01/1693, ΑΠ.ΟΛΟΜ.2/2002 ΠΟΙΝ.ΔΙΚ.02/128, ΑΡΜ 02/439, ΠΟΙΝ. ΛΟΓ 02/26).Ούτε αρκεί για το ορισμένο του λόγου να γίνεται επίκληση έννοιας της αναιρετικής πλημμέλειας που δίνεται σ' αυτήν από την πάγια νομολογία και θεωρία της κρατούσας νομολογίας και θεωρίας. 3-Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την αίτηση αναιρέσεως προσβάλλει την 37/08 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, που τον καταδίκασε για τα πιο πάνω εγκλήματα σχετικά με τα ναρκωτικά για τους εξής λόγους:1) Για έλλειψη της κατά το σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δη διότι δεν αναγράφονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων εθεμελιώθη η καταδίκη του, ούτε τα αποδεικτικά στοιχεία εκ των οποίων συνήχθη η ύπαρξη περιστατικών του ως άνω είδους ώστε να του επιβληθεί η άνω ποινή. 2) Για έσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και δη περιλαμβανομένης στα άρθρα δια των οποίων καταδικάσθηκε. Οι λόγοι όμως αυτοί του αναιρεσείοντος, είναι ασαφείς, αόριστοι και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως. Κατά συνέπεια, αφού στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχεται, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο αυτής κανένας σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως απ' αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, η αίτηση είναι σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ απαράδεκτη. 4-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε συμβούλιο, επιβάλλεται το μεν να απορρίψει ως απαράδεκτη την ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 6/26-6-08 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., κατά της 37/08 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, και Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 2/2002, 19/2001). Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και να προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια περί την εφαρμογή ή την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την αίτηση αναιρέσεως προσβάλλει την 37/08 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, που τον καταδίκασε για εγκλήματα σχετικά με τα ναρκωτικά, για τους εξής λόγους: α) Για έλλειψη της κατά το σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δη διότι δεν αναγράφονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων εθεμελιώθη η καταδίκη του, ούτε τα αποδεικτικά στοιχεία εκ των οποίων συνήχθη η ύπαρξη περιστατικών του ως άνω είδους ώστε να του επιβληθεί η άνω ποινή. 2) Για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και δη περιλαμβανομένης στα άρθρα δια των οποίων καταδικάσθηκε. Οι λόγοι όμως αυτοί της ένδικης αιτήσεως είναι ασαφείς, αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως. Κατά συνέπεια, αφού στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχεται, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο αυτής, κανένας σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως απ' αυτούς που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, η αίτηση είναι σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Ιουνίου 2008 αίτηση του ...., για αναίρεση της υπ' αριθ. 37/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
2
Αριθμός 1198/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1456/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορουμένους τους: 1) ...., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και 2) ...., που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Με πολιτικώς ενάγουσα την ...., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αργύριο Ευσταθόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 39/28.6.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1178/2007. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης, και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώριση αυτής καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική ή η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Συνεπώς, δεν αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής αποφάσεως μόνη η σκέψη ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο, εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1456/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι κατηγορούμενοι: 1) .... και 2) .... κηρύχθηκαν αθώοι, κατά πλειοψηφία, της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος από κοινού, κατ' εξακολούθηση, σε βάρος της ..., που τους είχε αποδοθεί. Για να στηρίξει την απαλλακτική αυτή κρίση του το δικάσαν Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, την εξής κατά λέξη αιτιολογία: Όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ, απαραίτητο υποκειμενικό στοιχείο της θέλησης του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος είναι η συγκεκριμένη παράβαση εκ μέρους προσώπου που έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 263 Α' ΠΚ (ιδιαίτερο έγκλημα), να έχει τελεσθεί με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον ο δράστης παράνομο περιουσιακό όφελος, ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον. Αν δεν υφίσταται ο παραπάνω σκοπός, η πράξη δεν τιμωρείται (βλ. ΑΠ Ευθ. σελ. 282). Στην προκειμένη περίπτωση, από ολόκληρη την διαδικασία (και από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας που αναγνώσθηκαν, δεν προέκυψε, ούτε καν κατονομάσθηκε ουδεμία από τις περιστάσεις που αποτελούν προϋπόθεση κατά τα παραπάνω, της συνδρομής των υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος. Ούτε φιλική ή άλλη σχέση με το ζεύγος .... που λειτουργούσαν σε μη βιοτεχνικό χώρο (σε διαμέρισμα πολυκατοικίας), ούτε κάποιο όφελος περιουσιακό ή ηθικό (ΑΠ 1062/2002, ΠοινΔικ. 2000/79) διαφάνηκε ή επιδιώχθηκε από τους κατηγορουμένους. Αντίθετα, η παράλειψη σφράγισης οφείλεται σε διοικητική εκκρεμότητα κατά τη διάρκεια της οποίας η υπηρεσία της δεν προέβαινε ποτέ σε σφράγιση και εύλογα εν αναμονή αποτελέσματος (αποφάσεως επί προσφυγής). Ούτε πρόθεση βλάβης της εγκαλούσης μπορεί να στοιχειοθετηθεί, καθώς ούτε η ίδια αφήνει τέτοιο περιθώριο με την κατάθεσή της. Πρέπει λοιπόν να αθωωθούν οι κατηγορούμενοι, ελλείψει του υποκειμενικού στοιχείου της πράξεως". Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με την παραπάνω έννοια, αφού δεν διαλαμβάνονται καθόλου στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του ως άνω εγκλήματος, ούτε και εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής των κατηγορουμένων. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 1456/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Δεκτή. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
2
Αριθμός 1200/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, για αναίρεση της με αριθμό 1043/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 284/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 314 ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής, με εκείνη του άρθρου 28 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και, αφετέρου, on είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη του. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης, από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διάκρισης αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι, αν δεν εκθέτει αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της σχετικής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικό που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία εκείνα προέκυψαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1043/2007 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικάπεριστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό τηςπροσβαλλόμενης αποφάσεως: Στις 19.12.2005 στην ..., ο πρώτος κατηγορούμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και βαίνοντας επί της οδού ... με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλης, επαναπαυόμενος στην προτεραιότητα του, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ως όφειλε και δεν ρύθμισε ανάλογα την ταχύτητα του ώστε να είναι σε θέση να αντιδράσει, δεδομένου ότι προσέγγιζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο με μεγάλη κυκλοφορία οχημάτων, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με οδηγό την δεύτερη κατηγορούμενη Ψ, η οποία εισήλθε κάθετα στην οδό ... προερχόμενη από την οδό ..., με αποτέλεσμα τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και τον τραυματισμό της τελευταίας, η οποία υπέστη κατάγματα κρανίου σπονδύλων Α5, Α6, Α7. Επομένως πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος του αδικήματος των σωματικών βλαβών εξ αμελείας όπως κατηγορείται". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο, Χ, ένοχο για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και ειδικότερα του ότι: "Την 19.12.2005 στην ..., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο καιβαίνοντας επί της οδού ... με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλης, επαναπαυόμενος στην προτεραιότητά του, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ως όφειλε και δεν ρύθμισε ανάλογα την ταχύτητα του ώστε να είναι σε θέση να αντιδράσει, δεδομένου ότι προσέγγιζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο με μεγάλη κυκλοφορία οχημάτων, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με οδηγό την δεύτερη κατηγορούμενη Ψ, η οποία εισήλθε κάθετα στην οδό ... προερχόμενη από την οδό ..., με αποτέλεσμα τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και τον τραυματισμό της τελευταίας". Κατόπιν αυτών το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης επέβαλε στον κηρυχθέντα ένοχο αναιρεσείοντα, ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, την οποίαν ανέστειλε επί τριετία. Έτσι, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στερείται δε και νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, δεν εξειδικεύεται ποίο είδος αμέλειας συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση, αφού τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ως όφειλε και δεν ρύθμισε ανάλογα την ταχύτητά του, ώστε να είναι σε θέση να αντιδράσει, δεδομένου ότι προσέγγιζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο με μεγάλη κυκλοφορία οχημάτων, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη σύγκρουση του αυτοκινήτου του με αυτό της συγκατηγορουμένης του (οδηγού του άλλου αυτοκινήτου) και τον τραυματισμό της τελευταίας. Δεν αναφέρεται, όμως, το είδος της αμέλειάς του, κατά την προαναφερόμενη έννοια. Δηλαδή, κηρύσσεται ένοχος με την παραδοχή συνδρομής και των δύο ειδών αμέλειας. Έτσι, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 314 και 28 ΠΚ, τις οποίες το Δικαστήριο εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσεως. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 οτοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για α), έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθεισθών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 28 και 314 ΠΚ, αντιστοίχως, είναι βάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη 1043/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια ( αυτοκινητικό ατύχημα - σύγκρουση). Δεν καθορίζεται το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου (ενσυνείδητη ή χωρίς συνείδηση). Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτηση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
1
Αριθμός 1203/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009 προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 55947/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1789/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 24/19.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, την από 20/10/2008 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της με αριθμό 55947/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, η έφεσή του κατά της με αριθμό 1767/2003 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 507 § 1 και 473 § 1,3 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ'αποφάσεως είναι 10ήμερη και αρχίζει από την επίδοση της καταχωρηθείσης καθαρογραμμένης απόφασης εις το ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 474 § 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην έκθεση σε περίπτωση εκπρόθεσμης άσκησης, τον λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος από τα οποία παρεμποδίσθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητα τους, άλλως το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο (ΑΠ 429/05 Ποιν. Δικαιοσύνη 2005 σελ. 922). Στη προκείμενη περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 7/12/05 και επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο καθώς και στον αντίκλητο δικηγόρο του, στις δηλωθείσες με την έφεση διευθύνσεις τους, με θυροκόλληση στις 10/4/2007 και 15/5/2008 αντίστοιχα (βλ. σχετικά αποδεικτικά), η δε κρινομένη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 20/10/2008, δηλαδή μετά την πάροδο της τασσομένης από τον νόμο 10ήμερης προθεσμίας. Ως λόγος ανωτέρας βίας δε προβάλλεται το γεγονός ότι ο αναιρεσείων δεν έλαβε γνώση της απόφασης εγκαίρως δεδομένου ότι ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα προς τον ορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο του. Ο λόγος αυτός όμως προβαλλόμενος αόριστα και χωρίς να αναφερθούν τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν την βασιμότητά του, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Ι) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 20/10/2008 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της με αριθμό 55947/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 16 Δεκεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1, 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη και αρχίζει από την επίδοση της καταχωρηθείσης καθαρογραμμένης απόφασης εις το ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην έκθεση σε περίπτωση εκπρόθεσμης άσκησης, τον λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος από τα οποία παρεμποδίσθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους, άλλως το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 7/12/05 και επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, καθώς και στον αντίκλητο δικηγόρο του, στις δηλωθείσες με την έφεση διευθύνσεις τους, με θυροκόλληση τις 10/4/2007 και 15/5/2008 αντίστοιχα (βλ. σχετικά αποδεικτικά), η δε κρινομένη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 20/10/2008, δηλαδή μετά την πάροδο της τασσομένης από το νόμο 10ήμερης προθεσμίας. Ως λόγος ανωτέρας βίας δε προβάλλεται το γεγονός ότι ο αναιρεσείων δεν έλαβε γνώση της απόφασης εγκαίρως δεδομένου ότι ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα προς τον ορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο του. Ο λόγος αυτός όμως προβαλλόμενος αόριστα και χωρίς να αναφερθούν τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη βασιμότητά του, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσεις τις απόψεις του στο Συμβούλιο αυτό, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (ΚΠΔ 476 παρ. 1 εδ. τελε.) όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα στο φάκελο της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20/10/2008 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της με αριθμό 55947/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απών στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επίδοση αποφάσεως. Άσκηση αναιρέσεως μετά το 10ήμερο από την καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο. Εκπρόθεσμη. Απαράδεκτη. Απορρίπτει.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
1
Αριθμός 1210/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θρασύβουλο Κονταξή, περί αναιρέσεως της 44/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1718/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή". Κατά δε το άρθρο 363 Π Κ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξ' άλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά όμως για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ'είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την προσβαλλόμενη 44/2008 απόφασή του, που εξέδωσε δέχθηκε κατά πλειοψηφία με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ'είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η Ξ και ο σύζυγος της κατηγορουμένης Ζ, είναι αδέλφια, και είχαν διαφορά σχετικά με τη λειτουργία ανελκυστήρα σε πολυώροφη οικοδομή συνιδιοκτησίας τους στην πόλη των .... Επί αιτήσεως της πρώτης κατά του δευτέρου εκδόθηκε η 210/24.11.2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, η οποία υποχρέωσε τον Ζ να αποκαταστήσει τη λειτουργία του ανελκυστήρα της οικοδομής κατά τρόπο ώστε να είναι ομαλή και απρόσκοπτη η χρήση του και από την ως άνω αδελφή του, επιτρέποντας στην τελευταία την αποκατάσταση με δαπάνες του Ζ αν αυτός δεν προβεί ο ίδιος στην αποκατάσταση. Ο Ζ δε συμμορφώθηκε εκουσίως με την απόφαση και την 11.1.2001 έλαβε χώρα αναγκαστική εκτέλεση αυτής από την δικαστική επιμελήτρια Φ, με τη συνδρομή των αστυνομικών υπαλλήλων .... και ... και των ... και ...., κλειδαρά και τεχνίτη -συντηρητή ανελκυστήρων αντίστοιχα, ύστερα από παραγγελία του δικηγόρου της Ξ Ψ. Η εκτέλεση της αποφάσεως έλαβε χώρα με όλους τους νόμιμους τύπους, γεγονός που εκ της τότε ιδιότητάς της ως δικαστικής λειτουργού γνώριζε η κατηγορουμένη. Στις 15.2.2001 η κατηγορουμένη και ο σύζυγός της υπέβαλαν εναντίον όλων των ανωτέρω, επισπεύδουσας την εκτέλεση Ξ, δικαστικής επιμελήτριας, αστυνομικών, κλειδαρά, τεχνίτη ανελκυστήρων και του συζύγου της επισπεύδουσας Θ, έγκληση, με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη για παραβίαση οικιακού ασύλου εναντίον της δικαστικής επιμελήτριας και των αστυνομικών, για διατάραξη οικιακής ειρήνης εναντίον του κλειδαρά και του τεχνίτη ανελκυστήρων, για κλοπή κατά της επισπεύδουσας και του συζύγου της και για υπεξαγωγή εγγράφων κατά του τελευταίου και διατάχθηκε η διενέργεια προανακρίσεως. Μετά το πέρας της προανακρίσεως με το 51/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Γρεβενών απαλλάχθηκαν οι κατηγορούμενοι αυτοί, αφού κατά την κρίση του Συμβουλίου δεν προέκυψαν ενδείξεις κατά των κατηγορουμένων, επιβλήθηκαν δε σε βάρος των εγκαλούντων τότε, Ζ και της τώρα κατηγορουμένης, τα δικαστικά έξοδα, διότι οι εγκλήσεις θεωρήθηκαν παντελώς ψευδείς και εκ δόλου υποβληθείσες. Κατά του βουλεύματος αυτού οι εγκαλούντες άσκησαν εφέσεις οι οποίες απορρίφθηκαν, του μεν Ζ ως απαράδεκτη, της δε κατηγορουμένης κατ' ουσίαν. Κατά το στάδιο της προανακρίσεως επί της προαναφερομένης υποθέσεως ή κατηγορουμένη κλήθηκε και κατέθεσε ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Γρεβενών στις 22.5.2001, η κατάθεσή της δε, επειδή δεν κατέστη δυνατόν να περατωθεί την ίδια ως άνω ημέρα, συνεχίσθηκε και την επομένη 23.5.2001. Στην κατάθεσή της αυτή η κατηγορουμένη κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα εξής: Την 22.5.2001 "θέλω να καταθέσω ότι εκ του γεγονότος και μόνον ότι οι μηνυόμενοι με συνεργεία του δικηγόρου Ψ επέλεξαν ως χρόνο εκτελέσεως της ανεκτέλεστης αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων, την 11-1-2001, ημέρα που γνώριζαν όλοι ότι λείπαμε από το σπίτι μας, καταδεικνύει την πρόθεσή τους να προβούν στα αδικήματα στα οποία προέβησαν.... εδώ φαίνεται η αντιφατικότητα του κυκλώματος Ψ.... η Φ να βρεθεί συνεργάτιδα και αυτό δεν με εκπλήσσει του κυκλώματος Ψ.... Ο καθένας λοιπόν από πλευράς του, ΘΞ, ζεύγος και υιός, Φ και Ψ αλληλοεξαρτώμενοι από κακίες και πάθη τους όσον αφορά το πρόσωπό μου, ο καθένας έπραξε ανάλογα και το αντίστοιχο αδίκημα με ιθύνοντα νου κατά την ακράδαντη πλέον πεποίθησή μου τον Ψ. Εκείνο όμως που καθιστά όλη την ιστορία θλιβερή είναι ότι ο Ψ κατόρθωσε να συσπειρώσει τα παντοειδώς δυσαρεστημένα υποκείμενα και να τα χρησιμοποιήσει, χρησιμοποιούμενος. Βέβαια το φαινόμενο να μου κλαπούν έγγραφα σημαντικά και δη δικαστικές αποφάσεις δεν με εκπλήσσει πλέον διότι ο Ψ μεταξύ άλλων συσπειρωθέντων περί αυτόν βρήκε και τον πατέρα του παιδιού μου.... όντως μου ρίξανε λάσπη και ο Ψ μετά του τέως συζύγου μου πήγαν να επισκεφθούν τον Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου και τους έβγαλε έξω.... είχαν όλοι αυτοί καταστρώσει σχέδιο διωγμού μου με αρχιμάστορα τον Ψ και τον Δ, που στην πορεία κατέληξαν να πολλαπλασιάζονται και να απλώνονται σαν γάγγραινα...". Την 23-5-2001, συνεχίζουσα την κατάθεσή της ενώπιον της ιδίας Πταισματοδίκου και της ιδίας γραμματέως, κατέθεσε "Προσπάθησε ο Ψ κυρίως δια της αφαιρέσεως των συγκεκριμένων δικογραφιών να μου δημιουργήσουν ένα πρόσθετο πρόβλημα... Πάντως θέλω να πω και πάλι ότι ο τρόπος με τον οποίο έγινε η έρευνα (για την απώλεια των δικογραφιών) κατέδειξε ότι κανενός δεν ίδρωσε το αυτί, αν ένας δικαστής έχασε πέντε δικογραφίες. Επειδή ο δικαστής αυτός τυγχάνει να είμαι εγώ και επειδή στο προσκήνιο προβάλλει πρώτος και καλύτερος ο Ψ, δεν μου μένει αμφιβολία καμία ότι κάποιος από όλους ή και όλοι μαζί καθένας με τον τρόπο του, αφήρεσε τα συγκεκριμένα πράγματα... Όλα αυτά δείχνουν μια αήθη και απαράδεκτη συμπεριφορά που με την ποδηγεσία του Ψ, δήθεν νομικού παραστάτη και με την πεποίθηση πλέον, σύμφωνα με τις βεβαιώσεις του περιβάλλοντος Δ ότι τη Χ θα την εξοντώσουμε, είναι ικανοί να φτάσουν και σε μεγαλύτερες ακρότητες, όπως και έφτασαν...". Με την κατάθεσή της αυτή η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι ο εγκαλών Ψ αποτελεί τον ιθύνοντα νου ενός κυκλώματος το οποίο έχει ως σκοπό να την εξοντώσει, ότι αυτός έδωσε εντολή για την πραγματοποίηση μιας άκυρης εκτέλεσης, ότι με προτροπή του εγκαλούντος κλάπηκαν από το διαμέρισμα του συζύγου της που έγινε η εκτέλεση και κατά τη διάρκεια αυτής από τους συμμετέχοντες στην πραγματοποίησή της δικογραφίες, στις οποίες είχε οριστεί εισηγήτρια ως Εφέτης τότε Ιωαννίνων για την έκδοση αποφάσεων, προκειμένου να της δημιουργηθεί υπηρεσιακό πρόβλημα και να αποπεμφθεί από την υπηρεσία της, προς τον ίδιο δε σκοπό ο εγκαλών με τον πρώην σύζυγο της επισκέφθηκαν τον Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου. Όλα τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα και οι κρίσεις που συνδέονται αρρήκτως και αναποσπάστως με αυτά και που περιήλθαν σε γνώση, πέραν της Πταισματοδίκου και της Γραμματέως, Εισαγγελέων, Δικαστών και υπαλλήλων, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος τόσον ως ατόμου, όσον και ως δικηγόρου του Πρωτοδικείου Γρεβενών, αφού η κατηγορουμένη τον εμφάνισε ως συνεργό, ηθικό και φυσικό αυτουργό σε ποινικά αδικήματα, ήτοι κλοπής, υπεξαγωγής εγγράφων, ως συμμετέχοντα σε κύκλωμα που έδρασε εναντίον της και, ως λασπολόγο και διώκτη της, ενώ η αλήθεια που γνώριζε ήταν ότι ουδείς από τους προαναφερθέντες επτά εγκαλούμενους διέπραξε κάποιο αδίκημα σε βάρος της ίδιας ή του συζύγου της την 11-1-2001 στα ..., για τα οποία κατηγορήθηκαν και απηλλάγησαν με το 51/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Γρεβενών, και βεβαίως ο εγκαλών δικηγόρος δεν μπορούσε να έχει και δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή σε ανύπαρκτα αδικήματα και ουδόλως συμμετείχε σε ανύπαρκτο κύκλωμα, που επιδίωκε την υπηρεσιακή εξόντωσή της, ούτε ποτέ αυτός επισκέφθηκε τον αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου για να επιτύχει την αποπομπή της από την υπηρεσία. Της ανωτέρω καταθέσεως της κατηγορουμένης ο εγκαλών Ψ έλαβε γνώση στις 15.4.2002, όταν οι εκ των υπό της κατηγορουμένης καταμηνυθέντων Θ και Ξ του έδωσαν την εντολή να λάβει ως δικηγόρος τους αντίγραφα της δικογραφίας, προκειμένου να ετοιμάσουν την ενώπιον του πταισματοδίκη απολογία τους. Κατόπιν αυτών η έγκληση που υπέβαλε ο Ψ στις 22.4.2002, δηλαδή εντός του τριμήνου από τότε που έλαβε γνώση της σε βάρος του αξιόποινης πράξεως είναι εμπρόθεσμη και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός της κατηγορουμένης. Επίσης ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί εφαρμογής του άρθρου 367 ΠΚ πρέπει ν' απορριφθεί, αφού τα υπ' αυτής υποστηριχθέντα με την μαρτυρική της κατάθεση είναι παντελώς ψευδή και τα ισχυρίσθηκε εν γνώσει της αναληθείας τους. Στοιχειοθετούν, δηλαδή, την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημίσεως, στην οποία δεν έχει εφαρμογή η εν λόγω διάταξη, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 367 ΠΚ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη της πράξεως που κατηγορείται. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα συκοφαντικής δυσφήμησης και επέβαλε σ'αυτήν ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 λεπτά ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορούμενη, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ.α και 2, 363 ΠΚ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, α) το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης έχει ίδιες σκέψεις και δεν αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού, β) για την πληρότητα της αιτιολογίας, είναι αρκετό ότι αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους και δεν είναι αναγκαία η αναφορά για κάθε περιστατικό που δέχεται, του αποδεικτικού μέσου, από το οποίο προκύπτει, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. γ) τα υπό της αναιρεσείουσας παραπάνω ισχυρισθέντα και διαδοθέντα, δεν αποτελούν έκφραση γνώμης ή αξιολογική κρίση της, αλλά γεγονότα, εφόσον ευρίσκονται σε άμεση σχέση με τα προμνημονευθέντα συμβάντα κατά τρόπο εξωτερικώς αναγνωρίσιμο και μάλιστα ως προς τα υπό της προσβαλλόμενης απόφασης γενόμενα δεκτά περιστατικά, κατά τα οποία οι παραπάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας συνδέονται με τα στην απόφαση αυτήν διαλαμβανόμενα δ) Ως προς τη γνώση του ψεύδους των περιστατικών αυτών από την αναιρεσείουσα υπάρχει αιτιολογία για τη θεμελίωση του άμεσου δόλου της αναιρεσείουσας, αφού ο σχετικός ισχυρισμός της φέρεται να στηρίζεται σε προσωπική της πεποίθηση και αντίληψη και ε) ορθώς το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προέβη στην επίμαχη ενέργεια, καθόσον ο άδικος χαρακτήρας του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης δεν αίρεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 367 παρ.1 και 2 Π Κ, όταν οι εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της από το άρθρο 363 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενης και τιμωρούμενης ποινικώς αξιόλογης αδικοπραξίας. Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 367 του ΠΚ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής, του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ1 του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται, έτσι, ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του. έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν, δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης μεταξύ των αναγνωσθέντων και αριθμημένων 118 εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το Εφετείο για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης ήταν και η φέρουσα τον αριθμό 49, χωρίς ημερομηνία, "αναφορά προς τον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου του εγκαλούντος Ψ". Η ταυτότητα του εγγράφου αυτού προσδιορίζεται πλήρως και εξατομικεύεται από την αρίθμηση του καθώς και από το ότι άλλα έγγραφα με το αυτό περιεχόμενο ήτοι, χωρίς ημερομηνία αναφορά στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν αναφέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν, εν όψει και του ότι τα με αριθμούς 52 και 111 έγγραφα διαφοροποιούνται και διακρίνονται από το ως άνω επίμαχο έγγραφο, με τη μνεία της ημερομηνίας σύνταξής τους, της προσθήκης της λέξης υπόμνημα και της απεύθυνσής τους πλην του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α', συναφής περί του αντιθέτου λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα τουεγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφαση του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στην αναιρεσείουσα έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε και την προσωπικότητά της, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση. Επιπλέον αιτιολογία και αναφορά περιστατικών δεν χρειαζόταν. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι συντρέχει έλλειψη ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση επιμετρήσεως της συνολικής ποινής του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-9-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 44/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμηση και απόρριψη ως αβασίμων λόγων αναίρεσης α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά τα θεμε-λιούντα την αξιόποινη πράξη στοιχεία την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση και ειδικότερα ως προς τη γνώση του ψευδούς ισχυρισμού, β) εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 367 ΠΚ, γ) απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από τη λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε και δ) έλλειψη αιτιολογίας ως προς τη διάταξη για επιμερισμό της ποινής (άρθρο 79 ΠΚ). Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Δυσφήμηση συκοφαντική.
0
Αριθμός 1197/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Νικολάου, για αναίρεση της με αριθμό 4.561/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Πανάγο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 4.561/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν.3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, όχι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 4.561/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμηςασκήσεώς της, η έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 50.765/9.10.1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί ερήμην, για την πράξη της φοροδιαφυγής κατ'εξακολούθηση. Από την αντίστοιχη σχετική με αριθμό 553/2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου τωνλόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών αναφέρει στην έφεσή του, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και ότι η επίδοση ως άγνωστηςδιαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτός έχει γνωστή διαμονή και διαμένει στη ... στην οδό ..... Επικαλέσθηκε δηλαδή, ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου, απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως. Ειδικότερα για την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, με αυτή (553/22.2.2007 έφεση), δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας του τη ..., οδός .... και ότι ουδέποτε έλαβε γνώση αυτός της εκκαλούμενης αποφάσεως, παρά μόνο στις 21.2.2007, διότι η πρωτόδικη απόφαση δεν επιδόθηκε στην κατοικία του, που ήταν κατά το χρόνο της επιδόσεως στη ...., αλλά επιδόθηκε με θυροκόλληση στην οδό ...., όπου δεν κατοικούσε κατά το χρόνο (12.1.1998) της επιδόσεως της πρωτόδικης αποφάσεως. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο εκκαλών - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 50.765/9-10-1995 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης, σε ποινή φυλάκισης 3 ετών και έξι μηνών και σε χρηματική ποινή 1.000.000 δραχμών. Η εν λόγω απόφαση, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν στο ακροατήριο αποδεικτικό επίδοσης απόφασης κατηγορουμένου γνωστής διαμονής του αρχιφύλακα ... επιδόθηκε στον εκκαλούντα με θυροκόλληση στις 12-1-1998, παρουσία και του μάρτυρα, ...., επί της οδού .... στη ..... Ο εκκαλών ασκεί την υπό κρίση έφεση στις 22-2-2007, όπως προκύπτει από την ανάγνωση στο ακροατήριο της σχετικής έκθεσης ασκήσεως εφέσεως, δηλαδή μετά την παρέλευση των εννέα και πλέον ετών από την ως άνω ημερομηνία επιδόσεως της εκκαλουμένης απόφασης (12-1-1998). Ως λόγο ασκήσεως της ένδικης εφέσεως εκπροθέσμως, επικαλείται ότι έλαβε γνώση της παραπάνω καταδικαστικής απόφασης την προηγουμένη της ασκήσεως της υπό κρίση εφέσεως, ήτοι την 21-2-2007, διότι ουδέποτε αυτή του επιδόθηκε στην πραγματική του κατοικία που κατά το χρόνο της επίδοσης ήταν η οδός ..... στη ..., αλλά του επιδόθηκε στην οδό ..., όπου δεν κατοικούσε κατά την παραπάνω ημερομηνία. Ο λόγος αυτός, αποδεικνύεται παντελώς αβάσιμος, καθώς από την ανάγνωση του αποδεικτικού επίδοσης, προκύπτει ότι η επίδοση της εκκαλουμένης, δεν έγινε στην οδό ...., αλλά στην οδό .... (και με νεότερη δημοτική αρίθμηση ...-βλ. κατάθεση μάρτυρα). Επομένως ο άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά απ' όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης (άρ. 476 παρ.1 και 3 ΚΠοιν.Δ) και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα έξοδα, κατ' άρθρο 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του σε σχέση με την προσβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ως εκκαλούντα αμφισβήτηση της διευθύνσεως της κατοικίας του, δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι προσδιορίζει μεν ως τόπο επιδόσεως της άνω αποφάσεως την οδό ... (όπως τούτο αναφέρεται στο αποδεικτικό επιδόσεως), δεν διευκρινίζεται όμως το ότι η διεύθυνση αυτή ταυτίζεται με την κατοικία του αναιρεσείοντος, .... και ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται πότε έλαβε χώρα η νέα δημοτική αρίθμηση, ώστε να διευκρινίζεται εάν κατά το χρόνο της επιδόσεως (12.1.1998) στην οδό ..., ο αριθμός αυτός ταυτιζόταν με τον προερχόμενο από άλλη αρίθμηση αριθμό ... της ίδιας οδού. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να γίνει δεκτός να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Πρέπει δε να λεχθεί ότι το ζήτημα της παραγραφής των επί μέρους πράξεων, θα ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, που παραπέμπεται η υπόθεση, εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 4.561/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμη). Επίδοση πρωτόδικης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής. Δικαιολογημένα, δεν έλαβε γνώση ο αναιρεσείων της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διότι αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε σε άλλη διεύθυνση και όχι στην κατοικία του. Αναιρεί και παραπέμπει υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1195/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Λαμτζίδη, περί αναιρέσεως της 27625/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ...., που δεν παρέστη. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1877/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς, επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθ. 27.625/2007 προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενος ... για την αξιόποινη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) ημερών, η οποία ανεστάλη για μία τριετία. Όμως, από την αιτιολογία της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως και ειδικότερα από την αναφορά του σκεπτικού αυτής "από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν νόμιμα, από τους μάρτυρες κατηγορίας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου και τη λοιπή διαδικασία, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας κατ' εξακολούθηση που αποδίδεται σ'αυτόν με το κατηγορούμενο...", δεν προκύπτει και μάλιστα αναμφίβολα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεως ...., η οποία ουδόλως μνημονεύεται, ούτε επίσης προκύπτει ότι η κατάθεση της άνω μάρτυρα συνεκτιμήθηκε και αξιολογήθηκε για το σχηματισμό της κατά τα άνω κρίσεως του Δικαστηρίου. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός με την ανωτέρω πλημμέλεια τρίτος λόγος του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 27.625/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν λήφθηκε υπόψη για την κρίση του Δικαστηρίου, στο σκεπτικό του οποίου ουδόλως αναφέρεται, η δοθείσα στο ακροατήριο κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτηση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα.
1
Αριθμός 1194/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Επαμεινώνδα Ρέκκα, για αναίρεση της 38077/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1682/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικώς η κατά της αναιρεσείουσας ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι κι η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 38.077 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της η έφεση της εκκαλούσας κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της με αριθμό 26.297/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή είχε καταδικασθεί ερήμην, για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής. Από την αντίστοιχη σχετική με αριθμό 16.668/21-12-2006 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, αναφέρει στην έφεσή της, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή τους, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και ότι η επίδοση ως άγνωστης διαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτή έχει γνωστή διαμονή και διαμένει στους ... στην οδί ..... Επικαλέσθηκε, δηλαδή, ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτή της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως ή παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε, και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτήν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως στην άνω έφεσή της, αν τη φερόμενη από αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία της στους .... είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως περιοριζόμενη απλώς στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας της ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι η εκκαλούσα δεν έλαβε εγκαίρως γνώση της εκκαλουμένης απόφασης, αφού από το από 29-11-2004 αποδεικτικό επίδοσης αυτής του Αρχ/κα .... προκύπτει ότι η εκκαλουμένη υπ'αριθ. 26297/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών επιδόθηκε νόμιμα, ως άγνωστης διαμονής, αφού στην τελευταία γνωστή διαμονή της εκκαλούσας, δηλαδή στην οδό ..., ...., αυτή ήταν άγνωστη (βλ. την από 29-11-2004 βεβαίωση του παραπάνω Αρχιφύλακα) και δεν ενημέρωσε καμία αρμόδια Αρχή για τη μεταβολή της. Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση θεωρείται ως παρελκυστικώς ασκηθείσα, αφού ασκήθηκε μετά την παραγραφή του αδικήματος, που φέρεται τελεσθέν στις 15-3-1998, και πρέπει να απορριφθεί ως εκπροθέσμως ασκηθείσα (21-12-2006)". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου, απαράδεκτης, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε η εκκαλούσα δεν προέβαλε με την έφεσή της ότι είχε καταστήσει γνωστή καις την Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την ως άνω διεύθυνση της κατοικίας της και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της επαγγελματικής της μισθίας κατοικίας, στην οδό ...., στους ..., που διατηρούσε κατάστημα και αναφέρεται στο παραδεκτώς αναγνωσθέν σώμα της εκδοθείσας από την κατηγορουμένη αντίστοιχης ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής που αποτελεί στοιχείο του εγκλήματος, ενώ δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση, ώστε η κατηγορουμένη να δηλώσει, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ την κατοικία της. Εξάλλου και η συναφής αιτίαση, που προβάλλεται για την ακυρότητα της γενομένης κατά τα άνω επιδόσεως για το λόγο ότι η κατηγορουμένη αναζητήθηκε στο κατάστημά της αντί της κατοικίας της και ως μη ανευρεθείσα, η επίδοση έγινε με τοιχοκόλληση στο γραφείο του Δημάρχου του Δήμου .... χωρίς προηγουμένως να αναζητηθεί αυτή και στην κατοικία της, είναι απορριπτέα για τους προεκτεθέντας λόγους, ενώ, βεβαιουμένου από το όργανο επιδόσεως στη συνταχθείσα έκθεση ότι η αναζητουμένη στο κατάστημά της κατηγορουμένη, στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της επαγγελματικής της εγκαταστάσεως, δεν βρέθηκε εκεί αυτή ή κάποιο από τα αναφερόμενα στην παραπάνω διάταξη πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία της και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από τα άρθρα 155 και 156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, υποχρέωση να αναζητήσει και τη συγκεκριμένη ως άνω διεύθυνση της κατοικίας της, αφού αυτή η διεύθυνση ήταν κατά τα πιο πάνω άγνωστη στην Εισαγγελική αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της επαγγελματικής της εγκαταστάσεως, όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει γνωστής κατοικίας της και επομένως η ως άνω επίδοση ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομη. Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προ βάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία και υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 111/28-9-2007 αίτηση της .... για αναίρεση της με αριθμό 38.077/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επίδοση πρωτόδικης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής. Αβάσιμος ο λόγος ότι είναι άκυρη η επίδοση ως άγνωστης διαμονής στο γραφείο του αρμοδίου Δημάρχου, αφού δεν ήταν γνωστή η διεύθυνση κατοικίας της κατηγορουμένης, αφού αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε αυτή ή κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ πρόσωπα στην επαγγελματική της στέγη. Απόρριψη εφέσεως. Απορρίπτει αναίρεση κατ' αυτής.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1193/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια, για αναίρεση της 168/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, με συγκατηγορούμενο τον ..... Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2033/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 358 του ίδιου Κώδικα, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Από την άποψη δε αυτή, στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, καθώς και η προανακριτική και ανακριτική του κατηγορουμένου απολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης με την υπ' αριθμό 168/2007 αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, ...., ως υπότροπο, χωρίς να είναι τοξικομανής, για τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας, σε ποινή καθείρξεως έντεκα (11) ετών. Από την αιτιολογία της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως προκύπτει ότι το δικάσαν Δικαστήριο επιστήριξε την κρίση του περί της ενοχής του άνω κατηγορουμένου και στην προανακριτική απολογία του συγκατηγορουμένου του ..... Η προανακριτική, όμως, αυτή απολογία του τελευταίου δεν αναφέρεται στα πρακτικά μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, ούτε προκύπτει από οιοδήποτε άλλο στοιχείο ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου. Ούτε, επίσης, τα αναφερόμενα περιστατικά, που φέρονται ότι κατατέθηκαν από τον κατά τα άνω κατηγορούμενο (κατά την προανάκριση) προκύπτουν από οιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο. Η πλημμέλεια αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, προβάλλεται με το δεύτερο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του άλλου λόγου. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 168/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο. Έλαβε υπόψη του προανακριτική απολογία του συγκατηγορουμένου του, η οποία όμως δεν αναγνώσθηκε. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Κατηγορούμενος.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1192/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Λειβαδίτη, περί αναιρέσεως της 7335/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 181/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι._ Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι: α) δημόσιο έγγραφο, εκδιδόμενο από τον αρμόδιο για την έκδοσή του δημόσιο υπάλληλο, β) στο έγγραφο αυτό να βεβαιούται αναληθώς περιστατικό, δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, γ) η αναληθής βεβαίωση να επιτυγχάνεται δι' εξαπατήσεως του εκδίδοντος το δημόσιο έγγραφο υπαλλήλου από τον υπαίτιο και δ) υποκειμενικώς απαιτείται δόλος συνιστάμενος στη γνώση ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές και δύναται να έχει έννομες συνέπειες, το δε έγγραφο, στο οποίο διαλαμβάνεται η αναληθής βεβαίωση, έχει δημόσιο χαρακτήρα. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β' Π.Κ., στην οποία ορίζεται ότι, με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, συνάγεται, ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος, που, με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κύριας πράξης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτήν την συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει την θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και την γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης. ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. "... Ο 1ος κατηγορούμενος, Χ1, εργολάβος, κατασκευαστής από το έτος 1974 της πολυκατοικίας επί της οδού ... στην ..., προκειμένου να νομιμοποιήσει προγενέστερη (από το έτος 1974) αυθαίρετη μετατροπή τμήματος πιλοτής σε κλειστό αποθηκευτικό χώρο και γραφείο και να μετατρέψει το υπόλοιπο ελεύθερο τµήµα της πιλοτής εµβαδού 128,79 µ2 σε κλειστό αποθηκευτικό χώρο, υπέβαλε στις 14-8-2001 αίτηση στην Πολεοδοµία ... για έκδοση σχετικής οικοδοµικής αδείας, επικαλούµενος και επισυνάπτοντας σ' αυτή τοπογραφικά διαγράµµατα και αρχιτεκτονικά σχέδια της πολυκατοικίας, τα οποία έφεραν την υπογραφή του 20υ κατηγορουμένου, γιού του 1ου και πολιτικού µηχανικού, Χ2 και τα οποία εµφάνιζαν εν γνώσει και των δύο κατηγορουµένων ψευδώς ότι το ύψος της πιλοτής ήταν 2,20µ. αντί του πραγµατικού 2,70 µ. Με αυτόν τον τρόπο ο 10ς κατηγορούμενος παραπλάνησε τους υπαλλήλους της Πολεοδοµίας ... και πέτυχε να εκδοθεί στις 3-10-2001 η ...οικοδοµική αδεια, η οποία νοµιµοποιούσε τις προγενέστερες µετατροπές και επέτρεπε τη ζητούµενη µελλοντική µετατροπή και η οποία ανακλήθηκε µε την 1183/2002 απόφαση της ίδιας υπηρεσίας, όταν εντοπίστηκε η παραπλάνηση ως προς το ύψος της πιλοτής. Εποµένως, ο 10ς κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης µε την άµεση συνέργεια του 20υ κατηγορουμένου, χωρίς τη συμμετοχική δράση του οποίου δεν θα ήταν εφικτή η τέλεση της πράξης του 1ου. Επίσης ο 10ς κατηγορούµενος, βάσει της προαναφερόμενης ... οικοδομικής αδείας, που εκδόθηκε βάσει ψευδών στοιχείων και ανακλήθηκε, στις 13-12-2001, µετέτρεψε παράνοµα σε κλειστό αποθηκευτικό χώρο τον υπόλοιπο ελεύθερο χώρο της πιλοτής συνολικού εμβαδού 91 µ2, τελώντας έτσι µε πρόθεση και την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983. Κατόπιν αυτών, πρέπει οι κατηγορούµενοι να κηρυχθούν ένοχοι για τις παραπάνω πράξεις,όπως ειδικότερα αυτές περιγράφονται στο διατακτικό της απόφασης. Ακόµη πρέπει να αναγνωριστεί υπέρ των κατηγορουμένων η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίµου βίου, αφού αποδείχτηκε ότι αυτοί µέχρι την τέλεση των πράξεων έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελµατική κι κοινωνική ζωή...". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο στο διατακτικό του κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, τον μεν Χ1 για τις πράξεις της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και παράβασης του άρθρου 17 παρ.8 του Ν. 1337/1983 και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για κάθε πράξη και συνολικώς οκτώ (8) μηνών, τον δε Χ2 για άμεση συνέργεια στην πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως του πρώτου και επέβαλε και σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, τις οποίες και για τους δύο τις ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, αναφορικώς με την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως του Χ1 και την άμεση σ' αυτή συνέργεια του Χ2, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1β, και 220 του Π.Κ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλειπή ή ασαφή αιτιολογία ώστε να στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, έκρινε ότι ο πρώτος αναιρεσείων-κατηγορούμενος δι' εξαπατήσεως των αρμοδίων υπαλλήλων της πολεοδομίας ... και κατά τον αναφερόμενο τρόπο δηλαδή δια της υποβολής αναληθών τοπογραφικών διαγραμμάτων και αρχιτεκτονικών σχεδίων τα οποία συνέταξε εν γνώσει του συνέταξε προς τούτο ο δεύτερος κατηγορούμενος υιός του, πέτυχε να εκδοθεί η αναφερόμενη οικοδομική άδεια για την οποία δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εκδόσεώς της. Από το γεγονός ότι στο διατακτικό της αποφάσεως αναφέρεται ότι το ύψος του ημιυπόγειου χώρου ήταν 2,50 μ. δεν δημιουργείται οποιαδήποτε αντίφαση και ασάφεια με το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι το ύψος του χώρου αυτού ήταν 2,20 μ. η αναγραφή δε αυτή των 2,50 μ. στο διατακτικό οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε' του Κ.Π.Δ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους, για την άνω πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙΙ.- Στις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ ορίζονται τα ακόλουθα: "1.Αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί αν ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ'αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός.3. Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Για την περίπτωση που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για ορισμένο έγκλημα και ακολουθήσει η άσκηση, για το ίδιο, νέας ποινικής δίωξης ο ΚΠΔ δεν περιέχει ρητή ρύθμιση για την εντεύθεν εκκρεμοδικία και την τύχη της δεύτερης ποινικής δίωξης. Όμως με ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζει το άρθρο 57 παρ. 3 ΚΠΔ για το δεδικασμένο, πρέπει, αν η προηγηθείσα ποινική δίωξη έχει κριθεί οριστικά, όχι όμως και αμετάκλητα, η δεύτερη να κηρύσσεται απαράδεκτη, άλλως ιδρύεται (με την εκδίκαση και της δεύτερη κατηγορίας) ο αναιρετικός λόγος της υπέρβασης εξουσίας με την αρνητική του μορφή. Στην προκείμενη περίπτωση, και αναφορικά με την πράξη της παράβασης του άρθρου 17 παρ.8 του Ν.1337/1983, με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων Χ1 κηρύχθηκε ένοχος του ότι "...στην ..., στις 13-12-2001, κατελήφθη να έχει, βάσει της υπ' αριθμ. ... άδειας οικοδομής, εκδοθείσης βάσει των αναφερομένων ψευδών στοιχείων, .... προβεί στο κλείσιμο χώρου της πυλωτής με χρήση γκαράζ (συνολικού εμβαδού 91 τ. μέτρων ...". Περαιτέρω από το επικυρωμένο αντίγραφο της σε απόσπασμα προσκομιζόμενης υπ' αριθμ. 83.441/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία δημοσιεύθηκε την 4-6-2004 σε συνδυασμό με το για την πράξη αυτή από 4-6-2004 κατηγορητήριο που υπογράφεται από τον εισαγγελέα Αθαν. Βλάχο και τα οποία έγγραφα παραδεκτά επισκοπούνται, προκειμένου να ερευνηθεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, ο ίδιος κατηγορούμενος για την ίδια ως άνω πράξη της παράβασης του άρθρου 17 παρ.8 του Ν. 1337/1983 ήτοι για το κλείσιμο χώρου της πυλωτής 91 τ.μέτρων που έγινε στην ... την 13-12-2001, κηρύχθηκε αθώος, χωρίς όμως να προκύπτει από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας ότι η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη. Κατά συνέπεια, αφού είχε κριθεί οριστικά η μία από τις δύο ποινικές διώξεις, που ασκήθηκαν κατά του αναιρεσείοντος Χ1 για την ίδια αξιόποινη πράξη, έπρεπε το Τριμελές Εφετείο, βάσει όσων προαναφέρθηκαν, να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη και εφόσον δεν το έπραξε, με το να δικάσει και πάλι και κηρύξει ένοχο τον αναιρεσείοντα αυτόν, υπερέβη την εξουσία του. (άρθρ.510 παρ.1 ΚΠΔ). Επομένως, κατ' ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζονται για την παραβίαση δεδικασμένου, στα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' και 517 παρ. 1 ΚΠΔ. και κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αναιρέσεως, πρέπει για την πράξη και μόνο αυτή να αναιρεθεί η προσβαλλομένη, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η δεύτερη ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος. Αναιρουμένης κατά τα άνω της αποφάσεως, πρέπει να απαλειφθεί και η διάταξη αυτής περί καθορισμού συνολικής ποινής εις βάρος του Χ1 μη θιγομένης της αποφάσεως ως προς την διάταξη αυτής περί της επιβληθείσης ποινής για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Ο Χ2 του οποίου απορρίπτεται η αναίρεση πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο (583 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 7.335/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθόσον αφορά την από 21-1-2009 αίτηση του Χ1. Κηρύσσει απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του ανωτέρω αναιρεσείοντος για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ.8 του Ν.1337/1983 ήτοι για το ότι στην ... στις 13-12-2001 με βάση την παρανόμως εκδοθείσα υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια, προέβη στο κλείσιμο χώρου της πυλωτής, εμβαδού 91 τ.μ. της επί της οδού ... . Απαλείφει τη διάταξη της παραπάνω αποφάσεως με την οποία το δικαστήριο προέβη στον καθορισμό συνολικής ποινής, μη θιγομένης της αποφάσεως ως προς την διάταξη αυτής περί της επιβληθείσης ποινής για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Απορρίπτει την από 21-1-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος Χ2 για αναίρεση της παραπάνω αποφάσεως. Και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Χ2 στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρεί εν μέρει ως προς το Στ.Ι. Κηρύσσει απαράδεκτη την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη. Απαλείφει τη διάταξη από την προσβαλλόμενη απόφαση για τον καθορισμό συνολικής ποινής. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως του Μ.Ι.
Αναιρέσεων συνεκδίκαση
Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1191/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 40.944/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 126/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 103/26.3.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 476 και 513 ΚΠΔ την από 7/1/2009 αίτηση αναιρέσεως του ..., που στρέφεται κατά της με αριθμό 40.944/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (λόγω εκπρόθεσμης άσκησης) η με αριθμό 11814/4-10-2007 έφεσή του κατά της με αριθμό 49107/12-5-2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει, ότι κατά γενική αρχή, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιουμένου διαδίκου ενώπιον των οριζομένων από την τελευταία οργάνων, στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η κατ'εξαίρεση άσκηση της αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μπορεί να γίνει μόνον εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, όχι δε και εναντίον οποιασδήποτε άλλης, η οποία δεν έχει αυτόν τον χαρακτήρα, όπως είναι και η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) βλ. ΑΠ 266/2008, ΑΠ 41/2007). ΙΙ. Στη προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλομένη με αριθμό 40.944/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η με αριθμό 11814/4-10-2007 έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά της με αριθμό 49107/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε φυλάκιση ενός έτους για την αξιόποινη πράξη της αντιποίησης αρχής. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 7-1-2009. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως, αφού η προσβαλλομένη απόφαση που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντα ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική. ΙΙΙ. Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει η αίτηση αναιρέσεως αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 - 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς ------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η από 7-1-2009 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της με αριθμό 40944/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 3 Μαρτίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 473 παρ. 2 εδ. α' Κ.Π.Δ. "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1", και κατ' άρθρον 474 παρ. 1 εδ. α' ιδίου Κώδικος, "με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος". Εκ των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται μόνο με δήλωση στον γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος, ήτοι κατ' εξαίρεση ή αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε όχι μόνο με δήλωση ενώπιον των αρμοδίων προσώπων που ορίζονται στην άνω διάταξη (του άρθρου 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) αλλά και με δήλωση αυτού (καταδικασθέντος) ή οποία επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, με την αναγκαία προϋπόθεση να είναι η προσβαλλομένη απόφαση καταδικαστική. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως εκπρόθεσμη ή ανυποστήρικτη δεν είναι καταδικαστική, διότι στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αλλά αντίθετα διαπιστώνει απλώς το τυπικώς απαράδεκτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Περαιτέρω κατ' άρθρον 476 παρ. 1 εδ. α' Κ.Π.Δ., "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο... " και τέλος κατ' άρθρο 513 παρ. 1 ΚΠΔ "Αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη". Στην προκειμένη περίπτωση δια της κρινομένης από 5 Ιανουαρίου 2009 αιτήσεως αναιρέσεως, ασκηθείσης διά δηλώσεως, επιδοθείσης εις τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 40944/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία απέρριψεν ως απαράδεκτη (εμπρόθεσμη) την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 49107/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Εφ' όσον όμως η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση αναιρέσεως απαραδέκτως ησκήθη διά δηλώσεως επιδοθείσης στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ως ανεφέρθη και πρέπει να απορριφθεί, επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος για να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Ιανουαρίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 40944/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδι-κείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 473 § 2 εδ. α΄ ΚΠΔ. Η αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από τον καταδικασθέντα και με σχετική δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου πέραν των άρθρ. 473 § 2, 474 § 1 εδ. α΄ ΚΠΔ, ήτοι κατ' εξαίρεση μόνον. Η απόφαση με την οποίαν απορρίπτεται η έφεση ως εκπρόθεσμη δεν είναι καταδικαστική και συνεπώς δεν ασκείται με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη εάν ασκηθεί ούτως.
Εισαγγελέας Αρείου Πάγου
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
0
Αριθμός 1190/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσειούσης - κατηγορουμένης ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 21014/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 114/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 82/09.03.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 14 Ιανουαρίου 2009 αίτησιν αναιρέσεως της κατηγορουμένης ..., κατά της υπ'αριθμ. 21014/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διά της οποίας απερρίφθη ως ανυποστήρικτος η έφεσίς της κατά της υπ' αριθμ. 116551/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Εκ των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως, κατ'αποφάσεως εκδοθείσης απόντος του κατηγορουμένου, εφ'όσον τυγχάνει γνωστής διαμονής εις την ημεδαπήν, είναι δεκαήμερος και αρχίζει από της επομένης της επιδόσεως της αποφάσεως, υπό την προϋπόθεσιν της προηγουμένης καταχωρίσεως αυτής καθαρογραφημένης εις το ειδικόν βιβλίον που τηρείται εις την γραμματείαν του ποινικού δικαστηρίου (Α.Π. 561/2008, 492/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 82 και 83 αντιστ. κ.ά.). Περαιτέρω εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικον μέσον οφείλει να αναφέρη εις την έκθεσιν ασκήσεως αυτού τον λόγον που δικαιολογεί την εκπρόθεσμον άσκησίν του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος από τα οποία παρημποδίσθη εις την εμπρόθεσμον άσκησίν του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά των, άλλως το ένδικον μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτον (Α.Π. 561/2008, 492/2008 ενθ' ανωτ. κ.ά.). Τέλος εκ της αυτής διατάξεως προκύπτει, ότι εις την έκθεσιν ασκήσεως αναιρέσεως κατ'αποφάσεως πρέπει να περιέχεται λόγος αναιρέσεως, εκ των διαλαμβανομένων περιοριστικώς εις το άρθρον 510 ιδίου Κώδικος, άλλως η αίτησις αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος (Α.Π. 304/2008, Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 82 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν η προσβληθείσα απόφασις, που απέρριψε την έφεσιν της αναιρεσειούσης κατηγορουμένης ως ανυποστήρικτον, κατεχωρίσθη εις το ειδικόν βιβλίον την 11/5/2006 και επεδόθη εις αυτήν την 27/9/2007. Η δε κατ'αυτής αναίρεσις ησκήθη την 14/1/2009, ήτοι μετά την πάροδον της τασσομένης δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεώς της. Εις την σχετικήν έκθεσιν αναιρέσεως ουδείς λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος αναφέρεται που να δικαιολογή την εκπρόθεσμον άσκησίν της. Πέραν αυτού εις την ανωτέρω έκθεσιν ως λόγος αναιρέσεως αναφέρεται "διότι μολονότι προσεκόμισε ο μάρτυρας της κατηγορουμένης ιατρική βεβαίωση στο δικαστήριο, ότι αδυνατούσε να παραστεί, αυτή δεν ελήφθη υπ'όψιν ως ώφειλε και δεν κρίθηκε επαρκής, ενώ κατ'άρθρον 349 Κ.Π.Δ. θα έπρεπε να αναβληθή η δίκη λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο της κατηγορουμένης". Με το περιεχόμενον αυτό καθίσταται σαφές, ότι ουδείς λόγος αναιρέσεως, εκ των περιοριστικώς διαλαμβανομένων εις το άρθρον 510, εκτίθεται εις την σχετικήν έκθεσιν της αιτήσεως αναιρέσεως. Συνεπώς η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως είναι διττώς απαράδεκτος, αφ'ενός μεν ως εκπρόθεσμος και αφ'ετέρου διότι ουδείς αναιρετικός λόγος εκτίθεται εις την σχετικήν έκθεσιν αυτής, εκ των διαλαμβανομένων εις το άρθρον 510 Κ.Π.Δ. Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθή απαράδεκτος η προαναφερθείσα αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α---------------------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να κηρυχθή απαράδεκτος η από 14 Ιανουαρίου 2009 αίτησις αναιρέσεως της κατηγορουμένης ..., κατά της υπ'αριθμ. 21014/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. ΙΙ. Να καταδικασθή η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.- Αθήνα 1η Μαρτίου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Στην προστεθείσα με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 § 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ. ορίζεται ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου...". Ο όρος τελεσίδικη απόφαση που απαντάται στον Κ.Π.Δ. μόνο στην ανωτέρω διάταξη χρησιμοποιείται με τη γνωστή έννοια της αποφάσεως που δεν μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα από τον νόμο τακτικά ένδικα μέσα, όπως προβλεπόμενο από τον Κ.Π.Δ. είναι μόνο η έφεση. Ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει προβλεπομένους από το άρθρο 510 § 1 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, και ιδίως αυτόν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, να αποφεύγεται δε η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος ώστε να αποτρέπεται η εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου (ολ. ΑΠ. 6/2002). ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 473 §§1 και 3, 507 § 1 εδ. α' και 155 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, η οποία εξεδόθη με απόντα τον κατηγορούμενο, δικαιούμενο εις άσκηση αυτής και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την νόμιμη επίδοσή της στον απόντα κατηγορούμενο ή, σε περίπτωση θυροκολλήσεως του εγγράφου, από της επομένης της επιδόσεως στον νομίμως διορισθέντα αντίκλητο, εάν η επίδοση αυτή έγινε μετά την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, από την καταχώρισή της δε αυτή, αν η επίδοσή της προηγήθηκε. Εξ άλλου κατά την γνωστή αρχή του δικαίου ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα ο αναιρεσείων, μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγον ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν. Η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου ως απαράδεκτη κατά τα άρθρα 476 § 1 και 513 § 1 Κ.Π.Δ. ΙΙΙ. Τέλος από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 484 § 1, 509 § 1 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων και βουλευμάτων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στα άρθρα 510 και 484 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορριπτέα (άρθρο 476 και 513 Κ.Π.Δ.). ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση δια της προσβαλλομένης υπ'αριθμ. 21014/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απερρίφθη ως ανυποστήρικτη η έφεση της αναιρεσειούσης κατά της υπ'αριθμ. 116551/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η ανωτέρω δε απόφαση, η οποία υπόκειται εις αναίρεση, κατεχωρίσθη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 Κ.Π.Δ. την 11 Μαΐου 2006, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση του Γραμματέως επί του φωτοαντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως, επεδόθη δε εις την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη την 27 Σεπτεμβρίου 2007, όπως προκύπτει από το υπό την αυτή ημερομηνία αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ..., σε σύνοικο αυτής. Εντεύθεν και η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα την 14/1/2009, ήτοι μετά την πάροδο της νομίμου δεκαημέρου προθεσμίας από της άνω επιδόσεως, χωρίς να εκτίθεται στην έκθεση αυτής λόγος ανωτέρας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, είναι απαράδεκτη. Πέραν αυτού στην άνω έκθεση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αναφέρει ότι ασκεί αναίρεση "διότι μολονότι προσεκόμισε ο μάρτυρας της κατηγορουμένης ιατρική βεβαίωση στο δικαστήριο ότι αδυνατούσε να παραστεί αυτή, δεν ελήφθη υπ'όψη ως ώφειλε και δεν κρίθηκε επαρκής, ενώ κατ' άρθρον 349 ΚΠοινΔ θα έπρεπε να αναβληθεί η δίκη λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο της κατηγορουμένης", δηλαδή ουδένα σαφή και ορισμένο λόγο περιέχει αυτή η έκθεση (αναιρέσεως) από τους αναφερομένους περιοριστικώς ως άνω εις το άρθρο 510 Κ.Π.Δ. και γι'αυτό είναι απαράδεκτη και εξ αυτού του λόγου. Κατ' ακολουθίαν αυτών και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου της αναιρεσειούσης να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως, εξ αμφοτέρων των άνω λόγων, απαράδεκτη επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα (άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 1/14-1-2009 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21014/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρ. 4 §§ 1 και 3 ΚΠΔ. Η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως εκδοθείσης με απόντα τον κατηγορούμενο και όντα γνωστής διαμονής στην ημεδαπή είναι 10 ημέρες και αρχίζει από την επίδοσή της, εάν αυτή έγινε μετά την καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο, από την καταχώρησή της δε εάν η επίδοση προηγήθηκε. Άρθρο 255 ΑΚ. Εάν ασκηθεί εκπροθέσμως πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως: όταν δεν αναφέρονται σαφώς και συγκεκριμένως οι λόγοι για τους οποίους ασκείται και αναφέρονται περιοριστικά στα άρθρα 510 και 484 ΚΠΔ. Απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως ως εκπρόθεσμη και λόγω της αοριστίας της.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Προθεσμία.
1
Αριθμός 1189/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη- Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Οικονομάκη, περί αναιρέσεως της ΒΤ 7112/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΣΑΝΤΡΟ ΜΠΡΟΥΝΙ ΝΤΙΣΤΡΙΜΠΟΥΣΙΟΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΕΩΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 305/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν. 5960/1933 περί επιταγής, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 28 και 29 παρ.1 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι, για την πραγμάτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, απαιτείται, α) έκδοση ακάλυπτης επιταγής, η οποία δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα κατά την εμπρόθεσμη, ήτοι, κατ'άρθρο 29 παρ.1 και 4 Ν.5960/1933, εντός οκτώ (8) ημερών από την ημερομηνία έκδοσής της εμφάνισης αυτής προς πληρωμή, β) έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής και γ) δόλος, για την ύπαρξη του οποίου αρκεί η γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Λόγο αναιρέσεως συνιστά, σύμφωνα με το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, συνδυαζόμενο με το διατακτικό, της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως εφετείο, μετ'εκτίμηση και αξιολόγηση των στην απόφασή του αυτήν αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "...Ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ ΑΕΒΕ" στον Πειραιά εξέδωσε με πρόθεση στις 28-2-2004 την με αριθ. ... επιταγή ποσού 136.051 ευρώ σε διαταγή της εγκαλούσης εταιρίας και με πληρώτρια την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία, αφού εμφανίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την εγκαλούσα, ως τελευταία νόμιμη κομίστρια της επιταγής, δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν ευθύνεται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής για τον λόγο ότι η επιταγή αυτή αποτελεί αντικατάσταση άλλης επιταγής που έχει εκδοθεί την 31-12-2003 όταν αυτός ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω ανωνύμου εταιρείας και ήδη κατά τον παραπάνω χρόνο εκδόσεως της επίδικης επιταγής (28-2-2004) είχε παύσει να είναι νόμιμος εκπρόσωπος της αφού 22-12-2003 νόμιμος εκπρόσωπος Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος διορίστηκε ο .... Ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος διότι από το προσκομιζόμενο τεύχος Ανωνύμων Εταιριών την παραπάνω εταιρία εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος μέχρι την 22-12-2004 ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας. Επομένως ο κατηγορούμενος που εξέδωσε την επίδικη επιταγή σε αντικατάσταση προηγουμένης προς διασφάλιση τιμήματος πωλήσεως εμπορεύματος προς την ανωτέρω εταιρία, η οποία κατά του παραπάνω χρόνους αντιπροσωπευόταν από τον κατηγορούμενο γνώριζε κατά τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως της επιταγής αλλά και τον μεταγενέστερο που δόθηκε η επιταγή αυτή σε αντικατάσταση της προηγούμενης ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα για την κάλυψη της επιταγής στην πληρώτρια Τράπεζα, αφού η εταιρία την 1-3-2004 υπέβαλε δήλωση παύσης των πληρωμών της ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς . Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2124/12-5-2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία η εν λόγω εταιρία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως και ορίστηκε ως χρόνος παύσης των πληρωμών της η 20-12-2003. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι με την πτώχευση της εταιρίας αίρεται η ευθύνη που πρέπει να απορριφθεί, διότι επί πτωχεύσεως ανωνύμου εταιρίας στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της πραγματικής ημερομηνίας εκδόσεως της μεταχρονολογημένης επιταγής και αυτής εκείνης που αυτή εμφανίστηκε στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή, ήτοι εντός του οκταημέρου από την στο σώμα της επιταγής αναγραφόμενη ημερομηνία, δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του άρθρου 79 ν. 5960/1933 και η υπαιτιότητα στο πρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας που την εξέδωσε και η αστική του ευθύνη προς αποζημίωση. Τούτο γιατί το αποτέλεσμα της πτωχευτικής απαλλοτριώσεως που επήλθε με βάση του άρθρο 2 παρ. 1 του α.ν. 635/1937 "περί διατάξεων του πτωχευτικού δικαίου" που στερεί αυτοδικαίως τον πτωχεύσαντα της διοικήσεως (διαθέσεως και διαχειρίσεως) της πτωχευτική περιουσίας και της επιλεκτικής εξόφλησης των εταιρικών χρεών δεν επεκτείνεται και στην περιουσία του νομίμου εκπροσώπου της πτωχευσάσης εταιρίας η αστική και ποινική ευθύνη του οποίου από την έκδοση της ακάλυπτης και πληρωθείσης επιταγής διατηρείται, μη επηρεαζόμενη από την επελθούσα εκ της πτωχεύσεως μεταβολή στη νομική κατάσταση της ανωνύμου εταιρίας .......". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/33, όπως ισχύει και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης είκοσι μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά που δίκασε ως εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό προμνησθέντα περιστατικά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 79 παρ.1 Ν.5960/1933, που εφάρμοσε και τις οποίες, έτσι, ούτε ευθέως, ούτε και εκ πλαγίου, παραβίασε, γι'αυτό και πρέπει ν'απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι περί του αντιθέτου και από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ και Ε' ΚΠΔ σχετικοί αναιρετικοί λόγοι. Ειδικότερα είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Η του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς καθ' υπέρβαση της εξουσίας του επιδίκασε στον ... (ως πολιτικώς ενάγοντα) προσωπικά και ατομικά χρηματική ικανοποίηση ύψους τριάντα ευρώ, ενώ η παράσταση πολιτικής αγωγής αυτού είχε γίνει δεκτή με φερόμενο ως πολιτικώς ενάγοντα αυτόν με την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΑΝΤΡΟ ΜΠΡΟΥΝΙ ΝΤΙΣΤΡΙΜΠΟΥΣΙΟΝ Α.Ε.Β.Ε. ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΕΩΣ", η οποία και είχε το δικαίωμα να παρασταθεί ως πολιτική αγωγή και να της επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση. Από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο ότι ο ... δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων "με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΑΝΤΡΟ ΜΠΡΟΥΝΙ ΝΤΙΣΤΡΙΜΠΟΥΣΙΟΝ Α.Ε.Β.Ε. ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΕΩΣ" και με αυτήν προφανώς την ιδιότητα του επιδικάστηκε (και όχι προσωπικά και ατομικά) χρηματική ικανοποίηση ύψους τριάντα ευρώ, αφού με αυτήν την ιδιότητα έγινε δεκτή η παράσταση της πολιτικής αγωγής, την οποία ακολούθως το Δικαστήριο δέχθηκε και κατ' ουσία και επιδίκασε σ' αυτόν το πιο πάνω ποσό ως χρηματική ικανοποίηση. Επίσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 ν. 5960/1933, αφού έκρινε ότι κατηγορούμενος αναιρεσείων έχει ευθύνη, ενώ δέχθηκε ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε την 28-2-2004, όταν αυτός είχε παύσει από 22-12-2003 να είναι νόμιμος εκπρόσωπος και Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "Όμιλος Μόδας ΑΕΒΕ". Όπως, όμως, προκύπτει από το πιο πάνω σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο δέχθηκε ακριβώς τα αντίθετα. Συγκεκριμένα απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, κατά τον οποίο κατά χρόνο εκδόσεως της επίδικης επιταγής (28-2-2004) είχε παύσει να είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, διότι, όπως αναφέρεται στην απόφαση, "από το προσκομιζόμενο τεύχος Ανωνύμων Εταιριών (προκύπτει ότι) την παραπάνω εταιρία εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος μέχρι την 22-12-2004 ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας". ΙΙΙ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι η εταιρεία που εκπροσωπούσε ("Όμιλος Μόδας ΑΕ") κηρύχθηκε σε πτώχευση με την 2124/04 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και είχε κάνει ήδη παύση πληρωμών από 20-12-2003 και ότι για το λόγο αυτό απαγορευόταν διά νόμου να πληρώσει την επίμαχη οφειλή της. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, περί μη δυνατότητας εξοφλήσεως της πιο πάνω επιταγής, έτσι όπως προτάθηκε, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, δηλαδή ισχυρισμό με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αφού, ούτε από την διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 Ν.5960/1933, ούτε και από κάποια άλλη, προκύπτει ότι, αν ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είχε, κατά τον χρόνο έκδοσής της, πτωχεύσει ή παύσει τις πληρωμές του, ως έμπορος, το γεγονός τούτο επιδρά στο αξιόποινο της συμπεριφοράς του και ειδικότερα αίρει τον άδικο χαρακτήρα ή εξαλείφει το αξιόποινο της ποινικώς αξιόλογης αδικοπραξίας της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ούτε και αίρει την προς καταλογισμό ικανότητα του δράστη. Πολύ δε περισσότερο δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 και η υπαιτιότητα στο πρόσωπο του νομίμου αντιπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή, αφού το αποτέλεσμα της πτωχευτικής απαλλοτριώσεως που επήλθε με βάση το άρθρο 2 παρ.1 του α.ν. 635/1937 "περί διατάξεων τινων του πτωχευτικού δικαίου", που στερεί αυτοδικαίως τον πτωχεύσαντα της διοικήσεως (διαθέσεως και διαχειρίσεως) της πτωχευτικής περιουσίας και την επιλεκτική εξόφληση των εταιρικών χρεών, δεν επεκτείνεται και στην περιουσία του νομίμου αντιπροσώπου της πτωχευσάσης εταιρείας, η ποινική και αστική ευθύνη του οποίου από την έκδοση της ακάλυπτης και μη πληρωθείσης επιταγής διατηρείται, μη επηρεαζομένη από την επελθούσα εκ της πτωχεύσεως μεταβολή στη νομική κατάσταση της ανωνύμου εταιρείας. Στην προκειμένη δε περίπτωση, ο πιο πάνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος συνιστά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου του και τίποτε περισσότερο και το Δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ' αυτού με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ανεξαρτήτως αυτού, το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν με την πιο πάνω αναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και, με τις παραδοχές του ότι ".... ο κατηγορούμενος που εξέδωσε την επίδικη επιταγή σε αντικατάσταση προηγουμένης προς διασφάλιση τιμήματος πωλήσεως εμπορεύματος προς την ανωτέρω εταιρία, η οποία κατά του παραπάνω χρόνους αντιπροσωπευόταν από τον κατηγορούμενο γνώριζε κατά τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως της επιταγής αλλά και τον μεταγενέστερο που δόθηκε η επιταγή αυτή σε αντικατάσταση της προηγούμενης ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα για την κάλυψη της επιταγής στην πληρώτρια Τράπεζα, αφού η εταιρία την 1-3-2004 υπέβαλε δήλωση παύσης των πληρωμών της ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς....", αιτιολόγησε με πληρότητα και τον δόλο του κατηγορουμένου στην πράξη για την οποία κρίθηκε ένοχος. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε και Δ ΚΠΔ συναφής λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για κακή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 79 του ν.5960/33, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις και, όπως εκτιμάται και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του πιο πάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των προβαλλομένων λόγων αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-2-2009 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (με αρ.πρωτ. 1106/9-2-09) του ..., κατοίκου ..., κατά της ΒΤ7112/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ακάλυπτη επιταγή. Στοιχεία εγ-κλήματος. Λόγοι αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, διότι επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση προσωπικά στον νόμιμο εκπρόσωπο και όχι στην παθούσα πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία και για εσφαλμένη εφαρμογή άρθρου 79 Ν. 5930/1933, διότι δέχθηκε η απόφαση ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος κατά τον κρίσιμο χρόνο. Απόρριψη λόγων ως αβασίμων. Ισχυρισμός ότι η ανώνυμη εταιρία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο αναιρεσείων είχε πτωχεύσει. Όχι αυτοτελής. Όχι αιτιολογία στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς. Απορρίπτει αναίρεση.
Χρηματική ικανοποίηση
Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Χρηματική ικανοποίηση, Ανώνυμη εταιρία.
