text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1140/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 826-827/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ζ, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Αγγελο Κωνσταντινίδη, Αθανάσιο Ζαχαριάδη και Μιλτιάδη Καρυδά. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, και στο από 15 Οκτωβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1270/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ.1 εδ.α' του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της πλημμεληματικής υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη και δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη που ενέχει τη γνώση έστω και με την έννοια της αμφιβολίας ότι το ξένο πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και τη θέληση ή την αποδοχή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Η δολία αυτή προαίρεση του δράστη να ιδιοποιηθεί παρανόμως το ξένο πράγμα, κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του, εκδηλώνεται με οποιοδήποτε ενέργεια του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης ή της αποδοχής του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται κατά την έννοια του άρθρου 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 379 του ΠΚ, το αξιόποινο της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως αυτής λόγω εμπράκτου μετανοίας, που συνιστά προσωπικό λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου, δεν αρκεί μόνο η ικανοποίηση εκείνου που ζημιώθηκε, πριν να εξετασθεί ο υπαίτιος από την αρχή, αλλά απαιτείται η ικανοποίηση αυτή να έγινε με την ελεύθερη θέληση του δράστου, ήτοι εκουσίως και αυθορμήτως και να μην οφείλεται σε εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη βούλησή του αίτια, γιατί στην περίπτωση αυτή το αίτιο που οδήγησε στην ικανοποίηση του ζημιωθέντος δεν είναι η μεταμέλεια που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της εμπράκτου μετανοίας. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή αναφέρονται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν, την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ'αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). 'Οσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. 'Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη της αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται με την επίφαση, της ελλείψεως αιτιολογίας, η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 826-827/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που δίκασε έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Τη 1.6.1996 η Ψ (εγκαλούσα),ηλικίας τότε 86 ετών, υπέστη σωματικές βλάβες από τροχαίο ατύχημα, που έλαβε χώρα στην οδό .... Προς ικανοποίηση των αστικών απαιτήσεων της από το ατύχημα αυτό ανέθεσε τη νομική διεκπεραίωση της υπόθεσης της στον κατηγορούμενο, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, ο οποίος άσκησε κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Θ και κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Ε." την από 22.7.1996 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επί της οποίας εκδόθηκε η 30876/1996 απόφαση, που επιδίκασε προσωρινά στην εγκαλούσα το ποσό των 40.000 δραχμών το μήνα και επί χρονικό διάστημα δέκα μηνών από τις 4.7.1996. Παράλληλα ο κατηγορούμενος συνέταξε και κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την από 19.7.1996 αγωγή αποζημίωσης, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 5.700.000 δραχμών, μετά από περιορισμό του αρχικού αιτήματος της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 15296/1997 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία επιδικάστηκε στην ενάγουσα (εγκαλούσα) το ποσό των 480.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Από πλευράς της ενάγουσας, λόγω της μεγάλης ηλικίας της και των σοβαρών προβλημάτων ακοής που αντιμετώπιζε, όλες οι αναγκαίες ενέργειες για την υπόθεση της αυτή (ανάθεση σε δικηγόρο, επαφές και συνεννοήσεις με το δικηγόρο και με τρίτους), διενεργούνταν πάντοτε για λογαριασμό της από την ανιψιά της Ξ, η οποία τη φρόντιζε και την περιποιείτο κατοικώντας στο κάτω από το δικό της διαμέρισμα της ίδιας πολυκατοικίας. Ο κατηγορούμενος σε εκτέλεση της προαναφερόμενης απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων εισέπραξε από την ασφαλιστική εταιρία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Ε." για λογαριασμό της εγκαλούσας στις 14.1.1997 το ποσό των 297.679,στις 11.3.1997 το ποσό των 80.000 και στις 13.5.1997 το ποσό των 40.000 δραχμών, ενώ στη συνέχεια και μετά την παρέλευση τριετίας από την έκδοση της απόφασης επί της κύριας αγωγής αποζημίωσης, στις 9.6.2000,εισέπραξε και το ποσό των 126.526 δραχμών. Η είσπραξη των παραπάνω χρηματικών ποσών έγινε από τον κατηγορούμενο εν αγνοία της εγκαλούσας και της ανιψιάς της Ξ, οι οποίες ανέμεναν την εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό της υπόθεσης, καθώς ο κατηγορούμενος τις διαβεβαίωνε, πλην όμως αναληθώς, ότι είχε ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης. Στη συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου αναφερόμενη η Ξ κατέθεσε ως μάρτυρας ότι "Στις 9.6.2000 πήγε (ο κατηγορούμενος) στην ασφαλιστική εταιρία και, εν αγνοία μας, κλείνει τελεσίδικα την απόφαση και εισπράττει 126.526 δρχ. για λογαριασμό της θείας μου, που είναι το υπόλοιπο της διαφοράς που προκύπτει από το ποσό που είχε επιδικάσει το δικαστήριο, από αυτό που νωρίτερα και συγκεκριμένα το έτος 1997 είχε εισπράξει συνολικά σε τρεις δόσεις, των 40.000,80.000 και 297.679 δραχμών, αντίστοιχα". Η ίδια δε σε συμπληρωματική της κατάθεση ανέφερε ότι "Ποτέ δε ζήτησε πίσω η γιαγιά, ούτε κι εμείς, τα χρήματα που πήρε ο κατηγορούμενος από την ασφαλιστική εταιρία, αφού μέχρι το έτος 2003, περιμέναμε να εκδικαστεί η έφεση, όπως ο ίδιος μας διαβεβαίωνε και αγνοούσαμε ότι ήδη τα είχε πάρει από το έτος 2000". Αλλά και ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του δεν αρνήθηκε την είσπραξη και μη απόδοση των ποσών αυτών στην εγκαλούσα δικαιούχο, ισχυρίστηκε όμως ότι αυτό έγινε γιατί η τελευταία, ύστερα από παράκληση δική του, του είπε να τα κρατήσει ως δάνειο προς αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων του οφειλομένων σε ασθένειες της μητέρας του και του αδερφού του (βλ. και ανταγωγή του σε εναντίον του αγωγή στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, που πιο κάτω θα αναφερθεί). Μάλιστα, κατά τους ισχυρισμούς του, η συμφωνία αυτή του δανείου έγινε τηλεφωνικά με την εγκαλούσα και με την παράκληση της τελευταίας να μη μάθει γι' αυτό (δάνειο) η ανιψιά της Ξ. Στις 24.1.2001,ενόψει της εκδίκασης του ποινικού μέρους του τροχαίου ατυχήματος, η εγκαλούσα συνοδευόμενη από την ανιψιά της μετέβη στο αστυνομικό τμήμα Τούμπας Θεσσαλονίκης προκειμένου να εξουσιοδοτήσει τον κατηγορούμενο δικηγόρο της να δηλώσει για λογαριασμό στο ποινικό δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του υπαίτιου του ατυχήματος Θ. Όμως, αν και αυτό μόνο επρόκειτο, κατά τις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου, να είναι το περιεχόμενο του εγγράφου -εξουσιοδότηση, η εγκαλούσα υπέγραψε και βεβαιώθηκε το ιδιόγραφο της υπογραφής της από την αρμόδια αστυνομικό υπάλληλο, την από 24.1.2001 Δήλωση-Εντολή-Εξουσιοδότηση, την οποία συνέταξε προηγουμένως ο κατηγορούμενος και η οποία, εν αγνοία τόσο της ίδιας της εγκαλούσας όσο και της Ξ, που τη συνόδευε, περιείχε και άλλες "δηλώσεις" της υπογράφουσας, μεταξύ των οποίων και "2. Να μου αποδώσει (ενν. ο κατηγορούμενος) σε πρώτη ζήτηση μου το ποσό των 504.205 δρχ. που έχει εισπράξει από την ασφαλιστική εταιρεία "ΥΔΡΟΓΕΙΟ" (και που συμφώνησα να κρατήσει, για να αντιμετωπίσει τα έξοδα υγείας του αδερφού του) και μάλιστα έντοκα". "Ετσι, κατά το έγγραφο αυτό, η εγκαλούσα φέρεται να επιβεβαιώνει τον προαναφερόμενο ισχυρισμό περί δανείου του κατηγορουμένου, πλην όμως αυτό έγινε εν αγνοία της, δηλαδή εξαπατηθείσα από τον κατηγορούμενο, ο οποίος της παρέστησε ψευδώς ότι το έγγραφο που θα υπέγραφε θα αφορούσε μόνο σε εξουσιοδότηση της προς αυτόν να δηλώσει για λογαριασμό της στο ποινικό δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του Θ. Το ότι ο κατηγορούμενος περιέλαβε στο εν λόγω έγγραφο, πλην άλλων, και την επίμαχη δήλωση της εγκαλούσας περί δανείου προς τον κατηγορούμενο, χωρίς η ίδια να το γνωρίζει, προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρα ανιψιάς της, στην οποία το Δικαστήριο, κατά την πλειοψηφούσα άποψη, δίνει μεγαλύτερη πίστη ότι: "Φτάνοντας στο αστυνομικό τμήμα έδωσε (ενν. ο κατηγορούμενος) στο γκισέ δύο χαρτιά, τα οποία δεν μας διάβασε, ούτε μας τα έδωσε να τα διαβάσουμε (σ' εμένα, τη θεία μου και τη μητέρα μου), ώστε να δούμε τι γράφουν και μετά τα έδωσε στις γιαγιάδες να τα υπογράψουν. Το μόνο που μας είπε είναι ότι τα χαρτιά αυτά είναι για να δηλώσει στο ποινικό δικαστήριο ότι δεν επιθυμούμε την ποινική δίωξη του οδηγού... Δεν είδαμε το κείμενο, αλλά ούτε και μας το διάβασε. Όπως έμαθα εκ των υστέρων, το έγγραφο που υπέγραψε η θεία μου, Ψ, είχε τρία στοιχεία, πρώτον ότι αυτή (παθούσα) του δάνειζε πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές". Πρέπει να σημειωθεί ότι, αν η επίμαχη αυτή "δήλωση" της εγκαλούσας περί δανείου προς τον κατηγορούμενο γινόταν εν γνώσει της εγκαλούσας και της συνοδεύουσας αυτήν ανιψιάς της, προδήλως θα προκαλούσε το γεγονός αυτό δικαιολογημένη αντίδραση της τελευταίας, η οποία κατά τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου δεν έπρεπε "να μάθει για το δάνειο", αλλά θα προκαλούσε αντίδραση και της ίδιας της εγκαλούσας, η οποία κατά τους ίδιους ισχυρισμούς δεν επιθυμούσε δήθεν να μάθει η ανιψιά της για το "δάνειο" αυτό. Τέλος υπό τις συνθήκες αυτές, ούτε και από την πλευρά του κατηγορουμένου και χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την Ξ, η οποία άλλωστε (συνεννόηση) δεν προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία ότι έλαβε χώρα, δικαιολογείται η σύνταξη του προαναφερόμενου εγγράφου με την επίμαχη "δήλωση" της εγκαλούσας περί σύναψης δανείου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εγκαλούσας κατέθεσε έφεση κατά της προαναφερόμενης 15296/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αν και γι' αυτό απαντούσε καταφατικά επί μακρό χρόνο σε σχετικές ερωτήσεις της Ξ. Και ναι μεν ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η εγκαλούσα συνήνεσε στην πρόταση του να μη ασκήσουν έφεση φοβούμενη την περίπτωση να χάσει και το ποσό που της επιδικάστηκε με την πρωτόδικη απόφαση κατ' αποδοχή τυχόν αντίθετης έφεσης (βλ. απολογία του), πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πιστευτός ενόψει 1) του μικρού σχετικώς ύψους του επιδικασθέντος ποσού (480.000 δρχ.) σε σχέση με το ύψος του ποσού που ζητήθηκε με την αγωγή (12.700.000 δρχ. και μετά από τον περιορισμό 5.700.000 δρχ.), 2) της υπαιτιότητας κατά ποσοστό 50% του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, όπως κρίθηκε με την απόφαση επί της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, αλλά και με την απόφαση επί της κύριας αγωγής αποζημίωσης και 3) της μη απόδοσης από τον κατηγορούμενο του χρηματικού ποσού που πρωτοδίκως επιδικάστηκε στην εγκαλούσα, όπως πιο πάνω αναφέρεται ότι αποδείχθηκε. Εν τέλει, το έτος 2003, η εγκαλούσα, μέσω της ανιψιάς της, πληροφορήθηκε από την ασφαλιστική εταιρία αφενός ότι έχει εισπραχθεί για λογαριασμό της το επιδικασθέν σ' αυτήν χρηματικό ποσό, που δεν της αποδόθηκε, και αφετέρου ότι δεν έχει ασκηθεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης. Η εξέλιξη αυτή, αρνητική για τα οικονομικά συμφέροντα της εγκαλούσας, είχε ως συνέπεια την άσκηση εκ μέρους της τελευταίας της υπ' αριθμό κατάθεσης 13224/5.11.2003 αγωγής της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζητούσε, λόγω των σε βάρος της διαπραχθεισών αδικοπραξιών του κατηγορουμένου (υπεξαίρεση, απάτη, απιστία δικηγόρου),το ποσό των 4:312,48 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της λόγω ηθικής βλάβης .Η αγωγή αυτή συζητήθηκε στις 26.5.2004, οπότε ο κατηγορούμενος (τότε εναγόμενος) με δήλωση του στο ακροατήριο και με τις έγγραφες προτάσεις του άσκησε ανταγωγή για ποσό 12.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τις αδικοπραξίες σε βάρος του που ειδικότερα διαλαμβάνονται στις προτάσεις-ανταγωγή του. Επί της αγωγής αυτής (και της ανταγωγής) εκδόθηκε η 4710/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής δίκης, που ανοίχθηκε με την υποβολή της μήνυσης της εγκαλούσας κατά του κατηγορουμένου. Από τα πιο πάνω αναφερόμενα περιστατικά πλήρως αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος έχοντας σκοπό να ιδιοποιηθεί παράνομα τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά που εισέπραξε από την ασφαλιστική εταιρία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Ε." για λογαριασμό της εγκαλούσας, δεν τα απέδωσε σ' αυτήν όταν είχε προς τούτο υποχρέωση λόγω της ιδιότητας του ως πληρεξούσιος δικηγόρος, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα ενσωματώνοντας τα στη δική του περιουσία. Η πράξη αυτή της υπεξαίρεσης τελέστηκε με μία πράξη, οπότε εισέπραξε και το τελευταίο ποσό των 126.526 δραχμών από το σύνολο των 504.205 δραχμών, δηλαδή στις 9.6.2000, που είναι ο χρόνος εκδήλωσης της βούλησης του κατηγορουμένου να τα ιδιοποιηθεί, η οποία και προσδιορίζει τον χρόνο τέλεσης της πράξης της υπεξαιρέσεως. Μέχρι την ημερομηνία αυτή η εγκαλούσα δε γνώριζε την είσπραξη των παραπάνω ποσών από τον κατηγορούμενο, ο οποίος αποκρύβοντας αυτό το γεγονός τη διαβεβαίωνε ότι η υπόθεσή της βρισκόταν στο Εφετείο, διότι είχε δήθεν ασκήσει έφεση. Συνεπώς, ορθώς χαρακτηρίστηκε η υπεξαίρεση ως τελεσθείσα με μία πράξη, ώστε είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο επικουρικά προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι υπέπεσε σε παραγραφή το κατά την άποψη του κατ' εξακολούθηση αδίκημα της υπεξαίρεσης των χρηματικών ποσών, τα οποία εισέπραξε από την ασφαλιστική εταιρία πολύ πριν από την προαναφερόμενη ημερομηνία (297.679,80.000 και 40.000 δραχμές στις 14.1.1997, 11.3.1997 και 13.5.1997, αντίστοιχα), σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα και στην υπό το στοιχείο (2), νομική σκέψη (βλ. και ΑΠ σε Συμβ. 94/2006 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο υποβληθείς με την ίδια δήλωση του αυτοτελής ισχυρισμός του (κατηγορουμένου) για έλλειψη εκ μέρους του πρόθεσης ιδιοποίησης οιουδήποτε χρηματικού ποσού επικαλούμενος το γεγονός ότι στις 24-2-2004 κατέθεσε υπέρ της εγκαλούσας στο υποκατάστημα Τούμπας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 2500 Ευρώ, δηλαδή το ισόποσο των 504.205 δραχμών με τους νόμιμους τόκους, πλην όμως η εγκαλούσα δεν εισέπραξε το ποσό αυτό αδικαιολόγητα παρά το ότι οχλήθηκε σχετικώς. Και τούτο διότι, υπό τα περιστατικά που προαναφέρονται ως αποδειχθέντα, η τραπεζική αυτή κατάθεση, που πράγματι όπως αποδείχθηκε έγινε αλλά και συνομολογήθηκε από την πολιτική αγωγή, δεν ήταν οικειοθελής ενέργεια του, ώστε να οδηγεί σε εξάλειψη του αξιόποινου της υπεξαίρεσης, αφού αυτή (κατάθεση) έγινε α) μετά την αποκάλυψη της πράξης του (κατηγορουμένου) β) μετά την άσκηση εναντίον του της προαναφερόμενης υπ'αριθ. κατάθεσης 13224/5-11-03 αγωγής αποζημίωσης της εγκαλούσας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης γ) υπό τη βεβαιότητα για επικείμενη άσκηση εναντίον του ποινική δίωξης και δ) αφού προηγήθηκε προσπάθεια του να συγκαλύψει την υπεξαίρεση, που διέπραξε, με το δήθεν δάνειο προς αυτόν εκ μέρους της εγκαλούσας. Πέραν τούτων δεν μπορεί να θεωρηθεί οικειοθελής η ενέργεια αυτή του κατηγορούμενου, αφού με την εν λόγω τραπεζική κατάθεση δεν ικανοποιείτο εντελώς η εγκαλούσα ως προς τις όλες τις απαιτήσεις της και συγκεκριμένα δεν ικανοποιείτο και ως προς την απαίτηση της για το ποσό της χρηματικής ικανοποίησής της λόγω ηθικής βλάβης, που ζήτησε με την προαναφερομένη αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (βλπ. Σχετικώς Α.Π.217/1979 ΝοΒ 271153). Αν και ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου προδήλως έχοντας τον χαρακτήρα της έμπρακτης μετάνοιας, είναι απορριπτέος και για το λόγο ότι μόνο με την επίκληση της έλλειψης δόλου δεν μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 379 παρ.2 του ΠΚ (περί εξάλειψης του αξιόποινου) καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής αλλά είναι αρνητικός της συγκρεκριμένης κατηγορίας (βλ. σχετικώς Α.Π. 1232 / 2004 ΝΟΜΟΣ). Ύστερα από αυτά, κρίνεται κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος παράνομα ιδιοποιήθηκε το ποσό των 504.205 δραχμών το οποίο προήλθε στην κατοχή του στις 9-6-2000 υπό την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου της εγκαλούσας και προς εκτέλεση των διατάξεων των 30876/1996 και 15296/1997 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ώστε πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος για το αδίκημα της υπεξαίρεσης του παραπάνω ποσού (504205) σε βάρος της εγκαλούσας". Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, οι αποδείξεις, που το θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27, 375 παρ.1 του ΠΚ, που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα από την προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ' είδος μνημονεύει, χωρίς να εξαιρέσει κανένα από αυτά και δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας να γίνει χωριστή αναφορά τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή (να γίνει) αξιολογική συσχέτιση αυτών. Εκ του ότι δε δεν μνημονεύεται ειδικώς στο σκεπτικό της αποφάσεως μολονότι αναγνώστηκε "υπόδειγμα υπογραφών και η έκθεση της γραφολογικής γνωμάτευσης της ....", δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το προαναφερθέν έγγραφο. Σημειώνεται ειδικότερα εδώ ότι η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, αναφορικά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων από ανακριτικό υπάλληλο ή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αλλά συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του. Ως εκ τούτου δεν είναι ανάγκη, εάν το δικαστήριο καταλήγει σε διαφορετική κρίση από το πόρισμα της γνωμοδοτήσεως, να αιτιολογήσει το αντίθετο προς αυτήν πόρισμά του. Στην προκειμένη περίπτωση η αναγνωσθείσα και ληφθείσα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ως έγγραφο, έκθεση της γραφολογικής γνωμάτευσης της .... δεν είναι το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης που προβλέπεται από τα άρθρα 178γ και 183 ΚΠΔ, ώστε να μνημονεύεται χωριστά στην απόφαση, αλλά συνταχθείσα από τον ως άνω δικαστικό γραφολόγο, κατόπιν αιτήσεως του αναιρεσείοντος, εμπίπτει στην έννοια του αποδεικτικού μέσου του εγγράφου (άρθρ. 178 στ ΚΠΔ) και ως τέτοιο συνεκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση. Επί του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του οποίου ο νόμος αρκείται σε απλή δολία προαίρεση του δράστη, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται ειδική αιτιολόγηση του δόλου, αφού αυτός ενυπάρχει στην θέληση τέλεσης των προεκτεθέντων πραγματικών περιστατικών τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Περαιτέρω: 1] Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως ως προς το ύψος του υπεξαιρεθέντος ποσού και τούτο διότι τόσο από τις παραδοχές του σκεπτικού (βλ.σελ.52,56,αποφάσεως) όσο και με τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της, προκύπτει σαφώς ότι το ποσό που υπεξαίρεσε ο κατηγορούμενος ήταν 504.205 δραχμές 2) Ως προς το χρόνο τελέσεως της πράξεως, αυτός είναι εκείνος της 10.6.2000 που εξειδικεύεται στο διατακτικό και από προφανή παραδρομή στο σκεπτικό αναφέρεται ως 9.6.2000. Οπωσδήποτε πάντως από τη διαφορά αυτή της μίας ημέρας δεν επηρεάζεται η παραγραφή που είναι πενταετής με τριετή αναστολή κατά τις γενικές διατάξεις και δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι της 30.5.2008 που εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και με αφετηρία την 9.6.2000. 3) Η αιτίαση ότι δεν αναφέρονται οι όροι της "εργολαβίας δίκης" ως προς το χρόνο απόδοσης των εισπραττομένων από τον κατηγορούμενο ποσών, για λογαριασμό της παθούσας, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι υπήρχε τέτοια σύμβαση, ώστε να μπορούσε να τεθεί θέμα "περαιτέρω διευκρίνισης" των όρων αυτής. 4)Κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου η υπεξαίρεση τελέστηκε με μία πράξη, και ως χρόνος τέλεσης αυτής κρίθηκε η 10.6.2000, αφού κατά τις παραδοχές της απόφασης τότε εκδηλώθηκε η πρόθεσή του αναιρεσείοντος για παράνομη ιδιοποίηση του μέχρι τότε εισπραχθέντος για λογαριασμό της παθούσας ποσού αφού αυτός δεν της το απέδωσε. Έτσι η απόφαση αιτιολογημένα προσδιορίζει, ως άνω τον χρόνο τέλεσης της πράξης, ως χρόνο εκδήλωσης της πρόθεσης ιδιοποίησης, ενώ από το σύνολο των παραδοχών της σαφώς συνάγεται ο αποκλεισμός προγενεστέρου χρόνου τέλεσης και δη εκείνου των προγενεστέρων μερικότερων εισπράξεων από τον κατηγορούμενο αφού οι κατά τους χρόνους αυτούς εισπράξεις αφορούσαν "προσωρινές" καταβολές από την αντίδικη ασφαλιστική εταιρεία "έναντι" της όποιας τελεσίδικης απαίτησης θα προέκυπτε ύστερα από την εκδίκαση της κύριας αγωγής της παθούσας σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. Έτσι δεν θα μπορούσε να διαπιστωθεί πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης των προγενέστερα εισπραχθέντων μερικότερων ποσών, αφού κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά κρίσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως η πρόθεση αυτή και η υπαξαίρεση, τελέστηκε με μία πράξη που έλαβε χώρα στις 10.6.2000. 5) Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεως ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων δια του συνηγόρου του προέβαλε εγγράφως τον κάτωθι κατά πιστή αντιγραφή ισχυρισμό τον οποίο ανέπτυξε και προφορικώς "Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή παρά την κατηγορηματική άρνηση των εις βάρος του κατηγοριών, ακριβώς επειδή είναι ανιδιοτελής και καλοπροαίρετος, στις 24-2-2004, ήτοι με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιοδήποτε τρόπο για τις πράξεις που του αποδίδονται από τις αρχές, κατέθεσε υπέρ της μηνύτριας Ψ, κατόπιν συμφωνίας και με υπόδειξη του πληρεξουσίου δικηγόρου της κ. Μιλτιάδη Καρυδά, με ταυθήμερη εντολή της Εθνικής Τραπέζης (κατάστημα ....), 2500,00 ευρώ, ήτοι το ισόποσο των 504.205 δραχμών συν τους τόκους μέχρι την ημεροχρονολογία εκείνη. Όμως τα χρήματα αυτά, παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις - οχλήσεις που έγιναν, με διάφορα προσχήματα που προβλήθηκαν εκ των υστέρων, δεν εισπράχθηκαν από τη δικαιούχο. Έκτοτε, αλλά και μετά το θάνατο της Ψ, συνεχίζονται οι αντιδικίες τους, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι σχέσεις τους παραμένουν μέχρι σήμερα ανεκκαθάριστες, και ότι δεν υπήρξε σ' αυτόν πρόθεση ιδιοποίησης οιουδήποτε χρηματικού ποσού της μηνύτριας που εισέπραξε κατά το παρελθόν για λογαριασμό της και παρακράτησε ως δάνειο κατόπιν προφορικής συμφωνίας του με τη δικαιούχο. Πάντως, δηλώνει κατηγορηματικά ότι το πιο πάνω ποσό συν τους τόκους μέχρι σήμερα είναι στη διάθεση του ή των δικαιούχων και προτίθεται να το καταβάλει αμέσως". Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να θεμελιώσει τον εκ του 379 παρ. 1 ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό της έμπρακτης μετάνοιας, που άγει σε εξάλειψη του αξιοποίνου, που από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι θεμελιώνεται στην παρ.2 του ως άνω άρθρου 379 Π.Κ. ούτε την ελαφρυντική περίσταση της έμπρακτης μετάνοιας, διότι δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά που να προκύπτει ότι με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές απέδωσε το ως άνω ποσό και μεταμελήθηκε για την πράξη για την οποία κατηγορείται και ως εκ τούτου δεν προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Λόγω της αοριστίας του αυτής, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να τον απορρίψει με ειδική αιτιολογία. Και τούτο διότι μόνη η εντολή του αναιρεσείοντος προς την Εθνική Τράπεζα να αποστείλει αυτή στη μηνύτρια το χρηματικό ποσό των 2500,00 ευρώ, έστω και αν η τελευταία δήλωσε προς την Τράπεζα ρητά ή σιωπηρά ότι αποδέχεται την ανάληψη υποχρέωσης για καταβολή του ποσού αυτού δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής ενοχής αλλά μόνο εάν η μηνύτρια εισέπραττε το ποσό αυτό θα επήρχετο απόσβεση της απαιτήσεώς της, η οποία σε διαφορετική περίπτωση παραμένει απέναντι στον οφειλέτη της αναιρεσείοντα. Άλλωστε δεχθέν το δικαστήριο, ότι η τραπεζική κατάθεση, δεν ήταν οικειοθελής ενέργεια του αναιρεσείοντος, αφού αυτή (κατάθεση) έγινε α) μετά την αποκάλυψη της πράξης του (κατηγορουμένου) β) μετά την άσκηση εναντίον του της προαναφερόμενης υπ'αριθ. κατάθεσης 13224/5-11-03 αγωγής αποζημίωσης της εγκαλούσας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης γ) υπό τη βεβαιότητα για επικείμενη άσκηση εναντίον του ποινικής δίωξης και δ) αφού προηγήθηκε προσπάθεια του να συγκαλύψει την υπεξαίρεση, που διέπραξε, με το δήθεν δάνειο προς αυτόν εκ μέρους της εγκαλούσας και ως εκ τούτου δεν συνιστά έμπρακτη μετάνοια και δεν επιφέρει εξάλειψη του αξιοποίνου της υπεξαιρέσεως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 379 παρ. 1 του ΠΚ προσέτι δε εκ περισσού με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε την ελαφρυντική περίσταση της έμπρακτης μετάνοιας. Συνεπώς οι λόγοι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος της αιτήσεως αναιρέσεως, και πρώτος και δεύτερος των προσθέτων λόγων εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', και Ε' του Κ.Ποιν.Δ., που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ.3 και 171 παρ.1 εδ.α' του Κ.Ποιν.Δικ. προκύπτει ότι κακή σύνθεση του δικαστηρίου της ουσίας, η ύπαρξη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, δεν υφίσταται όταν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δικάζει έφεση του κατηγορουμένου, εκτελεί καθήκοντα Εισαγγελέως ο αντεισαγγελέας Εφετών, ο οποίος, είχε ασκήσει καθήκοντα Εισαγγελέα κατά την εκδίκαση της ίδιας υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση. Ο κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 14 του Κ.Π.Δ. αποκλεισμός του δικαστή στην εκδίκαση υπόθεση κατ' έφεση προϋποθέτει ότι αυτός έχει συμπράξει στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Ο Εισαγγελέας όμως, ο οποίος είναι μεν δικαστικός λειτουργός, με τη συμμετοχή του στη σύνθεση του δικαστηρίου, όπου, αναφορικά με την εκδιδόμενη από αυτό απόφαση, περιορίζεται απλώς να αναπτύσσει την κατηγορία και να προτείνει την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεν συμπράττει στην έκδοση της απόφασης, η οποία προϋποθέτει ψήφο του δικαστή. Επί πλέον η συμμετοχή του ίδιου Εισαγγελικού λειτουργού κατά την εκδίκαση έφεσης σε υπόθεση που ο ίδιος είχε ασκήσει εισαγγελικά καθήκοντα κατά την πρωτοβάθμια δίκη δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σε τρόπο που να δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για κακή σύνθεση του δικαστηρίου. Η τυχόν δυσπιστία για το αμερόληπτο του Εισαγγελικού αυτού λειτουργού κατά την εκδίκαση της έφεσης μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 15 ΚΠΔ, να προταθεί ως λόγος εξαίρεσης και έτσι εξασφαλίζεται το δικαίωμα του προσώπου να δικασθεί η υπόθεσή του με δίκαιο τρόπο από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, από το λόγο ότι μετέσχε στη σύνθεση αυτού ως Εισαγγελέας πρόσωπο που είχε μετάσχει και πρωτοδίκως στην ίδια υπόθεση ως εισαγγελέας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 73 παρ. 2, 4 και 5 του Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ. που ορίζουν αντιστοίχως ότι "αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου διαιτητή, δικαστικού γραμματέα και δικαστικού επιμελητή υπάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο, κατά τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. πολυμελές πρωτοδικείο που δικάζει κατά την "τακτική διαδικασία", ότι "αγωγή κακοδικίας επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τις τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις" και ότι "δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων", προκύπτει, ότι η προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί η αγωγή κακοδικίας κατά του δικηγόρου (καθώς και κατά των προσώπων των μνημονευομένων περιοριστικώς στην ανωτέρω παράγραφο 1 αρχίζει από το χρόνο γνώσεως από τον εντολέα της επικαλούμενης παράνομης πράξης ή παράλειψης του εντολοδόχου (Ολομ. Α.Π. 20/2000). Αντικείμενο της αγωγής αυτής δύναται να είναι και η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η οποία δεν αποκλείεται να επιδιωχθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 66, 68 και 82 Κ.Ποιν.Δ., και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ή με δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής κατά την ποινική διαδικασία. Η επιδίωξη όμως αυτή πρέπει να γίνει μέσα στην εξάμηνη προθεσμία, που αρχίζει από τη γνώση της τέλεσης της επικαλούμενης παράνομης πράξεως ή παραλείψεως, γιατί αλλιώς επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος του ζημιωθέντος με την οποία δεν νομιμοποιείται ο ίδιος ενεργητικώς και έτσι η δήλωση παραστάσεώς του ως πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική διαδικασίας δεν προσδίδει την ιδιότητα του διαδίκου. Η δε ως άνω εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, για την άσκηση αγωγής κατά δικηγόρου, που δίδεται στον εντολέα του, όταν αυτός ζημιώθηκε από πράξεις ή παραλείψεις του δικηγόρου, οφειλόμενες σε δόλο ή βαρεία αμέλειά του, κατά την εκτέλεση της εντολής, δεν ισχύει όταν η ζημία του εντολέως προέρχεται από πράξεις ή παραλείψεις του δικηγόρου, που δεν ανάγονται στη δοθείσα εντολή, αλλά είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητες ενέργειες. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία δημιουργείται όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 64 του ως άνω κώδικα, της πολιτικής αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ως άνω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, που είναι άσχετο με την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 παρ. 1 Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ. εκτέλεση δικηγορικών καθηκόντων του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι αυτό δεν διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση εντολής για διενέργεια δικηγορικών εργασιών. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος της αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο συνεπεία της παράστασης της πολιτικής αγωγής που ασκήθηκε μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 73 Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, προκύπτει ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου και όταν το δικαστήριο που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, τον κηρύξει αθώο για ένα από τα κεφάλαια της κατηγορίας ή για μερικότερες πράξεις του εξακολουθούντος εγκλήματος για το οποίο είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, διατήρησε όμως την ίδια ποινή ή τη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο εγκαλών .Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε πρωτοδίκως με την υπ' αριθ. 1233/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για δύο εγκλήματα ήτοι της υπεξαιρέσεως και της απάτης κατ' εξακολούθηση, επιδικάσθηκε δε στην πολιτικώς ενάγουσα Ψ χρηματική ικανοποίηση 44 ευρώ για την ηθική βλάβη που αυτή υπέστη από τα ως άνω εγκλήματα. Στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκε στον νόμιμο εκ διαθήκης κληρονόμο της πολιτικώς ενάγουσας Ζ το ίδιο ποσό των 44 ευρώ για χρηματική ικανοποίησή, αν και ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε μόνο για ένα έγκλημα ήτοι μόνο για υπεξαίρεση. Έτσι όμως το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, υπερβαίνοντας την εξουσία του. Κατόπιν αυτού πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο έβδομος και τελευταίος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, αναιρεθεί δε εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι καθόσον αφορά τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάσθηκε στον μοναδικό εκ διαθήκης κληρονόμο της πολιτικώς ενάγουσας Ψ, Ζ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, καθόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει, ήτοι μόνο ως προς την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάσθηκε στον μοναδικό εκ διαθήκης κληρονόμο της πολιτικώς ενάγουσας Ψ, Ζ, την 826-827/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος, για την επιβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάσθηκε στον ως άνω μοναδικό εκ διαθήκης κληρονόμο της πολιτικώς ενάγουσας, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 20.6.2008 αίτηση και τους από 15.10.2008 προσθέτους αυτής λόγους για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για υπεξαίρεση. Αναιρεί εν μέρει ως προς τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναίρεση μερική, Υπεξαίρεση, Χρηματική ικανοποίηση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1127/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ...και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 841/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Αυγούστου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1461/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την από 1/7.1.2009 έκθεση παραιτήσεως του ως άνω αναιρεσείοντος, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από την από 8 Αυγούστου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 530/18.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου σας, την νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα υπ' αρ. 94/8-8-2008 αίτηση αναίρεσης του ..., κατοίκου ..., κατά της υπ' αρ. 841/4-6-2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η 173/2003 έφεσή του κατά της 401/2003 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάσθηκε για κατοχή και αγορά ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή σε φυλάκιση τεσσάρων (4) ετών και εκθέτω τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153, 473 §2, 474 §2, 476 §1, 509 §1 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν στην αίτηση αναίρεσης δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ανυπαρξία ή η αοριστία αυτή, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλα, έξω από την έκθεση αναίρεσης, έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν (αρ. 509 §2 Κ.Π.Δ.) την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρ. 510 §1 Δ' Κ.Π.Δ. λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθησαν από το Δικαστήριο της ουσίας (βλ. Α.Π. 19/2001, 2/2002 Π.Χρ. ΝΒ/691 και 2541/2003 και ΑΠ 2397/04 Π.Χ ΝΕ/822).). Στην προκειμένη περίπτωση από τη συνταγείσα ως άνω υπ' αρ. 94/8-8-2008 σχετική έκθεση αναίρεσης προκύπτει ότι ζητεί ο αναιρεσείων την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης η οποία "κακώς κρίθηκε απαράδεκτη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο", χωρίς να προσδιορίζει σε τι συνίσταται η ελλιπής αυτή αιτιολόγηση, ποιες είναι οι ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης (βλ. συνημμ. εκθ. αναίρεσης). Συνεπώς είναι φανερό ότι δεν περιέχεται στην υπό κρίση αναίρεση αυτή κάποιος σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, από τους αναφερόμενους στο άρθρ. 510 Κ.Π.Δ. και πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 § 1 και 583 §1 Κ.Π.Δ. ως ισχύουν). Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω: (Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αρ. 94/8-8-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., κατά της υπ' αρ. 841/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 14 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 474 παρ. 2, 876 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι για το κόστος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρ. 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος, να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων, οι οποίοι σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, προϋποθέτουν την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Από την αξίωση αυτή του νόμου, να είναι δηλαδή σαφώς κα ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, δεν εξαιρείται και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ. Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να διευκρινίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια (Ολ. ΑΠ 19/2001, 2/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση αυτού για την έρευνα του παραδεκτού αυτής, με αυτήν πλήσσεται η υπ' αριθμ. 841/4-6-2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση αυτού - αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 401/2003 καταδικαστικής σε βάρος του, για παραβιάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης. Στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος την 8-8-2008. Ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., που αυτός κρατείται, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αρ. 94/2008 σχετική έκθεση, διαλαμβάνεται κατά λέξη: "Κακώς κρίθηκε απαράδεκτη. Αιτώ την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται κατά το Σύνταγμα και το Νόμο καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του". Ετσι, όμως, διατυπούμενοι οι προαναφερόμενοι αναιρετικοί λόγοι, με ιδιαίτερη προβολή του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγου, είναι κατά τα εκτεθέντα εντελώς αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ, εφόσον, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου της δικογραφίας σχετική σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Ειδοποιήθηκε νόμιμα ο νομίμως διορισμένος αντίκλητος του αναιρεσείοντος για να προσέλθει στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του σχετικού με το παραδεκτό ή μη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι ουδεμία έννομη συνέπεια έχει η από 7-1-2009 παραίτηση του αναιρεσείοντος που έγινε ενώπιον του ίδιου ως άνω Διευθυντή Φυλακής, ως αναφερόμενη στην υπ' αριθμ. 401/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ήτοι σ' αυτήν που εξέδωσε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για την ίδια υπόθεση και κατά της οποίας ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε το ένδικο μέσο της έφεσης και όχι της αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Αυγούστου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 841/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης. Πρέπει το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης να περιέχει τουλάχιστον ένα ορισμένο λόγο αναίρεσης, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Απορρίπτει αναίρεση.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 1119/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 820/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με συγ-κατηγορουμένη την Ζ. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.10.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1775/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το άνω Εφετείο δέχθηκε, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζει, ανελέγκτως, ότι: "Οι κατηγορούμενες, οι οποίες είχαν μεταναστεύσει από το ... στην Ελλάδα, ενδιαφερόμενες να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2790/2000, ως τέκνα ομογενών από την ΕΣΣΔ, στις 1-8-2001 κατέθεσαν αίτηση στη Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης μαζί με δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων και το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό γεννήσεως, στο οποίο αναφερόταν ότι η πρώτη κατηγορουμένη ονομάζεται Χ, γεννήθηκε στις 27-12-1948 στο ... περιοχής ... της Περιφέρειας ... ..., η γέννησή της καταχωρήθηκε στο μητρώο γεννήσεων στις 25-1-1948 με την υπ' αριθμ. ... πράξη και η εθνικότητα του πατέρα της είναι ... και της μητέρας της Ελληνική. Κατά την εξέταση του φακέλου από την αρμοδία επιτροπή του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2790/2000, εκλήθη στις 22-11-2001 η πρώτη κατηγορουμένη για παροχή εξηγήσεων, επειδή εκρίθη ότι το επώνυμο Χ δεν είναι ελληνικό. Η πρώτη κατηγορουμένη κατά τη διάρκεια της εξέτασής της περιέπεσε σε αντιφάσεις, γεγονός το οποίο οδήγησε την επιτροπή στην απόφαση να ερευνήσει τη γνησιότητα του εν λόγω πιστοποιητικού. Κατόπιν σχετικής αλληλογραφίας, η Ελληνική Πρεσβεία του ... διαβίβασε προς την άνω επιτροπή της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης την υπ' αριθμ. 16/515-2ky/5-8-2002 ρηματική διακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών ... και την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση του Ληξιαρχείου της Περιφέρειας ... ... με μετάφραση στην ελληνική, περί μη υπάρξεως ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως της Χ (βλ. υπ' αριθμ. 16/515-2ky/5-8-2002 ρηματική διακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών Καζακστάν και ... βεβαίωση του Ληξιαρχείου της Περιφέρειας ... ...). Από το άνω έγγραφο συνάγεται ότι το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό γεννήσεως δεν εξεδόθη από την αρμόδια προς έκδοση του ληξιαρχική υπηρεσία του ... και συνεπώς δεν είναι γνήσιο, αλλά καταρτίστηκε από αναρμόδιο πρόσωπο, τα στοιχεία του οποίου δεν διακριβώθηκαν και, συνεπώς, είναι πλαστό. Οι κατηγορούμενες, υποβάλλοντας το άνω πλαστό πιστοποιητικό γεννήσεως στην ως άνω υπηρεσία (Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης), έκαναν χρήση πλαστού εγγράφου και επιχείρησαν να επιτύχουν την έκδοση διοικητικής πράξης, με την οποία να απονέμεται σε αυτές η ελληνική ιθαγένεια, ως ομογενείς από την ΕΣΣΔ, πλην όμως, δεν ολοκλήρωσαν την ανωτέρω προσπάθεια έκδοσης της οικείας διοικητικής πράξεως, όχι από δική τους βούληση, αλλά επειδή διαπιστώθηκε ότι το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό γεννήσεως ήταν πλαστό, ύστερα από σχετικό υπηρεσιακό έλεγχο. Οι κατηγορούμενες γνώριζαν την πλαστότητα του άνω υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικού γεννήσεως, τη χορήγηση του οποίου ζήτησε η πρώτη κατηγορουμένη από το ληξιαρχείο της περιφέρειας ... προ της μεταναστεύσεώς της στην Ελλάδα, όπως η ίδια στην προανακριτική απολογία της ανέφερε, αφού στο άνω πιστοποιητικό γεννήσεως μεταξύ των άλλων αναφέρεται ως τόπος γέννησής της το χωριό ... της περιοχής ... της Περιφέρειας ..., ..., ενώ ο πραγματικός τόπος γέννησής της είναι το χωριό ... της περιοχής ...., ..., περιστατικό το οποίο αναφέρεται στην υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη γάμου της πρώτης κατηγορουμένης, αλλά και ρητώς επικαλέστηκαν στις προανακριτικές απολογίες τους οι κατηγορούμενες. Η γνώση της πλαστότητας του υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικού γεννήσεως συνάγεται και από το γεγονός ότι το υπ' αριθ. ... πιστοποιητικό γεννήσεως της δεύτερης κατηγορουμένης, με στοιχεία Ζ, αναφέρεται ως εθνικότητα της μητέρας της, πρώτης κατηγορουμένης, Μολδαβική. Η δεύτερη κατηγορουμένη, εμμένοντας στον ισχυρισμό της περί της ελληνικής καταγωγής της, προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη γεννήσεως σε μετάφραση, στην οποία αναφέρεται ότι η εθνικότητά της είναι Ελληνική και ότι η γέννησή της καταχωρήθηκε στα βιβλία ληξιαρχικών πράξεων του Ληξιαρχείου της περιοχής ... της Περιφέρειας ... στις 27-11-1999 με αριθμό 15-β. Από το εν λόγω έγγραφο, η ακρίβεια του περιεχομένου του οποίου σημειωτέον αναιρείται από όσα προαναφέρθηκαν, ουδόλως επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός της άνω κατηγορουμένης. Τα ανωτέρω περιστατικά αποδείχθηκαν από την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, χωρίς να αναιρούνται από την απολογία της πρώτης κατηγορουμένης ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, οι κατηγορούμενες τέλεσαν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχες αυτών", που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26,27 παρ. 6, 42, 45, 216 παρ. 1-2 και 220 ΠΚ. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των προβλεπομένων από τις άνω διατάξεις εγκλημάτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, για τις οποίες αρκεί η αναφορά γενικώς κατά το είδος των αποδεικτικών μέσων χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχτηκαν, στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασάφειες, ελλείψεις, λογικά κενά ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα αναφέρονται στην απόφαση αυτή με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα συγκεκριμένα εκείνα περιστατικά που συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, γίνεται μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και στα πρακτικά αναφέρονται τα κατατεθέντα από τους μάρτυρες. Εξάλλου δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση επανάληψης του διατακτικού στο σκεπτικό όταν περιέχονται, όπως εν προκειμένω, όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τα ανωτέρω εγκλήματα και έτσι δεν ανακύπτει περίπτωση διαφοροποίησης. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 365 παρ. 1, 365 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφου (ως εγγράφου νοουμένου και της προανακριτικής απολογίας του κατηγορούμενου), που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ), που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, γιατί έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ' αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε παρατηρήσεις ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του. Στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα το έγγραφο αναγνώσθηκε, παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή, λογικώς, δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το έγγραφο, που αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο στήριξε την κρίση του για την ενοχή της αναιρεσείουσας και σε περικοπή της από 27-04-2004 προανακριτικής της απολογίας ενώπιον του αρχ. (ΠΣ) ... του ΤΑ. ..., από την οποία αναγνώσθηκε ενώπιον του ακροατηρίου το ακόλουθο τμήμα αυτής "στις 12-07-1998 και προ της αφίξεώς μου στην Ελλάδα, πήγα στο ληξιαρχείο της περιφέρειας ... και ζήτησα να μου χορηγήσουν πιστοποιητικό γεννήσεως, δηλώνοντάς τους ότι γεννήθηκα στη ... περιοχή ... στο χωριό ....", ενώ κατά το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ο πραγματικός τόπος γεννήσεώς της είναι το χωριό ...της περιοχής ... .... και έτσι η αναιρεσείουσα γνώριζε την πλαστότητα του ... πιστοποιητικού γεννήσεώς της, το οποίο αναφέρει ως τόπο γεννήσεώς της το χωριό ... περιοχής ... της περιφέρειας ... της περιοχής .... Έτσι λοιπόν, προκύπτει ότι το άνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για την κρίση περί της ενοχής της αναιρεσείουσας έγγραφο, το οποίο προηγουμένως αναγνώσθηκε, και συνεπώς δεν εχώρησε ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας. Εξάλλου, το Δικαστήριο αυτό έλαβε υπόψη του και τα εξής έγγραφα: 1) το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό γεννήσεως της Χ (πρόκειται, για το πλαστό πιστοποιητικό), 2) το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό γεννήσεως της Ζ, 3) τις από 10 και 13-02-2004 εκθέσεις ένορκης εξέτασης της μάρτυρος ... και 4) την υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη γεννήσεως της Χ. Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, εν όψει και της ημερομηνίας εκδόσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού με την πραγματική ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στην αναιρεσείουσα, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός, που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, εν όψει και του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για την ταυτότητα τους και επιπλέον του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας των εγγράφων είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι τα έγγραφα αυτά και όχι κάποια άλλα αναγνώσθηκαν στη δίκη αυτή. Επομένως, ορθώς έλαβε υπόψη του Εφετείο τα έγγραφα αυτά. Μετά από αυτά, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας για λήψη υπόψη της προανακριτικής απολογίας της αναιρεσείουσας και έλλειψης της ταυτότητας των άνω εγγράφων, είναι αβάσιμοι. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο τελευταίος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτος, αφού, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-10-2008 αίτηση της Χ, για αναίρεση της 820/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα. Ως έγγραφο νοείται και η προανακριτική απολογία του κατηγορουμένου. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1117/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.110/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Με συγκατηγορούμενη την .... Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 302/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 279/20-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 1/24.1.2008 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά του υπ'αριθμ. 110/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή και όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται . Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 του αυτού ως άνω Κώδικα, που, πριν από την τροποποίηση της με το άρθρο 38 Ν.3160/2003, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και μετά την εν λόγω τροποποίηση απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος" προκύπτει ότι δεν προβλέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο (ΑΠ 641/2007,ΑΠ 445/2007). Πρέπει στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ, που, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 38 Ν.3160/02003, περιορίζει το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως εναντίον βουλεύματος που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, συμπορεύεται με τα άρθρα 4 παρ.1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού ούτε άνιση ρύθμιση περιέχει, που να συνεπάγεται δυσμενή μεταχείριση ορισμένων διαδίκων, ούτε στερεί τον διάδικο από το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, δοθέντος μάλιστα και του ότι ο κοινός νομοθέτης δεν υποχρεούται από το Σύνταγμα να θεσπίζει ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων και, ως εκ τούτου ο διάδικος μπορεί και οφείλει να υπολογίζει, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως του, ότι είναι ενδεχόμενο η μέλλουσα να εκδοθεί απόφαση (ή βούλευμα) να μην υπόκειται σε ένδικα μέσα, παρά το γεγονός ότι αυτά επιτρέπονταν κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια της δίκης (ή της ποινικής διώξεως). Όπου κρίθηκε αναγκαίο η καθιέρωση ενδίκου μέσου υπήρξε ρητή αποτύπωση της βουλήσεως του συντακτικού νομοθέτη με τις ειδικές προβλέψεις των άρθρων 95 παρ.1 β'(αναίρεση τελεσιδίκων αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου) και 96 παρ.2 Συντάγματος (έφεση στο αρμόδιο τακτικό δικαστήριο κατά των αποφάσεων αστυνομικών αρχών και αρχών αγροτικής ασφάλειας). Δεν είναι δε αντίθετες οι ανωτέρω διατάξεις και προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει την αρχή της δίκαιης δίκης από την οποία δεν συνάγεται υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για καθιέρωση ενδίκων μέσων , αλλά ούτε και στο άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών (ΑΠ 1486/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ.110/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 12/13.9.2007 έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου ... κατά του υπ'αριθμ. 100/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, με το οποίο, αυτός και η συγκατηγορουμένη του ... παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι των αξιοποίνων πράξεων της υπεξαιρέσεως κατά συναυτουργία σε βαθμό κακουργήματος και της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, σε βαθμό επίσης κακουργήματος. Κατά του εν λόγω όμως υπ' αριθμ. 110/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να ασκηθεί αναίρεση. Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται φανερό ότι ο αναιρεσείων άσκησε αναίρεση κατά βουλεύματος, εναντίον του οποίου δεν επιτρέπεται να ασκηθεί τέτοια ένδικο μέσο, δηλαδή άσκησε μη επιτρεπόμενο σ'αυτόν ένδικο μέσο. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α)Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 1/24.1.2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά του υπ' αριθμ. 110/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και Β)Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 7 Απριλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.2 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ασκήσει αναίρεση περιορίσθηκε μόνον επί αποφάσεων που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και δεν παρέχεται πλέον τέτοιο δικαίωμα και επί των βουλευμάτων. Εξάλλου, κατά το άνω άρθρο 476 παρ.1 του Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο και συνεπώς και αυτό της αναιρέσεως ασκήθηκε μεταξύ άλλων περιπτώσεων και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα προς τούτο ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει απ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως. Εν προκειμένω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος ...στρέφεται κατά του 110/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), η έφεση του κατά του 100/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, με το οποίο αυτός και η συγκατηγορουμένη του ..., παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι των αξιόποινων πράξεων της υπεξαιρέσεως κατά συναυτουργία σε βαθμό κακουργήματος και της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό επίσης κακουργήματος. Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερόμενα, εφόσον το πληττόμενο βούλευμα απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του βουλεύματος αυτού είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και νακαταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 1/24 Ιανουαρίου 2007 αίτηση του κατηγορουμένου ... για αναίρεση του 110/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα: Το δικαίωμα του κατηγορούμενου να ασκήσει αναίρεση περιορίζεται επί αποφάσεων που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και δεν παρέχεται τέτοιο δικαίωμα και επί των βουλευμάτων. Όταν το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκήθηκε μεταξύ εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει απ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Απορρίπτει.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1116/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ... κατοίκου Δ.Δ. ..., που δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 43/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας. Το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 745/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 322/13-6-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την από 7-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του ..., κάτοικο Δ.Δ. ..., η οποία ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον ίδιο και στρέφεται κατά του αριθμ. 43/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λαμίας με το αριθμ. 137/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, το περιουσιακό όφελος της οποίας και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και της υπερημερίας αγοραστή αγροτικών προϊόντων κατά συρροή (άρθρα 45, 98, 94 παρ. 1, 386 παρ. 3β-1 Π.Κ. και άρθρα 1, 2 ΝΔ 3424/1955, όπως το άρθρο 1 αντικ. με το άρθρο 8 Ν.1409/1983 σε συνδ. με άρθρο 22 του Ν.992/1979). Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη το αριθμ. 43/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας το οποίο απέρριψε την έφεση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του αναίρεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκησή του προθεσμίας. Η προθεσμία άσκησης ένδικων μέσων κατά βουλευμάτων είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση του βουλεύματος, εκτός αν ο δικαιούμενος διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών. Η προθεσμία για αίτηση αναίρεσης κατά του βουλεύματος αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας έφεσης. Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεώς του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς του να αναφέρει το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο αυτό λόγο. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο και απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο. Στην προκειμένη περίπτωση το προσβαλλόμενο με αριθμό 43/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 155 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., στη διεύθυνση που αυτός είχε δηλώσει με την έκθεση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού με αριθμό 137/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας, στις 22 Μαρτίου 2008 (βλ. το από ... αποδεικτικό επίδοσης βουλεύματος του αστυφύλακα του Α.Τ. ...). Έτσι η δεκαήμερη προθεσμία της αναιρέσεως κατά του επιδοθέντος πιο πάνω βουλεύματος, που άρχισε την επομένη της ως άνω επιδόσεως (23-3-2008) έληξε την 1-4-2008, ενώ η κατ' αυτού αναίρεση ασκήθηκε στις 7-4-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκηση της δεκαήμερης προθεσμίας. Στην έκθεση αναιρέσεως ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ' ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη. Εν όψει όλων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 7-4-2008 αίτηση αναίρεσης του ..., κατοίκου Δ.Δ...., κατά του αριθμ. 43/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, Και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 2-6-2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 462, 476 παρ. 1, 485 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α1 του ΚΠΔ, όταν η αναίρεση κατά βουλεύματος ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου που συνεδριάζει σε τριμελή σύνθεση ως συμβούλιο, ύστερα από έγγραφη πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν μετά από προηγούμενη ειδοποίησή τους από τον εισαγγελέα είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως για συζήτηση, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά βουλεύματος είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την πραγματική επίδοσή του στο δικαιούμενο σε αναίρεση. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου της αναιρέσεως κατά βουλεύματος συγχωρείται όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεώς του γίνεται επίκληση των περιστατικών που συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και των αποδεικτικών μέσων, που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ. Ως ανώτερη βία θεωρείται κάθε απρόβλεπτο γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως. Ως ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο που οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου και που δεν μπορούσε αυτός με οποιονδήποτε τρόπο να το υπερνικήσει. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο 43/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της η έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του 137/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας. Όπως δε προκύπτει από το από 22 Μαρτίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος ..., αντίγραφο του προσβαλλόμενου ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στη δηλωθείσα με την έκθεση ασκήσεως της εφέσεως κατά του πρωτόδικου βουλεύματος διεύθυνση της κατοικίας του, την ως άνω ημερομηνία (22.3.2008), ενώ η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 7 Απριλίου 2008, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκηση της δεκαήμερης προθεσμίας, που έληξε την 1η Απριλίου 2008. Στην έκθεση αναιρέσεως δεν επικαλείται ο αναιρεσειων περιστατικά που να συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της υπό κρίση ως άνω αιτήσεώς του. Επομένως και ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στο φάκελο της δικογραφίας, ειδοποιήθηκε νόμιμα ο νομίμως διορισμένος αντίκλητος του αναιρεσείοντος για να προσέλθει στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το παραδεκτό ή μη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Απριλίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση του 43/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα: Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1114/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1. Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αλεξόπουλο, 2. Χ3 που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αλεξόπουλο και 3. Χ2 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αλεξόπουλο, περί αναιρέσεως της 6342/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Πέτρου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Νοεμβρίου 2008 (τρεις) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1841/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι υπ' αρ. 371/2008, 372/2008 και 373/2008 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1, Χ2 και Χ3 αντίστοιχα, οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής υπ' αρ. 6342/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 του Π.Κ. προκύπτει ότι αίρεται κατ' αρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξυβρίσεως και απλής δυσφημήσεως, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλον τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό. Κατ' εξαίρεση, όμως, δεν αίρεται στις περιπτώσεις αυτές ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, όταν συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, ή στις ως άνω περιπτώσεις, από τον τρόπο εκδήλωσης ή τις περιστάσεις από τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής άλλου. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψα χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 6342/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείουσες καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για απλή δυσφήμηση κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, ήτοι για παράβαση των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α, 27, 46 παρ. 1α, 94 παρ. 1, 98, 362 Π.Κ., δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Με βάση την από 23-3-2001 μήνυση της πρώτης κατηγορουμένης Χ2 ασκήθηκε κατά των εγκαλούντων Ψ2 και Ψ1 καθώς και κατά των Ψ3 και Ψ4 ποινική δίωξη για απάτη στο δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών από κοινού και για υπεξαίρεση αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού. Ειδικότερα στην ως άνω μήνυσή της η πρώτη κατηγορουμένη, αφού προηγουμένως ανέφερε ότι ο ήδη αποβιώσας σύζυγός της είχε αγοράσει από την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε." με προσύμφωνο ένα ισόγειο κατάστημα με αποθήκη ευρισκόμενο επί της κειμένης στην οδό ... πολυκατοικίας, ισχυρίσθηκε ότι οι εγκαλούντες προέβησαν σε συμπαιγνία με τους ομόρρυθμους εταίρους της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας Ψ3 και Ψ4 στην κατάρτιση των με αριθμούς ...και ...εικονικών προσυμφώνων της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελισάβετ Παπαγιαννάκη που αφορούσαν σε μεταβίβαση δύο διαμερισμάτων της κειμένης επί της οδού ... πολυώροφης οικοδομής, στα οποία φέρονταν να έχουν προκαταβάλει το 95% της αξίας του συμφωνηθέντος τιμήματος. Επίσης η πρώτη κατηγορουμένη ισχυρίσθηκε για τους εγκαλούντες ότι με βάση τα δύο ανωτέρω εικονικά προσύμφωνα ζήτησαν και πέτυχαν αυτά να εκδοθεί η υπ' αριθ. 625/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιτράπηκε σ' αυτούς για την εξασφάλιση των εικονικών απαιτήσεών τους η συντηρητική κατάσχεση του παραπάνω ισόγειου καταστήματος και αποθήκης επί της οδού ..., την κυριότητα των οποίων διεκδικούσε αυτή από την ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, καθώς, και ότι οι εγκαλούντες για να νομιμοποιήσουν τις εικονικές δικαιοπραξίες άσκησαν τακτική αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας και των ομορρύθμων εταίρων της. Τα ίδια κατέθεσε η πρώτη κατηγορουμένη στην από 14-2-2003 χωρίς όρκο κατάθεσή τη ενώπιον της 1845 Τακτικής Ανακρίτριας, η οποία διεξήγαγε τακτική ανάκριση επί της μηνύσεως που είχε υποβάλει η πρώτη κατηγορουμένη. Επίσης οι δεύτερη και τρίτη κατηγορούμενες, εξεταζόμενες ως μάρτυρες ενώπιον της ως άνω Ανακρίτριας, επιβεβαίωσαν τους ισχυρισμούς αυτούς της πρώτης κατηγορουμένης και ισχυρίσθηκαν για τους εγκαλούντες τα παραπάνω αναφερόμενα γεγονότα. Επί της μηνύσεως που υπέβαλε η πρώτη κατηγορουμένη, ύστερα από τη διενέργεια κύριας ανακρίσεως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθ. 5934/2003 βούλευμα αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των εγκαλούντων και των ομορρύθμων εταίρων της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας. Επί της έφεσης που άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού η πρώτη κατηγορουμένη εκδόθηκε το υπ' αριθ. 398/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσίαν και επικυρώθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα. Οι εγκαλούντες έλαβαν γνώση των παραπάνω ισχυρισμών των κατηγορουμένων στις αρχές Μαΐου 2003 και στις 19-5-2003 κατέθεσαν εμπροθέσμως στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 19-5-2003 έγκλησή τους. Ολοι όμως οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, που αποτελούσαν γεγονότα, ήταν δυνατόν κατ' αντικειμενική κρίση να βλάψουν την τιμή κα την υπόληψη των εγκαλούντων, δεδομένου ότι οι εγκαλούντες εμφανίζονταν ως απατεώνες, οι οποίοι ως σκοπό είχαν να προκαλέσουν ζημία στην περιουσία της πρώτης κατηγορουμένης ματαιώνοντας με την προβολή εκ μέρους τους εικονικών απαιτήσεων την ικανοποίηση της απαίτησης της πρώτης κατηγορουμένης κατά της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας. Οι απαιτήσεις όμως των εγκαλούντων κατά της ομόρρυθμης ως άνω εταιρείας αποδείχθηκε ότι ήταν αληθείς. Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενες τέλεσαν σε βάρος των εγκαλούντων το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, όπως δέχθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση, πρέπει να κηρυχθούν ένοχες της αξιόποινης αυτής πράξης. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι ενήργησαν από δικαιολογημένη αιτία και έτσι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης τους πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι οι κατηγορούμενες δεν ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον ισχυριζόμενοι για τους εγκαλούντες τους παραπάνω ισχυρισμούς τους. Ακόμη και στην περίπτωση, που οι κατηγορούμενες πίστευαν ότι οι εγκαλούντες είχαν καταρτίσει εικονικές συμβάσεις με την ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης τους δεν αίρεται αφού από τις εν γένει περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη τους προκύπτει σκοπός εξύβρισης, αφού οι εγκαλούντες χαρακτηρίζονται ως εγκληματίες και άνθρωποι με εγκληματική συμπεριφορά. Στις κηρυχθείσες ένοχες κατηγορούμενες πρέπει όμως να αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' Π.Κ., καθόσον αυτές μέχρι την τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων τους ως άνω εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή των αναιρεσειουσών κατηγορουμένων, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό προμνησθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94, 98 και 362 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ισχυρίσθηκαν αντίστοιχα, ενώπιον των μνημονευομένων στο σκεπτικό και το διατακτικό αυτής τρίτων, αναληθή γεγονότα, τα οποία ήταν δυνατόν, κατ' αντικειμενική κρίση, να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων Ψ2 και Ψ1 και των οποίων (γεγονότων) έλαβαν οι ως άνω εγκαλούντες γνώση στις αρχές Μαΐου 2003 και στις 19-5-2003, δηλαδή εμπρόθεσμα, κατέθεσαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, την από 19-5-2003 κοινή έγκλησή της κατά των αναιρεσειουσών. Περαιτέρω, αιτιολογείται επαρκώς στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, γιατί δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της απλής δυσφήμησης, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείουσες, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 367 του Π.Κ., την εφαρμογή του οποίου ζήτησε, με αυτοτελή ισχυρισμό, ο συνήγορος των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων, αλλά ορθώς απέκρουσε το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, προκύπτει ότι δεν ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αφού οι απαιτήσεις των εγκαλούντων κατά της ομόρρυθμης εταιρείας "... Ο.Ε." ήταν αληθινές, επικουρικώς δε, γιατί, από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τέλεσαν την πράξη της απλής δυσφήμησης, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής των εγκαλούντων. Τέλος, είναι αβάσιμη η αιτίαση των αναιρεσειουσών, ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ της διαλαμβανόμενης, στην αρχή της 11ης σελίδας του σκεπτικού της προσβαλλομένης, παραδοχής ότι " ...οι εγκαλούντες εμφανίζονται ως απατεώνες... " και της διαλαμβανόμενης στο τέλος της ίδιας σελίδας του σκεπτικού παραδοχής ότι " ...αφού οι εγκαλούντες χαρακτηρίζονται ως εγκληματίες και άνθρωποι με εγκληματική συμπεριφορά... ", με αποτέλεσμα να καθίσταται, κατά τους ισχυρισμούς τους, ασαφής και ελλιπής η αιτιολογία της αποφάσεως, καθόσον, η λέξη "χαρακτηρίζονται", στην προκειμένη περίπτωση, έχει την έννοια της σκιαγραφήσεως των εγκαλούντων ως εγκληματιών με βάση την αποδοθείσα αναληθώς σ' αυτούς, από τις αναιρεσείουσες, αξιόποινη συμπεριφορά και όχι τον κατά κυριολεξία χαρακτηρισμόν αυτών, προφορικώς ή εγγράφως, ως εγκληματιών από τις αναιρεσείουσες, όπως υποστηρίζεται από την πλευρά των τελευταίων. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Ε'του Κ.Π.Δ. πρώτος και δεύτερος λόγοι και των τριών ενδίκων αιτήσεων αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη των νομίμως παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρ. 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αρ. 371/2008, 372/2008 και 373/2998 αιτήσεις της Χ1, Χ2, Χ3 για αναίρεση της υπ' αρ. 6342/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει κάθε μία από τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειουσών τη δικαστική δαπάνη των νομίμως παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απλή δυσφήμηση. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Αιτιολογείται επαρκώς η απόρριψη του αιτήματος για εφαρμογή του άρθρου 367 ΠΚ. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση απλη.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1112/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ... και 3. Χ3, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1957/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ4. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Οκτωβρίου 2007, 25 Οκτωβρίου 2007 και 23 Οκτωβρίου 2007 αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 54/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 400/31-7-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας μετά της σχετικής δικογραφίας, σύμφωνα με το αρθρ. 485§1 Κ.Π.Δ., τις παραδεκτώς, κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των αρθρ. 465§1, 473§1, 474, 482§1 στοιχ.α' και 484§1 στοιχ.β' και δ' Κ.Π.Δ., αιτήσεις αναιρέσεως, που ησκήθησαν υπό των κατηγορουμένων: α) Χ2, β) Χ3 και γ) Χ1, δια των πληρεξουσίων των δικηγόρων, κατά του υπ'αριθ. 1957/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εξεδόθη κατόπιν εφέσεως των κατά του υπ'αριθ. 3141/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθ. 3141/2006 βούλευμα του, παρέπεμψε τους κατηγορουμένους εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας υπό την ιδιότητα των, ως διαχειριστών ξένης περιουσίας (αρθρ. 375 §1,2, ως αντικατεστάθη και συνεπληρώθη δι'άρθρ. 14§3β ν. 2721/1999). Κατά του ως άνω βουλεύματος ησκήθησαν αι υπ'αριθ. 559/2006, 540/2006 και 3/2007 εκθέσεις εφέσεως των κατηγορουμένων, αντιστοίχως, επί των οποίων εξεδόθη το προβαλλόμενο βούλευμα δια του οποίου απερρίφθησαν κατ'ουσίαν αι παραπάνω εφέσεις των και επεκυρώθη το εκκαλούμενο ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως ησκήθησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως δια δηλώσεως των πληρεξουσίων δικηγόρων των κατηγορουμένων ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του Εφετείου Αθηνών και Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, του τόπου κατοικίας του τελευταίου, και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως και δη: α)της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και β)της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ. 484§1 στοιχ. Β' και δ' Κ.Π.Δ.) και επομένως πρέπει να εξετασθούν κατ'ουσίαν. II) Κατά το αρθρ. 375§§1, 2 Π.Κ., ως η παρ.2 αντικ. με το αρθρ. 1 §9 ν. 2408/96, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένα υλικά ή εν μέρει κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί εις τον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α)το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που είναι κινητό, όπως είναι το χρήμα και τα παραστατικά αξίας έγγραφα (επιταγές, συναλλαγματικές κ.λπ.), να είναι ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιοι, εις άλλον και όχι στον δράστη. β)η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, ενώ η κατοχή του πράγματος που υπεξαιρείται, πρέπει να περιήλθε στον δράστη πριν από την ιδιοποίηση, έστω και αν κατά την στιγμή της ιδιοποίησης αυτής δεν έχει πλέον την κατοχή του, είναι όμως σε θέση να το ιδιοποιηθεί (Α.Π. 291/2003 αδημ.). Ως κατοχή κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται η πραγματική σχέση προς το πράγμα που καθιστά δυνατή την εξουσίασή της από εκείνον που την κατέχει κατά βούληση, όπως η εξουσίαση αυτή νοείται κατά την φυσική αντίληψη της καθημερινής ζωής και όχι η κατοχή κατά την εξειδικευμένη έννοια του αστικού δικαίου. γ)παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη, δ)συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά στην δεύτερη παράγραφο του παραπάνω άρθρου, μεταξύ των οποίων ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στον δράστη λόγω της ιδιότητος του ως διαχειριστού ξένης ιδιοκτησίας. Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του διαχειριστού ξένης ιδιοκτησίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση αυτής, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, την οποίαν αντλεί από την σύμβαση ή από τον νόμο. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι η διαχείριση δεν είναι ανάγκη να περιλαμβάνει περισσότερες νομικές πράξεις, αλλά αρκεί και μία μόνο. Επίσης δεν είναι ανάγκη να έχει οδηγήσει ήδη σε νομικές πράξεις, αρκεί ότι έχει δοθεί στον υπαίτιο η νομική εξουσία προς τούτο και η υλική δυνατότητα (κατοχή). Η τοιαύτη δε ιδιότης του διαχειριστού ξένης περιουσίας και του εντολοδόχου που προσδίδουν τον κακουργηματικό χαρακτήρα στην υπεξαίρεση, πρέπει να υφίσταται, κατά τα εκτεθέντα, ουχί κατά τον χρόνον της παρανόμου ιδιοποιήσεως, αλλά κατά τον χρόνον που ευρίσκεται το κινητό πράγμα στην κατοχή του δράστου (Α.Π. 292/93). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθ. 18 και 22 ν. 2190/20, όπως ισχύει, την εκπροσώπηση και διοίκηση της ανώνυμης εταιρίας, καθώς και την διαχείριση της περιουσίας αυτής, ασκεί το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο ενεργεί συλλογικώς. Μπορεί όμως το καταστατικό της εταιρίας να προβλέψει, ότι ένα ή περισσότερα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα, κατονομαζόμενα από το καταστατικό ή οριζόμενα με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, έχουν εξουσία να ασκούν εν όλω ή εν μέρει τις αρμοδιότητες αυτές του Διοικητικού Συμβουλίου (Α.Π. 1253/2000 Ποιν.Δικ. 2001 σελ. 350). ε)το πράγμα, κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Υποκειμενικά απαιτείται δολία προαίρεση του δράση, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στην δική του περιουσία. Από την ανωτέρω διάταξη του αρθρ. 375 § 1 Π.Κ. εν συνδυασμώ με εκείνη του αρθρ. 45 του ίδιου κώδικα ακολουθεί ότι, αυτουργός της υπεξαιρέσεως είναι μόνον αυτός που έχει στην κατοχή του το ιδιοποιούμενο πράγμα, ενώ συναυτουργός υπεξαιρέσεως μπορεί να είναι μόνον αυτός που έχει την συγκατοχή τούτου, δηλαδή την από κοινού με άλλον πραγματική εξουσίαση του πράγματος, η οποία συντρέχει, όταν επ'αυτού δεν μπορεί να επενεργεί ακωλύτως και κατ'αρέσκεια ένα πρόσωπο, αλλά από κοινού και άλλο ή άλλα, λόγω της μεταξύ των ιδιαίτερης σχέσης επί των ειδικών συνθηκών. Δεν αρκεί ότι το πράγμα βρίσκεται στην κατοχή άλλου συμμέτοχου, έστω και αν συντρέχουν τα λοιπά της συναυτουργίας στοιχεία. Εξάλλου, μετά την, κατά τα εκτεθέντα, αντικατάσταση, της διάταξης του αρθρ. 375§2 Π.Κ., οι περιπτώσεις που καθιστούν το έγκλημα της υπεξαίρεσης κακούργημα, όταν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης, απαριθμούνται πλέον περιοριστικά και κατά τούτο η νεότερη διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη στην οποία η απαρίθμηση είναι ενδεικτική και για κάθε μη κατονομαζόμενη περίπτωση έπρεπε να συντρέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης εκ μέρους του δράστη. Επομένως, κατά το άρθρο 2 Π.Κ., η νέα διάταξη είναι εφαρμοστέα και στις αξιόποινες πράξεις υπεξαίρεσης που έχουν τελεσθεί πριν από την ισχύ του ν. 2408/96, μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση αυτών (Α.Π. 830/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 811, Α.Π. 537/2003 Ποιν.Χρ. ΝΔ' σελ. 117). Εξ άλλου από τις διατάξεις των αρθρ. 7α περ γ και 7β παρ.15 και 7ε του ν. 2190/20, όπως ισχύει σήμερα, προκύπτει περαιτέρω ότι η δημοσιότητα στην οποία υποβάλλεται η πράξη διορισμού μελών Δ.Σ. ανώνυμης εταιρίας δεν έχει συστατικό, αλλά βεβαιωτικό ή δηλωτικό χαρακτήρα, γι'αυτό αν η απόφαση δεν έχει υποβληθεί στην προβλεπόμενη δημοσιότητα δεν μπορεί να την επικαλεσθεί η εταιρία, ενώ αντίθετα μπορούν να την επικαλεσθούν κατ'αυτής οι τρίτοι. Αυτό σημαίνει ότι η πράξη διορισμού οργάνων διοικήσεως ολοκληρώνεται από την λήψη της σχετικής αποφάσεως, από το αρμόδιο όργανο (Γενική Συνέλευση) και της αποδοχής του διορισμού ή της εκλογής από τον διοριζόμενο η οποία μπορεί να είναι άτυπη (σιωπηρά), πλην όμως η μη δημοσίευση στην εφημερίδα της κυβερνήσεως πράξεων και στοιχείων, που αναφέρονται στον διορισμό των οργάνων διοικήσεως έχει ως αποτέλεσμα ότι η ανώνυμη εταιρία δεν μπορεί να την αντιτάξει κατά τρίτων, εκτός αν αποδείξει ότι οι τρίτοι τα εγνώριζαν (Α.Π. 724/2002 Δ.Ε.Ε. 2002 σελ. 1254, Α.Π. 395/98 Δ.Ε.Ε. 1999 σελ. 7111, Α.Π. 488/94 Ε.Ε.Δ. Τομ. Α' σελ. 182 (έτος 1995). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπάρχει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν στην διάταξη που εφηρμόσθη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό και στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό που ανάγεται εις τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 614/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ' σελ. 19). Εξάλλου έλλειψη της απαιτούμενης από τα αρθρ. 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το αρθρ. 484§1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται εις αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, εις τα οποία εστηρίχθη η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που εθεμελίωσαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που απεδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β)αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το κάθε ένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται πιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπ'όψιν του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά (Α.Π. 1143/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ1 σελ. 29). III) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, όπως από αυτό προκύπτει, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει κατ'είδος, δι'αναφοράς του εις την ενσωματωθείσα εις αυτό πρόταση του εισαγγελέως, εδέχθη ανελέγκτως ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" συνεστήθη δυνάμει της υπ'αριθ. ... πράξης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Βρυνίου και λειτούργησε κανονικά με έδρα επί της οδού ... αριθ. ... στην περιοχή ... του Νομού ... μέχρι και την 21-1-1997, οπότε ανεκλήθη η άδεια της, δυνάμει της υπ'αριθ. Κ3/910/21 -1 -1997 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης. Την ανάκληση της αδείας λειτουργίας ακολούθησε η διαδικασία εκκαθάρισης. Προς τον σκοπό αυτό διορίστηκε επόπτης της Ασφαλιστικής εκκαθάρισης η ΑΑ, με ενέργειες της οποίας έγινε την 23-1-1997 η σφράγιση των Γραφείων της Εταιρίας στην ως άνω έδρα της παρουσία του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και νομίμου εκπροσώπου της ΒΒ (βλ. Την υπ'αριθ. ... έκθεση σφράγισης). Κατά την ημέρα αυτή ωστόσο δεν έγινε απογραφή των κινητών που υπήρχαν εις τα Γραφεία της Εταιρίας, ούτε παρεδόθηκαν στην επόπτρια το Ταμείο και τα βιβλία της, όπως δε διαπιστώθηκε κατά την αποσφράγιση που έλαβε χώρα την 19-9-1997 κατά το διαδραμόν χρονικό διάστημα μεταξύ σφράγισης και αποσφράγισης είχαν παραβιασθεί, οι τεθείσες στα γραφεία της, σφραγίδες και είχαν αφαιρεθεί όλα τα βασικά βιβλία του λογιστηρίου. Παράλληλα διαπιστώθηκε ότι είχε παραβιασθεί και το δίκτυο Η/Υ της εταιρίας και είχαν καταστραφεί τα ηλεκτρονικά αρχεία της με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανευρεθούν και να εκτυπωθούν τα ημερολόγια κίνησης, τα ημερολόγια διαφόρων πράξεων, το ημερολόγιο ταμείου, τα ημερολόγια αναπαραγωγής ασφαλίστρων και τα αναλυτικά καθολικά. Ειδικότερα δεν βρέθηκαν και δεν κατέστη δυνατόν να εκτυπωθούν, λόγω της προαναφερομένης παραβίασης του δικτύου Η/Υ της εταιρίας τα κατωτέρω βιβλία: 1)το ημερολόγια ταμείου της περιόδου 1-12-1996 έως 23-1-1997, 2)το ημερολόγιο διαφόρων πράξεων της περιόδου 1-12-1996 έως 23-1-1997, 3)τα αναλυτικά καθολικά (αναλυτικές καρτέλες) και το Γενικό Καθολικό της 23-1-1997, 4)τα αναλυτικά και συγκεντρωτικά ισοζύγια της 23-1-1997, 5)ο Ισολογισμός της 31-12-1996, 6)τα βιβλία απογραφών και Ισολογισμού της 31-12-1996. Επίσης δεν βρέθηκε το αρχείο εκκαθαρίσεων της ιδίας περιόδου του υποκαταστήματος εις την ..., το οποίον δεν είχε δηλωθεί και συνεπώς, δεν είχε σφραγισθεί, παρά ταύτα όμως λειτουργούσε και υπεύθυνος αυτού ήταν ο εκκαλών Χ1. Δεν βρέθηκαν εξάλλου και έγγραφα που αφορούσαν τις συμβάσεις της εταιρείας με πράκτορες και αντασφαλιστές, οι συμβάσεις εκμίσθωσης ακινήτων, προσύμφωνα ή συμβόλαια πώλησης ακινήτων της εταιρίας, μητρώο ασφαλισμένων, ασφαλίστρων και εκκρεμών ζημιών της εταιρίας, ενημερωμένα μέχρι την 23-1-1997, εξερχόμενες και εισερχόμενες επιστολές και έγγραφα από και προς το Υπουργείο Ανάπτυξης, που αφορούν την τοποθέτηση των κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας και δεν παραδόθηκε ποτέ το ταμείο της εταιρίας εις τους εκκαθαριστές. Παρά την εξαφάνιση όμως των βιβλίων και του Ηλεκτρονικού αρχείου της εταιρίας η οποία έλαβε χώρα κατά την ημέρα της σφράγισης ή την επομένη, από το Ισοζύγιο που βρέθηκε τυπωμένο σε μηχανογραφημένο χαρτί της εταιρίας για την χρονική περίοδο από 1-1-1996 έως 30-11-1996 καθώς και το αναλυτικό ισοζύγιο των υπό λογαριασμών του κωδικού 38 "χρηματικά διαθέσιμα" με ημερομηνία 30-11-96 προκύπτει ότι κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία το Ταμείο της εταιρίας περιελάμβανε τα εξής: α) μετρητά στο Ταμείο του Κεντρικού καταστήματος στην ... 1.481.616 δρχ. β) Μετρητά στο Ταμείο του υποκαταστήματος στην ... 32.087.741 δρχ., γ) επιταγές σε καθυστέρηση 7.270.000 δρχ. και δ) επιταγές εισπρακτέες 72.539.526 δρχ. περιείχε δε συνολικά το Ταμείο κατά την ημέρα αυτή το ποσό των 113.378.883 δρχ. ή 332.733,33 ευρώ, το οποίο έπρεπε να αποδοθεί εις την επόπτρια της εκκαθάρισης αμέσως μετά την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της εταιρίας την 23-1-1997 και σε κάθε περίπτωση μέχρι την 19-9-1997 που έγινε αποσφράγιση και απογραφή των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας, πλην όμως αυτό δεν βρέθηκε κατά την αποσφράγιση ούτε αποδόθηκε εις την επόπτρια από τα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου που το κατείχαν και είχαν την διαχείριση του μολονότι προσκλήθηκαν προς τούτο αλλά παρακρατήθηκε νόμιμα από αυτούς και το ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Οι ίδιοι στην συνέχεια δια να αποκρύψουν την ύπαρξη του περιεχομένου του κατά την ημέρα της σφράγισης, καθώς και την ύπαρξη των λοιπών εσόδων της που εισέρευσαν στο Ταμείο της κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-1996 έως 21-1-1997 διέρρηξαν αυθημερόν ή την επομένην τις τεθείσες την 23-1-1997 σφραγίδες από την επόπτρια της εκκαθάρισης και κατέστρεψαν το ηλεκτρονικό της αρχείο προκειμένου να καταστεί αδύνατος ο έλεγχος και η απόδοσις του ενεργητικού της εις αυτήν. Το ότι η πράξη αυτή τελέστηκε από τους υπεύθυνους διαχειριστές της εταιρίας αυτής είναι απολύτως βέβαιο καθόσον οι ίδιοι είχαν συμφέρον προς τούτο. Ουδείς άλλωστε θα προέβαινε εις την καταστροφή του ηλεκτρονικού αρχείου αλλά και εις την εξαφάνιση των εντύπων βιβλίων της αφού δεν είχε λόγους που να δικαιολογούν τέτοια ενέργεια του. Οι δε ίδιοι οι κατηγορούμενοι δεν δίδουν επ'αυτού επαρκείς εξηγήσεις, αντιθέτως δια να αντιπαρέλθουν την κατηγορία που τους βαρύνει δηλώνουν άπαντες αναρμόδιοι περί την διαχείριση και αμφισβητούν την ιδιότητα τους ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Ειδικότερα από αυτούς ο Χ2 και Χ4, ισχυρίζονται ότι ναι μεν διετέλεσαν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, αντίστοιχα, κατά το έτος 1996 εκλεγέντες στην θέση αυτή με το από 11-1-1996 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης, πλην όμως στην συνέχεια παραιτήθηκαν ο μεν πρώτος με το από 30-9-96 έγγραφο του που κοινοποιήθηκε εις το Υπουργείο Εμπορίου και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ... ο δε δεύτερος με το υπ'αριθ. Πρωτ. ... έγγραφο του Υπουργείου Εμπορίου. Παραίτηση επίσης επικαλείται και ο απ'αυτούς Χ3 δηλώνοντας ότι παραιτήθηκε την 14-3-1996 με παρόμοιοι έγγραφο του, λόγω της απουσίας του στο εξωτερικό. Ο εκκαλών Χ1 ισχυρίζεται ότι δεν ήταν μέλος του τελευταίου Διοικητικού Συμβουλίου που εκλέχθηκε την 6-11-1996 και ότι για την εκλογή του στο προγενέστερο Διοικητικό Συμβούλιο ως Αντιπρόεδρος αυτού την 12-1-1996 διαφωνούσε και για τον λόγο αυτό ανέγραψε στο σχετικό πρακτικό δίπλα από το όνομα του και την υπογραφή του που δεν είχε θέσει ο ίδιος την λέξη "όχι". Σε σχέση με τα ανωτέρω προκύπτουν τα εξής: Σύμφωνα με το από 5-3-97 έγγραφο του Υπουργείου Ανάπτυξης το τελευταίο Διοικητικό Συμβούλιο της εγκαλούσας εταιρίας που εξελέγη στην συνεδρίαση της 6-11-1996 αποτελούνταν από τον κατηγορούμενο ΒΒ, ως πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο και τους ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ ως μέλη. Η σύνθεση όμως αυτή του Διοικητικού Συμβουλίου ουδέποτε δημοσιεύθηκε εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αντιθέτως δημοσιεύθηκες εις το ΦΕΚ 217/17-1-97 η σύνθεση του εκλεγέντος την 30-6-1996 Διοικητικού Συμβουλίου της στο οποίο μετείχαν οι Χ2 ως Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου, ΔΔ, ως Αντιπρόεδρος, ο Χ2, ως Διευθύνων Σύμβουλος, και εκπρόσωπος αυτής και οι Χ1, ΓΓ και ΣΤ ουδεμία σχέση είχαν με την διοίκηση της εταιρίας όπως και οι ίδιοι απολογούμενοι ισχυρίσθηκαν, χρησιμοποιήθηκαν δε τα στοιχεία της ταυτότητος τους από τους πραγματικούς υπευθύνους της εταιρίας, εν αγνοία τους και χωρίς την συναίνεση τους καθώς ο μεν πρώτος είχε επιδιώξει εις το παρελθόν την συνεργασία του με την εταιρία αυτή ως ασφαλιστικός σύμβουλος ο δε δεύτερος είχε ασφαλίσει εις αυτήν το αυτοκίνητο του όπως προαναφέρθηκε. Ο ΔΔ και η ΕΕ, μολονότι φέρονται ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της 6-11-1996, που η σύνθεση του δεν δημοσιεύθηκε, δεν προκύπτει ότι είχαν ουσιαστική ανάμειξη εις τα της διοίκησης της εταιρίας, πολύ δε περισσότερο στην διαχείριση του ταμείου της. Αντιθέτως; Οι κατηγορούμενοι Χ2, Χ4, Χ3 και Χ1 που αποτελούσαν τα μέλη του δημοσιευθέντος εις το Φ.Ε.Κ, διοικητικού συμβουλίου της 30-6-1996, συνεπικουρούμενοι και από τον ΒΒ που εξελέγη ως Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος του διοικητικού της Συμβουλίου στην συνεδρίαση της 6-11-96 ήταν αυτοί οι οποίοι ήλεγχαν και διοικούσαν την εταιρία καθόλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από 30-11-96 έως 23-1-97. Τούτο προκύπτει τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων όσο και από τις απολογίες των τότε συγκατηγορουμένων τους (βλ. Την από 11-7-προανακριτική κατάθεση του ΖΖ και το απολογητικό υπόμνημα του ΓΓ), καθώς και από τα εξής πραγματικά περιστατικά: α)Αυτοί μετείχαν την 30-6-96 σε σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου που φερόταν ως μέλη πρόσωπα που δεν συνήνεσαν και δεν είχαν γνώση ότι χρησιμοποιήθηκαν τα ονόματα τους (ΓΓ και ΣΤ) και συνέταξαν σχετικό πρακτικό το οποίο δημοσίευσε ο κατηγορούμενος ΒΒ στο Φ.Ε.Κ. της 17-1-97 που προαναφέρθηκε, γεγονός που σημαίνει ότι δρούσαν ανέλεγκτα και με αποκλειστικό από τότε σκοπό να παραπλανήσουν ως προς τα πρόσωπα που ασκούσαν πράγματι την διοίκηση της εταιρίας, β)ενώ κοινοποίησαν στο Υπουργείο Ανάπτυξης την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου αυτό της 6-11-96, δεν προέβησαν και στην δημοσίευση αυτού, αλλά αντιθέτως δημοσίευσαν την σύνθεση του, όπως αυτό προκύπτει από το πρακτικό της 30-6-1996 εις το οποίο συμμετείχαν και οι ίδιοι, γ) ο εξ αυτών Χ3, ενώ εμφανίζεται να παραιτείται από το Διοικητικό της Συμβούλιο με το έγγραφο που προαναφέρθηκε, εν τούτοις διατηρεί γραφείο εις το ίδιο κτίριο με τα κεντρικά γραφεία της εταιρίας, τα οποία επικοινωνούσαν εσωτερικά μεταξύ τους, όπως διαπιστώθηκε κατά τον χρόνο σφράγισης (βλ. Τις από 18-11-2004 ανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων ΗΗ και ΑΑ) και μετέχει ενεργά στα της Διοίκησης της εταιρίας, φερόμενος ως αποκλειστικός μέτοχος και ιδιοκτήτης αυτής. δ) ο Χ1, μολονότι δεν φέρεται ως μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου που προέκυψε την 6-11-96, εν τούτοις εξακολουθεί να είναι υπεύθυνος δια το Υποκατάστημα της ..., να λειτουργεί αυτό χωρίς να το έχουν δηλώσει στο Υπουργείο Ανάπτυξης και φυσικά, ως εκ της θέσεως του αυτής να διαχειρίζεται το Ταμείο του Υποκαταστήματος αλλά και αυτό των κεντρικών της γραφείων από κοινού με τους λοιπούς (βλ. Κατάθεση του ΖΖ και τις απολογίες του ΓΓ και του ΒΒ), από την οποία συνάγεται ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι ουδέποτε αποξενώθηκαν από την διοίκηση της εταιρίας. Επειδή οι ανωτέρω 4 εκκαλούντες κατηγορούμενοι, μολονότι ήσαν υποχρεωμένοι προς τούτο, δεν απέδωσαν εις την επόπτρια της εκκαθάρισης ΑΑ το ταμείο της ανωτέρω εταιρίας ούτε και αργότερα μέχρι την 19-9-1997, που έγινε η απογραφή των περιουσιακών της στοιχείων, αλλά αντιθέτως παρεκράτησαν, ως ίδια, τα διαθέσιμα του και προσεπάθησαν με την αφαίρεση των βιβλίων της και την καταστροφή του ηλεκτρονικού της αρχείου να αποκρύψουν το πραγματικό διαθέσιμο αυτού ου ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό των 332.733,33 ευρώ που υπήρχε στα χέρια τους σε μετρητά και επιταγές οπωσδήποτε κατά την ημέρα της σφράγισης. Εις την ανωτέρω δε παράνομη ενέργεια τους προέβησαν από κοινού, στοιχειοθετεί δε αυτή την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης διότι το ποσό αυτό περιήλθε στην κατοχή τους υπό την ανωτέρω ιδιότητα του καθενός ως διαχειριστών της εγκαλούσης εταιρίας και ετύγχανε ως προς αυτούς, ξένο, αφού ανήκε κατά κυριότητα εις την εγκαλούσα ήτοι βρισκόταν υπό ξένη εν σχέση με τους ιδίους, κυριότητα, υπό την κατά το Αστικόδίκαιο έννοια της και τελούσε μόνον υπό την κατοχή τους, επί πλέον δε ετύγχανε ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το ιδιοποιήθηκαν παράνομα χωρίς την νομότυπη συναίνεση της κυρίας του πράγματος που εκφραζόταν εν προκειμένω από την επόπτρια της εκκαθάρισης και χωρίς να συντρέχει άλλο δικαίωμα που να τους παρέχει ο Νόμος. Η ως άνω παράνομη ιδιοποίηση του έλαβε χώρα την 23-1-1997 καθώς κατά την ημερομηνία αυτή δεν βρέθηκε το Ταμείο ούτε παραδόθηκε στην επόπτρια της εκκαθάρισης που διενήργησε την σφράγιση και όχι κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-1996 έως 21-1-97 όπως απηγγέλθη αρχικά η κατηγορία δεδομένου ότι η βούληση των εκκαλούντων για ιδιοποίηση του Ταμείου της εγκαλούσας δεν εκδηλώθηκε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Βέβαια οι κατηγορούμενοι δια να αποκρούσουν την κακουργηματική ως άνω κατηγορία ισχυρίζονται ότι τα διάφορα ποσά που αναφέρονται εις το Ισοζύγιο της 30-11-96 δεν υπήρχαν πράγματι κατά τον χρόνο αυτό ως ενεργητικό στο Ταμείο της και τούτο διότι οι αναφερόμενες σ'αυτό επιταγές, είτε δεν είχαν εξοφληθεί στο παρελθόν όπως έπρεπε από τους εκδότες τους είτε είχαν ήδη δοθεί προς πληρωμή των υποχρεώσεων της εταιρίας πριν την ημερομηνία αυτή της 30-11-1996 και οι δύο όμως αυτές εκδοχές αποκρούονται από την λογιστική επιστήμη και την κοινή λογική και πρακτική, καθώς οι μη πληρωθείσες επιταγές αποτελούν δικαστικά επιδιώξιμες απαιτήσεις της εγκαλούσας που προσμετρώνται εις το ενεργητικό της περιουσίας της και οι μεταβιβασθείσες ήδη επιταγές προς τρίτους σε εξόφληση αντίστοιχων υποχρεώσεων της εταιρίας δεν μπορεί να αναφέρονται εις το ενεργητικό της και εις το κατάλοιπο του Ταμείου της όπως συμβαίνει εν προκειμένω εις το επίμαχο ισοζύγιο, ούτε μπορεί η καταγραφή αυτή να αποδοθεί σε λάθος, καθώς η εν λόγω εταιρία εκ του αντικειμένου της και μόνο διέθετε οργανωμένο λογιστήριο και εμπειρία πολλών ετών στην σύνταξη Ισολογισμών και εις την τήρηση των βιβλίων της. Επίσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το όποιο ποσό εμφανιζόταν στο Ταμείο της εγκαλούσας κατά την 30-1-96 δεν υπήρχε κατά τον χρόνο της σφράγισης των γραφείων της την 23-1-97 διότι αναλώθηκε στο μεταξύ δια την πληρωμή των προς τρίτους υποχρεώσεων της, και ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν ευσταθεί καθώς, όπως προκύπτει από την απόφαση ανάκλησης της αδείας της εταιρίας αυτής, δεν κατέβαλε από την 8-10-96 τουλάχιστον και εφεξής τις υποχρεώσεις της για αποζημιώσεις, είτε είχε υποχρεωθεί προς τούτο δικαστικά, είτε είχε διακανονισθεί με εξώδικο συμβιβασμό, ούτε κατέβαλε τις εισφορές της στο επικουρικό κεφάλαιο ή το ταμείο εθνικής οδοποιίας, ούτε πλήρωσε τους μισθούς των εργαζομένων της και συνεπώς υπήρχε στο Ταμείο της και στην κατοχή των εκκαλούντων κατά την ημερομηνία της σφράγισης των γραφείων της την 23-1-97 πλήρες το ποσό που καταγράφεται στο ενεργητικό της την 30-11-96, αντιθέτως δε με τους ισχυρισμούς τους κατά το χρονικό αυτό διάστημα αύξησε και το ενεργητικό της αφού συνέχισε κανονικά την λειτουργία της, κατά τα λοιπά πλην των πληρωμών και συνεπώς εισέπραττε τουλάχιστον τα ασφάλιστρα των ενεργών εισέτι ασφαλιστικών συμβάσεων της, ποσά όμως που δεν μπορούν να προσδιορισθούν καθώς εξαφάνισαν τα λογιστικά της βιβλία. Άλλωστε αν δεν υπήρχαν στο ταμείο της εγκαλούσας τα χρήματα και οι επιταγές που προαναφέρθηκαν δεν θα χρειαζόταν να γίνει και η παραβίαση των σφραγίδων των γραφείων της και η αφαίρεση των λογιστικών βιβλίων και του ηλεκτρονικού της αρχείου για τα οποία ουδεμία πειστική εξήγηση δίνουν οι εκκαλούντες. Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε με το προσβαλλόμενο βούλευμα του ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που δικαιολογούν την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της αποδιδομένης εις αυτούς αξιόποινης πράξης της υπεξαιρέσεως πράγματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ως διαχειριστών ξένης περιουσίας τελεσθείσης από κοινού και μετά ταύτα απέρριψε κατ'ουσίαν τις ασκηθείσες απ'αυτούς εφέσεις κατά του πρωτοδίκου για την πράξιν αυτήν παραπεμπτικού βουλεύματος το οποίο και επεκύρωσε. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εν σχέσει με την προαναφερόμενη πράξη, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει εις αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως για την οποίαν παρεπέμφθησαν οι αναιρεσίοντες, καθώς και εκείνα που προσδίδουν εις αυτήν κακουργηματικό χαρακτήρα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τις σκέψεις με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στην προαναφερθείσα διάταξη του αρθρ. 375 §1, 2 Π.Κ., ως αντικ. δι'άρθρ. 1 § 9 ν. 2408/96, την οποίαν ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερον προκειμένου το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να χαρακτηρισθεί ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το Δικαστικό Συμβούλιο κρίνει περί αυτού ανελέγκτως, για όλα συνολικά τα ξένα κινητά πράγματα που έχουν ιδιοποιηθεί οι δράστες με μία πράξη των, όπως εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών στην προκειμένη περίπτωση δια του προσβαλλόμενου βουλεύματος και δεν επεβάλλετο να γίνει αναφορά της αξίας του καθενός χωριστά, ενώ διαλαμβάνεται εις το βούλευμα ειδική αναφορά, ότι για τον προσδιορισμό της αξίας των υπεξαιρεθέντων κινητών πραγμάτων, ως ιδιαιτέρως μεγάλης, ότι εις ταύτην υπολογίζεται, ουχί η αξία των πιστωτικών τίτλων, αλλά το χρηματικό ποσό για το οποίον ούτοι είχον εκδοθεί. Περαιτέρω με επαρκή αιτιολογία το Συμβούλιο των Εφετών εδέχθη ότι η κατοχή των κινητών πραγμάτων, που παρανόμως ιδιοποιήθησαν, είχε περιέλθει εις τούτους εις χρόνον προγενέστερον εκείνου που εξεδηλώθη η πρόθεσις της παρανόμου ιδιοποιήσεως των και μάλιστα καθ'όν χρόνον οι αναιρεσείοντες, ενεργούντες συλλογικώς, ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ανωνύμου εταιρίας, ετύγχανον διαχειριστές της περιουσίας της, ενώ δεν δημιουργείται αντίφασις ούτε εσφαλμένη εφαρμογή του αρθρ. 375§1, 2 Π.Κ. εν σχέσει με τις παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών αφ'ενός μεν εκ του ότι με μεταγενέστερη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ως άνω εταιρίας, επηκολούθησε η αντικατάσταση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, εις την σύνθεση του οποίου δεν μετείχον οι αναιρεσείοντες, ανεξαρτήτως της μη δημοσιεύσεως της εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αφ'ετέρου εκ του ότι οι εξ αυτών Χ2, Χ4 και Χ3 είχον ήδη παραιτηθεί από τον μήνα Οκτώβριο 1996 οι πρώτος και δεύτερος και την 14-3-96 ο τελευταίος, φέρονται μεταγενέστερα την 23-1-97 ότι ιδιοποιήθησαν κινητά πράγματα της εταιρίας υπό την προδιαληφθείσαν ιδιότητα των. Με τα δεδομένα αυτά οι από το αρθρ. 484§1 στοιχ. Β και δ' Κ.Π.Δ. σχετικοί λόγοι αναιρέσεως των υπό κρίσιν αιτήσεων αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι Πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της ελλείψεως νομίμου βάσεως είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθούν και συνακόλουθα, αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω : Να απορριφθούν αι υπ'αριθ. 231/25-10-2007, 220/23-10-2007 και 112/29-10-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Χ2, κατοίκου ..., β) Χ3, κατοίκου ... και γ) Χ1, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθ. 1957/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων. Αθήναι τη 18 Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι από 29-10-2007, 25-10-2007 και 23-10-2007 αιτήσεις των α) Χ1, β) Χ2 και γ) Χ3, αντίστοιχα, κατά του 1957/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει, ως συναφείς, να συνεκδικασθούν. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δΰο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικατασταθήκαμε το άρθ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης στους αναιρεσείοντες πράξης. Αν πρόκειται, για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, να συντρέχει δε επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ. ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 Π.Κ., συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεση της και γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτόν τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Ειδικότερα επί υπεξαιρέσεως υπάρχει συναυτουργία όταν το ιδιοποιούμενο αντικείμενο περιέρχεται στην συγκατοχή των πλειόνων δραστών, οι οποίοι ενεργούν από κοινού, λόγω της μεταξύ τους ιδιαίτερης σχέσης και των ειδικών στην συγκεκριμένη περίπτωση συνθηκών. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το συμβούλιο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β1 Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμιη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο 1957/2007 βούλευμά του με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση του Αντεισαγγελέα Εφετών και μετά την εκτίμηση των κατ'είδος σ'αυτή αναφερομένων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: η εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" συνεστήθη δυνάμει της υττ'αριθ. ... πράξεις του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Βρυνίου και λειτούργησε κανονικά με έδρα επί της οδού ... αριθ. ... στην περιοχή ... του Νομού ... μέχρι και την 21-1-1997 οπότε ανεκλήθη η άδεια της, δυνάμει της υπ'αριθ. Κ3/910/21-1-1997 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης. Την ανάκληση της αδείας λειτουργίας ακολούθησε η διαδικασία εκκαθάρισης. Προς τον σκοπό αυτό διορίστηκε επόπτης της Ασφαλιστικής εκκαθάρισης η ΑΑ, με ενέργειες της οποίας έγινε την 23-1-1997 η σφράγιση των Γραφείων της Εταιρίας στην ως άνω έδρα της παρουσία του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και νομίμου εκπροσώπου της ΒΒ (βλ. Την υπ'αριθ. ... έκθεση σφράγισης). Κατά την ημέρα αυτή ωστόσο δεν έγινε απογραφή των κινητών που υπήρχαν εις τα Γραφεία της Εταιρίας, ούτε παρεδόθηκαν στην επόπτρια το Ταμείο και τα βιβλία της, όπως δε διαπιστώθηκε κατά την αποσφράγιση που έλαβε χώρα την 19-9-1997 κατά το διαδραμόν χρονικό διάστημα μεταξύ σφράγισης και αποσφράγισης είχαν παραβιασθεί, οι τεθείσες στα γραφεία της, σφραγίδες και είχαν αφαιρεθεί όλα τα βασικά βιβλία του λογιστηρίου. Παράλληλα διαπιστώθηκε ότι είχε παραβιασθεί και το δίκτυο Η/Υ της εταιρίας και είχαν καταστραφεί τα ηλεκτρονικά αρχεία της με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανευρεθούν και να εκτυπωθούν τα ημερολόγια κίνησης, τα ημερολόγια διαφόρων πράξεων, το ημερολόγιο ταμείου, τα ημερολόγια αναπαραγωγής ασφαλίστρων και τα αναλυτικά καθολικά. Ειδικότερα δεν βρέθηκαν και δεν κατέστη δυνατόν να εκτυπωθούν, λόγω της προαναφερομένης παραβίασης του δικτύου Η/Υ της εταιρίας τα κατωτέρω βιβλία: 1) το ημερολόγια ταμείου της περιόδου 1-12-1996 έως 23-1-1997, 2) το ημερολόγιο διαφόρων πράξεων της περιόδου 1-12-1996 έως 23-1-1997, 3) τα αναλυτικά καθολικά (αναλυτικές καρτέλες) και το Γενικό Καθολικό της 23-1-1997, 4) τα αναλυτικά και συγκεντρωτικά ισοζύγια της 23-1-1997, 5) ο Ισολογισμός της 31-12-1996, 6) τα βιβλία απογραφών και Ισολογισμού της 31-12-1996. Επίσης δεν βρέθηκε το αρχείο εκκαθαρίσεων της ιδίας περιόδου του υποκαταστήματος εις την ..., το οποίον δεν είχε δηλωθεί και συνεπώς, δεν είχε σφραγισθεί, παρά ταύτα όμως λειτουργούσε και υπεύθυνος αυτού ήταν ο εκκαλών Χ1. Δεν βρέθηκαν εξάλλου και έγγραφα που αφορούσαν τις συμβάσεις της εταιρείας με πράκτορες και αντασφαλιστές, οι συμβάσεις εκμίσθωσης ακινήτων, προσύμφωνα ή συμβόλαια πώλησης ακινήτων της εταιρίας, μητρώο ασφαλισμένων, ασφαλίστρων και εκκρεμών ζημιών της εταιρίας, ενημερωμένα μέχρι την 23-1-1997, εξερχόμενες και εισερχόμενες επιστολές και έγγραφα από και προς το Υπουργείο Ανάπτυξης, που αφορούν την τοποθέτηση των κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας και δεν παραδόθηκε ποτέ το ταμείο της εταιρίας εις τους εκκαθαριστές. Παρά την εξαφάνιση όμως των βιβλίων και του Ηλεκτρονικού αρχείου της εταιρίας η οποία έλαβε χώρα κατά την ημέρα της σφράγισης ή την επομένη, από το Ισοζύγιο που βρέθηκε τυπωμένο σε μηχανογραφημένο χαρτί της εταιρίας για την χρονική περίοδο από 1-1-1996 έως 30-11-1996 καθώς και το αναλυτικό ισοζύγιο των υπό λογαριασμών του κωδικού 38 "χρηματικά διαθέσιμα" με ημερομηνία 30-11-96 προκύπτει ότι κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία το Ταμείο της εταιρίας περιελάμβανε τα εξής: α) μετρητά στο Ταμείο του Κεντρικού καταστήματος στην ... 1.481.616 δρχ. β) Μετρητά στο Ταμείο του υποκαταστήματος στην ... 32.087.741 δρχ., γ) επιταγές σε καθυστέρηση 7.270.000 δρχ. και δ) επιταγές εισπρακτέες 72.539.526 δρχ. περιείχε δε συνολικά το Ταμείο κατά την ημέρα αυτή το ποσό των 113.378.883 δρχ. ή 332.733,33 ευρώ, το οποίο έπρεπε να αποδοθεί εις την επόπτρια της εκκαθάρισης αμέσως μετά την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της εταιρίας την 23-1-1997 και σε κάθε περίπτωση μέχρι την 19-9-1997 που έγινε αποσφράγιση και απογραφή των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας, πλην όμως αυτό δεν βρέθηκε κατά την αποσφράγιση ούτε αποδόθηκε εις την επόπτρια από τα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου που το κατείχαν και είχαν την διαχείριση του μολονότι προσκλήθηκαν προς τούτο αλλά παρακρατήθηκε νόμιμα από αυτούς και το ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Οι ίδιοι στην συνέχεια δια να αποκρύψουν την ύπαρξη του περιεχομένου του κατά την ημέρα της σφράγισης, καθώς και την ύπαρξη των λοιπών εσόδων της που εισέρευσαν στο Ταμείο της κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-1996 έως 21-1-1997 διέρρηξαν αυθημερόν ή την επομένην τις τεθείσες την 23-1-1997 σφραγίδες από την επόπτρια της εκκαθάρισης και κατέστρεψαν το ηλεκτρονικό της αρχείο προκειμένου να καταστεί αδύνατος ο έλεγχος και η απόδοσις του ενεργητικού της εις αυτήν. Το ότι η πράξη αυτή τελέστηκε από τους υπεύθυνους διαχειριστές της εταιρίας αυτής είναι απολύτως βέβαιο καθόσον οι ίδιοι είχαν συμφέρον προς τούτο. Ουδείς άλλωστε θα προέβαινε εις την καταστροφή του ηλεκτρονικού αρχείου αλλά και εις την εξαφάνιση των εντύπων βιβλίων της αφού δεν είχε λόγους που να δικαιολογούν τέτοια ενέργεια του. Οι δε ίδιοι οι κατηγορούμενοι δεν δίδουν επ'αυτού επαρκείς εξηγήσεις, αντιθέτως δια να αντιπαρέλθουν την κατηγορία που τους βαρύνει δηλώνουν άπαντες αναρμόδιοι περί την διαχείριση και αμφισβητούν την ιδιότητα τους ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Ειδικότερα από αυτούς ο Χ2 και Χ4, ισχυρίζονται ότι ναι μεν διετέλεσαν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, αντίστοιχα, κατά το έτος 1996 εκλεγέντες στην θέση αυτή με το από 11-1-1996 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης, πλην όμως στην συνέχεια παραιτήθηκαν ο μεν πρώτος με το από 30-9-96 έγγραφο του που κοινοποιήθηκε εις το Υπουργείο Εμπορίου και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ... ο δε δεύτερος με το υπ'αριθ. Πρωτ. ... έγγραφο του Υπουργείου Εμπορίου. Παραίτηση επίσης επικαλείται και ο απ'αυτούς Χ3δηλώνοντας ότι παραιτήθηκε την 14-3-1996 με παρόμοιοι έγγραφο του, λόγω της απουσίας του στο εξωτερικό. Ο εκκαλών Χ1 ισχυρίζεται ότι δεν ήταν μέλος του τελευταίου Διοικητικού Συμβουλίου που εκλέχθηκε την 6-11-1996 και ότι για την εκλογή του στο προγενέστερο Διοικητικό Συμβούλιο ως Αντιπρόεδρος αυτού την 12-1-1996 διαφωνούσε και για τον λόγο αυτό ανέγραψε στο σχετικό πρακτικό δίπλα από το όνομα του και την υπογραφή του που δεν είχε θέσει ο ίδιος την λέξη "όχι". Σε σχέση με τα ανωτέρω προκύπτουν τα εξής: Σύμφωνα με το από 5-3-97 έγγραφο του Υπουργείου Ανάπτυξης το τελευταίο Διοικητικό Συμβούλιο της εγκαλούσας εταιρίας που εξελέγη στην συνεδρίαση της 6-11-1996 αποτελούνταν από τον κατηγορούμενο ΒΒ, ως πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο και τους ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ ως μέλη. Η σύνθεση όμως αυτή του Διοικητικού Συμβουλίου ουδέποτε δημοσιεύθηκε εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αντιθέτως δημοσιεύθηκες εις το ΦΕΚ 217/17-1-97 η σύνθεση του εκλεγέντος την 30-6-1996 Διοικητικού Συμβουλίου της στο οποίο μετείχαν οι Χ2 ως Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου, ΔΔ, ως Αντιπρόεδρος, ο Χ4, ως Διευθύνων Σύμβουλος, και εκπρόσωπος αυτής και οι Χ1, ΓΓ και ΣΤ ουδεμία σχέση είχαν με την διοίκηση της εταιρίας όπως και οι ίδιοι απολογούμενοι ισχυρίσθηκαν, χρησιμοποιήθηκαν δε τα στοιχεία της ταυτότητος τους από τους πραγματικούς υπευθύνους της εταιρίας, εν αγνοία τους και χωρίς την συναίνεση τους καθώς ο μεν πρώτος είχε επιδιώξει εις το παρελθόν την συνεργασία του με την εταιρία αυτή ως ασφαλιστικός σύμβουλος ο δε δεύτερος είχε ασφαλίσει εις αυτήν το αυτοκίνητο του όπως προαναφέρθηκε. Ο ΔΔ και η ΕΕ, μολονότι φέρονται ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της 6-11-1996, που η σύνθεση του δεν δημοσιεύθηκε, δεν προκύπτει ότι είχαν ουσιαστική ανάμειξη εις τα της διοίκησης της εταιρίας, πολύ δε περισσότερο στην διαχείριση του ταμείου της. Αντιθέτως; Οι κατηγορούμενοι Χ2, Χ4, Χ3 και Χ1 που αποτελούσαν τα μέλη του δημοσιευθέντος εις το Φ.Ε.Κ, διοικητικού συμβουλίου της 30-6-1996, συνεπικουρούμενοι και από τον ΒΒ που εξελέγη ως Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος του διοικητικού της Συμβουλίου στην συνεδρίαση της 6-11-96 ήταν αυτοί οι οποίοι ήλεγχαν και διοικούσαν την εταιρία καθόλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από 30-11-96 έως 23-1-97. Τούτο προκύπτει τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων όσο και από τις απολογίες των τότε συγκατηγορουμένων τους (βλ. Την από 11-7-προανακριτική κατάθεση του ΖΖ και το απολογητικό υπόμνημα του ΓΓ), καθώς και από τα εξής πραγματικά περιστατικά: α) Αυτοί μετείχαν την 30-6-96 σε σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου που φερόταν ως μέλη πρόσωπα που δεν συνήνεσαν και δεν είχαν γνώση ότι χρησιμοποιήθηκαν τα ονόματα τους (ΓΓ και ΣΤ) και συνέταξαν σχετικό πρακτικό το οποίο δημοσίευσε ο κατηγορούμενος ΒΒ στο Φ.Ε.Κ. της 17-1-97 που προαναφέρθηκε, γεγονός που σημαίνει ότι δρούσαν ανέλεγκτα και με αποκλειστικό από τότε σκοπό να παραπλανήσουν ως προς τα πρόσωπα που ασκούσαν πράγματι την διοίκηση της εταιρίας, β)ενώ κοινοποίησαν στο Υπουργείο Ανάπτυξης την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου αυτό της 6-11-96, δεν προέβησαν και στην δημοσίευση αυτού, αλλά αντιθέτως δημοσίευσαν την σύνθεση του, όπως αυτό προκύπτει από το πρακτικό της 30-6-1996 εις το οποίο συμμετείχαν και οι ίδιοι, γ) ο εξ αυτών Χ3, ενώ εμφανίζεται να παραιτείται από το Διοικητικό της Συμβούλιο με το έγγραφο που προαναφέρθηκε, εν τούτοις διατηρεί γραφείο εις το ίδιο κτίριο με τα κεντρικά γραφεία της εταιρίας, τα οποία επικοινωνούσαν εσωτερικά μεταξύ τους, όπως διαπιστώθηκε κατά τον χρόνο σφράγισης (βλ. Τις από 18-11-2004 ανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων ΗΗ και ΑΑ) και μετέχει ενεργά στα της Διοίκησης της εταιρίας, φερόμενος ως αποκλειστικός μέτοχος και ιδιοκτήτης αυτής. δ) ο Χ1, μολονότι δεν φέρεται ως μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου που προέκυψε την 6-11-96, εν τούτοις εξακολουθεί να είναι υπεύθυνος δια το Υποκατάστημα της ..., να λειτουργεί αυτό χωρίς να το έχουν δηλώσει στο Υπουργείο Ανάπτυξης και φυσικά, ως εκ της θέσεως του αυτής να διαχειρίζεται το Ταμείο του Υποκαταστήματος αλλά και αυτό των κεντρικών της γραφείων από κοινού με τους λοιπούς (βλ. Κατάθεση του ΖΖ και τις απολογίες του ΓΓ και του ΒΒ), από την οποία συνάγεται ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι ουδέποτε αποξενώθηκαν από την διοίκηση της εταιρίας. Επειδή οι ανωτέρω 4 εκκαλούντες κατηγορούμενοι, μολονότι ήσαν υποχρεωμένοι προς τούτο, δεν απέδωσαν εις την επόπτρια της εκκαθάρισης ΑΑ το ταμείο της ανωτέρω εταιρίας ούτε και αργότερα μέχρι την 19-9-1997, που έγινε η απογραφή των περιουσιακών της στοιχείων, αλλά αντιθέτως παρεκράτησαν, ως ίδια, τα διαθέσιμα του και προσεπάθησαν με την αφαίρεση των βιβλίων της και την καταστροφή του ηλεκτρονικού της αρχείου να αποκρύψουν το πραγματικό διαθέσιμο αυτού ου ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό των 332.733,33 ευρώ που υπήρχε στα χέρια τους σε μετρητά και επιταγές οπωσδήποτε κατά την ημέρα της σφράγισης. Εις την ανωτέρω δε παράνομη ενέργεια τους προέβησαν από κοινού, στοιχειοθετεί δε αυτή την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης διότι το ποσό αυτό περιήλθε στην κατοχή τους υπό την ανωτέρω ιδιότητα του καθενός ως διαχειριστών της εγκαλούσης εταιρίας και ετύγχανε ως προς αυτούς, ξένο, αφού ανήκε κατά κυριότητα εις την εγκαλούσα ήτοι βρισκόταν υπό ξένη εν σχέση με τους ιδίους, κυριότητα, υπό την κατά το Αστικόδίκαιο έννοια της και τελούσε μόνον υπό την κατοχή τους, επί πλέον δε ετύγχανε ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το ιδιοποιήθηκαν παράνομα χωρίς την νομότυπη συναίνεση της κυρίας του πράγματος που εκφραζόταν εν προκειμένω από την επόπτρια της εκκαθάρισης και χωρίς να συντρέχει άλλο δικαίωμα που να τους παρέχει ο Νόμος. Η ως άνω παράνομη ιδιοποίηση του έλαβε χώρα την 23-1-1997 καθώς κατά την ημερομηνία αυτή δεν βρέθηκε το Ταμείο ούτε παραδόθηκε στην επόπτρια της εκκαθάρισης που διενήργησε την σφράγιση και όχι κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-1996 έως 21-1-97 όπως απηγγέλθη αρχικά η κατηγορία δεδομένου ότι η βούληση των εκκαλούντων για ιδιοποίηση του Ταμείου της εγκαλούσας δεν εκδηλώθηκε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Βέβαια οι κατηγορούμενοι δια να αποκρούσουν την κακουργηματική ως άνω κατηγορία ισχυρίζονται ότι τα διάφορα ποσά που αναφέρονται εις το Ισοζύγιο της 30-11-96 δεν υπήρχαν πράγματι κατά τον χρόνο αυτό ως ενεργητικό στο Ταμείο της και τούτο διότι οι αναφερόμενες σ'αυτό επιταγές, είτε δεν είχαν εξοφληθεί στο παρελθόν όπως έπρεπε από τους εκδότες τους είτε είχαν ήδη δοθεί προς πληρωμή των υποχρεώσεων της εταιρίας πριν την ημερομηνία αυτή της 30-11-1996 και οι δύο όμως αυτές εκδοχές αποκρούονται από την λογιστική επιστήμη και την κοινή λογική και πρακτική, καθώς οι μη πληρωθείσες επιταγές αποτελούν δικαστικά επιδιώξιμες απαιτήσεις της εγκαλούσας που προσμετρώνται εις το ενεργητικό της περιουσίας της και οι μεταβιβασθείσες ήδη επιταγές προς τρίτους σε εξόφληση αντίστοιχων υποχρεώσεων της εταιρίας δεν μπορεί να αναφέρονται εις το ενεργητικό της και εις το κατάλοιπο του Ταμείου της όπως συμβαίνει εν προκειμένω εις το επίμαχο ισοζύγιο, ούτε μπορεί η καταγραφή αυτή να αποδοθεί σε λάθος, καθώς η εν λόγω εταιρία εκ του αντικειμένου της και μόνο διέθετε οργανωμένο λογιστήριο και εμπειρία πολλών ετών στην σύνταξη Ισολογισμών και εις την τήρηση των βιβλίων της. Επίσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το όποιο ποσό εμφανιζόταν στο Ταμείο της εγκαλούσας κατά την 30-1-96 δεν υπήρχε κατά τον χρόνο της σφράγισης των γραφείων της την 23-1-97 διότι αναλώθηκε στο μεταξύ δια την πληρωμή των προς τρίτους υποχρεώσεων της, και ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν ευσταθεί καθώς, όπως προκύπτει από την απόφαση ανάκλησης της αδείας της εταιρίας αυτής, δεν κατέβαλε από την 8-10-96 τουλάχιστον και εφεξής τις υποχρεώσεις της για αποζημιώσεις, είτε είχε υποχρεωθεί προς τούτο δικαστικά, είτε είχε διακανονισθεί με εξώδικο συμβιβασμό, ούτε κατέβαλε τις εισφορές της στο επικουρικό κεφάλαιο ή το ταμείο εθνικής οδοποιίας, ούτε πλήρωσε τους μισθούς των εργαζομένων της και συνεπώς υπήρχε στο Ταμείο της και στην κατοχή των εκκαλούντων κατά την ημερομηνία της σφράγισης των γραφείων της την 23-1-97 πλήρες το ποσό που καταγράφεται στο ενεργητικό της την 30-11-96, αντιθέτως δε με τους ισχυρισμούς τους κατά το χρονικό αυτό διάστημα αύξησε και το ενεργητικό της αφού συνέχισε κανονικά την λειτουργία της, κατά τα λοιπά πλην των πληρωμών και συνεπώς εισέπραττε τουλάχιστον τα ασφάλιστρα των ενεργών εισέτι ασφαλιστικών συμβάσεων της, ποσά όμως που δεν μπορούν να προσδιορισθούν καθώς εξαφάνισαν τα λογιστικά της βιβλία. Άλλωστε αν δεν υπήρχαν στο ταμείο της εγκαλούσας τα χρήματα και οι επιταγές που προαναφέρθηκαν δεν θα χρειαζόταν να γίνει και η παραβίαση των σφραγίδων των γραφείων της και η αφαίρεση των λογιστικών βιβλίων και του ηλεκτρονικού της αρχείου για τα οποία ουδεμία πειστική εξήγηση δίνουν οι εκκαλούντες. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που δικαιολογούν την παραπομπή των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης πράγματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ως διαχειριστών ξένης περιουσίας τελεσθείσα από κοινού' και στη συνέχεια απέρριψε κατ'ουσίαν τις εφέσεις που άσκησαν αυτοί κατά του πρωτόδικου βουλεύματος και επικύρωσε αυτό. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εν σχέσει με την προαναφερόμενη πράξη, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει εις αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως για την οποίαν παρεπέμφθησαν οι αναιρεσείοντες, καθώς και εκείνα που προσδίδουν εις αυτήν κακουργηματικό χαρακτήρα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τις σκέψεις με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 375 παρ.1, 2 ΠΚ, ως αντικ. δι'άρθρο 1 παρ.9 ν. 2408/2006, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αρκούσε η καθολική αναφορά στις σκέψεις της εισαγγελικής πρότασης, ως και η αναφορά στα σ'αυτήν αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, το ότι δε εξαίρονται στο βούλευμα οι καταθέσεις ορισμένων μόνο μαρτύρων και απολογίες των τότε συγκατηγορουμενων τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκε υπόψη όλα τα λοιπά κατ'είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αλλά μόνο αυτές. Πλήρως αιτιολογείται το ύψος του ποσού, το οποίο το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι από κοινού οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν παράνομα, και ειδικότερα το μέρος αυτού που αντιστοιχεί στις επιταγές προς είσπραξη. Με τις παραδοχές ότι όλοι οι κατηγορούμενοι κατά το χρονικό διάστημα από 30-6-1996 και μέχρι 23-1-1997 ήσαν εν τοις πράγμασι διαχειριστές της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της την 21-1-1997, αιτιολογείται η αξιούμενο από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ για την θεμελίωση της κακουργηματικής μορφής της υπεξαίρεσης στοιχείο του διαχειριστού ξένης περιουσίας, ενώ παρατίθενται αναλυτικά οι συλλογισμοί με τους οποίους το Συμβούλιο κατέληξε στις παραδοχές του αυτές, αποκρούοντας τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων. Συνακόλουθα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι Α) Οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ συναφείς λόγοι της από 29-10-2007 αίτησης του αναιρεσείοντα Χ1 για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίς με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει ίδιες σκέψεις αλλ'αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση ως και ότι δεν συνεκτιμήθηκαν όλα τα από την ανάκριση προκύψαντα πραγματικά περιστατικά εκ του ότι εξαίρονται μερικά από αυτά. Β) Οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της από 23-10-2007 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ3 και της από 25-10-2007 αιτήσεως αναίρεσης του Χ2 για ελλειπή αιτιολογία με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς το ύψος του υπεξαιρεθέντος ποσού. Γ) Ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συναφής λόγος της από 23-10-2007 αίτησης αναίρεσης του Χ3 και της από 25-10-2007 αίτησης αναίρεσης του Χ2 για εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 375 παρ.2 με την αιτίαση ότι κατ'εσφαλμένη εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης κρίθηκαν ένοχοι της ως άνω αξιόποινης πράξης χωρίς να είναι κατά το κρίσιμο διάστημα από 1-12-1996 έως 21-1-1997 μέλοι του Διοικητικού Συμβουλίου της ασφαλιστικής εταιρείας, αφού κατά το από 6-11-96 πρακτικό μέλη αυτού ήταν άλλα πρόσωπα. Οι κατ'επίφαση, υπό την επίκληση, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιασιτκής ποινικής διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 του ΠΚ λοιπές αιτιάσεις και των τριών αιτήσεων αναιρέσεως με τις οποίες αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτες διότι μ'αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 29-10-2007, 25-10-2007 και 23-10-2007 αιτήσεις των α) Χ1, κατοίκου ..., β) Χ2, κατοίκου ... και γ) Χ3, κατοίκου ... για αναίρεση του 1957/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική υπεξαίρεση από κοινού από εν τοις πράγμασι διαχειριστή Ανώνυμης Εταιρείας και απόρριψη ως αβασίμων των λόγων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και ως απαραδέκτου του λόγου με τον οποίο πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1110/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6457/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1866/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 18/16.1.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την με ημερομηνία 10-11-2008 δήλωση αναίρεσης του ... κατά της με αριθμ. 6457/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η με αριθμ. 485/4-6-2008 έφεση του κατά της με αριθμ. 48282/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών σαν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη. Από τις διατάξεις των άρθρων 473 § 2 και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη ''. ... & 2 Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία 20 ημερών η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1 Η δήλωση αυτή μπορεί να συμπληρώνει και την αίτηση αναίρεσης που τυχόν ασκήθηκε σύμφωνα με το επόμενο άρθρο και που δεν περιέχει ορισμένους λόγους κατά δε την δεύτερη '' κατά δε την δεύτερη ''. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, η... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ...'' προκύπτει ότι η άσκηση αναίρεσης γίνεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 509 ΚΠΔ και ότι κατά παρέκκλιση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει τουλάχιστον ένα ορισμένο λόγο και η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από της καταχώρησης της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό προς τούτο βιβλίο το οποίο τηρείται στην γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και ότι δεν μπορεί να ασκηθεί αναίρεση με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων που δεν είναι καταδικαστικές όπως οι αποφάσεις των δικαστηρίων που απορρίπτουν εφέσεις σαν απαράδεκτες (ΑΠ 498/1981 ΠΧ ΛΑ 747, ΑΠ 577 και 578/1974 Π.Χ ΚΕ 15 και 16, ΑΠ 400/1999 ΠΧ Ν 2000-35, ΑΠ 143/2004 ΠΧ ΝΔ 2004-881, Π 754/2005 ΝΕ 2005 -1019). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Αρείου πάγου την με ημερομηνία 10-11-2008 δήλωση αναίρεσης η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου όπως προκύπτει από την επισημείωση του Δικαστικού επιμελητή που την επέδωσε πάνω στο σώμα της δήλωσης αναίρεσης και έλαβε αριθμό κατάθεσης 9473/11-11-2008. Από την δήλωση αυτή προκύπτει ότι ο δηλών δηλώνει ότι ασκεί αναίρεση κατά της με αριθμ. 6457/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η οποία απέρριψε την έφεση του κατά της με αριθμ. 485/4-6-2008 έφεση του κατά της με αριθμ. 48282/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών σαν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη. Τουτέστιν η δήλωσή του για άσκηση αναίρεσης στρέφεται κατά μη καταδικαστικής απόφασης και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα εκ του λόγου αυτού και σαν τέτοια πρέπει ν' απορριφθεί και να του επιβληθούν και τα δικαστικά έξοδα . Δια ταύτα Προτείνω όπως. Α. ΝΑ κηρυχθεί απαράδεκτη η με ημερομηνία 10-11-2008 δήλωση αναίρεσης του ... κατά της με αριθμ. 6457/20078 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η με αριθμ. 485/4-6-2008 έφεση του κατά της με αριθμ. 48282/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών σαν απαράδεκτη. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω Αθήνα την 15-1-2009 O Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, που οφείλει να ειδοποιήσει, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες πριν να εισαχθεί η υπόθεση στο δικαστήριο (συμβούλιο), το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474 παρ.1 και 473 παρ.2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι κατ' εξαίρεση η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε, όχι μόνο με δήλωση ενώπιον των αρμοδίων προσώπων που ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.1 του ΚΠΔ και με σύνταξη σχετικής έκθεσης, αλλά και με δήλωση αυτού (καταδικασθέντος), η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, με την αναγκαία προϋπόθεση να είναι η προσβαλλόμενη απόφαση καταδικαστική, χαρακτήρα που δεν έχει η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από 10-11-2008 δήλωση αναιρέσεως, η οποία επιδόθηκε την ίδια ημέρα, όπως προκύπτει από την επισημείωση, πάνω στο σώμα της δήλωσης, του δικαστικού επιμελητή που την επέδωσε. Από τη δήλωση αυτή προκύπτει ότι ο αιτών δηλώνει ότι ασκεί αναίρεση κατά της με αριθμό 6457/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση του κατά της 48282/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως απαράδεκτη, διότι αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Επομένως, αφού η πληττόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική και ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ειδοποιήθηκε, σχετικά με το παραδεκτό της, η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εφόσον στρέφεται κατά της εν λόγω απόφασης, πρέπει, με βάση το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο ισχύει). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 10-11-2008 δήλωση αναίρεσης του ..., εναντίον της 6457/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη γιατί ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου και στρέφεται κατά απόφασης που δεν είναι καταδικαστική, αφού απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη. Απορρίπτει.
Εφέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1111/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 50402/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1861/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 19/16.1.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 113/2008 αίτηση του κατηγορουμένου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 50402/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε, κατ'έφεση, σε συνολική ποινή φυλάκισης 15 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 300 ευρώ, για παράβαση του αρ. 1 παρ. 1 Α.Ν. 86/87 και 375 παρ. 1 ΠΚ, και εκθέτω τα εξής: Από τη διάταξη των άρθρων 148-153, 462, 473 παρ. 1, 3, 474 παρ. 2 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και, κατά ακολουθία, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στην έκθεση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (αρ. 513 ΚΠΔ) . Στην προκειμένη υπόθεση, ο αναιρεσείων με την υπ'αριθμ. 113/2008 αίτησή του, την οποία άσκησε εμπροθέσμως για λογαριασμό του (δυνάμει της από 3-11-2008 εξουσιοδοτήσεώς του) ο δικηγόρος Αθηνών Χάρης Κολοβός, ζητάει την αναίρεση της ανωτέρω 50402/06 αποφάσεως, χωρίς όμως να διαλαμβάνει σ'αυτήν (αίτηση) ούτε ένα σαφή, ορισμένο και νόμιμο λόγο αναίρεσης. Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 113/2008 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της υπ'αριθμ. 50402/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 13 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στην έκθεση του ενδίκου μέσου πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται ο γενικός και επιτακτικός, για όλα τα ένδικα μέσα, κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο, για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου, πρέπει να εκτίθενται στην ίδια στην έκθεση ασκήσεως αυτού και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Ειδικώτερα στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου θα πρέπει να εκτίθεται ένας τουλάχιστον λόγος ο οποίος, περαιτέρω, να είναι ορισμένος, δηλαδή να εξειδικεύει το ουσιαστικό ή νομικό σφάλμα που προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα και απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε με δήλωση του εξουσιοδοτημένου προς τούτο από τον αναιρεσείοντα δικηγόρο Χαράλαμπο Κολοβό, με δήλωση στο γραμματέα του Πλημ/κείου Αθηνών πλήττεται η 50402/2006 απόφαση Τριμελούς Πλημ/κείου, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για παράβαση του Α.Ν. 86/67 στις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή ποιες, στην αίτηση όμως αυτή, δεν περιέχεται κανένας λόγος από τους περιοριστικώς διαλαμβανομένους στο άρθρο 510 ΚΠΔ. Πρέπει συνεπώς ν' απορριφθεί αυτή, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 144, 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4/11/2008 αίτηση του .... για αναίρεση της 50402/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη λόγου αναίρεσης ως απαράδεκτου λόγω του ότι δεν αναφέρεται σ' αυτή κανένας ορισμένος λόγος αναίρεσης. Απορρίπτει.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
1
Αριθμός 1113/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα- Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Οικονόμου, περί αναιρέσεως της 206/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ανδρέου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1510/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που την εξέδωσε καταδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, για τα αδικήματα της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση και της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ'εξακολούθηση την οποία ανέστειλε επί τριετία. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση το ως άνω Δικαστήριο διέλαβε στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης ότι "από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά 2ης πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν οι α) από 16-10-2005 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ..., β) η από 15-5-2008 έκθεση γραφολογιικής πραγματογνωμοσύνης της ... και γ) η από 22-8-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του .... Από την γενόμενη δε παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων για τον έλεγχο της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού λόγου αναίρεσης προκύπτει ότι μόνο η πρώτη από αυτές διενεργήθηκε κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ.Και ναι μεν ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ'είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια στο κείμενο αυτής όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Εφετείο στη καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, γίνεται ρητή μνεία της παραπάνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, από το περιεχόμενο όμως του κειμένου του σκεπτικού και συγκεκριμένα από το διαλαμβανόμενο σ'αυτό ότι από τα παραπάνω αποδειχθέντα στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι φερόμενες ως υπογραφές της εγκαλούσας, στις με αριθμ. 3/31853160 και 4/31853160 αποδείξεις δεν έχουν τεθεί από αυτή και αποτελούν απομίμηση της υπογραφής της, προκύπτει αδιστάκτως ότι το ως άνω δικαστήριο έλαβε υπόψη του την με το αυτό περιεχόμενο ως άνω έκθεση πραγματογμωνοσύνης. Επίσης έλαβε υπόψη του τις άλλες δύο "γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες" οι οποίες αποτελούν έγγραφα με την αναφορά και "των εγγράφων" στα κατ'είδος μνημονευόμενα στην αρχή του σκεπτικού αποδεικτικά μέσα. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΙΙ. Κατά το άρθρο 258 περ. α' του ΠΚ, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει τη αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 υπεξαίρεσης με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται και εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του αρ. 13 στοιχ. α' ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το αρ. 263 α' του ίδιου Κώδικα και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι' αυτό. Ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να ήταν κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου, ο οποίος ενέχει τη γνώση του δράστη ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη θέληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 216 τταρ.1 και 2 του Π Κ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση (παρ.1). Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο (παρ.2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνονται δύο αυτοτελή εγκλήματα. Δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλο της χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, ότι η χρήση του πλαστού εγγράφου, όταν τελείται από τον πλαστογράφο παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και καθίσταται επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας από το οποίο και απορροφάται και ότι αυτοτέλεια υπάρχει είτε αυτή έγινε από τρίτο είτε από τον πλαστογράφο, όταν όμως για οποιονδήποτε λόγο η πλαστογραφία μένει ατιμώρητη. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι το έγκλημα της πλαστογραφίας θεσπίζεται ως σωρευτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι τρόποι πραγματώσεώς του, που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή, 1) η κατάρτιση πλαστού εγγράφου και 2) η νόθευση γνήσιου, δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Κατάρτιση πλαστού εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ, υπάρχει όταν εξ υπαρχής συντίθεται έγγραφο, το οποίο το πρώτον διατυπώνεται από το ενεργητικό υποκείμενο και εμφανίζεται ότι προέρχεται από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα νόθευση συνιστά η αλλοίωση της έννοιας καταρτισμένου εγγράφου, του οποίου μεταβάλλεται το περιεχόμενο σε ορισμένα σημεία. Κάθε μια μορφή είναι ξεχωριστή και ιδιαίτερη, ανεξαρτήτως του ότι αφορούν και οι δύο έγγραφο. Η αντικειμενική υπόσταση των δύο μορφών δεν ταυτίζεται, τα δε δύο εγκλήματα διακρίνονται κατά την φύση και το είδος τους, δεδομένου ότι η νόθευση σε αντίθεση με την κατάρτιση, προϋποθέτει επέμβαση σε υφιστάμενο ήδη έγγραφο. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και τη θέληση ή αποδοχή να συντελέσει με την ενέργεια του στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει άλλον με την χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για τη δημιουργία κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει επίσης ότι το στοιχείο της παραπλανήσεως άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες είναι αναγκαίο για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και πρέπει όχι μόνο στο διατακτικό της αποφάσεως τα περιλαμβάνεται, αλλά και στο αιτιολογικό να διαλαμβάνονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η δυνατότητα της παραπλανήσεως για το γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, είναι δε αδιάφορο αν επήλθε το αποτέλεσμα αυτό ή όχι. Ως χρήση πλαστού εγγράφου νοείται κάθε ενέργεια που καθιστά τούτο προσιτό στο πρόσωπο, το οποίο επιδιώκει να παραπλανήσει ο χρήστης, με την παροχή σ' αυτόν ως δυνατότητας να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) όπως στο έγκλημα της πλαστογραφίας, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό, στα μικτά δε εγκλήματα, όπως και η πλαστογραφία, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και ο συγκεκριμένος τρόπος (ένας εκ των δύο), με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία τέλος της απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά τη διάταξη του άρθρου510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον αμέσως ανωτέρω λόγον αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 206/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ'είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος είναι υπάλληλος της Τραπεζικής ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και εργάζεται ως Προϊστάμενος και Διαχειριστής Ταμιευτηρίου στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο .... Στις 18.7.2001 στην με αριθμό ... απόδειξη ανάληψης που έφερε την υπογραφή της εγκαλούσας Ψ, έθεσε στη θέση του ποσού ανάληψης το ποσό των 950.000 δραχμών που αντιστοιχεί με το ποσό των 2.787,90 ευρώ, χωρίς να το γνωρίζει η εγκαλούσα, στις δε 19.7.2001 στη με αριθμό ... απόδειξη ανάληψης ποσού 800.000 δραχμών, που αντιστοιχεί με 2.347,76 ευρώ και στη με αριθμό ... απόδειξη κατάθεσης ποσού 200.000 δραχμών που αντιστοιχεί σε 586,94 ευρώ έθεσε, κατ' απομίμηση στη θέση του "λαβόντος" στην ανωτέρω απόδειξη ανάληψης και στη θέση του καταθέτη στην ανωτέρω απόδειξη κατάθεσης, την υπογραφή της εγκαλούσας Ψ, χωρίς να το γνωρίζει η ανωτέρω εγκαλούσα και βέβαια χωρίς την έγκριση ή συγκατάθεσή της. Ο κατηγορούμενος έθεσε και τα λοιπά χειρόγραφα στοιχεία των ανωτέρω αποδείξεων γεγονός που δεν το αρνείται υποστηρίζει όμως ότι η εγκαλούσα πραγματοποίησε τις αναφερόμενες στις πράξεις αυτές συναλλαγές και δεν το θυμάται. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι φερόμενες ως υπογραφές της εγκαλούσας, στις με αριθμό ... και ... δεν έχουν τεθεί από αυτή και αποτελούν απομίμηση της υπογραφής της. Οι ανωτέρω υπογραφές τέθηκαν από τον κατηγορούμενο ο οποίος συμπλήρωσε και τα υπόλοιπα στοιχεία των προαναφερομένων εγγράφων μόνο δε ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να συμπληρώσει την ελλείπουσα υπογραφή της εγκαλούσας αφού μονάχα αυτός μεσολάβησε και ήρθε σε επαφή με την εγκαλούσα στην οποία δόθηκε το συγκεκριμένο βιβλιάριο καταθέσεων με τον ανωτέρω αριθμό λογαριασμού λόγω του ότι είχε απωλέσει κατά το χρονικό αυτό διάστημα το προηγούμενο βιβλιάριο καταθέσεων. Πρέπει επομένως ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος για τη μερικότερη πράξη της πλαστογραφίας που αφορά τη με αριθμό ... απόδειξη ανάληψης ποσού 950.000 δραχμών και ένοχος για την κατηγορία της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και δη όσον αφορά τις με αριθμούς ... και ... αποδείξεις ανάληψης ποσού 800.000 δραχμών και κατάθεσης ποσού 20000 δραχμών αντίστοιχα. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, στις 18-7-2001 στην με αριθμό ... απόδειξη ανάληψης που έφερε την υπογραφή της εγκαλούσας Ψ, έθεσε στη θέση του ποσού ανάληψης το ποσό των 950.000 δραχμών που αντιστοιχεί με το ποσό των 2.787,90 ευρώ, χωρίς να το γνωρίζει η εγκαλούσα, στις δε 19.7.2001 στη με αριθμό ... απόδειξη ανάληψης ποσού 800.000 δραχμών, που αντιστοιχεί με 2.347,76 ευρώ και στην με αριθμό ... απόδειξη κατάθεσης ποσού 200.000 δραχμών που αντιστοιχεί σε 586,94 ευρώ έθεσε κατ' απομίμηση και χωρίς την έγκριση ή συγκατάθεση της εγκαλούσας στη θέση του "λαβόντος" στην ανωτέρω απόδειξη ανάληψης και στη θέση του καταθέτη στην ανωτέρω απόδειξη κατάθεσης, την υπογραφή της εγκαλούσας Ψ και στη συνέχεια κάνοντας χρήση των ανωτέρω νοθευμένων εγγράφων ενεργώντας παράνομα ιδιοποιήθηκε για λογαριασμό του στις 18.7.2001 το ποσό των 950.000 που αντιστοιχεί με το ποσό των 2.787,90 ευρώ, στις δε 19.7.2001 600.000 δραχμές ή το αντίστοιχο των 1.753,53 ευρώ που προκύπτει από τη διαφορά των 800.000 δραχμών, που αντιστοιχεί με 2.347,76 ευρώ και στην εγγραφή κατάθεσης ποσού 200.000 δραχμών που αντιστοιχεί σε 586,94 ευρώ. Τα παραπάνω ποσά ο κατηγορούμενος τα ιδιοποιήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία από την εγκαλούσα και τα κατείχε λόγω της ιδιότητάς του ως υπάλληλος της Τραπεζικής ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και δη ως Προϊστάμενος και Διαχειριστής Ταμιευτηρίου στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο .... Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις υπό τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 258 παρ. 1α' και 216 παρ.1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αφού το πόρισμα της απόφασης ως συνδυασμός του αιτιολογικού και του διατακτικού δεν έχει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.Ειδικότερα: Α) όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχεται ότι αυτή τελέσθηκε με την μορφή της κατάρτισης των με αριθμούς ... και ... αποδείξεων, ανάληψης και κατάθεσης στις οποίες έθεσε στη θέση του "λαβόντος και του καταθέτη" αντίστοιχα, την υπογραφή της εγκαλούσας ως και τα λοιπά χειρόγραφα στοιχεία των ανωτέρω αποδείξεων. Το στο σκεπτικό διαλαμβανόμενο ότι "στις πράξεις του δ'αυτές ο κατηγορούμενος προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των νοθευμένων εγγράφων", δεν δημιουργεί ασάφεια μεταξύ των παραδοχών του σκεπτικού και διατακτικού ως προς το ποία μορφή τέλεσης της πράξης της πλαστογραφίας δέχθηκε το δικαστήριο, αφού τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό ταυτίζονται οι παραδοχές ότι στις ως άνω δύο αποδείξεις έθεσε ο αναιρεσείων κατ'απομίμηση την υπογραφή της εγκαλούσας χωρίς την θέλησή της, και με βεβαιότητα συνάγεται ότι η παραπάνω φράση οφείλεται σε από προφανή παραδρομή αντιγραφή της από το κατηγορητήριο, για την πράξη της νόθευσης της με αριθμ. ... απόδειξης ανάληψης για την οποία κηρύχθηκε ο αναιρεσείων αθώος. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης της διάταξης του άρθρου 216 παρ.1 α του ΠΚ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Β) Ως προς την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία για την πληρότητα της αιτιολογίας όσον αφορά το σκέλος της υπεξαίρεσης αρκούσε η παραδοχή ότι "κάνοντας χρήση των ανωτέρω "νοθευμένων" εγγράφων ιδιοποιήθηκε για λογαριασμό του τα παραπάνω ποσά των 950.000, 600.000 δραχμών που αντιστοιχούν σε 2.787,90,, 1.753,3 ευρώ", αφού με την παραδοχή αυτή σηματοδοτείται η εξωτερίκευση της βούλησης του να ιδιοποιηθεί τα παραπάνω ποσά και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναίρεσης. Τέλος από τις παραδοχές του σκεπτικού και του διατακτικού, ως ενιαίο σύνολο λαμβανόμενες και αλληλοσυμπληρούμενες προκύπτει με σαφήνεια ότι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του της αξιούμενης από το Σύνταγμα ειδικής αιτιολογίας, όσον αφορά την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία που φέρεται ότι τέλεσε στις 18-7-2001, ιδιοποιούμενος το στην κατοχή του με την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας περιελθόν ποσό των 950.000 δρχ. αφού για τα περιστατικά που θεμελιώνουν αυτή γίνεται μνεία στο σκεπτικό αυτής. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τ'αντίθετα. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος ... και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-9-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 206/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ καις τα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για υπεξαίρεση στη υπηρεσία και πλαστογραφία με χρήση. Απόρριψη λόφων αναίρεσης για: α) έλλειψη ειδικής αιτιολογίας λόγω μη λήψης υπόψη εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης και β) εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρου 216 παρ. 1α ΠΚ.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία.
0
Αριθμός 1118/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ...και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τσόλια, για αναίρεση της 1467/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2, 2) Χ3, 3) Χ3. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 και 15 Ιουλίου 2008 δύο αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1411/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, η αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν. 969/1979, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως αρχίζει από τότε που η απόφαση αυτή θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Η διάταξη αυτή εισάγει ως προς τις αποφάσεις εξαίρεσης από τις σχετικές με την έναρξη των προθεσμιών προς άσκηση των ενδίκων μέσων, ρυθμίσεις των παραγράφων 1 και 2 του ιδίου άρθρου (473) ΚΠΔ και αφορά όλες τις αποφάσεις οι οποίες υπόκεινται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως και όλους του διαδίκους. Στη προκειμένη περίπτωση κατά της 1467/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 4-7-2008, ο καταδικασθείς μ' αυτήν Χ1, άσκησε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 15/7/2008, την από 14/7/2008 αίτηση αναιρέσεως δια του εξουσιοδοτηθέντος προς τούτο με την προσαρτώμενη σ' αυτήν από 4/7/2008 εξουσιοδότηση του δικηγόρου Γρηγορίου Τσόλια. Με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 31/7/2008, άσκησε την από 15/7/2008 αίτηση αναίρεσης και ο παραστάς προς υπεράσπιση του ανωτέρω δικηγόρος Γεώργιος Αρμίτης, τον οποίο διόρισε ο πρόεδρος του εκδόσαντος την παρά πάνω καταδικαστική απόφαση δικαστηρίου. Από τις δύο αυτές αιτήσεις αναιρέσεως μόνο η πρώτη είναι παραδεκτή ως ασκηθείσα εμπρόθεσμα, μέσα στην εικοσαήμερη προθεσμία από την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο, ενώ η δεύτερη είναι απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, αφού ασκήθηκε μετά την πάροδο της παραπάνω προθεσμίας και ως εκ τούτου η τελευταία δεν μπορεί να θεωρηθεί συμπληρωματική της πρώτης και να ερευνηθούν οι λόγοι αναίρεσης που περιέχονται σ' αυτήν, αφού η εξέταση τους από τον Άρειο Πάγο προϋποθέτει την εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης αναίρεσης στην οποία περιέχονται αυτοί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 374 περ. δ' και ε' του ΠΚ η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν τελέσθηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες (δ), και αν η πράξη τελέσθηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Κατά το άρθρο δε 13 περ. στ' του ιδίου κώδικα κατ' επάγγελμα τέλεση εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Περαιτέρω η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε υπαγωγή των περιστατικών που απεδείχθησαν στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 1467/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι τέσσερις κατηγορούμενοι, Αλβανικής καταγωγής, ήδη από χρόνο προγενέστερο του Αυγούστου 2003, προκειμένου να πορισθούν εισόδημα, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, ενώθηκαν μεταξύ τους για να διαπράττουν κλοπές. Έτσι. Στην ..., κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο. διέπραξαν τις ακόλουθες κλοπές. Ειδικότερα: 1) Την 7η προς 8η Αυγούστου 2003 και περί ώρα από 23.00 έως 01.45, αφού διέρρηξαν το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ..., που ήταν σταθμευμένο στην οδό ... στη ..., αφαίρεσαν από το εσωτερικό του ένα ραδιο-CD μάρκας SONY, μία θήκη ψηφιακών δίσκων, την άδεια ικανότητας οδηγήσεώς του, καθώς και τα έγγραφα του ως άνω αυτοκινήτου, για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, 2) την 1η προς 2α Νοεμβρίου 2003, αφού διέρρηξαν το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ..., που ήταν σταθμευμένο στην οδό ..., στην ..., αφαίρεσαν από το εσωτερικό του έναν ενισχυτή μάρκας CALIBER, την άδεια ικανότητας οδηγήσεώς του και την κάρτα καυσαερίων, για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, 3) κατά το χρονικό διάστημα από 15/11 έως 18/11/03, αφού διέρρηξαν το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ..., που ήταν σταθμευμένο στην οδό ..., στην Άνω ..., αφαίρεσαν από το εσωτερικό του. έναν ενισχυτή μάρκας SONY EXPLOD και μία θήκη, που περιείχε πενήντα περίπου ψηφιακούς δίσκους, για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, 4) στις 16/11/03 και περί ώρα 23.30 περίπου, αφού διέρρηξαν το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ..., που ήταν σταθμευμένο στην ..., αφαίρεσαν από το εσωτερικό του ένα ράδιο-CD μάρκας PIONNER, δύο ηχεία, ένα ενισχυτή της ίδιας μάρκας, τα κλειδιά της οικίας της και τα κλειδιά ενός αυτοκινήτου FORD FOCUS, για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, 5) τις νυχτερινές ώρες της 5ης Νοεμβρίου 2003, αφού διέρρηξαν το ... ΙΧΕ υπηρεσιακό αυτοκίνητο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης ..., που ήταν σταθμευμένο στην οδό ..., στη ..., αφαίρεσαν από το εσωτερικό του μία ηλεκτρονική ατζέντα μάρκας SHARP του ως άνω προσώπου και ένα κλειδί με κοντρόλ συναγερμού αυτοκινήτου του ... για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, 6)στις 14/11/03 και περί ώρα 01.30, αφού διέρρηξαν το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ..., που ήταν σταθμευμένο στην οδό ..., στο ..., αφαίρεσαν από το εσωτερικό του ένα ραδιοκασετόφωνο μάρκας PIONNER, μία σιντιέρα με έξι θέσεις, με το τηλεχειριστήριό της αξίας 2.200 Ευρώ, μία θήκη με 36 ψηφιακούς δίσκους, ένα κλειδί του ως άνω αυτοκινήτου, καθώς και διάφορα έγγραφα του εν λόγω ιδιοκτήτη, για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, 7) στις 13/11/03, μεταξύ των ωρών από 02.00 έως 06.00, αφού διέρρηξαν το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ..., που ήταν σταθμευμένο στην περιοχή του ..., αφαίρεσαν από το εσωτερικό του ένα ραδιοενισχυτή μάρκας PIONNER, ένα ηχείο, το πορτοφόλι του ιδιοκτήτη που περιείχε το ποσό των 15 Ευρώ περίπου, ένα ζευγάρι γυαλιά μάρκας DIESEL, μία ασημένια χειροπέδα και ένα ραδιο-CD μάρκας SONY, για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, 8) στις 11/11/03, αφού διέρρηξαν το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ..., που ήταν σταθμευμένο στην οδό ..., στη ..., αφαίρεσαν από το εσωτερικό του μία δερμάτινη τσάντα, η οποία περιείχε: α) το ... πιστόλι μάρκας BERETTA MOD 847 CAL 9/38 ΜΜΜΕ, με το γεμιστήρα του, καθώς και μία εφεδρική γεμιστήρα, τα οποία ο ως άνω ιδιοκτήτης κατείχε νόμιμα, β) μία φωτογραφική μηχανή SONY, γ) οκτώ μπλοκ επιταγών, δ) δύο πιστωτικές κάρτες, ε) έναν υπολογιστή τσέπης μάρκας SHARP, στ) ένα κινητό τηλέφωνο ERICSSON, ζ) ένα στυλό αναγνώρισης γνησιότητας χρημάτων η) ένα HANDS FREE μάρκας NOKIA και διάφορα έγγραφα, για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Τις εν λόγω κλοπές (από τις οποίες ο 3ος κατηγορούμενος ομολόγησε εκείνες σε βάρος των ... και ..., αντίστοιχα), οι πιο πάνω παθόντες τις έχουν καταγγείλει στα αρμόδια αστυνομικά τμήματα. Μάλιστα, ορισμένα από τα παραπάνω κλαπέντα αντικείμενα βρέθηκαν στην κατοχή των 1ου και 3ου από τους κατηγορουμένους και στη συνέχεια αποδόθηκαν στους παθόντες ιδιοκτήτες τους ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., οι οποίοι τα αναγνώρισαν (βλ. τις πιο πάνω αναφερόμενες εκθέσεις απόδοσης κατασχεθέντων). Έτσι, με βάση όσα ήδη αναφέρθηκαν, αποδεικνύεται, ότι οι κατηγορούμενοι, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, διέπραξαν τις παραπάνω πράξεις κλοπής με σκοπό πορισμού μόνιμου και σταθερού εισοδήματος, έχοντας τη ροπή προς διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος, ενόψει της επί μακρό χρόνο επανειλημμένης τέλεσής του και επομένως, πρέπει, να κηρυχτούν ένοχοι, για τις ως άνω διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα διακεκριμένης κλοπής, τελεσθείσα από υπαίτιο που είχε ενωθεί με τουλάχιστον δύο άλλους για να διαπράττουν κλοπές και από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και επέβαλε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης εξ (6) ετών. Με τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα με τις παραδοχές ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων α) ενώθηκε με άλλους τρεις συγκατηγορουμένους τους προκειμένου να πορισθούν εισόδημα κατά τρόπο σταθερό για να διαπράττουν κλοπές β)ότι, διέπραξε τις στο σκεπτικό και διατακτικό αναφερόμενες κλοπές, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό πορισμού μονίμου πορισμού μονίμου και σταθερού εισοδήματος, και γ)ότι είχε ροπή προς διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος, ενόψει της επανειλημμένης επί μακρό χρόνο τέλεσής του, διαλαμβάνει όλα τα αξιούμενα από τις παραπάνω διατάξεις στοιχεία προς θεμελίωση της κακουργηματικής μορφής της κλοπής, τελεσθείσας κατά τους από την περίπτωση δ' και ε' του άρθρου 374 του ΠΚ προβλεπόμενους τρόπους. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 74 παρ.1 του Π.Κ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2408/1996 "Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού που καταδικάστηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα. Όταν ο αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στη χώρα, η απέλαση δεν μπορεί να διαταχθεί αν δεν του έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή, εντασσόμενη στην υποδιαίρεση ΙΙΙ του τετάρτου κεφαλαίου του ΠΚ με τον τίτλο Μέτρα Ασφαλείας, προκύπτει ότι ο καταδικασθείς αλλοδαπός που βρίσκεται παρανόμως στο ελληνικό έδαφος υπόκειται σε απέλαση, η οποία ως ασφαλιστικό μέτρο αποτελεί άμεση συνέπεια της τελέσεως εγκλήματος, έστω και σε βαθμό πλημμελήματος, διότι θεωρείται ότι η παραμονή του εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας δεν συμβιβάζεται με τους όρους της κοινωνικής συμβιώσεως. Και ναι μεν η διάταξη δεν καθορίζει βάσει ποίου ουσιαστικού κριτηρίου διατάσσεται η απέλαση. Ωστόσο, επειδή η επικινδυνότητα του δράστη αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή κάθε περιοριστικού μέτρου ασφάλειας, η απέλαση διατάσσεται όταν το Δικαστήριο, εκτιμώντας την όλη προσωπικότητα του καταδικασθέντος, καθώς και τις συνθήκες τα αίτια, τον σκοπό και τον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος, κρίνει ότι ο καταδικασθείς αλλοδαπός είναι επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη, λόγω του ότι κρίνεται επιρρεπής στη διάπραξη νέων εγκλημάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέταξε την απέλαση του κατηγορουμένου από τη χώρα μετά την έκτιση της ποινής του αιτιολογώντας την περί τούτου κρίση, με το να διαλάβει στο αιτιολογικό αυτής τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν στη προηγούμενη σκέψη από τις οποίες προκύπτει αναντίρρητα ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου οι προϋποθέσεις οι οποίες κατά τ' ανωτέρω κρίνονται αναγκαίες για την απέλαση του, ήτοι την ιδιότητά του ως αλλοδαπού και την επικινδυνότητα αυτού, για την δημόσια τάξη, η οποία συνάγεται από τις παραδοχές και των τριών επιβαρυντικών περιστάσεων οι οποίες αυτοτελώς θεμελιώνουν την κακουργηματική μορφή του εγκλήματος της κλοπής και δη της από κοινού με άλλους συγκατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές με κοινό δόλο, επανειλημμένης διάρρηξης σωρείας σταθμευμένων αυτοκινήτων, και της αφαίρεσης από τη κατοχή των ιδιοκτητών τους, μεγάλου αριθμού κινητών πραγμάτων, προς πορισμό εισοδήματος, έχοντας αποκτήσει ροπή για την τέλεση των εγκλημάτων αυτών ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την από το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική αιτιολογία για την εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Συνεπώς ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναίρεσε ίων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 14-7-2008 και 15-7-2008 αιτήσεις του Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στη φυλακή ..., για αναίρεση της 1467/2008 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κλοπή. Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική κλοπή κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελεσθείσα α) απόρριψη λόγων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος και την περί απελάσεως διάταξη της προσβαλλομένης απόφασης και β) απόρριψη της δεύτερης αναίρεσης ως εκπρόθεσμης. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αλλοδαπού απέλαση, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Κλοπή.
0
Αριθμός 1109/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Κάσση, περί αναιρέσεως της 1402/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φραγκιαδάκη και 2. Ψ2, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 67/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ. "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τον απαρτισμό της εννοίας του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται, αντικειμενικώς, η καταμηνυόμενη ή αναφερόμενη στην αρχή πράξη να συνιστά έγκλημα ή πειθαρχική παράβαση, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης - επίγνωσης) ότι η ανωτέρω πράξη είναι ψευδής και τη θέληση αυτού να καταμηνύσει τον παθόντα ή να τον αναφέρει στην αρχή, με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση εναντίον του ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως του σκοπού αυτού. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ προκύπτει ότι για τον απαρτισμό της εννοίας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, αντικειμενικώς, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους - εντελούς γνώσης - επίγνωσης), ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου, τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του Π Κ, κατά την οποία "με την ποινήτου αυτουργού τιμωρείται επίσης α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξηαξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί ναγίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια τηςβουλήσεως ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον τηναπόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός τηςπράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση της πράξεως του αυτουργού απαιτείται, άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός θα πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικά, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται η εν γνώσει τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος). Για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απαιτείται να εκτίθενται στη καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος, που καταμήνυσε ή κατέθεσε στην Αρχή, επί πλέον δε στην ψευδή καταμήνυση να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο δράστης επεδίωκε την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη 1402/2008 απόφασή του, δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ'είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος κατείχε άδεια λειτουργίας πρακτορείου Ιπποδρομιών, τον Ιούλιο του έτους 1999, ζήτησε από την εγκαλούσα Ψ1, η οποία διατηρούσε στον ... πρακτορείο ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΟ-ΠΡΩΤΟ και ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΟΣ, και πέτυχε τη συστέγαση του πρακτορείου του στο κατάστημα της τελευταίας, προκειμένου να περιοριστούν οι δαπάνες λειτουργίας και των δύο επιχειρήσεων. Κατά το διάστημα της παράλληλης λειτουργίας των δύο πρακτορείων, δεύτερος κατηγορούμενος, πέτυχε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της εγκαλούσας, με αποτέλεσμα να δεχτεί η τελευταία να λειτουργούν το κατάστημα εναλλάξ και έτσι να του εμπιστευτεί τον απόρρητο κωδικό αριθμό του μηχανήματος του ΟΠΑΠ. Η εγκαλούσα, απουσίασε από το πρακτορείο για διάστημα ολίγων ημερών, λόγω ασθένειας, κατά το οποίο αυτό λειτουργούσε μόνο με τον κατηγορούμενο, και όταν επανήλθε, στις 4-4-2000, διαπίστωσε ότι ο ΟΠΑΠ είχε διακόψει τη σύνδεση με το πρακτορείο της. 'Όταν επικοινώνησε με τις αρμόδιες υπηρεσίες του εν λόγω οργανισμού, την ενημέρωσαν ότι αυτό έγινε γιατί υπήρχε οφειλή του πρακτορείου της προς αυτόν, που την ημέρα εκείνη ανερχόταν σε 30.000.000 δραχ. Περίπου, (η οποία το επόμενο διάστημα οριστικοποιήθηκε και ανήλθε σε 133.173.447 δραχμές). 'Όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε, η οφειλή αυτή δημιουργήθηκε, επειδή ο εναγόμενος αυτός, γνωρίζοντας τον κωδικό αριθμό του μηχανήματος του ΟΠΑΠ, συμπλήρωσε κατά το διάστημα της απουσίας της εγκαλούσας, για λογαριασμό του, μεγάλο αριθμό δελτίων "ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΟΣ", συνολικής (περιλαμβανομένης και της προμήθειας του συγκεκριμένου πρακτορείου) αξίας 144.773.474 δραχ. χωρίς να καταθέσει το αντίστοιχο ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η εγκαλούσα, για να αναλάβει απ'αυτόν ο ΟΠΑ το παραπάνω ποσό που του ανήκει. Μάλιστα, για την πράξη του αυτή ο δεύτερος κατηγορούμενος έχει παραπεμφθεί, με το 531/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, που κατέστη αμετάκλητο, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά, για κακουργηματική απάτη. Θορυβουμένη από την αποκάλυψη αυτή η πολιτικώς ενάγουσα, επειδή ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε εξαφανιστεί, απευθύνθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο, πατέρα του, και τον ενημέρωσε για τα παραπάνω. Αυτός, παραδέχτηκε ευθύς εξ αρχής την εμπλοκή και ευθύνη του γιού του, στη συνέχεια δε, προκειμένου να μετριάσει τις συνέπειες της πράξης του, κατέβαλε με απόδειξη στην εγκαλούσα, ποσό 4.975.000 δρχ. το οποίο βρήκε στο δωμάτιό του (β' κατηγορουμένου) μαζί με ένα βιβλιάριο καταθέσεων της Αγροτικής Τράπεζας, με κατάθεση στο όνομα του τελευταίου, ποσού 7.200.000 δραχ. και ποσό 3.500.000 δραχ. από δικά του χρήματα, ώστε να γίνει διακανονισμός του χρέους προς τον ΟΠΑΠ, το οποίο κατά την ημέρα εκείνη, όπως έχει εκτεθεί, είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 30.000.000 δραχ. περίπου, ώστε να επαναλειτουργήσει το πρακτορείο της και τη διαβεβαίωσε ότι θα εξοφλήσει ολόκληρο το χρέος που δημιούργησε ο γιός του, πιστεύοντας ότι αυτό ανέρχεται στο προαναφερόμενο ποσό. Συγχρόνως, από κοινού με τους εγκαλούντες, ήλθε σε επαφή με τους αρμοδίους υπαλλήλους του ΟΠΑ και της Αγροτικής Τράπεζας, στην προσπάθεια να βρουν λύση στο οξύ πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί και να δεσμεύσουν τον τραπεζικό λογαριασμό του δεύτερου κατηγορουμένου, ώστε να μην αναλάβει αυτός το ποσό της κατάθεσής του. 'Ετσι, στις 5-4-2000, οι εγκαλούντες, μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο, πήγαν στο ΠΟΛΥΔΥΝΑΜΟ Α.Τ. Πειραιά και εκεί, ο τελευταίος υπέγραψε ενώπιον του αρμόδιου αξιωματικού, ταυτόχρονη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986, απευθυνόμενη προς την Αγροτική Τράπεζα, της οποίας το κείμενο γράφτηκε, εξολοκλήρου από τον πρώτο εγκαλούντα, με το εξής περιεχόμενο "Παρακαλώ πολύ, εγώ η μητέρα του Χ1 και εγώ ο πατέρας του Χ1 Χ2, παρακαλούμε τον Διευθυντή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και τις Νομικές Υπηρεσίες, να δεσμεύσουν τα χρήματα του παιδιού μας Χ1, με αριθμ. Βιβλιαρίου λογαριασμός ..., που έχει ποσόν 7.200.000 δραχ. (επτά εκατομμύρια δρχ.), διότι έχει υπεξαιρέσει χρήματα που ανήκουν στον Ψ1 και κατ'επέκταση του ΟΠΑΠ πάνω από 30.000.000 δρχ. και σας παρακαλούμε να τα δεσμεύσετε για να πληρωθούν τα χρήματα αυτά, δηλαδή μέρος αυτών και υποσχόμεθα να τακτοποιήσουμε το υπόλοιπο εμείς". Προηγουμένως, στις 4-4-2000, οι εγκαλούντες με τον πρώτο κατηγορούμενο πήγαν στον ΟΠΑΠ και εκεί, ο τελευταίος, ενώπιον του Προϊσταμένου του Οικονομικού τμήματος ..., αλλά και του γραμματέα της ΠΑΕΠ και συνδικαλιστή στον ΟΠΑΠ ..., παραδέχτηκε ότι ο γιός του πράγματι έπαιξε δελτία μόνος του χωρίς να καταβάλει τα χρήματα και ότι θα καλύψει ο ίδιος το χρέος (βλ. από 26-9-2002 συμπληρωματική κατάθεση του πρώτου στην Ανακρίτρια και κατάθεση αυτού και του δεύτερου μάρτυρα στο Δικαστήριο, και στα υπ'αριθ. 5769/2007 πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Στη συνέχεια, αφού στο μεταξύ η εγκαλούσα, ενημερώθηκε από τον ΟΠΑ ότι η οφειλή κυμαίνεται στο ποσό των 130.000.000 δρχ. περίπου, για να προστατεύσει τα συμφέροντά της, κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στις 17-4-2000, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζήτησε τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας των κατηγορουμένων μέχρι του άνω ποσού και κατά τη συζήτησή της, που έγινε στις 8-2-2001, προσκόμισε την προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση του πρώτου απ'αυτούς, που θεωρήθηκε ως εκ μέρους του δήλωση σωρευτικής (με τον δεύτερο) αναδοχής του επίμαχου χρέους. Η αίτηση έγινε δεκτή με την 2532/2001 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που εκδόθηκε στις 30-4-2001. 'Όταν έλαβαν γνώση της απόφασης οι κατηγορούμενοι, ο πρώτος, υπέβαλε στις 25-5-2001 έγκληση κατά των ήδη εγκαλούντων, ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιά, της οποίας βεβαίωσε ενόρκως την αλήθεια του περιεχομένου, και με αυτή τους καταμήνυσε για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση, ηθική αυτουργία σ'αυτή και απάτη στο δικαστήριο, που συνίστανται στο ότι ο πρώτος από τους εγκαλούντες, στο χρονικό διάστημα από 5-4-2000 μέχρι 10-4-2000, έχοντας στα χέρια του την προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωσή του, εν αγνοία του, νόθευσε το περιεχόμενό της, προσθέτοντας στο τέλος του αρχικού κειμένου τις φράσεις "διότι έχει υπεξαιρέσει χρήματα που ανήκουν στην Ψ1 και κατ'επέκταση του ΟΠΑΠ, πάνω από 30.000.000 δραχ. και σας παρακαλούμε να τα δεσμεύσετε για να πληρωθούν τα χρήματα αυτά, δηλαδή μέρος αυτών και υποσχόμεθα να τακτοποιήσουμε το υπόλοιπο εμείς", προκειμένου να προσπορίσει στη σύζυγό του, δεύτερη απ'αυτούς παράνομο περιουσιακό όφελος, με προτροπή της τελευταίας που τον παρακάλεσε την απόφαση, την οποία προσκόμισε στη συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων και πέτυχε, με παραπλάνηση του Δικαστή, την έκδοση της ευνοϊκής γι'αυτήν, παραπάνω απόφασης. 'Όμως, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε-όπως άλλωστε κρίθηκε αμετάκλητα-ότι η επίμαχη υπεύθυνη δήλωση νοθεύτηκε από τον εγκαλούντα Ψ2 με την προσθήκη του άνω κειμένου, αλλά υπήρχε αυτό εξ αρχής και αποτύπωνε την κατ'επανάληψη, ενώπιον τρίτων, όπως έχει εκτεθεί, εκφρασθείσα από τον πρώτο κατηγορούμενο θέση, σχετικά με την τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης από το γιό του και τη βούλησή του να προσπαθήσει να μειώσει τις συνέπειες αυτής και να συμβάλλει στην αποκατάσταση της ζημίας που είχε προκληθεί, αναλαμβάνοντας αντίστοιχα ευθύνη για την πληρωμή του χρέους. Μετέβαλε δε θέση και συμπεριφορά με την προτροπή και του δεύτερου κατηγορουμένου, μετά πάροδο έτους και πλέον, αφότου συντάχτηκε η επίμαχη υπεύθυνη δήλωση και υπογράφοντάς την έλαβε οπωσδήποτε γνώση του περιεχομένου της, αλλά και σε κάθε περίπτωση, αφότου κατά τους ισχυρισμούς του ίδιου και του συγκατηγορουμένου του, τους επέδειξε φωτοτυπία αυτής ο δικηγόρος τους, αμέσως μετά τις βουλευτικές εκλογές της 9-4-2000 (βλ. από 25-5-2001 έγκληση του πρώτου και από 10-4-2000 ανωμοτί κατάθεση επ'αυτής του δεύτερου κατηγορουμένου στην Ανακρίτρια), όταν έλαβαν γνώση της προαναφερόμενης απόφασης που διέτασσε τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας τους. Η άνω, από 25-5-2001 έγκληση του πρώτου κατηγορουμένου, ήταν στο σύνολό της ψευδής (με το 1502/2003 βούλευμα, του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, που έγινε αμετάκλητο, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των εγκαλούντων Ψ2 και Ψ1 για τις άνω πράξεις), έγινε δε προς αντιπερισπασμό και με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των εγκαλούντων και με την περαιτέρω προσδοκία να επιτύχει ενδεχομένως την καταδίκη τους, ώστε να "ακυρώσει" και να αποφύγει αυτός και ο συγκατηγορούμενος γιός του, τις αστικές συνέπειες της πράξης του, από την προαναφερόμενη απόφαση και αυτές που θα ακολουθούσαν. Γνώρισε δε την αναλήθεια του περιεχομένου της όταν κατά την υποβολή της, βεβαίωσε ενόρκως την αλήθεια αυτού. Αλλά και ο δεύτερος κατηγορούμενος, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Ανακρίτριας Πειραιά σχετικά με την εν λόγω μήνυση, κατέθεσε ότι η άνω υπεύθυνη δήλωση του πατέρα του, νοθεύτηκε με την προσθήκη του επίμαχου τμήματος από τον πρώτο εγκαλούντα, εν γνώσει της δεύτερης και με την προτροπή της, για να τη χρησιμοποιήσει στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων και έτσι πέτυχε να παραπλανήσει το δικαστή, και περαιτέρω (κατέθεσε) σε αντίθεση με τα παραπάνω, ότι ο ίδιος και ο πατέρας του έλαβαν γνώση της υπεύθυνης δήλωσης μετά τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, όταν τους ενημέρωσε ο δικηγόρος τους. Τα περιστατικά αυτά που κατέθεσε ήταν ψευδή και αυτός γνώριζε την αλήθεια, από τον πατέρα του που υπέγραψε το κείμενο της δήλωσης, και παρόλα αυτά, τα βεβαίωσε ενόρκως. Ο ίδιος, προκειμένου να αποδυναμώσει την παραπάνω δικαστική απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων που ήταν βλαπτική για τα συμφέροντά του, εκμεταλλευόμενος τη στενή συγγενική του σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο, με συνεχείς παραινέσεις, τον έπεισε και του προκάλεσε την απόφαση να υποβάλει την έγκληση και να βεβαιώσει ενόρκως το περιεχόμενό της που γνώριζε ότι ήταν ψευδές. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα τον μεν πρώτο ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκία μάρτυρα, το δε δεύτερο ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα και δεχόμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 α ΠΚ επέβαλε στον μεν πρώτο από αυτούς συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, στο δε δεύτερο συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, τις οποίες ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενικά υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε γι'αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2, 46 παρ.1 εδ.α' 94, 224 παρ. 2-1 και 229 παρ. 1ΠΚ. Ειδικότερα αιτιολογείται α) το ψευδές του περιεχομένου της μήνυσης που υπέβαλε ο πρώτος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κατά των εγκαλούντων με την οποία τους κατεμήνυσε για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση της υπεύθυνης δήλωσης που συντάχθηκε από αυτόν, ηθική αυτουργία σ'αυτήν και απατή επί δικαστηρίου με την παραδοχή ότι οι τελευταίοι αθωώθηκαν αμετάκλητα για τις αποδιδόμενες σ'αυτούς ως άνω αξιόποινες πράξεις β) η γνώση από τον αναιρεσείοντα του ότι τα ως άνω καταμηνυόμενα ήταν ψευδή με την παραδοχή ότι γνώριζε ότι ο δεύτερος αναιρεσείων, υιός του, υπεξαίρεσε χρηματικά ποσά της εγκαλούσας έχοντας δηλώσει προς αυτήν ότι θα εκάλυπτε αυτός το χρέος του προς αυτήν πριν συντάξει και παραδώσει στους εγκαλούντες την εν λόγω υπεύθυνη δήλωσή του και γ) ο σκοπός της καταμήνυσης με την παραδοχή ότι έγινε προς αντιπερισπασμό από τον αναιρεσείοντα και με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των εγκαλούντων με περαιτέρω προσδοκία να επιτύχει την καταδίκη των τελευταίων ώστε να ακυρώσει την απόφαση του δικαστηρίου που διέταξε, στηριζόμενο στην ως άνω υπεύθυνη δήλωσή του, τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του. Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ περί του αντιθέτου λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των πολιτικών εναγόντων Ψ2 και Ψ1 και καθένας απ'αυτούς στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-12-2008 αίτηση των Χ2 και Χ1 για αναίρεση της 1402/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των στο σκεπτικό πολιτικώς εναγόντων που ορίζεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και καθένα απ'αυτούς στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και απόρριψη λόγων αναίρεσης ως αβάσιμων, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας όσον αφορά: α) το ψευδές του περιεχομένου της μήνυσης των εγκαλούντων για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση υπεύθυνης δηλώσεως του αναιρεσείοντος, β) τη γνώση από αυτόν του ψεύδους, γ) τον σκοπό της καταμήνυσης. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση.
0
Αριθμός 1102/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια και Ιωάννη Παπουτσή (ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ... και 4) Χ4, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 31 Δεκεμβρίου 2007 και 7 Ιανουαρίου 2008 (τρεις τον αριθμό) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 116/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, με αριθμό 205/18-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ. τις υπ'αριθμ. 307/2007, 3/2008, 4/2008 και 2/2008 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ... και 4) Χ4, κατοίκου ..., αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμ. 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών, με το υπ'αριθμ. 3071/2003 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους ως άνω τρεις πρώτους κατηγορουμένους, Χ1, Χ2 και Χ3 για απάτη από κοινού και κατ'εξακολούθηση με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δραχμών και τον τελευταίο Χ4 για άμεση συνέργεια σε απάτη από κοινού και κατ'εξακολούθηση με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Επί πλέον δε τον πρώτο Χ1 για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας τελεσθείσα κατ'εξακολούθηση, από διαχειριστή ξένης περιουσίας και παράβαση του αρ. 56 εδ. α' και γ' του ν.2190/1920. Κατά του βουλεύματος αυτού οι ανωτέρω κατηγορούμενοι άσκησαν, αντιστοίχως, τις υπ'αριθμ. 652/03, 654/03, 673/03 και 688/03 εφέσεις τους , οι οποίες έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ'ουσία με το υπ'αριθμ. 429/04 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατόπιν αιτήσεων αναιρέσεως που άσκησαν οι κατηγορούμενοι κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 190/05 απόφαση του δικαστηρίου σας, με την οποία αναιρέθηκε το υπ'αριθμ. 429/04 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για αρνητική υπέρβαση εξουσίας ως προς το έγκλημα της απάτης γιατί δεν απεφάνθη για την πράξη αυτή, όπως διαμορφώθηκε με την συμπληρωματική δίωξη ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης αυτής, για όλους τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους και για εκ πλαγίου παράβαση των σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων ως προς το έγκλημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση για τον αναιρεσείοντα Χ1. Έπαυσε δε οριστικώς λόγω παραγραφής την κατά του τελευταίου ασκηθείσα ποινική δίωξη για παράβαση του αρ. 56 εδ. α' και γ' του ν.2190/20, και η υπόθεση παραπέμφθηκε για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από δικαστικές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Μετά ταύτα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 225/06 βούλευμά του, διέταξε περαιτέρω κυρία ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας εξέδωσε το υπ' αριθμ. 2569/2007 βούλευμά του, με το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις παραπάνω εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του υπ'αριθμ. 3071/03 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το διατακτικό του οποίου διόρθωσε και συμπλήρωσε ως εξής: Διορθώνει-συμπληρώνει το προσβαλλόμενο βούλευμα και παραπέμπονται οι εκ των κατηγορουμένων α) Χ1, οικονομολόγος - νομικός, κάτοικος ..., β) Χ2, σύμβουλος επιχειρήσεων, κάτοικος ... και γ) Χ3, δικηγόρος, κάτοικος ..., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: Στην ... εντός τoυ χρονικού διαστήματoς από 20.2.1998 μέχρι 30.6.1999 με περισσότερες πράξεις οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από κοινού με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντες κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, ενεργούν δε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια την πράξη της κατ' εξακολούθηση απάτης με όφελος και αντιστοίχως, προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνοθ6α συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 EURO. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, υπό την ιδιότητα - ως Γενικός Διευθυντής ο πρώτος Χ1, ως Πρόεδρος ο τρίτος Χ3 και ως αντιπρόεδρος ο Χ2, της εταιρίας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε.", η οποία είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών από το έτος 1934 και από κοινού παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στο επενδυτικό κοινό, με τη δημοσίευση την 20/2/98 και 13/2/99 αντίστoιχα των ισολογισμών των χρήσεων των ετών 1997 και 1998, ότι η ανωτέρω εταιρεία κατά τις χρήσεις των ετών αυτών (1997 και 1998) είχε θετική καθαρή θέση ποσού 615.358.884 δραχμών και 1.685.232.072 δρχ. αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αρνητική και είχε διαμορφωθεί στα ποσά των 387.983.873 δρχ. και 408.943.914 δρχ. αντίστοιχα. Περαιτέρω με την από 29.1.99 επιστολή τους προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) επιβεβαίωσαν δημοσίευμα της εφημερίδας Χρηματιστήριο, με ημερομηνία 22/1/99, σύμφωνα με το οποίο η "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." σημείωσε οριακά κέρδη για το έτος 1988, πληροφορίες τις οποίες υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους έδωσαν στην εν λόγω εφημερίδα ενώ στην πραγματικότητα η ως άνω εταιρία κατά τη χρήση του 1998 δεν είχε παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία είχε σταματήσει από τον Ιούλιο του 1997, και επιπλέον για τη χρήση του 1998 είχε ζημίες 140.000.000 δρχ· Στη συνέχεια μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά ποσό 1.210.000.000 δρχ., που πραγματοποίησε η ως άνω εταιρία με την από 15/1/98 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, μετά από εξουσιοδότηση της από 30.6.97 Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, με έκδοση 11.000.000 μετοχών ονομαστικής αξίας 110 δρχ. η κάθε μία με δικαίωμα προτίμησης υπέρ των παλαιών μετοχών, υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους δεν εχρησιμοποίησαν το ποσό της αύξησης όπως είχαν δεσμευτεί στο από Μαΐου 1998 Ενημερωτικό Δελτίο που ενέκρινε το Χ.Α.Α., ούτε ενημέρωσαν το επενδυτικό κοινό σχετικά με τη μεταβολή στη χρήση των κεφαλαίων. Συγκεκριμένα, ενώ σύμφωνα με το Ενημερωτικό Δελτίο τα κεφάλαια που θα αντλούντο από την αύξηση θα χρησιμοποιούντο ως εξής: Εθνική Τράπεζα 350.000.000 δρχ. Ασφαλιστικά Ταμεία 250.000.000 δρχ. Προμηθευτές -Πιστωτές 120.000.000 δρχ. Επενδύσεις 460.000.000 δρχ. Έξοδα Αύξησης 30.000.000 δρχ. στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά και ειδικότερα στην Εθνική Τράπεζα δόθηκαν 320.000.000 δρχ., στα Ασφαλιστικά Ταμεία 72.000.000 δρχ. σε Προμηθευτές - πιστωτές 116.000.000 δρχ. στο Ελληνικό Δημόσιο 302.000.000 δρχ. στο προσωπικό 94.000.000 δρχ., για έξοδα αύξησης 30.000.000 δρχ. και στην εταιρία ΟΙΚΟΒΟ 276.000.000 δρχ., ενώ για επενδύσεις δεν δόθηκε κανένα ποσό. Επιπλέον το τελευταίο τρίμηνο του 1998 υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους προέβησαν σε εξαγορά της εταιρίας με την επωνυμία "Οινοπνευματική Βόλου" (ΟΙΝΟΒΟ) την οποία η Θεσσαλική είχε πωλήσει το 1997 και στη συνέχεια κατέβαλαν στην ΟΙΚΟΒΟ υπό μορφή "οικονομικής ενίσχυσης" ποσό 709.000.000 δραχμών, χωρίς να ενημερώσουν το επενδυτικό κοινό ούτε για τις παραπάνω ενέργειες ούτε για την προέλευση των κεφαλαίων που διατέθηκαν στην ΟΙΝΟΒΟ. Κατ' αυτόν τον τρόπο απέκρυψαν αθέμιτα από το επενδυτικό κοινό γεγονότα που ενδιαφέρουν άμεσα το επενδυτικό κοινό, καθόσον έχουν επίπτωση στην περιουσιακή και οικονομική κατάσταση της εταιρείας και μπορούν να προκαλέσουν σημαντική διακύμανση των τίτλων των μετοχών της ως άνω εταιρίας "Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Α.Ε.". Με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και τις αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων, υπό την ως άνω ιδιότητα τους, εκμεταλλευόμενοι και το κλίμα που επικρατούσε στην ελληνική κοινή γνώμη, το οποίο ήταν άκρως ευνοϊκό για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, έπεισαν τους συναλλασσόμενους επενδυτές να προβούν κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/99 μέχρι και 2/7/99, που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της εν λόγω μετοχής στο Χ.Α.Α σε αθρόες αγορές, μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει η μετοχή κατά το ως άνω χρονικό διάστημα υψηλή εμπορευσιμότητα, και η τιμή της που την 1/1/99 ανερχόταν στο ποσό των 185 δραχμών να διαμορφωθεί το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου του 1999 στο ποσό των 1.200 δραχμών ενώ στις 2/7/99 που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της στο ποσό των 702 δραχμών. Στις ως άνω αγορές μετοχών δεν θα προέβαιναν οι επενδυτές αν γνώριζαν ότι η "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" α) είχε σταματήσει την "παραγωγική και επιχειρηματική της δραστηριότητα από τον Ιούλιο του 1997, β) είχε ζημίες και όχι κέρδη, γ) η καθαρή της θέση για τις χρήσεις των ετών 1997 και 1998 ήταν αρνητική και όχι θετική, και δ) το ποσό που αντλήθηκε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε διατεθεί για άλλους σκοπούς από αυτούς που αναγράφοντο στο εγκριθέν από το Χ.Α.Α. ενημερωτικό δελτίο και κυρίως δεν είχε διατεθεί καν για επενδύσεις, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί. Προέβησαν δε στην ανωτέρω πράξη με σκοπό να αποκομίσει η εταιρία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στη βελτίωση της οικονομικής θέσης της ως άνω εταιρίας και συγκεκριμένα στη βελτίωση της φήμης και αξιοπιστίας της, στην αθέμιτη αύξηση της τιμής της μετοχής της, και στη δυνατότητα της για ευχερέστερο διακανονισμό των χρεών της, για ευχερέστερη δανειοληψία και για εξαγορά άλλων εταιριών. Έβλαψαν δε την περιουσία 8.131 επενδυτών, κατόχων 20.740.350 μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, οι οποίοι πείστηκαν στις ως άνω ψευδείς, παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων και προέβησαν σε αθρόες αγορές μετοχών της ως άνω εταιρίας, και οι οποίοι όταν την 2/7/1999 ανεστάλη η διαπραγμάτευση της μετοχής, παρέμειναν εγκλωβισμένοι και δεν είναι σε θέση να διαπραγματευτούν την πώληση της μετοχής αυτής, η ζημία δε που προξενήθηκε σ' αυτούς είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ανέρχεται στο ποσό των 14.559.725.700 δραχμών (20.740.350 μετοχές Χ 702 δρχ.). Η υποδομή την οποίαν είχαν διαμορφώσει και η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής της απάτης δηλαδή κατ' εξακολούθηση με όφελος και αντιστοίχως προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνοντα συνολικώς το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ΕΥΡΩ, η κατάρτιση σχεδίου, η δημοσίευση ψευδών ισολογισμών, η διοχέτευση ψευδών πληροφοριών στον "τύπο" η αποστολή επιστολής με ψευδές περιεχόμενο στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αποδεικνύουν το σκοπό αυτών προς πορισμό εισοδήματος και τη σταθερή ροπή των στη " διάπραξη της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας των. Τέλος ο τέταρτος τούτων Χ4, λογιστής, κάτοικος ..., για να δικασθεί επί του ότι με πρόθεση παρέσχε στους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του Χ1, Χ3 και Χ2, Γενικό Διευθυντή, Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο αντίστοιχα της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" την άμεση συνδρομή του κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση του εγκλήματος το οποίο οι ανωτέρω διέπραξαν ως περιγράφεται ακριβώς κατά τα άνω περιγραφόμενα και δη έχων την ιδιότητα τού λογιστή της ανωτέρω εταιρείας παρείχε την άμεση συνδρομή του κατά το χρόνο τελέσεως της. Ειδικότερα εκτελών εντολές των συγκατηγορουμένων του άνω αναφερομένων αφ' ενός μεν υπέγραψε τους ψευδείς ισολογισμούς των ετών 1997 και 1997, γνωρίζοντας ότι το περιεχόμενο τους ως προς την καθαρή θέση της εταιρείας ήταν ψευδές, αφ' ετέρου δε επιβεβαίωσε την ακρίβεια των στοιχείων, τα οποία περιείχε το από Μαΐου 1998 ενημερωτικό δελτίο για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, στο οποίο όμως δεν υπήρχε πρόβλεψη για καταβολή ποσού 276.000.000 δραχμών προς την εταιρεία "ΟΙΝΟΒΟ" από την διαχείριση των κεφαλαίων της αυξήσεως και επιπλέον υπήρχε ψευδής πρόβλεψη για διάθεση από το ποσό αυξήσεως ποσού 460.000.000 δραχμών για επενδύσεις. Η κατά τα ανωτέρω συνδρομή του ήτο καίρια και αναγκαία, προκειμένου να ολοκληρωθεί το έγκλημα της απάτης και να παραπλανηθεί το επενδυτικό κοινό τόσο για την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, όσο και για τον τρόπο διαθέσεως των κεφαλαίων τα οποία θα αντλούντο από την αύξηση του κεφαλαίου, από τα οποία σημαντικό μέρος αυτών, θα διετίθετο δήθεν για επενδύσεις, οι οποίες θα βελτίωναν την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, έλαβε δε χώρα η συνδρομή του κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως της απάτης κατά τα ανωτέρω (κατ' επάγγελμα και συνήθεια) και κατ' εξακολούθηση υπό κατ' επάγγελμα και συνήθεια δρώντων με όφελος και προξενηθείσα ζημία τα οποία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 EURO, εκ μέρους των συγκατηγορουμένων του. Επικυρώνει κατά τα λοιπά το προσβαλλόμενο βούλευμα. Κατά του ανωτέρω υπ'αριθμ. 2569/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στρέφονται ήδη οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι με τις υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες έχουν ασκηθεί νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, από πρόσωπα δικαιούμενα σε άσκηση αναιρέσεως, αφού παραπέμπονται για κακούργημα, και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, ήτοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και επί πλέον η αναίρεση του τρίτου Χ3, της απόλυτης ακυρότητας (αρ. 462, 463, 473, 474, 482 § 1 στοιχ. α' και 484 § ι στοιχ. α', β' και δ' Κ.Π.Δ.). Συνεπώς, είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το από το άρθρο 484 § ιδ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, βάσει των οποίων το συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τούτων, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για να μορφώσει την κρίση του, όλα τα αποδεικτικά μέσα -και όχι μόνο μερικά από αυτά- όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε τα ακόλουθα: Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το παρόν Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμες οι υπ' αριθμ. 652/2003, 654/2003, 673/2003 και 688/2003 ασκηθείσες αντιστοίχως εφέσεις των κατηγορουμένων, Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, κατά του υπ' αριθμ. 3071/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, να διορθωθεί - συμπληρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθούν οι εκ των κατηγορουμένων α) Χ1, οικονομολόγος - νομικός, κάτοικος ..., β) Χ2, σύμβουλος επιχειρήσεων, κάτοικος ... και γ) Χ3, δικηγόρος, κάτοικος ..., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: Στην ... εντός του χρονικού διαστήματος από 20.2.1998 μέχρι 30.6.1999 με περισσότερες πράξεις οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από κοινού με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντες κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, ενεργούν δε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια την πράξη της κατ' εξακολούθηση απάτης με όφελος και αντιστοίχως, προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνουσα συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 EURO. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, υπό την ιδιότητα - ως Γενικός Διευθυντής ο πρώτος ΑΑ, ως Πρόεδρος ο τρίτος Χ3 και ως αντιπρόεδρος ο Χ2, της εταιρίας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε.", η οποία είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών από το έτος 1934 και από κοινού παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στο επενδυτικό κοινό, με τη δημοσίευση την 20/2/98 και την 13/2/99 αντίστοιχα των ισολογισμών των χρήσεων των ετών 1997 και 1998, ότι η ανωτέρω εταιρεία κατά τις χρήσεις των ετών αυτών (1997 και 1998) είχε θετική καθαρή θέση ποσού 615.358.884 δραχμών και 1.685.232.072 δρχ. αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αρνητική και είχε διαμορφωθεί στα ποσά των 387.983.873 δρχ. και 408.943.914 δρχ. αντίστοιχα. Περαιτέρω με την από 29.1.99 επιστολή τους προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) επιβεβαίωσαν δημοσίευμα της εφημερίδας Χρηματιστήριο, με ημερομηνία 22/1/99, σύμφωνα με το οποίο η "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." σημείωσε οριακά κέρδη για το έτος 1988, πληροφορίες τις οποίες υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους έδωσαν στην εν λόγω εφημερίδα ενώ στην πραγματικότητα η ως άνω εταιρία κατά τη χρήση του 1998 δεν είχε παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία είχε σταματήσει από τον Ιούλιο του 1997, και επιπλέον για τη χρήση του 1998 είχε ζημίες 140.000.000 δρχ· Στη συνέχεια μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά ποσό 1.210.000.000 δρχ., που πραγματοποίησε η ως άνω εταιρία με την από 15/1/98 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, μετά από εξουσιοδότηση της από 30.6.97 Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, με έκδοση 11.000.000 μετοχών ονομαστικής αξίας 110 δρχ. η κάθε μία με δικαίωμα προτίμησης υπέρ των παλαιών μετοχών, υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους δεν εχρησιμοποίησαν το ποσό της αύξησης όπως είχαν δεσμευτεί στο από Μαΐου 1998 Ενημερωτικό Δελτίο που ενέκρινε το Χ.Α.Α., ούτε ενημέρωσαν το επενδυτικό κοινό σχετικά με τη μεταβολή στη χρήση των κεφαλαίων. Συγκεκριμένα, ενώ σύμφωνα με το Ενημερωτικό Δελτίο τα κεφάλαια που θα αντλούντο από την αύξηση θα χρησιμοποιούντο ως εξής: Εθνική Τράπεζα 350.000.000 δρχ. Ασφαλιστικά Ταμεία 250.000.000 δρχ. Προμηθευτές-Πιστωτές 120.000.000 δρχ. Επενδύσεις 460.000.000 δρχ. Έξοδα Αύξησης 30.000.000 δρχ. στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά και ειδικότερα στην Εθνική Τράπεζα δόθηκαν 320.000.000 δρχ., στα Ασφαλιστικά Ταμεία 72.000.000 δρχ. σε Προμηθευτές - πιστωτές 116.000.000 δρχ. στο Ελληνικό Δημόσιο 302.000.000 δρχ. στο προσωπικό 94.000.000 δρχ., για έξοδα αύξησης 30.000.000 δρχ. και στην εταιρία ΟΙΚΟΒΟ 276.000.000 δρχ., ενώ για επενδύσεις δεν δόθηκε κανένα ποσό. Επιπλέον το τελευταίο τρίμηνο του 1998 υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους προέβησαν σε εξαγορά της εταιρίας με την επωνυμία "Οινοπνευματική Βόλου" (ΟΙΝΟΒΟ) την οποία η Θεσσαλική είχε πωλήσει το 1997 και στη συνέχεια κατέβαλαν στην ΟΙΝΟΒΟ υπό μορφή "οικονομικής ενίσχυσης" ποσό 709.000.00 δραχμών, χωρίς να ενημερώσουν το επενδυτικό κοινό ούτε για τις παραπάνω ενέργειες ούτε για την προέλευση των κεφαλαίων που διατέθηκαν στην ΟΙΝΟΒΟ. Κατ' αυτόν τον, τρόπο απέκρυψαν αθέμιτα από το επενδυτικό κοινό γεγονότα που ενδιαφέρουν άμεσα το επενδυτικό κοινό, καθόσον έχουν επίπτωση στην περιουσιακή και οικονομική κατάσταση της εταιρείας και μπορούν να προκαλέσουν σημαντική διακύμανση των τίτλων των μετοχών της ως άνω εταιρίας "Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Α.Ε.". Με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και τις αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων, υπό την ως άνω ιδιότητα τους, εκμεταλλευόμενοι και το κλίμα που επικρατούσε στην ελληνική κοινή γνώμη, το οποίο ήταν άκρως ευνοϊκό για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, έπεισαν τους συναλλασσόμενους επενδυτές να προβούν κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/99 μέχρι και 2/7/99, που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της εν λόγω μετοχής στο Χ.Α.Α σε αθρόες αγορές μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει η μετοχή κατά το ως άνω χρονικό διάστημα υψηλή εμπορευσιμότητα, και η τιμή της που την 1/1/99 ανερχόταν στο ποσό των 1.85 δραχμών να διαμορφωθεί το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου του 1999 στο ποσό των 1.200 δραχμών ενώ στις 2/7/99 που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της στο ποσό των 702 δραχμών. Στις ως άνω αγορές μετοχών δεν θα προέβαιναν οι επενδυτές αν γνώριζαν ότι η "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" α.) είχε σταματήσει την παραγωγική και επιχειρηματική της δραστηριότητα από τον Ιούλιο του 1997, β) είχε ζημίες και όχι κέρδη, γ) η καθαρή της θέση για τις χρήσεις των ετών 1997 και 1998 ήταν αρνητική και όχι θετική, και δ) το ποσό που αντλήθηκε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε διατεθεί για άλλους σκοπούς από αυτούς που αναγράφοντο στο εγκριθέν από το Χ.Α.Α. ενημερωτική δελτίο και κυρίως δεν είχε διατεθεί καν για επενδύσεις, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί. Προέβησαν δε στην ανωτέρω πράξη με σκοπό να αποκομίσει η εταιρία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στη βελτίωση της οικονομικής θέσης της ως άνω εταιρίας και συγκεκριμένα στη βελτίωση της φήμης και αξιοπιστίας της, στην αθέμιτη αύξηση της τιμής της μετοχής της, και στη δυνατότητα της για ευχερέστερο διακανονισμό των χρεών της, για ευχερέστερη δανειοληψία και για εξαγορά άλλων εταιριών. Έβλαψαν δε την περιουσία 8.131 επενδυτών, κατόχων 20.740.350 μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, οι οποίοι πείστηκαν στις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων και προέβησαν σε αθρόες αγορές μετοχών της ως άνω εταιρίας, και οι οποίοι όταν την 2/7/1999 ανεστάλη η διαπραγμάτευση της μετοχής, παρέμειναν εγκλωβισμένοι και δεν είναι σε θέση να διαπραγματευτούν την πώληση της μετοχής αυτής, η ζημία δε που προξενήθηκε σ' αυτούς είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ανέρχεται στο ποσό των 14.559.725.700 δραχμών (20.740.350 μετοχές Χ 702 δρχ.). Η υποδομή την οποίαν είχαν διαμορφώσει και η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής της απάτης δηλαδή κατ' εξακολούθηση με όφελος και αντιστοίχως προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνοντα συνολικώς το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ΕΥΡΩ, η κατάρτιση σχεδίου, η δημοσίευση ψευδών ισολογισμών, η διοχέτευση ψευδών πληροφοριών στον "τύπο" η αποστολή επιστολής με ψευδές περιεχόμενο στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αποδεικνύουν το σκοπό αυτών προς πορισμό εισοδήματος και την σταθερή ροπή των στη διάπραξη της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας των. Τέλος ο τέταρτος τούτων Χ4, λογιστής, κάτοικος ..., για να δικασθεί επί του ότι με πρόθεση παρέσχε στους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του ΑΑ, Χ3 και Χ2, Γενικό Διευθυντή, Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο αντίστοιχα της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" την άμεση συνδρομή του κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση του εγκλήματος το οποίο οι ανωτέρω διέπραξαν ως περιγράφεται ακριβώς κατά τα άνω περιγραφόμενα και δη έχων την ιδιότητα του λογιστή της ανωτέρω εταιρείας παρείχε την άμεση συνδρομή του κατά τον χρόνο τελέσεως της. Ειδικότερα εκτελών εντολές των συγκατηγορουμένων του άνω αναφερομένων αφ' ενός μεν υπέγραψε τους ψευδείς ισολογισμούς των ετών 1997 και 1997, γνωρίζοντας ότι το περιεχόμενο τους ως προς την καθαρή θέση της εταιρείας ήταν ψευδές, αφ' ετέρου δε επιβεβαίωσε την ακρίβεια των στοιχείων, τα οποία περιείχε το από Μαΐου 1998 ενημερωτικό δελτίο για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, στο οποίο όμως δεν υπήρχε πρόβλεψη για καταβολή ποσού 276.000.000 δραχμών προς την εταιρεία "ΟΙΝΟΒΟ" από τη διαχείριση των κεφαλαίων της αυξήσεως και επιπλέον υπήρχε ψευδής πρόβλεψη για διάθεση από το ποσό αυξήσεως ποσού 460.000.000 δραχμών για επενδύσεις. Η κατά τα ανωτέρω συνδρομή του ήτο καίρια και αναγκαία, προκειμένου να ολοκληρωθεί το έγκλημα της απάτης και να παραπλανηθεί το επενδυτικό κοινό τόσο για την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, όσο και για τον τρόπο διαθέσεως των κεφαλαίων τα οποία θα αντλούντο από την αύξηση του κεφαλαίου, από τα οποία σημαντικό μέρος αυτών, θα διετίθετο δήθεν για επενδύσεις, οι οποίες θα βελτίωναν την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, έλαβε δε χώρα η συνδρομή του κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως της απάτης κατά τα ανωτέρω (κατ' επάγγελμα και συνήθεια) και κατ' εξακολούθηση υπό κατ' επάγγελμα και συνήθεια δρώντων με όφελος και προξενηθείσα ζημία τα οποία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.00Q δρχ. ή 73.000 EURO, εκ μέρους των συγκατηγορουμένων του, να επικυρωθεί κατά τα λοιπά το προσβαλλόμενο βούλευμα, να διαταχθεί η σύλληψη και, όταν αυτό επιτευχθεί η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου ΑΑ, διατηρούμενης συνάμα της ισχύος του σε βάρος του εκδοθέντος υπ' αριθμ. 9/2006 εντάλματος συλλήψεως του Ανακριτού 19ου Τακτ. Τμήματος Πλημ/κών Αθηνών και τέλος να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και τέλη της παρούσης διαδικασίας εξ EURO 210 σε βάρας ενός εκάστου των εκκαλεσάντων κατηγορουμένων. Όμως, πουθενά στο βούλευμα δεν γίνεται μια γενική αναφορά των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη, ενώ από την αναφορά του βουλεύματος ότι "Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το παρόν Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων" δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1/2002, ΑΠ 97/2002), ούτε, επίσης, η αποδοχή από το Συμβούλιο Εφετών των λόγων που εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν γίνεται καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, αλλά μόνον ως προς τους λόγους, δηλαδή ως προς τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι εφέσεις των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων (Συμ. ΑΠ 1554/01, Συμ. ΑΠ 1608/01). Επικουρικώς, στο σημείο αυτό, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί από το Συμβούλιό σας ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την ειδική αιτιολογία ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, το Συμβούλιο Εφετών με αυτά που διέλαβε παραπάνω, αφενός αιτιολογημένα κατέληξε σε παραπεμπτική κρίση ως προς τις πράξεις της απάτης κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σ' αυτή κατ' εξακολούθηση σε βαθμό, αμφότερες, κακουργήματος, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις ως άνω πράξεις, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε ότι προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, αφετέρου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις οικίες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 § 2,45,46 § ιβ, 98 και 386 § 1,3 εδ. α', β' Π.Κ., χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, απορριπτομένων έτσι των προβαλλομένων από τους αναιρεσείοντες συναφώς λόγων αναιρέσεως. Περαιτέρω, με τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών δεν απεφάνθη για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος για την οποία ασκήθηκε νόμιμη ποινική δίωξη και για την οποία ο αναιρεσείων ΑΑ κρίθηκε παραπεμπτέος με το πρωτόδικο 3071/03 βούλευμα, το οποίο και επικύρωσε ως προς την παραπεμπτική για την πράξη αυτή διάταξή του, αφού δεν εκθέτει καθόλου τα πραγματικά περιστατικά για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εν λόγω εγκλήματος, ούτε αναφέρεται στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος ως προς το έγκλημα αυτό. Έτσι, όμως υπερέβη αρνητικά την εξουσία του ως προς την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα ΑΑ. Τέλος, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Χ3 υπέβαλε αίτημα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του στο Συμβουλίου Εφετών. Συνεπώς ο προβαλλόμενος απ' αυτόν λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε σιωπηρά το σχετικό αίτημά του είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Κατά ακολουθία αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του προσβαλλομένου από τους αναιρεσείοντες λόγου αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και του αυτεπαγγέλτως ερευνωμένου λόγου της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να γίνουν δεκτές οι υπ'αριθμ. 307/2007, 3/2008, 4/2008 και 2/2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) ΑΑ, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμ. 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο αυτό ως άνω Συμβούλιο Εφετών συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Αθήνα 25 Φεβρουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά του αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (υπ' αριθ. 2569/2007), οι υπό κρίση τέσσερις αιτήσεις αναιρέσεως 1) από 31-12-2007 του Χ1, 2) από 7-1-2008 του Χ4, 3) από 7-1-2008 του Χ2 και 4) από 7-1-2008 του Χ3, ασκηθείσες με δηλώσεις των αναιρεσειόντων στο Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν οι 307/2007 και 2,3 και 4/2008 εκθέσεις, αντιστοίχως. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως απ' αυτό προκύπτει, απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του 3071/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αφού διορθώθηκε και συμπληρώθηκε το πρωτόδικο αυτό βούλευμα, έτσι ώστε παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, οι μεν Χ1, Χ2 και Χ3 για από κοινού απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουσα το ποσόν των 73.000 ευρώ, ο δε Χ4 για άμεση συνέργεια κατ' εξακολούθηση στην κακουργηματική απάτη των ανωτέρω τριών συγκατηγορουμένων του, επικυρωθέντος κατά τα λοιπά του εν λόγω πρωτοδίκου βουλεύματος, με το οποίο ο εκ των αναιρεσειόντων Χ1 έχει παραπεμφθεί, επιπλέον, και για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, τελεσθείσα από διαχειριστή ξένης περιουσίας. Αιτιολογώντας το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών την απορριπτική των ανωτέρω εφέσεων κρίση του, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά λέξη, "για τους λόγους που αναπτύσσοντα στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες οι εφέσεις των κατηγορουμένων ..., να διορθωθεί-συμπληρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι ... για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι ...", παρέθεσε δε, περαιτέρω, στο σκεπτικό του βουλεύματος την, κατά διόρθωση-συμπλήρωση του πρωτοδίκου βουλεύματος, κατηγορία ως προς την πράξη της κακουργηματικής απάτης και της άμεσης σ' αυτήν συνέργεια, καθώς και την περί επικυρώσεως του πρωτοδίκου βουλεύματος κατά τα λοιπά σκέψη, τα οποία επανέλαβε στο διατακτικό. Με την επιτρεπτή αυτή αναφορά του Συμβουλίου, προς αιτιολόγηση του βουλεύματος, στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία (αναφορά) καλύπτει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων που γίνεται στην πρόταση, έτσι ώστε δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα λήφθηκαν υπόψη, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών σαφώς αποδέχθηκε τα διαλαμβανόμενα στην εισαγγελική πρόταση, τα οποία, όπως απ' αυτήν προκύπτει, αναφέρονται τόσον στην ως άνω απάτη και άμεση συνέργεια, όσον και στην υπεξαίρεση, για την οποία έχει παραπεμφθεί με το πρωτόδικο βούλευμα, που επικυρώθηκε κατά τούτο, όπως προεκτέθηκε, ο αναιρεσείων Χ1. Ο τελευταίος, με την κρινόμενη αίτησή του αναιρέσεως, πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς όλα τα κεφάλαια του, για τους εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Ποιν.Δ λόγους της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, εκείνο δε (κεφάλαιο), ειδικότερα, που αφορά στην παραπομπή του για κακουργηματική υπεξαίρεση, με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους της ως άνω αιτήσεως. Επί των λόγων αυτών, σε σχέση με την κακουργηματική υπεξαίρεση, ο προτείνων Εισαγγελέας ουδέν διαλαμβάνει στην υποβληθείσα στο Δικαστήριο τούτο (ως Συμβούλιο) από 25-2-2008 πρότασή του. Αντιθέτως, με την πρόταση αυτή ο Εισαγγελέας, ο οποίος προτείνει κυρίως την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος στο σύνολό του για έλλειψη αιτιολογίας, εγκείμενη στη μη αναφορά των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, επειδή εκτιμά ότι η ως άνω αναφορά του Συμβουλίου στην εισαγγελική πρόταση δεν είναι καθολική ώστε να καλύπτει και τα εκεί αποδεικτικά μέσα, (άποψη αποκρουόμενη κατά τα προεκτεθέντα), προτείνει περαιτέρω, θεωρώντας ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν αποφάνθηκε για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, την αναίρεση κατά τούτο (επικουρικώς) του προσβαλλομένου βουλεύματος, για την πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, αυτεπαγγέλτως ερευνώμενη. Έτσι, όμως, δεν υπάρχει πρόταση του Εισαγγελέα προς το Συμβούλιο τούτο επί της βασιμότητας των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως αναφορικά με την πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και πάντως, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι υπάρχει πρόταση, ως προς το λόγο της ελλείψεως αιτιολογίας, ενόψει της κατά τα ανωτέρω, προτεινόμενης αναιρέσεως του βουλεύματος λόγω μη αναφοράς των αποδεικτικών μέσων, (αν και η έλλειψη αιτιολογίας εκ της μη αναφοράς των αποδεικτικών μέσων σαφώς διαστέλλεται της ελλείψεως αιτιολογίας από τη μη αναφορά των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου ή του Συμβουλίου), δεν υπάρχει πρόταση επί των λοιπών ως άνω λόγων. Κατόπιν αυτών και ενόψει των οριζομένων στα άρθρα 32 § 1 και 138 § 2,3 Κ.Ποιν.Δ, τα οποία επιτάσσουν, για το κύρος του εκδιδομένου βουλεύματος, την προηγούμενη υποβολή έγγραφης εισαγγελικής προτάσεως, πρέπει το Δικαστήριο τούτο (ως Συμβούλιο) να απόσχει να αποφανθεί επί των συνεκδικαζομένων αιτήσεων μέχρι να υποβληθεί, κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως που θα ορισθεί αρμοδίως, πρόταση κατά τα προεκτεθέντα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί επί των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, περί αναιρέσεως του 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μέχρι την υποβολή εισαγγελικής προτάσεως, κατά το σκεπτικό. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απέχει να αποφανθεί μέχρι υποβολής εισαγγελικής προτάσεως.