0
Αριθμός 1188/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο ( κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αίτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σπυράκο, 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Σιδέρη και 3) Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 4515/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ4 και 2) Χ5. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9.2.2009, 29.1.2009 και 29.1.2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντιστοίχως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 294/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η από 9/2/2008 (με αρ.πρωτ. 1271/11-2-2009) 2) η από 29-1-2009 (με αρ.πρωτ. 811 30-1-2009) και 3) η από 29-1-2009 (με αρ.πρωτ. 870/2-2-2009) αιτήσεις (δηλώσεις), των: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, που κατοικεί στα ... και 3) Χ3, κατοίκου ..., αντιστοίχως, για αναίρεση της 4515/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, (εκ των οποίων η 2η και η 3η έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως) πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. ΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 462, 473 παρ.1 και 3 και 507 παρ.1 εδ.α ΚΠΔ προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ, εφόσον ο δικαιούμενος ήταν παρών κατά τη δημοσίευσή της, και είναι δέκα ημέρες. Αν ο δικαιούμενος ήταν απών κατά τη δημοσίευσή της, αλλά γνωστής στην ημεδαπή διαμονής, η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί σtα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 παρ.2 και 474 παρ.2 ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη 4515/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία o αναιρεσείων Χ1, κάτοικος ..., καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη, για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε, μετά την άσκηση εφέσεως από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, κατά της 4992/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε κατά τη διαδικασία και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο κατά την εκφώνηση της αποφάσεως. Συνεπώς ο κατηγορούμενος θεωρείται ότι ήταν παρών στην δίκη εκείνη και η εκδοθείσα απόφαση λογίζεται ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος κατηγορουμένου και, επομένως, η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής αρχίζει από της καταχωρήσεώς της στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο, χωρίς να είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της. Η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο βιβλίο καθαρογραφής αποφάσεων του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ στις 13-1-2009 με α.α. 58, όπως προκύπτει από τη σχετική επί της αποφάσεως αυτής βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα. Ο αναιρεσείων όμως άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκπρόθεσμα και συγκεκριμένα την 11-2-2009, με δήλωση του ίδιου που επιδόθηκε στο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθ. 473 παρ.2 ΚΠΔ), χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται λόγο ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος προς δικαιολόγηση του εκπρόθεσμου της αναίρεσής του. Επομένως, η αίτηση αυτή, ως εκπρόθεσμη, είναι απαράδεκτη. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η πιο πάνω αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Χ1 στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ. 2, 321 παρ.1 στοιχ. δ', ε' και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης, Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠΔ. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Στα άρθρα του ποινικού νόμου, που, πρέπει να περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα, δεν περιλαμβάνονται και εκείνα που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως είναι οι διατάξεις του γενικού μέρους που προβλέπουν τους λόγους μείωσης των ποινών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, η αναιρεσείουσα Χ2 πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου, προέβαλε την ένσταση ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος, διότι "δεν μνημονεύονται σ' αυτό τα άρθρα 49 παρ. 1 και 83 του Π.Κ. που είναι μείζονος σημασίας και καθορίζουν το μέγεθος της απειλούμενης ποινής και γιατί δεν μνημονεύονται ξεχωριστά για κάθε κατηγορούμενο τα άρθρα του ποινικού κώδικα που προβλέπουν την αξιόποινη πράξη αλλά αδιάκριτα για όλους τους κατηγορουμένους". Την ένσταση αυτή η ίδια αναιρεσείουσα είχε υποβάλλει και ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε σε πρώτο βαθμό και την περιέλαβε ως λόγο έφεσης στην 508/13-03-2007 έφεση που άσκησε κατά της 4992/2007 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, τα αναφερόμενα ως ελλείποντα άρθρα δεν είναι από εκείνα που τυποποιούν την πράξη ως έγκλημα και προβλέπουν την ποινή για αυτό, όπως εδώ την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, αλλά αναφέρονται σε διατάξεις που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως είναι και οι διατάξεις που προβλέπουν λόγο μείωσης των ποινών στην περίπτωση όπου ο νόμος για να είναι μία πράξη αξιόποινη, απαιτεί ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις, αν αυτές υπάρχουν μόνο στον δράστη, τότε αυτοί που είναι συμμέτοχοι κατά το άρθρο 46 παρ.1 μπορούν να τιμωρηθούν με ποινή ελαττωμένη (άρθρα 49 παρ.1, 83ΠΚ), ενώ αρκεί το ότι γίνεται μνεία των άρθρων του ποινικού κώδικα που προβλέπουν την αξιόποινη πράξη, χωρίς να απαιτείται αυτό να γίνεται ξεχωριστά για κάθε κατηγορούμενο. Τα ίδια δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας σωστά και με πλήρη αιτιολογία, ως αβάσιμη, την προταθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης της Χ2, που προβάλλεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, για σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ.4 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997. (AΠ 2681/08). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ3 με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του προβάλει την αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στήριξε την καταδικαστική, σε βάρος του κρίση, μεταξύ άλλων και σε "πόρισμα με ημερομηνία 12-12-05 Τμ. Νομικής ΝΟΠΕ ΑΠΘ", και ότι το πόρισμα αυτό που συντάχθηκε στα πλαίσια της διενεργηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης, στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην από 7-11-2005 ένορκη κατάθεση του ως μάρτυρα, πριν από την άσκηση της κατ' αυτού ποινικής διώξεως, ενώπιον του ... και, συνεπώς, όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, με την ανάγνωση, τη λήψη υπόψη και την αποδεικτική αξιοποίηση του πορίσματος αυτού, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ. Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης και των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού του αναιρεσείοντος. Το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, όλα τα έγγραφα που αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά της δίκης, μεταξύ των οποίων και το αριθμούμενο με αριθμό ... και περιγραφόμενο ως "Πόρισμα με ημερομηνία 12-12-05 Τμ. Νομικής ΝΟΠΕ ΑΠΘ". Δεν προκύπτει όμως από κάποιο στοιχείο του σκεπτικού ή του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έγινε επίκληση ή αξιολόγηση της αναφερόμενης στο εν λόγω πόρισμα, ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης του μετέπειτα κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του και στην εν λόγω κατάθεση. Η αναφορά και μόνο ότι το Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του το πιο πάνω πόρισμα, έχει την πρόδηλη έννοια ότι αξιολόγησε αποδεικτικά το πόρισμα αυτό και όχι τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε και αξιολόγησε ο συντάκτης του (μεταξύ των οποίων και η ένορκη κατάθεση του κατηγορουμένου), προκειμένου να διατυπώσει το πόρισμα της έρευνάς του. Διαφορετικό θα ήταν το ζήτημα, αν στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης γινόταν ειδική μνεία της καταθέσεως αυτής. Συνεπώς, ο το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ3, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. V. Κατά την έννοια του άρθρου 242 παρ. 1 και 3 του Π.Κ. για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 α' και 263 του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ του ΠΚ και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες όπως είναι εκείνα που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. VI. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "... Ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν υπάλληλος του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου και ειδικότερα της Γραμματείας της Κτηνιατρικής σχολής στα καθήκοντα του οποίου αναγόταν η έκδοση δημοσίων εγγράφων και συγκεκριμένα των σχετικών βεβαιώσεων για την επιτυχή ή μη ολοκλήρωση εξετάσεων για την αναγνώριση πτυχίων εξωτερικού (ΔΟΑΤΑΠ πρώην ΔΙΚΑΤΣΑ). Κατά τα αναφερόμενα πιο κάτω χρονικά διαστήματα, ο πρώτος κατηγορούμενος, συνέταξε και εξέδωσε τέσσερις βεβαιώσεις, στις οποίες με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομη συνέπεια, δηλαδή βεβαίωσε ψευδώς ότι oι συγκατηγορούμενοι του είχαν ολοκληρώσει με επιτυχία τις εξετάσεις για την αναγνώριση πτυχίων εξωτερικού. Ειδικότερα μετά από καταγγελία των καθηγητών της Κτηνιατρικής σχολής ... και ... (μαρτύρων που εξετάσθηκαν εν προκειμένω) ότι ο πτυχιούχος της κτηνιατρικής του Πανεπιστημίου της Τιμισοάρα Ρουμανίας Χ1 (β' κατηγορούμενος) ο οποίος πήρε από το ΔΟΑΤΑΠ (πρώην ΔΙΚΑΤΣΑ) άδεια άσκησης επαγγέλματος ενώ δεν είχε πετύχει στις εξετάσεις του μαθήματος που οι ίδιοι εξέταζαν δηλαδή της Παθολογίας των Ζώων Συντροφιάς, ακολούθησε έλεγχος των αρχείων της σχολής και τότε διαπιστώθηκε ότι υπήρχε πρόβλημα και σε άλλες τρείς περιπτώσεις, όπου οι πτυχιούχοι (γ, δ και ε κατηγορούμενοι) ενώ δεν είχαν προβιβάσιμο βαθμό σε κάποια μαθήματα εμφανιζόταν να έχουν ολοκληρώσει με επιτυχία τις εξετάσεις για την αναγνώριση του πτυχίου τους. Τις πιο πάνω βεβαιώσεις, οι οποίες δεν εξυπηρετούσαν απλά την εσωτερική κίνηση και λειτουργία της σχολής, αλλά προοριζόταν να παράσχουν δημόσια πίστη, τις εξέδιδε αποκλειστικά ο πρώτος κατηγορούμενος. Ο τελευταίος, αφού έπαιρνε ένα αντίγραφο από τα βαθμολόγια που συνέτασσαν εις τριπλούν οι εξεταστές καθηγητές, που διεξήγαγαν τις εξετάσεις των μαθημάτων που είχε ορίσει το ΔΙΚΑΤΣΑ, συνέτασσε εν συνεχεία σε περίπτωση που oι πτυχιούχοι των σχολών εξωτερικού είχαν προβιβάσιμο βαθμό βεβαίωση από την οποία προέκυπτε ο πτυχιούχος της σχολής εξωτερικού ολοκλήρωσε με επιτυχία τις εξετάσεις στα μαθήματα, που όπως προαναφέρθηκε, ορίστηκαν. Από τα πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στις 5-11 -2001, στις 6-11-2002, στις 9-3-2004 και στις 15-3-2005, ο πρώτος κατηγορούμενος εξέδωσε τις πιο κάτω βεβαιώσεις: α) την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία, η τρίτη κατηγορούμενη, Χ2, ολοκλήρωσε τον Οκτώβριο του 2001 με επιτυχία τις εξετάσεις στα μαθήματα που ορίστηκαν, μεταξύ των οποίων και το μάθημα "Υγιεινή Τροφίμων Ζωικής Προελεύσεως" με τον βαθμό 5, βεβαίωση όμως όπως προέκυψε από τον έλεγχο που ακολούθησε στα αρχεία της σχολής, στα οποία φυλασσόταν τα αντίγραφα από τα βαθμολόγια που παρέδιδαν οι καθηγητές - εξεταστές ήταν αναληθής, καθώς στα βαθμολόγια δεν εμφανίζεται προβιβάσιμος βαθμός στο ανωτέρω μάθημα, β) ..., γ) την υπ αριθμ. ... βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία, ο πέμπτος κατηγορούμενος Χ3 ολοκλήρωσε τον Φεβρουάριο του 2004 με επιτυχία τις εξετάσεις στα μαθήματα που ορίστηκαν, μεταξύ των οποίων και τα μαθήματα "Ζωοτεχνία", "Μαιευτική -Παθολογία Αναπαραγωγής" και "Υγιεινή Τροφίμων Ζωικής Προελεύσεως" με τους βαθμούς 5, 6 και 5 αντίστοιχα, βεβαίωση η οποία ήταν αναληθής, καθώς στα βαθμολόγια δεν εμφανίζεται προβιβάσιμος βαθμός στα ανωτέρω μαθήματα και δ) ... . Με βάση τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος συνέταξε τις πιο πάνω βεβαιώσεις οι οποίες προοριζόταν όπως προαναφέρθηκε για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη των γεγονότων που βεβαιωνόταν σ' αυτές και δεν αφορούσαν την εσωτερική λειτουργία του Πανεπιστημίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, προέβη δε στη σύνταξη των βεβαιώσεων αυτών, με προτροπή των λοιπών κατηγορουμένων, οι οποίοι ήταν οι μόνοι που είχαν έννομο συμφέρον να εκδοθούν οι πιο πάνω βεβαιώσεις, έχοντας πλήρη αντίληψη της αναλήθειας του περιεχομένου τους, ως προς το γεγονός ότι η βαθμολογία των ανωτέρω μαθημάτων των κατηγορουμένων ήταν προβιβάσιμη, αν και οι τελευταίοι δεν είχαν προβιβάσιμο βαθμό στα πιο πάνω μαθήματα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη δε στη πράξη του αυτή, με σκοπό να πραγματοποιηθεί η αναγνώριση των πτυχίων εξωτερικού των συγκατηγορουμένων του, αν και οι τελευταίοι δεν είχαν προβιβάσιμο βαθμό, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι δεν γινόταν έλεγχοι στις βεβαιώσεις που εξέδιδε, μια και ο πρύτανης του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Ισχυρίζεται βέβαια ο πρώτος κατηγορούμενος ότι η έκδοση των πιο πάνω βεβαιώσεων δεν έγινε εν γνώσει του και με τη θέληση του να βεβαιώσει ψευδή περιστατικά που είχαν έννομες συνέπειες για τους συγκατηγορουμένους του, αλλά οφείλεται σε λάθος που έγινε λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και του φόρτου εργασίας που είχε. Δεν μπόρεσε όμως αυτός να δώσει πειστική εξήγηση γιατί δεν συνέβη κατά τη διάρκεια της πολυετούς εργασίας του στο τμήμα αυτό της γραμματείας το αντίστροφο λάθος, δηλαδή να βεβαιώνεται σε πιστοποιητικό ότι πτυχιούχος εξωτερικού δεν έχει προβιβάσιμο βαθμό σε κάποιο μάθημα, ενώ αυτός είχε περάσει τις εξετάσεις. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, κατά την κρίση το Δικαστηρίου αυτού, στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση των άδικων, παράνομων και αξιόποινων πράξεων που αποδίδονται στους κατηγορούμενους, ειδικότερα δε στον πρώτο από αυτούς Χ4 της πράξεως της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση στους λοιπούς κατηγορουμένους, για τις οποίες και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Περαιτέρω το δικαστήριο το δικαστήριο δέχεται ότι η 3η (Χ2) και ο 4ος (Χ5) των κατηγορουμένων υποβαλλόμενοι και πάλι σε εξετάσεις τις οποίες με επιτυχία ολοκλήρωσαν και έλαβαν νέες βεβαιώσεις, επέδειξαν ειλικρινή μετάνοια και επεζήτησαν να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες της πράξεως τους, καθώς επίσης δέχεται ότι ο 1ος (Χ4), ο 2ος (Χ1) και ο 5ος (Χ3) των κατηγορουμένων έζησαν έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή ...". Για την πράξη τους δε αυτή, οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, με ελαφρυντικά, για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός τους Χ4, πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται, όπως αναφέρεται στην απόφαση, από τις διατάξεις των άρθρων 13 στ, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 46 παρ.1 περ. α και β, 49 παρ.1, 83, 84 παρ.2α και δ, 242 παρ.1 του ΠΚ. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, Χ2 και Χ3 κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι στις 5-11-2001 στις 9-3-2004, αντίστοιχα, με πρόθεση προκάλεσαν - ο καθένας για την βεβαίωση που αφορά τον κατηγορούμενο, Χ4, την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης και συγκεκριμένα στον άνω τόπο και χρόνο, με πειθώ και συνεχείς παραινέσεις έπεισαν τον τελευταίο, να βεβαιώσει ψευδώς στις με αριθμούς ... και ... βεβαιώσεις, αντίστοιχα, τα διαλαμβανόμενα, στο σκεπτικό, αν και γνώριζαν ότι όλα αυτά ήταν ψευδή και επιβλήθηκε σε αυτούς για τις πιο πάνω πράξεις τους, ποινή φυλάκισης, στην Χ2 οκτώ μηνών, στον δε Χ3 δέκα μηνών, η εκτέλεση των οποίων ανεστάλη για μία τριετία. VΙΙ. Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων αυτών πράξεων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, όπως αβασίμως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες με τους προβαλλόμενους στις αιτήσεις τους λόγους αναιρέσεις, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες που θα αναφερθούν στη συνέχεια. VIII. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα Χ2 και με τον πρώτο ο αναιρεσείων Χ3 προσβάλλουν την 4515/08 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί του σκέλους της αποφάσεως, που αφορά την καταδίκη τους για την ηθική αυτουργία στην τελεσθείσα από τον συγκατηγορούμενό τους Χ4 πράξη της ψευδούς βεβαίωσης. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα Χ2 προβάλλει ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι "ναι μεν αναφέρεται σε αυτή ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, πλην όμως δεν αναφέρει κανένα πραγματικό περιστατικό βάσει του οποίου συμπέρανε ότι προκάλεσε με το συγκεκριμένο τρόπο, δηλαδή με πειθώ και φορτικότητα την απόφαση στον κατηγορούμενο να τελέσει το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης. Ο αναιρεσείων Χ3 προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και διότι δεν αναφέρονται σ' αυτήν ούτε ο τρόπος και τα μέσα αλλά ούτε και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι οι φερόμενοι ως ηθικοί αυτουργοί προκάλεσαν με πειθώ και φορτικότητα, στον κατηγορούμενο φυσικό αυτουργό την απόφαση για την τέλεση της πράξεως της ψευδούς βεβαιώσεως. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση με τις αλληλοσυμπληρούμενες στο σκεπτικό και διατακτικό παραδοχές της ότι ο συγκατηγορούμενος των αναιρεσειόντων Χ4 προέβη στη σύνταξη των πιο πάνω βεβαιώσεων "με προτροπή των λοιπών κατηγορουμένων, οι οποίοι ήταν οι μόνοι που είχαν έννομο συμφέρον να εκδοθούν οι πιο πάνω βεβαιώσεις, έχοντας πλήρη αντίληψη της αναλήθειας του περιεχομένου τους, ως προς το γεγονός ότι η βαθμολογία των ανωτέρω μαθημάτων των κατηγορουμένων ήταν προβιβάσιμη, αν και οι τελευταίοι δεν είχαν προβιβάσιμο βαθμό στα πιο πάνω μαθήματα" και ότι αυτοί με πρόθεση προκάλεσαν - ο καθένας για την βεβαίωση που αφορά τον ίδιο - στον πρώτο κατηγορούμενο, Χ4, την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης και συγκεκριμένα στον άνω τόπο και χρόνο, με πειθώ και συνεχείς παραινέσεις έπεισαν τον τελευταίο, να βεβαιώσει ψευδώς στις με αριθμούς ... (ως προς την Χ2) και ... (ως προς τον Χ3) βεβαιώσεις, τα διαλαμβανόμενα, στο σκεπτικό και υπό τις αναφερόμενες σε αυτό συνθήκες, αν και γνώριζαν ότι όλα αυτά ήταν ψευδή, προσδιορίζεται με επάρκεια στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τόσο ο τρόπος, όσο και τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι αναιρεσείοντες ηθικοί αυτουργοί για να προκαλέσουν στον συγκατηγορούμενό τους αυτουργό της ψευδούς βεβαιώσεως την απόφαση για την τέλεση της, αναφέρονται δε και τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στη σχετική παραδοχή. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής δεν ήταν αναγκαία η έκθεση και επιπλέον στοιχείων, όπως αναφέρουν οι αναιρεσείοντες στις αιτήσεις τους. ΙΧ. Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, καθόσον, όπως αναφέρουν, με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφή αιτιολογία που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ. Ειδικότερα, με τον δεύτερο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα Χ2 και με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο Χ3 προβάλλουν ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με το ζήτημα της καθ' ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητας του συγκατηγορουμένου τους Χ4 για τη σύνταξη και έκδοση των ψευδών βεβαιώσεων, δεν προσδιορίζεται στην απόφαση πως έχει καταστεί αυτός αρμόδιος για την έκδοσή τους. Όμως και αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση με τις αλληλοσυμπληρούμενες στο σκεπτικό και διατακτικό παραδοχές της ότι ο πιο πάνω συγκατηγορούμενός τους και αυτουργός της πράξεως αναιρεσειόντων Χ4 "ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α του Ποινικού Κώδικα, στα καθήκοντα του οποίου ανάγονταν η έκδοση και σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, σε τέτοιο έγγραφο βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει νόμιμες συνέπειες και ειδικότερα, ενώ ήταν υπάλληλος της Γραμματείας της Κτηνιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και στα καθήκοντα του ανάγονταν η έκδοση βεβαιώσεων για την επιτυχή ή μη ολοκλήρωση εξετάσεων για την αναγνώριση πτυχίων εξωτερικού ...", εξέδωσε τις επίμαχες ψευδείς βεβαιώσεις, "οι οποίες δεν εξυπηρετούσαν απλά την εσωτερική κίνηση και λειτουργία της σχολής, αλλά προοριζόταν να παράσχουν δημόσια πίστη" και τις οποίες "τις εξέδιδε αποκλειστικά ο πρώτος κατηγορούμενος", με πληρότητα αιτιολογείται, πλην άλλων και η απαιτούμενη, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, προϋπόθεση, ιδιότητα του δράστη, ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13α'και 263Α του ΠΚ, και η αρμοδιότητα αυτού καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση των πιο πάνω εγγράφων, ενεργούντος στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί. Δια την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής δεν απαιτείται και ο προσδιορισμός των διατάξεων από τις οποίες απορρέει η εν λόγω αρμοδιότητα του υπαλλήλου ή η αναφορά άλλων επιπλέον στοιχείων. Επομένως, οι πιο πάνω, από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που εμπεριέχονται στους αυτούς λόγους αναίρεσης, μεταξύ των οποίων και ότι καμία από τις ψευδείς βεβαιώσεις δεν φέρει την υπογραφή Χ4 και ότι όλες έχουν εκδοθεί από τον Πρόεδρο του Τμήματος, "γεγονός το οποίο προκύπτει αδιάσειστα και από τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας κλπ ...", απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Χ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, πρέπει αυτές να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει: 1) την από 9/2/2008 (με αρ. πρωτ. 1271/11-2-2009) 2) την από 29-1-2009 (με αρ. πρωτ. 811/ 30-1-2009) και 3) την από 29-1-2009 (με αρ. πρωτ. 870/2-2-2009) αιτήσεις (δηλώσεις) των: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, που κατοικεί στα ... και 3) Χ3, κατοίκου ..., αντιστοίχως, για αναίρεση της 4515/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδίκαση τριών αιτήσεων. Απόρριψη της πρώτης ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης). Ψευδής βεβαίωσης. Λόγοι αναίρεσης για σχετική ακυρότητα που δεν καλύφθηκε και για απόλυτη ακυρότητα. Κλητήριο θέσπισμα. Πρέπει να περιέχει και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Δεν περιλαμβάνονται και εκείνα που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως είναι οι διατάξεις του γενικού μέρους που προβλέπουν τους λόγους μείωσης των ποινών. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως δια-ταχθείσης διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ), η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα. Η αναφορά και μόνο ότι το Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του την πορισματική έκθεση, έχει την πρόδηλη έννοια ότι αξιολόγησε αποδεικτικά την πορισματική αυτή έκθεση και όχι και την ένορκη κατάθεση του κατηγορουμένου. Ηθική αυτουργία στο έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 46 παρ. 1α και 242 παρ. 1 του ΠΚ και για την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ως προς την για έλλειψη νομίμου βάσεως, σε σχέση με το ζήτημα της καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητας του αυτουργού για τη σύνταξη και έκδοση των ψευδών βεβαιώσεων. Απορρίπτει αναιρέσεις.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ηθική αυτουργία, Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική, Ψευδής βεβαίωση.
2
Αριθμός 1185/20009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 6880/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 259/2009. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της από 31 Μαρτίου 2009 δηλώσεως παραιτήσεως της ως άνω αναιρεσείουσας από την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ.. ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει είτε αυτοπροσώπως, είτε με αντιπρόσωπο που έχει σχετική εντολή, άρα και από την αναίρεσή του. Η παραίτηση γίνεται κατά το άρθρο 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ. με δήλωση στα πρόσωπα που αναφέρονται σ' αυτό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέως και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως αν για την άσκηση της αναιρέσεως έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις (Ολ. ΑΠ. 6/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της υπ' αριθμ. 6880/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η καταδικασθείσα δια πλαστογραφία μετά χρήσεως εις ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών Χ1 ήσκησε την από 31/1/2009 αίτηση αναιρέσεως με δήλωσή της, η οποία επεδόθη στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρ. 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ.). Ήδη όμως η άνω αναιρεσείουσα, δια της από 31/32009 δηλώσεώς της επιδοθείσης εις τον αυτόν ως άνω εισαγγελέα, παραιτείται από την ανωτέρω αίτηση αναιρέσεώς της. Συνεπώς η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), επιβληθούν δε στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 31/1/2009 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6880/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραίτηση από αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρα 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 ΚΠΔ) και δια δηλώσεως ενώπιον του Εισαγγελέως, εφ' όσον η αναίρεση έγινε επίσης δια δηλώσεως εις αυτόν. Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση, μετά την παραίτηση.
Παραίτηση
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
0
Αριθμός 1183/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) .... και 2) ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάρκο Γεωργακάκη, περί αναιρέσεως της 1659/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πρέβεζας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 207/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 5 παρ. 1, 6 παρ. 1, 4 και 9 και 7 παρ. 1 της Υγειονομικής Διάταξης Α1β/8577/24.9.83, (αλλά και των διατάξεων του άρθρου 80 του Ν 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" - ΦΕΚ Α 114 8.6.2006), οι από πρόθεση παραβάσεις της οποίας τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, σύμφωνα με το άρ. 11 παρ. 10 Ν. 2307/95, συνάγεται ότι για την ίδρυση και λειτουργία καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, στα οποία συγκαταλέγονται και τα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παρασκευάζονται και διαθέτονται στους θαμώνες φαγητά, γλυκύσματα ή ποτά, απαιτείται άδεια η οποία, ήδη χορηγείται από τον αρμόδιο δήμαρχο ή τον πρόεδρο της Κοινότητας, ενώ η άδεια λειτουργίας μουσικής στα ανωτέρω καταστήματα χορηγείται από τη δημαρχιακή επιτροπή ή από τον πρόεδρο της Κοινότητας, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στις διατάξεις του άρθρου 80 του Ν. 3463/2006. Η άδεια αυτή, αν πρόκειται για εταιρικές επιχειρήσεις, εκδίδεται είτε στο όνομα του νόμιμου εκπροσώπου τους, είτε στο όνομα της επιχείρησης, αλλά στην τελευταία περίπτωση η επιχείρηση οφείλει, με δήλωσή της, κοινοποιούμενη στις αρμόδιες υγειονομικές και αστυνομικές αρχές, να ορίσει έναν από τους εταίρους της ως υπεύθυνο για την τήρηση των υγειονομικών διατάξεων. Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πρέβεζας, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι στην ..., περιοχή ..., στις 4-2-2007 και περί ώρα 01:15', με πρόθεση παρέβησαν την Α1Β/8577/83 Υγειονομική Διάταξη, καθόσον ο μεν πρώτος κατηγορούμενος ... ως διευθυντής, ο δε δεύτερος ... ως προσωρινά υπεύθυνος του ξενοδοχείου "...", ιδιοκτησίας της εταιρείας "ΑΜΑΛΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ Ανώνυμη Εταιρεία", στο κατάστημα (καφετέρια) του ξενοδοχείου "..." λειτουργούσαν και επέτρεψαν την χρήση εντός αυτού, ζωντανής μουσικής (ορχήστρα) αποτελούμενη από τέσσερα (4) άτομα με μεγαφωνική εγκατάσταση, τροποποιώντας ουσιαστικά τους υγειονομικούς όρους λειτουργίας του, από καφετέρια σε κέντρο διασκέδασης, χωρίς την απαιτούμενη άδεια που χορηγείται μετά από σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας επιτροπής ή της αρμόδιας Υγειονομικής Υπηρεσίας και καταδίκασε τον καθένα από αυτούς σε ποινή φυλακίσεως είκοσι ημερών (και συνεπώς επιτρεπτώς ασκείται κατά της αποφάσεως αυτής αναίρεση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 504 παρ. 1α και 489 παρ. 1β ΚΠΔ), την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία. Με τις παραδοχές του όμως αυτές, στις οποίες το Μονομελές Πρωτοδικείο στήριξε την καταδικαστική σε βάρος των κατηγορουμένων κρίση του για διάπραξη από αυτούς της προβλεπόμενης από τις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις αξιόποινης πράξης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές, αφού παρά την ως άνω έννοια αυτών, δέχεται εσφαλμένα ότι διώκονται και τιμωρούνται εκ μόνης της ιδιότητας του διευθυντή της επιχειρήσεως ή του προσωρινά υπεύθυνου αυτής. Εφόσον, συνεπώς, βάσει αυτών που δέχθηκε το Δικαστήριο, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, δεν ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι της ιδιοκτήτριας εταιρίας, ούτε καν εταίροι της, που είχαν οριστεί από αυτήν, ως υπεύθυνοι για την τήρηση των υγειονομικών διατάξεων, κατά τον τρόπο που παραπάνω αναφέρεται, ούτε τους αποδίδεται η κατηγορία αυτή, δεν υπέχουν ποινική ευθύνη. Συνεπώς η απόφασή του είναι αναιρετέα κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως (άρ 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ) και, αφού δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, το Δικαστήριο τούτο πρέπει να κηρύξει τους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους αθώους, σύμφωνα με το άρ. 518 παρ. 1 ΚΠΔ. Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την 1659/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας Κηρύσσει αθώους τους κατηγορουμένους αναιρεσείοντες ... και ..., του ότι στην ..., στις 4-2-2007 και περί ώρα 01:15', με πρόθεση παρέβησαν την Α1Β/8577/83 Υγειονομική Διάταξη, κατά τον αναφερόμενο στο σκεπτικό τρόπο. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και, Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 15 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υγειονομική νομοθεσία. Λειτουργία καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος χωρίς την απαιτούμενη άδεια ίδρυσης και λειτουργίας. Ποινική ευθύνη των φυσικών προσώπων που για δικό τους λογαριασμό ή ως νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου εκμεταλλεύονται το κατάστημα. Καταδίκη για το παραπάνω αδίκημα του διευθυντή της επιχειρήσεως και του προσωρινά υπεύθυνου αυτής, οι οποίοι δεν υπέχουν ποινική ευθύνη. Δεκτή η αναίρεση για παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Αναιρεί και κηρύσσει αθώους τους κατηγορούμενους, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠΔ.
Υγειονομικός κανονισμός
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υγειονομικός κανονισμός.
1
Αριθμός 1181/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ποντικάκη, περί αναιρέσεως της 3716/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 275/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά κατ' άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του Νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 1, 28 παρ. 1, 29 παρ. 1 και 4 και 37-39 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" τιμωρείται με τις αναφερόμενες στο πρώτο ποινές ο εκδότης επιταγής, η οποία δεν επληρώθη από τον πληρωτή, στον οποίο δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή κατά τον χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής της επιταγής. Επιταγή η οποία εξεδόθη και είναι πληρωτέα στην ίδια χώρα, εμφανίζεται για πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από την αναγραφομένη σ' αυτήν ημερομηνία εκδόσεώς της. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του τυπικού εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής, εκδοθείσης και πληρωτέας στην Ελλάδα, απαιτείται η εντός οκτώ ημερών από την έκδοσή της εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμήν, διότι μετά την πάροδο απράκτου της προθεσμίας αυτής, αποδεσμεύεται ο εκδότης και η επιταγή παύει να ισχύει ως τίτλος. Το ουσιώδες και κρίσιμο στοιχείο της ημερομηνίας εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για το εμπρόθεσμο της εμφανίσεώς της, μη αρκούντος ότι στην απόφαση αναγράφεται ότι η επιταγή ενεφανίσθη εμπροθέσμως προς πληρωμή. Εάν συμβαίνει το τελευταίο αυτό (μόνο), χωρίς, ήτοι, την συγκεκριμένη και ακριβή ημερομηνία της εμφανίσεως της επιταγής, εντός της νομίμου προθεσμίας των οκτώ ημερών, με αφετηρία την επομένη της εκδόσεώς της, η καταδικαστική απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, δικάσαν κατ' έφεση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, κατεδίκασε την αναιρεσείουσα για το έγκλημα της ακαλύπτου επιταγής και δή ότι "την 1/3/2003 στα ... εξέδωσε μία τραπεζική επιταγή με αριθμό λογαριασμού .... στη Συνεταιριστική Τράπεζα Υποκατάστημα Χανίων για 2360,68 € σε διαταγή ..., η οποία εμφανισθείσα εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα δεν πληρώθηκε από έλλειψη αντικρίσματος". Όμως ουδόλως (ούτε δηλαδή στο διατακτικό, ούτε στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης, υπ' αριθ. 3716/2008 αποφάσεως), αναφέρεται η ακριβής ημερομηνία εμφανίσεως της άνω επιταγής προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, η έλλειψη δε αυτή δεν αναπληρώνεται με την αόριστη μνεία ότι ενεφανίσθη "εμπρόθεσμα". Ούτως, η προσβαλλομένη απόφαση, στην οποία δεν αναφέρονται η ημερομηνία εμφανίσεως της άνω επιταγής και οι σκέψεις με τις οποίες εδέχθη το δικαστήριο ότι η αναιρεσείουσα ετέλεσε την ανωτέρω πράξη, στερείται αφ' ενός της επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αφ' ετέρου νομίμου βάσεως, διότι από την ανωτέρω παράλειψη του χρόνου εμφανίσεως των επιταγών προς πληρωμή υπάρχει ασάφεια και δεν μπορεί να ελεγχθεί και κριθεί από τον Άρειο Πάγο εάν εφηρμόσθησαν ορθά ή όχι οι προμνημονευθείσες στην αρχή της παρούσης ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες με τον τρόπον αυτόν παρεβιάσθησαν εκ πλαγίου. Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχήν ως βασίμου του σχετικού πρώτου λόγου της κρινομένης αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, (τούτων των στοιχείων συντρεχόντων σωρευτικώς), να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλους δικαστάς (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 3716/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Και Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ουσιώδες στοιχείο για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ακαλύπτου επιταγής είναι ο χρόνος εμφανίσεως της προς πληρωμή για να κριθεί εάν είναι εντός οκτώ ημερών από (την επομένως) της εκδόσεως της (άρθρο 79, 28, 29, 37-39 Ν. 5960/ 1933). Άλλως έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως και έλλειψη νομίμου βάσεως. Αναιρεί διότι αναφέρει μόνο "εμπρόθεσμη" εμφάνιση. Παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Τραπεζική επιταγή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1182/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2084/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγον το κοινωφελές ίδρυμα με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Σ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ", που εδρεύει στην παραλία ..., κοινότητα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 85/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 77/27.2.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' αρθρ 485 & 1 ΚΠΔ την με αριθμ. 204/11-12-2008 αίτηση του Χ, κάτοικος ..., ... για αναίρεση του με αριθμ. 2084/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών , με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία της η με αριθμ. 297/2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 1389/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με ποσό που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ από διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 484 & 1 δ και β, ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρεται στην αίτηση στο ότι: Στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρονται συγκεκριμένα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά καθώς και αποδείξεις από τις οποίες να θεμελιώνεται ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ενοχής του, όπως επίσης δεν εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των αντικειμένων τα οποία εκποιήθηκαν, όπως επίσης δεν εκτίθενται το αν το εισπραχθέν αντίτιμο των πωληθέντων αντικειμένων εισήχθη στο ταμείο της ΑΒΕΕ ''Ε.Σ Σταματίου ΑΒΕΕ'' όπως επίσης δεν αναφέρεται ποιός εισέπραξε το τίμημα όπως και αν γνώριζε ότι οι μετοχές που πουλήθηκαν ανήκαν στον εντολέα εργοδότη του Χ2 ή στον εγκαλούν Ίδρυμα όπως επίσης δεν αναφέρεται και αν αυτός είχε συγκεκριμένη ωφέλεια αφού ενεργούσε σαν μισθωτός υπάλληλος του Χ2. και ότι εσφαλμένα ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 375 & 2 ΠΚ λόγω του ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με ειδική πληρεξουσιότητα της εταιρείας (δεν προσδιορίζει, αλλά εννοεί την ''Ε.Σ Σταματίου ΑΒΕΕ'') και όχι με εντολή του εγκαλούντος Ιδρύματος ώστε να συντρέχει περίπτωση κατάχρηση εμπιστοσύνης του Ιδρύματος αυτού, ότι δεν προκύπτει ότι συνέπραξε κατά την κατάρτιση του με αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Γλέζου με το οποίο πουλήθηκε ένα εκ των αναφερομένων στην κατηγορία ακινήτων αξίας 80.000.000 κατά την εκτίμηση της αρμόδιας ότι δύο από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται είναι κάτω των 15.000 και ως εκ τούτου έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα και ότι και αν ακόμη λογιστεί ότι τελέστηκε η πράξη της υπεξαίρεσης η πράξη αυτή στρέφεται κατά της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας έστω και αν το εγκαλούν 'Ιδρυμα θεωρηθεί αποκλειστικός μέτοχος της εταιρείας αυτής και όχι κατ' αυτού και ως εκ τούτου το εγκαλούν Ίδρυμα δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της μήνυσης αυτής. Κατά το άρθρο 375 παρ.1 και 2 του Π.Κ., όπως η παρ.2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του επιεικέστερου νόμου 2408/1991 όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο, ολικό ή εν μέρει, κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερης μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα καθ' ον χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του και έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα, μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Πρέπει δηλαδή το ιδιοποιούμενο πράγμα, όπως είναι χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα , έπιπλα να τα έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ακριβώς της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση αυτής, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα και την εξουσία αυτή μπορεί να την έλκει είτε από το νόμο είτε από σύμβαση , και τέτοια ιδιότητα έχουν και οι εκκαθαριστές ανωνύμων εταιρειών χωρίς να εξετάζεται πόθεν ο ορισμός τους ως εκκαθαριστών (ΑΠ 1253/2000, ΑΠ 1078/1994, ΑΠ 1586/1992, ΑΠ 473/1983, ΑΠ 1389/1984). Εξ ετέρου έλλειψη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει , όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, όπως και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και εκ πλαγίου παράβαση υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ Ολ. 2/2002, ΑΠ 814/2000, ΑΠ 1167/2000, ΑΠ 854/2004, ΑΠ 1504/2004, ΑΠ 1984/2004) Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα παρακάτω: Με την με αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Κων/νου Λιακάκου ο ΑΑ συνέστησε Κοινωφελές Ίδρυμα με τον τίτλο '' Ίδρυμα Ευάγγελος Σ. Σταματίου με έδρα τον ... και σκοπό την ίδρυση γηροκομείου προς περίθαλψη οικονομικώς αδυνάτων ατόμων κατά προτίμηση καταγομένων από την ιδιαίτερη πατρίδα του ιδρυτή, το ... . Μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων τα οποία ο ιδρυτής προσέφερε για την επιτυχία των σκοπών του ήταν οι 38.000 μετοχές του στην '' Ε.Σ Σταμματίου ΑΒΕΕ της οποίας ήταν ιδρυτής και αποκλειστικός μέτοχος. Στην συνέχεια δε με την με ημερομηνία 25-9-1997 τελευταία ιδιόγραφη διαθήκη του την οποία συμπλήρωσε με την με ημερομηνία 1-10-1997 ιδιόγραφη διαθήκη και με την τελευταία με ημερομηνία 4-10-1997 τοιούτη και οι οποίες δημοσιεύτηκαν νόμιμα ο παραπάνω ιδρυτής εγκατέστησε αποκλειστικό κληρονόμο του το παραπάνω ίδρυμα καταλείποντας στα παιδιά του και στην ΒΒ συγκεκριμένα ακίνητα προς κάλυψη προφανώς τής νόμιμης μοίρας. Με τον τρόπο αυτό στο εγκαλούν ίδρυμα περιήλθαν οι παραπάνω μετοχές και τα περιουσιακά στοιχεία της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας της οποίας αποκλειστικός μέτοχος ήταν ο παραπάνω διαθέτης και τα οποία ήταν μιά πολυώροφη οικοδομή 618 τ.μ στην ..., ένα οικόπεδο στην περιοχή ..., ένα διαμέρισμα στην οδό ... στην ... και ένα διαμέρισμα στην ... και ... . Ο αναιρεσείων μαζί με τον συγκατηγορούμενο του Χ2 ενεργούντες από κοινού ως εκκαθαριστές της λυθείσας εταιρείας ''Ε Σταματίου ΑΒΕΕ'' προέβησαν στην πώληση των περιουσιακών αυτών στοιχείων χωρίς την συγκατάθεση του εγκαλούντος Ιδρύματος και εισέπραξαν το τίμημα τους το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 92.000.000 δραχμ. για την πολυώροφη οικοδομή στην ..., το ποσό των 80.000.000 δραχμ. από το οικόπεδο στην ..., το ποσό των 3.000.736 δρχ. από το διαμέρισμα στην ... και το ποσό των 3.340.000 δρχ. από το διαμέρισμα της οδού ... και τα οποία ποσά δεν απέδωσαν στο εγκαλούν Ίδρυμα στο οποίο ανήκαν αφού ήταν προϊόν εκκαθάρισης της εταιρείας ''Ευάγγελος Σ Σταματίου ΑΒΕΕ'' η οποία είχε περιέλθει σε αυτό κατά τον παραπάνω τρόπο και εντεύθεν στο εγκαλούν 'Ιδρυμα το οποίο ήταν όπως αναφέρεται παραπάνω ήταν ο μοναδικός μέτοχος ως διάδοχος του αποβιώσαντος ΑΑ. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην παραπεμπτική του κρίση του για την παράβαση των άρθρων 375 & 2 ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων του αναιρεσείοντα γιατί το προσβαλλόμενο έλαβε υπό όψη το όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία για την δικαιολόγηση της παραπεμπτικής του κρίσης ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 375 όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 2408/96 λαμβάνοντας υπ'όψη του το συνολικό ποσό δεδομένου ότι η δραστηριότητα των κατηγορουμένων απέβλεπε στην υπεξαίρεση του συνόλου της περιουσία της εταιρείας ''Ευάγγελος Σ Σταματίου ΑΒΕΕ'' της οποίας ήταν εκκαθαριστές και όχι μεμονωμένα επί μέρους στοιχεία της περιουσίας της απορριπτομένων επίσης και των αναφερομένων περί του ότι αφού η υπεξαίρεση στρεφόταν κατά της περιουσίας της εταιρείας ''Ευάγγελος Σ Σταματίου ΑΒΕΕ'' το εγκαλούν 'Ιδρυμα στερείται του δικαιώματος της καταμήνυσης της πράξης αυτής και τούτο γιατί η ποινική καταδίωξη για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκαν και παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι διώκεται αυτεπάγγελτα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η με αριθμ. 204/11-12-2008 αίτηση του Χ1, κάτοικος ..., ... για αναίρεση του με αριθμ. 2084/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας. Αθήνα την 5-2-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η κρινόμενη 204/11-12-2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του 2084/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η 297/2007 έφεσή του κατά του 1389/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών μαζί με τον συγκατηγορουμενό του Χ2, για να δικαστούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευμένου σ' αυτούς, ως διαχειριστών ξένης περιουσίας, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση (αρ. 26§1α, 27, 45, 98 ΠΚ, 375§2α-1 ως αντικ. με αρ. 1§9 Ν.2408/96), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. ΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ (όπως ίσχυαν πριν από τις κατωτέρω τροποποιήσεις), διαπράττει υπεξαίρεση, όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, κακουργηματική δε, αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ιδίως όταν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, ή λόγω της ιδιότητάς του ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, προκειμένου για την κακουργηματική υπεξαίρεση, απαλείφεται μεν η γενική ρήτρα της καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, αλλά η ενδεικτική απαρίθμηση τέτοιων περιπτώσεων γίνεται περιοριστική και προστίθεται ως επιπλέον προϋπόθεση η ιδιαίτερα μεγάλη αξία του υπεξαιρεθέντος. Με το άρθρο 14 παρ. 3α και 3β του ν. 2721/1999, διατηρούνται οι παραπάνω ρυθμίσεις του ν. 2408/96, γίνεται επιπλέον κακουργηματική ή υπεξαίρεση αντικειμένων συνολικής αξίας μεγαλύτερης των 25.000.000 δρχ., χωρίς άλλο όρο και προστίθεται στο υπάρχον κακούργημα, ως επιβαρυντική, η περίπτωση που το συνολικό αντικείμενό της υπερβαίνει τα 25.000.000 δρχ. Συνεπώς, προκειμένου για υπεξαίρεση που τελέστηκε πριν από τους δύο τελευταίους τροποποιητικούς νόμους, από τον διαχειριστή ξένης περιουσίας, η νεότερη διάταξη του ν. 2408/96 είναι επιεικέστερη από την αρχική, και την τελευταία με τον ν. 2721/99 ρύθμιση, και πρέπει να εφαρμοσθεί, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ και για πράξεις που τελέσθηκαν πριν από αυτούς ως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 375 ΠΚ προκύπτει ότι για την αντικειμενική θεμελίωση της υπεξαιρέσεως απαιτείται το κινητό πράγμα, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο αυτής, να τελεί υπό ξένη, αναφορικά με τον δράστη κυριότητα και να περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, επιπλέον δε να εκδηλώθηκε ενέργεια, που να δηλώνει τη βούληση του υπαιτίου να ενσωματώσει, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στην περιουσία του το ανωτέρω κινητό, εξουσιάζοντας καθολικώς αυτό, αποκλειστικά χάριν δικών του σκοπών, σαν να ήταν ο κύριος. Επί ανώνυμης δε εταιρείας, η περιουσία αυτής ανήκει στο νομικό πρόσωπο, είναι ξένη έναντι των μετόχων, που έχουν τα εκ της μετοχής δικαιώματα, τα οποία δεν παρέχουν δικαίωμα διαθέσεως των εταιρικών πραγμάτων, και η διάθεση αυτής γίνεται από τα αρμόδια όργανα, κατά τους ορισμούς του νόμου, ώστε η ιδιοποίηση κινητού πράγματος της ανώνυμης εταιρείας από μέτοχο, που ενδεχομένως κατέχει και το σύνολο σχεδόν των μετοχών συνιστά, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι, υπεξαίρεση, ήτοι έγκλημα, κατά της ιδιοκτησίας του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας, επί της οποίας οι μέτοχοι αυτής δεν έχουν δικαίωμα κυριότητος. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ., εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται, ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 2084/2008 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις, δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από τα αποδειχθέντα μέσα τα οποία μνημονεύει και αξιολογεί, προέκυψαν τα ακόλουθα: "... Στην υπό κρίση περίπτωση η ποινική ως άνω αναπτυχθείσα δίωξη κατά των κατηγορουμένων ασκήθηκε κατόπιν υποβολής της από 30.6.2005 μήνυσης του Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Σ.ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ" που εδρεύει στην παραλία ..., κοινότητας ... με έδρα των γραφείων επί της ... αρ. ... στην ... νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. ΓΓ, Δικηγόρο. Όσον αφορά την ίδρυση του ως άνω ιδρύματος, προέκυψε ότι με το από 27-1-1998 Προεδρικό διάταγμα που δημοσιεύθηκε στο υπ' αρ. 104 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της 12.2.1998 (τεύχος Β'), εγκρίθηκε η σύσταση του, η οποία έγινε από τον ΑΑ (ήδη αποβιώσαντα πατέρα του α' κατηγορουμένου Χ2) με την υπ' αρ. ... πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Λιακάκου, τροποποιήθηκε με τις υπ' αρ. ..., ... πράξεις της Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας θυγ. Θεοδώρου Γιαλαμπρινού και κυρώθηκε ο οργανισμός του. Το εν λόγω ίδρυμα συστήθηκε και απέκτησε νομική προσωπικότητα μετά θάνατο του ιδρυτή του ΑΑ (επισυμβάντα στις 18-12-1997) με τη δημοσίευση του ανωτέρω Προεδρικού διατάγματος, πλην όμως κατά νόμο ως προς την ταχθείσα υπέρ αυτού περιουσία λογίζεται υφιστάμενο κατά τον χρόνο θανάτου του ιδρυτή. Σχετικώς λοιπόν με την καταληφθείσα υπέρ αυτού του ιδρύματος περιουσία, και γενικότερα τις συνθήκες σύστασης του προέκυψε ότι: Με την ... συμβολαιογραφική πράξη, που προαναφέρθηκε, συνεστήθη το πολιτικώς ενάγον στην ένδικη υπόθεση Κοινωφελές ίδρυμα με επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Σ.ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ" και έδρα τους ... . Σκοπός του ιδρύματος είναι η ίδρυση Γηροκομείου, όπου θα περιθάλπονται οικονομικώς αδύνατα άτομα τρίτης ηλικίας με προτίμηση άτομα από την ιδιαίτερη πατρίδα του θανόντος, το ..., από το καταστατικό δε ίδρυσης του καθορίσθηκαν οι πόροι του, τα μέλη του Δ.Σ., προς και μετά θάνατο αυτού (του ιδρυτή) η συστατική αυτή πράξη τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις ... και ... πράξεις της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Κούρου και την ... της Συμβολαιογράφου Γεωργίας Γιαλαμπρινού. Μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων, που κατά τις προαναφερόμενες πράξεις περιέρχονται στο εγκαλούν ίδρυμα, είναι 38.000 μετοχές που ανήκαν στην εταιρεία "Ε. Σ. Σταματίου ΑΕ" της οποίας αποκλειστικός μέτοχος ήταν ο ιδρυτής του ιδρύματος ΑΑ. Στις 25-9-1997 ο ιδρυτής του ιδρύματος ΑΑ συνέταξε την από 25-9-1997 ιδιόγραφη διαθήκη, σύμφωνα με την οποία ανακαλεί κάθε προηγούμενη και μεταξύ άλλων εγκαθιστά γενικό κληρονόμο του το ίδρυμα. Αυτή την ιδιόγραφη διαθήκη συμπληρώνει με νεότερη της στις 1-10-1997 όπου απλώς καθορίζει την τύχη της περιουσίας του ιδρύματος σε περίπτωση που το τελευταίο διαλυθεί. Οι δύο αυτές διαθήκες με αίτηση του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Λιακάκου δημοσιεύθηκαν νομίμως. Αυτών των διαθηκών ακολουθεί η από 4-10-1997 νομίμως δημοσιευθείσα επίσης ιδιόγραφη διαθήκη του ΑΑ με την οποία ο διαθέτης εγκαθιστά κληρονόμου του το ίδρυμα επί πάσης κινητής και ακινήτου περιουσίας του καταλίποντας στα τέκνα του Χ2 και ΔΔ συγκεκριμένα ακίνητα (οικόπεδα), αιτιολογώντας την βούληση του αυτή (για λόγους αναγόμενους σε επίδειξη ορισμένων συμπεριφορών από πλευράς των τέκνων του) και καθορίζοντας λεπτομέρειες ως προς την δομή του Δ.Σ. του ιδρύματος. Τέλος συντάσσεται από την Συμβολαιογράφο Αθηνών Γεωργία Γιαλαμπρινού και δημοσιεύεται νόμιμα στις 20-3-1998 ή από 20-11-1997 δημόσια διαθήκη του ίδιου διαθέτη σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας για λόγους αχαριστίας των τέκνων του προς το πρόσωπο του, αφήνει στην ΒΒ (συμβία του κατά τα τελευταία έτη της ζωής του) δύο οικόπεδα που με την προηγούμενη αυτής διαθήκη κατέλιπε στα τέκνα του ΔΔ και Χ2. Από τις διατάξεις όλων των προαναφερομένων συστατικών του ιδρύματος πράξεων και των διαθηκών που ακολούθησαν, προκύπτει αναμφίβολα ότι περιουσία του ιδρύματος αποτελούσαν πλέον οι 38.000 μετοχές της εταιρίας "Ε.Σ.Σταματίου Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία" που ανήκαν στον ιδρυτή ΑΑ αποκλειστικό μέτοχο αυτής της εταιρίας οι περί μεταβιβάσεως δε αυτών των τίτλων ισχυρισμοί των κατηγορουμένων κατά τμήματα προς τα τέκνα του ΔΔ και Χ2 (α' κατηγορούμενο) κρίνονται αναπόδεικτοι, θεμελιούμενοι επί ανασφαλών κατά την κρίση του παρόντος Συμβουλίου αποδεικτικών στοιχείων. Περαιτέρω προέκυψε ότι τα περιουσιακά στοιχεία της ως άνω εταιρίας ήτοι: α) μία πολυόροφη οικοδομή 618 τ.μ. στην ... στην συμβολή των οδών ... αρ. ... και ... αντικειμενικής αξίας 92.000.000 δρχ. β) ένα οικόπεδο 667 τ.μ. στην περιοχή ... επί των οδών ... και ..., αξίας άνω των 80.000.000 δρχ. γ) ένα διαμέρισμα πολυκατοικίας στην οδό ... αρ. ... της ..., αντικειμενικής αξίας 3.800.736 δρχ. και δ) ένα διαμέρισμα-κατάστημα κείμενο επί των οδών ... αρ. ... και ... αρ. ... της ... αντικειμενικής αξίας 3.340.000 δρχ., οι δύο κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 από κοινού ενεργώντας ως εκκαθαριστές της ήδη λυθείσας εταιρίας Ε. Σταματίου ΑΒΕΕ, προέβησαν σε πώληση αυτών, χωρίς την συναίνεση του πολιτικώς ενάγοντος ιδρύματος, στην κυριότητα του οποίου είχαν περιέλθει αυτά κατά τον ως άνω εκτεθέντα τρόπο, και παράνομη ιδιοποίηση του εισπραχθέντος εκ της πωλήσεως τους τιμήματος, ωφελούμενοι ούτω παρανόμως κατά το ποσό της συνολικής αξίας αυτών επ' αντιστοιχώ ζημία του εγκαλούντος Κοινωφελούς ιδρύματος. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι σχετικά με το κύρος της σύστασης του εν λόγω ιδρύματος και ομοίως των διαθηκών που προαναφέρθηκαν, από αστικής πλευράς, κατόπιν σχετικών αγωγών των τέκνων του θανόντος ιδρυτού του ιδρύματος, εκδόθηκαν και προσκομίσθηκαν κατά το στάδιο της αυτοπρόσωπης εμφάνισης των διαδίκων στο παρόν Συμβούλιο οι υπ' αρ. 3858/2007 και 4016/2007 οριστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες ουδόλως δεσμεύουν την κρίση του Συμβουλίου και δύνανται ελευθέρως να συνεκτιμηθούν μετά των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων. Εν πάσει λοιπόν περιπτώσει και από τις διατάξεις αυτών δεν θίγεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ιδρύματος επί των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας "Ε.Σταματίου ΑΕΒΕ", καθ' όσον δέχονται ως ισχυρά την από 25-9-1997 (εκ των προαναφερομένων) ιδιόγραφη διαθήκη δια της οποίας το εγκαλούν κοινωφελές ίδρυμα καθίσταται "γενικός κληρονόμος" του ΑΑ. Τέλος δεν κρίνεται αναγκαίο να αναβληθεί η έκδοση βουλεύματος ή ανασταλεί η ποινική δίωξη κατ' αρ. 60, 61 ΚΠΔ αντιστοίχως, ενόψει της υπάρξεως των εκκρεμών αστικών δικών που συνδέονται με την υπό κρίση υπόθεση, όπερ αιτούνται οι κατηγορούμενοι δια των ενδίκων εφέσεων και σχετικών υπομνημάτων τους επ' αυτών, αφ' ενός, διότι οι κρίσεις των αστικών αυτών υποθέσεων δεν δεσμεύουν την κρίση του ποινικού δικαστηρίου (συμβουλίου) εν προκειμένου και παραλλήλως το Συμβούλιο κρίνει επαρκή τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας για την αξιολόγηση της κατηγορίας που βαρύνει τους κατηγορούμενους. Κατόπιν αυτών, αφού προέκυψαν επαρκείς αποχρώσες ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία για την τέλεση της αξιόποινης πράξης που τους αποδίδεται, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές οι ένδικες εφέσεις και να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες. ...". Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του Χ2 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευμένου σ' αυτούς, ως διαχειριστών ξένης περιουσίας, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση (αρ. 26§1α, 27, 45, 98 ΠΚ, 375§2α-1 ως αντικ.με αρ. 1§9 Ν.2408/96). Ειδικότερα παρέπεμψε αυτούς για να δικασθούν, κατά τα διατασσόμενα στο επικυρωθέν πρωτόδικο βούλευμα, ως υπαίτιοι του ότι στην .., κατά του ότι στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως και 22-12-2000, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκαν παράνομα και από κοινού κινητά πράγματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που τους είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας ων ως διαχειριστών ξένης περιουσίας. Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρονικό διάστημα ενεργώντας από κοινού προέβησαν στην ρευστοποίηση-πώληση των κατωτέρω τεσσάρων (4) ακινήτων, που ανήκαν κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ευάγγελος Σταματίου ΑΒΕΕ" και ιδιοποιήθηκαν από κοινού, παρανόμως και για δικό τους όφελος, το συνολικό τίμημα της αξίας των ενδίκων ακινήτων, βλάπτοντας κατά τον τρόπο αυτό το εγκαλούν κοινωφελές ίδρυμα με την επωνυμία "Ίδρυμα Ευάγγελος Σταματίου", το οποίο είχε συστήσει ο ΑΑ, δυνάμει της με αριθμό ... συμβολαιογραφικής πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Λιακάκου και είχε εγκριθεί με το από 27-1-1998 Π.Δ. (ΦΕΚ 104/12-2-1998/τεύχος 2°), στο οποίο (εγκαλούν ίδρυμα) είχε εισφερθεί, μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων, από τον προαναφερόμενο ιδρυτή το σύνολο των 38.000 ανωνύμων μετοχών, ονομαστικής αξίας 500 δραχμών εκάστης, της προαναφερομένης εταιρείας - ιδιοκτήτριας των ενδίκων ακινήτων. Πλέον συγκεκριμένα, ενεργώντας από κοινού την 10η-2-2000, ως εκκαθαριστές της ήδη λυθείσας, με την από 20-1-1994 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της, ανωνύμου εταιρείας "Ευάγγελος Σταματίου ΑΒΕΕ" προέβησαν στην ρευστοποίηση των στο σκεπτικό και το διατακτικό περιγραφομένων τεσσάρων ακινήτων, κατακρατώντας, άνευ νομίμου δικαιώματος, ολοσχερώς το τίμημα της αξίας αυτών, ήτοι προέβησαν στη ρευστοποίηση των ακινήτων αυτών, αντί αντικειμενικής αξίας 92.000.000, 80.000.000, 3.800. 736 και 3.340.000 δραχμών. Τα ως άνω δε χρηματικά ποσά ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους παράνομα, χωρίς την συναίνεση του εγκαλούντος ιδρύματος. IV. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ ο κατηγορούμενος αναιρεσείων παραπέμπεται για το ότι αυτός μαζί με τον συγκατηγορούμενό του για να δικασθούν "ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευμένου σ' αυτούς, ως διαχειριστών ξένης περιουσίας, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση" και ειδικότερα για το ότι "από κοινού προέβησαν στην ρευστοποίηση - πώληση των τεσσάρων (4) ακινήτων, που ανήκαν κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ευάγγελος Σταματίου ΑΒΕΕ" και ιδιοποιήθηκαν από κοινού, παρανόμως και για δικό τους όφελος, το συνολικό τίμημα της αξίας των ενδίκων ακινήτων, βλάπτοντας κατά τον τρόπο αυτό το εγκαλούν κοινωφελές ίδρυμα με την επωνυμία "Ίδρυμα Ευάγγελος Σ. Σταματίου", και ότι τα πιο πάνω χρηματικά ποσά "ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους παράνομα, χωρίς την συναίνεση του εγκαλούντος ιδρύματος", στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφέρεται ότι "οι δύο κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 από κοινού ενεργώντας ως εκκαθαριστές της ήδη λυθείσας εταιρίας Ε.Σταματίου ΑΒΕΕ, προέβησαν σε πώληση αυτών, χωρίς την συναίνεση του πολιτικώς ενάγοντος ιδρύματος, στην κυριότητα του οποίου είχαν περιέλθει αυτά κατά τον ως άνω εκτεθέντα τρόπο, και παράνομη ιδιοποίηση του εισπραχθέντος εκ της πωλήσεως τους τιμήματος, ωφελούμενοι ούτω παρανόμως κατά το ποσό της συνολικής αξίας αυτών επ' αντιστοίχω ζημία του εγκαλούντος Κοινωφελούς ιδρύματος". Εξαιτίας της πιο πάνω αντίφασης δεν καθίσταται σαφές αν το Συμβούλιο Εφετών δέχεται ότι τα αναφερόμενα στο βούλευμα ακίνητα ανήκαν στην κυριότητα της υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρίας, ή στην κυριότητα του συσταθέντος ιδρύματος, και με δεδομένο ότι ο αναιρεσείων παραπέμπεται για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευμένου σ' αυτόν, ως διαχειριστού ξένης περιουσίας, δεν καθίσταται σαφές, τίνος την εμπιστευμένη σε αυτόν περιουσία αυτός διαχειριζόταν κατά τις γενόμενες εκποιήσεις των πιο πάνω ακινήτων (δηλαδή της εταιρείας ή του ιδρύματος). Έτσι, ενώ αυτός παραπέμπεται, κατά αναφερόμενα στο διατακτικό του επικυρωθέντος πρωτοδίκου βουλεύματος, διότι προέβη στην ρευστοποίηση-πώληση των ακινήτων, "που ανήκαν κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στην ανώνυμη εταιρεία", εντούτοις δεν αναφέρεται ότι ιδιοποιήθηκε το προϊόν της εκποιήσεως χωρίς την συναίνεση της ιδιοκτήτριας εταιρίας, αλλά, αιτιολογείται το παράνομο της ιδιοποιήσεως αυτής, με την μη επαρκή αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων έπραξε τούτο, "χωρίς την συναίνεση του εγκαλούντος ιδρύματος". Ετι περαιτέρω, στο σκεπτικό του βουλεύματος ρητώς αναφέρεται, σε αντίθεση με τα προαναφερθέντα, ότι ο αναιρεσείων προέβη στην πώληση των ακινήτων χωρίς την συναίνεση του πολιτικώς ενάγοντος ιδρύματος, "στην κυριότητα του οποίου είχαν περιέλθει αυτά κατά τον ως άνω εκτεθέντα τρόπο". Τα πραγματικά όμως περιστατικά που εκτίθεται στο σκεπτικό του βουλεύματος, δεν αιτιολογούν την παραδοχή ότι τα ακίνητα αυτά ανήκον στην κυριότητα του ιδρύματος, αφού, σύμφωνα με την σκέψη που αναπτύχθηκε πιο πάνω (παρ. ΙΙ), δεν ανήκουν στην κυριότητα του μετόχου της ανώνυμης εταιρείας τα περιουσιακά αυτής στοιχεία, έστω και αν αυτός είναι ο μοναδικός μέτοχος. Έτσι, και με τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος παραδοχές δεν αιτιολογείται η παραδοχή του βουλεύματος ότι αυτός ιδιοποιήθηκε το τίμημα των γενομένων πωλήσεων εκ του ότι έπραξε τούτο χωρίς την συναίνεση του εγκαλούντος ιδρύματος. Επίσης δεν διευκρινίζεται, αν ο κατηγορούμενος παραπέμπεται, για κακουργηματική υπεξαίρεση, κατ'εξακολούθηση μόνο κατά την παράγραφο 2 εδ.α του άρθρου 375 του ΠΚ, ή, για τις πράξεις που τελέστηκαν μετά την ισχύ του ν. 2721/99, και κατά το εδ. β της ίδιας διατάξεως (δηλαδή με την επιβαρυντική περίσταση λόγω του ότι το συνολικό αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ). Με τα δεδομένα αυτά, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβάσεως της διατάξεως του άρθρου 375 του Π.Κ. που καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο του δικαστηρίου για την ορθή εφαρμογή του νόμου, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. V.- Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο που το εξέδωσε, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). To Δικαστήριο δεν δύναται να αποφανθεί, κατ' αρθ. 469 ΚΠΔ, ως προς το επεκτατικό αποτέλεσμα της αναίρεσης ως προς τον πιο πάνω αναφερόμενο συγκατηγορούμενο (συναυτουργό) του αναιρεσείοντος, Χ2, καθόσον δεν προκύπτει από τη δικογραφία, αν αυτός έχει ασκήσει, ή όχι, αναίρεση κατά του κριθέντος βουλεύματος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμ. 2084/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική υπεξαίρεση (διαχειριστής ξένης περιουσίας, ιδιαίτερα σημαντικό ποσό). Στοιχεία αδικήματος. Διαχρονικό δίκαιο. Επιεικέστερες διατάξεις. Επί ανώνυμης εταιρείας, η περιουσία αυτής ανήκει στο νομικό πρόσωπο, είναι ξένη έναντι των μετόχων, που έχουν τα εκ της μετοχής δικαιώματα, τα οποία δεν παρέχουν δικαίωμα διαθέσεως των εταιρικών πραγμάτων και η διάθεση αυτής γίνεται από τα αρμόδια όργανα. Επί της ιδιοκτησίας του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας, οι μέτοχοι αυτής δεν έχουν δικαίωμα κυριότητος. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου, λόγω ασαφειών και αντιφάσεων ως προς τίνος την εμπιστευμένη στον αναιρεσείοντα περιουσία ιδιοποιήθηκε ο αναιρεσείων και ως προς σε ποιόν γίνεται δεκτό ότι ανήκαν τα εκποιηθέντα ακίνητα το τίμημα των οποίων φέρεται ότι ιδιοποιήθηκε ο αναιρεσείων (στην ανώνυμη εταιρεία ή στο μόνο μέτοχο αυτής). Δέχεται αίτηση. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση, Ανώνυμη εταιρία.
0
Αριθμός 1187/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, για τον οποίο παρέστη ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Παναγιώτης Κωνσταντάκης και διόρισε άλλον πληρεξούσιο, το Νικόλαο Μίκο, ο οποίος και εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 8188/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιλτιάδη Καρπέτα. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 286/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997, "Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου νόμου, "όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 εδ. α', β, γ' δ και ε του αυτού νόμου για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων. β) "Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την παρ. 1 άρθρου 18 του Ν. 3471/2006 και στη συνέχεια με την παρ. 3 άρθρ. 8 του Ν. 3625/2007, ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις, όπου, ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή) γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο (κατά τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 3471/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, κατά την έννοια του νόμου νοείται ως "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια". Τέλος, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2472/97, οι διατάξεις αυτού "εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται στον ν. 2472/97, ενόψει της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Με εξαίρεση δε των περιπτώσεων του άρθρου 22 παρ. 5, η οποία ποινικοποιεί τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση "αρχείων προσωπικών δεδομένων". Έτσι, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 22, γίνεται αξιόποινη η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή σύσταση και λειτουργία αρχείου προσωπικών δεδομένων, κατά την παρ. 2 η διατήρηση "αρχείου", χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της αρχής, κατά την παρ. 3 η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή και άδεια απ' αυτήν διασύνδεση αρχείων. Συνεπώς, για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται: α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε "αρχείο", ως τέτοιο δε θεωρείται κατ' άρθρο 2 περ. ε, το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο "επεξεργασίας" και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη, β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, και γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις. Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν εις γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να τους τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης. Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (πλημμελημάτων) Αθηνών, το οποίο δίκασε επί εφέσεως του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος εναντίον της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 8188/08 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο κατηγορούμενος στην ... την 30-9-2003 και 19-5-2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος χωρίς δικαίωμα έλαβε γνώση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, τα επεξεργάσθηκε, τα μετέδωσε, τα ανακοίνωσε και τα κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα κι επέτρεψε στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων. Συγκεκριμένα κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνους κατέθεσε ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και στα πλαίσια αντιδικιών που διατηρούσε με την γερμανική Εταιρεία με την επωνυμία ".. GMBH" που εδρεύει στο .... Γερμανίας σχετικά με τα δικαιώματα χρήσεως διαφόρων σημάτων, το από 30-9-2003 υπόμνημά του ενόψει των υπ'αριθμ. 589/16-7-2002 και 11/31-1-2003 τριτανακοπών που άσκησε η αντίδικος Εταιρεία κατά των υπ'αριθμ. 10164/2001 και 6456/2002 αποφάσεων της Επιτροπής με αίτημα την διαγραφή των σημάτων του εγκαλουμένου "...." και " ....." και των υπ'αριθμ. 492 και 493/4-12-2002 αιτήσεων του κατά της ανωτέρω γερμανικής εταιρείας περί διαγραφής των σημάτων της "....", όπου στο σχετικό υπόμνημα επικαλέσθηκε και προσήγαγε τα ακόλουθα έγγραφα που αφορούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και ειδικότερα ποινικές διώξεις και καταδίκες της εγκαλούσης Ψ: α) Την υπ'αριθμ. 136723/2001 καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για παραβάσεις του Α.Ν 690/1945 κι Α.Ν 539/1945 κατά της ανωτέρω εγκαλούσης β) Το από 30-9-2002 κατηγορητήριο της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών ΑΘ. Ελένης Σκεπαρνιά δυνάμει του οποίου η ίδια εγκαλούσα Ψ παραπέμπεται να δικασθεί για τα αδικήματα της απάτης και υπεξαγωγής εγγράφων. Επίσης με το από 19-5-2004 δικόγραφο του προσθήκης-αντίκρουσης προς την Διοικητική Επιτροπή Σημάτων ενόψει των ανωτέρω αντιδικιών με την γερμανική εταιρεία επικαλέσθηκε και προσήγαγε την υπ'αριθμ. 482/2004 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών-Αθηνών που επεκύρωσε το υπ'αριθμ. 4639/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών δυνάμει του οποίου η ανωτέρω εγκαλούσα παραπέμπεται να δικασθεί για απάτη μεγάλης αξίας σε βαθμό κακουργήματος στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Με τους προαναφερόμενους τρόπους έλαβε γνώση, επεξεργάστηκε, ανακοίνωσε και κατέστησε προσιτά τόσο ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων όσο και στην αντίδικο του επί των ανωτέρω δικών γερμανική εταιρεία και στους πληρεξουσίους δικηγόρους τα ανωτέρω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της εγκαλούμενης τα οποία συνέλεξε από άτομα που είχαν υποβάλει τις σχετικές μηνύσεις, επιτρέποντας σε αυτούς να λάβουν γνώση, δίχως να θεμελιώνει σχετικό δικαίωμα και χωρίς άδεια-από την αρμόδια Αρχή Προστασίας προσωπικών δεδομένων. Συγκεκριμένα, ενώ τα ανωτέρω συνιστούσαν προσωπικά δεδομένα της εγκαλούσας τα οποία υπήρχαν στα αρχεία του Πρωτοδικείου, της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και του Εφετείου και Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών και μολονότι δεν είχε δικαίωμα να γνωρίζει αυτά αφού δεν συμμετείχε στις διαφορές που αφορούσαν τα δεδομένα αυτά με οποιαδήποτε τρόπο, ώστε να έχει νόμιμα πρόσβαση σ' αυτά, αφού έλαβε γνώση αυτών μη νόμιμα τα χρησιμοποίησε προς υποστήριξη των δικαιωμάτων του διοικητικής φύσης χωρίς δικαίωμα και χωρίς προηγουμένως να λάβει άδεια από την αρμόδια αρχή και ενώ δεν ήταν απαραίτητα για την στήριξη των δικαιωμάτων του (αρχή αναλογικότητας). Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας .........". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, για κατ'εξακολούθηση παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 εδ. β, 7 και 22 παρ. 2β του ν. 2472/97 και για την πράξη του αυτή καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές το δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την διεξαχθείσα στο ακροατήριο διαδικασία, επί τη βάσει των οποίων κατέληξε στην ως άνω κρίση του για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο ήδη αναιρεσείων. Ειδικότερα, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται περιστατικό επέμβασης στα αρχεία του Πρωτοδικείου και τους Εφετείου Αθηνών και των αντιστοίχων Εισαγγελιών, όπου φέρονται ότι υπήρχαν καταχωρημένες οι πληροφορίες - δεδομένα σχετικών με τις ποινικές διώξεις και καταδίκες της εγκαλούσας. Περαιτέρω, ενώ κατά τρόπο ασαφή στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση των ως άνω προσωπικών δεδομένων "μολονότι δεν είχε δικαίωμα να τα γνωρίζει", στο διατακτικό, κατά τρόπο αντιφατικό, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος "τα ανωτέρω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα τα συνέλεξε από άτομα που είχαν υποβάλλει σχετικές μηνύσεις στην αντίδικό του". Ενόψει αυτών το Δικαστήριο με τις πιο πάνω παραδοχές του, δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα πρόσβαση του κατηγορουμένου σε αρχείο προσωπικών δεδομένων με την αναφερόμενη στη διάταξη του άρθρου 2 εδ. ε του ν. 2472/97 έννοια, η πρόσβαση δε σ' αυτό το αρχείο, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί πιο πάνω, αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του προβλεπόμενου από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2472/97 εγκλήματος. Συνεπώς, η απόφαση, κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα εκδίκαση, στο οποίο, όμως, δεν θα συμμετάσχουν οι πρότερον δικάσαντες δικαστές (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 8188/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Έννοια αρχείου. Ποινικά αδικήματα. Επέμβαση κλπ. σε αρχείο χωρίς δικαίωμα. Στοιχεία του εγκλήματος του άρθρου 22 ν. 2472/1997. Έννοια δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όσον αφορά την πρόσβαση του κατηγορουμένου σε αρχείο προσωπικών δεδομένων. Δεκτή η αναίρεση και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα.
0
Αριθμός 1196/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1522/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Με κατηγορούμενο τον Χ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ζ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Σφακιανάκη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 37/25.6.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1137/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης, καθώς και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώριση αυτής καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική ή η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Συνεπώς, δεν αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής αποφάσεως μόνη η σκέψη ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο, εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1522/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, ο κατηγορούμενος Χ κηρύχθηκε αθώος της αξιόποινης πράξεως της Ψευδορκίας πραγματογνώμονα σε βάρος της Ζ, που του είχε αποδοθεί. Για να στηρίξει την απαλλακτική αυτή κρίση του το δίκασαν Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφαση του, την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Από όλη τη σχετική με την απόδειξη κυρία διαδικασία, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στην ανωμοτί εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, την κατάθεση στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν, την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, στα πλαίσια πραγματογνωμοσύνης, την οποία διενήργησε με αφορμή την υπ' αριθ. 187/2000 μη οριστική απόφαση του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε εμπράγματη διαφορά με διαδίκους τους Ζ και ήδη εγκαλούσα κατά των ... κλπ, συνέταξε την υπ' αριθ. 89/2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία ακολούθως κατατέθηκε από τους διαδίκους στο προαναφερόμενο Δικαστήριο, ώστε να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εν λόγω διαφοράς. Στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ο κατηγορούμενος εξέθεσε, μεταξύ άλλων, και τα όσα αναφέρονται ειδικότερα στο κατηγορητήριο που του αποδίδεται αλλά και στο διατακτικό της παρούσης, τα οποία είναι αντίθετα με τα όσα ισχυρίζεται η ως άνω εγκαλούσα, της οποίας (εγκαλούσας) πράγματι οι ισχυρισμοί επιβεβαιώνονται από το πόρισμα της διεξαχθείσας στα πλαίσια της παρούσας δίκης πραγματογνωμοσύνης, πλην όμως δεν απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος εξέθεσε τα ανωτέρω έχοντας διατυπώσει κρίση, η οποία δεν ήταν σύμφωνη με την ενδόμυχη πεποίθηση του, καθ' όσον για την πραγμάτωση της υποκειμενικής υπόστασης της πράξης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος (βλ. και ΑΠ154/2007 ΝΟΜΟΣ), ούτε ενδιαφέρει, σύμφωνα με την ισχύουσα υποκειμενική θεωρία, αν η πεποίθηση του κατηγορουμένου είναι αντικειμενικά ορθή (βλ. και Συμβ. Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης 209/2001 Αρμ. 2001, 832). Εξάλλου, σε περίπτωση ανυπαρξίας άμεσης απόδειξης για την συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου (δόλου), όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, επί πραγματογνωμοσύνης, το περιεχόμενο της οποίας περιέχει εκτιμήσεις με ειδική μορφή τεχνικών κρίσεων, όπως η επίδικη, δεν υπάρχει περίπτωση διατύπωσης κρίσεως περί υπάρξεως αποχρωσών ενδείξεων ενοχής, καθ' όσον στην αντίθετη περίπτωση θα οδηγούμασταν στο άτοπο αποτέλεσμα οι πραγματογνώμονες να διστάζουν να αποδεχθούν το διορισμό τους σε υπόθεση με ιδιαίτερα σημαντικό αντικείμενο και έντονη αντιδικία, θα ήταν δε και παντελώς δύσκολο έως αδύνατο η δι' εμμέσων αποδείξεων και επιχειρημάτων καταδίκη, καθ' όσον απαιτείται να εκτίθενται στην περίπτωση αυτή τα πλήρη στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η ύπαρξη δόλου, υπό την έννοια που αναφέρθηκε ανωτέρω". Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με την παραπάνω έννοια, αφού δεν διαλαμβάνονται καθόλου στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του ως άνω εγκλήματος, ούτε και εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 1522/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση Εισαγγελέα Α-ρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Δε-κτή. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
0
Αριθμός 1180/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ποντικάκη, περί αναιρέσεως της 3715/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.2.2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 268/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά κατ' άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του Νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 1, 28 παρ. 1, 29 παρ. 1 και 4 και 37-39 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" τιμωρείται με τις αναφερόμενες στο πρώτο ποινές ο εκδότης επιταγής, η οποία δεν επληρώθη από τον πληρωτή, στον οποίο δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή κατά τον χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής της επιταγής. Επιταγή η οποία εξεδόθη και είναι πληρωτέα στην ίδια χώρα, εμφανίζεται για πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από την αναγραφομένη σ' αυτήν ημερομηνία εκδόσεώς της. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του τυπικού εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής, εκδοθείσης και πληρωτέας στην Ελλάδα, απαιτείται η εντός οκτώ ημερών από την έκδοσή της εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμήν, διότι μετά την πάροδο απράκτου της προθεσμίας αυτής, αποδεσμεύεται ο εκδότης και η επιταγή παύει να ισχύει ως τίτλος. Το ουσιώδες και κρίσιμο στοιχείο της ημερομηνίας εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για το εμπρόθεσμο της εμφανίσεώς της, μη αρκούντος ότι στην απόφαση αναγράφεται ότι η επιταγή ενεφανίσθη εμπροθέσμως προς πληρωμή. Εάν συμβαίνει το τελευταίο αυτό (μόνο), χωρίς, ήτοι, την συγκεκριμένη και ακριβή ημερομηνία της εμφανίσεως της επιταγής, εντός της νομίμου προθεσμίας των οκτώ ημερών, με αφετηρία την επομένη της εκδόσεώς της, η καταδικαστική απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, δικάσαν κατ' έφεση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, κατεδίκασε την αναιρεσείουσα για κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος της ακαλύπτου επιταγής και δη ότι "με μερικότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση σε ένα και το αυτό έγκλημα στις 15.6.2003, 30.6.2003 και 20.7.2003 εξέδωσε τραπεζικές επιταγές με αριθμούς ..., ...., .... αριθ. λογαριασμού .... στην Τράπεζα Χανίων Υποκατάστημα Χανίων, για 8600 ευρώ, 8000 ευρώ, 6000 ευρώ, αντίστοιχα, σε διαταγή ...., οι οποίες εμφανισθείσες εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα δεν πληρώθηκαν από έλλειψη αντικρίσματος". Όμως ουδόλως (ούτε στο διατακτικό, ούτε στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης, υπ' αριθ. 3715/2008 αποφάσεως), αναφέρεται η ακριβής ημερομηνία εμφανίσεως των άνω επιταγών προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, η έλλειψη δε αυτή δεν αναπληρώνεται με την αόριστη μνεία ότι ενεφανίσθησαν "εμπρόθεσμα". Ούτως, η προσβαλλομένη απόφαση, στην οποία δεν αναφέρονται οι ημερομηνίες εμφανίσεως εκάστης των τριών επιταγών και οι σκέψεις με τις οποίες εδέχθη το δικαστήριο ότι η αναιρεσείουσα ετέλεσε καθεμία από τις μερικότερες πράξεις, στερείται αφ' ενός της επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αφ' ετέρου νομίμου βάσεως, διότι από την ανωτέρω παράλειψη του χρόνου εμφανίσεως των επιταγών προς πληρωμή υπάρχει ασάφεια και δεν μπορεί να ελεγχθεί και κριθεί από τον Άρειο Πάγο εάν εφηρμόσθησαν ορθά ή όχι οι προμνημονευθείσες στην αρχή της παρούσης ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες με τον τρόπον αυτόν παρεβιάσθησαν εκ πλαγίου. Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχήν ως βασίμου του σχετικού δευτέρου λόγου της κρινομένης αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, (τούτων των στοιχείων συντρεχόντων σωρευτικώς), να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλους δικαστάς (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 3715/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Και Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ουσιώδες στοιχείο για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ακαλύπτου επιταγής είναι ο χρόνος εμφανίσεως της προς πληρωμή για να κριθεί εάν είναι εντός οκτώ ημερών από (την επομένως) της εκδόσεως της (άρθρο 79, 28, 29, 37 - 39 Ν. 5960/ 1933). Άλλως έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως και έλλειψη νομίμου βάσεως. Αναιρεί διότι αναφέρει μόνο "εμπρόθεσμη" εμφάνιση. Παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Τραπεζική επιταγή.
0
Αριθμός 1179/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πιστικό, για αναίρεση της 64070/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 243/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και εκ της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορουμένος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 64070/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Aθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 58544/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή είχε καταδικασθεί για παράβαση του άρθρου 17 παρ.1,8 του ν.1337/83 σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών , η οποία μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ δρχ. την ημέρα, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από την ένορκη κατάθεση της προταθείσας από την εκκαλούσα μάρτυρος που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο, τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας και την εν γένει συζήτηση, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από το από 10 Απριλίου 2006 αποδεικτικό επίδοσης απόφασης σε κατηγορούμενο με άγνωστη διαμονή του αρχιφύλακα ..., που αναγνώστηκε δημόσια στο ακροατήριο, η εκκαλούμενη, με αριθμό 58544/2003 ερήμην της εκκαλούσας εκδοθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε σ'αυτήν ως άγνωστης διαμονής, αφού προηγουμένως αναζητήθηκε χωρίς αποτέλεσμα στην τελευταία γνωστή στην επιδούσα Εισαγγελική Αρχή διεύθυνση της κατοικίας της, στην οδό ..., την 10-4-2006, στην οποία (διεύθυνση) είχε αναζητηθεί εξ' άλλου χωρίς αποτέλεσμα και την 21-2-2003, οπότε επιδόθηκε σ'αυτήν ως άγνωστης διαμονής και το κλητήριο θέσπισμα (βλ. το από 21-2-2003 αποδεικτικό επίδοσης κλητηρίου θεσπίσματος προς άγνωστης διαμονής κατηγορούμενο της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ...). Η ασκηθείσα από την εκκαλούσα έφεση, έλαβε χώρα στις 7-2-2008, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 2032/7-2-2008 έκθεση εφέσεως, ήτοι μετά την παρέλευση της νόμιμης κατ' άρθρο 473 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Ποιν.Δ. προθεσμίας άσκησής της, των τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης. Περαιτέρω, από το προαναφερθέν από 10-4-2006 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα ..., προκύπτει ότι η επίδοση της εκκαλουμένης, έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 156 του Κ.Ποιν.Δ. και συγκεκριμένα, προς την υπάλληλο του Δήμου Ψυχικού ..., την οποία είχε ορίσει για το σκοπό αυτό ο Δήμαρχος Ψυχικού, η οποία φρόντισε για την τοιχοκόλληση του εγγράφου αυτής (εκκαλούμενης απόφασης) στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του πιο πάνω Δήμου, αφού προηγουμένως ο ως άνω αρχιφύλακας, αναζήτησε χωρίς αποτέλεσμα την εκκαλούσα - κατηγορουμένη, στην τελευταία ως άνω γνωστή στην επιδούσα Εισαγγελική Αρχή, διεύθυνση της κατοικίας της και αφού διαπίστωσε ότι ήταν άγνωστη η διαμονή της και αφού προηγουμένως αναζήτησε χωρίς αποτέλεσμα κάποιο από αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. πρόσωπα, για να επιδώσει την απόφαση. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η διεύθυνση στην οποία αναζητήθηκε χωρίς αποτέλεσμα η εκκαλούσα (στην οδό ...) ήταν η διεύθυνση της κατοικίας της, την οποία η ίδια η εκκαλούσα δήλωσε προανακριτικά, με την από 5-10-1998 ένστασή της που υπέβαλε ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκοπούλου Αττικής κατά της υπ' αριθμ. 1/21-9-98 έκθεσης αυτοψίας αυθαιρέτου κτίσματος, με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε με την εκκαλουμένη ως άνω απόφαση. Και επομένως, η διεύθυνση αυτή της κατοικίας της, ήταν η τελευταία γνωστή, στην ως άνω επιδούσα Εισαγγελική Αρχή, διεύθυνση της κατοικίας της. Εξ άλλου, η εκκαλούσα - κατηγορουμένη, στην προαναφερθείσα έκθεση εφέσεως και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε εγγράφως στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου ο συνήγορος υπεράσπισής της, δεν αναφέρει ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην ως άνω εισαγγελική αρχή, που έχει παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, τη διεύθυνση της κατοικίας της που επικαλείται ότι είχε, ήτοι στην οδό ... στα ... (όπου όπως επικαλείται ότι κατοικεί από το έτος 1997) ούτε τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή την κατοικία της αυτή. Αντίθετα, όμως αορίστως ισχυρίζεται ότι ήταν γνωστή η τελευταία αυτή διεύθυνσή της στην επιδούσα Εισαγγελική Αρχή και ενώ ισχυρίζεται με τους προαναφερθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς της ότι κατοικεί από το έτος 1997 στα ..., την 5-10-1998 στην προαναφερθείσα ένστασή της, ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων, δηλώνει ότι είναι κάτοικος ... και ότι η κατοικία της βρίσκεται επί της οδού .... Ενόψει των ανωτέρω, ορθά επιδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση στην εκκαλούσα - κατηγορουμένη, ως άγνωστης διαμονής και από ουδεμία ακυρότητα πάσχει η επίδοση αυτή και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί της εκκαλούσας. Εφόσον δε η έφεση ασκήθηκε εμπροθέσμως, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) και να καταδικαστεί η εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα". ΙΙΙ. Από το έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι με την 58544/03 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με απούσα την αναιρεσείουσα, καταδικάσθηκε αυτή για παράβαση του άρ. 17 παρ.1,8 του ν.1337/85. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 7-2-2008 έφεση, με την οποία η εκκαλούσα, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς της, είχε προβάλει με αυτή, επί λέξει, ότι "ουδέποτε κλητεύθηκε να παραστεί κατά τη δικάσιμο της 7-5-03, ουδέποτε της επιδόθηκε στη γνωστή διαμονή της στα ... (οδός ... στα ...), η δε επίδοση της άνω απόφασης κατά τη διαδικασία αγνώστου διαμονής είναι απολύτως άκυρη και δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα, εφόσον από το αποδεικτικό επιδόσεως της άνω απόφασης δεν προκύπτει πότε και σε ποιόν επιδόθηκε και, περαιτέρω δεν προκύπτει το όνομα του παραλαβόντος το επιδοτήριο υπαλλήλου του Δήμου ή αν ο παραλαβών ήταν εξουσιοδοτημένος για την παραλαβή της άνω απόφασης". Με όσα εξέθεσε η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα στην 2032/7-2-2008 έφεσή της, δεν πρόβαλε λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως (η επίκληση μόνο της μη γνώσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας), αλλά ότι "ουδέποτε κλητεύθηκε να παραστεί κατά τη δικάσιμο της 7-5-03" και ότι "ουδέποτε της επιδόθηκε στη γνωστή διαμονή της στα ... ( οδός ... στα ...". Επίσης πρόβαλε ακυρότητα του αποδεικτικού και της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής, ως προς την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης. Περαιτέρω, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που δίκασε ως εφετείο, η αναιρεσείουσα υπέβαλε εγγράφως, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι ανέπτυξε και προφορικώς, εκτός από τους περιεχόμενους και στην έφεση πιο πάνω ισχυρισμούς, ότι ουδέποτε της επιδόθηκε κλητήριο θέσπισμα προκειμένου να παραστεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και ότι η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος (όπως και της 58544/2003 πρωτοδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) με την διαδικασία της επιδόσεως σε αυτόν ως άγνωστης διαμονής είναι άκυρες, η δε τοιαύτη ακυρότητα είναι απόλυτος, δοθέντος ότι ήταν γνωστής στην Εισαγγελία διαμονής στην οδό .... Ανεξαρτήτως, όμως του ότι ο κατ' αυτόν τον τρόπο υποβληθείς ισχυρισμός, δεν θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν( ΟλΑΠ 2/2005), η τυχόν ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος προς την αναιρεσείουσα, που για πρώτη φορά αυτή προέβαλε με τον πιο πάνω τρόπο, δηλαδή χωρίς λόγο έφεσης, καλύφθηκε και η στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προβολή εκ μέρους της κατηγορουμένης ήταν απαράδεκτη και δεν όφειλε το δικαστήριο να απαντήσει αιτιολογημένα, όπως αυτό προκύπτει από το άρθρο 174 παρ. 2 Κ.Π.Δ. IV. Η πιο πάνω αιτιολογία της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης, απόφασης του Δικαστηρίου είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης ως άγνωστης διαμονής και αναφέρεται μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης 58544/2003 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 10-4-2006, η οποία προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα του αρχιφύλακα ..., όσο και η ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως στις 7-2-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Εφόσον δε η εκκαλούσα, δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας της, νομίμως αυτή αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας της, που αναφέρεται στη μήνυση, ως τελευταία γνωστή κατοικία της και δεν υπεχρεούτο το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία, σε σχέση με το αν αυτή διέμενε ή όχι στην παραπάνω διεύθυνση, εκ περισσού δε εξετάστηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο. Επίσης δεν υποχρεούται το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία για τους λόγους ανώτερης βίας (που τυχόν εμπόδισαν την εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης), αφού δεν έγινε από την εκκαλούσα επίκληση τέτοιων λόγων (η επίκληση μόνο της μη γνώσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας). Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση από το Δικαστήριο αυτό του ως άνω αποδεικτικού επιδόσεως, που είναι αναγκαία για την έρευνα του σχετικού λόγου της υπό κρίση αναίρεσης, προκύπτει ότι η επίδοση της εκκαλουμένης, έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 156 του Κ.Π.Δ όπως αιτιολογημένα δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, και συγκεκριμένα, η επίδοση αυτή έγινε προς την υπάλληλο του Δήμου Ψυχικού ..., την οποία είχε ορίσει για το σκοπό αυτό ο Δήμαρχος Ψυχικού, η οποία φρόντισε για την τοιχοκόλληση του εγγράφου αυτής (εκκαλούμενης απόφασης) στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του πιο πάνω Δήμου, αφού προηγουμένως ο ως άνω αρχιφύλακας, αναζήτησε χωρίς αποτέλεσμα την εκκαλούσα - κατηγορουμένη, στην τελευταία ως άνω γνωστή στην επιδούσα Εισαγγελική Αρχή, διεύθυνση της κατοικίας της και αφού διαπίστωσε ότι ήταν άγνωστη η διαμονή της και αφού προηγουμένως αναζήτησε χωρίς αποτέλεσμα κάποιο από αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. πρόσωπα, για να επιδώσει την απόφαση. Επομένως οι διαλαμβανόμενες στον πρώτο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αιτιάσεις για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης, ως προς την απόρριψη του περιεχόμενου στην έφεσή της πάνω ισχυρισμού της, για ακυρότητα της εν λόγω επίδοσης είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το Δικαστήριο, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου, όπως επίσης συνεκτιμήθηκε και η δοθείσα στο ακροατήριο ένορκη κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης .... Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αναίρεσης αιτιάσεις ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα , καθόσον εξ αυτών προκύπτει η γνωστή της διαμονή και ότι δεν έλαβε γνώση της εναντίον της ποινικής κατηγορίας, καθώς και η εν γένει βασιμότητα των προβληθέντων από αυτήν ισχυρισμών, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας της αποφάσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου το από 10-4-2006 αποδεικτικό επιδόσεως δεν πάσχει από κάποια ακυρότητα από το γεγονός ότι από προφανή παραδρομή ο αστυφύλακας που διενήργησε την επίδοση δεν διέγραψε από το έντυπο του αποδεικτικού επιδόσεως τη φράση: "στον Δήμαρχο Ψυχικού ή ", αφού σαφώς απ' αυτήν προκύπτει, ότι η επίδοση έγινε στην ορισμένη από αυτόν ( δηλαδή τον Δήμαρχο) υπάλληλο ..., τα σχετικά στοιχεία της οποίας έχουν συμπληρωθεί στο επιδοτήριο, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτουσα τον προβαλλόμενο με την έφεση σχετικό ισχυρισμό για ακυρότητα της επίδοσης. Συνεπώς οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, ότι το Δικαστήριο "δεν απάντησε με σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί των ανωτέρω προϋποθέσεων εγκυρότητας της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής", είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Εξάλλου, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αν και δεν είχε ειδική προς τούτο υποχρέωση, απάντησε στους πιο πάνω μη παραδεκτώς υποβληθέντες ισχυρισμούς, τους οποίους και απέρριψε με την προαναφερόμενη πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως αβάσιμους. Ειδικότερα, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται ότι επιδόθηκε νομίμως, στις 21-2-2003, ως άγνωστης διαμονής, το κλητήριο θέσπισμα, όπως αυτό προκύπτει από το από 21-2-2003 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, .... V. Με τον υπό στοιχείο Ι. 3 λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται ότι η πληττόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και αντιφατική, ως προς την εγκυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής, διότι, όπως αναφέρει η αναιρεσείουσα, " ενώ δέχεται στο σκεπτικό της ότι προανακριτικά είχα δηλώσει ως διεύθυνση κατοικίας την οδό ... στο ..., εντούτοις θεωρεί ότι η επίδοση σ' εμένα ως άγνωστης διαμονής είναι έγκυρη, αφού ο δικαστικός επιμελητής με αναζήτησε στην ανωτέρω διεύθυνση και δεν με βρήκε" και ότι , εφόσον δέχθηκε ότι "προανακριτικά είχα δηλώσει ως κατοικία την οδό ... στο ..., θα έπρεπε σαφώς να αχθεί σε κρίση περί της ακυρότητας της επιδόσεως σ' εμένα ως άγνωστης διαμονής, αφού εκ του συνδυασμού των άρθρων 273 παρ. 1 εδ. γ και 104 παρ. 2 τελευταία περίοδος, που τέθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 34 παρ. 4 του Ν. 2172/1993, η επίδοση ποινικού δικογράφου προς πρόσωπο, το οποίο κατά την προανάκριση δήλωσε την διεύθυνση της κατοικίας του, γίνεται εγκύρως, αποκλειστικά και μόνο στη διεύθυνση αυτή...." . Οι αιτιάσεις, όμως αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης και προκύπτουν και από τα έγγραφα της δικογραφίας (αλλά κι όσα εκτίθενται στον αυτόν λόγο αναίρεσης), η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας της την οδό ... στο ..., στην από 5-10-1998 ένστασή της την οποία υπέβαλε ενώπιον του Πολεοδομικού Γραφείου του Μαρκοπούλου Αττικής κατά της υπ' 1/21-9-1998 έκθεσης αυτοψίας αυθαιρέτου του κτίσματος, και όχι εξεταζόμενη προανακριτικά, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 273 παρ.1γ του ΚΠΔ, ώστε να ισχύουν όσα στην αίτησή της αναφέρει. Επομένως ο πιο πάνω από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α και Δ του ΚΠΔ, όπως εκτιμάται, λόγος αναίρεσης, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VI. Περαιτέρω είναι αβάσιμος και απορριπτέος, και ο με τον υπό στοιχείο ΙΙ ,από το άρθρο 510 παρ. Ι περ.Α του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα και για παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με τις διαλαμβανόμενες σε αυτόν και μη περιεχόμενες στο εφετήριο αιτιάσεις, ότι η αναιρεσείουσα ποτέ δεν πληροφορήθηκε την ύπαρξη της εναντίον της κατηγορίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 58544/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και ποτέ δεν της επιδόθηκε κλητήριο θέσπισμα ή κλήση να παρασταθεί κατά την εκδίκαση της εναντίον της κατηγορίας και ότι όλες οι επιδόσεις που φέρονται να έγιναν σε αυτήν έγιναν ως αγνώστου διαμονής, ενώ αυτή είχε γνωστή διαμονή, αφού από το 1997 κατοικεί μόνιμα στα ... επί των οδών .... Σύμφωνα με όσα έγιναν ήδη δεκτά πιο πάνω, κατά τις αιτιολογημένες παραδοχές της προσβαλλόμενη απόφασης, η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα κλητεύθηκε νομίμως να παραστεί και να δικασθεί για την αποδιδόμενη και γνωστή σε αυτή κατηγορία, ως αγνώστου διαμονής, τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και επομένως ουδεμία επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας ή παραβίαση του άρθρου 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ . Κατά τα λοιπά οι διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αιτιάσεις, που επαναλαμβάνουν όσα και στους προηγούμενους λόγους αναίρεσης αναφέρονται, σχετικά με το ότι, από τα μνημονευόμενα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα, προκύπτει ότι αυτή κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε γνωστή διαμονή, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον πλήττουν την περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. VII. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Aπορρίπτει την 10/30-1-2009 αίτηση της ..., κατοίκου ..., για αναίρεση της 64070/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει ένδικο μέσο (έφεση) ως εκπρόθεσμο. Αγνώστου διαμονής. Λόγοι έφεσης για ακυρότητα επίδοσης, διότι δεν αναφέρεται το όνομα του Δημάρχου. Επίκληση λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Επίκληση λόγου ακυρότητας επιδόσεως εκκαλούμενης αποφάσεως, που δεν αναφέρεται στην έφεση. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1178/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαναστασόπουλο, περί αναιρέσεως της 1584α - 1584/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγον το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΩΦΩΝ" (Ε.Ι.Κ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Εμμανουήλ Παπουτσής. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 18 Μαρτίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 215/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Από τον συνδυασμό των άρθρων 171 παρ. 1δ', 329, 331 παρ. 1, 333, 364 και 510 παρ. 1Α' ΚΠΔ προκύπτει, ότι δεν επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναίρεσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της περί ενοχής ή όχι του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέν έγγραφο, εφόσον τούτο αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και εντεύθεν αναπόσπαστο μέρος της σε βάρος του κατηγορουμένου ασκηθείσας ποινικής δίωξης, για κάποιο έγκλημα, αφού αυτός, προς αντίκρουση του εγγράφου τούτου, μπορεί, κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ, να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις περί αυτού αναγκαίες εξηγήσεις, διότι γνωρίζει το περιεχόμενό του. Επομένως, ο σχετικός και από το άρθρο 510 παρ. 1Α' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, διότι, όπως στην αίτηση αναφέρεται, "στα αναγνωστέα έγγραφα δεν περιλαμβάνονται τα δήθεν πλαστά αποσπάσματα των πρακτικών με αριθμούς 89/30-6-1999, 91/5-11-1999 92/3-2-2000, 93/22-6-2000, 94/11-10-2000, 96/1-11- 2000, 97/20-12-2000 και 98/5-4-2001 που δήθεν πλαστογράφησα και για τα οποία κρίθηκα ένοχος...", πρέπει, ως αβάσιμος, ν' απορριφθεί, δοθέντος ότι τα ανωτέρω έγγραφα, αποτελώντας στοιχεία του κατηγορητηρίου και κατά συνέπεια αναπόσπαστο μέρος της κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσας ποινικής δίωξης, καθιστούσε δυνατόν σε αυτόν, που γνώριζε το περιεχόμενό τους και προς αντίκρουση του τελευταίου, να εκθέσει, κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ, τις περί αυτού απόψεις του και να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις. Άλλωστε ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, ούτε από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει, ότι ζήτησε την ανάγνωση και την επίδειξη των πιο πάνω εγγράφων (ως πειστηρίων του εγκλήματος της πλαστογραφίας), δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 Κ.Π.Δ., και το Δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα, όπότε θα υφίστατο έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ.) και θα ιδρυόταν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Επίσης έγγραφο του κατηγορητηρίου αποτελεί και η "9/12-8-1985 απόφαση της σχολικής εφορείας του Εθνικού Ιδρύματος Κωφών ...." και συνεπώς, εφόσον δεν ήταν απαραίτητη η δημόσια ανάγνωση αυτής, για τους αυτούς λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1Α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, διότι, δεν αναγνώστηκε το εν λόγω έγγραφο. Εξάλλου το Δικαστήριο δεν στήριξε την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, για την πράξη της πλαστογραφίας, στο ότι "του είχε ανατεθεί η οικονομική διαχείριση του Ιδρύματος με την υπ' αριθμ. 9/12-8-1985 απόφαση της σχολικής εφορίας του ιδρύματος", το τελευταίο δε αυτό έγγραφο (απόφαση), αφηγηματικά αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού τα διαλαμβανόμενα σε αυτό αφορούν την κατηγορία για την πράξη της απιστίας, πράξη για την οποία κρίθηκε αθώος ο κατηγορούμενος. II. Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι αναιρετέα λόγω απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, σύμφωνα με τα άρθρα σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ και τα άρθρα 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., καθόσον, το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του, έλαβε υπόψη του έγγραφο που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή του, και έτσι αυτός στερήθηκε αυτός της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Ειδικότερα αναφέρει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ως αναγνωστέο έγγραφο το ΧΕΠ 150/2002, το οποίο και ανέγνωσε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, πλην όμως "η προσβαλλομένη απόφαση δεν εξειδικεύει ποια μορφή του εγγράφου αναγνώστηκε και ελήφθη υπόψιν, η αρχική ή η δήθεν αλλοιωμένη ή διορθωμένη". Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι αβάσιμες και απορριπτέες, προεχόντως διότι το πιο πάνω έγγραφο (ΧΕΠ 150/2002), αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και, συνεπώς, αναπόσπαστο μέρος της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη της πλαστογραφίας και αυτός, προς αντίκρουση του εγγράφου τούτου, μπορεί, κατ` άρθρο 358 ΚΠΔ να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις περί τούτου. Εξάλλου στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του. Στην προκειμένη δε περίπτωση με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του, αφού, ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου του, κατέστη γνωστό και κατά το περιεχόμενό του στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού. Τέλος, εφόσον κατά τις παραδοχές της απόφασης, όπως ειδικότερα αναφέρεται και πιο κάτω, "δεν είναι εφικτό να διαπιστωθεί η αρχική μορφή" του εγγράφου αυτού, αυτονοήτως συνάγεται ότι η μορφή του εγγράφου που αναγνώστηκε και λήφθηκε υπόψη δεν ήταν η αρχική, αλλά η αλλοιωμένη ή διορθωμένη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης, κατά τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί το Εφετείο Πατρών έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του, έγγραφο του οποίου δεν είναι βεβαία η ανάγνωση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. ΙII. Από το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μόνη η αποδοχή από το Δικαστήριο στο σκεπτικό της απόφασης, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, ως αιτιολογίας, έστω και κατ' αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της απόφασης, δεν συνιστά, χωρίς τίποτε άλλο έλλειψη της κατά το νόμο αιτιολογίας της αποφάσεως, εκτός εάν στο διατακτικό και κατ' ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της απόφασης δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Η έλλειψη όμως στην περίπτωση αυτή πρέπει να προσδιορίζεται με το σχετικό λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Eφετείο Πατρών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ".... Ο κατηγορούμενος ήταν Διευθυντής του παραρτήματος του Εθνικού Ιδρύματος Κωφών στην ... κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως και το έτος 2003 και του είχε ανατεθεί η οικονομική διαχείριση του ιδρύματος με την 9/12-8-1985 απόφαση της σχολικής εφορίας του ιδρύματος. Το τελευταίο αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με το ν. 2646/1998 (ΦΕΚ 236/20-10-1998) υπαγόμενο στον έλεγχο και την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Ο κατηγορούμενος με την παραπάνω ιδιότητα του θεωρείται υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 ΠΚ του ως άνω ν.π.δ.δ. (Ιδρύματος Κωφών) αφού ασκούσε υπηρεσία που εμπίπτει στους σκοπούς γενικότερου ενδιαφέροντος που επιδιώκει το νομικό αυτό πρόσωπο δηλ. το ίδρυμα κωφών, απορριπτόμενου του αντιθέτου αυτοτελούς ισχυρισμού του ως αβασίμου. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι όταν την 11-12-2003 κατά τη διάρκεια οικονομικού ελέγχου που πραγματοποίησαν στο ίδρυμα οι αρμόδιοι επιθεωρητές του ΣΕΥΥΠ του ζήτησαν να τους αποστείλει διάφορα έγγραφα του Ιδρύματος με οικονομικά στοιχεία και συγκεκριμένα μεταξύ άλλων πρακτικά της σχολικής εφορείας, εκείνος προέβη στη σύνταξη αποσπασμάτων των πρακτικών αυτών όπου στα οικεία θέματα αναφέρονται ότι δήθεν συζητήθηκαν και έγιναν εγκρίσεις διαφόρων δαπανών από τη σχολική εφορεία και έθεσε στα αποσπάσματα αυτά τα ονόματα των μελών της σχολικής εφορείας, του προέδρου, του γραμματέα και του αντιπροέδρου αυτής, καθώς και το δικό του όνομα με την υπογραφή του κάτω από την ένδειξη "ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο των πρακτικών", ενώ στην πραγματικότητα δεν είχαν συζητηθεί κατά τη διάρκεια των αντίστοιχων με τα άνω πρακτικά συνεδριάσεων τα θέματα αυτά και δεν είχαν εγκριθεί οι αναφερόμενες σ'αυτά (αντίγραφα πρακτικών) δαπάνες. Ειδικότερα 1) ενώ στο υπ' αρ. 87/9-3-1999 πρακτικό της σχολικής εφορείας στο θέμα 9° αναφέρεται ο διορισμός εκπροσώπου του Δήμου ... στη σχολική εφορεία 2) στο υπ' αρ. 89/30-6-1999 πρακτικό στο θέμα 4° γίνεται αναφορά σε ορισμό επιτροπής αχρηστεύσεως υλικού 3) στο υπ' αρ. 91/5-11-1999 πρακτικό στο θέμα 3° ορίζεται επιτροπή διενέργειας πρόχειρου διαγωνισμού μεταφοράς εξοπλισμού 4) στο υπ' αρ. 92/3-2-2000 πρακτικό στο θέμα 7° γίνεται αναφορά σε αιτήσεις της ... και στο θέμα 11° γίνεται αναφορά σε αύξηση του κομίστρου του ταξί, 5) στο υπ' αρ. 93/22-6-2000 πρακτικό στο θέμα 5° γίνεται αναφορά σε τοποθέτηση ωρολογίου παρουσίας προσωπικού, 6) στο υπ' αρ. 94/11-10-2000 πρακτικό στο θέμα 3° γίνεται λόγος για προσλήψεις προσωπικού, 7) στο υπ' αρ. 96/1-11-2000 πρακτικό στο θέμα 11° αναφέρεται η αίτηση μετάταξης της ...., 8) στο υπ' αρ. 97/20-12-2000 πρακτικό υπάρχει μόνο ένα θέμα που αφορά σε έγκριση του προϋπολογισμού του 2001 και 9) το υπ' αρ. 98/5-4-2001 πρακτικό έχει θέμα έγκριση λειτουργικών δαπανών α' τριμήνου 2001. Ακόμα αποδείχτηκε ότι προέβη σε απόξεση και διόρθωση του 150/2002 χρηματικού εντάλματος, το οποίο είχε υποβληθεί στα αρμόδια όργανα, ήτοι τη σχολική εφορεία και στον επίτροπο ... πριν τη διόρθωση και είχε ήδη εγκριθεί με την αρχική του μορφή. Σκοπός του ήταν να παραπλανήσει με τη χρήση των ανωτέρω πρακτικών και εντάλματος τους ανωτέρω αρμοδίους επιθεωρητές στους οποίους τα απέστειλε για έλεγχο, ότι δήθεν είχαν εγκριθεί οι αναφερόμενε σ'αυτά δαπάνες του ιδρύματος από τη σχολική εφορεία, γεγονός που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά το διατακτικό. Περαιτέρω δεν αποδείχτηκε πρόθεση του κατηγορουμένου να βλάψει το ίδρυμα με τη μη κατάθεση αποθεματικών κεφαλαίων από τη ταμειακή διαχείριση. Εξάλλου οι μόνοι οικονομικοί πόροι του ιδρύματος προερχόταν από την κρατική χρηματοδότηση, όπως δε βεβαιώθηκε με δυσκολία κάλυπταν τις εκάστοτε λειτουργικές ανάγκες του, ώστε δεν ήταν δυνατή η ύπαρξη κάποιου σοβαρού κεφαλαίου ως αποθεματικού. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πράξης της απιστίας που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση και αθώο για την πράξη της απιστίας. Eιδικότερα κήρυξε αυτόν ένοχο του ότι: " Κατά το έτος 2003 και σε χρόνους που δεν προσδιορίστηκαν ειδικότερα, αλλά πάντως μετά την 11/12/2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, νόθευσε έγγραφα και προέβη στην κατάρτιση πλαστών εγγράφων, με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως δε αυτός προέβη και σε χρήση των εγγράφων αυτών. Συγκεκριμένα ως δ/ντής του παραρτήματος του ΕΙΚ στην ..., που είχε την οικονομική διαχείριση αυτού, κατά την διάρκεια οικονομικού ελέγχου που διενεργούσαν στο ανωτέρω νομικό πρόσωπο, αρμόδιοι επιθεωρητές του Σ. Ε. Υ. Υ. Π, στα πλαίσια του οποίου οι τελευταίοι ζήτησαν από τον ίδιο την 11/12/2003, να τους αποστείλει διάφορα έγγραφα του ιδρύματος με οικονομικά στοιχεία (εντάλματα, γραμμάτια είσπραξης παραστατικά, πρακτικά της σχολικής εφορείας του παραρτήματος) προκειμένου να προβούν στον έλεγχο τους, ο ανωτέρω κατηγορούμενος: α) σε πολλά από τα έγγραφα αυτά, που αφορούσαν στην έγκριση δαπανών και είχαν νωρίτερα υποβληθεί προς έγκριση στα αρμόδια όργανα (σχολική εφορεία του ιδρύματος μέχρι το έτος 2001 και στον αρμόδιο επίτροπο ... από το έτος 2002 και μετά), προέβη σε αλλοιώσεις του αρχικού τους περιεχομένου με διορθώσεις, αποξέσεις και αλλαγές των αναγραφόμενων ποσών και β) κατάρτισε αποσπάσματα πρακτικών της σχολικής εφορείας του ιδρύματος για την νομιμοποίηση δαπανών στα οποία περιέχονταν αποφάσεις της που ουδέποτε συζητήθηκαν ληφθεί. Συγκεκριμένα ο ανωτέρω κατηγορούμενος: α) προέβη σε αποξέσεις, σε διορθώσεις και σε αλλαγές των χρηματικών ποσών στο υπ' αρ. ΧΕΠ 150/2002, οι οποίες δεν είναι δυνατό να προσδιορισθούν επακριβώς, καθόσον δεν είναι εφικτό να διαπιστωθεί η αρχική μορφή των εγγράφων αυτών, παρότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το ένταλμα αυτό είχε ήδη υποβληθεί στα αρμόδια όργανα και είχε ήδη εγκριθεί από αυτά με την αρχική του μορφή, με σκοπό ο ανωτέρω κατηγορούμενος να παραπλανήσει με την χρήση του εντάλματος αυτού άλλους, σχετικά με την γνησιότητα του, καθόσον ενεφάνιζε το περιεχόμενο τους ότι ήταν αυτό ακριβώς που είχε εγκριθεί από τα ανωτέρω όργανα, γεγονός όμως αυτό που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, καθόσον όταν το ένταλμα αυτό είχε υποβληθεί στην σχολική εφορεία και στον επίτροπο .... δεν έφερε αποξέσεις και διορθώσεις, β) 1) ενώ στο υπ' αρ. 87/9-3-1999 πρακτικό της σχολικής εφορείας στο θέμα 9° αναφέρεται ο διορισμός εκπροσώπου του Δήμου ... στη σχολική εφορεία, 2) στο υπ' αρ. 89/30-6-1999 πρακτικό στο θέμα 4° γίνεται αναφορά σε ορισμό επιτροπής αχρηστεύσεως υλικού, 3) στο υπ' αρ. 91/5-11-1999 πρακτικό στο θέμα 3° ορίζεται επιτροπή διενέργειας πρόχειρου διαγωνισμού μεταφοράς εξοπλισμού, 4) στο υπ' αρ. 92/3-2-2000 πρακτικό στο θέμα 7° γίνεται αναφορά σε αιτήσεις της .... και στο θέμα 11° γίνεται αναφορά σε αύξηση του κομίστρου του ταξί, 5) στο υπ' αρ. 93/22-6-2000 πρακτικό στο θέμα 5° γίνεται αναφορά σε τοποθέτηση ωρολογίου παρουσίας προσωπικού, 6) στο υπ' αρ. 94/11-10-2000 πρακτικό στο θέμα 3° γίνεται λόγος για προσλήψεις προσωπικού, 7) στο υπ' αρ. 96/1-11-2000 πρακτικό στο θέμα 1Γ αναφέρεται η αίτηση μετάταξης της ...., 8) στο υπ' αρ. 97/20-12-2000 πρακτικό υπάρχει μόνο ένα θέμα που αφορά σε έγκριση του προϋπολογισμού του 2001 και 9) το υπ' αρ. 98/5-4-2001 πρακτικό έχει θέμα έγκριση λειτουργικών δαπανών α' τριμήνου 2001, ωστόσο στην συνέχεια ο κατηγορούμενος συνέταξε αποσπάσματα των πρακτικών αυτών, όπου στα οικεία θέματα αναφέρονταν ότι δήθεν συζητήθηκαν και έγιναν από την σχολική εφορεία εγκρίσεις διαφόρων δαπανών, περαιτέρω δε έθεσε στα αποσπάσματα αυτά τα ονόματα των μελών της σχολικής εφορείας, του προέδρου, του γραμματέα και του αντιπροέδρου αυτής, καθώς και το δικό του όνομα με την υπογραφή του κάτω από την ένδειξη "ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο πρακτικών", με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση των εγγράφων αυτών άλλους, σχετικά με την γνησιότητα τους, καθόσον ενεφάνιζε το περιεχόμενο τους ως δήλωση της ανωτέρω σχολικής εφορείας, ότι δήθεν δηλ. κατά την διάρκεια των αντίστοιχων με τα ως άνω πρακτικά συνεδριάσεων αυτής, είχαν συζητηθεί και είχαν εγκριθεί διάφορες δαπάνες του ιδρύματος, από την οποία όμως σχολική εφορεία η δήλωση αυτή δεν προήρχετο. Ακολούθως ο κατηγορούμενος έκανε και χρήση όλων των προαναφερόμενων εγγράφων, υπό στοιχ. α' και β', αποστέλλοντας αυτά για έλεγχο στους αρμόδιους επιθεωρητές μετά την 11/12/2003....". Για την πράξη του δε αυτή, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 216 παρ. 1 του ΠΚ, το Τριμελές Εφετείο Πατρών του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. ΙV. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας με χρήση για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, (πλην της αναφερόμενης πιο κάτω επιμέρους πράξεως της νόθευσης του ΧΕΠ 150/2002), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς το σκεπτικό της επαναλαμβάνει το διατακτικό και ειδικότερα, ως προς το θέμα της εκ μέρους του διοίκησης και οικονομικής διαχείρισης, έκρινε αναιτιολόγητα, ότι ήταν Διευθυντής του παραρτήματος του Εθνικού Ιδρύματος Κωφών στην .... κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως και το έτος 2003 και του είχε ανατεθεί η οικονομική διαχείριση του Ιδρύματος με την 9/12-8-1985 απόφαση της σχολικής εφορίας του ιδρύματος, χωρίς έστω συνοπτική αναφορά του περιεχομένου της απόφασης αυτής, και επιπλέον χωρίς να γίνεται "καμία μνεία για τα ονόματα των μελών που απάρτισαν την σχολική εφορεία που δήθεν έλαβε την απόφαση αυτή κατά την συνεδρίαση της 12-8-1985", παρότι, όπως αναφέρει, στον από 3-9-2008 αυτοτελή ισχυρισμό του που κατέθεσε εγγράφως στο Δικαστήριο υπήρξε συγκεκριμένη αιτίαση για αναρμοδιότητα του ως προς το θέμα αυτό. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Η επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό της απόφασης στην προκειμένη περίπτωση, δεν συνιστά έλλειψη της κατά το νόμο αιτιολογίας της αποφάσεως, αφού εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία αυτός καταδικάστηκε, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας, για την καταδικαστική για την πράξη της πλαστογραφίας απόφασης, η αναφορά και των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων. Συγκεκριμένα δεν απαιτείται για την θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της πλαστογραφίας η αρμοδιότητα του αναιρεσείοντος "για την οικονομική διαχείριση" του παραρτήματος του Εθνικού Ιδρύματος Κωφών στην ..... Η αρμοδιότητα δε αυτή μνημονεύεται στην απόφαση αφηγηματικώς, όπως προαναφέρθηκε, και αφορά την πράξη της απιστίας, για την οποία κρίθηκε ο αναιρεσείων αθώος. Τα όσα δε διατύπωσε αυτός σχετικά στον εγγράφως υποβληθέντα ισχυρισμό, αρνούμενος την αρμοδιότητα αυτή, αποτελούσαν αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό για την πράξη της απιστίας, για τον οποίο το Δικαστήριο, μετά την απαλλαγή μάλιστα του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή, δεν απαιτείτο να απαντήσει αιτιολογημένα. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα προσδιορίζει τα πλαστά έγγραφα που κατάρτισε ο αναιρεσείων και είναι τα περιγραφόμενα σε αυτή αποσπάσματα των πρωτότυπων πρακτικών, όπως, επίσης, προσδιορίζει και το περιεχόμενο των πλαστών αυτών αποσπασμάτων, με την παραδοχή ότι "στα οικεία θέματα αναφέρονταν ότι δήθεν συζητήθηκαν και έγιναν από την σχολική εφορεία εγκρίσεις διαφόρων δαπανών, περαιτέρω δε έθεσε στα αποσπάσματα αυτά τα ονόματα των μελών της σχολικής εφορείας, του προέδρου, του γραμματέα και του αντιπροέδρου αυτής....., με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση των εγγράφων αυτών άλλους, σχετικά με την γνησιότητα τους, καθόσον ενεφάνιζε το περιεχόμενο τους ως δήλωση της ανωτέρω σχολικής εφορείας, ότι δήθεν δηλ. κατά την διάρκεια των αντίστοιχων με τα ως άνω πρακτικά συνεδριάσεων αυτής, είχαν συζητηθεί και είχαν εγκριθεί διάφορες δαπάνες του ιδρύματος ....", χωρίς ν' απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας και η επιπλέον αναφορά των στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του (εξαντλητική εξειδίκευση ως προς τι διαφέρει έκαστο απόσπασμα από το αντίστοιχο πρωτότυπο πρακτικό, εξειδίκευση των ονοματεπωνύμων των μελών της σχολικής εφορείας κλπ). V. Οι λαμβανόμενες στους προσθέτους λόγους αναίρεσης αιτιάσεις, κατά τις οποίες, ως προς την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της πλαστογραφίας, η αναιρεσιβαλλόμενη δεν περιλαμβάνει με πληρότητα, σαφήνεια και κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο την ύπαρξη πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, καθόσον, όπως ο αναιρεσείων αναφέρει, "ουδείς εκ των μαρτύρων εισέφερε εκείνες τις αποδείξεις (ως όφειλε) για τον σχηματισμό απόλυτης περί ενοχής κρίσης και η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε τις αποδείξεις και οδηγήθηκε σε εντελώς διαφορετική δικανική πεποίθηση", απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Το Δικαστήριο της ουσίας, όπως ήδη έχει αναφερθεί, συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ των οποίων και εκείνα που επιλεκτικά αναφέρει ο αναιρεσείων στον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως (καταθέσεις μαρτύρων και πολιτικώς ενάγοντος), προκειμένου να καταλήξει στην περί ενοχής αυτού κρίση ως προς την κατάρτιση των αναφερομένων σε αυτή πλαστών εγγράφων και εξ ουδενός στοιχείου προκύπτει ότι αυτός στερήθηκε του δικαιώματός του να δικασθεί δικαίως, κατά παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εκ μόνου του γεγονότος ότι μερικοί εκ των μαρτύρων που εξετάστηκαν δεν βεβαίωσαν αν ο κατηγορούμενος είχε οικονομικό όφελος (στοιχείο που δεν απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της πλαστογραφίας), ή εκ του ότι όλοι οι αναφερόμενοι από τον αναιρεσείοντα μάρτυρες, κατά την γενόμενη από αυτόν αξιολόγηση των καταθέσεών τους, δεν βεβαίωσαν τον δόλο αυτού. VΙ. Αντίθετα με τα πιο πάνω εκτεθέντα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την καταδικαστική αυτής κρίση, για την επιμέρους πράξη της πλαστογραφίας (νόθευσης) του χρηματικού εντάλματος (Χ.Ε.) 150/2002, δεν είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος του ότι "προέβη σε αποξέσεις, σε διορθώσεις, σε αλλαγές των χρηματικών ποσών στο υπ' αρ. ΧΕΠ 150/2002, οι οποίες δεν είναι δυνατό να προσδιορισθούν επακριβώς, καθόσον δεν είναι εφικτό να διαπιστωθεί η αρχική μορφή των εγγράφων αυτών ..... ". Με τις παραδοχές, όμως, αυτές δεν καθίσταται σαφές τι ακριβώς δέχθηκε το Δικαστήριο, ως προς τρόπο με τον οποίο τελέστηκε η επιμέρους αυτή πράξη της πλαστογραφίας και συγκεκριμένα δεν είναι σαφές σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα νόθευση του εγγράφου αυτού, δηλαδή σε ποιες αποξέσεις και αλλαγές χρηματικών ποσών του γνησίου εγγράφου προέβη και, αν οι γενόμενες αυτές αποξέσεις και αλλαγές, μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και ποιες. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως (4ος στοιχ. γ, 5ος και 6ος), με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες αυτές της αποφάσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, αλλά και νομίμου βάσεως, λόγω των πιο πάνω ασαφειών, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή του λόγων αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την μερικότερη αυτή πράξη (και συνακόλουθα κατά το περί ποινής, κεφάλαιό της) και να παραπεμφθεί, κατά τούτο, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και σε περίπτωση αθωώσεως για την πράξη αυτή να προβεί το Δικαστήριο σε νέα επιμέτρηση της ποινής, απορριπτομένης, κατά τα λοιπά της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 1584α-1584/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, μόνο ως προς την μερικότερη πράξη της νόθευσης (με απόξεση, διόρθωση και αλλαγές χρηματικών ποσών) του χρηματικού εντάλματος (ΧΕΠ) 150/2002, καθώς και κατά την περί ποινής διάταξή της. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την 1/30-1-2009 αίτηση (έκθεση) αναίρεσης και τον από 18-3-2009 πρόσθετο αυτής λόγο του Χ για αναίρεση της 1584α-1584/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία (κατάρτιση και νόθευση εγγράφων, κατ' εξακολούθηση). Στοιχεία αδικήματος (πλημμέλημα). Χρήση πλαστού και από τον πλαστογράφο. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και ασάφεια ως προς την περιγραφή των πλαστογραφηθέντων εγγράφων. Η λήψη υπόψη εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα. Τούτο δεν ισχύει, όταν το έγγραφο που μνημονεύεται στην απόφαση, αποτελεί το σώμα ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος και ένα από τα στοιχεία της κατηγορίας που απαγγέλθηκε και επομένως ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να αποκρούσει. Δεκτός ο λόγος για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης ως προς την μερικότερη πράξη της νόθευσης χρηματικού εντάλματος (με απόξεση, διόρθωση και αλλαγές χρηματικών ποσών, χωρίς να αναφέρεται η αρχική μορφή του νοθευθέντος εγγράφου). Αναιρεί εν μέρει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αναίρεση. Αναιρεί εν μέρει ως προς την πράξη της νόθευσης του χρηματικού εντάλματος και ως προς την ποινή. Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ποινή, Πλαστογραφία, Αναίρεση μερική, Εξακολουθούν έγκλημα.
0
Αριθμός 1177/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της με αριθμό 1308-1309/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 174/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005). Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά κατ' άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του Νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ιδίου Κώδικος προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν ανεγνώσθησαν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητος να εκθέσει τις απόψεις του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του που είναι σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και δη το σκεπτικό αυτής, υπ' αριθμ. 1308-1309/2008, του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, "την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία", (εδέχθη) τα εξής: "Με την υπ'αριθμ. 147660/30.10.03 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης είχε ανατεθεί επίσημα στον κατ/νο η υπηρεσία του μη ειδικού αμίσθου Υποθηκοφυλακείου Γουμένισσας, Συμβολαιογράφο στο Ειρηνοδικείο Γουμένισσας από 5.2.1962, που εκτελούσε χρέη Υποθηκοφύλακα Γουμένισσας. Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε από Επιθεωρητή του Υπουργείου Οικονομικών διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ανωτέρω ιδιότητά του από το α' τρίμηνο του έτους 2002 μέχρι το δ' τρίμηνο του έτους 2003 ιδιοποιήθηκε παράνομα, μη αποδίδοντας το προσήκον πλεόνασμα των δικαιωμάτων ανά τρίμηνο στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την εκκαθάριση και την αφαίρεση των ποσών που είχε δικαίωμα να παρακρατεί για αμοιβή και αντιμετώπιση των εξόδων λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου από τα εισπραττόμενα δικαιώματα το συνολικό ποσό των 32.904,91 ευρώ, όπως αυτό αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας αναλυτικά. Περαιτέρω, πρέπει να αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ., καθόσον μέχρι την τέλεση της πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση στο διατακτικό της εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στη .... κατά το χρονικό διάστημα από το Β' Τρίμηνο 2002 μέχρι και τέλος έτους 2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος που του έχει ανατεθεί η άσκηση υπηρεσίας νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, παράνομα ιδιοποιήθηκε χρήματα που τα έλαβε ή τα κατείχε λόγω αυτής της ιδιότητας του, το δε αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, έχοντας την ιδιότητα του ειδικού άμισθου Υποθηκοφύλακα στο άμισθο Υποθηκοφυλακείο Γουμένισσας, ιδιοποιήθηκε παράνομα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, συνολικά το χρηματικό ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων διακοσίων εξήντα δύο ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (32.904,91), μη αποδίδοντας το προσήκον πλεόνασμα των δικαιωμάτων του ανά τρίμηνο στο Ελληνικό Δημόσιο μετά την εκκαθάριση και την αφαίρεση των ποσών που είχε δικαίωμα να παρακρατεί για την αμοιβή του και την αντιμετώπιση των εξόδων λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου από τα εισπραττόμενα δικαιώματα. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο δεν απέδωσε στο Δημόσιο: 1) κατά το Β' Τρίμηνο του 2002 το ποσό των 4.739,90 ευρώ, 2) κατά το Γ' Τρίμηνο του 2002 το ποσό των 2.667,05 ευρώ, 3) κατά το Δ' Τρίμηνο του 2002 το ποσό των 5.667,36 ευρώ και συνολικά για το έτος 2002 το ποσό 17.824,83 ευρώ, 4) κατά το Α' Τρίμηνο του 2003 το ποσό των 1.189,52 ευρώ, 5) κατά το Β' Τρίμηνο του 2003 το ποσό των 1.787,75 ευρώ, 6) κατά το Γ' Τρίμηνο του 2003 το ποσό των 767,81 ευρώ, 7) κατά το Δ' Τρίμηνο του 2003 το ποσό των 11.335 ευρώ και συνολικά για το έτος 2003 το ποσό των 15.080,08 ευρώ. Τα ποσά αυτά που είχε στην κατοχή του τα ιδιοποιήθηκε παράνομα ενσωματώνοντας τα στην περιουσία του και συνολικά με τις επιμέρους αυτές πράξεις του ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων τεσσάρων ευρώ και ενενήντα ενός λεπτών (32.904,91€), ποσό το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με αυτά όμως που εδέχθη το δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλ' ασαφή και αντιφατική. Ειδικότερα, ενώ εν αρχή του σκεπτικού δέχεται ότι ο κατηγορούμενος "από το α' τρίμηνο του έτους 2002 ....ιδιοποιήθηκε παράνομα....", στο διατακτικό δέχεται "....το β'τρίμηνο του 2002", για το οποίο, αρχής, δηλαδή, γενομένης από αυτού, τον κηρύσσει ένοχο, χωρίς να εξηγείται η διαφοροποίηση αυτή. Επίσης, ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι το συνολικό ποσό της υπεξαιρέσεως είναι (αριθμητικώς) "32.904,91" ευρώ, στο διατακτικό εδέχθη ότι ιδιοποιήθηκε παράνομα συνολικά το χρηματικό ποσό ολογράφως μεν "των τριάντα πέντε χιλιάδων διακοσίων εξήντα δύο ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών", αριθμητικώς όμως "32.904,91", ενώ, τέλος, και εν τέλει του διατακτικού αναφέρει ολογράφως και αριθμητικώς το ποσόν των 32.904,91 ευρώ, το οποίο κρίνει ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συνεπώς είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, (περί εσφαλμένης εφαρμογής και εκ πλαγίου παραβάσεως του νόμου και περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ της μη αναγνώσεως εγγράφου που ελήφθη υπ' όψη), πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ'αριθμ. 1308-1309/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Απόλυτη ακυρότης εάν ληφθεί υπ' όψη έγγραφο που δεν ανεγνώσθη (άρθρο 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364, 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ). Αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού και ασάφεια μεταξύ των. Αναιρεί και παραπέμπει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα.
2
Αριθμός 1172/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα- (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 8 και 15 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου ..., Ιρακινού υπηκόου, κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..., που παρέστη αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 10/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από ... Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από την Εισαγγελία της Νυρεμβέργης-Φυρθ της Γερμανίας. σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Πειραιά την με αριθμό και ημερομηνία 3/2-4-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον του Γραμματέα αυτού Νικολάου Σιτζάνη, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 576/2009. Αφού άκουσε, δια του διερμηνέως, τον αυτοπροσώπως παραστάντα εκζητούμενο, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκτελεστεί το από ... Ευρωπαϊκό 'Ενταλμα Σύλληψης των αρχών της Γερμανίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παράγρ. 1 Ν.3251/2005 "το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίον ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, εφ'όσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο ήδη έχει αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεσθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία". Στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται "το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης" και στο άρθρο 9 § 3 αναφέρεται ότι "όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος", η δε απόφαση στη περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 21 § 2 εκδίδεται "εντός εξήντα ημερών από τη σύλληψη του εκζητουμένου". Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 22 του ιδίου νόμου κατά της άνω οριστικής αποφάσεως του συμβουλίου εφετών "επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από την δημοσίευση της απόφασης σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας". "Ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο αποφαίνεται εντός οκτώ ημερών από την άσκηση της έφεσης. Ο εκζητούμενος κλητεύεται αυτοπροσώπως ή μέσω του αντικλήτου του είκοσι τέσσερις ώρες πριν από την συζήτηση με μέριμνα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου". Εξ άλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 επ., 474 § 2 και 502 § 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει 1) ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των προβαλλομένων λόγων, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της προσβαλλομένης αποφάσεως στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της εφέσεως, που προτείνει ο εκκαλών και 2) ότι στην έκθεση εφέσεως, με την οποία επιδιώκεται ο έλεγχος και η διόρθωση των σφαλμάτων της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται, και να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο για να είναι δεκτικοί δικαστικής εκτιμήσεως, διαφορετικά η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αυτά ισχύουν κατ' αναλογία και ως προς το ένδικο μέσο της εφέσεως, που προβλέπεται από τη διάταξη του όρθρου 451 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά της αποφάσεως, για την έκδοση ή για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Συμβουλίου Εφετών. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με την προσβαλλομένη απόφασή του διέταξε την εκτέλεση του υπ'αριθμ. ...Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Εισαγγελίας Νυρεμβέργης Φύρθ, που εξεδόθη από τον Προϊστάμενο Εισαγγελέα Manfred Lupko, βάσει α) της από 9-3-2004 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Νυρεμβέργης, σε συνδυασμό με την από 8-7-2004 απόφαση του Πρωτοδικείου Νυρεμβέργης-Φυρτ και την από 19-12-2008 απόφαση του Τμήματος Εκτέλεσης Ποινών του Πρωτοδικείου του Βayrenth, με την οποία κατεδικάσθη ο εκκαλών ... Ιρακινός υπήκοος σε φυλάκιση ενός (1) έτους και έξι (6) μηνών για απάτες κατά συρροή, ποινή από την οποίαν έχει απομείνει προς έκτιση υπόλοιπο φυλακίσεως 184 ημερών και β) της από 24-9-2002 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου της Νυρεμβέργης, σε συνδυασμό με την από 16-9-2004 απόφαση ανακλήσεως του Τμήματος Εκτελέσεως Ποινών του Πρωτοδικείου του Bayrenth και την από 19-12-2008 απόφαση ανακλήσεως του Τμήματος Εκτελέσεως Ποινών του αυτού ως άνω Πρωτοδικείου, με την οποίαν ο ανωτέρω κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών για ληστεία, ποινή από την οποία έχει απομείνει προς έκτιση υπόλοιπο φυλακίσεως 92 ημερών. Κατά της αποφάσεως αυτής του Συμβουλίου Εφετών Περαιώς, υπ'αριθμ. 10/2 Απριλίου 2009, ο άνω εκζητούμενος ήσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινομένη υπ'αριθμ. 3/2 Απριλίου 2009 έφεση, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς. Στην έκθεση όμως αυτή δεν αναφέρονται καθόλου λόγοι εφέσεως, ει μη μόνο γίνεται αναφορά ότι δήλωσε ότι εκκαλεί την υπ'αριθμ. 10/2009 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση "για τους λόγους που θα εκθέσει στο αρμόδιο δικαστήριο και διότι θεωρεί ότι έχει εκτίσει την ποινή του και είναι έγγαμος στην Ελλάδα με ένα παιδί". Με το περιεχόμενο αυτό η έφεση είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρεται σ'αυτή κανένα συγκεκριμένο σφάλμα, ούτε καμμία πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε διατυπώνονται παράπονα για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων νόμου, που εμποδίζουν την εκτέλεση του περί ου λόγος ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Συνεπώς η κρινομένη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να καταδικασθεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 3/2 Απριλίου 2009 έφεση του ... κατά της υπ'αριθμ. 10/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση. Εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Προϋποθέσεις (άρθρα 1, 2, 9, 21, 22 Ν. 3251/2005, άρθρο 451 ΚΠΔ. Έφεση κατ' αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών που διέταξε την εκτέλεση του Ε.Ε.Ε. Πρέπει να διατυπώνονται με την έφεση ορισμένοι λόγοι. Άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη η έφεση. Απορρίπτει.
Έκδοση
Έκδοση.
1
Αριθμός 1173/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποιν. Τμήμα - (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 8 και 15 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου ..., Αλβανού υπηκόου, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Μαυρομάτη, κατά της υπ' αριθμ. 27/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 27/2009 απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Αλβανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 52/26-3-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Αικατερίνης Σωφρόνη. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές της Αλβανίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη 52/26-3-2009 έφεση, κατά της 27/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις Αλβανικές Αρχές του εκζητούμενου - εκκαλούντος ... που γεννήθηκε στο ... στις 8-3-1972, προκειμένου να εκτίσει ποινή κάθειρξης δέκα ετών, για την πράξη της εκμετάλλευσης πορνείας σε επιβαρυντικές περιστάσεις, που του επιβλήθηκε με την 102/28-4-2005 απόφαση του Δικαστηρίου του δικαστικού νομού Fier Αλβανίας, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της 70/24-2-2006 απόφασης του Εφετείου της Αυλώνας, με την οποία αυτή διατηρήθηκε σε ισχύ, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ' ουσίαν (άρθρ. 451 παρ. 1 του ΚΠΔ). Κατά το άρθρο 436 του ΚΠΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία, της έκδοσης αλλοδαπών, εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (άρθρ. 437-456 ΚΠΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία, που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με το νόμο 4165/1961 και από την Αλβανία στις 19-5-1998, με έναρξη ισχύος 17-8-1998, από δε την κύρωσή της διέπει το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ των πιο πάνω κρατών, στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτής ορίζει ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσον και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή έχει επιβληθεί μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστον όριο. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία" ορίζονται τα ακόλουθα: Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και για την υποστήριξή της να προσαχθούν α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο, είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξής τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ)αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού. Τέλος κατά τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 6 και 10 της Σύμβασης, η έκδοση είναι ανεπίτρεπτη, αν πρόκειται για πολιτικές πράξεις και συναφείς με τέτοιες πράξεις παραβάσεις, αν η σχετική αίτηση για την έκδοση αποβλέπει στη δίωξη του εκζητούμενου για πολιτικά, φυλετικά ή θρησκευτικά του φρονήματα, αν η θέση του ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί, εξ αιτίας κάποιου από τους παραπάνω λόγους, αν αφορά στρατιωτικές και ορισμένες φορολογικές παραβάσεις, αναφέρεται σε υπηκόους του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και αν κατά τη νομοθεσία της αιτούσης χώρας ή εκείνης προς την οποία υποβάλλεται η αίτηση έλαβε χώρα παραγραφή της ποινικής διώξεως ή της ποινής. Αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής του εκζητούμενου, δεν είναι αναγκαίο να προσκομίζονται, αφού τα στοιχεία αυτά δεν διαλαμβάνονται στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 12 της Σύμβασης, ούτε το Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται της σχετικής αιτήσεως, έχει την εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα της κατηγορίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 450 παρ. 1 του ΚΠΔ, το Συμβούλιο γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για την αίτηση της εκδόσεως και αποφαίνεται για το αν εκείνος που έχει συλληφθεί και δικάζεται, είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο που εκζητείται, υπάρχουν τα απαιτούμενα για την έκδοση δικαιολογητικά έγγραφα, το έγκλημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο ή για το οποίο αυτός έχει καταδικασθεί, είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και αν έχει προκύψει λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο. Στην προκειμένη περίπτωση, απ' όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, από την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με τα εκτεθέντα από το συνήγορο του εκκαλούντος εκζητουμένου και του ιδίου, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Για την έκδοση του εκκαλούντος, ο οποίος συνελήφθη στις 9-2-2009 σε εκτέλεση της υπ αρ. ... εντολής προσωρινής σύλληψης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και κρατήθηκε προσωρινά ενόψει της πιο πάνω αίτησης έκδοσης, στο Κατάστημα Κράτησης ... με βάση το ...ένταλμα σύλληψης του Προέδρου Εφετών Αθηνών, έχει υποβληθεί νόμιμα από το κράτος της Αλβανίας, με την ... αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, που διαβιβάστηκε στο Ελληνικό Υπουργείο Δικαιοσύνης δια του Υπουργείου Εξωτερικών, με την ... ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Αλβανίας στην Ελλάδα, σχετική αίτηση για την έκδοση στην Αλβανία του Αλβανού υπηκόου ... , που γεννήθηκε στο ... στις 8-3-1972, προκειμένου να εκτίσει ποινή κάθειρξης δέκα ετών, που του επιβλήθηκε με την 102/28-4-2005 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου του δικαστικού νομού Fier Αλβανίας για την πράξη της εκμετάλλευσης πορνείας σε επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 114, 114α στοιχ. 4, 5 του Ποινικού Κώδικα της Αλβανίας και είναι επίσης αξιόποινη κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία (άρθρο 349 Π.Κ). Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε νομότυπα δια της διπλωματικής οδού, συνοδεύεται από τα απαραίτητα έγγραφα που την υποστηρίζουν σε επίσημα αντίγραφα από τα πρωτότυπα, μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα, περιέχουσα τα στοιχεία που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 443 παρ 1 του ΚΠΔ, 12, 22 της από 13-12- 1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το νόμο 4165/6-5-1961 και από την Αλβανία στις 19-5-1998. Ειδικότερα η προαναφερόμενη αίτηση συνοδεύεται από τα εξής έγγραφα στην Αλβανική με νόμιμη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα: 1) Την απόφαση 102/28-4-2005 του Δικαστηρίου (Πρωτοδικείου Φιέρ Αλβανίας, με την οποία επιβλήθηκε στον εκζητούμενο ποινή κάθειρξης δέκα ετών για την ανωτέρω αναφερόμενη πράξη και η οποία κατέστη τελεσίδικη, μετά την έκδοση της 70/24-2-2006 απόφασης του Εφετείου της Αυλώνας. 2) Τις 512/57 27-2-2009 και 670/1/24-2-2009 εκθέσεις της Εισαγγελέως Φιέρ, με τις οποίες παρέχονται πληροφορίες για το γεγονός της ανάμειξης του εκζητουμένου στην παραπάνω πράξη, προσδιορίζεται με ακρίβεια ο τόπος, χρόνος και λοιπές περιστάσεις τέλεσης του προαναφερόμενου ποινικού αδικήματος. Ακόμη βεβαιώνεται η εκτελεστότητα (τελεσιδικία) της παραπάνω απόφασης και η έκδοση του σχετικού ... εντάλματος σε βάρος του εκζητουμένου, το οποίο επίσης προσκομίζεται. 3) Πιστοποιητικό γέννησης του εκζητουμένου του Ληξιαρχείου του ..., στο οποίο περιέχονται όλα τα στοιχεία της ταυτότητάς του, την οποία και ο ίδιος επιβεβαίωσε εξεταζόμενος ενώπιον του Συμβουλίου. 4) Το κείμενο σε επίσημη μετάφραση των ποινικών διατάξεων 114,114 α του αλβανικού ποινικού κώδικα, που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη της εκμετάλλευσης πορνείας σε επιβαρυντικές περιστάσεις, με κάθειρξη από 7 έως 15 χρόνια. Ο παραπάνω εκζητούμενος καταδικάστηκε με την πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου του δικαστικού νομού Fier Αλβανίας για το ότι το Νοέμβριο του 1997, υποσχόμενος στην ..., Αλβανή υπήκοο, ότι θα πάρει διαζύγιο και θα την παντρευτεί, την έφερε σε χωριό έξω από την ... και με την απειλή ότι θα την σκότωνε την εξανάγκαζε σε πορνεία, επί δύο μήνες περίπου, ακολούθως δε της έπαιρνε όλα τα χρήματα που κέρδιζε. Στη συνέχεια μετοίκησαν στην ... όπου και πάλι ο εκζητούμενος την εξανάγκαζε σε πορνεία σε ξενοδοχείο μέχρι τον Απρίλιο 2008 και με την απειλή ότι θα την σκοτώσει της έπαιρνε όλα τα χρήματα που κέρδιζε ως πόρνη. Η έκδοση του δεν ζητείται για λόγους που αυτή δεν είναι επιτρεπτή, κατά τις διατάξεις της Σύμβασης, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, για να εκτίσει την επιβληθείσα σ' αυτόν ποινή κάθειρξης των δέκα (10) ετών για εκμετάλλευση πόρνης σε επιβαρυντικές περιστάσεις, που τέλεσε από Νοέμβριο 1997 μέχρι Απρίλιο 1998. Για το έγκλημα αυτό για το οποίο καταδικάστηκε, που είναι κολάσιμο τόσο κατά το ελληνικό όσο και κατά το αλβανικό δίκαιο, επιτρέπεται η έκδοση, αφού η ποινή που απαγγέλθηκε είναι ανώτερη των τεσσάρων μηνών (άρθρο 2 παρ 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί εκδόσεως). Για την πράξη αυτή, που τελέστηκε στην Ελλάδα, ο εκζητούμενος δεν έχει καταδικασθεί από τα ελληνικά δικαστήρια, ούτε εκκρεμεί δίωξη εναντίον του, η δε επιβληθείσα ποινή δεν έχει παραγραφεί ούτε κατά το αλβανικό δίκαιο (τούτο συνάγεται με σαφήνεια από το γεγονός έκδοσης του παραπάνω εντάλματος σύλληψης αλλά και της υποβολής της ένδικης αίτησης), (ούτε κατά το ελληνικό δίκαιο, αφού δεν έχουν παρέλθει είκοσι έτη από την τελεσιδικία της πιο πάνω καταδικαστικής απόφασης μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης (άρθρο 114 εδ β ΠΚ) και συνεπώς δεν έχει εξαλειφθεί το δικαίωμα της Αλβανικής Πολιτείας να εκτελέσει την παραπάνω ποινή. Ο εκζητούμενος εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του, μαχόμενος για την παραδοχή της εφέσεως του υποστηρίζει: 1) Η αξιόποινη πράξη την οποία φέρεται ότι διέπραξε και για την οποία αυτός καταδικάστηκε, τελέστηκε το έτος 1997. Η πράξη αυτή χαρακτηρίστηκε ως κακούργημα, στον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα (άρ. 349 ΠΚ), το έτος 2002 με το ν. 3064/2002, ενώ κατά το χρόνο τέλεσής της ήταν πλημμέλημα και, συνεπώς, όταν αυτός καταδικάστηκε, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στις 28/4/2005 και στη συνέχεια από το δευτεροβάθμιο στις 24/2/2006, είχε ήδη παραγραφεί (111 ΠΚ) και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠΔ, απαγορεύεται η έκδοσή του και 2) Η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο εκζητούμενος δεν ήταν αξιόποινη κατά το Αλβανικό δίκαιο κατά το χρόνο τελέσεως αυτής, αφού το αξιόποινο αυτής θεσπίστηκε μετά την τέλεσή της. Οι παραπάνω λόγοι της εφέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, ως προς τον πρώτο λόγο, όπως από τις διατάξεις των άρθρων 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί εκδόσεως, 32 εδ ε του ν. 2311/1995 και 438 εδ. δ του Π.Κ, προκύπτει, δεν παρέχεται έκδοση, εφόσον, η έκδοση ζητείται για την έκτιση ποινής που επιβλήθηκε στον εκζητούμενο, εφόσον, κατά τη νομοθεσία του αιτούντος μέρους ή του μέρους από το οποίο ζητείται αυτή, έλαβε χώρα παραγραφή της επιβληθείσης ποινής. Στην περίπτωση αυτή δεν δύναται να ερευνηθεί η τυχόν παραγραφή για την άσκηση της ποινικής διώξεως, όπως θα συνέβαινε αν ζητείτο η έκδοση του για να ασκηθεί ποινική δίωξη για την πράξη αυτή. Ομοίως δεν δύναται να προβεί στην έρευνα αν το Δικαστήριο του εκζητούντος κράτους εφάρμοσε εσφαλμένα ή όχι της οικείες ποινικές διατάξεις του εκζητούντος Κράτους. Αυτό δε διότι στην περίπτωση όπου ζητείται η έκδοση για την εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε στον εκζητούμενο, με απόφαση του Κράτους που ζητεί την έκδοση, δεν συγχωρείται στο δικαστικό Συμβούλιο του Κράτους που επιλαμβάνεται της έρευνας της σχετικής αιτήσεως να προβεί στην εξέταση της βασιμότητος της καταδίκης, αφού αυτό δεν προβλέπεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Σύμβαση Εκδόσεως, στην οποία εξαντλητικώς αναφέρονται οι ερευνόμενες για την έκδοση προϋποθέσεις (ΑΠ 576/2007). Ενόψει των ανωτέρω, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την αίτηση έκδοσης και γνωμοδότησε υπέρ αυτής δεν έσφαλε και επομένως η έφεση του εκκαλούντος εκζητουμένου, η οποία υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την 52/26-3-2009 έφεση, κατά της 27/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις Αλβανικές Αρχές του εκζητούμενου - εκκαλούντος ... που γεννήθηκε στο ..., στις 8-3-1972, προκειμένου να εκτίσει ποινή κάθειρξης δέκα ετών, που του επιβλήθηκε με την 102/28-4-2005 απόφαση του Δικαστηρίου του δικαστικού νομού Fier Αλβανίας, η οποία κατέστη, τελεσίδικη μετά την έκδοση της 70/24-2-2006 απόφασης του Εφετείου της Αυλώνας, για την πράξη της εκμετάλλευσης πορνείας σε επιβαρυντικές περιστάσεις. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση. Έφεση εκζητουμένου κατά απόφασης συμβουλίου εφετών, με την οποία απεφάσισε την έκδοση Αλβανού υπηκόου, προκειμένου να εκτίσει ποινή κάθειρξης, που του επιβλήθηκε με τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου του δικαστικού νόμου Fier Αλβανίας για την πράξη της εκμετάλλευσης πορνείας με επιβαρυντικές περιστάσεις. Συνδρομή προϋποθέσεων για την έκδοση. Πότε απαγορεύεται η εκτέλεση του εντάλματος. Αβάσιμοι οι λόγοι εφέσεως περί παραγραφής της πράξεως (κατά τον Ελληνικό ΠΚ) και περί καταδίκης με νόμο που δεν ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως. Απορρίπτει έφεση.
Έκδοση
Έκδοση.
1
Αριθμός 1163/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) ... και 2) .... αντίστοιχα, που εκπροσω-πήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Δεμουρτζίδη, για αναίρεση της με αριθμό 1.811/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2008 κοινή αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.031/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 1811/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλο-συμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα "από την κατάθεση του μάρτυρα της κατηγορίας που εξετάστηκε στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, και την απολογία των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στη δασική θέση "...." του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., Δήμου ... κατά μήνα Δεκέμβριο 2001 οι κατηγορούμενοι από κοινού ενεργούντες και κατόπιν συναποφάσεως, με πρόθεση κατέλαβαν έκταση (συνολικού εμβαδού 17.361,51 τ.μ.) η οποία αναμφίβολα κατέχεται από το Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα κατέλαβαν: α) δημόσια δασική έκταση 11.251,32 τ.μ. η οποία ανήκει και κατέχεται από το Ελληνικό Δημόσιο και συνορεύει βόρεια με δημόσιο δάσος, νότια με φερόμενη ιδιοκτησία ιδίων, ανατολικά με δημόσιο δάσος και δυτικά με φερόμενες ιδιοκτησίες κληρονόμων .... και ...., β) δημόσια δασική έκταση 4.411,45 τ.μ., η οποία ανήκει και κατέχεται από το Ελληνικό Δημόσιο και συνορεύει βόρεια με φερόμενη ιδιοκτησία ιδίων, νότια με φερόμενη ιδιοκτησία ιδίων, ανατολικά με ρέμα και δυτικά με φερόμενες ιδιοκτησίες κληρονόμων .... και .... και γ) δημόσια δασική έκταση 1.698,74 τ.μ. η οποία ανήκει και κατέχεται από το Ελληνικό Δημόσιο και συνορεύει βόρεια με φερόμενη ιδιοκτησία ιδίων, νότια με ρέμα, ανατολικά με ρέμα και δυτικά με δασική έκταση. Τις δασικές αυτές εκτάσεις αφού τις κατέλαβαν τις εκχέρσωσαν, καταστρέφοντας το δάσος αειφύλλων και πλατύφυλλων δένδρων που τις κάλυπταν και φύτευσαν ελαιόδενδρα προς άρδευση των οποίων έχουν εγκαταστήσει δίκτυο αρδεύσεως, προκειμένου να αποκτήσουν επ' αυτών δικαιώματα κυριότητας, νομής και κατοχής. Επομένως για τις πράξεις τους αυτές (κατάληψη δημοσίας εκτάσεως και εκχέρσωση δάσους) πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι". Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους ενόχους των πράξεων α) της παράνομης κατάληψης δημόσιου κτήματος από κοινού, και β) της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιου κτήματος από κοινού, και επέβαλε στον καθένα από αυτούς συνολική ποινή φυλακίσεως 16 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τη δεύτερη επί τριετία, ενώ την μετέτρεψε για τον πρώτο και επέβαλε επίσης συνολική χρηματική ποινή στον καθένα από 2.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α' και 2, 94 παρ.1 του Π.Κ, και 23 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 και άρθρο 71 παρ.1, 3, 4 του Ν. 998/1978. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι οι αναιρεσείοντες από κοινού ενεργούντες και μετά από κοινή απόφασή τους με πρόθεση κατέλαβαν έκταση συνολικής επιφάνειας 17.361,51 τ.μ, η οποία αναμφίβολα κατέχεται από το ελληνικό Δημόσιο, την οποία στη συνέχεια την εκχέρσωσαν καταστρέφοντας τα αείφυλλα και πλατύφυλλα δένδρα που κάλυπταν την έκταση αυτή και φύτευσαν ελαιόδενδρα, για τον ποτισμό των οποίων εγκατέστησαν δίκτυο αρδεύσεως, αποβλέποντες με τον τρόπο αυτό να αποκτήσουν δικαιώματα κυριότητας, νομής και κατοχής επί της συνολικής αυτής εκτάσεως. Συνεπώς, οι σχετικοί, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.1 του Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. β και 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. Η έλλειψη όμως της ακροάσεως προϋποθέτει την υποβολή γραπτού ή προφορικού αιτήματος ή προτάσεως, που να συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού, που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακριβείας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του Κ.Π.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλονται οι αιτιάσεις το μεν ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής κρίση του σε έγγραφα τα οποία δεν αναγνώσθηκαν, το δε ότι ενώ υπέβαλαν αίτημα αναβολής της δίκης, προκειμένου να παραστεί ο συνήγορός τους, το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί του ως άνω αιτήματος τους. Οι σχετικές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, γιατί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αμφότεροι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν παραστεί στη μετ' αναβολή, από τη δικάσιμο της 11-12-2007, συνεδρίαση της 8-4-2008, ούτε είχαν εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους. Κατά την τελευταία αυτή συζήτηση της 8-4-2008, και μετά την ανάγνωση των εγγράφων της δικογραφίας, και επάνοδο του Δικαστηρίου περί ώρα 12 μεσημβρινή, από τη διακοπή που είχε μεσολαβήσει, εμφανίσθηκαν οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες, προς τους οποίους γνωστοποιήθηκε από τον διευθύνοντα τη διαδικασία, η μέχρι του σημείου εκείνου διεξαχθείσα διαδικασία, με την ανάγνωση από τα πρόχειρα πρακτικά της καταθέσεως του μάρτυρα κατηγορίας και των αναγνωσθέντων εγγράφων της δικογραφίας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά μετά την απαγγελία της καταδικαστικής αποφάσεως, έτι δε και μετά την απαγγελία της, περί μετατροπής και αναστολής αντίστοιχα της ποινής για τον καθένα από αυτούς, απόφασής του, η, εκ των κατηγορουμένων, ...., αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο είπε "εγώ σήμερα θα ήθελα το δικηγόρο μου, ο οποίος δεν είναι εδώ", χωρίς, όμως, να προκύπτει ότι υπέβαλε αντίστοιχο αίτημα αναβολής της προόδου της δίκης, λόγω αδυναμίας του νομικού της παραστάτη, να προσέλθει για να τους εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, ώστε πλέον να μην υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου, να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία περί τούτου. Συνεπώς, οι συναφείς σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα πρέπει να επιβληθούν χωριστά για τον καθένα από αυτούς (583 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Μαΐου 2008 αίτηση των .... και .... αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθμό 1811/8-4-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα από αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράνομη κατάληψη δημόσιας εκτάσεως και παράνομη εκχέρσωση από κοινού. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και γ) απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επάγεται ακυρότητα από το γεγονός ότι δικαστήριο δεν ανέλαβε τη συζήτηση, χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος. Απορρίπτει την αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δασικά αδικήματα.