Αποχή αποφάσεως
Αποχή αποφάσεως.
0
Αριθμός 1095/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3 και δ) Χ4, όλων κατοίκων ......, περί αναιρέσεως του υπ'αριθ. 1.228/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Ιουνίου 2007, τέσσερις (4) τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.208/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με τη με αριθμό 441/5.11.2007 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά τα άρθρα 482 και 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τις με αριθμό 136, 137, 138 και 139 από 18.6.2007 αιτήσεις των α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3 και δ) Χ4, κατοίκων ......, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 1228/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθησαν κατ'ουσίαν οι υπ'αριθμόν 417/06, 428/06 και 425/06 και 426/06 εφέσεις των κατά του υπ'αριθμόν 2173/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν άπαντες για απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα κατά συναυτουργία και μεμονωμένα, που τελέσθηκε από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και προσέτι οι ως άνω β-γ-δ αιτούντες για απλή συνέργεια σε απάτη από κοινού, κατ'επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 € και εκθέτω τα ακόλουθα: Οι υπό κρίση αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα δια της πληρεξουσίας δικηγόρου των κατηγορουμένων και στρέφεται κατά βουλεύματος που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους και δη εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλουν τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. Συνεπώς είναι παραδεκτές οι άνω αιτήσεις και πρέπει να συνεκδικαστούν και να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι σ'αυτές λόγοι. Οι λόγοι αυτοί συνίστανται στο ότι δεν περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, τα αποδεικτικά μέσα παρατίθενται συλλήβδην στην αρχή του σκεπτικού χωρίς να αξιολογούνται, δεν θεμελιώνονται τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης της απάτης "κατ'επάγγελμα". Επειδή έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους ήχθη στην αποδοχή των ισχυρισμών του μηνυτή και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Περαιτέρω για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας το μεν είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, το δε αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος των, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους. Απαιτείται ακόμη να προκύπτει ότι συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. Ακόμη περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όχι μόνο όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "'Οποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Ακόμη κατά την παράγραφο 3 εδ. α' του άνω άρθρου, η απάτη λαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα όταν τελείται "κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. Ειδικότερα, από το άρθρο 13 εδ. στ' του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης της απάτης "κατ'επάγγελμα" απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του ως άνω εγκλήματος. Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Είναι φανερό ότι τόσο η "κατ'επάγγελμα" όσο και η "κατά συνήθεια" τέλεση αποτελούν νομικές έννοιες των οποίων η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, δι'ο και το παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να θεμελιώνει σε πραγματικά περιστατικά την αντικοινωνικότητα και τη ροπή του δράστη προς διάπραξη άλλων εγκλημάτων στο μέλλον, διαφορετικά είναι αναιρετέο για έλλειψη αιτιολογίας (Α.Π. 2200/2002 ΠΧ ΝΓ/2003 σελ. 762). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δέχτηκε ανελέγκτως ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, που λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα εξής: Τον Ιούλιο του 2001 η Χ1, με σκοπό να επωφεληθεί για δικό της όφελος τα χρήματα που είχε στην κατοχή και διάθεσή του ο ανηψιός της Α και να τον πείσει να της εμπιστευθεί αυτά, του παρέστησε εν γνώσει ψευδών ότι α) λόγω των γνωριμιών που είχε στο χώρο των επενδύσεων η ίδια θα μπορούσε, αν της τα εμπιστευόταν, να έχει πολύ μεγάλη και κερδοφόρα απόδοση των χρημάτων του και β) και η ίδια είχε επιτύχει πολύ καλές τοποθετήσεις με την επένδυση των χρημάτων της οικογενείας της. Τα γεγονότα αυτά επιβεβαίωσαν στον εγκαλούντα και οι λοιποί αναιρεσείοντες και ούτω με τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις ο άνω παθών Α παρέδωσε στην ανωτέρω το συνολικό ποσό των 46.368 €, ποσόν που οφελήθηκε παρανόμως αυτή με αντίστοιχη ζημία του άνω παθόντος, ο οποίος αν γνώριζε την αλήθεια δεν θα παρέδιδε τα χρήματά του στην Χ1. γ) Η ίδια κατηγορουμένη τον Μάρτιο του 2002 παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στον Β ότι ο αδελφός της Γ ήταν μεγαλοεισαγωγέας επίπλων και ότι η ίδια λόγω των γνωριμιών της αλλά και με τη μεσολάβηση του αδελφού της είχε τη δυνατότητα να προμηθεύεται από την ...... χειροποίητα έπιπλα σε χαμηλές τιμές. Συνέστησε δε στους Β και Α να συστήσουν επιχείρηση εισαγωγής και πώλησης τέτοιων επίπλων, τα οποία θα πωλούσαν με μεγάλο κέρδος. Μάλιστα για να τους πείσει τους οδήγησε στους ...... σε μία αποθήκη εισαγομένων από την ...... επίπλων, την οποίαν όπως τους ενεφάνισε λειτουργούσε ο αδελφός της και τους επέδειξε τιμολόγια που αφορούσαν αγοραπωλησίες επίπλων από τα οποία προέκυπτε το κερδοφόρο της εν λόγω επιχειρήσεως. Στην πραγματικότητα όμως, την οποίαν γνώριζε η Χ1, ούτε η ίδια είχε δυνατότητα να προμηθεύεται από την ...... φθηνά έπιπλα και να τα μεταπωλεί στην Ελλάδα με μεγάλο κέρδος, ούτε ο αδελφός της ήταν ιδιοκτήτης της άνω επιχειρήσεως στους ...... αλλά απλός υπάλληλος. Με τις άνω ψευδείς παραστάσεις τους έπεισε να δεχθούν να συστήσουν εταιρία με ποσοστό συμμετοχής 1/3 ο καθένας και να καταβάλει σ'αυτήν ο Β για τη συμετοχή του το ποσό των 38.282, 73 €, ποσό κατά το οποίο ζημιώθηκε, καθόσον η άνω εταιρία ουδέποτε συστήθηκε και αν ο ίδιος εγνώριζε την αλήθεια δεν θα παρέδιδε τα χρήματά του στην πρώτη αναιρεσείουσα. δ) Τον Σεπτέμβριο του 2002 άπαντες οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι από κοινού δρώντες και κατόπιν συναποφάσεως, παρέστησαν ψευδώς στους Α και Β ότι προκειμένου να αγοράσουν την επιχείρηση εστιατορίου "......" που λειτουργούσε με την επωνυμία "...... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και με εταίρους τους β-γ-δ αναιρεσείοντες, έπρεπε να τους καταβάλουν ως "αέρα" για τον ιδιοκτήτη το ποσό των 44.020 €, πράγμα που τελικά οι άνω παθόντες δέχτηκαν, πλην όμως η αγορά της επιχείρησης ματαιώθηκε όταν αυτοί ήλθαν σε επαφή με τον εκμισθωτή του καταστήματος, ο οποίος τους ενημέρωσε ότι όχι μόνο δεν ζήτησε "αέρα" το άνω ποσόν, αλλά ότι είχε δικαστική διένεξη με τους κατηγορουμένους λόγω μη καταβολής οφειλομένων μισθωμάτων πολλών μηνών. Με βάση όλα τα προεκτιθέμενα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν τις υπ'αριθμόν 427, 428, 425 και 426/06 εφέσεις των άνω αναιρεσειόντων και επεκύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, δια του οποίου ούτοι παραπέμπονται στο αρμόδιο δικαστήριο, για να δικαστούν για τις άνω πράξεις, τις οποίες φέρονται ότι διέπραξαν "κατ'επάγγελμα".Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το υπ'αριθμόν 1228/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ουδέν διαλαμβάνει περί της συνδρομής της επιβαρυντικής περιστάσεως της "κατ'επάγγελμα" τέλεσης των άνω αδικημάτων, η οποία προσδίδει σ'αυτά τον χαρακτήρα του κακουργήματος. Ειδικότερα δεν αναφέρει, ως έδει, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αντικειμενικά μεν την επανειλημμένη τέλεση του αδικήματος, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του ως άνω εγκλήματος. Κατά συνέπεια το άνω παραπεμπτικό βούλευμα στερείται αιτιολογίας και θα πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) να γίνουν τυπικά και ουσιαστικά δεκτές οι υπ'αριθμ. 136, 137, 138 και 139 από 18.6.2007 αιτήσεις των α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3 και δ) Χ4, κατοίκων ......, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 1228/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, 2) να αναιρεθεί το άνω βούλευμα, 3) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Αθήνα 25 Σεπτεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη η ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών η την αθέμιτη απόκρυψη η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του, δράστη να περιποιήσει στον, εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην, επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παράγραφο δε 3 εδ. α' του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ, στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1παρ.1 Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, δεν είναι δε απαραίτητο να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του άρθρου 46 του ίδιου Κώδικα, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως απλή συνέργεια αποτελεί οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αρνητική, παρεχόμενη στον αυτουργό ορισμένης άδικης πράξεως, πριν από την τέλεση αυτής ή κατά την τέλεσή της, εφόσον εκείνος που την παρέχει με θετική ή αρνητική μορφή ενεργεί από πρόθεση. Προϋπόθεση, δηλαδή, για τη θεμελίωση της ευθύνης του απλού συνεργού είναι ο δόλος του, ο οποίος έγκειται στη γνώση της τελέσεως από τον αυτουργό ορισμένης άδικης πράξεως και στη θέληση να συμβάλλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της. Αν για την τέλεση της κύριας πράξεως απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, πρέπει και ο συνεργός τέτοιας πράξεως να πράττει με τον ίδιο δόλο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 49 παρ. 2 του ΠΚ, οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν. Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω συνάγεται ότι η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως της απάτης πρέπει να συντρέχει ιδιαίτερα και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του συνεργού για να έχει και γι' αυτόν η πράξη της συνέργειας (άμεσης ή απλής) κακουργηματικό χαρακτήρα και δεν είναι αρκετό ότι η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει στο πρόσωπο του αυτουργού. Τέλος, ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ ότι "όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Και το έγκλημα της απάτης δύναται να τελεσθεί με τη μορφή της απόπειρας (άρθρα 42, 386 Π.Κ., όταν τούτο δεν ολοκληρώθηκε, πλην, όμως άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής του υποστάσεως με σκοπό αθέμιτο περιουσιακό όφελος του υπαιτίου ή άλλου τρίτου προσώπου με οποιαδήποτε εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, η οποία ως επακόλουθο θα είχε τη βλάβη ξένης περιουσίας. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Και β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, από το άρθρο 139 ΚΠοινΔ συνάγεται σαφώς ότι η αιτιολογία του βουλεύματος ή της αποφάσεως συμπληρώνεται, ως προς τις ελλείψεις που τυχόν υπάρχουν, από το διατακτικό στο οποίο περιέχεται η αξιόποινη πράξη, για την οποία παραπέμφθηκε, καταδικάσθηκε ή απαλλάχθηκε ο κατηγορούμενος. Τούτο δε ισχύει, προκειμένου ειδικότερα για βούλευμα, όχι μόνο για το πρωτοβάθμιο αλλά και για το δευτεροβάθμιο, όταν με αυτό επικυρώνεται το πρώτο. Τέλος, κατά το άρθρο άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1228/2007 βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετάαπό εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στο ίδιο βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τον Ιούλιο του 2001, η πρώτη κατηγορουμένη Χ1, σύζυγος του δευτέρου των κατηγορουμένων Χ2, (οι οποίοι είναι γονείς των τρίτου και τέταρτου των κατηγορουμένων Χ3 και Χ4, αντίστοιχα), πληροφορήθηκε ότι η αδελφή του συζύγου της και μητέρα του πρώτου των εγκαλούντων Α είχε προσφάτως πωλήσει ένα διαμέρισμα ιδιοκτησίας της, το μεγαλύτερο τμήμα του τιμήματος του οποίου είχε δώσει στον εγκαλούντα γιό της. Η κατηγορουμένη με σκοπό να επωφεληθεί για δικό της όφελος τα χρήματα αυτά, ήλθε σε επικοινωνία κατ' επανάληψη με τον εγκαλούντα ανηψιό της, τον οποίο το μεν συμβούλευε να τοποθετήσει σε επενδυτικά προγράμματα επωφελώς τα χρήματα που διέθετε, το δε προσπαθούσε να τον πείσει να της εμπιστευθεί τα χρήματα του, παριστάνοντας του ψευδώς 1) ότι λόγω των γνωριμιών που είχε στο χώρο των επενδύσεων η ίδια θα μπορούσε, αν τα εμπιστευόταν σ'εκείνη, να έχει πολύ μεγάλη και κερδοφόρα απόδοση των χρημάτων του, 2) ότι και η ίδια είχε επιτύχει πολύ καλές τοποθετήσεις με την επένδυση των χρημάτων της οικογενείας της. Περί των γεγονότων μάλιστα αυτών διαβεβαίωναν τον εγκαλούντα και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι με σκοπό να τον πείσουν να εμπιστευθεί στη σύζυγο και μητέρα τους τα χρήματά του. Με τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις τους ο εγκαλών πείσθηκε ότι η πρώτη των κατηγορουμένων θεία του θα τοποθετούσε τα χρήματα του κατά τρόπο, ώοτε να επιτύχει μεγαλύτερη απόδοση, ως προς την οποία (απόδοση/επένδυση) τον διαβεβαίωσαν (όλοι οι κατηγορούμενοι) ότι η πρώτη θα τον ενημέρωνε τακτικά και από τον Ιανουάριο του 2002 θα του κατέβαλε κάθε μήνα το ποσό της απόδοσης του κεφαλαίου που θα της παρέδιδε και έτσι καθ' υπόδειξη της πρώτης κατηγορουμένης κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα ALPHA BANK ο σύζυγος της και θείος του Χ2, σταδιακά από 30-7-2001 έως 10-12-2001 το συνολικό ποσό των 46.368 € (15.800.000 δρχ.) και πιο συγκεκριμένα κατέβαλε : 1) στις 30-7-2001 ποσό 4.000.000 δρχ., 2) στις 17-9-2001 ποσό 500.000 δρχ., 3) στις 21-9-2001 ποσό 7.500.000 δρχ., 4) στις 7-11-2001 ποσό 1.000.000 δρχ.5) στις 4-12-2001 ποσό 2.000.000 δρχ. και 6) στις 10-12-2001 ποσό 800.000 δρχ. συνολικά δε 15.800.000 δρχ. ή 46.368 €. Παρά τα όσα τον είχαν διαβεβαιώσει όμως η 1η κατηγορούμενη δεν τον ενημέρωνε για την πορεία-απόδοση της επένδυσής του, προκειμένου δε να τον καθησυχάσει όταν της εξέφρασε την ανησυχία του, τον διαβεβαίωσε εκ νέου ότι ήταν εξασφαλισμένο τόσο το κεφάλαιο όσο και οι αποδόσεις του και ότι μέχρι το τέλος του έτους 2002 θα του κατέβαλε και το κεφάλαιο και τις αποδόσεις του, άρχισε μάλιστα, να του καταβάλλει τμηματικά μέχρι την 28-5-2002 διάφορα χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 3.600 €, ως απόδοση της επενδύσεως που δήθεν είχε κάνει, ενώ γνώριζε ότι χρησιμοποίησε επ' ωφελεία της και μόνο (και κατά τρόπο που δεν προέκυψε) τα χρήματα του εγκαλούντος αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του, Ο δεύτερος εγκαλών Β, φίλος και συνάδελφος του πρώτου εγκαλούντος (εργάζονταν και οι δύο στην εταιρεία INTRACOM) γνωρίστηκε με τους κατηγορουμένους στις αρχές του 2002 στη ...... και συγκεκριμένα στο εστιατόριο με το διακριτικό τίτλο "......", που διατηρούσαν εκεί επί της Λ......, ο θείος και τα ξαδέλφια του 1ου εγκαλούντος (2ος, 3ος και 4ος των κατηγορουμένων (αντίστοιχα), με τον οποίο μετέβη εκεί και το οποίο έκτοτε επισκεπτόταν συχνά με τη μνηστή του Δ, λόγω δε της στενής συγγένειας του πρώτου εγκαλούντος με τους κατηγορουμένους και της φιλίας του 1ου με τον 2ο εγκαλούντα, δημιουργήθηκε μεταξύ του τελευταίου και των κατηγορουμένων μια πιό προσωπική γνωριμία, με βάση την οποία η Δ διευκόλυνε οικονομικά την 1η κατηγορουμένη χορηγώντας της δάνειο ύψους 7.350 €. Τον Μάρτιο του 2002 η 1η κατηγορουμένη πρότεινε στους εγκαλούντες, οι οποίοι ενδιαφέρονταν να αυξήσουν τα εισοδήματά τους, να συστήσουν μια επιχείρηση εισαγωγής και πώλησης χειροποίητων από την ...... στην οποία θα συμμετείχαν και οι τρεις (1η κατηγορούμενη και εγκαλούντες) κατά ποσοστό 1/3 έκαστος. Τους διαβεβαίωσε δε ότι ο αδελφός της Γ ήταν μεγαλοεισαγωγέας επίπλων και ότι η ίδια λόγω των γνωριμιών της αλλά και με τη μεσολάβηση του αδελφού της είχε τη δυνατότητα να προμηθεύεται από την ...... χειροποίητα έπιπλα σε χαμηλές τιμές, τα οποία θα μεταπωλούσαν στην Ελλάδα με μεγάλο κέρδος. Για να τους πείσει δε για τα όσα τους διαβεβαίωνε, τους οδήγησε στους ...... σε μια αποθήκη εισαγομένων από την ...... επίπλων, την οποία, όπως τους ενεφάνισε, λειτουργούσε ο αδελφός της και τους επέδειξε τιμολόγια που αφορούσαν αγοραπωλησίες επίπλων, από τα οποία προέκυπτε το κερδοφόρο της εν λόγω επιχειρήσεως. Στην πραγματικότητα όμως, την οποία γνώριζε η 1η κατηγορουμένη, ούτε η ίδια είχε τη δυνατότητα να προμηθεύεται από την ...... έπιπλα φθηνά και να τα μεταπωλεί στην Ελλάδα με μεγάλο κέρδος, ούτε ο αδελφός της ήταν ο ιδιοκτήτης της ως άνω επιχειρήσεως στους ...... αλλά απλός υπάλληλος, η δε 1η κατηγορουμένη με τις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της προς τους εγκαλούντες προσπαθούσε να τους πείσει ότι τους συνέφερε η σύσταση της προαναφερομένης εταιρίας, με σκοπό να τους αποσπάσει χρήματα. Τους έπεισε έτσι, και συμφώνησαν να συστήσουν εταιρεία με ποσοστό συμμετοχής 1/3 ο καθένας, και συμφωνήθηκε ο μεν 1ος εγκαλών Α, για τη συμμετοχή του στην εταιρεία να εισφέρει το ποσό των 46.368 €, (το οποίο είχε παραδώσει στην 1η κατηγορουμένη για να το επενδύσει επωφελώς κατά τα παραπάνω) και το οποίο πριν την συμφωνία αυτή (για τη σύσταση της εταιρείας εισαγωγής επίπλων) είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους κατά τα αναλυτικά προεκτιθέμενα, να της αποδώσει στο τέλος του 2002, ο δε 2ος εγκαλών Β, για τη συμμετοχή του στην επιχείρηση, να εισφέρει σ' αυτήν ποσό ανάλογο μ' εκείνο του Α, καταβάλλοντάς το στην 1η κατηγορουμένη. Έτσι με βάση τα ως άνω συμφωνηθέντα ο Β κατέβαλε στην 1η κατηγορουμένη το συνολικό ποσό των 38.282,73 €, το οποίο, λόγω του ότι ο ίδιος δεν διέθετε χρήματα, τα κατέβαλε ως εξής: Το ποσό των 3.000 € έλαβε από τη μνηστή του Γ και για το υπόλοιπο ποσό των 32.282,73 € δανειοδοτήθηκε από την εταιρία "DAILY FUTURES LΤD", την οποία του υπέδειξε η 1η κατηγορούμενη, η οποία και εισέπραξε από την εταιρία το ποσό του δανείου, η δε εταιρία για την εξασφάλιση του χορηγηθέντος στον 2° εγκαλούντα δανείου ενέγραψε υποθήκη σε ακίνητο της Γ, πεθεράς του 2ου εγκαλούντος. Εν τέλει όμως η παραπάνω εταιρεία δεν συνεστήθη λόγω του ότι το Μάρτιο του 2003 οι μηνυτές διεπίστωσαν ότι ούτε δυνατότητα εισαγωγής φθηνών επίπλων από την ...... υπήρχε, ούτε τα κέρδη εξ αυτής θα ήταν αυτά που τους διαβεβαίωνε η 1η κατηγορουμένη, ούτε ο αδελφός της ήταν μεγαλοεισαγωγέας αλλά απλός υπάλληλος στην εταιρεία που τους οδήγησε η 1η κατηγορουμένη, προσπαθώντας να τους πείσει για την σύσταση της εταιρίας. Συνεπεία των παραπάνω γεγονότων οι εγκαλούντες ζήτησαν από την 1η κατηγορουμένη την επιστροφή των καταβληθέντων. Η 1η κατηγορουμένη, προκειμένου ν αποφύγει την επιστροφή των οφειλομένων χρημάτων στους εγκαλούντες, πρότεινε σ'αυτούς το Μάϊο του 2002 να συμμετάσχουν κατά το 1/3 έκαστος στην επιχείρηση του εστιατορίου "......" που λειτουργούσε ως Ο.Ε. με την επωνυμία "...... & ΣΙΑ Ο.Ε." και με εταίρους τους 2°, 3° και 4° των κατηγορουμένων. Οι μηνυτές-εγκαλούντες αποδέχθηκαν την πρόταση, συμφώνησαν δε για τη συμμετοχή τους στην επιχείρηση να εισφέρουν το ποσό που είχαν καταβάλλει για τους λόγους που προεκτίθενται στην 1η κατηγορουμένη, καθώς και ποσό 13.755 € ο Α και ποσό 13.760 € ο Β, το οποίο τους ζήτησε η 1η κατηγορουμένη να καταβάλλουν πλέον των ήδη καταβληθέντων για να ανακαινισθεί το εστιατόριο, ποσό το οποίο της κατέβαλαν σταδιακά από αρχές Ιουλίου 2002 έως το Σεπτέμβριο του 2002. Παράλληλα οι εγκαλούντες άρχισαν να εργάζονται καθημερινά στο εστιατόριο, χωρίς να γίνεται όμως καμμία μεταβίβαση μεριδίων, οπότε άρχισαν να πιέζουν για σύσταση καταστατικού, το οποίο όχι μόνο δεν συνετάγη αλλά αντίθετα το Σεπτέμβριο του 2002 οι κατηγορούμενοι πρότειναν στους μηνυτές να τους καταβάλλουν ακόμη 10.000.000 δρχ, ο καθένας και να αγοράσουν ολόκληρη την επιχείρηση, καθώς και 15.000.000 δρχ, συνολικά ως "αέρα" της επιχείρησης που θα κατεβάλλοντο στον εκμισθωτή του καταστήματος. Τελικά, η πώληση της επιχείρησης ματαιώθηκε, όταν οι μηνυτές ήλθαν σε επαφή με τον εκμισθωτή του καταστήματος, ο οποίος τους ενημέρωσε ότι όχι μόνο δεν είχε ποτέ ζητήσει το ποσό των 15.000.000 δρχ. ως "αέρα", αλλά και ότι είχε δικαστική διένεξη με τους κατηγορουμένους λόγω μη καταβολής οφειλομένων μισθωμάτων πολλών μηνών. Έτσι οι μηνυτές ζήτησαν την επιστροφή των χρημάτων τους, τα οποία όμως δεν επεστράφησαν και οι μηνυτές προσέφυγαν στα αρμόδια δικαστήρια ασκώντας τις σχετικές αγωγές εναντίον των κατηγορουμένων. Οι περί των αντιθέτων των όσων πιο πάνω προέκυψαν ισχυρισμοί των κατηγορουμένων δεν επιβεβαιώθηκαν από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο και ως εκ τούτου είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1228/2007 βούλευμά του ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους των αποδιδομένων σ'αυτούς πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων και συγκεκριμένα: Α) από την πρώτη κατηγορουμένη (Χ1) της απάτης κατ' εξακολούθηση (τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατά συναυτουργία και μεμονωμένα), από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και Β) από τους λοιπούς κατηγορουμένους (Χ2, Χ3 και Χ4) της απλής συνέργειας σε απάτη και της απόπειρας απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, από υπαίτιους που διαπράττουν τέτοιες πράξης απάτης (με τη μορφή της απλής συνέργειας και της απόπειρας) κατ'επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, γι' αυτό δε το λόγο απέρριψε τις από τους κατηγορουμένους ασκηθείες κατά του υπ' αριθ. 2173/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών εφέσεις τους ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε το βούλευμα αυτό, στις παραπεμπτικές διατάξεις του οποίου και αναφέρεται με αυτόν τον τρόπο το Συμβούλιο Εφετών και οι οποίες, κατά πιστή μεταφορά, έχουν ως εξής: " Παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών τους: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, κατοίκους ......, για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: "Α) Η πρώτη κατηγορουμένη Χ1: Στη ......, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιούλιο του 2001 μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του 2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, δρώντας είτε από κοινού με τους συγκατηγορουμένους της είτε μεμονωμένα, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία και επιχείρησε να βλάψει ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, διαπράττει δε απάτες κατ' επάγγελμα, το δε περιουσιακό όφελος κα η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Ειδικότερα, α) τον Ιούλιο του 2001 παρέστησε ψευδώς στο μηνυτή Α ότι έχει τη δυνατότητα και τις γνωριμίες για να επενδύσει τα χρήματα του με υψηλές αποδόσεις και έτσι τον έπεισε να της καταβάλει τμηματικά το χρηματικό ποσό των 46.368 ευρώ και συγκεκριμένα α) στις 30-7-2001 ποσό 4.000.000 δραχμών, β) στις 17-9-2001 ποσό 500.000 δραχμών, γ) στις 21-9-2001 ποσό 7.500.000 δραχμών, δ) στις 7-11-2001 ποσό 1.000.000 δραχμών, ε) στις 4-12-2001 ποσό 2.000.000 δραχμών και στ) στις 10-12-2001 ποσό 800.000 δραχμών, συνολικά δε 15.800.000 δραχμές η 46.368 ευρώ, προκειμένου να τα επενδύσει για λογαριασμό του και να του καταβάλει κάθε μήνα τις αποδόσεις. Πλην όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή, η κατηγορουμένη δεν είχε τη δυνατότητα και τις γνωριμίες για να επενδύσει τα χρήματα του εγκαλούντος, ούτε προέβη σε καμία επένδυση, αντίθετα χρησιμοποίησε τα χρήματα του εγκαλούντος για δικό της όφελος (με άγνωστο τρόπο), αποκομίζοντας παράνομο όφελος ύψους 46.368 ευρώ με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή, εάν δε ο Α γνώριζε την αλήθεια δεν θα παρέδιδε τα χρήματα σ'αυτήν, β) Το Μάρτιο του 2002, παρέστησε ψευδώς στο μηνυτή Β ότι είχε τις διασυνδέσεις στο χώρο της εισαγωγής φθηνών επίπλων από την ...... και της εμπορίας τους με μεγάλο κέρδος, ότι με το ίδιο αντικείμενο ασχολείτο και ο αδελφός της Γ, ο οποίος ήταν μεγαλοεισαγωγέας και διατηρούσε αποθήκη επίπλων στην περιοχή των ......, και του πρότεινε να συστήσουν επιχείρηση επίπλων μαζί με τον Α με ποσοστό συμμετοχής 1/3 ο καθένας και έτσι τον έπεισε να της καταβάλει αυτός για τη συμμετοχή του στην ανωτέρω επιχείρηση το χρηματικά ποσό των 35.282,73 ευρώ. Πλην όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή, η κατηγορουμένη δεν είχε τη δυνατότητα και τις διασυνδέσεις για να κάνει εισαγωγές φθηνών Επίπλων από την ......, τα οποία θα μεταπωλούνταν με μεγάλο κέρδος, ο αδελφός της δεν ήταν μεγαλοεισαγωγέας αλλά απλός υπάλληλος στην επιχείρηση εισαγωγής αιγυπτιακών επίπλων στην περιοχή των ......, εάν δε ο Β γνώριζε την αλήθεια δεν θα κατέβαλε τα χρήματα στην κατηγορουμένη με συνέπεια να ζημιωθεί κατά το ποσό των 35.282,73 ευρώ το οποίο ωφελήθηκε η τελευταία, γ) Το Σεπτέμβριο του 2002, από κοινού δρώντας και κατόπιν συναποφάσεως με τους συγκατηγορουμένους της Χ2, Χ3 και Χ4, παρέστησε ψευδώς στους μηνυτές Α και Β ότι, προκειμένου αυτοί να αγοράσουν την επιχείρηση εστιατορίου με την επωνυμία "......", έπρεπε να της καταβάλουν ως "αέρα" για τον ιδιοκτήτη του καταστήματος το ποσό των 15.000.000 δραχμών ή 44.020 ευρώ, πλην όμως η πράξη της αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική της βούληση αλλά από εμπόδια εξωτερικά, καθόσον οι εγκαλούντες αναζήτησαν τον ιδιοκτήτη του καταστήματος, ο οποίος τους ενημέρωσε ότι ουδέποτε απαίτησε το παραπάνω ποσό και έτσι δεν της το κατέβαλαν. Με τις ανωτέρω πράξεις της σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ποσό των 125.670,73 ευρώ ήτοι ανώτερο των 15.000 ευρώ, είναι δε άτομο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος. Β) Οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι, Χ2, Χ3 και Χ4: Στη ......, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιούλιο του 2001 μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του 2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, δρώντας από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, παρείχαν απλή συνδρομή σε απάτη και επιχείρησαν να βλάψουν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, διαπράττουν δε τέτοιες πράξεις απάτης (με τη μορφή της απλής συνέργειας και της απόπειρας) κατ' επάγγελμα, το δε περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα: α) τον Ιούλιο του 2001, ενεργώντας από κοινού, παρείχαν με πρόθεση στη συγκατηγορουμένη τους Χ1 οποιαδήποτε συνδρομή κατά την τέλεση της άδικης πράξης της απάτης, με όφελος που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, τελεσθείσα κατ' επάγγελμα, που διέπραξε και ειδικότερα, όταν αυτή με σκοπό να αποκομίσει η ίδια και αυτοί παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, παριστάνοντας ψευδώς στο μηνυτή Α ότι έχει τη δυνατότητα και τις γνωριμίες για να επενδύσει τα χρήματα του με υψηλές αποδόσεις και έτσι τον έπεισε να της καταβάλει τμηματικά το χρηματικό ποσό των 46.368 ευρώ και συγκεκριμένα α) στις 30-7-2001 ποσό 4.000.000 δραχμών, β) στις 17-9-2001 ποσό 500.000 δραχμών, γ) στις 21-9-2001 ποσό 7.500.000 δραχμών, δ) στις 7-11-2001 ποσό 1.000.000 δραχμών, ε) στις 4-12-2001 ποσό 2.000.000 δραχμών και στ) στις 10-12-2001 ποσό 800.000 δραχμών, συνολικά δε 15.800.000 δραχμές η 46.368 ευρώ, προκειμένου να τα επενδύσει για λογαριασμό του και να του καταβάλει κάθε μήνα τις αποδόσεις. Πλην όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή, η Χ1 δεν είχε τη δυνατότητα και τις γνωριμίες για να επενδύσει τα χρήματα του εγκαλούντος, ούτε προέβη σε καμία επένδυση, αντίθετα χρησιμοποίησε τα χρήματα του εγκαλούντος για δικό της όφελος (με άγνωστο τρόπο), αποκομίζοντας παράνομο όφελος ύψους 46.368 ευρώ με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή, εάν δε ο Α γνώριζε την αλήθεια δεν θα παρέδιδε τα χρήματα σ' αυτήν, αυτοί, τελώντας εν γνώσει του ως άνω εγκλήματος της απάτης που τελούσε η άνω συγκατηγορουμένη τους παρείχαν με πρόθεση σ' αυτήν συνδρομή, επιβεβαιώνοντας τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις της και ενισχύοντας έτσι την εμπιστοσύνη του Α προς αυτήν, γνώριζαν δε ότι με την ενέργεια τους αυτή δίνουν έναυσμα στη συγκατηγορουμένη τους για την τέλεση της πράξης της απάτης και ήθελαν και επεδίωκαν να συμβάλλουν με τη δική τους συνδρομή στην πραγμάτωση αυτής με τον ίδιο με τη συγκατηγορουμένη τους σκοπό. β) Το Σεπτέμβριο του 2002, από κοινού δρώντας και κατόπιν συναποφάσεως μεταξύ τους και με τη συγκατηγορουμένη τους Χ1, παρέστησαν ψευδώς στους μηνυτές Α και Β ότι, προκειμένου αυτοί να αγοράσουν την επιχείρηση εστιατορίου με την επωνυμία "......", έπρεπε να τους καταβάλουν ως "αέρα" για τον ιδιοκτήτη του καταστήματος το ποσό των 15.000.000 δραχμών η 44.020 ευρώ, πλην όμως η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική τους βούληση αλλά από εμπόδια εξωτερικά, καθόσον οι εγκαλούντες αναζήτησαν τον ιδιοκτήτη του καταστήματος, ο οποίος τους ενημέρωσε ότι ουδέποτε απαίτησε το παραπάνω ποσό και έτσι δεν τους το κατέβαλαν. Με τις ανωτέρω πράξεις τους σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ποσό των 90.388 ευρώ, ήτοι ανώτερο των 15.000 ευρώ, είναι δε άτομα που διαπράττουν τέτοιες πράξεις απάτης (με τη μορφή της απλής συνέργειας και της απόπειρας) κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης τους προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο πιο πάνω βούλευμά του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και την αυτεπαγγέλτως προηγηθείσα προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων (κακουργημάτων), τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ', 26 παρ. 1α, 27, 42 παρ. 1, 45, 47 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1 και 3 εδ. α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς έτσι να στερήσει το βούλευμα από νόμιμη βάση, και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής τους για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την προαναφερθείσα κρίση του, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη αναφοράς και του τί προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του. Περαιτέρω, αναφέρεται στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος, που συμπληρώνεται, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, από το διατακτικό του επικυρωθέντος με αυτό πρωτοβάθμιου βουλεύματος, με σαφήνεια και πληρότητα ότι η πρώτη κατηγορουμένη Χ1, σύζυγος του δεύτερου κατηγορουμένου Χ2 (οι οποίοι είναι γονείς των τρίτου και τετάρτου των κατηγορουμένων Χ3 και Χ4) με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία και επιχείρησε να βλάψει ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και συγκεκριμένα το μήνα Ιούλιο 2001 παρέστησε ψευδώς στο μηνυτή ανηψιό της Α ότι έχει τη δυνατότητα και τις γνωριμίες στο χώρο των επενδύσεων για να επενδύσει τα χρήματά του με υψηλές αποδόσεις και έτσι τον έπεισε να της καταβάλει τμηματικά κατά τις αναφερόμενες ημεροχρονολογίες το συνολικό ποσό των 46.368 ευρώ, πλην όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή, αφού η εν λόγω κατηγορουμένη δεν είχε τη δυνατότητα και τις γνωριμίες για να επενδύσει τα χρήματα του άνω μηνυτή, τα οποία τελικά χρησιμοποίησε για δικό της όφελος αποκομίζοντας έτσι παράνομο όφελος ύψους 46.468 ευρώ με αντίστοιχη ζημία του ειρημένου Α. Κατά την τέλεση δε της ανωτέρω πράξεως της απάτης παρείχαν οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων με πρόθεση στην άνω συγκατηγορουμένη τους συνδρομή, επιβεβαιώνοντας τις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις της τελευταίας και ενισχύοντας έτσι την εμπιστοσύνη του Α προς αυτήν, γνώριζαν δε ότι με την ενέργειά τους αυτή δίνουν έναυσμα στη συγκατηγορουμένη τους για την τέλεση της πράξεως της απάτης και ήθελαν και επιδίωκαν να συμβάλλουν με τη δική τους συνδρομή στην πραγμάτωση αυτής με τον ίδιο με τη συγκατηγορουμένη τους σκοπό. Επίσης, εκτίθεται στην αιτιολογία του αναιρεσιβαλλόμενου βουλεύματος ότι το μήνα Μάρτιο 2002 η πρώτη κατηγορουμένη παρέστησε ψευδώς στο μηνυτή Β (φίλο και συνάδελφο του μηνυτή Α) ότι είχε τις διασυνδέσεις στο χώρο της εισαγωγής φθηνών επίπλων από την ...... και της εμπορίας τους με μεγάλο κέρδος και ότι με το ίδιο αντικείμενο ασχολείτο και ο αδελφός της Γ, ο οποίος ήταν μεγαλοεισαγωγέας και διατηρούσε στην περιοχή των ...... αποθήκη επίπλων, του πρότεινε δε να συστήσουν επιχείρηση επίπλων, μαζί με τον Α, με ποσοστό συμμετοχής 1/3 ο καθένας και έτσι τον έπεισε να της καταβάλει αυτός για τη συμμετοχή του στην άνω επιχείρηση το συνολικό ποσό των 35.282,73 ευρώ. Πλην όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή, αφού η εν λόγω κατηγορουμένη δεν είχε τη δυνατότητα και τις διασυνδέσεις για να κάνει εισαγωγές φθηνών επίπλων από την ...... , τα οποία θα μεταπωλούνταν με μεγάλο κέρδος, και ο άνω αδελφός της δεν ήταν μεγαλοεισαγωγέας, αλλά απλός υπάλληλος σε επιχείρηση εισαγωγής αιγυπτιακών επίπλων στην περιοχή των ......, με εντεύθεν συνέπεια να ζημιωθεί ο Β κατά το ποσό των 35.282,73 ευρώ, το οποίο ωφελήθηκε η πρώτη κατηγορουμένη. Περαιτέρω, αναφέρεται στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι όλοι οι κατηγορούμενοι το μήνα Σεπτέμβριο 2002, από κοινού δρώντας, παρέστησαν ψευδώς στους ειρημένους μηνυτές ότι προκειμένου αυτοί να αγοράσουν την επιχείρηση εστιατορίου τους με την επωνυμία "......" έπρεπε να τους καταβάλουν ως "αέρα" για τον ιδιοκτήτη του καταστήματος το ποσό των δρχ. 15.000.000 ή 44.020 ευρώ, πλην όμως η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική τους βούληση, αλλά από εμπόδια εξωτερικά, αφού οι μηνυτές αναζήτησαν τον ανωτέρω ιδιοκτήτη, ο οποίος τους ενημέρωσε ότι ουδέποτε ζήτησε το ανωτέρω ποσό, και έτσι δεν κατέβαλαν αυτό στους κατηγορουμένους. Τέλος, ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο όλων των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως της απάτης (με τις άνω μορφές που αναφέρονται για καθένα απ' αυτούς), το Συμβούλιο Εφετών με επαρκή αιτιολογία στήριξε την κρίση του στην επανειλημμένη τέλεση της πράξεως από την οποία προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι σχετικοί από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε, στις κρινόμενες αιτήσεις διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών και γι'αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρον 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 18 Ιουνίου 2007 αιτήσεις των α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3 και δ) Χ4, για αναίρεση του υπ'αριθ. 1.228/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα απ' αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες στο Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστούν η μεν 1η τούτων για απάτη κατ' εξακολούθηση (τετελεσμένη και σε απόπειρα κατά συναυτουργία και μεμονωμένη), από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική τιμή υπερβαίνων το ποσό των 15000 €, οι δε λοιποί κατηγορούμενοι για απλή συνέργεια σε απάτη και απόπειρα απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, από υπαίτιους που διαπράττουν τέτοιες πράξεις απάτης, κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €. Το Συμβούλιο Εφετών, που απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος και επικύρωσε το εν λόγω βούλευμα, διέλαβε το προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα, Συναυτουργία, Συνέργεια.
2
Αριθμός 1094/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5.12.2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Ευθυμιάδη, περί αναιρέσεως της 275/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμιο Κυριαζή. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.3.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 452.2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος η άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών' και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως η χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν η το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων , αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή, και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία μεταβίβαση, ή κατάργηση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους η με χρηματική ποινή". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ), που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών, όπως είναι, μεταξύ άλλων, και βεβαιώσεις σπουδών ή πιστοποιητικά που αναφέρονται στην οικογενειακή κατάσταση, την υγεία, τα προσόντα ή τις ιδιότητες προσώπων, πρέπει δε ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στο να διευκολύνει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος σχετικά με τις συγκεκριμένες βιοτικές ανάγκες, χωρίς, όμως, εντεύθεν να βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες σχέσεις του, και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 275/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην ... και στους παρακάτω αναφερομένους χρόνους, ο κατηγορούμενος με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, κατάρτισε πλαστά έγγραφα και ακολούθως έκανε χρήση των εγγράφων αυτών. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε συνάψει με την ασφαλιστική εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΑΕ" σύμβαση πρακτορεύσεως που ίσχυε μέχρι της 25.2.1999, οπότε λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της εταιρείας α) στις 6-4-1999 κατήρτισε, χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικό υπολογιστή, το ειδικό σήμα ασφάλισης αυτοκινήτων της "ΦΟΙΝΙΞ ΑΕ", με αριθμό ..., με το οποίο φαινόταν ότι το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο, στο όνομα AA, ήταν ασφαλισμένο στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία, ενώ με το γνήσιο σήμα με τον ίδιο αριθμό είναι ασφαλισμένο το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο στο όνομα BB, και β) στις 15.2.1999, με τον ίδιο πιο πάνω τρόπο, κατήρτισε το ειδικό σήμα της πιο πάνω εταιρείας, με αριθμό ..., στο οποίο φέρεται ότι είναι ασφαλισμένο το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο στο όνομα ΓΓ, ενώ με το γνήσιο σήμα που φέρει το ίδιο αριθμό είναι ασφαλισμένο το υπ' αριθμ. ... ΕΙΧ αυτοκίνητο στο όνομα ΔΔ. Στις πράξεις αυτές προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να παραπλανήσει τους πιο πάνω ασφαλισμένους, ότι δήθεν τα σήματα αυτά ασφάλισης, που τους παρέδωσε είναι γνήσια και ότι τα οχήματά τους είναι ασφαλισμένα στην προαναφερθείσα εταιρεία, γεγονός που η τελευταία αγνοούσε. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος έκανε χρήση των πλαστών αυτών ειδικών σημάτων, παραδίδοντας αυτά στους φερόμενους ασφαλισμένους κατά τις ανωτέρω χρονολογίες, εισπράττοντας τα ανάλογα ασφάλιστρα και συγκεκριμένα από τον ΑΑ 80.885 δρχ. και από τον ΓΓ 54.696 δρχ. Συνεπώς, πρέπει ο κατηγορούμενος για τις ανωτέρω πράξεις να κηρυχθεί ένοχος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στον παραπάνω τόπο, κατά την 15/2/1999 και 6/4/1999, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος παρέστησε ψευδώς στον ΓΓ και στον ΑΑ, αντίστοιχα, ότι είχε ασφαλίσει τα οχήματά τους στην ασφαλιστική εταιρεία ΦΟΙΝΙΞ ΑΕ με έγκυρη σύμβαση ασφαλίσεως και, παραδίδοντας σ' αυτούς τα ανωτέρω πλαστά ειδικά σήματα, τους έπεισε να του καταβάλουν τα ποσά που αντιστοιχούσαν στα ασφάλιστρα και ανέρχονταν σε δραχμές 54.696 και 80.885, αντίστοιχα, και συνολικά σε 135.581 δρχ. Έτσι, παραπλανώντας αυτούς, εισέπραξε το εν λόγω ποσό των 135.581 δρχ., ζημιώνοντας αντιστοίχως την ασφαλιστική εταιρεία και το οποίο βέβαια δεν της κατέβαλε, αφού ήταν τα ως άνω ειδικά σήματα πλαστά. Συνεπώς, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω πράξεων κατ' εξακολούθηση". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, X του ότι: "Α) Στην ... και κατά τους παρακάτω αναφερομένους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ακολούθως έκανε και χρήση των εγγράφων αυτών. Συγκεκριμένα: α) Στις 6/4/99 κατήρτισε το ειδικό σήμα ασφάλισης αυτοκινήτων της ασφαλιστικής εταιρείας ΦΟΙΝΙΞ με αριθμό ..., με το οποίο φαίνεται ότι είναι ασφαλισμένο το ... αυτοκίνητο στο όνομα ΑΑ, ενώ το γνήσιο με τον ίδιο αριθμό είναι ασφαλισμένο το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο στο όνομα ΒΒ, β) Στις 15/2/99 κατήρτισε το ειδικό σήμα της άνω εταιρείας με αριθμό ..., στο οποίο φέρεται ασφαλισμένο το υπ' αριθμ. ... ΕΙΧ αυτοκίνητο στο όνομα ΓΓ, ενώ το γνήσιο που φέρει τον ίδιο αριθμό είναι ασφαλισμένο το υπ' αριθμ. ... ΕIX αυτοκίνητο στο όνομα ΔΔ. Και όλα τα ανωτέρω έπραξε εν γνώσει του και εν αγνοία και χωρίς τη βούληση της εκδότριας εταιρίας, με σκοπό να παραπλανήσει τους ανωτέρω ασφαλισμένους ότι δήθεν τα ειδικά σήματα ασφάλισης είναι γνήσια, γεγονότα που έχουν έννομες συνέπειες σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας ΦΟΙΝΙΞ. Ακολούθως έκανε και χρήση των εγγράφων αυτών, παραδίδοντας κατά τις ανωτέρω χρονολογίες τα πλαστά ειδικά σήματα στα ανωτέρω ασφαλιζόμενα πρόσωπα. Και στους άνω τόπο και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, και ειδικότερα στις 6/4/99 και στις 15/2/99 παρέστησε ψευδώς στα αναγραφόμενα στα πλαστά ειδικά σήματα πρόσωπα, ότι τους είχε ασφαλίσει τα ανωτέρω περιγραφόμενα οχήματά τους στην ασφαλιστική εταιρεία ΦΟΙΝΙΞ, παραδίδοντας σ' αυτούς τα ανωτέρω πλαστά ειδικά σήματα και έτσι τους έπεισε να του καταβάλουν το ποσό που αντιστοιχούσε ως ασφάλιστρο, με σκοπό να τους παραπλανήσει και να λάβει το αντίστοιχο χρηματικό ποσό ασφαλίστρων των οχημάτων που ανέρχεται στο ποσό των 135.581 δρχ. (ήτοι 54.696 δρχ. για το πρώτο όχημα και 80885 δρχ. για το όχημα του ΑΑ), ενώ η αλήθεια ήταν ότι τα ειδικά σήματα ήταν πλαστά και το ποσό που αντιστοιχούσε στα ασφάλιστρα δεν καταβλήθηκε στην εταιρεία ΦΟΙΝΙΞ και όλα τα ανωτέρω έπραξε με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας της μηνυτρίας εταιρείας ΦΟΙΝΙΞ, που ζημιώθηκε κατά το εν λόγω χρηματικό ποσό". Στη συνέχεια δε, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1 και 386 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, σε σχέση με τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, λεκτέα τα εξής: α) αφού, κατά τα δεκτά γενόμενα από την απόφαση πραγματικά περιστατικά, με την κατάρτιση των αναφερομένων πλαστών ειδικών σημάτων ασφαλίσεως αυτοκινήτων της ασφαλιστικής εταιρείας "ΦΟΙΝΙΞ ΑΕ" και τη χρήση τους στη συνέχεια με την παράδοσή τους στους ανωτέρω ασφαλισμένους, σκόπευε ο αναιρεσείων να παραπλανήσει τους τελευταίους ότι δήθεν τα εν λόγω ειδικά σήματα ήταν γνήσια, γεγονός που είχε έννομες συνέπειες εις βάρος της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας, σκοπός ο οποίος βέβαια δεν εμπίπτει στα διαγραφόμενα από το άρθρο 217 ΠΚ πλαίσια της άμεσης συντηρήσεως, της κινήσεως και της κοινωνικής προόδου του αναιρεσείοντος, εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 216 και όχι του άρθρου 217 ΠΚ, και από τα μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα από την περικοπή της "... από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά ...", προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, άρα και τα αναφερόμενα στα πρακτικά με τους αριθμούς 3, 4 και 9 (αναγνωσθέντα) έγγραφα, ήτοι την "καταγγελία συμβάσεως ΦΟΙΝΙΚΑ με ημερομηνία 18.1.99", την "από 15.7.99 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα ΑΑ" και το "φωτοαντίγραφο έκθεσης επίδοσης με ημερομηνία 25.2.1999 της "ΦΟΙΝΙΞ" κλπ κατά X", αντίστοιχα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων κατέθεσε δια του συνηγόρου του, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, "αίτηση - δήλωση", που ανέπτυξε και προφορικώς και με την οποία προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό της παραγραφής των μερικοτέρων πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης κατ' εξακολούθηση, που φέρονταν ότι τελέσθηκαν στις 5.1.1999 και 28.12.1998, τον οποίο (ισχυρισμό) δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως και κατ' ουσίαν βάσιμο και στη συνέχεια έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για τις εν λόγω μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης, ενώ κατά τα λοιπά οι περιεχόμενοι στην ειρημένη "αίτηση - δήλωση" του κατηγορουμένου ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς αλλά αρνητικοί της άνω κατηγορίας και κατά συνέπεια το Δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούτο να απαντήσει σε αυτούς τους ισχυρισμούς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, εντεύθεν δε είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β', Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ακροάσεως, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε, στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Μαρτίου 2007 (υπ' αριθ. πρωτ. 543/7.3.2007) αίτηση του X για αναίρεση της υπ' αριθ. 275/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα α) στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και β) στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣΟ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδίκη του αναιρεσείοντος για: α΄) Πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση και β΄) απάτη κατ' εξακολούθηση. Το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 386 παρ. 1 ΠΚ. Όχι υποχρέωση απαντήσεως σε αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς και συνεπώς είναι απορριπτέοι οι σχετικοί περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄, Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Εξακολουθούν έγκλημα.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1093/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Νικόλαου Κωνσταντόπουλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ......, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αναγνωστάκη, 2. Χ2, κατοίκου ...... και 3. Χ3, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, περί αναιρέσεως της 642/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 37/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1, δια ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και ηθική αυτουργία και να παραπεμφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπαίτιος της πράξεως που προβλέπεται, από το άρθρο 224 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται η αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. α του ίδιου Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της απόφασης για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξης. Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την πληρότητα όμως, της αξιούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απαιτείται, όσον αφορά την έκθεση των αποδεικτικών μέσων τα οποία λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο, η γενική κατ' είδος αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και ιδιαίτερη μνεία καθενός από αυτά και του τι ειδικότερα προέκυψε από καθένα. Πρέπει, όμως, να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να καταλήξει στη κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Δικαστήριο που την εξέδωσε προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τους κατηγορούμενους κρίση του, έλαβε υπόψη του: τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι "Στα ...... ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 στις 29 Σεπτεμβρίου 2000, και στις 25 Ιανουαρίου 2001 και στον ...... ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3 στις 17 Ιουνίου 2002 και στις 5 Νοεμβρίου 2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρμόδιας για ένορκη εξέταση αρχής, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα σχετιζόμενα ουσιαστικά και διαδικαστικά με την υπόθεση επί της οποίας εξετάστηκαν και απέκρυψαν την αλήθεια. Ειδικότερα, στο Γραφείο Εισηγήσεων του Πρωτοδικείου Χανίων, κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που έταξε η με αριθμό 173/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, εξεταζόμενος ο Χ2 ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Εισηγήτριας - Δικαστού Μαρίας Βαρελάκη, Πρωτοδίκου, επί των θεμάτων αποδείξεων και ανταποδείξεως της ως άνω αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία εκδόθηκε επί της από 20-7-1997 και με αριθμ. πρωτ. 342/22-7-1997 διεκδικητικής αγωγής του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων κατά των νυν δεύτερου και τρίτης των εγκαλούντων Α και Β αντίστοιχα, σχετικά με οικόπεδο κείμενο στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας ...... επαρχίας ...... και δη στην περιοχή ......, εντός του ομώνυμου οικισμού και επί της από 24-2-1998 και με αριθμ. πρωτ. 94/24-2-1998 πρόσθετης παρέμβασης του πρώτου εγκαλούντα Ψ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων υπέρ των εναγόμενων (νυν δεύτερου και τρίτης των εγκαλούντων) στην άνω υπ' αριθμ. 342/22-7-1997 αγωγή, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς τα παρακάτω αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας γεγονότα, τα οποία περιέχονται στην με αριθμό 40/2000 Έκθεση Εισηγήσεως του Πρωτοδικείου Χανίων. 2) Στον ...... ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3 στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Πειραιά, κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που έταξε η με αριθμό ως άνω απόφαση 173/1999 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον των Ειρηνοδικών Πειραιά Α. Αντωνογιαννάκη (την 17-6-2002) και Ελένης Αναματερού (την 5-11-2002) ως εντεταλμένων δικαστών, επί των θεμάτων αποδείξεως και ανταποδείξεως της προαναφερθείσας αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς τα γεγονότα, τα οποία περιέχονται στην με αριθμό 15/2002 Εισηγητική Έκθεση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η οποία έχει καταχωρηθεί στα βιβλία Εισηγήσεων του Πρωτοδικείου Χανίων την 18-11-2002 με αριθμ. πρωτ. 72/2002 και όπως ειδικότερα τα γεγονότα αυτά περιέχονται στο διατακτικό της παρούσσας. Στην κατάθεση των πιο πάνω ψευδών γεγονότων κατά τις προαναφερθείσες ημερομηνίες προέβησαν οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορούμενων ενώ εγνώριζαν την αναλήθεια τους και τη σχετική με αυτά αλήθεια που συνιστάται στο ότι το επίδικο ανήκε από πολλά χρόνια πριν στον Γ και ότι στη συνέχεια περιήλθε στον πρώτο εγκαλούντα Ψ μέχρι που ο τελευταίος το πώλησε στους δεύτερο και Τρίτη των εγκαλούντων Α και Β, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 και οι δικαιοπάροχοι του (Δ, κλπ) δεν είχαν ασκήσει ποτέ ούτε οι ίδιοι, ούτε άλλοι στο όνομα τους καμία απολύτως πράξη νομής ή κατοχής στο επίδικο, αλλά αντίθετα έβλεπε ότι το επίδικο ήταν περιφραγμένο με σιδερένιους πασσάλους (αρχικά) και με συρματόπλεγμα στη συνέχεια και τελευταία με τσιμεντένιο τοιχίο από τον πρώτο εγκαλούντα, χωρίς καμία απολύτως αντίδραση του πρώτου κατηγορουμένου, ότι έβλεπε το επίδικο να καλλιεργείται από τον πρώτο εγκαλούντα και τον δικαιοπάροχο πατέρα του, ότι η μητέρα του Ε δεν είχε μισθώσει ποτέ ούτε από τον πρώτο εγκαλούμενο, ούτε από κανένα άλλο το επίδικο, ούτε πλήρωσε ουδέποτε οποιαδήποτε εισφορά προς τον ΤΟΕΒ για το επίδικο και ποτέ δεν είχε δέσει τα ζώα του πρώτου κατηγορουμένου εντός του επίδικου τμήματος. 3) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος προκάλεσε με πρόθεση στο δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 και στον τρίτο κατηγορούμενο Χ3 την απόφαση να εκτελέσουν τις πιο πάνω διαπραχθείσες από αυτούς άδικες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα με φορτικότητα, πειθώ, υποσχέσεις, προτροπές και συμβουλές παρότρυνε και έπεισε στα ...... την 29 Σεπτεμβρίου 2000, την 27 Νοεμβρίου 2000 και την 25 Ιανουαρίου 2001 το δεύτερο κατηγορούμενο να καταθέσει τα ως άνω εκτεθέντα ψευδή γεγονότα και στον Πειραιά την 17 Ιουνίου 2002 και την 5 Νοεμβρίου 2002 τον τρίτο κατηγορούμενο να καταθέσει τα ως άνω εκτεθέντα ψευδή γεγονότα και να αποκρύψουν την αλήθεια ενώ εγνώριζαν τόσο αυτοί (δεύτερος και ο τρίτος κατηγορούμενος) όσο και ο πρώτος κατηγορούμενος την αναλήθεια των γεγονότων αυτών. Σχετικά με την αναλήθεια όλων αυτών που κατέθεσαν οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων και την πρόθεση του τρίτου των κατηγορουμένων να προκαλέσει τους πρώτο και δεύτερο τούτων να καταθέσουν τα ως άνω ψευδή πραγματικά περιστατικά ρητά κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας καταθέτοντας πραγματικά περιστατικά σχετικά με την αναλήθεια των κατατεθέντων εκ μέρους των δύο πρώτων των κατηγορουμένων". Από την ανωτέρω περικοπή δεν προκύπτει και μάλιστα αδιστάκτως ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η κατάθεση της μοναδικής μάρτυρος υπερασπίσεως και συζύγου του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Χ1, η οποία εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Εφετείου, η οποία ούτε καν μνημονεύεται σε κάποιο σημείο του κειμένου του αιτιολογικού της απόφασης. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ). Περαιτέρω, εφόσον, οι χαρακτηριζόμενες στο νόμο ως πλημμελήματα μερικότερες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας (άρθρα 18, 46 και 224 παρ.1 και 2 του ΠΚ), φέρονται ότι τελέσθηκαν την 29-9-2000 και 25-1-2001, έκτοτε δε και μέχρι την, κατά την 8-4-2009, εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, πολύ δε περισσότερο μέχρι την ημέρα διασκέψεως (29-4-2009), παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο των πράξεων αυτών, εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.), και κατά συνέπεια πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος των κατηγορουμένων 1) Χ2 και 2) Χ1, ποινική δίωξη για τις ως άνω πράξεις. Επομένως, κατά τα λοιπά για τις μη παραγραφείσες πράξεις, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 642/9-4-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων Χ2 και Χ1 για τις μερικότερες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, που φέρονται ότι έχουν τελεσθεί την 29-9-2000 και 25-1-2001. Και, Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα λοιπά, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση - ηθική αυτουργία κλπ, με την επίκληση των λόγων: α) της απόλυτης ακυρότητας και β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει απόλυτη ακυρότητα από το γεγονός ότι έγινε επιλεκτική χρήση των αποδεικτικών μέσων και δη δεν λήφθηκε υπόψη η κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης, για την οποία δε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο αιτιολογικό. Αναιρεί και παύει οριστικά, εν μέρει την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Παραπέμπει κατά τα λοιπά. Παρέλκει η έρευνα του έτερου λόγου.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα.
2
Αριθμός 1096/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορούμενο τον: Χ, κάτοικο ...... και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 17 Μαρτίου 2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 489/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό 127/06.04.2009 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 137 παρ.1β ΚΠΔ, τη 1418/09 αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμ/κών Ηρακλείου Ηρακλείου, με την οποία ζητά την παραπομπή της υποθέσεως για ψευδή καταμήνυση και απάτη, κατά συρροή, [άρθρα 229 παρ. 1 και 386 παρ. 1α ΠΚ], κατά του Χ, κατοίκου ......, που έχει παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμ/κείου Ηρακλείου, στη δικάσιμο αυτού της 29-5-09, από το δικαστήριο τούτο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα. 2-Κατά το άρθρο 136 περ. γ του ΚΠΔ το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, και στην περίπτωση που επιβάλλουν τούτο σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Αρμόδιο δικαστήριο να διατάξει την παραπομπή, κατά το άρθρο 137 ΚΠΔ, όταν πρόκειται να γίνει παραπομπή από το ένα εφετείο στο άλλο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο. Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν πρόκειται να γίνει παραπομπή για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας επιλαμβάνεται ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα, του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος, εφόσον ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου την υιοθετεί. 3-Στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση αφορά κατηγορία για ψευδή καταμήνυση και απάτη, κατά συρροή, κατά του κατηγορουμένου, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, ήτοι αναφέρεται σε διαδίκους, μεταξύ των οποίων μετά τη διεξαγωγή της δίκης τους δημιούργησαν αιματηρά επεισόδια στους χώρους του Πρωτοδικείου του Ηρακλείου, τα οποία διατάραξαν τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Συγκεκριμένα, δημιούργησαν επεισόδια που κατέληξαν σε συμπλοκή, βαρύ τραυματισμό ενός με διπλό κρανιακό κάταγμα κλπ, αμέσως μετά την λήξη της δίκης στις 30-11-05, κατά την οποία εκδικαζόντουσαν δυο αγωγές των κατηγορουμένων εναντίον των παθόντων Α κλπ, την τέλεση των οποίων δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν οι εγχώριες αστυνομικές αρχές, παρά τις προειδοποιήσεις που έγιναν σ' αυτές από τους παθόντες και τους συνηγόρους τους. Για τους λόγους αυτούς την επόμενη δίκη με διαδίκους τους ανωτέρω το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την 1843/07 απόφασή του, παρέπεμψε την υπόθεση στο Πλημμελειοδικείο Πειραιώς για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Ήδη, και για την ως άνω δίκη ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, ύστερα από την από 18-3-09 αίτηση του Β, μάρτυρα κατηγορίας της υπόθεσης, με την 1418/09 αναφορά-αίτησή του ζητά την παραπομπή της υπόθεσης από το Πρωτοδικείου Ηρακλείου σε άλλο ομοειδές και ομοιόβαθμο δικαστήριο για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας, καθόσον, όπως αναφέρει, συντρέχουν οι ίδιοι λόγοι, που συνέτρεχαν και στην προηγούμενη δίκη, για την οποία έγινε κανονισμός αρμοδιότητας για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας, ήτοι ότι κατά τη διεξαγωγή της δίκης προοιωνίζεται ότι θα δημιουργηθούν επεισόδια μεταξύ των αντιθέτων πλευρών σε βαθμό τέτοιο, ώστε οι εγχώριες αστυνομικές δυνάμεις να μην μπορέσουν να τα αποτρέψουν. Την άποψή του αυτή την υιοθετούμε, καθόσον, μεταξύ των αντιδίκων πλευρών υφίστανται μακρόχρονες διαφορές που τους οδηγεί σε οξύτητες και σε βιαιοπραγίες. Συντρέχει, επομένως, η προϋπόθεση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή για την εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης, κατά το άρθρο 136 περ. γ ΚΠΔ, για την οποία αρμόδιο, κατά το άρθρο 137 παρ.1β ΚΠΔ, είναι το Δικαστήριο του Αρείου σε συμβούλιο. 4-Κατ'ακολουθία, να γίνει δεκτή η αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμ/κών Ηρακλείου ως ουσιαστικά βάσιμη και να παραπεμφθεί η υπόθεση από το καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο Πρωτοδικείο του Ηρακλείου στο ομοιόβαθμο και ομοειδές Πρωτοδικείο Πειραιώς. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ 1-Να γίνει δεκτή η 1414/09 αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμ/κών Ηρακλείου Ηρακλείου, και 2-Να παραπεμφθεί η ανωτέρω υπόθεση από το Πρωτοδικείο Ηρακλείου στο Πρωτοδικείο Πειραιώς. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. γ' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραπομπή μιας υποθέσεως από το αρμόδιο κατά τόπον δικαστήριο σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο, διατάσσεται, πλην άλλων περιπτώσεων, και όταν σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη επιβάλλουν την εκδίκαση της υποθέσεως σε δικαστήριο κείμενο σε άλλο τόπο από εκείνο που πρόκειται να εκδικασθεί. Οι λόγοι αυτοί προβάλλονται από τους κατά τόπους εισαγγελείς και δεν είναι ανάγκη να προκύπτουν με βεβαιότητα, αλλά αρκεί η πιθανολόγησή τους. Την παραπομπή αποφασίζει στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, στο οποίο εισάγεται η υπόθεση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εφόσον και αυτός συμφωνεί με την περί της παραπομπής αίτηση του αρμόδιου Εισαγγελέως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την 1418/17-3-2009 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ηρακλείου Νικόλαος Μαρκάκης ζητεί την παραπομπή της αναφερόμενης σ' αυτή υποθέσεως από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, όπου έχει προσδιορισθεί προς εκδίκαση στις 29/5/2005 σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο, για λόγους δημόσιας τάξεως. Η υπόθεση αφορά κατηγορία για ψευδή καταμήνυση και απάτη, κατά συρροή, κατά του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Μεταξύ των διαδίκων αυτών υπάρχουν μακροχρόνιες διαφορές αστικής και ποινικής φύσεως, που τους οδηγούν σε οξύτητες και βιαιοπραγίες. Ειδικότερα προκύπτει ότι στις 30-9-2005, στο χώρο του Πρωτοδικείου Ηρακλείου, αμέσως μετά την εκδίκαση αγωγών, δημιουργήθηκαν σοβαρά επεισόδια, την εξέλιξη των οποίων δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν οι εγχώριες αστυνομικές δυνάμεις παρότι είχαν ειδοποιηθεί από τους διαδίκους. Η ποινική δικογραφία που σχηματίσθηκε και η εκδίκαση της σχετικής ποινικής υπόθεσης παραπέμφθηκε με την 1843/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου (ποινικό τμήμα) από το Τριμελές Πλημ/κείο Ηρακλείου στο Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιώς για σοβαρούς λόγους, αναγόμενους στη δημόσια ασφάλεια και τάξη. Για τους ίδιους λόγους παραπέμφθηκε με την 1897/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου (A2' Πολιτικό Τμήμα) η εκδίκαση αγωγών που αφορούν τους αυτούς διαδίκους, από το Εφετείο Κρήτης στο Εφετείο Πειραιώς. Ήδη, και για την ως άνω δίκη ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, ύστερα από την από 18-3-09 αίτηση του Β, μάρτυρα κατηγορίας της υπόθεσης, με την 1418/09 αναφορά-αίτησή του ζητά την παραπομπή της υπόθεσης από το Πρωτοδικείου Ηρακλείου σε άλλο ομοειδές και ομοιόβαθμο δικαστήριο για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας, καθόσον, όπως αναφέρει, συντρέχουν οι ίδιοι λόγοι, που συνέτρεχαν και στην προηγούμενη δίκη, για την οποία έγινε κανονισμός αρμοδιότητας για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας, ήτοι ότι κατά τη διεξαγωγή της δίκης προοιωνίζεται ότι θα δημιουργηθούν επεισόδια μεταξύ των αντιθέτων πλευρών σε βαθμό τέτοιο, ώστε οι εγχώριες αστυνομικές δυνάμεις να μην μπορέσουν να τα αποτρέψουν. Εκ τούτων πιθανολογείται ότι σοβαροί λόγοι αναγόμενοι στη δημόσια ασφάλεια και τάξη επιβάλλουν την παραπομπή της ανωτέρω υποθέσεως από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, όπου έχει προσδιορισθεί προς εκδίκαση στις 29/5/2005, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, όπως βάσιμα ζητεί ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ηρακλείου με την ως άνω αναφορά του και συμφωνεί προς τούτο ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και, επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να διαταχθεί η παραπομπή της υπόθεσης επί της οποίας αφορά η πιο πάνω αίτηση του Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει τη στο σκεπτικό υπόθεση για εκδίκαση της, κατά του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, κατηγορίας, για ψευδή καταμήνυση και απάτη στο δικαστήριο, από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, στο ομοιόβαθμο και ομοειδές Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητος. Παραπομπή υποθέσεως από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, για λόγους δημόσιας τάξεως. Παραπέμπει στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 1104/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο και Αντώνιο Αθηναίο (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γιαννούλα, περί αναιρέσεως της 50647/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθήνας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2014/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ασχέτως ποσού, οι οποίες τον βαρύνουν, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ'αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεώς τους στους κατά την παράγρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/1951 ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες βαρύνουν τον ίδιο, καθώς και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών οι οποίες βαρύνουν τους εργαζόμενους σ'αυτόν και η μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, υπάρχει και όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν αναφέρονται, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει και όταν κατά την έκθεση των περιστατικών που ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, παρατηρείται, είτε στην αυτοτελή αιτιολογία της αποφάσεως, είτε μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της, ασάφεια ή αντίφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 50647/2007 αποφάσεως του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΑΝΤΕΜΙΚΣ ΕΠΕ (εκπαιδευτήρια), αν και απασχόλησε κατά τη χρονική περίοδο 6/00 έως 4/01 στην επιχείρησή της αυτή, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, τριάντα εννέα μισθωτούς με σύνολο αποδοχών 116.623,08 ευρώ, ασφαλισμένους στο ΙΚΑ, προς το οποίο έπρεπε να καταβάλει τις παρακάτω εισφορές μέσα σε ένα μήνα αφότου κατέστησαν απαιτητές, δεν τις κατέβαλε και ειδικότερα α) ενώ είχε υποχρέωση να καταβάλει στο ΙΚΑ εργοδοτικές εισφορές 38.323,70 ευρώ, δεν τις κατέβαλε στον εν λόγω ασφαλιστικό Οργανισμό μέσα σε προθεσμία ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές και β) ενώ παρακράτησε ασφαλιστικές εισφορές των ανωτέρω εργασθέντων στην επιχείρησή της, ποσού 19.161,86 ευρώ, για να τις αποδώσει στον ως άνω ασφαλιστικό Οργανισμό (εργατικές), δεν τις απέδωσε σ'αυτόν μέσα σε προθεσμία ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Στο διατακτικό, όμως, της προσβαλλόμενης αποφάσεως δέχθηκε το Δικαστήριο ασαφώς ότι οι ανωτέρω εργαζόμενοι απασχολήθηκαν κατά τη χρονική περίοδο από 6/00 έως 4/01, συγχρόνως δε ότι ο χρόνος τελέσεως των αποδιδομένων στην αναιρεσείουσα δύο αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, είναι η 23 Ιανουαρίου 2003, χωρίς να διευκρινίζει το λόγο για τον οποίο ο χρόνος αυτός τελέσεως των πράξεων τοποθετείται μεταγενέστερα από το χρόνο απασχολήσεως των εργαζομένων και το χρόνο απαιτητού των μνημονευομένων ως οφειλομένων εισφορών. Υπάρχει, επομένως, ασάφεια και ως εκ τούτου έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η ασάφεια δε αυτή είναι κρίσιμη εν προκειμένω, διότι ανακύπτει περίπτωση εξαλείψεως του αξιοποίνου των ανωτέρω πράξεων, λόγω παραγραφής. Κατόπιν αυτών, πρέπει, κατά παραδοχήν του εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως (αν και προσβαλλομένου με την επίκληση άλλων σαφών αιτιάσεων και όχι και της συγκεκριμένης αντιφάσεως), αλλά και κατ'αυτεπάγγελτη εξέταση της πλημμέλειας αυτής (άρθρο 511 ΚΠοινΔ) ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση είναι παραδεκτή και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως (εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α', Δ' και Ε' ΚΠοινΔ), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 50647/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχεία μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών. Πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στη δικαστική απόφαση. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική, για μη έγκαιρη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, απόφαση, λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, διότι στο διατακτικό της αποφάσεως εμφιλοχωρεί ασάφεια ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως των πράξεων, στοιχείο κρίσιμο για τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παραγραφή.
0
Αριθμός 1086/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1409/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.12.2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1410/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 502/23.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 485 § 1 και 528 § 1 εδ. τελ. του Κ.Π.Δ. την από 11-12-2007 αίτηση του ... για επανάληψη προς το συμφέρον του της διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ 1409/19-4-2007 αμετάκλητη καταδικαστική σε βάρος του απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες τέσσαρες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και η μετά την οριστική καταδίκη του, αποκάλυψη νέων άγνωστων στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότων ή αποδείξεων, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, επί τη βάσει του αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο που υπηρετεί. Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών καταδικάστηκε κατ' έφεση με την υπ' αριθμ. 1409/19-4-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που έχει καταστεί αμετάκλητη (αφού παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της αναίρεσης) σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, η οποία μετετράπη προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση και υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση. Με την κρινομένη αίτησή του ζητεί από παραδρομή την επανάληψη της διαδικασίας της υπ' αριθμ. 14842/22-9-05 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αντί του ορθού της ως άνω 1409/19-4-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (αφού η τελευταία εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως του αιτούντος κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης) ισχυριζόμενος ότι είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε. Προς απόδειξη όμως του ισχυρισμού του αυτού δεν επικαλείται κανένα νέο γεγονός, ούτε και καμία απόδειξη προς επιβεβαίωσή του, ενώ από τα πρακτικά της καταδικαστικής απόφασης προκύπτει ότι ο αιτών παραδέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς τις πράξεις που του αποδόθηκαν και ζήτησε να κριθεί με επιείκεια. Κατόπιν αυτών, η κρινομένη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να απορριφθεί η από 11-12-2007 αίτηση του ..., κατοίκου ..., για επανάληψη προς το συμφέρον του της διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αριθμ. 1409/19-4-2007 αμετάκλητη καταδικαστική σε βάρος του απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Αθήνα 23 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το αίτημα για αναβολή εκδίκασης της υποθέσεως σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που υπέβαλε ο αιτών με ΦΑΞ που απεστάλη στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου κατά την στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επικαλούμενος α) αδυναμία του να εμφανισθεί κατ' αυτήν για λόγους υγείας και β) αδυναμία του να διορίσει δικηγόρο λόγω απορίας του, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, το μεν διότι αυτός ούτε επικαλείται αλλ' ούτε και προσκομίζεται κάποια ιατρική βεβαίωση που να δικαιολογεί την αδυναμία του να εμφανισθεί στο δικαστήριο, το δε διότι δεν προκύπτει ότι υπεβλήθη αρμοδίως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 6 του νόμου 3226/2004 "Νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος ..." αίτηση διορισμού συνηγόρου στην εκδικαζόμενη υπόθεσή του. Αντίθετα, όπως αποδεικνύεται από το με αριθμό πρωτ. 60 από 13.2.2009 έγγραφο της Προϊσταμένης του Διοικητικού του Αρείου Πάγου, σχετικό αίτημα που υποβλήθηκε από τον αιτούντα στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου για δικαστική συνδρομή απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμο. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Επομένως η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1409/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και η οποία κατέστη αμετάκλητη λόγω παρόδου απράκτου της προθεσμίας αναίρεσης, για το λόγο ότι, από το επικαλούμενο νέο έγγραφο, άγνωστο στους δικαστές που τον καταδίκασαν, σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του ανωτέρου δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, γίνεται φανερό (όπως διατείνεται), ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, παραδεκτώς δε εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αιτών καταδικάστηκε με την 1409/19/4/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, η οποία μετατράπηκε προς 4.40 ευρώ ημερησίως, Α) για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα ότι κατά την 28/2/2002 κατήρτισε πλαστό προσωρινό δελτίο ταυτότητος και κατά την 23/4/2002, την 17/5/2002 και 27/5/2002 έκανε χρήση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του ως άνω πλαστού εγγράφου τους υπαλλήλους της αρμόδιας ΔΟΥ, του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων καθώς και της Αγροτικής Τράπεζας, ότι δήθεν τα στοιχεία της ταυτότητάς του ήταν τα αναγραφόμενα στο πλαστό έγγραφο και Β) για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα ότι α) κατά την 23/4/2002 και 17/5/2002, προσκομίζοντας το παραπάνω πλαστό έγγραφο στον αρμόδιο υπάλληλο της ΔΟΥ ..., επέτυχε να εκδοθεί η υπ' αριθμ. ...βεβαίωση έναρξης εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία, στο όνομα ...και αντικείμενο εργασιών την εμπορία ελαστικών, ανταλλακτικών και εξαρτημάτων αυτοκινήτων και η ....βεβαίωση μεταβολής εργασιών φυσικού προσώπου - επιτηδευματία, στο όνομα του ανωτέρω με δευτερεύον αντικείμενο την εμπορία φρούτων, αντιστοίχως και β) κατά την 23-4-2002, προσκομίζοντας το ως άνω πλαστό έγγραφο στον αρμόδιο υπάλληλο του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων ..., επέτυχε να εκδοθεί το βιβλιάριο ενσήμων σύνταξης και ασθενείας του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων. Συνεπώς το ως άνω νέο γεγονός αλυσιτελώς προβάλλεται εν προκειμένω, κανένα δε άλλο νέο στοιχείο δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει ο αιτών προς απόδειξη της αθωότητάς του και συγκεκριμένα προς ανατροπή των καταθέσεων των μαρτύρων, κατηγορίας... και ..., που εξετάσθηκαν ενόρκως κατά την δίκη επί της οποίας η παραπάνω απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του εγγράφων που επιβεβαιώνουν τις καταθέσεις αυτών, αλλά και της ιδίας της απολογίας του αιτούντος, με την οποία εμμέσως παραδέχεται την τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων. Εν όψει των ανωτέρω, δεν καθίσταται φανερό, κατά την έννοια του άρθρου 525 & 1 περ. 2 Κ.Π.Δ., ότι ο κατηγορούμενος αιτών είναι αθώος για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε και πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 583 & 1 Κ.Π.Δ.). Ο αιτών επικαλείται με την αίτησή του ότι, μετά την έκδοση της ανωτέρω [και των υπόλοιπων μνημονευόμενων] αποφάσεως, αποκαλύφθηκε νέο άγνωστο στους δικαστές που δίκασαν τις σχετικές υποθέσεις στοιχείο, ήτοι έκθεση της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων [ΥΠ.Ε.Ε.] της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας, που θεωρήθηκε αρμοδίως στις 26-6-2007, και ότι με αυτή βεβαιώνεται ο ισχυρισμός του, πως άλλα άτομα, που κατονομάζει, εξέδιδαν χωρίς εντολή ή εξουσιοδότησή του αξιόγραφα για λογαριασμό του ή της Εμπορικής εταιρείας που διατηρούσε με την επωνυμία "ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μον. Ε.Π.Ε.", με βάση τα οποία αξιόγραφα καταδικάστηκε και με την προαναφερόμενη απόφαση σε φυλάκιση. Πλην όμως, υπό τα περιστατικά αυτά που εκτίθενται, συνάγεται, ότι η ως άνω έκθεση ενδεχομένως θα ασκούσε επιρροή επί άλλων από τις σε βάρος του αιτούντος εκδοθείσες αποφάσεις που εκδόθηκαν σε υποθέσεις έκδοσης ακάλυπτων επιταγών και όχι επί της απόφασης που προαναφέρθηκε για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το αίτημα αναβολής της δίκης. Απορρίπτει την από 11.12.2007 αίτηση του ..., για επανάληψη προς το συμφέρον του της διαδικασίας, που περατώθηκε με την 1409/19.4.2007 αμετάκλητη καταδικαστική σε βάρος του απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ερήμην. Επανάληψη διαδικασίας. Απόρριψη της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας με την επίκληση νέων αποδεικτικών στοιχείων καθόσον αυτά αλυσιτελώς προβάλλονται και δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος. Απόρριψη αιτήματος αναβολής εκδίκασης της παραπάνω αίτησης για λόγους αδυναμίας εμφάνισης του αιτούντος συνεπεία προβλημάτων υγείας, ως αναπόδεικτου, και για διορισμό δικηγόρου λόγω απορίας του, λόγω μη επίκλησης υποβολής αρμοδίως και εμπροθέσμως σχετικής αίτησης. Απορρίπτει αίτημα αναβολής. Απορρίπτει.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας, Αναβολής αίτημα.
2
Αριθμός 1085/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Δαρμάρο, περί αναιρέσεως της 1344/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) .... και 2) ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.4.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 988/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ, 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1344/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, μετατραπείσαν σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για παράβαση του άρθρου 1 του ν.δ. 3424/1955, κατ' εξακολούθηση, ήτοι για υπερημερία αγοραστή γεωργικών προϊόντων, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη, στον τόπο και το χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό, ενώ ήταν έμπορος αγροτικών προϊόντων κατά την έννοια του άρθρου 22 παρ. 1 Ν 992/1979, για μεταπώληση, εξαγωγή ή βιομηχανοποίηση, κατέστη υπερήμερη για καταβολή του τιμήματος στον πωλητή παραγωγό. Πιο συγκεκριμένα, με την προαναφερόμενη ιδιότητά της, και ενώ στις 6-7-2002 παρέλαβε από τους πωλητές εγκαλούντες αγρότες ... και ..., κατόπιν συμφωνίας που επετεύχθη δια του εκπροσώπου και μεσολαβητή αυτών ..., 99.000 κιλά σιτάρι, ήτοι από τον μεν πρώτο εγκαλούντα ... 67.000 κιλά σιτάρι με τιμή μονάδας 0,176 € κατά κιλό και συνολικής αξίας 11.792,00 €, μείον 353,76€ (3ο/ο ΕΛΓΑ) δηλ. καθαρής αξίας 11.438,24 €, από την δε δευτέρα εγκαλούσα ... 32.000 κιλά σιτάρι με τιμή μονάδας 0,15-€ κατά κιλό και συνολικής αξίας 4.800,00 €, πλέον Φ.Π.Α. από 384,00 €, δηλ. καθαρής αξίας 5.184,00 € και για τις οποίες ποσότητες εξέδωσε αρχικά αυθημερόν ένα συνολικό άνευ αριθμού και χωρίς θεώρηση από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Δελτίο Ποσοτικής Παραλαβής Εμπορευμάτων επ' ονόματι του πρώτου εγκαλούντα και στη συνέχεια ο ... εξέδωσε το υπ' αριθμ. ... Τιμολόγιο αγοράς αγροτικών προϊόντων επ' ονόματι του πρώτου εγκαλούντα και κατ' απαίτησή του, με τη συμφωνία να καταβληθούν στους ανωτέρω εγκαλούντες τα αντίστοιχα ποσά έως τα τέλη Φεβρουαρίου του 2003. Όμως η κατηγορουμένη, αν και από τότε οχλήθηκε κατ' επανάληψη από τους πωλητές, αρνήθηκε να καταβάλλει σ' αυτούς τα συμφωνηθέντα ως άνω τιμήματα, καταστάσα κατά τον τρόπο αυτόν υπερήμερη για την καταβολή τους. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη της πράξης που της αποδίδεται, να της αναγνωριστεί όμως το ελαφρυντικό του ότι ωθήθηκε στην πράξη αυτή από μη ταπεινά αίτια". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού κατά την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 του ν.δ. 3424/55 και 98 του ΠΚ. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ήταν η αγοράστρια των αναφερομένων στην προσβαλλομένη ποσοτήτων αγροτικών προϊόντων, καθόσον, ρητά αναφέρεται σ' αυτήν, ότι η αναιρεσείουσα ήταν η αγοράστρια, χωρίς να έχει, στο σημείο αυτό, σημασία ποιός εξέδωσε το τιμολόγιο αγοράς. Επίσης, αβασίμως υποστηρίζεται ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, αναφορικά με τον χρόνο, ο οποίος συμφωνήθηκε για την πληρωμή του τιμήματος των αγορασθέντων προϊόντων, αφού, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό, ο χρόνος αυτός προσδιορίζεται στα τέλη Φεβρουαρίου 2003. Η στην αρχή του διατακτικού αναφορά ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε την ως άνω αξιόποινη πράξη, κατ' εξακολούθηση, τον Ιούλιο του έτους 2002, οφείλεται προφανώς σε παραδρομή, αφού, στη συνέχεια, αναφέρεται λεπτομερώς, ότι αυτή αγόρασε τις μνησθείσες ποσότητες αγροτικών προϊόντων στις 6.7.2002, με τη συμφωνία να καταβληθεί το τίμημα αυτών έως τα τέλη Φεβρουαρίου του 2003, προθεσμία η οποία παρήλθε, χωρίς αυτή, μολονότι οχλήθηκε κατ' επανάληψη, να εκπληρώσει την ως άνω υποχρέωσή της και έτσι κατέστη υπερήμερη. Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 28/2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1344/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του άρθρου 1 Ν.Δ. 3424/55. "Υπερημερία αγοραστών γεωργικών προϊόντων". Απορρίπτεται ο μοναδικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση τιμήματος αγροτικών προϊόντων.
0
Αριθμός 1084/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαζανά, περί αναιρέσεως της 55514/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.2.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 443/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ως προς την διάταξη περί μετατροπής της ποινής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παράγραφος 1 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγου αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις, εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητά του, είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα πραγματοποιήθηκε η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Περαιτέρω, από το άρθρο 333 του ΚΠΔ προκύπτει ότι εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει τον λόγο στον Εισαγγελέα, στους διαδίκους και στους συνηγόρους τους για να αγορεύσουν ή οσάκις ζητήσουν τούτο για να προβούν σε δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για κάθε θέμα που αφορά την δικαζόμενη υπόθεση και όχι ότι εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει αυτεπαγγέλτως τον λόγο στον Εισαγγελέα και τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και, επομένως, μόνον εφόσον αυτοί ζητήσουν τον λόγο και δεν τους δοθεί, επέρχεται η εκ του άρθρου 170 παράγραφος 2 του ΚΠΔ σχετική ακυρότητα και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του και στα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, ήταν η υπ' αριθ. 20504/8.2.2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με τα έγγραφα και τα πρακτικά της, όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, που αφορούν την τελευταία απόφαση, το μοναδικό έγγραφο που αναγνώσθηκε, αφορούσε το σώμα του εγκλήματος, ήτοι φωτοτυπία της επιταγής που εξέδωσε ο αναιρεσείων και η οποία δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Με την αναφερθείσα αναφορά, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα του εγγράφου που αναγνώσθηκε από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ως εκ τούτου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατ' άρθρον 340 παράγραφος 2 ΚΠΔ τον εκπροσώπησε στην έκκλητη δίκη, μπορούσε να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό του. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος δεν ζήτησε τον λόγο, μετά την εξέταση του μοναδικού μάρτυρα, προκειμένου να προβεί σε δηλώσεις, ενστάσεις κλπ αναφορικά με την κατάθεση αυτή και συνεπώς δεν δημιουργήθηκε ο εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως. Επομένως, ο πρώτο λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, και κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 329 παράγραφος 1 ΚΠΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως, γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Γ' του ίδιου Κώδικα, η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως. Η έλλειψη δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, ενόψει και του άρθρου 331 του ΚΠΔ, πρέπει να αποδεικνύονται μόνο από τα σχετικά πρακτικά συνεδριάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η συνεδρίαση και η απαγγελία της αποφάσεως έγιναν δημόσια στο ακροατήριό του. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 79 παράγραφος 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δρχ. (29 ευρώ). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν, 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πλ ηρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της έκδοσης επιταγής που είναι ακάλυπτη. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παράγραφος 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 55514/2007 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για παράβαση του άρθρου 79 παράγραφος 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", αφού δέχτηκε ανελέγκτως, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι στο ... στις 30.12.2003, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Χ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕ ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΡΕΑΤΩΝ", εξέδωσε με πρόθεση επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή της γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής της και ειδικότερα την με αριθμό ... επιταγή ποσού 20.397 ευρώ, πληρωτέα από την Εθνική Τράπεζα σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ... ΟΕ" σε χρέωση του με αριθμό ... λογαριασμού. Την επιταγή αυτή εμφάνισε εμπρόθεσμα την 31.12.2003 στην πληρώτρια τράπεζα η εγκαλούσα ως νόμιμη κομίστρια εξ αναγωγής, διότι την ανέλαβε από την Γενική Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία την είχε μεταβιβάσει λόγω ενεχύρου, πλην όμως δεν πληρώθηκε, επειδή η ως άνω εκδότρια δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την προαναφερόμενη επιταγή, ενώ εγνώριζε ότι η εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρεία δεν είχε στον λογαριασμό της στην πληρώτρια τράπεζα διαθέσιμο το ποσό που αναγράφεται στην επιταγή κατά τον χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής της. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι απαράδεκτη η ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη, καθόσον η έγκληση υποβλήθηκε από την εξ αναγωγής κομίστρια της επιταγής και όχι από τον τελευταίο κομιστή αυτής, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον και υπό την ισχύ της παραγράφου 5 του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 παράγραφος 3 του ν. 3472/2006 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου τέλεσης της ως άνω εγκληματικής πράξης, ο ενεχυράσας την επιταγή οφειλέτης, όπως εν προκειμένω η εγκαλούσα ως άνω εταιρεία, που πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημίωσης κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914, 297, 298 και επ. Του ΑΚ, β) ΑΠ 23/2007 Α' Τακτική Ολομέλεια, ΕλλΔικ 48-1008, 1009) και συνακόλουθα έχει δικαίωμα εγκλήσεως της ως άνω αξιόποινης πράξης κατ' άρθρο 118 παράγραφος 1 ΠΚ". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αξιούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παράγραφος 1α, 27 παράγραφος 1 ΠΚ και 79 παράγραφος 1 του Ν. 5160/1933, όπως ισχύει, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αιτιολογείται πλήρως, συνεπεία της αξιολόγησης και εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται, ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "Χ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΡΕΑΤΩΝ", εξέδωσε με πρόθεση την με αριθμό ... επιταγή, εν γνώσει του ότι, η εκδότρια δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", τόσο κατά τον χρόνο εκδόσεως, όσο και κατά τον χρόνο πληρωμής της επίμαχης επιταγής, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αιτιολογηθεί ειδικώς και ο δόλος του αναιρεσείοντα, διότι το στοιχείο αυτό ενυπάρχει στην παραγωγή των παραπάνω περιστατικών από τον τελευταίο, που απαρτίζουν, κατά νόμο, την έννοια του προδιαληφθέντος εγκλήματος. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με τον χρόνο εμφάνισης της επίδικης επιταγής προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, καθόσον, στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, ρητά αναφέρεται ότι η επιταγή εμφανίσθηκε για πληρωμή στις 31.12.2003, ο χρόνος δε αυτός, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, είναι ο αναφερόμενος στην επιταγή χρόνος εμφάνισης, σύμφωνα με την υφισταμένη στο σώμα αυτής βεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας, η δε αναγραφή στο διατακτικό άλλου χρόνου εμφάνισης (5.1.2004), οφείλεται προφανώς σε παραδρομή. Επομένως, οι τρίτος, τόσο κατά την κύρια, όσο και την επί μέρους αιτίαση) και τέταρτος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. IV.- Κατά το άρθρο 79 παράγραφος 5 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως προστέθηκε με το άρθρο 4 παράγραφος 1 εδ. α' του Ν. 2408/1996, η ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ασκείται μόνο κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής, ο οποίος δεν πληρώθηκε. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι δικαίωμα εγκλήσεως, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, έχει ο αμέσως από την αξιόποινη πράξη παθών. Τέτοιος δε, κατά τα άρθρα 19, 20, 40, 42, 44 και 46 του Ν. 5960/33, είναι οποιοσδήποτε κομιστής της επιταγής, δηλαδή, όχι μόνον ο τελευταίος κομιστής, ο οποίος εμφάνισε στην πληρώτρια Τράπεζα τη μη πληρωθείσα επιταγή, αλλά και ο οπισθογράφος, ο οποίος κατέστη κομιστής, πληρώνων αναγωγικώς την επιταγή μετά την εμφάνισή της (Ολ. ΑΠ 29/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ... ΟΕ", μετά την εμφάνιση και τη μη πληρωμή της επίδικης επιταγής, έγινε εκ νέου κομίστρια αυτής, πληρώνοντάς την στην Τράπεζα της Ελλάδος και συνεπώς, ως εξ αναγωγής κομίστρια, εδικαιούτο να υποβάλει την εναντίον του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου έγκληση για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933. Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλομένη, ορθώς απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης, με την ειδικότερη αιτίαση ότι η εγκαλούσα δεν ήταν η τελευταία κομίστρια της επίδικης επιταγής και συνεπώς δικαιούχος υποβολής έγκλησης εναντίον του για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, καθόσον, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, η τελευταία (εγκαλούσα), ως εξ αναγωγής κομίστρια, εδικαιούντο στην υποβολή της σχετικής έγκλησης. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του (εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 περ. Η' ΚΠΔ και όχι η περ. Ε'), με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. V. Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 99 παράγραφος 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παράγραφος 2 του ν. 2207/1994, "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αφού επέβαλε στον αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, τη μετέτρεψε σε χρηματική, χωρίς να ερευνήσει την ύπαρξη των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεώς της, αν και η ποινή αυτή ήταν κατώτερη των δύο ετών. Έτσι όμως υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ), όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον τελευταίο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη, ως προς τη διάταξή της για τη μετατροπή της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρείται, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 55514/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών μόνον ως προς την διάταξή της με την οποία μετατρέπεται η ποινή. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρείται, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ' αριθ. 97/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της πιο πάνω αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Στοιχεία αυτής. Αιτιολόγηση δόλου. Ακυρότητα από μη αναγνωσθέντα έγγραφα. Ποιος δικαιούται να υποβάλει την έγκληση κατ' άρθρο 79 παρ. 5 του Ν. 5960/1933. Δημοσιότητα στην έκδοση αποφάσεων. Υπέρβαση εξουσίας. Δεκτή η αναίρεση μόνο για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, διότι δεν ερευνήθηκαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 99 του ΠΚ για αναστολή της ποινής. Αναιρεί ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής. Παραπέμπει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Δόλος.