0
Αριθμός 1168/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 164/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.3.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 433/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 260/19.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Ποιν. Δ., την αριθμ. 48/4-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., οδ. ... αριθμ. ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Αθηνών ΑΑ, δυνάμει της από 3-3-2008 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του αριθμ. 164/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το αριθμ. 818/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της απόπειρας εκβίασης κατ' εξακολούθηση (άρθρα 385 παρ. 1α-98 Π.Κ.). Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη το με αριθμό 164/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 23-2-2008 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 Κ.Ποιν.Δ. και στον διορισθέντα αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών ΑΑ την 21-2-2008 (ΑΠ 1936/2007), η δε αίτηση ασκήθηκε στις 4-3-2008 (Συμβ. ΑΠ 2124/2005 Πράξ. Λόγ. ΠΔ 2006, 50 επ. 51, ΑΠ 730/2002 ΠΧ, ΝΓ, 223) ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών ..., συνετάγη δε από εκείνη η αριθμ. 48/4-3-2008 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 385 Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβίασης απαιτείται α) εξαναγκασμός με βία ή απειλή, ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζόμενου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του ίδιου ή τρίτου προσώπου και β) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος (ΑΠ 727/1998-σε Συμβούλιο- Π.Χ., ΜΘ, 246). Εάν ο απειλούμενος δεν υπέκυψε στην απειλή, δεν προέβη δηλαδή στην επιζήμια περιουσιακή διάθεση, το έγκλημα της εκβίασης δεν πραγματώνεται πλήρως, αλλά σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ., υπάρχει απόπειρα τέλεσής του. Για τη θεμελίωση της από το άρθρο 385 παρ. 1 εδ. α' Π.Κ. προβλεπόμενης κακουργηματικής μορφής εκβίασης απαιτείται, οι απειλές να είναι ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 380 παρ. 1 Π.Κ. Εάν οι απειλές δεν είναι ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, πρόκειται περί πλημμεληματικής μορφής εκβίασης, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 εδ. γ' Π.Κ. Απειλή δε ενωμένη με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής είναι η προαγγελία κακού που πρόκειται να επακολουθήσει αμέσως, αν δεν ήθελε υποκύψει εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται αυτή και επιχειρήσει να προβάλει αντίσταση. Τούτο σημαίνει τοπική και χρονική αμεσότητα του κακού με το σώμα ή τη ζωή του απειλούμενου (ΑΠ 829/2006). 'Αλλως, αν πρόκειται για απειλές κατά σώματος ή ζωής, που διατυπώθηκαν φραστικά και μόνο ή με χειρονομίες, χωρίς να συνοδεύονται και με άλλη ενέργεια του δράστη και αφορούν κακό που θα επέλθει, όχι κατά τη στιγμή της διατυπώσεως της απειλητικής φράσης ή τη στιγμή που γίνεται η απειλητική χειρονομία, αλλά σε μελλοντική στιγμή, υπάρχει πλημμεληματική εκβίαση που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 εδ. γ' Π.Κ.. Περαιτέρω η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος, η έλλειψη της οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν στο βούλευμα του Συμβουλίου εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή, παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις, αλλά και με συμπληρωματική αναφορά του στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών (ΑΠ 1608/2001 -σε Συμβούλιο- Π.Χρ. ΝΒ, 623, ΑΠ 348/1996 Π.Χρ. ΜΖ, σελ. 33), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1687/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ, 638, ΑΠ 336/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΒ, 978) και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων και πολιτικώς ενάγοντα, τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο μηνυτής Ψ και ο πατέρας του κατηγορουμένου ΑΑ ήσαν συμμαθητές στο σχολείο και παιδικοί φίλοι. Το έτος 1988 ο μηνυτής καταδικάσθηκε και διέφυγε στο εξωτερικό για να μη εκτίσει την ποινή φυλακίσεως των 3 1/2 ετών που του είχε επιβληθεί για απάτη. Κατά την απουσία του στο εξωτερικό και όντας φυγόποινος είχε αναθέσει τις δικαστικές του υποθέσεις στο φίλο του δικηγόρο ΑΑ, ο οποίος είχε παραστεί άλλωστε και ως συνήγορος του στο ακροατήριο στη δίκη της απάτης, και του παρέδωσε όλους τους φακέλους και τα έγγραφα που αφορούσαν στις υποθέσεις του. Κατά τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος το έτος 1989, με προτροπή του ΑΑ, ο μηνυτής του έστειλε χρήματα, προκειμένου ο τελευταίος να αγοράσει για λογαριασμό του ένα ακίνητο στη θέση "..." στο ... του ..., εκτάσεως 16 στρεμμάτων, το οποίο και αγόρασε τελικά στο όνομα μιας off shore εταιρείας με την επωνυμία "Roppal Investments Corporation" και με έδρα στη ... της ..., διαχειριστής της οποίας ορίσθηκε ο ΑΑ. Αντιθέτως, κατά την άποψη του τελευταίου η αγορά του ακινήτου αυτού έγινε από τον ίδιο, το μηνυτή και τον κοινό φίλο τους ΒΒ στο όνομα της πιο πάνω ... εταιρείας, τις μετοχές της οποίας διένειμαν αναλόγως της οικονομικής συμμετοχής τούτων και ο καθένας τους έλαβε το 1/3 των μετοχών της εν λόγω εταιρείας και ότι στη συνέχεια, ύστερα από μεταβιβάσεις μεταξύ τους, κατέστη αυτός μόνος κύριος του συνόλου των μετοχών, και άρα κύριος του πιο πάνω ακινήτου. Η διαφορετική αυτή αντίληψη μεταξύ του μηνυτή και του ΑΑ ως προς το ζήτημα της κυριότητας των μετοχών της εταιρείας "Roppal Investments Corporation" έχει προκαλέσει σφοδρή δικαστική αντιδικία μεταξύ τους με πολλές ποινικές και πολιτικές δίκες. Μετά από μήνυση του και ήδη μηνυτή Ψ κατά του ΑΑ για το ζήτημα τούτο καταδικάσθηκε ο τελευταίος με την 2619/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας, και η οποία συνίστατο στο ότι ο ΑΑ ιδιοποιήθηκε παράνομα ως πληρεξούσιος δικηγόρος του μηνυτή Ψ 166 και 168 ανώνυμες μετοχές, που αποτελούσαν τα 2/3 των 500 μετοχών της ... εταιρείας "Roppal Investments Corporation", συνολικής αξίας 35.000.000 δρχ. Ωστόσο, κατόπιν εφέσεως του ΑΑ κατά της πιο πάνω απoφάσεως κηρύχθηκε αυτός αθώος λόγω ελαχίστων αμφιβολιών για την πιο πάνω πράξη με την 2014/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη. Με την ένδικη μήνυση ο Ψ ισχυρίζεται ότι: α) στις 12-13/11-2001, μετά την έκδοση της πιο πάνω καταδικαστικής αποφάσεως σε βάρος του ΑΑ, ο κατηγορούμενος Χ1, γιος του καταδικασθέντος, απείλησε το μηνυτή με τη φράση "θα σε σκοτώσω", και β) στις 12-5-2004, μετά τη νέα αναβολή της υποθέσεως ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο ίδιος κατηγορούμενος απείλησε το μάρτυρα του μηνυτή ΓΓ, δείχνοντάς του το λαιμό του και κάνοντας τη χαρακτηριστική κίνηση ότι θα του τον κόψει. Και ότι με τις ενέργειες του αυτές, δηλαδή τις απειλές κατά της ζωής του μηνυτή και των μαρτύρων του, σκόπευε να τον εξαναγκάσει να σταματήσει να διεκδικεί τα δικαιώματά του στα δικαστήρια και να απέχει του Εφετείου, με προφανή σκοπό την αθώωση του ΑΑ και τη μη επαναπόκτηση εκ μέρους του των μετοχών της εταιρείας που του είχε υπεξαιρέσει αυτός και οι οποίες αντιπροσωπεύουν σήμερα αξία άνω των 60.000.000 δρχ. Από το ανακριτικό υλικό που αναφέρθηκε παραπάνω προέκυψε πράγματι ότι ο κατηγορούμενος Χ1, γιος του ΑΑ, αμέσως μετά την έκδοση της 2619/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και συγχρόνως με την αποχώρηση των δικαστών από την αίθουσα του ακροατηρίου και πριν εγερθεί από το εδώλιο ο πατέρας του, απευθύνθηκε στο μηνυτή με τη φράση που προαναφέρθηκε, αποβλέποντας στον εκφοβισμό του, ώστε να τον εξαναγκάσει να σταματήσει τους δικαστικούς αγώνες κατά του πατέρα του. Αλλά και η απειλή του προς τον παραπάνω μάρτυρα σ' αυτό ακριβώς απέβλεπε, αφού, κατά τρόπο κατηγορηματικό ο εν λόγω μάρτυρας στην από 29-10-2004 ένορκη κατάθεσή του περιγράφει ως ακολούθως το σχετικό περιστατικό: "Στις 12-5-2004, μετά τη δεύτερη αναβολή του Εφετείου, στο ασανσέρ προς την κάθοδο μας, περιμένοντάς το, ο γιος του κατηγορουμένου ΑΑ, Χ, σκύβοντας και απευθυνόμενος σε μένα, παρουσία και λοιπών μαρτύρων, με απείλησε με χειρονομία, πιάνοντας το λαιμό του και δείχνοντας ότι θα μου τον κόψει, προσπαθώντας να με εκφοβίσει", Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο μάρτυρας ΓΓ είναι παντελώς άγνωστος τόσο σ' αυτόν όσο και στον πατέρα του, και δεν χρησιμοποιήθηκε ως μάρτυρας του μηνυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την 2628/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αιτήσεως του μηνυτή κατά του κατηγορουμένου ΑΑ, που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος κατά τη συζήτηση της στις 11-2-2004, ο παραπάνω ΓΓ εξετάσθηκε ως μάρτυρας του τότε αιτούντος και ήδη μηνυτή. Και είναι μεν αληθές ότι ο ΑΑ, κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία στην ένδικη υπόθεση, για τον οποίο ωστόσο το προσβαλλόμενο βούλευμα αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία, ισχυρίσθηκε, και τους ισχυρισμούς του αυτούς υιοθετεί στην έφεσή του και ο κατηγορούμενος, έχοντας μάλιστα περιλάβει αυτούς και στο από 30-9-2007 υπόμνημα του προς το Συμβούλιο τούτο, ότι δεν υπάρχει το βασικό στοιχείο της εκβιάσεως, δηλαδή ο σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή τρίτο παράνομο περιουσιακό όφελος, στην ιδιοποίηση δηλαδή των μετοχών της εταιρείας "Roppal Investments Corporation", κυρίας του ακινήτου στη θέση "..." στο ... του ..., για το λόγο ότι από το έτος 1993 ο ΑΑ έχει αγοράσει τα μερίδια και των άλλων μετόχων, γεγονός που έχει γίνει δεκτό και με δικαστικές αποφάσεις, και ειδικότερα με τις 1874/1994 και 1876/1994 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών και Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα. Πράγματι, από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι η μεν πρώτη εκδόθηκε επί αιτήσεως του μηνυτή Ψ για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής για τις μετοχές της πιο πάνω εταιρείας, η δε δεύτερη επί αιτήσεως της εταιρείας "Roppal Investments Corporation" με αίτημα την ανάκληση αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων που είχε διατάξει την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο ακίνητο τούτο. Παρά το γεγονός ότι στο σκεπτικό και των δύο αυτών αποφάσεων γίνεται δεκτό ότι ο ΑΑ είχε καταστεί κύριος του συνόλου των μετοχών της ... εταιρείας, στην κυριότητα της οποίας ανήκει το ακίνητο στον ..., ωστόσο οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούν να αποτελέσουν αποφασιστικής σημασίας επιχείρημα, για το λόγο ότι αφενός μεν έκριναν κατά πιθανολόγηση, αφετέρου δε δεν είχαν ως αντικείμενο δίκης την κυριότητα των μετοχών της ... αυτής εταιρείας, ζήτημα που δεν έχει καταστεί ακόμη κύριο αντικείμενο δίκης μεταξύ των διαδίκων. Κατά συνέπεια υπήρχε ενδιαφέρον από πλευράς ΑΑ να παύσει ο Ψ να διεκδικεί τα δικαιώματα του και ο κατηγορούμενος με τη συμπεριφορά του που εκτέθηκε παραπάνω σκόπευε να εξαναγκάσει το μηνυτή να απόσχει του Εφετείου με προφανή σκοπό να αθωωθεί ο ΑΑ και να παραιτηθεί ο μηνυτής των επιδιώξεων του να επαναποκτήσει μέρος των μετοχών της εταιρείας "Roppal Investments Corporation", που θεωρούσε ότι του έχει υπεξαιρέσει ο ΑΑ. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς (σοβαρές) ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας εκβίασης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και για το λόγο αυτό απέρριψε την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του αριθμ. 818/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με τις παραδοχές αυτές και την ως άνω κρίση του, το Συμβούλιο των Εφετών δεν διέλαβε σε αυτό την από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την έννοια που προεκτέθηκε. Ειδικότερα δεν αποσαφηνίζεται σε αυτό ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος γνώριζε ότι το περιουσιακό όφελος, που με τις εκτιθέμενες σε αυτό ενέργειές του (απειλητική φράση-απειλητική χειρονομία) επεδίωκε, δεν στηριζόταν σε νόμιμη αξίωση του πατέρα του ΑΑ, τότε κατηγορουμένου για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος, μετοχών της ... εταιρίας με την επωνυμία "Roppal Investments Corporation" όταν μάλιστα δέχεται ότι στο σκεπτικό των αριθμ. 1874/1994 και 1876/1994 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Αθηνών και Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα, που εκδόθηκαν η μεν πρώτη τούτων επί αιτήσεως του μηνυτή Ψ για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής για τις μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "Roppal Investments Corporation", η δε δεύτερη επί αιτήσεως της πιο πάνω εταιρείας με αίτημα την ανάκληση αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων που είχε διατάξει την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο ακίνητο που βρίσκεται στη θέση "..." στο ... του ..., κυριότητας της ως άνω εταιρίας, γίνεται δεκτό ότι ο ΑΑ, πατέρας του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου είχε καταστεί κύριος του συνόλου των μετοχών της ... ως άνω εταιρείας, ότι δεν είχε ασκηθεί αγωγή από το μηνυτή με αντικείμενο την κυριότητα των μετοχών και ότι τελικά με την αριθμ. 2014/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη ο πατέρας του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ΑΑ, κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας για την πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος των μετοχών. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του εσφαλμένα υπήγαγε την φραστική απειλή κατά της ζωής του μηνυτή Ψ και την με χειρονομία απειλή κατά της ζωής του μάρτυρα του ως άνω μηνυτή, ΓΓ, στην κακουργηματική μορφή της απόπειρας εκβίασης της παρ. 1 στοιχ. α' του άρθρου 385 Π.Κ., δεδομένου ότι από τις παραδοχές του Συμβουλίου προκύπτει, ότι οι απειλές αυτές δεν ήταν ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφού δεν επρόκειτο περί προαγγελίας κακού που επρόκειτο να επακολουθήσει αμέσως, δηλαδή κατά την αυτή χρονική στιγμή με την περιέλευση της φραστικής απειλής στο μηνυτή και της απειλής με την χειρονομία στο μάρτυρα ΓΓ, αλλά σε μελλοντική στιγμή. Κατ' ακολουθία οι προαναφερθείσες απειλές έπρεπε να υπαχθούν στην πλημμεληματική μορφή απόπειρας εκβίασης της παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου άρθρου. Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή των λόγων αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρα 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ Κ.Π.Δ.) να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρα 485 παρ. 1, 519 Κ.Π.Δ.), εκτός από την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα μερικότερη πράξη της απόπειρας εκβίασης κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ως τελεσθείσα στις 12-13/11-2001 για την οποία δεν συντρέχει λόγος παραπομπής (άρθρο 518 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) αφού, σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν, το Συμβούλιο Εφετών όφειλε, ορθώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας την ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 385 Π.Κ. και εκείνες των άρθρων 111-113 Π.Κ. να υπαγάγει αυτή στην πλημμεληματική μορφή απόπειρας εκβίασης της παραγ. 1 στοιχ. γ του άρθρου 385 Π.Κ. και να παύσει την κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ποινική δίωξη, αφού από το χρόνο τελέσεως αυτής είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, που είναι ο χρόνος παραγραφής των πλημμελημάτων, χωρίς να έχει μεσολαβήσει οποιαδήποτε αναστολή αυτής, αφού δεν είχε επιδοθεί σ' αυτόν εντός πέντε (5) ετών από την τέλεση της μερικότερης αυτής πράξης κλήση για τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο. Στη συνέχεια, αφού η μερικότερη αυτή πράξη του διωκομένου κατ' εξακολούθηση πλημμελήματος της απόπειρας εκβίασης διαπιστώνεται ότι έχει παραγραφεί και η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται και από τον 'Αρειο Πάγο, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 310 παρ. 1 εδ β' Κ.Ποιν.Δ, να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη του αναιρεσείοντος για τη μερικότερη πράξη του κατ' εξακολούθηση πλημμελήματος της απόπειρας εκβίασης, για το οποίο έχει ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να γίνει δεκτή η αριθμ. 48/4-3-2008 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κάτοικο ..., οδ. ... αριθμ. ..., κατά του αριθμ. 164/2008 βουλεύματος του Συμβουλίόυ Εφετών Αθηνών. 2) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό. 3) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών, εκτός της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα μερικότερης πράξης του διωκομένου κατ' εξακολούθηση πλημμελήματος της απόπειρας εκβίασης, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 12-13/11-2001. 4) Να παύσει οριστικά η ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος Χ ποινική δίωξη για την μερικότερη πράξη του κατ' εξακολούθηση πλημμελήματος της απόπειρας εκβίασης, που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτόν στην Αθήνα στις 12-13/11-2001, λόγω παραγραφής. Αθήνα 15 Μαΐου 2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 385 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως απαιτείται α) εξαναγκασμός με βία ή απειλή, ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζόμενου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του ίδιου ή τρίτου προσώπου και β) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Εάν ο απειλούμενος δεν υπέκυψε στην απειλή, δεν προέβη δηλαδή στην επιζήμια περιουσιακή διάθεση, το έγκλημα της εκβιάσεως δεν πραγματώνεται πλήρως, αλλά σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ. υπάρχει απόπειρα τέλεσής του. Για τη θεμελίωση της από το άρθρο 385 παρ. 1 εδ. α' Π.Κ. προβλεπόμενης κακουργηματικής μορφής εκβιάσεως απαιτείται οι απειλές να είναι ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 380 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Εάν οι απειλές δεν είναι ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, πρόκειται για πλημμεληματική μορφής εκβιάσεως, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 εδ. γ' Π.Κ. Απειλή δε ενωμένη με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής είναι η προαγγελία κακού που πρόκειται να επακολουθήσει αμέσως, αν δεν ήθελε υποκύψει εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται αυτή και επιχειρήσει να προβάλει αντίσταση. Διαφορετικά, αν πρόκειται για απειλές κατά σώματος ή ζωής, που διατυπώθηκαν φραστικά και μόνο ή με χειρονομίες, χωρίς να συνοδεύονται και με άλλη ενέργεια του δράστη και αφορούν κακό που θα επέλθει, όχι κατά τη στιγμή που διατυπώνεται η απειλητική φράση, αλλά σε μελλοντική στιγμή, υπάρχει πλημμεληματική εκβίαση, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 εδ. γ' του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν στο βούλευμα του Συμβουλίου εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά με τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, όπως αυτό προκύπτει από τον συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις, αλλά και με επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά του στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων και του πολιτικώς ενάγοντος, τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής Ψ και ο πατέρας του κατηγορουμένου ΑΑ ήσαν συμμαθητές στο σχολείο και παιδικοί φίλοι. Το έτος 1988, ο μηνυτής καταδικάσθηκε και διέφυγε στο εξωτερικό για να μην εκτίσει την ποινή φυλακίσεως των 31/2 ετών που του είχε επιβληθεί για απάτη. Κατά την απουσία του στο εξωτερικό και όντας φυγόποινος, είχε αναθέσει τις δικαστικές του υποθέσεις στον φίλο του δικηγόρο ΑΑ, ο οποίος είχε παραστεί άλλωστε και ως συνήγορός του στο ακροατήριο στη δίκη της απάτης και του παρέδωσε όλους τους φακέλους και τα έγγραφα που αφορούσαν στις υποθέσεις του. Κατά τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος, το έτος 1989, με προτροπή του ΑΑ, ο μηνυτής τού έστειλε χρήματα, προκειμένου ο τελευταίος να αγοράσει για λογαριασμό του ένα ακίνητο στη θέση "..." στο ... του ..., εκτάσεως 16 στρεμμάτων, το οποίο και αγόρασε τελικά στο όνομα μίας off shore εταιρείας με την επωνυμία "Roppal Investments Corporation" και με έδρα στη ... της ..., διαχειριστής της οποίας ορίσθηκε ο ΑΑ. Αντιθέτως, κατά την άποψη του τελευταίου, η αγορά του ακινήτου αυτού έγινε από τον ίδιο τον μηνυτή και τον κοινό φίλο τους ΒΒ στο όνομα της πιο πάνω ... εταιρείας, τις μετοχές της οποίας διένειμαν αναλόγως της οικονομικής συμμετοχής τούτων και ο καθένας του έλαβε το 1/3 των μετοχών της εν λόγω εταιρείας και ότι στη συνέχεια, υστέρα από μεταβιβάσεις μεταξύ τους, κατέστη αυτός μόνος κύριος του συνόλου των μετοχών και άρα κύριος του πιο πάνω ακινήτου. Η διαφορετική αυτή αντίληψη μεταξύ του μηνυτή και του ΑΑ ως προς το ζήτημα της κυριότητας των μετοχών της εταιρείας "Roppal Investments Corporation" έχει προκαλέσει σφοδρή δικαστική αντιδικία μεταξύ τους, με πολλές ποινικές και πολιτικές δίκες. Μετά από μήνυση του και ήδη μηνυτή Ψ κατά του ΑΑ για το ζήτημα τούτο, καταδικάσθηκε ο τελευταίος με την 2619/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας και η οποία συνίστατο στο ότι ο ΑΑ ιδιοποιήθηκε παράνομα ως πληρεξούσιος δικηγόρος του μηνυτή Ψ 166 και 169 ανώνυμες μετοχές, που αποτελούσαν τα 2/3 των 500 μετοχών της ... εταιρείας "Roppal Investments Corporation", συνολικής αξίας 35.000.000 δρχ. Ωστόσο, κατόπιν εφέσεως του ΑΑ κατά της πιο πάνω αποφάσεως, κηρύχθηκε αυτός αθώος λόγω ελαχίστων αμφιβολιών για την πιο πάνω πράξη με την 2014/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη. Με την ένδικη μήνυση, ο Ψ ισχυρίζεται ότι: α) στις 12-13/11-2001, μετά την έκδοση της πιο πάνω καταδικαστικής αποφάσεως σε βάρος του ΑΑ, ο κατηγορούμενος Χ, γιος του καταδικασθέντος, απείλησε τον μηνυτή με τη φράση "θα σε σκοτώσω" και β) στις 12.5.2004, μετά τη νέα αναβολή της υποθέσεως ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο ίδιος κατηγορούμενος απείλησε το μάρτυρα του μηνυτή ΓΓ δείχνοντας του το λαιμό του και κάνοντας τη χαρακτηριστική κίνηση ότι θα του τον κόψει. Και ότι με τις ενέργειές του αυτές, δηλαδή τις απειλές κατά της ζωής του μηνυτή και των μαρτύρων του, σκόπευε να τον εξαναγκάσει να σταματήσει να διεκδικεί τα δικαιώματά του στα δικαστήρια και να απέχει του Εφετείου, με προφανή σκοπό την αθώωση του ΑΑ και τη μη επαναπόκτηση εκ μέρους του των μετοχών της εταιρείας που του είχε υπεξαιρέσει αυτός και οι οποίες αντιπροσωπεύουν σήμερα αξία άνω των 60.000.000 δρχ. Από το ανακριτικό υλικό που αναφέρθηκε παραπάνω, προέκυψε πράγματι ότι ο κατηγορούμενος Χ, γιος του ΑΑ, αμέσως μετά την έκδοση της 2619/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και συγχρόνως με την αποχώρηση των δικαστών από την αίθουσα του ακροατηρίου και πριν εγερθεί από το εδώλιο ο πατέρας του, απευθύνθηκε στο μηνυτή με τη φράση που προαναφέρθηκε, αποβλέποντας στον εκφοβισμό του, ώστε να τον εξαναγκάσει να σταματήσει τους δικαστικούς αγώνες του πατέρα του. Αλλά και η απειλή του προς τον παραπάνω μάρτυρα σ' αυτό ακριβώς απέβλεπε, αφού κατά τρόπο κατηγορηματικό, ο εν λόγω μάρτυρας στην από 29.10.2004 ένορκη κατάθεσή του περιγράφει ως ακολούθως το σχετικό περιστατικό: "Στις 12.5.2004, μετά τη δεύτερη αναβολή του Εφετείου, στο ασανσέρ, προς την κάθοδό μας, περιμένοντάς το, ο γιος του κατηγορουμένου ΑΑ, Χ, σκύβοντας και απευθυνόμενος σε μένα, παρουσία και λοιπών μαρτύρων, με απείλησε με χειρονομία, πιάνοντας το λαιμό του και δείχνοντας ότι θα μου τον κόψει, προσπαθώντας να με εκφοβίσει". Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο μάρτυρας ΓΓ είναι παντελώς άγνωστος τόσο σ' αυτόν, όσο και στον πατέρα του και δεν χρησιμοποιήθηκε ως μάρτυρας του μηνυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την 2628/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αιτήσεως του μηνυτή κατά του κατηγορουμένου ΑΑ, που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος κατά τη συζήτηση της στις 11.2.2004, ο παραπάνω ΓΓ εξετάσθηκε ως μάρτυρας του τότε αιτούντος και ήδη μηνυτή. Και είναι μεν αληθές ότι ο ΑΑ, κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία στην ένδικη υπόθεση, για τον οποίο ωστόσο το προσβαλλόμενο βούλευμα αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία, ισχυρίσθηκε και τους ισχυρισμούς του αυτούς υιοθετεί στην έφεσή του και ο κατηγορούμενος, έχοντας μάλιστα περιλάβει αυτούς και στο από 30.9.2007 υπόμνημά του προς το Συμβούλιο τούτο, ότι δεν υπάρχει το βασικό στοιχείο της εκβιάσεως, δηλαδή ο σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή τρίτο παράνομο περιουσιακό όφελος, στην ιδιοποίηση δηλαδή των μετοχών της εταιρείας "Roppal Investments Corporation", κυρίας του ακινήτου στη θέση "..." στο ... του ..., για τον λόγο ότι από το έτος 1993 ο ΑΑ έχει αγοράσει τα μερίδια και των άλλων μετόχων, γεγονός που έχει γίνει δεκτό και με δικαστικές αποφάσεις και ειδικότερα με τις 1874/11994 και 1876/1994 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών και Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα. Πράγματι, από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει, ότι η μεν πρώτη εκδόθηκε επί αιτήσεως του μηνυτή Ψ για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής για τις μετοχές της πιο πάνω εταιρείας, η δε δεύτερη επί αιτήσεως της εταιρείας "Roppal Investments Corporation" με αίτημα την ανάκληση αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων που είχε διατάξει την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο ακίνητο τούτο. Παρά το γεγονός ότι στο σκεπτικό και των δύο αυτών αποφάσεων γίνεται δεκτό ότι ο ΑΑείχε καταστεί κύριος του συνόλου των μετοχών της ... εταιρείας, στην κυριότητα της οποίας ανήκει το ακίνητο στον Πόρο, ωστόσο οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούν να αποτελέσουν αποφασιστικής σημασίας επιχείρημα, για τον λόγο ότι αφ' ενός μεν έκριναν κατά πιθανολόγηση, αφετέρου δε δεν είχαν ως αντικείμενο δίκης την κυριότητα των μετοχών της ... αυτής εταιρείας, ζήτημα που δεν είχε καταστεί ακόμη κύριο αντικείμενο δίκης μεταξύ των διαδίκων. Κατά συνέπεια, υπήρχε ενδιαφέρον από πλευράς ΑΑ να παύσει ο Ψ να διεκδικεί τα δικαιώματά του και ο κατηγορούμενος με τη συμπεριφορά του, που εκτέθηκε παραπάνω, σκόπευε να εξαναγκάσει το μηνυτή να απόσχει του Εφετείου, με προφανή σκοπό να αθωωθεί ο ΑΑ και να παραιτηθεί ο μηνυτής των επιδιώξεών του να επαναποκτήσει μέρος των μετοχών της εταιρείας "Roppal Investments Corporation", που θεωρούσε ότι του είχε υπεξαιρέσει ο ΑΑ". Με τις ως άνω σκέψεις και παραδοχές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς (σοβαρές) ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος -κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και για τον λόγο αυτόν απέρριψε την έφεση που αυτός άσκησε κατά του 818/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παραπέμπεται μ' αυτό ο κατηγορούμενος για να δικασθεί ως υπαίτιος κακουργηματικής μορφής απόπειρας εκβιάσεως (άρθρο 385 παρ. 1 στοιχ. α' του Ποινικού Κώδικα), ενώ σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι η φραστική απειλή κατά της ζωής του μηνυτή Ψ και η απειλή με χειρονομία κατά της ζωής του μάρτυρος του ως άνω μηνυτή, ΓΓ, δεν ήταν, σύμφωνα με την ως άνω μείζονα σκέψη, ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφού δεν επρόκειτο για προαγγελία κακού, που θα επακολουθούσε αμέσως, δηλαδή κατά την αυτή χρονική στιγμή με την περιέλευση της φραστικής απειλής στον μηνυτή και της απειλής με τη χειρονομία στον μάρτυρα ΓΓ, αλλά σε μελλοντική στιγμή. Επομένως πρέπει, κατά παραδοχή των λόγων αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρα 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ.), να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα. Ακολούθως και κατ' εφαρμογή των άρθρων 309 παρ. 1 περ. ε' και 313 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που εφαρμόζονται εν προκειμένω, όπως σαφώς συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 484 παρ. 2 και 318 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο είναι αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο να δικάσει την πράξη που προαναφέρθηκε, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 στοιχ. β', 112 παρ. 1, 119 και 122 παρ. Κ.Π.Δ., εκτός από την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα μερικότερη πράξη της απόπειρας εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ως τελεσθείσα στις 12-13 Νοεμβρίου 2001, για την οποία δεν συντρέχει λόγος παραπομπής (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠΔ), αφού σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν, το Συμβούλιο Εφετών όφειλε, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθώς την παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 385 Π.Κ. και εκείνες των άρθρων 11 - 113 του ίδιου Κώδικα, να υπαγάγει αυτή στην πλημμεληματική μορφή της απόπειρας εκβιάσεως της παραγράφου 1 στοιχ. γ' του άρθρου 385 του Ποινικού Κώδικα και να παύσει την κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ποινική δίωξη, αφού από τον χρόνο τελέσεως αυτής είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, που είναι ο χρόνος παραγραφής των πλημμελημάτων, χωρίς να έχει μεσολαβήσει οποιαδήποτε αναστολή αυτής, αφού δεν είχε επιδοθεί σ' αυτόν εντός πέντε (5) ετών από την τέλεση της μερικότερης αυτής πράξεως κλήση για τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο. Στη συνέχεια, αφού η μερικότερη αυτή πράξη του διωκομένου κατ' εξακολούθηση πλημμελήματος της απόπειρας εκβιάσεως διαπιστώνεται ότι έχει παραγραφεί και η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται και από τον Άρειο Πάγο, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 310 παρ. 1 εδ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για τη μερικότερη πράξη του κατ' εξακολούθηση πλημμελήματος της απόπειρας εκβιάσεως, για το οποίο έχει ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το 164/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παραπέμπει, στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τον Χ, κάτοικο ..., οδός ... αριθ. ..., για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι στην ..., στις 12 Μαΐου 2004, επιχείρησε να εξαναγκάσει κάποιον με απειλή σε παράλειψη, με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Ειδικότερα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, σε δίκη μεταξύ του μηνυτή Ψ και του πατέρα του (κατηγορουμένου) ΑΑ, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την αναβολή της δίκης, απείλησε τον μάρτυρα ΓΓ, δείχνοντάς του τον λαιμό του και κάνοντας την χαρακτηριστική κίνηση ότι θα του τον κόψει, με σκοπό της ενεργείας του αυτής (του κατηγορουμένου) να φοβηθεί ο μάρτυς και να μη συνεχίσει ο μηνυτής τη δικαστική αντιδικία εις βάρος του πατέρα του (κατηγορουμένου) για την επαναπόκτηση των υπεξαιρεθεισών μετοχών της εταιρείας του (του μηνυτή), που αντιπροσώπευαν αξία, κατά τον χρόνο υποβολής της μηνύσεως άνω των 176.082,17 ευρώ, σκοπός που, όμως, δεν επιτεύχθηκε, διότι ο μηνυτής συνέχισε τους δικαστικούς αγώνες κατ' αυτού. Παύει οριστικά την ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος Χ ποινική δίωξη για τη μερικότερη πράξη του διωκομένου κατ' εξακολούθηση πλημμελήματος της απόπειρας εκβιάσεως, που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 12-12 Νοεμβρίου 2001, και ειδικότερα του ότι κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, επιχείρησε να εξαναγκάσει κάποιον με απειλή σε παράλειψη, με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα, την ως άνω ημερομηνία, αμέσως μετά το πέρας της δίκης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) μεταξύ του μηνυτή Ψ και του πατέρα του, ΑΑ, απείλησε τον μηνυτή με τη φράση "θα σε σκοτώσω", με σκοπό να φοβηθεί ο μηνυτής και να μη συνεχίσει (ο μηνυτής) τη δικαστική αντιδικία εις βάρος του πατέρα του (κατηγορουμένου) για την επαναπόκτηση των υπεξαιρεθεισών μετοχών της εταιρείας του (του μηνυτή), που αντιπροσώπευαν αξία, κατά τον χρόνο υποβολής της μηνύσεως άνω των 176.082,17 ευρώ, σκοπός που, όμως, δεν επιτεύχθηκε, διότι ο μηνυτής συνέχισε τους δικαστικούς αγώνες κατ' αυτού. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα. Ποινική δίωξη για κακουργηματικής μορφής απόπειρα εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση. Μεταβολή της κατηγορίας σε πλημμέλημα, διότι πρόκειται για απειλές κατά σώματος ή ζωής, που διατυπώθηκαν φραστικά και με χειρονομίες, χωρίς όμως να συνοδεύονται και με άλλη ενέργεια του δράστη και αφορούν κακό που θα επέλθει, όχι κατά τη στιγμή που διατυπώνεται η απειλητική φράση, αλλά σε μελλοντική στιγμή. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα. Το Συμβούλιο του Α.Π. έχοντας αρμοδιότητες Συμβουλίου Πλημμελειοδικών παραπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκτός μίας μερικότερης πράξεως, για την οποία παύει η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής. Αναιρεί. Παραπέμπει στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών.
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
Βούλευμα παραπεμπτικό, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Απόπειρα, Εκβίαση, Κατηγορίας μεταβολή, Εξακολουθούν έγκλημα.
0
Αριθμός 1169/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 97/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Με κατηγορούμενο τον ... Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 20/08.04.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 540/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 133/09/09.04.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ, την 20/09 αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητά την αναίρεση του 97/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο, απέρριψε έφεση του κρατουμένου καταδίκου ... κατά του 1012/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Πειραιώς, που είχε απορρίψει και αυτό με τη σειρά του αίτηση του Δ/ντή της Δικαστικής Φυλακής ...για την υφ' όρο απόλυσή του, η οποία είναι τυπικά παραδεκτή και ουσιαστικά βάσιμη για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικά στην αίτηση αναιρέσεως, στο περιεχόμενο της οποίας εξ ολοκλήρου αναφέρομαι. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η 20/09 αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά του 79/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Β-Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο τούτο βούλευμα. Και Γ-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, προς νέα συζήτηση της υποθέσεως. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 105 του ΠΚ, όσοι καταδικάσθηκαν σε ποινή στερητική της ελευθερίας μπορούν να απολυθούν υπό τον όρο της ανάκλησης σύμφωνα με τις πιο κάτω διατάξεις και εφόσον έχουν εκτίσει: α) προκειμένου για φυλάκιση τα δύο πέμπτα της ποινής τους, β) προκειμένου για πρόσκαιρη κάθειρξη τα τρία πέμπτα της ποινής τους, γ) προκειμένου για ισόβια κάθειρξη τουλάχιστον είκοσι (20) έτη. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης δεν απαιτείται να έχει καταστεί η καταδίκη αμετάκλητη (παρ. 1). Το χρονικό διάστημα των τριών πέμπτων περιορίζεται στα δύο πέμπτα της ποινής που επιβλήθηκε και προκειμένου για ισόβια κάθειρξη τα είκοσι, έτη περιορίζονται σε δεκαέξι, αν ο κατάδικος έχει υπερβεί το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας του. Το χρονικό διάστημα των δεκαέξι ετών προσαυξάνεται κατά τα δύο πέμπτα των λοιπών ποινών που τυχόν έχουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί αν έχει εκτίσει είκοσι έτη. Μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού πέμπτου έτους της ηλικίας του καταδίκου, κάθε ημέρα παραμονής του σε σωφρονιστικό κατάστημα υπολογίζεται ευεργετικά ως δύο ημέρες εκτιόμενης ποινής. Αν ο κατάδικος εργάζεται, κάθε ημέρα απασχόλησης υπολογίζεται ως επιπλέον μισή ημέρα εκτιόμενης ποινής. Αν για τους κατάδικους αυτούς προκύπτει από άλλες διατάξεις ευνοϊκότερος υπολογισμός, εφαρμόζονται εκείνες... (παρ. 2). Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά κατά το ν. 2058/1952. Προκειμένου για ποινές κάθειρξης δεν μπορεί να χορηγηθεί στον κατάδικο η υπό όρο απόλυση, αν δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με το ένα τρίτο της ποινής που του επιβλήθηκε και, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, δεκαέξι έτη. Το χρονικό διάστημα των δύο πέμπτων, ή σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, των δεκαέξι ετών, προσαυξάνεται κατά τα δύο πέμπτα των λοιπών ποινών που τυχόν έχουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί αν έχει εκτίσει είκοσι έτη... (παρ. 6). Η διάταξη της άνω παραγράφου 2 έλαβε τη μορφή της αυτή μετά την τροποποίηση της αντίστοιχης αρχικής (που ίσχυσε από 1-1-1951 - έναρξη ισχύος του ΠΚ) με την παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 2207/1994 και την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 5 εδ. β' του ν. 2408/ 1996 και το άρθρο 24 του ν. 3346/ 2005, ενώ η παρ. 5 του άρθρου 25 του ν. 2058/1952, που αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 2207/1994, αντικαταστάθηκε με το άνω περιεχόμενο και προστέθηκε ως παρ. 6 του άρθρου 105 του ΠΚ με το άρθρο 1 παρ. 5γ του ν. 2408/ 2006. Κατά τη διάταξη της άνω παραγράφου 5 του άρθρου 25 του ν. 2058/2002 "περί μέτρων ειρηνεύσεως" στην αρχική της μορφή "δια την χορήγησιν της υφ' όρον απολύσεως κατά τας διατάξεις του άρθρου 105 και επόμ. Ποιν. Κωδικός ως εκτιθείσα ποινή θεωρείται η ευεργετικώς κατά τον παρόντα νόμον υπολογισθείσα, δεν δύναται όμως ο κατάδικος να τύχει της υφ' όρον απολύσεως εφόσον δεν εξέτισε πράγματι το ήμισυ της εις αυτόν επιβληθείσης ή δια χάριτος μετριασθείσης ποινής". Η παράγραφος αυτή, μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 4 παρ. 3 του άνω ν. 2207, όριζε ότι για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και επόμ. του ΠΚ, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά κατά το νόμο αυτό, δεν μπορεί όμως να χορηγηθεί στον κατάδικο η υπό όρο απόλυση αν δεν εξέτισε πραγματικά τα δύο πέμπτα της ποινής που του επιβλήθηκε και σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης δέκα οκτώ έτη. Το χρονικό διάστημα των δύο πέμπτων ή επί ισόβια κάθειρξης των δέκα οκτώ ετών προσαυξάνεται κατά τα δύο πέμπτα των λοιπών ποινών στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί αν έχει εκτίσει είκοσι δύο έτη... Ως ευεργετικός κατά το νόμο αυτό υπολογισμός της ποινής που θεωρείται ότι εκτίθηκε για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, είναι ο υπολογισμός της ποινής λόγω της εργασίας του καταδίκου στη φυλακή (παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 2058, ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 του ν. 410/ 1076 και με την παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 2207/1994 που αντικ. στη συνέχεια με το ν. 2479/1997). Από την άνω διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 105 του ΠΚ, όπως αυτή διαχρονικά μορφοποιήθηκε και ισχύει, προκύπτει ότι ο ευεργετικός υπολογισμός της ποινής του καταδίκου λόγω εργασίας του στη φυλακή ή εκτός φυλακής θεσμοθετήθηκε και ισχύει από το 1952 μέχρι και σήμερα. Μάλιστα για το ζήτημα του ευεργετικού υπολογισμού των ημερών της ποινής λόγω εργασίας προέβλεπε και το ΝΔ/4-7-1933, που είχε κυρωθεί με τον ν. 5973/1933. Αντιθέτως, ο ευεργετικός υπολογισμός της ποινής για την υπό όρο απόλυση των υπερηλίκων, είτε εκείνων των κατάδικων που έχουν συμπληρώσει το 67° έτος και ήδη, δια του ν. 3346/ 2005, το 65 έτος της ηλικίας τους, το πρώτον εισήχθη στην παρ. 2 του άρθρου 105 του ΠΚ μόλις το έτος 1996 δια του ν. 2408/2006. Έτσι ο νομοθέτης, από λόγους επιεικείας, θεσμοθέτησε τον ευεργετικό υπολογισμό της ποινής του καταδίκου υπερήλικα από μόνο το γεγονός της ηλικίας του και όρισε με το εδάφιο 4 της παρ. 2 του άρθρου 105 του ΠΚ ότι "μετά τη συμπλήρωση του 65° έτους της ηλικίας του καταδίκου κάθε ημέρα παραμονής του σε σωφρονιστικό κατάστημα υπολογίζεται ευεργετικά ως δύο ημέρες εκτιόμενης ποινής". Τον ευεργετικό αυτό υπολογισμό της ποινής για τους άνω υπερήλικες κατάδικους ο νομοθέτης δεν εξήρτησε από την παραμονή τους στο σωφρονιστικό κατάστημα για κάποιο χρονικό διάστημα, όπως απαιτείτο προ της εισαγωγής του ευεργετικού αυτού υπολογισμού. Ειδικότερα, η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 105 του ΠΚ, όπως από αυτή προκύπτει, αναφέρεται στις τυπικές προϋποθέσεις της απόλυσης υπό όρο μόνο των υπερηλίκων καταδίκων, είναι πλήρης στη ρύθμιση του θέματος αυτού, αφού ορίζει, εκτός του ευνοϊκού μέτρου λόγω της συμπλήρωσης των 70 ετών του καταδίκου και τον ευεργετικό υπολογισμό λόγω της ηλικίας του μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους, υπολογιζόμενης εκάστης ημέρας παραμονής του στο σωφρονιστικό κατάστημα ως δύο ημέρες εκτιόμενης ποινής και εκάστης ημέρας εργασίας του ως μισής, ήτοι συνολικά σε 2,5 ημέρες εκτιόμενης ποινής, ακόμη δε θεσμοθέτησε και ευνοϊκότερο υπολογισμό αν αυτός προκύπτει από άλλες διατάξεις. Έτσι ο νομοθέτης συνειδητά και συστηματικά ρύθμισε με την παράγραφο αυτή την υπό όρο απόλυση των υπερηλίκων καταδίκων, αφού τον ευεργετικό υπολογισμό λόγω εργασίας το είχε ρυθμίσει από το 1952 με το άρθρο 25 του ν. 2058/1952 και εξακολούθησε να τον ρυθμίζει με την παράγραφο 6 του άρθρου 105 του ΠΚ, όπου για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης του καταδίκου απαιτείτο πραγματική έκτιση ορισμένου μέρους της ποινής (1/2, 2/5), ήδη δε του 1/3 πραγματικής εκτίσεως. Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 105 του ΠΚ ερμηνευόμενη στο σύνολό της και ως ρυθμίζουσα συστηματικά και πλήρως την υπό όρο απόλυση μόνο των υπερηλίκων καταδίκων εμφανίζεται ως ειδική απέναντι σε εκείνη της παραγράφου 6 του ιδίου άρθρου (105), που ρυθμίζει άλλο ευεργετικό υπολογισμό, ήτοι των ημερών εργασίας, που προσιδιάζει άλλωστε σε όλους του άλλους κατάδικους, αφού οι τελευταίοι έχουν περισσότερες δυνατότητες προς εργασία. Έτσι, κατά λογική αναγκαιότητα, η επέκταση εφαρμογής της διάταξης της παραγράφου 6 εδάφιο β', που απαιτεί την πραγματική έκτιση του ενός τρίτου της ποινής και στους υπερήλικες κατάδικους της άνω παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου, θα σήμαινε αυτονόητα την αναγωγή της διάταξης της παραγράφου 2 σε γενική διάταξη, γεγονός το οποίο ασφαλώς δεν θέλησε ο νομοθέτης. Αν τα πράγματα ήταν έτσι, θα έπρεπε η παράγραφος 6 από μόνη της να αποτελεί το μόνο περιεχόμενο ιδιαίτερης καταληκτικής παραγράφου ώστε να καλύπτει όλες τις περιπτώσεις και όχι εδάφιο (εδάφιο β') μιας παραγράφου (της παραγράφου 6), ο λειτουργικός προορισμός της οποίας είναι να ρυθμίζει την υπό όρο απόλυση με τον ευεργετικό υπολογισμό των ημερών εργασίας του καταδίκου. Συνεπώς, πρέπει να αποκλεισθεί για την υπό όρο απόλυση των υπερηλίκων η παράλληλη εφαρμογή της παραγράφου 6 εδ. β' του άρθρου 105 του ΠΚ, που απαιτεί την πραγματική έκτιση του ενός τρίτου της επιβληθείσας ποινής καθ' όσον, η ειδική ρύθμιση της παρ. 2, που δεν εξαρτά την υπό όρο απόλυση από την έκτιση κάποιου μέρους της ποινής από τους υπερήλικες, θα ήταν περιττή. Επομένως, ο κατάδικος που υπερέβη το 70ό έτος της ηλικίας του και εκτίει ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης, δεν απαιτείται κατά το νόμο για να απολυθεί υπό τον όρο της ανάκλησης να παραμείνει, όπως απαιτεί το εδ. β' της παρ. 6 του άρθρου 105 του ΠΚ, στο σωφρονιστικό κατάστημα υποχρεωτικά για χρονικό διάστημα ίσο με το ένα τρίτο (1/3) της επιβληθείσας σε αυτόν ποινής. Ο κατάδικος αυτός (υπερήλικας), εφ' όσον δεν εργάζεται στη φυλακή, μπορεί να απολυθεί υπό όρο αν εξέτισε και με συνυπολογισμό της προσωρινής του κράτησης μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του το ένα πέμπτο (2/5 : 2 = 1/5) της ποινής που του επιβλήθηκε κατ' εφαρμογή των παρ. 1 και 2 του ΠΚ. Περαιτέρω, ο θεσμός της υπό όρο απόλυσης, που είναι ενσωματωμένος στις διατάξεις των άρθρων 105 επ. ΠΚ ανήκει στο χώρο των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και όχι στο χώρο των δικονομικών διατάξεων και συνεπώς επί επιεικέστερης διάταξης έχει ανάλογη εφαρμογή και μετά την αμετάκλητη καταδίκη το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 1638/1994). Έτσι, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των σχετικών με την υπό όρο απόλυση διατάξεων, ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1ε του ΚΠΔ λόγω αναίρεσης του βουλεύματος προς εφαρμογή του επιεικέστερου κάθε φορά νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το προσβαλλόμενο με την κρινόμενη έφεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 97/2009 βούλευμά του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του καταδίκου ... που εκτίει εννεαετή κάθειρξη, κατά του 1012/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο είχε απορρίψει την αίτηση του Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής ... για την υπό όρο απόλυσή του, με την αιτιολογία ότι αυτός ενώ ήδη έχει υπερβεί το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας του, αφού έχει γεννηθεί στις 11-8-1938 δεν είχε εκτίσει το ελάχιστο όριο, που πρέπει να παραμείνει υποχρεωτικά στο σωφρονιστικό κατάστημα, ήτοι το ένα τρίτο της ποινής του, που ισχύει γενικά για τους ενήλικες κρατουμένους κατάδικους. Έτσι όπως έκρινε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, ερμηνεύοντας την άνω διάταξη της παρ. 2 και εφαρμόζοντας την παρ. 6 εδ. β' του άρθρου 105 του ΠΚ, έσφαλε και το προσβαλλόμενο βούλευμά του είναι αναιρετέο λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το 97/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και . Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί, από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόλυση υπό όρο. Νομοθετική ρύθμιση του θεσμού. Τροποποιήσεις του άρθρου 105 του ΠΚ από 1.1.1951 και εντεύθεν. Ευεργετικός υπολογισμός λόγω εργασίας. Ευεργετικός υπολογισμός την ποινής των υπερηλίκων καταδίκων ή των υπερβάντων το 65ο έτος της ηλικίας τους. Ερμηνεία των παρ. 2 και 6 του άρθρου 105 του ΠΚ. Οι υπερήλικες που υπερέβησαν το 70ο έτος αρκεί η έκτιση του 1/5 της ποινής. Αναιρεί και παραπέμπει.
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόλυση υφ' όρο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1162/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανταζή, περί αναιρέσεως της 2497/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΝΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιάρκο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 90/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης του άρθρου 79 παρ.1 του Ν.5960/1933, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Άρα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 1 του ν.δ 1325/1972. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει, κάθε δε αντίθετη μνεία θεωρείται ως μη γεγραμμένη. Η επιταγή εμφανιζόμενη προς πληρωμή προ της ημέρας της σημειούμενης ως χρονολογίας της εκδόσεως αυτής είναι πληρωτέα κατά την ημέρα της εμφανίσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 29 εδαφ. α' και δ' του ίδιου νόμου η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η επί της επιταγής, ως χρονολογία εκδόσεως, αναγραφόμενη ημέρα. Κατά την αληθή έννοια των τελευταίων διατάξεων, η επιταγή που φέρει μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως μπορεί να εμφανισθεί οποτεδήποτε, μέσα στο χρονικό διάστημα που αρχίζει από την επόμενη ημέρα κατά την οποία πράγματι εκδόθηκε και λήγει την τελευταία ημέρα του οκταημέρου, το οποίο αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που σημειώνεται σ' αυτήν ως χρονολογία εκδόσεώς της. Εξάλλου, η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, το δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι "από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, και από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει για το λόγο αυτό να κηρυχθεί ένοχη, διότι στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό, η κατηγορουμένη με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, εξέδωσε τις υπ' αριθμό .... και ..... επιταγές πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ποσού 11.000.000 δραχμών εκάστη εις διαταγή της εταιρείας ΑΓΝΟ ΕΑΣΘ, εν γνώσει της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων και οι οποίες όταν εμφανίσθηκαν προς πληρωμή εμπρόθεσμα στις 3-8-2001 και 2-7-2001 αντίστοιχα, δεν πληρώθηκαν λόγω ακριβώς ελλείψεως των διαθεσίμων κεφαλαίων. Οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης περί συνδρομής στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών περιστάσεων των άρθρων 84 παρ.2α, β και ε του Π.Κ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσία, αφού δεν επιβεβαιώθηκαν από το μάρτυρα υπεράσπισης ο οποίος κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει εάν η επιχείρηση της κατηγορουμένης ευρίσκεται σε λειτουργία ή όχι, μη αρκούσης της επίκλησης του ποινικού μητρώου". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη του αδικήματος της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα, και χρηματική ποινή 2.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 98 του Π.Κ, και 79 παρ.1 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ 1325/1972, που εφάρμοσε. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής, διότι, δεν εκτίθεται σ' αυτή ότι γνώριζε την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, κατά το χρόνο έκδοσης ή πληρωμής των επίμαχων επιταγών, είναι αβάσιμη, αφού, όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη της παρούσας, η αναφορά αυτή στη "γνώση", δεν είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αιτιολογίας και ειδικότερα για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος. Η ύπαρξη του δόλου στο έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής ενυπάρχει στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του. Ειδική αιτιολογία του δόλου απαιτείται αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τέτοια, όμως, πρόσθετα στοιχεία, μετά την κατά τα ανωτέρω τροποποίηση του άρθρου 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933, δεν αξιώνονται επί του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Επίσης, η από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 179 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 του Π.Κ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαράδεκτο προβληθέντα ισχυρισμό. 'Ετσι, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει, ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το Δικαστήριο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν. (Ολ. ΑΠ 2/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, η κατηγορουμένη- αναιρεσείουσα, η οποία καταδικάστηκε για την πράξη που προαναφέρθηκε στην πιο πάνω ποινή, δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, ζήτησε να αναγνωριστούν στο πρόσωπό της τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α, 2β και 2ε του Π.Κ". Ειδικότερα, προς θεμελίωση της συνδρομής στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών περιστάσεων, ισχυρίσθηκε τα εξής: "Αιτούμαι την αναγνώριση στο πρόσωπο μου των κάτωθι ελαφρυντικών περιστάσεων κατ' άρθρον 84 παρ. 2 του Π.Κ. α] Θα πρέπει να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο μου η ύπαρξη της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2α δεδομένου ότι μέχρι του χρόνου της φερομένης ως τελεσθείσης υπ'εμού αξιοποίνου πράξεως έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή εργαζόμενη εις την επιχείρηση "ΓΑΛΚΟ Α.Ε." χωρίς ποτέ να κατηγορηθώ για οτιδήποτε, όπως προκύπτει άλλωστε και από το ποινικό μου μητρώο. β] Θα πρέπει να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο μου η ύπαρξη της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε δεδομένου ότι από του χρόνου κατά τον οποίον φέρεται ως τελεσθείσα υπ' εμού η ως άνω αξιόποινος πράξις (2001) μέχρι και σήμερον συμπεριεφέρθηκα καλά για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα υπερβαίνον την επταετία ασχολούμενη με την οικογένεια μου και την ανατροφή του τέκνου μου, χωρίς να δώσω κανένα δικαίωμα χωρίς να απασχολήσω καθ' οιονδήποτε τρόπο τις διωκτικές αρχές. γ] Θα πρέπει να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο μου η ύπαρξη της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2β, δεδομένου ότι η μη πληρωμή των επιδίκων επιταγών, οφείλετο εις την οικονομική καταστροφή της εταιρείας "ΓΑΛΚΟ Α.Ε." δηλαδή οφείλετο σε λόγους αντικειμενικούς και όχι σε ταπεινά αίτια, και βεβαίως δεν υπήρχε πρόθεση μη πληρωμής αυτών". Με το πιο πάνω όμως, περιεχόμενο, οι σχετικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, ήταν απαράδεκτοι και εντεύθεν απορριπτέοι, λόγω της πρόδηλης αοριστίας τους, αφού δεν εκτίθενται καθόλου αντίστοιχα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει αφενός μεν ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της πράξεως, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, αφετέρου δε ότι επέδειξε καλή συμπεριφορά, επί μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξεως και τέλος ότι στην τέλεση της ως άνω πράξεως ωθήθηκε από αίτια μη ταπεινά, ως εκ περισσού δε το δικαστήριο διέλαβε αιτιολογία για την απόρριψη τους. Τούτο γιατί, στην πρώτη μεν περίπτωση μόνη η ύπαρξη του λευκού ποινικού μητρώου, στο οποίο δεν καταγράφονται τυχόν καταδίκες της, καθώς και ότι τελεί σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με την εταιρεία "ΓΑΛΚΟ ΑΕ", ενώ, στη δεύτερη περίπτωση το γεγονός ότι ασχολείται με την οικογένειά της και την ανατροφή του τέκνου της και τέλος ότι η οικονομική δυσπραγία της ως άνω εταιρείας, υπήρξε η αιτία της μη πληρωμής των επίδικων επιταγών, χωρίς, όμως, να συνδυάζονται με τα αναγκαία εκείνα θετικά στοιχεία, δεν είναι ικανά για να οδηγήσουν σε παραδοχή των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών της. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε του Κ.Π.Δ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, α) περί ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσο κατά το σκέλος που πλήττει την κύρια αιτιολογία της αποφάσεως, όσο και κατά το σκέλος της απόρριψης των αυτοτελών ισχυρισμών της περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων και β) περί εσφαλμένης εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα από την παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 ΚΠΔ, ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 56 του Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954) στις ποινικές υποθέσεις και ενώπιον παντός ποινικού Δικαστηρίου, πλην του Αρείου Πάγου δικάζοντος ως ακυρωτικού, δύναται να παρίσταται και ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις, κάθε δικηγόρος οποιασδήποτε δικαστικής περιφέρειας, πλην των κατά το άρθρο 54 ειδικώς στο Ειρηνοδικείο τοποθετημένων δικηγόρων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως 2497/2008 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, κατά την ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου διαδικασία και προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίσθηκε η .... και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα, για λογαριασμό της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΝΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για χρηματική ικανοποίηση 30 ευρώ, για την ηθική βλάβη που υπέστη η εταιρεία αυτή, ως δικαιοπάροχός της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΓΕΛΑΔΟΤΡΟΦΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ ΝΟΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΓΝΟ", και την οποία (ηθική βλάβη) προκάλεσε η κατηγορουμένη και διόρισε πληρεξούσιό της τον δικηγόρο Αθηνών Νικόλαο Σιάρκο, μέλος του Δ.Σ Αθηνών, που αποδέχθηκε τον διορισμό του. Κατά της εν λόγω παραστάσεως δεν πρόβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση ο συνήγορος της κατηγορουμένης, ο οποίος την είχε εκπροσωπήσει. Συνεπώς, η αιτίαση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα, που συνιστά και τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.ΠΔ, λόγω του ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πολιτικώς ενάγουσας, είναι δικηγόρος διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών και δεν έχει δικαίωμα παράστασης στο δικαστήριο της Κορίνθου, προεχόντως είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, σύμφωνα με το άρθρο 56 του Ν.Δ 3026/1954 "του Κώδικος περί Δικηγόρων", αφού η εν λόγω παράσταση, δεν ανάγεται, ούτε στην ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση της πολιτικώς ενάγουσας ή στην τήρηση της διαδικασίας ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής. Τούτο δε, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει, κατά τα ανωτέρω, ότι κατά της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής, δεν προβλήθηκε από μέρους του συνηγόρου της κατηγορουμένης οποιαδήποτε αντίρρηση, τόσο ως προς το ανωτέρω θέμα, όσο και με τη μη ύπαρξη της ενεργητικής νομιμοποίησης της ως άνω παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας ΑΓΝΟ ΑΕ, ως διαδόχου του Συνεταιρισμού Π.Ε "Ο ΑΓΙΟΣ ΜΟΔΕΣΤΟΣ". Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (176 και 183 Κ.Πολ.Δικ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-12-2008 αίτηση της...., για αναίρεση της υπ' αριθμό 2497/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, από πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του νόμου περί επιταγών. Αναίρεση αποφάσεως με την επίκληση των λόγων: α) της απόλυτης ακυρότητας, γιατί ο παραστάς δικηγόρος της πολιτικής αγωγής, δεν ήταν μέλος του Δ.Σ. Κορίνθου, αλλά του Δ.Σ. Αθηνών και β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επάγεται ακυρότητα η παράσταση ως συνηγόρου που είναι μέλος άλλου Δικηγορικού Συλλόγου (σχετ. ΑΠ 1248/2003). Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1161/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαναστασόπουλο, περί αναιρέσεως της 323/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Τελώνη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1062/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 381 παρ.1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλο τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας αποσκοπεί στην προστασία της ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι με την φθορά καταλύεται ολικώς ή μερικώς το δικαίωμα της κυριότητος είτε διά της καταστροφής είτε διά της βλάβης είτε διά της αχρηστεύσεως του ξένου εν όλω ή εν μέρει πράγματος, που είναι το αντικείμενό του. Πρόκειται περί εγκλήματος υπαλλακτικώς μικτού, δυναμένου να τελεσθεί διά καταστροφής ή βλάβης ή της καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο αχρηστεύσεως του πράγματος, του δόλου του δράστη ενέχοντος την γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο εν όλω ή εν μέρει ως και τη θέληση της καταστροφής ή της βλάβης ή της αχρηστεύσεως αυτού, αρκούντος και του ενδεχομένου. Καταστροφή δε του πράγματος είναι η πλήρης και διαρκής αχρήστευση αυτού διά τον σκοπό διά τον οποίο προορίζεται αρκεί δε και μερική τοιαύτη. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. α του ίδιου Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της απόφασης για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξης. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμό 323/2008 αποφάσεως, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τις ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, την απολογία των κατηγορουμένων και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 στην ...., στις 31-12-2001 και περί ώρα 17.30 περίπου, με πρόθεση κατέστρεψε ξένο στο σύνολο του πράγμα, καθιστώντας ανέφικτη τη χρήση του. Συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, επειδή παλιότερα απασχολούνταν ως παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών στον ραδιοφωνικό σταθμό με την επωνυμία "... FΜ", ιδιοκτησίας της εγκαλούσας Ψ, που στεγαζόταν σε διαμέρισμα επί της οδού ...., με την άνω ιδιότητα (του πρώην εργαζομένου) εισήλθε και αφού απευθύνθηκε στον εργαζόμενο κατά τη στιγμή εκείνη Φ, του ζήτησε να επιτρέψει να εργαστεί στο πρόγραμμα, πράγμα σύνηθες και για τους δύο. Ο τελευταίος του επέτρεψε και έτσι ο κατηγορούμενος ανέλαβε τη λειτουργία του κεντρικού υπολογιστή (Server), με τον οποίο ήταν συνδεδεμένοι δύο ακόμα υπολογιστές. Ο ένας εξέπεμπε το πρόγραμμα του Ρ/Σ "... FΜ" και ο άλλος το πρόγραμμα του Ρ/Σ "...", ιδιοκτησίας του αδελφού της Ψ, Θ και ο οποίος συστεγαζόταν στο ίδιο διαμέρισμα. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος και στενός φίλος του πρώτου, Χ2, εργαζόταν παλιότερα ως προγραμματιστής στον Ρ/Σ του Θ, από την συνεργασία τους δε αυτή προέκυψαν εργατικής αλλά και ποινικής φύσεως διαφορές (βλ 575 $1284 /2006 αποφάσεις του Εφετείου Πατρών), καθώς ο ίδιος με την επίσης τέως εργαζόμενη στον ίδιο ΡΣ ...., αποχώρησαν και εκμεταλλεύτηκαν άλλον Ρ/Σ. Ετσι ο πρώτος κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την επ' ολίγον αποχώρηση του υπεύθυνου κατά το χρόνο εκείνο υπαλλήλου Φ, επέλεξε και διέγραψε από τον υπολογιστή του Ρ/Σ ".... FΜ " 4.100 τραγούδια, καθιστώντας ανέφικτη τη χρήση και λειτουργία του εν λόγω Ρ/Σ, καθόσον πλέον δεν ήταν δυνατόν να λειτουργήσει χωρίς τραγούδια. Σημειωτέον ότι η ζημία από την κατά τα ανωτέρω καταστροφή (διαγραφή) των τραγουδιών αυτών, συνισταμένη στη δαπάνη απασχόλησης ειδικού για την ανάκτηση αυτών με επιλογή ανέρχεται στο ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ). Επίσης από τις καταθέσεις της εγκαλούσας και των μαρτύρων Θ και Ξ προκύπτει ότι το σύνολο περίπου των τραγουδιών αυτών είχε κατεβάσει μέσω του διαδικτύου και εγκαταστήσει στον υπολογιστή του Ρ/Σ ο τελευταίος (Ξ). Συνεπώς η περί αποβολή της πολιτικής αγωγής ένσταση των κατηγορουμένων, για το λόγο ότι τα διαγραφέντα τραγούδια δεν ανήκαν στην ιδιοκτησία της εγκαλούσας, αλλά σε εκείνη του Ρ/Σ Αθηνών με την επωνυμία ".... FΜ", με τον οποίο ο Ρ/Σ της εγκαλούσας ήταν δικτυωμένος και μετέδιδε το πρόγραμμα του στην περιοχή ..., είναι απορριπτέα και αβάσιμη. Τούτο επιρρωνύεται και από τη διάταξη άρθρου 15 του ν. 2328/1995, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται η δικτύωση μεταξύ Ρ/Σ μετά από την άδεια του Ε.Σ.Ρ και μόνο μέχρι πέντε ώρες ημερησίως, εντεύθεν νοουμένου ότι ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι το μεταδιδόμενο από τον Ρ/Σ της εγκαλούσας πρόγραμμα ανήκε αποκλειστικά στην ιδιοκτησία του Ρ/Σ των Αθηνών, είναι προφανώς αβάσιμος και απορριπτέος. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, στενός φίλος του πρώτου κατηγορουμένου και οιονεί ανταγωνιστής της εγκαλούσας στην εκμετάλλευση ριαδιοφωνικών προγραμμάτων, με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να διαγράψει το σύνολο σχεδόν των τραγουδιών του Ρ/Σ της εγκαλούσας, ώστε να καταστεί αδύνατη η λειτουργία του σταθμού αυτού. Συνεπώς, αποδείχθηκε πλήρως και το δικαστήριο πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αποδιδόμενες σε αυτούς με το κατηγορητήριο αξιόποινες πράξεις και επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι όπως κατηγορούνται". Στη συνέχεια, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε τους αναιρεσείοντες -κατηγορούμενους ενόχους και δη, τον μεν πρώτο απ' αυτούς, ένοχο της πράξεως της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, τον δε δεύτερο ως ηθικό αυτουργό στην πράξη που τέλεσε ο πρώτος, και επέβαλε στον καθένα απ' αυτούς ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και της ηθικής αυτουργίας στην ως άνω πράξη, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες αντίστοιχα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 46 παρ. 1, 381 παρ. 1 του Π.Κ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές και έτσι χωρίς να στερήσει την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αιτιολογείται η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος Χ1, με πρόθεση κατέστρεψε στο σύνολό του ξένο κινητό πράγμα, και συγκεκριμένα διέγραψε αυθαίρετα και χωρίς οποιοδήποτε δικαίωμα, από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ραδιοφωνικού σταθμού "... FM", ιδιοκτησίας της πολιτικώς ενάγουσας, 4.100 διάφορα τραγούδια, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό, ανέφικτη τη χρήση από τον ως άνω Ρ/Σ των τραγουδιών που αυτός διέγραψε. Αιτιολογείται επίσης, η παραδοχή εκείνη σύμφωνα με την οποία την απόφαση στον ως άνω κατηγορούμενο Χ1, να προβεί στη διαγραφή των 4.100 τραγουδιών από τον Ρ/Σ, προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα ο συγκατηγορούμενός του και ήδη αναιρεσείων Χ2, μεταξύ των οποίων υφίστατο στενή φιλική σχέση, ενώ, αντίθετα υφίστατο και ανταγωνιστική σχέση με την εγκαλούσα, γεγονός το οποίο του ενίσχυσε την απόφασή του αυτή. Άλλωστε, στο αιτιολογικό της απόφασης αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση και δεν ήταν αναγκαία η αναφορά για κάθε περιστατικό που δέχεται, αφού με πληρότητα αναφέρεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων Χ2, προκάλεσε στο συγκατηγορούμενό του την απόφαση να τελέσει την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας με συνεχείς παραινέσεις και προτροπές που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα, χωρίς να είναι αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση η συνδρομή και άλλων στοιχείων για τη θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' του ΚΠΔ, σχετικοί πρώτος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς, και για παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Παράνομη δε είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο σύμφωνα με τα άρθρα 63, 64 και 68 ΚΠΔ, όταν υπάρχει έλλειψη ως προς το χρόνο και τον τρόπο άσκησής της ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ή ως προς την ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, όχι δε και όταν υφίσταται άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια ως προς την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος η οποία δεν θίγει το συμφέρον του κατηγορουμένου ούτε πλήττει τη δημόσια τάξη. Έτσι, δεν είναι παράνομη η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, επί παραβιάσεως από αυτόν των διατάξεων για τα δικαστικά τέλη και έξοδα και τη σχετική νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Τέλος, δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής, από μόνο το λόγο ότι το δικαστήριο δεν εξέδωσε παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία να δέχεται την πολιτική αγωγή της οποίας ζητήθηκε η αποβολή από τον κατηγορούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα, που συνίσταται το μεν γιατί εσφαλμένα το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε ότι η εγκαλούσα είναι η άμεσα παθούσα από την αξιόποινη πράξη, της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, με τις διακρίσεις της συμμετοχικής δράσης του καθένα απ' αυτούς, το δε γιατί το ίδιο Δικαστήριο μετά την υποβολή από μέρους τους, της σχετικής ενστάσεως περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, επιφυλάχθηκε να εκδώσει την επί της ενστάσεώς του παρεμπίπτουσα απόφαση, την οποία δεν εξέδωσε μέχρι τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Ο σχετικός, όμως, ισχυρισμός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και συγκεκριμένα κατά το πρώτο μέρος, γιατί η παθούσα η οποία είχε το δικαίωμα της αποκλειστικής εκμεταλλεύσεως του ως άνω Ρ/Σ, νομιμοποιούνταν αυτή να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγουσα και να επιδιώξει την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης που αυτή υπέστη από την αξιόποινη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων. Επίσης, και κατά το έτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, ο εν λόγω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων γιατί δε δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα στην περίπτωση που το Δικαστήριο, δεν εκδώσει παρεμπίπτουσα απόφαση ως προς τη νομιμότητα της πολιτικής αγωγής. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα πρέπει να επιβληθούν χωριστά για τον καθένα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας(άρθρα 176, 183 του Κ.Πολ.Δικ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-5-2008 αίτηση των: 1) Χ1 και 2) Χ2, αμφοτέρων κατοίκων Πατρών, για αναίρεση της υπ' αριθμό 323/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα από αυτούς, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φθορά ξένης ιδιοκτησίας και ηθική αυτουργία σ' αυτήν. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) απόλυτης ακυρότητας, για την παράσταση της πολιτικής αγωγής και μη εκδόσεως παρεμπίπτουσας απόφασης επ' αυτής (όμοια και η ΑΠ 1786/2002) και δ) παραβιάσεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης (υπόθεση Perlala κατά Ελλάδος Νοβ 55-520). Υπάρχει αιτιολογία. Απορρίπτει την αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ε.Σ.Δ.Α., Ηθική αυτουργία, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1159/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τριανταφύλλου, περί αναιρέσεως της 269/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 479/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, και δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη (άρθρ. 15 ΠΚ), πρέπει στην αιτιολογία, για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται η συνδρομή της ανωτέρω ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου ή η ειδική σχέση, απ' όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 269/2008 απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώστηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ".... Α.Ε.", της οποίας ο κατηγορούμενος, πολιτικός μηχανικός, ήταν μέλος του Δ.Σ. αυτής και διευθύνων σύμβουλος, είχε αναλάβει κατόπιν συμβάσεως έργου με τον Δήμο .... το έργο της κατασκευής σχολικού συγκροτήματος του 1ου και 2ου ΤΕΕ ..., κειμένου στο ύψος του 24ου χιλιομέτρου της Λεωφόρου ...., στα πλαίσια δε αυτά είχε αναθέσει υπεργολαβικά με το από 12-2-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό στον θανατωθέντα ...., την κατασκευή της ξύλινης κεραμοσκεπής. Η κατασκευή του κτηρίου γινόταν βάσει της υπ' αρ. .... οικοδομικής αδείας της Δ/νσεως πολεοδομίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, στην οποία ο κατηγορούμενος είχε ορισθεί επιβλέπων μηχανικός. Βάσει της από 8-11-2000 γενικής συγγραφής υποχρεώσεων μεταξύ του Δήμου .... και της αναδόχου εργολήπτριας εταιρείας (άρθ. 17 παρ. 5) η μέριμνα για την λήψη και την τήρηση των μέτρων ασφαλείας του εργατοτεχνικού προσωπικού, αλλά και η ευθύνη από τυχόν παραλείψως βάρους την ανάδοχο εταιρεία. Την 19 Ιουλίου 2008 είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή της μίας από τις δύο στέγες του κτηρίου, είχε κατασκευασθεί ο ξύλινος σκελετός και η μόνωση της δεύτερης στέγης και απέμεινε η επικάλυψη της με κεραμίδια. Την ημέρα εκείνη, η οποία ήταν Σάββατο, ο θανατωθείς και οι αδελφοί του .... και .... που αποτελούσαν το συνεργείο κατασκευής της κεραμοσκεπής, τοποθετούσαν στίβες από κεραμίδια σε κατάλληλα σημεία της υπό κατασκευή στέγης, ώστε τις επόμενες ημέρες να γίνει η επικάλυψη αυτής με αυτά, ήταν δε οι μόνοι εργαζόμενοι που απασχολούντο στο εργοτάξιο. Μεταξύ των δύο επικλινών κλινών της στέγης υπήρχε οριζόντιος τσιμεντένιος διάδρομος, πλάτος δύο περίπου μέτρων, όπου εκινούντο οι εργαζόμενοι, ο οποίος στα δύο άκρα του κατέληγε σε δύο μικρές ταράτσες, περιμετρικά των οποίων υπήρχε χαμηλό χτιστό στηθαίο με σενάζ, ύψους 50 περίπου εκατοστών. Περί ώρα 12.10 της ημέρας εκείνος, ο θανατωθείς, χωρίς να γίνει αντιληπτός από τους δύο αδελφούς του, οι οποίοι την στιγμή εκείνη ευρίσκοντο σε διαφορετικά σημεία της οικοδομής και ο οποίος βρισκόταν στην άκρη της προς δυσμάς μικρής ταράτσας, στην οποία κατέληγε ο πιο πάνω διάδρομος, παραπάτησε, έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος από ύψος 10 μέτρων, με συνέπεια να υποστεί βαρύτατες κακώσεις κεφαλής, θώρακος, λεκάνης και κοιλίας, εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτού στο νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός, όπου είχε διακομισθεί. Η ανωτέρω πτώση οφείλεται στο ότι δεν είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας από τον κατηγορούμενο πολιτικό μηχανικό για την αποφυγή πτώσεως απασχολουμένου στο πιο πάνω έργο προσωπικού και συγκεκριμένα, ενώ το άρθρο 19 Π.Δ/τος 778/1980 επιβάλλει, προκειμένου για εργασίες επί της στέγης, όπως τα δάπεδα εργασίας (εν προκειμένω ο υπάρχων διάδρομος) φέρουν στις απολήξεις των προστατευτικό κιγκλίδωμα ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου, δηλαδή ικανού από πλευράς μεγέθους να ανασχέσει τυχόν ανεξέλεγκτη πτώση, οφειλομένη σε απώλεια ισορροπίας είτε από κάποια αδέξια κίνηση, είτε από αιφνίδια παθολογικά αίτια (στιγμιαία ζάλη, απώλεια συνειδήσεως), στην προκειμένη περίπτωση το υπάρχον δάπεδο εργασίας (τσιμεντένιος διάδρομος), - ασφαλές καθ' όλο του το μήκος μέχρι του σημείου που σχημάτιζε τις δύο μικρές ταράτσες, - κατέληγε σε στηθαίο ύψους 50 εκατοστών που περιέβαλε τις ταράτσες, και γι' αυτό ανεπαρκές να ανασχέσει την πτώση ανθρωπίνου σώματος. Είναι προφανές επομένως, ότι εάν το πιο πάνω στηθαίο είχε ύψος ενός μέτρου αντί του ημίσεως, εφόσον είτε πάνω στο υπάρχον είχε κατασκευασθεί πρόσθετο μεταλλικό κιγκλίδωμα, ώστε αμφότερα να έχουν το κατά νόμο ελάχιστο ύψος, είτε είχε παράλληλα με το στηθαίο κατασκευασθεί μεταλλικό κιγκλίδωμα ύψους ενός μέτρου, η πτώση του θανατωθέντος από το σημείο αυτό στο κενό θα είχε αποφευχθεί. Το ότι ο θανών έπεσε από το σημείο αυτό προκύπτει και από το σημείο που βρέθηκε μετά την πτώση του, κάτω από την προς δυσμάς ταράτσα. Οι υπάρχουσες στο έργο ζώνες ασφαλείας, οι οποίες προβλέπονται σε περίπτωση αδυναμίας εξευρέσεως άλλης λύσεως για τους εργαζομένους επί της στέγης, δεν ήραν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου για την τοποθέτηση του πιο πάνω προστατευτικού κιγκλιδώματος περιμετρικά των απολήξεων των ταρατσών, η οποία ήταν καθ' όλα τεχνικά εφικτή. Ο κατηγορούμενος είχε την υποχρέωση να λάβει το πιο πάνω προβλεπόμενο από τον νόμο μέτρο ασφαλείας, λόγω της διττής ιδιότητάς του, ως επιβλέποντος την κατασκευή μηχανικού και ως διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της αναδόχου εργολήπτριας ανώνυμης εταιρείας. Ο τελευταίος, αν και κατά τα προεκτεθέντα μπορούσε και όφειλε να λάβει το πιο πάνω μέτρο ασφαλείας, για το οποίο είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, από έλλειψη της προσοχής του παρέλειψε να πράξει τούτο, με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του ...., που εργαζόταν σε αυτό, αποτέλεσμα το οποίο δεν προέβλεψε ότι θα προκαλέσει. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος από αμέλεια (άνευ συνειδήσεως) ανθρωποκτονίας". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, και 302 παρ. 1 του Π.Κ., και του άρθρου 19 του Π.Δ 770/1988, που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο της ουσίας, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά και προσδιορίζει σαφώς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός ενήργησε, ενώ περαιτέρω αναφέρει και αιτιολογεί την ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του, να παρεμποδίσει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και τον επιτακτικό κανόνα από τον οποίο πηγάζει η υποχρέωση του αυτή, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ, καθώς, επίσης, προσδιορίζεται αφενός μεν το είδος της αμέλειας του (μη συνειδητής), αφετέρου δε και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παραλείψεών του και του επελθόντος αποτελέσματος, δηλαδή του θανάσιμου τραυματισμού του παθόντος. Συγκεκριμένα, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων, με την ιδιότητα του επιβλέποντος μηχανικού του έργου και του Διευθύνοντος Συμβούλου της εργολήπτριας εταιρείας, που είχε αναλάβει, δυνάμει σχετικής συμβάσεως από το Δήμο ...., το έργο της κατασκευής σχολικού συγκροτήματος του 1ου και 2ου ΤΕΕ ...., παρέλειψε να λάβει τα προσήκοντα προστατευτικά μέτρα, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ομαλή εργασία των απασχολουμένων προσώπων. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, αν και είχε αναθέσει υπεργολαβικά, στον παθόντα ...., κατόπιν γραπτής συμφωνίας με αυτόν, την εκτέλεση των εργασιών της κατασκευής της κεραμοσκεπούς στέγης, στο ως άνω σχολικό συγκρότημα, παρέλειψε να λάβει τα προσήκοντα μέτρα ασφαλείας, όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 19 του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος 770/1988. Συγκεκριμένα, ενώ όφειλε ο αναιρεσείων, με τις πιο πάνω ιδιότητές του, και μάλιστα αυτής του επιβλέποντος μηχανικού, είτε στο υπάρχον προστατευτικό στηθαίο, ύψους 0,50 μ, να προβεί σε προσθήκη καθ' ύψος αντίστοιχου προστατευτικού τοιχείου, ώστε το συνολικό ύψος αυτού να είναι 1 μέτρο τουλάχιστο, είτε στο υπάρχον στηθαίο να τοποθετήσει μεταλλικό κιγκλίδωμα, ώστε μετά την προσθήκη αυτό (στηθαίο), να έχει ελάχιστο συνολικό ύψος ενός (1) μέτρου, ώστε να είναι πλέον αποτρεπτικό οποιουδήποτε κινδύνου και μάλιστα λόγω πτώσεως των εργαζομένων στο έδαφος από ύψος 10 μέτρων. Σημειώνεται, επίσης, σύμφωνα με τις οικείες παραδοχές, ότι η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος, αναμφισβήτητα πήγαζε από τη σχετική σύμβαση, που αυτός είχε υπογράψει με την ιδιότητα που προαναφέρθηκε, αυτή του επιβλέποντος μηχανικού του έργου. Επίσης, από την αντιπαραβολή του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, γίνεται φανερό ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής κρίση του, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προέκυψαν, σε αμέλεια του αναιρεσείοντος, και συγκεκριμένα σε εκείνη υπό τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας, με την έννοια ότι αυτός δεν προέβλεψε το εξ' αυτής επελθόν αποτέλεσμα. Η αιτίαση δε του αναιρεσείοντος, με την οποία παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζει την πηγή της νομικής αυτού υποχρεώσεως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, ώστε πλέον η απόφαση να μη στερείται της νόμιμης βάσης. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-2-2008 αίτηση του ...., για αναίρεση της υπ' αριθμό 269/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια και σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (έλλειψη νόμιμης βάσης) και εσφαλμένης εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ορθά δέχθηκε τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας. Απορρίπτει την αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1158/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Γεωργάτο, περί αναιρέσεως της 30533/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον ... . Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1093/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 30533/2007 αποφάσεως, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία της πρώτης κατηγορουμένης, και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, ότι αποδείχθηκε, κατά πιστή μεταφορά, "ότι οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει την πράξη που τους αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής, ήτοι της παράβασης του παρακάτω νόμου περί ρυθμίσεως της αγοράς εργασίας, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτοί στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως το έτος 2004, λειτουργούσαν ως υπεύθυνοι-διαχειριστές του σωματείου με την επωνυμία "...", το οποίο αν και έπρεπε να είχε μη κερδοσκοπικό σκοπό, εν τούτοις στην πραγματικότητα είχε εμπορικό σκοπό και ειδικότερα οι κατηγορούμενοι εξεύρισκαν αποκλειστικές νοσοκόμες, οι οποίες ήταν κυρίως αλλοδαπές γυναίκες και τις προωθούσαν σε διάφορες ασθενείς σε νοσοκομεία, εκμεταλλευόμενη η πρώτη εξ αυτών τις γνωριμίες και σχέσεις που είχε συνάψει ως εν ενεργεία υπάλληλος του ΙΚΑ, από κάθε δε νοσοκόμα στην οποία εξεύρισκαν εργασία ελάμβαναν χρηματική αμοιβή, ενώ το εν λόγω γραφείο ευρέσεως εργασίας, όπως πράγματι λειτουργούσε το προαναφερόμενο σωματείο, δεν διέθετε την απαιτούμενη νόμιμη άδεια λειτουργίας αν και μεσολαβούσε στην εύρεση εργασίας". Στη συνέχεια, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ένοχο της πράξεως της παραβάσεως του νόμου περί ρυθμίσεως της αγοράς εργασίας και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, της παραβάσεως του νόμου περί ρυθμίσεως της αγοράς εργασίας, όπως γι' αυτήν τελικά καταδικάσθηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 του Π.Κ, και 20 παρ. 1 του Π.Δ της 8/10 Οκτ. 1932, "Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίο κείμενο του ν. 5288 περί ρυθμίσεως της αγοράς εργασίας", που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές και χωρίς έτσι να στερήσει την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αιτιολογείται η παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα, η οποία είχε την ιδιότητα της υπεύθυνης διαχειρίστριας του μη κερδοσκοπικού Σωματείου με την επωνυμία "...", μεσολαβούσε στην εξεύρεση αλλοδαπών κυρίως γυναικών, προκειμένου αυτές να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, ως αποκλειστικές νοσοκόμες, σε άτομα χρήζοντα βοήθειας, όπως επίσης αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα, ελάμβανε σχετική αμοιβή, παρά το γεγονός ότι το ως άνω μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα Σωματείο, δεν είχε αντίστοιχη άδεια, προκειμένου να προβαίνει σε ανάλογες ενέργειες. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι η ίδια δεν ήταν καθ' οιονδήποτε τρόπο υπεύθυνη του ως άνω Σωματείου, αλλά ότι αυτή ενεργούσε για λογαριασμό τρίτου προσώπου, το οποίο, ας σημειωθεί δεν το προσδιορίζει, αποτελεί αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, για τον οποίο το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολογία, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος, η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, υπερέβη την εξουσία του, συνισταμένη στο γεγονός ότι η καταδίκη της για την ως άνω παράβαση, προσκρούει στη Συνθήκη Ένταξης της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και στο άρθρο 22 του Συντάγματος, είναι αβάσιμη, καθόσον οι τιθέμενοι περιορισμοί και η τυχόν απαγόρευση στην παρακώλυση της ανταγωνιστικότητας και της επαγγελματικής εργασίας, αποβλέπουν στην προστασία και μόνο του δικαιώματος εργασίας, και όχι στον περιορισμό αυτού, αφού προϋπόθεση της ενασκήσεως του αντίστοιχου δικαιώματος, είναι η προηγούμενη και η απαιτούμενη κατά νόμο αντίστοιχη άδεια, η οποία στην προκείμενη περίπτωση, δεν υφίστατο. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του Κ.Π.Δ, τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Μαϊου 2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 30533/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση νόμου περί ρυθμίσεως αγοράς εργασίας. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και γ) υπερβάσεως εξουσίας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Εργασίας ρύθμιση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1157/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, περί αναιρέσεως της 7086/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 91/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία της αναίρεσης του κατηγορούμενου κατά της καταδικαστικής απόφασης, όταν αυτός δικάστηκε παρών ή εκπροσωπήθηκε στη δίκη από συνήγορο και η αναίρεση ασκείται με επίδοση της περί αυτής δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εικοσαήμερη και αρχίζει από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Κατά γενική όμως αρχή του δικαίου, κατά την οποία "κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα", μπορεί ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως, λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν το λόγο αυτό. Αν ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα τέτοιο λόγο ή ο επικαλούμενος λόγος δεν είναι βάσιμος, η εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμό 7086/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (για τα πλημμελήματα) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε για τις πράξεις α) της ψευδούς καταμηνύσεως και β) της ψευδορκίας μάρτυρα και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2008, με παρόντα τον κατηγορούμενο, που παραστάθηκε στη δίκη εκείνη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, Νικόλαο Καβαλέρα και Δημήτριο Νινόπουλο, και καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 1-12-2008, με αύξοντα αριθμό 5250, σύμφωνα με την, επί του σώματος της απόφασης, υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα, με χρονολογία 15-1-2009. Ωστόσο, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που κοινοποιήθηκε την 23η Δεκεμβρίου 2008, ημέρα της εβδομάδος Τρίτη και περί ώρα 12.47 μ. κατά την οικεία επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των 20 ημερών, που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ. Στην έκθεση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, ενώ, επικαλείται, ότι άσκησε εμπροθέσμως την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ισχυρίζεται περαιτέρω, προκειμένου να αιτιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεως, κατά πιστή μεταφορά από το δικόγραφο αυτής, τα εξής: "...αναφέροντας ότι αν και δια δικαστικού επιμελητή ενταλθέντος να την επιδώσει, κομίσθηκε η προκείμενη αναίρεση χθες 22/12/2008 στην Εισαγγελία του Δικαστηρίου Σας, κατόπιν αναιτιολογήτου Εισαγγελικής εντολής, δεν παρελήφθη αυτή, συνταγέντος συναφώς αποδεικτικού αποπείρας επιδόσεως". Ο σχετικός, όμως, ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ο οποίος ούτε, έστω, πιθανολογήθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, και για τον οποίο ο αναιρεσείων δεν είχε επικαλεσθεί με τη δήλωση αναιρέσεως, τα αποδεικτικά μέσα προς απόδειξή του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όσα δε περί του αντιθέτου περιστατικά αυτός επικαλείται, σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν λόγους ανώτερης βίας, εξαιτίας των οποίων αυτός, δεν μπόρεσε να ασκήσει την αίτηση αναιρέσεως εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 7086/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αναίρεση λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, ( άρθρα 476, 473 ΚΠΔ). Δεν προκύπτει η ύπαρξη του λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Απορρίπτει την αναίρεση (Όμοιες ΑΠ 912/2008, 2296/2007, 1664/2004) -.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1156/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 59/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Θ. Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1483/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πριάμου Λεκκού με αριθμό 509/27.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την εμπροθέσμως ασκηθείσα από 8-9-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 59/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, εκθέτω τα εξής: Α. Συμφώνως προς τα άρθρα 473 § 2 και 474 Κ.Π.Δ., επί ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, η συντασσομένη κατά τις διατάξεις του άρθρ. 148 του αυτού Κώδικα από τον δικαστικό γραμματέα σχετική έκθεση πρέπει να φέρη την υπογραφή του. 'Όμως, αν από παραδρομή δεν υπεγράφη από αυτόν, δεν είναι επιτρεπτό η εν λόγω παράλειψη να επισύρη ως κύρωση το απαράδεκτο της αιτήσεως αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 1079/2005, ΑΠ 887/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/137, 41, αντιστοιχ.). Στην προκειμένη περίπτωση, η έκθεση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως δεν φέρει, στο τέλος αυτής, την υπογραφή της γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου, ενώπιον της οποίας ησκήθη το ένδικο τούτο μέσο. Η παράλειψη αυτή οφείλεται εις προφανή παραδρομή της ανωτέρω γραμματέως, της οποίας, άλλως τε, η μονογραφή έχει τεθή επί εκάστου των λοιπών φύλλων της εκθέσεως αναιρέσεως. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθή παραδεκτώς. Β. Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 210/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, διά να δικασθή δι'απάτη κατά συναυτουργία και κατ'επάγγελμα, με συνολικό όφελος υπερβαίνον το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ. Προβάλει δε, ως λόγους αναιρέσεως, την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β', δ' Κ.Π.Δ.). Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 386 § § 1,3 Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκόμιση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επαγγέλμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.). Ως παράνομο περιουσιακό όφελος νοείται το μη στηριζόμενο επί νομίμου αξιώσεως του δράστου κατά του παθόντος (βλ. ΑΠ 723/1976, εις ΠΧ/ΚΖ'/157, ΑΠ 1608/2001). Ως γεγονότα δε, κατά την στο ανωτέρω άρθρο έννοια, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, αναφερομένων στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τρόπον, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς καταστάσεως, από τον δράστη ο οποίος έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπλήρωση την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 51/2007). Εξ άλλου, συμφώνως προς το αρθρ. 13 εδ. στ' ΠΚ, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Επίσης, κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλ. όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 2200/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι ετέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, έκαστος τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι έκαστος συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζων ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι έκαστος πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Ολ. ΑΠ 50/1990). Τέλος, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του αρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 66/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ, με την ιδιότητα του οικονομολόγου διατηρούσε το έτος 2002 στην ... (επί της οδού .....) γραφείο παροχής οικονομικών υπηρεσιών και επενδυτικών συμβουλών στα πλαίσια της λειτουργίας του οποίου συνεργαζόταν με τον κατηγορούμενο (μη ασκήσαντα έφεση) Ζ. Τους ανωτέρω επισκέφτηκε στις 22-3-2002 ο μηνυτής Θ, επιχειρηματίας της .... στον τομέα της ανέγερσης οικοδομών (αντιπαροχές-αγορές οικοπέδων με κατασκευή-πώληση διαμερισμάτων - γραφείων και καταστημάτων), ο οποίος, λόγω υπερδανεισμού με ληξιπρόθεσμα χρέη προς τις Τράπεζες άνω του 1 δις. δρχ. και με όλη του την ακίνητη περιουσία κατασχεμένη, ήταν αποκλεισμένος από τα ημεδαπά Τραπεζικά ιδρύματα και αναζητούσε απελπισμένα κάποιου είδους χρηματοδότηση. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνάντησης οι κατηγορούμενοι εμφανιζόμενοι ως αξιόπιστοι μεσολαβητές δήλωσαν κατηγορηματικά στον μηνυτή ότι διέθεταν τις γνώσεις και τους μηχανισμούς για την έκδοση και τη χορήγηση σ' αυτόν εγγυητικής επιστολής αξιόχρεης Τράπεζας του εξωτερικού προκειμένου αυτός να προβεί στην προεξόφληση της, δηλαδή του παρουσιάστηκαν ως οικονομολόγοι με ειδικές γνώσεις και κατάλληλες διασυνδέσεις με οικονομικούς παράγοντες του εξωτερικού καλλιεργώντας σ' αυτόν, με τους ελιγμούς των σκέψεων τους, την πεποίθηση ότι είχαν την δυνατότητα να φέρουν σε πέρας την έκδοση εγγυητικής επιστολής ύψους 10.000.000 δολαρίων. Επακολούθησε και δεύτερη συνάντηση των ανωτέρω στις 15-6-2002 στη ...., στο Ξενοδοχείο .... όπου διέμεναν, με την παρουσία του αδελφού του μηνυτή ...., κατά την οποία του ζήτησαν προμήθεια 10% επί του ποσού της εγγυητικής επιστολής και ως προκαταβολή για την κίνηση της διαδικασίας έκδοσής της και της προαπαιτούμενης διαγραφής του από τα στοιχεία του συστήματος ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ το ποσό των 10.000.000 δρχ. Επίσης του πρότειναν τη δημιουργία μιας υπεράκτιας (off shore) συμμετοχικής κατασκευαστικής και χρηματοδοτικής εταιρίας με έδρα την .... και επωνυμία "YANNES LTD" το σύνολο των εταιρικών μεριδίων της οποίας θα ανήκε στο μηνυτή, εκπρόσωπος της οποίας θα εμφανιζόταν άλλο πρόσωπο, αφού ο μηνυτής ήταν καταχρεωμένος, με σκοπό η εταιρία αυτή να εμφανιστεί ως χρηματοδοτούμενο νομικό πρόσωπο και να προβεί στην προεξόφληση της εγγυητικής επιστολής, παρέδωσαν δε στο μηνυτή ένα αντίγραφο της εγγυητικής επιστολής που ισχυρίστηκαν ότι είναι σε θέση να του εξασφαλίσουν. Ο μηνυτής πειθόμενος από τις παραπλανητικές διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων περί σημαντικών διασυνδέσεων τους με οικονομικούς παράγοντες του εξωτερικού, υψηλές γνωριμίες με τραπεζικά ιδρύματα και ειδικές γνώσεις επάνω στο συγκεκριμένο αντικείμενο άρχισε να καταβάλει προοδευτικά, κατά το χρονικό διάστημα από 19-6 έως 5-8-2002, σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε ο εκκαλών στην ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ συνολικό ποσό 22.500 ευρώ, το οποίο δεν αμφισβητείται από τον τελευταίο. Τελικά η ανωτέρω εγγυητική επιστολή ουδέποτε εκδόθηκε αφού δεν ήταν δυνατόν να εκδοθεί από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι δεν διέθεταν τις απαραίτητες γνωριμίες και γνώσεις που απαιτούνταν, ενώ γνώριζαν ότι δεν ήταν δυνατή η έκδοση της από Τράπεζα του εξωτερικού δεδομένου ότι ο μηνυτής ήταν καταχρεωμένος-αποκλεισμένος λόγω υπερδανεισμού από Τράπεζες που είχαν κατάσχει όλη την ακίνητη περιουσία του και είχαν δρομολογήσει πλειστηριασμούς αυτής. Από όλη δε την υποδομή που είχαν διαμορφώσει και ειδικότερα την οργάνωση πολυτελών γραφείων, την εμφάνιση τους ως αξιόπιστων και έμπειρων μεσολαβητών και διακεκριμένων οικονομολόγων, τη διαμονή τους σε πολυτελή ξενοδοχεία και από τους ελιγμούς των σκέψεων τους προκύπτει η πρόθεση τους για επανειλημμένη τέλεση της πράξης με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη, ότι εκ των προεκτεθέντων πραγματικών περιστατικών προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του αναιρεσείοντος, δια την προαναφερομένη αξιόποινη πράξη, απέρριψε δε κατ'ουσίαν την έφεση τούτου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και επεκύρωσε αυτό. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του. Ειδικότερα, η αιτιολογία αυτή εκτείνεται και στη κρίση περί συνδρομής της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ'επάγγελμα τελέσεως του ανωτέρω εγκλήματος. Τις δε εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το Συμβούλιο Εφετών και δεν παρεβίασε αυτές ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι, εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β', δ' Κ.Π.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ, καθ'ό μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω Να απορριφθή η από 8-9-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά του υπ'αριθμ. 59/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 10 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμό 4/8-9-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως, του Χ, κατά του υπ' αριθμό 59/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεσή του, κατά του υπ' αριθμό 210/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για τα Κακουργήματα) Δωδεκανήσου, για να δικαστεί ως υπαίτιος της πράξης της κακουργηματικής απάτης, κατά συναυτουργία και κατ' επάγγελμα, από την οποία το περιουσιακό όφελος και αντίστοιχα η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (386 παρ.1,3 εδ. α του ΠΚ.), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, (άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ), γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ' υπαρχής την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του συμβουλίου, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή, η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που συγκεντρώθηκαν, από την προανάκριση και την κύρια ανάκριση, και ειδικότερα από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, όλα τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, δέχθηκε ότι πρόεκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ, με την ιδιότητα του οικονομολόγου διατηρούσε το έτος 2002 στην .... (επί της οδού .....) γραφείο παροχής οικονομικών υπηρεσιών και επενδυτικών συμβουλών στα πλαίσια της λειτουργίας του οποίου συνεργαζόταν με τον κατηγορούμενο (μη ασκήσαντα έφεση) Ζ. Τους ανωτέρω επισκέφτηκε στις 22-3-2002 ο μηνυτής ...., επιχειρηματίας της .... στον τομέα της ανέγερσης οικοδομών (αντιπαροχές-αγορές οικοπέδων με κατασκευή-πώληση διαμερισμάτων - γραφείων και καταστημάτων), ο οποίος, λόγω υπερδανεισμού με ληξιπρόθεσμα χρέη προς τις Τράπεζες άνω του 1 δις. δρχ. και με όλη του την ακίνητη περιουσία κατασχεμένη, ήταν αποκλεισμένος από τα ημεδαπά Τραπεζικά ιδρύματα και αναζητούσε απελπισμένα κάποιου είδους χρηματοδότηση. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνάντησης οι κατηγορούμενοι εμφανιζόμενοι ως αξιόπιστοι μεσολαβητές δήλωσαν κατηγορηματικά στον μηνυτή ότι διέθεταν τις γνώσεις και τους μηχανισμούς για την έκδοση και τη χορήγηση σ' αυτόν εγγυητικής επιστολής αξιόχρεης Τράπεζας του εξωτερικού προκειμένου αυτός να προβεί στην προεξόφληση της, δηλαδή του παρουσιάστηκαν ως οικονομολόγοι με ειδικές γνώσεις και κατάλληλες διασυνδέσεις με οικονομικούς παράγοντες του εξωτερικού καλλιεργώντας σ' αυτόν, με τους ελιγμούς των σκέψεων τους, την πεποίθηση ότι είχαν την δυνατότητα να φέρουν σε πέρας την έκδοση εγγυητικής επιστολής ύψους 10.000.000 δολαρίων. Επακολούθησε και δεύτερη συνάντηση των ανωτέρω στις 15-6-2002 στη ..., στο Ξενοδοχείο ... όπου διέμεναν, με την παρουσία του αδελφού του μηνυτή ...., κατά την οποία του ζήτησαν προμήθεια 10% επί του ποσού της εγγυητικής επιστολής και ως προκαταβολή για την κίνηση της διαδικασίας έκδοσής της και της προαπαιτούμενης διαγραφής του από τα στοιχεία του συστήματος ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ το ποσό των 10.000.000 δρχ. Επίσης του πρότειναν τη δημιουργία μιας υπεράκτιας (off shore) συμμετοχικής κατασκευαστικής και χρηματοδοτικής εταιρίας με έδρα την ... και επωνυμία "YANNES LTD" το σύνολο των εταιρικών μεριδίων της οποίας θα ανήκε στο μηνυτή, εκπρόσωπος της οποίας θα εμφανιζόταν άλλο πρόσωπο, αφού ο μηνυτής ήταν καταχρεωμένος, με σκοπό η εταιρία αυτή να εμφανιστεί ως χρηματοδοτούμενο νομικό πρόσωπο και να προβεί στην προεξόφληση της εγγυητικής επιστολής, παρέδωσαν δε στο μηνυτή ένα αντίγραφο της εγγυητικής επιστολής που ισχυρίστηκαν ότι είναι σε θέση να του εξασφαλίσουν. Ο μηνυτής πειθόμενος από τις παραπλανητικές διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων περί σημαντικών διασυνδέσεων τους με οικονομικούς παράγοντες του εξωτερικού, υψηλές γνωριμίες με τραπεζικά ιδρύματα και ειδικές γνώσεις επάνω στο συγκεκριμένο αντικείμενο άρχισε να καταβάλει προοδευτικά, κατά το χρονικό διάστημα από 19-6 έως 5-8-2002, σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε ο εκκαλών στην ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ συνολικό ποσό 22.500 ευρώ, το οποίο δεν αμφισβητείται από τον τελευταίο. Τελικά η ανωτέρω εγγυητική επιστολή ουδέποτε εκδόθηκε αφού δεν ήταν δυνατόν να εκδοθεί από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι δεν διέθεταν τις απαραίτητες γνωριμίες και γνώσεις που απαιτούνταν, ενώ γνώριζαν ότι δεν ήταν δυνατή η έκδοση της από Τράπεζα του εξωτερικού δεδομένου ότι ο μηνυτής ήταν καταχρεωμένος-αποκλεισμένος λόγω υπερδανεισμού από Τράπεζες που είχαν κατάσχει όλη την ακίνητη περιουσία του και είχαν δρομολογήσει πλειστηριασμούς αυτής. Από όλη δε την υποδομή που είχαν διαμορφώσει και ειδικότερα την οργάνωση πολυτελών γραφείων, την εμφάνιση τους ως αξιόπιστων και έμπειρων μεσολαβητών και διακεκριμένων οικονομολόγων, τη διαμονή τους σε πολυτελή ξενοδοχεία και από τους ελιγμούς των σκέψεων τους προκύπτει η πρόθεση τους για επανειλημμένη τέλεση της πράξης με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος". Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα, έκρινε ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος- κατηγορούμενου και απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του, που άσκησε κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς (για Κακουργήματα) Εφετείου Δωδεκανήσου, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτιος απάτης σε βαθμό κακουργήματος, από την οποία το συνολικό όφελος που επιδίωξε και αντίστοιχα η συνολική περιουσιακή ζημία που προξένησε, υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ). Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στ, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 386 παρ.1 και 3α του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β και δ του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, εκτίθεται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με πληρότητα και σαφήνεια, ότι το Συμβούλιο εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και αναφέρει λεπτομερώς και αναλυτικά με ποιο τρόπο ο αναιρεσείων, ο οποίος διατηρούσε στην ..... γραφείο παροχής οικονομικών υπηρεσιών και επενδυτικών συμβουλών, με το μη διάδικο στην παρούσα δίκη, συνεργάτη του Ζ, παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα, ότι τυγχάνουν αξιόπιστοι μεσολαβητές που διέθεταν τις εξειδικευμένες γνώσεις και τους κατάλληλους μηχανισμούς, προκειμένου να εξασφαλίσουν για λογαριασμό του εγκαλούντος, εγγυητική επιστολή ποσού 10.000.000 δολαρίων Αμερικής. Συγκεκριμένα, ενώ γνώριζε ο αναιρεσείων τη δυσχερή οικονομική κατάσταση του εγκαλούντος, και την αδυναμία του να ανταπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις του, αφού, εν τω μεταξύ τον είχε διαβεβαιώσει για τις διασυνδέσεις του με οικονομικούς κύκλους και πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού, δημιούργησε σε αυτόν (εγκαλούντα), την πεποίθηση, ότι ήταν βεβαία και εξασφαλισμένη η έκδοση και η χορήγηση της ως άνω εγγυητικής επιστολής, από πιστωτικό ίδρυμα της αλλοδαπής. Οι διαβεβαιώσεις του, όμως, αυτές υπήρξαν ψευδείς, εξαιτίας δε αυτών παραπείσθηκε ο εγκαλών, ο οποίος του κατέβαλε στο χρονικό διάστημα από 19-6-2002 έως 5-8-2002, τμηματικά το συνολικό ποσό των 22.500 ευρώ, ποσό το οποίο ο αναιρεσείων δέχεται ότι έλαβε, και το ισόποσο του οποίου ζημιώθηκε ο εγκαλών. Επιπρόσθετα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με ειδική αιτιολογία, αναφέρεται και στο υποκειμενικό στοιχείο του δόλου του αναιρεσείοντος, ο οποίος αν και γνώριζε εξαρχής, ότι δεν διέθετε τους αντίστοιχους μηχανισμούς και πολύ περισσότερο τις δυνατότητες εκείνες με τις οποίες θα ικανοποιούσε το πρόβλημα της εξασφάλισης του εγκαλούντος, με την εγγυητική επιστολή, εν τούτοις, αυτός (αναιρεσείων), παραπλάνησε ψευδώς τον εγκαλούντα ότι ήταν βεβαία η επίλυση του προβλήματός του, αφού πέτυχε με τον τρόπο αυτό να εισπράξει το ως άνω χρηματικό ποσό των 22.500 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος. Αιτιολογείται, ακόμη, η παραδοχή του βουλεύματος, ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης, και από την υποδομή που αυτός είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Ενόψει αυτών, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και η αίτησή του στο σύνολό της. Απορριπτομένης της αιτήσεως, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό 4 από 8-9-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αριθμό 59/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη κακουργηματική κατά συν-αυτουργία. Αναίρεση με την επίκληση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Υπάρχει αιτιολογία και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1155/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ινέγλη, περί αναιρέσεως της 14147/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2076/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στο άρθρο 17 υπό στοιχείο Β' του ν. 1756/1988, που περιλαμβάνει τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, ορίζονται στην παρ. 1 "σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση" και στην παρ. 3 "ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα ... στην εισαγγελία εφετών α) ... β) όλων των αντεισαγγελέων από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των υπόλοιπων τριμελών εφετείων", ενώ στην παρ. 4 "με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός". ... Τέλος, στην παρ. 10 ορίζεται "Η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως". Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναφέρεται ότι οι δικαστές που συμμετείχαν στη σύνθεση του Δικαστηρίου, που δίκασε τη συγκεκριμένη υπόθεση, έλαβαν μέρος μετά από κλήρωση, που έγινε σύμφωνα με τον Οργανισμό των Δικαστηρίων, ή διορίστηκαν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, με αποτέλεσμα οι παραλείψεις αυτές να δημιουργούν θέμα κακής συνθέσεως του δικάσαντος δικαστηρίου και κατά συνέπεια λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ. Όμως, εκτός από το ότι δεν υπάρχει υποχρέωση να αναγράφεται στην απόφαση, ότι η σύνθεση του δικαστηρίου προήλθε από κλήρωση και επομένως δεν ιδρύεται οποιοσδήποτε λόγος αναιρέσεως, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως. Τέτοια όμως πρόταση δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, ούτε από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικνύεται ότι προβλήθηκε. Επομένως, ο ως άνω σχετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βία, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως, της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του Κ.Π.Δ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση , με την προσβαλλόμενη 14147/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, παρόντος του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος-κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμό 50380/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για την παράβαση του Ν. 1882/1990, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών. Από τη σχετική υπ' αριθμό 1670/5-6-2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλει με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, ότι "ασκεί σήμερα την έφεση καθόσον ουδέποτε έλαβε γνώση τόσο του κλητηρίου θεσπίσματος, όσο και της αποφάσεως και ήταν γνωστής διαμονής από το έτος 1990 μέχρι σήμερα ... έλαβε γνώση της απόφασης 4-5-2007 από την αστυνομία". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως, περιοριζόμενος στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών-κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμό 50380/29-11-1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου για παράβαση του Ν. 1882/1990 σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, αλλά και στα έξοδα της δίκης ποσού δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών. Η απόφαση εκδόθηκε με απόντα τον κατηγορούμενο, που κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής. Η εν λόγω απόφαση, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν στο ακροατήριο, από ... αποδεικτικό επίδοσης απόφασης κατηγορουμένου άγνωστης διαμονής του ..., Επιμελητή Δικ. Εισαγγ. Πρωτ. Θεσσαλονίκης, επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 11-10-2000, δια τοιχοκολλήσεως στην έδρα του δήμου ..., σαν σε κατηγορούμενο άγνωστης διαμονής, αφού αναζητήθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του στην οδό ... . Ο εκκαλών ασκεί την υπό κρίση έφεση στις 5-6-2007, όπως προκύπτει από την ανάγνωση στο ακροατήριο της σχετικής έκθεσης ασκήσεως εφέσεως, δηλαδή μετά την παρέλευση των δέκα ημερών από την ως άνω ημερομηνία επιδόσεως της εκκαλουμένης απόφασης. Από δε την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάσθηκε στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι η εκπρόθεσμη άσκησή της οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, ώστε να συγχωρηθεί το εκπρόθεσμο. Ειδικότερα, ο εκκαλών υποστηρίζει, για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της έφεσής του, ότι ουδέποτε, μέχρι τις 4-5-2007 (που την πληροφορήθηκε από την Αστυνομία), έλαβε γνώση τόσο του κλητηρίου θεσπίσματος όσο και της εκκαλουμένης απόφασης και ήταν γνωστής διαμονής από το 1990 μέχρι και σήμερα, διαμένοντας στην οδό .., πρώην ..., στους ... . Όμως, όπως προκύπτει από την εκτίμηση των αποδείξεων, ο εκκαλών - κατηγορούμενος ορθώς αναζητήθηκε (πριν την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης ως άγνωστης διαμονής) στην οδό ..., που ήταν η τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο, για τα οποία καταθέτει και η μάρτυράς του, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος είχε γνωστή διεύθυνση στην οδό ... κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης (και του κλητηρίου θεσπίσματος), δεν κρίνονται πειστικά, παρά τα έγγραφα που προσκομίζει ο εκκαλών, αλλά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν αποδεικνύεται ότι η παραπάνω διεύθυνση του εκκαλούντος ήταν γνωστή, κατά το χρόνο επίδοσης της απόφασης στην Εισαγγελική αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Και τούτο διότι τα παραπάνω έγγραφα μόνον το από 9-05-2001 υπηρεσιακό σημείωμα Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, η από 19-03-2002 Διάταξη Εισαγγελέα Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, το με αρ. 11953/2002 απόσπασμα - απόφαση του Τριμ. Πλημ. Θεσ/νίκης και η από 6-05-1999 κλήση από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης αποτελούν έγγραφα από τα οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι διεύθυνσή του ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Θεσσαλονίκης, πλην όμως δεν αφορούν το κρίσιμο έτος της επίδοσης της εκκαλουμένης (2000), ενώ τα λοιπά αφορούν σχέσεις του κατηγορουμένου με τρίτους, έστω και αν αναφέρονται στο παραπάνω έτος. Μετά απ' όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης (αρ. 476 παρ. 1 και 3 ΚΠοινΔ) και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα έξοδα, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του (...) και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του, που αναφέρεται στη μήνυση ως τελευταία γνωστή κατοικία του, στην οδό ..., που ήταν η τελευταία γνωστή του διεύθυνση και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτός διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο, ενώ με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, απέρριψε επίσης, εκ περισσού, και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής ανώτερης βίας. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ,, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-11-2007 αίτηση του ... κρατουμένου προσωρινά στις δικαστικές φυλακές ..., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 14147/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε την έφεση, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με την επίκληση των λόγων: α) της απόλυτης ακυρότητας, γιατί δεν προκύπτει, ότι οι δικαστές που έλαβαν μέρος στη σύνθεση του Δικαστηρίου κληρώθηκαν ή διορίστηκαν και β) της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού, ότι ήταν γνωστής διαμονής. Δεν επάγεται ακυρότητα το γεγονός ότι στην απόφαση δεν αναγράφεται ότι η σύνθεση προήλθε από κλήρωση (ΑΠ 867/2007). Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Εφέσεως απαράδεκτο, Δικαστηρίου σύνθεση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1154/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 3636/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Φεβρουαρίου 2008 χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 342/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, οι υπό κρίση από 14 Φεβρουαρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) Χ1 και 2) Χ2 κατά της υπ' αριθμό 3636/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι παραδεκτές και ταυτόσημοι, πρέπει δε, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν. Επειδή, κατά το αρθρ. 229 § 1 ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση πως η καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 § 2 του ΠΚ "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμοδία για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει, ενώ ψευδορκία τελεί και ο ψευδομηνυτής, έστω και αν δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής, όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της έγκλησης του ενώπιον του αρμοδίου οργάνου, στο οποίο την υποβάλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει, ότι είναι ψευδές. Και ναι μεν δεν προβλέπεται από το νόμο η κατά την υποβολή της μήνυσης ή της έγκλησης ένορκη βεβαίωση του μηνυτή για το αληθές του περιεχομένου της έγκλησης του, πλην, όμως, γενομένη, θεμελιώνει, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά παραπάνω στοιχεία, το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού τούτο καθόλου δεν διαφέρει από την περίπτωση της ψευδούς ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος, ο οποίος, κατά το άρθρο 218 § 1 ΚΠΔ, βεβαιώνει, ότι θα πει όλη την αλήθεια, ενόψει και του ότι η κατά το άρθρο 221 στοιχ. δ του ΚΠΔ απαγόρευση της όρκισης του πολιτικώς ενάγοντος, είτε στην προδικασία, είτε και στην κύρια διαδικασία, δεν είναι ταγμένη με ποινή ακυρότητας και η ένορκη κατάθεση του λαμβάνεται υπόψη προς σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, οπότε, με τον τρόπο αυτό, δυσχεραίνεται ή εμποδίζεται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, από τη παραπάνω διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της ψευδορκίας το οποίο είναι διαζευκτικώς (ή υπαλλακτικώς) μικτό πραγματώνεται με πλείονες τρόπους στην ίδια κατάθεση (θετική ψευδής κατάθεση, απόκρυψη, άρνηση), μπορεί δηλαδή να συντελεσθεί είτε με καθένα ξεχωριστά από τους στην άνω διάταξη οριζόμενους τρόπους, είτε και με όλους μαζί οι οποίοι μπορεί να συντρέχουν, γιατί αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δράσεως, ήτοι ενός μόνου εγκλήματος και κανένας από τους τρόπους αυτούς δεν αποκλείει τον άλλον. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, και ιδία του απαιτούμενου επί των παραπάνω εγκλημάτων των αρθρ. 229 § 1, 224 § 2 του ΠΚ, άμεσου δόλου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί ωστόσο να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και συνεκτιμηθεί. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης (Ποινική ΟλΑΠ 1/2005), καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυ-μπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την πληττόμενη υπ' αριθμό 3636/2007 απόφαση του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν νόμιμα στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, τις απολογίες των κατηγορουμένων στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 στο ..., στις 3-7-2002, υπέβαλε ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ. ..., την από 3-7-2002 κατάθεσή του, η οποία επέχει θέση εγκλήσεως κατά του εγκαλούντος Ψ1 στην οποία εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς αυτόν ότι κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του έτους 2001 έως 3-7-2002, τέλεσε σε βάρος του το αδίκημα της κλοπής, και πιο συγκεκριμένα στην ανωτέρω έγκληση του ανέφερε ότι ο Ψ1 ο οποίος κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα εργαζόταν ως φύλακας στη βιοτεχνία κουφωμάτων της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Σαρηδεμερτζής και συνεργάτες ΑΒΕΕ", της οποίας διευθύνων σύμβουλος είναι ο κατηγορούμενος, αφαίρεσε σταδιακά και χωρίς να το αντιληφθεί ο κατηγορούμενος, από την αποθήκη της εταιρίας τέσσερα συνθετικά κουφώματα χρώματος λευκού με αλεξίσφαιρο τζάμι αξίας 1.750 €, καθώς και έντεκα τεμάχια επένδυσης γκαραζόπορτας αξίας 11006, τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενώ τα ανωτέρω κλαπέντα αντικείμενα βρέθηκαν στην αυλή της οικίας του κατηγορουμένου. Επραξε δε αυτό ο κατηγορούμενος, παρότι γνώριζε την αναλήθεια των καταγγελλομένων, ενώ το αληθές είναι ότι τα φερόμενα ως κλαπέντα αντικείμενα ήταν κάποια παλιά και άχρηστα κουφώματα και κάποια ξύλα που βρίσκονταν στο προαύλιο του εργοστασίου, και τα κουφώματα τα έδωσε στο Ψ1 ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 γαμπρός του πρώτου κατηγορουμένου, εν γνώσει του εργοδότη του και με τη συναίνεση αυτού, επειδή όπως προαναφέρθηκε ήταν άχρηστα και ο Ψ1 τα είχε ζητήσει για να κατασκευάσει θερμοκήπιο. Σκοπός δε του κατηγορουμένου ήταν να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος για την παραπάνω αξιόποινη πράξη της κλοπής, από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπό του, αφού ο εγκαλών άσκησε σε βάρος εργατική αγωγή για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, γεγονός που άλλωστε πέτυχε, αφού ασκήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος ποινική δίωξη για κλοπή, και αυτός αθωώθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 715/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Σερρών. Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 στις 19-3-2004 στις ... ενώ εξεταζόταν ένορκα ως μάρτυρας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, που είναι αρχή αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατά την εκδίκαση της εναντίον του Ψ1 κατηγορίας, για την πράξη της κλοπής, κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα εξής ψευδή: "Δεν έδωσα εγώ τα κουφώματα στον κατηγορούμενο (Ψ1). Πήγα στο σπίτι του για να του μιλήσω για το δάνειο και εκεί βρήκα τα κουφώματα. Ο κατηγορούμενος ήταν φύλακας στην επιχείρησή μας και γνώριζε ότι τίποτα δεν φεύγει από το εργοστάσιο χωρίς δελτίο αποστολής. Κανένας από την επιχείρηση δεν του είπε να τα πάρει. Ο κατηγορούμενος απολύθηκε το Σεπτέμβριο του 2001. Τα κουφώματα δεν έφυγαν από το εργοστάσιο ενώ δούλευε σ' αυτό, έφυγαν αφού έφυγε από το εργοστάσιο. Δεν γνωρίζω ποια μέρα τα πήρε ο κατηγορούμενος από το εργοστάσιο αλλά γνωρίζω ότι μπορούσε να τα κουβαλήσει και χωρίς κλαρκ". Επραξε δε τα παραπάνω αν και γνώριζε ότι τα ανωτέρω κατατεθέντα απ' αυτόν ήταν ψευδή, αποκρύπτοντας την αλήθεια, ότι δηλαδή, τα κουφώματα τα έδωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στον Ψ1 καθόσον αυτά ήταν παλιά και άχρηστα και τα είχε ζητήσει ο τελευταίος για να κατασκευάσει θερμοκήπιο. Συνεπώς οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1, 27, 224 παρ.2 και 229 του Π.Κ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, Χ1, ο οποίος κατεμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα, και συγκεκριμένα, ότι κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του έτους 2001, έως 3-7-2002, που αυτός (εγκαλών) πρόσφερε τις υπηρεσίες του, ως φύλακας, στη βιοτεχνία του, αφαίρεσε με σκοπό παρανόμου ιδιοποιήσεως, ξένα στο σύνολο τους κινητά πράγματα. Συγκεκριμένα, τον κατήγγειλε ότι από το χώρο της βιοτεχνίας του, του αφαίρεσε διάφορα κουφώματα συνολικής αξίας 12.756 ευρώ, επίσης δε, ότι τα ως άνω κλοπιμαία βρέθηκαν στην οικία του εγκαλούντος. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή σύμφωνα με την οποία, ο ως άνω αναιρεσείων, ενώ γνώριζε ότι τα φερόμενα ως κλαπέντα από τον εγκαλούντα, λόγω της παλαιότητάς τους, τα είχε παραδώσει στον εγκαλούντα ο συγκατηγορούμενός του και γαμπρός του, δεύτερος των αναιρεσειόντων, Χ2, εν τούτοις, ο ως άνω αναιρεσείων τον καταμήνυσε για το αδίκημα της κλοπής, πράξη για την οποία ο εγκαλών απαλλάχθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 715/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται η παραδοχή εκείνη, σύμφωνα με την οποία, πρόθεση του αναιρεσείοντος, με την υποβολή της εναντίον του εγκλήσεως, ήταν να επιτύχει την καταδίωξη του και ενδεχομένως και την καταδίκη του για την πράξη της κλοπής, εξαιτίας του γεγονότος, ότι ο εγκαλών είχε εγείρει σε βάρος του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αγωγή για μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, ώστε σε περίπτωση καταδίκης του τελευταίου, (εγκαλούντος) για την πράξη της κλοπής, να είναι ευνοϊκή γι' αυτόν (αναιρεσείοντα), η εξέλιξη της εναντίον του αστικής διαφοράς. Επίσης, αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του δευτέρου των αναιρεσειόντων Χ2 ο οποίος κατέθεσε ενόρκως, την 19-3-2004, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, κατά την εκδίκαση της, σε βάρος του εγκαλούντος, κατηγορίας, για την πράξη της κλοπής των κουφωμάτων, εν γνώσει του ψευδή περιστατικά. Συγκεκριμένα, αν και γνώριζε εξ' ιδίας αντιλήψεως, όχι μόνο λόγω της υφιστάμενης με το συγκατηγορούμενό του συγγενικής σχέσεως, αλλά και εκ του γεγονότος ότι αυτός (δεύτερος αναιρεσείων), εργαζόταν με τον εγκαλούντα στον ίδιο εργασιακό χώρο, ότι ο εγκαλών δεν ήταν εκείνος, που είχε αφαιρέσει τα ως άνω αντικείμενα, αλλά ότι ο ίδιος (Χ2) του τα είχε παραδώσει, προκειμένου να προβεί στην κατασκευή θερμοκηπίου, παρόλα αυτά κατά την ως άνω κατάθεσή του, βεβαίωσε ψευδώς ότι τα κουφώματα τα είχε αφαιρέσει ο εγκαλών, γνωρίζοντας ότι σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος, ο εγκαλών είχε εγείρει σχετική αγωγή για μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, και κατά το μέρος μεν που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, ενώ κατά το μέρος που με την αιτίαση του πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ότι το αιτιολογικό της αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, είναι αβάσιμος, γιατί δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται, όπως εν προκειμένω, στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αποτελούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, για τους οποίους το δικαστήριο δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 Κ.Π.Δ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 Κ.Π.Δ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 Κ.Π.Δ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 Κ.Π.Δ, η πολιτική αγωγή με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ. Η σχετική δήλωση, από το περιεχόμενο της οποίας κρίνεται η νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος, πρέπει, κατά το άρθρο 84 Κ.Π.Δ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα παραστάσεως, από τους οποίους πρέπει να προκύπτει και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αξιόποινης πράξεως και της ηθικής βλάβης, εκτός αν η βλάβη αυτή προκύπτει αυτονόητα από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη ή αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων στην κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο γεγονότων. Η δήλωση αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα ανωτέρω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την έναρξη της διαδικασίας στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 3636/2007 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αλλά και από την υπ' αριθμό 1788/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με τις οποίες καταδικάσθηκαν ο μεν πρώτος των αναιρεσειόντων, για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως και ο δεύτερος από αυτούς για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, ο εγκαλών Ψ1 είχε δηλώσει στις δίκες εκείνες παράσταση πολιτικής αγωγής και είχε ζητήσει χρηματική ικανοποίηση δέκα (10) ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία είχε γίνει δεκτή. Κατά της παραστάσεως αυτής, όμοιας με εκείνη που είχε δηλωθεί και είχε γίνει δεκτή και πρωτοδίκως με την υπ' αριθμό 1788/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, χωρίς μάλιστα να αντιλέξουν οι κατηγορούμενοι οι οποίοι ήταν παρόντες. Η δήλωση αυτή παραστάσεως της πολιτικής αγωγής του ως άνω Ψ1, ο οποίος ήταν ο ψευδώς καταμηνυθείς από τον Χ1 και διάδικος στην ποινική δίκη, στην οποία δόθηκε η ψευδής ένορκη κατάθεση του αναιρεσείοντος Χ2, νομιμοποιούμενος με τον τρόπο αυτό ενεργητικά και ήταν σύννομη η παράστασή του, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των αξιόποινων πράξεων των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων και της επικαλούμενης ηθικής βλάβης αυτού είναι αυτονόητος, χωρίς να υπάρχει ανάγκη παραθέσεως επί πλέον στοιχείων προσδιορισμού του αιτιώδους αυτού συνδέσμου, σε αμφότερες δε τις δίκες του επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση δέκα (10) ευρώ από καθένα αναιρεσείοντα, για την ηθική βλάβη που υπέστη, χωρίς να παραιτηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο από αυτή. Επομένως, ο πρώτος λόγος με αριθμό 1, των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ, με τον οποίον προβάλλουν οι αναιρεσείοντες απόλυτη ακυρότητα από την κατά τα άνω παράσταση του παθόντος, ως πολιτικώς ενάγοντος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιό έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν βέβαια με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της αυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του που ενδεχομένως περιλαμβάνει και το συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, στήριξε την κρίση του για την ενοχή των κατηγορουμένων, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα αναγνωσθέντα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και συγκεκριμένα: α) στην υπ' αριθμό 715/2004 απόφαση και πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, β) στην έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα Χ1, γ) στο από 10-2-2003 κατηγορητήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, δ) στην υπ' αριθμό 12/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, ε) στην υπ' αριθμό 148/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στ) στην από 17-7-2002 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, ζ) σε 2 εκτυπωμένες φωτογραφίες, η) στην υπ' αριθμό 160/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, θ) στην από 26-5-2004 αγωγή αποζημιώσεως, ι) στην υπ' αριθμό 1039/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και κ) στην υπ' αριθμό 12/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Με την αναφορά των εγγράφων αυτών, εφόσον μάλιστα, δεν προκύπτει, ότι στη δικογραφία υπήρχαν και άλλα έγγραφα, φέροντα μάλιστα τον ίδιο τίτλο, αριθμό και ημερομηνία με αυτά με διαφορετικό περιεχόμενο, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων για τον προσδιορισμό τους, και συνεπώς γνώριζαν το περιεχόμενό τους, και είχαν πλέον τη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Συνεπώς, ο με αριθμό 2, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, με αποτέλεσμα να στερηθούν αυτοί της δυνατότητας να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 59 του Κ.Π.Δ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3346/2005 (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη, κατά δε την παράγραφο 2 αυτού "Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του ΠΚ, αν για το γεγονός, για το οποίο δόθηκε όρκος ή έγινε η καταμήνυση ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 31, 43 παρ. 1 εδ. β'), αναβάλλει με πράξη την κάθε περαιτέρω ενέργεια ως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών. Από τη νέα αυτή διάταξη, με την οποία επιχειρήθηκε να εξαλειφθεί το φαινόμενο του ανοίγματος σειρά δικών με αφορμή την αρχική δίκη και των αλλεπάλληλων αναβολών μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της κύριας δίκης με την εντεύθεν ταλαιπωρία των διαδίκων, αλλά και την επιβάρυνση των Ποινικών Δικαστηρίων (βλ. Αιτιολογική έκθεση, άρθρο 6), προκύπτει, ότι για να αναβληθεί η ποινική δίκη λόγω ύπαρξης προδικαστικού ζητήματος, σύμφωνα με το άρθρο 59 Κ.Π.Δ, με την έννοια ότι το δικαστήριο, υποχρεωμένο να συμμορφωθεί με την επιταγή του άρθρου 59, δεν έχει τη δυνατότητα να μην την εφαρμόσει, υποπίπτοντας διαφορετικά στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, πρέπει, στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362 και 363 του ΠΚ, να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για το γεγονός για το οποίο έγινε η καταμήνυση ή δόθηκε ο όρκος ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος. Έτσι, δεν εμπίπτει στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 59 του Κ.Π.Δ, και το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αναβάλλει την δίκη για ψευδή καταμήνυση ή για ψευδορκία μάρτυρα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης άλλης εκκρεμούς ποινικής δίκης, όταν τα φερόμενα ως ψευδώς καταγγελθέντα ή όταν τα φερόμενα ψευδή περιστατικά κατατέθηκαν από τον κατηγορούμενο για ψευδορκία μάρτυρα, κατά την ένορκή εξέτασή του στον ανακριτή π.χ. ως μάρτυρα υπεράσπισης στα πλαίσια εκκρεμούς αξιόποινης πράξης για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της δίκης εκείνης, ενώ η δυνητική κατ' άρθρο 349 παρ. 1 εδ. ια' του ίδιου Κώδικα αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων απόκειται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για την οποία απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση της απόφασης απόρριψης του σχετικού αιτήματος, με την αναγκαία, όμως, προϋπόθεση ότι το αίτημα αναβολής είναι ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, με αφορμή την από 3-7-2002 ψευδή καταμήνυση του αναιρεσείοντος Χ1 κατά του εγκαλούντος, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του τελευταίου και πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 για την πράξη της κλοπής, για την οποία παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, για να δικασθεί. Όμως, με την υπ' αριθμό 715/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της κλοπής ο εν λόγω Ψ1. Συνεπώς, κατά το χρόνο εκδικάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την 6-11-2007, δεν υφίστατο εκκρεμότητα της κύριας δίκης για την πράξη της κλοπής και ως εκ τούτου δε συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση αναβολής της δίκης για τις ένδικες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα. Άλλωστε το γεγονός της εκδόσεως της υπ' αριθμό 715/2004 απαλλακτικής για τον εγκαλούντα αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, διαλαμβάνεται ως παραδοχή στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, πράγμα που σημαίνει ότι το Δικαστήριο που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, πείσθηκε για την αμετάκλητη περαίωση της ποινικής δίκης για την πράξη της κλοπής. Σημειώνεται ακόμη, ότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε κανένα ισχυρισμό περί μη αμετακλήτου περαιώσεως της ποινικής δίκης για την πράξη της κλοπής, ούτε υπέβαλε και σχετικό αίτημα αναβολής της δίκης για το λόγο αυτό. Έτσι, κρίνοντας το Τριμελές Εφετείο, ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον κατά τα προαναφερθέντα δεν συνέτρεχε περίπτωση υποχρεωτικής αναστολής κατ' άρθρο 59 του Κ.Π.Δ, και είναι εντεύθεν, απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Μετά από αυτά, και, αφού δεν υπάρχει προς εξέταση άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για τον καθένα απ' αυτούς (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 14 Φεβρουαρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) Χ1 κατοίκου ...και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμό 3636/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων), Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα απ' αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα, με την επίκληση των λόγων: α) ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄, 510 παρ. 1 περ. Α του ΚΠΔ). Επάρκεια αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο του άμεσου δόλου και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα από την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, ούτε υποχρεωτική αναστολή κατ' άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠΔ. Απορρίπτει αναιρέσεις.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1152/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ1, περί συμπληρώσεως της υπ' αριθμ. 2206/2007 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο, ώστε να έχουν επεκτατικό αποτέλεσμα και ως προς την αιτούσα οι αιτήσεις αναιρέσεως που έγιναν δεκτές με την ως άνω απόφαση. Το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αιτούσα ζητεί τώρα την συμπλήρωση της αποφάσεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαρτίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 371/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 89/12.3.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, την από 9-3-2009 αίτηση της Χ1, κατοίκου ... και εκθέτω τα ακόλουθα: Με το υπ'αριθ. 3648/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκαν και οι: 1. ..., 2. ..., 3. ...., 4. ..., 5. ..., 6. ..., 7. ..., 8. ...., 9. ...και 10. ...., στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας κατά συναυτουργία στην απάτη κατ'εξακολούθηση, από την οποία η ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (άρθρα 98, 46 παρ. 1α και 386 παρ. 1 και 3β Π.Κ.). Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος άσκησαν οι παραπάνω τις υπ'αριθ. 588/2005, 586/2005, 587/2005, 589/2005, 590/2005, 599/2005, 591/2005, 592/2005, 593/2005 και 594/2005 αντίστοιχες εφέσεις τους, επί των οποίων εκδόθηκε το υπ'αριθ. 2200/206 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία τις εφέσεις αυτές. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν οι κατηγορούμενοι αυτοί τις υπ'αριθ. 50/2007, 44/2007, 49/2007, 48/2007, 45/2007, 51/2007, 46/2007, 52/2007, 47/2007 και 53/2007 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 2206/2007 απόφαση του Δικαστηρίου σας, η οποία ανήρεσε το παραπάνω υπ'αριθ. 2200/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ιδίου Συμβουλίου, συγκροτούμενου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Το τελευταίο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το υπ'αριθ. 545/2008 βούλευμά του, δέχθηκε ότι η πράξη που τέλεσαν οι παραπάνω εκκαλούντες είναι η ηθική αυτουργία στην απάτη κατ'εξακολούθηση, όχι κατά συναυτουργία, (άρθρο 46 παρ. 1α και 386 παρ. 1α Π.Κ.), απέρριψε κατ'ουσία τις κριθείσες εφέσεις και έπαυσε στη συνέχεια την ποινική δίωξη των εκκαλούντων λόγω παραγραφής. Ήδη με την κρινόμενη αίτησή της η φυσικός αυτουργός της απάτης κατ'εξακολούθηση, από την οποία η ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (άρθρα 98 και 386 παρ. 1 και 3 β Π.Κ.), ζητεί να επεκταθεί και σ'αυτή το αναιρετικό αποτέλεσμα της υπ'αριθ. 2206/2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου σας και να παύσει οριστικά και γι'αυτήν η ποινική δίωξη κατ'εφαρμογή του άρθρου 469 του Κ.Π.Δ. Επί της αιτήσεως αυτής επάγομαι τα ακόλουθα: Μετά την έκδοση του υπ'αριθ. 545/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο αυτό έπαυσε την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, των σ'αυτό αναφερομένων παραπάνω κατηγορουμένων για τους λόγους που μνημονεύει και αναφέρονται αποκλειστικά σ'αυτούς και όχι και στην αιτούσα, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 469 Κ.Π.Δ. από τον 'Αρειο Πάγο, σε συνέχεια της υπ'αριθ. 2206/2007 αποφάσεώς του. Ειδικότερα δε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το πιο πάνω υπ'αριθ. 545/2008 βούλευμά του, διαφοροποιεί την ποινική συμπεριφορά της αιτούσας δεχόμενο ότι στο πρόσωπό της συντρέχει η επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 386 παρ. 1 και 3β Π.Κ., πράγμα που δεν δέχεται για τους συγκατηγορούμενούς της, για τους οποίους δέχεται την εφαρμογή της παραγράφου 1α του άρθρου 386 του Π.Κ. και γι'αυτόν προφανώς τον λόγο δεν εφάρμοσε εκείνο τη διάταξη του άρθρου 469 Κ.Π.Δ., αναφορικά με την αιτούσα. Κατ'ακολουθία των παραπάνω είναι αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί ως αβάσιμη η από 9-3-2009 αίτηση της Χ1 για εφαρμογή κατ'άρθρο 469 Κ.Π.Δ. και σ'αυτή του αναιρετικού αποτελέσματος της υπ'αριθ. 2206/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Αθήνα 11 Μαρτίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 469 εδ. α' Κ.Π.Δ, αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Κατά δε το εδάφ. γ' του ίδιου άρθρου για τη συζήτηση του ένδικου μέσου δεν είναι αναγκαίο η κλήτευση των ωφελούμενων κατηγορουμένων, οι οποίοι όμως μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη. Τέλος κατά το τελευταίο εδάφιο του ως άνω άρθρου σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ένδικου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση αυτών, ή του εισαγγελέα να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της αποφάσεώς του. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης το επεκτατικό αποτέλεσμα των ένδικων μέσων ισχύει μόνο αν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν μέσα στη νόμιμη προθεσμία ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Στην περίπτωση αυτή, το επεκτατικό αποτέλεσμα δεν έχει ως έννομη συνέπεια ότι οι ωφελούμενοι κατηγορούμενοι θεωρούνται πως άσκησαν το ένδικο αυτό μέσο παρόλο που δεν το είχαν ασκήσει. Απλώς αυτοί, και αν ακόμη δεν κλητευθούν, έχουν τη δυνατότητα κατά τη συζήτηση του ένδικου μέσου να εμφανιστούν και να συμμετάσχουν στη δίκη, οπότε λαμβάνουν τη θέση που έχει σ' αυτή και εκείνος που άσκησε το ένδικο μέσο. Εάν όμως οι ωφελούμενοι κατηγορούμενοι δεν εμφανισθούν και δεν συμμετάσχουν στη δίκη και το δικαστήριο ή το συμβούλιο παραλείψει ν' αποφανθεί για το επεκτατικό γι' αυτούς αποτέλεσμα του ένδικου μέσου, δικαιούνται αυτοί ή ο εισαγγελέας να ζητήσουν από το δικαστήριο ή το συμβούλιο που δίκασε επί του ένδικου μέσου να επιληφθεί εκ νέου και να συμπληρώσει σχετικώς την απόφαση ή το βούλευμά του. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. 2200/2006 βούλευμά του, παρέπεμψε την κατηγορουμένη Χ1 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτια απάτης, κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχ. Ταυτόχρονα, με το ίδιο βούλευμα, παραπέμφηκαν τα αναφερόμενα σ' αυτό έντεκα (11) πρόσωπα για ηθική αυτουργία κατά συναυτουργία, στην κακουργηματική απάτη της πρώτης. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν αιτήσεις αναιρέσεως οι δέκα (10) από τους έντεκα παραπεμπομένους για ηθική αυτουργία, όχι όμως και η αυτουργός της απάτης Χ1. Κατ' αποδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως των ανωτέρω, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, με την υπ'αριθμ. 2206/2007 απόφασή του σε συμβούλιο, ανήρεσε το ανωτέρω υπ' αριθμ. 2200/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για έλλειψη αιτιολογίας, τόσο ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης όσον και ως προς τα στοιχεία τα οποία το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε για να στηρίξει την κρίση του ως προς την κατά συναυτουργία τέλεση της ηθικής αυτουργίας σε απάτη των αναιρεσειόντων ηθικών αυτουργών. Μετά ταύτα και αφού το δικαστήριο του Αρείου Πάγου δέχθηκε ότι εκ των στοιχείων της σχετικής δικογραφίας δεν προέκυπτε ότι η αυτουργός της απάτης Χ1 δεν είχε ασκήσει αναίρεση κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος ώστε να έχει και ως προς αυτήν επεκτατικό αποτέλεσμα η παραδοχή των αναιρέσεων των αναιρεσειόντων ηθικών αυτουργών, παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ίδιου Συμβουλίου Εφετών. Το τελευταίο, επελήφθη εκ νέου των εφέσεων των ηθικών αυτουργών για τους οποίους παρεπέμφθη σ' αυτό η υπόθεση και με το υπ' αριθμ. 545/2008 βούλευμά του, αφού έκρινε ότι ο καθένας από αυτούς, μεμονωμένα, και όχι όλοι μαζί συναυτουργικώς, έπεισαν την αυτουργό στην τέλεση της απάτης, δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο καθενός εξ αυτών η επιβαρυντική περίσταση της παρ. 3β του άρθρου 386 του Π.Κ η, οποία, 'όμως, συνέτρεχε στο πρόσωπο της αυτουργού και με τις παραδοχές αυτές, λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη ως προς τους αυτούς για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην κακουργηματική απάτη της Χ1. Ήδη, με τη κρινόμενη από 9-3-2009 αίτησή της, η αιτούσα Χ1, ενόψει του ότι δικαστήριο τούτο σε συμβούλιο, με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 2206/7-12-2007 απόφασή του απέσχε ν' αποφανθεί για το επεκτατικό και ως προς αυτήν αποτέλεσμα του ένδικου μέσου των αναιρέσεως που άσκησαν οι ηθικοί αυτουργοί και έγιναν δεκτές, ζητεί να επεκταθεί και σ' αυτήν το ευνοϊκό αποτέλεσμα των αναιρέσεων των ανωτέρω ώστε να παύσει και κατ' αυτής η ποινική δίωξη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Τούτο δε διότι η αιτούσα δεν επικαλείται ούτε από τα στοιχεία της δικογραφία προκύπτει ότι δεν άσκησε αναίρεση κατά του υπ' αριθμ. 2.200/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών ή ότι άσκησε μεν αλλά απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη και περαιτέρω το αίτημα της δεν μπορεί να έχει ως περιεχόμενο τη παύση και κατ'αυτής της ποινικής δίωξης, ως έκρινε για τους ηθικούς αυτουργούς το υπ' αριθμ. 545/2008 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο ως προς αυτήν δέχεται τη συνδρομή στο πρόσωπό της, της επιβαρυντικής περίστασης της παρ. 3β του άρθρου 386 του Π.Κ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-3-2009 αίτηση της Χ1 για συμπλήρωση της υπ' αρίθμ. 2206/2007 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου σε συμβούλιο, ώστε να έχουν επεκτατικό αποτέλεσμα και ως προς αυτήν οι αιτήσεις αναιρέσεως που έγιναν δεκτές με την άνω απόφαση. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αιτήσεως για επεκτατικό αποτέλεσμα ασκηθείσης αναιρέσεως και ως προς την αιτούσα.
Επεκτατικό αποτέλεσμα
Επεκτατικό αποτέλεσμα.
0
Αριθμός 1151/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βλαδίκα, περί αναιρέσεως της 1648/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) ... και 2) ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Παππά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26.1.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 337/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 302 παρ.1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη ή παράλειψή του. Η αμέλεια, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 28 Π.Κ, διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποίαν προέβλεψε μεν, ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο, ενώ δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τα αποδεικτικά, όμως, μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1648/2008 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "......Ο κατηγορούμενος στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό, όντας υπόχρεος, από το επάγγελμά του ως οδηγού αυτοκινήτου σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλειά του, ήτοι έλλειψη προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε με το όχημά του κατά την οδήγηση αυτού το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξεώς του. Και τούτο διότι την 16η.1.2003 και περί ώρα 9.30, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ. Λεωφορείο της ΕΘΕΛ και βαίνοντας με αυτό τη Λεωφόρο ..., στο ... με κατεύθυνση από ... προς ..., δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, με αποτέλεσμα όταν έφθασε στο ύψος του γηπέδου ... και προκειμένου να πραγματοποιήσει στάση προς επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών, δεν εισήλθε στην ειδική εσοχή στάσης που υπήρχε στο σημείο αυτό, πλάτους 2,50 μέτρων, προς αποβίβαση και επιβίβαση επιβατών των μέσων μαζικής μεταφοράς, αλλά πραγματοποίησε τη στάση στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς να ανάψει τα φώτα εκτάκτου ανάγκης και έτσι η κινούμενη όπισθεν του λεωφορείου με αριθμό κυκλοφορίας ΕΑ ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα της Ελληνικής Αστυνομίας, που οδηγούσε ο ..., αστυνομικός, να επιπέσει στο μέσον του οπίσθιου προφυλακτήρα του λεωφορείου και ν' ανατραπεί ο επιβάτης αυτής που έπαθε κακώσεις κεφαλής, πνιγμονή από μεγάλη ποσότητα εισρόφησης αίματος, εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί η σαφής κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, επίσης αστυνομικού ..., που ακολουθούσε με υπηρεσιακό αυτοκίνητο την μοτοσυκλέτα του θανόντος. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είχε δυνατότητα εισόδου στην ειδική εσοχή στάσης, λόγω σταθμεύσεως σ' αυτήν ΙΧΕ αυτοκινήτου, τα στοιχεία του οποίου αυτοκινήτου άλλωστε ουδόλως προσδιορίζει. Μάλιστα ο ίδιος άνω μάρτυρας, εξεταζόμενος στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με σαφήνεια κατέθεσε πως στην εσοχή αυτή δεν υπήρχε κανένα αυτοκίνητο. Ως εκ τούτου και ανεξαρτήτως της συντρέχουσας υπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσικλέτας για την επέλευση του θανάτου του, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως της ανθρωποκτονίας εξ αμέλειας...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας καταδίκασε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Για την πράξη του δε αυτή το Τριμελές Εφετείο επέβαλε στον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία. ΙΙΙ. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια , τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 28 και 302 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα προσδιορίζονται με επάρκεια οι συνθήκες επέλευσης του ένδικου ατυχήματος, το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου (άνευ συνειδήσεως αμέλεια) και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του .... Συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη απόφαση, με την παραδοχή της ότι η αμέλεια του κατηγορουμένου συνίσταται στο ότι, αντί αυτός να σταθμεύσει το λεωφορείο που οδηγούσε στην προς τούτο υφιστάμενη ειδική εσοχή στάσης που υπήρχε στο σημείο εκείνο, στάθμευσε αυτό στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς να ανάψει τα φώτα εκτάκτου ανάγκης, δηλαδή, όπως αυτονοήτως συνάγεται, χωρίς να προειδοποιήσει για τη σκοπούμενη στάθμευση του οχήματός του τα όπισθεν αυτού κινούμενα οχήματα, μεταξύ των οποίων και εκείνο του παθόντος, και ότι αποτέλεσμα της αιφνίδιας αυτής στάθμευσης, ήταν να προσκρούσει στο λεωφορείο η οδηγούμενη από τον παθόντα μοτοσικλέτα, και εξαιτίας της προσκρούσεως αυτής να επέλθει ο θανατηφόρος τραυματισμός του παθόντος, με πληρότητα αιτιολογεί, κατά ποιόν τρόπο οι ανωτέρω αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πλημμέλειες, είχαν ως αποτέλεσμα τη σύγκρουση και τον εντεύθεν θάνατο του οδηγού της μοτοσικλέτας, καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμο, μεταξύ αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής, δεν ήταν αναγκαία η έκθεση και των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του (δηλαδή η εξειδίκευση πριν από πόση απόσταση έπρεπε, ενόψει των προσωπικών του δυνατοτήτων, να αντιληφθεί ο κατηγορούμενος τον κινούμενο πίσω του οδηγό της μοτοσικλέτας κλπ). Επομένως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ μοναδικός λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. VI. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς ενάγοντων στον αναιρεσείοντα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 186, 176 ΚΠολΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26/1/2009 (με αρ.πρωτ. 645/27-1-2009) αίτηση (δήλωση) αναίρεσης του ..., για αναίρεση της 1648/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (πρόσκρουση μοτοσικλέτας σε λεωφορείο). Στοιχεία εγκλήματος. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
1
Αριθμός 1150/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Προυσανίδη, περί αναιρέσεως της 4751/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.2.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 293/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, την γνώση του δράστη με την έννοια της πλήρους βεβαιότητας, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 4751/2008 απόφασής του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ..."από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχτηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό, στο οποίο το Δικαστήριο παραδεκτά παραπέμπει..... Τα περιστατικά αυτά εκτός των άλλων προκύπτουν από τις σαφείς, τεκμηριωμένες και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που έχοντας ιδία αντίληψη, βεβαιώνουν τα περιστατικά που θεμελιώνουν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο.....". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος της πιο πάνω πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμησης με το ελαφρυντικό του ότι αυτός έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84§2α'Π.Κ.). Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος του ότι "Στις ... κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο 2001 μέχρι τις 23-3-2001 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλο ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του τελώντας εν γνώσει της αναληθείας του. Συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ισχυρίσθηκε ψευδώς επανειλημμένα ενώπιον φίλων του και συγγενικών του προσώπων μεταξύ άλλων και του ..., κατοίκου ..., της ..., κατοίκου ... και του ..., κατοίκου ... ότι τα τέκνα του ... και ..., τα οποία απέκτησε από το γάμο του με την εγκαλούσα ..., κατοίκου ..., δεν είναι δικά του και ότι η εγκαλούσα τα απέκτησε με άλλον, αμφισβητώντας την πατρότητά τους. Προέβη δε στις πράξεις του αυτές, αν και γνώριζε ότι τα ως άνω ισχυρισθέντα γεγονότα είναι ψευδή και ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της άνω εγκαλούσας". Για την πράξη του δε αυτή, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 84 παρ.2α, 98, και 362,363 ΠΚ ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, χωρίς να είναι αναγκαία η αξιολόγηση και συσχέτιση κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν διαλαμβάνει σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά θεμελιωτικά της αντικειμενικής υποστάσεως των αδικημάτων, δια των οποίων κηρύχθηκε αυτός ένοχος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα η γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές του γεγονότος ότι τα τέκνα του ... και ..., τα οποία απέκτησε από το γάμο του με την εγκαλούσα ..., δεν είναι δικά του και ότι η εγκαλούσα τα απέκτησε με άλλον, αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ των πραγμάτων, αφού ο αναιρεσείων ήταν εκείνος που γνώριζε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον, ότι αυτά ήταν δικά του. Οι περαιτέρω αιτιάσεις αυτού ότι δεν αιτιολογείται η γνώση αυτή, καθ'ην ην στιγμήν προσκόμισε και επικαλέστηκε τα αναφερόμενα στην αίτησή του αποδεικτικά μέσα (το ημερολόγιο της πρώην συζύγου του, την έκθεση εξέτασης σπέρματος του ιατρού-μικροβιολόγου ...), ενώ η απόφαση αναιτιολόγητα δέχθηκε ότι η γνώση του ψευδούς γεγονότος προκύπτει, εκτός των άλλων, από τις σαφείς και τεκμηριωμένες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι όμως δεν ήταν δυνατόν οι μάρτυρες να βεβαιώσουν αυτό, αφού πρόκειται για περιστατικό που απαιτούνται ειδικές γνώσεις της επιστήμης της ιατρικής και αυτός απέδειξε με τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει ότι δεν μπορούσε να αποκλεισθεί ότι τα πιο πάνω τέκνα δεν ήταν δικά του (αλλά ότι ήταν του αδελφού του) κλπ, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας της αποφάσεως πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, ως προς την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών (γνώσεως του ψεύδους) στοιχείων του αδικήματος, για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων ... (βλ. 6453/12-2-2009 πιστοποιητικό Δημάρχου ...), πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 5/12-2-2009 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του ..., για αναίρεση της 4751/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση. Ψευδής καταμήνυση. Στοιχεία εγκλήματος. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Αιτιολογία δόλου, γνώσεως ψεύδους. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Δόλος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1149/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. ..., 2. ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη, 3. ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, 4. ... και 5. ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 15897/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον ..... Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 272/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, καθώς και τον αναιρεσείοντα που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Σε περίπτωση όμως που με το ένδικο μέσο αμφισβητείται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο διαμονής του ως και εντεύθεν και η αδυναμία γνώσεως της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως, ιδρύεται από το άρθρο 510 παρ.1.Δ λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω πρέπει να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 15897/2008 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί της εφέσεως των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της ερήμην αυτών εκδοθείσης 16848/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτοί είχαν καταδικασθεί, ερήμην, για παραβάσεις του άρθρου 1 παρ. 1,2 του ΑΝ 86/67, σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών ετών, ο καθένας, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης και συνολική χρηματική ποινή 7.000 ευρώ ο καθένας, αφού ερεύνησε τον προβληθέντα ισχυρισμό του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, ότι η έφεσή τους ήταν εμπρόθεσμη, επειδή αυτοί δεν έλαβαν γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως, απέρριψε στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τις εφέσεις, ως απαράδεκτες (εκπρόθεσμες), με την εξής αιτιολογία: "...... Στην προκειμένη περίπτωση, από την όλη γενικά διαδικασία, την κατάθεση του ενόρκως εξετασθέντος μάρτυρος, τα έγγραφα που δημοσία στο ακροατήριο αναγνώσθηκαν, όσα ο εκπροσωπών τους εκκαλούντες δικηγόρος για λογαριασμό τους εξέθεσε και την όλη συζήτηση της υποθέσεως προέκυψαν τα ακόλουθα: Κατά των εκκαλούντων και με την ιδιότητά τους ως μελών του ΔΣ της εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΤ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΩΝ-ΨΗΦΙΑΚΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ", η οποία είχε την έδρα της επί της οδού Κ. Καραμανλή αριθμ. 60 στη Θεσσαλονίκη, ασκήθηκε κατόπιν της από 23-12-2004 μηνύσεως του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Θεσσαλονίκης ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1, 2 του ΑΝ 86/67. Προηγουμένως από το ίδιο υποκατάστημα του ΙΚΑ είχε εκδοθεί η αριθμ. 968/2004 από 29-10-2004 Πράξη Επιβολής Εισφορών (Π.Ε.Ε.) σε βάρος της εν λόγω εταιρίας για συνολικές εισφορές ύψους 314.016,14 ευρώ, η οποία επιδόθηκε στην οφειλέτρια εργοδότρια εταιρία ταχυδρομικά την 8-11-2004 όταν και την παρέλαβε εξουσιοδοτημένος προς τούτο υπάλληλος της, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική αναγνωσθείσα απόδειξη παραλαβής των ΕΛΤΑ. Το κλητήριο θέσπισμα με τη σε αυτό κλήση να εμφανισθούν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της σε βάρος τους κατηγορίας, επιδόθηκε στους εκκαλούντες την 27-3-2006 στην προαναφερθείσα διεύθυνση της επαγγελματικής τους εγκατάστασης (Κ. Καραμανλή 60) και το παρέλαβε νομίμως ο σύνοικος συνεργάτης τους... όπως προκύπτει από τα υπό την αυτή ημερομηνία αποδεικτικά επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης .... Κατά την ορισθείσα δικάσιμο οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι δεν εμφανίσθηκαν και νομίμως δικάσθηκαν ερήμην και, τελικά, καταδικάσθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών μετατραπείσα σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως και σε συνολική χρηματική ποινή 7.000 ευρώ. Κυρωμένο αντίγραφο της ως άνω αποφάσεως επιχειρήθηκε να επιδοθεί στους ερήμην δικασθέντες εκκαλούντες στην κατά τα άνω διεύθυνση της επαγγελματικής τους εγκατάστασης πλην όμως, όπως εμφαίνεται εκ της από ... βεβαιώσεως του Αστυφύλακα Μ1 του Α.Τ. ..., αυτοί είχαν μετοικήσει, χωρίς να γνωστοποιήσουν στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, τη νέα τους διεύθυνση, που παρέμεινε άγνωστη γι' αυτή και η οποία, μετά ταύτα, παρήγγειλε να χωρήσει η προς αυτούς κοινοποίηση της εκκαλουμένης κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του αρθρ. 156 ΚΠΔ, ήτοι ως αγνώστου διαμονής, όπως και έγινε την ...., όπως προκύπτει από τα υπό την αυτή ημερομηνία αποδεικτικά επίδοσης απόφασης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... . Υπό πάντα ταύτα, είναι προφανές ότι νομίμως εχώρησε, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, η επίδοση της εκκαλουμένης στους εκκαλούντες στη γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης επαγγελματική τους διεύθυνση για την αλλαγή της οποίας ουδόλως ενημέρωσαν παρότι γνώριζαν ότι υφίσταντο οφειλές προς το ΙΚΑ και μάλιστα τόσο μεγάλου ύψους. Η γνώση τους για πάντα τ' ανωτέρω αλλά και για τη δικαστική πορεία της υπόθεσης που επρόκειτο ν' ακολουθήσει, προκύπτει από το αδιαμφισβήτητο γεγονός της κατά τα άνω επίδοσης και παραλαβής από αυτούς της ΠΕΕ 968/2004 με την οποία τους γνωστοποιήθηκε η εν λόγω οφειλή τους, αυτοί όμως αδιαφορώντας πλήρως για την εξέλιξη της υποθέσεως, άσκησαν την 4-4-2008, εκπροθέσμως, τις ένδικες εφέσεις τους. Κατ' ακολουθίαν πάντων τούτων πρέπει οι ένδικες εφέσεις ν' απορριφθούν, σύμφωνα και με τα εν αρχή αναφερόμενα και τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, ως απαράδεκτες, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως τους και να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης... ". Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για το ότι νομίμως εχώρησε, κατά τον αναφερόμενο στην απόφαση τρόπο, η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στους εκκαλούντες στη γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης επαγγελματική τους διεύθυνση και ότι, συνεπώς, οι εφέσεις που άσκησαν οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ήταν εκπρόθεσμες, ευθέως και αμέσως, ανάμεσα στα άλλα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, και τα ακόλουθα έγγραφα: α) "Την υπ' αριθμ. 968/2004 από 29-10-2004 Πράξη Επιβολής Εισφορών (Π.Ε.Ε.)". β) "Τα από ... αποδεικτικά επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ...". γ) "Την από 2-10-2007 Βεβαίωση του Αστυφύλακα Μ1 του Α.Τ. ...". δ) "Τα από ... αποδεικτικά επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ...". Από τα πρακτικά, όμως, της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει ότι τα παραπάνω έγγραφα περιλαμβάνονται στα αναφερόμενα στην σελ. 3 των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, ως αναγνωστέα έγγραφα, ούτε φέρονται σε κανένα άλλο σημείο των πρακτικών ή αποφάσεως ότι αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, ούτε το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ή από άλλα αποδεικτικά μέσα. Συνεπώς, συντελέστηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Τα πιο πάνω έγγραφα στην προκειμένη περίπτωση είναι αποδεικτικά μέσα τα οποία στηρίζουν τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και όχι απλά διαδικαστικά έγγραφα, η μη δημόσια ανάγνωση των οποίων, στην περί ενοχής απόφαση του Δικαστηρίου, ενδέχεται να μη είναι αναγκαία, εφόσον δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα (ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου). Ενόψει αυτών είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α (σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ) του ΚΠΔ, προβαλλόμενος από τους αναιρεσείοντες (κοινός) πρώτος λόγος αναίρεσης, της απόλυτης ακυρότητας, λόγω του ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, και έτσι ο αναιρεσείων στερήθηκε του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματός του. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 15897/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει ένδικο μέσο (έφεση) ως εκπρόθεσμο. Επίκληση λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα διότι λήφθηκαν υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν, προκειμένου να μορφώσει το δικαστήριο την κρίση του για το ότι νομίμως χώρησε η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως και οι εφέσεις που άσκησαν οι κατηγορούμενοι ήταν εκπρόθεσμες (αποδεικτικά επιδόσεως κλπ, που δεν αποτελούν στην προκειμένη περίπτωση απλά διαδικαστικά έγγραφα). Αναιρεί και παραπέμπει.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Εφέσεως απαράδεκτο.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1148/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, περί αναιρέσεως της 1636-1637/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μασούρα. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 4 Μαρτίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 230/2009. Αφού άκουσε Τον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Για την πληρότητα της αξιούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται, όσον αφορά την έκθεση των αποδείξεων η γενική κατ' είδος αναφορά τους, χωρίς να απαιτείται και ιδιαίτερη μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και του τι προέκυψε από καθένα από αυτά. Η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ή ακόμη και η εσφαλμένη εκτίμηση αυτών δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.. Πρέπει όμως να συνάγεται ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η αναίρεση της 1636-1637/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για το αδίκημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών η οποία ανεστάλη επί τριετία. Με τον με αριθ. 1, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγο της αίτησης και του δικογράφου των προσθέτων, προβάλλεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί το δικαστήριο, για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης, δεν έλαβε υπόψη α) αναγνωσθέντα έγγραφα που προσκόμισε ο ίδιος, ήτοι 1) την με αριθμ. ... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητού Θεσσαλονίκης ..., 2) από 28-5-2002 προανακριτική κατάθεση του ως άνω δικαστικού επιμελητού, 3) από 16-4-2002 προανακριτική κατάθεση του δικαστικού επιμελητού Θεσσαλονίκης ..., 4) υπ' αριθμ.16212/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 5) από 20-1-2003 μήνυσή του κατά των Ψ1 (αναιρεσείοντος)και ... για ψευδή καταμήνυση. Από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης για το σχηματισμό της άνω καταδικαστικής σε βάρος του αναιρεσείοντος κρίσης του έλαβε υπόψη και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της ακροαματικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται ρητώς στην αρχή του σκεπτικού, το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην παραπάνω κρίση του " από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο ,την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την απολογία του κατηγορουμένου" μεταξύ των οποίων αναγνωσθέντων εγγράφων περιλαμβάνονται και τα ανωτέρω. Περαιτέρω και από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού της απόφασης, δεν δημιουργείται κάποια αμφιβολία ότι το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα. Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα αυτά, είναι αβάσιμες. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ.2 και 509 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναίρεσης, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη της διατάξεως του άρθρου 510 ΚΠΔ, που προβλέπει τους λόγους αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ λόγος της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία υφίσταται, όταν ο δικαστής προσδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις. Για να είναι δε ο λόγος αυτός ορισμένος πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αόριστος και δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλο, εκτός της έκθεσης αναίρεσης, έγγραφο. Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναίρεσης στο μέτρο που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου αφού αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγων αναίρεσης κατά αποφάσεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον με αριθ. 2, λόγο της αίτησης και του δικογράφου των προσθέτων, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 375 παρ.1 Π.Κ. Συνίσταται δε ο λόγος αυτός στο ότι : "Το Δικαστήριο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που απεδείχθησαν παρότι δεν αναφέρονται στο σκεπτικό θα έπρεπε να μη είχε εφαρμόσει την ποινική αυτή διάταξη. Επίσης το εφετείο δεν συνεκτίμησε καθόλου ή εκτίμησε ελλιπώς, εσφαλμένα και όχι ορθά, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν όπως τα προαναφερθέντα και τα κατωτέρω ήτοι 1) την υπ'αριθμ. Κατ.40132/15.5.2002 ανακοπή κατά εκτέλεσης του ... κατά του Ψ1. 2) το από 9-1-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό 3) τις από 14-1-2002 και 30-1-2002 εξωδίκους δηλώσεις - προσκλήσεις του αναιρεσείοντος προς τον Ψ1 και 4) την από 15-1-2002 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση του Ψ1 προς τον αναιρεσείοντα". Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζει σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) της διατάξεως του άρθρου 375 παρ.1 α Π.Κ σε σχέση με τις παραδοχές της απόφασης αλλά περιορίζεται μόνο σε αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα, που δεν έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, πλήττοντας έτσι την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί εξολοκλήρου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-1-2009 αίτηση του ... και τους από 4-3-2009 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1636-1637/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως υπεξαίρεσης ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 1.146/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιατράκο, για αναίρεση της με αριθμό 9.093/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 138/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 66 παρ.1 του Ν.2121/1993 όποιος χωρίς δικαίωμα και κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου ή διατάξεων των κυρωμένων με νόμο πολυμερών διεθνών συμβάσεων για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας εγγράφει ... ή προσβάλλει το δικαίωμα του πνευματικού δημιουργού να αποφασίζει για την παρουσίαση του έργου στο κοινό και να το παρουσιάζει αναλλοίωτο χωρίς προσθήκες ή περικοπές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 1 έως 5 εκατομμυρίων δραχμών. Περαιτέρω, στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου ορίζονται τα επόμενα. 'Εργα συνεργασίας θεωρούνται όσα έχουν δηµιουργηθεί µε την άµεση σύµπραξη δύο ή περισσότερων δηµιουργών. Οι δηµιουργοί ενός έργου, που είναι προϊόν συνεργασίας, είναι οι αρχικοί συνδικαιούχοι του περιουσιακού και του ηθικού δικαιώµατος επί του έργου. Αν δεν συµφωνήθηκε αλλιώς, το δικαίωµα ανήκει κατ' ίσα µέρη στους συνδηµιουργούς (παρ.1) Συλλογικά έργα θεωρούνται όσα έχουν δηµιουργηθεί µε τις αυτοτελείς συµβολές περισσότερων δηµιουργών, κάτω από την πνευµατική διεύθυνση και το συντονισµό ενός φυσικού προσώπου. Το φυσικό αυτό πρόσωπο είναι ο αρχικός δικαιούχος του περιουσιακού και του ηθικού δικαιώµατος επί του συλλογικού έργου. Οι δημιουργοί των επιµέρους συμβολών είναι αρχικοί δικαιούχοι του περιουσιακού και του ηθικού δικαιώματος επί των συµβολών τους, εφόσον αυτές είναι δεκτικές χωριστής εκµετάλλευσης (παρ.2). 'Οταν ένα έργο είναι σύνθετο, απαρτιζόµενο από τμήματα που έχουν δηµιουργηθεί χωριστά, οι δηµιουργοί των τµηµάτων αυτών είναι αρχικοί συνδικαιούχοι των δικαιωμάτων επί του σύνθετου έργου και αποκλειστικοί αρχικοί δικαιούχοι των δικαιωµάτων του τµήµατος, που δηµιούργησε ο καθένας εφόσον αυτό είναι δεκτικό χωριστής εκµετάλλευσης. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι επί μεν των συλλογικών έργων η δηµιουργική συµβολή, που ο νόµος περιγράφει ως πνευµατική διεύθυνση και συντονισµό έγκειται στην επιλογή, κατάταξη και γενικότερα διάρθρωση του υλικού , η οποία καθιστά το συλλογικό έργο ποιοτικά διαφορετικό από το άθροισµα των µερών του. Πρωτογενής δικαιούχος των δικαιωµάτων πνευµατικής ιδιοκτησίας στο συλλογικό έργο είναι· το πρόσωπο που διευθύνει τις προσωπικές συµβολές των άλλων δηµιουργών, οι οποίοι διατηρούν το δικαίωµα πνευµατικής ιδιοκτησίας στη δική τους συµβολή, εφόσον αυτή είναι δεκτική χωριστής εκµετάλλευσης. Σύνθετα δε έργα είναι εκείνα που προέρχονται από τη συνένωση δύο ή περισσότερων έργων, του ίδιου είδους ή διαφόρου είδους, που έχουν δηµιουργηθεί χωριστά και τίθενται υπό κοινή εκµετάλλευση. Αν τα αυτοτελή τµήµατα που συνθέτονται δεν είναι προϊόν συνεργασίας, οι δηµιουργοί τους είναι αρχικοί συνδικαιούχοι της πνευµατικής ιδιοκτησίας επί του σύνθετου έργου και αποκλειστικοί δικαιούχοι επί του τµήµατος που δηµιούργησε ο καθένας, εάν το τµήµα αυτό επιδέχεται χωριστή εκµετάλλευση. 2. 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και εκείνοι για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων εκ του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.9.093/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη καταδικάσθηκε, για παράβαση των διατάξεων του Ν.2121/1993 και επιβλήθηκε σ' αυτήν ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών η οποία ανεστάλη. Το δικαστήριο, με την κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Το έτος 1995 η κατηγορουμένη υπηρετούσε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ως Καθηγήτρια στο Τμήμα Δημόσιας Δημόσιας Διοίκησης, με γνωστικό αντικείμενο τον θεσμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στο ίδιο τμήμα υπηρετούσε τότε και ο μηνυτής σε κατώτερη βαθμίδα (λέκτορας). Το ίδιο έτος η κατηγορουμένη υπέβαλε στην Επιτροπή Ερευνών του, εν λόγω, Πανεπιστημίου, πρόταση, προκειμένου να γίνει έρευνα και να συνταχθεί μελέτη σχετική με τον προσδιορισμό της έννοιας των τοπικών υποθέσεων των Ο.Τ.Α. Η πρότασή της εγκρίθηκε και ορίστηκε επιστημονική υπεύθυνη της σχετικής έρευνας. Κατόπιν η κατηγορουμένη πρότεινε στον μηνυτή, με τον οποίο τη συνέδεε στενή φιλία να συνεργαστούν. Συνέστησαν κατόπιν ομάδα αποτελούμενη από την κατηγορουμένη ως επιστημονική υπεύθυνη, τον μηνυτή ως συνεργάτη και ένα μεταπτυχιακό φοιτητή ως βοηθό. Ο μηνυτής ασχολήθηκε με τη συλλογή, επιστημονική επεξεργασία και συγγραφή του τμήματος της μελέτης που αφορούσε το θεσμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στα πλαίσια της Κοινοτικής Έννομης Τάξης και η κατηγηρουμένη με το τμήμα που αφορούσε τις αρμοδιότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης στην αλλοδαπή, την ιστορική ανασκόπηση της τοπικής αυτοδιοίκησης και τη σύγχρονη ρύθμιση των αρμοδιοτήτων αυτής. Η μελέτη ολοκληρωμένη με τον τίτλο "Ο προσδιορισμός των τοπικών υποθέσεων των Οργανισμών Τοπικής αυτοδιοίκησης", υποβλήθηκε το έτος 1997 στην Επιτροπή Ερευνών. Στο τέλος του ιδίου έτους εν όψει ότι επρόκειτο να κριθούν ο μηνυτής και η κατηγορουμένη, για την ακαδημαϊκή τους εξέλιξη, αποφάσισαν από κοινού να εκδώσουν τη μελέτη σε βιβλίο, τροποποιώντας μόνο τον τίτλο της σε "Σύγχρονες Αρμοδιότητες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Ευρωπαϊκή Ενοποίηση". Στον πρόλογο του βιβλίου αυτού, που τον επιμελήθηκε η κατηγορουμένη, έγινε διαχωρισμός των Τμημάτων, με τα οποία είχε ασχοληθεί καθένας από αυτούς. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι "Με τα πρώτα 3 κεφάλαια της μελέτης ασχολήθηκε κυρίως η κ.Χ1 (κατηγορουμένη), ενώ το τέταρτο κεφάλαιο είναι προϊόν της ερευνητικής προσπάθειας του κ.Ψ1" (μηνυτή). Με την αναγραφή των ως άνω στον υλικό φορέα του έργου, ενεργοποιήθηκε το από το άρθρο 10 του ν.2121/1993 προβλεπόμενο τεκμήριο, με αποτέλεσμα ο μηνυτής να τεκμαίρεται πνευματικός δημιουργός αυτού. Με την, εν λόγω αναφορά η κατηγορουμένη αναγνώρισε εμμέσως, πλην σαφώς τον μηνυτή ως πνευματικό δημιουργό του εν λόγω τμήματος. Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε και κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο "Π,Ν,ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ" και διανεμήθηκε στους φοιτητές του Παντείου Πανεπιστημίου τα έτη 1997, 1998, 1999 και 2000. Αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια, από τα οποία, τα τρία πρώτα καταλαμβάνουν 63 σελίδες και τα συνέγραψε η κατηγορουμένη, ενώ το τέταρτο με τιτλο "Η ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ" καταλαμβάνει 84 σελίδες (από σελίδα 65 έως 148), το συνέγραψε ο μηνυτής. Το τελευταίο τούτο κεφάλαιο είναι πνευματικό δημιούργημα, με μορφή προσιτή στις αισθήσεις, απορρέει από την προσωπικότητα του μηνυτή και χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία, έχει δηλ.ατομική ιδιομορφία και δημιουργικό ύφος, που το ξεχωρίζουν από άλλα παρεμφερή γνωστά έργα. Πραγματεύεται τη λειτουργία του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού δικαίου κατά τρόπο που, κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους κανένας άλλος δημιουργός δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει όμοιο. Το κεφάλαιο που συνέγραψε ο μηνυτής αναφέρεται στην εξελιγκτική πορεία της κατοχύρωσης του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης από το Κοινοτικό Δίκαιο, με εμπεριστατωμένες αναφορές στο Κοινοτικό Δίκαιο και στη Νομολογία του Δ.Ε.Κ. Στο εν λόγω κείμενο υπάρχουν επιστημονικές κρίσεις και συμπεράσματα σχετικά με τη θεσμική κατοχύρωση, την προστασία και τη λειτουργία του, εν λόγω, θεσμού στα πλαίσια της κοινοτικής έννομης τάξης, που καθιστούν το έργο αυτό πρωτότυπο και λόγω της ιδιότητάς του αυτής εμπίπτει στην προστασία των διατάξεων του ν.2121/1993, μεταξύ των οποίων και του άρθρου 66 αυτού. Το εν λόγω έργο προσεγγίζει συστηματικά και σφαιρικά τη σχετική προβληματική και αποτελεί μία πρωτότυπη συμβολή στην Επιστήμη του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου. Επίσης το επίδικο κεφάλαιο (στο κοινό βιβλίο) παρουσιάζει αυτοτέλεια έναντι των υπολοίπων κεφαλαίων, είναι προϊόν της ερευνητικής προσπάθειας και αποκλειστικής δημιουργίας του μηνυτή, όπως τούτο συνάγεται από την επισκόπηση του περιεχομένου ενός εκάστου, και τη θεματική του, μπορεί δε να αποτελέσει αντικείμενο χωριστής εκμεταλλεύσεως. Αποτελεί δηλ. το κεφάλαιο αυτό τμήμα ενός συνθέτου έργου, κοινού βιβλίου, οι δημιουργοί του οποίου είναι αρχικοί συνδικαιούχοι της πνευματικής ιδιοκτησίας επί του συνθέτου έργου και αποκλειστικοί αρχικοί δικαιούχοι επί του τμήματος που δημιούργησε ο καθένας. Ενόψει όλων αυτών συνδικαιούχοι της πνευματικής ιδιοκτησίας επί του συνθέτου έργου (κοινού βιβλίου) είναι ο μηνυτής και η κατηγορουμένη και αποκλειστικά αρχικοί δικαιούχοι επί του τμήματος που δημιούργησε ο καθένας, αφού καθένα είναι αυτοτελές και επιδέχεται χωριστή εκμετάλλευση. Ακόμη αποδείχθηκε, ότι από το έτος 2000 το βιβλίο αυτό, με τη συναίνεση των αντιδίκων συγγραφέων του αποτέλεσε τμήμα του ψηφιακού δίσκου με τίτλο "Παραγωγή και προμήθεια εκπαιδευτικού υλικού", ο οποίος βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Παντείου Πανεπιστημίου. Περαιτέρω αποδείχθηκε όχι η κατηγορουμένη περί τα τέλη του 2000 εκτύπωσε το κείμενο του ψηφιακού αυτού δίσκου και το έτος 2001 (Ιανουάριο) εν αγνοία του μηνυτή, ενεργώντας από πρόθεση, εξέδωσε μέσω του ίδιου, ως άνω, εκδοτικού οίκου, βιβλίο με τον τίτλο "Τοπική Αυτοδιοίκηση - Ένας σύγχρονος διοικητικός θεσμός". Το βιβλίο αυτό, όπου αναφέρεται ως συγγραφέας μόνο η κατηγορουμένη, κυκλοφόρησε (Ιανουάριο 2001) και διανεμήθηκε στους φοιτητές τα έτη 2001, 2002 και 200.. Αποτελείται από έξι (6) κεφάλαια που καταλαμβάνουν 331 σελίδες: Στο τρίτο κεφάλαιο αυτού, με τον τίτλο "ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ" η κατηγορουμένη περιέλαβε κατά λέξη, με εξαίρεση ελάχιστες τροποποιήσεις, ολόκληρο το κεφάλαιο του κοινού μετά του μηνυτή βιβλίου "Σύγχρονες Αρμοδιότητες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Ευρωπαϊκή Ενοποίηση" πνευματικός δημιουργός του οποίου είναι ο τελευταίος. Συγκεκριμένα στις σελίδες 39 έως 134 του νέου βιβλίου περιέχεται πιστή αντιγραφή του κειμένου του προαναφερομένου κεφαλαίου διανθισμένο απλώς με επτά (7) σχεδιαγράμματα, αντικαθιστώντας μόνο την παράγραφο ΙΙΙ (3) με τίτλο "Η επιτροπή των Περιφερειών, ενόψει της διακυβερνητικής διάσκεψης του 1996" στη σελίδα 121 του κοινού τους βιβλίου, που συμπίπτει με την 97η σελίδα του νέου βιβλίου" με την υπό στοιχ. 3 επτασέλιδη παράγραφο που τιτλοφορείται "Η Διάσκεψη Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου - Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης". Επιπροσθέτως στη σελ. 333 του επίμαχου βιβλίου η κατηγορουμένη αποδελτιώνει τις βιβλιογραφικές παραπομπές που αναγράφονται από τον μηνυτή στο βιβλίο με τον τίτλο "ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ". Στο εξώφυλλο του βιβλίου αυτού δεν αναφέρεται το όνομα του μηνυτή ως συγγραφέα και επιπλέον στην παρατεθείσα στο τέλος του έργου βιβλιογραφία, δεν γίνεται μνεία του κοινού βιβλίου των, κατηγορουμένης και μηνυτή. Έτσι η κατηγορουμένη εμφάνισε ως προϊόν δικής της δημιουργίας την πρωτότυπη πνευματική, επιστημονική δημιουργία του μηνυτή, την οποία εκμεταλλεύθηκε χωρίς την άδεια και τη συναίνεση του τελευταίου. Ο μηνυτής δεν γνώριζε το εκδοτικό αυτό εγχείρημα της εναγομένης, αφότου δε έλαβε γνώση αυτού, το έτος 2001, όταν είχε ήδη κυκλοφορήσει το βιβλίο, ουδέποτε συναίνεσε ή ενέκρινε την έκδοση αυτού και την κυκλοφορία του, χωρίς αναφορά του ονόματός του ως συγγραφέα του επιμάχου κεφαλαίου. Το γεγονός δε της συμμετοχής του στο πρόγραμμα για τη δημιουργία του ψηφιακού δίσκου δεν συνεπάγεται οποιανδήποτε παραίτηση ή συναίνεση του μηνυτή. Η συμπεριφορά αυτή της κατηγορουμένης, παράνομη και υπαίτια (ενεργώντας από πρόθεση) εμπίπτει ευθέως και στις διατάξεις του άρθρου 66 του ν.2121/1993, που προβλέπει τις ποινικές κυρώσεις για την παραβίαση των πνευματικών δικαιωμάτων, αφού συντρέχουν όλες οι προβλεπόμενες από το νόμο προϋποθέσεις. Η κατηγορουμένη λοιπόν, ενεργώντας από πρόθεση, χωρίς δικαίωμα και κατά παράβαση των διατάξεων του Ν.2121/1993 με την, ως άνω συμπεριφορά της προσέβαλε το ηθικό και περιουσιακό δικαίωμα του μηνυτή επί του, ως άνω, έργου του, ν' αποφασίζει για την δημοσίευσή του στο κοινό, καθώς και να παρουσιάζει αυτό αναλλοίωτο, χωρίς προσθήκες ή παραπομπές. Έτσι λοιπόν η κατηγορουμένη προσέβαλε το ηθικό και περιουσιακό δικαίωμα του μηνυτή, αφού παρουσιάζει, χωρίς δικαίωμα, ολόκληρο το βιβλίο ως προϊόν δικής ερευνητικής προσπάθειας και την περιλαμβανόμενη σ'αυτό βιβλιογραφική παραπομπή ως εκπονηθείσα από την ίδια. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο μηνυτής από το έτος 2001, όταν πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την έκδοση και κυκλοφορία του επίδικου βιβλίου, εξεδήλωσε την αντίθεσή του σ'αυτό. Πλέον συγκεκριμένα διαμαρτυρήθηκε σχετικά προς αυτή για την εν λόγω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της και την προσκάλεσε να παύσει να προσβάλει το αντίστοιχο δικαίωμά του ως δημιουργού επί του εν λόγω έργου. Όταν δε η τελευταία δεν συμμορφώθηκε, υπέβαλε σε βάρος της την ένδικη μήνυση, και κατέφυγε στα πολιτικά δικαστήρια με άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και αγωγής. Ο ισχυρισμός της περί συγγνωστής νομικής πλάνης με το ακόλουθο περιεχόμενο "...ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι δεν είχα τέτοιο δικαίωμα,..., όχι μόνον αγνοούσα, αλλά και δεν μπορούσα να υποπτευθώ τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, δεδομένου ότι πίστευα εύλογα ότι μπορούσα να προβώ στην έκδοση του βιβλίου υπό εσφαλμένη ερμηνεία των σχετικών διατάξεων και οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλα, δεν θα μπορούσα να αντιληφθώ το άδικο, όταν όπως προεξέθεσα, ήμουν η επιστημονική υπεύθυνη της έρευνας και κατά συνέπεια του επιδίκου τμήματος που περιέχεται στο βιβλίο" πρέπει ν' απορριφθεί. Αυτό διότι χάρη στο υψηλό επιστημονικό της επίπεδο και μόρφωση (Πρωτοβάθμια Καθηγήτρια στην έδρα του Συνταγματικού Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου) ευχερώς θα μπορούσε να πληροφορηθεί για το άδικο των ενεργειών της, όχι μόνο καταφεύγοντας σε δικηγόρο, αλλά και σε συναδέλφους της που έχουν ασχοληθεί με το συγκεκριμένο θέμα και σε κάθε περίπτωση εντρυφώντας η ίδια σε σχετικές μελέτες, που δημοσιεύονται σε Νομικά Περιοδικά. Δεν αποδείχθηκε λοιπόν ότι η κατηγορουμένη, εν όψει και των στοιχείων της προσωπικότητάς της, προέβη στην επιμελή διαχείριση του συγκεκριμένου θέματος και ως εκ τούτου ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Με βάση τα, ως άνω, αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι η συμπεριφορά και οι ενέργειες της κατηγορουμένης στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη, εν προκειμένω σ' αυτή πράξη, τόσο κατά την υποκειμενική της, όσο και κατά την αντικειμενική της υπόσταση και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη με τις ελαφρυντικές περιστάσεις των άρθρων 84 παρ. 2α και 84 παρ. 2ε ΠΚ, διότι αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη α) έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και β) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα, μετά την πράξη της, στην κοινωνία, κατά παραδοχή ως βασίμων των αντιστοίχων αυτοτελών ισχυρισμών. Αντίθετα από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η κατηγορουμένη α) δεν ωθήθηκε στην τέλεση της προκειμένης αξιοποίνου πράξεως από ταπεινά αίτια, λαμβανομένου υπ' όψιν του είδους του προστατευομένου εννόμου αγαθού, με την αντίστοιχη ποινική διάταξη και β) ειλικρινά μετανόησε για την πράξης της και επιδίωξε να άρει τις συνέπειες αυτής, αφού παρά τις διαμαρτυρίες του μηνυτή και παρά το ότι υποσχέθηκε σ' αυτόν ότι θα παύσει να προσβάλει το δικαίωμά του και στα πλαίσια μάλιστα αυτής της υποσχέσεως απέστειλε στο εκδοτικό οίκο έγγραφο για την διακοπή της κυκλοφορίας του βιβλίου, εν τούτοις συνέχισε να προσβάλει το αντίστοιχο δικαίωμά του, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί ο μηνυτής να υποβάλει σε βάρος της την ένδικη μηνυτήρια αναφορά, αίτηση ασφαλιστικών μέρων και να ασκήσει τακτική αγωγή. Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριθούν ως αβάσιμοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί μη ταπεινών αιτίων (84 παρ. 2β ΠΚ) και ειλικρινούς μεταμελείας (84 παρ. 2δ ΠΚ). Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράβασης των διατάξεων του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1 και 3, 3 παρ.1,4, άρθ. 7 και 66 παρ.1 του Ν.2121/1993 τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα δε, με τις ανέλεγκτες παραδοχές της αποφάσεως ότι στο βιβλίο υπό τον τίτλο "Σύγχρονες αρμοδιότητες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Ευρωπαϊκή Ενοποίηση" το Δ'Κεφάλαιο αυτού με τον τίτλο "Η τοπική Αυτοδιοίκηση στην Κοινοτικό έννομη τάξη" είναι προϊόν ερευνητικής προσπάθειας του μηνυτή Ψ1, ότι παρουσιάζει αυτοτέλεια έναντι των λοιπών κεφαλαίων συντάκτης των οποίων είναι η κατηγορουμένη και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο χωριστής εκμετάλλευσης, ορθώς υπήγαγε το έργο αυτό στην κατά το άρθρο 7 παρ.3 έννοια του συνθέτου και όχι του συλλογικού έργου. Μετά ταύτα δε, με την παραδοχή ότι η κατηγορουμένη προέβη, χωρίς την άδεια του μηνυτή, στην ολοκληρωτική, σχεδόν, ενσωμάτωση του ως άνω κεφαλαίο στο απ' αυτήν εκδοθέν έργο με τον τίτλο "ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΔΟΙΚΗΤΙΚΟΣ ΘΕΣΜΟΣ" ορθώς έκρινε, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ότι η συμπεριφορά της κατηγορουμένης εμπίπτει στις προστατευτικές για την παραβίαση των πνευματικών δικαιωμάτων διατάξεις του άρθρου 66 του Ν.2121/1993 τις οποίες και εφήρμοσε και η κατά τούτο περί του αντιθέτου αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, με όσα δέχθηκε η απόφαση και απέρριψε το αίτημα της κατηγορουμένης για την αναγνώριση, πέραν των ελαφρυντικών περιστάσεων εκ του άρθρου 84 παρ.2α και 2ε τις οποίες αναγνώρισε και εκείνων της ανυπαρξίας ταπεινών αιτίων και ειλικρινούς μετάνοιας, διέλαβε την κατά το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και η αντίθετος αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Ε' 2ος και 3ος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι 3. Κατά το άρθρο 84 Π.Κ. όταν συντρέχουν ελα-φρυντικές περιστάσεις, η ποινή μειώνεται κατά το στο άρθρο 83 οριζόμενο μέτρο και κατά το έδ. δ' τής διατάξεως αυτής σε κάθε άλλη περίπτωση, εκτός τής ειδικής που ρυθμίζεται δια τον εδαφίων α' β' και γ' μειώσεως των ποινών της ισοβίου καθείρξεως και τής καθείρξεως, ή ποινή μειώνεται ελευθέρως από τον δικαστή μέχρι του ελαχίστου ορίου του είδους αυτής. Κατά την έννοια τής τελευταίας αυτής διατάξεως, η ποινή τής φυλακίσεως, της οποίας ή διάρκεια σύμφωνα με το άρθρο 53 Π.Κ. δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, ούτε είναι μικρότερη από δέκα ημέρες, μειώνεται ελεύθερα από τον δικαστή μέσα στα όρια του άρθρου 83 ΠΚ. Εξάλλου, από καμιά διάταξη νόμου δεν προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, δικάζοντας επί εφέσεως του κατηγορουμένου, αναγνωρίζει ότι συντρέχει στο πρόσωπο αυτού κάποια επί πλέον ελαφρυντική περίσταση, την οποία δεν είχε αναγνωρίσει το ίδιο δικαστήριο με προηγούμενη αναιρεθείσα απόφασή του, υποχρεούται να μειώσει περαιτέρω την ποινή, την οποία είχε επιβάλει το ίδιο δικαστήριο, εφόσον η επιμέτρηση αυτής έχει γίνει μέσα στα όρια του άρθρου 83 ΠΚ). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα με την υπ'αριθμ. 386/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η οποία στη συνέχεια αναιρέθηκε ( Α.Π 2005/2008) καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 7 μηνών και της αναγνωρίσθηκε το ελαφρυντικό εκ του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο που δίκασε μετά την αναίρεση υπερέβη την εξουσία του αφού με την προσβαλλόμενη απόφασή του επέβαλε την ίδια ποινή φυλακίσεως των 7 μηνών μολονότι ανεγνώρισε και την επί πλέον ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε'του ΠΚ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Ιανουαρίου 2009 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.9.093/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του άρθρου 66 παρ. 1 του Ν. 2121/1993 (για την πνευματική ιδιοκτησία). Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας εκ του ότι το δικαστήριο επέβαλε την ίδια ποινή αν και ανεγνώρισε επί πλέον ελαφρυντική περίσταση. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Πνευματική ιδιοκτησία.