0
Αριθμός 1.082/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 1.165/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... . Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.713/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 549/25.11.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 ΚΠΔ, την με αριθμό 167/10-10-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., οδός ... (η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του, από τον δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Παπαδημητρίου, δυνάμει της από 7/10/2008 προσαρτημένης στην αίτηση και νόμιμα θεωρημένης εξουσιοδότησης) και στρέφεται κατά του με αριθμό 1165/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το με αριθμό 3650/2007 βούλευμα του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί αρμοδίως, του αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου αυτός να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε θανατηφόρα σκοπούμενη βαριά σωματική βλάβη, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 11/8/2004. Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής, εκδόθηκε το με αριθμό 1165/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε στην ουσία την έφεσή του, επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον με την κρινόμενη αίτηση του, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε με θυροκόλληση στον κατηγορούμενο καθώς και στον αντίκλητο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου στις 22/10/2008 και στις 6/10/2008 αντίστοιχα, η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 10/10/2008, δηλαδή εντός της νομίμου προθεσμίας, ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον, η με αριθμό 167/2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνεται αναλυτικά ο λόγος για τον οποίο ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος για τον οποίο ζητείται η αναίρεση του βουλεύματος αυτού. ΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τ'ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 67/2006 ΠΧ ΝΣΤ - 697 ΑΠ 2253/2002 ΠΧ ΝΓ 795). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308 § ια, 310 § 1,2 και 311 § 1 εδ'β' Π.Κ., προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σκοπουμένης θανατηφόρου σωματικής βλάβης, το οποίο είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, απαιτείται εκτός από το δόλο του δράστη για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης του παθόντος, αμέλεια ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου, ο οποίος είχε ως αιτία τη βαριά πάθηση του σώματος του παθόντος ή της διανοίας του (ΑΠ 630/2005 (σε συμβούλιο) ΠΧ ΝΕ/2005 -1001, ΑΠ 1697/2004 Ποιν. Δικ. -106). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 § 1α ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της απόφασης για τη διάπραξη ωρισμένου εγκλήματος, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση των στοιχείων της πράξεως. ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Περί ώρα 15:30 της 11ης Αυγούστου 2004, οι Αλβανοί υπήκοοι ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ ευρίσκοντο, ως θαμώνες, σε πιτσαρία, που βρίσκεται στους ... και επί της οδού ..., πλησίον της Γενικής Αστυνομικής Δ/νσης Αθηνών. Την ίδια ώρα, ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ κατέβηκε απο την οικία του, η είσοδος της οποίας βρίσκεται παραπλεύρως της εν λόγω πιτσαρίας, συνοδευόμενος από την ΔΔ, γεννηθείσα το έτος 1975, τραγουδίστρια. Όταν εισήλθαν στην καφετέρια και πλησίασαν προς το μέρος των Αλβανών, οι τελευταίοι τους κοίταζαν, κάτι είπαν στη γλώσσα τους και γέλασαν. Ο κατηγορούμενος, ενοχλημένος προφανώς, επειδή θεώρησε ότι κάτι είπαν για την γυναίκα που συνόδευε, τους ζήτησε το λόγο, τους εξύβρισε και αποχώρησε. Μετά από λίγο ο ΑΑ πήγε στο σπίτι του ΒΒ, το οποίο βρισκόταν επίσης πλησίον της καφετέριας, ενώ ο κατηγορούμενος Χ επέστρεψε εκνευρισμένος στην καφετέρια, πέρασε μπροστά απο τους ΒΒ και ΓΓ, τους κοίταξε περιφρονητικά, τους αποκάλεσε "Κωλοαλβανούς" και ανέβηκε εκ νέου στο διαμέρισμα που έμενε. Σε δέκα λεπτά περίπου κατέβηκε πάλι και εκείνη την ώρα επέστρεφε στην καφετέρια και ο ΑΑ, κατευθυνόμενος προς το τραπέζι των ομοεθνών του. Τότε, ο εκκαλών του έκλεισε με το σώμα του το δρόμο, ακινητοποιώντας τον. Την ίδια στιγμή, ένας εύσωμος, με γυμνασμένους μυς άνδρας, ηλικίας περίπου 30 ετών, με εμφάνιση "μπράβου", κατέβηκε από μια μηχανή μεγάλου κυβισμού και γρονθοκόπησε τον νεαρό Αλβανό μια φορά, με μεγάλη σφοδρότητα, στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα ο παθών χωρίς άλλη αντίδραση να πέσει αναίσθητος στο έδαφος. Όλα όσα διαδραματίστηκαν παρακολούθησε και ο αστυνομικός-μάρτυρας ΕΕ, που εκείνη την ώρα είχε αφήσει την ιδιωτική του μηχανή στο πάρκινγκ, που βρίσκεται δίπλα στη ΓΑΔΑ και από εκεί παρατήρησε, σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων από την καφετέρια, ένα γεροδεμένο άνδρα να βρίσκεται επάνω σε μια μηχανή μεγάλου κυβισμού και να συνομιλεί με τον κατηγορούμενο. Εκείνη τη στιγμή πέρασε από μπροστά τους το θύμα και ο κατηγορούμενος κάτι είπε στον επιβαίνοντα στη μηχανή. Κατόπιν αυτού, ο τελευταίος, αφού κατέβηκε από τη μηχανή γρονθοκόπησε δυνατά μια φορά στο πρόσωπο τον νεαρό Αλβανό και αμέσως μετά, με την προτροπή του κατηγορούμενου, εξαφανίστηκε με την ίδια μηχανή. Διαπιστώθηκε ότι από την σφοδρότατη γροθιά είχαν σπάσει τα δόντια του θύματος και είχε γυρίσει προς τα μέσα η γλώσσα του. Ο τελευταίος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΚΑΤ, όπου απεβίωσε στις 25-8-2004. Από τη σχετική ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής και το από 27-7-04 πιστοποιητικό θανάτου προκύπτει ότι ο θάνατος του ανωτέρω οφείλεται σε βαριές κρανιοεγκεφαλικές θλαστικές κακώσεις και χαρακτηρίζεται ως ανθρωποκτονία. Εξεταζόμενος ο ΒΒ από αστυνομικούς, οι οποίοι μετέβησαν για το σκοπό αυτό στην Κακκαβιά, κατέθεσε ενόρκως ότι ο νεαρός άνδρας που κατέβηκε από την πολυκατοικία ήταν ο κατηγορούμενος, τον οποίο αναγνώρισε από φωτογραφία που του επιδείχθηκε. Επίσης κατέθεσε ότι ο ΓΓ έφυγε από την ... τρομοκρατημένος, αφού λίγες ημέρες μετά το συμβάν οι δύο δράστες (ο κατ/νος και ο άγνωστος συνεργός του) τον κυνήγησαν να τον πιάσουν στο μετρό των ... . Ενόψει όλων των ανωτέρω εκτεθέντων, προκύπτει με βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος-εκκαλών, εξαιτίας του φραστικού επεισοδίου που είχε προηγηθεί, ειδοποίησε τον άγνωστο συνεργό του, προφανώς "μπράβο", τον οποίο με πειθώ και φορτικότητα και προφανώς χρηματικά ανταλλάγματα έπεισε να γρονθοκοπήσει με σφοδρότητα στο κεφάλι τον νεαρό παθόντα, επιδιώκοντας αμφότεροι (φυσικός και ηθικός αυτουργός) την βαριά σωματική του βλάβη (με την θραύση των οδόντων του κλπ), αλλά όχι και τον θάνατο του. Εξάλλου, το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου του παθόντα, οφείλεται σε αμέλεια αμφοτέρων των δραστών (φυσικού και ηθικού αυτουργού), οι οποίοι, από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο όφειλαν και ηδύναντο να προβλέψουν, λόγω κυρίως της αυξημένης μυϊκής δύναμης του εξ αυτών φυσικού αυτουργού, αλλά του ευαίσθητου σημείου του σώματος (κεφαλιού), στο οποίο επέλεξαν να πλήξουν το θύμα. Με τα δεδομένα αυτά, σαφώς προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου-εκκαλούντα Χ για την αποδιδόμενη σ'αυτόν κακουργηματική πράξη της ηθικής αυτουργίας σε θανατηφόρο σωματική βλάβη (άρθρ. 46 παρ. ια, 311 εδαφ. β.-310 παρ. 2 Π.Κ.). Συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμά του και για τους ίδιους λόγους παρέπεμψε τον πιο πάνω κατηγορούμενο ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, προκειμένου να δικαστεί για την πράξη αυτή, ορθώς εκτίμησε και αξιολόγησε τα εκ του αποδεικτικού υλικού προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις. ΙV. Aπό ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορούμενου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφορικά με την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε βαριά σκοπούμενη θανατηφόρο βλάβη, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 308 §1α - 310 § 1-2 -311 § 1β Π.Κ. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι υπάρχει αντίφαση στην αιτιολογία, δεδομένου ότι στις παραδοχές του βουλεύματος αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων μόλις κατέβηκε από το σπίτι του συνάντησε το θύμα και του έκλεισε με το σώμα του το δρόμο ενώ ο αυτόπτης μάρτυρας ΕΕ κατέθεσε, ότι ο "αναιρεσείων συνομιλούσε με ένα γεροδεμένο άνδρα που βρίσκεται σε μία μηχανή, εκείνη τη στιγμή πέρασε από μπροστά τους το θύμα, ο αναιρεσείων είπε κάτι στον επιβαίνοντα στη μηχανή, ο οποίος κατόπιν αυτού κατέβηκε από τη μηχανή και γρονθοκόπησε το θύμα", είναι αβάσιμος, αφού με τις παραδοχές αυτές δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση αλλά επισημαίνεται η συμμετοχική δράση του αναιρεσείοντα. Τέλος αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν αιτιολογείται η ηθική αυτουργία, δεδομένου ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας στην περίπτωση αυτή, αρκεί το ότι ο αναιρεσείων προκάλεσε στον άγνωστο δράστη την απόφαση να εκτελέσει την αξιόποινη πράξη με προτροπές, με πειθώ και φορτικότητα, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή και άλλων στοιχείων για τη θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας (ΑΠ 867/2006, ΑΠ 965/2006). V. Κατ'ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορούμενου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Ι) Να απορριφθεί η με αριθμό 167/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 1165/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και ΙΙ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 18 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308 παρ. 1α, 310 παρ. 1, 2 και 311 εδ. β' ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σκοπούμενης θανατηφόρου σωματικής βλάβης, το οποίο είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, απαιτείται, εκτός από το δόλο του δράστη για πρόκληση βαριάς σωματική βλάβης του παθόντος, αμέλεια ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει τη άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλο της απόφασης για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με παρακλήσεις και προτροπές που έγιναν με πίεση, φορτικότητα, πειθώ κλπ, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση των στοιχείων της πράξεως. Επί εγκλήματος εκ του αποτελέσματος ο ηθικός αυτουργός ευθύνεται για το βαρύτερο αποτέλεσμα όταν συντρέχει και σε αυτόν αμέλεια ως προς το αποτέλεσμα αυτό. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και του άρθρου 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ' είδος χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους ή μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου Εφετών. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο καθολικά αναφέρεται στην ενσωματωμένη σε αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται στην πρόταση αυτή και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Περί ώρα 15.30' της 11 Αυγούστου 2004 οι Αλβανοί υπήκοοι ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ ευρίσκοντο ως θαμώνες, σε πιτσαρία, που βρίσκεται στους ... και επί της οδού ..., πλησίον της Γενικής Αστυνομικής Δ/νσης Αθηνών. Την ίδια ώρα, ο κατηγορούμενος Χ κατέβηκε από την οικία του, η είσοδος της οποίας βρίσκεται παραπλεύρως της εν λόγω πιτσαρίας, συνοδευόμενος από την ΔΔ, γεννηθείσα το έτος 1975, τραγουδίστρια. Όταν εισήλθαν στην καφετέρια και πλησίασαν προς το μέρος των Αλβανών, οι τελευταίοι τους κοίταζαν, κάτι είπαν στη γλώσσα τους και γέλασαν. Ο κατηγορούμενος, ενοχλημένος προφανώς, επειδή θεώρησε ότι κάτι είπαν για την γυναίκα που συνόδευε, τους ζήτησε το λόγο, τους εξύβρισε και αποχώρησε. Μετά από λίγο ο ΑΑ πήγε στο σπίτι του ΒΒ, το οποίο βρισκόταν επίσης πλησίον της καφετέριας, ενώ ο κατηγορούμενος Χ επέστρεψε εκνευρισμένος στην καφετέρια, πέρασε μπροστά από τους ΒΒ και ΓΓ, τους κοίταξε περιφρονητικά, τους αποκάλεσε "κωλοαλβανούς" και ανέβηκε εκ νέου στο διαμέρισμα που έμενε. Σε δέκα λεπτά περίπου κατέβηκε πάλι και εκείνη την ώρα επέστρεφε στην καφετέρια και ο ΑΑ, κατευθυνόμενος προς το τραπέζι των ομοεθνών του. Τότε, ο εκκαλών (και ήδη αναιρεσείων) του έκλεισε με το σώμα του το δρόμο, ακινητοποιώντας τον. Την ίδια στιγμή, ένας εύσωμος, με γυμνασμένους μυς άνδρας, ηλικίας περίπου 30 ετών, με εμφάνιση "μπράβου", κατέβηκε από μια μηχανή μεγάλου κυβισμού και γρονθοκόπησε τον νεαρό Αλβανό μια φορά, με μεγάλη σφοδρότητα, στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα ο παθών χωρίς άλλη αντίδραση να πέσει αναίσθητος στο έδαφος. Όλα όσα διαδραματίστηκαν παρακολούθησε και ο αστυνομικός-μάρτυρας ΕΕ, που εκείνη την ώρα είχε αφήσει την ιδιωτική του μηχανή στο πάρκινγκ, που βρίσκεται δίπλα στη ΓΑΔΑ και από εκεί παρατήρησε, σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων από την καφετέρια, ένα γεροδεμένο άνδρα να βρίσκεται επάνω σε μια μηχανή μεγάλου κυβισμού και να συνομιλεί με τον κατηγορούμενο. Εκείνη τη στιγμή πέρασε από μπροστά τους το θύμα και ο κατηγορούμενος κάτι είπε στον επιβαίνοντα στη μηχανή. Κατόπιν αυτού, ο τελευταίος, αφού κατέβηκε από τη μηχανή γρονθοκόπησε δυνατά μια φορά στο πρόσωπο τον νεαρό Αλβανό και αμέσως μετά, με την προτροπή του κατηγορούμενου, εξαφανίστηκε με την ίδια μηχανή. Διαπιστώθηκε ότι από την σφοδρότατη γροθιά είχαν σπάσει τα δόντια του θύματος και είχε γυρίσει προς τα μέσα η γλώσσα του. Ο τελευταίος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΚΑΤ, όπου απεβίωσε στις 25-8-2004. Από τη σχετική ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής και το από 27-8-04 πιστοποιητικό θανάτου προκύπτει ότι ο θάνατος του ανωτέρω οφείλεται σε βαριές κρανιοεγκεφαλικές θλαστικές κακώσεις και χαρακτηρίζεται ως ανθρωποκτονία. Εξεταζόμενος ο ΒΒ από αστυνομικούς, οι οποίοι μετέβησαν για το σκοπό αυτό στην Κακκαβιά, κατέθεσε ενόρκως ότι ο νεαρός άνδρας που κατέβηκε από την πολυκατοικία ήταν ο κατηγορούμενος, τον οποίο αναγνώρισε από φωτογραφία που του επιδείχθηκε. Επίσης κατέθεσε ότι ο ΓΓ έφυγε από την ... τρομοκρατημένος, αφού λίγες ημέρες μετά το συμβάν οι δύο δράστες (ο κατ/νος και ο άγνωστος συνεργός του) τον κυνήγησαν να τον πιάσουν στο μετρό των ... . Ενόψει όλων των ανωτέρω εκτεθέντων, προκύπτει με βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος - εκκαλών, εξαιτίας του φραστικού επεισοδίου, που είχε προηγηθεί, ειδοποίησε τον άγνωστο συνεργό του, προφανώς "μπράβο", τον οποίο με πειθώ και φορτικότητα και προφανώς χρηματικά ανταλλάγματα έπεισε να γρονθοκοπήσει με σφοδρότητα στο κεφάλι τον νεαρό παθόντα, επιδιώκοντας αμφότεροι (φυσικός και ηθικός αυτουργός) την βαριά σωματική του βλάβη (με την θραύση των οδόντων του κλπ), αλλά όχι και τον θάνατο του. Εξάλλου, το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου του παθόντα, οφείλεται σε αμέλεια αμφοτέρων των δραστών (φυσικού και ηθικού αυτουργού), οι οποίοι, από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο όφειλαν και ηδύναντο να προβλέψουν, λόγω κυρίως της αυξημένης μυϊκής δύναμης του εξ αυτών φυσικού αυτουργού, αλλά και του ευαίσθητου σημείου του σώματος (κεφαλιού), στο οποίο επέλεξαν να πλήξουν το θύμα. Με τα δεδομένα αυτά, σαφώς προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου-εκκαλούντα Χ για την αποδιδόμενη σ'αυτόν κακουργηματική πράξη της ηθικής αυτουργίας σε θανατηφόρο σωματική βλάβη (αρθρ. 46 παρ. ια, 311 εδαφ. β., 310 παρ. 2 Π.Κ.). Συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα του και για τους ίδιους λόγους παρέπεμψε τον πιο πάνω κατηγορούμενο ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, προκειμένου να δικαστεί για την πράξη αυτή, ορθώς εκτίμησε και αξιολόγησε τα εκ του αποδεικτικού υλικού προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αυτός παραπέμπεται σε δίκη ως ηθικός αυτουργός της άνω θανατηφόρας σωματικής βλάβης, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την, κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά ως και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1α, 310 παρ. 1,2 και 311 εδ. 1 και 2 του ΠΚ. Ασάφεια ή αντίφαση δεν δημιουργείται ούτε από τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, ότι, ενώ δέχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων), μόλις κατέβηκε από το σπίτι του συνάντησε το θύμα που επέστρεφε και κατευθυνόταν στο τραπέζι των ομοεθνών του και έκλεινε με το σώμα του το δρόμο του θύματος ακινητοποιώντας τον και την ίδια στιγμή ο εύσωμος άντρας εμφανίστηκε με μία μηχανή από την οποία κατέβηκε και γρονθοκόπησε το θύμα, στη συνέχεια δέχθηκε ότι ο αυτόπτης μάρτυρας ΕΕ παρατήρησε ένα γεροδεμένο άνδρα να βρίσκεται επάνω σε μία μηχανή και να συνομιλεί με τον κατηγορούμενο, εκείνη τη στιγμή πέρασε από μπροστά τους το θύμα και ο κατηγορούμενος κάτι είπε στον επιβαίνοντα στη μηχανή, ο οποίος κατόπιν κατέβηκε από τη μηχανή και γρονθοκόπησε το νεαρό Αλβανό (θύμα). Με τις παραδοχές αυτές αντιθέτως επισημαίνεται η συμμετοχική δράση του αναιρεσείοντος, ενώ περαιτέρω για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς την πράξη της ηθικής αυτουργίας, αρκεί ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε ότι ο αναιρεσείων προκάλεσε στον άγνωστο δράστη με πειθώ και φορτικότητα την απόφαση, καθώς και χρηματικά ανταλλάγματα να τελέσει την άνω αξιόποινη πράξη, την οποία εκείνος τέλεσε. Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και εφόσον δεν προβάλλεται άλλος λόγος η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10.10.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του 1.165/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σκοπούμενη θανατηφόρος σωματική βλάβη. Έγκλημα εκ του αποτελέσματος. Ηθική αυτουργία. Επί εγκλήματος εκ του αποτελέσματος ο ηθικός αυτουργός ευθύνεται για το βαρύτερο αποτέλεσμα όταν συντρέχει και σε αυτόν αμέλεια ως προς το αποτέλεσμα αυτό. Απορρίπτει αίτηση.
Σωματική βλάβη θανατηφόρα
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αμέλεια, Ηθική αυτουργία, Σωματική βλάβη θανατηφόρα.
0
Αριθμός 1081/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Γεώργιο Αδαμόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Δημήτριο Ζωητό, περί αναιρέσεως της 14283/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Νοεμβρίου 2008 (δύο) αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1848/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι από 13/11/2008 με αριθ. έκθ. 56 και 57/ 1208 αιτήσεις αναίρεσης των Χ1 και Χ2 κατά της 14283/2008 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης 18 μηνών ο καθένας, για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, ασκήθηκαν νομότυπα με δήλωση του νομίμως διορισθέντος αντιπροσώπου τους δικηγόρου Θεσσαλονίκης Θωμά Μητσάκη ενώπιον του Γραμματέα Θεσσαλονίκης (άρθρ 474 παρ.1 Κ.Π.Δ.) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δέκα (10) ημερών από την καταχώριση της απόφασης αυτής στο ειδικό βιβλίο του άνω Δικαστηρίου (άρθρο 473 παρ.13 Κ.Π.Δ.). Συνεπώς, οι αιτήσεις αυτές, που έχουν το ίδιο περιεχόμενο, πρέπει να συνεκδικασθούν και να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων τους. Κατά την παρ. 1 του αρθρ. 1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ασχέτως ποσού, οι οποίες τον βαρύνουν προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας, πάσης φύσεως ασφαλιστικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν τις έχει καταβάλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Κατά δε την παρ. 2 του άνω άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν προκειμένου να τις αποδώσει στους πιο πάνω οργανισμούς και δεν τις αποδίδει εντός μηνός από τότε που έγιναν απαιτητές τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Εξ άλλου, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ., αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης για παράβαση του άνω άρθρου (1 του α.ν. 86/ 1967), απαιτείται να προσδιορίζεται, εκτός άλλων, η ιδιότητα του υπόχρεου ως εργοδότη, εφ όσον όμως εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο, όπως είναι η Α.Ε., θα πρέπει να προσδιορίζεται η ιδιότητα του υπόχρεου φυσικού προσώπου, ως νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, ώστε να ανακύπτει η νομική υποχρέωση του για καταβολή των εργοδοτικών και παρακράτηση από το μισθό των εργαζομένων και απόδοση των εργατικών εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του στην αιτιολογία ως "εργοδότη" οπότε δημιουργείται ασάφεια ως προς τη νομική υποχρέωση τούτου (του αναφερομένου απλώς ως εργοδότη) για την καταβολή των εισφορών και δημιουργείται ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγος αναίρεσης, λόγω ελλιπούς αιτιολογίας., Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις της μη καταβολής των εργοδοτικών εισφορών και της υπεξαίρεσης των εργατικών εισφορών των εργαζόμενων στην έδρευσα την Κηφισιά Αττικής Α.Ε. με την επωνυμία "ΓΕΔΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΜΙΑΝΤΟΤΣΙΜΕΝΤΟΥ" και το διακριτικό τίτλο "ΓΕΔΥ Α.Ε." και με δεύτερη επιχειρηματική Λ εγκατάσταση στη Χαλκηδόνα Θεσσαλονίκης, <σαν εργοδότες" της, ανώνυμης αυτής εταιρείας χωρίς οποιοδήποτε άλλο προσδιορισμό της ιδιότητάς τους. 'Ετσι, όμως δημιουργείται ασάφεια περί του αν αυτοί είχαν τη νομική υποχρέωση της καταβολής των εισφορών στον ασφαλιστικό οργανισμό των εργαζομένων στην εταιρεία αυτή (ΙΚΑ), αφού, όπως προεκτέθηκε δεν προκύπτει κατά την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι αυτοί είναι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της άνω Α.Ε., οπότε θα είχαν τη νόμιμη υποχρέωση καταβολής των άνω εισφορών. Συνεπώς, η αιτιολογία της απόφασης αυτής είναι κατά τούτο ελλιπής (ασαφής) και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., σχετικός λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 Κ.Π.Δ. αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανισθεί εκείνος που την άσκησε...Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος, και την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, χρόνος καταβολής των άνω εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/ 1951, που κυρώθηκε με τον ν. 2113/1952, οι εισφορές πρέπει να καταβληθούν μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο ο οποίος έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα εγκλήματα της μη καταβολής των εισφορών αυτών (εργοδοτικών- εργατικών) συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο έκρινε ότι οι εργαζόμενοι στην άνω Α.Ε. απασχολήθηκαν κατά τη χρονική περίοδο από 1/10/2000 μέχρι 31/05/2001, οι δε κατηγορούμενοι- αναιρεσείοντες τέλεσαν τις πράξεις αυτές την 1/12/2000 (όσον αφορά την εργασία κατά το μήνα Οκτώβριο του 2000)έως και την 1/07/2001 (όσον αφορά την εργασία από 1/11/2000 μέχρι 31/05/2001). Υπό τις παραδοχές αυτές ενόψει του ότι οι αναιρέσεις είναι παραδεκτές, οι αναιρεσείοντες εμφανίσθηκαν στην παρούσα δίκη και κρίνεται ο ως άνω λόγος των αιτήσεων αναίρεσης βάσιμος, πλημμεληματικές αυτές πράξεις των αναιρεσειόντων, υπέπεσαν σε μερική παραγραφή μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω παρελεύσεως οκταετίας από της τελέσεως τους (από της παρέλευσης εκάστου επομένου μηνός) και συγκεκριμένα για τις εισφορές εκείνες που γεννήθηκαν μέχρι και το μήνα Φεβρουάριο του 2001 με βάση τις αποδοχές για την παρασχεθείσα εργασία των εργαζομένων στην άνω Α.Ε. από την αρχή μέχρι και το μήνα αυτό. Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 3, 113 παρ. 3 ΠΚ και 370β ΚΠΔ, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά τα ανωτέρω. Η υπόθεση, όμως, για τις υπόλοιπες πράξεις, που δεν έχουν παραγραφεί, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους, που δίκασαν (άρθρο 519 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 31-11-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 κατά της 14283/2008 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης . Αναιρεί την 14283/2008 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων για τις πράξεις της μη καταβολής των εργοδοτικών εισφορών και μη απόδοσης των εργατικών εισφορών, που φέρονται ότι τέλεσαν κατά το από 1-12-2000 μέχρι την 1-4-2001 χρονικό διάστημα και αφορούν τις οφειλόμενες εργοδοτικές και εργατικές εισφορές από την εργασία του προσωπικού της αναφερόμενης στο σκεπτικό ΑΕ από 1-10-2000 μέχρι τέλους του Φεβρουαρίου 2001. Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τις λοιπές πράξεις των αναιρεσειόντων, που φέρονται ότι τέλεσαν από 1-5-2001 μέχρι 1-7-2001, και αφορούν τις φερόμενες ως οφειλόμενες εισφορές για τους μήνες εργασίας Μάρτιο, Απρίλιο και Μάϊο του 2001 των εργαζομένων στην άνω ΑΕ, ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εισφορές Ασάφεια αν δεν προκύπτει ότι ο καταδικασθείς ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ΑΕ και δεν αρκεί ότι ενήργησε σαν εργοδότης της ΑΕ. Χρόνος καταβολής των εισφορών. Συνεκδικάζει. Αναιρεί. ΠΟΠΔ. Παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Ανώνυμη εταιρία.
0
Αριθμός 1079/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - εγκαλούντος ..., ο οποίος δεν παρέστη στο Συμβούλιο, κατά της με αριθμό 465/09.6.2008 Διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με την ως άνω διάταξή του αποφάσισε όσα αναφέρονται σ' αυτήν και ο αναιρεσείων - εγκαλών ζητά τώρα την αναίρεση της διατάξεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2008 αίτησή του, καθώς και στο από 9 Φεβρουαρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.417/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 493/20.10.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με αριθ. 5/2008 Προσφυγή (αναίρεση) του ... κατά της με αριθμ 465/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντα κατά της με αριθμ. 21/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και εκθέτω τα παρακάτω: Από τις διατάξεις των άρθρων 462, και 476 &1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, εκτός από όσα ορίζονται με ειδικές διατάξεις του κώδικα είναι α) έφεση και β) αναίρεση Και κατά την δεύτερη Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε ...ή εναντίον απόφασης η βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται..."το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο..." προκύπτει ότι στον ΚΠΔ προβλέπονται περιοριστικά τα ένδικα μέσα και τα βουλεύματα και αποφάσεις τα οποία ο διάδικος μπορεί ν ασκήσει αποκλειόμενης έτσι της δυνατότητας του ν' ασκεί ένδικα μέσα είτε έφεσης είτε αναίρεσης εναντίον αποφάσεων, βουλευμάτων και διατάξεων που δεν προβλέπεται Έτσι αποκλείεται η άσκηση αναίρεσης κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών που εκδίδεται με την διαδικασία του άρθρου 48 ΚΠΔ με την οποία απέρριψε προσφυγή του αναιρεσείοντα κατά διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών η οποία εκδόθηκε με την διαδικασία του άρθρου 47 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή όπως την ονομάζει, η οποία όμως εκτιμάται ως αναίρεση για την δικονομική της αντιμετώπιση, αφού προσφυγή κατά των διατάξεων του άρθρου 48 του ΚΠΔ ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν προβλέπεται και η τύχη της θα παρέμενε άλλως αρρύθμιστη, κατά της με αριθμ. 465/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την οποία απέρριψε προσφυγή του κατά της με αριθμ 21/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών που απέρριψε την με ημερομηνία 20-7-2007 έγκληση του για παράβαση καθήκοντος κατά παντός υπευθύνου ως ανεπίδεκτης δικαστικής εκτίμησης. Επειδή η προσφυγή - αναίρεση στρέφεται κατά διάταξης μη υποκείμενης σε αναίρεση για τον λόγο αυτό η υπό κρίση προσφυγή -αναίρεση πρέπει ν' απροριφθεί σαν απαράδεκτη καινά επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Δια ταύτα Προτείνω όπως: Α. Να απορριφθεί σαν απαράδεκτη η με αριθ. 5/2008 προσφυγή - αναίρεση του .. κατά της με αριθμ 465/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή του κατά της με αριθμ. 21/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης στον παραπάνω. Αθήνα την 9-10-2008 Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος - εγκαλούντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τα άρθρα 462 και 463 εδαφ. α' του ΚΠΔ, τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία κατά των βουλευμάτων και των αποφάσεων είναι η έφεση και η αίτηση για αναίρεση, τα ένδικα δε αυτά μέσα μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση πριν από 24 ώρες από το γραμματέα της εισαγγελίας) κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη προσφυγή - αίτηση αναιρέσεως και τους εμπροθέσμως (άρθρ. 509 παρ. 2 του ΚΠΔ) προταθέντες πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσβάλλει την υπ' αριθ. 465/2008 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, η οποία απέρριψε την προσφυγή του κατά της υπ' αριθ. 21/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 20.7.2007 έγκλησή του κατά παντός υπευθύνου για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος. Όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου που προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 47 και 48 του ΚΠΔ, δεν προβλέπεται ένδικο μέσο και δη εκείνο της αίτησης αναιρέσεως κατά της απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών και επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη. Γιαυτό πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10.7.2008 αίτηση - προσφυγή και τους από 9.2.2009 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 465/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών με την οποία απορρίπτεται προσφυγή κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1077/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 194/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Με συγκατηγορούμενη την .... Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 76/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1-στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχε ι η απόφαση νόμιμη βάση. Περαιτέρω, από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σε βαθμό πλημ/τος πλαστογραφίας, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικά μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλο, η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική του υπόσταση, και σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άνω άρθρου 216 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, που όταν γίνεται από τον ίδιο τον πλαστογράφο θεωρείται απλή επιβαρυντική περίπτωση, απαιτείται αντικειμενικά μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τον προορισμό, του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό, υποκειμενικά δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Νόθευση εγγράφου υπάρχει, και όταν, προκειμένου περί τραπεζικής επιταγής, ατελούς κατά την έκδοση ως προς κάποιο τυπικό στοιχείο της (άρθρο 13 ν. 5960/1933), αυτή συμπληρώνεται από τον λήπτη αντίθετα με τα συμφωνηθέντα με τον εκδότη ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής και θέλει να τα παραγάγει. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας που δίκασε έφεση των αναίρεσείοντος - κατηγορουμένου και τον καταδίκασε για χρήση πλαστών εγγράφων, κατ' εξακολούθηση, για να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή δέχτηκε στο σκεπτικό του, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων στην απόφαση αυτή αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 0 κατηγορούμενος, "στην ..., στις 28-2-1999 και 10-3-1999, παρέλαβε από τον μηνυτή ... τις υπ' αρίθμ. ...και ... επιταγές ευκολίας, του υπ' αρίθμ. ... λογαριασμού του της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος, οι οποίες έφεραν μόνο την υπογραφή του μηνυτή στη θέση του εκδότη, προκειμένου αυτός (κατηγορούμενος) να ενισχύσει την επαγγελματική του πίστη. Στη συνέχεια τις επιταγές αυτές, συμπληρωμένες κατά τα υπόλοιπα στοιχεία, παρά τα συμφωνηθέντα και χωρίς την εντολή και τη συναίνεση του μηνυτή, δηλ. με ημερομηνία έκδοσης ... και ..., ποσά 3.400.000 και 3.200.000 δραχμές αντίστοιχα και σε διαταγή της συζύγου του, ..., ο πρώτος κατηγορούμενος τελώντας σε γνώση της πλαστότητας τους, τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση σε τρίτους, κάνοντας έτσι χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Όλα τα παραπάνω προκύπτουν από τις σαφείς καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν. Επομένως ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο διατακτικό". Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, κήρυξε ένοχο τον αναίρεσείοντα κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13γ, 98, 216παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως; ούτε εκ πλαγίου. Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης, ειδικά αιτιολογείται, 1) η γνώση του αναιρεσείοντος για την πλαστότητα των επιταγών με την παράδοσή τους σ' αυτόν ασυμπλήρωτων, 2) ο σκοπός για τον οποίο του παραδόθηκαν από τον μηνυτή και εκδότη τους 3) εκείνος για τον οποίο μεταβίβασε τις επιταγές προς τρίτους και 4) ο τρόπος χρήσεως των πλαστών εγγράφων, προσδιορίζεται δε ειδικότερα και ο χρόνος τέλεσης των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ταυτίζεται με εκείνο της κατάρτισης των πλαστών. Ο αναιρεσείων με την αίτηση του προβάλλει την, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, αιτίαση, κατά την οποία στο πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης εμφιλοχωρούν ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και να στερείται νόμιμης βάσης και ειδικότερα ότι, αν και κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων, όμως δεν αναφέρεται στο σκεπτικό της, ότι υπάρχει προηγούμενη καταδικαστική απόφαση για την πλαστογραφία των συγκεκριμένων εγγράφων. Η αιτίαση αυτή όμως είναι αβάσιμη και τούτο γιατί η καταδίκη για χρήση πλαστών δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την προηγούμενη καταδίκη για την πράξη της πλαστογραφίας. Αλλά και οι αιτιάσεις κατά τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί 1) το σκεπτικό της αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού και 2) δεν γίνεται με αυτήν αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμες και τούτο διότι, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να αναγράφεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι το σκεπτικό είναι αντιγραφή του διατακτικού, όταν το τελευταίο, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, περιέχει πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως στο σκεπτικό, τα οποία είναι αυτά που αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά. Επομένως είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχουν για έρευνα άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-2-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 194/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Χρήση πλαστών εγγράφων (επιταγών) κατ' εξακολούθηση. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ορθή εφαρμογή άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
0
Αριθμός 1076/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κρινίδη, περί αναιρέσεως της 993/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ευαγγελάτο. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1752/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φαινόμενη κατ' ιδέα συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 94 του Π.Κ. περί συρροής εγκλημάτων υπάρχει όταν εμφανίζονται κατ'αρχήν για την ίδια ή περισσότερες αξιόποινες πράξεις περισσότεροι ποινικοί νόμοι ως εφαρμοστέοι, πλην όμως από τη λογική και αξιολογική σχέση μεταξύ τους προκύπτει ότι τελικά ένας από αυτούς είναι εφαρμοστέος, ο οποίος έτσι αποκλείει την εφαρμογή των λοιπών, που φαινομενικά μόνο συρρέουν. Με την έννοια αυτή φαινόμενη κατ' ιδέα συρροή υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία περισσότεροι ποινικοί νόμοι καλύπτουν την όλη απαξία και υπόσταση (αντικειμενική και υποκειμενική) της αξιόποινης πράξεως και τελούν μεταξύ τους σε σχέση γενικού και ειδικού, οπότε ισχύει η αρχή της ειδικότητας, κατά την οποία ο ειδικός νόμος αποκλείει την εφαρμογή του γενικού, με βάση τον κανόνα "τα ειδικά των γενικών επικρατέστερα". Εξ άλλου κατά το άρθρο 31 παρ. 1 εδάφ. ζ' και η' του Ν. 1591/1986, το αδίκημα της φοροδιαφυγής, του μεν εδαφίου ζ', διαπράττει όποιος εκδίδει πλαστό ή εικονικό, ή νοθεύει τιμολόγιο πωλήσεως αγαθών ή παροχής υπηρεσιών, ή οποιοδήποτε από τα φορολογικά στοιχεία που αναφέρονται στην περ. γ' της ιδίας παραγράφου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα δελτία αποστολής και οι φορτωτικές, του δε εδαφίου η', διαπράττει όποιος γνωρίζει τον σκοπόν της επιχειρούμενης πράξης και συνεργεί καθ' οιονδήποτε τρόπο στην κατασκευή ή έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ή αποδέχεται τα πλαστά ή τα εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, τιμωρείται δε κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή ίσχυε από 16-6-1990 πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν. 2386/1996, με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός (1) εκατομμυρίου δραχμών. Θεωρείται δε κατά την περίπτωση ζ' εδάφιο τελευταίο της ίδιας ως άνω παραγράφου ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενό του και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντιτύπου αυτού είναι διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου ενώ εικονικό θεωρείται και όταν εκδίδεται για συναλλαγή, διακίνηση ή άλλη αιτία ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπο διαφορετικό από αυτό που αναφέρεται στο φορολογικό στοιχείο. Οι ως άνω διατάξεις επανελήφθησαν ουσιαστικά με το άρθρο 19 του Ν. 5223/1997, το οποίο, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεσή του, έθεσε το θέμα της εκδόσεως ή αποδοχής πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων σε ορθολογικότερη βάση και επέφερε μεταβολές στις επιβαλλόμενες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις. Ειδικότερα με τη νεότερη αυτή διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997 που αφορά αδίκημα φοροδιαφυγής για έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογιών στοιχείων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου. Οι ειδικές αυτές διατάξεις, που αναφέρονται στην αξιόποινη φοροδιαφυγή αποκλείουν την εφαρμογή των γενικών περί πλαστογραφίας και απάτης διατάξεων των άρθρων 216 και 386 του ΠΚ. Αν όμως η κατάρτιση των πλαστών φορολογικών στοιχείων ή η απατηλή ενέργεια του δράστη κατατείνει όχι μόνον στην φοροδιαφυγή αλλά και στην παράνομη ωφέλεια ή βλάβη τρίτων ή την πρόκληση και άλλης περαιτέρω ζημίας του Δημοσίου ή στον προσπορισμόν και άλλου οφέλους του, εκτός της μειώσεως ή αποφυγής της φορολογικής επιβαρύνσεώς του, τότε οι ειδικές διατάξεις περί αξιόποινης φοροδιαφυγής δεν εκτοπίζουν εξολοκλήρου την εφαρμογή των γενικών περί πλαστογραφίας και απάτης διατάξεων των άρθρων 216 και 386 του ΠΚ γιατί τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της φοροδιαφυγής στην περίπτωση αυτή δεν συμπίπτουν με εκείνα της πλαστογραφίας ή απάτης, οι οποίες, πέραν των στοιχείων της φοροδιαφυγής περιέχουν και άλλη ποινικώς κολάσιμη εγκληματική δραστηριότητα αυτού (δράστη). Παρέπεται εκ των άνω ότι και υπό την ισχύν του νόμου 2523/1997 κατά τον οποίον για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της φοροδιαφυγής με την έκδοση ή αποδοχή πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων δεν απαιτείται και σκοπός του δράστη για απόκρυψη φορολογητέας ύλης, οι ειδικές διατάξεις τούτου δεν κατισχύουν ούτε αποκλείουν, ως ειδικές, την εφαρμογήν των περί πλαστογραφίας ή απάτης αντιστοίχως διατάξεων του ΠΚ, ακόμη και όταν ο δράστης δεν αποσκοπεί στην αποφυγή πληρωμής φόρου, στην περίπτωση που με την ενέργειά του αυτή αποβλέπει να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες προκειμένου να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον περιουσιακόν όφελος με βλάβη τρίτου. Ούτε και προκύπτει το αντίθετο από τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του πιο πάνω νόμου 2523/1997 κατά την ποία αποκλείεται η εφαρμογή των ποινικών του διατάξεων σε περίπτωση επιλύσεως της φορολογικής διαφοράς με δικαστικό ή διοικητικό συμβιβασμό, γιατί ο αποκλεισμός αυτός αναφέρεται προδήλως στην εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπουν τον κολασμόν των εγκλημάτων της φοροδιαφυγής και μόνο όχι και εκείνων με τις οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται τα εγκλήματα της πλαστογραφίας ή της απάτης, που με τη συνδρομή των στοιχείων του νόμου μπορούν να συρρέουν με αυτά αληθώς. Περαιτέρω κατά το άρθρο 57 παράγραφος 1 και 3 του ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν, παρά την παραπάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι παραβίαση του δεδικασμένου, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. ΣT' του ΚΠΔ, υφίσταται όταν ο αμετακλήτως καταδικασθείς ή αθωωθείς καταδικάζεται για την ίδια ακριβώς πράξη και όχι για άλλη συρρέουσα. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 τoυ ΠΚ, όπως τo τελευταίo είχε πριν από την τρoπoπoίησή τoυ με τo άρθρo 4 παρ. 1 τoυ 1.1738/19δ7, τo αξιόπoινo εξαλείφεται με την παραγραφή, η oπoία, πρoκειμένoυ περί πλημμελημάτων, είναι πέντε έτη, αρχόμενη από την ήμερα πoυ τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, Η προθεσμία αναστέλλεται για όσo χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τα τρία έτη για τα κακουργήματα και πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β, 370 εδ. β', 511 και 514 του ΚΠΔ, πρoκύπτει, ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως υπό τoυ Δικαστηρίoυ ακόμη και από τoν Άρειο Πάγo, σε κάθε στάση της πoινικής διαδικασίας, ο δε Άρειoς Πάγος, διαπιστώνoντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, oφείλει να αναιρέσει την πρoσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει oριστικώς την πoινική δίωξη, κατ'ανάλoγη εφαρμoγή τoυ άρθρoυ 370 εδ. β' τoυ ΚΠΔ. Εξάλλου, τo άρθρο 216 τoυ Π.Κ. oρίζει, στη μεν παρ. 1, ότι όπoιoς καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφo, με σκοπό να παραπλανίσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγoνός πoυ μπορεί να έχει έννoμες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τoυλάχιστον τριών μηνών και ότι η χρήση τoυ εγγράφoυ από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση, στη δε παρ.2, ότι με την ίδια πoινή τιμωρείται όποιος για τoν παραπάνω σκoπό εν γνώσει χρησιμoποιεί πλαστό ή νoθευμένo έγγραφo. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι καθιερώνονται δύo αυτoτελή εγκλήματα, δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλo της χρήσεως πλαστoύ ή νoθευμένoυ εγγράφου" β) ότι αυτοτέλεια της χρήσεως υπάρχει είτε αυτή έγινε από τρίτο, είτε από τoν πλαστογράφo και γ) ότι η χρήση τoυ πλαστoύ ή νoθευμένoυ εγγράφου, όταν τελείται από τον πλαστογράφο, παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και καθίσταται επιβαρυντική περίπτωση, τoυ εγκλήματος της πλαστoγραφίας, από τo oπoίo και απoρρoφάται. Κατά την έννoια όμως, των ως άνω διατάξεων, η αυτoτέλεια της χρήσεως, ως εγκλήματoς, παύει μόνoν εφόσoν η χρήση τιμωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, δηλαδή μόνoν όταν τιμωρείται, και η πλαστογραφία, Αντίθετα, όταν η τελευταία, για oπoιoδήποτε λόγo, μένει ατιμώρητη, η χρήση τότε, και στην περίπτωση πoυ έγινε από τoν πλαστογράφo, ανακτά την αυτoτέλειά της και τιμωρείται ως αυτoτελές έγκλημα. Συνεπώς, αν τo αξιόπoινo της πλαστογραφίας εξαλείφθηκε με παραγραφή, oπότε η χρήση τoυ πλαστoύ πoυ έγινε από τoν πλαστoγράφo σε μεταγενέτερo χρόνo δεν μπoρεί πλέον να τιμωρηθεί ως επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας, η χρήση τότε αυτή τιμωρείται ως αυτoτελές έγκλημα τoυ πλαστογράφου, αν δεν υπέκυψε αυτoτελώς σε παραγραφή. Και τoύτο δε ανεξαρτήτως, αν η χρήση τoυ πλαστoυ έγινε πριν από την συμπλήρωση της παραγραφής της πλαστογραφίας, ή μετά την συμπλήρωση της, αφού τέτοια διάκριση δεν γίνεται στις διαληφθείσες διατάξεις. Εξάλλου η χρήση από τoν πλαστoγράφo τoυ πλαστού, δεν είναι επόμενη μη τιμωρητή πράξη, κατά την έννοια των ίδιων πιo πάνω διατάξεων, και όταν αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας, αφού συνεπάγεται αύξηση της ποινής της. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά το πραγματικό περιστατικό που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανεπαρκής ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από το έτος 1998 ο κατηγορούμενος Χ εκμεταλλεύεται για δικό του λογαριασμό, στη ..., επιχείρηση "εκμετάλλευσης φορτηγών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως διεθνών μεταφορών", η οποία κατ' επίφαση και μόνο λειτουργεί στο όνομα της μητέρας του ..., ηλικίας άνω των 75 ετών, η οποία δεν έχει καμία σχέση με το συγκεκριμένο αντικείμενο εμπορίας. Κατά τη διάρκεια της δικής του διαχείρισης-εκμετάλλευσης της επιχείρησης αυτής ο ως άνω κατηγορούμενος Χ αποδέχθηκε σωρεία εικονικών (πλαστών) τιμολογίων-δελτίων αποστολής, η οποία ως εκ του μεγάλου αριθμού αυτών (τιμολογίων) κάθε άλλο παρά συμπτωματική μπορεί να θεωρηθεί. Ως εκδότη (συντάκτη) των πλαστών αυτών τιμολογίων, τα οποία, όπως αυτός υποστηρίζει, εν αγνοία της πλαστότητας καταχώρησε στα φορολογικά του βιβλία, ο κατηγορούμενος κατονομάζει τον τότε υπάλληλό του, οδηγό, ... και την αδελφή του ... κατά της οποίας αυτός (κατηγορούμενος) προσήγαγε στο ακροατήριο προς ανάγνωση την με ημερομηνία 27 Ιουνίου 2003 μηνυτήρια αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών, παρά πόδας της οποίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αναγνωσθέντος εγγράφου, δεν υπάρχει έκθεση εγχείρισης αυτής στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Στα ως άνω πλαστά τιμολόγια-δελτία αποστολής περιλαμβάνεται και το επίδικο 1264/30-8-2000 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής με φερόμενο εκδότη του τιμολογίου αυτού τον πολιτικώς ενάγοντα Ψ, ο οποίος φέρεται δήθεν να πωλεί σ' αυτόν (κατηγορούμενο) 20 ελαστικά φορτηγών αυτοκινήτων, αξίας 2.488.000 δραχμών πλέον ΦΠΑ 447.840 δραχμών (18%). Το ως άνω τιμολόγιο-δελτίο αποστολής, το οποίο καταχωρήθηκε από τον κατηγορούμενο στα φορολογικά βιβλία της επιχείρησης του, ως γνήσιο, είναι πλαστό, διότι 1) τέτοιο τιμολόγιο δεν έχει καταχωρηθεί από τον πολιτικώς ενάγοντα Ψ στα φορολογικά βιβλία της δικής του επιχείρησης, 2) η σφραγίδα επί του επιδίκου τιμολογίου είναι σαφώς παραποιημένη ως προς τη διάσταση (μικρότερη της γνήσιας), δεν φέρει, όπως η γνήσια, αριθμό τηλεφώνου και FAΧ, ο αριθμός 12δ4 στο επίμαχο τιμολόγιο έχει τεθεί με σφραγίδα, ενώ οι αριθμοί των τιμολογίων της επιχείρηση του πολιτικώς ενάγοντος εκείνης της εποχής (2000) είναι γραμμένοι με το χέρι και τέλος ο εν γένει χαρακτήρας γραφής του επιδίκου τιμολογίου είναι παντελώς άσχετος με τον τρόπο γραφής της υπαλλήλου του πολιτικώς ενάγοντος και 3) η επιχείρηση του πολιτικώς ενάγοντος από την έναρξη της λειτουργίας της (1994) και εντεύθεν είχε πάντοτε ους αντικείμενο αποκλειστικά και μόνο εισαγωγή και εμπορία μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών, καθώς και ειδών που έχουν άμεση σχέση με αυτά (λ.χ αξεσουάρ, ανταλλακτικών, ελαστικών). Το τιμολόγιο αυτό ο κατηγορούμενος στις 26 Οκτωβρίου 2001 σε φορολογικό έλεγχο που έγινε στην έδρα της επιχείρησης του (...) από υπαλλήλους του ΣΔΟΕ Δυτικής Ελλάδος, το επέδειξε στους τελευταίους έχοντας σκοπό να τους παραπλανήσει και να εμφανίσει σ' αυτούς ψευδώς ότι αντισυμβαλλόμενός του στη συγκεκριμένη συναλλαγή είναι δήθεν ο πολιτικώς ενάγων Ψ με αποτέλεσμα, εκτός των άλλων (λ.χ επιβολής ΦΠΑ και προσαύξησης) να επιβληθεί σε βάρος του τελευταίου πρόστιμο με απόφαση της ΔΟΥ Ε' Πειραιώς, η οποία βασίσθηκε στην από 11-10-2004 έκθεση ελέγχου ΚΒΣ του εφοριακού υπαλλήλου ..., απολειπόμενου μάρτυρα στην παρούσα δίκη, (βλ. την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο απόφαση επιβολής προστίμου 205/26-10-2004 της ΔΟΥ Ε' Πειραιώς). Ο κατηγορούμενος, κάνοντας χρήση του πλαστού αυτού τιμολογίου (1264730-8-2000) με την επίδειξη τούτου την 26 Οκτωβρίου 2001 στους ελεγκτές του ΣΔΟΕ Δυτικής Ελλάδος, γνώριζε ότι το έγγραφο αυτό ήταν πλαστό και ήθελε να κάνει χρήση τούτου με σκοπό να παραπλανήσει τους ως άνω υπαλλήλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει για τον πολιτικώς ενάγοντα τις προπεριγραφείσες έννομες συνέπειες. Στοιχεία που ενισχύουν την κρίση του Δικαστηρίου για την γνώση από τον κατηγορούμενο της πλαστότητας του τιμολογίου και την θέληση του να κάνει χρήση τούτου για τον ως άνω σκοπό, είναι 1) το γεγονός ότι το επίμαχο τιμολόγιο δεν είναι το μόνο που έχει καταχωρηθεί ως γνήσιο στα φορολογικά βιβλία του κατηγορουμένου. Στα βιβλία αυτά έχει καταχωρηθεί πλειάδα τέτοιων πλαστών τιμολογίων-δελτίων αποστολής με ανύπαρκτους προμηθευτές, η οποία κάθε άλλο παρά συμπτωματική μπορεί να είναι και να έγινε εν αγνοία τούτου (κατηγορουμένου). 2) Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος την 14 Ιουνίου 2002 απολογούμενος πρωτοδίκως στο Μονομελές Μεταβατικό Πλημμελειοδικείο Βάρδας Ηλείας για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19 Ν.2523/1997) στα οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο πλαστό τιμολόγιο-δελτίο αποστολής, δεν ισχυρίσθηκε άγνοια, αλλά αντιθέτως υποστήριξε ότι και η συναλλαγή αυτή (με τον Ψ) ήταν πραγματική και όχι φανταστική ή ανύπαρκτη (βλ. την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο 366/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας, που συνεδρίασε στη Μεταβατική έδρα της Βάρδας). 3) Το όφελος από την ύπαρξη του πλαστού αυτού τιμολογίου (όπως επίσης και των άλλων), συνιστάμενο αφ1 ενός στο ότι αυτός (κατηγορούμενος) θα εισέπραττε ως επιστροφή το σύνολο του αναγραφόμενου στο τιμολόγιο ΦΠΑ, αφ' ετέρου δε στο ότι θα αύξανε τα έξοδα της επιχείρησής του κατά το αναγραφόμενο στο πλαστό τιμολόγιο και φερόμενο ως δήθεν καταβληθέν από αυτόν τίμημα, μόνο ο κατηγορούμενος θα το προσπορίζονταν και 4) η αναγνωσθείσα στο ακροατήριο με ημερομηνία 27 Ιουνίου 2003 μηνυτήρια αναφορά του κατηγορουμένου κατά της ..., αδελφής του ... (οδηγού της επιχείρησής του) προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών, την οποία αυτός (κατηγορούμενος) μαζί με τον αδελφό της υπαινίσσεται ως συντάκτες όλων των πλαστών τιμολογίων εν αγνοία του ιδίου, δεν έχει εγχειρισθεί στον Εισαγγελέα και ούτε έχει συνταχθεί παρά πόδας αυτής σχετική έκθεση, έτσι ώστε να μπορεί βασίμως να υποστηριχθεί ότι η μήνυση αυτή συντάχθηκε μόνο και μόνο για λόγους εντυπώσεως. Εν όψει όλων αυτών ο κατηγορούμενος τέλεσε αντικειμενικώς και υποκειμενικώς την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου και πρέπει γι αυτήν να κηρυχθεί ένοχος, ανεξαρτήτως του αν ο ίδιος κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε τελεσιδίκως (και για το ίδιο αυτό πλαστό τιμολόγιο) για αποδοχή κατ' εξακολούθηση εικονικών φορολογικών στοιχείων με την 2445 και 2510/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας (που δίκασε κατ' έφεση) σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών με τριετή αναστολή (για το ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου από την προγενέστερη τελεσίδικη καταδίκη του κατηγορουμένου για φοροδιαφυγή (βλ. λχ ΑΠ 2180/2003, ΑΠ 1741/2003). Επομένως η ένσταση του κατηγορουμένου ότι για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη (χρήση πλαστού εγγράφου) υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από την 2445 και 2510/2004 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Ως αβάσιμη πρέπει επίσης να απορριφθεί και η ένσταση του κατηγορουμένου ότι το αξιόποινο της πράξης που του αποδίδεται (χρήση πλαστού εγγράφου) εξαλείφθηκε λόγω πενταετούς παραγραφής, διότι από την 30-8-2000 που φέρεται εκδοθέν το πλαστό τιμολόγιο και μέχρι την 6-9-2005 που επιδόθηκε σ' αυτόν το κλητήριο θέσπισμα, παρήλθε πενταετία. Ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε για να δικαστεί για πλαστογραφία με χρήση, δηλαδή για το ότι την 30-8-2000 κατάρτισε πλαστό έγγραφο (το 1264/30-8-2000 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής), κάνοντας συγχρόνως χρήση του πλαστού εγγράφου. Η ποινική του δίωξη για την πράξη της πλαστογραφίας έπαυσε οριστικώς λόγω παραγραφής με την προσβαλλόμενη 1190/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας και κηρύχθηκε ένοχος για τη χρήση του πλαστού εγγράφου με χρόνο τέλεσης την 26 Οκτωβρίου 2001. Αν για οιονδήποτε λόγο η πλαστογραφία μένει ατιμώρητη, η χρήση του πλαστού που γίνεται και από τον πλαστογράφο τιμωρείται ως αυτοτελές έγκλημα, δεν αποτελεί υστέρα μη τιμωρητή πράξη και το δεδικασμένο από την πλαστογραφία λόγω παραγραφής δεν καλύπτει και το μεταγενεστέρως τελεσθέν έγκλημα της χρήσεως πλαστού, είτε τούτο τελέσθηκε προ της συμπληρώσεως της παραγραφής της πλαστογραφίας είτε μετά από αυτήν (βλ. Ολ. ΑΠ594/1980). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα χρήσης πλαστού εγγράφου και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο Πατρών, το μεν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 του ΠΚ, την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε δεν παραβίασε την περί δεδικασμένου διάταξη του άρθρου 57 του ΚΠΔ, απορρίπτοντας την ένσταση δεδικασμένου που πρότεινε ο αναιρεσείων στο ακροατήριό του, επικαλούμενος ότι είχε ήδη καταδικασθεί τελεσιδίκως για αποδοχή κατ'εξακολούθηση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Και τούτο γιατί οι συνθήκες υπό τις οποίες, κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ενήργησε ο αναιρεσείων, ο οποίος με την συμπεριφοράν του αυτή πέραν της φοροδιαφυγής σκόπευε να περιποιήσει στον εαυτόν του παράνομο περιουσιασκό όφελος ανερχόμενο στο ποσό που αντιστοιχεί στον καταβλητέο για τις ως άνω συναλλαγές ΦΠΑ, τον οποίον αυτός θα εισέπραττε, βλάπτοντας συγχρόνως τον εγκαλούντα, που θα υποχρεούτο ν'αποδώσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. το ποσόν αυτό, αυξάνοντας συγχρόνως το φορολογητέο εισόδημά του, δεν αποκλείουν την εφαρμογήν της περί πλαστογραφίας γενικής διατάξεως του άρθρου 216 του ΠΚ, εφ' όσον στην περίπτωση αυτή, όπως προαναφέρθηκε τα εγκλήματα της πλαστογραφίας με σκοπό το όφελος και της φοροδιαφυγής συρρέουν πραγματικώς και όχι κατά φαινόμενον. Επίσης ορθά το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και τις περί παραγραφής ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 παρ.2 του ΠΚ, με το να δεχθεί ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιόν του (3-6-2008) δεν είχε παρέλθει οκταετία από την 26-10-2001, ότε κατά τις παραδοχές του ο αναιρεσείων επέδειξε, κατά τον γενόμενο έλεγχο, στους αρμόδιους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ Δυτικής Ελλάδος το με αριθμό 1264-30-8-2000 πλαστό τιμολόγιο-δελτίο αποστολής και ν'απορρίψει την ένσταση παραγραφής που πρόβαλε ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου, υποστηρίζοντας ότι χρόνος έναρξης της παραγραφής της αποδιδομένης με τον χρόνο κατάρτισης του ως άνω πλαστού τιμολογίου ήτοι την 30-8-2000, και ως εκ τούτου είχε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Εφετείο υποπέσει αυτή σε παραγραφή. Επομένως οι περί του αντιθέτου κατ'εκτίμηση του δικογράφου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε και ΣΤ πρώτος, και δεύτερος λόγοι τους αναιρετηρίου με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της εσφαλμένης εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ. β'. και των περί παραγραφής διατάξεων του ΠΚ και β) της παραβίασης της περί δεδικασμένου διάταξης του άρθρου 57 του ΚΠΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αιτιάσεις της εσφαλμένης αξιολόγησης της από 27-6-2003 έγκλησης του αναιρεσείοντα κατά του οδηγού του ..., και της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων καθόσον από την ορθή εκτίμησή τους προέκυπτε ότι ουδέποτε ο αναιρεσείων είχε ο ίδιος εμφανίσει το επίδικο τιμολόγιο, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες διότι μ'αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ, στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-10-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 993/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγοντα που ανέρχεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση. Απόρριψη λόγων αναίρεσης για: α) παραβίαση δεδικασμένου εκ του λόγου ότι ο αναιρεσείων είχε καταδικασθεί τελεσίδικα για αποδοχή κατ' εξακολούθηση εικονικών φορολογικών στοιχείων και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων του άρθρου 216 ΠΚ παρ. 1 στοιχ. β και των περί παραγραφής διατάξεων του ΠΚ.
Πλαστογραφία
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Δεδικασμένο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1080/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1, 2. Χ2, κατοίκων ......, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 726/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...... ΑΕ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουλίου 2008 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1353/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 511/29-10-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ'αριθ. 13/2008 αίτηση αναίρεσης των κατηγορουμένων α) Χ2, κατοίκου ......, οδός ...... αρ. ... και β) Χ1, κατοίκου ......, οδός ...... αρ. ..., κατά του υπ'αριθ. 726/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 480 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. "1. ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να ασκήσει έφεση κατά των βουλευμάτων του συμβουλίου πλημμελειοδικών, όταν πρόκειται για κακούργημα και μόνο στις περιπτώσεις β', γ' και δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 479. Κατά δε την παράγραφο 2 της ιδίας διάταξης, "2. το δικαίωμα αυτό της έφεσης το έχει ο πολιτικώς ενάγων, αν πριν από την έκδοση του βουλεύματος δήλωσε ότι παρίσταται με την ιδιότητά του αυτή και δεν έχει αποβληθεί (άρθρ. 82-88)". Η διαδικαστική αυτή προϋπόθεση ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε οποιοδήποτε στάδιο της προδικασίας και κηρύσσεται απαράδεκτη η πολιτική αγωγή από το συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 87 Κ.Π.Δ.). Δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής έχει μόνο ο άμεσα ζημιωθείς από την άδικη πράξη. Επί νομικού προσώπου, είτε δημοσίου είτε ιδιωτικού δικαίου, παθών είναι αυτό τούτο το νομικό πρόσωπο, το οποίο και νομιμοποιείται ενεργητικά δια των οργάνων του σε άσκηση πολιτικής αγωγής. Προκειμένου δε περί ανωνύμου εταιρείας, η πολιτική αγωγή ασκείται είτε από το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο εκπροσωπεί την εταιρεία δικαστικώς και εξωδίκως και ενεργεί συλλογικώς, είτε από ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα που ορίζονται ως εκπρόσωποι της εταιρείας με απόφαση του Δ.Σ. γενικά ή για ορισμένου είδους πράξεις σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού (άρθρο 18 παρ. 1 και 2 του 174/1963 διατάγματος "περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων του Ν. 2190/1920 σε ενιαίο κείμενο", ΑΠ (σε Συμβ.) 352/2003 Π.Χρ. ΝΓ/1002). Η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, γίνεται κατ'άρθρο 83 παρ. 1 Κ.Π.Δ., είτε με αυτή την έγκληση, είτε με άλλο έγγραφο, μέχρι να περατωθεί η ανάκριση (άρθρο 308 Κ.Π.Δ.), στον αρμόδιο εισαγγελέα, είτε αυτοπροσώπως, είτε με πληρεξούσιο που έχει έγγραφη πληρεξουσιότητα ειδική ή γενική, η οποία έχει δοθεί κατά το άρθρο 42 παρ. 2 εδαφ. β'και γ' Κ.Π.Δ. και αφού συνταχθεί έκθεση εγχειρίσεως, στην οποία προσαρτάται το έγγραφο πληρεξουσιότητας, ακόμη δε μπορεί να γίνει και στον ανακριτή και κατ'αυτήν ακόμη την εξέταση ως μάρτυρα αυτού που αδικήθηκε. Τέλος το περιεχόμενο της δήλωσης, προσδιορίζει το άρθρο 84 Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθ. 224/2008 βούλευμά του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία και κατά των αναιρεσειόντων για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, πράξη που φέρεται να τελέσθηκε από αυτούς στη ......, τον Μάϊο του 2003 σε βάρος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...... ΑΕ" που εδρεύει στη ...... . Προ της εκδόσεως του βουλεύματος αυτού, ο Α ανωμοτί εξεταζόμενος στις 23-10-2006 ενώπιον της Ανακρίτριας του Ε' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης επί της από 14-11-2003 καταγγελίας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...... ΑΕ", νομίμως εκπροσωπουμένης υπ'αυτού, ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της και αυτού προσωπικά προς το ΣΔΟΕ, δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής με τη φράση "Δηλώνω παράσταση πολιτικής αγωγής και διορίζω πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητό μου τον Κων. Ταμβάκη". Κατέθεσε δε περαιτέρω και το υπ'αριθ. ...... σειρά Α παράβολο χαρτοσήμου "ευρώ 10" για παράσταση πολιτικής αγωγής στο όνομά του (καταθέτης Α). Από το περιεχόμενο της δηλώσεως αυτής και από το περιεχόμενο του παραβόλου, σαφώς προκύπτει ότι ο Α δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για τον εαυτό του και όχι για την ανώνυμη εταιρεία του, αφού ουδόλως αναφέρθηκε με την δήλωσή του και το παράβολό του σ'αυτήν. Στην συνέχεια μετά την έκδοση του πιο πάνω απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ο Α άσκησε την υπ'αριθ. 11/2008 έφεση "ενεργών ως νόμιμος εκπρόσωπος", όντας Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, της εδρεύουσας στη ...... (οδός ...... αρ. ...-......) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...... ΑΕ" (δείτε την έκθεση εφέσεως). Η έφεση αυτή είναι προφανές ότι ασκήθηκε απαραδέκτως από την πιο πάνω ανώνυμη εταιρεία, αφού αυτή δεν δήλωσε διά του νομίμου εκπροσώπου της Α παράσταση πολιτικής αγωγής πριν από την έκδοση του παραπάνω υπ'αριθ. 224/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Παρά ταύτα το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το προσβαλλόμενο βούλευμά του αντί να κηρύξει απαράδεκτη την έφεση αυτή, την έκανε τυπικά δεκτή και βάσιμη κατ'ουσία, εξαφάνισε το υπ'αριθ. 224/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της πιο πάνω εταιρείας. 'Ετσι όμως κρίναν το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, υπερέβη την εξουσία του και κατέστησε το βούλευμά του αυτό αναιρετέο για τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στ' του Κ.Π.Δ. πρώτο λόγο του δικογράφου της αναιρέσεως, της υπέρβασης εξουσίας. Πρέπει λοιπόν κατά συνέπεια να αναιρεθεί για τον λόγον αυτόν το προσβαλλόμενο βούλευμα και να κηρύξει το Δικαστήριό σας απαράδεκτη την υπ'αριθ. 11/2008 πιο πάνω έφεση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...... ΑΕ" (άρθρο 517 παρ. 2 Κ.Π.Δ.). Περαιτέρω να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 β Π.Κ. και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 β' και δ' Κ.Π.Δ.), διότι ορθώς το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 β' Π.Κ. και ορθώς υπήγαγε σ'αυτή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, ελεύθερα δε εξετίμησε (άρθρα 177 και 178) το προδικαστικό ζήτημα του δικαιούχου του σήματος που αποτέλεσε στοιχείο της απάτης για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη εξ αφορμής της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα. Περιέλαβε δε στο βούλευμά του αυτό την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την αναφορά του στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν. Με την αναφορά του δε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης στο προσβαλλόμενο βούλευμά του στην πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέως, σαφώς έλαβε υπόψη του την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, αφού η τελευταία προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη στην πρόταση του Εισαγγελέως στην οποία αναφέρεται το Συμβούλιο αυτό. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να γίνει δεκτή η υπ'αριθ. 13/2008 αίτηση αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 , κατά του υπ'αριθ. 726/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης ως προς τον πρώτο λόγο αναίρεσης της υπέρβασης εξουσίας, να αναιρεθεί κατά τούτο το βούλευμα αυτό και να κηρύξει το Δικαστήριό σας απαράδεκτη την υπ'αριθ. 11/2008 έφεση της ανώνυμης εταιρείας "ΜΙΧ. ΜΠΕΖΑΣ ΑΕ" κατά του παραπάνω βουλεύματος. Να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Αθήνα 21 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 726/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο εκδόθηκε ύστερα από την άσκηση εφέσεως από την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "...... ΑΕ" κατά του υπ' αριθ. 224/2008 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστούν για την πράξη της απάτης, κατά συναυτουργία, με σκοπό πορισμού συνολικού περιουσιακού οφέλους, με βλάβη τρίτου, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του ΚΠΔ λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι και η υπέρβαση εξουσίας. Υπάρχει δε υπέρβαση εξουσίας και όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία, την οποία έχει μεν γενικώς, δεν συντρέχουν όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση οι απαιτούμενες κατά νόμο προϋποθέσεις για την άσκηση της. Το τελευταίο συμβαίνει όταν το Συμβούλιο Εφετών εξετάζει κατ' ουσία την υπόθεση και αποφαίνεται μετά από έφεση κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, που είναι απαράδεκτη κατά το άρθρο 476 ΚΠΔ. Στην περίπτωση του λόγου αυτού ο Άρειος Πάγος εξετάζει κάθε στοιχείο της δικογραφίας για να κρίνει τη βασιμότητα της αναίρεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 480 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η παρ. 1 ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 40 παρ. 3 του ν. 3160/2003, ο πολιτικώς ενάγων έχει το δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών όταν πρόκειται για κακούργημα και μόνο στις περιπτώσεις β', γ' και δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 479, υπό την προϋπόθεση ότι προ της εκδόσεως του βουλεύματος τούτου δήλωσε νομοτύπως παράσταση πολιτικής αγωγής και δεν έχει αποβληθεί. Περαιτέρω από τα άρθρα 63-64, 82-84 και 87 ΚΠΔ προκύπτει ότι νομιμοποιείται ενεργητικώς να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία μόνο ο δικαιούμενος να απαιτήσει αποζημίωση ως παθών από το τελεσθέν έγκλημα και δη εκείνος που άμεσα έχει υποστεί ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη εξαιτίας του εγκλήματος. Επί νομικού προσώπου παθών είναι το ίδιο το οποίο και νομιμοποιείται ενεργητικά δια των οργάνων του σε άσκηση πολιτικής αγωγής. Προκειμένου περί Ανωνύμου Εταιρίας η πολιτική αγωγή ασκείται είτε από το Διοικητικό της Συμβούλιο, το οποίο εκπροσωπεί την εταιρία δικαστικώς και εξωδίκως και ενεργεί συλλογικώς, είτε από ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα που ορίζονται ως εκπρόσωποι της εταιρίας με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου γενικά ή για ορισμένου είδους πράξεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού (αρθρ. 18 παρ. 1 και 2 του 174/1963 διατάγματος "περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων του Ν.2190/1920 σε ενιαίο κείμενο").Η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής γίνεται, κατ' άρθρο 83 παρ.1 ΚΠΔ, στον αρμόδιο Εισαγγελέα, είτε με την έγκληση, είτε με άλλο έγγραφο, μέχρι να περατωθεί η ανάκριση, αυτοπροσώπως ή με πληρεξούσιο που έχει έγγραφη πληρεξουσιότητα ειδική ή γενική, η οποία έχει δοθεί κατά το άρθρο 42 παρ. 2 εδαφ. β' και γ' ΚΠΔ, για την οποία συντάσσεται έκθεση εγχειρίσεως, στην οποία προσαρτάται το έγγραφο πληρεξουσιότητας, μπορεί, όμως, να γίνει και στον Ανακριτή, κατά την εξέταση ως μάρτυρα εκείνου που υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη. Τέλος το περιεχόμενο της δήλωσης προσδιορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 84 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το 224/2008 βούλευμα του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των αναίρεσε ιόντων για την αξιόποινη πράξη της απάτης, κατά συναυτουργία, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, πράξη που φέρεται να τελέσθηκε από αυτούς στη ......, τον Μάϊο του έτους 2003 σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...... ΑΕ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη. Πριν την έκδοση του παραπάνω βουλεύματος ο Α, ανωμοτί εξεταζόμενος στις 23/10/2006 ενώπιον της Ανακρίτριας του Ε' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης επί της από 14-11-2003 καταγγελίας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...... ΑΕ",νομίμως εκπροσωπούμενης υπ' αυτού, ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της και αυτού προσωπικά προς το ΣΔΟΕ, δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής με τη φράση "Δηλώνω παράσταση πολιτικής αγωγής και διορίζω πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο μου τον Κων. Ταμβάκη",κατέθεσε δε και το με αριθμό ...... σειρά Α παράβολο χαρτοσήμου "ευρώ 10" για παράσταση πολιτικής αγωγής στο όνομά του (καταθέτης Α). Από το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής, αλλά και του παράβολου σαφώς προκύπτει ότι ο Α δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για τον εαυτό του και όχι για την ανώνυμη εταιρία του, αφού ουδόλως αναφέρθηκε με τη δήλωσή του και το παράβολο σ' αυτήν. Στη συνέχεια μετά την έκδοση του παραπάνω απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ο Α άσκησε τη με αριθμό 11/2008 έφεση "ενεργών ως νόμιμος εκπρόσωπος", όντας Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, της εδρεύουσας στη ...... (οδός ...... αριθ. ...-......) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...... ΑΕ". Η έφεση όμως αυτή ασκήθηκε απαραδέκτως από την ανώνυμη εταιρία, αφού αυτή δεν είχε δηλώσει, δια του νομίμου εκπροσώπου της, παράσταση πολιτικής αγωγής πριν από την έκδοση του παραπάνω βουλεύματος. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, αν και έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, όμως τη δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία, εξαφάνισε το 224/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της απάτης, κατά συναυτουργία, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της παραπάνω εταιρίας. Έτσι όμως που έκρινε το Συμβούλιο Εφετών υπερέβη την εξουσία του. Συνεπώς, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως και πρέπει να γίνει δεκτή η κοινή αίτηση των αναίρεσε ιόντων, να αναιρεθεί δε το προσβαλλόμενο 726/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Περαιτέρω, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως, κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ, πρέπει κατ' εφαρμογή των άρθρων 476 παρ. 1 και 517 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας κατά του 224/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το με αριθ. 726/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Κηρύσσει απαράδεκτη την 11/2008 έφεση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...... ΑΕ" κατά του 224/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπέρβαση εξουσίας, γιατί το Συμβούλιο εξέτασε στην ουσία της, έφεση πολιτικώς ενάγουσας η οποία ασκήθηκε απαραδέκτως, από πρόσωπο που δεν είχε δηλώσει νομότυπα παράσταση πολιτικής αγωγής. Αναιρεί. Κηρύσσει απαράδεκτη την έφεση της ανώνυμης εταιρίας.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Πολιτική αγωγή, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1083/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 713/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 570/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια, με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές, όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, γ) ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4.500.000) δραχμές, όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν αυτό καταβάλλεται σε δόσεις και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 713/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, μετατραπείσαν σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 γ, 2, 3 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, ήτοι για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1γ, 2, 3 του Ν. 1882/1920 και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι στην Αθήνα την 1-3-2002, ενώ είχαν βεβαιωθεί την 31-12-2001 στην Ι' ΔΟΥ Αθηνών σε βάρος της ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ "ΑΑ" με ΑΦΜ ..., της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν διαχειριστής, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, τα οποία αναφέρονται στον πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αριθμός ειδικού βιβλίου ...), που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 21-4-2003 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της ίδια ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε το ποσό των 112.350,40 ευρώ, που αφορά σε λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, δηλαδή καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ. Πρέπει όμως να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, διότι τέλεσε την πράξη του από μη ταπεινά αίτια, και συγκεκριμένα, διότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε συμφωνήσει με τον έτερο διαχειριστή της ανωτέρω Κοινοπραξίας ΑΑ να αναλάβει ο τελευταίος την κάλυψη οποιωνδήποτε οφειλών της Κοινοπραξίας έναντι τρίτων μεταξύ των οποίων και τις οφειλές έναντι του Δημοσίου, χωρίς ωστόσο ο τελευταίος να εκπληρώσει την έναντι του συνεταίρου του αναληφθείσα συμβατική υποχρέωση (βλ. κατάθεση μάρτυρα ΑΑ , από 1-4-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης και εκκαθάρισης της Κοινοπραξίας ΑΑ ). Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι η εν λόγω Κοινοπραξία είχε αναλάβει την εκτέλεση του δημοσίου έργου "Εγκατάσταση Δασικού Χωριού - ...", το 80% του οποίου αφορούσε σε οικοδομικές εργασίες, για τις οποίες αρμόδιος ήταν ο ΑΑ, και το 20% αυτού αφορούσε σε ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες, για τις οποίες ήταν αρμόδιος ο κατηγορούμενος. Αφού λοιπόν ο τελευταίος ανέλαβε το μικρότερο μέρος του έργου, συμμετείχε ανάλογα και στο κεφάλαιο της Κοινοπραξίας, ενώ στα κέρδη αυτής συμμετείχε κατά ποσοστό 115 (βλ. από 8-7-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης κοινοπραξίας)". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. αξιούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι δεν αναφέρεται ο ακριβής χρόνος καταβολής του χρέους, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές του σκεπτικού της προσβαλλομένης, το χρέος βεβαιώθηκε στην αρμόδια Ι' ΔΟΥ Αθηνών, στις 31.12.2001 και στα 1.3.2002, μετά δηλαδή την πάροδο της δίμηνης προθεσμίας που απαιτεί ο νόμος για την καταβολή των εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών, όπως είχε χαρακτηρισθεί και το επίδικο, ο αναιρεσείων ηθελημένα δεν κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό των 112.350,40 ευρώ. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαία η καταχώριση του περιεχομένου του πίνακα χρεών στην προσβαλλομένη, ενόψει του ότι, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό, διαλαμβάνονται όλα τα κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη, ήτοι, η αρχή που βεβαίωσε το χρέος, το ύψος αυτού, ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ), ο χρόνος πληρωμής του και η μη πληρωμή του. Εξάλλου, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ο πίνακας χρεών, σαν αναπόσπαστο μέρος της από 21.4.2003 μηνυτήριας αναφοράς της Ι' ΔΟΥ Αθηνών, αποτελεί έγγραφο της δικογραφίας και ως εκ τούτου ήταν γνωστός στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο από τότε που επιδόθηκε σ'αυτήν το κλητήριο θέσπισμα. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. ΙΙ. Μετά την με το άρθρο 34 (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών) του Ν. 3220/2004, που η ισχύς του άρχισε από 1.1.2004, αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμό ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες της προηγούμενης νομικής ρύθμισης. Αναφορικά, δε, με το χρόνο διάπραξης του εν λόγω ποινικού αδικήματος, ο οποίος είναι εκείνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, άσχετα αν η καταβολή των χρεών γίνεται με δόσεις ή εφάπαξ, η διάταξη αυτή είναι προφανώς ευμενέστερη της προηγούμενης ρύθμισης, η οποία προέβλεπε, προκειμένου για χρέος που έχει ρυθμισθεί να καταβληθεί σε δόσεις, να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και, προκειμένου για χρέος καταβαλλόμενο εφάπαξ, να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Όμως, η διάταξη αυτή, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αποσπασματικά, μόνο δηλαδή κατά το μέρος του, προκειμένου να διαπραχθεί το αναφερόμενο ποινικό αδίκημα, έπρεπε να συμπληρωθεί χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών από τότε που ήταν καταβλητέο το χρέος, διότι αυτό αντίκειται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Κ., το οποίο προβλέπει την εφαρμογή του ευμενέστερου νόμου στο σύνολό του. Επομένως, ο τρίτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, με την επίκληση της εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. πλημμέλεια, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε τη δυσμενέστερη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 252/1997, η οποία προέβλεπε ότι το αδίκημα της εφάπαξ καταβολής χρεών προς το Δημόσιο τελείται με την καθυστέρηση καταβολής τους πέραν των δύο (2) μηνών, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει την ευμενέστερη γι' αυτόν διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, η οποία προβλέπει ότι το αδίκημα τελείται με τη συμπλήρωση τεσσάρων (4) μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, είναι αβάσιμος, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. 176/14.3.2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 713/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όροι και προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 25 Ν. 1882/1990, όπως ισχύει. Προϋποθέσεις εφαρμογής ευμενέστερου νόμου κατά το άρθρο 2 του ΠΚ. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Νόμος επιεικέστερος.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1072/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γεωργά, περί αναιρέσεως της 2251/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 646/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Kατά το άρθρο 71 § 3 του Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως (η παρ. 3) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 § 2 Ν. 2145/1993, "όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου" (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων, ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεων, οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και κατά την § 2 του ίδιου άρθρου "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσότερος των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, η καλλιέργεια της εκτάσεως που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκληση βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσεως του δάσους ή της δασικής εκτάσεως και η ενέργεια σε εκχερσωθείσα έκταση πράξεων διακατοχής. Στοιχείο της έννοιας του δάσους και της δασικής εκτάσεως δεν αποτελεί το ότι μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα αναφερόμενα ανωτέρω φυτά ή να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Οι ανάγκες αυτές, που είναι αυτονόητες υπό τις σημερινές συνθήκες διαβιώσεως του ανθρώπου, αποτέλεσαν το νομοθετικό λόγο προστασίας του δάσους και της δασικής εκτάσεως και είναι, ακριβώς, το αποτέλεσμα της προστασίας αυτής, μιας ισορροπίας που εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια διατηρήσεως του φυσικού περιβάλλοντος, όπως είναι οι λίμνες και τα ποτάμια, οι παράκτιες περιοχές και η θάλασσα γενικότερα και η αποφυγή της ρυπάνσεως του ατμοσφαιρικού αέρα. Κατ' ακολουθίαν, τα στοιχεία αυτά δεν είναι από εκείνα που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 2408/1996 ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατ' είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθενται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σχετικά με το έγκλημα της παράνομης εκχερσώσεως δάσους ή δασικής εκτάσεως, δεν απαιτείται να αναφέρεται στην απόφαση βάσει ποιας πράξεως ή αποφάσεως της Διοικήσεως η έκταση αυτή, επί της οποίας ο κατηγορούμενος προέβη στις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις έχει χαρακτηρισθεί ως δασική, γιατί οποιαδήποτε έκταση της Ελληνικής Επικράτειας, δημόσια ή ιδιωτική που καλύπτεται από αραιά ή πενιχρή βλάστηση, οποιασδήποτε διαπλάσεως χαρακτηρίζεται ως δασική από το άρθρο 3 § 2 του Ν. 998/1979. Ούτε άλλωστε απαιτείται ο καθ' όρια προσδιορισμός της εκχερσωθείσης εκτάσεως, εφόσον δεν ανακύπτει ζήτημα ταυτότητας της δασικής εκτάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, που δίκασε, ως Εφετείο, δέχθηκε μετά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, "ότι ο κατηγορούμενος, κατά το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Μαϊου του 1999 στη δασική θέση "... ή ..." περιοχής ... Αρχής προέβη με μηχανικά μέσα χωρίς την άδεια αρμόδιας αρχής στην εκχέρσωση δημόσιας δασικής έκτασης συνολικού εμβαδού 3,616 στρεμμάτων. Η εν λόγω έκταση έχει έδαφος αργιλώδες, κλίση από 25 έως 35% προς τον ορίζοντα Βορειοανατολικά και συνορεύει ανατολικά με αγροτικό δρόμο, δυτικά με δημόσια δασική έκταση, βόρεια με ελαιώνα, ρέμα και νότια με δημόσια δασική έκταση. Η έκταση αυτή καλυπτόταν πριν την εκχέρσωση με θαμνώδη ξυλώδη βλάστηση αείφυλλων, πλατύφυλλων, όπως πουρνάρια, σπαλάχτια, αγριελιές, οι οποίες εμβολιάστηκαν παλαιότερα σε ήμερες ελιές, με ποσοστό εδαφοκάλυψης 30-80% κατά τα έτη 1945 και 1961 και αμέσως πριν την εκχέρσωση 80-90%, απέχει δε από τη θάλασσα 230 μέτρα και έχει μεγάλη οικοπεδική αξία. Συνέπεια της πιο πάνω εκχέρσωσης ήταν να καταστραφεί η πιο πάνω δασική βλάστηση, αειθαλών, πλατύφυλλων (πουρνάρια-σπαλάχθια, κοκορεβιθιές και αγριελιές), με αποτέλεσμα να προκληθεί σοβαρή βλάβη στην κατά προορισμό χρήση της δασικής εκτάσεως η οποία μπορούσε να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας. Το αίτημα περί μη ανάγνωσης της έκθεσης φωτοερμηνείας πρέπει να απορριφθεί αφού η εν λόγω έκθεση είναι επαρκώς ορισμένη και σαφής και δεν πάσχει οποιασδήποτε ακυρότητας. Ενόψει αυτών πρέπει να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος της πράξης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας χωρίς τη συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου, πρωτίστως, ως αορίστου". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο για την πράξη της παράνομης εκχέρσωσης της δασικής έκτασης, που προαναφέρθηκε και του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός έτους, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράνομης εκχέρσωσης δασικής έκτασης, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 71 παρ. 3 του Ν. 998/1979, όπως αντικ. με το άρθρο 46 παρ. 2 Ν.2145/1993, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς και νόμιμης βάσης γιατί 1) δεν γίνεται με αυτήν συσχετισμός των αποδεικτικών μέσων και αναλυτική παράθεση όσων προέκυψαν από καθένα από αυτά, 2) δεν προσδιορίζεται βάσει ποιας πράξεως ή αποφάσεως της Διοικήσεως η έκταση που εκχερσώθηκε χαρακτηρίσθηκε ως δασική, ούτε εκτίθενται σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα της αυτή και 3) δεν αιτιολογείται ειδικότερα αν η παραπάνω έκταση μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα αναφερόμενα ανωτέρω φυτά ή να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, διότι: α)για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων, χωρίς να απαιτείται επί πλέον αναλυτική παράθεσή τους και να γίνεται μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, αρκεί μόνο, όπως έγινε στην προκειμένη περίπτωση, να βεβαιώνεται με την απόφαση, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά β) το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκθέτοντας σ' αυτήν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (είδος δένδρων, βλάστησης, ποσοστό κάλυψης του εδάφους από αυτά κλπ), αιτιολογώντας δε επαρκώς και την κρίση του αυτή, σαφώς δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση αποτελεί δασική έκταση και ότι αυτή μπορούσε να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, δεν ήταν δε αναγκαίο να προσδιορίζεται βάσει ποιας πράξεως ή αποφάσεως της Διοικήσεως η έκταση αυτή, επί της οποίας ο κατηγορούμενος προέβη στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη, έχει χαρακτηρισθεί ως δασική, αφού οποιαδήποτε έκταση της Ελληνικής Επικράτειας, δημόσια ή ιδιωτική που καλύπτεται από αραιά ή πενιχρή βλάστηση, οποιασδήποτε διαπλάσεως χαρακτηρίζεται ως δασική από το άρθρο 3 § 2 του Ν. 998/1979, και να περιγράφεται με συγκεκριμένα όρια η έκταση που εκχερσώθηκε, εφόσον δεν ανακύπτει ζήτημα ταυτότητας και 3) δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογείται, ειδικότερα, το ότι η δασική έκταση, που προαναφέρθηκε, μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα αναφερόμενα ανωτέρω φυτά ή να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, Οι ανάγκες αυτές, που είναι αυτονόητες υπό τις σημερινές συνθήκες διαβιώσεως του ανθρώπου, αποτέλεσαν το νομοθετικό λόγο προστασίας του δάσους και της δασικής εκτάσεως και είναι, ακριβώς, το αποτέλεσμα της προστασίας αυτής, μιας ισορροπίας που εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια διατηρήσεως του φυσικού περιβάλλοντος, όπως είναι οι λίμνες και τα ποτάμια, οι παράκτιες περιοχές και η θάλασσα γενικότερα και η αποφυγή της ρυπάνσεως του ατμοσφαιρικού αέρα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ. πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από τις διατάξεις 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει, εφόσον έχει προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Όταν, όμως, ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει ειδική αιτιολογία στην απόφαση του, της οποίας η κύρια αιτιολογία για την ενοχή εμπεριέχει από τα πράγματα αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αυτά συμπληρώθηκαν με την 2792/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ισχυρίστηκε ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου, ότι η έκταση που εκχερσώθηκε δεν ήταν δασική αλλά ιδιωτικός αγρός, δεν ανήκε σ' αυτόν, αλλά στον αδελφό του και τέλος, ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 71 παρ. 3 του Ν.998/1979 γιατί η έκταση αυτή δεν είναι χαρακτηρισμένη ως δάσος ή δασική με δασολόγιο ή πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί δεν είναι αυτοτελείς αλλά αρνητικοί της κατηγορίας και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση ιδιαίτερη γι' αυτούς αιτιολογία. Επομένως ο τέταρτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη ισχυρισμού του και απόλυτη ακυρότητα από έλλειψη ακροάσεως, τους οποίους αυτός χαρακτηρίζει αυτοτελείς, είναι αβάσιμος, αφού στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση. Ο ίδιος λόγος, εξάλλου, κατά το μέρος του που, με την επίκληση της ανάγκης αιτιολογήσεως των κατά τον αναιρεσείοντα αυτοτελών ισχυρισμών του, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας "ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε την απαλλαγή του κατηγορουμένου ή άλλως την ενοχή του με ελαφρυντικά στοιχεία" δίχως όμως να επικαλεστεί συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία να θεμελιώνουν τον ισχυρισμό αυτό και να προσδιορίσει τη συγκεκριμένη ελαφρυντική περίσταση που ζήτησε να αναγνωριστεί στον κατηγορούμενο. Έτσι όμως που υποβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός ήταν εντελώς αόριστος και το Δικαστήριο, που τον απέρριψε, δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του. Επομένως είναι αβάσιμος και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ, αφού και αυτός στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση. Κατά το άρθρο 364 παρ.1 του ΚΠΔ στο ακροατήριο διαβάζονται, εκτός άλλων, και τα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Η ανάγνωση δε στο ακροατήριο, οποιουδήποτε άκυρου εγγράφου, του οποίου δεν αμφισβητήθηκε, ειδικώς, η γνησιότητα, κατά την αποδεικτική διαδικασία, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, διότι δεν εμπίπτει σε καμία από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο 510 του ΚΠΔ περιπτώσεις λόγων αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από τον πρόεδρο, εναντιώθηκε στην ανάγνωση της έκθεσης φωτοερμηνείας, που αναφέρεται σ' αυτά, με τη φράση "Ζητάω να μην αναγνωσθεί η έκθεση της φωτοερμηνείας που υπάρχει στο φάκελο επειδή δεν είναι έγκυρη. Η έκθεση της φωτοερμηνείας πρέπει να συνοδεύεται με φωτογραφίες. Αμφισβητώ ότι είναι φωτοερμηνεία". Από το περιεχόμενο της δήλωσης του αυτής προκύπτει, ότι αυτός δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα της παραπάνω έκθεσης, επικαλούμενος συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων δεν ήταν γνήσια, αλλά εναντιώθηκε στην ανάγνωση της γιατί, κατά τη γνώμη του, δίχως να την αιτιολογεί ειδικότερα, δεν είχε αποδεικτική αξία, ενόψει του ότι δεν συνοδευόταν, όπως, κατ' αυτόν, έπρεπε, από φωτογραφίες. Επομένως δεν προκλήθηκε ακυρότητα στο ακροατήριο από την, παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου, ανάγνωση της παραπάνω έκθεσης, που, όπως με επαρκή αιτιολογία, δέχθηκε το Δικαστήριο, ήταν "επαρκώς ορισμένη και σαφής" και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ και άρθρο. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23 Οκτωβρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 2251/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράνομη εκχέρσωση δασικής έκτασης. Έννοια αυτής. Ειδική αιτιολογία. Νόμιμη βάση. Ακυρότητα από ανάγνωση εγγράφου στην οποία εναντιώθηκε ο κατηγορούμενος δεν προκλήθηκε εφόσον δεν αμφισβήτησε ειδικά τη γνησιότητα του. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Δασικά αδικήματα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1071/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 που παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Παναγιώτη Χατζησταυράκη και Ιωάννη Γκουβά, περί αναιρέσεως της 241/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1.Ψ1 και 2. Ψ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λαμπράκη. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 963/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι, το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει, είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται άμεσος δόλος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 241/2008 απόφαση του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτά συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορούμενη Χ1 την 22-4-2002 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, την με ίδια ημερομηνία μήνυση της σε βάρος 1) Ψ3, 2) Ψ1 και 3) Ψ2. Η ίδια κατηγορούμενη στις 5-6-2002 κατάθεσε ενόρκως στην Πταισματοδίκη Πειραιώς, σχετικά με την ως άνω μήνυση της. Τόσο στη μήνυση της, όσο και στην ως άνω ένορκη κατάθεση της, κατέθεσε για την Ψ1, εκτός των άλλων, και τα εξής: "Η Ψ1, χρησιμοποιώντας και την κόρη της Ψ2, άρχισε να με καταδιώκει ανελέητα. Πρόκειται για καθαρά σεξουαλική παρενόχληση... Συνέχεια εδώ και δυόμισι χρόνια προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί μου με τον τρόπο που με κοιτάζει και ιδίως προσπαθώντας να με συναντήσει στην είσοδο της πολυκατοικίας... Επανειλημμένως έχει προσπαθήσει να πέσει επάνω μου δήθεν τυχαία, τη στιγμή που εγώ βγαίνω από την πολυκατοικία... Σε διαμαρτυρίες μου απαντά με έντονο ύφος "κάνεις λάθος αγάπη μου, αγάπη μου, αγάπη μου".Τα προαναφερόμενα γεγονότα που περιέχονται στην ως άνω μήνυση και κατάθεση και αφορούν το πρόσωπο της εγκαλούσας Ψ1 περιήλθαν σε γνώση τόσο του Εισαγγελέα, της Πταισματοδίκη και των αρμοδίων δικαστικών υπαλλήλων, ενώ ήταν εντελώς ψευδή και η κατηγορουμένη γνώριζε την αναλήθεια τους. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, η Ψ1 είναι μία γυναίκα, η οποία ουδέποτε είχε συμπεριφερθεί με ανήθικο τρόπο προς την κατηγορουμένη, ανεξάρτητα αν μεταξύ της τελευταίας όσο και της εγκαλούσας και των δύο τέκνων της (Ψ3 και Ψ2) είχαν δημιουργηθεί συχνά διάφορα επεισόδια, για τα οποία και έχουν γίνει αρκετές δίκες. Με τα δεδομένα αυτά, όλα τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα "περί σεξουαλικής παρενόχλησης" της Ψ1 προς την κατηγορουμένη έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας (Ψ1), αφού, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, αντίκεινται στην έννοια της ευπρέπειας και προσδίδουν κοινωνική απαξία σ' εκείνη (εγκαλούσα), εφόσον εμφανίζεται ως ανήθικο άτομο. Εν όψει, λοιπόν των όσων προεκτέθηκαν, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, μόνο για μία συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος της Ψ1 και όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Περαιτέρω δημιουργήθηκαν αμφιβολίες στο παρόν Δικαστήριο ως προς τη συνδρομή των κατά νόμο απαιτουμένων στοιχείων για τη θεμελίωση τόσο της αντικειμενικής όσο και της υποκειμενικής υπόστασης των αποδιδόμενων στην κατηγορουμένη με το κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας λεπτομερώς περιγραφομένων αξιοποίνων πράξεων, δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης, κατά συρροή (σε βάρος τόσο της Ψ1 και της Ψ2). Άλλωστε, τα υπόλοιπα γεγονότα που αναφέρονται στην ως άνω μήνυση και ένορκη κατάθεση της κατηγορουμένης και αφορούν τόσο την Ψ1 όσο και την Ψ2, δεν ήσαν αναληθή ούτε μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των τελευταίων. Επομένως οι ως άνω αμφιβολίες πρέπει να ερμηνευθούν υπέρ της κατηγορουμένης και να κηρυχθεί αυτή αθώα για τις αμέσως προηγούμενες πράξεις, κατά τα οριζόμενα αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας.". Με τις παραδοχές και σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχη τον κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα για συκοφαντική δυσφήμηση. Με αυτά, που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με επιτρεπτή συμπλήρωση του αιτιολογικού αυτής από το διατακτικό, του οποίου δεν αποτελεί απλή επανάληψη, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αιτιολογείται πλήρως η γνώση της αναλήθειας του συκοφαντικού γεγονότος εκ μέρους της αναιρεσείουσας και ο δόλος της να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της ως άνω εγκαλούσας. Η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες, η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς και νόμιμης βάσης, γιατί: 1) δεν αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από καθένα αποδεικτικό μέσο 2) δεν προκύπτει, αδιστάκτως, ότι το Δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα συγκεκριμένα έγγραφα που προσδιορίζει και τα οποία αναγνώσθηκαν 3) δεν αιτιολογείται ειδικά ο δόλος της, αφού δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά 4) το σκεπτικό ταυτίζεται με το διατακτικό της απόφασης και 5) στο πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου και ειδικότερα, αν και με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κηρύχθηκε αθώα για την πράξη της ψευδορκίας, στα πραγματικά δε περιστατικά που την θεμελιώνουν περιλαμβάνονται και εκείνα της συκοφαντικής δυσφήμησης, όμως με την προσβαλλομένη καταδικάσθηκε για την τελευταία. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και τούτο διότι: 1) για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν είναι αναγκαίο να εκτίθενται στην απόφαση τα συγκεκριμένα περιστατικά που προέκυψαν από καθένα αποδεικτικό μέσο, 2) στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και συνεπώς είναι βέβαιο ότι συνεκτίμησε και το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων 3) αιτιολογείται ειδικά η γνώση της αναιρεσείουσας για την αναλήθεια του συκοφαντικού γεγονότος, η οποία είναι και αυτονόητη, αφού ενυπάρχει στο πρόσωπο της, και η θέληση της να μειώσει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, με την υποβολή της μήνυσης σε βάρος της 4) από το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης προκύπτει, ότι δεν υπάρχει πλήρης ταύτιση του περιεχομένου των, αφού στο πρώτο αναφέρονται και άλλα πραγματικά περιστατικά, επί πλέον εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό, από τα οποία ενισχύθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για το ψευδές εκείνων για τα οποία καταδικάσθηκε και 5) στο πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης δεν υπάρχουν ασάφειες αντιφάσεις και λογικά κενά, η επικαλούμενη δε αντίφαση, ανεξάρτητα της αοριστίας της από την έλλειψη προσδιορισμού των συγκεκριμένων περιστατικών που, κατά την αναιρεσείουσα, τελούν σε αντίφαση, αναφέρεται στα πορίσματα δύο αυτοτελών αποφάσεων, που αφορούν διαφορετικές πράξεις (ψευδορκία-συκοφαντική δυσφήμηση) και όχι στο πόρισμα της προσβαλλομένης και συνεπώς δεν έχει ως συνέπεια τη στέρηση της απόφασης αυτής από τη νόμιμη βάση. Επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε', πρώτος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη επικαλείται πλημμέλεια της απόφασης, συνισταμένη στο ότι, προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του, έλαβε υπόψη του, δίχως προηγουμένως να αναγνωσθεί και να προκύπτει το περιεχόμενο της από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία νομίμως λήφθηκαν υπόψη, τη με αριθμό 7131/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με αποτέλεσμα να προκληθεί η παραπάνω απόλυτη ακυρότητα. Όμως η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, με την παρουσία της αναιρεσείουσας και του συνηγόρου της, περιλαμβάνεται και η παραπάνω απόφαση. Αλλά και η αιτίαση της κατά την οποία προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, γιατί δεν της δόθηκε ο λόγος, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, είναι αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα, ακολούθως στον πληρεξούσιο των πολιτικώς εναγουσών και στη συνέχεια στον συνήγορο της κατηγορουμένης, ο οποίος ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε την απαλλαγή της, στο τέλος δε και η τελευταία ρωτήθηκε από τον Πρόεδρο, αν έχει να προσθέσει οτιδήποτε για την υπεράσπιση της και αυτή απάντησε όπως αναφέρεται στα πρακτικά. Επομένως είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως. Kατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' και ήδη, μετά το άρθρο 50 παρ. 4 του Ν. 3160/2003, στοιχ. Η' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης δημιουργεί και η υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του παρέχεται από το νόμο, αυτό δε συμβαίνει και όταν το επί της έφεσης του καταδικασθέντος δικάσαν δικαστήριο χειροτέρευσε, παρά την απαγόρευση του άρθρου 470 του ΚΠΔ, τη θέση του καταδικασθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση κατά την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια διότι, αν και με την πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε ένοχη για τρία συρρέοντα εγκλήματα και με την προσβαλλομένη για ένα, όμως με την τελευταία της επιβλήθηκε η πρωτόδικη ποινή, με αποτέλεσμα να επέλθει χειροτέρευση της θέσης της. Όμως, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη με αριθμό 306/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για συκοφαντική δυσφήμηση, κατά συρροή, σε βάρος των εγκαλουσών Ψ1 και Ψ2, της επιβλήθηκε δε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών για κάθε πράξη και κατά συγχώνευση επτά (7) μηνών, με τριετή αναστολή. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς καταδίκασε αυτήν για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος μόνο της παραπάνω εγκαλούσας Ψ1 και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια, ενώ την κήρυξε αθώα για την συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος της άλλης εγκαλούσας. Επομένως, ανεξάρτητα αν καταδικάσθηκε ή όχι για λιγότερα ψευδή πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την ίδια πράξη, από εκείνα για τα οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, εφόσον για την ίδια πράξη της επιβλήθηκε η ίδια ποινή, που της είχε επιβληθεί και πρωτοδίκως, δεν επήλθε χειροτέρευση της θέσης της και η παραπάνω αιτίαση, που προβάλλεται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμη. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει για έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-5-2008 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 241/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση. Υπέρβαση εξουσίας. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ακυρότητα από λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε και από το ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να δώσει το λόγο στην κατηγορούμενη. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Δυσφήμηση συκοφαντική.
2
Αριθμός 1.070/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μανόλη Γρηγοριάδη, για αναίρεση της με αριθμό 2.144/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 589/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, τιμωρείται, με τις στην διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς, εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 της προδιαληφθείσης διατάξεως, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιο παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω, κατά της παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησα απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παραλείψεως της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υπόχρεου, η ιδιότητα αυτού, ως εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που τον βαρύνουν ατομικώς καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το ΙΚΑ ορίζεται, κατά μεν το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, το ότι ο υπόχρεος πρέπει γα καταβάλλει προς το ΙΚΑ τις εισφορές μέχρι το τέλος του επόμενου από τον ορισθέντα χρόνο μηνός. Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δε' αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο 2 του ΑΝ. 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποίοι ήταν αυτοί και πόσον χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Επειδή, η έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. ΙΔ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν δε περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικώς προκειμένου περί αντιφάσεως, αυτή μπορεί να υπάρχει είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, γιατί προκειμένου να κριθεί η ύπαρξη αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλο-συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 και 112 του ΠΚ προκύπτει ότι ο χρονικός προσδιορισμός της εκδηλώσεως της ενέργειας του υπαιτίου που συνέχεται με το εγκληματικό αποτέλεσμα, αποτελεί πραγματικό περιστατικό και υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο μπορεί, εκτιμώντας τις αποδείξεις, να καθορίσει χρόνο τελέσεως της πράξεως διαφορετικό από τον αναφερόμενο στον κατηγορητήριο, ενώ και το εφετείο μπορεί με τις ίδιες προϋποθέσεις να καθορίσει χρόνο τελέσεως διαφορετικό από αυτόν που υπάρχει στο κατηγορητήριο ή που δέχτηκε η πρωτόδικη απόφαση, χωρίς ο ακριβέστερος αυτός καθορισμός να αποτελεί ανεπίτρεπτή μεταβολή κατηγορίας, εκτός και αν ο προσδιορισμός αυτός ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξεως ή στην επελθούσα ήδη παραγραφή του αξιοποίνου αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, δέχτηκε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 2.144/11.01.2008 αποφάσεώς του τα εξής: "προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι αποδείχτηκαν τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ασκούσε ως ομόρρυθμος εταίρος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "... ΟΕ" επιχείρηση εστιατορίου - ψητοπωλειου στο ... και απασχολούσε 20 μισθωτούς με συνολικό ύψος αποδοχών 48.764.763 δραχμών από 3/2000 έως ΕΑ 12/2000. Παρότι δε α) είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) ποσού 46.875,61 ευρώ και β) είχε παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (εργατικές) ποσού 23.437,80 ευρώ, εντούτοις δεν κατέβαλε τις εισφορές αυτές συνολικού ύψους 70.313,42 ευρώ μέχρι το τέλος του επομένου μήνα, μέσα στον οποίον είχε παρασχεθεί η εργασία, ούτε τις έχει καταβάλει μέχρι σήμερα. Πρέπει όμως να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, διότι τέλεσε τις πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται, από μη ταπεινά αίτια και συγκεκριμένα εξαιτίας των οικονομικών δυσχερειών, που αντιμετώπιζε η εταιρεία του και ήδη την έχουν οδηγήσει στην οικονομική καταστροφή της, σε συνδυασμό με τα προβλήματα υγείας, που αντιμετωπίζει ο ίδιος, διότι όπως προέκυψε, πάσχει από κατάθλιψη (βλ. το από 18.10.2005 ενημερωτικό σημείωμα του Ψυχιατρικού Τμήματος του Γ.Ν.Ν.Ιωνίας "Η ΑΓΙΑ ΟΛΓΑ"). Περαιτέρω στο διατακτικό της η απόφαση όρισε τα εξής: " Κηρύσσει αυτόν ένοχο με άρθρ. 84 παρ. 2β' του ΠΚ του ότι .........Στην ... την 30 Νοεμβρίου 2001 τυγχάνων εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "... Ο.Ε." είδος επιχείρησης ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ - ΨΗΤΟΠΩΛΕΙΟ μαζί με τους ανωτέρω κατηγορουμένους.................... και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 3/00 έως ΕΑ 12/00 στην επιχείρηση του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές 23.959.300 δρχ. - 70.313,42 ευρώ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού (δρχ. 15.972.867) 46.875,61 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίον οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού (δρχ. 7.986.433) 46.875,61 ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίον έγιναν απαιτητές κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για την μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό 3.588 Π.Ε.Ε. Στην εν λόγω Π.Ε.Ε. αναγράφονται (20) μισθωτοί με ύψος αποδοχών δρχ. 48.764.763 συνολικά". Με βάση τα ανωτέρω το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών για κάθε πράξη και σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε μηνών μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχτηκε και όρισε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος. Ειδικότερα, αναφέρεται ο αριθμός των απασχοληθέντων μισθωτών (20), η χρονική περίοδος της απασχόλησής τους (από Μάρτιο του 2000 μέχρι Δεκέμβριο του 2000) και οι συνολικές αποδοχές τους (48.764.763 δραχμές), με βάση τις οποίες εξάγεται το σύνολο των οφειλόμενων εισφορών. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη αιτιολογίας συνιστάμενη στο ότι δεν αναφέρεται πώς προκύπτει το συνολικό ποσό των οφειλόμενων από αυτόν εισφορών. Περαιτέρω από το διατακτικό της αποφάσεως προκύπτει ότι αυτό αποτελεί αντιγραφή (για την ακρίβεια φωτοτύπηση) του κατηγορητηρίου, το οποίο κατηγορητήριο περιείχε έντυπο το χρόνο τελέσεως των πράξεων (30.11.2001), πλην όμως το Δικαστήριο αφενός πρόσθεσε τα αντίστοιχα ποσά σε ευρώ και αφετέρου πάνω στον έντυπο χρόνο τελέσεως του κατηγορητηρίου ανέγραψε ως χρόνο τελέσεως την 7.2.2001 και αυτό έγινε προφανώς με σκοπό διαγραφής του χρόνου της 30.11.2001, αφού το Δικαστήριο με βάση τις αποδείξεις έκρινε ότι ο χρόνος τελέσεως των πράξεων ήταν γη 7.2.2001, με βάση το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκε το προσωπικό και όχι η 30.11.2001. Επομένως δεν υπάρχει εν προκειμένω αντιφατική αιτιολογία με τον καθορισμό δύο διαφορετικών χρόνων τελέσεως των πράξεων, αλλά πρόκειται για ακριβέστερο προσδιορισμό του χρόνου τελέσεως, όπως αυτός προέκυψε από τις αποδείξεις και δεν συνιστά ο προσδιορισμός αυτός ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, αφού δεν επηρεάζεται ούτε η ταυτότητα των πράξεων ούτε η παραγραφή τους, τη στιγμή μάλιστα που προσδιορίστηκε προγενέστερος χρόνος τελέσεως και ούτε με βάση αυτόν είχε συμπληρωθεί η παραγραφή κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενη απόφασης (11.1.2008). Συνεπώς ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του με το οποίο προβάλλεται αντιφατικότητα αιτιολογίας λόγω καθορισμού δύο διαφορετικών χρόνων τελέσεως, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 29.2.2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2.144/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρου 1 ΑΝ 86/ 1967. Στοιχεία του εγκλήματος. Δεν αποτελεί στοιχείο του εγκλήματος ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάστηκε ο καθένας ούτε οι τακτικές αποδοχές του καθενός, ενώ ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής. Ο καθορισμός του χρόνου τελέσεως της πράξεως απόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας το οποίο μπορεί εκτιμώντας τις αποδείξεις να καθορίσει χρόνο τελέσεως διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο κατηγορητήριο, ενώ και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να καθορίσει χρόνο τελέσεως διαφορετικό από αυτόν που δέχτηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο καθορισμός αυτής δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, εκτός και αν ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξεως ή στην επελθούσα ήδη παραγραφή του αξιοποίνου αυτής. Αιτιολογημένη καταδίκη του κατηγορουμένου για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών ΙΚΑ. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Χρόνος τέλεσης πράξης.