0
Αριθμός 1147/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μυταλούλη, περί αναιρέσεως της ΒΤ 5630/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2006 αίτησή της καθώς στο από 20 Φεβρουαρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 167/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικώς η κατά της αναιρεσείουσας ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 333 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας δίνεται υποχρεωτικώς ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του περί της ενοχής και μετά την απαγγελία της περί ενοχής αποφάσεως δίνεται ο λόγος στον ίδιο ή τον συνήγορό του σε σχέση με την ποινή. Η παράβαση των διατάξεων αυτών επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' ΚΠΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται ρητά και θεσπίζονται από τον νόμο, παράβαση για την οποίαν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, ο οποίος μάλιστα κατά άρθρο 511 ιδίου Κώδικος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπ'αριθμ. ΒΤ 5630/2006 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε κατ'έφεση, με την οποίαν η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη εκηρύχθη ένοχος εκδόσεως μας ακαλύπτου επιταγής και κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, μετατραπείσα προς 4.40 € ημερησίως, ο διευθύνων την συζήτηση μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, έδωσε τον λόγο (μόνο) στον Εισαγγελέα περί της ενοχής ή μη της κατηγορουμένης, όχι όμως και στον συνήγορό αυτής, ο οποίος την εξεπροσώπει νομίμως στο ακροατήριο, (αφού είχε γίνει δεκτή η εκπροσώπηση της απολιπομένης, (εκκαλούσης τότε) από τον συνήγορό της Ιωάννη Μυταλούλη). Εν όψει αυτών επήλθε απόλυτη ακυρότης της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ), ιδρύουσα τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως, ο οποίος ως πρώτος του κυρίου δικογράφου της κρινομένης αιτήσεως και πρώτος των προσθέτων λόγων αυτής, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης δε της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, προβαλλομένων με την αίτηση και τους προσθέτους λόγους, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 112 και τις όμοιες των 111 και 113 ΠΚ όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που ετελέσθη η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1β, 370 στοιχ. β' και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον 'Αρειο Πάγο ο οποίος, διαπιστώνων την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, εφ' όσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή για τον λόγο ότι ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχεται σ'αυτήν, κατά τα άρθρα 474 παρ.2 και 509, εις τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως εξ εκείνων, οι οποίοι περιοριστικώς αναφέρονται εις το άρθρο 510 ΚΠΔ, ο οποίος και εκρίθη βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση η αναιρεσείουσα κατεδικάσθη εις ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, μετατραπείσα προς 4.40 € ημερησίως για την πράξη της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής η οποία (φέρεται ότι) ετελέσθη την 18/5/1999. Ούτως αυτή έχει υποπέσει εις παραγραφήν, αφού από του τελευταίου χρόνου μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης, παρήλθε χρονικό διάστημα, υπολογιζομένου και του χρόνου της τριετούς αναστολής, μεγαλύτερο της οκταετίας (είχε παρέλθει, μάλιστα και ότε εισήχθη η αναίρεση προς συζήτηση) και το αξιόποινο της άνω πράξεως έχει εξαλειφθεί με παραγραφή. Εντεύθεν και αναιρουμένης της αποφάσεως κατά τ'άνω εκτεθέντα, πρέπει η κατά της κατηγορουμένης ασκηθείσα ποινική δίωξη για την έκδοση ακαλύπτου επιταγής νά παύσει οριστικώς. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. ΒΤ5630/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Παύει οριστικώς την κατά της κατηγορουμένης ασκηθείσα ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της ακαλύπτου επιταγής, τελεσθείσης την 18-5-1999. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 333, 369 ΚΠΔ. Ο καταδικασθείς ή ο συνήγορός του λαμβάνουν τον λόγο τελευταίοι επί της ενοχής και επί της ποινής. Άλλως απόλυτη ακυρότης κατ' άρθρον 171 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠΔ και λόγος αναιρέσεως κατ' άρθρον 510 παρ. 1 Α΄ ΚΠΔ. Αναιρεί διότι δεν έδωσε το λόγο στον εκπροσωπούντα τον κατηγορούμενο συνήγορο επί της ενοχής και παύει οριστική λόγω παρόδου οκταετίας από της τελέσεως της πράξεως. Αναιρεί και ΠΟΠΔ.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Συνήγορος κατηγορουμένου, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1160/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Χρήστου, περί αναιρέσεως της 29/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ...., που δεν παραστάθηκε. Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 2 Φεβρουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 575/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996, και 509 παρ. 1 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην έκθεση, με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται αναγκαίως, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο, διότι, αν δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον λόγος σαφής και ορισμένος, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται στο σύνολό της, ως απαράδεκτη. Για να είναι δε σαφής και ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή επίκλησή του στο αναιρετήριο, αλλά προσαπαιτείται συγκεκριμένη μνεία των νομικών πλημμελειών σε σχέση με αυτόν. Ειδικότερα, ως προς τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως της έλλειψης από την απόφαση της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για να είναι ο λόγος αυτός σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης (Ολ. ΑΠ 2/2002, 19/2001), ως προς δε τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει, για να είναι ο λόγος αυτός σαφής και ορισμένος, να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ή επί παραβιάσεως εκ πλαγίου της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, σε τι συνίστανται οι ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, εξαιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε και τέλος, επί εσφαλμένης ερμηνείας, ποια είναι η αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Οι αορίστως δε στην έκθεση αναιρέσεως διατυπούμενοι λόγοι, δε μπορούν να συμπληρωθούν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Π.Δ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθμό 29/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, με την οποία καταδικάσθηκε, ο αναιρεσείων, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, όχι δια του Τύπου, όπως είχε καταδικασθεί με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα(12) μηνών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Προς θεμελίωση δε της κρινόμενης με αριθμό 1/14 Μαρτίου 2008 αιτήσεώς του, επικαλείται αυτά κατά λέξη και πιστή αντιγραφή από την έκθεση αναιρέσεως τα παρακάτω: "ότι αναιρεσιβάλλει την υπ' αριθμ. 200Β απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου με την οποία καταδικάστηκε για συκοφαντική δυσφήμηση του άρθρου 363 ΠΚ, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό και όχι δια του τύπου, σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, με τριετή (3ετή) αναστολή, για τους ακόλουθους λόγους και για όσους πρόσθετους προταθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ήτοι για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, με τη διάταξη της παρ.3 του άρθρου του 93 και για εσφαλμένη μετατροπή της κατηγορίας από συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου στην του 363 άρθρου του ΠΚ. Συγκεκριμένα: Ως προς τους απόντες μάρτυρες κατηγορίας: (2η σελ.απόφασης, στο μέσον περίπου). Φέρεται ότι ανεγνώσθησαν, έγγραφο του Νομάρχη .... .... από 5.2.2008,με τις συνημμένες... και επιστολή από 8.1.2008 του...., με το συνημμένο... χωρίς αναγραφή του περιεχομένου τούτων και το λόγο που απευθύνθηκαν στο Δικαστήριο και αναγνώσθηκαν, καθώς και την επ' αυτών απόφαση του Δικαστηρίου, (Από παραδρομή το όνομα του Νομάρχη φέρεται ως .... και μετά ....). Ουδείς λόγος γίνεται για τον απόντα μάρτυρα ....... Δεν κρίνεται δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη η απουσία του, όπως ομοίως και των ως άνω δύο απόντων, που ούτε ως λιπομάρτυρες καταδικάζονται, ούτε κι αποφασίζεται αν θα αναγνωρισθούν οι καταθέσεις τους, οι οποίες και δεν αναγνώστηκαν, παρ' ότι στη σελ.5 στον αριθ-33, φέρονται ως αναγνωσθείσες μόνο των ... και ...., κριθείσης της παρουσίας τους ανέφικτης, ως έγγραφο του Νομάρχη .... 1141/2.7.2007, που ήταν όμως για το πρωτόδικο Δικαστήριο κι όχι για την παρούσα δίκη. Και βέβαια, τα πρακτικά αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, μέχρις ότου προσβληθούν για πλαστότητα. Όμως είναι το μεν δεδομένο και γνωστέ ότι έγγραφα στοιχεία αναγνωστέα δε διαβάζονται και απλά λέγεται ότι αναγνώστηκαν κι έτσι ως γεγονός αναγράφεται στα πρακτικά, αλλά κατά τη διάσκεψη, αν γίνει, κάποια διαβάζονται, το δε δεν μπορεί, σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής, να μην επισημανθεί και να γίνει δεκτό ότι το αυτό έγγραφο δις αναγνώστηκε και παρά ταύτα δεν κρισιολογήθηκε. Και αυτά όταν έχουμε δεκάδες των σελίδων, όπως στην παρούσα δίκη, οπότε θα χρειάζονταν ώρες για να διαβαστούν πράγματι και να γίνει διάλογος επ' αυτών. Ώρες και χρόνος, που εκ των πραγμάτων αποκλείεται να διήρκεσε η δίκη αυτή. Μελετώντας τα πρακτικά διαπιστώνουμε, για του λόγου το αληθές, τη φερόμενη ως δις ανάγνωση, εγγράφων περί τις δέκα (10) σελίδες, ήτοι είκοσι (20) σελίδες. Και αυτά είναι στις σελίδες της απόφασης 4/14 και 6/14, τα με α/α 5 και 38,11 και 40,11 και 39ι,ενδεικτικά. Δεν υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία: Κατ' αρχάς, (σελ.9/14 II), γίνεται δεκτό ότι αποδείχθηκε πως όλο το επίδικο περιεχόμενο της εκπομπής αναφέρεται σε ψευδή γεγονότα και ειπώθηκαν εν γνώσει του αναληθούς, παρατίθεται δε όλο το κείμενο. Αμέσως μετά (σελ.10/14, σειρά 16η εκ των κάτω) παρατίθεται ότι "Οπως αποδείχθηκε όμως ο εγκαλών .... ουδέποτε είχε ελεγχθεί από το Νομάρχη, ούτε είχε ελεγχθεί πειθαρχικά...". Πόθεν όμως συγκεκριμένα αποδείχθηκε, όταν στην εκπομπή δεν ειπώθηκε αυτό και τα έγγραφα που φέρονται άτι αναγνώστηκαν άλλα βεβαιώνουν. Ήτοι, ειπώθηκε ότι "...ζήτησε ο Συνήγορος του Πολίτη να ελεγχθεί από το Νομάρχη και ενώ υπάρχει το έγγραφο αυτό...", που είναι αναγνωσθέν υπ' αριθ. 14, αλλά και 13 και 391. Είναι επομένως αληθή όσα είπα, ήτοι ότι ζητήθηκε έλεγχος και δεν είπα, όπως μου αποδίδεται, ότι ελέγχθηκε. Το έγγραφο του Συνηγόρου ομιλεί για μη συνεργασία της Διεύθυνσης σε επανειλημμένα αιτήματα, σε συνεχή άρνηση της Διεύθυνσης (δηλ.του εγκαλούντος) να συνεργασθεί με το Συνήγορο και ζητά ν' ασκηθεί πειθαρχικός έλεγχος. Αυτά και ειπώθηκαν κι όχι ότι ασκήθηκε κι ελέγχθηκε. Στη συνέχεια: "...ούτε είχε ασκηθεί εναντίον του δίωξη για κακούργημα, όπως του είχε καταλογίσει ο κατηγορημένος..." Αλλά η φράση είναι ότι "...γλίτωσε από το κακούργημα με την παραγραφή..." και το βούλευμα 53/1997, που φέρεται δις αναγνωσθέν (αριθ. 5 και 38) βεβαιώνει ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη και κατ' αυτού για πράξη κακουργηματικού χαρακτήρα και ότι λόγω παραγραφής έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη. Πού είναι το ψευδές γεγονός. Και πάλι στη συνέχεια: "...ούτε ο συνήγορος του πολίτη είχε ζητήσει να ελεγχθεί από το Νομάρχη". Περί αυτού ομοίως τ' ανωτέρω. Διαβάστηκε το έγγραφο, δε γίνεται όμως συγκεκριμένη αναφορά και συσχέτιση, ώστε, όπως το αυτό και με το βούλευμα και με τα λοιπά έγγραφα, να υπάρξει σκέψη επ' αυτών, για να κριθεί αν έχουμε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Γιατί ναι μεν δεν αναμένεται ασφαλώς ο Συνήγορος να αναφέρονταν ονομαστικώς στους ελεγκτέους υπαλλήλους, αναφέρεται όμως στη Διεύθυνση, ήτοι στον εγκαλούντα, για επανειλημμένη και συνεχή άρνηση συνεργασίας, επέκεινα δε και στους χειριστές υπαλλήλους. Δεν υπάρχει κι εδώ αναλήθεια. Υπάρχει η έλλειψη αιτιολογίας. Ακολούθως: "...ούτε τέλος, κάλυψε προσωπικά συμφέροντα συγγενών του...". Βέβαια ο εγκαλών και ο μάρτυρας αορίστως καταθέτουν επ' αυτού και ασφαλώς δε θα βεβαίωναν για το αντίθετο. Ποία όμως η σκέψη επί των εγγράφων, ότι δεν προκύπτει αλήθεια ή αναλήθεια για το λεχθέν, πού είναι η αιτιολογία. Ή μήπως θα μπορούσε να λεχθεί ότι αιτιολογία είναι η γενική αναφορά, που σ'όλες τις αποφάσεις γράφεται και διαβάζουμε των πέντε (5) σειρών στη σελ.9/14, II, σειρά 14 εκ των κάτω, ως και στη σελ.10/14, πέμπτη (5η) σειρά εκ των κάτω, με συνέχεια στην επόμενη σελίδα. Είναι γενική αναφορά, αόριστη και δεν αποτελεί ούτε ειδική και πολύ περισσότερο εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Κι εδώ τα έγγραφα που φέρεται ότι αναγνώσθηκαν βεβαιώνουν την αλήθεια των λεχθέντων. Είναι η από 28.12.1994 μηνυτήρια αναφορά (αναγνωσθέν αριθ.3), το απόσπασμα των πρακτικών, στο 3ο φύλλο, του Μον/λούς Πρωτ. Μυτιλήνης (αναγνωσθέν αριθ.36) όπου ομολογεί "...Εγώ έκανα το σχεδιάγραμμα..." (και όχι ο Μηχ. ....., που το υπογράφει και φέρεται ο συντάκτης, ως προκύπτει από την άνω μηνυτήρια αναφορά) και το αναγνωσθέν αριθ. 29,που υπογράφεται από τον εγκαλούντα και αφορά σε γνωμοδότηση για το εάν έχει τελεσιδικήσει η απόφαση του Ειρ. Ερεσού 3/2001 σε βάρος των συγγενών του, ελιγμός για κέρδος χρόνου στην Πολεοδομία, για να μην ανακληθεί η παράνομη οικοδ. άδεια, που τελικά μέχρι στιγμής εκκρεμεί στο Σ.τ.Ε. (αναγνωσθέντα με αριθ.7,8,9,10). Επίσης και για το αίτημα να γίνει πειθαρχικός έλεγχος σε βάρος του εγκαλούντος, που δεν έγινε μέχρι σήμερα, παρά τις υπομνήσεις είναι το αναγνωσθέν δις με αριθ.11 και 40, όπου προσαρτημένα και άλλα οκτώ (8) έγγραφα. Και γι' αυτό το περιστατικό έλλειψη αιτιολογίας. Όλα τα έγγραφα, που εγχειρίστηκαν κατά την προκαταρκτική εξέταση και την προανάκριση βεβαιώνουν και αιτιολογούν την αλήθεια των ισχυρισμών μου και την έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας από την απόφαση. Κι εάν γίνονταν παραγγελία για τακτική ανάκριση ή για συμπληρωματική προανάκριση θα προσκομίζονταν και άλλα έγγραφα. Τούτο γιατί: το εμμάρτυρο μέσο σ'αυτήν την περίπτωση είναι αδύνατο να υπάρξει, για εύλογη αιτία. Γι' αυτό και όταν ερωτήθηκα αν έχω κλητεύσει μάρτυρα υπεράσπισης απήντησα αρνητικά και προσέθεσα ότι "μάρτυρες μου είναι τα έγγραφα που θα αναγνωσθούν", φράση που όμως δεν περιλήφθηκε στα πρακτικά. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των περί τύπου κλπ διατάξεων. Και ναι μεν ως στην απόφαση παρατίθενται σκέψεις που οδήγησαν στην παραδοχή ότι η πράξη δεν τελέστηκε δια του τύπου, γιατί δεν εμπίπτει στην έννοια του τύπου η τηλεόραση, πλην όμως τούτο δεν είναι γενικώς παραδεκτό. Ήδη ισχύει η παρ.10 του άρθρου 4 του ν.2328/1995, όπου ορίζεται ότι "Στο άρθρο μόνο του ν.1178/1981, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει, υπάγονται και οι τηλεοπτικοί και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί..." και επομένως και το ραδιόφωνο και η τηλεόραση υπάγονται στην έννοια του τύπου. Εν προκειμένω ορθώτερο είναι ότι η πράξη προβλέπεται από τα άρθρα 363,362 του Π.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο μόνο του νόμου 1178/81 και 47 του ν. 1092/38, όπως αντικ. με άρθρο 4 παρ.2 του ν.1738/87 και άρθρο 2 του ν.10 της 4/6.3.1975,ως και στο κλητήριο θέσπισμα και στην εφεσιβληθείσα πρωτόδικη απόφαση". Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα με σαφήνεια και πληρότητα τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και ειδικότερα σε τι συνίστανται οι ελλείψεις, ως προς την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των παραδοχών της, καθώς και τις πλημμέλειες ως προς τη μη ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αντίθετα, ο αναιρεσείων στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, εκτός από την άρνηση της εναντίον του κατηγορίας, περιορίζεται σε γενική και εντελώς αόριστη αναφορά για παράβαση των διατάξεων που αφορούν τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και στην εσφαλμένη μεταβολή της εναντίον του κατηγορίας, από αυτή της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του Τύπου, όπως είχε παραπεμφθεί, σε εκείνη του άρθρου 363 του Π.Κ, για την οποία τελικά καταδικάσθηκε, ή και σε αναφορά του στην ανάγνωση εγγράφων, χωρίς την καταγραφή του περιεχομένου τους. Επιπρόσθετα, ο αναιρεσείων με το δικόγραφο της αναιρέσεως, παραπονείται γιατί στην προσβαλλόμενη απόφαση, δε γίνεται οποιαδήποτε μνεία και αναφορά στους απόντες μάρτυρες, και αν η απουσία τους ήταν δικαιολογημένη ή όχι, χωρίς επίσης να δικαιολογείται η ανάγκη ή όχι να αναγνωσθούν οι καταθέσεις τους, ή ακόμη γιατί δε δικαιολογείται η μη καταδίκη των απολιπομένων μαρτύρων για λιπομαρτυρία. Ούτε επίσης, μόνη η αναφορά του στο υπό κρίση δικόγραφο ότι "είναι γνωστό ότι έγγραφα στοιχεία αναγνωστέα δε διαβάζονται και απλά λέγεται ότι αναγνώσθηκαν ή ο χρόνος που απαιτείται για την ανάγνωση ικανού αριθμού εγγράφων", αποτελεί πλημμέλεια, ικανή να στηρίξει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Ενόψει, όμως, των ανωτέρω, λόγω της πρόδηλης αοριστίας, αφενός μεν των προβαλλόμενων με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση, λόγων αναιρέσεως, α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, η υπό κρίση αναίρεση η οποία, ναι μεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα (473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) και κατά αποφάσεως που υπόκειται σ' αυτήν (άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ), πλην, όμως, δεν περιέχει κανένα λόγο αναιρέσεως, από αυτούς που ορίζει περιοριστικά το άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Εξάλλου, και δεδομένου του ότι μία από τις προϋποθέσεις για την εξέταση των προσθέτων λόγων αναίρεσης είναι, κατά την έννοια του άρθρου 509 παρ. 2 ΚΠΔ, η ύπαρξη ενός τουλάχιστον παραδεκτού κύριου λόγου αναίρεσης, και, αφού η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κρίθηκε, ότι δεν περιέχει κανένα παραδεκτό κύριο λόγο, σύμφωνα με την προηγούμενη σκέψη, είναι απαράδεκτοι και οι από 2 Φεβρουαρίου 2009, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ,). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Μαρτίου 2008 αίτηση του ...., και τους επ' αυτής, από 2-2-2009 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 29/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, για συκοφαντική δυσφήμηση, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αναιρέσεως (509 ΚΠΔ). Ανυπαρξία λόγων αναιρέσεως, λόγω αοριστίας. Απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη και τους πρόσθετους λόγους, αφού προϋπόθεση του παραδεκτού αυτών, είναι το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 825/2007) -.
Πρόσθετοι λόγοι
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Δυσφήμηση συκοφαντική, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 1144/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ..., 2) ... και 3) ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παππά, περί αναιρέσεως της 489/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 177/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί η κατά το είδος τους αναφορά, χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να προκύπτει ότι τα έλαβεν υπόψη του όλα και τα συνεξετίμησε (όλα) για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδιασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. (ολ. Α.Π. 1/2005). Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα του Συντάγματος και του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, ως ανεφέρθη, λόγον αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική, δηλαδή, ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις ανεξάρτητα εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφίεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω, σημαντικών αιτίων, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι αιτιολογημένη έστω και αν η παραδοχή ή η απόρριψη ενός τοιούτου αιτήματος, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 340 § 1, 349 και 139 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για το σημαντικό αίτιο της από ανυπέρβλητο κώλυμα μη εμφανίσεως του συνηγόρου υπερασπίσεώς του και της μη δυνατότητός του εγκαίρου και επαρκούς αναπληρώσεώς του με άλλον. Η παραδοχή ή μη του ως άνω αιτήματος απόκειται μεν, ως εξετέθη, εις την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου που απεφάσισε σχετικώς, οφείλει, όμως, το τελευταίο να απαντήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως επ' αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εξεδόθη κατ'έφεση η προσβαλλομένη δια της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως απόφαση υπ'αριθμ. 489/2008 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, "μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων που εμφανίστηκαν απάντησαν... ότι διορίζουν συνήγορό τους να τους υπερασπιστεί το δικηγόρο Ιωαννίνων Δημήτριο Παππά, ο οποίος αφού πήρε το λόγο από τον Πρόεδρο ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, διότι ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων Δημήτριος Παππάς δικάζει στο Τριμελές Εφετείο Πατρών και για το λόγο αυτό δεν μπόρεσε να εμφανισθεί σήμερα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και να εκπροσωπήσει τους κατηγορουμένους". Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης ως εξής: "Επειδή από όσα δηλώθηκαν σχετικά με την απουσία του πληρεξουσίου δικηγόρου που διόρισαν οι κατηγορούμενοι για την υπεράσπισή τους, το Δικαστήριο δεν πείθεται για τη συνδρομή σημαντικών αιτίων που δικαιολογούν την αναβολή της δίκης στο πρόσωπό τους, δεδομένου ότι δεν εκτίθενται συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με το λόγο απουσίας, όπως η φύση της υπόθεσης στην οποία παρίσταται, ο χρόνος τελέσεως της πράξεως αυτής, ώστε να κριθεί, ενόψει και του κατωτέρω χρόνου τελέσεως της προκείμενης πράξεως, που με την τυχόν αναβολή της θα υπάρξει κίνδυνος εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, ότι επιβάλλεται η εμφάνιση στη δίκη εκείνη και όχι στην παρούσα. Επομένως, δεν κρίνεται ότι συντρέχουν σημαντικά αίτια και πρέπει το αίτημα των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης να απορριφθεί". Οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι "δεν αναφέρονται στην άνω αιτιολογία, ούτε ανεγνώσθησαν τα προσκομισθέντα και υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα δικαιολογητικά ήτοι η κλήση (1635/07) του κατηγορουμένου ... που υποστήριζε ο πληρεξούσιος δικηγόρος ενώπιον του Εφετείου Πατρών ούτε το από ... ιδιωτικό πληρεξούσιο του δικηγόρου μας που παρίστατο για λογαριασμό του στο Εφετείο Πατρών για τη δικάσιμο της 17-10-08. Από τα ανωτέρω έγγραφα πέραν των όσων προφορικά δηλώθηκαν, προκύπτει και η φύση της υποθέσεως, το ομοιόβαθμο του Δικαστηρίου και η υποχρεωτική παρουσία του δικηγόρου στο Εφετείο Πατρών δια πληρεξουσίου, διότι άλλως θα απερρίπτετο η έφεσή του ως ανυποστήρικτη...". Όμως πάλι από τα αυτά πρακτικά ως άνω προκύπτει ότι ουδέν έγγραφο προσεκομίσθη υπό των κατηγορουμένων τότε, για να αναγνωσθεί, προς επίρρωση του αιτήματος της αναβολής, ενώ, πέραν αυτού, οι νυν αναιρεσείοντες, μετά την απόρριψη του άνω αιτήματός των, διόρισαν όλοι τότε δικηγόρο τους για να τους υπερασπιστεί το δικηγόρο Ιωαννίνων Δημήτριο Μπούκα, ο οποίος και εδέχθη τον διορισμό του και παρέστη καθ'όλη την διάρκεια της δίκης. Εντεύθεν και ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, ότι εκ της ανωτέρω ελλείψεως απερρίφθη αναιτιολογήτως το αίτημα της αναβολής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 § 1 και 369 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπ'όψη του έγγραφο που δεν ανεγνώσθη κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, με την παραβίαση ούτω της ασκήσεως του απορρέοντος από το άρθρο 358 Κ.Π.Δ. δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 § 1 δ' Κ.Π.Δ. και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικος λόγος αναιρέσεως. Περίπτωση μη αναγνώσεως εγγράφου, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, υπάρχει και όταν το έγγραφο ήτο συντεταγμένο σε ξένη γλώσσα και ανεγνώσθη, χωρίς να βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ήτο σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση αυτή πάντως, πρέπει, για να επέλθει απόλυτη ακυρότης, να αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι τα αναγνωσθέντα έγγραφα είχαν συνταχθεί σε συγκεκριμένη ξένη γλώσσα και ότι ανεγνώσθησαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεώς των, αιτιώνται ότι μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, συμπεριλαμβάνεται και το υπό στοιχ. 11 "έγγραφο του ... στη γερμανική γλώσσα", χωρίς να βεβαιώνεται ότι οι κατηγορούμενοι ήσαν σε θέση να αντιληφθούν το περιεχόμενό του, προς δε βεβαιώνεται στο σκεπτικό ότι το προαναφερόμενο έγγραφο ελήφθη υπ'όψη από το δικαστήριο για την ενοχή των. Όμως από τον προσδιορισμό του εγγράφου αυτού δεν προκύπτει ότι το έγγραφο αυτό είχε πράγματι συνταχθεί στη Γερμανική γλώσσα και, σε κάθε περίπτωση, ότι ανεγνώσθη αυτούσιο και όχι σε ελληνική μετάφραση, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί ότι οι αναιρεσείοντες εστερήθησαν του δικαιώματός των να προβούν σε δηλώσεις ή εξηγήσεις επί τούτου, διότι δεν κατανοούσαν το περιεχόμενό του κατά δε την ανάγνωσή του, ουδεμία αντίρρηση προεβλήθη από τους αναιρεσείοντας όπως ασφαλώς θα εγίνετο, εάν ούτοι δεν ηδύναντο να αντιληφθούν το περιεχόμενό του. Ταύτα και ανεξαρτήτως του ότι ουδόλως βεβαιώνεται ότι το έγγραφο αυτό ελήφθη και μόνον, ειδικώς, υπ'όψη από την προσβαλλομένη απόφαση για την ενοχή των αναιρεσειόντων, αφού στο σκεπτικό της, όπως εξ αυτού προκύπτει, αναφέρεται το επίσης αναγνωσθέν, υπ'αριθμ. 9, "από 6/9/2000 έγγραφο του ... αποσταλέν με FAX", δηλαδή το μεταφρασμένο του άνω εγγράφου στην ελληνική γλώσσα που είναι συνημμένα μεταξύ των. Κατ'ακολουθίαν αυτών, ο σχετικός εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, λόγω της ανωτέρω πλημμελείας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Προκειμένου για φωτογραφίες (ή απεικονίσεις και σχεδιαγράμματα), τα έγγραφα αυτά δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλ'επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για τον σκοπό αυτό, γι'αυτό και δεν είναι επιβεβλημένος ο ειδικότερος προσδιορισμός τους μεταξύ των αποδεικτικών εγγράφων. Είναι, συνεπώς, προφανές ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι επεδείχθησαν και προσεκομίσθησαν και τοιούτου περιεχομένου έγγραφα, η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθησαν από τους διαδίκους, οι οποίοι, ούτως, έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους. Κατά συνέπειαν η αιτίαση των αναιρεσειόντων και ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως ότι, καίτοι κατά την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας προσεκομίσθησαν πέντε φωτογραφίες, "δεν προκύπτει ότι (το δικαστήριο) τις ανέγνωσε με τα πρακτικά, ούτε εάν τις έλαβε υπόψη του, ούτε εάν επισκοπήθηκαν", είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο, διότι, κατά τ' ανωτέρω, οι φωτογραφίες, ως εκ της φύσεώς των, δεν μπορούν κατά κυριολεξία να αναγνωσθούν, επομένως δεν απαιτείται και να αναφερθεί ειδικώς στα πρακτικά ότι ανεγνώσθησαν, η δε ανάγνωσή τους έχει την έννοια της επιδείξεώς των, και οι άνω φωτογραφίες ότε επεδείχθησαν, τότε και επισκοπήθηκαν από όλους, μη προκύπτοντος από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως άλλου τινός. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 1/23 Ιανουαρίου 2009 αίτηση των 1) ..., 2) ... και 3) ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 489/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντας στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) έκαστον αυτών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πρέπει να εκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες (μη οριστική) αποφάσεις, όπως είναι η περί αναβολής η μη τοιαύτη για σημαντικό αίτιο. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας όταν ελήφθη υπόψη έγγραφο που δεν ανεγνώσθη. Για το ξενόγλωσσο έγγραφο πρέπει να αναφέρεται στα πρακτικά ότι είναι συντεταγμένο σε ξένη γλώσσα και ποία και ότι ανεγνώσθη αυτούσιο και όχι σε ελληνική μετάφραση. Πρέπει να βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό του. Οι φωτογραφίες από τη φύση τους δεν αναγιγνώσκονται, αλλά επισκοπούνται. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Αναβολής αίτημα.
2
Αριθμός 1143/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Κούκιο, περί αναιρέσεως της 2329/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2010/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 372 § 1 Π.Κ. "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών· και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 374 ιδίου Κώδικος Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών..., στοιχ. ε' "αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα...". Κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' εδ. α' Π.Κ. "κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Η περίπτωση της διάταξης αυτής, είναι επιβαρυντική και προσδίδει στη πράξη της κλοπής κακουργηματικό χαρακτήρα. Ούτω για την συνδρομή της τοιαύτης επιβαρυντικής περιστάσεως, της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η άνω αιτιολογία απαιτείται και για την επιβαρυντική περίπτωση που δέχεται το δικαστήριο στο συγκεκριμένο έγκλημα και η συνδρομή της οποίας επιβαρύνει την πράξη και ασκεί επίδραση στην επιμέτρηση της ποινής. Συνεπώς ειδικότερα ως προς την κακουργηματικού χαρακτήρος κλοπή, δεν αρκεί η αναφορά των συνθηκών υπό τας οποίας ετελέσθη το έγκλημα και η τυπική χρήση του οικείου όρου της επιβαρυντικής περιστάσεως, αλλά απαιτείται να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, συγκροτούν την γενομένη δεκτή επιβαρυντική περίπτωση. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 2329/2008 απόφασή του, όπως εξ αυτής προκύπτει, εκήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για διακεκριμένη περίπτωση κλοπής, ήτοι πράξη που ετελέσθη από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα, με την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως άρθρου 84 § 2 ε' Π.Κ. και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση, τόσον όσον αφορά την κλοπή, όσον και ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως αυτής από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, κρίση την οποίαν ειδικότερα ψέγει ο τελευταίος με την κρινομένη αναίρεσή του, το άνω δικαστήριο, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής πραγματικά περιστατικά: "... Ο κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση καφετέρια στο ... και εχρειάζετο αυτοκίνητο για την εξυπηρέτηση των αναγκών του αλλά και των αναγκών της επιχειρήσεώς του, την 30ην Ιουνίου 1997 αγόρασε από τον μάρτυρα ... το υπ'αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας HONDA CRX VETEC, χρώματος μαύρου, με αριθμόν πλαισίου ... και αριθμό κινητήρος .... To αυτοκίνητο αυτό, λόγω προηγηθείσης της αγοράς του συγκρούσεως, είχε υποστεί εκτεταμένες υλικές ζημίες, για την αποκατάσταση των οποίων απητείτο δαπάνη άνω των 2.000.000 δρχ. Όμως, ο κατηγορούμενος δεν ήτο διατεθειμένος να δαπανήσει το ως άνω ποσόν και για τον λόγον αυτόν την 18ην Ιουνίου 1998 αφήρεσε από την κατοχή του ..., για να ιδιοποιηθεί παρανόμως, το σταθμευμένο στην οδόν ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του τελευταίου, το οποίον ήτο της ιδίας μάρκας, ιδίου τύπου και ιδίου χρώματος με το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και είχε αριθμό κυκλοφορίας ..., αριθμό πλαισίου ... και αριθμό κινητήρος .... Ο παθών είχε καταγγείλει στο Α.Τ. Άνω Πατησίων την κλοπή του αυτοκινήτου του, το οποίον, αφού περιήλθε παρανόμως στην κατοχή του κατηγορουμένου, υπέστη παραποίηση από αυτόν. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. πρωτ. 3022/23/552-α/29-4-1999 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης αυτοκινήτου του Τμήματος Εργαστηρίων της Δ/ΝΣΗΣ ΕΓΚΛ/ΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, η οποία είναι συνημμένη στο υπ'αριθ. πρωτ. 3022/23/552-β/30-4-1999 έγγραφο της ιδίας υπηρεσίας, απέκοψε από το κλαπέν αυτοκίνητο το τμήμα της λαμαρίνας στο οποίο ήτο χαραγμένος ο εργοστασιακός αριθμός του πλαισίου του και στην θέση του συγκόλλησε το αντίστοιχο τμήμα με τον αριθμό πλαισίου του τρακαρισμένου αυτοκινήτου το οποίον κατά τα ανωτέρω είχε αγοράσει ο κατηγορούμενος, ούτως ώστε να δίδεται η εντύπωση ότι το κλαπέν αυτοκίνητο, το οποίον ο κατηγορούμενος έθεσε κατόπιν παραποιημένο κατά το εν λόγω στοιχείον σε κυκλοφορία αφού επί πλέον αντικατέστησε σε αυτό τις πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας του με τις πινακίδες του δικού του ως άνω αυτοκινήτου, ήτο δήθεν το αγορασθέν από εκείνον αυτοκίνητο. Τελικώς όμως η αστυνομία συνέλαβε τον κατηγορούμενον και κατέσχεν εις χείρας του το κλαπέν αυτοκίνητο, το οποίο ανεγνωρίσθη από τον παθόντα .... Από τα ανωτέρω και ειδικότερα από την υποδομή την οποία είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος, ήτοι από την αναπτυχθείσα από τον ίδιον ικανότητα να κλέψει το ως άνω πολυτελές αυτοκίνητο και να παραποιήσει τα στοιχεία του με πλαστογραφία του αριθμού πλαισίου του και ακολούθως να το θέσει σε κυκλοφορία, προκύπτει πρόθεση του κατηγορουμένου για επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της κλοπής αυτοκινήτου και σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Επομένως, σύμφωνα και με την εκτεθείσα στην αρχή σκέψη, ο τα αντίθετα υποστηρίζων σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί της κακουργηματικής μορφής της πράξεώς του κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' Π.Κ. και ειδικότερα και ο ισχυρισμός του ότι "στην περίπτωση δε αυτή απαιτούνται τουλάχιστον δύο πράξεις", είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ακολούθως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σε αυτόν πράξεως, να αναγνωρισθεί δε στον ίδιον η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 ε' Π.Κ., η οποία ανεγνωρίσθη και πρωτοδίκως". Με τις παραδοχές αυτές όλες το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τ' άνω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό του τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τόσο την κλοπή, κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία αυτής, όσο και την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεώς της και δη τον σκοπό του κατηγορουμένου για πορισμό εισοδήματος που προκύπτει από την υποδομή, την οποίαν είχε διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως της κλοπής, και συνεπώς ορθώς εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 372 § 1, 374 στοιχ. ε' και 13 εδ. στ' Π.Κ., τις οποίες δεν παρεβίασεν ούτε εκ πλαγίου. Κατ' ακολουθίαν αυτών οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ'ό μέρος δε με αυτούς και υπό την επίκλησή των πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αυτοί είναι απαράδεκτοι, Μετά ταύτα, πρέπει, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως, να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2329/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 372 παρ. 1, 374 ΠΚ. Πότε διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως κακουργηματικής κλοπής. Πότε κατ' επάγγελμα τέλεση. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κλοπή.
0
Αριθμός 1142/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πρωτοπαπά, περί αναιρέσεως της 4617Α, 4745/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βουκελάτο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.9.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1727/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ, υπάλληλος στα καθήκοντά του οποίου ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας) που είναι σχετικό με την υπηρεσία, προϋποθέτει α) πρόσωπο του δράστη ο οποίος είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και ο οποίος ενεργεί μέσα στα όρια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή και υπάλληλο μη αρμόδιο, στον οποίο όμως το έγγραφο είναι εμπιστευμένο ή προσιτό, ως εκ της υπηρεσίας του και β) έγγραφο δημόσιο, κατά την έννοια των άρθρων 13γ' του ΠΚ και 438 του ΚΠολΔ, που έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, για ό,τι βεβαιώνεται στο περιεχόμενό του και βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς γεγονότος που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Εν σχέσει με την υλική αρμοδιότητα του υπαλλήλου, στο άρθρο 14 παρ.2 του Ν. 1599/1986 ορίζεται ότι η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής των πολιτών γίνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή. Ειδικώς, για τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από υπαλλήλους της αστυνομικής αρχής, στο άρθρο 24 του Π.Δ 75/1987 ορίζεται ότι οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας μπορούν να βεβαιώνουν το ιδιόχειρο της υπογραφής των πολιτών επάνω σε έγγραφα τα οποία υπογράφουν ενώπιον του αρμοδίου οργάνου (παρ.1) και ότι αρμόδιοι για τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής είναι όλοι οι Αξιωματικοί Ανθυπαστυνόμοι και Αρχιφύλακες που είναι ανακριτικοί υπάλληλοι καθώς και οι πολιτικοί υπάλληλοι που είναι προϊστάμενοι οργανικών υπηρεσιών κλιμακίων (παρ.2) τέλος δε, κατά το εδάφιο β' της ίδιας παραγράφου 2, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ 149/1993, η αρμοδιότητα αυτή μπορεί να ασκείται και από το υπόλοιπο αστυνομικό και πολιτικό προσωπικό, ύστερα από διαταγή του προϊσταμένου της οικείας Αστυνομικής Αρχής. Από τους ορισμούς των τελευταίων διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι εφόσον η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής γίνεται από αστυνομικό υπάλληλο ο οποίος έχει τον βαθμό του Ανθυπαστυνόμου, η προς τούτο αρμοδιότητά του απορρέει ευθέως από το νόμο και δεν εξαρτάται από προηγούμενη διαταγή του προϊσταμένου της οικείας Αστυνομικής αρχής. 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης (άρθρο 30 παρ. 1 ΠΚ), που είναι η άγνοια (πλάνη σε ευρεία έννοια), με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη σε στενή έννοια) του δράστη για κάποιο ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, που αποκλείει τον καταλογισμό, πρέπει, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Εξάλλου λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4617Α-4745/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών η οποία ανεστάλη. Το δικαστήριο, με την κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο κατηγορούμενος, στην ..., κατά τους παρακάτω χρόνους, ως υπάλληλος, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, με περισσότερες πράξεις του, που αποτελούσαν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση, σε τέτοια έγγραφα βεβαίωσε ψευδώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, αυτός, ως αστυνομικός, με το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου, που υπηρετούσε στο Α.Τ. ..., στις 16/10/02, 19/5/03 και 16/10/03, με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς το γνήσιο της υπογραφής της μηνύτριας Ψ στο σώμα καθεμιάς από τις παρακάτω υπεύθυνες δηλώσεις και συγκεκριμένα: α) στην από 16/10/02 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/86, απευθυνόμενη στη ΔΕΗ ..., με τα στοιχεία ταυτότητας της μηνύτριας, με την οποία φερόταν αυτή, ότι εξουσιοδοτούσε το θείο της ΑΑ, να υπογράψει όλα τα έγγραφα στη ΔΕΗ ..., για αλλαγή ρολογιού της ΔΕΗ, β) στην από 19/5/03 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/86, με τα στοιχεία ταυτότητας της μηνύτριας, με την οποία φερόταν αυτή, ότι εξουσιοδοτούσε το λογιστή της ΒΒ να διεκπεραιώσει όλες τις υποθέσεις της στην Εφορία της ... και να υπογράψει για εκείνη για τη διακοπή της επιχείρησής της και γ) στην από 16/10/03 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/86, απευθυνόμενη στο Ταμείο Εμπόρων, με τα στοιχεία ταυτότητας της μηνύτριας, με την οποία φερόταν αυτή, να δηλώνει, ότι δεν ήταν ποτέ εγγεγραμμένη στο ΕΒΕΑ. Όμως, η μηνύτρια δεν είχε προσέλθει ενώπιον του κατηγορουμένου, στο παραπάνω Α.Τ, κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες και δεν είχε θέσει την υπογραφή της στις επίμαχες υπεύθυνες δηλώσεις, οι δε φερόμενες ως υπογραφές της σ' αυτές ήσαν πλαστές, όπως με πληρότητα αναλύεται, ιδίως, στην από 14/11/05 έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου ..., που ο ίδιος επιβεβαίωσε, εξεταζόμενος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου. Η μηνύτρια ήταν ανιψιά του ΒΒ, ο οποίος διατηρούσε ατομική επιχείρηση εστιατορίου στην οδό ... αρ. ..., στην ... και η οποία λειτούργησε στο όνομα της μηνύτριας κατά το χρονικό διάστημα από 1/8/2000 έως 20/5/03, ενώ έκτοτε οι σχέσεις τους διαταράχτηκαν. Εντεύθεν οι ψευδείς βεβαιώσεις του κατηγορουμένου στις επίμαχες υπεύθυνες δηλώσεις, περί του γνησίου της υπογραφής της μηνύτριας, μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες στις έννομες σχέσεις της μηνύτριας με τις παραπάνω υπηρεσίες, ενόψει του ότι αυτή δεν τις είχε υπογράψει και δεν ανταποκρίνονταν στο περιεχόμενο της βουλήσεώς της. Ο κατηγορούμενος στην ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου απολογία του αποδέχτηκε, ότι εκείνος βεβαίωσε το γνήσιο της φερόμενης ως υπογραφής της μηνύτριας, παρέχοντας αντιφατικές εξηγήσεις περί τούτου, ισχυριζόμενος αρχικά ότι πιθανόν να υπέγραψε η ίδια η μηνύτρια και στη συνέχεια ότι μπορεί να ήλθε άλλη γυναίκα με την ταυτότητα της μηνύτριας και να εξαπατήθηκε. Όμως, ανεξάρτητα από το ότι δεν αποδεικνύεται, ποιο πρόσωπο προσκόμισε τις επίμαχες πλαστές δηλώσεις στον κατηγορούμενο για να βεβαιώσει το γνήσιο της υπογραφής, γεγονός είναι ότι η κατηγορουμένη δεν είχε προσέλθει εκεί κατά τις παραπάνω ημερομηνίες, ούτε είχε παραδώσει την αστυνομική της ταυτότητα σε άλλον προς τούτο. Έτσι, ο κατηγορούμενος με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς το γνήσιο της υπογραφής της μηνύτριας στις εν λόγω υπεύθυνες δηλώσει και πρέπει, να κηρυχτεί ένοχος για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, που του αποδίδεται. Όμως, θα του επιβληθεί μειωμένη ποινή, διότι μέχρι το χρόνο της πράξης του έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρα 83 και 84 παρ.2α ΠΚ) ...". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 242 παρ.1 του ΠΚ την οποία εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα δε, αναφέρεται στην αιτιολογία, ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κατά τον χρόνο τέλεσης των μερικοτέρων πράξεων της ψευδούς βεβαιώσεως, είχε τον βαθμό του Ανθυπαστυνόμου, και συνεπώς είχε υλική αρμοδιότητα για τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής. Περαιτέρω, επαρκώς αιτιολογείται η γνώση του κατηγορουμένου ότι στις υπεύθυνες δηλώσεις δεν είχε τεθεί η υπογραφή της πολιτικώς εναγούσης το γνήσιο της οποίας βεβαίωσε, αφού κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η πολιτικώς ενάγουσα δεν είχε εμφανισθεί και δεν είχε υπογράψει ενώπιον του κατηγορουμένου το κείμενο των υπευθύνων δηλώσεων, ούτε είχε παραδώσει την αστυνομική της ταυτότητα σε άλλο πρόσωπο που τις προσκόμισε προς το σκοπό της βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής. Τέλος, διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι οι ψευδείς βεβαιώσεις του κατηγορουμένου στις υπεύθυνες δηλώσεις μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και αναφέρονται αυτές, σύμφωνα με το παραπάνω περιεχόμενο των υπευθύνων δηλώσεων, στις έννομες σχέσεις της πολιτικώς ενάγουσας με την ΔΕΗ, την ... Εφορία ... και το Ταμείο Εμπόρων. Η αιτίαση ότι το δικαστήριο χωρίς αιτιολογία απέρριψε τον περί πραγματικής πλάνης (άρθρο 30 παρ.1) αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου που προβλήθηκε με την απολογία του, είναι αβάσιμη και απορριπτέα διότι, τα επικαλούμενα, προς θεμελίωση της πραγματικής πλάνης, πραγματικά περιστατικά: "πιθανόν να υπέγραψε η ίδια η μηνύτρια και έβαλε την υπογραφή της έτσι που εκείνη γνωρίζει ... μπορεί να ήλθε άλλη γυναίκα με την ταυτότητά της και εξαπατήθηκα ... ποτέ θα έβαζα την υπογραφή μου διακινδυνεύοντας την καριέρα μου ..." δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης, εφόσον με την επίκληση των ανωτέρω δεν προβάλλεται άγνοιά του ή εσφαλμένη αντίληψή του για συστατικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως που του αποδίδεται, σε κάθε περίπτωση δε, με πλήρη αιτιολογία απερρίφθη ο ισχυρισμός αυτός, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως. Περαιτέρω, αβάσιμη και απορριπτέα είναι και η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήχθη στην περί της ενοχής κρίση από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, χωρίς στο προοίμιο του σκεπτικού της να διαλαμβάνει ότι εξετίμησε την χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς εναγούσης και τις καταθέσεις των μαρτύρων της πολιτικής αγωγής που είχαν προταθεί από αυτήν (πολιτικώς ενάγουσα). Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, συνιστά μαρτυρία, δεν είναι δε αναγκαίο ως τέτοια, να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, ειδικότερα μάλιστα, όταν προκύπτει με βεβαιότητα, από το όλο περιεχόμενο αυτής (αιτιολογίας), ότι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και η κατάθεση αυτού. Ούτε, εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, έπρεπε να γίνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ειδική αναφορά των μαρτύρων οι οποίοι κλητεύθηκαν και εξετάσθηκαν κατ' αίτηση της πολιτικώς εναγούσης αυτού, αφού και οι μάρτυρες αυτοί είναι μάρτυρες κατηγορίας. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νομίμου βάσεως ως προς στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 242 παρ.1 του Π.Κ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ.Α και 171 παρ. 1α του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, αποτελεί και η απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ένεκα μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επικαλούμενος προς τούτο τα ακόλουθα "... Η έφεσή µου κατά της πρωτόδικης 5252/2007 απόφασης εισήχθη στο Τριµελές Εφετείο κατά τη δικάσιµο της 11.6.2008 µαζί µε έφεση του Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών Αθηνών, η οποία είχε ασκηθεί κατά της ίδιας αποφάσεως, κατά το µέρος της µε το οποίο είχε κηρυχθεί αθώα η σε πρώτο βαθµό συγκατηγορούµενή µου ΓΓ για το αδίκηµα της πλαστογραφίας, για το οποίο είχε κατηγορηθεί. Αµέσως µετά την έναρξη της συνεδριάσεως του Τριµελούς Εφετείου, την εµφάνιση εµού και της προαναφερθείσας συγκατηγορούµενής µου και τον διορισµό από κάθε ένα από εµάς των συνηγόρων µας, ο Αντιεισαγγελέας Εφετών που µετείχε της συνθέσεως, Σ. Μπάγιας, υπέβαλε στο Δικαστήριο κατά το άρθρο 23 του Κ.Π.Δ. δήλωση αποχής από τα καθήκοντά του από λόγους ευπρέπειας και ειδικότερα επειδή συνδεόταν µε πνευµατική συγγένεια µε τον διορισθέντα στο ακροατήριο συνήγορο της συγκατηγορούµενής µου, Γ. Μπόµπορα. Η δήλωση αποχής έγινε δεκτή από το Δικαστήριο σε συµβούλιο, αφού προηγουµένως ο δηλώσας αποχή Αντιεισαγγελέας αναπληρώθηκε από την Αντιεισαγγελέα Εφετών Ε. Πανταζή, που ορίσθηκε αναπληρώτρια µε την από 11.6.2008 πράξη του Διευθύνοντος την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Μετά την απαγγελία της αποφάσεως αυτής η συνεδρίαση συνεχίσθηκε µε τη συµµετοχή της ίδιας αναπληρώτριας Αντεισαγγελέας και η συγκατηγορουμένη µου υπέβαλε στο Δικαστήριο ένσταση, µε την οποία ζήτησε να κηρυχθεί απαράδεκτη η εναντίον της έφεση του Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών. Μετά την υποβολή της ενστάσεως αυτής και της σχετικής προτάσεως της αναπληρώτριας Αντιεισαγγελέως, η συνεδρίαση διακόπηκε για τη δικάσιµο της 19.6.2008. Κατά την έναρξη της συνεδριάσεως της 19.6.2008, στην οποία µετείχε η αναπληρώτρια Αντιεισαγγελέας, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του επί της ανωτέρω ενστάσεως, µε την οποία κήρυξε την έφεση του Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών κατά της συγκατηγορουμένης µου ως απαράδεκτη. Μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής αποχώρησαν η συγκατηγορουμένη µου και ο προαναφερθείς συνήγορός της και η συζήτηση της υποθέσεως συνεχίσθηκε µόνο όσον αφορά τη δική µου έφεση κατά της πρωτόδικης, καταδικαστικής για εµένα, αποφάσεως και εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόµενη καταδικαστική απόφαση. Στη συνεδρίαση µετείχε, όµως, η αναπληρώτρια Αντιεισαγγελέας και, για τον λόγο αυτό η προσβαλλόµενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ειδικότερα για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόµενη απόφαση. Διότι: (α) Ο λόγος αποχής του αρχικά µετασχόντος στη σύνθεση του Δικαστηρίου Αντιεισαγγελέα, που δηλώθηκε από τον ίδιο και έγινε δεκτός από το Δικαστήριο κατά τη συνεδρίαση της 11.6.2008, απέρρεε, σύµφωνα µε τα πρακτικά, από πνευµατική συγγένεια του ίδιου προς τον συνήγορο της συγκατηγορουμένης µου. Μετά την κήρυξη ως απαράδεκτης της εφέσεως του Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών Αθηνών κατά της απαλλαγής της συγκατηγορουμένης µου, η πρωτόδικη απαλλαγή αυτής κατέστη τελεσίδικη, το Δικαστήριο δεν είχε πλέον εξουσία να επιληφθεί της υποθέσεως, όσον αφορά τη συγκατηγορουμένη µου, και άρα η τελευταία έπαψε να είναι διάδικος. Μετά την τελεσιδικία της απαλλαγής της συγκατηγορουμένης µου εξέλιπε, λοιπόν, ο λόγος αποχής του αρχικά µετασχόντος στη σύνθεση του Δικαστηρίου Αντιεισαγγελέα, ο οποίος είχε γίνει δεκτός από το Δικαστήριο και απέρρεε από τη σχέση του µε τον συνήγορο της (µη διαδίκου πλέον) συγκατηγορουμένης µου. Συνεπώς, από το σηµείο εκείνο της διαδικασίας και ύστερα, έπαυσε να συντρέχει και ο λόγος της αναπληρώσεως του αρχικά µετασχόντος Αντεισαγγελέα ούτε συνέτρεχε άλλος λόγος αποκλεισµού ή εξαιρέσεώς του ή κάποιο κώλυµα αυτού. Η αναπλήρωσή του, συνεπώς, παρά την έλλειψη λόγου αποχής, αποκλεισµού ή εξαιρέσεως ή κωλύµατος προσκρούει στο άρθρο 8 παρ. 1 του Συντάγµατος και στα άρθρα 17 παρ. Β (7) και 24 παρ. 6 του ν. 1756/1998 (β) Σύµφωνα µε τα πρακτικά, ο ορισµός της Αντιεισαγγελέως Εφετών Ε. Πανταζή ως αναπληρώτριας του αρχικά µετασχόντος στη σύνθεση Αντιεισαγγελέως έγινε µε την από 11.6.2008 πράξη του Διευθύνοντος την Εισαγγελία Εφετών, η οποία εκδόθηκε µετά την υποβολή της ανωτέρω δηλώσεως αποχής. Δεν προκύπτει, όµως, αν ο ορισµός της αναπληρώτριας έγινε µε τήρηση της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 5 του ν. 1756/1998, όπως ισχύει, περί κληρώσεως των αναπληρωµατικών δικαστών και εισαγγελέων ...". Με τα άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά τα οποία, αναφορικά με τη δήλωση αποχής του Αντισαγγελέα Σ. Μπάγια και τους λόγους αυτής, την αποδοχή αυτής με απόφαση του δικαστηρίου (σε συμβούλιο), την απόρριψη της εφέσεως του εισαγγελέα πρωτοδικών ως απαράδεκτης, προκύπτουν από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από τη συμμετοχή στη σύνθεση του δικαστηρίου της αντεισαγγελέα εφετών Ε. Πανταζή, δεν παραβιάσθηκαν οι άνω διατάξεις και δεν προκλήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Το δικαστήριο, κατά τα ρητώς αναφερόμενα στο διατακτικό της παρεμπίπτουσας αποφάσεώς του, δέχθηκε τη δήλωση αποχής του αντεισαγγελέα Σ. Μπάγια από την όλη ποινική υπόθεση με κατηγορουμένους τον αναιρεσείοντα και την συγκατηγορουμένη του ΓΓ. Επομένως, νομίμως μετέσχε στη σύνθεση του δικαστηρίου ως αναπληρώτρια εισαγγελέας η Ε. Πανταζή σε όλες τις μετέπειτα διαδικαστικές πράξεις, από το γεγονός δε ότι ακολούθως το δικαστήριο, με τη συμμετοχή στη σύνθεσή του της άνω αναπληρώτριας εισαγγελέα, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του εισαγγελέα πρωτοδικών για την άνω κατηγορούμενη ΓΓ, δεν συνάγεται ότι εξέλιπε ο λόγος της αποχής του Σ. Μπάγια και της αναπληρώσεώς του και ότι εφεξής έπρεπε αυτός να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου. Τέλος, από τα πρακτικά της παραμπίπτουσας για το θέμα της δήλωσης αποχής αποφάσεως του δικαστηρίου, προκύπτει ότι η εισαγγελέας Ε. Πανταζή συμμετέσχε στη σύνθεση του δικαστηρίου ως αναπληρώτρια εισαγγελέας υπό την έννοια ότι είχε κληρωθεί ως τοιαύτη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 17 παρ.4 και 5 του Ν.1756/1998, πλεοναστικώς δε στα άνω πρακτικά γίνεται μνεία της από 11-6-2008 πράξης του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Εφετών. Συνεπώς και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του Κ.Π.Δ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς εναγούσης Ψ (άρθρα 583 Κ.Π.Δ 176, 183 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4617Α-4745/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής βεβαίωση, Δικαστηρίου σύνθεση.