1
Αριθμός 1065/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη-Άννα Ιωαννίδου, για αναίρεση της με αριθμό 3.356/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους:1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκους ......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κοσμάτο. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 500/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 362 του ΠΚ "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή". Κατά το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Τέλος, κατά το άρθρο 364 του ίδιου Κώδικα "όποιος ισχυρίζεται με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για ανώνυμη εταιρία ορισμένο γεγονός που είναι σχετικό με τις επιχειρήσεις, την οικονομική κατάσταση ή γενικά τις εργασίες της ή με τα πρόσωπα που τη διοικούν ή τη διευθύνουν και που μπορεί να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρία και γενικά στις επιχειρήσεις της, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Δεν τιμωρείται ο κατηγορούμενος, αν αποδείξει την αλήθεια του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Αν ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει, όχι απλώς τη γνώμη, αλλά τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Αν δεν αποδεικνύεται ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές, καταλειπομένων αμφιβολιών περί της αληθείας ή αναληθείας αυτού, δεν θεμελιώνεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως. Από την τελευταία διάταξη του άρθρου 364 ΠΚ, που αναφέρεται περιοριστικώς στην ανώνυμη εταιρία και προστατεύει την οικονομική πίστη και εμπιστοσύνη της, προκύπτει ότι, για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως ανώνυμης εταιρίας, που είναι έγκλημα αφηρημένης διακινδυνεύσεως, διάφορο της συκοφαντικής δυσφημήσεως του φυσικού προσώπου, απαιτείται, εκτός των άλλων, όπως το υπό του υπαιτίου, με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμη και δια του τύπου, ενώπιον τρίτου, δι' ισχυρισμού ή διαδόσεως, ανακοινούμενο γεγονός, να αφορά είτε στις επιχειρήσεις ή στην οικονομική κατάσταση ή γενικά στις εργασίες τις εταιρίας είτε στα πρόσωπα που την διοικούν ή την διευθύνουν και περαιτέρω να είναι το γεγονός αυτό πρόσφορο να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρία και εν γένει στις επιχειρήσεις της, χωρίς να προσαπαιτείται και η επέλευση βλάβης αυτής. Κατά την διάταξη αυτή, ως γεγονός θεωρείται κάθε συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου, παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συμπεριφορά ή συγκεκριμένη σχέση που αναφέρεται στο παρελθόν ή το παρόν και υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Τέλος δε και ο χαρακτηρισμός και η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως, είναι αξιόποινος, μόνον όταν συνδέονται ή σχετίζονται με γεγονότα, ώστε, με την σύνδεση και σχέση τους με αυτά, ουσιαστικά να προσδιορίζουν την έκταση της ποσοτικής και ποιοτικής βαρύτητάς τους. Προστατεύεται δε με την εν λόγω ειδική διάταξη η οικονομική και η επιχειρηματική οντότητα, η φήμη και η επαγγελματική πίστη του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας. Αν δε το γεγονός αναφέρεται στα φυσικά πρόσωπα των διοικούντων την εταιρία, υπάρχει αληθινή συρροή με την κοινή συκοφαντική δυσφήμηση και των προσώπων αυτών. Το ίδιο δε συκοφαντικό δημοσίευμα σε περισσότερες εφημερίδες, αποτελεί κατ'εξακολούθηση πράξη. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά όμως για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με το δόλο, που πρέπει να είναι άμεσος και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και από την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "O κατηγορούμενος όντας άτυπος εκπρόσωπος μίας ομάδας κατοίκων του ...... που εκαλείτο "......" που αντιτίθετο στην από τους πολιτικώς ενάγοντες εκτέλεση έργου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή, συνέταξε και απέστειλε (ο κατηγορούμενος) κείμενο που δημοσιεύθηκε στις 13.7.2006 στην εκδιδομένη στο ...... τοπική εφημερίδα "......" και στις 17.7.2006 στην εκεί επίσης εκδιδόμενη τοπική εφημερίδα "......" στο οποίο ανέγραφε για την πρώτη εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...... συστήματα εκμετάλλευσης ήπιων μορφών ενέργειας" που εδρεύει στον ...... και τον νόμιμο εκπρόσωπο, Πρόεδρο του Δ.Σ. και διευθύνοντα σύμβουλο Ψ1 τα εξής "Η "......" καταγγέλλει την εταιρία "...... Α.Ε." και όργανα που υπηρετούν σε φορείς της κρατικής εξουσίας, τα οποία τρομοκρατούν τους πολίτες του ...... με σκοπό να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της ανωτέρω εταιρίας μέσα από τις παράνομες ενέργειες τους. Συγκεκριμένα αστυνομικοί του Α. Γ. Αριδαίας προέβησαν σε συλλήψεις κατοίκων του ...... με εντελώς παράνομο και παράδοξο τρόπο. Τέτοιου είδους συλλήψεις γίνονταν στην διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και κατά την διάρκεια της δικτατορίας του 1967. Επίσης ασκούν άμεση και έμμεση ψυχολογική βία προς τους κατοίκους του ......, προκειμένου να κάμψουν την αντίσταση τους στις παράνομες ενέργειες των εμπλεκομένων κρατικών υπηρεσιών. Παράλληλα, άλλοι φορείς θέτουν ευθέως θέμα αμφισβήτησης των περιουσιών των ντόπιων κατοίκων του ......, όπως και των ντόπιων κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, όπου δεν υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας. Εμείς στον αγώνα μας με πλήθος εγγράφων προς τους φορείς αυτούς ζητήσαμε να ελεγχθούν οι παράνομες ενέργειες της ανωτέρω εταιρίας και των φορέων της κρατικής εξουσίας που έχουν σχέση με την εγκατάσταση Υ/Η σταθμού μέσα στο ...... . Χαρακτηριστικά αναφέρουμε: 1. Παράνομη έγκριση επέμβασης σε ιδιωτικές εκτάσεις 2. Καταπάτηση ιδιωτικών εκτάσεων και κοινοτικού δρόμου 3. Παράνομα έγκριση επέμβασης σε πλημμυρική κοίτη χειμάρρου 4. Παράνομη έκδοση οικοδομικής άδειας σε πλημμυρική κοίτη χειμάρρου 5. Παράνομο μπάζωμα χειμάρρου. Όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς δεν έλαβαν υπ' όψιν τους τις καταγγελίες μας και δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια για να ελέγξουν και να σταματήσουν τις παρανομίες. Φαίνεται ολοκάθαρα ότι υπάρχει διαπλοκή μεταξύ του ιδιώτη επιχειρηματία και των κρατικών υπηρεσιών...". Περαιτέρω απεδείχθη ότι από το ανωτέρω δημοσιευθέν κείμενο οι μεν περικοπές που αναφέρονται σε άσκηση τρομοκρατίας εκ μέρους των πολιτικώς εναγόντων με την συνδρομή "φορέων της κρατικής εξουσίας" και "συλλήψεις κατοίκων του ...... με εντελώς παράνομο και παράδοξο τρόπο", καθώς και εκείνες που αναφέρονται στο ότι "υπάρχει διαπλοκή μεταξύ του ιδιώτη επιχειρηματία και των κρατικών υπηρεσιών ..." είναι ψευδείς και ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψεύδος τους. Η γνώση του δε αυτή κατάμαρτυρείται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εάν όντως πίστευε στην αλήθεια των παραπάνω ισχυρισμών του ασφαλώς θακατάμήνυε τα ως άνω "τρομοκρατούντα" και "διαπλεκόμενα" άτομα (εγκαλούντες και κρατικά όργανα) πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Και προέβη στις παραπάνω δημοσιεύσεις με σκοπό να βλάψει την τιμή και υπόληψη των εγκαλούντων απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού περί του ότι προέβη στην παραπάνω δημοσίευση από δικαιολογημένο ενδιαφέρον αφούαυτές οι δημοσιεύσεις κατά τις παραπάνω περικοπές τουςδεν ήσαν αναγκαίες για να εκφράσει ο κατηγορούμενος το ενδιαφέρον του για το περιβάλλον και το γενικότερο συμφέρον των κατοίκων της περιοχής. Κατά συνέπεια πρέπει να κηρυχθεί ένοχος συκοφαντικής δυσφημίσεως για τις παραπάνω μόνο περικοπές του κειμένου που συνέταξε και παρέδωσε προς δημοσίευση στις παραπάνω δύο εφημερίδες. Αντίθετα για τα υπόλοιπααναφερόμενα και καταγγελλόμενα εις βάρος των πολιτικώς εναγόντων θα πρέπει να κηρυχθεί αθώος καθόσον προέκυψε ότι αυτά ήσαν μεν κατά βάση αναληθή και δυσφημιστικά πλην όμως δεν απεδείχθη ότι αυτός γνώριζε την αναλήθειά τους και εν όψει δε του ότι κατά την εκτέλεση του έργου είχε αφενός επηρεασθεί κατά τι η κοίτη παρακείμενου χειμάρρου από πτώση χωμάτων χωρίς να έχει αυτός "μπαζωθεί" και αφετέρου είχε δημιουργηθείκαι "ζήτημα" ιδιοκτησιακό από κατοίκους της περιοχής προβάλλοντες δικαιώματα κυριότητας σε περιοχές όπου θα εκτελείτο μέρος του έργου, αυτός προέβη με όσα αναφέρονται στις σχετικές περικοπές του δημοσιεύματος του από δικαιολογημένο οικολογικό ενδιαφέρον του προςδιαφύλαξη των υδάτινων πόρων της περιοχής και των εν γένει συμφερόντων των ομοχωρίων του και της ομάδας που εκπροσωπούσε. Συνάμα δε με τις παραπάνω περικοπές δεν προέκυψε σκοπός εξύβρισης των πολιτικώς εναγόντων. Σύμφωνα λοιπόν με όλα τα παραπάνω αυτός θα πρέπει να κηρυχθεί αθώος για τις αμέσως ανωτέρω αναφερόμενες περικοπές των δημοσιευμάτων του και ένοχος για τις εις στην αρχή του παραπάνω σκεπτικού διαλαμβανόμενες κατά τα και εις το διατακτικό της παρούσης διαλαμβανόμενα". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο δύο πράξεων, της πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του Τύπου, τόσον της ανώνυμης εταιρίας, όσον και του φυσικού προσώπου Ψ2, νομίμου εκπροσώπου, ιδρυτή και μεγαλομετόχου της άνω εταιρίας, κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δε διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο του απαιτούμενου αμέσου δόλου, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω, δηλαδή της γνώσεως του κατηγορουμένου για την αναλήθεια των επίμαχων, στα δύο δημοσιεύματα δια των τοπικών εφημερίδων ......, συκοφαντικών ισχυρισμών, ότι "η εν λόγω ανώνυμη εταιρία και ο νόμιμος εκπρόσωπος, πρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος αυτής Ψ1, διαφθείρουν δημόσιους λειτουργούς και έχουν ολοκάθαρα διαπλοκή με κρατικές υπηρεσίες, οι οποίες με εντελώς παράνομο και παράδοξο τρόπο, δεν λαμβάνουν υπόψη τις καταγγελίες της ......, δε σταματούν τις παρανομίες της εταιρίας, προβαίνουν σε συλλήψεις και τρομοκρατούν τους πολίτες - κατοίκους του ...... και ασκούν άμεση και έμμεση ψυχολογική βία προς αυτούς, προκειμένου να κάμψουν την αντίστασή τους στις παράνομες ενέργειές τους, για λήψη άδειας λειτουργίας εργοστασίου - σταθμού Υ/Η στο άνω χωριό τους", αφού δεν εκτίθενται σ' αυτήν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση του κατηγορουμένου περί της αναλήθειας των παραπάνω δια των δημοσιευμάτων διαδοθέντων συκοφαντικών ισχυρισμών. Μάλιστα το Δικαστήριο στο αιτιολογικό του, για να στηρίξει την κρίση του περί συνδρομής του δόλου του κατηγορουμένου, αναφέρεται αποκλειστικά και αρκείται σε υποθετικό συλλογισμό, εκθέτοντας ότι "η γνώση του κατηγορουμένου καταμαρτυρείται από το γεγονός ότι αυτός, εάν όντως πίστευε στην αλήθεια των παραπάνω ισχυρισμών του, ασφαλώς θα καταμήνυε τα ως άνω τρομοκρατούντα και διαπλεκόμενα άτομα (εγκαλούντες και κρατικά όργανα) πράγμα το οποίο δεν έπραξε". Περαιτέρω, το Δικαστήριο, στο ίδιο αιτιολογικό του, εμπεριέχει αντίφαση, διότι, χωρίς ιδιαίτερη αιτιολόγηση της γενόμενης διακρίσεως του υποκειμενικού στοιχείου, από το όλο περιεχόμενο των ταυτόσημων δύο δημοσιευμάτων στις τοπικές εφημερίδες του ......, που απεστάλησαν από τον κατηγορούμενο, ηγούμενο άτυπης οικολογικής οργάνωσης, ονομαζόμενης "......", δέχεται συνδρομή γνώσεως της αναλήθειας, για μέρος από τις περικοπές που αναφέρονται "σε άσκηση τρομοκρατίας εκ μέρους των πολιτικώς εναγόντων με τη συνδρομή φορέων της κρατικής εξουσίας, σε συλλήψεις κατοίκων με εντελώς παράνομο και παράδοξο τρόπο και σε υπάρχουσα διαπλοκή μεταξύ ιδιώτη επιχειρηματία και των κρατικών υπηρεσιών", ενώ για άλλες περικοπές των ίδιων δημοσιευμάτων που αναφέρονται στις ίδιες καταγγελίες για το ίδιο ζήτημα της εγκαταστάσεως στο χωριό του κατηγορουμένου εκ μέρους της ανώνυμης εταιρίας των εναγόντων σταθμού Υ/Η ενέργειας και δη "σε παράνομη έγκριση επέμβασης σε ιδιωτικές εκτάσεις, σε καταπάτηση ιδιωτικών εκτάσεων, σε παράνομη έγκριση επέμβασης σε πλημμυρική κοίτη χειμάρρου και σε παράνομο μπάζωμα χειμάρρου", δέχεται απλώς ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια αυτών και ότι αυτός κινήθηκε από δικαιολογημένο οικολογικό ενδιαφέρον προς διαφύλαξη των υδάτινων πόρων της περιοχής ...... και των εν γένει συμφερόντων των ομοχωρίων του και της ομάδας που εκπροσωπούσε, συνάμα δε και ότι για τις άνω τελευταίες περικοπές δεν προέκυψε καν σκοπός εξυβρίσεως των πολιτικώς εναγόντων, και για τούτο κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι. Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμ. 3.356/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική Δυσφήμηση ΑΕ κατ' εξακολούθηση δια του τύπου. Συκοφαντική δυσφήμηση φυσικού προσώπου κατ' εξακολούθηση δια του τύπου. Έννοια. Απαιτείται άμεσος δόλος. (ΑΠ 2121/2008, 73/2002). Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, διότι δεν αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος και δη η γνώση του κατηγορουμένου ως προς την αναλήθεια των επίμαχων συκοφαντικών ισχυρισμών και η προσβαλλόμενη απόφαση αρκείται σε υποθετικό συλλογισμό και δεν αναφέρει από ποία πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση αυτή. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1064/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γαλετσέλη, περί αναιρέσεως της 8165/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Καρελλά. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 14 Νοεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 154/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 α του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό πλημμελήματος αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου και ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Υποκειμενικά απαιτείται δολία προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως θεωρείται, κατά την έννοια του άρθρου 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεση του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και η ένσταση παραγραφής, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αριθ. 8165/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, αναφέρεται ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτή κατ'είδος αποδεικτικά μέσα (ανώμοτη εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), αποδείχθηκαν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, στην ..., κατά τον παρακάτω χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα, που περιήλθαν στην κατοχή του, κατά τον παρακάτω αναφερόμενο τρόπο, το δε αντικείμενο της εν λόγω υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συγκεκριμένα, αποδεικνύεται, ότι ο κατηγορούμενος και η μηνύτρια, που αρχικά τους συνέδεε φιλική σχέση, με το ... συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Ν1, συνέστησαν την εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΠΕ", στην οποία καθένας συμμετείχε κατά ποσοστό 50%, με έδρα το επί των οδών ... μισθωμένο κατάστημα, με αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την εκμετάλλευση παιδότοπου και διακριτικό τίτλο "...". Η μηνύτρια, εκτός από την αρχική συνεισφορά της στην εταιρεία, ποσού 3.000.000 δραχμών, κατά το χρονικό διάστημα από 3.7.98 έως 23.7.99 κατέβαλε σταδιακά στον κατηγορούμενο, που ασκούσε τη διαχείριση της εταιρείας, με βάση το καταστατικό της, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά, με την εντολή να τα διαθέσει για έκτακτες ανάγκες της εταιρείας, όπως εκείνος της είχε ζητήσει: 1) στις 3/7/98 500.000 δραχμές, 2) στις 10/11/98 1.000.000 δραχμές, 3) στις 2/12/98 500.000 δραχμές, 4) στις 11/12/98 2.000.000 δραχμές 5) στις 22/12/98 1.000.000 δραχμές 6) στις 28/12/98 300.000 δραχμές 7) στις 5/1/99 1.000.000 δραχμές 8) στις 14/1/99 227.200 δραχμές 9) στις 27/1/99 300.000 δραχμές 10) στις 30/1/99 169.850 δραχμές 11) στις 20/1/99 100.000 δραχμές 12) στις 25/1/99 250.000 δραχμές 13) στις 24/2/99 400.000 δραχμές 14) στις 24/2/99 84.000 δραχμές 15) στις 29/3/99 250.000 δραχμές 16) στις 2/4/99 185.000 δραχμές 17) στις 28/4/99 300.000 δραχμές 18) στις 24/5/99 300.000 δραχμές 19) στις 2377/99 1.000.000 δραχμές και 20) στις 1/3/99 1.000.000 δραχμές. Το ποσά των περιπτώσεων 1 έως 10, δηλαδή συνολικά 6.997.050 δραχμές κατατέθηκαν στον ... λογαριασμό τον οποίο τηρούσε ο κατηγορούμενος μαζί με τους γονείς του στην ΕΤΕ, τα ποσά των περιπτώσεων 11 έως 19, δηλαδή συνολικά 2.869.000 δραχμές κατατέθηκαν στον ... λογαριασμό, τον οποίο η ως άνω εταιρεία τηρούσε στην ΕΤΕ και το ποσό του 1.000.000 δραχμών της περιπτώσεως 20 καταβλήθηκε στον κατηγορούμενο με την ... επιταγή της Ιονικής Τράπεζας την οποίο εξέδωσε η μητέρα της μηνύτριας Ψ1 σε διαταγή της και με χρέωση του προσωπικού της λογαριασμού στην ως άνω τράπεζα, την οποίο μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον κατηγορούμενο. Τα ποσά των περιπτώσεων 1 και 7 (500.000 και 1.000.000 δραχμές) τα κατέθεσε η ίδια η μηνύτρια, το ποσό της περίπτωσης 6 (300.000 δραχμές) το κατέθεσε ο πατέρα της για λογαριασμό της στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου και τα υπόλοιπα ποσά κατατέθηκαν από τη μητέρα της Ψ1 για λογαριασμό της μηνύτριας ως άτυπη γονική παροχή εκ μέρους της προς οικονομική ενίσχυση της μηνύτριας. Η επίμαχη εταιρεία άρχισε να λειτουργεί από τις 19/11/98, οπότε υποβλήθηκε στη αρμόδια ΔΟΥ ... η ... δήλωση έναρξης της δραστηριότητας της. Όμως από το Δεκέμβριο του 1999 προέκυψαν διαφωνίες μεταξύ των δύο εταίρων κα διαταράχτηκαν οι σχέσεις τους. Η μηνύτρια ζήτησε λογοδοσία, έχοντα αμφιβολίες για τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος ως μοναδικός διαχειριστής κατά το καταστατικό, είχε διαχειριστεί τα παραπάνω χρηματικά ποσά. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να παράσχει τη λογοδοσία και η μηνύτρια με την από 18/10/2000 αίτηση της ασφαλιστικών μέτρων, ζήτησε τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου από ορκωτό λογιστή. Επί της εν λόγω αιτήσεως εκδόθηκε η 724/01 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που διέταξε τι διενέργεια ελέγχου στο ταμείο της εταιρείας από τον ορκωτό λογιστή ..., τα στοιχεία του οποίου είχαν αναγραφεί εσφαλμένα από παραδρομή στο διατακτικό της απόφασης και διορθώθηκαν με την 4894/02 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Στις 11/10/02 ο ως άνω ορκωτός λογιστής πήγε στην έδρα της εταιρείας στο ..., για να προβεί στο διαταχθέντα έλεγχο. Εκεί διαπίστωσε, πως η επιχείρηση λειτουργούσε με τον ίδιο τίτλο "...", αλλά υπό διαφορετικό φορέα και συγκεκριμένα ως ατομική επιχείρηση της Ε1. Η τελευταία πληροφόρησε τον ως άνω ορκωτό λογιστή, ότι ο κατηγορούμενος από τον Ιανουάριο του 2002, είχε διακόψει τις εργασίες της εταιρείας είχε λύσει τη μίσθωση του καταστήματός της και βρισκόταν στη ... και από τότε η ίδια είχε μισθώσει το εν λόγω κατάστημα, ασκώντας σ' αυτό επιχείρηση με όμοιο αντικείμενο, επιδεικνύοντας σ' αυτόν τόσο το από 31/12/01 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσεως της προηγούμενης μίσθωσης, όσο και το από 11/1/02 νέο ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης σ' αυτήν του καταστήματος. Επίσης, ο ως άνω ορκωτός ελεγκτής ζήτησε πληροφορίες από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ..., η οποία του γνωστοποίησε, πως η εταιρεία είχε τεθεί σε αδράνεια, κατόπιν της 221/29.1.02 σχετικής δήλωσης του κατηγορουμένου. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος το μεν εξοπλισμό της τον πούλησε, τα δε δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας της τα παραχώρησε με σύμβαση (franchise) στην πρώην υπάλληλο της και νέα μισθώτρια Ε1. Τα φορολογικά βιβλία και στοιχεία της εταιρείας, που ήταν απαραίτητα για τη διενέργεια του ελέγχου, φυλασσόντουσαν σε ιδιαίτερο χώρο του ως άνω μισθίου, τον οποίο η νέα μισθώτρια είχε παραχωρήσει στον κατηγορούμενο, για το σκοπό αυτό. Ο έλεγχος, που διέταξε το δικαστήριο δεν πραγματοποιήθηκε, διότι ο κατηγορούμενος δεν έθεσε στη διάθεση του ορκωτού ελεγκτή τα απαραίτητα προς τούτο φορολογικά βιβλία και στοιχεία. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος γνώριζε για την προσέλευση του ορκωτού ελεγκτή στο παραπάνω κατάστημα προς διενέργεια του ελέγχου, διότι η νέα μισθώτρια Ε1 ειδοποίησε τηλεφωνικά τη σύζυγο του ... περί τούτου. Άλλωστε, ο ίδιος είχε παρασταθεί στη σχετική δίκη, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, αλλά και ατομικά, η οποία δίκη έγινε κατ' αντιμωλία των διαδίκων. Έτσι, ο κατηγορούμενος με τη συμπεριφορά του ματαίωσε σκόπιμα τη διενέργεια του ελέγχου. Ανεξάρτητα από το ποσό που χρειάστηκε για το στήσιμο της επίμαχης επιχείρησης, ως προς το οποίο δεν υπάρχουν ασφαλή, επίσημα στοιχεία, ενόψει και της ματαίωσης του ελέγχου (ο κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αρχικά εξέθεσε ότι το κόστος του παιδότοπου ήταν πάνω από 30.000.000 δραχμές στη συνέχεια ότι η εταιρεία στοίχισε συνολικά 25.000.000 δραχμές στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέθεσε ότι στοίχισε 23.000.000 δραχμές ενώ η λογίστρια της εταιρείας ... εξέθεσε, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι το στήσιμο της επιχείρησης στοίχισε γύρω στα 10.000.000 δραχμές με βάση τα τιμολόγια που καταχώρησε, ποσό στο οποίο προσδιόρισε την ίδια δαπάνη και η μάρτυρας ..., οικογενειακή φίλη του κατηγορουμένου και εργαζομένη τότε στον παιδότοπο) και ανεξάρτητα από τις πραγματικές εισπράξεις που πραγματοποιήθηκαν στο μεταξύ, που επίσης δεν αποδεικνύονται, δεν αποδεικνύεται, ότι ο κατηγορούμενος στην κατοχή του οποίου περιήλθε το ποσό των 10.866.050 δραχμών, εκείνα μεν τα ποσά που είχαν κατατεθεί στους τραπεζικούς λογαριασμούς, με αναλήψεις εκ μέρους του, το δε ποσό της επιταγής του 1.000.000 δραχμών με είσπραξη της τα διέθεσε για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων δαπανών της εταιρείας και ποιών, ούτε άλλωστε αποδεικνύεται, ότι τα εισήγαγε στο ταμείο της εταιρείας. Από την όλη αυτή συμπεριφορά του κατηγορουμένου αποδεικνύεται, ότι αυτός ιδιοποιήθηκε παράνομα το πιο πάνω χρηματικό ποσό, που του έδωσε η μηνύτρια με την εντολή να το διαθέσει για τις ανάγκες της εταιρείας τους. Η ιδιοποίηση, ως προς μεν το ποσό των 7.997.050 δραχμών (6.997.050 δραχμές σε μετρητά και Ι.000.000 δραχμές το ποσό της εισπραχθείσας επιταγής), που η μηνύτρια έδωσε απευθείας στον κατηγορούμενο, τελέστηκε σε βάρος της ίδιας, ως προς δε το υπόλοιπο ποσό των 2.869.000 δραχμών, που είχε κατατεθεί από τη μηνύτρια στον εταιρικό λογαριασμό και αυτός ανέλαβε, τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας. Εξάλλου, ο χρόνος κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος εξεδήλωσε προς τα έξω την ενδιάθετη βούληση του να ιδιοποιηθεί το πιο πάνω χρηματικό ποσό, ήταν η 24/3/02, όταν από την επανειλημμένη άρνηση του στις προφορικές οχλήσεις της μηνύτριας να το εισαγάγει στο ταμείο της εταιρείας, η βούληση του αυτή έγινε εμφανής ώστε χρόνος τελέσεως της πράξης υπεξαίρεσης, που του αποδίδεται, είναι η 24/3/02. Επομένως πρέπει, ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί παραγραφής του αξιοποίνου της πράξης του, εφόσον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (26/9/05) δεν είχε παρέλθει έκτοτε πενταετία, κατά δε την εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δεν είχε παρέλθει οκταετία (άρθρα 111 παρ. 3, 112, 113 παρ. 2,3 του ΠΚ). Κατ' ακολουθία τούτων, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχτεί ένοχος για την πράξη της υπεξαίρεσης κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για εφαρμογή του άρθρου 20 ΠΚ πρέπει, ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος διότι δεν αποδεικνύονται περιστατικά που να τον στοιχειοθετούν, ενόψει μάλιστα και της όλως αόριστης προβολής του. Όμως, θα του επιβληθεί μειωμένη ποινή, διότι μέχρι το χρόνο της πράξης του έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρα 83 και 84 παρ. 2α ΠΚ). Επίσης ενόψει του ότι η υπεξαίρεση του ποσού των 7.997.050 δραχμών έλαβε χώρα ατομικά σε βάρος της μηνύτριας-πολιτικώς ενάγουσας η τελευταία διατηρεί αξίωση χρηματικής της ικανοποίησης από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του κατηγορουμένου και νομιμοποιείται στην παράσταση της ως πολιτικώς ενάγουσας, ώστε η περί του αντιθέτου ένσταση του κατηγορουμένου είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη". Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε ως αβάσιμους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, περί παραγραφής, περί αποβολής της πολιτικής αγωγής ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως και εκ του άρθρου 20 ΠΚ, αναγνώρισε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ. α του ΠΚ και τον κήρυξε ένοχο υπεξαιρέσεως ποσού 10.866.050 δραχμών, ήδη 31.888 ευρώ, που δέχθηκε ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεως του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που ισχύει, την οποία σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, ενώ δεν προκύπτει επιλεκτική αξιοποίηση ορισμένων μόνον εκ των άνω αποδεικτικών μέσων και η απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται, επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται και η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί παραγραφής του αδικήματος, ανεξάρτητα από το πότε έγιναν οι εκ μέρους της πολιτικώς ενάγουσας συνεταίρου του διαχειριστή της ΕΠΕ κατηγορουμένου χρηματικές καταβολές, που αυτός ως διαχειριστής εισέπραξε και δεν εισήγαγε στο ταμείο της εταιρείας, παρά τις προφορικές οχλήσεις της εγκαλούσας και ούτε δαπάνησε για τις ανάγκες της εταιρείας και τελικά υπεξαίρεσε, αφού, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες από τον Άρειο Πάγο παραδοχές, "ο χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως είναι η 24-3-2002, ότε η βούληση του κατηγορουμένου για υπεξαίρεση έγινε εμφανής"^ οπότε μέχρι 26-9-2005 που επιδόθηκε σε αυτόν το κλητήριο θέσπισμα δεν παρήλθεν η απαιτούμενη για την παραγραφή πενταετία. Επίσης, το αιτιολογικό δεν αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, αλλά περιέχει πλήρεις και ίδιες σκέψεις και νομικούς συλλογισμούς που αιτιολογούν την υπαγωγή των εκτιθεμένων και αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 του ΠΚ που εφαρμόστηκε. Συνεπώς οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα λόγοι αναιρέσεως, πρώτος, τρίτος, πέμπτος του κυρίου δικογράφου και δεύτερος των προσθέτων, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λόγοι αναιρέσεως, δεύτερος και τέταρτος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, "ότι το δίκασαν Δικαστήριο, δεν έλαβε παντελώς υπόψη του, άλλως δεν συνεκτίμησε ορθώς κρίσιμα προσαχθέντα και νόμιμα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, όπως τα ιδιόχειρα σημειώματα της μηνύτριας Ψ1 και δεκάδες έγγραφες αποδείξεις για δαπάνες εν γένει της ΕΠΕ και ότι δε λήφθηκαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν ορθώς και νομίμως οι καταθέσεις των μαρτύρων, η απολογία του κατηγορουμένου και οι παραδοχές της μηνύτριας στο Δικαστήριο, το οποίο έπρεπε να αντιμετωπίσει με επιφυλακτικότητα την αξιοπιστία αυτής", είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ουσιαστική εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 358,364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ.δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα, ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο και στο συνήγορο του να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου, που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της αποφάσεως, ως προς το αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι και σε αυτό την κρίση του, οπότε, όμως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου τους. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητος ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενο του. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ'του ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα, που καθιδρύει, κατά τα ανωτέρω, τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενος ότι το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση του έλαβε υπόψη του και στήριξε την περί της ενοχής κρίση του σε αναγνωσθέντα έγγραφα και συγκεκριμένα στα κατωτέρω αναφερόμενα στη σελίδα 13 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήτοι " Δήλωση συμμετοχής σε έκθεση marketing. Ποσά εξόδων. Εισπράξεις Ψ1. Χρηματοοικονομικά στοιχεία. Αποδείξεις και σχέδιο του χώρου. Αποδείξεις από franchising. Αποδείξεις εισπράξεως επιταγών της Εθνικής Τράπεζας. Εξώδικες προσκλήσεις 950. Αποδείξεις είσπραξης από την Ψ1. Εντολή δημοσίευσης διαφήμισης. Πρόσκληση για έλεγχο. Τιμολόγιο πώλησης κλιματιστικού. Λογαριασμός ΔΕΗ. Αποδείξεις του ... Επιταγές της Εθνικής Τράπεζας. Κατάλογος προσωπικού και αποδείξεις πληρωμής. Επεδείχθησαν φωτογραφίες", χωρίς από τους τίτλους αυτούς να προκύπτει η ταυτότητα των εν λόγω αναγνωσθέντων εγγράφων και χωρίς το περιεχόμενο τους να προκύπτει από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα, με συνέπεια να παραβιασθούν οι αρχές της προφορικότητας και της δημοσιότητας της δίκης και να μη δοθεί έτσι στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να αντικρούσει το άγνωστο σε αυτόν περιεχόμενο των ανωτέρω αναγνωσθέντων και ληφθέντων υπόψη για την καταδικαστική του κρίση από το δίκασαν Δικαστήριο εγγράφων, επελθούσας έτσι απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας. Πράγματι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκαν, ως άνω τα παραπάνω έγγραφα. Όμως, με την αναφορά αυτή και τους τίτλους αυτούς των εν λόγω αναγνωσθέντων δημόσια στο ακροατήριο εγγράφων και την επίδειξη των επισκοπηθεισών φωτογραφιών, χωρίς να αντιλέξουν στην ανάγνωση οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, η χρονολογία αυτών, τα πρόσωπα εις τα οποία αφορούν κ.λ.π., αφού με την ανάγνωση τους στην επί ακροατηρίου διαδικασία στο Τριμελές Εφετείο, κατέστησαν γνωστά όλα τα εν λόγω έγγραφα κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός, παρών και δια των δύο παρισταμένων συνηγόρων του, είχε πλήρη δυνατότητα, να ζητήσει να ελέγξει τα έγγραφα αυτά και να προβεί, κατ' άρθρον 358 ΚΠοινΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σε σχέση με τον τίτλο και το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης αυτής και επομένως ουδόλως παραβλάπεται το υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου και ούτε δημιουργείται ασάφεια ως προς το αν λήφθηκαν ή όχι υπόψη και αυτά τα έγγραφα από το Δικαστήριο. Επομένως, ο σχετικός από και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα προσαχθέντα και νόμιμα επικληθέντα έγγραφα, (σελ. 3 και 4 της αιτήσεως), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται ότι αυτά αναγνώσθηκαν ή ότι ζητήθηκε η ανάγνωση τους από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και λόγω αρνήσεως αυτού, ο κατηγορούμενος, δια των συνηγόρων του προσέφυγε στο Δικαστήριο και αυτό αρνήθηκε την ανάγνωση τους. Τέλος, οι διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Ν. Δ/τος 1059/1971, όπως ισχύουν, ορίζουν τα εξής: Οι κάθε μορφής καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι απόρρητες. Το απόρρητο αυτό δεν ισχύει έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, των σχετικών με τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και της εφαρμογής των νομισματικών, πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων (αρθρ. 1, όπως αντικ. με το άρθρο 10 πταρ.1 του ν. 1858/1989). Διοικητές μέλη διοικητικών συμβουλίων ή άλλων συλλογικών οργάνων ή υπάλληλοι Τραπεζών, οι οποίοι ως εκ των καθηκόντων τους λαμβάνουν γνώση των τραπεζικών καταθέσεων, παρέχοντες καθ' οιονδήποτε τρόπο, οιανδήποτε περί αυτών πληροφορία, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών. Η συναίνεση ή έγκριση του υπέρ ου το απόρρητο καταθέτη, δεν αναιρεί τον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξεως. Οι παραπάνω διατάξεις δεν εφαρμόζονται για τη διοίκηση και τα λοιπά όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος προκειμένου να επιβληθούν διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις νομισματικών, πιστωτικών ή συναλλαγματικών κανόνων (άρθρο 2 παρ.1, όπως συμπληρ. με άρθρο 10 παρ.2 ν. 1858/1989). Εξαιρετικώς επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών για τις απόρρητες χρηματικές ή άλλες καταθέσεις σε τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα μετά από ειδικά αιτιολογημένη παραγγελία ή αίτηση ή απόφαση του αρμοδίου για την άσκηση ποινικής δίωξης ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης οργάνου δια του δικαστικού συμβουλίου ή δικαστηρίου στο οποίο διενεργείται η σχετική διαδικασία, εφόσον η παροχή των πληροφοριών αυτών είναι απολύτως αναγκαία για την ανίχνευση και τον κολασμό κακουργήματος (άρθρο 3, όπως αντικ. με άρθρο 27 παρ.1 του ν. 1868/1989). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι το πιο πάνω πλημμέλημα της παραβιάσεως του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει ειδικά άλλως, στοιχειοθετείται μόνο αν τελείται με δόλο. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 177 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠοινΔ, αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός εάν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι επήλθεν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω αναγνώσεως (σελ. 11 και 12) και χρησιμοποιήσεως από το δίκασαν Δικαστήριο απαγορευμένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των εγγράφων κινήσεως των τραπεζικών λογαριασμών της ΕΠΕ, αυτού και των γονέων του και 32 αποδείξεων καταθέσεως χρημάτων στους αναφερόμενους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς της Εθνικής τράπεζας του κατηγορουμένου και τρεις αποδείξεις υπέρ λογαριασμού .... Ν1 και ... και αποδείξεις εισπράξεως επιταγών της Εθνικής τράπεζας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 177 παρ.2 και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, είναι απορριπτέος, διότι δεν πρόκειται για ανάγνωση και για χρήση από το Δικαστήριο απαγορευμένων αποδεικτικών μέσων, καθόσον το προεκτεθέν τραπεζικό απόρρητο καθιερώνεται υπέρ των καταθετών και για μη παροχή από τις τράπεζες πληροφοριών σε τρίτους για τραπεζικούς λογαριασμούς άλλων, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση αναγνώσθηκαν παραστατικά - αποδείξεις της τράπεζας περί καταθέσεως χρημάτων εκ μέρους της εγκαλούσας σε λογαριασμούς της ΕΠΕ, του κατηγορουμένου και των γονέων αυτού, και αποδείξεις τραπεζών περί εισπράξεως επιταγών, που νόμιμα κατείχε ως καταθέτης χρημάτων και ως κομίστρια επιταγών η εγκαλούσα, η οποία και με τις έγγραφες αυτές αποδείξεις, αποδείκνυε την υπ' αυτής κατάθεση, για λογαριασμό της κοινής εταιρείας τους - ΕΠΕ, χρημάτων, που κατά τις παραδοχές εισέπραξε και υπεξαίρεσε ο κατηγορούμενος, και δεν πρόκειται για χρήση απαγορευμένων αποδεικτικών στοιχείων, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις. Άρα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-1-2008 Αίτηση -Δήλωση του Χ1 μετά των προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της με αριθμό 8165/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση ιδιαίτερης μεγάλης αξίας (375 παρ. 1 α ΠΚ). 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως. 2) Απορριπτέος ο για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας σχετικός από και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, λόγω μη ακριβούς προσδιορισμού της ταυτότητας ορισμένων εκ των αναγνωσθέντων εγγράφων, διότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, με την αναφορά αυτή και τους τίτλους των εν λόγω αναγνωσθέντων δημόσια στο ακροατήριο εγγράφων και την επίδειξη των επισκοπηθεισών φωτογραφιών, χωρίς να αντιλέξουν οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, η χρονολογία αυτών, τα πρόσωπα εις τα οποία αφορούν κλπ, αφού με την ανάγνωσή τους στην επί ακροατηρίου διαδικασία στο Τριμελές Εφετείο, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατέστησαν γνωστά όλα τα εν λόγω έγγραφα κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός, παρών και δια των δύο παρισταμένων συνηγόρων, είχε πλήρη δυνατότητα, να ζητήσει να ελέγξει τα έγγραφα αυτά και να προβεί, κατ' άρθρον 358 ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σε σχέση με τον τίτλο και το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης αυτής και επομένως ουδόλως παραβλάπτεται το υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου και ούτε δημιουργείται ασάφεια ως προς το αν λήφθηκαν ή όχι υπόψη και αυτά τα έγγραφα από το Δικαστήριο. 3) Είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα προσαχθέντα και νόμιμα επικληθέντα έγγραφα (σελ. 3 και 4 της αιτήσεως), καθόσον δεν αναφέρεται ότι αυτά αναγνώστηκαν ή ότι ζητήθηκε η ανάγνωσή τους από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και λόγω αρνήσεως αυτού, ο κατηγορούμενος, δια των συνηγόρων του προσέφυγε στο Δικαστήριο και αυτό αρνήθηκε την ανάγνωσή τους. 4) Είναι απορριπτέος ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από το άρθρο 177 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, λόγω αναγνώσεως και χρησιμοποιήσεως από το δικάσαν Δικαστήριο απαγορευμένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των εγγράφων κινήσεως των τραπεζικών λογαριασμών της ΕΠΕ, αυτού και των γονέων του και 32 αποδείξεων καταθέσεως χρημάτων στους αναφερόμενους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς της Εθνικής Τράπεζας του κατηγορουμένου και τρεις αποδείξεις υπέρ λογαριασμού τρίτων και αποδείξεις εισπράξεως επιταγών της Εθνικής τράπεζας, διότι δεν πρόκειται για ανάγνωση και για χρήση από το Δικαστήριο απαγορευμένων αποδεικτικών μέσων, καθόσον το ισχύον με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Ν. Δ/τος 1059/1971, όπως αντικ. με το άρθρο 10 παρ. 1, 2 του ν. 1858/1989, τραπεζικό απόρρητο, καθιερώνεται υπέρ των καταθετών και για μη παροχή από τις τράπεζες πληροφοριών σε τρίτους για τραπεζικούς λογαριασμούς άλλων, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση αναγνώστηκαν παραστατικά - αποδείξεις της τράπεζας περί καταθέσεως χρημάτων εκ μέρους της εγκαλούσας σε λογαριασμούς της ΕΠΕ, του κατηγορουμένου και των γονέων αυτού και αποδείξεις τραπεζών περί εισπράξεως επιταγών, που νόμιμα κατείχε ως καταθέτης χρημάτων και ως κομίστρια επιταγών η εγκαλούσα, η οποία και με τις έγγραφες αποδείξεις αυτές, αποδείκνυε την υπ' αυτής κατάθεση, για λογαριασμό της κοινής εταιρείας τους (ΕΠΕ), χρημάτων, που κατά τις παραδοχές εισέπραξε και υπεξαίρεσε ο κατηγορούμενος και δεν πρόκειται για χρήση απαγορευμένων αποδεικτικών στοιχείων, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 1063/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ιωαννίδη, περί αναιρέσεως της 8/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας. Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.2.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 319/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μη εκπληρώσει την υποχρέωση, θεμελιούται και τότε το αδίκημα της απάτης. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (πλημμελημάτων) Καλαμάτας, το οποίο δίκασε επί εφέσεως του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος εναντίον της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 8/2009 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού που υπεγράφη στην ...μεταξύ της εγκαλούσης και του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός και κατασκευαστής οικοδομών, η πρώτη προήλθε με τον τελευταίο σε συμφωνία προκειμένου αυτός να της κατασκευάσει με δικά του υλικά και εργατοτεχνικό συνεργείο ένα κτίσμα ύψους 3 μ. και συγκεκριμένα μια σοφίτα από κεραμοσκεπή επί του ιδιοκτήτου ακινήτου της εγκαλούσας που βρίσκεται στην οδό .... Κατά τη συνάντηση τους την ως άνω ημεροχρονολογία ο κατηγορούμενος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε την περιουσία της εγκαλούσας, πείθοντας αυτή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών να του καταβάλει ως προκαταβολή μέρος του συμφωνημένου εργολαβικού ανταλλάγματος. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος υπό την ως άνω ιδιότητα του γνωρίζοντας εκ των προτέρων - ως ο ίδιος ομολόγησε κατά την απολογία του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου - ότι για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου στο συγκεκριμένο χώρο απαιτείτο η έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας παρέστησε στην εγκαλούσα ότι είναι σε θέση να εκτελέσει τις άνω συμφωνημένες μεταξύ τους οικοδομικές εργασίες στην παραπάνω ιδιοκτησία της εντός 2 μηνών από την έκδοση της οικοδομικής αδείας, επίσης ότι είναι εφικτή η έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας για το συμφωνημένο έργο και ότι διαθέτει προς το σκοπό αυτό το κατάλληλο συνεργείο εμπείρων και ειδικευμένων τεχνιτών και εργατών. Μετά διήμερο από την υπογραφή του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού (δηλαδή στις ...) και αφού ο κατηγορούμενος εν τω μεταξύ επισκέφθηκε το χώρο της εγκαλούσας έκαμε τις απαραίτητες επιμετρήσεις του, συνεπικουρούμενος μάλιστα και από τρίτο (άγνωστο) πρόσωπο, και συγκέντρωσε στοιχεία η τελευταία πεισθείσα στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του ότι είναι σε θέση να εκτελέσει το έργο, του κατέβαλε έναντι του συμφωνημένου τιμήματος των 8.000.000 δρχ., ποσό 3.500.000 δρχ. δια καταθέσεως στον τραπεζικό λογαριασμό που αυτός τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα (βλ. προσκομιζόμενη σχετική απόδειξη είσπραξης της άνω Τράπεζας). Και ενώ πλέον ο κατηγορούμενος είχε ήδη εισπράξει από την εγκαλούσα την ανωτέρω προκαταβολή και έχοντας στη διάθεση του τις απαραίτητες μετρήσεις και τα έγγραφα απευθύνθηκε στις ... στη Διεύθυνση Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Πολεοδομίας της Νομαρχίας Μεσσηνίας και με αίτηση του ζητούσε να εγκριθούν οι συμφωνημένες με το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό οικοδομικές εργασίες. Σε απάντηση στην αίτηση του η αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Μεσσηνίας με το υπ' αριθμ. ... έγγραφο της του γνωστοποίησε ότι τότε μόνο δεν απαιτείται από το Νόμο οικοδομική άδεια εφόσον επρόκειτο να κατασκευαστεί μία απλή κεραμοσκεπή ύψους μέχρι 1,5 μέτρων επί της τσιμέντινης στέγης της οικίας της εγκαλούσας για λόγους θερμομόνωσης και αισθητικής και όχι βεβαίως όταν πρόκειται να κατασκευαστεί σοφίτα ύψους 3 μ. για την οποία απαιτείτο η έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι για το συμφωνημένο έργο δεν ήταν δυνατό να εκδοθεί οικοδομική άδεια από το Πολεοδομικό Γραφείο Μεσσηνίας, διότι η ήδη υπάρχουσα οικία της εγκαλούσας εφ' ης θα προσετίθετο η σοφίτα, ήταν εν μέρει αυθαίρετη, γεγονός που το αντελήφθη αργότερα όταν πλέον ο ίδιος είχε προβεί σε δαπάνες για την εκπόνηση μελετών και σχεδίων και για τη συγκρότηση συνεργείων. Όπως όμως εμμέσως αλλά και συμπερασματικά προκύπτει από την από ... εξώδικη απάντηση αυτού στην προηγηθείσα και από ... εξώδικη διαμαρτυρία της εγκαλούσας προς αυτόν σε συνδυασμό με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και την απολογία του το πρόβλημα στην έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας για την προσθήκη σοφίτας στην εν μέρει αυθαίρετη οικοδομή της εγκαλούσας ήταν ήδη γνωστό στον κατηγορούμενο πριν από την είσπραξη της προκαταβολής των 3.500.000 δρχ., αφού ως εκ τη ιδιότητος του ως πολιτικού μηχανικού και έμπειρου κατασκευαστού γνώριζε τόσο τις προϋποθέσεις όσο και την προδικασία εκδόσεως των οικοδομικών αδειών για το συγκεκριμένο έργο. Γι' αυτό άλλωστε και συνυπέβαλε μαζί με την από ... αίτησή του στην Πολεοδομία και τις υπ' αριθμ. ...και ...άδειες δια των οποίων είχε ανεγερθεί προηγουμένως η οικοδομή της εγκαλούσας (βλ. συνημμένα δικαιολογητικά της από ... αιτήσεως) και τις οποίες οπωσδήποτε του είχε παραδώσει η τελευταία κατά τη διάρκεια των συζητήσεων τους και γι' αυτό το λόγο βρισκόντουσαν στην κατοχή του. Σε κάθε δε περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η υπάρχουσα οικοδομή της εγκαλούσας παρουσιάζει υπέρβαση των οικοδομικών αδειών της και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εκδοθεί η άδεια για προσθήκη σοφίτας σ' αυτή τουλάχιστον κατά το χρόνο εισπράξεως του ποσού των 3.500.000 δρχ. οπότε και όφειλε να μη το εισπράξει, αφού όπως προλέχθηκε, μέχρις τις ... που παρεπείσθη η εγκαλούσα και του κατέβαλε το ανωτέρω ποσό της προκαταβολής και τις απαραίτητες επιμετρήσεις του χώρου είχε κάνει και τις προηγούμενες οικοδομικές άδειες είχε στα χέρια του και τις είχε εφαρμόσει επί του εδάφους. Ο ισχυρισμός αυτού ότι το ποσό που έλαβε ως προκαταβολή πράγματι του το όφειλε η εγκαλούσα και καλώς εισεπράχθη και καλώς δεν απεδόθη στην ανωτέρω απ' αυτόν, δεδομένου ότι αντιπροσώπευε τις δαπάνες που ο ίδιος υπεβλήθη για έκδοση της συμφωνημένης αδείας (εκπόνηση αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης, εκπόνηση σχεδίων, προκαταβολές σε αμοιβές συνεργείων κ.λπ), δεν κρίνεται πειστικός, αφού σύμφωνα με το άρθρο 3 (ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ) του ανωτέρω από ... εργολαβικού οποιασδήποτε φύσεως δαπάνη για σχέδια και μελέτες ως και κάθε άλλη δαπάνη κατασκευής βάρυνε αποκλειστικά τον ίδιο, η δε εγκαλούσα του όφειλε μόνο το συμφωνημένο εργολαβικό αντάλλαγμα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του προς την εγκαλούσα επειδή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομη ωφέλεια με την είσπραξη της προκαταβολής και να προκαλέσει ταυτόχρονα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και την επέλευση αντιστοίχως ισόποσης βλάβης στην περιουσία της τελευταίας, αφού στην αντίθετη περίπτωση θα εφρόντιζε έγκαιρα να αποκαταστήσει τη ζημία της". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, για απάτη, (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 386 παρ. 1α, ΠΚ) και ειδικότερα του ότι: "Στην ..., στις .., με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, παρέστησε ψευδώς στην εγκαλούσα ... ότι ως πολιτικός μηχανικός είναι σε θέση να αποπερατώσει την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών επί της οδού ... οικίας αυτής εντός χρονικού διαστήματος δύο μηνών και ότι διαθέτει προς τον σκοπό αυτόν συνεργείο τεχνιτών και εργατών, με συνέπεια να την πείσει να συνάψει το από ... "ιδιωτικό συμφωνητικό κατασκευής ιδιωτικού έργου - συγγραφή υποχρεώσεων" και να καταβάλει σε αυτόν δια καταθέσεως σε τραπεζικό λογαριασμό το ποσόν των 2.500.000 δρχ., ενώ, εάν η ανωτέρω εγκαλούσα εγνώριζε την αλήθεια, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να εκτελέσει τις συμφωνηθείσες οικοδομικές εργασίες εντός της προθεσμίας των δύο μηνών, ουδέποτε θα συμβαλλόταν μαζί του και θα κατέβαλε το ως άνω χρηματικό ποσό. Αποτέλεσμα των ως άνω ψευδών παραστάσεων ήταν να αποκομίσει ο κατηγορούμενος παράνομο περιουσιακό όφελος 2.500.000 δρχ. και αντίστοιχα να υποστεί βλάβη στην περιουσία της η ως άνω εγκαλούσα". Για την πράξη της δε αυτή ο κατηγορούμενος αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Με αυτές τις παραδοχές η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε αντιφατική και ασαφή αιτιολογία. Ειδικότερα στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται ότι τα ψευδή πραγματικά περιστατικά, που παρέστησε ο αναιρεσείων στην εγκαλούσα, προκειμένου "να την πείσει να συνάψει το από ... "ιδιωτικό συμφωνητικό κατασκευής ιδιωτικού έργου - συγγραφή υποχρεώσεων" και να καταβάλει σε αυτόν δια καταθέσεως σε τραπεζικό λογαριασμό το ποσόν των 2.500.000 δρχ", συνίστανται στο ότι "ως πολιτικός μηχανικός είναι σε θέση να αποπερατώσει την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών επί της οδού ... οικίας αυτής εντός χρονικού διαστήματος δύο μηνών και ότι διαθέτει προς τον σκοπό αυτόν συνεργείο τεχνιτών και εργατών". Η απλή υποσχέση ότι θα εκπληρώσει ο αναιρεσείων την συμβατικές του υποχρεώσεις "εντός χρονικού διαστήματος δύο μηνών", δεν αποτελεί ψευδές γεγονός, που απαιτείται προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της απάτης, αφού δεν πρόκειται για πραγματικό περιστατικό που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα αυτό, πρέπει, οι υποσχέσεις αυτές και διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντος, να συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης από το κατηγορούμενο που έχει ειλημμένη την απόφαση να μη εκπληρώσει την υποχρέωσή του. Στην προκειμένη περίπτωση τα φερόμενα στο διατακτικό ως ψευδή πραγματικά περιστατικά που συνοδεύουν τις ψευδείς υποσχέσεις του κατηγορουμένου, είναι ότι ο αναιρεσείων είναι πολιτικός μηχανικός και ότι "διαθέτει προς τον σκοπό αυτόν συνεργείο τεχνιτών και εργατών". Ουδόλως όμως εκτίθενται στο σκεπτικό πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι τα τελευταία αυτά περιστατικά ήταν ψευδή. Αντίθετα ρητώς αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων ήταν πράγματι πολιτικός μηχανικός, ενώ, γίνεται αφηγηματικά μόνο αναφορά ότι αυτός είπε στην εγκαλούσα ότι "διαθέτει προς το σκοπό αυτό το κατάλληλο συνεργείο εμπείρων και ειδικευμένων τεχνιτών και εργατών", χωρίς όμως να εκτίθεται ότι αυτό ήταν ψευδές. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό, ψευδή περιστατικά, από τα οποία η εγκαλούσα πείστηκε να συνάψει το από ... "ιδιωτικό συμφωνητικό κατασκευής ιδιωτικού έργου - συγγραφή υποχρεώσεων" και να καταβάλει σε αυτόν το αναφερόμενο σε αυτό ποσό των 3.500.000 δρχ., δεν ήταν τα προαναφερόμενα, αλλά ότι ο αναιρεσείων παρέστησε ψευδώς στην εγκαλούσα όχι μόνο ότι είναι σε θέση να εκτελέσει τις συμφωνημένες οικοδομικές εργασίες εντός 2 μηνών από την έκδοση της οικοδομικής αδείας, αλλά τη ψευδή αυτή υπόσχεση συνόδευσε με τα ψευδή πραγματικά περιστατικά ότι είναι εφικτή η έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας, ενώ αυτός "γνώριζε ότι η υπάρχουσα οικοδομή της εγκαλούσας παρουσιάζει υπέρβαση των οικοδομικών αδειών της και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εκδοθεί η άδεια για προσθήκη σοφίτας σ' αυτή τουλάχιστον κατά το χρόνο εισπράξεως του ποσού των 3.500.000 δρχ. οπότε και όφειλε να μη το εισπράξει" . Περαιτέρω, στο σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι, εξαιτίας των αναφερομένων σε αυτό ψευδών περιστατικών, η εγκαλούσα "πεισθείσα στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του (αναιρεσείοντος) ότι είναι σε θέση να εκτελέσει το έργο, του κατέβαλε έναντι του συμφωνημένου τιμήματος των 8.000.000 δρχ., ποσό 3.500.000 δρχ. δια καταθέσεως στον τραπεζικό λογαριασμό που αυτός τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα" και ότι ο αναιρεσείων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομη ωφέλεια με την είσπραξη της προκαταβολής αυτής και να προκαλέσει ταυτόχρονα και την επέλευση αντιστοίχως ισόποσης βλάβης στην περιουσία της μηνύτριας, απορρίπτοντας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η μηνύτρια του όφειλε ποσό 3.000 ευρώ (δηλαδή περίπου το ισόποσο του 1.000.000 δραχμών) για τις δαπάνες εκπόνησης των σχεδίων και μελέτης και για προκαταβολές στις αμοιβές συνεργείων. Εντούτοις στο διατακτικό γίνεται δεκτό, ότι η μηνύτρια κατέβαλε στον αναιρεσείοντα το ποσό των 2.500.000 δραχμών και ότι αποτέλεσμα των αναφερομένων στο διατακτικό πιο πάνω των αναληθών παραστάσεων ήταν να αποκομίσει ο αναιρεσείων παράνομο περιουσιακό όφελος 2.500.000 δραχμών (και όχι 3.500.000 δρχ), και αντίστοιχα να υποστεί αντίστοιχη βλάβη στην περιουσία της η εγκαλούσα, χωρίς να καθίσταται σαφές, αν η διαφορά αυτή των 1.000.000 δραχμών οφείλεται στην παραδοχή του πιο πάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ισχυρισμόν, όμως, τον οποίο απέρριψε το Δικαστήριο, ως αβάσιμο, στο σκεπτικό. Έτσι, όμως, που έκρινε το Τριμελές Εφετείο, υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του διατακτικού και του σκεπτικού όσον αφορά το ύψος της προσγενομένης στην εγκαλούσα ζημίας (και αντίστοιχα του οφέλους του αναιρεσείοντος), ενώ, λόγω δε των πιο πάνω αντιφάσεων και ασαφειών, ως προς τα ψευδή γεγονότα από τα οποία πείστηκε η εγκαλούσα, δεν καθίσταται σαφής ο τρόπος τέλεσης του αδικήματος της απάτης, για το οποίο το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής της προαναφερθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ. Συνεπώς, η απόφαση, κατά παραδοχή ως βασίμων των από τα άρθρα 510 παρ. 1 Δ και Ε, ΚΠΔ, τρίτου και τετάρτου, λόγων αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα εκδίκαση, στο οποίο, όμως, δεν θα συμμετάσχουν οι πρότερον δικάσαντες δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 8/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη (πλημμέλημα). Στοιχεία αδικήματος (386 ΠΚ). Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή (έλλειψη νόμιμης βάσης). Λόγος αναίρεσης για αντιφάσεις του σκεπτικού - διατακτικού. Υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του διατακτικού και του σκεπτικού όσον αφορά το ύψος της προσγενομένης στην εγκαλούσα ζημίας, ενώ λόγω αντιφάσεων και ασαφειών, δεν καθίσταται σαφής ο τρόπος τέλεσης του αδικήματος της απάτης. Δεκτή η αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης και αιτιολογίας. Παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
0
Αριθμός 1062/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούσουλα, περί αναιρέσεως της 6442, 6698/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορουμένη την Χ2. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.12.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 92/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σε βαθμό πλημ/τος πλαστογραφίας, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικά μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλο, η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική του υπόσταση, και σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άνω άρθρου 216 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, που όταν γίνεται από τον ίδιο τον πλαστογράφο αποτελεί συντιμωρητή υστέρα πράξη, και θεωρείται απλή επιβαρυντική περίπτωση, απαιτείται αντικειμενικά μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τον προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό, υποκειμενικά δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφοράς τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας). Εξάλλου λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση της γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 6442,6698/2008 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο Ρ1 και η σύζυγος αυτού Ρ2 διατηρούν πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων (βενζινάδικο) στην ... . Πελάτης τους για πολλά χρόνια ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος είχε επιχείρηση διεθνών μεταφορών με έδρα τον ..., καθώς επίσης και επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας ανθέων. Στα πλαίσια των εμπορικών συναλλαγών τους ο τελευταίος τους όφειλε από αγορά καυσίμων το ποσό των 5.458.200 δραχμών [ισότιμο των 16.018,19 ΕΥΡΩ]. Έτσι εξέδωσε εις διαταγήν του πρώτου εκ των ανωτέρω (μηνυτών) Ρ1 την με αριθμό ... ισόποση τραπεζική επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 15.12.2000, πληρωτέα στην ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ. Την επίδικη αυτή τραπεζική επιταγή ο Ρ1 μεταβίβασε δια οπισθογραφήσεως στη σύζυγο του Ρ2 και εν συνεχεία η τελευταία παρέδωσε αυτή ως "πλαφόν" στην ως άνω πληρώτρια Τράπεζα με την οποία συνεργάζετο. Όμως κατά την ημερομηνία της εκδόσεως της (μεταχρονολογημένη), δηλαδή στις 15.12.2000 η επιταγή δεν πληρώθηκε, μετά δε από σχετική συμφωνία με τον εκδόσαντα αυτήν πρώτο κατηγορούμενο, η Ρ2 την απέσυρε από την πληρώτρια Τράπεζα, αφού την εξώφλησε σ' αυτήν (Τράπεζα). Ο πρώτος κατηγορούμενος μετά από συμφωνία κατέβαλε στους μηνυτές σε δόσεις το οφειλόμενο χρηματικό ποσό, και ενώ η εν λόγω επιταγή θα έπρεπε να ακυρωθεί, ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυριζόμενος ότι θα την ήθελε για να την προσκομίσει στη Τράπεζα του εξοφλημένη, προκειμένου να του εκδώσουν μπλοκ επιταγών, κατάφερε τους μηνυτές και του παρέδωσαν την επίδικη επιταγή. Μόλις την έλαβε, νόθευσε αυτή κατά την ημερομηνία εκδόσεως και συγκεκριμένα την ημερομηνία που φερόταν ως εκδοθείσα η επίδικη μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή 15/12/2000 την έκανε 25.03.2001, θέτοντας παράλληλα την μονογραφή του στο σώμα αυτής, χωρίς τη συναίνεση των εγκαλούντων, στη συνέχεια δε έκανε χρήση αυτής, αφού την παρέδωσε δια λευκής οπισθογραφήσεως στη δεύτερη κατηγορουμένη Χ2, με την οποία συνεργαζόταν και η οποία ουδεμία σχέση ή συναλλαγή είχε με τους εγκαλούντες. Η τελευταία γνωρίζοντας ότι η επιταγή ήταν νοθευμένη εκ του ότι η αλλαγή της ημερομηνίας ήταν εμφανής, εμφάνισε αυτήν στην πληρώτρια Τράπεζα, με σκοπό να εισπράξει το ποσό αυτής, καίτοι γνώριζε κατά την κτήση της ότι οι εγκαλούντες δεν οφείλουν στον εκδότη της επιταγής το αναγραφόμενο σ' αυτή ποσό, κάνοντας έτσι χρήση πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου. Όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων, ακολούθως δε εξέδωσε σε βάρος των εγκαλούντων την με αριθμό 2982/2001 διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παραπλανώντας αυτόν ως προς το γεγονός της ύπαρξης νόμιμης και έγκυρης απαίτησης, η οποία όμως διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε μετά από ανακοπή που άσκησαν οι εγκαλούντες. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι εκ παραδρομής εστάλη η επίδικη επιταγή στην δεύτερη κατηγορουμένη προς εξόφληση χρέους, δεν ευσταθεί. Η επιταγή αυτή ήταν δική του και θα μπορούσε, ως ισχυρίζεται, να εκδώσει άλλη. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου τυγχάνει απορριπτέος, καθότι η επίδικη επιταγή είχε εξαχθεί από καρνέ επιταγών που εξεδόθη στις 10.11.2000, ήτοι πριν από τις 15.12.2000, ημερομηνία που προφανώς ο πρώτος κατηγορούμενος αδυνατούσε να λάβει καινούργιο καρνέ επιταγών από την τράπεζα, λόγος άλλωστε για τον οποίο και δεν ακύρωσε την ήδη πληρωμένη, προς τους εγκαλούντες, επιταγή, αλλά την κράτησε, ως προελέχθη, με σκοπό να την εμφανίσει πληρωμένη και να πετύχει την έκδοση καινούργιου μπλοκ επιταγών, στόχος ο οποίος προφανώς δεν επετεύχθη. Αλλά και η επικαλούμενη από την δεύτερη κατηγορουμένη άγνοια περί της πλαστότητας της επιταγής δεν αποδείχθηκε. Αυτή αν και μπορούσε εύκολα να διακρίνει τη διόρθωση, καίτοι της οφείλει ο πρώτος κατηγορούμενος δεν επιστρέφει την δήθεν εκ παραδρομής σταλείσα επιταγή, αλλά επιχειρεί να εισπράξει το αναγραφόμενο ποσό από τους εγκαλούντες. Κατόπιν των ανωτέρω, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αποδιδόμενη στον καθένα εξ αυτών πράξη, που φέρει τα αναφερθέντα στη νομική σκέψη ως άνω αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της πλαστογραφίας (με τη μορφή της νοθεύσεως) μετά χρήσεως όσον αφορά στον πρώτο εξ αυτών και της χρήσης πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου όσον αφορά στη δεύτερη εξ αυτών, αφού συντρέχουν όλα τα εκεί εκτεθέντα στοιχεία της, με σκοπό να παραπλανήσουν τους τρίτους [υπαλλήλους της πληρώτριας Τράπεζας (σφραγίστηκε ως ακάλυπτη επιταγή), Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκδόθηκε διαταγή πληρωμής)], ως προς το γεγονός της ημερομηνίας εκδόσεως της επιταγής, το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη να υποστούν οι εγκαλούντες περιουσιακή ζημία ίση με τα επιδικασθέντα στη δεύτερη κατηγορουμένη χρηματικά ποσά με την ανακοπείσα Διαταγή πληρωμής". Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για πλαστογραφία (νόθευση) μετά χρήσεως, πράξη, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26 παρ.1α, 27, παρ.1, 216 παρ.1 ΠΚ και επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανέστειλε δε την εκτέλεση αυτής για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις :1) Η προσβαλλομένη απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον δόλο του κατηγορουμένου, αφού αιτιολογείται επαρκώς στο σκεπτικό και το διατακτικό της, αφενός μεν η γνώση του ότι είχε εξοφληθεί ολοσχερώς η υπ' αριθμ. ...τραπεζική επιταγή, ποσού 1.018,19 ευρώ, και ότι ήταν αυτή (επιταγή)νοθευμένη ως προς την ημερομηνία εκδόσεως αυτής, αφού την νόθευσε ο ίδιος και στη συνέχεια τη μεταβίβασε, με λευκή οπισθογράφηση, στη συγκατηγορουμένη του Χ2, η οποία εμφανιζόμενη ως νόμιμη (τελευταία) κομίστρια αυτής και γνωρίζοντας ότι ήταν νοθευμένη, προέβη στη σφράγισή της και στην έκδοση διαταγής πληρωμής εις βάρος των εγκαλούντων Ρ1 και Ρ2, αφετέρου δε ο σκοπός αυτού και της συγκατηγορουμένης του Χ2 να παραπλανήσουν με τη χρήση της νοθευμένης αυτής επιταγής τους αρμοδίους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας και το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το γεγονός της ημερομηνίας εκδόσεως αυτής, το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη να υποστούν οι ως άνω εγκαλούντες περιουσιακή ζημία ίση με τα επιδικασθέντα στην συγκατηγορουμένη του χρηματικά ποσά με την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής .2) Δεν ενέχει αντίφαση η αιτιολογία της αποφάσεως με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων έκανε χρήση της νοθευμένης επιταγής αφού την παρέδωσε δια λευκής οπισθογραφήσεως στην συγκατηγορουμένη του Χ2 η οποία εμφανιζόμενη ως νόμιμη (τελευταία)κομίστρια αυτής και γνωρίζοντας ότι ήταν νοθευμένη, προέβη στη σφράγισή της και στην έκδοση διαταγής πληρωμής εις βάρος των εγκαλούντων Ρ1 και Ρ2, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση της νοθευμένης αυτής επιταγής τους αρμοδίους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας και το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το γεγονός της ημερομηνίας εκδόσεως αυτής, το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη να υποστούν οι ως άνω εγκαλούντες περιουσιακή ζημία ίση με τα επιδικασθέντα στην συγκατηγορουμένη του χρηματικά ποσά με την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής. Δεν καθιστά την αιτιολογία της αποφάσεως αντιφατική ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν είχε την δυνατότητα να παραπλανήσει τα ανωτέρω αναφερόμενα πρόσωπα είναι αβάσιμος, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως για το σκοπό αυτό μεταβίβασε την νοθευμένη επιταγή. Με βάση τα προαναπτυχθέντα, οι συναφείς εκ του άρθρου 510 παρ. παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ διατυπούμενοι λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι . Οι λοιπές, στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η αίτηση αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-12-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 6442, 6698/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία.
2
Αριθμός 1060/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δαμασκόπουλο, για αναίρεση της 1572/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1575/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση για την κατηγορουμένη αναιρεσείουσα έλαβεν υπόψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου", ήτοι αναφέρει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα. Το ότι γίνεται λόγος περί "μαρτύρων υπεράσπισης", καίτοι, όπως προκύπτει πράγματι από τα πρακτικά, δεν εξητάσθησαν τοιούτοι μάρτυρες, δεν σημαίνει ότι η απόφαση έχει ελλιπή αιτιολογία, καθ' όσον τούτο οφείλεται εις προφανή παραδρομή, αφού δε ουδόλως εξητάσθησαν μάρτυρες υπερασπίσεως, σαφώς και εναργώς προκύπτει ότι δεν υπήρξαν καταθέσεις των και πολλώ μάλλον δεν ελήφθησαν υπόψη. Εντεύθεν και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, καθ' ό σκέλος η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του ότι αναφέρει ότι ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εφ' όσον οι ισχυρισμοί αυτοί είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας τοιούτοι. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 332 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος ης πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφ' όσον όμως προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνον η επίκληση της νομικής διατάξεως, η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίον είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία, να αναπτυχθούν δε και προφορικά (άρθρ. 141 παρ. 2 και 331 Κ.Π.Δ.) και τούτο δια να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (Ολ. ΑΠ 2/2005). Ούτως είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός περί καταστάσεως ανάγκης που αποκλείει τον καταλογισμό. Ούτω κατ' άρθρον 32 παρ. 1 ΠΚ " δεν καταλογίζεται στο δράστη η πράξη που τελεί για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί χωρίς δική του υπαιτιότητα το πρόσωπο ή την περιουσία του ιδίου ή συγγενούς του ή κατιόντος ή αδελφού ή συζύγου του, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο από την πράξη είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με τη βλάβη που απειλήθηκε". Απαιτείται, επομένως, για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός και να προκύπτει εντεύθεν υποχρέωση του δικαστηρίου να τον εξετάσει και να αιτιολογήσει την σχετική κρίση του, όχι μόνο η επίκληση της άνω διατάξεως, αλλά πρέπει, για την θεμελίωση του άνω ισχυρισμού, να γίνεται επίκληση των περιστατικών που τον απαρτίζουν κατά το άνω άρθρο και δη ότι η πράξη ετελέσθη για να αποτραπεί παρών κίνδυνος, ο οποίος δεν ηδύνατο με άλλα μέσα να αποτραπεί και απειλούσε τα άνω πρόσωπα ως και ότι οι προκληθείσα και απειληθείσα βλάβες ήσαν ανάλογοι, κατά τ' άνω εκτεθέντα. Επίσης είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 β', δ', ε'ΠΚ ήτοι το ότι "ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια...... ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή του προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης", "το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του" και το "ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη", είναι δε ορισμένοι όταν περιλαμβάνουν τα αναγκαία για την θεμελίωσή των περιστατικά. Εν προκειμένω το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των άνω αποδεικτικών μέσων (ότι απεδείχθησαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Περί το τέλος Μαΐου 2002 δόθηκε στην υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών η πληροφορία ότι μία Αλβανίδα με το όνομα (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ Χ1) που διαμένει στην περιοχή ... κατέχει και διακινεί σημαντικές ποσότητες ηρωίνης. Με νεότερη πληροφορία που δόθηκε έγινε γνωστό ότι αυτή διαμένει στην οδό ... και ότι λαμβάνει ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη διακίνηση που γίνεται μέσω τηλεφωνικών ραντεβού. Έτσι μετά από εμπεριστατωμένη έρευνα η άνω Υπηρεσία εντόπισε στην ανωτέρω διεύθυνση την αλβανίδα υπήκοο Χ1 που διαμένει σε διαμέρισμα του ισογείου. Από την παρακολούθηση και έρευνα της Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών διαπιστώθηκε ότι η κατηγορούμενη πραγματοποιούσε συναντήσεις και έκανε συναλλαγές με άλλα άτομα ομοεθνείς της πάντοτε με προφυλάξεις, μάλιστα δε πριν κάποιος μπει στην πολυκατοικία που βρίσκεται το διαμέρισμα επικοινωνούσε τηλεφωνικά μαζί της ή χτύπαγε την μπαλκονόπορτα, αφού το διαμέρισμα ήταν στο ισόγειο, και τη συνέχεια αυτή άνοιγε την πόρτα. Τελικά την 7-6-2002 και περί ώρα 21.30 σε έλεγχο που έγινε από όργανα της δίωξης ναρκωτικών βρέθηκε στην οικία της κατηγορουμένης ποσότητα 570 γραμ. ηρωίνης σε ξύλινο ράφι του υπνοδωματίου της σε μια νάιλον σακούλα. Η ποσότητα αυτή αποτελεί υπόλοιπο μεγαλύτερης ποσότητας την οποία αυτή είχε αγοράσει από άγνωστο άτομο με σκοπό την εμπορία και είχε απομείνει μετά τις κατ' εξακολούθηση ανωτέρω πωλήσεις προς τα άτομα που την επισκέπτονταν. Από τις εν λόγω πωλήσεις εισέπραξε τίμημα τουλάχιστον 3.900 ευρώ που βρέθηκαν στο σπίτι της, ποσό που δεν δικαιολογείται, αφού κατά την ίδια χρονική περίοδο εκείνη ήταν άνεργη και άρρωστη, όφειλε δε στο Ιατρικό Κέντρο για τη νοσηλεία της σ' αυτό ποσό 6.732,89 ευρώ. Ουδόλως αποδείχθηκε δανεισμός του αντίστοιχου ποσού. Επίσης βρέθηκε σε κομοδίνο του δωματίου της και ένα βιβλιάριο καταθέσεων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στο όνομά της με χρηματικό υπόλοιπο ποσό 4.226,46 ευρώ και στο τραπέζι του σαλονιού ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κατηγορουμένη είχε και οικιακή βοηθό την ομοεθνή της ..., την οποία κατά δήλωσή της πλήρωνε με 100 ευρώ την εβδομάδα. Με τα δεδομένα αυτά αποδεικνύεται ότι η κατηγορούμενη αγόρασε με σκοπό την εμπορία ποσότητα ηρωίνης μεγαλύτερη των 570 γραμ., που κατασχέθηκε, την οποία πώλησε κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Αποδεικνύεται επίσης ότι κατείχε με σκοπό την εμπορία την ποσότητα των 570 γραμ. ηρωίνης, την οποία φύλασσε στην οικία της και την εξουσίαζε, μπορούσε δε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να διαθέτει πραγματικά. Τις πράξεις αυτές τέλεσε με πρόθεση γνωρίζοντας ότι πρόκειται περί απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας και θέλοντας την πραγματοποίησή τους. Η κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι η τοποθέτηση της ηρωίνης στο διαμέρισμά της έγινε κατόπιν απειλών και λόγω του φόβου που της προκαλούσε ο πραγματικός κάτοχος της ποσότητας ομοεθνής της Ψ1, ο οποίος παλιότερα μάλιστα την εξέδιδε και ο οποίος την απείλησε σοβαρά ότι θα την σκοτώσει, αν δεν δεχόταν να φυλάσσει στο σπίτι της τα ναρκωτικά που αυτός είχε αγοράσει και πωλούσε και ότι έτσι ουδέποτε άσκησε οποιαδήποτε πράξη που να εκδηλώνει φυσική εξουσίαση στα ναρκωτικά, ότι επικουρικώς τέλεσε την πράξη της κατοχής σε κατάσταση που αίρει τον καταλογισμό κατ' άρθρο 32 Π.Κ. και άλλως να μεταβληθεί επιτρεπτώς η κατηγορία σε απλή συνέργεια σε κατοχή ναρκωτικών. Οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης ουδόλως αποδείχθηκαν και πρέπει να απορριφθούν. Ανεξάρτητα αν η κατηγορούμενη είχε και συναυτουργό, αυτή τέλεσε τις προαναφερθείσες πράξεις κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Και δεν μπορεί να γίνει πειστικός ο ισχυρισμός της ότι δεν γνώριζε παρόλα αυτά το τηλέφωνο και την διεύθυνση του επικαλούμενου (ΑΝΑΦΕΡΤΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ Ψ1). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ομόφωνα ένοχη κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία και κατά πλειοψηφία (4-1) ένοχος αγοράς και πωλήσεως. Ένα μέλος του Δικαστηρίου ο Εφέτης κ. Αθανάσιος Καγκάνης έχει τη γνώμη ότι η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί αθώα αγοράς και πωλήσεως, διότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή είχε αγοράσει την ποσότητα των ναρκωτικών, ούτε αποδείχθηκε ότι προέβη σε οποιαδήποτε πράξη πώλησης. Μάλιστα τα αστυνομικά όργανα παρά την παρακολούθηση ουδένα συνέλαβαν που να συναλλάσσεται μαζί της. Πρέπει, περαιτέρω ομόφωνα να χορηγηθεί στην κατηγορουμένη το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, καθόσον μετά την πράξη της για μεγάλο διάστημα συμπεριφέρθηκε καλώς, απορρίπτει δε το αίτημα για λοιπά ελαφρυντικά. Τέλος δε πρέπει να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη για τα πλημ/τα κατ' άρθρο 31 και 32 Ν. 3346/2005". Με αυτά που εδέχθη το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες και κατεδικάσθη η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, τις αποδείξεις και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων του Ν. περί Ναρκωτικών που εφήρμοσε (άρθρ. 26 παρ. 1, 27. 5 παρ. 1 β-ζ', 2 Ν. 1729/1987 όπως Ισχύει). Ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτήν σχετικά με την κατοχή, η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και να τα διαθέσει κατά βούληση, σχετικά με την αγορά, οι συνθήκες αυτής, χωρίς να είναι απαραίτητη η αναφορά και μνεία της μεγαλυτέρας ποσότητος των ναρκωτικών που είχε αγοράσει, εκ των οποίων ευρέθησαν 570 γραμμάρια ηρωίνης, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση αυτής (αγοράς), ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, ούτε, τέλος, είναι αναγκαία η αναφορά του επιτευχθέντος τιμήματος. Συνεπώς ο σχετικός λόγος, αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ των άνω ελλείψεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ό μέρος δε με αυτόν και υπό την επίκλησή του πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων εις το πλαίσιο της αρνήσεως της κατηγορίας, αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, όσον αφορά τον εκ του άρθρου 32 Π.Κ. ισχυρισμόν, ούτος προεβλήθη ως εξής: "Όπως ήδη Σας εξέθεσα η τοποθέτηση της επίδικης ποσότητας στο διαμέρισμα που διέμενα έγινε κατόπιν απειλών και λόγω του φόβου που μου προκαλούσε ο πραγματικός κάτοχος της ποσότητας, ο οποίος και επί διετία με εξέδιδε και μου παρείχε προστασία λαμβάνοντας μέρος των χρημάτων που αποκέρδαινα από την πορνεία. Έτσι λόγω του αναμφισβήτητου γεγονότος της σωματικής αδυναμίας μου να εργαστώ μετά τη σοβαρή εγχείρηση στην οποία υποβλήθηκα με απειλές και την επιβολή που διέθετε με υποχρέωσε να ανεχθώ την τοποθέτηση στο σπίτι που διέμενα της εν λόγω τσάντας, της οποίας αγνοούσα τον προορισμό (εμπορικό ή άλλο). Τυχόν άρνησή μου γνώριζα ότι θα οδηγούσε σε άμεσο και σοβαρό κίνδυνο για τη ζωή μου και την σωματική ακεραιτότητά μου, αφού ο συγκεκριμένος άνθρωπος πολλάκις στο παρελθόν είχε ασκήσει σωματική βία και με είχε απειλήσει με μαχαίρι προκειμένου να συνταχθώ με την βούλησή του. Ουδέποτε άσκησα οιαδήποτε πράξη που να εκδηλώνει φυσική εξουσίαση στα ναρκωτικά, αντιθέτως, παρακαλούσα τον κάτοχό τους, κάθε φορά που με επισκεπτόταν να τα παραλάβει από το σπίτι μου γιατί φοβόμουν. Όμως δεν το έπραξε παρά τις αντίθετες υποσχέσεις του". Όμως υπό τα περιστατικά αυτά ο ισχυρισμό αυτός είναι αόριστος και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, αν και απήντησε ότι δεν απεδείχθη. Επίσης οι περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμοί προεβλήθησαν ως εξής: "ΑΙΤΗΜΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ" Όπως προανέφερα, η αποδοχή της παρακατάθεσης των ναρκωτικών ουσιών έγινε υπό την επίδραση σοβαρής απειλής για την ζωή και την υγεία μου και την επιβολή που μου ασκούσε ο προαγωγός - προστάτης μου Ψ1 δεδομένου μάλιστα ότι δεν εξοικονομούσε χρήματα από την εκμετάλλευσή μου ως πόρνης κατά το διάστημα της νοσηλείας και της αναρρώσεώς του". "Ήδη εξέτισα 2,5 έτη από την ποινή μου στης γυναικείες φυλακές ..., σε πολύ αντίξοες συνθήκες λόγω και των συνεχών προβλημάτων υγείας που παρουσίαζα και εξακολουθώ να έχω και που οδήγησαν στην αποφυλάκισή μου με απόφαση του Δικαστηρίου Σας. Από τη στιγμή της σύλληψής μου και μετά έχω συντριβεί ψυχικά και σωματικά, διαισθανόμενη τη σημασία των πράξεών μου και για τούτο παρά τη αποφυλάκισή μου, δεν επιχείρησα να διαφύγω, αλλά επεδίωξα να παραμείνω, να λογοδοτήσω ενώπιόν Σας και να υποστώ τις αναλογικώς απαιτούμενες συνέπειες των πράξεών μου". Και αυτοί οι ισχυρισμοί ήσαν αόριστοι, χωρίς ειδικά και συγκεκριμένα περιστατικά για την θεμελίωσή των και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα. Συνεπώς ο αυτός λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά το σκέλος που αφορά την απόρριψη του εκ του άρθρου 32 ΠΚ ισχυρισμού και κατ' εκτίμηση τον ισχυρισμόν εκ του άρθρου 84 παρ. 2 β' προς δε και τον εκ του αυτού άρθρου παρ. 2 δ' ΠΚ ισχυρισμόν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στο δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23 Ιουλίου 2008 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1572/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πρέπει να αναφέρονται κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα. Και όταν γίνεται λόγος περί "μαρτύρων υπερασπίσεως", εφ' όσον δεν εξητάσθησαν τοιούτοι, δεν υπάρχει ελλιπής αιτιολογία, αφού δεν υπήρξαν καταθέσεις των και δεν ελήφθησαν υπ' όψη. Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς όταν είναι ορισμένοι και σαφείς οίοι είναι οι εκ του 32 ΠΚ, 84 παρ. 2 β, δ, ε΄ ΠΚ, άλλως το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αγοράς ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνης) δεν είναι απαραίτητη η μνεία του τιμήματος και της ακριβούς ποσότητος, αφού ο νόμος δεν συνδέει το ύψος της ποινής με το βάρος των ναρκωτικών ουσιών. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
1
Αριθμός 1059/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καρακώστα, περί αναιρέσεως της 1149/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.3.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1596/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν.1882/1990 η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, με καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολής οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές και γ) ενός (1) έτους τουλάχιστον, προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο: Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δυο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές και γ) ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος της από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές και β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής. Τέλος, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση : 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Περαιτέρω, κατά τη σαφή νέα αυτή διατύπωση του άρθρου 25, για κάθε πίνακα χρεών τα οποία γεννήθηκαν μετά την 1-1-2004 και ο οποίος πίνακας υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί, πλέον, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τελέσεως τη συμπλήρωση τετραμήνου από του χρόνου καταβολής αυτών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : "... Τα χρέη με αύξοντες αριθμούς 1, 2, 3, 4 από τον πίνακα χρεών που συνοδεύει την έγκληση κατά του εκκαλούντα γεννήθηκαν και βεβαιώθηκαν από το έτος 2000 έως το 2003 και πρέπει να εφαρμοσθεί το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. !882/1990, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, καθώς διαλαμβάνει επιεικέστερη διάταξη δυνάμει του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997 και σύμφωνα με την οποία δεν είναι αξιόποινη η μη καταβολή των επί μέρους χρεών που ανήκουν στην κατηγορία "παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι" και υπολείπονται των ποσών 9.000 και 14.000 ευρώ. Για τα χρέη αυτά πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο εκκαλών, κατά παραδοχή του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του. Για τα υπόλοιπα χρέη που βεβαιώθηκαν σύμφωνα με τον πίνακα χρεών μετά την ισχύ του Ν. 3220/2004, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 210.000 ευρώ. Το είδος των χρεών, το πότε αυτά έπρεπε να καταβληθούν καθώς και οι ληξιπρόθεσμες δόσεις, προκύπτουν από την λεπτομερή αναφορά του συνημμένου στην έγκληση πίνακα χρεών, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης ως προς αυτά. Πρέπει συνεπώς ως προς τα λοιπά χρέη να κηρυχθεί ένοχος ο εκκαλών ήτοι για τα χρέη 5 έως 22 του πίνακα χρεών ...". Στη συνέχεια των παραδοχών αυτών, το δικαστήριο στο διατακτικό του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών, για το ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 31-3-2004 έως 28-9-2004, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν.3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερέβαινε τα 120.000 ευρώ και συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ Νέας Φιλαδέλφειας, φόροι, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ και έχουν αύξοντα αριθμό εγγραφών 5 έως 22 και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 142.059,95 Ευρώ που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι ελλιπής, ασαφής και αντιφατική και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα α) δέχεται το δικαστήριο την πέραν του τετραμήνου καθυστέρηση καταβολής του συνολικού χρέους των 142.059,95 ευρώ, χωρίς να διαλαμβάνει πότε βεβαιώθηκε το συνολικό αυτό χρέος για να κριθεί εάν είχε περάσει το τετράμηνο κατά την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς, ούτε ενσωματώνει στην απόφαση τον πίνακα χρεών για να ελεγχθεί εξ αυτού ο χρόνος βεβαιώσεως και εάν αυτός αναφέρεται στο σύνολο των χρεών ή σε κάθε επί μέρους χρέος. β) ενώ, για τα χρέη για τα οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο δέχεται εφαρμογή του Ν. 3220/2004, στο σκεπτικό της αποφάσεώς του το δικαστήριο αντιφατικά παραπέμπει στις διατάξεις του άρθρου 23 παρ.1 του Ν.2325/1997 αφού αναφέρεται σε ληξιπρόθεσμες δόσεις του χρέους και γ) ενώ για τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου και κατ' εφαρμογή του Ν.3220/2004 το δικαστήριο αναφέρεται στο συνολικό ποσό της οφειλής του κατηγορουμένου, δέχεται την κατ' εξακολούθηση τέλεση της πράξης κατά το χρονικό διάστημα από 31-3-2004 έως 29-8-2004, χωρίς να διευκρινίζει τη υπονοεί με την αναφορά περί της κατ' εξακολούθηση τέλεσης. Ενόψει των παρατηρουμένων ως άνω ασαφειών, ελλείψεων και αντιφάσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 25 του Ν.1882/1990. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1.149/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ελλιπή αιτιολογία. Παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
0
Αριθμός 1058/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 330/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31.3.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 736/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 402/6.8.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατά το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ.,με τη σχετική δικογραφία, την υπ'αριθμ. 60/2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1 και εκθέτω τα εξής: Με το υπ' αριθμ. 1403/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμπεται, μαζί με άλλους, η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για α) πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, εκ της οποίας το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, β) ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, γ) ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος, δ) απόπειρα απάτης στο δικαστήριο, της οποίας το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ε) χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Μετά από έφεση που άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 330/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ'ουσία την έφεση (322/2007) αυτής και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του που αφορούν την εκκαλούσα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε στις 31-3-2008 ημέρα Δευτέρα από τον δικηγόρο Αθηνών Ευάγγελο Νικολόπουλο για λογαριασμό της κατηγορουμένης Χ1, δυνάμει της από 27-3-2008 εξουσιοδοτήσεως της τελευταίας, νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε εγκύρως στην αναιρεσείουσα στις 20-3-2008 (βλ. σχετικό αποδεικτικό). Περιέχει δε συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως ήτοι α) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και γ) της απόλυτης ακυρότητας (άρ. 484 § 1 στοιχ. α', β' και δ' Κ.Π.Δ.). Τέλος, το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει την αναιρεσείουσα στο ακροατήριο για κακουργήματα, ενώ δικαιωματικά η τελευταία ζητά την αναίρεση και για το πλημμέλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα (άρ. 462, 463, 473, 474, 482 § 1 Κ.Π.Δ.). Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ'ουσία. Από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1 996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ' αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία δ'αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών, καθώς επίσης είναι επιτρεπτή δια της προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών η αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ (1138/2004, ΑΠ 501/2006 Π. Χρ. ΝΖ/39, ΑΠ 1566/98 Π. Χρ. ΜΘ7907). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής νόμου που θεμελιώνει κατ' άρθρο 484 § 1β Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης ή του βουλεύματος όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάση. Εξάλλου, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Ποιν.Δ. δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ' και 484 παρ. 1 περιπτ. α' Κ.Ποιν.Δ., διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στο δικαίωμα του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεση του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. (Ολομ. ΑΠ 1/2004, Ποιν. Χρ. ΝΕ/113). Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 3 εδ. α' ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών (με τη χρήση του εγγράφου από αυτόν να θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση) και αν ο υπαίτιος αυτής της πράξεως σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές, για τη στοιχειοθέτηση της ποινικής υπόστασης της πρώτης από τις τυποποιούμενες δύο αυτοτελείς μορφές του σωρευτικά μικτού εγκλήματος της πλαστογραφίας, δηλαδή της κατάρτισης πλαστού εγγράφου, απαιτείται, αντικειμενικά μεν η απαρχής σύνθεση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε [προέρχεται] από άλλον, με την απομίμηση της γραφής, υπογραφής ή άλλου διακριτικού στοιχείου, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και είναι αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε [ΑΠ 1264/2005, Ποιν Χρον ΝΣΤ/2006, σελ. 227 ΑΠ 1753/2003, Ποιν Χρον ΝΔ/2004, σελ. 635 ΑΠ 217/2003, Ποιν Χρον ΝΓ/2003, σελ. 929 ΑΠ 184/2002 (σε Συμβούλιο), Ποιν Χρον ΝΒ/2002, σελ. 898]. Η πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εφόσον ο υπαίτιος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ [ΑΠ 431/2007, Ποιν Χρον ΝΖ/2007, σελ. 502 ΑΠ 858/2004, Ποιν Χρον ΝΕ/2005, σελ. 322], χωρίς να είναι αναγκαίο στην περίπτωση αυτή (κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου), να είναι άμεσα συνδεδεμένα με αυτήν το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η επιδιωκόμενη περιουσιακή βλάβη, αρκούντος ότι αυτά έχουν ενταχθεί στο εν γένει δια της χρήσεως του πλαστού εγγράφου καταστρωμένο παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και διαμορφώνονται με τη χρήση του πλαστού εγγράφου οι προϋποθέσεις για να υπάρχει στη συνέχεια η δυνατότητα (ο κίνδυνος), έστω και με την παρεμβολή άλλων, μετά την τέλεση της πράξεως της χρήσεως του πλαστού εγγράφου, ενεργειών του δράστη, να επέλθει το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη. Και τούτο διότι η πλαστογραφία, με οποιαδήποτε μορφή ή διαβάθμιση της, είναι έγκλημα σκοπού (σκοπούμενου αποτελέσματος) και με αυτήν προσβάλλεται, στην κακουργηματική μορφή της, το έννομο αγαθό της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών κυρίως και όχι της περιουσίας, η δε αντικειμενική της υπόσταση στη διακεκριμένη (κακουργηματική) αυτή περίπτωση διαπλάσσεται ενόψει της διακινδυνεύσεως (απειλής) της περιουσίας με τη χρήση του πλαστού, ή νοθευμένου εγγράφου και όχι της επελεύσεως αυτής [ΑΠ 1034/2007, Ποιν Χρον ΝΖ/2007, σελ. 693]. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 2 ΠΚ, κατά την οποία με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο, η χρήση του εγγράφου αυτού από τρίτο, εκτός από τον πλαστογράφο, συνιστά ιδιαίτερο αυτοτελές έγκλημα, πραγματώνεται δε αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο του τρίτον και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος, ενώ υποκειμενικά απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στη γνώση ότι το χρησιμοποιούμενο έγγραφο είναι πλαστό ή νοθευμένο, καθώς και σκοπός παραπλανήσεως του άλλου με τη χρήση του, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες [ΑΠ 1491/2006, Ποιν Χρον ΝΖ/2007, σελ. 640_ΑΠ 2132/2005, Ποιν Χρον ΝΣΤ/2006, σελ. 597]. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 περ. β' ΠΚ, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996 και 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.....και επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α)... β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000,00 ευρώ). Όπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές, για τον απαρτισμό της ποινικής υπόστασης του υπαλλακτικά μικτού εγκλήματος της απάτης, απαιτείται η επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία, η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω κι αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωση της, ως αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της δολίως παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη, αποβλέποντος να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη [θετικές ενέργειες απατηλής συμπεριφοράς] ή παρασιώπηση αληθινών [δια παραλείψεως απατηλή συμπεριφορά], εφόσον αυτή υπήρξε η παραγωγός αιτία της εντεύθεν πράξεως ή παραλείψεως ή ανοχής του εξαπατωμένου [ΑΠ 1506/2005, Ποιν Χρον ΝΣΤ/2006, σελ. 308_ΑΠ 1470/2003, Ποιν Χρον ΝΔ/2004, σελ. 419]. Επίσης, δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με το πρόσωπο αυτού που ζημιώθηκε. Συνέπεια δε τούτου είναι ότι η συγκεκριμένη πράξη μπορεί να τελεστεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου, όταν υποβάλλεται σ' αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με την προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνήσιων μεν, αλλά ψευδών κατά το περιεχόμενο τους, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και προέρχεται στην έκδοση αποφάσεως, η οποία επιφέρει βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη. Αν όμως το δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά στοιχεία και προέβη στην απόρριψη τους ή δεν εκδόθηκε απόφαση ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς, τότε υφίσταται αξιόποινη απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου [ΑΠ 2078/2005, Ποιν Χρον ΝΣΤ/2006, σελ. 540 ΑΠ 760/2005, Ποιν Χρον ΝΕ/2005, σελ. 1020 ΑΠ 1348/2000, Ποιν Χρον ΝΑ/2001, σελ. 510 Α. Μπουρόπουλου, Ερμ. Ποινικού Κωδικός, Ειδικόν Μέρος,-τ.Γ',-1964, σελ. 81]. Η πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εκτός των άλλων, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ [ΑΠ 1167/2006 (σε Συμβούλιο), Ποιν Χρον ΝΖ/2007, σελ. 428_ΑΠ 1944/2003 (σε Συμβούλιο), Ποιν Χρον ΝΔ/2004, σελ. 729]. Για την ποινική δε υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος (άρθρο 224 παρ. 1 και 2 ΠΚ), εκτός από την ένορκη κατάθεση, ενώπιον αρμόδιας προς τούτο αρχής, περιστατικών που είναι ψευδή με επίγνωση του ψεύδους [άμεσος δόλος], απαιτείται όπως η κατά τα άνω κατάθεση του δράστη αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή, που σχετίζονται ουσιαστικά ή δικονομικά με την υπόθεση, ανεξάρτητα αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη για την έκβαση της δίκης, αν προήλθε ωφέλεια ή βλάβη από την ψευδή κατάθεση και αν η απόφαση που εκδόθηκε στηρίχθηκε ή όχι σ' αυτήν [ΑΠ 1582/2002 (σε Συμβούλιο), Ποιν Χρον ΝΓ/2003, σελ. 550_ΑΠ 1383/1992, Υπεράσπιση/1993, σελ.555 Χ. Δέδε, Ποινικόν Δίκαιον, Ειδικόν Μέρος (Εγκλήματα περί την απονομήν της δικαιοσύνης), 1976, σελ. 73 επ. Ν. Ανδρουλάκη, Γενικό Μέρος, τ. ΙΙ, 1986, σελ. 206 Λ. Μαργαρίτη, Εγκλήματα περί την απονομήν της δικαιοσύνης, 1986, σελ. 71). Κατά το άρθρο 242 παρ.1,3 ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν όμως ο υπαίτιος της πράξεως αυτής είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, που αποτελεί έγκλημα σχετικό με την υπηρεσία, απαιτούνται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13εδ. α' και 263Α' ΠΚ, αρμόδιος για τη σύνταξη ή την έκδοση εγγράφου, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 438Κ.Πολ.Δ., γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που είναι δυνατόν να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που να αναφέρεται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή αναίρεση (απόσβεση) δικαιώματος ή έννομης δημόσιας ή ιδιωτικής σχέσης ή καταστάσεως, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε η επέλευση αυτών. Ψευδές είναι το περιστατικό, όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ειδικότερα όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές που έπρεπε όμως να αναφερθεί, και δ) δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του δράστη να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενης της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή αυτής. Για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως απαιτείται επιπλέον και σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξη του, το δε όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000€. Κατά την αληθινή έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως σκοπός αθεμίτου οφέλους υπάρχει, όταν επιζητείται η άμεση ή έμμεση, η πρόσκαιρη ή διαρκής απόλαυση περιουσιακών ωφελημάτων με όχι νόμιμα μέσα (ΑΠ 120/1986 ΠΧ ΛΣΤ' 488, 929/1987 ΠΧ ΛΖ1 780, 408/1995 ΠΧ ΜΕ' 747, 349/1996 ΠΧ ΜΣΤ' 1690, 1650/2002 Πραξ. Λογ. 2002, 349, 610/2004ΠοινΛόγος 2004,704). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 § 1α του Π.Κ. συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, πρέπει να συντρέχουν: α) μία με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή με συμβουλή, εντολή, εκμετάλλευση πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή με υπόσχεση αμοιβής κλπ, από πρόθεση παραγωγή σε κάποιον άλλον της αποφάσεως για διάπραξη ορισμένου εγκλήματος και β) ο άλλος να διαπράξει την άδικη πράξη που αποφάσισε με τον τρόπο αυτό. Από την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 49 § 2 και 242 § § 1,3 του Π.Κ. συνάγεται, ότι ο σκοπός του πορισμού αθέμιτου οφέλους ή της παράνομης βλάβης άλλου, πρέπει να συντρέχει ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, για να έχει και γι'αυτόν η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κακουργηματικό χαρακτήρα (ΑΠ 349/1996 Π.Χρ. ΜΣΤ 1690, ΑΠ 1308/1992 Π.Χρ. ΜΒ 939). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 § 2 του Π.Κ. (όπως προστ. με αρ. 14 § 1 Ν.1721/1999) η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (ΑΠ 17/2004 Π.Χρ. ΝΔ' 594). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 § 1, 386 § § 1,3β και 216 § § 1,3α του Π.Κ. προκύπτει ότι η απόπειρα απάτης απορροφάται από την πλαστογραφία μετά χρήσεως μόνο όταν τα για την απάτη παρασταθέντα ψευδή γεγονότα ως αληθινά, ταυτίζονται προς τα συγκροτούντα τη χρήση του πλαστού εγγράφου, όχι δε και όταν συντρέχουν άλλες ψευδείς παραστάσεις, μη ταυτιζόμενες προς εκείνες που συγκροτούν την πλαστογραφία με χρήση (Απ 1068/1995 Π.Χρ. ΜΣΤ 191, ΑΠ 1123/1991 Π.Χρ. ΜΒ 52). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα ειδικά αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που μνημονεύει όλα τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη, αλλά και με δικές του συμπληρωματικές σκέψεις, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Μετά τον επισυμβάντα στις 29 Απριλίου 2002, θάνατο του Θ1, κατοίκου στη ζωή ..., διακατόχου ιδιαίτερα μεγάλης περιουσίας, η εκ των εγκαλούντων Η1 αδελφή και μοναδικό στη ζωή συγγενικό πρόσωπο του τελευταίου, ζήτησε και της χορηγήθηκε από το Ληξίαρχο του Δήμου ... πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών, ενώ έσπευσε στο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και προέβη σε δήλωση αποποιήσεως της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος αδελφού της, ώστε αυτή να επαχθεί στη δεύτερη εκ των εγκαλούντων Η2, θυγατέρα της πρώτης και ανεψιά του Θ1, ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο, η οποία προήλθε σε δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς και συντάχθηκαν οι σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις. Η εμφάνιση όμως της εκκαλούσας, η οποία υποστήριζε ότι, εκτός της εγκαλούσας Η1, του Ελληνικού Δημοσίου, του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων και της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, είχε καταστεί και αυτή εκ διαθήκης κληρονόμος περιουσιακών στοιχείων [όλης της λοιπής κινητής και ακίνητης περιουσίας, απαιτήσεων, δικαιωμάτων και συναφών αξιώσεων, των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 ευρώ] του αποβιώσαντος Θ1, δυνάμει της από ... ιδιόγραφης διαθήκης τούτου, που δημοσιεύθηκε νομίμως, συνταγέντος προς τούτο του υπ' αριθμ. 154/19-3-2003 πρακτικού συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, σηματοδότησε την απαρχή οξύτατης, μεταξύ των διαδίκων μερών, διένεξης, που εκδηλώθηκε, κατ' αρχάς με την ανταλλαγή εξώδικων δηλώσεων και στη συνέχεια με την προσφυγή στις αρμόδιες δικαστικές αρχές. Συγκεκριμένα, εκτός από την εκ μέρους των εγκαλουσών καταμήνυση της εκκαλούσας και των συγκατηγορουμένων της, για διάπραξη ποινικά επιλήψιμων πράξεων, οι ίδιες (Η1 και Η2), με την από 22-5-2003 αγωγή τους και την από 15-7-2003 συμπληρωματική της πρώτης όμοια, τις οποίες απηύθυναν προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησαν την ακυρότητα, λόγω υποκείμενης πλαστογραφίας, της περί ης ο λόγος διαθήκης και την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος των, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αδελφού και θείου των, ενώ η κατηγορουμένη εκκαλούσα, η οποία προέβαλε ότι με τον τελευταίο διατηρούσε ερωτικές σχέσεις από το έτος 1978 μέχρι το θάνατο του, με την από 22-7-2003, ενώπιον του αυτού ως άνω δικαστηρίου, αγωγή της περί κλήρου, ζήτησε την αναγνώριση του κληρονομικού, εκ διαθήκης, δικαιώματος της και την απόδοση των κληρονομιαίων ακινήτων από τη Η2. Όπως όμως κατέδειξε η έρευνα που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της ανακριτικής διαδικασίας, τόσο η εριστή διαθήκη όσο και οι δύο επιστολές (χωρίς ημερομηνία) και το δήθεν ιδιόγραφο κείμενο με την υπογραφή του αποβιώσαντος στην οπίσθια πλευρά φωτογραφίας, όπου ο Θ1 με ιδιαίτερα θερμές εκφράσεις εξωτερικεύει την αγάπη του προς την εκκαλούσα, καθώς και η από 27-3-2002 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, της οποίας μάλιστα το σχετικό έντυπο δεν είχε τεθεί στην κυκλοφορία κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο (βλ. την από ... πορισματική έκθεση Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης της Αστυν. Υποδ/ντριας Υ1), με την οποία ο ίδιος (Θ1) φέρεται να εξουσιοδοτεί τον εκ των κατηγορουμένων στην παρούσα υπόθεση Κ1 να διαπραγματευθεί την πώληση κειμένου στην περιοχή ... οικοπέδου, ιδιοκτησίας του, έγγραφα που η εκκαλούσα προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις της και το δικόγραφο της προσθήκης-αντίκρουσής της στο ανωτέρω δικαστήριο, ενόψει της συζήτησης των προειρημένων αγωγών, ήταν πλαστά. Και τούτο διότι η γραφή και υπογραφή στα κρισιολογούμενα έγγραφα δεν προέρχονται και δεν έχουν χαραχθεί από τον Θ1, αλλά συνιστούν ανεπιτυχείς απομιμήσεις του γραφικού χαρακτήρα τούτου, όπως κατηγορηματικά αποφαίνονται στις σχετικές εκθέσεις τους οι δικαστικοί γραφολόγοι Γ1, Γ2, Γ3 και Γ4, τις συμπερασματικές διαπιστώσεις των οποίων δεν ακυρώνουν οι παρατηρήσεις του τεχνικού συμβούλου Τ1 και η έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Γ5 οι οποίοι καταλήγουν στην άποψη περί της γνησιότητας της επίμαχης διαθήκης, με βάση όμως εσφαλμένες προϋποθέσεις και στηριζόμενοι σε κάθε άλλο παρά αδιαμφισβήτητης ορθότητας και συνακόλουθα ανάλογης αποδεικτικής εκτίμησης και συγκριτικής αξιολόγησης στοιχεία, όπως η δεδομένη γι' αυτούς γνησιότητα της από 27-3-2002 υπεύθυνης δήλωσης, του Ν. 1599/1986, που φέρεται ότι έχει συνταχθεί και υπογραφεί από τον Θ1 και έχει θεωρηθεί και ψευδώς κατά τούτο βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής του από τον επίσης κατηγορούμενο στην υπόθεση αυτή Κ2, ο οποίος υπηρετούσε με το βαθμό του ανθυπαστυνόμου στο AT ... . Αναληθές όμως είναι και το περιεχόμενο της από ..., ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Αναστασίας Καφεζά, ένορκης βεβαίωσης του κατηγορουμένου Κ1 ο οποίος, παρακινούμενος επιληψίμως από την εκκαλούσα, ισχυρίσθηκε ότι είχε προσωπική γνωριμία με τον αποβιώσαντα και την ίδια κι ότι στις 27-3-2002 συναντήθηκε με τον πρώτο (Θ1) στην οικία εκείνης (εκκαλούσας), όπου αυτός του παρέδωσε εξουσιοδότηση, που είχε συνταχθεί και υπογραφεί από τον ίδιο σε ειδικό έντυπο του Ν. 1599/1986, με θεωρημένο νομίμως το γνήσιο της υπογραφής του και με την οποία τον εξουσιοδοτούσε να προβεί στην πώληση ενός οικοπέδου του στο ..., επισημαίνοντας επιπρόσθετα ότι ο Θ1 βάδιζε κανονικά, αφού δεν αντιλήφθηκε να κρατεί βακτηρίες ή να έχει γύψινο νάρθηκα στο πόδι του κι ότι επανειλημμένα είχαν βρεθεί στο επί της ... καφενείο "..." και του είχε εκμυστηρευθεί τα αισθήματα αγάπης που έτρεφε για τη Χ1 (εκκαλούσα). Τα περιστατικά όμως αυτά ελέγχονται οπωσδήποτε ως ψευδή, καθόσον, όπως συνάγεται από την υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου ...πιστοποίηση του νοσηλευτηρίου "ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ Α. Ε." και τις από ...και ... βεβαιώσεις των ιατρών Ι1 και Ι2 αντιστοίχως, ο Θ1 νοσηλευόταν και μάλιστα ήταν κλινήρης κατά το, από 23-2-2002 έως 28-3-2003, χρονικό διάστημα και ήταν αδύνατο να προέλθει στη σύνταξη και υπογραφή διαθήκης και άλλων εγγράφων ή να μετακινηθεί και πολύ περισσότερο να μεταβεί σε αστυνομικό κατάστημα για τη θεώρηση της υπογραφής του, ενώ απέχουν από την πραγματικότητα και οι αναφορές του πιο πάνω μάρτυρα και κατηγορουμένου σχετικά με τα περί γνωριμίας και των συναντήσεων του με το Θ1 και την εκκαλούσα και την ενδεχόμενη μεταξύ αυτών ερωτική σχέση. Αντιθέτως, πρόδηλη παρίσταται η δόλια προαίρεση της εκκαλούσας, η οποία, στην προσπάθεια της να αναγνωρισθεί το απορρέον από τη συγκεκριμένη διαθήκη κληρονομικό δικαίωμα της, παρώθησε, έναντι αδιακρίβωτων υποσχέσεων και ανταλλαγμάτων, τους συγκατηγορουμένους της Κ2 και Κ1 στην τέλεση αξιόποινων κατά τον ποινικό νόμο πράξεων και ειδικότερα, τον μεν πρώτο στην εκ μέρους του ψευδή βεβαίωση της θεώρησης του γνησίου της υπογραφής του Θ1, που δήθεν είχε τεθεί απ' αυτόν στην οικεία θέση της από 27-3-2002 υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 1599/1986, τον δε δεύτερο στην κατάθεση αναληθών περιστατικών, με επίγνωση του ψεύδους, με σκοπό τα στοιχεία αυτά να αξιοποιηθούν απ' αυτήν (εκκαλούσα), κατά την ενώπιον του προαναφερόμενου δικαστηρίου διαδικασία, για την προσφορότερη υποστήριξη των απόψεων της και την τελεσφόρηση των έκνομων επιδιώξεων της. Τα προδιαγραφόμενα επιβαρυντικά για την εκκαλούσα στοιχεία δεν εκπορεύονται αποκλειστικά και μόνο από τις εγκλητήριες αιτιάσεις των εγκαλουσών, αλλά αναδεικνύονται από το σύνολο των καταθέσεων των μαρτύρων και τα επισυναπτόμενα έγγραφα και γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες, σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η προσαγωγή και επίκληση των επιστολών, της φωτογραφίας και της υπεύθυνης δήλωσης δεν είναι δυνατόν να συναρτάται με τον προσπορισμό περιουσιακού οφέλους, αφού τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως συγκριτικό υλικό κατά τη διερεύνηση της γνησιότητας της υπόψη διαθήκης και καθ' εαυτά, κατά το περιεχόμενο και τα εξωτερικά τους στοιχεία, δεν θα μπορούσαν να βλάψουν τους αντιδίκους της, είναι νομικά ανεπέρειστος, διότι στην περίπτωση της κακουργηματικής χρήσης πλαστού εγγράφων δεν είναι απαραίτητη, όπως προεκτέθηκε, η άμεση διασύνδεση με αυτήν του επιδιωκόμενου περιουσιακού οφέλους ή της επιδιωκόμενης περιουσιακής βλάβης, αρκεί το όφελος ή η βλάβη να έχουν ενταχθεί στο διαστρωμένο παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και να δημιουργούνται, με τη χρήση των πλαστών εγγράφων, οι όροι για την απειλή επέλευσης [και όχι υποχρεωτικά η επέλευση] του επιδιωκόμενου οφέλους ή της σκοπούμενης βλάβης, όπως ακριβώς στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η χρήση των συγκεκριμένων πλαστών εγγράφων εξυπηρετούσε τη σύγκριση και αντιπαραβολή τους με την ιδιόγραφη διαθήκη, ώστε να διαγνωσθεί η γνησιότητα της τελευταίας και να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα της εκκαλούσας, το οποίο επάγεται αναπόδραστα τον προσπορισμό περιουσιακού οφέλους σ' αυτήν και αντίστοιχη βλάβη στις εγκαλούσες. Αλλά και η διατυπούμενη, με την έκθεση εφέσεως, άποψη της ότι δεν συγκροτείται αντικειμενικά το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος, για το λόγο ότι τα όσα ενόρκως βεβαίωσε ο κατηγορούμενος Κ1 δεν αφορούν στο κύρος της διαθήκης, είναι αβάσιμη, αφού τα περιστατικά που κατέθεσε, αναφορικά με τη σύνταξη και υπογραφή της πιο πάνω υπεύθυνης δήλωσης από τον Θ1, την κατάσταση της υγείας του, τη σχέση τούτου με την εκκαλούσα, όπως και τη γνωριμία και τις συναντήσεις τους στο καφενείο "...", είχαν αναντίλεκτα σχέση με την υπόθεση κι αυτό ανεξάρτητα αν θεωρηθούν ουσιώδη ή επουσιώδη. Η ύπαρξη δε προηγούμενης δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος, η οποία συνετάγη υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες κατά το έτος 1999, δεν μπορεί να αναιρέσει την κατάφαση των ανωτέρω διαπιστώσεων. Αυτές δεν ανατρέπονται ούτε από τις δικονομικές παρατυπίες που εμφιλοχώρησαν κατά το προδικαστικό στάδιο και αποτέλεσαν την αιτία ώστε να σχηματισθεί και άλλη δικογραφία σε βάρος της εκκαλούσας με την κατηγορία της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, που συνίσταται στην εκ μέρους αυτής κατάρτιση και περαιτέρω χρήση της πιο πάνω διαθήκης, πράξη αυτοτελή και διακεκριμένη του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου, που της αποδίδεται στην προκείμενη περίπτωση, αφού δεν υπόκειται εκκρεμοδικία και δεν ανακύπτουν στρεβλώσεις, άτοπα ή αντιφάσεις που αλλοιώνουν τα αποδεικτικά στοιχεία και παραμορφώνουν την ουσία της υπόθεσης. Με τις παραδοχές αυτές υπάρχουν οι απαιτούμενες στο παρόν διαδικαστικό στάδιο επαρκείς ενδείξεις ενοχής της εκκαλούσας κατηγορουμένης για τις αποδιδόμενες σ' αυτήν πράξεις, με την έννοια ότι οι ενδείξεις που προέκυψαν πιθανολογούν σε σοβαρό βαθμό την ενοχή της, εφόσον, από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, προκύπτει η βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα διαθέτει αξιόλογο προς κρισιολόγηση αντικείμενο, με αυξημένη την πιθανότητα ενίσχυσης των υφιστάμενων ενδείξεων, οι οποίες και θα συντελέσουν στην πλήρωση της απαιτούμενης αποδεικτικής βεβαιότητας, για την κήρυξη της ενοχής αυτής κι ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση κατά τα λοιπά αναφέρομαι, την παρέπεμψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, κατ' εφαρμογή των άρθρων 309 παρ. 1 περ. ε' και- 313 ΚΠΔ, στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, για να δικαστεί για τις διωκόμενες πράξεις". Περαιτέρω συνεχίζει το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών "Συμπληρωματικά δε προς όσα αναφέρονται στην πάνω εισαγγελική πρόταση πρέπει να τονιστεί ότι στην από 8-3-2006 έκθεση πορίσματος ένορκης διοικητικής εξέτασης, η οποία συντάχθηκε από την Αστυνομική Υποδιευθυντή Υ1 σημειώνεται ότι ο πολιτικός υπάλληλος Φ1, που υπηρετεί στο Α.Τ. ..., προέβη στην αναφερόμενη ενέργεια του (θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του Ζ1 επί εντύπου υπευθύνου δηλώσεως), έχοντας ως σκοπό την ενίσχυση του ψευδούς ισχυρισμού της Χ1 ότι το υπόδειγμα υπεύθυνης δήλωσης που χρησιμοποίησε ο Θ1 κυκλοφορούσε πράγματι από τις αρχές του έτους 2002 και όχι τέλος του έτους 2002, οπότε αυτός είχε αποβιώσει (29-4-2002), προκειμένου να το χρησιμοποιήσει στο δικαστήριο για την υπεράσπιση της. Έτσι, λοιπόν κατασκευάστηκε αυτή η υπεύθυνη δήλωση με ημερομηνία 2-4-2002 σε υπόδειγμα που δεν κυκλοφορούσε αυτή την ημερομηνία και πιθανολογείται ότι αντικατέστησε το πραγματικό υπόδειγμα που είχε συνταχθεί την ανωτέρω ημερομηνία (2-4-2002), προκειμένου να ενισχυθεί ο ψευδής ισχυρισμός της Χ1, ότι δηλαδή το υπόδειγμα της υπεύθυνης δήλωσης που χρησιμοποίησε την 27-3-2002 ο Θ1 κυκλοφορούσε πράγματι από τις αρχές του 2002 και κατά συνέπεια η υπογραφή αυτού είχε τεθεί ιδιοχείρως ενώπιον του Ανθ/μου Κ2 την 27-3-2002. Μάλιστα η ανωτέρω αστυνομική υπάλληλος προτείνει να διαταχθεί από το αρμόδιο όργανο αυτοτελής Ε.Δ.Ε. σε βάρος του πολιτικού υπαλλήλου Φ1 του Α.Τ. ... για την πειθαρχική διερεύνηση του αποκαλυφθέντος αδικήματος της ψευδούς βεβαιώσεως. Τέλος, η εκκαλούσα επικαλείται ως σπουδαιότερο επιχείρημα αυτής υπέρ της γνησιότητας και όχι πλαστότητας της παραπάνω από 26-3-2002 ιδιόγραφης διαθήκης την ύπαρξη της υπ' αριθ. ... δημόσιας διαθήκης του ίδιου ως άνω διαθέτη Θ1 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Φούφα, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 7005/16-12-2005 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με την οποία επαναλαμβάνονται ουσιαστικώς οι ρυθμίσεις της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης. Πλην όμως το επιχείρημα αυτό της εκκαλούσας αποδυναμώνεται εντελώς από το γεγονός ότι αυτή κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο των ετών 2002 και 2003 αγνοούσε την ύπαρξη της εν λόγω δημόσιας διαθήκης, για την οποία πρώτη φορά έλαβε γνώση κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2005, όπως με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα αναφέρει η ως άνω Συμβολαιογράφος Σοφία Φούφα στην από 30-12-2005 κατάθεση της ενώπιον του Ανακριτή του 20ού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης κατά του εκκαλουμένου (1403/2007) βουλεύματος, αφενός διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που εκτέθηκε στη νόμιμη σκέψη της παρούσας, αφετέρου δε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω πράξεων α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, εκ της οποίας το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, β) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, γ) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος, δ) της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, της οποίας το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ε) της χρήσης πλαστού εγγράφου με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Δεν εμφιλοχώρησε δε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, με το οποίο επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ώστε να εμποδίζεται ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ενώ με τις παραπάνω παραδοχές αιτιολογημένα το μεν αποδέχεται τις εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των δικαστικών γραφολόγων Γ1, Γ2, Γ3 και Γ4 το δε απορρίπτει τις παρατηρήσεις του τεχνικού συμβούλου Τ1 και την με αντίθετο συμπέρασμα έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Γ5. Επίσης με αυτά που δέχθηκε, ότι δηλαδή "πρόδηλη παρίσταται η δόλια προαίρεση της εκκαλούσας, η οποία, στην προσπάθεια της να αναγνωρισθεί το απορρέον από τη συγκεκριμένη διαθήκη κληρονομικό δικαίωμα της, παρώθησε, έναντι αδιακρίβωτων υποσχέσεων και ανταλλαγμάτων, τους συγκατηγορουμένους της Κ2 και Κ1 στην τέλεση αξιόποινων κατά τον ποινικό νόμο πράξεων και ειδικότερα, τον μεν πρώτο στην εκ μέρους του ψευδή βεβαίωση της θεώρησης του γνησίου της υπογραφής του Θ1 που δήθεν είχε τεθεί απ' αυτόν στην οικεία θέση της από 27-3-2002 υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 1599/1986, τον δε δεύτερο στην κατάθεση αναληθών περιστατικών, με επίγνωση του ψεύδους, με σκοπό τα στοιχεία αυτά να αξιοποιηθούν απ' αυτήν (εκκαλούσα), κατά την ενώπιον του προαναφερόμενου δικαστηρίου διαδικασία, για την προσφορότερη υποστήριξη των απόψεων της και την τελεσφόρηση των έκνομων επιδιώξεων της" αιτιολογημένα στήριξε την κρίση του περί ηθικής αυτουργίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας στις ως άνω πράξεις της ψευδορκίας-μάρτυρα και ψευδούς βεβαίωσης σε βαθμό κακουργήματος. Συνεπώς οι από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' και δ' του Κ.Π.Δ. σχετικοί λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεχόμενο την ύπαρξη των καταθέσεών της (προκ/κών και διοικητικών) πριν αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης (όπως και του συγκατηγορουμένου της Κ2) στη δικογραφία, χωρίς όμως να τις λάβει υπόψη, παραβίασε το άρθρο 31 § 2 του Κ.Π.Δ. δεν ευσταθεί, αφού η τοιαύτη παραμονή των καταθέσεων στη δικογραφία χωρίς να αξιοποιηθούν σε βάρος της αποδεικτικώς δεν επιφέρει καμία ακυρότητα (ΑΠ 976/2004). Επομένως ο σχετικός από τα άρθρα 171 § ιδ και 484 § 1 στοιχ. α' του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας είναι αβάσιμος. Τέλος, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε υπόψη του, ούτε αξιολόγησε μαρτυρικές καταθέσεις της αναιρεσείουσας που φέρεται ότι έδωσε ανωμοτί ενώπιον της 30ης Πταισματοδίκη Αθηνών και κατά το στάδιο ένορκης διοικητικής εξέτασης (στις 3-9-2006 και 12-10-2006) δεδομένου ότι πουθενά δεν γίνεται μνεία των καταθέσεων αυτών και πολύ περισσότερο για επιβαρυντικά στοιχεία που ενδεχομένως προέκυπταν από αυτές (καταθέσεις) σε βάρος της αναιρεσείουσας. Το ότι δε το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία και την από 8-3-2006 έκθεση πορίσματος ένορκης διοικητικής έκθεσης εξέτασης (που συντάχθηκε από την Αστυνομική υποδιευθύντρια Υ1), αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι παραβιάστηκαν στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων 31 § 2 εδ. β', 105 εδ. β' του Κ.Π.Δ., ούτε ότι ελήφθη υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών άκυρο προανακριτικό υλικό, όπως περί του αντιθέτου αιτιάται η αναιρεσείουσα. Συνεπώς, ο σχετικός από τα άρθρα 171 § ιδ και 484 § 1 στοιχ. α' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία αυτών, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 60/2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 330/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Β) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. Αθήνα 9 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά δε την παρ. 3 εδαφ. α' του ιδίου άρθρου 216 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με τον Ν. 2408/4.6.1996, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Περαιτέρω, κακουργηματική πλαστογραφία υπάρχει και όταν, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 1698/1950, ως το άρθρο αυτό αντικατασταθέν ισχύει, το έγκλημα αυτό στρέφεται κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή κατ' άλλου νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263Α του ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία η οποία προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποφυγή της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δρχ. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνον εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξης και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ή στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 1608/1955 το ποσό των 50.000.000 δραχμών, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός της περιουσιακής μετάθεσης στην οποία απέβλεψε ο δράστης επιτεύχθηκε ή όχι. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως με μόνη την υλική πράξη της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευομένης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενεργείας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Το αμέσως ανωτέρω είναι πλέον έκδηλο στην κακουργηματική πλαστογραφία του Ν.1608/1950 σε βάρος του Δημοσίου, όπου ο νόμος αρκείται στην απειλή και μόνο ζημίας ανωτέρας των 50 εκατ. δραχμών. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων. Περαιτέρω κατά το άρθρο 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικώς: α) πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο. όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης (πραγματικής, νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια), με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 97 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια απ' αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν ο δικαστής, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα ειδικά αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που μνημονεύει όλα τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη, αλλά και με δικές του συμπληρωματικές σκέψεις, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Μετά τον επισυμβάντα στις 29 Απριλίου 2002, θάνατο του Θ1 κατοίκου στη ζωή ... διακατόχου ιδιαίτερα μεγάλης περιουσίας, η εκ των εγκαλούντων Η1 αδελφή και μοναδικό στη ζωή συγγενικό πρόσωπο του τελευταίου, ζήτησε και της χορηγήθηκε από τον Ληξίαρχο του Δήμου Αθηναίων πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών, ενώ έσπευσε στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και προέβη σε δήλωση αποποιήσεως της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος αδελφού της, ώστε αυτή να επαχθεί στην δεύτερη εκ των εγκαλούντων Η2, θυγατέρα της πρώτης και ανεψιά του Θ1, ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο, η οποία προσήλθε σε δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς και συντάχθηκαν οι σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις. Η εμφάνιση όμως της εκκαλούσας, η οποία υποστήριζε ότι, εκτός της εγκαλούσας Η1, του Ελληνικού Δημοσίου, του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων και της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, είχε καταστεί και αυτή εκ ? διαθήκης κληρονόμος περιουσιακών στοιχείων [όλης της λοιπής κινητής και ακίνητης περιουσίας, απαιτήσεων, δικαιωμάτων και συναφών αξιώσεων, των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 ευρώ] του αποβιώσαντος Θ1, δυνάμει της από 26-3-2002 ιδιόγραφης διαθήκης τούτου, που δημοσιεύθηκε νομίμως, συνταγέντος προς τούτο του υπ' αριθμ. 154/19-3-2003 πρακτικού συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, σηματοδότησε την απαρχή οξύτατης, μεταξύ των διαδίκων μερών, διένεξης, που εκδηλώθηκε, κατ' αρχάς με την ανταλλαγή εξώδικων δηλώσεων και στη συνέχεια με την προσφυγή στις αρμόδιες δικαστικές αρχές. Συγκεκριμένα, εκτός από την εκ μέρους των εγκαλουσών καταμήνυση της εκκαλούσας και των συγκατηγορουμένων της, για διάπραξη ποινικά επιλήψιμων πράξεων, οι ίδιες (Η1ύ και Η2), με την από 22-5-2003 αγωγή τους και την από 15-7-2003 συμπληρωματική της πρώτης όμοια, τις οποίες απηύθυναν προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησαν την ακυρότητα, λόγω υποκείμενης πλαστογραφίας, της περί ης ο λόγος διαθήκης και την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος των, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αδελφού και θείου των, ενώ η κατηγορουμένη εκκαλούσα, η οποία προέβαλε ότι με τον τελευταίο διατηρούσε ερωτικές σχέσεις από το έτος 1978 μέχρι το θάνατο του, με την από 22-7-2003, ενώπιον του αυτού ως άνω δικαστηρίου, αγωγή της περί κλήρου, ζήτησε την αναγνώριση του κληρονομικού, εκ διαθήκης, δικαιώματος της και την απόδοση των κληρονομιαίων ακινήτων από τη Η2. Όπως όμως κατέδειξε η έρευνα που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της ανακριτικής διαδικασίας, τόσο η εριστή διαθήκη όσο και οι δύο επιστολές (χωρίς ημερομηνία) και το δήθεν ιδιόγραφο κείμενο με την υπογραφή του αποβιώσαντος στην οπίσθια πλευρά φωτογραφίας, όπου ο Θ1 με ιδιαίτερα θερμές εκφράσεις εξωτερικεύει την αγάπη του προς την εκκαλούσα, καθώς και η από 27-3-2002 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, της οποίας μάλιστα το σχετικό έντυπο δεν είχε τεθεί στην κυκλοφορία κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο (βλ. την από 8-3-2006 πορισματική έκθεση Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης της Αστυν. Υποδ/ντριας Υ1) με την οποία ο ίδιος (Θ1) φέρεται να εξουσιοδοτεί τον εκ των κατηγορουμένων στην παρούσα υπόθεση Κ1 να διαπραγματευθεί την πώληση κειμένου στην περιοχή... οικοπέδου, ιδιοκτησίας του, έγγραφα που η εκκαλούσα προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις της και το δικόγραφο της προσθήκης-αντίκρουσής της στο ανωτέρω δικαστήριο, ενόψει της συζήτησης των προειρημένων αγωγών, ήταν πλαστά. Και τούτο διότι η γραφή και υπογραφή στα κρισιολογούμενα έγγραφα δεν προέρχονται και δεν έχουν χαραχθεί από τον Θ1, αλλά συνιστούν ανεπιτυχείς απομιμήσεις του γραφικού χαρακτήρα τούτου, όπως κατηγορηματικά αποφαίνονται στις σχετικές εκθέσεις τους οι δικαστικοί γραφολόγοι Γ1, Γ2, Γ3 και Γ4, τις συμπερασματικές διαπιστώσεις των οποίων δεν ακυρώνουν οι παρατηρήσεις του τεχνικού συμβούλου Τ1 και η έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Γ5, οι οποίοι καταλήγουν στην άποψη περί της γνησιότητας της επίμαχης διαθήκης, με βάση όμως εσφαλμένες προϋποθέσεις και στηριζόμενοι σε κάθε άλλο παρά αδιαμφισβήτητης ορθότητας και συνακόλουθα ανάλογης αποδεικτικής εκτίμησης και συγκριτικής αξιολόγησης στοιχεία, όπως η δεδομένη γι' αυτούς γνησιότητα της από 27-3-2002 υπεύθυνης δήλωσης, του Ν. 1599/1986, που φέρεται ότι έχει συνταχθεί και υπογραφεί από τον Θ1 και έχει θεωρηθεί και ψευδώς κατά τούτο βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής του από τον επίσης κατηγορούμενο στην υπόθεση αυτή Κ2, ο οποίος υπηρετούσε με το βαθμό του ανθυπαστυνόμου στο AT ... . Αναληθές όμως είναι και το περιεχόμενο της από ..., ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Αναστασίας Καφεζά, ένορκης βεβαίωσης του κατηγορουμένου Κ1 , ο οποίος, παρακινούμενος επιληψίμως από την εκκαλούσα, ισχυρίσθηκε ότι είχε προσωπική γνωριμία με τον αποβιώσαντα και την ίδια κι ότι στις 27-3-2002 συναντήθηκε με τον πρώτο (Θ1) στην οικία εκείνης (εκκαλούσας), όπου αυτός του παρέδωσε εξουσιοδότηση, που είχε συνταχθεί και υπογραφεί από τον ίδιο σε ειδικό έντυπο του Ν. 1599/1986, με θεωρημένο νομίμως το γνήσιο της υπογραφής του και με την οποία τον εξουσιοδοτούσε να προβεί στην πώληση ενός οικοπέδου του στο ..., επισημαίνοντας επιπρόσθετα ότι ο Θ1 βάδιζε κανονικά, αφού δεν αντιλήφθηκε να κρατεί βακτηρίες ή να έχει γύψινο νάρθηκα στο πόδι του κι ότι επανειλημμένα είχαν βρεθεί στο επί της ... καφενείο "..." και του είχε εκμυστηρευθεί τα αισθήματα αγάπης που έτρεφε για τη Χ1 (εκκαλούσα). Τα περιστατικά όμως αυτά ελέγχονται οπωσδήποτε ως ψευδή, καθόσον, όπως συνάγεται από την υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου ... πιστοποίηση του νοσηλευτηρίου "ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ Α. Ε." και τις από ...και ... βεβαιώσεις των ιατρών Ι1 και Ι2 αντιστοίχως, ο Θ1 νοσηλευόταν και μάλιστα ήταν κλινήρης κατά το, από 23-2-2002 έως 28-3-2003, χρονικό διάστημα και ήταν αδύνατο να προέλθει στη σύνταξη και υπογραφή διαθήκης και άλλων εγγράφων ή να μετακινηθεί και πολύ περισσότερο να μεταβεί σε αστυνομικό κατάστημα για τη θεώρηση της υπογραφής του, ενώ απέχουν από την πραγματικότητα και οι αναφορές του πιο πάνω μάρτυρα και κατηγορουμένου σχετικά με τα περί γνωριμίας και των συναντήσεων του με το Θ1 και την εκκαλούσα και την ενδεχόμενη μεταξύ αυτών ερωτική σχέση. Αντιθέτως, πρόδηλη παρίσταται η δόλια προαίρεση της εκκαλούσας, η οποία, στην προσπάθεια της να αναγνωρισθεί το απορρέον από τη συγκεκριμένη διαθήκη κληρονομικό δικαίωμα της, παρώθησε, έναντι αδιακρίβωτων υποσχέσεων και ανταλλαγμάτων, τους συγκατηγορουμένους της Κ2 και Κ1 στην τέλεση αξιόποινων κατά τον ποινικό νόμο πράξεων και ειδικότερα, τον μεν πρώτο στην εκ μέρους του ψευδή βεβαίωση της θεώρησης του γνησίου της υπογραφής του Θ1, που δήθεν είχε τεθεί απ' αυτόν στην οικεία θέση της από 27-3-2002 υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 1599/1986, τον δε δεύτερο στην κατάθεση αναληθών περιστατικών, με επίγνωση του ψεύδους, με σκοπό τα στοιχεία αυτά να αξιοποιηθούν απ' αυτήν (εκκαλούσα), κατά την ενώπιον του προαναφερόμενου δικαστηρίου διαδικασία, για την προσφορότερη υποστήριξη των απόψεων της και την τελεσφόρηση των έκνομων επιδιώξεων της. Τα προδιαγραφόμενα επιβαρυντικά για την εκκαλούσα στοιχεία δεν εκπορεύονται αποκλειστικά και μόνο από τις εγκλητήριες αιτιάσεις των εγκαλουσών, αλλά αναδεικνύονται από το σύνολο των καταθέσεων των μαρτύρων και τα επισυναπτόμενα έγγραφα και γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες, σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η προσαγωγή και επίκληση των επιστολών, της φωτογραφίας και της υπεύθυνης δήλωσης δεν είναι δυνατόν να συναρτάται με τον προσπορισμό περιουσιακού οφέλους, αφού τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως συγκριτικό υλικό κατά τη διερεύνηση της γνησιότητας της υπόψη διαθήκης και καθ' εαυτά, κατά το περιεχόμενο και τα εξωτερικά τους στοιχεία, δεν θα μπορούσαν να βλάψουν τους αντιδίκους της, είναι νομικά ανεπέρειστος, διότι στην περίπτωση της κακουργηματικής χρήσης πλαστού εγγράφων δεν είναι απαραίτητη, όπως προεκτέθηκε, η άμεση διασύνδεση με αυτήν του επιδιωκόμενου περιουσιακού οφέλους ή της επιδιωκόμενης περιουσιακής βλάβης, αρκεί το όφελος ή η βλάβη να έχουν ενταχθεί στο διαστρωμένο παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και να δημιουργούνται, με τη χρήση των πλαστών εγγράφων, οι όροι για την απειλή επέλευσης [και όχι υποχρεωτικά η επέλευση] του επιδιωκόμενου οφέλους ή της σκοπούμενης βλάβης, όπως ακριβώς στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η χρήση των συγκεκριμένων πλαστών εγγράφων εξυπηρετούσε τη σύγκριση και αντιπαραβολή τους με την ιδιόγραφη διαθήκη, ώστε να διαγνωσθεί η γνησιότητα της τελευταίας και να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα της εκκαλούσας, το οποίο επάγεται αναπόδραστα τον προσπορισμό περιουσιακού οφέλους σ' αυτήν και αντίστοιχη βλάβη στις εγκαλούσες. Αλλά και η διατυπούμενη, με την έκθεση εφέσεως, άποψη της ότι δεν συγκροτείται αντικειμενικά το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος, για το λόγο ότι τα όσα ενόρκως βεβαίωσε ο κατηγορούμενος Κ1 δεν αφορούν στο κύρος της διαθήκης, είναι αβάσιμη, αφού τα περιστατικά που κατέθεσε, αναφορικά με τη σύνταξη και υπογραφή της πιο πάνω υπεύθυνης δήλωσης από τον Θ1, την κατάσταση της υγείας του, τη σχέση τούτου με την εκκαλούσα, όπως και τη γνωριμία και τις συναντήσεις τους στο καφενείο "...", είχαν αναντίλεκτα σχέση με την υπόθεση κι αυτό ανεξάρτητα αν θεωρηθούν ουσιώδη ή επουσιώδη. Η ύπαρξη δε προηγούμενης δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος, η οποία συνετάγη υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες κατά το έτος 1999, δεν μπορεί να αναιρέσει την κατάφαση των ανωτέρω διαπιστώσεων. Αυτές δεν ανατρέπονται ούτε από τις δικονομικές παρατυπίες που εμφιλοχώρησαν κατά το προδικαστικό στάδιο και αποτέλεσαν την αιτία ώστε να σχηματισθεί και άλλη δικογραφία σε βάρος της εκκαλούσας με την κατηγορία της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, που συνίσταται στην εκ μέρους αυτής κατάρτιση και περαιτέρω χρήση της πιο πάνω διαθήκης, πράξη αυτοτελή και διακεκριμένη του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου, που της αποδίδεται στην προκείμενη περίπτωση, αφού δεν υπόκειται εκκρεμοδικία και δεν ανακύπτουν στρεβλώσεις, άτοπα ή αντιφάσεις που αλλοιώνουν τα αποδεικτικά στοιχεία και παραμορφώνουν την ουσία της υπόθεσης. Με τις παραδοχές αυτές υπάρχουν οι απαιτούμενες στο παρόν διαδικαστικό στάδιο επαρκείς ενδείξεις ενοχής της εκκαλούσας κατηγορουμένης για τις αποδιδόμενες σ' αυτήν πράξεις, με την έννοια ότι οι ενδείξεις που προέκυψαν πιθανολογούν σε σοβαρό βαθμό την ενοχή της, εφόσον, από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, προκύπτει η βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα διαθέτει αξιόλογο προς κρισιολόγηση αντικείμενο, με αυξημένη την πιθανότητα ενίσχυσης των υφιστάμενων ενδείξεων, οι οποίες και θα συντελέσουν στην πλήρωση της απαιτούμενης αποδεικτικής βεβαιότητας, για την κήρυξη της ενοχής αυτής κι ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση κατά τα λοιπά αναφέρομαι, την παρέπεμψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, κατ' εφαρμογή των άρθρων 309 παρ. 1 περ. ε' και- 313 ΚΠΔ, στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, για να δικαστεί για τις διωκόμενες πράξεις". Περαιτέρω συνεχίζει το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών "Συμπληρωματικά δε προς όσα αναφέρονται στην πάνω εισαγγελική πρόταση πρέπει να τονιστεί ότι στην από 8-3-2006 έκθεση πορίσματος ένορκης διοικητικής εξέτασης, η οποία συντάχθηκε από την Αστυνομική Υποδιευθυντή Υ1, σημειώνεται ότι ο πολιτικός υπάλληλος Φ1, που υπηρετεί στο Α.Τ. ..., προέβη στην αναφερόμενη ενέργεια του (θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του Ζ1 επί εντύπου υπευθύνου δηλώσεως), έχοντας ως σκοπό την ενίσχυση του ψευδούς ισχυρισμού της Χ1 ότι το υπόδειγμα υπεύθυνης δήλωσης που χρησιμοποίησε ο Θ1 κυκλοφορούσε πράγματι από τις αρχές του έτους 2002 και όχι τέλος του έτους 2002, οπότε αυτός είχε αποβιώσει (29-4-2002), προκειμένου να το χρησιμοποιήσει στο δικαστήριο για την υπεράσπιση της. Έτσι, λοιπόν κατασκευάστηκε αυτή η υπεύθυνη δήλωση με ημερομηνία 2-4-2002 σε υπόδειγμα που δεν κυκλοφορούσε αυτή την ημερομηνία και πιθανολογείται ότι αντικατέστησε το πραγματικό υπόδειγμα που είχε συνταχθεί την ανωτέρω ημερομηνία (2-4-2002), προκειμένου να ενισχυθεί ο ψευδής ισχυρισμός της Χ1, ότι δηλαδή το υπόδειγμα της υπεύθυνης δήλωσης που χρησιμοποίησε την 27-3-2002 ο Θ1 κυκλοφορούσε πράγματι από τις αρχές του 2002 και κατά συνέπεια η υπογραφή αυτού είχε τεθεί ιδιοχείρως ενώπιον του Ανθ/μου Κ2 την 27-3-2002. Μάλιστα η ανωτέρω αστυνομική υπάλληλος προτείνει να διαταχθεί από το αρμόδιο όργανο αυτοτελής Ε.Δ.Ε. σε βάρος του πολιτικού υπαλλήλου Φ1 του Α.Τ. ... για την πειθαρχική διερεύνηση του αποκαλυφθέντος αδικήματος της ψευδούς βεβαιώσεως. Τέλος, η εκκαλούσα επικαλείται ως σπουδαιότερο επιχείρημα αυτής υπέρ της γνησιότητας και όχι πλαστότητας της παραπάνω από 26-3-2002 ιδιόγραφης διαθήκης την ύπαρξη της υπ' αριθ. ... δημόσιας διαθήκης του ίδιου ως άνω διαθέτη Θ1 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Φούφα, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 7005/16-12-2005 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με την οποία επαναλαμβάνονται ουσιαστικώς οι ρυθμίσεις της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης. Πλην όμως το επιχείρημα αυτό της εκκαλούσας αποδυναμώνεται εντελώς από το γεγονός ότι αυτή κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο των ετών 2002 και 2003 αγνοούσε την ύπαρξη της εν λόγω δημόσιας διαθήκης, για την οποία πρώτη φορά έλαβε γνώση κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2005, όπως με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα αναφέρει η ως άνω Συμβολαιογράφος Σοφία Φούφα στην από 30-12-2005 κατάθεση της ενώπιον του Ανακριτή του 20ού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης κατά του εκκαλουμένου (1403/2007) βουλεύματος, αφενός διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που εκτέθηκε στη νόμιμη σκέψη της παρούσας, αφετέρου δε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω πράξεων α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, εκ της οποίας το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, β) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, γ) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος, δ) της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, της οποίας το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ε) της χρήσης πλαστού εγγράφου με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα: Α) Όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και σε ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος, είναι επαρκής για την πληρότητα της αιτιολογίας η παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα στην προσπάθειά της να αναγνωρισθεί το απορρέον από τη συγκεκριμένη διαθήκη κληρονομικό της δικαίωμα, παρώθησε έναντι αδιακρίβωτων υποσχέσεων και ανταλλαγμάτων τους συγκατηγορουμένους της Κ2 και Κ1 στην τέλεση αξιόποινων κατά τον ποινικό νόμο πράξεων και ειδικότερα, τον μεν πρώτο στην εκ μέρους του ψευδή βεβαίωση της θεώρησης του γνησίου της υπογραφής του Θ1 που δήθεν είχε τεθεί απ' αυτόν στην οικεία θέση της από 27-3-2002 υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 1599/1986, τον δε δεύτερο στην κατάθεση αναληθών περιστατικών, με επίγνωση του ψεύδους, με σκοπό τα στοιχεία αυτά να αξιοποιηθούν απ' αυτήν (εκκαλούσα), κατά την ενώπιον του προαναφερόμενου δικαστηρίου διαδικασία, για την προσφορότερη υποστήριξη των απόψεών της και την τελεσφόρηση των εκνόμων επιδιώξεών της, αφού μ' αυτήν προσδιορίζεται τόσο ο τρόπος της πρόκλησης απ' αυτήν στους ως άνω αυτουργούς των ως άνω αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα και της ψευδούς βεβαιώσεως, της απόφασης να διαπράξουν αυτές, συνιστάμενοι σε αδιακρίβωτες υποσχέσεις και ανταλλάγματα", όσο και η δολία προαίρεση αυτής. Β) Όσον αφορά την κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος, δεν ήταν αναγκαίο, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη, να προκύπτει άμεση διασύνδεση της χρήσεως των αναφερομένων σ' αυτό πλαστών εγγράφων και του επιδιωκομένου περιουσιακού οφέλους ή της επιδιωκόμενης περιουσιακής βλάβης, αλλά αρκούσε η αναφορά ότι η χρήση των συγκεκριμένων πλαστών εγγράφων εξυπηρετούσε τη σύγκριση και αντιπαραβολή τους με την ιδιόγραφη διαθήκη, ώστε να διαγνωσθεί η γνησιότητα της τελευταίας και να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα της εκκαλούσας, το οποίο επάγεται αναπόδραστα και πορισμό περιουσιακού οφέλους αυτής και αντίστοιχη βλάβη στις εκκαλούσες. Γ) Για την πληρότητα της αιτιολογίας, το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε και συναξιολόγησε και την έκθεση του τεχνικού συμβούλου Τ1, ως και την έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Γ5, με την μνεία στην αρχή του σκεπτικού μεταξύ των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και των εγγράφων, στην οποία περιλαμβάνονται και οι παραπάνω εκθέσεις, αλλά και με την στο κείμενο του σκεπτικού ιδιαίτερη σκέψη ότι "οι παρατηρήσεις των ανωτέρω γραφολόγων, οι οποίοι καταλήγουν στην άποψη περί της γνησιότητας της επίμαχης διαθήκης, στηρίζονται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις και σε κάθε άλλο παρά αδιαμφισβήτητης ορθότητας και συνακόλουθα ανάλογης αποδεικτικής εκτίμησης και συγκριτικής αξιολόγησης στοιχεία". Επομένως, οι από το άρθρο 784 παρ. 1 στοιχ. δ' και ε' πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 46 παρ. 1 του ΠΚ, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 1 και 2 και 105 του ΚΠΔ, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Ποιν.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ' και 481 παρ. 1 περιπτ. β' Κ.Ποιν.Δ., διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα στο δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στο δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα, μεταξύ των άλλων, και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. (Ολομ. ΑΠ 1/2004). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις, η παραμονή στην δικογραφία της ληφθείσας, κατά την προκαταρκτική εξέταση, έγγραφης κατάθεσης του κατηγορουμένου, χωρίς να αξιοποιηθεί σε βάρος του αποδεικτικώς, δεν επιφέρει καμία ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, δεδομένου ότι η παραπάνω διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 ΚΠΔ δεν απαγγέλλει κάτι τέτοιο και απλώς ορίζει, ότι δεν μπορεί ν' αποτελέσει αξιοποιήσιμο μέρος της δικογραφίας, παραμένοντας στο αρχείο της εισαγγελίας, η ανωτέρω έγγραφη εξέταση. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1Α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι η μαρτυρική κατάθεση της αναιρεσείουσας στην διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση βρισκόταν στην δικογραφία, είναι, ως αβάσιμος, απορριπτέος, ενώ κατ' εκτίμηση του δικογράφου ίδιος λόγος αναιρέσεως (για απόλυτη ακυρότητα), με την αιτίαση ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε τις κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης ενώπιον τους 30ης Πταισματοδίκου Αθηνών, δοθείσες από 3.9.2006 και 12.10.2006 διοικητικές καταθέσεις, είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, αφού δεν γίνεται μνεία των καταθέσεων αυτών σε κανένα σημείο του βουλεύματος, αλλ' ούτε και εμμέσως από το περιεχόμενο αυτού συνάγεται ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του αυτές, πολύ δε περισσότερο ότι έλαβε υπόψη του τυχόν υπάρχοντα επιβαρυντικά για την αναιρεσείουσα στοιχεία. Τέλος, το ότι αναφέρεται στο σκεπτικό ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και την από 8.3.2006 έκθεση πορίσματος ένορκης διοικητικής εξέτασης, η οποία συντάχθηκε από την Αστυνομική Υποδιευθυντή Υ1 δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 2 εδ. β' και 105 εδ. β' του ΚΠΔ, καθόσον η παραπάνω έκθεση πορίσματος δεν συνιστά κατάθεση μάρτυρος που δόθηκε πριν ο εξετασθείς λάβει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, σε κάθε δε περίπτωση οι τυχόν ευρισκόμενες στον φάκελλο μαρτυρικές καταθέσεις δεν λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο, ενόψει της επισήμανσης της έκθεσης αυτής ότι "στα υποβαλλόμενα έγγραφα δεν συμπεριλαμβάνονται αυτά της προανακριτικής δικογραφίας", και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α αντίθετος λόγος της αναίρεσης. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31.3.2008 αίτηση της Χ1, για αναίρεση του 330/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για: α) ηθική αυτουργία σε κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση, β) ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, γ) ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος, δ) απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου και ε) χρήση πλαστού εγγράφου (κακουργηματική). Απόρριψη λόγων αναίρεσης για: 1) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω μη λήψης υπόψη τεχνικής έκθεσης όπως ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και 2) απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης της διατάξεως του άρθρου 31 παρ. 2 ΚΠΔ.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα, Ψευδής βεβαίωση.
0
Αριθμός 1056/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση του 75/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1 και 2) Χ2, κάτοικοι ...... . Το Συμβούλιο Εφετείο Δωδεκανήσου με την υπ' αριθμ. 75/2008 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ. 50/20-10-2008 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1663/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 573/16-12-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:1-Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ, την 50/08 αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητά την αναίρεση του 75/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, το οποίο, κρίνοντας σε πρώτο και τελευταίο βαθμό κατά το άρθρο 308 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ, παραπέμπει τους κατηγορουμένους 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκους ......, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου για ψευδή βεβαίωση κλπ. η οποία είναι τυπικά παραδεκτή και ουσιαστικά βάσιμη για τους λόγους που περιλαμβάνονται αναλυτικά στην αίτηση αναιρέσεως, στο περιεχόμενο της οποίας εξ ολοκλήρου αναφέρομαι. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η 50/08 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του 75/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Β-Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο τούτο βούλευμα, Και Γ-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, προς νέα συζήτηση της υποθέσεως. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος είτε οριστικού, είτε προδικαστικού ή παρεμπίπτοντος. Το δικαίωμα αυτό του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ζητεί την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, δηλαδή και εκείνων των βουλευμάτων που δεν παρέχεται αντίστοιχο δικαίωμα στον κατηγορούμενο, αιτιολογείται, διότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 88 παρ. 1, 5 του Συντάγματος, ο Εισαγγελέας είναι δικαστικός λειτουργός και με την ιδιότητά του αυτή ενεργεί ως εκπρόσωπος της πολιτείας εντός του κύκλου των νομίμων αρμοδιοτήτων του, προς διαφύλαξη και διασφάλιση της σύννομης κοινωνικής συμβίωσης. Εντός των νομίμων αυτών αρμοδιοτήτων του ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση και κατά του ως άνω βουλεύματος, χωρίς να ταυτίζεται ή να εξομοιώνεται με τους διαδίκους της ποινικής προδικασίας. Επομένως η με αριθμό 50/2008 αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά του 75/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, δια του οποίου, παραπέμφθηκαν οι Χ1 και Χ2 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, για να δικασθούν ο πρώτος για ψευδή βεβαίωση και απάτη, κατ' εξακολούθηση, σε βάρος του Δημοσίου, με όφελος και ζημία που προξένησε ο δράστης η οποία υπερβαίνει το ποσό των 146.000 ευρώ και ο δεύτερος για ηθική αυτουργία στα εγκλήματα αυτά, κατ' εξακολούθηση, ασκήθηκε παραδεκτώς, έστω και αν δεν προβλέπεται το ένδικο αυτό μέσο και για τους κατηγορούμενους. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται στο βούλευμα με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Εξάλλου, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχείο δ, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά την έννοια του άνω άρθρου, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά ή προς αναπλήρωση άλλου β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ του ΠΚ, και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, έναντι πάντων, για τα βεβαιούμενα σ' αυτό γεγονότα, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, δηλαδή περιστατικών που δεν έλαβαν χώρα, ή συνέβησαν κατά διαφορετικό τρόπο, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, και δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του να βεβαιώνει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενη της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή αυτής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την, εν γνώσει, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από την άνω διάταξη επίσημη αντιστοιχία. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθ. 46 παρ. 1α του Π.Κ. προκύπτει ότι για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ., β) η διάπραξη από τον άλλον της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Τέλος, κατά το άρθρο 1 παρ. 1, όπως αντικ. από το άρθρο 4 παρ.5 του Ν.1738/87, τροπ. με το άρθρο 2 του Ν. 1877/90, αντικ. με το άρθρο 36 παρ.1 του Ν.2172 της 16/16-12-1993 και τροπ. με το άρθρο 4 παρ. 3 εδ. α του Ν.2408 της 31-5/4-6-96 του ΑΝ. 1608/50, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216,218,236,237, 242,258,372,375 και 386 του ΠΚ, εφόσον στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ ή κατ' άλλου Νομ. Προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263α ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζημιά που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το προσβαλλόμενο 75/2008 βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό του, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω: Ο Χ1, μόνιμος υπάλληλος του Κτηματολογίου Ρόδου το οποίο υπάγεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, με την πρόσθετη ειδικότητα αυτήν του τεχνικού αρμόδιος για τον τεχνικό έλεγχο των αιτούμενων μεταγραφών στο Κτηματολόγιο Ρόδου και τη σύνταξη των σχεδιαγραμμάτων που τίθενται στον φάκελο που τηρείται για κάθε ακίνητο α. στις 17.07.2000 κατόπιν της υπ' αρ. πρωτ. ...... αίτησης του κατηγορουμένου Χ2 για ενοποίηση των ακινήτων ιδιοκτησίας του (και ήδη από 22.10.2001 ιδιοκτησίας της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ) με αριθμούς κτηματομερίδων ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ..., ...με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ... και ... με εκθέτη ..., συνέταξε τοπογραφικό σχεδιάγραμμα για τα ως άνω ακίνητα, τα οποία ενοποιήθηκαν στην κτηματομερίδα ... με εκθέτη ..., στο οποίο (σχεδιάγραμμα) συμπεριέλαβε στα ακίνητα ιδιοκτησίας του Χ2 και περιοχής εμφανίζοντας ψευδώς ότι αυτές αποτελούν ιδιοκτησία της ως άνω εταιρίας. Συγκεκριμένα περιέλαβε στο σχεδιάγραμμα που συνέταξε για τα ενοποιημένα ακίνητα: στην μερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης των 19.636 τμ., επιπλέον έκταση 1.161 τ.μ., στην μερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης 11.462 τμ. επιπλέον έκταση 1.725 τμ., στην μερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης των 180 τμ. επιπλέον έκταση 2.370 τμ., στην κτηματομερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης 3.438 τμ. επιπλέον έκταση 375 τμ. Συνολικά δε περιέλαβε στο τοπογραφικό διάγραμμα πέραν της αληθούς έκτασης των 52.828 τμ. επιπλέον έκταση 5.631 τμ. η οποία είναι εκτός κτηματογραφηθείσας περιοχής, β) στις 26.02.2003 κατόπιν της υπ' αριθμ. πρωτ. ...... αίτησης της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ για ενοποίηση των ακινήτων ιδιοκτησίας της με αριθμούς κτηματομερίδων ... με εκθέτη ... (ήτοι της κτηματομερίδας που προήλθε από την ενοποίηση που αναφέρεται στο στοιχείο α.) και ... με εκθέτη ..., συνέταξε εκ νέου εσφαλμένο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα για τα ως άνω ακίνητα, τα οποία ενοποιήθηκαν στην κτηματομερίδα ... με εκθέτη ..., στο οποίο (σχεδιάγραμμα) συμπεριέλαβε και πάλι στα ακίνητα ιδιοκτησίας της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ (πρώην ιδιοκτησίας Χ2) και εκτάσεις εκτός κτηματογραφηθεΐσας περιοχής εμφανίζοντας ψευδώς ότι αυτές αποτελούν ιδιοκτησία της ως άνω εταιρίας. Συγκεκριμένα περιέλαβε στο σχεδιάγραμμα που συνέταξε για τα ενοποιημένα ακίνητα: στην μερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης των 19.636 τμ., επιπλέον έκταση 1.161 τμ., στην μερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης 11.462 τμ. επιπλέον έκταση 1.725 τμ., στην μερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης των 180 τμ. επιπλέον έκταση 2.370 τμ., στην κτηματομερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης 3.438 τμ. επιπλέον έκταση 375 τμ. Συνολικά δε περιέλαβε και στο νέο τοπογραφικό διάγραμμα πέραν της αληθούς έκτασης των 55.580 τμ. μετά την ενοποίηση, την επιπλέον έκταση των 5.631 τμ., η οποία είναι εκτός κτηματογραφηθεΐσας περιοχής, γ) στις 18.02.2003 κατόπιν της υπ' αρ. πρωτ. ...... αίτησης της εταιρίας ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, για ενοποίηση των ακινήτων ιδιοκτησίας της με αριθμούς κτηματομερίδων ... με εκθέτη ... (ήτοι της κτηματομερίδας που προήλθε από την ενοποίηση που αναφέρεται στο στοιχείο α.) και ... με εκθέτη ... μετά τον έλεγχο στις 17.02.2003 του διοικητικού υπαλλήλου, διενέργησε τεχνικό έλεγχο για τις προϋποθέσεις της ενοποίησης ήτοι έλεγχο εάν τα ακίνητα είναι όμορα, προσδιορισμό της μερίδας στην οποία θα γίνει η ενοποίηση και η κατόπιν άθροισης συνολική έκταση που καταλαμβάνουν οι προς ενοποίηση κτηματομερίδες. Κατά το έλεγχο αυτό με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς επί της ως άνω αίτησης ότι η συνολική έκταση των ακινήτων προς ενοποίηση είναι 65.570 τμ. αντί του ορθού 55.580 τμ., κάνοντας εν γνώσει του εσφαλμένη άθροιση των εκτάσεων των προς ενοποίηση μερίδων (52.828 + 2.752 =65.570). δ) στις 16.01.2003 κατόπιν της υπ' αριθμ.πρωτ. ...... αίτησης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ για ενοποίηση των ακινήτων ιδιοκτησίας της με αριθμούς κτηματομερίδων ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ... συνέταξε εσφαλμένο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα για τα ακίνητα, τα οποία ενοποιήθηκαν στην κτηματομερίδα ... με εκθέτη ..., στο οποίο (σχεδιάγραμμα) συμπεριέλαβε στα ακίνητα ιδιοκτησίας της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ και έκταση εκτός κτηματογραφηθεΐσας περιοχής εμφανίζοντας ψευδώς ότι αυτή αποτελεί ιδιοκτησία της ως άνω εταιρίας. Συγκεκριμένα στο σχεδιάγραμμα που συνέταξε για τα ενοποιημένα ακίνητα περιέλαβε στη μερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης των 7.562 τμ., επιπλέον έκταση 875 τμ. Δηλαδή περιέλαβε στο εν λόγω σχεδιάγραμμα πέραν της αληθούς συνολικής έκτασης των 45.437 τμ. επιπλέον έκταση 875 τμ. η οποία είναι εκτός κτηματογράφησης ε) στις 06.05.2003 κατόπιν της υπ'αριθμ.πρωτ. ...... αίτησης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ για ενοποίηση των ακινήτων ιδιοκτησίας της με αριθμούς κτηματομερίδων ... με εκθέτη ... (ήτοι της κτηματομερίδας που προήλθε από την ενοποίηση που αναφέρεται στο στοιχείο γ) και ... γαιών .... συνέταξε εκ νέου τοπογραφικό σχεδιάγραμμα για τα ακίνητα, τα οποία ενοποιήθηκαν στην κτηματομερίδα ... με εκθέτη ..., στο οποίο (σχεδιάγραμμα) συμπεριέλαβε στα ακίνητα ιδιοκτησίας της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ και έκταση εκτός κτηματογραφηθείσας περιοχής εμφανίζοντας ψευδώς ότι αυτή αποτελεί ιδιοκτησία της ως άνω εταιρίας. Συγκεκριμένα στο σχεδιάγραμμα που συνέταξε για τα ενοποιημένα ακίνητα περιέλαβε στη μερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης των 7.562 τμ., επιπλέον έκταση 875 τμ. Δηλαδή περιέλαβε και στο νέο σχεδιάγραμμα που συνέταξε, πέραν της αληθούς συνολικής έκτασης των 47.937 τμ. μετά την ενοποίηση, την επιπλέον έκταση 875 τμ. η οποία είναι εκτός κτηματογραφηθείσας περιοχής, στ. σε χρόνο που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς κατά την ανάκριση και πάντως μεταξύ 08.01.2003 και 09.01.2003 κατόπιν της υπ' αρ. πρωτ. ...... αίτησης της εταιρίας ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, μετά τον έλεγχο του διοικητικού υπαλλήλου, ακολούθησε ο διενεργηθείς από αυτόν τεχνικός έλεγχος για τις προϋποθέσεις της ενοποίησης ήτοι εάν τα ακίνητα είναι όμορα, ο προσδιορισμός της μερίδας στην οποία θα γίνει η ενοποίηση και η κατόπιν άθροισης συνολική έκταση που καταλαμβάνουν οι προς ενοποίηση κτηματομερίδες. Κατά το έλεγχο αυτό με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς επί της ως άνω αίτησης-πράξης ενοποίησης ότι η συνολική έκταση των ακινήτων προς ενοποίηση είναι 50.437 τμ. αντί του ορθού 45.437 τμ., κάνοντας εν γνώσει του εσφαλμένη άθροιση των εκτάσεων των προς ενοποίηση μερίδων (13.500 + 7.562 + 10.313 + 11.812 + 2.250 = 50.437). ζ.) σε χρόνο που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς στην ανάκριση και πάντως μεταξύ 09.01.2003 και 10.03.2005 με πρόθεση υπεξήγαγε έγγραφο το οποίο ήταν προσιτό σε αυτόν λόγω της υπηρεσίας του και ειδικότερα απέκρυψε την υπ'αριθμ. πρωτ. ...... αίτηση - πράξη ενοποίησης ακινήτων ιδιοκτησίας της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ. Τα όσα ψευδώς βεβαίωσε στα σχεδιαγράμματα που συνέταξε και στις αιτήσεις-πράξεις ενοποίησης καθώς και η απόκρυψη της πράξης ενοποίησης αναμφισβήτητα προκάλεσαν έννομες συνέπειες καθώς πρόκειται για έγγραφα που παρέχουν δημόσια πίστη. Από τις πράξεις του δε αυτές απειλήθηκε να προξενηθεί στο Δημόσιο ζημία που υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ και ειδικότερα απειλήθηκε ζημία ύψους 336.541 ευρώ, αντίστοιχη της αξίας των παραπάνω εκτάσεων που ανήκουν στη δημόσια περιουσία του Δημοσίου για τις οποίες βεβαίωσε ψευδώς ότι αποτελούν ιδιοκτησία της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ, συμπεριλαμβάνοντας αυτές στο σχεδιάγραμμα των ακινήτων ιδιοκτησίας της. Το γεγονός δε ότι οι παραπάνω εκτάσεις εμπίπτουν στον κοινόχρηστο χώρο προκύπτει από το με αριθμ.πρωτ. ...... και με ημερομηνία 27-6-2005 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδ/σου το οποίο και στάλθηκε μετά από σχετικό ερώτημα του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και το οποίο αποφαίνεται σε σχετικό αίτημα της εταιρείας "ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ Α.Ε." που εκπροσωπεί ο δεύτερος κατηγορούμενος για εξαγορά των επίμαχων μεριδίων των τεμαχίων διανομής ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ... του Αγροκτήματος ...... μαζί με τις κτηματομερίδες ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ... ιδιοκτησίας της ίδιας εταιρείας που ενοποιήθηκαν με την υπ' αριθμ. 5031/2000 πράξη του Κτηματολογικού Δικαστή ενοποιήθηκαν και αποτέλεσαν την μερίδα ... ... γαιών ......, αποτελούν κοινόχρηστη ζώνη παραλίας, η οποία στο τοπογραφικό της χαραχθείσας στο παρελθόν οριογραμμής αιγιαλού δεν εμφανίζεται. Ο ίδιος ως άνω υπάλληλος του Κτηματολογίου Ρόδου συνεχίζοντας την παράνομη δραστηριότητα του προσκόμισε τα έγγραφα με τις λανθασμένες αθροίσεις στον Κτηματολογικό δικαστή για τις δικές του ενέργειες και ειδικότερα: Το ψευδές αυτό γεγονός, δηλαδή ότι τα προς ενοποίηση ακίνητα έχουν συνολική έκταση 65.570 τμ., παρέστησε ως αληθές, θέτοντας την ένδειξη "ελέγχθηκε" και την υπογραφή του, πείθοντας τον κτηματολογικό δικαστή να διατάξει την καταχώρηση της αίτησης-πράξης ενοποίησης στα κτηματολογικά βιβλία με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η πράξη ενοποίησης και να αναγραφεί στα βιβλία του Κτηματολογίου ότι το ενοποιηθέν ακίνητο έχει έκταση 65,570 τμ., ήτοι 9.990 τμ. πέραν της αληθούς έκτασης, η πράξη δε αυτή συνοδεύονταν από εσφαλμένο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε εν γνώσει του με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ψευδώς ως έκταση ανήκουσα στην ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ, έκταση η οποία είναι κοινόχρηστη και ανήκει στη δημόσια περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου. Με την ίδια ακριβώς μέθοδο· προσκόμισε και πάλι στο Κτηματολογικό Δικαστή για επικύρωση και τις υπόλοιπες ενοποιημένες μερίδες που είχαν συνολική έκταση 50.437 τμ. και ειδικότερα: Το ψευδές αυτό γεγονός, δηλαδή ότι τα προς ενοποίηση ακίνητα έχουν συνολική έκταση 50.437 τμ., παρέστησε ως αληθές, θέτοντας την ένδειξη "ελέγχθηκε" και την υπογραφή του, πείθοντας τον κτηματολογικό δικαστή να διατάξει την καταχώρηση της αιτούμενης ενοποίησης στα κτηματολογικά βιβλία και εν συνεχεία να καταχωρηθεί η πράξη ενοποίησης και να αναγραφεί στα βιβλία του Κτηματολογίου ότι το ενοποιηθέν ακίνητο έχει έκταση 50.437 τμ., ήτοι 5.000 τμ πέραν της αληθούς έκτασης, η πράξη δε αυτή συνοδεύονταν από εσφαλμένο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε εν γνώσει του με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ψευδώς ως έκταση ανήκουσα στην ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ, έκταση η οποία είναι κοινόχρηστη και δημόσια περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου. Από τις πράξεις του δε αυτές απειλήθηκε να προξενηθεί στο Δημόσιο ζημία που υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ και ειδικότερα απειλήθηκε ζημία ύψους 223.500 ευρώ, αντίστοιχη της αξίας των παραπάνω εκτάσεων που ανήκουν στη δημόσια περιουσία του Δημοσίου, πέραν των δικαστικών εξόδων που θα απαιτηθούν εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου για τους μεταξύ τους δικαστικούς αγώνες για αναγνώριση της κυριότητας του στα ακίνητα αυτά, για τις οποίες βεβαίωσε ψευδώς ότι αποτελούν ιδιοκτησία της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ, συμπεριλαμβάνοντας αυτές στο σχεδιάγραμμα των ακινήτων ιδιοκτησίας της. Επομένως, σε βάρος του συγκεκριμένου υπαλλήλου προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του διότι επιφορτισμένος με το τεχνικό μέρος των κατατεθειμένων αιτήσεων στο Κτηματολόγιο έμπειρος με αρκετά χρόνια υπηρεσίας βαρύνεται με τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις δεν μπορούν να ευσταθήσουν οι ισχυρισμοί του περί λογιστικού αθροιστικού λάθους διότι δεν είναι μεμονωμένο και ασήμαντο αλλά επαναλαμβανόμενο και καθοριστικό σε βάρος των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου, εξ ίσου δε σημαντικό είναι και το γεγονός της εξαφάνισης του φακέλου από τα αρχεία του Κτηματολογίου της Ρόδου με προφανή σκοπό τη συγκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας του όσον αφορά την εκχώρηση των παραπάνω κοινόχρηστων εκτάσεων στην εταιρεία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ Α.Ε. " με την μέθοδο του αθροιστικού τεχνικού λάθους. Είναι φανερό έτσι ότι οι παραπάνω ενέργειες του Χ1 όχι μόνο δεν δικαιολογούν την ύπαρξη ανθρώπινου λάθους, αλλά αντίθετα η κατ' επανάληψη τέλεση τους μαρτυρεί ότι έγιναν από τον παραπάνω υπάλληλο με σκοπό να προσπορίσει στην παραπάνω εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος και να εξαπατήσει το διευθυντή του Κτηματολογίου και τον Κτηματολογικό Δικαστή, ο οποίος επικύρωσε την πλασματική συνένωση των μερίδων βασιζόμενος στις ψευδείς βεβαιώσεις του συγκεκριμένου υπαλλήλου και στα μη ορθά σχεδιαγράμματα τούτου. Τούτο ενισχύεται και από τα ακόλουθα στοιχεία. Το αρχικό διάγραμμα διανομής του Υπουργείου Γεωργίας απεικόνιζε με μία στιγματισμένη γραμμή τα όρια ιδιοκτησιών και κοινοχρήστων χώρων, οι οποίοι είχαν εξαιρεθεί της μεταγραφής των αρχικών παραχωρητηρίων. Η γραμμή των Κ.Μ. που δείχνει ποιες περιοχές είναι εκτός κτηματογράφησης φαίνεται στο σχεδιάγραμμα αυτό. Όμως ο παραπάνω υπάλληλος συνειδητά επέλεξε να χρησιμοποιήσει έναν άλλο χάρτη, όπου δεν εμφαίνεται η διαχωριστική γραμμή κτηματογράφησης με σκοπό να επεκταθεί η έκταση της παραπάνω εταιρείας και εντός κοινοχρήστων χώρων, που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο και μόνο, αν ήθελαν αποχαρακτηριστεί, ήταν δυνατόν να περιέλθουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και ν' αποτελέσουν αντικείμενο μεταβίβασης σε τρίτους. Η παραπάνω εταιρεία έχει ανεγείρει ξενοδοχειακή μονάδα στην περιοχή ...... για την οποία είχε εκδοθεί η ...... οικοδομική άδεια. Στο φάκελο της οικοδομικής άδειας δεν βρέθηκε το προβλεπόμενο και απαιτούμενο πιστοποιητικό ιδιοκτησίας για την αναφερόμενη στο Κτηματολόγιο έκταση 55.480 τμ. προσκομίστηκε δε εκ των υστέρων πιστοποιητικό ιδιοκτησίας με βάση την ψευδή βεβαίωση του παραπάνω υπαλλήλου ότι η έκταση ανέρχεται σε 65.570 τμ. (βλ. τις από 10.12.2004, 18.3.2005, και 28.3.2005 ένορκες καταθέσεις του προϊσταμένου της Πολεοδομίας Ρόδου ......). Το συγκεκριμένο ξενοδοχειακό συγκρότημα είχε κριθεί αυθαίρετο, γιατί υπήρχε υπέρβαση του συντελεστή δόμησης, είχαν κατασκευαστεί κτίσματα σε απόσταση μικρότερη από 50 μ. από τον αιγιαλό, είχαν λάβει χώρα υπερβάσεις κάλυψης των ορόφων (έπρεπε να κατασκευαστούν δύο όροφοι και όχι τέσσερις που τελικά κατασκευάστηκαν και τέλος είχαν λάβει χώρα υπερβάσεις καθ' ύψος και αλλαγή χρήσης). Προκειμένου η παραπάνω εταιρεία να επιτύχει αναθεώρηση της άδειας και να προβεί σε νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κτισμάτων και της κατάληψης του αιγιαλού επινοήθηκε η επέκταση της εδαφικής έκτασης που πράγματι της ανήκει, ενόψει του ότι με βάση σχετική απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ467Β/17.4.2003) και το Π.Δ. της 30/6. .1991 (ΦΕΚ 4748/23.7.1991) στη ΖΟΕ ...... οι ξενοδοχειακές μονάδες μπορούν να τοποθετούνται μέχρι τη γραμμή του αιγιαλού και της παραλίας εφόσον διασφαλίζουν έκταση μεγαλύτερη των 50 στρεμμάτων. Επίσης και η υπέρβαση του συντελεστή δόμησης μπορούσε να νομιμοποιηθεί με την επιχειρούμενη αύξηση της έκτασης του οικοπέδου ή την αγορά άλλου. Μάλιστα δε από το φάκελο της σχετικής οικοδομικής άδειας στην Πολεοδομία Ρόδου εξαφανίστηκε το πραγματικό πιστοποιητικό ιδιοκτησίας που αναφερόταν στην πραγματική έκταση που η παραπάνω εταιρεία είχε στην κυριότητα της. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής και σε βάρος του δεύτερου κατηγορουμένου εκπροσώπου της "ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ", αφού ήταν αυτός που υπέβαλε τις σχετικές αιτήσεις, τις οποίες χειρίστηκε ο πρώτος κατηγορούμενος και με συνεχείς παραινέσεις και προτροπές που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να τελέσει τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ο πρώτος κατηγορούμενος. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να παραπεμφθούν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, το οποίο είναι αρμόδιο καθ' ΰλη και κατά τόπο για να δικαστούν ως υπαίτιοι των πράξεων που κατηγορούνται (111§1, 122§1, 128§1, 130§1 Κ.Π.Δ.), οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1,12, 14, 16, 17, 18, 26§1, 27§1, 46§α, 51, 52, 94§1, 98§1, 242§1, 2 και 3, 386§§1 και 3 Π.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 1§1 του Ν 1608/1950. Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου δέχθηκε ότι υπάρχουν "επαρκείς ενδείξεις ενοχής" σε βάρος των κατηγορουμένων και παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, για να δικασθούν για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν. Με αυτά που δέχθηκε όμως το Συμβούλιο Εφετών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του, το Συμβούλιο Εφετών, που το εξέδωσε: 1) Αναφέρεται επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, στα οποία στήριξε την κρίση του, δίχως να βεβαιώνει, συγχρόνως, ότι έλαβε υπόψη του και τα υπόλοιπα, με περιεχόμενο αντίθετο ή διαφορετικό προς εκείνα και να αιτιολογεί, γιατί επιλέγει μερικά από αυτά και αποκλείει τα υπόλοιπα, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται βέβαιο ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και ειδικά α) τα 367805/66,367805/66 και 368367/66 παραχωρητήρια του Υπουργείου Γεωργίας, με τα οποία είχαν παραχωρηθεί στους δικαιοπαρόχους του δεύτερου κατηγορουμένου τα ακίνητα της πρώτης και της δεύτερης κατηγορίας β) τη 2641/04 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε βάσει της από 31-5-83 έκθεσης της κατά νόμο επιτροπής, με την οποία έγινε οριοθέτηση του αιγιαλού γ) τη 2641/89 πράξη του Κτηματολογίου και τη σχετική βεβαίωση του Διευθυντή της Υπηρεσίας, που εκδόθηκε ύστερα από την ΔΚ 1259 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου, δ) την από 16-10-07 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού συμβούλου ...... και το σχετικό σχεδιάγραμμα, ε) την από 24-11-04 αναφορά του Διευθυντή του Κτηματολογίου προς τον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου και στ) το 10011/174/Β έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου οικονομικών και 2) Δεν εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τις αναφερόμενες στο βούλευμα αποδείξεις και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στους κατηγορούμενους πιο πάνω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή τους και ειδικότερα δεν διευκρινίζει το σχετικό συλλογισμό του και στη συνέχεια δεν αιτιολογεί καθόλου την κρίση του, κατά την οποία από τη λαθεμένη άθροιση και αναγραφή του εμβαδού της έκτασης σε 65.570 τμ αντί του ορθού 55.580 τμ, στα αγροτεμάχια της τρίτης κατηγορίας {περ. γ}, σε 46.212 τμ, αντί του ορθού σε 45.437 τμ, στα αγροτεμάχια της τέταρτης κατηγορίας και σε 50.437 τμ, αντί του ορθού 45.437 στα αγροτεμάχια της έκτης κατηγορίας {περ. στ}, προκύπτει ζημία σε βάρος του δημοσίου, αφού δεν βεβαιώνει με το βούλευμα του, ότι τα επιπλέον τετραγωνικά μέτρα εδάφους, που από τη λαθεμένη άθροιση αναφέρονται στα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα, αντιστοιχούν και αφορούν σε υπάρχουσα, με συγκεκριμένα όρια έκταση του Δημοσίου και ποια, ώστε να μπορεί ο δεύτερος κατηγορούμενος να τα διεκδικήσει με βάση τη κτηματογράφηση, τούτο δε ανεξάρτητα αν η εσφαλμένη αυτή αναγραφή στα σχετικά τοπογραφικά σχεδιαγράμματα οφείλεται σε λανθασμένη ή σκόπιμη ενέργεια του πρώτου κατηγορούμενου. Δηλαδή με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αιτιολογείται, επαρκώς, η παραδοχή του Συμβουλίου, κατά την οποία, από τις ενέργειες του πρώτου κατηγορουμένου, απειλήθηκε η ζημία του Δημοσίου που προαναφέρθηκε και ειδικότερα ότι η διόγκωση και μόνο του εμβαδού των αγροτεμαχίων, που περιγράφονται στα τοπογραφικά σχεδιαγράμματα, τα οποία συνέταξε ο πρώτος κατηγορούμενος, η οποία, όπως δέχεται το Συμβούλιο, οφείλεται στην εσφαλμένη άθροιση, χωρίς την παράλληλη αύξηση των διαστάσεων και την μετατόπιση των ορίων των, αποτελεί πρόσφορο τρόπο κτήσεως δικαιώματος κυριότητας σε τμήμα άλλων ακινήτων κυριότητας τρίτου, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση του Δημοσίου και τίτλο μεταβίβασης του αντίστοιχου τμήματος εδάφους, απροσδιόριστης έκτασης, στους αρχικούς δικαιούχους των αγροτεμαχίων. Επομένως είναι βάσιμος ο, από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, που περιέχεται στην αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει αυτή να γίνει δεκτή, ν' αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί (άρθρο 519 ΚΠΔ) η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το με αριθμό 75/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που το εξέδωσαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής βεβαίωση - Απάτη σε βάρος Δημοσίου. Ηθική αυτουργία σ' αυτές. Δέχεται αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, που στρέφεται κατά (παραπεμπτικού) βουλεύματος του οποίου την αναίρεση δεν δικαιούται ο κατηγορούμενος. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Ψευδής βεβαίωση, Καταχραστές Δημοσίου.