0
Αριθμός 1141/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Στελλούδη, περί αναιρέσεως της 163/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1653/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. (ολ. Α.Π. 1/2005). Περαιτέρω η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 § 2 και 332 § 2 Κ.Π.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφ'όσον όμως προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνον η επίκληση της νομικής διατάξεως, η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίον είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία, να αναπτυχθεί δε και προφορικά (άρθρ. 141 § 2 και 331 Κ.Π.Δ.) και τούτο δια να μπορέσει ο δικαστής ύστερα από αξιολόγηση, να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (ολ. Α.Π. 2/2005). Τοιούτος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο για παραβάσεις του Νόμου 1729/1987 "καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις", ή τον συνήγορό του της συνδρομής της περιπτώσεως του άρθρου 13 § 1 του ιδίου νόμου όπως ισχύει, η οποία καλύπτει εκείνους που απέκτησαν την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών (ουσιών) και την οποία δεν μπορούν να αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις και έχει ως συνέπεια την ηπιώτερη ποινική μεταχείριση του δράστου (παράγρ. 4). Δια να είναι όμως σαφής και ορισμένος αυτός ο ισχυρισμός και να προκύπτει, εντεύθεν, υποχρέωση του δικαστηρίου να τον εξετάσει και να αιτιολογήσει την σχετική κρίση του, δεν αρκεί μόνον η επίκληση του όρου ότι εκείνος είναι "τοξικομανής" αλλά πρέπει, για την θεμελίωσή του, να γίνεται επίκληση και των κατά την άνω διάταξη πραγματικών περιστατικών, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος από την χρήση των ναρκωτικών ουσιών απέκτησε την έξη της χρήσεως αυτών, την οποίαν δεν μπορεί να αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις. Οσάκις, συνεπώς, προβάλλεται ενώπιον του δικαστηρίου σαφής και ορισμένος ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής, το δικαστήριο οφείλει, εάν απορρίψει τον αυτοτελή ισχυρισμόν αυτό, να αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του, διαλαμβάνοντας αρνητικά περιστατικά ειδικώς και συγκεκριμένως. Όταν δε έχει διαταχθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη προς διαπίστωση τοξικομανίας ή μη στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, δικαιούται μεν το δικαστήριο να κρίνει ελευθέρως το περιεχόμενο αυτής (άρθρ. 177 § 1 Κ.Π.Δ.), αλλά σε περίπτωση απορρίψεως του θετικού της αποτελέσματος, έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά αυτής (υπ'αριθμ. 163/2007 του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου), ο συνήγορος του αναιρεσείοντος υπέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί τοξικομανίας του, ήτοι ότι "τυγχάνει τοξικομανής, μη δυνάμενος να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών". Επί του σαφούς και ορισμένου αυτού αυτοτελούς ισχυρισμού, το άνω δικαστήριο, με την απόφασή του, απήντησεν ως εξής: "Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι είναι από την ηλικία, των 16 ετών χρήστης κοκαΐνης και εξαρτημένος ήδη απ' αυτή, προμηθεύτηκε δε και τα 132 συνολικά γραμμάρια κοκαΐνης, που κατείχε για δική του αποκλειστικά χρήση. Οι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί τον κατηγορουμένου δεν αποδεικνύονται βάσιμοι και είναι απορριπτέοι, αφού ναι μεν στην από 26.05.2005 έκθεση τον ψυχιάτρου ..., που διορίστηκε με την 9/2005 διάταξη του Ανακριτή Σπάρτης πραγματογνώμων, διαλαμβάνεται το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είναι ναρκομανής-τοξικομανής, που ποτέ δεν προσπάθησε να διακόψει τη χρήση της κοκαΐνης και εκφράζει την επιθυμία να μπει σε κοινότητα για απεξάρτηση, όμως το συμπέρασμα αυτό είναι παντελώς αναιτιολόγητο, αφού στην έκθεση του ο πραγματογνώμονας δεν αναφέρει τη μέθοδο και τη διάρκεια της εξετάσεως στην οποία υπέβαλε τον κατηγορούμενο, το είδος (σωματική ή ψυχική) και το βαθμό της εξαρτήσεως που αυτός διέγνωσε στον κατηγορούμενο, την ύπαρξη σχετικών ενδείξεων ή συμπτωμάτων στον κατηγορούμενο, όπως στερητικό σύνδρομο, βλάβη των ρινικών εισόδων κλπ, σε κάθε δε περίπτωση δεν αναφέρεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ότι ο κατηγορούμενος πληροί τρία τουλάχιστον από τα κριτήρια που διαλαμβάνονται στην παράγραφο 2 της Α2β/οικ.3982/7.10.1987 αποφάσεως τον Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως ρητά επιτάσσει η παράγραφος 3 της αποφάσεως αυτής σε συνδυασμό με το αρθρ. 13§§2 και 3 ν. 1729/1987. Προφανώς ο πραγματογνώμονας στήριξε το ως άνω συμπέρασμά του μόνο σε όσα του διηγήθηκε ο κατηγορούμενος, δηλαδή ότι χρειαζόταν τότε 3 γραμμάρια ημερησίως κοκαΐνης, ισχυρισμός όμως που δεν επιβεβαιώνεται, αν ληφθεί υπόψη ότι μετά τη σύλληψή του δεν εμφάνισε το οποιοδήποτε στερητικό σύνδρομο, μολονότι καθ' όλη τη διάρκεια της κρατήσεώς του στη φυλακή, όπως ο ίδιος δέχεται, δεν κατέφυγε σε υποκατάστατες της κοκαΐνης ναρκωτικές ουσίες. Το γεγονός δε ότι στα δείγματα αίματος και ούρων του κατηγορουμένου, την επομένη της συλλήψεώς του ημέρα, ανιχνεύθηκε η παρουσία κοκαΐνης κατά την τοξικολογική εξέταση, που διενεργήθηκε στο εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας τον Πανεπιστημίου Αθηνών, δεν αρκεί για να θεωρηθεί αυτός εξαρτημένος οπωσδήποτε από τη χρήση της κοκαΐνης και μόνο ως περιστασιακός χρήστης μπορεί ενδεχομένως να χαρακτηριστεί ... Γενικώς η όλη κοινωνική παράσταση του κατηγορουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, όπως σκιαγραφήθηκε από τους εξετασθέντες μάρτυρες, δεν καταδεικνύει άτομο εξαρτημένο από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών". Με αυτά που εδέχθη το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη, καθώς και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά τα οποία εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 § 1 περ. β' και ζ' Ν. 1729/1987, που εφήρμοσε. Για να καταλήξει δε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς (δηλαδή) να δεχθεί ότι ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής, το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του "τις ένορκες επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό, με τους ισχυρισμούς και την απολογία του κατηγορουμένου", όπως εν αρχή του αιτιολογικού αναφέρεται. Εξ αυτών αναμφιβόλως και ανενδοιάστως προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του "την από 26/5/2006 ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του Ψυχιάτρου Σπάρτης ... που διενεργήθηκε ύστερα από την 9/2005 διάταξη του Ανακριτή Σπάρτης", την οποίαν εκθέτει σαφώς στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, τις υπ'αριθμ. ... εκθέσεις τοξικολογικής εξετάσεως του εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, αφού και αυτές στα αναγνωσθέντα έγγραφα περιλαμβάνονται, προς δε περιλαμβάνονται και στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και δεν είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εκτίθεται ειδικώς τί προέκυψε από τις συγκεκριμένες αυτές εκθέσεις, ούτε είναι απαραίτητη η συσχέτιση και σύγκριση αυτών με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία ανεγνώσθησαν, σύμφωνα με τα πρακτικά της προσβαλλομένης. Τέλος το ότι αναφέρεται εις αυτήν ότι "η όλη κοινωνική παράσταση του κατηγορουμένου ... δεν καταδεικνύει άτομο εξαρτημένο", τούτο γίνεται εκ του περισσού, αφού, κατά τ'άνω, υπάρχει πλήρης αιτιολογία για την απόρριψη του περί τοξικομανίας ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Συνεπώς ο σχετικός μόνος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση, καθ'όλα αυτού τα σκέλη και δη ότι, κατά λέξη, "η απόφαση αναφέρει μεν αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους δεν έκανε δεκτή την από 26/5/2005 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, περιγράφοντας λεπτομερώς τις "πλημμέλειες" αυτής ωστόσο δεν καθίσταται σαφές εάν και σε ποιο αξιολογικό συσχετισμό προέβη σε σχέση με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, κυρίως δε με τις εκθέσεις τοξικολογικής εξέτασης", "δεν συνάγεται μετά βεβαιότητος, από το σκεπτικό της ότι πράγματι έλαβε υπ'όψη της και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, καθώς δεν φαίνεται να προέβη σε κανένα αξιολογικό συσχετισμό αυτών με την ως άνω πραγματογνωμοσύνη και τις εκθέσεις τοξικολογικής εξετάσεως" και τέλος (ότι) η διαπίστωση ή μη της τοξικομανίας δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο περιγραφής από τον οποιοδήποτε μάρτυρα" είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ'ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 163/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εφ' όσον είναι ορισμένοι. Ισχυρισμός περί τοξικομανίας. Πότε ορισμένος. Όταν έχει διαταχθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη προς διαπίστωση της τοξικομανίας ή μη, το δικαστήριο την κρίνει μεν ελευθέρως, σε περίπτωση όμως απορρίψεως του θετικού της αποτελέσματος υποχρεούται να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1139/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σταματογιάννη, περί αναιρέσεως της 17/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Σεπτεμβρίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1711/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου οι από 10-9-2008 και 10-9-2008, αιτήσεις αναιρέσεως που ασκήθηκαν από τους κατηγορουμένους, Χ1 και Χ2, κατά της υπ' αριθμό 17/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης, των οποίων οι λόγοι είναι ταυτόσημοι και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της συνάφειάς τους, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 500 εδ. γ και 501 παρ.1 του Κ.Π.Δ, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως η δια συνηγόρου (όπου τούτο επιτρέπεται), η έφεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εφόσον διαπιστώνεται ότι ο εκκαλών κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Η απόφαση αυτή μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση για οποιονδήποτε λόγο από τους περιοριστικά διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 και 166 του Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι στην περίπτωση που ο εκκαλών κλητεύθηκε με κλήση προς συζήτηση της εφέσεώς του, αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, η μνεία του αποδεικτικού κλητεύσεώς του και η χρονολογία τούτου, ώστε να προκύπτει η εμπρόθεσμη κλήτευσή του κατά το άρθρο 166 ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται και ειδικότερος προσδιορισμός των στοιχείων εγκυρότητας της κλήσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε τις εφέσεις των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, ως ανυποστήρικτες λόγω της απουσίας τους, με την εξής αιτιολογία: "Επειδή, όπως προκύπτει από τα ... δυο (2) αποδεικτικά του ..., επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, οι από 29-8-2003 κλήσεις για να εμφανιστούν οι κατηγορούμενοι στο Δικαστήριο, επιδόθηκαν για τον μεν πρώτο κατηγορούμενο, Χ1 στον ίδιο, για τον δε δεύτερο κατηγορούμενο Χ2, στον σύνοικο αδελφό του, Χ1. Επομένως, οι κατηγορούμενοι έχουν νόμιμα κλητευθεί για να εμφανιστούν σήμερα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και να υποστηρίξουν τις εφέσεις τους, κατά της με αριθμό 557/19-12-2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, και τους έχει νόμιμα κοινοποιηθεί ο κατάλογος των μαρτύρων κατηγορίας που πρόκειται να εξεταστούν. Επομένως, αφού δεν εμφανίστηκαν, πρέπει να απορριφθούν οι εφέσεις τους, ως ανυποστήρικτες και να καταδικαστούν οι κατηγορούμενοι στα έξοδα της δίκης εκ 250 ευρώ ο καθένας". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Για την πληρότητά της δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ειδικότερα στην απόφαση, ο ακριβής τόπος και χρόνος επιδόσεως, στοιχεία τα οποία διαλαμβάνονται στα σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως, όπως επίσης, δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται εάν ο τόπος επιδόσεως, ήταν και ο τόπος της μόνιμης διαμονής των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων, ή γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση δεν κάνει μνεία του αριθμού των κλήσεων, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως, με τον οποίο ισχυρίζονται αυτοί ότι το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, γιατί, το Δικαστήριο που την εξέδωσε "ανεξαρτήτως της απουσίας των εκκαλούντων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την εκδίκαση των εφέσεών τους, τούτο όφειλε να προβεί, στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως και να προχωρήσει στην οριστική παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής, και όχι να απορρίψει ως ανυποστήρικτες τις εφέσεις τους", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Τούτο, γιατί, ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, ούτε άλλωστε, συνέτρεχε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (κατά την 24-1-2007), παραγραφή των αδικημάτων, (τα οποία φέρονται να έχουν τελεσθεί από το μήνα Ιούνιο του 2001 έως 30-11-2001), ή άλλη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 501 παρ.4 του ΚΠΔ, ώστε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να όφειλε να προχωρήσει στην έρευνα της υποθέσεως.- Επειδή, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171Κ.Π.Δ). Κατά το τελευταίο άρθρο του ίδιου Κώδικα, τέτοια ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο ακόμη προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού των δικαστηρίων, για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Δικαστήριο που την εξέδωσε συγκροτήθηκε από τους παρακάτω Δικαστές: Ελένη Σπίτσα Πρόεδρο Εφετών, ως Πρόεδρο, και ως μέλη τους εφέτες, Ναπολέοντα Ζούκα, Γρηγόριο Παπαδημητρίου, Μαρία Ρώμπη και Μαίρη Ζαχαριάδου, χωρίς να σημειώνεται οποιαδήποτε αναπλήρωση κάποιου μέλους, ούτε το τυχόν κώλυμα τους. Συνεπώς, η αιτίαση των αναιρεσειόντων, που αποτελεί και αυτοτελή λόγο αναιρέσεως, και με τον οποίο πλήττεται η ως άνω απόφαση, με την επίκληση ότι επί της αρχικής σελίδας της δικογραφίας, (προφανώς επί του εξωτερικού φακέλου αυτής), σημειώνεται προς επισήμανση, ότι κωλύονται οι εφέτες Αποστολάκης και Πελεκούδα, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Τέλος, δεν επήλθε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού από τα επισκοπούμενα πρακτικά της αποφάσεως, δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα, η επικαλούμενη μεταβολή της σειράς συζητήσεως της υποθέσεως από το οικείο έκθεμα. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα πρέπει να επιβληθούν χωριστά για τον καθένα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθμό 32 και 33/10-9-2008 αιτήσεις του Χ1, κατοίκου ..., καιΧ2, για αναίρεση της υπ' αριθμό 17/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αρχαιότητες. Υπεξαίρεση κλπ. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του νόμου περί αρχαιοτήτων - παράνομη ανασκαφή κλπ, με την επίκληση των λόγων αναιρέσεως: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης (δεν απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός των στοιχείων εγκυρότητας της κλήσεως, αλλά αρκεί μνεία του αποδεικτικού επίδοσης και της χρονολογίας του - ΑΠ 1547/2003), β) υπερβάσεως εξουσίας (το δικαστήριο δεν οφείλει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, παρά την απουσία του εκκαλούντος (ΑΠ 219/2001) και γ) απόλυτης ακυρότητας λόγω κακής σύνθεσης Δικαστηρίου. Απορρίπτει αναιρέσεις.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Δικαστηρίου σύνθεση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1138/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 139/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1181/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 510/27.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 10-6-2008 (εκ προφανούς παραδρομής φερομένη ως από 10-6-07) αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 139/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά του υπ'αριθμ. 114/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του ορισθησομένου από τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών αρμοδίου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, διά να δικασθή δι'αποπλάνηση παιδίσκης που δεν συνεπλήρωσε τα δέκα έτη. Προβάλλει δε, ως λόγους αναιρέσεως, την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ' ΚΠΔ). Επειδή, κατά το άρθρ. 339 παρ. 1 περίπτ. α' ΠΚ, όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεώτερο των 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήση ή να υποστή τέτοια πράξη τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθή βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351Α, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν ο παθών δεν συνεπλήρωσε τα δέκα έτη. Από την διάταξη αυτή, η οποία έχει σκοπό την προστασία της αγνότητος της νεαρής ηλικίας, προκύπτει ότι διά την συγκρότηση του εγκλήματος της αποπλανήσεως παιδός απαιτείται οποιαδήποτε, με πρόσωπο νεώτερο των 15 ετών, ασελγής πράξη, δηλαδή πράξη αναγομένη στην γενετήσια σφαίρα, η οποία, αντικειμενικώς μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστου. 'Ετσι, συγκροτούν το έγκλημα αυτό, μεταξύ άλλων, οι θωπείες των γεννητικών οργάνων και άλλων αποκρύφων μερών του σώματος, ως και ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και στο στόμα του ανηλίκου, εφ'όσον οι ενέργειες αυτές κατατείνουν στην διέγερση η ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστου, διότι και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της νεαρής ηλικίας (βλ. ΑΠ 859/2004). Περαιτέρω, απαιτείται δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, και πρέπει να καταλαμβάνη όλα τα στοιχεία και ιδίως την γνώση της ηλικίας του παθόντος, δηλαδή θεμελιώνεται ενδεχόμενος δόλος αν ο δράστης αμφιβάλλει και αδιαφορεί συνάμα περί της ηλικίας του παθόντος (ΑΠ 784/2997). Εξ άλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορειτκή από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν αυτός δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στην διάταξη που εφήρμοσε (ΑΠ 259/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/810). Τέλος, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του αρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα των Εφετών και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα, αρκεί να εκτίθενται στο τελευταίο με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται εν όλω ή εν μέρει και η κρίση του Συμβουλίου (βλ. ΑΠ 1242/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/220). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής συμπληρωματικώς στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος, ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Την 2-7-2005 και περί ώρα 18.15', ο κατηγορούμενος κάτοικος ...., μετέβη από την κατοικία του, όπως καθημερινώς έπραττε, στο αγρόκτημα του που βρίσκεται στην κτηματική θέση "γήπεδο ...." του Δήμου ...., προκειμένου να φροντίσει τα ζώα (μία αγελάδα, πάπιες και κότες), τα οποία διατηρούσε αυτός μόνιμα εγκατεστημένα στο ανωτέρω αγρόκτημα. Επίσης ο κατηγορούμενος στο αγρόκτημα είχε και ένα σκυλάκι (κουτάβι), δεμένο πάνω σε καρότσα φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν μόνιμα σταθμευμένο στο δρόμο που διέρχεται μπροστά από το αγρόκτημα του. Η ανήλικη Ζ (γεν. την 27-11-1996), με τον επίσης ανήλικο αδελφό της Ψ (γεν. την 3-10-1993), κατ' επανάληψη πήγαιναν στο ανωτέρω αγρόκτημα του κατηγορουμένου, που απέχει 200 μέτρα περίπου από την οικία των. Οι σχέσεις του κατηγορουμένου και των γονέων των ανηλίκων ήσαν εχθρικές και μάλιστα είχαν προσφύγει και στα δικαστήρια για αστικές διαφορές και δεν μιλούσαν από αρκετό χρονικό διάστημα. Παρά το γεγονός αυτό, τα δύο ανήλικα αδέλφια πήγαιναν στο αναφερόμενο κτήμα του κατηγορουμένου και έπαιζαν με το σκυλάκι. Την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα είχαν μεταβεί εκεί όπως συνήθιζαν, πλην όμως έφθασε και ο κατηγορούμενος οδηγώντας το μοτοποδήλατο του, προκειμένου να ασχοληθεί με την περιποίηση των ζώων του. Μόλις αντιλήφθηκε τα ανήλικα αδέλφια αποφάσισε να αποπλανήσει την ανήλικη Ζ, Προκειμένου να μην παρευρίσκεται ο ανήλικος αδελφός της στο χώρο του αγροκτήματος του, μάζεψε απ' αυτό χλωρά ρεβίθια και τα έδωσε σ' αυτόν (ανήλικο) να τα πάει στην μητέρα του, κάτι το οποίο δεν προκύπτει να είχε κάνει στο παρελθόν και με δεδομένο τις άσχημες σχέσεις δεν δικαιολογείται η ενέργεια του αυτή. Μόνο αν συνδυασθεί με την πρόθεση του να μείνει μόνος με τη ανωτέρω ανήλικη, η οποία φορούσε ένα κοντό παντελόνι (σορτς) και συνέχισε να παίζει αμέριμνη με το μικρό σκυλάκι πάνω στην καρότσα. Αφού απομακρύνθηκε ο αδελφός της, ο κατηγορούμενος πήρε αυτή στην αγκαλιά του και την κατέβασε από την προαναφερομένη καρότσα, η οποία ήταν ορατή από την οικία της ανήλικης και αφού την οδήγησε σε σημείο του αγροκτήματος στο οποίο δεν μπορούσαν να τους δουν, την φίλησε στο στόμα, έβαλε το χέρι του μέσα από το μπλουζάκι της, θώπευσε τα στήθη της και στη συνέχεια τη χάιδεψε στους γλουτούς, λέγοντας συγχρόνως σ' αυτή "τι όμορφη και έξυπνη κοπέλα που είσαι". Από τις ανωτέρω ασελγείς πράξεις του κατηγορουμένου, τις οποίες δεν ανέμενε η ανήλικη θορυβήθηκε και επεδίωξε να απεγκλωβιστεί από το αγκάλιασμα αυτού, λέγοντας ότι την φωνάζει η μητέρα της και με τη δικαιολογία αυτή κατόρθωσε να ξεφύγει από τον κατηγορούμενο, ο οποίος θα συνέχιζε τις ασελγείς πράξεις στην ανήλικη. Η ανήλικη πριν μιλήσει στους γονείς της για τα όσα υπέστη από τον κατηγορούμενο, μίλησε στον αδελφό της με τον οποίο επέστρεφε στην οικία των. Στη συνέχεια αυτή ανέφερε τα όσα συνέβησαν στη μητέρα της, αφού κατά την άφιξη της ήταν πολύ στενοχωρημένη και έκλαιγε, ενώ έφτυνε και σκούπιζε το στόμα της, όπου την είχε φιλήσει ο κατηγορούμενος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι έπιασε από τις μασχάλες τη μικρή, η οποία δεν φορούσε καθόλου μπλουζάκι, προκειμένου να την βοηθήσει να ανέβει σε "μπάζα" που υπήρχαν και από τα οποία είχε γλιστρήσει και στην προσπάθειά του αυτή την έπιασε από τις μασχάλες, δεν κρίνεται πειστικός. Αξίζει να αναφερθεί το γεγονός ότι η μητέρα της ανήλικης-παθούσας, καθώς και η θεία της ... (αδελφή του πατέρα της), κατέθεσαν ότι τόσον οι ίδιες, όσον και η σύζυγος του άλλου αδελφού του πατέρα της ανήλικης, ...., υπέστησαν σεξουαλική παρενόχληση από μέρους του κατηγορουμένου, για τις οποίες όμως δεν έδωσαν συνέχεια με την σε βάρος του προσφυγή στη δικαιοσύνη. Οι ανωτέρω αναφερόμενες ασελγείς πράξεις του κατηγορουμένου σε βάρος της ανήλικης παθούσας δεν είναι ήσσονος σημασίας, οπότε θα μπορούσε να γίνει λόγος για ασελγείς χειρονομίες κατ' αυτής, με αποτέλεσμα απλά τη βάναυση προσβολή της στο πεδίο της γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά το άρθρο 337 Π.Κ., αλλά πρόκειται για ασελγείς πράξεις με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, κατά τη νομική έννοια του όρου όπως αυτή προεκτέθηκε, οι οποίες (ασελγείς πράξεις) επί πλέον κατέτειναν στην διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του κατηγορουμένου και οι οποίες προσβάλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη της παθούσας, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική υπόσταση, το καταγγελλόμενο σε βάρος του έγκλημα της αποπλάνησης παιδιού. Την πράξη δε αυτή ετέλεσε γνωρίζοντας ότι η παθούσα ήταν ανήλικη κάτω των δέκα ετών. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι η ως άνω πράξη δεν αποτελεί αποπλάνηση παιδός, αλλά προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας και αφού απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση αυτού κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, επεκύρωσε τούτο, δεχόμενο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις κατά του κατηγορουμένου, διά την ανωτέρω αξιόποινη πράξη. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του. Ειδικότερα, η αιτιολογία αυτή εκτείνεται και στην παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων εγνώριζε την ηλικία της παθούσης, δηλαδή ότι αυτή ήτο μικρότερη των δέκα ετών, αφού τούτο γίνεται αιτιολογημένα δεκτό από το πρωτόδικο βούλευμα, στις σκέψεις του οποίου αναφέρεται η ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση. Τις δε εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις το Συμβούλιο Εφετών ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε αυτές, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι και, κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω----------------------- Να απορριφθή η από 10-6-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά του υπ'αριθμ. 139/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 1ην Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμό 107/10-6-2008, αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά του υπ' αριθμό 139/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεσή του, κατά του υπ' αριθμό 114/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, προκειμένου να δικαστεί για την πράξη της αποπλάνησης παιδίσκης που δεν συμπλήρωσε το 10ο έτος της ηλικίας της, (άρθρο 339 παρ.1α του Π.Κ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση,( άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ), γι' αυτό θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 56 παρ. 2 του ν. 3160/2003 "όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη, τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351Α, ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β..., γ... ". Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει να προστατεύσει την αγνότητα της νεαρής ηλικίας, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της αποπλανήσεως παιδιού, απαιτείται οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των 10 κ.λ.π. ετών, η οποία αντικειμενικά προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δεν κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Έτσι, συγκροτεί το έγκλημα αυτό όχι μόνο η συνουσία ή ανάλογη με αυτή παρά φύση πράξη, αλλά και κάθε άλλη ασελγής πράξη, όπως η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων και άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, ο εναγκαλισμός και καταφίληση στο πρόσωπο ή στο στόμα του ανηλίκου κ.λ.π., εφόσον οι ενέργειες αυτές κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας. Ο δράστης στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να γνωρίζει, ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των 10 κ.λ.π. ετών. Αρκεί όμως, ως προς το σημείο τούτο και ο ενδεχόμενος δόλος, που υπάρχει όταν ο δράστης αμφιβάλλει ως προς την ηλικία του παθόντος. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, με δικές του σκέψεις, αλλά και με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Την 2-7-2005 και περί ώρα 18.15', ο κατηγορούμενος κάτοικος ..., μετέβη από την κατοικία του, όπως καθημερινώς έπραττε, στο αγρόκτημα του που βρίσκεται στην κτηματική θέση "γήπεδο ...." του Δήμου ...., προκειμένου να φροντίσει τα ζώα (μία αγελάδα, πάπιες και κότες), τα οποία διατηρούσε αυτός μόνιμα εγκατεστημένα στο ανωτέρω αγρόκτημα. Επίσης ο κατηγορούμενος στο αγρόκτημα είχε και ένα σκυλάκι (κουτάβι), δεμένο πάνω σε καρότσα φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν μόνιμα σταθμευμένο στο δρόμο που διέρχεται μπροστά από το αγρόκτημα του. Η ανήλικη Ζ (γεν. την 27-11-1996), με τον επίσης ανήλικο αδελφό της Ψ (γεν. την 3-10-1993), κατ' επανάληψη πήγαιναν στο ανωτέρω αγρόκτημα του κατηγορουμένου, που απέχει 200 μέτρα περίπου από την οικία των. Οι σχέσεις του κατηγορουμένου και των γονέων των ανηλίκων ήσαν εχθρικές και μάλιστα είχαν προσφύγει και στα δικαστήρια για αστικές διαφορές και δεν μιλούσαν από αρκετό χρονικό διάστημα. Παρά το γεγονός αυτό, τα δύο ανήλικα αδέλφια πήγαιναν στο αναφερόμενο κτήμα του κατηγορουμένου και έπαιζαν με το σκυλάκι. Την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα είχαν μεταβεί εκεί όπως συνήθιζαν, πλην όμως έφθασε και ο κατηγορούμενος οδηγώντας το μοτοποδήλατο του, προκειμένου να ασχοληθεί με την περιποίηση των ζώων του. Μόλις αντιλήφθηκε τα ανήλικα αδέλφια αποφάσισε να αποπλανήσει την ανήλικη Ζ, Προκειμένου να μην παρευρίσκεται ο ανήλικος αδελφός της στο χώρο του αγροκτήματος του, μάζεψε απ' αυτό χλωρά ρεβίθια και τα έδωσε σ' αυτόν (ανήλικο) να τα πάει στην μητέρα του, κάτι το οποίο δεν προκύπτει να είχε κάνει στο παρελθόν και με δεδομένο τις άσχημες σχέσεις δεν δικαιολογείται η ενέργεια του αυτή. Μόνο αν συνδυασθεί με την πρόθεση του να μείνει μόνος με τη ανωτέρω ανήλικη, η οποία φορούσε ένα κοντό παντελόνι (σορτς) και συνέχισε να παίζει αμέριμνη με το μικρό σκυλάκι πάνω στην καρότσα. Αφού απομακρύνθηκε ο αδελφός της, ο κατηγορούμενος πήρε αυτή στην αγκαλιά του και την κατέβασε από την προαναφερομένη καρότσα, η οποία ήταν ορατή από την οικία της ανήλικης και αφού την οδήγησε σε σημείο του αγροκτήματος στο οποίο δεν μπορούσαν να τους δουν, την φίλησε στο στόμα, έβαλε το χέρι του μέσα από το μπλουζάκι της, θώπευσε τα στήθη της και στη συνέχεια τη χάιδεψε στους γλουτούς, λέγοντας συγχρόνως σ' αυτή "τι όμορφη και έξυπνη κοπέλα που είσαι". Από τις ανωτέρω ασελγείς πράξεις του κατηγορουμένου, τις οποίες δεν ανέμενε η ανήλικη θορυβήθηκε και επεδίωξε να απεγκλωβιστεί από το αγκάλιασμα αυτού, λέγοντας ότι την φωνάζει η μητέρα της και με τη δικαιολογία αυτή κατόρθωσε να ξεφύγει από τον κατηγορούμενο, ο οποίος θα συνέχιζε τις ασελγείς πράξεις στην ανήλικη. Η ανήλικη πριν μιλήσει στους γονείς της για τα όσα υπέστη από τον κατηγορούμενο, μίλησε στον αδελφό της με τον οποίο επέστρεφε στην οικία των. Στη συνέχεια αυτή ανέφερε τα όσα συνέβησαν στη μητέρα της, αφού κατά την άφιξη της ήταν πολύ στενοχωρημένη και έκλαιγε, ενώ έφτυνε και σκούπιζε το στόμα της, όπου την είχε φιλήσει ο κατηγορούμενος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι έπιασε από τις μασχάλες τη μικρή, η οποία δεν φορούσε καθόλου μπλουζάκι, προκειμένου να την βοηθήσει να ανέβει σε "μπάζα" που υπήρχαν και από τα οποία είχε γλιστρήσει και στην προσπάθειά του αυτή την έπιασε από τις μασχάλες, δεν κρίνεται πειστικός. Αξίζει να αναφερθεί το γεγονός ότι η μητέρα της ανήλικης-παθούσας, καθώς και η θεία της .... (αδελφή του πατέρα της), κατέθεσαν ότι τόσον οι ίδιες, όσον και η σύζυγος του άλλου αδελφού του πατέρα της ανήλικης, ..., υπέστησαν σεξουαλική παρενόχληση από μέρους του κατηγορουμένου, για τις οποίες όμως δεν έδωσαν συνέχεια με την σε βάρος του προσφυγή στη δικαιοσύνη. Οι ανωτέρω αναφερόμενες ασελγείς πράξεις του κατηγορουμένου σε βάρος της ανήλικης παθούσας δεν είναι ήσσονος σημασίας, οπότε θα μπορούσε να γίνει λόγος για ασελγείς χειρονομίες κατ' αυτής, με αποτέλεσμα απλά τη βάναυση προσβολή της στο πεδίο της γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά το άρθρο 337 Π.Κ., αλλά πρόκειται για ασελγείς πράξεις με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, κατά τη νομική έννοια του όρου όπως αυτή προεκτέθηκε, οι οποίες (ασελγείς πράξεις) επί πλέον κατέτειναν στην διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του κατηγορουμένου και οι οποίες προσβάλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη της παθούσας, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική υπόσταση, το καταγγελλόμενο σε βάρος του έγκλημα της αποπλάνησης παιδιού. Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα, έκρινε ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου και απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του, που άσκησε κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, που θα οριστεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτιος της πράξεως της αποπλανήσεως παιδίσκης που δεν συμπλήρωσε τα δέκα(10) έτη. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 339 παρ.1α του ΠΚ, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι οι συγκεκριμένες αυτές πράξεις του αναιρεσείοντος, συνιστούν ασελγείς, κατά την αληθινή έννοια του άρθρου 339 παρ. 1 του ΠΚ, πράξεις, διότι αντικειμενικά προσβάλλουν το αίσθημα της αιδούς, των ηθών και την αγνότητα της παιδικής ηλικίας υποκειμενικά δε κατευθύνονται στη διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του αναιρεσείοντος, και όχι της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 337 του ΠΚ). Κατά συνέπεια, οι αντίθετες από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' του Κ.Π.Δ. αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες αιτιάται, το μεν ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπήγαγε τα γενόμενα από αυτό δεκτά πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, στο κακουργηματικού χαρακτήρα αδίκημα της αποπλανήσεως παιδιού νεότερου των 10 ετών (339 παρ. 1 περ. α του ΠΚ), ενώ έπρεπε, όπως αυτός υποστηρίζει, αυτά να υπαχθούν στο πλημμεληματικού χαρακτήρα αδίκημα του άρθρου 337 παρ. 1 ΠΚ, της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, το δε ότι στερείται της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσείων γνώριζε ότι η ανήλικη θυγατέρα, ήταν πρόσωπο που δεν είχε συμπληρώσει το 10ον έτος της ηλικίας της, και τούτο γιατί πέραν των διαφορών που υφίσταντο μεταξύ του κατηγορουμένου και των γονέων της ανήλικης θυγατέρας τους, και ως εκ τούτου δεν ήταν άγνωστη γι' αυτόν, παράλληλα δε γιατί ο κατηγορούμενος διατηρούσε αγρόκτημα με οικόσιτα ζώα, κείμενο εγγύς της οικίας όπου διέμενε αυτή-παθούσα μετά των οικείων της, ενώ, ακόμη η ίδια η παθούσα μετά του αδελφού της Ψ, ηλικίας 12 ετών συχνά επισκέπτονταν το αγρόκτημα του κατηγορουμένου, όπου διατηρούσε εκτός άλλων οικόσιτων και ένα μικρό σκυλάκι και επιδίδονταν με τον αδελφό της σε παιχνίδια με αυτό. Επίσης, αιτιολογείται το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προκειμένου να επιτύχει του σχεδίου του, απομάκρυνε προς στιγμή τον ανήλικο αδελφό της, τον οποίο απέστειλε στην οικία του, προκειμένου να μεταφέρει εκεί χλωρά ρεβίθια, τα οποία είχε συγκεντρώσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος από το κτήμα του, παρά το γεγονός ότι οι σχέσεις με τους γονείς της παιδίσκης, δεν ήσαν φιλικές, ώστε πλέον το πεδίον δράσεώς του να είναι απρόσκοπτο. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος την πρόσκαιρη απουσία του ανηλίκου αδελφού της, απομάκρυνε την ανήλικη κόρη από το σημείο όπου αυτή βρισκόταν, και το οποίο ήταν ορατό από την οικία των γονέων της, σε απόμερο σημείο του αγροκτήματος του και σε θέση που δεν ήταν ορατή από την οικία των γονέων της. Στο τελευταίο αυτό σημείο ο κατηγορούμενος φίλησε την ανήλικη κόρη στο στόμα της, ενώ στη συνέχεια έβαλε το χέρι του μέσα από το μπλουζάκι της, και σε πρώτη χρονική στιγμή θώπευσε τα στήθη της και στη συνέχεια τους γλουτούς της, λέγοντάς μάλιστα προς αυτήν ότι είναι όμορφη και έξυπνη κοπέλα. Η παθούσα αντέδρασε στις οπωσδήποτε ασελγείς πράξεις του κατηγορουμένου και με το πρόσχημα ότι την καλεί η μητέρα της, κατάφερε να απομακρυνθεί από τα χέρια του, ενώ αμέσως στη συνέχεια αποκάλυψε αρχικά στον αδελφό της, ο οποίος εν τω μεταξύ επέστρεφε στο σημείο όπου την είχε αφήσει και σε δεύτερο χρονικό στάδιο αποκάλυψε στους γονείς της, όσα είχαν επισυμβεί σε βάρος της, από μέρους του κατηγορουμένου. Οι παραπάνω ασελγείς πράξεις, οι οποίες επισυνέβησαν στην ανήλικη θυγατέρα, περιέχουν αναμφισβήτητα έντονο τον γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα και κατέτειναν οπωσδήποτε στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του κατηγορουμένου και οι οποίες προδήλως προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, κυρίως δε την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη της ανηλίκου κόρης. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθώς και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεώς είναι απορριπτέα. Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αριθμό 139/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποπλάνηση παιδίσκης κάτω των 10 ετών. Αναίρεση παραπεμπτικού βουλεύματος, με την επίκληση των λόγων: α) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επάρκεια αιτιολογίας (όμοια ΑΠ 2345/2008). Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αποπλάνηση ανηλίκου.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1136/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πολυμενέα, περί αναιρέσεως της 2857/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 26 Ιανουαρίου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 999/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του Κ.Π.Δ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 παρ.1 στοιχείο δ, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Με την κρινόμενη από 12-5-2008 έκθεση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμό 2857/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους αναφερόμενους στην αίτηση αναιρέσεως λόγους, οι οποίοι κατά πιστή μεταφορά από το δικόγραφο αυτής, έχουν ως ακολούθως: "1ον) Γιατί, η παραπάνω προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται της κατά το Σύνταγμα και το Νόμο αιτιολογίας, καθόσον δεν απάντησε στους προβληθέντες ισχυρισμούς μου κατά τη διαδικασία, τους οποίους κατά παράβαση του νόμου και κατέληξε στο αυθαίρετο συμπέρασμα της από τις σ'αυτή λανθασμένες σκέψεις της στο να με κηρύσσει ένοχο και να με καταδικάζει με την αναφερόμενη ποινή, παραμένουσα μετέωρη στην κρίση της και έχουσα αυτή προφανώς αναιτιολόγητη. 2ον) Γιατί η παραπάνω προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναφέρει τα επί μέρους αποδεικτικά στοιχεία τα οποία έλαβε υπόψη της προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα της, αλλά συνολικά αναφέρεται σε αυτά χωρίς να αναφέρει καθένα από αυτά, χωριστά και να απαντήσει στην κατά την κρίση της αξιολόγηση τους, ως προς την αποδεικτικότητά του, όπως τούτο ορίζεται από το νόμο και όφειλε αυτή να πράξει. 3ον) Γιατί, η παραπάνω προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη της πράγματα μη αποδειχθέντα, ενώ αντίθετα δεν έλαβε υπόψη αποδειχθέντα και κατέληξε στο συμπέρασμα της με ανεπίτρεπτες υποθέσεις, αφού παρέβλεψε τόσο τους ισχυρισμούς, δια τα κρίσιμα γεγονότα που βασίζονται αυτοί, όσο και τα αντίστοιχα αποδεικτικά στοιχεία τους, όπως προκύπτουν από τις κατά νόμο αποδείξεις που προσκομίστηκαν και προβλήθηκαν από εμένα, με συγκεκριμένη αναφορά μου σ' αυτά στους ισχυρισμούς μου. 4.Γιατί, η παραπάνω προσβαλλομένη απόφαση, δεναπάντησε, όπως όφειλε ούτε το νόμο ειδικά καιεμπεριστατωμένα στον αυτοτελή ισχυρισμό κατέθεσα "περί μη καταλογισμού της πράξης στον κατηγορούμενο λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης (αρθρ. 31 παρ. 2 Π.Κ.) αλλά κατά παράβαση του νόμου παρέβλεψε αυτή και απεσιώπησε αυτή αναιτιολόγητα. 5.Γιατί, η παραπάνω προσβαλλομένη απόφασηπαρέβηκε τις δικονομικές διατάξεις για τα αποδεικτικά μέσακαι με μονομέρια έκρινε με υποθετικές παραδοχές αυτής καιλαθεμένες σκέψεις της στο δικανικό συλλογισμό της κατέληξεστο αυθαίρετο και άτοπο συμπέρασμα της". Ετσι, όμως, όπως έχουν διατυπωθεί γενικά και αόριστα οι λόγοι αυτοί, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι τυχόν πλημμέλειες, σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε ποια κεφάλαια αυτής ανάγονται και ποια πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, πρέπει ν' απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, λόγω παντελούς αοριστίας αυτών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι επ' αυτής από 26 Ιανουαρίου 2009 πρόσθετοι λόγοι, αφού προϋπόθεση της έρευνας αυτών, είναι το παραδεκτό ενός τουλάχιστο λόγου του κυρίου δικογράφου, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-5-2008 αίτηση του ..., και τους επ' αυτής από 26-1-2009 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 2857/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι. Απορρίπτει.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1135/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δημητρούκα, περί αναιρέσεως της 74198/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1694/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε " γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως, της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του Κ.Π.Δ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 74198/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος - κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του, Αναστάσιο Δημητρούκα, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμό 74955/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για την μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, σε συνολική ποινή φυλάκισης 20 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 3.000 ευρώ. Από τη σχετική υπ' αριθμό 13172/24-10-2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλει με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Ουδέποτε του κοινοποιήθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Έλαβε γνώση αυτής την 19-10-2007 από το Α. Τ. ... . Η γνωστή διαμονή του από τον Ιανουάριο του έτους 2005 μέχρι και σήμερα είναι αυτή στην οδό ... , γνωστή διαμονή και στην Εισαγγελική και Αστυνομική Αρχή. Συνεπεία της μη γνώσεως της υπάρξεως της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι την 19-10-2007 δεν ηδυνήθην να ασκήσει εμπροθέσμως έφεση. Στην οδό ... διέμενε μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 1999. Εν συνεχεία από τον Φεβρουάριο 1999 μέχρι το τέλος του έτους 2004 διέμενε στην οδό .... Την 11-4-2005 είχε γνωστή διαμονή στην οδό ... όπου έπρεπε να του κοινοποιηθεί η προσβαλλομένη απόφαση και δεν ήταν αγνώστου διαμονής που του κοινοποιήθηκε η απόφαση". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως, περιοριζόμενος στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Η απόφαση 74955/2002 ερήμην, επεδόθη νομίμως στον εκκαλούντα στις 11-4-2005 (βλ. αποδεικτικό επίδοσης) στη διεύθυνση που ο ίδιος είχε δηλώσει στην υπηρεσία του ΙΚΑ, χωρίς έκτοτε να δηλώσει καμιά μεταβολή της. Από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, δεν δικαιολογήθηκε το εκπρόθεσμο της άσκησής της, στις 24-10-2007, ήτοι μετά την πάροδο διετίας και πλέον από την νόμιμη επίδοσή της στον εκκαλούντα. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, ήτοι την .., το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και συγκεκριμένα το από ... του αστυφύλακα ..., του Α.Τ ..., που αναγνώσθηκε όπως προκύπτει από τον κατάλογο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, καθώς και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως, την 24-10-2007. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του ... και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του, που αναφέρεται στη μήνυση ως τελευταία γνωστή κατοικία του, στην οδό ..., και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτός διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο, ενώ με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, απέρριψε επίσης, εκ περισσού, και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής ανώτερης βίας. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-9-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμό 74198/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε την έφεση, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού, ότι ήταν γνωστής διαμονής. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1134/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγαπηνό, περί αναιρέσεως της ΒΤ 838/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1338/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως, της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του Κ.Π.Δ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη ΒΤ-838/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος - κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του, Νικόλαο Αγαπηνό, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμό ΒΜ 2624/31-3-2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για την παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 1882/1990, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλάκισης (4) ετών. Από τη σχετική υπ' αριθμό 1389/13-6-2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ... προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλει με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Ουδέποτε έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης. Έλαβε δε γνώση ΜΟΛΙΣ ΧΘΕΣ ΣΤΙΣ 12-6-2007 ΟΤΑΝ ΣΥΝΕΛΗΦΘΗ. Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΕΔΩΘΕΙ ΩΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΣΤΙΣ 18-03-2005, ΕΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΕΤΟΣ 1998 ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΗΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΔΙΑΜΕΝΕΙ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ....". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε, και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως, περιοριζόμενος στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ αν ο δικαιούχος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα (10) ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Επίσης ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ιδίου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση (ΑΠ 745/2006 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε νομότυπα, τα έγγραφα που αναγνώσθησαν, τους ισχυρισμούς του εκπροσωπουμένου από συνήγορο εκκαλούντος και την όλη διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Ο εκκαλών με την υπ' αριθμ. ΒΜ2624/04 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιά, καταδικάσθηκε για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο σε ποινή φυλάκισης 4 ετών. Κατά την έκδοση και απαγγελία της εκκαλουμένης ως άνω αποφάσεως ήταν απών. Η απόφαση επιδόθηκε σ' αυτόν στις 18-3-2005, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως του ειδικού φρουρού του Α.Τ...., η επίδοση δε έγινε, μετά προηγούμενη άκαρπη αναζήτηση του στην τελευταία γνωστή κατοικία του (οδός ..., στον αρμόδιο για την παραλαβή των εγγράφων υπάλληλο του Δήμου ..., λόγω του ότι ο εκκαλών ήταν άγνωστης διαμονής. Η ένδικη έφεση ασκήθηκε από τον εκκαλούντα στις 13-6-2007, όπως προκύπτει από την σχετική υπ' αριθμ. 1389/2007 έκθεση εφέσεως. Ο εκκαλών φερόμενος στην ως άνω έφεση ως κάτοικος επί της οδού ..., ισχυρίζεται με την έφεση του ότι η εκκαλουμένη απόφαση ακύρως του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής, αφού αυτός κατά τον χρόνο της επίδοσης είχε την ως άνω διεύθυνση. Όμως, εκτός του ότι ο εκκαλών δεν αναφέρει στην έφεση του, αν τη φερόμενη αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία του είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε και ότι αυτός πράγματι είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του. Να σημειωθεί ότι από τα έγγραφα που προσκόμισε ο εκκαλών προκειμένου να αποδείξει ότι την 18-3-2005, όταν δηλαδή του επεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση ήταν γνωστής διαμονής διαμένων στην διεύθυνση ..., δεν προκύπτει ότι αυτή η διεύθυνση της κατοικίας του ... ήταν η ίδια την 18-3-2005 και συνεπώς ήταν γνωστή στις Αρχές, αφού τα έγγραφα αυτά στα οποία φέρεται ως διαμένων στην παραπάνω διεύθυνση, έχουν εκδοθεί μεταγενεστέρως της.18-3-2005. Επομένως νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του που αναφέρεται στη μήνυση ως τελευταία γνωστή κατοικία του και επομένως η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ήταν έγκυρη. Συνεπώς η ένδικη έφεση ασκήθηκε πολύ πέραν της προβλεπόμενης προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του ..., και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του, που αναφέρεται στη μήνυση ως τελευταία γνωστή κατοικία του, στην οδό ..., και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτός διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο, ενώ με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, απέρριψε επίσης, εκ περισσού, και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής ανώτερης βίας. Σημειώνεται ότι η αναφορά στο από ...αποδεικτικό επιδόσεως του ειδικού Φρουρού, ..., της υπ' αριθμό ΒΜ 2624/2004 αποφάσεως του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αντί της υπ' αριθμό ΒΜ 2624/2004 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, από την οποία δεν επήλθε οποιαδήποτε ακυρότητα. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-7-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό ΒΤ-838/8-2-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε την έφεση, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού, ότι ήταν γνωστής διαμονής. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1132/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νικολαΐδη, περί αναιρέσεως της 74/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κιαούλια. Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 11 Φεβρουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1864/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 εδ.α' ΠΚ όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Από το συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως με εκείνη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα (ορισμός αμέλειας κατά τον ΠΚ) προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από μη συνειδητή αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική, αφετέρου δε ότι είχε δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το τελευταίο δε πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 74/2008 απόφασης του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αιγαίου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ'αυτόν δια του κατηγορητηρίου αξιόποινη πράξη. Την περί τούτου κρίση του στηρίζει στα παρακάτω πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην περιοχή "..." του οικισμού ..., στις 13 Σεπτεμβρίου 2001, και περί ώρα 07.15',όντας υπόχρεως από το επάγγελμα του ως κυνηγού να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την άσκηση της θήρας, από αμέλεια του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία ώφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παραπάνω πράξη του. Ειδικότερα, ενώ θήρευε στην πιο πάνω περιοχή, μαζί με άλλους κυνηγούς και ευρισκόμενος σε υψηλότερο σημείο του εδάφους σε σχέση με τον παθόντα και εγκαλούντα ..., κάτοικο ... και σε απόσταση περίπου (30) μέτρων από αυτόν πυροβόλησε με το κυνηγετικό του όπλο κατά διερχομένου θηράματος(ορτυκιού) και με φορά από ψηλά προς χαμηλά, προς το μέρος του παθόντα, χωρίς να μεριμνήσει ώστε να πυροβολήσει μόνο όταν δεν θα υπήρχε κίνδυνος τραυματισμού άλλου κυνηγού, υπολογίζοντας αναλόγως την τροχιά κινήσεως του θηράματος και τη δική του θέση, με αποτέλεσμα που δεν πρόβλεψε, να τραυματίσει αυτόν σοβαρά στον δεξιό οφθαλμό, προξενώντας του διαμπερές τραύμα δεξιού οφθαλμού από είσοδο σφαιριδίου (σκαγιού) εντός του βολβού, εξ αιτίας του οποίου ο παθών χειρουργήθηκε επανειλημμένα στο δεξιό του οφθαλμό, χωρίς να έχει εισέτι αποθεραπευθεί, απωλέσας μεγάλο μέρος της όρασης από το δεξιό οφθαλμό του. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, συνιστούν δε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που κατηγορείται ο κατηγορούμενος και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και γι'αυτό πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου.".Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης από αμέλεια και, δεχόμενο ότι συντρέχει στο πρόσωπο του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλάκισης 6 μηνών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 28,310 παρ.2, 314 παρ.1α και 315 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ύπαρξη της μη συνειδητής αμέλειας στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και το αξιόποινο αποτέλεσμα (τραυματισμός του πολιτικώς ενάγοντος), που επήλθε εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής αποκλειστικά. Ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί: 1) το σκεπτικό της αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού 2) στο σκεπτικό της υπάρχει η παραδοχή ότι, κατά τον χρόνο που προκλήθηκε ο τραυματισμός του παθόντος, θήρευε στην περιοχή μαζί με άλλους κυνηγούς και ότι από πυροβολισμό του όπλου του τραυματίσθηκε ο παθών, δίχως όμως να προσδιορίζεται η φορά του βλήματος και να αναφέρονται οι συγκεκριμένοι συλλογισμοί, με δάση τους οποίους κατέληξε στην κρίση αυτή και 3) δεν αιτιολογείται ειδικά η δυνατότητα του να προβλέψει το αποτέλεσμα, αφού δεν περιέχονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία μπορούσε να προβλέψει τον τραυματισμό του παθόντος. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες διότι: α) δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όπως συμβαίνει και στην προκείμενη περίπτωση, περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού, β)από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, η παραδοχή του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία η φορά του βλήματος ήταν "από ψηλά προς χαμηλά, προς το μέρος του παθόντος" και ο συλλογισμός με βάση τον οποίο τούτο κατέληξε στην κρίση ότι ο τραυματισμός του παθόντος προκλήθηκε από πυροβολισμό που προήλθε από το όπλο του αναιρεσείοντος, συνιστάμενος (ο συλλογισμός) στο ότι "...ενώ θήρευε στην πιο πάνω περιοχή, μαζί με άλλους κυνηγούς και ευρισκόμενος σε υψηλότερο σημείο του εδάφους σε σχέση με τον παθόντα και εγκαλούντα ..., κάτοικο ... και σε απόσταση περίπου (30) μέτρων από αυτόν πυροβόλησε με το κυνηγετικό του όπλο κατά διερχομένου θηράματος (ορτυκιού) και με φορά από ψηλά προς τα χαμηλά, προς το μέρος του παθόντα... με αποτέλεσμα να τραυματίσει αυτόν..." και γ)ειδικά αιτιολογείται η δυνατότητα του να προβλέψει τον τραυματισμό του παθόντος, με την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών(θήρευε στην περιοχή μαζί με άλλους κυνηγούς, ευρισκόμενος σε υψηλότερο σημείο του εδάφους σε σχέση με τον παθόντα, σε απόσταση 30 περίπου μέτρων από αυτόν, πυροβόλησε με το κυνηγετικό του όπλο κατά διερχομένου θηράματος (ορτυκιού), με φορά από ψηλά προς χαμηλά προς το μέρος του παθόντος), με βάση τα οποία μπορούσε να προβλέψει, ότι πυροβολώντας με τις συνθήκες αυτές ήταν δυνατόν να τραυματίσει άλλο κυνηγό, που κυνηγούσε στην περιοχή αυτή και βρισκόταν στην ίδια απόσταση με τον παθόντα, για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της απόφασης, κατά το μέρος αυτό, δεν ήταν αναγκαίο να περιέχεται σ'αυτήν και η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων είχε αντιληφθεί προηγουμένως τον παθόντα. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρώτος στο δικόγραφο της αίτησης, δεύτερος δε τρίτος και πέμπτος σε εκείνο των προσθέτων λόγων, λόγοι είναι αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 178, 183 και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως, όταν απορρίπτει σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, που υποβλήθηκε παραδεκτά και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οφείλει να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του, διαφορετικά, όταν δηλαδή απέρριψε το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 Δ του ΚΠΔ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, υπέβαλαν εγγράφως αίτημα, το οποίο στη συνέχεια ανέπτυξαν και προφορικά, για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από ιατροδικαστή, άλλως από χειρούργο οφθαλμίατρο, προκειμένου αυτός "να προβεί στην εξέταση του παθόντος και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την κατεύθυνση και την πορεία του σκαγιού εντός του δεξιού οφθαλμού του παθόντα, όπως αναλυτικότερα αναφέρουν και στην από 26 Ιουνίου 2008 αίτηση τους την οποίαν καταθέτουν στο δικαστήριο". Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό, με την παρακάτω αιτιολογία, την οποία διέλαβε στο σκεπτικό του: "Επειδή δεν συντρέχει λόγος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης που ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο, να διεξαχθεί από ιατροδικαστή, άλλως από χειρουργό οφθαλμίατρο, ο οποίος μετά από εξέταση του παθόντα να αποφανθεί για την κατεύθυνση και πορεία του σκαγιού, εντός του βολβού του δεξιού οφθαλμού του παθόντα, πρέπει να απορριφθεί το παραπάνω αίτημα του κατηγορουμένου". Στη συνέχεια στο σκεπτικό της απόφασης παραθέτει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προαναφέρθηκαν και τα οποία, όπως βεβαιώνεται, αποδείχθηκαν από "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την ανωμοτί εξέταση του πολιτικώς ενάγοντα, τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται παραπάνω λεπτομερώς, την απολογία του κατηγορουμένου". Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης του, σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ενοχή του κατηγορουμένου, ως προς την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη από τα υπόλοιπα στοιχεία, τα οποία έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και δεν έκρινε αναγκαία τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης που ζητήθηκε. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ, πρώτος στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 365 του ΚΠΔ συνάγεται ότι ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως προκαλείται όταν παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή του εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά τη προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικώς αναφέρονται σ' αυτή τη διάταξη. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, εφόσον δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ο κατηγορούμενος, έχοντας το σχετικό δικαίωμα, ζήτησε να λάβει το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου και ότι αντέλεξε στην ανάγνωση της. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο αναγνωσθείσας κατάθεσης μάρτυρα που έχει ληφθεί στην προδικασία παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. ε' της Ε.Σ.Δ.Α. να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες, μόνο εφόσον έγινε παρά την εναντίωση αυτού. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί το δικαστήριο ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., που είχε ήδη αποβιώσει και ..., απόντος κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, δίχως, προηγουμένως να δοθεί σ' αυτόν ή τούς συνηγόρους του ο λόγος για την ανάγνωση των και έτσι, αφού δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο, δεν του δόθηκε και η δυνατότητα να υποβάλει ερωτήσεις σ' αυτούς, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε να λάβει το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου και ότι εναντιώθηκε στην ανάγνωση των. Περαιτέρω και η από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Ε', αιτίαση, κατά την οποία η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί υπάρχει αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της, κατά το μέρος που αναφέρεται στην επιβολή της ποινής, καθόσον, αν και καταδικάστηκε για έγκλημα από αμέλεια, όμως, όπως προκύπτει από το σχετικό τμήμα του σκεπτικού της απόφασης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για τη βαρύτητα του "το είδος του δόλου του κατηγορουμένου" και την προσωπικότητα του "τα αίτια από τα οποία κινήθηκε ο κατηγορούμενος για να διαπράξει το παραπάνω έγκλημα και το σκοπό που επιδίωξε",είναι αβάσιμη διότι, από το περιεχόμενο της απόφασης, προκύπτει σαφώς, ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγκλημα για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τελέσθηκε από αμέλεια και με βάση τα στοιχεία που αρμόζουν σ' αυτήν επέβαλε την ποινή, από προφανή δε παραδρομή συμπεριέλαβε στο αντίστοιχο σκεπτικό τα παραπάνω στοιχεία, τα οποία αναφέρονται στα από δόλο τελούμενα εγκλήματα. Συνεπώς είναι αβάσιμος και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, τέταρτος στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, λόγος αναιρέσεως. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει, για έρευνα, άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-10-2008 αίτηση του ... και τους από 11-2-2009 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμό 74/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναγκαία και για απόρριψη αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Απορρίπτονται οι λόγοι για ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ακυρότητα που προκλήθηκε από ανάγνωση προανακριτικών καταθέσεων, μη εμφανισθέντων μαρτύρων και έλλειψης νόμιμης βάσης. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Πραγματογνωμοσύνη, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
1
Αριθμός 1131/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 340/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης. Το Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 248/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού, με αριθμό 368/9-7-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 24-1-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 340/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 270/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαρίσης και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, διά να δικασθή διά πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση εις βαθμό κακουργήματος και απάτη κατ'εξακολούθηση εις βαθμό κακουργήματος. Προβάλλει δε, ως λόγους αναιρέσεως, την απόλυτη ακυρότητα και την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Επειδή, εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. β', δ' και 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ προκύπτει ότι ο περί απολύτου ακυρότητος λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος δημιουργείται και όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα και την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των προσηκόντων σ'αυτόν δικαιωμάτων, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιτάσσει ο νόμος. Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρ. 43 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ, επί κακουργημάτων ή πλημμελημάτων αρμοδιότητος του τριμελούς πλημμελειοδικείου, ο εισαγγελεύς κινεί την ποινική δίωξη μόνον εφ'όσον έχουν ενεργηθή προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 243 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθή η ποινική δίωξη, κατά δε το άρθρ. 31 παρ. 2 εδ. β' ΚΠΔ, αν η προκαταρκτική εξέταση γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά την διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως αποδίδεται εις ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξεως, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 72 ΚΠΔ, την ιδιότητα του κατηγορουμένου αποκτά εκείνος εναντίον του οποίου ο εισαγγελεύς άσκησε ρητώς την ποινική δίωξη και εκείνος στον οποίο αποδίδεται η αξιόποινη πράξη εις οποιοδήποτε στάδιο της ανακρίσεως. Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι αν κινηθή η ποινική δίωξη χωρίς προηγουμένη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως ή προανακριτικών πράξεων κατ'άρθρ. 243 παρ. 2 ΚΠΔ, όταν οι ενέργειες αυτές, ως άνω, απαιτούνται, παραβιάζεται η καθορίζουσα την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα ανωτέρω διάταξη του άρθρ. 43 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ και εκ της παραβιάσεως αυτής επέρχεται απόλυτη ακυρότης, πλην όμως, ουδεμία ακυρότης δημιουργείται εκ της μη κλητεύσεως προς εξέταση, κατά την διενεργουμένη προκαταρκτική εξέταση, του υπόπτου, ο οποίος δεν έχει αποκτήσει στην ιδιότητα του κατηγορουμένου, αφού δια την εν λόγω παράλειψη δεν προβλέπεται υπό του νόμου ακυρότης. Επομένως, η υπό του αναιρεσείοντος προβαλλομένη αιτίαση, περί απολύτου ακυρότητος, εκ της μη νομίμου κλητεύσεώς του προς παροχή εξηγήσεων, κατά την προκαταρτική εξέταση η οποία ενηργήθη διά την ανωτέρω ποινική υπόθεση, επί της οποίας εξεδόθη το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επειδή, από το άρθρ. 216 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι διά την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ως καταρτισθέν από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος περιλαμβάνων την γνώση και την θέληση πραγματώσεως των απαρτιζόντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος περιστατικών και σκοπό του δράστου να παραπλανήση με την χρήση του εγγράφου αυτού άλλον περί γεγονότος δυναμένου να έχη έννομες συνέπειες, όπως είναι το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο διά την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, ασχέτως αν επετεύχθη ή όχι η παραπλάνηση (ΑΠ 858/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/322). Διά την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας, κατά την παράγραφο 3 εδάφ. β' του άρθρ. 216 ΠΚ, ως προσετέθη δι'άρθρ. 14 παρ. 2β' Ν. 2721/1999, απαιτείται ο υπαίτιος να διαπράττη πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (ή των 5.000.000 δραχμών). Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 386 παρ. 1, 3 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, ενώ, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (ή των 5.000.000 δραχμών), ή αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ (ή των 25.000.000 δραχμών), επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Περαιτέρω, από το άρθρο 98 ΠΚ προκύπτει, ότι κατ'εξακολούθηση έγκλημα είναι το τελούμενο από το ίδιο πρόσωπο και απαρτιζόμενο από περισσότερες ομοειδείς μερικώτερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς τέλεσή τους αποφάσεως και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα (ΑΠ 1639/2002). Τέλος, κατά το άρθρ. 13 εδ. στ' ΠΚ, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει, σταθερή ροπή του δράστου προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής συρροής. Δεν απαιτείται δε να υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες (βλ. ΑΠ 384/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ διατηρούσε ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "Χ Εισαγωγές Φορτηγών Αυτοκινήτων -Χωματουργικών Γεωργικών Μηχανημάτων - Ανταλλακτικών" με έδρα το .... χλμ. Της Π.Ε.Ο. Λάρισας - Βόλου. Δυνάμει της υπ' αριθμ. 8/20.05.1998 συμβάσεως χορηγήσεως πιστώσεως σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των υπ' αριθμ. 8/1/20.05.1998 και 8/4/14.03.2001 προσθέτων πράξεων ως και των υπ' αριθμ. 8/2/13.10.1998 και 8/3/12.03.1999 τροποποιητικών πράξεων της ανωτέρω συμβάσεως, που συνήφθησαν μεταξύ του εκκαλούντος και του υποκαταστήματος Λαρίσης της μηνύτριας Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ, χορηγήθηκε σε αυτόν (κατηγορούμενο) πίστωση μέχρι του ποσού των 29.347,50 Ευρώ (10.000.000 δραχμές) συνολικά με εγγυητές τους .....και τη ...., για την οποία τηρήθηκε ο υπ' αριθμόν ..... αλληλόχρεος λογαριασμός με τους αναφερομένους στην ανωτέρω σύμβαση, πρόσθετες και τροποποιητικές πράξεις όρους. Ο εκκαλών, κατά το χρονικό διάστημα από 14 Φεβρουαρίου 2001 μέχρι και την 15η Ιουνίου 2001, με εκδότη τον ίδιο και αποδέκτες - πληρωτές πρόσωπα, που ανήκαν κατά κύριο λόγο στον κύκλο των τότε πελατών του, κατάρτισε εξ' αρχής και εξέδωσε τις κάτωθι πλαστές συναλλαγματικές: Α. Μία (1) συναλλαγματική ποσού 200.000 δραχμών (586,94 Ευρώ), λήξεως 20.07.2001, με φερόμενο αποδέκτη τον Α. Β. Μία (1) συναλλαγματική ποσού 200.000 δραχμών (586,94 Ευρώ), λήξεως 20.07.2001 με φερόμενο αποδέκτη το Δ Γ. Πέντε (5) συναλλαγματικές ποσού 200.000 δραχμών εκάστη (586, 94 Ευρώ), λήξεως 30.08.2001, 30.09.2001, 30.10.2001, 30.11.2001 και 30.12.2001 αντιστοίχως, με φερόμενο αποδέκτη το Κ. Δ. Μία συναλλαγματική ποσού 300.000 δραχμών (880,41 Ευρώ), λήξεως 30.09.2001 και τέσσερις (4) ποσού εκάστης 200.000 δραχμών (586,94 Ευρώ) και λήξεως 30.08.2001, 30.10.2001, 30.11.2001 και 30.12.2001 αντιστοίχως, με φερόμενο αποδέκτη το Γ. Ε. Δύο (2) συναλλαγματικές ποσού 300.000 δραχμών (880,41 Ευρώ), λήξεως 30.10.2001 και 30.12.2001 αντιστοίχως, μία (1) ποσού 800.000 δραχμών (2.347,50 Ευρώ), λήξεως 15.07.2001 και μία (1) ποσού 400.000 δραχμών (1.173,88 Ευρώ) και λήξεως 30.09.2001 αντιστοίχως, με φερόμενο αποδέκτη τη Β. ΣΤ. Μία (1) συναλλαγματική ποσού 200.000 δραχμών (586,94 Ευρώ), λήξεως 30.07.2001 και τρεις (3) ποσού εκάστης 400.000 δραχμών (1.467,35 Ευρώ) και λήξεως 30.09.2001, 30.11.2001 και 30.12.2001 αντιστοίχως, με φερόμενο αποδέκτη τον Ψ Ζ. Δύο (2) συναλλαγματικές ποσού 200.000 δραχμών (586,94 Ευρώ), λήξεως 30.08.2001 και 30.09.2001 αντιστοίχως, και τρεις (3) ποσού εκάστης 300.000 δραχμών (880,41 Ευρώ) λήξεως 30.10.2001, 30.11.2001 και 30.12.2001 αντιστοίχως, με φερόμενο αποδέκτη το Ε. Η. Τρεις (3) συναλλαγματικές ποσού 100.000 δραχμών (293,47 Ευρώ), λήξεως 30.07.2001, 30.08.2001 και 30.09.2001 αντιστοίχως, δύο (2) ποσού εκάστης 200.000 δραχμών (586,94 Ευρώ), λήξεως 30.10.2001 και 30.11.2001 αντιστοίχως και μία (1) ποσού εκάστης 300.000 δραχμών (880,41 Ευρώ) με φερόμενο αποδέκτη το Η.. Θ. Πέντε (5) συναλλαγματικές ποσού 300.000 δραχμών εκάστη (880,41 Ευρώ), λήξεως 30.08.2001, 30.10.2001, 30.11.2001 και 30.12.2001 αντιστοίχως, το Ζ. Ι. Μία (1) συναλλαγματική ποσού 400.000 δραχμών (1.173,88 Ευρώ), λήξεως 30.11.2001 και τέσσερις (4) ποσού εκάστης 100.000 δραχμών (293,47 Ευρώ), λήξεως 30.07.2001, 30.08.2001, 30.09.2001 και 30.10.2001 αντιστοίχως, με φερόμενο αποδέκτη την Θ. ΙΑ. Μία (1) συναλλαγματική ποσού 200.000 δραχμών (586,94 Ευρώ), λήξεως 30.10.2001 και μία (1) ποσού 500.000 δραχμών (1.467,35 Ευρώ), με φερόμενο αποδέκτη τον Ξ. Εν συνεχεία, ο εκκαλών προσκόμισε τις ανωτέρω συναλλαγματικές στο υποκατάστημα Λαρίσης της μηνύτριας Τράπεζας Πειραιώς, πείθοντας με αυτόν τον τρόπο τους αρμοδίους υπαλλήλους αυτής ότι από τους ανωτέρω αποδέκτες των συναλλαγματικών, οι οποίοι όμως δεν είχαν υπογράψει αυτές, είχε και τις αντίστοιχες απαιτήσεις να λάβει τα αναφερόμενα σε αυτές ποσά, τα οποία ανήρχοντο συνολικώς στο ποσόν των τριάντα πέντε χιλιάδων διακοσίων δεκαέξι Ευρώ και σαράντα λεπτών, οπισθογραφώντας, λόγω ενεχύρου με την ιδιότητά του ως εκδότη, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εις διαταγήν της ανωτέρω τραπέζης, επιτυγχάνοντας έτσι, δια των ψευδών αυτών παραστάσεων να λάβει και τις αντιστοιχούσες χρηματοδοτήσεις. Ειρήσθω εν παρόδω ότι: α) η Τράπεζα Πειραιώς εξέδωσε τις υπ' αριθμ. 72/2003, 36/2003, 89/2003, 70/2003, 85/2003, 90/2003, 87/2003, 88/2003, 86/2003, 84/2003, 73/2003 διαταγές πληρωμής εις βάρος των φερομένων ως αποδεκτών Α, Β, Γ, Δ, Ε, Η, Κ, Θ, Ξ και Ζ αντιστοίχως, β) Ο φερόμενος ως αποδέκτης Ζ, υπέβαλε έγκληση εις βάρος του εκκαλούντος, ο οποίος παραπέμφθηκε τελικώς προκειμένου να δικασθεί για το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαρίσης, το οποίο τον κήρυξε ένοχο με την υπ' αριθμόν 1149/2005 απόφαση του και τον τιμώρησε με ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, η ασκηθείσα δε έφεση προσδιορίστηκε για να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης στη δικάσιμο της 17.05.2007. Επίσης, ο Ζ, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαρίσης ανακοπή εις βάρος της εκδοθείσης εναντίον του διαταγής πληρωμής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 246/2003 απόφαση που ανέβαλλε τη δίκη μέχρις αμετακλήτου περατώσεως της ποινική δίκης για την πλαστογραφία, γ) Ο Ψ, έτερος φερόμενος αποδέκτης, υπέβαλε μήνυση εις βάρος του εκκαλούντος για το ίδιο αδίκημα, παραπέμφθηκε δε αυτός (κατηγορούμενος) προκειμένου να δικασθεί ενώπιον του αρμοδίου Τριμελούς Πλημ/δικείου Λαρίσης, εκδοθείσης της υπ' αριθμόν 2253/2006 αποφάσεως αυτού, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, η δε ασκηθείσα έφεση προσδιορίστηκε για να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, την 12.11.2007. Η κατ' αυτού δίωξη έπαυσε οριστικά για την πράξη της πλαστογραφίας λόγω εκκρεμοδικίας, όσον αφορά τις ανωτέρω πλαστές συναλλαγματικές των Ζ και Ψ και παραπέμπεται για πλαστογραφία με σκοπούμενο όφελος 25.815,40 Ευρώ. Από όλα τα ανωτέρω ιστορηθέντα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος - εκκαλών είχε δημιουργήσει σχέδιο και υποδομή, αλλά και οργανωμένη ετοιμότητα, που περιελάμβανε μέσα, μεθόδους και τεχνάσματα, ικανά να πείσουν και να παραπλανήσουν του αρμοδίους υπαλλήλους της μηνύτριας Τράπεζας Πειραιώς, που το έθεσε σε εφαρμογή την κατάλληλη χρονική στιγμή για να σφετεριστεί παράνομα τα χρήματα αυτός για το δικό του παράνομο όφελος και προς ζημία της περιουσίας αυτής. Με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία στοιχειοθετείται πλήρως η έννοια της κακουργηματικής απάτης, διότι η βλάβη της περιουσίας της μηνύτριας Τράπεζας με την εξαπάτηση των υπαλλήλων αυτής, να προβούν στην προεκτεθείσα πράξη στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου και από τις πράξεις αυτές προκύπτει πλήρως ο δόλος του εκκαλούντος, που συνίσταται στην ενσυνείδητη από δόλια προαίρεση αλλοίωση της αλήθειας με την παράσταση των ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την απόκρυψη των αληθινών, που αναφέρονται στο ιστορικό της παρούσης, με το σκοπό επιτεύξεως περιουσιακού οφέλους του ιδίου και αντίστοιχης περιουσιακής βλάβης στη ξένη περιουσία. Στοιχειοθετείται επίσης εις βάρος του κατηγορουμένου η έννοια του εγκλήματος της κακουργηματικής πλαστογραφίας διότι η απ' αρχής κατάρτιση των εν λόγω συναλλαγματικών, φερομένων ότι έχουν γίνει αποδεκτές από τα πρόσωπα που προαναφέρθηκαν, τα οποία όμως ουδέποτε τις αποδέχτηκαν, αφού ουδέποτε τις υπέγραψαν στην οικεία θέση του αποδέκτη και η περαιτέρω προσκόμιση των πλαστών τούτων συναλλαγματικών ενώπιον των υπαλλήλων της μηνύτριας Τράπεζας, στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου και από τις πράξεις αυτές προκύπτει πλήρως η υποκειμενική υπόσταση τούτου, ήτοι ο δόλος του κατηγορουμένου που περιλαμβάνει τη γνώση ότι τα υπό κρίση έγγραφα είναι πλαστά και τη θέληση να τα χρησιμοποιήσει, κατατείνει δε (ο δόλος) στην εξαπάτηση, με τα έγγραφα αυτά και την παρακίνηση των εξαπατουμένων σε μία εννόμως σημαντική συμπεριφορά, η οποία περιγράφεται στο ιστορικό της παρούσης, με τελικό σκοπό περιποιήσεως του παραπάνω προσδιοριζόμενου περιουσιακού οφέλους. Είναι δε δράστης που διαπράττει πλαστογραφίες και απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων του, καθώς και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, προκύπτει ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, όπως ήδη προσδιορίζεται ανωτέρω, καθώς και η σταθερή ροπή του στην τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών, αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση, εδέχθη ότι ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του ανωτέρω δικαστηρίου, διά να δικασθή διά τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, απέρριψε δε κατ'ουσίαν την έφεση αυτού κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και επεκύρωσε αυτό. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του, διά δε την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήτο απαραίτητη η αναφορά επί πλέον στοιχείων. Περαιτέρω, εκ του προσβαλλομένου βουλεύματος και της παραδεκτής επισκοπήσεως των εγγράφων της δικογραφίας, προς έλεγχο της βασιμότητος λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι η αιτίαση περί παραπομπής του αναιρεσείοντος να δικασθή με κατηγορία διαφορετική από την απαγγελθείσα είναι αβάσιμη. 'Αλλως τε, ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας δεν επέρχεται διά του προσδιορισμού, ακριβέστερα και σαφέστερα, των συγκροτούντων την κατηγορία πραγματικών περιστατικών, των περιστατικών τελέσεως της πράξεως ή ακόμη και του προσώπου του παθόντος (βλ. ΑΠ 293/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/883), ούτε διά της παραδοχής, το πρώτον από το Συμβούλιο, επιβαρυντικών περιστάσεων της πράξεως (ΑΠ 272/2002, ΑΠ 1297/1995). Υπό τα δεδομένα αυτά, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α', δ' ΚΠΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ η αιτίαση περί ακυρότητος της ληφθείσης υπ'όψη γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, διότι αυτή στηρίζεται επί φωτοτυπιών και όχι επί των πρωτοτύπων των επιδίκων αξιογράφων και δεν ελήφθη δείγμα της υπογραφής του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτη, αφού εκ της εν λόγω αιτιάσεως δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος. Επίσης, οι λοιπές αιτιάσεις, διά των οποίων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς-Π ρ ο τ ε ί ν ω ------------------------ Να απορριφθή η από 24-1-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά του υπ'αριθμ. 340/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης. Και Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 9 Μαΐου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Επειδή, εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. β', δ' και 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ προκύπτει ότι ο περί απολύτου ακυρότητος λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος δημιουργείται και όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα και την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των προσηκόντων σ'αυτόν δικαιωμάτων, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιτάσσει ο νόμος. Εξάλλου, κατά το αρθρ. 31 παρ. 2 εδ. β' ΚΠΔ, αν η προκαταρκτική εξέταση γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά την διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξεως, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται αμέσως μετά. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, στην περίπτωση που ο τελευταίος, αν και δεν κλητεύθηκε νομίμως ή και καθόλου πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και για εξέτασή του ανωμοτί κατά το στάδιο διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, είχε τη δυνατότητα να προβάλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του στο στάδιο της ανάκρισης το οποίο επακολούθησε αυτής (προκαταρκτικής εξέτασης). Στην προκειμένη περίπτωση με τον από το άρθρ. 484 παρ. 1α' ΚΠΔ κατ' εκτίμηση, πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας λόγω μη νομίμου κλητεύσεως του αναιρεσείοντα κατά την προκαταρτική εξέταση που διενεργήθηκε για την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού ο αναιρεσείων τα υπερασπιστικά του δικαιώματα είχε τη δυνατότητα να τα προβάλει κατά το στάδιο της ανάκρισης που επακολούθησε της προκαταρκτικής εξέτασης. ΙΙ.- Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 27 επ., 43, 49 σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 57 επ. 246 επ., 250 και 321 του Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε από τον εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε και για κάποια άλλη έστω και συναφή, αλλιώς παράγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. β' του Κ.Π.Δ., λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας που υπάρχει και όταν η πράξη για την οποία διώχθηκε και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος είναι διαφορετική κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τελέσεως, από εκείνη για την οποία καταδικάσθηκε αυτός. Τέτοια ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα, σύμφωνα με τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον τρόπο τελέσεως της πράξεως. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας επιτρεπτά επισκοπούμενα για τον έλεγχο λόγου αναίρεσης, με την με αριθμό 666/2005 κλήση κατηγορουμένου απαγγέλθηκε κατά του αναιρεσείοντα η κατηγορία ότι κατήρτισε εξ υπαρχής πλαστές συναλλαγματικές με εκδότη αυτόν και αποδέκτες -πληρωτές εικονικά πρόσωπα, ενώ με το με αριθμό 270/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Λάρισας, το οποίο επικυρώθηκε και με το με αριθμό 340/2007 βούλευμα του Εφετείου Λάρισας, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι στη Λάρισα, κατήρτισε εξυπαρχής τις αναφερόμενες σ' αυτό συναλλαγματικές με φερόμενους ως αποδέκτες τα διαλαμβανόμενα σ' αυτό πρόσωπα. Από την αντιπαραβολή του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων προκύπτει ότι δεν συνιστά μεταβολή κατηγορίας ώστε να πρόκειται για διαφορετική πράξη, το ότι στο προσβαλλόμενο και το παραπεμπτικό βούλευμα δεν χαρακτηρίζονται "εικονικά", όπως στην κλήση σε απολογία, τα ονόματα των αποδεκτών των πλαστών συναλλαγματικών τις οποίες φέρεται ότι εξ υπαρχής κατάρτισε ο αναιρεσείων, αλλ' αποτελεί επαναδιατύπωση της κατηγορίας προς τον σκοπό σαφέστερου προσδιορισμού των στοιχείων της πράξεως. Επομένως ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, περί του αντιθέτου συναφής λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΙΙΙ.- Κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 216 παρ. 1 Π.Κ. για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας ή της αποδεικτικής του ισχύος με μεταβολή του περιεχομένου του με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων αριθμών ή σημείων, υποκειμενικά δε δόλος του υπαιτίου, που ενέχει την γνώση και την θέληση των περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη, επί πλέον δε ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο και σκοπός του δράστη όπως με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευομένου δικαιώματος. Η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. και β) αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (η παρ. 3 αρ. 216 ΠΚ, ως ετροποποιήθη με αρ. 14 παρ. 2 και 2β Ν. 2721/99 και ισχύει από 3-6-1999). Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστου ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεταί με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με αποσόβηση μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για την θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δρχ. Εξ άλλου κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή β)αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (25.000.000 δρχ.). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α)σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ)βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που ανάγονται στο παρόν ή στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης του παραπεμπτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων για την συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την ουσιαστική ποινική διάταξη, στην οποία αυτά υπήχθησαν και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για την πράξη για την οποία ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από τη ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Στην προκειμένη περίπτωση το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ότι από τις καταθέσεις των εξετασθέντων στην ανάκριση μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα εξής: "Ο εκκαλών Χ διατηρούσε ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "Χ Εισαγωγές Φορτηγών Αυτοκινήτων - Χωματουργικών Γεωργικών Μηχανημάτων - Ανταλλακτικών" με έδρα το ... χλμ. Της Π.Ε.Ο. Λάρισας - Βόλου. Η επιχείρηση αυτή αποτελούσε συνέχεια της επιχείρησης της Νικολέτας Γκανά, που διατηρούσε στον ίδιο χώρο με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο, με την οποία ο ίδιος συνδέεται με στενή συγγένεια, καθόσον τυγχάνει αδελφή της μητέρας του. Δυνάμει της υπ' αριθμ. 8/20.05.1998 συμβάσεως χορηγήσεως πιστώσεως σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των υπ' αριθμ. 8/1/20.05.1998 και 8/4/14.03.2001 προσθέτων πράξεων ως και των υπ' αριθμ. 8/2/13.10.1998 και 8/3/12.03.1999 τροποποιητικών πράξεων της ανωτέρω συμβάσεως, που συνήφθησαν μεταξύ του εκκαλούντος και του υποκαταστήματος Λαρίσης της μηνύτριας Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ, χορηγήθηκε σε αυτόν (κατηγορούμενο) πίστωση μέχρι του ποσού των 29.347,50 Ευρώ (10.000.000 δραχμές) συνολικά με εγγυητές τους .... και τη ...., για την οποία τηρήθηκε ο υπ' αριθμόν .... αλληλόχρεος λογαριασμός με τους αναφερομένους στην ανωτέρω σύμβαση, πρόσθετες και τροποποιητικές πράξεις όρους. Ο εκκαλών, προέβη κατά το μη επακριβώς προσδιορισθέν κατά την ανάκριση, χρονικό διάστημα από 14 Φεβρουαρίου 2001 μέχρι και την 15η Ιουνίου 2001 με εκδότη τον ίδιο και αποδέκτες - πληρωτές πρόσωπα, που ανήκαν κατά κύριο λόγο στον κύκλο των τότε πελατών του, τα οποία όμως ουδόλως είχαν υπογράψει τις επίδικες συναλλαγματικές. Συγκεκριμένα ο ίδιος κατάρτισε εξ' αρχής και εξέδωσε τις κάτωθι πλαστές συναλλαγματικές: Α. Μία (1) συναλλαγματική ποσού 200.000 δραχμών (586,94 Ευρώ), λήξεως 20.07.2001, με φερόμενο αποδέκτη τον Α. Β. Μία (1) συναλλαγματική ποσού 200.000 δραχμών (586,94 Ευρώ), λήξεως 20.07.2001 με φερόμενο αποδέκτη το Δ. Γ. Πέντε (5) συναλλαγματικές ποσού 200.000 δραχμών εκάστη (586,94 Ευρώ), λήξεως 30.08.2001, 30.09.2001, 30.10.2001, 30.11.2001 και 30.12.2001 αντιστοίχως, με φερόμενο αποδέκτη το Κ. Δ. Μία συναλλαγματική ποσού 300.000 δραχμών (880,41 Ευρώ), λήξεως 30.09.2001 και τέσσερις (4) ποσού εκάστης 200.000 δραχμών (586,94 Ευρώ) και λήξεως 30.08.2001, 30.10.2001, 30.11.2001 και 30.12.2001 αντιστοίχως, με φερόμενο αποδέκτη το Γ. Ε. Δύο (2) συναλλαγματικές ποσού 300.000 δραχμών (880,41 Ευρώ), λήξεως 30.10.2001 και 30.12.2001 αντιστοίχως, μία (1) ποσού 800.000 δραχμών (2.347,50 Ευρώ), λήξεως 15.07.2001 και μία (1) ποσού 400.000 δραχμών (1.173,88 Ευρώ) και λήξεως 30.09.2001 αντιστοίχως, με φερόμενο αποδέκτη τη Β. ΣΤ. Μία (1) συναλλαγματική ποσού 200.000 δραχμών (586,94 Ευρώ), λήξεως 30.07.2001 και τρεις (3) ποσού εκάστης 400.000 δραχμών (1.467,35 Ευρώ) και λήξεως 30.09.2001, 30.11.2001 και 30.12.2001 αντιστοίχως, με φερόμενο αποδέκτη τον Ψ. Ζ. Δύο (2) συναλλαγματικές ποσού 200.000 δραχμών (586,94 Ευρώ), λήξεως 30.08.2001 και 30.09.2001 αντιστοίχως, και τρεις (3) ποσού εκάστης 300.000 δραχμών (880,41 Ευρώ) και λήξεως 30.10.2001, 30.11.2001 και 30.12.2001 αντιστοίχως, με φερόμενο αποδέκτη το Ε Η. Τρεις (3) συναλλαγματικές ποσού 100.000 δραχμών (293,47 Ευρώ), λήξεως 30.07.2001, 30.08.2001 και 30.09.2001 αντιστοίχως, δύο (2) ποσού εκάστης 200.000 δραχμών (586,94 Ευρώ), λήξεως 30.10.2001 και 30.11.2001 αντιστοίχως και μία (1) ποσού εκάστης 300.000 δραχμών (880,41 Ευρώ) με φερόμενο αποδέκτη το Η. Θ.Πέντα (5) συναλλαγματικέ ποσού 300.000 δραχμών εκάστη (880,41 Ευρώ), λήξεως 30.08.2001, 30.10.2001, 30.11.2001 και 30.12.2001 αντιστοίχως, το Ζ. Ι. Μία (1) συναλλαγματική ποσού 400.000 δραχμών (1.173,88 Ευρώ), λήξεως 30.11.2001 και τέσσερις (4) ποσού εκάστης 100.000 δραχμών (293,47 Ευρώ), λήξεως 30.07.2001, 30.08.2001, 30.09.2001 και 30.10.2001 αντιστοίχως, με φερόμενο αποδέκτη την Θ. ΙΑ. Μία (1) συναλλαγματική ποσού 200.000 δραχμών (586,94 Ευρώ), λήξεως 30.10.2001 και μία (1) ποσού 500.000 δραχμών (1.467,35 Ευρώ), με φερόμενο αποδέκτη τον Ξ. Εν συνεχεία, ο εκκαλών προσκόμισε τις ανωτέρω συναλλαγματικές στο υποκατάστημα Λαρίσης της μηνύτριας Τράπεζας Πειραιώς, πείθοντας με αυτόν τον τρόπο τους αρμοδίους υπαλλήλους αυτής ότι από τους ανωτέρω αποδέκτες των συναλλαγματικών, οι οποίοι όμως δεν είχαν υπογράψει αυτές, είχε και τις αντίστοιχες απαιτήσεις να λάβει τα αναφερόμενα σε αυτές ποσά, τα οποία ανήρχοντο συνολικώς στο ποσόν των τριάντα πέντε χιλιάδων διακοσίων δεκαέξι Ευρώ και σαράντα λεπτών (32.216,40), οπισθογραφώντας, λόγω ενεχύρου με την ιδιότητά του ως εκδότη, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εις διαταγήν της ανωτέρω τραπέζης, επιτυγχάνοντας έτσι, δια των ψευδών αυτών παραστάσεων να λάβει και τις αντιστοιχούσες χρηματοδοτήσεις. Ειρήσθω εν παρόδω ότι: α) η Τράπεζα Πειραιώς εξέδωσε τις υπ' αριθμ. 72/2003, 36/2003, 89/2003, 70/2003, 85/2003, 90/2003, 87/2003, 88/2003, 86/2003, 84/2003, 73/2003 διαταγές πληρωμής εις βάρος των φερομένων ως αποδεκτών Α, Β, Γ, Δ, Ε, Η, Κ Θ, Ξ και Ζ αντιστοίχως, β) Ο φερόμενος ως αποδέκτης Ζ, υπέβαλε έγκληση εις βάρος του εκκαλούντος, ο οποίος παραπέμφθηκε τελικώς προκειμένου να δικασθεί για το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαρίσης, το οποίο τον κήρυξε ένοχο με την υπ' αριθμόν 1149/2005 απόφασή του και τον τιμώρησε με ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, η ασκηθείσα δε έφεση προσδιορίστηκε για να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης στη δικάσιμο της 17.05.2007. Επίσης, ο Ζ, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαρίσης ανακοπή εις βάρος της εκδοθείσης εναντίον του διαταγής πληρωμής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 246/2003 απόφαση που ανέβαλλε τη δίκη μέχρις αμετακλήτου περατώσεως της ποινική δίκης για την πλαστογραφία, γ) Ο Ψ, έτερος φερόμενος αποδέκτης, υπέβαλε μήνυση εις βάρος του εκκαλούντος για το ίδιο αδίκημα, παραπέμφθηκε δε αυτός (κατηγορούμενος) προκειμένου να δικασθεί ενώπιον του αρμοδίου Τριμελούς Πλημ/δικείου Λαρίσης, εκδοθείσης της υπ' αριθμόν 2253/2006 αποφάσεως αυτού, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, η δε ασκηθείσα έφεση προσδιορίστηκε για να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, την 12.11.2007. Η κατ' αυτού δίωξη έπαυσε οριστικά για την πράξη της πλαστογραφίας λόγω εκκρεμοδικίας, όσον αφορά τις ανωτέρω πλαστές συναλλαγματικές των Ζ και Ψ και παραπέμπεται για πλαστογραφία με σκοπούμενο όφελος 25.815,40 Ευρώ. Από όλα τα ανωτέρω ιστορηθέντα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος - εκκαλών είχε δημιουργήσει σχέδιο και υποδομή, αλλά και οργανωμένη ετοιμότητα, που περιελάμβανε μέσα, μεθόδους και τεχνάσματα, ικανά να πείσουν και να παραπλανήσουν του αρμοδίους υπαλλήλους της μηνύτριας Τράπεζας Πειραιώς, που το έθεσε σε εφαρμογή την κατάλληλη χρονική στιγμή για να σφετεριστεί παράνομα τα χρήματα αυτός για το δικό του παράνομο όφελος και προς ζημία της περιουσίας αυτής. Επειδή με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία στοιχειοθετείται πλήρως η έννοια της κακουργηματικής απάτης εις βάρος του πιο πάνω εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ, διότι η βλάβη της περιουσίας της μηνύτριας Τράπεζας με την εξαπάτηση των υπαλλήλων αυτής, να προβούν στην προεκτεθείσα πράξη στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου και από τις πράξεις αυτές προκύπτει πλήρως ο δόλος του εκκαλούντος, που συνίσταται στην ενσυνείδητη από δόλια προαίρεση αλλοίωση της αλήθειας με την παράσταση των ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την απόκρυψη των αληθινών, που αναφέρονται στο ιστορικό της παρούσης, με το σκοπό επιτεύξεως περιουσιακού οφέλους του ιδίου και αντίστοιχης περιουσιακής βλάβης στη ξένη περιουσία. Στοιχειοθετείται επίσης εις βάρος του η έννοια του εγκλήματος της κακουργηματικής πλαστογραφίας διότι η απ' αρχής κατάρτιση των εν λόγω συναλλαγματικών, φερομένων ότι έχουν γίνει αποδεκτές από τα πρόσωπα που προαναφέρθηκαν, τα οποία όμως ουδέποτε τις αποδέχτηκαν, αφού ουδέποτε τις υπέγραψαν στην οικεία θέση του αποδέκτη και η περαιτέρω προσκόμιση των πλαστών τούτων συναλλαγματικών ενώπιον των υπαλλήλων της μηνύτριας Τράπεζας, στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου και από τις πράξεις αυτές προκύπτει πλήρως η υποκειμενική υπόσταση τούτου, ήτοι ο δόλος του κατηγορουμένου που περιλαμβάνει τη γνώση ότι τα υπό κρίση έγγραφα είναι πλαστά και τη θέληση να τα χρησιμοποιήσει, κατατείνει δε (ο δόλος) στην εξαπάτηση, με τα έγγραφα αυτά και την παρακίνηση των εξαπατουμένων σε μια εννόμως σημαντική συμπεριφορά, η οποία περιγράφεται στο ιστορικό της παρούσης, με τελικό σκοπό περιποιήσεως του παραπάνω προσδιοριζόμενου περιουσιακού οφέλους. Είναι δε δράστης που διαπράττει πλαστογραφίες και απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεών του, καθώς και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, προκύπτει ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, όπως ήδη προσδιορίζεται ανωτέρω στο ιστορικό της παρούσης καθώς και η σταθερή ροπή του στην τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε με το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο των αποδιδομένων σ' αυτόν αξιόποινων πράξεων α)της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολικά ζημία άνω τα ων 15.000 Ευρώ και β)απάτης κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 15.000 ευρώ και για τον λόγο αυτό απέρριψε την έφεση που ασκήθηκε απ' αυτόν κατά του με αριθμό 270/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το βούλευμα αυτό. Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των ως άνω αξιοποίνων πράξεων οι αποδείξεις που τις θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την παραπομπή του αναιρεσείοντος, και εντεύθεν για την κατ' ουσία απόρριψη ως αβασίμου της εφέσεως αυτού, δεν ήταν δε για την πληρότητα της αιτιολογίας απαραίτητη η αναφορά επί πλέον στοιχείων. Η αιτίαση ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του για την παραπομπή του στο ακροατήριο για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, την γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διεξήχθηκε κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας του Εισαγγελέα Πλημ/κών Λάρισας, αν και δεν στηρίχθηκε στα γνήσια σώματα των επίδικων συναλλαγματικών αλλά σε φωτοτυπημένα αντίγραφα αυτών, δεν συνιστά αναιρετικό λόγο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 § 1 του ΚΠΔ, ανεξάρτητα του ότι η παραπάνω πραγματογνωμοσύνη δεν μνημονεύεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο Εφετών για την παραπεμπτική του κρίση για την ως άνω αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, ενώ επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηρίζεται προεχόντως η αιτίαση που προβάλλεται επικουρικά ότι το Συμβούλιο συνήγαγε από το πόρισμα του πραγματογνώμονα, κατά το οποίο οι υπογραφές στις συναλλαγματικές δεν είχαν τεθεί από τα πρόσωπα που φέρονται ως αποδέκτες, ότι αυτός έθεσε τις υπογραφές τους παρόλο που ο εν λόγω πραγματογνώμονας δεν έλαβε δείγμα γραφής του, αφού κατά τα προαναφερθέντα, την περί τούτου σχετική κρίση του συνήγαγε το Συμβούλιο από τα λοιπά μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα. Τέλος οι υπό την επίφαση της επίκλησης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας προβαλλόμενες λοιπές αιτιάσεις, α)ότι δεν προκύπτει από την ορθή αξιολόγηση των αποδείξεων ότι αυτός ήταν ο αυτουργός της κατάρτισης των φερόμενων ως πλαστών συναλλαγματικών, και β)ότι το σκοπούμενο όφελος του αναιρεσείοντα από την κατάρτιση των πλαστών συναλλαγματικών, ως και η βλάβη την οποία υπέστη η Τράπεζα ανήλθαν στο ποσό των 25.815,40 Ευρώ, ποσό το οποίο και προσδίδει στις ανωτέρω πράξεις κακουργηματικό χαρακτήρα, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24/1/2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του 340/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των Διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική πλαστογραφία και κακουργηματική απάτη. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για το λόγο ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του φωτοαντίγραφα της διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης, β) απόλυτη ακυρότητα λόγω του ότι δεν κλητεύθηκε ο αναιρεσείων κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης και λόγω του ότι παραπέμφθηκε για διάφορη αξιόποινη πράξη από εκείνη που του ασκήθηκε ποινική δίωξη. Δεν ιδρύεται απόλυτη ακυρότητα όταν ο μη κλητευθείς κατά την προανάκριση προ 48 ωρών για παροχή εξηγήσεων πρόβαλε τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του και στο στάδιο της ανάκρισης.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1128/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κάτοικο ......, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1914/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, κάτοικο ...... και 2. Ψ2, κάτοικο Περιστερίου Αττικής. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 72/2009. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 54/3.2.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 ιδίου Κώδικος ασκηθείσαν υπό του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, οδός ...... αριθμ. ..., από 11 Δεκεμβρίου 2008 αίτησιν αναιρέσεως, κατά του υπ'αριθμ. 1914/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Ι. Διά του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεσις του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά του υπ'αριθμ. 508/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψεν εις το ακροατήριον διά να δικασθή δι'άμεσον συνέργειαν εις απάτην, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν, εκ της οποίας το περιουσιακόν όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσόν των 15.000 ευρώ ή 5.000.000 δρχ. (άρθρα 46 παρ. 1 εδ. β' και 386 παρ. 1 και 3 εδ. α' Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη ο αναιρεσείων, προβάλλων τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας. ΙΙ. 'Ελλειψις της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' προβλεπόμενον λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν εις το βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνειαν και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκρισιν ή προανάκρισιν σχετικώς με την αποδιδομένην εις τον κατηγορούμενον αξιόποινον πράξιν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αύτα και αι σκέψεις με τας οποίας έκρινεν, ότι υφίστανται αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής διά την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον (Α.Π. 1348/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 289, κ.ά.). ΙΙΙ. Εκ της διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει, ότι προς στοιχειοθέτησιν του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστου να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομον περιουσιακόν όφελος, όχι δε και πραγματοποίησις του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παραστάσις ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτος απόκρυψις ή παρασιώπησις αληθών, εκ της οποίας παρεπλανήθη άλλος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, τελούσης εις αιτιώδη συνάφειαν με τας παραπλανητικάς ενεργείας ή παραλείψεις (ολ. Α.Π. 5/2008 με σύμφωνον αίτησιν αναιρέσεώς μας, Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 364). Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ. α' ιδίου άρθρου 386, όπως αντικατεστάθη δι'άρθρου 14 παρ. 4 ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικόν χαρακτήρα, εάν ο δράστης διαπράττη απάτας κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν και το συνολικόν όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 ευρώ. Αι έννοιαι της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν τελέσεως του εγκλήματος προσδιορίζονται υπό του άρθρου 13 εδ. στ' Π.Κ. Κατ'επάγγελμα τέλεσις του εγκλήματος συντρέχει, όταν εκ της επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως ή εκ της υποδομής που έχει διαμορφώση ο δράστης με πρόθεσιν επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτη σκοπός αυτού προς πορισμόν εισοδήματος. Κατ'επάγγελμα τέλεσις υπάρχει και όταν η πράξις τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν εκ της υποδομής που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητός του με πρόθεσιν επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του προς πορισμόν εισοδήματος (Α.Π. 628/2007 Ποιν Δικ 2007 σελ. 1102 κ.ά.). Κατά συνήθειαν τέλεσις του εγκλήματος συντρέχει, όταν εκ της επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σταθερά ροπή του δράστου προς διάπραξιν του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείον της προσωπικότητος αυτού (Α.Π. 1649/2006 Ποιν Δικ 2007 σελ. 380 κ.ά.). Η διάταξις της παρ. 3 εδ. α' του άρθρου 386 Π.Κ., όπως αντικ. δι'άρθρου 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, είναι ηπιώτερα της προηγουμένης ρυθμίσεως και εφαρμόζεται και επί πράξεων τελεσθεισών προ της ισχύος του ν. 2721/1999 (ολ. Α.Π. 5/2008 με σύμφωνον αίτησιν αναιρέσεώς μας, ενθ'ανωτ.). Τέλος εκ της διατάξεως του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ. προκύπτει, ότι διά την ύπαρξιν αμέσου συνεργείας εις την τελουμένην παρ'άλλου αξιόποινον πράξιν, απαιτείται παροχή αμέσου συνδρομής υπό του συνεργού κατά την διάρκειαν της κυρίας πράξεως και κατά την εκτέλεσιν αυτής υπό του αυτουργού, ούτως ώστε χωρίς την συνδρομήν εκείνου να μη ήτο δυνατή μετά βεβαιότητος η διάπραξις του εγκλήματος υπό τας περιστάσεις που ετελέσθη (Α.Π. 547/2008 ΝοΒ 56 σελ. 1910 κ.ά.). ΙV. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, εδέχθη ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι μαρτυρικών καταθέσων, εγγράφων της δικογραφίας και απολογίας κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Α, συγκατηγορούμενος του εκκαλούντος, στον ...... στις 26-6-1998 εμφανίσθηκε στον συμβολαιογράφο Πειραιώς Β, όπου τον οδήγησε ο εκκαλών, γνώριμός του από παλαιά συνεργασία (με τον Β), προκειμένου αυτός να συντάξει το ...... πληρεξούσιο, σύμφωνα με το οποίο η Γ καθιστούσε πληρεξουσίους της την μηνύτρια Ψ2 και του μηνυτή Ψ1, ώστε αυτοί να μεταβιβάσουν βάσει αυτού το ακίνητο της Γ , σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί το χορηγηθέν σε αυτήν δάνειο από αυτούς μέχρι 31-12-1998, η δε σύνταξη αυτού έγινε χωρίς την παρουσία της ως άνω εντολέως που εκπροσωπήθηκε από αυτόν δυνάμει του υπ'αριθμ. ......πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ, το οποίο όμως ήταν εξυπαρχής πλαστό, πλαστογραφηθέν από τον ίδιο τον Α, παραπεμφθέντα προς τούτο να δικασθεί με το υπ'αριθμ. 1082/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αποκρύπτοντας δε έτσι το γεγονός της πλαστότητας. Ο εκκαλών εμφανίσθηκε ενώπιον του παραπάνω Συμβολαιογράφου, εν γνώσει του ότι το υπ'αριθμ. ...... πληρεξούσιο ήταν πλαστό αποκρύπτοντας τούτο από τον συμβολαιογράφο, που εάν εγνώριζε την αλήθεια δεν θα συνέτασσε το παραπάνω με το πληρεξούσιό του και αποδέχθηκε να συνταχθεί αυτό, εκμεταλλευόμενος ότι αυτός υπήρξε παλαιός γνώριμός του και συνεπώς διέθετε την απαιτουμένη κεκτημένη εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του σε αντίθεση με τον Α που δεν τον γνώριζε. Παραπλανήθηκε δε ο Β και δέχθηκε την σύνταξη του μεταπληρεξουσίου ως εγκύρου, η δε μηνύτρια και ο μηνυτής θεώρησαν ότι εξ αυτού εξασφαλίζεται η απαίτησή τους από το δάνειο ποσού 26.000.000 δρχ. (με συμμετοχή της πρώτης κατά 75% και του δευτέρου κατά ποσοστό 25%), που ουδέποτε επήλθε αλά τουναντίον προκλήθηκε αντίστοιχη περιουσιακή τους ζημία, η προσωπική δε ωφέλεια του κατηγορουμένου Α υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. Από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με τον συγκατηγορούμενό του εκκαλούντα για υποτιθέμενη ασφαλή επένδυση χρημάτων, την χρήση πλαστών πληρεξουσίων και την ακραιφνή παροχή νομικών υπηρεσιών ως έμπειρος δικηγόρος με πρόθεση επανειλημμένης διάπραξης, προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος. Χωρίς δε την προεκτεθείσα συνδρομή του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ η τέλεση της πράξης του Α θα καθίστατο ανέφικτος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε, γνώριζε δε ότι αυτός διέπραττε απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, λόγω της υποδομής που είχε διαμορφώσει κατά τα προεκτεθέντα προς πορισμό εισοδήματος, ως και ότι επέρχεται περιουσιακή ζημία σε βάρος των μηνυτών, καθ'όσον είχε αναλάβει την προστασία των συμφερόντων τους κατά την διαταχθείσα με την προαναφερθείσα υπ'αριθμ. 17353/98 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) προσημείωση υποθήκης ακινήτου της Γ. Από τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια στο εκκαλούμενο βούλευμα στο οποίο και αναφερόμεθα προκύπτει ότι και στο πρόσωπο του εκκαλούντος κατηγορουμένου συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη αυτοτελώς δεδομένου ότι και οι δύο κατηγορούμενοι (Α και ο εκκαλών) επέδειξαν οργανωμένη ετοιμότητα (υποδομή) και σταθερά ανεπτυγμένη (για άτομα ανώτερης μόρφωσης, συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης) προς διάπραξη απατών ως στοιχείο της προσωπικότητός τους, εκμεταλλευθέντες στο έπακρο τα οποιαδήποτε κενά της διαδικασίας αλλά και την γνωριμία του ο εκκαλών με τον συμβολαιογράφο Β που είχε κεκτημένη εμπιστοσύνη ο τελευταίος στο πρόσωπό του. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον διά του πληττομένου βουλεύματός του διέλαβεν ανεπαρκή αιτιολογίαν. Ειδικώτερον δεν αιτιολογείται 1) πώς, διά της συντάξεως του ανωτέρω υπ'αριθμ. ...... μεταπληρεξουσίου, ο αυτουργός Α ωφελήθη παρανόμως κατά ποσόν υπερβαίνον το ποσόν των 25.000.000 ευρώ, με αντίστοιχον βλάβην της περιουσίας των παθόντων, 2) η γνώσις του αναιρεσείοντος εν σχέσει με την πλαστότητα του υπ'αριθμ. ...... πληρεξουσίου και 3) διατί ο συμβολαιογράφος δεν θα συνέτασσε το ανωτέρω υπ'αριθμ. ...... μεταπληρεξούσιον, άνευ της παρουσίας του αναιρεσείοντος εις το γραφείον του, αφού αυτός ηγνόει ούτως ή άλλως την πλαστότητα του υπ'αριθμ. ...... πληρεξουσίου. Εξ άλλου η γνωριμία του αναιρεσείοντος με τον συμβολαιογράφον και η εκμετάλλευσις εις το έπακρον των οιωνδήποτε κενών της διαδικασίας, που σημειωτέον δεν διευκρινίζονται ποία είναι, δεν συνιστά ειδικήν αιτιολογίαν περί της συνδρομής της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ'επάγγελμα τελέσεως υπό του αναιρεσείοντος της πράξεως της απάτης. Σχετικώς με την συνδρομήν της ετέρας επιβαρυντικής περιστάσεως της κατά συνήθειαν τελέσεως της πράξεως της απάτης δεν υφίσταται καθόλου αιτιολογία, δεδομένου άλλωστε ότι δεν γίνεται μνεία περί της επανειλημμένης τελέσεως υπό του αναιρεσείοντος της πράξεως της απάτης, η οποία μόνον στοιχειοθετεί την επιβαρυντικήν αυτήν περίστασιν. Συνεπώς είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως και πρέπει το πληττόμενον βούλευμα να αναιρεθή δι'έλλειψιν ειδικής αιτιολογίας και να παραπεμφθή η υπόθεσις εις το αυτό Συμβούλιον προς νέαν κρίσιν, συντιθέμενον εξ άλλων δικαστών εκτός των πρότερον δικασάντων. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι. Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 1914/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. ΙΙ. Να παραπεμφθή η υπόθεσις προς νέαν κρίσιν εις το αυτό Συμβούλιον, συντιθέμενον εξ άλλων δικαστών εκτός των πρότερον δικασάντων. Αθήνα 24 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμό 205/11-12-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως, του Χ, δικηγόρου, κατοίκου ......, κατά του υπ' αριθμό 1914/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεσή του, κατά του υπ' αριθμό 508/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για τα Κακουργήματα) Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος της πράξης της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το περιουσιακό όφελος και αντίστοιχα η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (386 παρ.1, 3 εδ. α του ΠΚ.), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, (άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ), γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ' υπαρχής την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 § 1 εδαφ. β' του ΠΚ, προκύπτει ότι, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη, απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από το συνεργό κατά τη διάρκεια της κύριας πράξεως και κατά την εκτέλεση αυτής από τον αυτουργό, έτσι ώστε, χωρίς τη συνδρομή εκείνου, να μην ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του συμβουλίου, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή, η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που συγκεντρώθηκαν, από την κύρια ανάκριση και ειδικότερα από τις ανωμοτί καταθέσεις μηνύτριας και μηνυτή, τις καταθέσεις των μαρτύρων, από όλα τα συνημμένα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, δέχθηκε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου Χ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Ειδικότερα, δέχθηκε κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Α, συγκατηγορούμενος του εκκαλούντος, στον ...... στις 26-6-1998 εμφανίσθηκε στον συμβολαιογράφο Πειραιώς Β, όπου τον οδήγησε ο εκκαλών, γνώριμός του από παλαιά συνεργασία (με τον Β), προκειμένου αυτός να συντάξει το ...... πληρεξούσιο, σύμφωνα με το οποίο η Γ καθιστούσε πληρεξουσίους της την μηνύτρια Ψ2 και τον μηνυτή Ψ1, ώστε αυτοί να μεταβιβάσουν βάσει αυτού το ακίνητο της Γ, σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί το χορηγηθέν σε αυτήν δάνειο από αυτούς μέχρι 31-12-1998, η δε σύνταξη αυτού έγινε χωρίς την παρουσία της ως άνω εντολέως που εκπροσωπήθηκε από αυτόν δυνάμει του υπ'αριθμ. ...... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ, το οποίο όμως ήταν εξυπαρχής πλαστό, πλαστογραφηθέν από τον ίδιο τον Α, παραπεμφθέντα προς τούτο να δικασθεί με το υπ'αριθμ. 1082/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αποκρύπτοντας δε έτσι το γεγονός της πλαστότητας. Ο εκκαλών εμφανίσθηκε ενώπιον του παραπάνω Συμβολαιογράφου, εν γνώσει του ότι το υπ'αριθμ. ...... πληρεξούσιο ήταν πλαστό αποκρύπτοντας τούτο από τον συμβολαιογράφο, που εάν εγνώριζε την αλήθεια δεν θα συνέτασσε το παραπάνω με το πληρεξούσιό του και αποδέχθηκε να συνταχθεί αυτό, εκμεταλλευόμενος ότι αυτός υπήρξε παλαιός γνώριμός του και συνεπώς διέθετε την απαιτουμένη κεκτημένη εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του σε αντίθεση με τον Α που δεν τον γνώριζε. Παραπλανήθηκε δε ο Β και δέχθηκε την σύνταξη του μεταπληρεξουσίου ως εγκύρου, η δε μηνύτρια και ο μηνυτής θεώρησαν ότι εξ αυτού εξασφαλίζεται η απαίτησή τους από το δάνειο ποσού 26.000.000 δρχ. (με συμμετοχή της πρώτης κατά 75% και του δευτέρου κατά ποσοστό 25%), που ουδέποτε επήλθε αλλά τουναντίον προκλήθηκε αντίστοιχη περιουσιακή τους ζημία, η προσωπική δε ωφέλεια του κατηγορουμένου Α υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. Από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με τον συγκατηγορούμενό του εκκαλούντα για υποτιθέμενη ασφαλή επένδυση χρημάτων, την χρήση πλαστών πληρεξουσίων και την ακραιφνή παροχή νομικών υπηρεσιών ως έμπειρος δικηγόρος με πρόθεση επανειλημμένης διάπραξης, προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος. Χωρίς δε την προεκτεθείσα συνδρομή του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ η τέλεση της πράξης του Α θα καθίστατο ανέφικτος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε, γνώριζε δε ότι αυτός διέπραττε απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, λόγω της υποδομής που είχε διαμορφώσει κατά τα προεκτεθέντα προς πορισμό εισοδήματος, ως και ότι επέρχεται περιουσιακή ζημία σε βάρος των μηνυτών, καθ'όσον είχε αναλάβει την προστασία των συμφερόντων τους κατά την διαταχθείσα με την προαναφερθείσα υπ'αριθμ. 17353/98 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) προσημείωση υποθήκης ακινήτου της Γ. Από τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια στο εκκαλούμενο βούλευμα στο οποίο και αναφερόμεθα προκύπτει ότι και στο πρόσωπο του εκκαλούντος κατηγορουμένου συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη αυτοτελώς δεδομένου ότι και οι δύο κατηγορούμενοι (Α και ο εκκαλών) επέδειξαν οργανωμένη ετοιμότητα (υποδομή) και σταθερά ανεπτυγμένη (για άτομα ανώτερης μόρφωσης, συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης) προς διάπραξη απατών ως στοιχείο της προσωπικότητός τους, εκμεταλλευθέντες στο έπακρο τα οποιαδήποτε κενά της διαδικασίας αλλά και την γνωριμία του ο εκκαλών με τον συμβολαιογράφο Β, που είχε κεκτημένη εμπιστοσύνη ο τελευταίος στο πρόσωπό του". Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, έκρινε ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος και απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του, που άσκησε κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για κακουργήματα) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί, ως άμεσος συνεργός στην προμνημονευθείσα κακουργηματική απάτη. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, την, από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και συγχρόνως στέρησε αυτό, της νομίμου βάσεως, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ, αφού δεν εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση. Τούτο, γιατί, α) δεν αιτιολογείται με ποιο τρόπο με τη σύνταξη του υπ' αριθμό ...... πληρεξούσιου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Β, ο φερόμενος ως φυσικός αυτουργός Α, ωφελήθηκε παράνομα το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.365 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των παθόντων, β) δεν αιτιολογείται η παραδοχή με βάση ποια περιστατικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι το υπ' αριθμό ...... πληρεξούσιο ήταν πλαστό και γ) δεν αιτιολογείται γιατί ο συμβολαιογράφος Β, δεν θα προέβαινε στη σύνταξη του υπ' αριθμό ...... πληρεξουσίου, χωρίς την παρουσία του αναιρεσείοντος στο γραφείο του. Τέλος, δεν αιτιολογείται η παραδοχή του βουλεύματος με βάση ποια περιστατικά δέχθηκε ότι στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 13 στ του Π.Κ, και συγκεκριμένα τόσο για εκείνη που αφορά την από μέρους του αναιρεσείοντος τέλεση της πράξεως κατ' επάγγελμα, στοιχείο το οποίο δεν μπορεί να συνυπάρξει από μόνο το γεγονός ότι μεταξύ αυτού (αναιρεσείοντος) και του ως άνω συμβολαιογράφου υφίστατο πολύχρονη γνωριμία, όσο και για την ετέρα (επιβαρυντική περίσταση) της κατά συνήθεια τέλεσης της κακουργηματικής απάτης, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει οποιαδήποτε αιτιολογία, περιοριζόμενο μόνο σε απλή αναφορά του όρου τούτου. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο (σε συμβούλιο), που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμό 1914/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, (σε συμβούλιο), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση βουλεύματος για κακουργηματική απάτη, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ανεπάρκεια αιτιολογίας. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.
0
Αριθμός 1129/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θρασύβουλο Κονταξή, για αναίρεση της με αριθμό 45/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας για τα πλημμελήματα. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ1, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας για τα πλημμελήματα με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.731/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 362 εδ. α' του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της "απλής δυσφημήσεως" απαιτούνται, αντικειμενικώς, ισχυρισμός ενώπιον τρίτου ή διάδοση για κάποιον άλλον γεγονότος, το οποίο είναι πρόσφορο (κατάλληλο, επιτήδειο) κατ' αντικειμενική κρίση (την κοινή αντίληψη) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε, τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί σε τέτοιο βλαπτικό της τιμής ή της υπόληψης ισχυρισμό ή διάδοση. Ως γεγονός νοείται και η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως καθώς και οι χαρακτηρισμοί όταν αυτά συνδέονται και σχετίζονται με άμεση και εμφανή σχέση με το γεγονός. Δεν απαιτείται γνώση της αναλήθειας, ενώ η πεποίθηση του δράστη περί την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος δεν αποκλείει τον δόλο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα χωριστά και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση αυτών, όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την προσβαλλόμενη 45/2008 απόφασή του, δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, ότι από τα κατ' είδος, τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 2001 η εγκαλούσα Ψ1 υπηρετούσε στα ... ως Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών και με την ιδιότητα αυτή χειρίστηκε διάφορες ποινικές υποθέσεις της πρώτης κατηγορουμένης Χ1. Παράλληλα η εγκαλούσα ήταν σε διάσταση με τον σύζυγο της ..., δεύτερο κατηγορούμενο, με τον οποίο γνωρίστηκε η πρώτη κατηγορουμένη και προσφέρθηκε να τον βοηθήσει στην διένεξη του με την εγκαλούσα. Στα πλαίσια αυτά η πρώτη κατηγορουμένη γνώρισε στον δεύτερο κατηγορούμενο τον δικηγόρο Δ1, στον οποίο ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέδωσε όλο το υλικό της υπόθεσης με την εγκαλούσα σύζυγο του. Στο υλικό αυτό περιλαμβάνονταν και φωτογραφίες, στις οποίες εμφανίζονταν ο δεύτερος κατηγορούμενος να φέρει μώλωπες σε διάφορα σημεία του σώματος του. Κατά τις συναντήσεις της με τον δικηγόρο Δ1 η πρώτη κατηγορουμένη παρέλαβε ορισμένες από τις πιο πάνω φωτογραφίες του δεύτερου κατηγορουμένου, χωρίς ο τελευταίος να το γνωρίζει. Ακολούθως, η πρώτη κατηγορουμένη στις ... προσήλθε στο δικαστικό μέγαρο ... όπου στεγάζονται το Πρωτοδικείο, η Εισαγγελία και το Ειρηνοδικείο, και έδειξε στις δικαστικές υπαλλήλους ... και ... (του Ειρηνοδικείου), ... και ..., (του Πρωτοδικείου), ... και ... (της Εισαγγελίας) φωτογραφίες του δευτέρου κατηγορουμένου, εν διαστάσει συζύγου της εγκαλούσας, στις οποίες αυτός εμφανιζόταν να φέρει μώλωπες σε διάφορα σημεία του σώματός του. Κατά την επίδειξη των φωτογραφιών προς τις εν λόγω υπαλλήλους η πρώτη κατηγορουμένη έλεγε προς αυτές "να, για να δείτε ποιά είναι η Αντεισαγγελέας, η Ψ1, πώς τον κατάντησε τον άντρα της, έβαλε να τον κάνουν μαύρο στο ξύλο, για να δείτε ποιά είναι η προϊσταμένη σας", ισχυριζόμενη με τον τρόπο αυτό πως η εγκαλούσα έβαλε τρίτους να ξυλοκοπήσουν βάναυσα τον δεύτερο κατηγορούμενοσύζυγο της. Τα ανωτέρω ισχυρισθέντα ενώπιον των δικαστικών υπαλλήλων μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της ως άνω εγκαλούσας, δεδομένουότι η εγκαλούσα καμία ανάμιξη δεν είχε στο επεισόδιο μεταξύ του δευτέρου κατηγορουμένου και του συζύγου της αδελφής της, κατά την διάρκεια του οποίου οδεύτερος κατηγορούμενος υπέστη τις σωματικές βλάβες που οι ανωτέρω φωτογραφίες απεικόνιζαν. Τα περιστατικά αυτά αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των δικαστικών υπαλλήλων και μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και με επίγνωση κατέθεσαν ότι οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας. Επομένως, η πρώτη κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της δυσφημήσεως που κατηγορείται". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη απλής δυσφήμησης και επέβαλε σ'αυτήν ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,4 ευρώ την ημέρα. Με τις παραδοχές του αυτές, το ως άνω Δικαστήριο διέλαβε, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, πουπροέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης τουεγκλήματος της απλής δυσφήμησης, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχήτης αναιρεσείουσας καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό προμνημονευθέντα περιστατικά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 και 362 ΠΚ, που εφάρμοσε και τις οποίες, έτσι, ούτε ευθέως, ούτε και εκ πλαγίου, παραβίασε. Ειδικότερα στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της απόφασης διαλαμβανόμενη φράση, την οποία ανέφερε η αναιρεσείουσα στους δικαστικούς υπαλλήλους, επιδεικνύοντας ταυτόχρονα σ' αυτές φωτογραφίες στις οποίες εμφανιζόταν ο σε διάσταση σύζυγος της μηνύτριας να φέρει μώλωπες σε διάφορα σημεία του σώματός του "να, για να δείτε ποιά είναι η Αντεισαγγελέας, η Ψ1, πώς τον κατάντησε τον άνδρα της, έβαλε να τον κάνουν μαύρο στο ξύλο, για να δείτε ποιά είναι η προϊσταμένη σας" πληροί την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απλής δυσφήμησης και αποτελεί ισχυρισμό γεγονότος, ενώπιον τρίτων, το οποίο ήταν πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της μηνύτριας, αφού αποδίδεται σ'αυτήν πράξη που η κοινωνία αποδοκιμάζει, ενώ στον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ενυπάρχει και η δολία προαίρεσή της, η γνώση της δηλαδή ότι το γεγονός που ισχυρίσθηκε ήταν κατάλληλο να βλάψει την τιμή της μηνύτριας. Συνακόλουθα ο κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' συναφής περί του αντιθέτου λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες, κατ' επίφαση, υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, είναι απαράδεκτες καθόσον μ' αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. ΙΙ. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το αρθρ. 170 § 2 και 333 § 2 Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητος για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέλος κατά το αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακρόασης κατά το αρθρ. 170 § 2 η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται και στην περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί στην σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, όπως όταν το δικαστήριο δεν απάντησε σε αυτοτελή ισχυρισμό, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός υποβλήθηκε ορισμένως κατά την προαναφερθείσα έννοια. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης, ο συνήγορος υπεράσπισης της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, καταθέτοντας για την καταχώριση στα πρακτικά, τον παρακάτω αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίον και ανέπτυξε προφορικά και ο οποίος έχει διατυπωθεί ως εξής: "Η κατηγορουμένη προσπάθησε να καταθέσει, (με ανάλογη επίσημη πράξη κατάθεσης), με τη συνοδεία, μιας αναλόγου αιτήσεως, μια από τις επίμαχες φωτογραφίες. Το γεγονός αυτό προκάλεσε τη μήνιν της εγκαλούσας, η οποία επιτέθηκε φραστικά σε βάρος της κατηγορουμένης, παρουσία και των υπαλλήλων, οι οποίοι, προφανώς, υπακούοντας σε εντολές της προϊσταμένης εισαγγελέως, νυν εγκαλούσας, δεν δέχτηκαν να παραλάβουν την αίτηση. Όσοι υπήρξαν αυτήκοοι μάρτυρες του συμβάντος συνωθούνται ενώπιον του Δικαστηρίου ως μάρτυρες κατηγορίας. Υπ' αυτή την έννοια η όποια πράξη της καλύπτεται από τη διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ, αφού ωθούν κίνητρό της σε κάθε ενέργειά της (όπως και στην υπό κρίση περίπτωση περί πράξης κατάθεσης φωτογραφιών), είναι το, αποδεδειγμένα, δικαιολογημένο ενδιαφέρον της για τη βέλτιστη λειτουργία του θεσμού της δικαιοσύνης και την άριστη απονομή της τελευταίας". Με το παραπάνω περιεχόμενο ο ισχυρισμός δεν διελάμβανε πραγματικά περιστατικά από τα οποία, έστω και έμμεσα να προκύπτει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της αναιρεσείουσας να ισχυρισθεί στις δικαστικές υπαλλήλους του Πρωτοδικείου ... τα παραπάνω δυσφημιστικά για το πρόσωπο της μηνύτριας περιστατικά επιδεικνύοντας προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού της αυτού τις φωτογραφίες του σε διάσταση συζύγου της τελευταίας. Και τούτο διότι, ο παραπάνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας και η επίδειξη των φωτογραφιών στις δικαστικές υπαλλήλους, δεν ήταν ικανά να εξαναγκάσουν ή έστω επηρεάσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο τις τελευταίες, ώστε να αξιώσουν αλλά και να επιβάλλουν στην μηνύτρια, η οποία ήταν Προϊσταμένη τους, να παραλάβει σχετική αίτηση κατάθεσης των ως άνω φωτογραφιών, πράγμα που κατά τον προβληθέντα ισχυρισμό της αρνείτο να πράξει η τελευταία. Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο σιωπηρά απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν της αναιρεσείουσας δεν έσφαλε, αφού δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ακροάσεως και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. ΙΙ. Κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφαση του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι τοδικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στην αναιρεσείουσα, έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε και την προσωπικότητα της, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση. Επιπλέον αιτιολογία και αναφορά περιστατικών δεν χρειαζόταν. Συνεπώς, ο συναφής τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι συντρέχει, έλλειψη ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση επιμετρήσεως της συνολικής ποινής του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσεiουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15.9.2008 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 45/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας για πλημμελήματα. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για δυσφήμηση (απλή) και απόρριψη ως αβάσιμων των λόγων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367 ΠΚ και της διατάξεως του άρθρου 79 παρ. 4 του ΠΚ. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση απλη.
0
Αριθμός 1130/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2847/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 842/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού με αριθμό 316/9-6-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων την από 8-4-2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ..., περί επαναλήψεως της διαδικασίας, επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αριθμ. 2847/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και περί αναστολής της εκτελέσεως της εκτιομένης υπό τούτου ποινής, εκθέτω τα εξής: Επειδή, κατά το άρθρ. 525 § 1 περίπτ. 2 Κ.Π.Δ., η δι'αμετακλήτου αποφάσεως περατωθείσα ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασθέντος διά πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος, ή κατεδικάσθη δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι εξετέλεσε. Από την ανωτέρω διάταξη, εν συνδυασμώ και προς τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρ. 527 Κ.Π.Δ, συνάγεται ότι η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας προϋποθέτει αμετάκλητη καταδίκη και στρέφεται κατά της καταδικαστικής αποφάσεως (βλ. ΑΠ 354/2003). Καταδικαστική δε απόφαση, κατ' το άρθρ. 370 Κ.Π.Δ, θεωρείται η απόφαση που κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και επιβάλλει σ'αυτόν ποινή (βλ. ΑΠ 2060/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 525 § 1 περίπτ. 3 και § 2 Κ.Π.Δ., λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δύναται να θεμελιώσουν και οι ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων, αν βεβαιωθή ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου και αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση διά ψευδορκία, εκτός αν δεν εξεδόθη τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υποθέσεως στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη, περιστατικά που πρέπει να επικαλεσθή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 612/1989, εις ΠΧ/Μ'/67, ΑΠ 580/1996, εις ΠΧ/ΜΖ'/243, ΑΠ 514/1975, εις ΠΧ/ΚΕ'/843). Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 527 § § 1 και 3 Κ.Π.Δ., η αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος πρέπει να περιέχη τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για να είναι παραδεκτή η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας εκείνου που κατεδικάσθη αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα και επικαλείται νέα γεγονότα ή αποδείξεις, πρέπει να εκθέτη στην αίτηση με σαφήνεια και πληρότητα τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη καθώς και το περιεχόμενο αυτών, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας της αιτήσεως (ΑΠ 1219/2002, ΑΠ 185/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αριθμ. 2847/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κατεδικάσθη ο αιτών εις ποινή καθείρξεως επτά ετών και αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του επί τριετία, διά πλαστογραφία εις βαθμό κακουργήματος, από κοινού μετά των συγκατηγορουμένων του, κατ'εξακολούθηση. Όμως, κατά της ανωτέρω αποφάσεως ησκήθη αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αριθμ. 2104/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία ανηρέθη η εν λόγω καταδικαστική απόφαση, ως προς την περί ποινής διάταξη ως προς τον αιτούντα και ως προς τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της ανωτέρω αποφάσεως του Αρείου Πάγου επί μέρους πράξεις. Επομένως, η διά της ως άνω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας στρέφεται η υπό κρίση αίτηση, καταδίκη του αιτούντος δεν είναι αμετάκλητη, ειδικότερα κατά το περί ποινής μέρος της, με αποτέλεσμα, συμφώνως προς τα προεκτιθέμενα, η κρινομένη αίτηση να είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού στρέφεται κατά μη αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως. Εξ άλλου, διά της εν λόγω αιτήσεως, ο αιτών επικαλείται, ως νέα στοιχεία, υπέρ της αθωώτητός του, ενόρκους καταθέσεις των ..., Ε1, Ε2 και Ε3, χωρίς να προσδιορίζει στην υπό κρίση αίτηση τις ημερομηνίες κατά τις οποίες αυτές εδόθησαν ή να εκθέτη σ'αυτή με σαφήνεια το περιεχόμενο εκάστης τούτων. Αλλά και ως προς την αποδιδομένη στον Μ1 η ψευδορκία, κατά την εξέτασή του ως μάρτυρος στην δίκη κατά την οποία ο αιτών κατεδικάσθη, ως άνω, αυτός (αιτών) δεν επικαλείται αμετάκλητη καταδίκη του ανωτέρω μάρτυρος διά ψευδορκία, ούτε λόγους που εμπόδιζαν την εκδίκαση της εν λόγω ψευδορκίας ή ανέστειλαν την σχετική ποινική δίωξη. Επίσης δε, οι αιτιάσεις που προβάλλει ο αιτών, εν σχέσει προς την εκτίμηση ή αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων από το εκδόν την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, δεν συνιστούν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας. Αλλ' εις περίπτωση κατά την οποία η υπό κρίση αίτηση κριθή παραδεκτή, αυτή είναι απορριπτέα κατ'ουσίαν, αφού τα προσκομιζόμενα από τον αιτούντα έγγραφα, είτε μόνα τους είτε εν συνδυασμώ προς τα ήδη ληφθέντα υπ'όψη αποδεικτικά στοιχεία, δεν καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος, ούτε ότι κατεδικάσθη δι'έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε. Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις των Ε1, Ε2 και Ε4, ότι τα κομμάτια ηλεκτρονικού υπολογιστού, που εδόθησαν στον αιτούντα από τον συγκατηγορούμενό του Κ1 ήσαν άχρηστα και μη συμβατά μεταξύ των, δεν εξουδετερώνουν την ενώπιον του καταδικάσαντος τον αιτούντα δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρος αστυνομικού Μ1, ότι ο αιτών "είχε μαγαζί στην ... όπου είχε τα μηχανήματα κατάλληλα για πλαστογραφίες", λαμβανομένου υπ'όψη και ότι, στις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ο αιτών εδέχθη στην κατοχή του κομμάτια ηλεκτρονικού υπολογιστού. Επίσης, δεν καθίσταται φανερή η αθωώτης του αιτούντος ούτε από την ένορκη βεβαίωση του υιού του, Ε3, κατά την οποία ο ανωτέρω μάρτυς Μ1 κατέθεσε ψευδή εις δίκη άλλης υποθέσεως, με συνέπεια να απευθύνουν σ'αυτόν, ο μεν εισαγγελεύς την φράση "φύγε γρήγορα από μπροστά μου να μη πας κατηγορούμενος", ο δε Πρόεδρος του δικαστηρίου την φράση "είχε δίκαιο ο Χ1 που φώναζε ότι είσαι ψεύτης". Αλλά και η κατάθεση του ιδίου μάρτυρος (Μ1) στην μετά την ως άνω αναίρεση δίκη, κατά την οποία ο εν λόγω μάρτυς δεν ανεφέρθη ονομαστικώς στον αιτούντα, δεν αντιτίθεται προς την ανωτέρω κατάθεσή του στην δίκη κατά την οποία κατεδικάσθη ως άνω ο αιτών. Υπό τα δεδομένα αυτά, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Επίσης, η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθή και ως προς το μέρος διά του οποίου ζητείται η αναστολή εκτελέσεως της εκτιομένης από τον αιτούντα ποινής, ως απαράδεκτη, αφού η υπό του άρθρ. 529 ΚΠΔ προβλεπομένη αναστολή της εκτελέσεως προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας. Πάντως δε, το υπό κρίση αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής είναι απορριπτέο και ως αβάσιμο, διότι, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήση η ως άνω αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας (βλ. ΑΠ 259/1995, εις ΠΧ/ΜΕ'/598). Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω Να απορριφθή η από 8-4-2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ..., περί επαναλήψεως της διαδικασίας, επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αριθμ. 2847/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και περί αναστολής της εκτελέσεως της εκτιομένης από αυτόν ποινής. Να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 30 Μαΐου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Τέλος, δεν είναι νέες αποδείξεις η νέα αξιολόγηση ή εκτίμηση των ίδιων γεγονότων ή απλά επιχειρήματα και κρίσεις για προϋπάρχουσες αποδείξεις ή λόγοι που πλήττουν την ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 177 ΚΠΔ εκτίμηση των αποδείξεων. Η υπό κρίση από 8-4-2008 αίτηση, με την οποία ο αιτών Χ1, επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αρ. 2847/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε, για την πράξη της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, από κοινού μετά των συγκατηγορουμένων του, κατ' εξακολούθηση, σε ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών, ισχυριζόμενος ότι από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτήν, γίνεται φανερόν ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, όπως νόμιμο είναι και το αίτημα αυτής για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής σύμφωνα με το άρθρο 529 ΚΠΔ., παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. Ωστόσο η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη κατά το μέρος του δι' αυτής επιδιώκεται, ο από ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτών Δικαστές, και ειδικότερα κατά το μέρος που ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας επικαλούμενος τα εξής "Εγώ (αιτών) ουδέποτε κατήρτισα πλαστά και ενόθευσα γνήσια έγγραφα από κοινού μετά των Κ2 και Κ1.... ουδέποτε μετέφερα τα ανωτέρω πλαστά έγγραφα, διότι και εκ των μαρτύρων αλλά και εκ της σχετικής εκθέσεως συλλήψεως, αποδεικνύεται ότι συνελήφθην έξι (6) ολοκλήρους ώρας προ της αποδιδομένης εις εμέ μεταφοράς των πλαστών....ήταν αδύνατον να προβώ εις την κατάρτισιν πλαστών, όταν εκ της καταθέσεως των αυτοπτών μαρτύρων και εκ του εγγράφου της ΔΕΗ αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχε ρεύμα εις το κατάστημά μου .....άπαντα τα πλαστά ανευρέθησαν εντός κουβέρτας, ανηκούσης εις τον συγκατηγορούμενόν μου Κ1, τούτο απεδείχθη πέραν πάσης αμφιβολίας, αλλά και ομολογήθηκε από τον κάτοχο των πλαστών....". Τέλος, η αίτηση αυτή, κατά το μέρος που δι' αυτής ο αιτών, με την επίκληση της παρ. 3 του άρθρου 525 ΚΠΔ, διατείνεται ότι ο μάρτυρας κατηγορίας αστυνομικός Μ1, κατέθεσε αποδεδειγμένα ψευδή γεγονότα σε βάρος του και ότι η κατάθεσή του αυτή άσκησε ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του, είναι επίσης απαράδεκτη, διότι αυτός (αιτών) δεν επικαλείται αμετάκλητη καταδίκη του αναφερόμενου μάρτυρα για ψευδορκία, ούτε και λόγους που εμπόδιζαν την εκδίκαση της εν λόγω ψευδορκίας ή ανέστειλαν τη σχετική ποινική δίωξη. ΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την υπ' αρ. 2847/2006 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του για μια τριετία, για πλαστογραφία, σε βαθμό κακουργήματος, από κοινού μετά των συγκατηγορουμένων του, κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα, Ι) από κοινού με τους Κ2 και τον Κ1, στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 3-6-1999 μέχρι 24-1-2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, κατήρτισαν πλαστά και νόθευσαν έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και να προσπορίσουν στον εαυτό τους, βλάπτοντας τρίτον, περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει τα 5.000.000 δραχμές, από δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα, ήτοι 1)κατήρτισαν εξαρχής α)πέντε επιταγές της National Westminster Bank PLG με τους ίδιους αριθμούς "..." και "...", συρόμενες δήθεν από τον λογαριασμό με αριθμό .... και τις συμπλήρωσαν θέτοντας ως τόπο εκδόσεως το ..., ως ημερομηνίες εκδόσεως ..., ..., ..., ... και ..., ως ποσά αριθμητικώς και ολογράφως 1.000, 400, 250, 300 και 250 λίρες Αγγλίας αντίστοιχα, ως · πρόσωπο σε διαταγή του οποίου θα πληρώνοντο "Φ1" και ως δήθεν εκδότη "G and Mrs Φ2" σχηματίζοντας και την δήθεν υπογραφή του Φ2, β) δύο επιταγές της Mbank Alamo, με τον ίδιο αύξοντα αριθμό ..., συρόμενες δήθεν από τον λογαριασμό με αριθμό ..., και τις συμπλήρωσαν θέτοντας, ως τόπο εκδόσεως την ... ως ημερομηνίες εκδόσεως 7-1-2002 και 18-12-2002, ως ποσά αριθμητικώς και ολογράφως 2.000 δολλάρια στην κάθε μία, ως πρόσωπο σε διαταγή του οποίου θα πληρώνοντο "Κ2" και "Φ3" αντίστοιχα και στη θέση του εκδότη έθεσαν δήθεν την υπογραφή της φερομένης ως ιδιοκτήτριας του λογαριασμού ...., γ) δύο επιταγές της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος κατάστημα Λονδίνου, με τον ίδιο αύξοντα αριθμό ..., συρόμενες δήθεν από τον λογαριασμό με αριθμό ...., και στην μεν μία έθεσαν την υπογραφή δήθεν του ιδιοκτήτη του λογαριασμού Mr Φ2 στη θέση του εκδότη, χωρίς να συμπληρώσουν τα λοιπά στοιχεία της, στην δε άλλη συμπλήρωσαν όλα τα στοιχεία θέτοντας ως τόπο το Λονδίνο, ως χρόνο εκδόσεως ..., ως ποσό αριθμητικώς και ολογράφως 1850 δολλάρια, ως πρόσωπο σε διαταγή του οποίου θα πληρώνετο "Φ3" και στη θέση του εκδότη έθεσαν πάλι την υπογραφή του φερομένου ως ιδιοκτήτη του λογαριασμού Mr Φ2, δ) έξι επιταγές της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος, κατάστημα Παρισιού, συρόμενες δήθεν από τον με αριθμό .... λογαριασμό και στις μεν τέσσερις έθεσαν στη θέση του εκδότη την υπογραφή δήθεν του ιδιοκτήτη του λογαριασμού Φ4, χωρίς να συμπληρώσουν τα λοιπά στοιχεία τους, στις δε υπόλοιπες δύο συμπλήρωσαν όλα τα στοιχεία θέτοντας ως τόπο το Παρίσι, ως χρόνο 10-12-2002 και 17-12-2002 αντίστοιχα, ως ποσό αριθμητικώς και ολογράφως 3.000 και 2.000 ευρώ αντίστοιχα, ως πρόσωπο σε διαταγή του οποίου θα πληρώνοντο "Φ1" και στη θέση του εκδότη έθεσαν πάλι την υπογραφή του φερομένου ως ιδιοκτήτη του λογαριασμού Φ4, ε) εννέα επιταγές της Credit Industriel et Commercial με τον ίδιο αύξοντα αριθμό ...., συρόμενες δήθεν από τον λογαριασμό με αριθμό .... και στις μεν οκτώ έθεσαν στη θέση του εκδότη την υπογραφή δήθεν του ιδιοκτήτη του λογαριασμού Φ4 χωρίς να συμπληρώσουν τα λοιπά στοιχεία τους, και στην ένατη συμπλήρωσαν όλα τα στοιχεία, θέτοντας ως τόπο το Παρίσι, ως ημερομηνία 17-12-2002, ως ποσό αριθμητικώς και ολογράφως 2.000 ευρώ, ως πρόσωπο σε διαταγή του οποίου θα πληρώνετο "Φ1" και στη θέση του εκδότη έθεσαν πάλι την υπογραφή του φερομένου ως ιδιοκτήτη του λογαριασμού Φ4, με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση τους τρίτους τους συναλλασόμενους με αυτούς ότι δήθεν οι επιταγές ήταν γνήσιες ως έντυπα χορηγηθείσες από τ' αντίστοιχα Τραπεζικά ιδρύματα, υπογεγραμμένες από τους ιδιοκτήτες δήθεν των λογαριασμών από τους οποίους φαίνοντο να σύρονται, αποδεχόμενους να εξοφλήσουν το ποσό που είχε αναγραφεί ή θ' αναγράφετο επ' αυτών και για ν' αποκομίσουν περιουσιακό όφελος αντίστοιχο των ποσών των επιταγών βλάπτοντας τους επόμενους καλόπιστους κομιστές τους. II) και οι δύο από κοινού με τον Κ1, νόθευσαν την με αριθμό... αστυνομική ταυτότητα στο όνομα Φ1 και στο έτος γεννήσεως άλλαξαν τον αριθμό 3 σε 5 αφαίρεσαν δε και την φωτογραφία του και έθεσαν την φωτογραφία άλλου προσώπου, με σκοπό να παραπλανήσουν τους τρίτους τους συναλλασσομένους με αυτούς ότι δήθεν επρόκειτο για την γνήσια ταυτότητα του τελευταίου με έτος γεννήσεως 1956 αντί του αναγραφομένου αρχικά 1936. Στις ενέργειες δε αυτές προέβησαν και για ν' αποκομίσουν όφελος το οποίο υπερέβαινε .συνολικά τα 5.000.000 δρχ. με βλάβη των τρίτων, στους οποίους θα μεταβίβαζαν τις επιταγές χρησιμοποιώντας και την νοθευμένη ταυτότητα. Ill) Ο Χ1 από κοινού με τον Κ1 κατά το χρονικό διάστημα από Αύγουστο μέχρι 24-1-2003. κατήρτισε και παρέδωσε, τις παρακάτω πλαστές άδειες ικανότητας οδηγού, αναγράφοντας τα στοιχεία του εκάστοτε ενδιαφερομένου, κολλώντας την φωτογραφία του και θέτοντας επ' αυτών τις αντίστοιχες υπηρεσιακές σφραγίδες κατ' απομίμηση των γνησίων. Ειδικότερα α) κατά το άνω χρονικό διάστημα την με αριθμό ... στο όνομα ...., β) τον Νοέμβριο 2002 την με αριθμό ... στο όνομα ... εισπράττοντας 1.300 ευρώ, γ) τον Οκτώβριο 2002 την με αριθμό ... στο όνομα ..., εισπράττοντας 1.900 ευρώ, δ) τον Οκτώβριο 2002 την με αριθμό ... στο όνομα ..., εισπράττοντας 2.000 ευρώ, ε) τον, Οκτώβριο 2002 την με αριθμό ... στο όνομα ..., εισπράττοντας 1.027 ευρώ, στ) τον Νοέμβριο 2002 την με αριθμό ... στο όνομα ..., εισπράττοντας 1.030 ευρώ, ζ) τον Νοέμβριο 2002 την με αριθμό ... στο όνομα ..., εισπράττοντας 1.025 ευρώ, η) τον Νοέμβριο 2002 την με αριθμό ... στο όνομα ..., εισπράττοντας 1.200 ευρώ, θ) τον Δεκέμβριο 2002 την με αριθμό ... στο όνομα ..., εισπράττοντας 1.000 ευρώ, ι) τον Δεκέμβριο 2002 την με αριθμό ... στο όνομα ..., εισπράττοντας 1.000 ευρώ, ια) τον Δεκέμβριο 2002 την με αριθμό ... στο όνομα ..., εισπράττοντας 1.200.ευρώ, ιβ) τον Νοέμβριο 2002 την με αριθμό ... στο όνομα .., εισπράττοντας 1.200 ευρώ, ιγ) τον Νοέμβριο 2002 την με αριθμό ... στο όνομα ..., εισπράττοντας 1.500 ευρώ, ιδ) τον Δεκέμβριο 2002 την με αριθμό ... στο όνομα ..., εισπράττοντας 1.000 ευρώ, ιε) τον Νοέμβριο 2002 τις με αριθμούς ... και .... στα ονόματα ... και .., αντίστοιχα, εισπράττοντας 2.050 ευρώ, ιστ) τον Δεκέμβριο 2002 τις με αριθμούς ... και ... στα ονόματα ...., ... και ... αντίστοιχα εισπράττοντας 2000 ευρώ, ιζ) τον Νοέμβριο 2002 την με αριθμό...στο όνομα ..., εισπράττοντας 1.200 ευρώ, ιη) τον Οκτώβριο 2002 την με αριθμό ... στο όνομα ..., εισπράττοντας 1.200 ευρώ, ιθ) την με αριθμό .... στο όνομα ..., εισπράττοντας 900 ευρώ, κ) τον Δεκέμβριο 2002 την με αριθμό ... στο όνομα ..., εισπράττοντας 1.500 ευρώ, κα) τις με αριθμούς ..., ... και ... στα ονόματα ..., ... και ... αντίστοιχα. Στις παραπάνω ενέργειες προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους τους τρίτους και τις αρχές ότι δήθεν οι προαναφερθείσες άδειες ήταν γνήσιες, χορηγηθείσες στους κατόχους τους αφού έδωσαν και πέρασαν τις απαιτούμενες από τον νόμο εξετάσεις. IV) Ο Χ1 από κοινού με τον Κ1 κατά το χρονικό, διάστημα από 3-6-1999 μέχρι. 21-1-2003 κατήρτισαν τα παρακάτω έγγραφα δημοσίων υπηρεσιών: 1) το με αριθμό ... πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας στο όνομα ..., από το οποίο είχε αφαιρεθεί η φωτογραφία, 2) το με αριθμό ... πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας στο όνομα ..., από το οποίο είχε αφαιρεθεί η φωτογραφία, 3) η με αριθμ. ... ασυμπλήρωτη βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας με τις πλαστές σφραγίδες του AT ... και της ατομικής "...-Ανθυπαστυνόμος", 4) δύο ασυμπλήρωτες βεβαιώσεις κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας επί των οποίων έχει τεθεί σφραγίδα με το όνομα ...- Αστυνόμος Α' και πλαστή σφραγίδα του Β Α.Τ...., 5) ασυμπλήρωτο έντυπο υπεύθυνης δήλωσης Ν. 1599/86 με σφραγίδα "... Αστυνόμος Β'" και πλαστή σφραγίδα με στοιχεία "Ελληνική Δημοκρατία - Δ/νση Ασφάλειας Αττικής - Επικύρωση Δ.Τ."· 6), δύο πλαστά εξ υπαρχής ασυμπλήρωτα έντυπα υπεύθυνης δήλωσης Ν. 1599/86 με σφραγίδες "Πάρ/μα Ασφ. Αρχ. Ολυμπίας" και ατομικό σφραγιδάκι "...- Αστυνόμος Β'", 7) πλαστό εξ υπαρχής ασυμπλήρωτο- έντυπο υπεύθυνης δήλωσης Ν. 1599/86 με ατομικό σφραγιδάκι "...- Αστυνόμος Β'" και πλαστή σφραγίδα "Ελληνικής Δημοκρατία.- Γενική Ασφάλεια Αττικής - Τμήμα Αλλοδαπών Αθηνών", 8) ασυμπλήρωτη υπεύθυνη δήλωση Ν. 1599/86 με ατομικό σφραγιδάκι "... Υπαστυνόμος Δ'" και πλαστές σφραγίδες τόσο αυτή που αναγράφει "Ελληνική Δημοκρατία - Γενική Ασφάλεια Αττικής Τμήμα Αλλοδαπών Αθηνών" όσο και αυτή της θεώρησης ακριβούς φωτοαντιγράφου του Τμήματος Αλλοδαπών Αθηνών, 9) πλαστή εξ υπαρχής με αριθμό ...προσωρινή άδεια παραμονής της αλλοδαπής ..., 10) δύο πλαστές εξ αρχής υπεύθυνες δηλώσεις Ν. 1599/86 στο όνομα ..., 11) το με αριθμό .... πλαστό ελληνικό διαβατήριο με το όνομα ..., το οποίο φαίνεται να εκδόθηκε με την χρήση της με αριθμό ...αστυνομικής ταυτότητας, η οποία όμως αντιστοιχεί στον ..., 12) δύο συμπληρωμένα και υπογεγραμμένα έντυπα γνωστοποίησης όρων ατομικής σύμβασης εργασίας, επί των οποίων έχει τεθεί η ατομική σφραγίδα "... - Αστυνόμος Β'" και πλαστές σφραγίδες "Ελληνική Δημοκρατία - Αστυνομική Δ/νση Αττικής - Γεν. Ασφάλεια Αττικής", 13) 2 επικυρωμένα αντίγραφα με αριθμό ...εγγράφου υπηρεσίας αποκατάστασης σεισμοπλήκτων με ατομική -σφραγίδα "... -Αστυνόμος Β" και πλαστή σφραγίδα "Δ/νση Ασφάλειας Αττικής", 14) τρία πλαστά ασυμπλήρωτα έντυπα ελληνικής άδειας οδήγησης, 15) 83 πλαστά έντυπα ελληνικής άδειας ικανότητας οδήγησης ασυμπλήρωτα : 32 με τον ίδιο αριθμό ..., 12 με τον ίδιο αριθμό ...., 6 με τον ίδιο αριθμό ...., 14 με τους αριθμούς ....(ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ 14 ΑΡΙΘΜΟΙ) και ένα άνευ αριθμού με φωτοαντίγραφά τους. 16) 1 έντυπο αντιγράφου ποινικού μητρώου τύπου Α με πλαστή σφραγίδα "Ελληνική Δημοκρατία - Εισαγγελία Πρωτοδικών", 17) φωτοτυπία αντιγράφου κλήσης Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών με επ' αυτού πλαστές στρογγυλή, σφραγίδα της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών και σφραγιδάκι με υπογραφή "... Εισαγγελέας Εφετών", 18) υπεύθυνη δήλωση Ν. 1599/86 με σφραγιδάκι "...- Υπαστυνόμος Δ'" με πλαστές στρογγυλή σφραγίδα Δ/νσης Ασφ. Αττικής και ακριβούς φωτοαντιγράφου, 19) 15 εξ υπαρχής πλαστά ασυμπλήρωτα έντυπα αδείας χειριστού ταχυπλόου σκάφους, 20) 17 πλαστές αυτοκόλλητες ζελατίνες ελληνικών διαβατηρίων και ζελατίνες πλαστικοποίησης ελληνικών ταυτοτήτων, 21) ένα ασυμπλήρωτο μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας με σφραγίδες Ελληνική Δημοκρατία - Οικονομικό Ταμείο Εφορίας και σφραγιδάκι ..., όπου τουλάχιστον η σφραγίδα της θεώρησης ακριβούς φωτοαντιγράφου είναι ταυτόσημη με αυτή που έχει τεθεί στο υπό στοιχ. (8) πλαστό έγγραφο, 22) η με αριθμό ... πλαστή ελληνική άδεια ικανότητας οδήγησης στο όνομα ...., 23) η με αριθμό ... πλαστή ελληνική άδεια ικανότητας οδήγησης στο όνομα ...., 24) η με αριθμ. ... πλαστή ελληνική άδεια ικανότητας οδήγησης στο όνομα ..., 25) η με αριθμό ... πλαστή ελληνική άδεια ικανότητας οδήγησης στο όνομα ..., 26) η με αριθμό.... πλαστή ελληνική άδεια ικανότητας οδήγησης στο όνομα ...., 27) η με αριθμ. ... πλαστή ελληνική άδεια ικανότητας οδήγησης στο όνομα ..., 28) η με αριθμ. ... πλαστή ελληνική άδεια ικανότητας οδήγησης στο όνομα ..., 29) η με αριθμ. πλαστή ... ελληνική άδεια ικανότητας οδήγησης στο όνομα ..., 30). ένα πλαστό ασυμπλήρωτο έντυπο αδείας αλιευτικού σκάφους επαγγελματικής αλιείας με πλάστες σφραγίδες "Ελληνική Δημοκρατία - Υπουρ. Εμπορ. Ναυτιλίας-Ναυτικό απομαχικό ταμείο" "... Δημ. Υπόλογος NAT", 31) η με αριθμ. ...πλαστή άδεια αλιευτικού σκάφους, 32) η με αριθμ. ... πλαστή ατομική επαγγελματική άδεια, αλιείας στο όνομα ..., 33) η με αριθμό... πλαστή άδεια αλιευτικού σκάφους επαγγελματικής αλιείας, 34) η με αριθμό...πλαστή ατομική επαγγελματική άδεια αλιείας στο όνομα ..., 35) ένα πλαστό ασυμπλήρωτο έντυπο αδείας οδήγησης μοτοποδηλάτου και τέσσερα πλαστά εξώφυλλα αδείας οδήγησης μοτοποδηλάτου, 36) πέντε πλαστά ασυμπλήρωτα έντυπα ατομικής επαγγελματικής άδειας αλιείας 37) ένα έντυπο άδειας οδήγησης με πλαστές σφραγίδες, 38) ένα τουλάχιστον έντυπο αδείας κυκλοφορίας οχήματος πλαστό εξ υπαρχής με πλαστές σφραγίδες "Ελληνική Δημοκρατία -Περιφερειακή Διοίκηση Νομαρχίας" "Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών" "Νομαρχία Αττικής - Διαμέρισμα Πειραιώς Δ/νση Συγκοινωνιών", 39) δύο ασυμπλήρωτα έντυπα αδείας μηχανοδηγού - χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων με κινητήρια θερμική μηχανή εξ υπαρχής πλαστά με πλαστές σφραγίδες "Ελληνική Δημοκρατία - Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ανατολικής Αττικής - Διεύθυνση Ορυκτού Πλούτου και Βιομηχανίας", 40) το με αριθμό ... πλαστό βιβλιάριο ενσήμων Ταμείου Ασφάλισης Εμπόρων στο όνομα ..., 41) το με αριθμό ... πλαστό διαβατήριο στο όνομα ..., 42) η με αριθμό ... πλαστή άδεια αλιείας στο όνομα ..., 43) ένα πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος με στοιχεία ... με πλαστές υπηρεσιακές σφραγίδες, 44) επτά πλαστές επιταγές της HSBC BANK με τον αριθμό ..., 45) δύο ασυμπλήρωτα έντυπα ληξιαρχικής πράξης γέννησης και βάπτισης με πλαστές σφραγίδες "Ελληνική Δημοκρατία -Δ/νση Ασφάλειας Αττικής ΚΗ Αστ. ΤΜ Ασφ.", 46) ένα τουλάχιστον ασυμπλήρωτο έντυπο απόφασης για δωρεάν νοσηλεία με πλαστή σφραγίδα "Ελληνική Δημοκρατία - Δ/νση Ασφ. Αττ. -ΚΗ Αστ. Τ Μ. Ασφ.", 47) δύο πλαστά ελληνικά δελτία ταυτότητας με τον ίδιο αύξοντα αριθμό ...στο όνομα Κ1, 48) ένα πλαστό δελτίο ταυτότητας Βελγίου με αύξοντα αριθμό ... στο όνομα Κ1, 49) μία πλαστή άδεια χειριστού ταχύπλοου σκάφους με αύξοντα αριθμό ...στο όνομα Κ1, 50) ένα πλαστό ειδικό σήμα τέλους διενέργειας ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων έτους 2002 με αριθμό ..., 51) οκτώ παράβολα χαρτοσήμου με πλαστή σφραγίδα "Ελληνική Δημοκρατία - Πρωτοδικείο Πειραιώς", 52) πλαστή διαφάνεια αυτοκόλλητη με την πλαστή ένδειξη "Ελληνική Δημοκρατία", 53)δύο πλαστά έντυπα αδειών οδήγησης ασυμπλήρωτα, ως προς τα στοιχεία προσώπου, 54) δύο πλαστά έντυπα ειδικής άδειας οδήγησης ασυμπλήρωτα ως προς τα στοιχεία προσώπου, 55) μια πλαστή άδεια ικανότητας οδήγησης με αύξοντα αριθμό ... στο όνομα ..., με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση τους τους τρίτους και τις αρχές ότι δήθεν ήταν γνήσια έγγραφα νόμιμα εκδοθέντα από τις αρμόδιες υπηρεσίες και νόμιμα κατεχόμενα από τα πρόσωπα τα οποία αφορούσαν, όσον αφορά δε τα μη συμπληρωμένα με στοιχεία συγκεκριμένου προσώπου έγγραφα, ότι δήθεν προήρχοντο και είχαν σφραγιστεί από τις δημόσιες ή κρατικές αρχές ή τα ιδρύματα και τους οργανισμούς ή τους υπαλλήλους, των οποίων έφεραν τις πλαστές σφραγίδες. Επί πλέον έκαναν χρήση των υπό στοιχεία ΑΙΙΙ πλαστών εγγράφων παραδίδοντας τα στους κατόχους τους. Όλοι οι άνω κατ/νοι ενήργησαν με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους βλάπτοντας τρίτους (υπηρεσίες των οποίων είχαν πλαστογραφήσει έγγραφα και σφραγίδες, κατόχους πλαστών και τρίτους, συναλλασσομένους με τους προηγούμενους) περιουσιακό όφελος υπερβαίνον συνολικά τα 5.000.000 δρχ. δεδομένου ότι επί των επιταγών υπό στοιχ. ΑΙ και AIV 44 είχαν την δυνατότητα να συμπληρώσουν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό και να τις κυκλοφορήσουν σε τρίτους, από τις υπό στοιχ. ΑΙΙΙ άδειες ικανότητας οδήγησης έχουν εισπράξει συνολικά 26.532 ευρώ περίπου και τα διάφορα άλλα έγγραφα πωλούσαν προς 300 έως 400 ευρώ το καθένα. Εξάλλου, από την επανειλημμένη τέλεση πλαστογραφιών προκύπτει ροπή τους σταθερή προς την διάπραξή τους, σε συνδυασμό δε και με την διαμορφωθείσα υποδομή και σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Ήδη, ο αιτών, προς υποστήριξη της αίτησής του, επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, ένορκες βεβαιώσεις των Ε2, Ε1, Ε3 και Ε4. Όμως, οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, είτε από μόνες τους, είτε σε συνδυασμό προς τα ήδη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία κατά τη δίκη που προηγήθηκε, δεν καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος, ούτε ότι καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Ειδικότερα, οι ως άνω αναφερόμενοι, με τις ένορκες βεβαιώσεις τους διατείνονται ότι, τα κομμάτια ηλεκτρονικού υπολογιστή, που δόθηκαν στον αιτούντα κατηγορούμενο από τον συγκατηγορούμενό του Κ1 και τα οποία βρέθηκαν στο κατάστημά του στην ..., ήταν άχρηστα και μη συμβατά μεταξύ τους. Οι βεβαιώσεις, όμως, αυτές, δεν είναι ικανές να ανατρέψουν εκείνο το οποίο κατατέθηκε από τον μάρτυρα κατηγορίας, αστυνομικό Μ1, ο οποίος συμμετείχε στην έφοδο που έγινε στο κατάστημα του αιτούντος, "ότι ο κατηγορούμενος (αιτών) είχε μαγαζί στην ..., που είχε τα μηχανήματα κατάλληλα για πλαστογραφίες.....ήταν έτοιμη προς σάρωση μία άδεια θήρας....βρέθηκαν πάκα χαρτιού ειδικού για την έκδοση αδειών κυκλοφορίας.....", αν μάλιστα ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, στις βεβαιώσεις αυτές, δεν γίνεται καμιά αναφορά για το λόγο για τον οποίο ο αιτών δέχθηκε στην κατοχή του τμήματα ηλεκτρονικού υπολογιστή από το συγκατηγορούμενό του Κ1. Επίσης, στις βεβαιώσεις αυτές, δεν γίνεται λόγος, τόσο για τις σφραγίδες που βρέθηκαν στο κατάστημα του αιτούντος και τις οποίες, όπως ο ίδιος ο αιτών απολογούμενος, στην προηγηθείσα δίκη, παραδέχθηκε, ότι κατασκεύασε έπειτα από παραγγελία τον αναφερόμενον Κ1, όσο και για τις μεγάλες ποσότητες ειδικού χαρτιού, κατάλληλου για την έκδοση αδειών κυκλοφορίας. Όσον αφορά το έτερο περιστατικό, το οποίο αναφέρει στην ένορκη βεβαίωσή του ο γιός του αιτούντος Ε3, ότι ο αστυνομικός Μ1 κατέθεσε ψευδή γεγονότα σε δίκη άλλης υπόθεσης, η οποία εκδικάσθηκε στις 4-3-2007, με συνέπεια, ο μεν Εισαγγελέας να του απευθύνει τη φράση "φύγε γρήγορα από μπροστά μου να μην πας κατηγορούμενος", ο δε Πρόεδρος του Δικαστηρίου τη φράση "είχε δίκιο ο Χ1 που φώναζε ότι είσαι ψεύτης", και στην περίπτωση που αυτό είναι αληθές, δεν ασκεί έννομη επιρροή στον ισχυρισμό του αιτούντος, ότι στην προηγηθείσα δίκη, κατά την οποία αυτός καταδικάστηκε, ο Μ1 κατέθεσε ψευδή γεγονότα, για τους εξής λόγους. Πρώτον, διότι, το αναφερόμενο περιστατικό, αφορά άλλη δίκη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να συσχετισθεί με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στη δίκη που ο αιτών καταδικάστηκε και δεύτερον διότι, δεν έχει προηγηθεί αμετάκλητη καταδίκη του παραπάνω μάρτυρα, ούτε υπάρχουν λόγοι που εμποδίζουν την εκδίκαση της ψευδορκίας ή ανέστειλαν τη σχετική ποινική δίωξη όπως απαιτείται από το άρθρο 525 § 1 περ. 3 και § 2 του ΚΠΔ. Μετά από αυτά, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Επίσης, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής που εκτίεται από τον αιτούντα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-4-2008 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αρ. 2847/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Απορρίπτει το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας. Ερήμην. Απορρίπτει.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1137/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1104/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1730/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 565/11.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' αρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 106/17-1-2008 αίτηση της Χ, για αναίρεση του με αριθμ. 1104/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 713/2007 έφεση της κατά του με αριθμ. 3559/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που την παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για απάτη κατά συρροή κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από την κατηγορούμενη με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της που είχε προς τούτο ειδικό πληρεξούσιο το οποίο επισυνάπτεται στην αίτηση αναίρεσης προς τον Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών και στρέφεται κατά βουλεύματος που την παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας της και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης - εκ πλαγίου παράβασης ( άρθρ. 484 & 1 εδ ε. και δ ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών." Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Ως γεγονότα δε νοούνται τα αναφερόμενα σε πραγματικά περιστατικά, παρελθόντα ή τουλάχιστον υπάρχοντα κατά το χρόνο της παράστασης από το δράστη αυτών ως αληθινών, όχι δε και τα δυνάμενα να συμβούν στο μέλλον, εκτός αν οι στο μέλλον αναφερόμενες διαβεβαιώσεις παρίστανται ως απλή συνέπεια μιας συγχρόνως παριστάμενης παρούσας ή παρελθούσας πραγματικής κατάστασης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/96, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Όμως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/99, που άρχισε να ισχύει από 3 Ιουνίου 1999 ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή β) το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών." Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης προκύπτει ότι για να είναι πλέον η απάτη κακούργημα πρέπει ο υπαίτιος ή να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή, χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Εξάλλου επί της κατ' εξακολούθηση απάτης για το χαρακτηρισμό αυτής ως κακουργήματος με βάση το ως άνω ποσό του οφέλους ή της βλάβης λαμβάνεται υπόψη, το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό. (ΑΠ 1913 /2000, ΑΠ 1820/ 2003, 1944/2003 ΑΠ 190/2005). Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, έλλειψη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, όπως και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και εκ πλαγίου παράβαση υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα την 26-2-2001 παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα ο οποίος είναι Βορειοηπειρώτης ότι είχε πρόθεση να επεκτείνει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες και ότι είχε την ιδιότητα της δικηγόρου , μεγάλη οικονομική επιφάνεια και διασυνδέσεις με υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη και υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών μέσω των οποίων είχε την δυνατότητα να επιτύχει την επιδότηση επιχείρησης επεξεργασίας ξυλείας που θα κάλυπτε το 70% των εξόδων κατασκευής των μονάδων επεξεργασίας και ότι αυτός είχε την υποχρέωση να υποβάλλει άδεια στις αρμόδιες αρ Αλβανικές Αρχές για την λήψη σχετικής αδείας με συνέπεια με τις παραστάσεις αυτές να τον πείσει να εκδόσει επιταγή ποσού 7.500.000 δρχμ. για την εκπόνηση σχετικής μελέτης επ'ονόματι του δευτέρου εγκαλούντα την οποία στην συνέχεια εισέπραξε αυτή και τα οποία γεγονότα ήταν ψέματα γιατί ούτε δικηγόρος ήταν ούτε είχε πρόθεση να επεκτείνει τις δραστηριότητες της ούτε γνωριμίες είχε ούτε και τις δυνατότητες πρόσβασης και επηρεασμού κυβερνητικών στελεχών είχε, αλλά ούτε και εκπόνησε και τις σχετικές μελέτες για τις οποίες δεν είχε την απαιτούμενη δυνατότητα . Επίσης ή ίδια παρέστησε στον έτερο εγκαλούντα ότι λόγω των γνωριμιών που είχε με υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας μπορούσε να παρακάμψει την διαδικασία πλειστηριασμού ακινήτου που ενδιαφερόταν και να το αγοράσει στην συμφέρουσα τιμή των 14.000.000 δρχ. με συνέπεια να τον πείσει και να τής καταβάλλει το ποσό των 4.000.000 αρχικά και στην συνέχεια το υπόλοιπο ποσό των 10.000.000 για την αγορά και το οποίο ποσό η αναιρεσείουσα το καρπώθηκε γιατί ούτε ακίνητο αγόρασε αλλα'ούτε και επέστρεψε το ποσό των 14.000.000 στον εγκαλούντα Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, όπως επίσης εκτίθενται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην απαλλακτική κρίση του για την παράβαση του άρθρου 386 ΠΚ ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων των αναιρεσειόντων Ωσαύτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές με την κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση διατάξεις γιατί στο προσβαλλόμενο βούλευμα διαλαμβάνονται και εκτίθενται σχετικές σκέψεις και συλλογισμοί για την κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση από μέρους της αναιρεσείουσας της πράξης της απάτης αφού εκτός από την υπό κρίση μήνυση των εγκαλούντων έχουν γίνει και εκκρεμούν εναντίον της και άλλες μηνύσεις για παρόμοιες πράξεις που φέρεται ότι διέπραξε εις βάρος τους. Δια ταύτα Προτείνω Α. Να απορριφθεί η με την με αριθμ. 106/17-1-2008 αίτηση της Χ, για αναίρεση του με αριθμ. 1104/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα την 30-11-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμό 106/17-1-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως, της Χ, κατά του υπ' αριθμό 1104/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεσή της, κατά του υπ' αριθμό 3559/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που την παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για τα Κακουργήματα) Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτια της πράξης της κακουργηματικής απάτης κατά συρροή, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το περιουσιακό όφελος και αντίστοιχα η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (386 παρ.1,3 εδ. α του ΠΚ.), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, (άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ), γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ' υπαρχής την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του συμβουλίου, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή, η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που συγκεντρώθηκαν, από την κύρια ανάκριση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των παθόντων και των μαρτύρων που εξετάστηκαν και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν, σε συνδυασμό και προς την απολογία της κατηγορουμένης, δέχθηκε, κατά πιστή μεταφορά, ότι "προκύπτουν πολύ σοβαρές ενδείξεις ότι η κατηγορουμένη προέβη πράγματι στις αναφερθείσες ενέργειες που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του κακουργήματος της απάτης, για το οποίο παραπέμπεται με το εκκαλούμενο βούλευμα. Η ίδια η κατηγορουμένη με τους απολογητικούς της ισχυρισμούς και την ήδη κρινόμενη έφεσή της δεν αρνείται ότι έλαβε από τους μηνυτές τα παραπάνω ποσά, υποστηρίζει όμως ότι αυτά αποτελούν έξοδα και αμοιβή της για τις μελέτες που ανέλαβε και εκπόνησε για λογαριασμό τους. Οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν είναι πειστικοί προφανώς λόγω του υπερβολικού ύψους τους, επί πλέον δε δεν αποδεικνύονται αφού η κατηγορουμένη δεν προσδιορίζει τις συγκεκριμένες ενέργειες για τις οποίες αναλώθηκαν τα μεγάλα αυτά ποσά που αποτελούν κατά την εκδοχή της τα έξοδα. Υποστηρίζει επίσης η κατηγορουμένη ότι οι μελέτες έγιναν, ότι πληρώθηκαν τα έξοδα (πχ. Του κληθέντος από την Γερμανία αλλοδαπού μηχανικού, για τα εισιτήρια του οποίου δαπανήθηκε το ποσό των 1200 ευρώ, καθώς και τα απαιτούμενα παράβολα προς την αρμόδια ΔΟΥ), τελικά, όμως, οι μελέτες αυτές δεν κατατέθηκαν λόγω υπαναχώρησης των μηνυτών, επειδή αυτοί δεν μπορούσαν να καλύψουν το ποσοστό της δικής τους συμμετοχής στις εν λόγω επενδύσεις που ανέρχεται σε ποσοστό 40% σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.2 του Ν. 2601/1998. Η έλλειψη όμως αυτή των ιδίων πόρων των μηνυτών για τη χρηματοδότηση των εν λόγω επενδύσεων, δεν είναι δυνατό να ήταν άγνωστη στην κατηγορουμένη, αφού αποτελούσε την πρωταρχική προϋπόθεση για την έναρξη της σχετικής διαδικασίας υπαγωγής της επένδυσης στις ευεργετικές διατάξεις του παραπάνω νόμου. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι οι μηνυτές συμφώνησαν με την κατηγορουμένη, να εκπονηθούν από την τελευταία οι σχετικές μελέτες καταβάλλοντας σ' αυτήν και τα αναφερθέντα ποσά, μολονότι ότι από την αρχή γνώριζαν ότι οι ίδιοι δεν διέθεταν τα απαιτούμενα για τη δική τους συμμετοχή στην επένδυση κεφάλαια, αποδεικνύει ακριβώς ότι απέβλεπαν στη δική τους χρηματοδότηση για το ελλείπον κονδύλιο, αφού προηγουμένως πείσθηκαν στις ψευδείς διαβεβαιώσεις της, ότι η ίδια ενδιαφέρεται να συμμετάσχει στις συγκεκριμένες επενδύσεις, έχοντας τα απαιτούμενα κεφάλαια και την ιδιότητα του δικηγόρου, καθώς και τις γνωριμίες και τις διασυνδέσεις με τις αρμόδιες διοικητικές υπηρεσίες και τους αντίστοιχους πολιτικούς φορείς. Ακόμη αναφέρει η κατηγορουμένη ότι δεν παρείχε στους μηνυτές τις πιο πάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις ότι είναι δικηγόρος, ότι ήθελε να συμμετάσχει στις επιδοτούμενες επιχειρήσεις των μηνυτών και ότι είχε τη δυνατότητα, λόγω των γνωριμιών της, να πετύχει την αγορά του ακινήτου, παρακάμπτοντας τη διαδικασία του πλειστηριασμού. Σχετικά με τους ισχυρισμούς της αυτούς, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι μηνυτές δεν είχαν λόγο να προσθέσουν στις ψευδείς διαβεβαιώσεις που αποδίδουν στην κατηγορουμένη και εκείνη της δικηγορικής της ιδιότητος, αν η ίδια δεν είχε επικαλεσθεί εν γνώσει της ψευδώς την ιδιότητα αυτή. Η κατηγορουμένη, αντίθετα είχε κάθε λόγο να προσθέσει στις ψευδείς διαβεβαιώσεις της και την δικηγορική της ιδιότητα, για να ενισχύσει όλες τις άλλες, αφού η ιδιότητα αυτή της προσέδιδε κύρος και δικαιολογούσε τις γνωριμίες και τις προσβάσεις που επικαλείτο και τις γνώσεις της και την ικανότητά της, να συντάξει τις σχετικές αιτήσεις και μελέτες για την υπαγωγή των επενδύσεων στις διατάξεις του αναφερθέντος νόμου κατά τρόπο νομότυπο και ουσιαστικά βάσιμο. Εξάλλου, το γεγονός ότι η κατηγορουμένη είχε διαβεβαιώσει τους μηνυτές για τα αναφερθέντα γεγονότα, συνάγεται αβίαστα από την προπεριγραφείσα συμπεριφορά των ίδιων και εκείνης που δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά. Πράγματι, αν η κατηγορούμενη δεν είχε παράσχει στους μηνυτές τις αναφερθείσες εν γνώσει της ψευδείς διαβεβαιώσεις, οι τελευταίοι δεν θα είχαν πεισθεί να της καταβάλουν τα μεγάλα σχετικά χρηματικά ποσά που παραδέχεται και η ίδια ότι έλαβε και τα οποία δεν δικαιολογούνται ως αναπόδεικτα έξοδα ή αμοιβές της για τις σχετικές (μη χρησιμοποιηθείσες) μελέτες της, μολονότι γνώριζαν, όπως και η ίδια η κατηγορουμένη γνώριζε, ότι δεν διέθεταν τα απαιτούμενα για τη δική τους συμμετοχή στην επένδυση κεφάλαια. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης δεν αναφέρονται σε υποσχέσεις και ελπίδες για γεγονότα που θα συμβούν στο μέλλον, ούτε αποτελούν κρίσεις ή εκτιμήσεις ή γνώμες της για κάποια σχετικά θέματα, αλλά αναφέρονται σε καταστάσεις και ιδιότητές της που υπήρχαν κατά το χρόνο της παροχής των διαβεβαιώσεων, ότι δηλαδή η ίδια ήταν δικηγόρος και ότι είχε, λόγω των γνωριμιών της και των προσβάσεών της που είχε στο Υπουργείο Οικονομικών και στην Εθνική Τράπεζα τη δυνατότητα να επιτύχει την υπαγωγή των επενδύσεών τους, στις διατάξεις του Νόμου 2601/1998 και την αγορά του αναφερθέντος ακινήτου κατά παράκαμψη των διαδικασιών του πλειστηριασμού και επομένως, συνιστούν γεγονότα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 386 παρ.1α του Π.Κ. Σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, το Δικαστικό Συμβούλιο που εξέδωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό (βούλευμα) εισαγγελική πρόταση, ορθώς και βασίμως εκτίμησε τα προκύψαντα από αυτά πραγματικά περιστατικά, στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, κατά συνέπεια δε η κρινόμενη έφεση είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα". Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, έκρινε ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης και απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή της, που άσκησε κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο αυτή παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς (για Κακουργήματα) Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτια απάτης κατά συρροή σε βαθμό κακουργήματος, από την οποία το συνολικό όφελος που επιδίωξε και αντίστοιχα η συνολική περιουσιακή ζημία που προξένησε, υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ). Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτή παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στ, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 386 παρ.1 και 3α του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείοουσας, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β και δ του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, αιτιολογούνται οι παραδοχές του βουλεύματος, σύμφωνα με τις οποίες η αναιρεσείουσα παρέστησε σε γνώση της σε άλλους ψευδή πραγματικά περιστατικά, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκαν αυτοί και στη συνέχεια προέβησαν σε περιουσιακή διάθεση προς αυτήν διαφόρων χρηματικών ποσών, τα οποία ωφελήθηκε παράνομα η ίδια με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των παθόντων. Συγκεκριμένα, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι η αναιρεσείουσα, δήλωσε ψευδώς προς τον Φ, καταγόμενο από την Βόρειο Ήπειρο, το μεν ότι είναι δικηγόρος, το δε ότι προτίθεται η ίδια να επεκτείνει τις επιχειρηματικές δραστηριότητές της, προσέτι δε, ότι η ίδια διαθέτει μεγάλη οικονομική επιφάνεια και διατηρεί γνωριμίες και διασυνδέσεις με υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη, μέσω των οποίων είχε τη δυνατότητα αυτή, να επιτύχει την επιδότηση της επιχείρησης επεξεργασίας ξύλου, που αυτός διατηρούσε στην Αλβανία, με μόνη υποχρέωση του ως άνω Φ, να υποβάλει τη σχετική αίτηση λήψεως της σχετικής άδειας και να συνεισφέρει την αναγκαία εδαφική έκταση, για τη λειτουργία της επιχείρησης του. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος (Φ), παραπείσθηκε στις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης, με αποτέλεσμα να εκδώσει αυτός σχετική τραπεζική επιταγή της ΕΤΕ, με αριθμό ....., ποσού 7.500.000 δραχμών, το ισόποσο της οποίας εισέπραξε η κατηγορουμένη και ωφελήθηκε η ίδια με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του Φ. Αιτιολογούνται, επίσης, οι παραδοχές εκείνες του βουλεύματος, σύμφωνα με τις οποίες η ίδια η αναιρεσείουσα παρέσχε και προς τον Ζ, τις αυτές ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις (περί της ιδιότητάς της ως δικηγόρου, περί των γνωριμιών της με υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη, και περί των δυνατοτήτων της να επιτύχει ευνοϊκή γι' αυτόν επιδότηση, προκειμένου να λειτουργήσει στην Αλβανία επιχείρηση παρασκευής χαρτικών ειδών (χαρτοπετσέτες), με αποτέλεσμα να παραπεισθεί και αυτός στις ψευδείς διαβεβαιώσεις της και να της παραδώσει την 23-4-2001, την υπ' αριθμό ..... τραπεζική επιταγή της ΕΤΕ, ποσού 7.500.000 δραχμών, ποσό που εισέπραξε η ίδια και παράνομα ωφελήθηκε αυτή, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του ως άνω Ζ. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή κατά την οποία, η αναιρεσείουσα κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2001, παρέστησε ψευδώς στον ως άνω Ζ, ότι έχει τη δυνατότητα λόγω των γνωριμιών της με τους υπαλλήλους της επισπεύδουσας δανείστριας Εθνικής Τράπεζας, να παρακάμψει τη διαδικασία του πλειστηριασμού ακινήτου διαμερίσματος και να προβεί αυτή στην αγορά του, για λογαριασμό του, με αποτέλεσμα να παραπεισθεί αυτός (εγκαλών) και να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 14.342.730 δραχμών, το οποίο αυτή παράνομα ωφελήθηκε με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του ως άνω παθόντος, αφού το ως άνω ποσό η αναιρεσείουσα, δεν το διέθεσε για το σκοπό που το έλαβε, πολύ δε περισσότερο δεν του το επέστρεψε. Επιπρόσθετα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με ειδική αιτιολογία, αναφέρεται και στο υποκειμενικό στοιχείο του δόλου της αναιρεσείουσας, η οποία αν και γνώριζε εξαρχής, ότι δεν διέθετε την οικονομική επιφάνεια, αλλά ούτε και τους αντίστοιχους μηχανισμούς, εν τούτοις, αυτή (αναιρεσείουσα), παραπλάνησε ψευδώς τους εγκαλούντες περί των αντιθέτων. Αιτιολογείται, ακόμη, η παραδοχή του βουλεύματος, ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης, και από την υποδομή που αυτή είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως αυτής, προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος. Ενόψει αυτών, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και η κρινόμενη αίτηση της στο σύνολό της. Απορριπτομένης της αιτήσεως, πρέπει η αναιρεσείουσα να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό 169 από 17-1-2008 αίτηση της Χ, για αναίρεση του υπ' αριθμό 1104/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ( 220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη κακουργηματική κατά συρροή κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Αναίρεση με την επίκληση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Υπάρχει αιτιολογία και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0