0
Αριθμός 1057/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό 61.579/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.860/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 585/23.12.2008 έγγραφη πρόταση της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την από 7-11-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του από το δικηγόρο Αθηνών Χαράλαμπο Κολοβό, δυνάμει της από 6-11-2008 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά της αριθμ. 61579/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η αριθμ. 9863/16-7-2003 έφεσή του κατά της αριθμ. 11161/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οχτώ (18) μηνών και συνολική χρηματική ποινή 300.000 δρχ.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1α, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της οριζομένης για την άσκησή του προθεσμίας. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ενδίκων μέσων, εφόσον διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά την εξαιρετική δε διάταξη της παραγ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που η απόφαση απαγγελθεί χωρίς να είναι παρών ο κατηγορούμενος η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης στον κατηγορούμενο εφόσον η επίδοση αυτής είναι μεταγενέστερη από την καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. (Α.Π. 113/2004 - σε Συμβούλιο - ΠΧ, ΝΔ, 981). Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεώς του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς του να αναφέρει το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο αυτό λόγο. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, ως εκπρόθεσμο και απορρίπτεται (Α.Π. 429/2005 Ποιν.Δικ. 2005, σελ. 922 κ.α.). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη με αριθμό 61579/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικό βιβλίο την 30-11-2004 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Ακολούθως δε, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, στη διεύθυνση που αυτός είχε δηλώσει με την έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως στις 13-7-2006 (βλ. το από 13-7-2006 αποδεικτικό του αστυφύλακα του ΑΤ ...). 'Ετσι η δεκαήμερη προθεσμία της αναιρέσεως, κατά της επιδοθείσης πιο πάνω αποφάσεως, που άρχισε από την επομένη της ως άνω επίδοσης, δηλαδή στις 14-7-2006, έληξε στις 23-7-2006, ενώ η κατ'αυτής αναίρεση ασκήθηκε στις 7-11-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκηση της δεκαήμερης προθεσμίας. Στην έκθεση αναιρέσεως ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ'ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 462, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2 και 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθίαν, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στην έκθεση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ., λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 Κ.Π.Δ.). Στην κρινόμενη υπόθεση με την ανωτέρω με αριθμό 116/7-11-2008 αίτησή του ζητάει ο αναιρεσείων την αναίρεση της αριθμ. 61579/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκθέτοντας κατά λέξη ".....ασκεί αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου κατά της απόφασης 61579/2004 του Α' Αυτοφ. Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκα σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών και χρηματική ποινή 300.000 δρχ. (880 €) για μη καταβολή εισφορών ΙΚΑ για τους παρακάτω λόγους" πλην όμως στη συνέχεια δεν εκθέτει τους λόγους για τους οποίους ασκεί την αναίρεση. 'Ετσι όμως, εφόσον δεν περιέχεται στην οικεία έκθεση ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠΔ η υπό κρίση αναίρεση είναι και για το λόγο αυτό απαράδεκτη. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αριθμ. 116/7-11-2008 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1 κατά της αριθμ. 61579/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Αθήνα 7 Δεκεμβρίου 2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 473 ΚΠΔ όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης και, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία αυτής, η πιο πάνω προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 507 παρ. 1α' ΚΠΔ, προκύπτει ότι στην περίπτωση που η απόφαση απαγγελθεί, χωρίς να είναι παρών ο κατηγορούμενος η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από την επίδοση της απόφασης στον κατηγορούμενο, για την οποία αρκεί και η επίδοση αποσπάσματος αυτής, που περιέχει τα πλήρη στοιχεία της και παρέχει στο δικαιούμενο τη δυνατότητα ενημέρωσης του (Ολ.ΑΠ 3 και 4/2002), εφόσον η επίδοση αυτής είναι μεταγενέστερη από την καταχώριση της στο ειδικό βιβλίο ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρω βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση με την με αριθμό 61.579/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος. Η απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από την επ' αυτής βεβαίωση της Γραμματέως, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 30.11.2004, επιδόθηκε δε νομίμως στη σύνοικο του αναιρεσείοντα ... στις 13.7.2006. Ωστόσο ο αναιρεσείων, ο οποίος είναι κάτοικος ..., άσκησε την κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως με δήλωση ενώπιον του γραμματέως του δικαστηρίου που την εξέδωσε από τον εξουσιοδοτηθέντα από αυτόν δικηγόρο Αθηνών Χαράλαμπο Κολοβό, στις 7.11.2008, ήτοι μετά την πάροδο της 10ήμερης προθεσμίας από την επίδοση σ' αυτόν της ως άνω απόφασης. Εν όψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στην έκθεση αναίρεσης κανένα λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει ν' απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 7.11.2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 61.579/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι 7220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της μετά την πάροδο 10ημερης προθεσμίας από την επίδοση σ' αυτόν της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία είχε καταχωρηθεί καθαρογεγραμμένη πριν από την επίδοση σ' αυτόν στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του εκδώσαντος αυτή δικαστηρίου και μη αναφοράς στην αίτηση λόγων ανωτέρας βίας και ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο αυτής.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
2
Αριθμός 1061/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μαραγκό, περί αναιρέσεως της 454/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.1.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 162/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Για την πληρότητα της αξιούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται, όσον αφορά την έκθεση των αποδείξεων η γενική κατ' είδος αναφορά τους, χωρίς να απαιτείται και ιδιαίτερη μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και του τι προέκυψε από καθένα από αυτά. Η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ή ακόμη και η εσφαλμένη εκτίμηση αυτών δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Πρέπει όμως να συνάγεται ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η αναίρεση της 454/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, με την οποία ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για το αδίκημα της απόπειρας σωματεμπορίας σε βάρος της Θ1, και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τριών ετών η οποία ανεστάλη επί τριετία. Με τον με αριθ. 1, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγο της αίτησης, προβάλλεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί το δικαστήριο, για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης, δεν έλαβε υπόψη α) αναγνωσθέντα έγγραφα ήτοι 1)γραπτό κατάλογο με ονόματα τηλεφωνικούς αριθμούς, χρόνους και τόπους συνεύρεσης με υποψηφίους πελάτες, 2) από 9-2-2005 γραπτό μήνυμα κατηγορουμένου προς την παθούσα για να συναντηθούν σε ξενοδοχείο της ..., 3)αντίγραφο αναλυτικού λογαριασμού κινητής τηλεφωνίας για το διάστημα από 3-2-2007 έως 2-3-2007, 4)από 5-10-2005 ένορκη βεβαίωση μάρτυρος δοθείσα ενώπιον συμβολαιογράφου, 5)γραπτά μηνύματα κατηγορουμένου προς την παθούσα και β) επισκοπηθείσα φωτογραφία. Από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το Αναθεωρητικό Δικαστήριο για το σχηματισμό της άνω καταδικαστικής σε βάρος του αναιρεσείοντος κρίσης του έλαβε υπόψη και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της ακροαματικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται ρητώς στην αρχή του σκεπτικού, το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην παραπάνω κρίση του "από την κατάθεση της μάρτυρος Θ1 στο ακροατήριο, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που δόθηκαν στην προδικασία και αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσης, από την ανάγνωση των εγγράφων της δικογραφίας που αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσης, από την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία "μεταξύ των οποίων αναγνωσθέντων εγγράφων περιλαμβάνονται και τα ανωτέρω ως και η επισκόπηση της φωτογραφίας. Περαιτέρω και από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού της απόφασης, δεν δημιουργείται κάποια αμφιβολία ότι το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα και την επισκόπηση της φωτογραφίας. Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα αυτά και η επισκόπηση της φωτογραφίας, είναι αβάσιμες. Από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 369 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ συνάγεται ότι, πριν από την απαγγελία της αποφάσεως του δικαστηρίου για την ενοχή (όπως και για την ποινή), ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος αυτού έχουν πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσουν τελευταίοι. Άρα, εάν ο συνήγορος του κατηγορουμένου έλαβε τον λόγο τελευταίος επί της ενοχής (ή και επί της ποινής), όχι δε και ο κατηγορούμενος προσωπικά, δεν δημιουργείται ούτε έλλειψη ακροάσεως κατ' άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, ούτε οποιαδήποτε παραβίαση των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως κατ' άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, εκτός εάν ο ίδιος ο κατηγορούμενος ζήτησε να μιλήσει και δεν του επιτράπηκε, όχι μόνο από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση αλλά και από το δικαστήριο στο οποίο προσέφυγε μετά την άρνηση του πρώτου, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως (σελίδα 5), μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν από την απαγγελία της αποφάσεως για την ενοχή ή μη, μίλησε τελευταίος ο συνήγορος του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος επί του θέματος αυτού, ενώ δεν προκύπτει ότι ζήτησε να μιλήσει και ο ίδιος ο αναιρεσείων. Συνεπώς, ο δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος λόγος, κατά τον οποίο ο διευθύνων τη συζήτηση, αφού κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα αλλά παρέλειψε να δώσει τον λόγο στον ίδιο τον αναιρεσείοντα ή το συνήγορό του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για την ενοχή του κατηγορουμένου ή την επιβολή ποινής ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που ανεγνώσθη, ούτε το πρόσωπο που τα προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι ανεγνώσθη όλο το περιεχόμενό του, ή, προκειμένου περί φωτογραφιών, ότι επεδείχθησαν από το διευθύνοντα τη συζήτηση στους παράγοντες της δίκης και επισκοπήθηκαν από αυτούς, οπότε ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά τους, έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών ή η επισκόπηση των φωτογραφιών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που ανεγνώσθη δημιουργείται ασάφεια στο αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που ανεγνώσθη και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, για να καταλήξει στην εξενεχθείσα ως άνω, περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κρίση του, έλαβε υπόψη του, αμέσως και κυρίως και όχι ιστορικώς και συνεκτίμησε, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα τις από 3-3-2006 και 15-2-2005 καταθέσεις των μαρτύρων ... και ... που ανεγνώσθησαν και αναφέρονται στα πρακτικά και το φωτογραφικό υλικό που επισκοπήθηκε από όλους τους παράγοντες της δίκης και συνοδεύει τη σχετική δικογραφία όπως τούτο αναφέρεται στα πρακτικά. Η κατά τον τρόπο αυτό καταχώριση στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων δεν δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν ανεγνώσθησαν, με την ανάγνωση δε του κειμένου αυτών και την επίδειξη των φωτογραφιών στους παράγοντες της δίκης και την επισκόπησή τους, κατέστησαν αυτά γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε την πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, δεύτερος κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του λόγος, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του έλαβε υπόψη του τις φωτογραφίες που δεν επισκοπήθηκαν ως και τα πιο πάνω έγγραφα, που ανεγνώσθησαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 εδ. δ' του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι την έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγος αναιρέσεως. Επομένως ο δεύτερος κατά το τέταρτο σκέλος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του μολονότι Εισαγγελέας πρότεινε να αναγνωρισθεί στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ. και να του επιβληθεί ποινή φυλακίσεως δύο (2)ετών και ενός μηνός, αυτό αναγνώρισε στον κατηγορούμενο τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2ακαι 2ε Π.Κ. και του επέβαλε ποινή χωρίς να προτείνει και πάλι ο Εισαγγελέας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Άλλωστε ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος καθόσον δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα και τελευταία στον συνήγορο του αναιρεσείοντος όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης για την εφαρμοστέα ποινή και ο τελευταίος ζήτησε αφού αναγνωρισθούν στον κατηγορούμενο οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α και 2ε Π.Κ. να του επιβληθεί το ελάχιστο αυτής και δεν απαιτείται να δοθεί εκ νέου ο λόγος στους ανωτέρω για την επιβολή ποινής, αφού μία μόνο περί ποινής απόφαση εκδίδεται. Κατά τη διάταξη του άρθρου 351 παρ. 1 του Π.Κ., όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 8 του ν. 3064/2002, ''όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας, προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει, με ή χωρίς αντάλλαγμα, σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον, πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος, στη γενετήσια εκμετάλλευσή του, τιμωρείται με κάθειρξη, μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή, δέκα χιλιάδων (10.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) Ευρώ''. Εξάλλου, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ., όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83 Π.Κ.). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη, με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. ΙΔ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο.. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μή εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:. ""Την ... η Θ1, φοιτήτρια ΤΕΙ, δημοσίευσε στην εφημερίδα "ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ" αγγελία, με την οποία ζητούσε οποιαδήποτε ολιγόωρη απασχόληση, κατά προτίμηση με ελεύθερο ωράριο, στην περιοχή ..., ανέγραψε δε ως τηλέφωνο επικοινωνίας τον αριθμό κινητού τηλεφώνου .... Στην αγγελία απάντησε μέσω κινητού τηλεφώνου, στον παραπάνω αριθμό κάποιο πρόσωπο το οποίο της συστήθηκε ως "Κ1", ο οποίος της πρότεινε να την φωτογραφήσει έναντι του ποσού των 50 ευρώ ανά φωτογράφηση και της γνωστοποίησε ότι τις εν λόγω φωτογραφίες τις ήθελε για να τις έχει στην κατοχή του και μόνο. Η Θ1 λόγω της πιεστικής οικονομικής της ανάγκης αλλά και επειδή δεν της είχε προκύψει κάποια σοβαρότερη προσφορά για εργασία, δέχτηκε την πρόταση του. Έτσι, στις αρχές Δεκεμβρίου του 2004, ο ανωτέρω "Κ1", ο οποίος, όπως στη συνέχεια αποδείχθηκε, ήταν ο κατηγορούμενος, της έδωσε ραντεβού στον σταθμό του ΗΣΑΠ Πειραιά. Η ανωτέρω συνάντησε τον κατηγορούμενο στον σταθμό και του παρέδωσε, μετά από σχετική απαίτηση του, ορισμένες φωτογραφίες της, προκειμένου να διαπιστώσει ο ίδιος πώς εμφανιζόταν στην φωτογραφική απεικόνιση. Ο ίδιος δε της παρέδωσε ψηφιακό δίσκο με φωτογραφίες γυναικών, προκειμένου, όπως της είπε, να πάρει μια ιδέα σχετικά με το τι είδους φωτογράφηση θα πραγματοποιούσαν μαζί. Μετά πάροδο μερικών ημερών, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στη Θ1 και την ενημέρωσε ότι επιθυμούσε να προχωρήσει η συνεργασία τους, την ρώτησε δε αν θα είχε αντίρρηση να παρευρίσκεται στην 1η φωτογράφηση και μια ακόμη γυναίκα. Η Θ1 δεν πρόβαλε αντίρρηση κι έτσι μετά από λίγες μέρες και κατόπιν τηλεφωνικής συνεννόησης με τον κατηγορούμενο συναντήθηκε σε καφετέρια της περιοχής του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά με μια νεαρή γυναίκα που της συστήθηκε με το όνομα "Σ1", αγνώστων λοιπών στοιχείων, τόσο κατά τον ανωτέρω χρόνο όσο και μέχρι σήμερα, αφού από την ανάκριση δεν κατέστη δυνατή η εξακρίβωση της ταυτότητας της. Οι δύο γυναίκες μετέβησαν μαζί σε ξενοδοχείο στο ... και ανέβηκαν σε δωμάτιο αυτού, όπου ήδη βρισκόταν ο κατηγορούμενος. Αμέσως μετά την άφιξη τους, ο κατηγορούμενος ζήτησε από τις δύο γυναίκες να γδυθούν και άρχισε να τις φωτογραφίζει. Η φωτογράφηση περιελάμβανε τη λήψη στάσεων των δύο γυναικών σε ημίγυμνες ή γυμνές πόζες, καθώς και την αποτύπωση ομοφυλοφιλικών περιπτύξεων μεταξύ τους. Η σχετική διαδικασία διήρκεσε περί την μία ώρα, ακολούθως δε ο κατηγορούμενος ήλθε στο κρεβάτι που ήταν ξαπλωμένη η Θ1 και έκανε κατά φύση έρωτα μαζί της, χωρίς, καθ' ομολογία της ίδιας, να προβληθεί οποιαδήποτε αντίσταση εκ μέρους της και παρ' όλο που, κατά την ίδια πάντα, η παροχή τέτοιας μορφής ερωτικών υπηρεσιών δεν είχε προσυμφωνηθεί μεταξύ τους. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κατέβαλε στη Θ1 την συμφωνημένη αμοιβή των 50 ευρώ και αναχώρησε με την "Σ1". Στις αρχές Ιανουαρίου του 2005, ακολούθησε νέα τηλεφωνική συνεννόηση του κατηγορουμένου με τη Θ1, προκειμένου να συναντηθούν. Αυτή τη φορά το ραντεβού καθορίστηκε στο ξενοδοχείο ημιπαραμονής "..." στην περιοχή της .... Όταν η Θ1 συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο, του ζήτησε να της καταβάλει το ποσό των 100 ευρώ, το οποίο αντιπροσώπευε την αμοιβή της για την παρούσα, καθώς και για μια ακόμη επόμενη συνάντηση τους, δεδομένου ότι, δεν ήταν προετοιμασμένη τόσο για τη γυμνή φωτογράφηση όσο και για την τέλεση συνουσίας με τον κατηγορούμενο, γι αυτό και επιθυμούσε να διακόψει την δράση της αυτή το συντομότερο, αφού τα χρήματα που θα είχε στο μεταξύ εισπράξει επαρκούσαν για την κάλυψη των επειγουσών αναγκών της. Η συνάντηση αυτή, που έλαβε χώρα χωρίς την παρουσία τρίτου προσώπου, εξελίχθηκε κατά τον ίδιο τρόπο με την προηγούμενη, δηλαδή ημίγυμνη και γυμνή φωτογράφηση και στη συνέχεια τέλεση ερωτικών πράξεων με τον κατηγορούμενο. Στην 3η συνάντηση της Θ1 με τον κατηγορούμενο, που έλαβε χώρα εντός του μήνα Ιανουαρίου 2005 και στο ίδιο ξενοδοχείο, οι δύο ανωτέρω επιδόθηκαν στις αυτές δραστηριότητες, επιπλέον δε ο κατηγορούμενος αυτή τη φορά βιντεοσκόπησε την ερωτική τους συνεύρεση με τη χρήση φορητής κάμερας που είχε τοποθετήσει σε αθέατο για την Θ1 σημείο του δωματίου, χωρίς φυσικό η ίδια να το γνωρίζει. Από το χρονικό σημείο αυτό και έπειτα η Θ1 άρχισε να δυσφορεί όσον αφορά τη σχέση της με τον κατηγορούμενο, ζητώντας του να τη διακόψουν. Αυτός όμως επέμεινε στη συνέχιση της και προσπάθησε με φορτικότητα να την μεταπείσει, τηλεφωνώντας της και στέλνοντας γραπτά μηνύματα στο κινητό της τηλέφωνο. Προ της σταθεράς αρνήσεως της Θ1, ο κατηγορούμενος άρχισε να την απειλεί ότι αν δεν έπραττε όσα της υπεδείκνυε, σκόπευε να δημοσιεύσει τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει και τα βίντεο στις στήλες "γνωριμιών" των εφημερίδων και περιοδικών καθώς και να τις κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο. Την απείλησε επίσης ότι θα πληροφορούσε σχετικά με τη δραστηριότητα της τους γονείς της, που κατοικούσαν στο .... Η σύλληψη όμως του εγκληματικού σχεδίου του κατηγορουμένου δεν περιορίστηκε στην προσπάθεια του να διατηρήσει εκβιαστικά τη Θ1 σε κατάσταση ομηρίας, για την ικανοποίηση των προσωπικών του σεξουαλικών ορέξεων και μάλιστα από το σημείο αυτό και μετά χωρίς την καταβολή αμοιβής. Από το περιεχόμενο των μηνυμάτων που απέστειλε μέσω του κινητού του τηλεφώνου στο κινητό τηλέφωνο της Θ1 προέκυψε ότι ρ κατηγορούμενος είχε συλλάβει και ήδη αρχίσει να θέτει σε εφαρμογή ένα ολοκληρωμένο σχέδιο οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής της τελευταίας, εξαναγκάζοντας τη, υπό το κράτος των ανωτέρω απειλών αλλά και εξαγγελιών επικείμενου κακού σε βάρος της σωματικής της ακεραιότητας, να έρχεται σε ερωτική επαφή με πρόσωπα που θα της υπεδείκνυε ο ίδιος έναντι αμοιβής, την οποία θα εισέπραττε αυτός. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος απέστειλε προς τη Θ1 τα κάτωθι γραπτά μηνύματα μέσω κινητού τηλεφώνου, τα οποία και καταγράφονται στην από 22-2-05 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Τομέα Εξέτασης Ψηφιακών Πειστηρίων της Δνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής που διενεργήθηκε επί της συσκευής κινητού τηλεφώνου που παρέδωσε στους αξιωματικούς της ΓΑΔΑ η Θ1 (αναγράφεται έναντι του κειμένου ενός εκάστου η ημερομηνία αποστολής): 7-2-05: "ΘΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΠΕΙΡΑΙΑ ΝΑ ΣΤΑ ΔΩΣΩ Κ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΤΟ ΠΡΩΙ ΘΑ ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΦΟΤΟ Κ ΒΙΝΤΕΟ Ό.Κ.", 5-2-05: "ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΘΑ ΚΑΝΕΙΣ ΜΟΝΟ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΣΟΥ ΛΕΩ Κ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ. ΚΑΤΑΝΟΗΤΟ; ΕΓΩ ΘΑ ΤΟΥΣ ΛΕΩ ΠΟΤΕ ΘΑ ΣΕ ΠΗΔΑΝΕ Κ ΟΧΙ ΕΣΥ.ΟΚ;", 5-2-05: "ΘΕΛΩ ΝΑ ΒΡΕΙΣ Κ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ ΝΑ ΕΡΧΕΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ", 4-2-05: "ΘΑ ΦΑΣ ΠΟΛΛΕΣ ΞΥΛΙΕΣ ΠΑΝΤΩΣ!", 3-2-05: "ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΣ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΙΝΑΙ 25ΧΡ ΣΕ ΤΕΙ, ΞΥΛΟΚΑΣΤΡΟ, ΘΑ ΕΙΣΑΙ ΦΡΟΝΙΜΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ Η ΟΧΙ;", 3-2-05: "ΘΕΣ ΝΑ ΒΓΟΥΝ ΦΟΤΟ Κ ΒΙΝΤΕΟ Κ ΑΛΛΟΥ;", 3-2-05: " ΕΙΠΑ ΝΑΙ! ΣΟΥ ΕΧΩ ΚΛΕΙΣΕΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΕΝΑΝ ΑΓΝΩΣΤΟ ΑΠΟ Ν. ΣΜΥΡΝΗ", 3-2-05: "ΓΙΑΤΙ ΒΡΕ ΜΩΡΑΚΙ; ΘΑ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΠΟΛΥ ΝΑ ΣΕ ΕΒΛΕΠΑ Η ΣΕ ΑΚΟΥΓΑ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ. ΜΕ ΤΗ Σ1 ΑΥΤΟ ΚΑΝΑΜΕ", 3-2-05: "ΝΑ ΛΕΩ ΓΙΑ 100 Ε;", 3-2-05: "ΘΕΣ ΤΑ ΜΙΣΑ;", 30-1-05: "ΣΤΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ.ΘΕΣ ΝΑ ΔΕΙΣ ΦΟΤΟ ΣΟΥ;", 26-1-05: "Η ΩΡΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΤΟ ΠΟΤΕ ΘΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ. ΚΑΙ ΟΛΑ ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΝ ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΣ. ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΑΠΑΝΤΗΣΗ", 26-1-05: "ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ. ΘΑ ΔΕΙ ΑΚΡΙΒΩΣ Ή ΕΚΑΝΕΣ. ΜΗΝ ΠΑΙΖΕΙΣ ΑΛΛΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ.ΔΕΝ ΣΕ ΠΑΙΡΝΕΙ. ΞΕΡΕΙΣ ΤΟ ....gr", 26-1-05: " ΚΙ ΟΜΩΣ ΜΠΟΡΩ ΑΝ ΘΕΛΩ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ. ΘΕΣ ΝΑ ΑΡΧΙΣΟΥΝ ΝΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΦΩΤΟ ΣΟΥ; Η ΠΡΟΤΙΜΑΣ ΤΟ ΙΝΤΕRΝΕΤ; ΜΑΛΛΟΝ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ Ν Α ΜΑΘΟΥΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ. Ή ΛΕΣ; ΤΟ ... ΚΟΝΤΑ ΕΙΝΑΙ", 7-2-05 "ΟΚ. ΘΑ ΤΑ ΠΟΥΜΕ ΑΥΡΙΟ ΣΤΑ ΤΕΙ", 7-2-05: "ΕΝΤΑΞΕΙ ΤΟ ΒΡΑΔΥ Η ΝΑ ΠΑΩ ... ΑΥΡΙΟ;", 9-2-05: " ΣΤΙΣ 12 ΠΕΣ ΤΟΥ. ΘΑ ΦΑΣ ΠΟΛΛΕΣ ΞΥΛΙΕΣ ΑΥΡΙΟ", 10-2-05: "ΑΣΕ ΤΙΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ Κ ΕΛΑ Ν. ΗΡΑΚΛΕΙΟ. ΑΛΛΙΩΣ ΕΦΥΓΑ ΓΙΑ ...". Παράλληλα, όπως κατέθεσε και στο ακροατήριο η Θ1, δεχόταν στο κινητό της τηλέφωνο πληθώρα τηλεφωνημάτων από άγνωστους σ' αυτήν άνδρες, οι οποίοι ζητούσαν ερωτική συνεύρεση μαζί της έναντι αμοιβής. Ο λόγος λοιπόν που η Θ1 θέλησε να διακόψει την σχέση της με τον κατηγορούμενο, δεν ήταν μόνο η επιθυμία της να μην έχει ερωτικές επαφές μαζί του αλλά και η συνειδητοποίηση εκ μέρους της του σχεδίου του κατηγορουμένου για την γενετήσια_ εκμετάλλευση της. Έτσι η Θ1, έχοντας ήδη καταστεί αποδέκτρια των απροκάλυπτα εκβιαστικών προθέσεων του κατηγορουμένου και μη προτιθέμενη να ενδώσει σ' αυτές, αποφάσισε να καταγγείλει την συμπεριφορά του κατηγορουμένου, του οποίου, σημειωτέον, μέχρι τότε δεν γνώριζε τα αληθινά στοιχεία ταυτότητας στην Αστυνομία. Την 7-2-05 και ενώ η ασκούμενη εκ μέρους του κατηγορουμένου πίεση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των ανωτέρω γραπτών μηνυμάτων είχε καταστεί αφόρητη γι αυτή, προσήλθε στην ΓΑΔΑ, όπου και κατήγγειλε στους αρμόδιους αξιωματικούς της Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος την σε βάρος της συμπεριφορά του. Πλην της περιγραφής της φυσικής εμφάνισης του κατηγορουμένου η Θ1 γνωστοποίησε στους αστυνομικούς και τον αριθμό κυκλοφορίας του οχήματος του κατηγορουμένου, τον οποίο είχε καταγράψει κατά την τελευταία συνάντηση τους. Την επομένη, 8-2-05 οι αξιωματικοί της ΓΑΔΑ επέδειξαν στη Θ1 φωτογραφία του φερομένου ως "Κ1", στο πρόσωπο του οποίου αυτή αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, του οποίου τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητας της γνωστοποίησαν αυτοί την ίδια ημέρα. Η Θ1 ενεχείρισε επίσης στους αστυνομικούς γραπτό κατάλογο με ονόματα, τηλεφωνικούς αριθμούς χρόνους και τόπους συνεύρεσης με υποψήφιους πελάτες, τα οποία τις απέστελλε ο κατηγορούμενος μέσω γραπτών μηνυμάτων κινητού τηλεφώνου. Η εκβιαστική στάση του κατηγορουμένου σε βάρος της Θ1 συνεχιζόταν και μετά την αρχική καταγγελία της στην Αστυνομία, όπως εναργώς προκύπτει από το περιεχόμενο των ανωτέρω γραπτών μηνυμάτων. Μάλιστα την 9-2-05 ο κατηγορούμενος απέστειλε σ' αυτή γραπτό μήνυμα, το οποίο η τελευταία ανέγνωσε τις πρωινές ώρες της επομένης, με το οποίο απαιτούσε απ' αυτή να τον συναντήσει στο ξενοδοχείο ... στην ..., προκειμένου να πραγματοποιηθεί φωτογράφηση της, όπως και τις άλλες φορές, επιπλέον όμως να συνευρεθεί ερωτικά, αμέσως μετά, με πρόσωπο το οποίο θα έφερνε μαζί του ο κατηγορούμενος, ο οποίος θα κατέβαλε ως αμοιβή για τις ερωτικές της υπηρεσίες το ποσό των 100 ευρώ. Η Θ1 μετέβη εκ νέου στην ΓΑΔΑ και ανέφερε τις ανωτέρω εξελίξεις, οπότε μεθοδεύτηκε πλέον από τους αστυνομικούς η προσπάθεια για την επ' αυτοφώρω σύλληψη του. Έτσι, τη συμφωνημένη ώρα, η Θ1 με τη συνοδεία αστυνομικών μετέβη στο ξενοδοχείο ... περιοχής ..., αλλά περί ώρα 11.30" έλαβε νέο μήνυμα από τον κατηγορούμενο, με το οποίο της έδινε εντολή να μεταβεί στον σταθμό ΗΣΑΠ του Ν. Ηρακλείου, απ' όπου θα την παραλάμβανε ο ίδιος προκειμένου να τη μεταφέρει σε άλλο ξενοδοχείο. Αυτή τότε προσπάθησε να τον μεταπείσει, επιμένοντας να βρεθούν στο ξενοδοχείο ..., αυτός όμως με νέο γραπτό απειλητικό μήνυμα ("Άσε τις μαλακίες και έλα στο Ν. Ηράκλειο, αλλιώς έφυγα για ...") επέμεινε στην εντολή του. Οι συνοδεύοντες αστυνομικοί συνέστησαν στη Θ1 να πάνε στο ραντεβού, όταν δε έφτασαν εκεί, περί ώρα 12.15' αφίχθη και ο κατηγορούμενος με το όχημα του, οπότε συνελήφθη. Κατά τη σύλληψη του, ο κατηγορούμενος παρέδωσε στους αστυνομικούς μία τσάντα που περιείχε γυναικεία ρούχα τύπου "baby doll", μία ψηφιακή φωτογραφική μηχανή καθώς και δύο συσκευές κινητών τηλεφώνων, εκ των οποίων η μία είχε αριθμό κλήσης ..., τον αριθμό δηλαδή που εμφανιζόταν ως αποστολέας των γραπτών μηνυμάτων στη Θ1 Απολογούμενος ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία και ισχυρίσθηκε ότι εκτός των μηνυμάτων της 10ης Φεβρουαρίου 2005 τα υπόλοιπα δεν είναι δικά του και μάλιστα ένα δεν εμφανίζει καν τον δικό του αριθμό κινητού τηλεφώνου. Αποδίδει το γεγονός ότι ο δικός του αριθμός εμφαίνεται στα εισερχόμενα μηνύματα στο κινητό της Θ1 σε σκευωρία από άτομο ερωτικά αντίζηλο του από το κοινωνικό περιβάλλον της Θ1 που εκμεταλλεύθηκε τις προηγμένες δυνατότητες της τεχνολογίας μέσω διαδικτύου. Υποστήριξε ότι λόγω του ότι ο δεύτερος γάμος του διερχόταν κρίση αναζήτησε μια περιστασιακή ερωτική σχέση, μέσω εφημερίδας και απέδωσε την επιμονή του για να συναντήσει τη Θ1 στην ερωτική επιθυμία που ένιωθε γι' αυτήν, καθώς η τελευταία είχε καλύψει μέρος του συναισθηματικού κενού του. Ισχυρίζεται επίσης: Ότι οι ερωτικές συνευρέσεις με την Θ1 ήταν από κοινού ηθελημένες συνευρέσεις δύο ενήλικων ανθρώπων και κατά τη διάρκεια αυτών ουδέποτε ασκήθηκε η οποιαδήποτε βία πολύ περισσότερο δε, δεν σκέφθηκε ποτέ στις κατ' ιδίαν συναντήσεις τους να προτείνει στην Θ1 να συνευρεθεί ερωτικά με έτερο άτομο έναντι αμοιβής. Ότι η βιντεοσκόπηση της Θ1 κατά την διάρκεια ερωτικής πράξεως μαζί του ήταν σε πλήρη γνώση αυτής και μάλιστα ότι της παρέδωσε αντίγραφο της σχετικής βιντεοκασέτας, κατόπιν δικής της επιθυμίας. Ότι δεν της γνωστοποίησε το πραγματικό του όνομα γιατί ήταν παντρεμένος και ως εκ τούτου κατά μία έννοια "παράνομος". Τέλος, δια του συνηγόρου του, κατέθεσε φωτοτυπία αντιγράφου αναλυτικού λογαριασμού αριθμού κινητής τηλεφωνίας που έχει στην κατοχή για το χρονικό διάστημα από 3-2-2007 έως 2-3-2007, όπου εμφαίνεται ότι η κλήση του αριθμού .... στην συσκευή τύπου SΙΕΜΕΝS της Θ1 απ' όπου αντλήθηκαν τα μηνύματα που απεικονίσθηκαν στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αφορά δίκτυο της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας με την επωνυμία ΤΙΜ (ήδη WIND) και διερωτάται αφήνοντας αιχμές για τον χειρισμό της υποθέσεως του από την αστυνομία, πως είναι δυνατόν να απεικονίζεται στην πραγματογνωμοσύνη στη συγκεκριμένη συσκευή δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της εταιρίας. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου αξιολογούμενοι ως προς την ακρίβεια, την ειλικρίνεια και την λογική ορθότητα τους καταρρίπτονται από τα στοιχεία του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας και αποδεικνύονται εντελώς αβάσιμοι, προσχηματικοί και λογικά ανεπέρειστοι, ενδεικτικοί των προσπαθειών του κατηγορουμένου να αποσείσει την ευθύνη του για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη. Ειδικότερα: Ο κατηγορούμενος αν και ισχυρίζεται ότι σκοπός του ήταν η ερωτική γνωριμία, ανηύρε τη Θ1 από αγγελία που είχε καταχωρηθεί στους αναζητούντες εργασία και συγκεκριμένα στη στήλη "ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ" της εφημερίδας αγγελιών "ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ". Ενδεικτική είναι η προσεκτική εκ μέρους του επιλογή της κατάλληλης αγγελίας, δεδομένου ότι η Θ1 ζητούσε οιαδήποτε εργασία, πλην όμως ολιγόωρη, ενώ εκδήλωνε ότι ήταν φοιτήτρια, κατά τρόπον ώστε αποκλειόταν να είναι επαγγελματίας στο χώρο της παροχής ερωτικών υπηρεσιών. Αντιλήφθηκε λοιπόν ο κατηγορούμενος ότι επρόκειτο για φοιτήτρια που επεδίωκε να κερδίσει χρήματα χωρίς ν' απασχολείται σε κανονική εργασία, ενώ η χρήση της λέξης "οποιαδήποτε εργασία", σαφώς προσέδιδε στο κείμενο την διάθεση για απασχόληση πέραν των συμβατικών επαγγελματικών επιλογών. Στη συνέχεια απαραίτητη ήταν η αισθητική αξιολόγηση της υποψήφιας, ο έλεγχος των προσόντων που απαιτούνται για την δραστηριοποίηση στον τομέα της παροχής ερωτικών υπηρεσιών, αλλά και η διερεύνηση της δυνατότητας εκμετάλλευσης της στον τομέα αυτό, χωρίς να διατρέξει ο κατηγορούμενος κίνδυνο. Για τον λόγο αυτό, συναντήθηκε μαζί της και μετέβη στο ξενοδοχείο του ..., όπου την φωτογράφησε γυμνή και συνευρέθηκε μαζί της ερωτικά προκειμένου να αξιολογήσει κατά τ' ανωτέρω αν είχε τα προσόντα της επαγγελματικής δραστηριότητας για την οποία την προόριζε. Το στοιχείο από το οποίο σαφώς προκύπτει η πρόθεση του κατηγορουμένου να προβεί στην εκμετάλλευση της Θ1 είναι η χρησιμοποίηση της "Σ1", τα στοιχεία της οποίας ο κατηγορούμενος επιμόνως αρνείται να αποκαλύψει, παρ' ότι η σχέση του μαζί της, όπως περιγράφηκε και από τη Θ1 ήταν στενή. Η Σ1 χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να κάμψει τις αντιστάσεις της Θ1 αφού την κατέπεισε ότι οι δραστηριότητες αυτές σε συνεργασία με τον κατηγορούμενο δεν είχαν κάποια επικινδυνότητα, είχε δε τη δυνατότητα να αποχωρήσει εάν κάτι την ενοχλούσε. Η συνάντηση της Θ1 μαζί της σε καφετέρια του ..., όπως την περιέγραψε η Θ1 απετέλεσε τη δεύτερη φάση της διερευνήσεως της καταλληλότητας της τελευταίας, αφού κατά τη διάρκεια της φιλικής συζήτησης των δύο γυναικών, ανιχνεύθηκαν οι σκοποί της Θ1 , η ύπαρξη ενδεχομένως ατόμων που ενδιαφέρονται γι' αυτήν, καθώς και η πιθανότητα εμπλοκής της σε χώρους ερωτικής εκμετάλλευσης. Όπως και η Θ1 κατέθεσε, το περιεχόμενο της συζήτησης της με τη "Σ1" την ημέρα εκείνη, μεταφέρθηκε αυτούσιο στον κατηγορούμενο, ενώ αξιολογώντας στην κατάθεση της το ρόλο της γυναίκας αυτής, ανέφερε ότι λειτούργησε ως "δόλωμα". Η χρησιμοποίηση άλλης γυναίκας προκειμένου να δημιουργηθεί ερωτική σχέση μεταξύ κατηγορουμένου και Θ1 δεν είναι κατανοητή σύμφωνα με τη κοινή λογική, ενώ αντιθέτως, εξηγείται στην περίπτωση της δημιουργίας των προϋποθέσεων υπαγωγής σε καθεστώς γενετήσιας εκμετάλλευσης. Από κανένα στοιχείο άλλωστε δεν προκύπτει η σχέση πάθους, την οποία περιέγραψε ο κατηγορούμενος. Αντιθέτως όλες τους οι επαφές, χαρακτηρίζονται από την απουσία οποιασδήποτε συναισθηματικότητας, εμφανές ήταν δε και από την ακροαματική διαδικασία ότι ουδέποτε μεταξύ τους αναπτύχθηκαν συναισθηματικοί δεσμοί. Το χρονικό δε διάστημα που μεσολάβησε από την γνωριμία τους (Δεκέμβριος 2004) μέχρι την αποστολή του τελευταίου μηνύματος (10/2/05), ήταν μικρό, ενώ οι συναντήσεις τους ελάχιστες (3 ή 4). Ο μοναδικός λόγος που υπήρξε μεταξύ τους ερωτική συνεύρεση ήταν για τον μεν κατηγορούμενο η αξιολόγηση των δυνατοτήτων της Θ1 για δε τη Θ1 το δέλεαρ των 50 Ε που της έδιδε κάθε φορά που συναντιόνταν Από την ακροαματική διαδικασία και την κατάθεση Θ1 προέκυψε ότι η τελευταία είχε σκοπό να συνευρίσκεται με τον κατηγορούμενο, λαμβάνοντας κατά καιρούς ποσά 50-100 ευρώ, ώστε να καλύπτει τις τρέχουσες οικονομικές ανάγκες της, πλην όμως όταν συνειδητοποίησε το μεθοδευμένο σχέδιο του κατηγορουμένου να προβεί στην γενετήσια εκμετάλλευση της, αντέδρασε, καταγγέλλοντας τον στην Αστυνομία. Ο τρόπος με τον οποίο σκόπευε να εκμεταλλευθεί τη Θ1 ο κατηγορούμενος ήταν να έρχεται ο ίδιος σε επαφή πρώτα με τους πελάτες, να προσυμφωνεί την αμοιβή της ερωτικής συνευρέσεως με αυτήν και να κανονίζει ο ίδιος τις ώρες των συναντήσεων αυτών. Η μεθόδευση του κατηγορουμένου να εκμεταλλευθεί τη Θ1 αποδεικνύεται και από την γυμνή φωτογράφηση της σε στάσεις καταφανώς άσεμνες καθώς σε ερωτικές περιπτύξεις με τη "Σ1". Η ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου, ούτε τυχαία ήταν, ούτε αποσκοπούσε σε εξασφάλιση φωτογραφικού υλικού για προσωπική του ευχαρίστηση, όπως διατείνεται. Άλλωστε οι φωτογραφίες αυτές είναι προφανώς άτεχνες και μειωμένης αισθητικής, ακόμα και για τον σκοπό που περιγράφει ο κατηγορούμενος, ενώ ο ίδιος διέθετε, όπως προέκυψε από την έρευνα στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή άλλο πλούσιο οπτικό υλικό σεξουαλικού περιεχομένου. Η πρόθεση του ήταν να εξασφαλίσει τα στοιχεία που θα του έδιδαν τη δυνατότητα να εκβιάσει τη Θ1 στην περίπτωση που θα απαιτείτο κατά την εκμετάλλευση της. Πράγματι στη συνέχεια, όταν η Θ1 δεν συνήνεσε να συνευρίσκεται με άλλους άνδρες, σύμφωνα με τους όρους του κατηγορουμένου, ώστε αυτός να λαμβάνει το ήμισυ της αμοιβής της, όπως σαφώς προκύπτει από το σχετικό αποσταλέν από αυτόν μήνυμα, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο άσκησης ψυχολογικής πίεσης προς αυτήν, μέσω απειλών και εκβιασμών που συνίσταντο, είτε στην απειλή σωματικής βίας (θα φας πολλές ξυλιές), είτε στην κοινοποίηση των άσεμνων φωτογραφιών της και των βίντεο στον περίγυρο της (ΤΕΙ όπου φοιτούσε και τον τόπο καταγωγής της, το ...). Επίσης την απειλούσε ότι θα εισάγει στο Διαδίκτυο τις φωτογραφίες αυτές στην ιστοσελίδα συναφούς περιεχομένου ...gr". Η πίεση αυτή καταφανώς είχε ως περιεχόμενο τον εξαναγκασμό της Θ1 ώστε να συνευρίσκεται έναντι αμοιβής, το ήμισυ της οποίας θα παρέδιδε στον κατηγορούμενο, με άλλους άνδρες, τους οποίους θα της υποδείκνυε αυτός. Ενδεικτικό είναι το περιεχόμενο αποσταλέντος προς αυτήν μηνύματος ("ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΘΑ ΚΑΝΕΙΣ ΜΟΝΟ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΣΟΥ ΛΕΩ Κ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ. ΚΑΤΑΝΟΗΤΟ; ΕΓΩ ΘΑ ΤΟΥΣ ΛΕΩ ΠΟΤΕ ΘΑ ΣΕ ΠΗΔΑΝΕ Κ ΟΧΙ ΕΣΥ.ΟΚ;"), από το οποίο συνάγεται ότι σκοπός του ήταν να έχει τον απόλυτο έλεγχο της δραστηριότητας της, αποκομίζοντας τα οικονομικά οφέλη από αυτήν. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι πέραν της αισθητικής αξιολογήσεως της Θ1 κατά τα προεκτεθέντα, ο κατηγορούμενος, ήδη από την πρώτη τους συνάντηση προέβη και σε αξιολόγηση του χαρακτήρα της, διαβλέποντας ότι επρόκειτο για άτομο ανώριμο και ευάλωτο, το οποίο θα δελεαζόταν εύκολα με υποσχέσεις οικονομικών ωφελημάτων. Η επιθυμία της μάλιστα να αυτονομηθεί οικονομικώς από την οικογένεια της, της δημιουργούσε αυξημένες οικονομικές ανάγκες, που ήταν πρόθυμη να καλύψει με μία ολιγόωρη και προσοδοφόρα εργασία. Όπως όμως προέκυψε η επιπόλαιη αυτή στάση της Θ1 την οποία αντελήφθη ο κατηγορούμενος, δεν αποτελούσε και συναίνεση αυτής να μεταβληθεί σε αντικείμενο γενετήσιας εκμετάλλευσης από τον κατηγορούμενο. Όπως η ίδια κατέθεσε, η χρονική εκείνη περίοδος απετέλεσε μία επιπόλαιη φάση της ζωής της. Η απειλή άσκησης βίας αφ' ενός και διασυρμού της αφ' ετέρου, ήταν το απαραίτητο στοιχείο προκειμένου να ολοκληρωθεί η δράση του κατηγορουμένου, αφού χωρίς αυτό, ο κατηγορούμενος δεν θα είχε τη δυνατότητα θέσεως της Θ1 υπό τον έλεγχο του. Και ναι μεν η Θ1 αρχικά δελεάστηκε από τα μικροποσά που της έδωσε ο κατηγορούμενος, προσδοκώντας σε παροχή ανάλογων ωφελημάτων στη διάρκεια της σχέσης της με τον κατηγορούμενο, πλην όμως στη συνέχεια, αντιλαμβανόμενη το περιεχόμενο του σε βάρος της εγκληματικού σχεδίου του κατηγορουμένου και υπό το κράτος του τρόμου που της προκάλεσαν τα απειλητικά μηνύματα που της απέστελλε με καταιγιστικό ρυθμό, όπως η ίδια κατέθεσε, αποφάσισε να προβεί στην καταγγελία του. Είναι προφανές ότι η Θ1 δεν θα έπραττε τούτο, αφού κινδύνευε να εκτεθεί, εάν δεν είχε περιέλθει σε κατάσταση έντονης ανησυχίας και πανικού λόγω της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Τα μηνύματα που κατεγράφησαν από τις διωκτικές αρχές και εμφανίζονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν ήταν τα μόνα που έλαβε η Θ1 από τον κατηγορούμενο, αλλά ήταν αυτά που απομονώθηκαν διότι παρουσίαζαν ενδιαφέρον για την κατηγορία. Υπήρχε σωρεία μηνυμάτων προς την Θ1 όπως αναφέρει στις καταθέσεις της, γεγονός που της δημιούργησε το συναίσθημα ότι είχε παγιδευθεί και κινδύνευε από τον κατηγορούμενο. Η ενέργεια της να απευθυνθεί στο Τμήμα Ασφαλείας δεν ήταν μία στιγμιαία παρόρμηση, αλλά η καταφυγή της στις διωκτικές αρχές αποτελούσε πλέον γι' αυτήν την μόνη ελπίδα της να απαλλαγεί από τον ασφυκτικό κλοιό των πιέσεων που της ασκούσε ο κατηγορούμενος. 'Ετσι προετοίμασε τις ενέργειες της, κατέγραψε τον αριθμό του αυτοκινήτου του, αποθήκευσε τα μηνύματα και κυρίως συμμετείχε σε συνεργασία με τους αστυνομικούς της Δνσεως Ηθών σε προγραμματισμένη επιχείρηση παγιδεύσεως του κατηγορουμένου. Σε καμία τέτοια ενέργεια δεν θα προέβαινε η Θ1 εάν δεν είχε φθάσει σε αδιέξοδο λόγω της παράνομης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Εξάλλου ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν απέστειλε αυτός τα μηνύματα, αλλά άλλο άγνωστο άτομο, είναι προφανές ότι απετέλεσε όψιμο εφεύρημα του, κατά την πορεία της προδικασίας. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από την οικεία έκθεση εργαστηριακής εξέτασης, το σύνολο των σχετικών μηνυμάτων απεστάλησαν από κινητό τηλέφωνο με αριθμό κλήσης ..., το οποίο και χρησιμοποιείτο κατά τις επίμαχες ημερομηνίες από τον κατηγορούμενο. Έτσι, ενώ στο πλαίσιο του από 28-2-06 απολογητικού υπομνήματος του αρνείται ότι τυγχάνει αυτός συντάκτης και αποστολέας των μηνυμάτων και ότι δεν γνώριζε τον συγκεκριμένο αριθμό κλήσης της Θ1 που αναφέρεται στην από 7-2-05 μαρτυρική κατάθεση της ενώπιον των οργάνων της ΓΑΔΑ, ερωτώμενος σχετικά από την 2η Ανακρίτρια αν ο αριθμός του τηλεφώνου που φέρεται ως αποστολέας των μηνυμάτων τυγχάνει δικός του, συνομολογεί ότι πράγματι ο αριθμός αυτός ανήκε στον ίδιο, πλην όμως υποστηρίζει ότι δήθεν κάποιος, κάνοντας χρήση σχετικών δυνατοτήτων μέσω διαδικτύου, απέστειλε τα μηνύματα με τρόπο ώστε να εμφανίζονται ως αποσταλέντα από τον αριθμό που ανήκε στον ίδιο. Προς τούτο προσεκόμισε και βεβαίωση προσώπου φερομένου ως μηχανικού ηλεκτρονικών υπολογιστών, με στοιχεία ..., ο οποίος βεβαιώνει, χωρίς πάντως οποιαδήποτε βιβλιογραφική ή άλλη τεκμηρίωση, ότι είναι δυνατόν να απεικονιστεί σε κινητό τηλέφωνο γραπτό μήνυμα το οποίο εμφανίζεται ως εισερχόμενο, από άλλον αριθμό τηλεφώνου με διαδικασία μέσω διαδικτύου. Προβαίνοντας σε έλεγχο της ακρίβειας του ανωτέρω ισχυρισμού, η 2η Ανακρίτρια ζήτησε από τον Τομέα Εξέτασης Ψηφιακών Πειστηρίων της Δνσης Εγκληματολογικών Ερευνών να της γνωρίσει εάν με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία και πρακτική είναι δυνατή η αποστολή μηνυμάτων SMS σε κινητό τηλέφωνο δια της ως άνω μεθόδευσης. Απαντώντας ο ανωτέρω Τομέας αναφέρει ότι είναι πράγματι τεχνολογικά εφικτή αυτή η μεθόδευση, συνήθως με την εγγραφή κάποιου χρήστη σε κάποιον από τους δικτυακούς τόπους που παρέχουν αυτή την υπηρεσία (caller ID spoofing). Όπως τονίζεται χαρακτηριστικά στην 2η παρ. του απαντητικού εγγράφου, αρκετά από τα μηνύματα που κατεγράφησαν και απεικονίζονται στην έκθεση εργαστηριακής εξέτασης αποτελούν απαντήσεις-όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί από την ανάγνωση τους-σε προηγούμενα ληφθέντα μηνύματα. Στην δε περίπτωση που ήθελε υποτεθεί ότι τα συγκεκριμένα μηνύματα ήταν προϊόντα ψευδούς αριθμού συνδρομητή, με την ανωτέρω μέθοδο, δεν θα ήταν δυνατή η "αμφίδρομη επικοινωνία", καθώς η όποια απάντηση θα αποστελλόταν στον "ψεύτικο" αριθμό τηλεφώνου και θα λαμβάνονταν από άλλο άτομο. Ανεξάρτητα όμως από τον ανεδαφικό τεχνολογικά χαρακτήρα του ανωτέρω υπερασπιστικού ισχυρισμού, αυτός καταρρίπτεται ολοσχερώς και μόνο από το γεγονός ότι το καταγραφέν ως υπ'αρ.19 SMS μήνυμα στην έκθεση εργαστηριακής εξέτασης με περιεχόμενο "Άσε τις μαλακίες και έλα Ν, Ηράκλειο. Αλλιώς έφυγα για ...", φερόμενο ως αποσταλέν από τον ως άνω αριθμό τηλεφώνου που ανήκε στον κατηγορούμενο, καθ' ομολογία του ίδιου απεστάλη πράγματι απ' αυτόν, αν και αποδίδει διαφορετική σημασία στο περιεχόμενο του κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διαδικασία (ότι δηλαδή δεν περιείχε απειλή αλλά δήλωση των προθέσεων του να την αναζητήσει στο ...). Η παραδοχή αυτή έτσι κι αλλιώς αποτελούσε μονόδρομο για τον κατηγορούμενο, αφού πρώτον αυτό παρελήφθη από την Θ1 ενώ αυτή ήδη συνοδευόταν από αστυνομικά όργανα κατά τη μετάβαση της στο ξενοδοχείο ... (οπότε θα περιήλθε σε γνώση τους), αφετέρου δε αφορούσε συνεύρεση τους στον τόπο που τελικό πράγματι παραβρέθηκε και που πραγματοποιήθηκε η σύλληψη του. Επίσης ως προς το τελευταίο μέρος των ισχυρισμών του σχετικά με την εμφάνιση κατά την κλήση του αριθμού ... στην συσκευή τύπου SΙΕΜΕΝS της Θ1 δικτύου της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας ΤΙΜ ενώ στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης εμφαίνεται της εταιρίας Vodafone, λεκτέα τα εξής: Όπως και η ίδια η Θ1 καταθέτει και στο ακροατήριο του παρόντος είχε στην κατοχή της τρεις κάρτες κινητής τηλεφωνίας και μια εξ' αυτών δικτύου της εταιρίας Vodafone. Το γεγονός ότι η γενόμενη από τον κατηγορούμενο κλήση απεικονίζει δίκτυο της τότε εταιρίας ΤΙΜ κατά την κλήση που έκανε ο κατηγορούμενος δεν προκαλεί ερωτηματικά, καθόσον κατά το χρόνο που έγινε η κλήση (δύο χρόνια μετά τον επίδικο χρόνο-Φεβρουάριος 2007) είναι προφανές ότι η Θ1 άλλαξε εταιρεία δίχως ωστόσο να αλλάξει και αριθμό αφού μεταξύ των εταιριών κινητής τηλεφωνίας υπάρχει συμφωνία για δυνατότητα αλλαγής δικτύου δίχως ανάλογη αλλαγή του αριθμού κλήσης (φορητότητα). Συνεπώς και ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου κρίνεται απορριπτέος. Στο σημείο αυτό πρέπει να χαρακτηρισθεί και η συμπεριφορά της Θ1 κατά τη διάρκεια της προδικασίας και συγκεκριμένα η μεταβολή της στάσης της έναντι του κατηγορουμένου, όπως καταγράφηκε στην ενώπιον συμβολαιογράφου δοθείσα, την 5-10-05, ένορκη βεβαίωση της, στην οποία αυτή εμφανίζεται ν' ανακαλεί τις εις βάρος του καταγγελίες και ν' αποδίδει την προηγούμενη στάση της σε παρεξήγηση των αληθινών προθέσεων του κατηγορουμένου. Δεδομένου ότι αυτή δόθηκε λίγο πριν τη σύγκληση του Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου που θα αποφάσιζε για την ενδεχόμενη επιβολή καταστατικής ποινής στον κατηγορούμενο, είναι εμφανές ότι η Θ1 συναισθανόμενη ενδεχομένως τη δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει ο κατηγορούμενος και μη κινδυνεύοντας πλέον από αυτόν, θέλησε να τον βοηθήσει, αφού αντιλήφθηκε ότι η ευρεία έκταση που άρχισε να προσλαμβάνει η υπόθεση δημιουργούσε τον κίνδυνο να εκτεθεί η ίδια και η δραστηριότητα της ανεπανόρθωτα. Στο ακροατήριο τόσο του πρωτοβαθμίου όσο και του παρόντος δικαστηρίου η Θ1 τήρησε μία ενδιάμεση στάση. Ανέφερε ότι ενδεχομένως να έστελνε κάποιο τρίτο πρόσωπο τα μηνύματα, αλλά κατά τρόπον τόσο αόριστο που δεν επιδέχεται οποιαδήποτε δικαστική εκτίμηση. Απέκλεισε πάντως το ενδεχόμενο να προέρχεται τέτοιο άτομο από το περιβάλλον της, όπως επιμόνως υποστήριξε ο κατηγορούμενος. Γενικότερα, αν και εμφανίσθηκε αποστασιοποιημένη από τα γεγονότα, όσα κατέθεσε κατά τα προεκτεθέντα, επιβεβαιώνουν και αποδεικνύουν την σε βάρος του κατηγορουμένου κατηγορία. Ούτε άλλωστε αναίρεσε τα όσα είχε καταθέσει στην προδικασία και ειδικότερα ενώπιον της 11ης τακτικής Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών όπου αρχικά είχε παραπεμφθεί η υπόθεση και όπου σαφώς είχε καταθέσει ότι της πρότεινε να συνευρεθεί με άγνωστους άνδρες ("...μου έλεγε ότι ξέρει έναν εξηντάχρονο που δίνει όσα-όσα, μου έκλεινε ραντεβού με είκοσι-τριάντα διαφορετικά άτομα. .."). Μάλιστα, στην επ' ακροατηρίω κατάθεση της και σε ειδική ερώτηση που της απευθύνθηκε δεν έδωσε πειστική απάντηση ως προς το συγκεκριμένο θέμα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω εκτεθέντων προέκυψε κατά την κρατήσασα γνώμη των μελών του δικαστηρίου (4-1), ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο αποστολέας των μηνυμάτων προς την Θ1 και περαιτέρω ότι με την απειλή βίας (ξυλοδαρμό) καθώς και με άλλα εξαναγκαστικά μέσα (δημοσίευση των στοιχείων ταυτότητας και των γυμνών φωτογραφιών της στο διαδίκτυο, ενημέρωση των γονέων της) επιχείρησε να την εξαναγκάσει να καταστεί αντικείμενο γενετήσιας εκμετάλλευσης, παρέχοντας ερωτικές υπηρεσίες σε πρόσωπα που αυτός θα της υποδείκνυε έναντι αμοιβής, την οποία αρχικά σκόπευε να καρπωθεί ο ίδιος στο σύνολο της, αργότερα δε και προκειμένου να κάμψει την άρνηση της Θ1 δελεάζοντας την, πρόσφερε σ' αυτήν το ήμισυ των μελλοντικών εισπράξεων. Και συνεπώς θα πρέπει να κριθεί ένοχος κατά το κατηγορητήριο όπως και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας της σωματεμπορίας, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42, 351 παρ.1 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις : 1] αναφέρεται στην αιτιολογία, ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων αποπειράθηκε να τελέσει την πράξη, συνιστάμενος στην πρόσληψη της παθούσης με τη χρήση απειλής και σωματικής βίας και δεν υπάρχει ασάφεια ως προς αυτόν 2]. Επίσης αναφέρεται ο επιδιωκόμενος περαιτέρω σκοπός, συνιστάμενος στην γενετήσια εκμετάλλευση της γυναίκας αυτής. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. σχετικοί λόγοι αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου ποινικών διατάξεων των άρθρων 42, 351 παρ.1 ΠΚ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και καθό μέρος με αυτούς πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως απαράδεκτοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από επτά (7) Ιανουαρίου 2009 αίτηση (δήλωση) του ..., για αναίρεση της με αριθ. 454/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως απόπειρας σωματεμπορίας. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματεμπορία.
0
Αριθμός 1055/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ψ, κάτοικο ...... και με εγκαλούμενο τον Χ, Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αυτή με αριθ.10682/10 Νοεμβρίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1809/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού, με αριθμό 588/29.12.2008 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την υπ'αριθ. πρωτ. 10682/10-11-2008 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, περί καθορισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή, επί υποθέσεως με εγκαλούμενο και τον Χ, Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, εκθέτω τα εξής: Κατά την διάταξη του άρθρ. 136 περ. ε' ΚΠΔ, ζήτημα καθορισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή υπάρχει και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από του βαθμού του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρ. 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος ή καταγγελόμενος, όταν η υπόθεση ευρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθή ποινική δίωξη, για την ταυτότητα της αιτίας, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρεάστου της δικαστικής κρίσεως και τον αποκλεισμό υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρετήσεως. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρ. 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίση για την παραπομπή δικαστήριο είναι ο 'Αρειος Πάγος, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών. Στην προκειμένη περίπτωση, διά της υπ'αριθμ. 199/2008 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης απερρίφθη η από 17-7-2007 έγκληση του Ψ στρεφομένη και κατά του Χ, Αντεισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης. 'Ηδη δε, ο ανωτέρω Ψ ήσκησε την υπ'αριθμ. 126/3-11-2008 προσφυγή στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, κατά της ως άνω διατάξεως. 'Εφ'όσον, όμως, ο εκ των εγκαλουμένων Χ, Αντεισαγγελεύς Εφετών, υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, συντρέχει περίπτωση καθορισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή, από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, και παραπομπής της υποθέσεως ως προς όλους τους εγκαλουμένους, λόγω συναφείας, από τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές άλλου Εφετείου και ειδικότερα αυτές του Εφετείου Θράκης. Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω Να παραπεμφθή η υπόθεση περί της οποίας η υπ'αριθμ. 126/2008 προσφυγή του Ψ, κατοίκου ......, κατά της υπ'αριθμ. 199/2008 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, διά της οποίας απερρίφθη η από 17-7-2007 έγκληση του προσφεύγοντος, στρεφομένη και κατά του Χ, Αντεισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, από τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Θράκης. Αθήναι 15 Δεκεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, που έχει το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει, ότι, η παραπομπή της υπόθεσης πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι, με την 199/2008 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η από 17-7-2007 έγκληση του Ψ, η οποία στρέφεται και κατά του Χ, Αντεισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης. Κατά της διάταξης αυτής ο εγκαλών άσκησε την υπ' αριθ. 126/3-11-2008 προσφυγή του, σύμφωνα με το άρθρο 48 του Κ.Π.Δ., στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης. Ανακύπτει συνεπώς, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητος λόγω του ότι ο ανωτέρω εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή και ουσίαν η με αριθ. 10682/10-11-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης περί καθορισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή και ορισθεί αρμόδιος να αποφανθεί επί της άνω προσφυγής ο Εισαγγελέας Εφετών Θράκης καθώς και οι αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Ροδόπης και Εφετείου Θράκης, ως και οι αντίστοιχες εισαγγελικές αρχές, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιο να αποφανθεί επί της υπ' αριθ. 126/2008 προσφυγής του Ψ, κατοίκου ......, κατά της υπ' αριθ. 199/2008 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, τον Εισαγγελέα Εφετών Θράκης και τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Ροδόπης και Εφετείου Θράκης και τις αντίστοιχες εισαγγελικές αρχές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Ορίζει τον Εισαγγελέα Εφετείου Θράκης και τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Ροδόπης και Εφετείου Θράκης και τις αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 1053/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Τζωρτζάκη, περί αναιρέσεως της 53282/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.4.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 894/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 1, 349 και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, όπως μεταξύ άλλων μπορεί να είναι και η αδυναμία εμφάνισής του στη δίκη λόγω ασθενείας. Η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως τούτο να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του, αλλιώς, αν απορρίψει το αίτημα χωρίς την επιβαλλόμενη αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η κατηγορουμένη δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση του ονόματός της, αλλά εμφανίστηκε ο δικηγόρος Θεόδωρος Τζωρτζάκης, ο οποίος ανήγγειλε στο Δικαστήριο ότι η κατηγορουμένη είναι ασθενής και δεν μπορεί να μετακινηθεί για να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, παρέδωσε δε στον Πρόεδρο την από ... βεβαίωση του γιατρού ... και ζήτησε την αναβολή της δίκης λόγω του ως άνω σημαντικού αιτίου. Ακολούθως, ο ανωτέρω δικηγόρος εξετάστηκε και ως μάρτυρας και βεβαίωσε και ενόρκως την ασθένεια της κατηγορουμένης, ενώ αναγνώστηκε και η προσκομισθείσα ιατρική βεβαίωση. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της κατηγορουμένης για αναβολή της δίκης με την εξής αιτιολογία: "Επειδή το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι για τον όλως αορίστως προαναφερόμενο λόγο η κατηγορουμένη αδυνατεί να εμφανισθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη σημερινή δικάσιμο. Άλλωστε, δεν προσκομίζεται κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό περί της επικαλούμενης ασθένειας και της άνω αδυναμίας της. Γι' αυτό πρέπει το κρινόμενο αίτημα να απορριφθεί και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην ανωτέρω απορριπτική του αιτήματος αναβολής παρεμπίπτουσα απόφασή του την κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την απορριπτική του κρίση, οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή, καθώς και οι αποδείξεις που τη στηρίζουν. Ειδικότερα, δεν αναφέρονται περιστατικά που να καθιστούν χωρίς αποδεικτική αξία την κατάθεση του μάρτυρα και την αναγνωσθείσα ιατρική βεβαίωση και επιπλέον προκύπτει από την ανωτέρω αιτιολογία ότι η ιατρική βεβαίωση δεν λήφθηκε καν υπόψη από το Δικαστήριο, τη στιγμή που αναφέρει ότι δεν προσκομίζεται κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό περί της επικαλουμένης ασθενείας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απορριπτικής του αιτήματος αναβολής παρεμπίπτουσας απόφασης είναι βάσιμος. Περαιτέρω, επειδή το Δικαστήριο, δικάζοντας ως Εφετείο, προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και καταδίκασε την κατηγορουμένη σε ποινή στερητική της ελευθερίας και σε χρηματική ποινή, χωρίς προηγουμένως να έχει απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής της δίκης, υπερέβη την εξουσία του και κατά συνέπεια υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ κατά τον επίσης βάσιμο περί τούτου δεύτερο λόγο αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 53282/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής για σημαντικά αίτια. Αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος της κατηγορούμενης για αναβολή της δίκης λόγω ασθενείας της, για την απόδειξη της οποίας προσκομίστηκε ιατρική βεβαίωση και κατέθεσε και μάρτυρας, επειδή δεν αναφέρονται στην απόφαση περιστατικά που να καθιστούν χωρίς αποδεικτική αξία την ιατρική βεβαίωση και την κατάθεση. Αναιρείται η απόφαση αφενός για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής και αφετέρου για υπέρβαση εξουσίας, επειδή στη συνέχεια το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και καταδίκασε την κατηγορουμένη. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα.
2
Αριθμός 1052/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενο τον Χ, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Και εγκαλούντα : τον Ψ, κάτοικο ...... . Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 308/6-10-2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1587/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη, με αριθμό 560/8-12-2008 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: O Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με το υπ'αριθμ. 308/6-10-08 έγγραφό του, υπέβαλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τη συνημμένη από 22-1-2007 έγκληση του Ψ, κατοίκου ......, κατά του Αντεισαγγελέα Εφετών Χ, για συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρ. 362-363 ΠΚ) και ζήτησε την παραπομπή της υπόθεσης κατά τα άρθρ. 136 εδ. ε' και 137 § ι εδ. γ' του Κ.Π.Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 136 περ. ε' Κ.Π.Δ. το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάξει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 112-125 δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του επόμενου άρθρου 137 § 1 Κ.Π.Δ., την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων και ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει: α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως, β) το συμβούλιο των εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο 'Αρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία αλλά και για την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της ασκήσεως ποινικής διώξεως, για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρετήσεως (Α.Π. 156/2003, ΑΠ 1902/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την υπ'αριθμ. ΕΓ 52-08/29/8Δ/08 Διάταξή του απέρριψε την προαναφερθείσα έγκληση, κατ'άρθρ. 47 Κ.Π.Δ. Κατά της ως άνω Δ/ξεως ο εγκαλών άσκησε, κατ'άρθρ. 48 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 136/2008 προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Επειδή ο εγκαλούμενος Χ υπηρετεί ως Αντεισαγγελέας στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών (βλ. την από 7-10-2008 υπηρεσιακή βεβαίωση) συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιά, προκειμένου η εισαγγελική αρχή αυτής και οι αντίστοιχες δικαστικές αρχές να ασχοληθούν με τη διερεύνηση της υπόθεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Να αποφασίσει το Δικαστήριό Σας την παραπομπή της υπόθεσης που αφορά την από 22-1-2007 έγκληση του Ψ, κατοίκου ...... κατά του Χ, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιά και στις αντίστοιχες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Εφετείου Πειραιά. Αθήνα 1 Δεκεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ συνάγεται, ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, που έχει το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α)το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο προκύπτει, ότι, η παραπομπή της υπόθεσης, πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής δίωξης αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι, με την ΕΓ 52-08/29/80/08 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, απορρίφθηκε η από 22-1-2007 έγκληση του Ψκατά του Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών Ψ. Κατά της διάταξης αυτής ο εγκαλών άσκησε την με αριθ. 136/26-3-2008 προσφυγή του, σύμφωνα με το άρθρο 48 του ΚΠΔ, στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ανακύπτει συνεπώς ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητος, λόγω του ότι ο ανωτέρω εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η με αριθ. 308/6-10-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και ορισθεί αρμόδιος, να αποφανθεί επί της προσφυγής ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιά καθώς και οι αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά ως και οι αντίστοιχες εισαγγελικές αρχές, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιο να αποφανθεί επί της 136/26-3-2008 προσφυγής του Ψ κατά της ΕΓ 52-08/29/8Δ/08 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά και τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά και τις αντίστοιχες εισαγγελικές αρχές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Ποιος αποφασίζει. Παραπομπή γίνεται και κατά το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής δίωξης. Ορίζει αρμόδιο τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά και τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά και τις αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 1051/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, 1)Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Βαξεβάνη, 2)Χ2 και 3)Χ3, συζύγου Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βαρελά, για αναίρεση της 5347/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους 1)Σ1 και 2)Σ2 και πολιτικώς ενάγον το ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σπύρο Μαυρογιάννη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Σεπτεμβρίου 2008 και 22 Σεπτεμβρίου 2008 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1708/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Oι από 25-9-2008, 22-9-2008 και 22-9-2008 τρεις αιτήσεις, για αναίρεση της με αριθμό 5347/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, οι οποίες ασκήθηκαν, αντίστοιχα, από τους 1)Χ1, 2)Χ2 και 3)Χ3, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ των συνάφειας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό Δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό Δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και το Ελληνικό Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε εις βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους, έναντι των τρίτων. Ειδικότερα, από το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 242 ΠΚ, άμεσα ζημιούμενος από την παραπάνω πράξη και δικαιούμενος να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική διαδικασία για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι και το νομικό πρόσωπο στην υπηρεσία του οποίου υπηρετεί ο υπάλληλος που το τέλεσε. Η σχετική δήλωση μπορεί να γίνει τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 84, πρέπει δε να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στη δήλωση όμως του εκπροσώπου του Δημοσίου ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο. Αν η αξίωση είχε παραγραφεί και δεν υποβλήθηκε σχετική ένσταση κατά της παραστάσεως, δεν επέρχεται ακυρότητα που να συνεπάγεται την αναίρεση. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση η πρώτη αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες προκλήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την παράσταση της πολιτικής αγωγής, διότι: 1) στη δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος ΙΚΑ δεν προσδιορίζεται η βλάβη την οποία τούτο υπέστη 2) η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος παραγράφηκε και 3) από τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν.3528/2007 αποκλείεται η άσκηση αξίωσης σε βάρος της για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης. Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι αβάσιμες γιατί, 1) όπως προαναφέρθηκε, το ΙΚΑ δεν είχε υποχρέωση να εξειδικεύσει με τη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου του την ηθική βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον αντίκτυπο που έχει στην πίστη το κύρος και τη φήμη του β)ανεξάρτητα από την αοριστία της δεύτερης αιτίασης, από τη μη επίκληση ότι κατά τη συζήτηση της έφεσης ήδη είχε παραγραφεί ενώπιον του Εφετείου η αξίωση και ότι προέβαλε την ένσταση παραγραφής, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει η προβολή της ένστασης αυτής, και γ)από τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 3528/2007 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. στην οποία ορίζεται ότι "ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε θετική ζημία την οποία προξένησε σ' αυτό από δόλο ή βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του" δεν αποκλείεται το δικαίωμα του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου να ζητήσει την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, αλλά μόνο της αποθετικής του ζημίας. Επομένως είναι αβάσιμοι και οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, τρίτος και τέταρτος, λόγοι της αναιρέσεως της πρώτης αναιρεσείουσας. Κατά συνέπεια αβάσιμος είναι και ο από το ίδιο άρθρο στοιχ. Η', πέμπτος, λόγος της ίδιας αναιρέσεως, κατά τον οποίο το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, γιατί επιδίκασε στο μη νομιμοποιούμενο ενεργητικά πολιτικώς ενάγον, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 1.000 ευρώ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αποτελεί το σώμα του εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη αναιρεσείουσα κατηγορούμενη επικαλείται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη του, δίχως προηγουμένως να αναγνωσθεί και να προκύπτει το περιεχόμενο της από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία νομίμως λήφθηκαν υπόψη, τη με αριθμό ... αίτηση απογραφής του ασφαλισμένου Φ1 και την από 16-5-2002 ένορκη εξέταση του, με αποτέλεσμα να προκληθεί η παραπάνω απόλυτη ακυρότητα. Όμως η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι, από την επισκόπηση του διατακτικού και των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι α) το πρώτο έγγραφο αποτελεί το σώμα του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα και συνεπώς αυτή γνώριζε το περιεχόμενο του και 2) το δεύτερο αναγνώσθηκε και αναφέρεται στα πρακτικά με τον αριθμό 26. Επομένως είναι αβάσιμοι οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος του δικογράφου της πρώτης αναιρεσείουσας, λόγοι αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά την έννοια του άνω άρθρου, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά ή προς αναπλήρωση άλλου β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' του ΠΚ, και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, έναντι πάντων, για τα βεβαιούμενα σ' αυτό γεγονότα, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, δηλαδή περιστατικών που δεν έλαβαν χώρα, ή συνέβησαν κατά διαφορετικό τρόπο, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, και δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του να βεβαιώνει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενη της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθ. 46 παρ. 1α του Π.Κ. προκύπτει ότι για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ., β) η διάπραξη από τον άλλον της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στη διάταξη την οποία εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίασή της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5347/2008 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων τα οποία κατ' είδος μνημονεύει, ότι ως προς την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση και της ηθικής σ' αυτήν, αυτουργίας, αποδείχθηκαν, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη κατηγορουμένη Χ3 από τον Ιούλιο του 2001 έως τον Μάϊο του 2002 διατηρούσε μαζί με τον σύζυγό της δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 γραφείο εξυπηρέτησης αλλοδαπών στην οδό ..., ο δε σύζυγος της (δεύτερης κατηγορουμένης) κατά το ίδιο άνω χρονικό διάστημα παραλλήλως υπηρετούσε και ως αστυνομικός στο διπλανό αστυνομικό τμήμα, στο οποίο υπηρετούσε και ο τέταρτος κατηγορούμενος (Σ1). Οι υπηρεσίες που παρείχε το εν λόγω γραφείο στους αλλοδαπούς ήταν η έκδοση πιστοποιητικών από διάφορες υπηρεσίες και ειδικότερα η εξυπηρέτηση των αλλοδαπών για την έκδοση η ανανέωση της άδειας παραμονής ή εργασίας τους στην Ελλάδα, αφού προσκόμιζαν στο γραφείο τα απαιτούμενα έγγραφα. Στην συνέχεια τα έγγραφα αυτά το γραφείο της πρώτης κατηγορουμένης όφειλε να τα υποβάλλει στην αρμόδια ανάλογα με την περίπτωση υπηρεσία για την έκδοση των ζητουμένων πιστοποιητικών. Τα περισσότερα από τα προσκομιζόμενα από τους αλλοδαπούς έγγραφα ήσαν ανεπικύρωτα και έχρηζαν επικύρωσης. Το άνω γραφείο των α' και β' κατηγορουμένων τους διαβεβαίωνε ότι αυτό θα έκανε τις απαιτούμενες επικυρώσεις χωρίς την παρουσία τους και ότι αυτοί θα έπαιρναν στα χέρια τους έτοιμα τα εκάστοτε πιστοποιητικά χωρίς να απασχοληθούν. Πολλές από τις επικυρώσεις αυτές εγίνοντο είτε από τον δεύτερο κατηγορούμενο, είτε από συναδέλφους του αστυνομικούς που υπηρετούσαν και σε άλλα αστυνομικά τμήματα, οι περισσότερες δε επικυρώσεις εγένοντο χωρίς την επίδειξη των πρωτοτύπων εγγράφων και βεβαιωνόταν ψευδώς η γνησιότητα υπογραφών προσώπων (αλλοδαπών) που δεν είχαν υπογράψει ενώπιον τους ή που δεν είχαν καν υπογράψει. Στα πλαίσια δε της άνω δραστηριότητας του άνω γραφείου τον Νοέμβριο του 2001 προσήλθε σ' αυτό η αλλοδαπή ... προκειμένου να ανανεώσει την κάρτα παραμονής ΟΑΕΔ καταβάλλονται για την εργασία αυτή κάποιο σεβαστό ποσό. Τον Μάρτιο 2002 δε του 2002 η πρώτη κατηγορουμένη στα πλαίσια της συνεργασίας τους αυτής της ζήτησε ακόμη 300 ευρώ για να της εκδώσει την καρτέλλα των ενσήμων της στο ΙΚΑ. Η αλλοδαπή αυτή τότε αντέδρασε στη καταβολή του επιπλέον αυτού ποσού των 300 Ευρώ, θεωρώντας ότι στην αρχική αμοιβή που κατέβαλε, είχε πληρώσει και για την καρτέλα ενσήμων του ΙΚΑ και τότε η πρώτη κατηγορουμένη της είπε να πάει στον Δήμο να βγάλει τα χαρτιά της μόνη της. Η αλλοδαπή αυτή αποχώρησε από το γραφείο αφού προηγουμένως ζήτησε και έλαβε όσα χαρτιά το γραφείο της είχε ήδη ετοιμάσει, η δε α' κατηγορουμένη αρνήθηκε να της επιστρέψει τα καταβληθέντα προηγουμένως απ' αυτήν χρήματα. Η αλλοδαπή χολωμένη προφανώς από το περιστατικό αυτό προσήλθε στην αστυνομία (ΓΑΔΑ) στην υποδιεύθυνση αλλοδαπών, στο τμήμα συντονισμού και διαμαρτυρήθηκε, προσκόμισε δε όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στην από 24-4-2002 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης που υπάρχει μέσα στη δικογραφία. Ρητά δε στην από 25-4-2002 ένορκη προανακριτική κατάθεσή της αναφέρει ότι δεν πήγε αυτοπροσώπως στην αστυνομία να τα φτιάξει, ούτε σε καμιά άλλη υπηρεσία προσήλθε αυτοπροσώπως και ότι η α' κατηγορουμένη της είπε ότι το γραφείο της αναλαμβάνει όλη την διαδικασία. Την ίδια δε ως άνω ημερομηνία (25-4-2002) προσήλθε στην άνω υποδιεύθυνση αλλοδαπών της αστυνομίας και ο αλλοδαπός Φ3 και κατήγγειλε τον αλλοδαπό συριακής καταγωγής Φ2 ότι στις αρχές του μήνα επειδή είχε λήξει η άδεια παραμονής του απευθύνθηκε σ' αυτόν (με τον οποίο παλαιότερα είχε συνεργαστεί) προκειμένου να του ανανεώσει την άδεια παραμονής του. Ότι εκείνος (Φ2) του ζήτησε για την εργασία αυτή και άλλα χρήματα, λογομάχησαν, ο αλλοδαπός θεώρησε ότι οι 150.000 δρχ. που είχε πάρει απ' αυτόν ήταν ήδη μεγάλο ποσό που κάλυπτε και την ανανέωση και έτσι προσήλθε κατά τα άνω στην αστυνομική αρχή για να καταγγείλει την σε βάρος του, κατ' αυτόν, εξαπάτηση, εκ παραλλήλου στην ίδια άνω υποδιεύθυνση αλλοδαπών την ίδια άνω ημερομηνία (25-4-2002) έτεροι αλλοδαπός ονόματι ...καταθέτει ότι προκειμένου να ανανεώσει την άδεια παραμονής του και αφού πληροφορήθηκε από ομοεθνείς του ότι κάποιος δικηγόρος με το όνομα Χ2 (β' κατηγορούμενος) φτιάχνει διάφορα έγγραφα απευθύνθηκε στο γραφείο στην ...προκειμένου να βγάλει καρτέλα ενσήμων ΙΚΑ. Ότι προσκόμισε στην α' κατηγορουμένη φωτοαντίγραφα αδείας παραμονής και διαβατηρίου που του ζητήθηκαν και ότι αυτή (α' κατηγορουμένη) στη συνέχεια του παρέδωσε το υπ' αριθμ. ... σημείωμα που ανέφερε ότι παραλείφθηκε απογραφικό δελτίο για έκδοση ΔΑΤΕ του ΙΚΑ ... (ενώ διέμενε στην οδό ... οπότε αρμόδιο ΙΚΑ ήταν το ΙΚΑ ...) για το οποίο δελτίο (ο άνω αλλοδαπός) δεν είχε εμφανισθεί ποτέ στο ΙΚΑ αυτό, και ότι επειδή λόγω φόρτου εργασίας δεν μπορούσε να μεταβεί στο ΙΚΑ για να παραλάβει την καρτέλα των ενσήμων του (ΙΚΑ) έκανε στην συνέχεια μια εξουσιοδότηση στην α' κατηγορουμένη για το σκοπό αυτό και υπέγραψε αυτή μπροστά της χωρίς όμως να μεταβεί στην αστυνομία. Περαιτέρω κατέθεσε ότι όταν μετά από δύο μήνες και αφού το γραφείο των α' και β' κατηγορουμένων δεν είχε παραλάβει την καρτέλα ενσήμων του, προσήλθε στο ΙΚΑ ... ο ίδιος και εκεί τον ενημέρωσαν ότι υπάρχει πρόβλημα και πρέπει να απευθυνθεί στην Υποδιεύθυνση αλλοδαπών. Περαιτέρω την 16-5-2002, στο ΙΚΑ ... προσήλθε ο Φ4 και ζήτησε να παραλάβει για λογαριασμό του συμπατριώτη του Ρουμάνου Φ1 την καρτέλα ενσήμων του επιδεικνύοντας το υπ' αύξοντα αριθμό ... δελτίο απογραφής άμεσα ασφαλισμένου (βλ. την 16-5-2002 έκθεση κατάσχεσης) το οποίο είχε θεωρηθεί από την υπάλληλο του ΙΚΑ ... γ' κατηγορουμένη Χ1. Τότε ειδοποιήθηκε η αστυνομία τον συνέλαβε και οδηγήθηκε αυτός (Φ4) στην υποδιεύθυνση αλλοδαπών. Το παραπάνω δε απογραφικό με το οποίο πήγε ο τελευταίος στο ΙΚΑ για να παραλάβει όπως προελέχθηκε την καρτέλα ενσήμων του Φ1 του την είχε δώσει ο τελευταίος, ο οποίος με την σειρά του την είχε παραλάβει μαζί με άλλα έγγραφα, όπως ιατρικό πιστοποιητικό και βεβαίωση ΑΦΜ από κάποιο δικηγορικό γραφείο επί της οδού ... στο οποίο είχε απευθυνθεί για ανανέωση της αδείας παραμονής του από κάποιον ονόματι ... που του συστήθηκε σαν δικηγόρος και τον οποίο αναγνώρισε ο Φ4 στην Υποδιεύθυνση αλλοδαπών. Ο Φ1 δε, κατέθεσε σε σχέση με τα αναφερόμενα στοιχεία στο άνω απογραφικό, ότι δεν διέμενε ποτέ στην αναφερόμενη σ' αυτό διεύθυνση κατοικία ..., το όνομα της μητέρας του δεν είναι ... αλλά... και ότι ποτέ δεν προσήλθε ο ίδιος στο ΙΚΑ ... προς κατάθεση αιτήσεως. Έτσι μετά τα άνω καταγγελθέντα περιστατικά από τους άνω αναφερθέντες αλλοδαπούς η υποδιεύθυνση αλλοδαπών διενήργησε νομοτύπως έρευνα στο εν λόγω γραφείο των α' και β' κατηγορουμένων, στο οποίο βρήκε πλήθος εγγράφων (αλλοδαπών). Σε πολλά απ' αυτά τα έγγραφα (εξουσιοδοτήσεως-αιτήσεως) υπήρχαν σφραγίδα και υπογραφή αστυνομικού οργάνου που βεβαίωνε το γνήσιο της υπογραφής, χωρίς ωστόσο να είναι συμπληρωμένα καν τα στοιχεία του υπογράφοντος, σε άλλες περιπτώσεις υπήρχε σφραγίδα, όνομα και υπογραφή του αστυνομικού που βεβαίωνε το γνήσιο της υπογραφής, η εξουσιοδότηση όμως ήταν ανυπόγραφη, σε άλλα δε έγγραφα υπήρχε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από αστυνομικό με σφραγίδα χωρίς να συνοδεύεται και από την υπογραφή του αστυνομικού οργάνου που την έθετε ή υπήρχε βεβαίωση ακριβούς αντιγράφου αφού χωρίς πάλι μαζί με την σφραγίδα με τα στοιχεία του αστυνομικού να ακολουθεί και υπογραφή αυτού. Επίσης υπήρχαν και έγγραφα όπου η βεβαίωση περί του γνησίου της υπογραφής του αλλοδαπού ή περί του ακριβούς αντιγράφου εκ του πρωτοτύπου δεν έφεραν ούτε υπηρεσιακό σφραγιδάκι, ούτε υπογραφή του αστυνομικού. Επίσης στο γραφείο αυτό βρέθηκαν και κατασχέθηκαν και τα επικυρωμένα αντίγραφα απογραφής αλλοδαπού με αριθμούς, ....(αναφέρονται 13 έγγραφα) που φέρουν όλα την ίδια ημερομηνία καταθέσεως (23-4-2002) και την ίδια διεύθυνση κατοικίας ...13 διαφορετικών αιτούντων αλλοδαπών. Μετά ταύτα διενεργήθηκε προανάκριση και σχηματίστηκε δικογραφία κατά πολλών αστυνομικών οργάνων που φέρονται ότι είχαν επικυρώσει διάφορα απ' αυτά τα έγγραφα καθώς κατά την α' και γ' κατηγορουμένων και επίσης κατά του αλλοδαπού Φ2, το οποίο είχε αναφέρει στην καταγγελία του στην υποδιεύθυνση αλλοδαπών ο Φ3. Αποδείχθηκε δε σε σχέση με τον αλλοδαπό αυτό (Φ2) ότι αναλάμβανε την τακτοποίηση αλλοδαπών με την κατάθεση για λογαριασμό τους των απαραιτήτων εγγράφων στις αρμόδιες υπηρεσίες (όπως ΙΚΑ και Εφορία) προκειμένου να πάρουν στην συνέχεια άδεια παραμονής και εργασίας. Για να γίνει δε η κατάθεση αυτή, οι αλλοδαποί έκαναν εξουσιοδοτήσεις στον άνω αλλοδαπό. Αυτός συνεργαζόταν με το γραφείο των α' και β' κατηγορουμένων ... το οποίο όπως προαναφέρθηκε βρισκόταν δίπλα στο αστυνομικό τμήμα..., όπου υπηρετούσε και ο β' κατηγορούμενος ως αστυνομικός. Στο γραφείο δε αυτό βρισκόταν τις περισσότερες ώρες ο β' κατηγορούμενος και στον οποίο ο Σύριος άνω Φ2 έδινε τα στοιχεία των αλλοδαπών και ο β' κατηγορούμενος ή οι εργαζόμενοι στο γραφείο του προέβαιναν στην συμπλήρωση των εξουσιοδοτήσεων - υπευθύνων δηλώσεων χωρίς την παρουσία των αλλοδαπών. Για την διαδικασία αυτή για κάθε αλλοδαπό ο Φ2 έδινε στον β' κατηγορούμενο 1.000 με 1.500 ευρώ που ο τελευταίος απαιτούσε προκειμένου το γραφείο του να προβεί στις παραπάνω ενέργειες. Περί της άνω συνεργασίας καθώς και του τρόπου που γινόταν αυτή μεταξύ Φ2 και α' και β' κατηγορουμένων ρητά καταθέτει και ο αλλοδαπός ... στην από 29-3-2005 ένορκη (ανακριτική) του κατάθεση, όπου καταθέτει "δεν μιλούσα καλά τα Ελληνικά, απευθύνθηκα στον Φ2 αν μπορεί να με βοηθήσει με τα χαρτιά, όταν ήταν να νομιμοποιηθούν οι αλλοδαποί, μου είπε να βρω κάποιον να γράψει την εξουσιοδότηση προς αυτόν, επειδή δεν ήξερα κανένα με έστειλε στο γραφείο ...όπου δύο κοπέλες συμπλήρωσαν τα στοιχεία στην εξουσιοδότηση και υπέγραψα αυτήν χωρίς να πάω στην αστυνομία που ήταν δίπλα". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την προανάκριση και την κυρία ανάκριση παραπέμφθηκαν με το 1050/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικαστούν για τις πράξεις έκαστος των κατηγορουμένων που εκεί αναφέρονται. Με άσκηση εφέσεως κατά του βουλεύματος αυτού, εκδόθηκε το από 20-6-2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν τελικώς οι κατηγορούμενοι για να δικαστούν όμως από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών μετά από μερική τροποποίηση του άνω βουλεύματος. Το δε Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με τις υπ' αριθ. 66570/27-11-2002 και 69559/6-12-2002 αποφάσεις του έκρινε ενόχους τους νυν εκκαλούντες και για τις πράξεις που εκεί αναφέρονται. Σε σχέση δε τώρα με τους εκκαλούντες απεδείχθησαν τα κατωτέρω από τα ίδια άνω αποδεικτικά στοιχεία. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος Σ1 ως αστυνομικός του Α/Τ ..., συνάδελφος σ' αυτό του β' κατηγορουμένου, στις 24-1-2002 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος ήτοι της ψευδούς βεβαιώσεως, βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ήτοι την ακρίβεια του φωτοαντιγράφου και κάρτας παραμονής και του διαβατηρίου της ... χωρίς να του επιδειχθούν τα πρωτότυπα αυτών, επίσης την ίδια άνω ημερομηνία βεβαίωσε την ακρίβεια του φωτοαντιγράφου της από 16-12-2002 βεβαίωση του ΙΚΑ που αφορά την ίδια άνω αλλοδαπή χωρίς επίσης να του επιδειχθεί το πρωτότυπο αυτής και τέλος την ίδια ημερομηνία βεβαίωσε το ιδιόχειρο της υπογραφής της ίδιας σε μία υπεύθυνη δήλωση θέτοντας την υπογραφή του και την σφραγίδα με το όνομα του καθώς και την σφραγίδα του Α/Τ ... επί της δηλώσεως, η οποία όμως δήλωση δεν είχε ποτέ υπογραφεί από την αιτούσα και μάλιστα ενώπιόν του. Την κρίση του αυτή το Δικαστήριο στηρίζει και στην κατάθεση της εν λόγω αλλοδαπής, η οποία όπως αναλυτικά παραπάνω αναφέρθηκε κατέθεσε στην από (προανακριτική) 25-4-2002 ένορκη κατάθεσή της, η οποία λόγω του ανεφίκτου της παρουσίας της στο ακροατήριο σήμερα επειδή είναι αγνώστου διαμονής (Βλ. από 12-6-2008 βεβαίωση αστυνομικού ...) αναγνώστηκε από το Δικαστήριο τούτο, σε συνδυασμό και με την από 25-4-2002 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης των άνω εγγράφων που παραδόθηκαν απ' αυτήν και στην οποία αναφέρει ότι αυτή ουδέποτε ενώπιον του άνω αστυνομικού υπέγραψε ώστε να βεβαιώσει αυτός το γνήσιο της υπογραφής της, αλλά και ούτε προσκόμισε σ' αυτόν τα πρωτότυπα των λοιπών εγγράφων της σε πρωτότυπο για να βεβαιώσει αυτός το ακριβές αντίγραφό της. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί αυτός ένοχος κατ' εξακολούθηση των άνω ψευδών βεβαιώσεων με το ελαφρυντικό προτέρου εντίμου βίου και αθώος της ψευδούς βεβαιώσεως της προσωρινής αδείας παραμονής του ... λόγω αμφιβολιών. Όσον αφορά δε τον έκτο κατηγορούμενο Σ2 που υπηρετούσε στο αστυνομικό τμήμα ... αποδείχθηκε ότι αυτός την 30-1-2002 βεβαίωσε το ιδιόχειρο της υπογραφής του αλλοδαπού ... επί της από 30-1-2002 υπεύθυνης δήλωσής του, θέτοντας την σφραγίδα του ΑΤ ...και την υπογραφή του χωρίς ο υπογράφων να έχει υπογράψει ενώπιόν του. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος της άνω ψευδούς βεβαιώσεως με το ελαφρυντικό προτέρου εντίμου βίου και αθώος των λοιπών ψευδών βεβαιώσεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος πρωτοδίκως λόγω αμφιβολιών. Επίσης το δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες για το αν ο πέμπτος και έβδομος κατηγορούμενοι ... βεβαίωσαν ψευδώς αντίστοιχα ο μεν πρώτος το ιδιόχειρο της υπογραφής της ... και ο δεύτερος της ... και του ... και γι' αυτό τον λόγο πρέπει να κηρυχθούν αθώοι αυτοί και μετά ταύτα παρέλκει η εξέταση των αυτοτελών ισχυρισμών του 5ου κατηγορουμένου. Οι άνω τώρα αστυνομικοί Σ1 και Σ2, που το δικαστήριο έκρινε ότι είναι ένοχοι των άνω ψευδών βεβαιώσεων εκ προθέσεως το δικαστήριο κρίνει ότι ωθήθηκαν στις άνω παράνομες πράξεις της από τους πρώτη και δεύτερο κατηγορουμένους, οι οποίοι από κοινού διατηρούσαν γραφείο εξυπηρέτησης αλλοδαπών, παίζοντες και οι δύο ενεργό ρόλο στην κίνηση του εν λόγω γραφείου. Τους αστυνομικούς αυτούς εγνώριζε τόσο ο β' κατηγορούμενος, όσο και η σύζυγός του α' κατηγορουμένη . Συγκεκριμένα ο β' κατηγορούμενος μάλιστα συνυπηρετούσε στο ίδιο αστυνομικό τμήμα με τον Σ1 τον τελευταίο δε και η σύζυγός του α' κατηγορουμένου επισκεπτόταν συχνά καθ' ομολογία και του ζητούσε να επικυρώσει διάφορα έγγραφα αλλοδαπών χωρίς την παρουσία της όπως ο ίδιος κατέθεσε, λέγοντάς του πως οι αλλοδαποί ενδιαφερόμενοι ήσαν έξω (ομολογώντας δηλαδή τις πράξεις του). Επίσης και του Σ2 εγνώριζαν οι α' και β' κατηγορούμενοι, αφού εκτός της άνω ψευδούς βεβαιώσεως για την οποία έκρινε το Δικαστήριο ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, βρέθηκε και πληθώρα άλλων υπογραφέντων απ' αυτόν εγγράφων, ήτοι βεβαιώσεων υπογραφεισών απ' αυτόν για τις οποίες κηρύχθηκε αθώος πρωτοδίκως, η δε μάρτυρας κατηγορίας του ΙΚΑ .. κατέθεσε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος (Σ2) ήταν γνωστός στο ΙΚΑ διότι επισκεπτόταν συχνά την γ' κατηγορουμένη Χ1 υπάλληλο του ΙΚΑ την οποία εγνώριζε και ότι τον είχαν δει και άλλοι συνάδελφοί της στο ΙΚΑ να την επισκέπτεται. Γνωρίζοντας οι πρώτη και δεύτερος κατηγορούμενοι τους άνω αστυνομικούς και σύμφωνα με τα άνω αποδειχθέντα προς διευκόλυνση του γραφείου τους και προς προσέλκυση αλλοδαπών πελατών με προτροπές και παραινέσεις τους έπεισαν να βεβαιώσουν τα άνω έγγραφα που τους παρέδωσαν προς επικύρωση, χωρίς την παρουσία των αλλοδαπών αφού όλοι τους γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν εκεί την ώρα της βεβαίωσης οι αλλοδαποί. Πρέπει έτσι ν' απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των πρώτου και δεύτερου κατηγορουμένων ως ουσιαστικά αβάσιμοι και ειδικότερα οι ισχυρισμοί τους ότι τα έγγραφα που προσκόμιζαν οι αλλοδαποί στο γραφείο της ήσαν επικυρωμένα προηγουμένως απ' αυτούς (αλλοδαπούς) χωρίς την δική τους συνδρομή, αφού το αντίθετο αποδείχθηκε και ότι δεν εγνώριζαν τους άνω αστυνομικούς που φέρονται ότι ψευδώς θεώρησαν και περαιτέρω ότι η α' κατηγορουμένη τύποις φερόταν ως ιδιοκτήτρια του εν λόγω γραφείου, σύμφωνα με αυτά που αναλυτικά άνω αναφέρθηκαν. Πρέπει επίσης ν' απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του β' κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και 84 § 22 ΠΚ, διότι αφενός αυτός δεν έχει πρότερο έντιμο βίο αφού έχει ήδη καταδικασθεί σε διετή φυλάκιση από το Δικαστήριο τούτο για το αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως, καταδίκη που κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αναίρεσης του κατ' αυτής, αφετέρου διότι ο κατηγορούμενος αυτός, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την τέλεση των πράξεών του μέχρι και σήμερα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δεν απέδειξε ότι είχε καλή συμπεριφορά. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι πρώτη και δεύτερος κατηγορούμενοι ηθικής αυτουργίας, με το ελαφρυντικό προτέρου εντίμου βίου η πρώτη, κατ' εξακολούθηση, στις ψευδείς βεβαιώσεις για τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι οι τέταρτος και έκτος κατηγορούμενοι και αθώοι για τις λοιπές βεβαιώσεις για τις οποίες κρίθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι αυτοί καθώς και οι πέμπτος και έβδομος κατηγορούμενοι. Περαιτέρω όσον αφορά την γ' κατηγορουμένη Χ1 αποδείχθηκε ότι αυτή ήταν υπάλληλος του ΙΚΑ ... κατά τους άνω χρόνους και αρμοδία καθ'ύλην και κατά τόπο να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας, που της είχε ανατεθεί προσωρινά, να συντάσσει δημόσιο έγγραφο κατά την έννοια των αρθ. 13 στοιχ. γ' ΠΚ και 438 Κ.Πολ.Δ, προοριζόμενο για εξωτερική υπηρεσία προς πλήρη απόδειξη των γεγονότων που βεβαιώνονται σ' αυτό. Ειδικότερα στην γ' κατηγορουμένη ως διοικητικής υπαλλήλου του ΙΚΑ ... είχαν προσωρινώς λόγω φόρτου εργασίας ανατεθεί από την υπηρεσία της και τα καθήκοντα να παραλαμβάνει, να καταχωρεί αιτήσεις έκδοσης απογραφικών δελτίων ασφαλισμένων στο ΙΚΑ, συνήθως αλλοδαπών καθώς και να επικυρώνει τα ακριβή φωτοαντίγραφα των πρωτοτύπων αυτών αιτήσεων. Βάσει των αιτήσεων αυτών οι εν λόγω ασφαλισμένοι αλλοδαποί ελάμβαναν ταχυδρομικών μετά κάποιο χρονικό διάστημα την καρτέλα ενσήμων του ΙΚΑ την οποία προσκόμιζαν στην συνέχεια στην Νομαρχία Αθηνών (Δ/νση εργασίας) για να βγει η άδεια εργασίας της η άδεια παραμονής του στη χώρα. Έτσι η κατηγορουμένη που δεν αρνείται ότι είχε τα άνω καθήκοντα που της είχαν ανατεθεί προσωρινώς από την υπηρεσία της βεβαίωσε στα πλαίσια των άνω καθηκόντων της κατ' επανάληψη σε έγγραφα ψευδώς με πρόθεση περιστατικά, που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι με την ιδιότητά της αυτή ως υπαλλήλου στις 6-2-2002 πρώτη και τις λοιπές και την 23-4-2002 βεβαίωσε ψευδώς την ακρίβεια των υπ' αριθμ. .., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., .., ..., ..., και ... αιτήσεων απογραφής άμεσα ασφαλισμένων 13 αλλοδαπών ήτοι των αλλοδαπών που αναλυτικά αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα επικύρωσε τα φωτοαντίγραφα αιτήσεων απογραφής άμεσα ασφαλισμένων θέτοντας την υπογραφή της, την σφραγίδα του ΙΚΑ και την σφραγίδα της χωρίς να της επιδειχθούν τα πρωτότυπα των αιτήσεων αυτών, χωρίς δηλαδή να δει της πρωτότυπες αυτές αιτήσεις αφού δεν τις παρέλαβε η ίδια. Δηλαδή βεβαίωσε ότι υπήρχαν αιτήσεις απογραφής άμεσα ασφαλισμένων αλλοδαπών ήτοι των ανωτέρω χωρίς να υπάρχει κάποια σχετική πρωτότυπη αίτησή της αφού οι ίδιοι ποτέ δεν είχαν προσέλθει στο ΙΚΑ αυτό στην αρμόδια Υπηρεσία για να τις υποβάλλουν αυτοπροσώπως. Συγκεκριμένα η διαδικασία που ακολουθεί το για την έκδοση απογραφικών δελτίων ήταν η εξής: Οι ενδιαφερόμενοι αλλοδαποί συνήθως συμπλήρωναν το απογραφικό δελτίο ήτοι την αίτηση στην συνέχεια την φωτοτυπούσαν εκτός ΙΚΑ και προσήρχοντο μετά την φωτοτύπηση στο αρμόδιο τμήμα του καταστήματος και ελάμβαναν αντίγραφο επικυρωμένο στην πίσω σελίδα, ενώ η υπηρεσία κρατούσε την πρωτότυπη αίτηση με τα δικαιολογητικά που κατέθετε ο αλλοδαπός. Τα άνω φωτοαντίγραφα όμως επικυρώθηκαν από την τρίτη κατηγορουμένη υπάλληλο του ΙΚΑ χωρίς την επίδειξη των πρωτοτύπων αιτήσεων και έφεραν σφραγίδα επικύρωσης στο επάνω δεξιό μέρος της πρώτης σελίδας με τον γραφικό χαρακτήρα της, χειρόγραφη ημερομηνία, στρογγυλή σφραγίδα και υπογραφή της με "κοκκινομπλέ" (ταμπόν μελάνι, πράγμα από το οποίο συνάγεται ότι οι επικυρώσεις αυτές απ' αυτήν έγιναν εκτός του υποκαταστήματος του ΙΚΑ, αφού η γραμματεία του επικύρωνε με μπλέ μελάνι στην πίσω σελίδα αυτού, μεταξύ των υπογραφών ασφαλισμένων και παραλαβόντα με ημερομηνία που έμπαινε με μηχανική σφραγίδα. Στην συνέχεια η κατηγορουμένη τις αιτήσεις αυτές καταχώρησε στο βιβλίο και πάλι εκτός του ΙΚΑ, αφού καθημερινά σχεδόν μετέφερε μέσα σε μεγάλη βαριά τσάντα το βιβλίο εκτός υπηρεσίας στο σπίτι της για τον σκοπό αυτό, πράγμα που είχε γίνει αντιληπτό από τους υπαλλήλους οι οποίοι υποψιάζονταν ότι είχε παράνομες δραστηριότητες και ήσαν επιφυλακτικοί προς αυτήν. Το βιβλίο αυτό έπαιρνε στο σπίτι της η κατηγορουμένη αυτή για να καταχωρεί τις αιτήσεις που κατά τα άνω δεν είχαν υποβληθεί νομίμως στην αρμόδια υπηρεσία του ΙΚΑ και με την άνω αναφερθείσα διαδικασία, αλλά εκτός ΙΚΑ και χωρίς την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αιτούντος ή του νομίμως διορισθέντος πληρεξουσίου του, πλην όμως αυτή βεβαίωνε ψευδώς στα επικυρωθέντα απ' αυτήν αντίγραφα ότι είχαν εμφανισθεί οι αλλοδαποί στο ΙΚΑ αυτοπροσώπως, αφού στη θέση ο αιτών υπήρχαν υπογραφές δήθεν εμφανισθέντων αλλοδαπών. Μετά κάποιο χρονικό διάστημα ο αλλοδαπός είτε ταχυδρομική, είτε προσκομίζοντας στο ΙΚΑ το αντίγραφο αυτό της αιτήσεως ελάμβανε την καρτέλα ενσήμων του στο ΙΚΑ που την προσκόμιζε περαιτέρω όπως προαναφέρθηκε σε άλλες υπηρεσίες. Η ενέργεια δε αυτή της κατηγορουμένης να εκδώσει επικυρωμένα αντίγραφα αιτήσεων απογραφής των άνω αλλοδαπών στις οποίες κατά τα άνω βεβαίωνε ψευδώς ότι είχαν προσέλθει ενώπιόν της οι αλλοδαποί αυτοί και υπέβαλαν τις αιτήσεις απογραφής με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά τους, χωρίς στην πραγματικότητα να έχει συμβεί τούτο, καθώς ούτε είχαν προσέλθει στο ΙΚΑ οι ίδιοι, ούτε οι ίδιοι είχαν υπογράψει τις σχετικές αιτήσεις, ούτε κάποιοι άλλοι για λογαριασμό τους, αφού δεν υπάρχει κάποια σχετική μνεία περί του τελευταίου αυτού γεγονότος στα άνω επικυρωθέντα αντίγραφα (δεδομένου ότι στην λέξη "αιτών" υπάρχει απλή υπογραφή των αλλοδαπών), είχαν τις έννομες συνέπειες ήτοι να εκδοθούν οι ανάλογες καρτέλες ενσήμων των αλλοδαπών αυτών χωρίς αυτοί καν να έχουν προσέλθει στο ΙΚΑ, .... Οι άνω παράνομες πράξεις της κατηγορουμένης είχαν έννομες συνέπειες δηλαδή διότι εάν δεν βεβαίωνε τα άνω ψευδώς εκ προθέσεως η κατηγορουμένη δεν θα εκδιδόταν η καρτέλα ενσήμων των άνω ασφαλισμένων και δεν θα εξεδίδετο στην συνέχεια άδεια παραμονής τους και άδεια εργασίας της, το γεγονός δε ότι ψευδώς βεβαίωνε το ακριβές αντίγραφο των άνω αιτήσεων καίτοι οι φερόμενοι ως αιτούντες ποτέ δεν προσήλθαν ενώπιόν της να υποβάλουν αιτήσεις αυτοπροσώπως δηλώνει και τον δόλο της κατηγορουμένης να πράξει τούτο. Την κρίση του το δικαστήριο περί του ψευδώς των άνω βεβαιώσεων της κατηγορουμένης την στηρίζει τόσο στην κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας, το πόρισμα των ενόρκων διοικητικών εξετάσεων όσο και στα ίδια τα προσκομιζόμενα επικυρωμένα αντίγραφα των αιτήσεων απογραφής των άνω αλλοδαπών, στα οποία όλα ανεξαιρέτως αναφέρεται (πλην του πρώτου) ως διεύθυνση των αλλοδαπών η ίδια, ήτοι ..., πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν υπήρχαν πρωτότυπες αιτήσεις των αλλοδαπών αυτών, οι οποίοι και συνεννοημένοι να ήσαν μεταξύ τους δεν θα δήλωναν για λόγους ασφαλείας την ίδια διεύθυνση. Η διεύθυνση αυτή γράφηκε από την κατηγορουμένη ή τους συνεργάτες της για να εδραιωθεί αρμοδιότητα προς διεκπεραίωση των σχετικών αιτήσεων από το Υποκατάστημα ΙΚΑ ..., αφού η οδός αυτή ανήκε διοικητικά του υποκατάστημα αυτό. Επίσης την κρίση του στηρίζει όσον αφορά το επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως με αύξοντα αριθμό ... που αφορά το Φ1, στην κατάθεση του ίδιου του δήθεν αιτούντος, ο οποίος στην από 16-5-2002 ένορκη εξέτασή του καταθέτει ότι επειδή ήθελε να ανανεώσει την άδεια παραμονής πήγε σε ένα γραφείο που εξυπηρετεί αλλοδαπούς που βρίσκεται στην ... που τον είχαν συστήσει γύρω στις 10 Φεβρουαρίου ιδίου έτους και βρήκε εκεί ένα κύριο από τον οποίο ζήτησε να του βγάλει βεβαίωση ΑΦΜ από την Εφορία και κάποιο χαρτί από το ΙΚΑ και ότι αυτός του ζήτησε 100€ για να του τα βγάλει, αφού του ζήτησε φωτοτυπία της παλαιάς αδείας παραμονής και του διαβατηρίου του και ότι μετά 15 ημέρες του τα είχε έτοιμα. Περαιτέρω αναφέρει ότι ποτέ δεν πήγε στο ΙΚΑ ούτε στην Εφορία, αλλά ότι τα χαρτιά αυτά του τα έφτιαξε ο άνω κύριος που του είπε ότι είναι δικηγόρος και ότι δεν έχει υπογράψει ποτέ ο ίδιος ως "αιτών" και ότι η υπογραφή που έχει το έγγραφο (του ΙΚΑ) δεν είναι δική του, ούτε η διεύθυνσή του είναι η οδός ..., αφού αυτός διαμένει στη ... και την μητέρα την λένε ... και όχι .... Επίσης για τον ίδιο άνω ασφαλισμένο κατέθεσε τα ίδια περίπου και ο φίλος του αλλοδαπός Φ4 και περαιτέρω ότι ο τελευταίος για λογαριασμό του άνω αλλοδαπού προσήλθε με το άνω επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης απογραφής άμεσα ασφαλισμένων στο ΙΚΑ ... για να παραλάβει αντ' αυτού την καρτέλα ενσήμων του ΙΚΑ και εκεί συνελήφθη από την διεύθυνση αλλοδαπών της αστυνομίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η τρίτη κατηγορουμένη κατ' εξακολούθηση ψευδούς βεβαιώσεως με το ελαφρυντικό προτέρου εντίμου βίου και να απορριφθούν οι αυτοτελείς της ισχυρισμοί κατά τα λοιπά. Ειδικότερα όσον αφορά τον υπό στοιχεία 1α ισχυρισμό της, διότι αποδείχθηκε και η ίδια άλλωστε ομολόγησε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ότι της είχαν ανατεθεί προσωρινός λόγω φόρτου εργασίας τα άνω καθήκοντα ήτοι παραλαβής και επικύρωσης αιτήσεων απογραφής καθώς και η καταχώρηση των αιτήσεων αυτών στο σχετικό βιβλίο του ΙΚΑ. Ομοίως, απορριπτέοι για τους άνω αναφερθέντες λόγους είναι και οι υπό στοιχεία 1β' και 1γ' αυτοτελώς ισχυρισμοί και ΙΙ λόγοι, διότι το δικαστήριο ρητά άνω δέχθηκε ότι οι κατ' εξακολούθηση ψευδείς βεβαιώσεις της γ' κατηγορουμένης συνίσταντο στο γεγονός ότι αυτή ψευδώς βεβαίωνε ότι προσήλθαν οι άνω αλλοδαποί αυτοπρόσωποι στο ΙΚΑ ... και υπέβαλαν τις αιτήσεις (πρωτότυπες) και ότι οι ίδιοι τις υπέγραψαν, πράγμα που κατά την κρίση του για τους άνω λεπτομερώς εκτεθέντες λόγους δεν συνέβη στην πραγματικότητα και στην ουσία η κατηγορουμένη αυτή επικυρώνοντας τα άνω αντίγραφα με στρογγυλές σφραγίδες της υπηρεσίας της και βάζοντας την υπογραφή της κάτω από την επικύρωση αυτή τα κατέστησε δημόσια έγγραφα που είχαν του λοιπού έννομες συνέπειες περαιτέρω όπως αναλυτικά άνω αναφέρθησαν. Όσον αφορά τώρα τον ισχυρισμό της, που είναι και αυτός απορριπτέος, ότι δηλαδή δεν είχε σκοπό να βλάψει την υπηρεσία της με τις ενέργειές της, αλλά ότι το μόνο κίνητρο ήταν να εξυπηρετηθούν ταχύτερα οι αλλοδαποί ασφαλισμένοι, πρέπει να λεχθεί ότι η κατηγορουμένη εγνώριζε ως έμπειρη κατά κοινή ομολογία υπάλληλος, ότι με τις ενέργειες της αυτές βεβαίως και εξυπηρετούντο οι αλλοδαποί, οι οποίοι ενδεχομένως δεν είχαν τις νόμιμες προϋποθέσεις (λόγω ελλειπών δικαιολογητικών, να απογραφούν και να λάβουν καρτέλα ενσήμων ΙΚΑ και όμως αυτή παρόλα αυτά που εγνώριζε καλώς, τους βοηθούσε να λάβουν καρτέλα ενσήμων καίτοι δεν το δικαιούντο ενδεχομένως με τις περαιτέρω έννομες συνέπειες, πλήττοντας την καλή λειτουργία της υπηρεσίας της ως προς τα εκδιδόμενα απ' αυτήν έγγραφα και πιστοποιητικά (Εφ. Παρ. 261/2003 Ποιν.Χρ. ΝΕ-546') αλλά και δυσφημίζοντας παράλληλα την υπηρεσία της και καθιστώντας την αναξιόπιστη έναντι του συνόλου των συναλλασσομένων, αφού μόνο μερικοί εξ αυτών εξυπηρετούντο, ενώ σε πολλούς έδειχνε ένα οξύθυμο και δύσκολο χαρακτήρα, όπως ρητά κατέθεσαν στην ΕΔΕ μάρτυρες συνάδελφοί της ότι δηλαδή αρκετές φορές ήταν οξύθυμη και οριστική προς την συναλλασσόμενη και μη συνεργάσιμη προς τους συναδέλφους της. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κήρυξε ένοχη την πρώτη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση και τους δεύτερο και τρίτη από αυτούς για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση, η οποία όμως τελέσθηκε από τους καταδικασθέντες με την ίδια απόφαση, αστυνομικούς Σ1 και Σ2, οι οποίοι δεν είναι αναιρεσείοντες στην παρούσα δίκη. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι στο πρόσωπο της πρώτης και τρίτης αναιρεσείούσας συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 § 2 περ. α' ΠΚ), επέβαλε ποινή φυλάκισης, σε καθένα από τους δύο πρώτους, δέκα οκτώ (18) μηνών και στην τρίτη δέκα πέντε (15) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρονιά. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 α, γ, 46 παρ. 1α, 98, και 242 του ΠΚ που εφάρμοσε τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, με την απόφαση αιτιολογείται, η ιδιότητά της πρώτης αναιρεσείουσας και των αστυνομικών, Σ1 και Σ2, ως υπαλλήλων, κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων και η αρμοδιότητα τους να βεβαιώνουν την ακρίβεια φωτοαντιγράφων, η γνώση τους ως προς τα ψευδή γεγονότα που αυτοί βεβαίωσαν και η θέληση τους να βεβαιώσουν αυτά, η έννομη συνέπεια των ψευδώς βεβαιωθέντων στα έγγραφα και ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν από τους δεύτερο και τρίτη από τους αναιρεσείοντες, προκειμένου να προκαλέσουν στους δύο αστυνομικούς την απόφαση να τελέσουν την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης. Η πρώτη αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης βάσης και ακόμη με αυτήν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη των άρθρων 13 α, γ και 242 του ΠΚ, διότι α) δεν προκύπτει αναμφίβολα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλες τις αποδείξεις, αφού όσα δέχθηκε αντιφάσκουν με το περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων και των με αριθμό 34 και 51 αναγνωσθέντων εγγράφων. β)δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία κατέληξε στην κρίση ότι είχε αρμοδιότητα να επικυρώνει τα φωτοαντίγραφα των πρωτοτύπων εντύπων ούτε αιτιολογεί αυτήν και γ) τα φωτοαντίγραφα τα οποία επικύρωσε δεν αποτελούν έγγραφα, δυνάμενα να έχουν έννομες συνέπειες αλλά είναι απλώς ενδοϋπηρεσιακά. Οι παραπάνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες γιατί, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το δικαστήριο α) προκειμένου να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του, έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, με την επίκληση δε της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων β) με ειδική αιτιολογία δέχεται ότι στην κατηγορουμένη "ως διοικητικής υπαλλήλου του ΙΚΑ ... είχαν προσωρινώς, λόγω φόρτου εργασίας ανατεθεί από την υπηρεσία της και τα καθήκοντα να παραλαμβάνει, να καταχωρεί αιτήσεις έκδοσης απογραφικών δελτίων ασφαλισμένων στο ΙΚΑ, συνήθως αλλοδαπών καθώς και να επικυρώνει τα ακριβή φωτοαντίγραφα των πρωτοτύπων αυτών αιτήσεων." και γ)με ειδική αιτιολογία δέχεται ότι τα φωτοαντίγραφα τα οποία επικύρωσε αποτελούν δημόσια έγγραφα, με συγκεκριμένες έννομες συνέπειες οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ανάγονται στο ότι παρείχαν τη δυνατότητα στα αναφερόμενα σ' αυτά πρόσωπα να ζητήσουν και να επιτύχουν την έκδοση της καρτέλας ενσήμων και στη συνέχεια της άδειας εργασίας και της παραμονής των στην Ελλάδα. Επομένως είναι αβάσιμοι και οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε', στην αίτηση της ίδιας αναιρεσείουσας, έκτος, έβδομος και όγδοος, λόγοι αναιρέσεως. Τέλος απαράδεκτος, είναι ο ένατος και τελευταίος στο ίδιο δικόγραφο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο, το Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 του Ν.2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας) στην παρ. 4 του οποίου ορίζεται ότι "όταν η αίτηση δεν υποβάλλεται αυτοπροσώπως πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του δελτίου ταυτότητας ή των αντίστοιχων εγγράφων", γιατί η διάταξη αυτή δεν είναι διάταξη ουσιαστικού ποινικού δικαίου, αλλά και γιατί προβάλλεται αλυσιτελώς. Οι δεύτερος και τρίτη αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες 1) το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 13 και 242 του ΠΚ, γιατί τα έγγραφα με τα οποία ο αστυνομικός Σ1 διέπραξε την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, για την οποία αυτός μεν καταδικάσθηκε ως αυτουργός και οι ίδιοι ως ηθικοί αυτουργοί, ήταν ανυπόστατα και δεν είχαν έννομες συνέπειες, αφού "Α)άλλα ήταν ασυμπλήρωτα κατά τα στοιχεία των πελατών Β) άλλα ήταν ανυπόγραφα από τους αστυνομικούς υπαλλήλους Γ) τα περισσότερα έφεραν την επίσημη σφραγίδα θεώρησης της Ελληνικής Αστυνομίας, χωρίς την υπογραφή του θεωρούντος υπαλλήλου, ή χωρίς ένσημα σφραγισμένα ή χωρίς συμπλήρωση της σφραγίδας θεώρησης κλπ) 2) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί δεν προκύπτει αναμφίβολα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, αφού αναφέρεται μόνο στην κατάθεση της αλλοδαπής ..., η ελλειπής δε αιτιολογία είναι και αντιφατική, αφού δέχεται ότι η παραπάνω αλλοδαπή είχε αφήσει έγραφα στο γραφείο της και συνεπώς είχε αφήσει και τα πρωτότυπα για την έκδοση των φωτοαντιγράφων 3)δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και κατέληξε στην παραδοχή της απόφασης που αναφέρεται στην ψευδή βεβαίωση επί της από 30-1-2002 υπεύθυνης δήλωσης του .., και τις έννομες συνέπειες της, ενόψει του ότι δεν έχει τεθεί η έντυπη σφραγίδα με τα στοιχεία του αστυνομικού που τη θεώρησε, για την οποία καταδικάσθηκαν, ο μεν αστυνομικός Σ2 ως αυτουργός και αυτοί ως ηθικοί αυτουργοί 4) δεν αναφέρονται στην απόφαση ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι αναιρεσείοντες προκειμένου να πείσουν τα αστυνομικά όργανα να διαπράξουν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις. Οι παραπάνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες διότι: Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση α)ανεξάρτητα από την αοριστία της παραπάνω αιτίασης από το μη ακριβή προσδιορισμό των ελλείψεων κάθε φωτοαντιγράφου, στην απόφαση υπάρχει η παραδοχή ότι ο Σ1 βεβαίωσε την ακρίβεια των φωτοαντιγράφων χωρίς να του επιδειχθεί το πρωτότυπο, καθώς και το ιδιόχειρο της υπογραφής των ατόμων που αναφέρονται σ' αυτά, χωρίς να υπογράψουν ενώπιον του και συνεπώς προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά είχαν συμπληρωθεί ως προς τα απαιτούμενα για την ισχύ τους στοιχεία και προέκυπταν από αυτά έννομες συνέπειες β)το γεγονός ότι το Δικαστήριο εξαίρει ειδικά την κατάθεση της παραπάνω μάρτυρα, γιατί έχει δική της αντίληψη ως προς την αξιόποινη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, δεν σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη του και όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, δοθέντος ότι τούτο βεβαιώνεται και στο προοίμιο της απόφασης, η παραδοχή δε αυτής κατά την οποία στο γραφείο των αναιρεσειόντων βρέθηκαν έγγραφα, δεν έρχεται σε αντίφαση με εκείνη ότι δεν υπήρχαν τα πρωτότυπα των φωτοαντιγράφων, αφού δεν έγινε δεκτό ότι τα έγγραφα που βρέθηκαν αποτελούν τα πρωτότυπα των φωτοαντιγράφων γ)αναφέρονται λεπτομερώς στο προοίμιο της απόφασης, κατ' είδος, τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ως προς την πράξη που τέλεσε ο Σ2, αιτιολογείται δε σαφώς η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη πράξη έννομων συνεπειών, δοθέντος ότι το συγκεκριμένο φωτοαντίγραφο επικυρώθηκε δια της ιδιόχειρης υπογραφής του, δίχως να ασκεί επιρροή η θέση ή μη της έντυπης σφραγίδας και των στοιχείων του και 4)εκτενώς αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα που οι αναιρεσείοντες χρησιμοποίησαν για να πείσουν τον αυτουργό της πράξεως, αφού στην απόφαση υπάρχει η παραδοχή ότι "Γνωρίζοντας οι πρώτη και δεύτερη κατηγορούμενοι τους άνω αστυνομικούς και σύμφωνα με τα άνω αποδειχθέντα προς διευκόλυνση του γραφείου τους και προς προσέλκυση αλλοδαπών πελατών, με προτροπές και παραινέσεις τους έπεισαν να βεβαιώσουν τα άνω έγγραφα που τους παρέδωσαν προς επικύρωση, χωρίς την παρουσία των αλλοδαπών, αφού όλοι τους γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν εκείνη την ώρα της βεβαίωσης οι αλλοδαποί". Επομένως είναι αβάσιμοι και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε', πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, λόγοι αναιρέσεως των αναιρεσειόντων δεύτερου και τρίτης, κατά το μέρος δε που με αυτούς πλήττεται και η ουσιαστική κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου είναι απαράδεκτοι. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν για έρευνα άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν όλες οι αιτήσεις και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, (ΙΚΑ), (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 25-9-2008, 22-9-2008 και 22-9-2008, αντίστοιχα, αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3, για αναίρεση της με αριθμό 5347/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει προσδιορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ, συνολικά. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής βεβαίωση και ηθική αυτουργία σ' αυτήν παράσταση ως πολιτικώς ενάγοντος του ΙΚΑ, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αξιόποινη πράξη του υπαλλήλου του. Δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύει σε τι συνίσταται η βλάβη, αφού είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Δεν δημιουργείται ακυρότητα από τη μη ανάγνωση εγγράφου, που αφορά το σώμα του εγκλήματος. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Αβάσιμοι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτονται οι αιτήσεις.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Ψευδής βεβαίωση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1050/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστή, περί αναιρέσεως της 10673/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/νίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1518/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2523/1997, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία, ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αξίας (παρ. 4). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται αντικειμενικώς έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και περαιτέρω θέληση του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, και σκοπό ν' αποκρύψει φορολογητέα ύλη. Κατά την αυτή διάταξη αδίκημα φοροδιαφυγής διέπραττε και ο αποδέκτης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων,ενώ, κατά το άρθρο 19 του ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, η αποδοχή πλαστών φορολογικών στοιχείων δεν αποτελεί πλέον τέτοιο αδίκημα και τούτο γιατί κρίθηκε από το νομοθέτη, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, ως μη απαραίτητο, "καθόσον είναι δυνατόν λήπτες πλαστών ή νοθευμένων φορολογικών στοιχείων να αγνοούν την πλαστότητα ή τη νοθεία των στοιχείων". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 40 του Ν.3220/2004, ορίζεται ότι "επί εικονικών φορολογικών στοιχείων τα οποία φέρονται ότι εκδόθηκαν από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία, ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από οποιοδήποτε φυσικό, νομικό ή άλλης μορφής πρόσωπο, εφόσον τα πρόσωπα αυτά αποδεικνύουν ότι είναι παντελώς αμέτοχα με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οι αναλογούντες φόροι, τέλη και εισφορές και γενικά οι κάθε είδους φορολογικές επιβαρύνσεις και διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, αποκλειστικά, κατά του πραγματικού υπόχρεου που υποκρύπτεται και όχι κατά του φερόμενου ως εκδότη.". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 οτοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε1 ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 10673/2008 απόφαση του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται σ'αυτήν, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, για παράβαση του άρθρου 19 Ν.2523/1997, κατ' εξακολούθηση. Προκειμένου να αιτιολογήσει την περί ενοχής κρίση του, δέχθηκε τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "ο κατηγορούμενος, τέλεσε κατ' εξακολούθηση την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα, ως υποκρυπτόμενος λήπτης εικονικών τιμολογίων με πρόθεση αποδέχθηκε τα παρακάτω εικονικά φορολογικά στοιχεία εκδόσεως ειδικότερα :α) το υπ' αριθμ. ...τιμολόγιο πώλησης εκδόσεως "...", σύμφωνα με το οποίο φερόταν ότι ο ως άνω πώλησε και παρέδωσε στον " Χ1",... ποσότητα 19.308 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης και β) το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο πώλησης- Δελτίο Αποστολής εκδόσεως του "..." σύμφωνα με το οποίο φερόταν ότι ο ως άνω εκδότης πώλησε και παρέδωσε στον Χ2 ...ποσότητα 7.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης ήτοι ποσότητα συνολικής αξίας 10.266.000 πλέον Φ.Π.Α. 1.847.880 δραχμών. Τα παραπάνω φορολογικά στοιχεία, συνολικής αξίας 11.958.000 δραχμών ή 35.093,18 ευρώ, τα αποδέχθηκε και τα καταχώρισε στα τηρούμενα βιβλία της εταιρίας του, παρά το γεγονός ότι αυτός γνώριζε ότι αυτά ήταν εικονικά δεδομένου ότι οι συναλλαγές που εμφάνιζαν ήταν ανύπαρκτες στο σύνολο τους και ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των αναφερομένων στα τιμολόγια προσώπων. Ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, προέκυψε ότι αυτός ο οποίος πράγματι παρέλαβε τις ανωτέρω ποσότητες πετρελαίου από τους εκδότες των άνω τιμολογίων ήταν ο κατηγορούμενος και όχι η γερμανική επιχείρηση του υιού του Χ2, η οποία αναφέρεται στα άνω τιμολόγια, οι δε ποσότητες πετρελαίου θέρμανσης που παρέλαβε αυτός χρησιμοποιήθηκαν για την κίνηση τόσο των φορτηγών ιδιοκτησίας του, όσο και για την κίνηση φορτηγών ιδιοκτησίας της μεταφορικής επιχείρησης του γιου του και τούτο γιατί καμία από τις παραπάνω επιχειρήσεις, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την αγορά τόσης μεγάλης ποσότητας πετρελαίου θέρμανσης, αφού από τον επιτόπιο έλεγχο των αρμοδίων υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης του κατηγορουμένου στο ..., διαπιστώθηκε ότι για τη θέρμανση του χώρου χρησιμοποιούνται ηλεκτρικά καλοριφέρ, ούτε υφίστανται εγκαταστάσεις κατάλληλες που να δικαιολογούν την αγορά τόσης μεγάλης ποσότητας πετρελαίου θέρμανσης, ενώ και η γερμανική επιχείρηση του υιού του, με αντικείμενο εργασιών τις διεθνείς μεταφορές, φέρεται να λειτουργεί σε ένα διαμέρισμα και λόγω του μικρού του χώρου δεν δικαιολογεί την αγορά πετρελαίου θέρμανσης και μάλιστα τόσης μεγάλης ποσότητας και συνεπώς αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος ως υποκρυπτόμενος λήπτης αποδέχθηκε τα παραπάνω εικονικά ως προς τα πρόσωπα τιμολόγια. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω αξιόποινης πράξης. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι απαραδέκτως ασκήθηκε η ποινική δίωξη εναντίον του, διότι με μεταγενέστερη διάταξη καταργήθηκε σιωπηρώς η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 4 εδ. β, η οποία έθετε ως υποκείμενο της ποινικής δίωξης και τον υποκρυπτόμενο-πραγματικό λήπτη της συναλλαγής, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθώς ουδόλως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 40 του ν.3220/2004 ότι η ποινική δίωξη περιορίσθηκε μόνο στους υποκρυπτόμενους πραγματικούς εκδότες καταργώντας σιωπηρά την δίωξη σε βάρος των υποκρυπτόμενων ληπτών των εικονικών τιμολογίων, αλλά ρητά αναφέρεται σ' αυτήν και διευκρινίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αποκλειστικά κατά του φερόμενου πραγματικού υπόχρεου και όχι κατά του φερόμενου εκδότη". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αποδοχής των παραπάνω εικονικών τιμολογίων, κατ' εξακολούθηση. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1,2, 4, 20παρ.1α,6, 21 του ν. 2523/1997, άρθρου 2 του ν. 2954/2001, 26 παρ.1α, 27 παρ. 1 και 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, αφού περιέχονται σ' αυτήν οι παρακάτω αντιφατικές παραδοχές και ειδικότερα: α)στο μεν διατακτικό υπάρχει η παραδοχή ότι το τιμολόγιο πώλησης με αριθμό 112/22-11-2001, που εκδόθηκε στο όνομα του, "εκδόθηκε για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της και ουδέποτε πραγματοποιηθείσα μεταξύ των αναφερομένων στα τιμολόγια προσώπων" στο δε σκεπτικό ότι "αυτός ο οποίος πράγματι παρέλαβε τις ανωτέρω ποσότητες πετρελαίου από τους εκδότες των τιμολογίων ήταν ο κατηγορούμενος και όχι η γερμανική επιχείρηση του υιού του Χ2" β)στο σκεπτικό, αλλά και το διατακτικό της απόφασης, ότι αποδέχθηκε τα παραπάνω εικονικά τιμολόγια και τα καταχώρισε στα βιβλία της εταιρίας του, συγχρόνως όμως στο σκεπτικό υπάρχει η παραδοχή ότι ο εκδότης των τιμολογίων παρέδωσε σ' αυτόν και ο ίδιος παρέλαβε τις αναφερόμενες στα τιμολόγια ποσότητες πετρελαίου και συνεπώς ότι οι συναλλαγές δεν ήταν ανύπαρκτες και γ) στο σκεπτικό και στο διατακτικό η παραδοχή ότι αποδέχθηκε και καταχώρησε τα τιμολόγια στα βιβλία του, αλλά και ότι αυτά δεν βρέθηκαν στην επιχείρηση του. Οι αιτιάσεις αυτές βασίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμες, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχουν οι επικαλούμενες αντιφάσεις, αφού το Δικαστήριο που την εξέδωσε σαφώς δέχεται, ότι 1) οι συναλλαγές που αναφέρονται στα τιμολόγια, μεταξύ των οποίων και το παραπάνω, αφορούν δε την πώληση πετρελαίου θέρμανσης, είναι εικονικές, γιατί ουδέποτε καταρτίστηκαν μεταξύ των αναφερομένων στα τιμολόγια προσώπων με το περιεχόμενο αυτό και 2) το πετρέλαιο το οποίο ο αναιρεσείων παρέλαβε ήταν κίνησης και όχι θέρμανσης, όπως στα τιμολόγια αναληθώς αναφέρεται, το οποίο μάλιστα χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες κίνησης των αυτοκινήτων του, αλλά και εκείνων της επιχείρησης του γιου του. Ακόμη στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν υπάρχει η παραδοχή ότι τα εικονικά τιμολόγια δεν βρέθηκαν στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος, όπως αβάσιμα επικαλείται ο τελευταίος. Περαιτέρω ο αναιρεσίβλητος προβάλλει την αιτίαση, ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 4 του ν.2325/1997, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει εκείνη του άρθρου 40 παρ. 3 του ν. 3320/2004 και να τον κηρύξει αθώο, γιατί, σύμφωνα με την τελευταία, η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε δεν είναι αξιόποινη. Και η αιτίαση όμως αυτή είναι αβάσιμη διότι, από το περιεχόμενο της τελευταίας διατάξεως προκύπτει ότι, με αυτήν, προβλέπεται και τιμωρείται και η πράξη του προσώπου που υποκρύπτεται στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, όταν ο φερόμενος ως εκδότης αυτών αποδεικνύει ότι είναι παντελώς αμέτοχος με τη συγκεκριμένη συναλλαγή και σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει, ότι με τη διάταξη αυτή περιορίστηκε η ποινική δίωξη μόνο στους υποκρυπτόμενους πραγματικούς εκδότες των εικονικών τιμολογίων και συνεπώς ότι κατέστη μη αξιόποινη εκείνη των υποκρυπτόμενων στην αποδοχή τέτοιων φορολογικών στοιχείων. Εξάλλου και η αιτίαση του αναιρεσείοντος, κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε, αλλά και ειδικής αιτιολογίας, καθόσον α) δεν διαλαμβάνονται σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει, ότι με την πράξη του εκείνη απέβλεπε στην απόκρυψη φορολογητέας ύλης και ακόμη ότι πέτυχε το σκοπό του αυτό και β) δεν αιτιολογείται η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, είναι αβάσιμη γιατί, όπως προαναφέρθηκε, σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος και σκοπό του δράστη ν' αποκρύψει φορολογητέα ύλη. Τέλος οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που, υπό την επίκληση του λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ουσιαστική κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι στο σύνολο τους αβάσιμοι. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-9-2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 10673/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποδοχή εικονικών τιμολογίων από υποκρυπτόμενο πραγματικό λήπτη. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αντιφατικές παραδοχές. Αβάσιμες οι σχετικές αιτιάσεις. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή.
2
Αριθμός 1049/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ψάλτη, για αναίρεση της με αριθμό ΒΤ. 6865/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 686/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 7.3.2008 με αριθμ. εκθ. 6/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ......, κατά της 6865/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική φυλάκιση δέκα (10) μηνών και συνολική χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ, για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, ασκήθηκε νομότυπα με δήλωσή του στο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά (άρθρ. 474 παρ.1 Κ.Π.Δ.) και εντός δέκα (10) ημερών από την καταχώριση της απόφασης αυτής στο ειδικό βιβλίο του άνω Δικαστηρίου, ήτοι εμπρόθεσμα (αρθρ. 473 παρ. 1,3 Κ.Π.Δ.). Συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της. Κατά την παρ.1 του άρθρου 1 Α.Ν.86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ασχέτως ποσού, οι οποίες τον βαρύνουν προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας, πάσης φύσεως ασφαλιστικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν τις έχει καταβάλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές τιμωρείται...Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν προκειμένου να τις αποδώσει στους πιο πάνω οργανισμούς και δεν τις αποδίδει εντός μηνός από τότε που έγιναν απαιτητές τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση...Εξ άλλου έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: Ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) στη ......, ως εργοδότης της επιχείρησης ...... (εμπορία υγρών καυσίμων) και, ενώ είχε απασχολήσει στην επιχείρηση του αυτή, κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1999 έως 31-12-2001, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας, δεν κατέβαλε εντός μηνός στο Ι.Κ.Α. (που ήταν ασφαλισμένο), τις ασφαλιστικές εισφορές, που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικές), ποσού 6.087,46 ευρώ και αυτές που βαρύνουν τους εργαζομένους (εργατικές), ποσού 4.234,36 ευρώ, που ήταν απαιτητές. Με βάση τα παραπάνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, το Δικαστήριο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις αυτές, που, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, τελέσθηκαν την 17-1-2006. Με τις παραδοχές αυτές και, ειδικότερα, ότι ο χρόνος απασχολήσεως του άνω προσωπικού ανάγεται στο χρονικό διάστημα από 1-8-1999 έως 31-12-2001, ο δε χρόνος τελέσεως των δύο τούτων εγκλημάτων είναι η 17-1-2006, χωρίς να διευκρινίζεται ο λόγος, για τον οποίο ο χρόνος τελέσεως τους τοποθετείται πολύ αργότερα από το χρόνο απασχολήσεως του προσωπικού και το χρόνο καταβολής των οφειλόμενων αποδοχών, αφού, ελλείψει συμφωνίας, οι αποδοχές καταβάλλονται στο τέλος κάθε μήνα (αρθρ. 655 Α.Κ.) και οι, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ.Α., οριζόμενες εισφορές γίνονται, κατά το άρθρο 26 παρ.3 του Ν. 1846/1951, απαιτητές μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, υπάρχει ασάφεια, ως προς τις παραδοχές της απόφασης για το χρόνο τέλεσης των πράξεων τούτων, που είναι κρίσιμος για τυχόν εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής (Ολ.Α.Π. 1/1996). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. σχετικός τρίτος λόγος της αίτησης είναι βάσιμος και, αφού παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 6865/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εισφορές. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ οι οριζόμενες εισφορές γίνονται απαιτητές μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα κατ' άρθρο 26 παρ. 3 του ν. 1846/1951. Ασάφεια ως προς τις παραδοχές για το χρόνο τέλεσης των πράξεων που είναι κρίσιμος για τυχόν εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής (σχετ. ΟλΑΠ 1/1996). Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παραγραφή.
0
Αριθμός 1048/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ψάλτη, για αναίρεση της με αριθμό ΒΤ. 6864/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 685/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 7.3.2008 με αριθμ. εκθ. 5/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ......, κατά της 6864/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική φυλάκιση οκτώ (8) μηνών και συνολική χρηματική ποινή οκτακοσίων (800) ευρώ, για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, ασκήθηκε νομότυπα με δήλωσή του στο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά (άρθρ. 474 παρ.1 Κ.Π.Δ.) και εντός δέκα (10) ημερών από την καταχώριση της απόφασης αυτής στο ειδικό βιβλίο του άνω Δικαστηρίου, ήτοι εμπρόθεσμα (αρθρ. 473 παρ. 1,3 Κ.Π.Δ.). Συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της. Κατά την παρ.1 του άρθρου 1 α.ν.86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ασχέτως ποσού, οι οποίες τον βαρύνουν προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας, πάσης φύσεως ασφαλιστικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν τις έχει καταβάλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές τιμωρείται...Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν προκειμένου να τις αποδώσει στους πιο πάνω οργανισμούς και δεν τις αποδίδει εντός μηνός από τότε που έγιναν απαιτητές τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση ... Εξ άλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: Ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) στη ......, ως εργοδότης της επιχείρησης ...... (εμπορία υγρών καυσίμων) και, ενώ είχε απασχολήσει στην επιχείρηση του αυτή, κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-1999 έως 31-12-2001, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας, δεν κατέβαλε εντός μηνός στο Ι.Κ.Α. (που ήταν ασφαλισμένο), τις ασφαλιστικές εισφορές, που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικές), ποσού 4.853,53 ευρώ και αυτές που βαρύνουν τους εργαζομένους (εργατικές), ποσού 3.054,03 ευρώ, που ήταν απαιτητές. Με βάση τα παραπάνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, το Δικαστήριο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις αυτές, που, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, τελέσθηκαν την 17-1-2006. Με τις παραδοχές αυτές και, ειδικότερα, ότι ο χρόνος απασχολήσεως του άνω προσωπικού ανάγεται στο χρονικό διάστημα από 1-10-1999 έως 31-12-2001, ο δε χρόνος τελέσεως των δύο τούτων εγκλημάτων είναι η 17-1-2006, χωρίς να διευκρινίζεται ο λόγος, για τον οποίο ο χρόνος τελέσεως τους τοποθετείται πολύ αργότερα από το χρόνο απασχολήσεως του προσωπικού και το χρόνο καταβολής των οφειλόμενων αποδοχών, αφού, ελλείψει συμφωνίας, οι αποδοχές καταβάλλονται στο τέλος κάθε μήνα (αρθρ. 655 Α.Κ.) και οι, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ.Α., οριζόμενες εισφορές γίνονται, κατά το άρθρο 26 παρ.3 του Ν. 1846/1951, απαιτητές μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, υπάρχει ασάφεια, ως προς τις παραδοχές της απόφασης για το χρόνο τέλεσης των πράξεων τούτων, που είναι κρίσιμος για τυχόν εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής (Ολ.Α.Π. 1/1996). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. σχετικός τρίτος λόγος της αίτησης είναι βάσιμος και, αφού παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 6864/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εισφορές άρθρ. 16. Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ. Απαιτητές μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα κατ' άρθρο 26 παρ. 3 του ν. 1846/1951. Ασάφεια ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξης, κρίσιμο για την παραγραφή. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παραγραφή.
0
Αριθμός 1047/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ...... και ήδη προσωρινά κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Λαμπράκη και 2) Χ2, προσωρινά κρατουμένου Φυλακών ......, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 268/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12.2.2009 και 23.2.2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 250/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμούς 80/ 4.3.2009 και 93/13.3.2009, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 12-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 268/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, ο αναιρεσείων παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), διά να δικασθή δι'εγκληματική οργάνωση, αγορά, εισαγωγή στην επικράτεια, μεταφορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από κοινού μετά των συγκατηγορουμένων του, απορρίπτονται δε τα διαλαμβανόμενα στο από 27-1-2009 υπόμνημα αυτού αιτήματα-ενστάσεις, ως και η από 9-1-2009 αίτησή του, περί άρσεως ή αντικαταστάσεως της προσωρινής κρατήσεώς του με περιοριστικούς όρους. Επειδή, κατά το άρθρ. 7 Ν.2928/2001, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α του ΠΚ κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών. Για τον σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνη ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περατώσεως της ανακρίσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων παραπέμπεται, διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διά να δικασθή ως υπαίτιος του ότι, από κοινού μετά των συγκατηγορουμένων του, πλειόνων των τριών, συνεκρότησε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα, προς διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται στην νομοθεσία περί ναρκωτικών (άρθρ. 187 § 1 ΠΚ ως αντικ. δι'άρθρ. 1 § 1 Ν.2928/2001). Επίσης παραπέμπεται αυτός και διά τα προαναφερόμενα, συναφή προς την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, κακουργήματα της αγοράς, εισαγωγής στην επικράτεια, μεταφοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από κοινού. 'Όμως, συμφώνως προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρ. 7 Ν.2928/2001, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, στην προκειμένη περίπτωση, απεφάνθη αμετακλήτως και, επομένως, δεν χωρεί κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αποκλεισμός του δικαιώματος της ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου αυτού μέσου, κατά βουλεύματος αποφαινομένου για την παραπομπή του σε δίκη, δεν αντίκειται στο άρθρ. 6 § 1 της ΕΣΔΑ, διότι το δικαίωμα πρόσβασης του κατηγορουμένου στο δικαστήριο έχει πλήρως εξασφαλισθή, το δε εν λόγω άρθρο δεν καθιερώνει υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για την θέσπιση και ενδίκων μέσων υπέρ του κατηγορουμένου. Πολύ περισσότερο, ο αποκλεισμός του κατηγορουμένου από το δικαίωμα ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά του ως άνω βουλεύματος δεν αντίκειται στο άρθρ. 2 του Eβδόμου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Ν.1705/1987), ούτε στο άρθρ. 14 § 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν.2462/1997), δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στο δικαίωμα επανεξετάσεως από ανώτερο δικαστήριο της καταδικαστικής αποφάσεως ή της αποφάσεως με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή (βλ. ΑΠ 654/2005). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 482 § 1, 291 και 287 § 5 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται εις αίτηση αναιρέσεως από τον κατηγορούμενο, ούτε και ως προς το μέρος κατά το οποίο απορρίπτεται η υπό του αναιρεσείοντος υποβληθείσα αίτηση περί άρσεως της επιβληθείσης προσωρινής κρατήσεώς του ή αντικαταστάσεως αυτής με περιοριστικούς όρους, γιατί η άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου αποκλείεται υπό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες δεν το θεσπίζουν ρητώς (βλ. ΑΠ 187/2000). Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή, ως απαράδεκτη, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, κατ'άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ. Τέλος, απορριπτέο είναι το υποβαλλόμενο διά της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως αίτημα του αναιρεσείοντος, να διαταχθή υπό του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου η ενώπιόν του αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτού, διότι το αίτημα τούτο είναι άνευ αντικειμένου και περιττό, αφού υπό του άρθρ. 476 § 1 ΚΠΔ προβλέπεται ειδική ρύθμιση διά την εμφάνιση του αναιρεσείοντος κατά την συζήτηση του απαραδέκτου του ενδίκου μέσου, εν προκειμένω δε της αιτήσεως αναιρέσεως, δηλαδή ειδοποίηση αυτού υπό του γραμματέως της εισαγγελίας, προ είκοσι τεσσάρων τουλάχιστον ωρών, για να προσέλθη στο συμβούλιο και εκθέση τις απόψεις του. Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω Να απορριφθή η από 12-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ...... και ήδη προσωρινώς κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ......, κατά του υπ'αριθμ. 268/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να απορριφθή το από 12-2-2009 αίτημα αυτού να διαταχθή η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Αρείου Πάγου εν Συμβουλίω. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 3 Μαρτίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ Εν συνεχεία της υπ'αριθμ. πρωτ. 80/2009 προτάσεώς μου, εισάγων και την από 23-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ2, κατά του υπ'αριθμ. 268/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Διά του προσβαλλομένου βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ2 παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή ως υπαίτιος του ότι, από κοινού μετά των συγκατηγορουμένων του, πλειόνων των τριών, συνεκρότησε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα, προς διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται στην νομοθεσία περί ναρκωτικών. Επίσης αυτός παραπέμπεται και διά τα συναφή προς την ανωτέρω αξιόποινη πράξη κακουργήματα της αγοράς, εισαγωγής στην επικράτεια, μεταφοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από κοινού. Όμως, συμφώνως προς το άρθρ. 7 Ν. 2928/2001, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, στην προκειμένη περίπτωση, απεφάνθη αμετακλήτως, τόσο διά την ως άνω αξιόποινη πράξη της εγκληματικής οργανώσεως (άρθρ. 187 παρ. 1 ΠΚ, ως αντικ. δι'άρθρ. 1 παρ. 1 Ν. 2928/2001), όσο και διά τα συναφή προς αυτή ανωτέρω κακουργήματα και, επομένως, δεν χωρεί κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ'ακολουθία, πρέπει ν'απορριφθή, ως απαράδεκτη, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου Χ2, αφού ησκήθη κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, και να καταδικασθή αυτός στα δικαστικά έξοδα, συμφώνως προς το άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Επίσης, πρέπει να απορριφθή, ως απαράδεκτη, η διά του υπό κρίση ενδίκου μέσου υποβληθείσα αίτηση του εν λόγω κατηγορουμένου, περί άρσεως της προσωρινής κρατήσεώς του ή αντικαταστάσεως αυτής με περιοριστικούς όρους, διότι ο 'Αρειος Πάγος εξ ουδεμιάς διατάξεως νόμου έχει τέτοια εξουσία, η οποία κατά το άρθρο 291 ΚΠΔ ανήκει στο αρμόδιο, κατά τις εις το άρθρο αυτό περιπτώσεις, συμβούλιο πλημμελειοδικών ή εφετών (βλ. ΑΠ 375/1990, εις ΠΧ/Μ'/1102). Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω Να απορριφθή η από 23-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ2, προσωρινώς κρατουμένου φυλακών Κορυδαλλού, κατά του υπ'αριθμ. 268/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να απορριφθή η διά της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως από 23-2-2009 αίτηση αυτού, περί άρσεως της προσωρινής κρατήσεώς του ή αντικαταστάσεως αυτής με περιοριστικούς όρους. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 11 Μαρτίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι κρινόμενες: 1) 22/12-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ...... και ήδη προσωρινώς κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ......, και 2) η 30/23-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ2, προσωρινώς κρατουμένου φυλακών ......, για αναίρεση του 268/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 2928/2001, "η περάτωση της κύριας ανάκρισης για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης". Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται τέτοιο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε. Στην προκείμενη περίπτωση, με το 268/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, οι αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2, κατηγορούμενοι για το ότι, από κοινού μετά των συγκατηγορουμένων τους, πλειόνων των τριών, συνεκρότησαν δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα, προς διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται στην νομοθεσία περί ναρκωτικών (άρθρο 187 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2928/2001 και 11 παρ.3 του ν.3064/2002) και δια τα συναφή προς την ανωτέρω αξιόποινη πράξη κακουργήματα της αγοράς, εισαγωγής στην επικράτεια, μεταφοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από κοινού (άρθρ.1 παρ.1, Β3,20 παρ.1 περ. β, ζ, 23 του ΚΝΝ 3459/06, όπως τροποποιήθηκε με τον ν.3727/08), έχουν παραπεμφθεί, μαζί με άλλους, στο Τριμελές για κακουργήματα Εφετείο Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 5 του ΚΠΔ, όπως τελικώς αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2928/2001, προκειμένου να δικαστούν για τις πράξεις αυτές. Κατά του εν λόγω βουλεύματος οι προμνημονευόμενοι δύο κατηγορούμενοι έχουν ασκήσει τις πιο πάνω, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως, επικαλούμενοι τους αναφερόμενους σ' αυτές λόγους αναιρέσεως. Όμως, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 2928/2001, το Συμβούλιο των Εφετών, στην προκείμενη περίπτωση, αποφάνθηκε αμετάκλητα. Συνεπώς, δεν χωρεί κατά του εν λόγω βουλεύματος το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως. (ΑΠ 654/2005). Ο αποκλεισμός του δικαιώματος της άσκησης από τον κατηγορούμενο του ένδικου αυτού μέσου της αναιρέσεως, στο πρόωρο αυτό στάδιο της προδικασίας, κατά βουλεύματος, που αποφαίνεται μόνο για την παραπομπή του σε δίκη, δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 της "Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του ανθρώπου ΕΣΔΑ", που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ, διότι το δικαίωμα πρόσβασης του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου έχει πλήρως εξασφαλισθεί ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας, αφού, παρέχεται σ' αυτόν ανεμπόδιστα η δυνατότητα να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και να υποβάλει τις αντιρρήσεις του ή τα αιτήματά του σε θέματα που ανακύπτουν στη διάρκεια της ανάκρισης ή να ζητήσει την κήρυξη ακυρότητας πράξεων της προδικασίας (άρθρα 176 παρ. 1, 285 ΚΠΔ). Έτσι με την θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων έχει εξασφαλιστεί στο στάδιο αυτό το δικαίωμα της πρόσβασης στη δικαιοσύνη που καθιερώνεται στο πιο πάνω άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, το οποίο όμως δεν καθιερώνει παραλλήλως υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για τη θέσπιση και ενδίκων μέσων υπέρ του κατηγορουμένου. Πολύ περισσότερο ο αποκλεισμός του κατηγορουμένου από το δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά του εν λόγω βουλεύματος δεν αντίκειται στο άρθρο 2 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν. 1705/1987), ούτε στο άρθρο 14 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/1997), δεδομένου ότι οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται στο δικαίωμα επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της καταδικαστικής απόφασης ή της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α' του ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) όταν παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 286 και 291 του ΚΠΔ, που προβλέπουν τη δυνατότητα της άρσης ή της αντικατάστασης της προσωρινής κράτησης κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και της αντικατάστασής της μετά την παραπομπή του κατηγορουμένου σε δίκη, προκύπτει ότι δεν υπόκειται σε αναίρεση το βούλευμα, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου, του οποίου έχει διαταχθεί προσωρινή κράτηση, για άρση ή αντικατάσταση αυτής με περιοριστικούς όρους. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ1 κατά του 268/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και κατά το μέρος που απέρριψε την αίτησή του, για την άρση της προσωρινής κρατήσεώς του ή αντικαταστάσεως αυτής με προσωρινούς όρους, και διατήρησε σε ισχύ το 80/2007 ένταλμα του ανακριτή του 29ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, λόγω αδυναμίας προσβολής του ως άνω πλησσομένου βουλεύματος με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, Επίσης, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η δια του υπό κρίση ενδίκου μέσου υποβληθείσα αίτηση του αναιρεσείοντος Χ2, περί άρσεως της προσωρινής κρατήσεώς του ή αντικαταστάσεως αυτής με περιοριστικούς όρους, διότι ο 'Αρειος Πάγος εξ ουδεμιάς διατάξεως νόμου έχει τέτοια εξουσία, η οποία κατά το άρθρο 291 ΚΠΔ ανήκει στο αρμόδιο, κατά τις εις το άρθρο αυτό περιπτώσεις, συμβούλιο πλημμελειοδικών ή εφετών. IV. Ο από τους παραπάνω αναιρεσείοντες Χ1 με την εμπεριεχόμενη στην κρινόμενη έκθεση αναιρέσεως αίτησή του, ζητάει την εμφάνισή του στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου "για να δώσει διευκρινήσεις επί των θεμάτων που πιο πάνω αναφέρει". Η αίτηση του αυτή πρέπει να απορριφθεί, διότι στερείται αντικειμένου, αφού η υπόθεση εισάγεται μόνο προκειμένου ο Άρειος Πάγος (σε Συμβούλιο) αποφανθεί μόνο για το παραδεκτό ή όχι της αναίρεσης που ασκήθηκε. Προς τούτο δε ο αναιρεσείων κλητεύθηκε, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 476 του ΚΠΔ και εμφανίστηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ο οποίος και ανέπτυξε τις επί του παραδεκτού της κρινόμενης αιτήσεως απόψεις του. V. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, καθένας χωριστά, στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 2943/2001). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει: 1) την 22/12-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ...... και ήδη προσωρινώς κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ......, για αναίρεση του 268/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθώς και το εμπεριεχόμενο σε αυτή αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου και 2) την 30/23-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ2, προσωρινώς κρατουμένου φυλακών ......, για αναίρεση του αυτού 268/2009 βουλεύματος, καθώς και την εμπεριεχόμενη σε αυτή αίτηση περί άρσεως της προσωρινής κρατήσεώς του ή αντικαταστάσεως αυτής με περιοριστικούς όρους. Και, Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδίκαση δύο αναιρέσεων. Η περάτωση της κύριας ανάκρισης για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα. Απορρίπτει ως απαράδεκτες αναιρέσεις κατά βουλευμάτων που παραπέμπουν για συγκρότηση Εγκληματικής Οργάνωσης (187 ΠΚ) και συναφή κακουργήματα αγοράς, εισαγωγής στην επικράτεια, μεταφοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από κοινού. Ο αποκλεισμός του δικαιώματος της άσκησης από τον κατηγορούμενο του ένδικου αυτού μέσου της αναιρέσεως, δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ", ούτε στο άρθρο 2 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν. 1705/1987), ούτε στο άρθρο 14 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/1997). Δεν προσβάλλεται με αναίρεση το βούλευμα, το οποίο απορρίπτει αίτηση του προσωρινά κρατουμένου κατηγορουμένου για άρση ή αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους. Ο Άρειος Πάγος δεν έχει την εξουσία να διατάξει την εν λόγω άρση ή αντικατάσταση. Αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Στερείται αντικειμένου, αφού η υπόθεση εισάγεται προκειμένου ο Άρειος Πάγος (σε Συμβούλιο) αποφανθεί μόνο για το παραδεκτό της αναίρεσης. Προς τούτο ο αναιρεσείων ήδη κλητεύθηκε και εμφανίστηκε δια του πληρεξουσίου του. Απορρίπτει αναιρέσεις ως απαράδεκτες.
Οργάνωση εγκληματική
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Οργάνωση εγκληματική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1044/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2601/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 10/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 69/17-2-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ'αριθμ. 170/24-11-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2601/29-10-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως δεκαέξι (16) ετών και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ για αγορά, κατοχή, αποθήκευση και πώληση κατ'εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και εκθέτω τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 462, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 479 παρ. 2 και 471 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ'ακολουθία, για το παραδεκτό, της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στην έκθεση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος από τους αναφερομένους περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια, απορριπτέα (αρ. 513 ΚΠΔ). Για να είναι δε σαφής και ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή επίκλησή του στο αναιρετήριο, αλλά προσαπαιτείται συγκεκριμένη μνεία των νομικών πλημμελειών σε σχέση με αυτόν. Ειδικότερα, ως προς τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως της έλλειψης από το βούλευμα της απαιτουμένης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για να είναι ο λόγος αυτός σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, πρέπει (α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνει με την αίτηση αναιρέσεως την ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλομένου βουλεύματος στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και (β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη να προσδιορίζεται επί πλέον σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος (ολ ΑΠ 19/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με την ανωτέρω υπ'αριθμ. 170/2008 αίτησή του, ζητάει ο αναιρεσείων την αναίρεση της υπ'αριθμ. 2601/29-10-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει κατά λέξη: "Εχω διο παιδια, η οποιοι μεγαλωνουν χωρις μανα, ειμαι αροστος, και χωρις καμια βοηθεια, οι συγενεις μου είναι πολη μακρια, και η μανα μου είναι μονη σε ηλικια 72 ετον " (βλ. ως άνω αίτηση αναίρεσης). Με βάση τα παραπάνω η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως δεν διαλαμβάνει κανένα σαφή, ορισμένο και νόμιμο λόγο αναιρέσεως και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρ. 476 § 1 -583 § 1 Κ.Π.Δ. ως ισχύουν). Για τους λόγους αυτούς-Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 170/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2601/29-10-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 28 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 484 § 1, 509 § 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠΔ (λόγους αναιρέσεως) είναι απαράδεκτος και ως τοιαύτη απορρίπτεται (άρθρ. 513 ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθμ. 2601/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν, ο αναιρεσείων κατεδικάσθη εις ποινή καθείρξεως 16 ετών και χρηματική ποινή 20.000 € για αγορά αποθήκευση, κατοχή, πώληση ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2α ΠΚ. Στην αναίρεση αυτή, η οποία ησκήθη με δήλωση του καταδικασθέντος στον Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Λάρισας ο άνω αναφέρει ότι κάνει αναίρεση για τους παρακάτω λόγους, κατά πιστή εδώ μεταφορά "έχω δίο παιδιά η οποίοι μεγαλώνουν χωρίς μάνα, είμαι αροστος, και χωρίς καμιά βοήθεια, οι συγενείς μου είναι πολύ μακριά και η μάνα μου είναι μόνη σε ηλικία 72 ετών" και ουδέν άλλο. Ούτω διατυπουμένη η αίτηση αναιρέσεως, ουδένα λόγον εκ των περιοριστικώς εις το άνω άρθρο 510 ΚΠΔ αναφερομένων διαλαμβάνει και πρέπει, εντεύθεν, να απορριφθεί ως απαράδεκτος και μετά την ειδοποίηση του ιδίου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, να επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα εις αυτόν (αναιρεσείοντα, άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2601/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 148-153, 473 παρ. 1, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509, 510 ΚΠΔ. Για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως πρέπει στη δήλωση αναιρέσεως να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι αυτής. Αν δεν περιέχεται εις λόγος εκ των εις το άρθρο 510 ΚΠΔ περιοριστικώς αναφερομένων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (513 ΚΠΔ). Απορρίπτει.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1043/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνστανίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1084/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1778/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 49/29.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιό Σας την από 17-10-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ......, κατά της υπ'αριθμ. 1084/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, που εκδόθηκε κατ'έφεση, με την οποία καταδικάστηκε για μη έγκαιρη καταβολή εισφορών Τ.Α.Ε., σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 1.500 ευρώ και εκθέτω τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 507 § 1 και 473 § § 1,3 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ'αποφάσεως εκδοθείσης παρόντος του κατηγορουμένου είναι δεκαήμερος και αρχίζει από την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (Α.Π. 1318/2005 Ελλην. Δ. 46 σελ. 1562). Παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος που εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο (ΑΠ 371/2005 Ποιν. Δ. 2005/913). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρ. 474 § 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην έκθεση ασκήσεώς του, το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους, διαφορετικά το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. (ΑΠ 429/2005 Ποιν. Δικ. 2005 σελ. 922). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε την 1-7-2008 και δημοσιεύθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 8-10-2008. Ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από συνήγορό του Κων/νο Μηνόπουλο, δικηγόρο Βέροιας. Η κατ'αυτής αναίρεση ασκήθηκε στις 17-10-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας που προβλέπεται από το νόμο, ενώ στη σχετική αίτηση δεν αναφέρεται κανένας λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητο κώλυμα, το οποίο να δικαιολογεί την εκπρόθεσμο άσκηση. Κατά συνέπεια πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. (άρθρ. 476 § 1 και 583 § 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 17-10-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ...... κατά της υπ'αριθμ. 1084/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα 20 Δεκεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη και αρχίζει από της εκδόσεώς της όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεως της παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ, ενώ εξάλλου, κατά το άρθρο 168 παρ.1 του Κ.Π.Δ επί προθεσμίας οριζομένης σε ημέρες, εάν η τελευταία ημέρα αυτής είναι εξαιρετέα, η προθεσμία παρεκτείνεται έως και την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμ. 1084/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας καταδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για παράβαση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ.1 Α.Ν 86/1967. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 1-7-2008, με παρόντα τον αναιρεσείοντα τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Κων. Μηνόπουλος και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 6-10-2008, όπως τούτο προκύπτει από υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα επί του σώματος της αποφάσεως. Ο αναιρεσείων, άσκησε την κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, την 17-10-2008, δηλαδή μετά την πάροδο, κατά μία ημέρα, της 10ήμερης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Όμως, η κατά τα ανωτέρω κατατεθείσα αίτηση αναιρέσεως είναι εμπρόθεσμη διότι από τα στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα α) από την με ημερομηνία 16-3-2009 βεβαίωση του γραμματέα του Πρωτοδικείου Βεροίας σε συνδυασμό β) με το υπ' αριθμ. πρωτ. ...... έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών το οποίο παραπέμπει στο Β.Δ 87/1960 και το άρθρο 3 του Β.Δ 157/1968, προκύπτει ότι η 16η Οκτωβρίου, ως επέτειος της απελευθέρωσης της πόλης της ......, ορίσθηκε ως ημέρα αργίας των δημόσιων καταστημάτων της πόλης αυτής και συνεπώς η ημέρα αυτή, ως εξαιρετέα ημέρα, δεν λαμβάνεται υπόψη και η προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως έληγε την 17η Οκτωβρίου 2008, ημέρα κατά την οποία και κατατέθηκε αυτή και εκ του λόγου αυτού είναι τυπικά παραδεκτή. Επειδή όμως ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη για το λόγο ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το Δικαστήριο τούτο δεν μπορεί να δικάσει την ουσία της, λόγω ελλείψεως σχετικής προτάσεως του Εισαγγελέα. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο τούτο πρέπει ν' απόσχει να δικάσει ουσιαστικά την παραπάνω αίτηση του αναιρεσείοντος, και να διατάξει την εισαγωγή της για νέα, ενώπιόν του συζήτηση, με την συνήθη διαδικασία. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει ν' αποφανθεί επί της ουσίας των λόγων της από 17-10-2008 αίτησης αναιρέσεως του Χ κατά της υπ' αριθμ. 1084/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως εισαχθεί-σα κατά τη διαδικασία του απαραδέκτου ως εκπρόθεσμη. Κρίση ότι η ασκηθείσα αίτηση είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή. Αποχή από την εκδίκαση. Κηρύσσει απαράδεκτη τη γενομένη ενώπιον του Συμβουλίου συζήτηση. Διατάσσει την εισαγωγή της αναίρεσης στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Προθεσμία
Προθεσμία, Αποχή αποφάσεως.
0
Αριθμός 1040/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων 1) Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κουτσούκο και 2) Χ2, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Τζανόγλου, για αναίρεση της με αριθμό 2.397/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ3 2) Χ4 και 3) Χ5. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Ψ1 ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Ψ2 και 2) Ψ3 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Γαβαλά. Το Πενταμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Δεκεμβρίου 2008, δύο (2) τον αριθμό, αυτοτελείς αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 217/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε: α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη της, με την οποία κηρύχθηκε ένοχη η πρώτη αναιρεσείουσα για τη χρήση του πλαστού ειδικού πληρεξουσίου και να κηρυχθεί αθώα για την πράξη αυτή, β) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη της περί επιδικάσεως στις πολιτικώς ενάγουσες χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από το τελεσθέν από τη δεύτερη αναιρεσείουσα αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης, να διαταχθεί η απάλειψη της διατάξεως αυτής, να επεκταθεί το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα και στην πρώτη αναιρεσείουσα και γ) να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η από 16/12/2008 (με αρ.πρωτ. 10691/18-12-08) αίτηση (δήλωση) της Χ1 και 2) η από 16/12/2008 (με αρ.πρωτ. 10689/18-12-08) αίτηση (δήλωση) της Χ2 με τις οποίες διώκεται η αναίρεση της 2397/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 242 παρ. 1 και 3 του Π.Κ. για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α'και 263 του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ του ΠΚ και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες όπως είναι εκείνα που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Ψευδές είναι το περιστατικό όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ειδικότερα όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές, που έπρεπε όμως να αναφερθεί, όπως είναι και εκείνο που ενώ κατά τον χρόνο της συντάξεως της δημόσιας διαθήκης, ο διαθέτης πάσχει πνευματικώς κατά τρόπον έκδηλο και δεν έχει συνείδηση των πράξεών του, ή δεν έχει τη χρήση του λογικού, ώστε είναι ανίκανος να προβεί στην έκφραση και διατύπωση της τελευταίας βουλήσεως του, κατά το άρθρο 1719 παρ. 4 του ΑΚ, βεβαιούται στη σχετική συμβολαιογραφική πράξη ψευδώς ότι ο διαθέτης έχει σώες τις φρένες και ελεύθερη τη βούλησή του. Ψευδής, επίσης, βεβαίωση διαπράττεται και από τον συμβολαιογράφο που παραλείπει εκ προθέσεως την καταχώρηση στο συντασσόμενο από τον ίδιο δημόσιο έγγραφο περιστατικού που υποπίπτει στην αντίληψη του και μπορεί κατά τους ορισμούς του νόμου να επηρεάσει το κύρος της υπ' αυτού βεβαιούμενης δηλώσεως και δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του να βεβαιώνει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενη της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή αυτής. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία σαν παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Ειδικότερα δε η παράσταση ψευδών γεγονότων συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κ.λ.π., β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για την βεβαιότητα αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. ΙΙI. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε τις εφέσεις των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής πραγματικά περιστατικά: " Η Π1, η οποία ήτο άγαμη, δεν είχε τέκνα, ήτο ηλικίας 80 ετών και κάτοικος ..., την 13-7-2001 ευρισκομένη σε φιλική της οικίας στην ... υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και αριστερή ημιπληγία. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο ... και την 17-7-2001 με φροντίδα της συγγενούς της και πρώτης κατηγορουμένης η οποία αφίχθη στην ... από το ..., όπου κατοικούσε, διεκομίσθη με ασθενοφόρο στο ... Γενικό Νοσοκομείο ..., όπου και παρέμεινε νοσηλευομένη μέχρι την 12ην Νοεμβρίου 2001, ότε επήλθεν ο θάνατός της. Κατά την εισαγωγή της στο νοσοκομείο ..., οι σχετικές εξετάσεις έδειξαν ότι η Π1 είχε υποστεί ημιπληγίαν (ΑΡ), κάθεξη γενική στόματος (AP), ασυμμετρία (ΑΡ) στο κλείσιμο των βλεφάρων, αδυναμία εξόδου της γλώσσης από το στόμα, Babinski (ΑΡ). Κατά διαστήματα εμφάνιζε αυτόματο άνοιγμα οφθαλμών, εκτελούσε εντολές και είχε δυσαρθρία, ενώ επί πλέον έπασχε και από χρόνια κολπική μαρμαρυγή, στεφανιαία νόσο, υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ, γλαύκωμα κ.λ.π. Κατά το διάστημα της παραμονής της στο νοσοκομείο, πλην ελαχίστων ημερών, ενοσηλεύθη στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας διαφόρων κλινικών του νοσοκομείου. Ειδικότερα, την 24-7-2001 εμφάνισε δύσπνοια, δεκατική πυρετική κίνηση και πτώση επιπέδου συνείδησης και εισήχθη για μίαν ακόμη φορά στην Μ.Ε.Θ., ενώ την 30-7-2001 υπεβλήθη σε τραχειοστομίαν. Την 6-9-2001 εξήλθε από την καρδιολογική Μ.Ε.Θ., πλην όμως το απόγευμα της ιδίας ημέρας παρουσίασε επεισόδιο ταχυκαρδίας, δυσαρθρίας, προκάρδιου άλγους, σφίξεων με σημεία καρδιακής κάμψεως, απνοϊκό επεισόδιο και για τον λόγον αυτόν επανεισήχθη στην Μ.Ε.Θ. Καθ' όλην την διάρκεια της νοσηλείας της σπανίως επικοινωνούσε με το περιβάλλον και κατά τον εξετασθέντα μάρτυρα και ιατρόν του νοσοκομείου ... "... είχε κάποιες αναλαμπές. Με τρεμάμενα γράμματα έγραφε μισή ή μία λέξη...". Όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες, κατά τον μήνα Ιούλιον όταν άρχισαν να την επισκέπτονται στο νοσοκομείο, η ασθενής τους αντελαμβάνετο, ενώ αργότερα δεν τους αντελαμβάνετο, δεν μιλούσε, είχε απλανές βλέμμα, δεν είχε αίσθηση της αιδούς, συνέχεια γδυνόταν (καταθέσεις ... και ιερέως Ι1), ο δε ..., υιός και μάρτυς υπερασπίσεως του τρίτου κατηγορουμένου Χ3, κατέθεσε μεταξύ των άλλων, ότι "Μου είχε πει ο πατέρας μου, ότι πήγαινε στο νοσοκομείο και ότι ήταν χάλια η θανούσα (Π1) και ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει". Η ανωτέρω ασθενής, η οποία είχε σεβαστή περιουσία, με την από ...ιδιόγραφη διαθήκη της, την οποίαν είχε καταθέσει στην Συμβολαιογράφο Χαλκίδος Σταυρούλαν Σκιά, είχε εγκαταστήσει κληρονόμους της α) την Ψ2, ήδη πολιτικώς ενάγουσαν, β) την πρώτην κατηγορουμένην Χ1 και γ) την Ψ3, σε εκάστην των οποίων κατέλειπε από ένα διαμέρισμα. Η πρώτη κατηγορουμένη, βλέποντας την πολύ άσχημη κατάσταση της υγείας της Π1 και αντιλαμβανομένη ότι επλησίαζε ο θάνατος αυτής και αγνοούσα επί πλέον την ύπαρξη της ανωτέρω διαθήκης, απεφάσισε να σφετερισθεί την περιουσίαν της και προς τούτο, επειδή ως ανεφέρθη ήτο κάτοικος ... και δεν είχε γνωριμίες στην ..., απευθύνθηκε στον τρίτον κατηγορούμενον, ο οποίος ήτο γνωστός της ασθενούς και του εζήτησε να της συστήσει συμβολαιογράφον, προκειμένου να συνταγεί, όπως του είπε, δημοσία διαθήκη της ασθενούς. Πράγματι, αυτός της εσύστησε την δευτέραν κατηγορουμένην, συμβολαιογράφον Χ2 την οποίαν εγνώριζε επειδή στο παρελθόν είχε συντάξει συμβολαιογραφικές πράξεις του υιού του. Έτσι, η πρώτη κατηγορουμένη απευθύνθηκε στην δευτέραν κατηγορουμένην, η οποία απεδέχθη την πρόσκλησή της και την 7ην Σεπτεμβρίου 2001, συνοδευομένη από τους γνωστούς της τέταρτον και πέμπτον κατηγορουμένους, Χ4 και Χ5, μετέβη στο ... Γενικό Νοσοκομείο ..., όπου επεσκέφθη την Π1 , η οποία, κατά τα ανωτέρω, είχε εισαχθεί από την προηγουμένην ημέραν στην Μ.Ε.Θ. σε άσχημη κατάσταση. Η επιδείνωση των ασθενειών της και οι επιπλοκές τις οποίες παρουσίαζε, είχαν επηρεάσει θεμελιωδώς την ομαλή λειτουργία του οργανισμού και των διανοητικών λειτουργιών της και δεν επέτρεπαν στην ασθενή να έχει επαφή και να επικοινωνεί με το περιβάλλον. Και ενώ η δευτέρα κατηγορουμένη συμβολαιογράφος, όπως και οι παριστάμενοι ως μάρτυρες τέταρτος και πέμπτος κατηγορούμενοι, αντελήφθησαν την εν λόγω άσχημη κατάσταση της ασθενούς και επί πλέον αντελήφθησαν ότι αυτή είχε υποβληθεί και σε τραχειοστομίαν, συνεπεία της οποίας δεν ηδύνατο να ομιλεί, εν τούτοις, ύστερα από την πειθώ, την φορτικότητα, τις προτροπές και τις παραινέσεις της επίσης ευρισκομένης κατά τον χρόνον εκείνον στο νοσοκομείο πρώτης κατηγορουμένης, η συμβολαιογράφος εδέχθη και συνέταξε την υπ' αριθ. ...δημοσίαν διαθήκην, με την οποίαν, χωρίς να αναφέρεται ότι συνετάγη στην Μ.Ε.Θ., εβεβαίωσε εκ προθέσεως ψευδώς και προκειμένου η πρώτη κατηγορουμένη να σφετερισθεί την περιουσίαν της Π1 προς βλάβην των αναφερθεισών συγκληρονόμων, ότι η μη δυναμένη κατά τα ανωτέρω να ομιλεί ασθενής εζήτησε να συνταγεί δημοσία διαθήκη της και επί πλέον φέρεται να εδήλωσε και τα εξής: "Καθιστώ γενική κληρονόμο μου την ανηψιά μου Χ1, το γένος ..., κόρη της αδελφής μου ... (δηλαδή την πρώτην κατηγορουμένην), στην οποία αφήνω όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία μου, που θα βρεθεί μετά το θάνατό μου γιατί μου έχει συμπαρασταθεί και μου συμπαραστέκεται σε όλες τις δύσκολες στιγμές της ζωής μου ηθικά και οικονομικά". Ακολούθως, όπως κατέθεσε η ιδία η δευτέρα κατηγορουμένη κατά την απολογίαν της, η πρώτη κατηγορουμένη κράτησε το χέρι της "διαθέτιδος" και το κατηύθυνε ώστε να τεθεί η υπογραφή της στην συνταγείσα διαθήκη, ενώ ως παραστάντες μάρτυρες κατά την σύνταξη της διαθήκης υπέγραψαν και οι τέταρτος και πέμπτος κατηγορούμενοι. Όσον αφορά τον τρίτον κατηγορούμενον, Χ3, είχε συνεννοηθεί και αυτός με την κατηγορουμένην συμβολαιογράφον να προσέλθει στο νοσοκομείο, προκειμένου να παραστεί και να συμπράξει και αυτός ως μάρτυς κατά την σύνταξη της διαθήκης. Κατόπιν όμως τηλεφωνικής των επικοινωνίας, συνεφωνήθη μεταξύ των, λόγω οικογενειακού προβλήματος του τρίτου κατηγορουμένου, αυτός να μη μεταβεί στο νοσοκομείο, επέτρεψε δε ο ίδιος στην συμβολαιογράφο να θέσει την υπογραφή του στην διαθήκη, πράγμα το οποίον και έγινε και μάλιστα καίτοι ο τρίτος κατηγορούμενος, ως φίλος και τακτικός επισκέπτης της Π1 στο νοσοκομείο, εγνώριζε, ότι "ήταν χάλια η θανούσα (Π1) και ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει". Τα ανωτέρω, πλέον όλων των άλλων αναφερθέντων αποδεικτικών μέσων, προκύπτουν από τις ίδιες τις απολογίες των τρίτου και δευτέρας κατηγορουμένων, η οποία μάλιστα είπε, ότι "... Ήξερα ότι δεν ήταν νομότυπη η διαθήκη...", επιβεβαιώνονται δε και από τον μάρτυρα - ιερέα Ι1 ο οποίος κατέθεσε μεταξύ των άλλων, ότι "Μου είπε μετά ο Χ3 ότι ούτε παρέστη ούτε υπέγραψε...". Έτσι, οι 3ος, 4ος και 5ος κατηγορούμενοι παρέσχον άμεση συνδρομή στην δευτέραν κατηγορουμένην κατά την διάρκειαν και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως της ψευδούς βεβαιώσεως, δηλαδή στην σύνταξη της δημοσίας διαθήκης με το αναφερθέν ψευδές περιεχόμενο. Περαιτέρω απεδείχθη, ότι κατά τον ανωτέρω χρόνον, η πρώτη κατηγορουμένη, προκειμένου να σφετερισθεί και τα χρήματα της ιδίας ασθενούς, τα οποία ήσαν κατατεθειμένα στην Αγροτική Τράπεζα και σε κοινόν λογαριασμόν της ασθενούς και της Ψ2, με πειθώ και φορτικότητα έπεισε την δευτέραν κατηγορουμένην συμβολαιογράφον, να συντάξει το υπ' αριθ. ... ειδικό πληρεξούσιο, με το οποίον εκ προθέσεως και με σκοπόν και πάλι να προσπορισθεί η πρώτη κατηγορουμένη παράνομο περιουσιακό όφελος, εβεβαίωσε ψευδώς η συμβολαιογράφος, ότι δήθεν η ανωτέρω ασθενής, η οποία δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον και δεν ηδύνατο να ομιλεί, παρέσχε την εντολήν και πληρεξουσιότητα στην πρώτην κατηγορουμένην, μεταξύ άλλων, να προβαίνει ως αντιπρόσωπός της στην διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών. Ακολούθως, η πρώτη κατηγορουμένη έκανε χρήση 2 φορές του ειδικού πληρεξουσίου, το οποίον προσεκόμισε ισάριθμες φορές σε υποκατάστημα της Αγροτικής Τραπέζης και αφού παρέστησε στους υπαλλήλους της εκ προθέσεως ψευδώς ότι δήθεν είχε την αναφερομένην στο έγγραφο ως άνω ειδικήν εντολήν και πληρεξουσιότητα, τους έπεισε να συναλλαγούν μαζί της και να της παραδώσουν λόγω αναλήψεως από τον αναφερθέντα λογαριασμόν το συνολικό ποσόν των 699.541 δρχ., το οποίον και ιδιοποιήθη παρανόμως, με αποτέλεσμα να προκληθεί ισόποση βλάβη στην ως άνω συνδικαιούχο του λογαριασμού. ...". Για τις πράξεις τους δε αυτές, οι κατηγορούμενες αναιρεσείουσες κηρύχθηκαν ένοχες, με ελαφρυντικά, η πρώτη για απάτη, ηθική αυτουργία στις κατ' εξακολούθηση ψευδείς βεβαιώσεις που τέλεσε η δεύτερη, με την ιδιότητα της συμβολαιογράφου και για χρήση πλαστού εγγράφου, και η δεύτερη για κατ'εξακολούθηση ψευδείς βεβαιώσεις, πράξεις οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούται, όπως αναφέρεται στην απόφαση, από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 46 παρ.1 περ. α και β, 49 παρ.1, 84 παρ.2α και ε , 94παρ.1, 98 παρ.1, 242 παρ.1 και 4 , 386 παρ.1 περ. β-α του ΠΚ. Με περαιτέρω αιτιολογίες, για τις οποίες δεν προσβάλλεται η απόφαση με λόγους αναίρεσης, η Χ1 κηρύχθηκε αθώα της αποδιδόμενης σε αυτήν πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε απάτη επί Δικαστηρίου και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση (που αφορά την σύνταξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, πράξη για την οποία κηρύχθηκε αθώα, ως αυτουργός της πράξεως αυτής και η αναιρεσείουσα Χ2). Για τις πράξεις τους δε αυτές, για τις οποίες κρίθηκαν ένοχες, η πρώτη μεν αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 28 μηνών, η δε δεύτερη σε ποινή φυλάκισης 17 μηνών, ποινές που το Δικαστήριο μετάτρεψε, ως προς την πρώτη, σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως και ανέστειλε την εκτέλεση για τρία χρόνια ως προς την δεύτερη. IΙΙ. Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς μεν την κατηγορουμένη Χ2 για την πράξη της κατ' εξακολούθηση ψευδούς βεβαιώσεως με την ιδιότητα της συμβολαιογράφου, ως προς δε την κατηγορουμένη Χ1, ως προς την πράξη της απάτης και της ηθικής αυτουργίας στην κατ' εξακολούθηση ψευδή βεβαίωση που τέλεσε η Χ2 αφού, ως προς τις πράξεις αυτές, εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων αυτών πράξεων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, όπως αβασίμως οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν. Ειδικότερα, οι αναιρεσείουσες με τους προβαλλόμενους στις αιτήσεις τους λόγους αναιρέσεις, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες που θα αναφερθούν στη συνέχεια. ΙV. Η αναιρεσείουσα Χ2 προβάλλει ως λόγους αναιρέσεως: α) την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω της παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής και β) την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 242 § 1 του Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, με τον δεύτερο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλει ότι η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένως εφάρμοσε και ερμήνευσε ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 Ποινικού Κώδικα, διότι, όπως αναφέρει στην αίτησή της, "η βεβαίωσις του Συμβολαιογράφου, κατά την σύνταξιν δημοσίας διαθήκης, ως εν προκειμένω, ότι ο διαθέτης έχει την ικανότητα προς σύνταξιν διαθήκης, αποτελεί υποκειμενικήν κρίσιν του Συμβολαιογράφου, καθ' ης δεν αποκλείεται ανταπόδειξις, αλλά όχι "περιστατικόν" το οποίον απαιτεί η συγκεκριμένη διάταξις του Νόμου" και συνεπώς, όπως υποστηρίζει, δεν συγκροτείται η αντικειμενική υπόσταση της διατάξεως του άρθρου 242 § 1 Π.Κ. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 242 § 1 του ΠΚ, την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, καθόσον "περιστατικό" κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, και εκείνο κατά το οποίο, ενώ κατά τον χρόνο της συντάξεως της δημόσιας διαθήκης, ο διαθέτης πάσχει πνευματικώς κατά τρόπο έκδηλο και δεν έχει συνείδηση των πράξεων του, ή δεν έχει τη χρήση του λογικού, ώστε είναι ανίκανος να προβεί στην έκφραση και διατύπωση της τελευταίας βουλήσεως του, κατά το άρθρο 1719 § 4 του ΑΚ, βεβαιούται στη σχετική συμβολαιογραφική πράξη ψευδώς ότι ο διαθέτης έχει σώας τας φρένας και ελεύθερη τη βούληση του. Επίσης ψευδής βεβαίωση διαπράττεται και από τον συμβολαιογράφο, που παραλείπει εκ προθέσεως την καταχώρηση στο έγγραφο περιστατικού που υποπίπτει στην αντίληψη του και μπορεί κατά τους ορισμούς του νόμου να επηρεάσει το κύρος της βεβαιούμενης απ' αυτόν δηλώσεως, όπως, κατά τις παραδοχές της απόφασης, συνέβη στην εξεταζόμενη υπόθεση. Επομένως ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας Χ2 πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. V. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης της αυτής αναιρεσείουσας Χ2 προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε στην προκειμένη περίπτωση απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, από το γεγονός ότι, αν και το πλημμέλημα της ψευδούς βεβαιώσεως, το οποίο της αποδίδεται, έλαβε χώρα κατά την υπ' αυτής εκτέλεση των δημοσίων και υπηρεσιακών καθηκόντων της ως συμβολαιογράφου, παρά ταύτα οι δύο παθούσες από αυτό (δηλαδή η Ψ2, νομίμως εκπροσωπούμενη από την ασκούσα την επιμέλεια του προσώπου της μητέρα της Ψ1 και Ψ3) στην κατ' αυτής ποινική δίκη, δεν περιορίστηκαν στο να παρασταθούν ως πολιτικώς ενάγουσες προς υποστήριξη της αποδιδόμενης σ' αυτήν κατηγορίας και μόνο, όπως είχε επιτραπεί η παράστασή τους και πρωτοδίκως, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 64 του ΚΠΔ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 3 § 1 του Ν. 2145/1993, αλλά παρέστησαν ενώπιον του κατ' έφεση δικάσαντος Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ως πολιτικώς ενάγουσες και ζήτησε η καθεμία εξ αυτών την επιδίκαση συγκεκριμένου χρηματικού ποσού (44 ευρώ), ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν, ποσό το οποίο και επιδικάσθηκε σ' αυτές με την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά το άρθρο 73 §§ 1, 4 και 5 του Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, αγωγή κακοδικίας κατά συμβολαιογράφου (όπως και δικηγόρου, διαιτητή, δικαστικού γραμματέα και δικαστικού επιμελητή) υπάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία. Αγωγή κακοδικίας επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τις τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις. Δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η προθεσμία, εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί η αγωγή κακοδικίας κατά συμβολαιογράφου (και των άλλων σ' αυτές αναφερομένων προσώπων) είναι εξάμηνη και δεν αρχίζει άνευ ετέρου από το χρόνο τέλεσης των πράξεων αυτών, όπως αναφέρεται στο προαναφερόμενο άρθρο, αλλ' απαιτείται και γνώση από τον παθόντα της ζημιογόνου γι'αυτόν αξιόποινης πράξεως. Αντικείμενο της αγωγής αυτής μπορεί να είναι και η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 932), η οποία δεν αποκλείεται να επιδιωχθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 66, 68 και 82 του ΚΠΔ και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και δη με δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής κατά την ποινική διαδικασία. Η επιδίωξη όμως αυτή πρέπει να γίνει εντός της εξάμηνης αποκλειστικής προθεσμίας από την γνώση εκ μέρους του παθόντος της επικαλούμενης πράξης ή παράλειψης. Διαφορετικά επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος του ζημιωθέντος, ο οποίος έκτοτε δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς και δεν μπορεί να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά του υπαιτίου της πράξεως, εκ της οποίας η ζημία ή ηθική βλάβη . Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποία εκδόθηκε η επί της αυτής ποινικής υποθέσεως πρωτόδικη 8940/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά την έναρξη της δίκης εμφανίστηκαν οι φερόμενες ως παθούσες Ψ2, νομίμως εκπροσωπούμενη από την ασκούσα την επιμέλεια του προσώπου της μητέρα της Ψ1 και Ψ3 και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγουσες "για την ηθική βλάβη που τους προκάλεσε η κρινόμενη πράξη" και ζήτησαν να υποχρεωθούν οι κατηγορούμενες να καταβάλουν στην καθεμία εξ αυτών το χρηματικό ποσό των 44 ευρώ, με επιφύλαξη. Οι δικηγόροι όλων των κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και των δύο ήδη αναιρεσειουσών, ζήτησαν την αποβολή της πολιτικής αγωγής και για το λόγο ότι παρήλθε η προβλεπόμενη, από τις διατάξεις του άρθρου 73 παρ.1,4 και 5 του Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, εξάμηνη αποκλειστική προθεσμία για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως από την τέλεση της αξιόποινης πράξεως (ψευδούς βεβαιώσεως) που φέρεται ότι τέλεσε η κατηγορουμένη συμβολαιογράφος. Το Τριμελές Εφετείο με την πρωτόδικη 8940/06 απόφασή του, ερμηνεύοντας τις διατάξεις του άρ. 73 §§ 1, 4 και 5 του Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, κατά τον αυτόν ως άνω τρόπο, δέχθηκε την ένσταση των κατηγορουμένων, ως προς το ότι οι πολιτικώς ενάγουσες δεν δύνανται να ζητήσουν την επιδίκαση χρηματική ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, πλην όμως δέχθηκε ότι αυτές, δύνανται, κατά τις διατάξεις του άρ. 84 παρ.2 και 63 του ΚΠΔ, να παραστούν μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας, όπως και παραστάθηκαν, χωρίς να υποχρεωθούν οι ήδη αναιρεσείουσες να τους καταβάλουν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό για χρηματική ικανοποίηση. Ακολούθως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την έναρξη της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασίας, εμφανίστηκαν οι αυτές φερόμενες ως παθούσες Ψ2, νομίμως εκπροσωπούμενη από την ασκούσα την επιμέλεια του προσώπου της μητέρα της Ψ1 και Ψ3 και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγουσες για την ηθική βλάβη που υπέστησαν, εκτός των άλλων, από την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ2 πράξη ψευδούς βεβαιώσεως, ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η τελευταία (όπως και η συγκατηγορουμένη της) να καταβάλει στην καθεμία εξ αυτών το χρηματικό ποσό των 44 ευρώ, με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από το αδίκημα αυτό, χωρίς να προβληθούν από τις ήδη αναιρεσείουσες κατηγορούμενες ή τους συνηγόρους των αντιρρήσεις κατά της παραστάσεως αυτών. Μετά δε την κήρυξη της ενοχής της ως άνω αναιρεσείουσας για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως και την επιβολή σ'αυτήν της προσήκουσας ποινής, επιδικάσθηκε στις ως άνω πολιτικώς ενάγουσες το αιτηθέν ως άνω χρηματικό ποσό, ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από το αδίκημα αυτό. Με το να επιδικάσει, κατόπιν τούτου, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, στις ως άνω πολιτικώς ενάγουσες το χρηματικό ποσό των 44 ευρώ, με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προκλήθηκε σ'αυτές από αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ2 κατέστησε χείρονα τη θέση της τελευταίας και υπερέβη την εξουσία του, χωρίς συγχρόνως να υπάρχει κακή παράσταση της πολιτικής αγωγής και χωρίς να δημιουργείται εξ αυτού απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως προβάλει η αναιρεσείουσα Χ2 με τον πρώτο από το βάθρο 510 παρ.1 περ. Α του ΚΠΔ, πρώτο λόγο αναιρέσεως, αφού το Δικαστήριο αυτό, ως δευτεροβάθμιο, στο οποίο μεταβιβάστηκε η υπόθεση, έκρινε πέραν των ορίων εκείνων, που με την έφεση της αναιρεσείουσας είχε προσβληθεί η απόφαση το πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Κατέστη έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετέα, ως προς το σκέλος αυτό, για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως της υπερβάσεως εξουσίας. Η παραδοχή, όμως, του σχετικού λόγου αναιρέσεως δεν επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως στο σύνολο της, αφού οι πολιτικώς ενάγουσες νομίμως μετέσχον στην δίκη μέχρι την κήρυξη της ενοχής της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης και προς υποστήριξη αυτής (ενοχής), αλλά μόνο ως προς την διάταξη της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως στην πολιτική αγωγή. Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την αναιρεσείουσα Χ2 ήτοι μόνο κατά την περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως στις πολιτικώς ενάγουσες διάταξή της, της οποίας πρέπει να διαταχθεί η απάλειψη, δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως προς νέα συζήτηση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Το αναιρετικό δε αυτό αποτέλεσμα πρέπει να επεκταθεί, σύμφωνα με το άρθρο 469 του ΚΠΔ, και στην καταδικασθείσα για ηθική αυτουργία στην τελεσθείσα από την αναιρεσείουσα πράξη ψευδούς βεβαιώσεως, καθώς και για απάτη, συγκατηγορουμένη της Χ1. VI. Με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα Χ1 προσβάλλει την 2397/08 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών: α) για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί του σκέλους της αποφάσεως, που αφορά την καταδίκη της για την ηθική αυτουργία στην τελεσθείσα από την συγκατηγορουμένη της Χ2 με τη σύνταξη της .... ψευδούς κατά περιεχόμενο δημόσιας διαθήκης, ψευδή βεβαίωση καθώς και με τη σύνταξη του ... ψευδούς κατά περιεχόμενο ειδικού πληρεξουσίου, με τις αιτιάσεις ότι δεν αναφέρονται σ' αυτήν τα μέσα και ο τρόπος που χρησιμοποίησε για να πείσει την συμβολαιογράφο συγκατηγορούμενή της να συντάξει την αναφερόμενη στην απόφαση δημόσια διαθήκη, όπως και το φερόμενο ψευδές κατά περιεχόμενο ειδικό πληρεξούσιο, αλλά ούτε τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία κατέληξε στην παραδοχή ότι προκάλεσε με τα συγκεκριμένα μέσα και τον συγκεκριμένο τρόπο στην συμβολαιογράφο να τελέσει την αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση ψευδούς βεβαίωσης ούτε τέλος αναφέρει οτιδήποτε για τον βαθμό επίδρασης που είχε στο πρόσωπο της συμβολαιογράφου που συνέταξε τις ψευδείς κατά περιεχόμενο συμβολαιογραφικές πράξεις και β) Για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης των άρθρων 242 και 46 § 1α Π.Κ., αφού εξέλαβε την υποκειμενική κρίση της συμβ/φου για την δικαιοπρακτική ικανότητα της διαθέτιδας ως "περιστατικό" παραβιάζοντας εκ πλαγίου την παρά πάνω διάταξη στερώντας έτσι την απόφαση νόμιμης βάσης, ενώ, ως προς το πληρεξούσιο "δεν βεβαιώνεται (και μάλιστα ψευδώς) ότι η εντολέας είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην συνειδησιακή της κατάσταση με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει λόγος για ψευδή βεβαίωση και κατ' επέκταση για ηθική αυτουργία σε ανύπαρκτη αξιόποινη συμπεριφορά αφού δεν βεβαιώθηκε το αντίθετο από την συμβ/φο". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση με τις αλληλοσυμπληρούμενες στο σκεπτικό και διατακτικό παραδοχές της ότι η συγκατηγορουμένη της "ύστερα από την πειθώ, την φορτικότητα, τις προτροπές και τις παραινέσεις της επίσης ευρισκόμενης κατά τον χρόνον εκείνον στο νοσοκομείο πρώτης κατηγορουμένης, η συμβολαιογράφος εδέχθη και συνέταξε την υπ' αριθ. ... δημοσίαν διαθήκην...." καθώς και ότι "με πειθώ και φορτικότητα έπεισε την δευτέραν κατηγορουμένην, συμβολαιογράφον, να συντάξει το υπ'αριθ. ... ειδικό πληρεξούσιο",και, τέλος, ότι " με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη την οποία αυτός διέπραξε, και ειδικότερα, προκειμένου αφενός μεν να καταστεί γενική και μοναδική κληρονόμος της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Π1, αφ'ετέρου δε να διαχειρίζεται ελευθέρως τα χρήματα τα οποία είχε κατατεθειμένα στον υπ'αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην Αγροτική Τράπεζα η τελευταία, με πειθώ και φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, έναντι άγνωστου χρηματικού ποσού, έπεισε την συγκατηγορουμένη της, συμβολαιογράφο Αθηνών, Χ2, η οποία δεν είχε ακόμη αποφασίσει, να προβεί στην σύνταξη των αναφερομένων παρακάτω υπό το στοιχείο Γα' & Γβ' της παρούσας απόφασης δημοσίων εγγράφων και έτσι να τελέσει εξακολουθητικά την άδικη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως", προσδιορίζεται με επάρκεια στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τόσο ο τρόπος, όσο και τα μέσα που χρησιμοποίησε η αναιρεσείουσα ηθικός αυτουργός για να προκαλέσει στη συγκατηγορουμένη της αυτουργό της ψευδούς βεβαιώσεως την απόφαση για την τέλεση της, αναφέρονται δε και τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στη σχετική παραδοχή. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής δεν ήταν αναγκαία η έκθεση και των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει η αναιρεσείουσα στην αίτησή της. Εξάλλου, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ1, σύμφωνα με τον οποίο η βεβαίωση του συμβολαιογράφου, κατά τη σύνταξη διαθήκης, ότι ο διαθέτης έχει την ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, αποτελεί, κατ' αυτήν, υποκειμενική κρίση του ιδίου συμβολαιογράφου, και όχι "περιστατικό" κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, για τους αυτούς λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω κατά την εξέταση του με το ίδιο περιεχόμενο λόγου αναίρεσης της αναιρεσείουσας Χ2. Κατά τις σαφείς, άλλωστε, παραδοχές της απόφασης, στην προκειμένη περίπτωση η αποβιώσασα ήδη Π1, κατά το χρόνο που βεβαιώνεται ότι δήλωσε όσα αναφέρονται στη διαθήκη και στο πληρεξούσιο που συνέταξε η κατηγορουμένη συμβολαιογράφος, δεν είχε απλώς και μόνο έλλειψη συνειδήσεως των πραττομένων, δηλαδή, όχι μόνο δεν γνώριζε σε ποιες δηλώσεις βουλήσεως προέβαινε, αλλά, συνεπεία των περιγραφόμενων στην απόφαση παθήσεως, η συμβολαιογράφος "δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της με οποιανδήποτε τρόπο και ιδίως προφορικά αφού είχε υποστεί τραχειοτομή", αυτό δε, προφανώς, δεν συνιστά "υποκειμενική κρίση", αλλά αντικειμενικό γεγονός. Περαιτέρω, είναι αβάσιμος και ο ισχυρισμός της ίδιας αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τον οποίο δεν βεβαιώνεται στο φερόμενο ως ψευδές πληρεξούσιο ότι η εντολέας είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην συνειδησιακή της κατάσταση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει λόγος για ψευδή βεβαίωση και κατ' επέκταση για ηθική αυτουργία σ' αυτήν. Οι προβαλλόμενες με τον πιο πάνω ισχυρισμό πιο πάνω αιτιάσεις της πρώτης αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, προεχόντως διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Η συγκατηγορούμενη της αναιρεσείουσας αυτουργός της πράξεως , δεν κρίθηκε ένοχη "διότι βεβαίωσε ψευδώς ότι η εντολέας είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα", αλλά διότι, όπως αναφέρεται στο διατακτικό της απόφασης (σελ.53), αλλά και στο σκεπτικό, βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς "ότι η Π1 ζήτησε τη σύνταξη ειδικού πληρεξουσίου...προβαίνοντας στη σύνταξη του υπ' αριθμ... ειδικού πληρεξουσίου με το οποίο χορήγησε στην Χ1 την εντολή και πληρεξουσιότητα μεταξύ άλλων να προβαίνει, ως αντιπρόσωπός της, στη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών", περισταστικό το οποίο ήταν ψευδές, καθόσον, όπως γίνεται δεκτό στην απόφαση, αυτή "δεν είχε συνείδηση των πραττομένων ούτε μπορούσε να επί-κοινωνήσει μαζί της με οποιανδήποτε τρόπο και ιδίως προφορικά αφού είχε υποστεί τραχειοτομή". Διαπράττεται δε ψευδής βεβαίωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, και από τον συμβολαιογράφο που παραλείπει εκ προθέσεως την καταχώρηση στο συντασσόμενο από τον ίδιο δημόσιο έγγραφο περιστατικού που υποπίπτει στην αντίληψη του και μπορεί κατά τους ορισμούς του νόμου να επηρεάσει το κύρος της υπ' αυτού βεβαιούμενης δηλώσεως. Κατά τα λοιπά οι διαλαμβανόμενες στους αυτούς λόγους αναίρεσης αιτιάσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνες κατά τις οποίες η συμβολαιογράφος που σύνταξε την δημόσια διαθήκη και το ειδικό πληρεξούσιο της ήταν άγνωστη και την συνάντησε για πρώτη φορά στο Νοσοκομείο, και ότι η δημόσια διαθήκη όσο και το ειδικό πληρεξούσιο συντάχθηκαν και δακτυλογραφήθηκαν στο γραφείο της συμβολαιογράφου πριν καν συναντηθούν και πριν καν επισκεφθεί στο Νοσοκομείο την ασθενούσα θεία της (και επομένως δεν ήταν αυτή η ηθική αυτουργός του αδικήματος που διέπραξε), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. VII. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αυτή αναιρεσείουσα Χ1 προσβάλλει την απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών "για εσφαλμένη εφαρμογή (λόγω της εκ πλαγίου παραβίασης) της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. (άρθρο 510 παρ. 1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ.), όσο και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού δεν αναφέρει τις σκέψεις και τους συλλογισμούς καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία κατέληξε στην εσφαλμένη παραδοχή ότι το επίδικο ειδικό πληρεξούσιο υπήρχε τάχα αναγεγραμμένη η βεβαίωση ότι η εντολέας της είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Με αυτά που δέχθηκε στην προκειμένη περίπτωση το δίκασαν κατ' έφεση Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, ως προς την καταδίκη της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ1 για την απάτη σε βάρος της Ψ2, όπως αυτά έχουν εκτεθεί πιο πάνω, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να καταστήσει συγχρόνως ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 98 και 386 § 1 του ΠΚ, τις οποίες εφήρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, ώστε να μην έχει η απόφαση αυτή νόμιμη βάση. Ουδεμία δε περαιτέρω αιτιολογία της αποφάσεως ήταν αναγκαία ούτε παράθεσης των αποδεικτικά μέσων από τα οποία κατέληξε το Δικαστήριο στην παραδοχή "ότι το επίδικο ειδικό πληρεξούσιο υπήρχε τάχα αναγεγραμμένη η βεβαίωση ότι η εντολέας μου είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα", αφού το Δικαστήριο δεν στήριξε την καταδικαστική για την εν λόγω αναιρεσείουσα απόφασή του για την πράξη της απάτης στην παραδοχή αυτή, όπως αυτό σαφώς προκύπτει από τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές του σκεπτικού και διατακτικού της απόφασης. Εξάλλου, είναι αβάσιμοι και οι ισχυρισμοί της ως άνω αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, σύμφωνα με τους οποίους από την πράξη της εξακολουθητικής απάτης δεν υπέστη περιουσιακή βλάβη η ατομική περιουσία της Ψ2 αλλά της Π1 από τις καταθέσεις της οποίας προερχόταν το συνολικό ποσό που ανέλαβε, καθόσον, ο προαναφερόμενος κοινός τραπεζικός λογαριασμός ανήκε τόσο στην Π1 όσο και στην ανηψιά της Ψ2 και διεπόταν από τις διατάξεις του Ν. 5638/1932, με αποτέλεσμα να μπορεί η Ψ2 να χρησιμοποιήσει τα χρήματα του λογαριασμού και χωρίς τη σύμπραξη της άλλης δικαιούχου. Είναι δε χωρίς έννομη σημασία οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι και οι δύο εκ μέρους της αναλήψεις "έλαβαν χώρα στις 22/10/2001 και 12/11/2001, δηλ. ενώ ζούσε η εντολέας της και συνδικαιούχος του παραπάνω κοινού τραπεζικού λογαριασμού", δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές της απόφασης, αυτές οι αναλήψεις έγιναν χωρίς αληθή εντολή της δικαιούχου Π1 και το γεγονός ότι και αυτή υπήρξε ζημιωθείσα , δεν αναιρεί και την ζημία της συνδικαιούχου Ψ2. VIII. Με τον πέμπτο (με στοιχείο Ε) λόγο αναίρεσης της ίδιας αναιρεσείουσας Χ1 προβάλλεται η αιτίαση ότι το δίκασαν κατ' έφεση Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 242 § 1 του ΠΚ, αφού εντελώς αντιφατικά με την απόφαση αυτή, αφενός μεν την κήρυξε ένοχη για την ηθική αυτουργία στην τελεσθείσα από τη συγκατηγορουμένη της Χ2 ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, που αφορούσε τη σύνταξη της ... ψευδούς κατά περιεχόμενο δημόσιας διαθήκης και του ...ψευδούς κατά περιεχόμενο ειδικού πληρεξουσίου, αφετέρου δε την κήρυξε αθώα για την ηθική αυτουργία στην τελεσθείσα από τη συγκατηγορουμένη της Χ2 ψευδή βεβαίωση, που αφορούσε τη σύνταξη της υπ'αριθ. ...πράξη αποδοχής κληρονομιάς, με την οποία βεβαιώθηκε ότι η αποβιώσασα στις 12-11-2001 Π1 την εγκατέστησε με βάση την προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη ως μοναδική κληρονόμο της. Η αιτίαση, όμως, αυτή είναι αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα, καθόσον η αθώωση της αναιρεσείουσας Χ1 για ηθική αυτουργία στην ψευδή βεβαίωση που αφορούσε τη σύνταξη της ...πράξεως αποδοχής κληρονομιάς απαγγέλθηκε με την αιτιολογία ότι ήταν αυτή αληθής, δηλαδή ότι πράγματι η Χ1 εδήλωσε στη συμβολαιογράφο Χ2 ότι αποδέχεται την αναφερόμενη στην πλαστή διαθήκη κληρονομιά. Ουδεμία δε αντίφαση και σύγχυση δημιουργείται για ποιές πράξεις ψευδούς βεβαίωσης της συμβολαιογράφου κρίθηκε ένοχη ηθικής αυτουργίας η εν λόγω αναιρεσείουσα, από το γεγονός ότι, όπως αναφέρει στην αίτησή της, το αναφερόμενο στην απαλλακτική διάταξη "δημόσιο έγγραφο που αναφέρεται στο στοιχείο (Δ) της απόφασης είναι η υπ' αριθμ.... πράξη αποδοχής κληρονομιάς η οποία καταρτίσθηκε από την συμβ/φο στις 26/2/2002..." και τα αναφερόμενα στην καταδικαστική διάταξη "δημόσια έγγραφα που αναφέρονται στα στοιχεία (Γα κ' Γβ) της απόφασης είναι η υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη και το υπ' αριθμ. ...ειδικό διαχειριστικό πληρεξούσιο τα οποία καταρτίσθηκαν όπως αναφέρθηκε στις 7/9/2001 και όχι στις 26/2/2002 όπως αναφέρει η βαλλόμενη". Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, της κρινόμενης αιτήσεως με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και εκ τούτου απορριπτέος. ΙΧ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 242 του ΠΚ προκύπτει ότι ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της χρήσεως ψευδούς βεβαιώσεως δύναται να είναι τρίτος, εκτός του αυτουργού της ψευδούς βεβαιώσεως ή της νοθεύσεως ή υπεξαγωγής, ο οποίος (αυτουργός), κάνοντας χρήση, διαπράττει μη τιμωρητή υστέρα πράξη. Τότε μόνο τιμωρείται ο αυτουργός της ψευδούς βεβαιώσεως για την αυτοτελή αξιόποινη πράξη της χρήσεως, όταν η ψευδής βεβαίωση ή νόθευση και υπεξαγωγή παρεγράφη ή για κάποιο άλλον λόγο δεν μπορεί να τιμωρηθεί για την ψευδή βεβαίωση ο αυτουργός. Επίσης δεν μπορεί να είναι ενεργητικό υποκείμενο του ιδίου εγκλήματος ούτε και ο ηθικός αυτουργός, στον οποίο αποδίδεται η κατηγορία της ηθικής αυτουργίας στη σύνταξη ή έκδοση του πλαστού ή ψευδούς κατά το περιεχόμενο δημοσίου εγγράφου, αφού και στην περίπτωση αυτή η χρήση από αυτόν του συγκεκριμένου εγγράφου αποτελεί ενέργεια πραγματώσεως του σκοπού του ως ηθικού αυτουργού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, η αναιρεσείουσα Χ1 προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι, εφ όσον κρίθηκε ένοχη ηθικής αυτουργίας στο έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης που ετέλεσε η συγκατηγορούμενη της συμβ/φος συντάσσοντας το ... ειδικό πληρεξούσιο, ο χαρακτηρισμός της ως τρίτου προσώπου που έκανε χρήση του περιέχοντος ψευδή βεβαίωση, ειδικού πληρεξουσίου και η εντεύθεν καταδίκη της από το Δικαστήριο την ουσίας υπήρξε μη νόμιμη και οφείλετο σε κακή εφαρμογή του άρθρου 216 παρ. 3 ΠΚ. διότι ο ηθικός αυτουργός ως μετέχων στην διάπραξη του αδικήματος μαζί με τον φυσικό αυτουργό αποκλείεται να είναι τρίτος διότι διαφορετικά θα ετίθετο σε χείρονα θέση ο ηθικός από τον φυσικό αυτουργό της πράξης της πλαστογραφίας. Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε το Δικαστήριο με την εξής αιτιολογία "Επειδή, προκειμένου περί του αδικήματος της πλαστογραφίας, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο του Π.Κ. "Εγκλήματα σχετικά με τα υπομνήματα", το άρθρο 216 § 1 Π.Κ. ορίζει, ότι "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση", ενώ προκειμένου για την ψευδή βεβαίωση, το άρθρο 242 Π.Κ., το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο "Εγκλήματα σχετικά με την Υπηρεσία", ορίζει στις παραγράφους 1 και 4, ότι, § 1 "Υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους" και § 4 "Με την ποινή της παρ. 1 τιμωρείται όποιος εν γνώσει του χρησιμοποιεί το έγγραφο που είναι πλαστό ή νοθευμένο ή έχει υπεξαχθεί". Επομένως, ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός της πρώτης κατηγορουμένης, με τον οποίον ισχυρίζεται, ότι στην περίπτωση της ψευδούς βεβαιώσεως (άρθρο 242 Π.Κ.) ισχύει ό,τι και στην περίπτωση της πλαστογραφίας (άρθρο 216 § 1 Π.Κ.) και ότι ως εκ τούτου ο ηθικός αυτουργός της ψευδούς βεβαιώσεως δεν τιμωρείται και για την χρήση της ψευδούς βεβαιώσεως με ιδιαίτερη ποινή όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της πλαστογραφίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Με το να κρίνει κατά τον πιο πάνω τρόπο το κατ'έφεση δίκασαν Δικαστήριο, μη δεχόμενο την προαναφερόμενη φαινόμενη συρροή εγκλημάτων ,έσφαλε σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 46 § 1α, 94 και 242 §§ 1 και 4 του ΠΚ και κατέστησε αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη διάταξη αυτή, κατά τον βάσιμο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ. τέταρτο( με στοιχείο Δ) λόγο αναιρέσεως. Χ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι βάσιμος μόνο ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως της αναιρεσείουσας Χ1 και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τη διάταξή της, με την οποία η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1 κηρύχθηκε ένοχη για τη χρήση του πλαστού ειδικού πληρεξουσίου, την οποία φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 22-10-2001 και 12-11-2001 (και συνακόλουθα και ως προς την επιβληθείσα και προσμετρηθείσα σε αυτήν ποινή) και να κηρυχθεί η ίδια (αναιρεσείουσα) αθώα για την ως άνω πράξη της χρήσεως ψευδούς βεβαιώσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 § 1 του ΚΠΔ, απορριπτόμενης κατά τα λοιπά της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 16/12/2006 (αρ. πρωτ. 10691/18-12-2008) και την από 16/12/2008 (αρ. πρωτ.10689/18-12-2008) αιτήσεις (δηλώσεις) 1) της Χ1 και 2) της Χ2 αντίστοιχα, με τις οποίες διώκεται η αναίρεση της 2.397/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Δέχεται εν μέρει την από 16/12/2006 (αρ. πρωτ. 10691/18-12-08) αίτηση - δήλωση της Χ1. Αναιρεί την εν μέρει την 2.397/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως προς τη διάταξή της, με την οποία η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1 κηρύχθηκε ένοχη για τη χρήση του πλαστού ειδικού πληρεξουσίου, την οποία φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 22-10-2001 και 12-11-2001 (και συνακόλουθα και ως προς την επιβληθείσα και προσμετρηθείσα σε αυτήν ποινή). Κηρύσει αθώα την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα Χ1, του ότι την 22-10-2001 και την 12-11-2001, εν γνώσει της χρησιμοποίησε έγγραφο, που ήταν πλαστό (κατά περιεχόμενο κατά την έννοια της παρ.1 του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα) και ειδικότερα, εν γνώσει της έκανε χρήση του ψευδούς κατά το περιεχόμενο υπ'αριθ. ... ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Χ2 και το οποίο προσκόμισε ενώπιον των υπαλλήλων της Αγροτικής Τράπεζας, στις 22-10-2001 και 12-11-2001, στην οποία διατηρούσε η δικαιούχος Π1 τον υπ'αριθ. ....τραπεζικό λογαριασμό, προκειμένου να κάνει ανάληψη του συνολικού ποσού των 699.541 δραχμών. Δέχεται εν μέρει την από 16/12/2008 (αρ. πρωτ.10689/18-12-2008) αίτηση - δήλωση της Χ2. Αναιρεί την εν μέρει την 2.397/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, μόνο ως προς τη διάταξή της περί επιδικάσεως στις πολιτικώς ενάγουσες Ψ2, νομίμως εκπροσωπούμενη από την ασκούσα την επιμέλεια του προσώπου της μητέρα της Ψ1 και Ψ3 χρηματικής ικανοποιήσεως εκ σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ στην καθεμία, λόγω ηθικής βλάβης, που φέρονται ότι υπέστησαν από το τελεσθέν από την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ2 αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως. Διατάσει την απάλειψη της διατάξεως αυτής. Επεκτείνει το πιο πάνω αναιρετικό αποτέλεσμα της αναιρέσεως της Χ2 και στην καταδικασθείσα για ηθική αυτουργία στην τελεσθείσα από την ίδια πράξη ψευδούς βεβαιώσεως, καθώς και για απάτη, συγκατηγορουμένη της Χ1 Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις πιο πάνω συνεκδικαζόμενες αναιρέσεις αναιρέσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδίκαση δύο αναιρέσεων. Ψευδής βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση συμβολαιογράφου (ψευδής κατά περιεχόμενο δημόσια διαθήκη και ειδικό πληρεξούσιο). Ηθική αυτουργία στο έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως της συμβολαιογράφου. Απάτη κατ' εξακολούθηση (ανάληψη χρημάτων με πληρεξούσιο που δε εξέφραζε τη βούληση του δικαιούχου). Χρήση πλαστού (του προαναφερόμενου πληρεξουσίου). Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ με τον ισχυρισμό ότι η βεβαίωση του Συμβολαιογράφου, κατά την σύνταξη δημοσίας διαθήκης, ότι ο διαθέτης έχει την ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, αποτελεί υποκειμενική κρίση του Συμβολαιογράφου και όχι "περιστατικό" το οποίον απαιτεί η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ. Αβασιμότητα του ισχυρισμού. Ψευδής βεβαίωση διαπράττεται και από τον συμβολαιογράφο, που παραλείπει εκ προθέσεως την καταχώρηση στο έγγραφο περιστατικού που υποπίπτει στην αντίληψη του και μπορεί κατά τους ορισμούς του νόμου να επηρεάσει το κύρος της βεβαιούμενης απ' αυτόν δηλώσεως. Λόγοι ακυρότητας για κακή παράσταση πολιτικής αγωγής. Ενώ οι πολιτικώς ενάγουσες παραστάθηκαν πρωτοδίκως μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας, το εφετείο επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση 44 ευρώ. Αναιρείται εν μέρει η απόφαση μόνο κατά την περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως στις πολιτικώς ενάγουσες διάταξή της, της οποίας πρέπει να διαταχθεί η απάλειψη. Δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως. Επεκτατικό αποτέλεσμα και ως προ της άλλη αναιρεσείουσα. Αγωγή κακοδικίας κατά συμβολαιογράφου. Εξάμηνη αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση αγωγής. Ηθική αυτουργία. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης (ψευδής κατά περιεχόμενο δημόσια διαθήκη και πληρεξούσιο) και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 46 παρ. 1α και 242 παρ. 1 του ΠΚ και για την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ως προς την καταδίκη της για απάτη και για έλλειψη νομίμου βάσεως. Τότε μόνο τιμωρείται ο αυτουργός της ψευδούς βεβαιώσεως για την αυτοτελή αξιόποινη πράξη της χρήσεως, όταν η ψευδής βεβαίωση ή νόθευση και υπεξαγωγή δεν μπορεί να τιμωρηθεί. Επίσης δεν μπορεί να είναι ενεργητικό υποκείμενο του ιδίου εγκλήματος ούτε και ο ηθικός αυτουργός, αφού και στην περίπτωση αυτή η χρήση από αυτόν του συγκεκριμένου εγγράφου αποτελεί ενέργεια πραγματώσεως του σκοπού του ως ηθικού αυτουργού. Το Δικαστήριο, μη δεχόμενο την προαναφερόμενη φαινόμενη συρροή εγκλημάτων, έσφαλε σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 46 παρ. 1α, 94 και 242 παρ.παρ.1 και 4 του ΠΚ. Αναιρεί μόνο ως προς τη διάταξή της, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για τη χρήση του πλαστού ειδικού πληρεξουσίου.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ηθική αυτουργία, Πολιτική αγωγή, Ψευδής βεβαίωση, Χρηματική ικανοποίηση, Επεκτατικό αποτέλεσμα, Συρροή εγκλημάτων.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1054/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 3325/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Με συγκατηγορούμενο τον ... . Το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1624/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 235 του ΠΚ, (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο δεύτερο του ν. 2802/2000, που ισχύει από 3-3-2000), "τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του από αυτήν προβλεπόμενου εγκλήματος της (παθητικής) δωροδοκίας (δωροληψίας) απαιτείται όπως, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13α'και 263Α' του ΠΚ, α) τα δώρα ή ανταλλάγματα που δεν αρμόζουν σ' αυτόν, να δίδονται ή και να υπάρχει υπόσχεση τούτων, για μελλοντική ενέργεια ή παράλειψή του, χωρίς να ενδιαφέρει αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ή μέλλουσα ενέργεια ή αν αυτός σκοπούσε σπουδαίως να εκτελέσει την εν λόγω ενέργεια και β) η ενέργεια ή παράλειψή του να περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και να ανάγεται στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας (Ολ. ΑΠ 6/1998, Ολ. ΑΠ 1778/1993). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της, να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων σ' αυτή αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι υπάλληλοι, στους οποίους νομίμως είχε ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο του έτους 2004 έως 16-2-2005 απαίτησαν και δέχτηκαν δώρα και ανταλλάγματα για ενέργεια τους μελλοντική, η οποία ήταν αντίθετη στα καθήκοντα τους. Συγκεκριμένα περί τα μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2004 οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι υπηρετούσαν στο Ι' Τμήμα Ασφαλείας(..., ο πρώτος με το βαθμό του ανθυπαστυνόμου και ο δεύτερος με το βαθμό του αστυφύλακα, συναντήθηκαν με τον τρίτο μάρτυρα κατηγορίας Μ1 σε κατάστημα κείμενο επί της οδού ... με την επωνυμία "...", κατόπιν πρωτοβουλίας και προηγηθέντος τηλεφωνήματος από τον πρώτο κατηγορούμενο προς τον εν λόγω μάρτυρα, με τον οποίο, σημειωτέο, ήταν γνωστοί κατά τα προηγούμενα έτη. Σημειώνεται ότι ο γιος του άνω μάρτυρος Μ2 τον εν λόγω χρόνο διατηρούσε κατάστημα (ΚΑΦΕ-ΙΝΤΕΡΝΕΤ) επί της οδού ... με την επωνυμία "...",τυπικά, αφού ο ίδιος ο μάρτυς-πατέρας του ασχολείτο στην ουσία με αυτό. Κατά τη συνάντηση αυτών ο πρώτος κατηγορούμενος είπε στον Μ1 ότι όλα τα καταστήματα που έχουν ηλεκτρονικά δίδουν χρήματα στην Ασφάλεια ..., για να έχουν λιγότερους ελέγχους και στη συνέχεια ευθέως και οι δύο κατηγορούμενοι του ζήτησαν να τους δίδει περί τα μέσα κάθε μήνα το ποσό των 500 ευρώ, το οποίο θα λαμβάνει ο δεύτερος από αυτούς, επιπλέον δε θα τους έδιδε και 700 ευρώ για την περίπτωση που θα επέτρεπε αυτός (μάρτυς) την διενέργεια, στο άνω κατάστημα, "ζαριών", με σκοπό να μην υφίσταται το κατάστημα αστυνομικούς ελέγχους, αλλά και για την περίπτωση που θα γινόταν τέτοιοι έλεγχοι, αυτός θα ειδοποιείτο από αυτούς. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εν λόγω κατάστημα κατά το άνω χρονικό διάστημα είχε υποστεί ελάχιστους ελέγχους, καίτοι σ' αυτό διενεργούντο καθημερινώς απαγορευμένα παίγνια, και ενώ σε άλλα καταστήματα της περιοχής πράγματι αποδείχθηκε ότι διενεργούντο από το άνω τμήμα Ασφαλείας συχνότατοι έλεγχοι και προσάγονταν οι ιδιοκτήτες τους ενώπιον της δικαιοσύνης. Στην υπηρεσία εσωτερικών υποθέσεων Βορείου Ελλάδος είχε περιέλθει πληροφορία ότι αστυνομικοί του άνω Τμήματος Ασφαλείας πλησιάζουν καταστηματάρχες και ζητούν χρήματα, προκειμένου να μην τους ελέγχουν και να τους ειδοποιούν σε περίπτωση ελέγχου από άλλους αστυνομικούς. Κατά τη διενέργεια έρευνας για το αν αληθεύει η εν λόγω πληροφορία ο άνω μάρτυς (Μ1) επιβεβαίωσε πλήρως αυτή, όσον αφορά τους δύο κατηγορουμένους και τους ανέφερε ότι καθ' όλο το άνω χρονικό διάστημα, μηνιαίως, κατέβαλε, σε εκτέλεση της προαναφερόμενης συμφωνίας τους, το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως και ενίοτε και επιπλέον χρήματα, όταν επέτρεπε τη διενέργεια "ζαριών". Επιπλέον τους ομολόγησε ότι τρεις φορές ειδοποιήθηκε από το δεύτερο κατηγορούμενο ότι θα γίνει έλεγχος στο κατάστημα του, και έτσι αυτός απέφυγε τη σύλληψη και την παραπομπή του στον ενταύθα εισαγγελέα, μολονότι τελούνταν εντός του καταστήματος του τα πλημμελήματα της παραβάσεως των άρθρων 1,2,4 Ν.3037/02 και 7 του ΝΔ 29/71. Επίσης, αποδείχθηκε ότι μετά από προσημείωση του άνω μηνιαίως καταβαλλομένου ποσού των 500 ευρώ στον 2ο κατηγορούμενο(για λογαριασμό όμως και του πρώτου) στις 16-2-2005 συνελήφθη αυτός (2ος κατηγορούμενος) από αρμόδια αστυνομικά όργανα, που είχαν μεταβεί προς τούτο έξω του καταστήματος του τύποις Μ2 και στην ουσία Μ1 "επ' αυτοφώρω", έχων στην κατοχή του τα, προηγουμένως, όπως προειπώθηκε, προσημειωθέντα δέκα χαρτονομίσματα των 50 ευρώ, των οποίων την κατοχή, κατ' εκείνη τη στιγμή, δεν δικαιολόγησε στους συναδέλφους του αστυνομικούς. Αποδείχθηκε δηλαδή ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι ελάμβαναν κατά το άνω χρονικό διάστημα μηνιαίως συνολικά το ποσό των 500 ευρώ(δεν προκύπτει αν στη συνέχεια το μοιράζονταν κατ' ισομοιρία ή κατ' άλλο τρόπο), προκειμένου να έχει ο άνω υπεύθυνος του καταστήματος "..." ως προς την τέλεση πλημμεληματικών παραβάσεων, ενέργεια που αντίκειται στα καθήκοντα τους, ως αστυνομικών, όπως διαγράφονται από τους κείμενους νόμους και τους κανονισμούς της υπηρεσίας τους, που επιβάλλουν στους αστυνομικούς να ενεργούν για την πρόληψη και την καταστολή των εγκλημάτων, συναρτώμενη άλλωστε και προς την υπηρεσία τους, ως αστυνομικών οργάνων. Στην πιο πάνω κρίση το Δικαστήριο οδηγείται από την κατάθεση των πρώτου, δευτέρου των μαρτύρων κατηγορίας, την από 17-2-2005 αναγνωσθείσα, (χωρίς εναντίωση των κατηγορουμένων) ένορκη κατάθεση της ..., ενώπιον του Ανθ/μου ..., υπαλλήλου, σημειωτέο, του καταστήματος του Μ1 , αλλά και απ' αυτήν την κατάθεση του πέμπτου μάρτυρα κατηγορίας και από το επιλεγέν σημείο της "ότι ο 1ος κατηγορούμενος ήταν συχνά στα αυτόφωρα, ποτέ όμως δεν έφερε τον κατηγορούμενο το Μ1...)Επίσης και από τα αναγνωσθέντα(χωρίς εναντίωση των κατηγορουμένων) στο ακροατήριο αποσπάσματα των προανακριτικών καταθέσεων του τρίτου μάρτυρα κατηγορίας και αυτών των ανακριτικών, τα οποία νομίμως λαμβάνονται υπόψη για την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό και με τα αναγνωσθέντα έγγραφα που βεβαιώνουν την "επ' αυτοφώρω" σύλληψη του δευτέρου κατηγορουμένου-και είναι μεν αληθές ότι ενώπιον του παρόντος αλλά και του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο τρίτος μάρτυρας κατηγορίας ανακάλεσε πλήρως όλες τις προηγούμενες καταθέσεις του (προανακριτικές και ανακριτικές), πλην όμως η αλήθεια, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν είναι αυτή που κατέθεσε ενώπιον του και η οποία κρίνεται ότι είναι ψευδής, γι' αυτό ήδη διετάχθη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' άρθρο 38 ΚΠΔ, η διαβίβαση των πρακτικών συνεδριάσεως και της απόφασης αυτών στον αρμόδιο Εισαγγελέα για τις δικές του ενέργειες. Ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι ότι δεν τέλεσαν την πράξη της παθητικής δωροδοκίας από κοινού, πλην όμως ο ισχυρισμός τους αυτός έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι δε εξετασθέντες από αυτούς μάρτυρες υπερασπίσεως δεν γνωρίζουν για τη δράση αυτών στο άνω Τμήμα Ασφαλείας. Ειδικότερα ο οψίμως προβαλλόμενος από το δεύτερο κατηγορούμενο (συνήθης σε παρόμοιες περιπτώσεις) ισχυρισμός περί συνάψεως δανείου μεταξύ αυτού και του άνω τρίτου μάρτυρος, προκειμένου να δικαιολογήσει το ευρεθέν σ' αυτόν ποσό των 500 ευρώ κατά την ημέρα συλλήψεως του, ως μέρος του ποσού των 1000 ευρώ, ούτε στη λογική αντέχει, ούτε αποδείχθηκε. Σημειωτέον ότι ο κατ' αυτόν δανειολήπτης(δηλαδή ο 3ος μάρτυς) σφόδρα απέκρουε αυτόν, τόσο προανακριτικώς, όσο και ανακριτικώς, και για πρώτη φορά κάνει λόγο για ύπαρξη δανείου ενώπιον τόσο του παρόντος όσο και του πρωτοδίκου Δικαστηρίου, πλην όμως ψευδώς, όπως προειπώθηκε και για ευνόητους λόγους. Με βάση τα άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται σε βάρος των κατηγορουμένων η νομοτυπική μορφή της αποδιδόμενης σ' αυτούς κατηγορίας της παθητικής δωροδοκίας, από κοινού, κατ' εξακολούθηση και της υπόθαλψης εγκληματία (όσον αφορά τον β' κατηγορούμενο), όπως αυτές, κατά τα συνιστώντα τις αντικειμενικές και υποκειμενικές τους υποστάσεις πραγματικά περιστατικά στο διατακτικό της παρούσης περιγράφονται. Επίσης, αποδείχθηκε από την κατάθεση του 5ου μάρτυρα κατηγορίας, τα αναγνωσθέντα σχετικά έγγραφα αλλά και από τη μη ειδική άρνηση από πλευράς των κατηγορουμένων, η τέλεση από τους τελευταίους του αδικήματος της οπλοκατοχής, όπως αυτή, κατά τα συνιστώντα την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση πραγματικά περιστατικά στο διατακτικό της παρούσας περιγράφεται, αφού απεδείχθη συγκεκριμένα ότι αμφότεροι κατελήφθησαν, μετά από νομότυπη έρευνα αρμοδίων Αστυνομικών οργάνων να κατέχουν παρανόμως, ήτοι χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, ο μεν 1ος ένα πιστόλι,4 φυσίγγια διαμετρήματος 9mm, ένα μαχαίρι με λάμα 8,3 εκατοστά, 2 φιαλίδια εκτόξευσης αναισθητικής ουσίας(Body guard),ο δε 2ος ένα πιστόλι, δυο φυσίγγια διαμετρήματος 9mm και ένα φιαλίδιο εκτόξευσης αναισθητικής ουσίας. Επομένως, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των άνω αξιόποινων πράξεων παθητικής δωροδοκίας, παράνομης οπλοκατοχής (αμφότεροι) και της υπόθαλψης εγκληματία ο δεύτερος, κατά τα και στο διατακτικό διαλαμβανόμενα". Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα (πρώτο κατηγορούμενο) της αξιόποινης πράξης της (παθητικής) δωροδοκίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 235 ΠΚ (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 2802/2000),από κοινού και κατ' εξακολούθηση, καθώς και της παράνομης οπλοκατοχής και αφού του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών, για την πρώτη πράξη και οκτώ (8) μηνών για τη δεύτερη και κατά συγχώνευση δέκα εννέα (19) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13α, 98, 263Α, 235 ΠΚ (όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 2802/2000), 1 &&1α-δ,2α,β, 7 &&1,2,8α του ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Η από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ αιτίαση του αναιρεσείοντος, κατά την οποία στο πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης εμφιλοχωρούν ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και να στερείται νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει απ' αυτήν, κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της δωροδοκίας για όλο το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάρτιο του έτους 2004 έως και την 16-2-2005, αν και, κατά το χρονικό διάστημα από 19-12-2004 έως 16-2-2005, υπηρετούσε στο ΙΖ' ΤΑΘ, στο οποίο είχε αποσπασθεί από το Ι' Τμήμα Ασφαλείας...και συνεπώς, ως αστυνομικός του τελευταίου αστυνομικού τμήματος δεν είχε το δικαίωμα να προβαίνει στον έλεγχο του παραπάνω καταστήματος, γιατί αυτός ήταν εκτός του κύκλου της λειτουργικής του αρμοδιότητας, κατ' άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ, είναι αβάσιμη, διότι, από τις παραδοχές της απόφασης, σαφώς, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχεται ότι ο αναιρεσείων καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα υπηρετούσε στο Ι' τμήμα Ασφαλείας ... και στο πλαίσιο της λειτουργικής του αρμοδιότητας ήταν να ενεργεί κάθε αναγκαία αστυνομική- προανακριτική πράξη για τη βεβαίωση της παράβασης του Ν. 3037/2002(άρθ. 1,2,4) και του Β,Δ.29/1971) στο κατάστημα παιγνίων που εκμεταλευόταν ο Μ1. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που, με την επίκληση του λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και του περιεχομένου των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς σε κάθε μία από αυτά και η αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά. Αρκεί να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, όπως στην προκείμενη περίπτωση σαφώς βεβαιώνεται με την προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν για έρευνα άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-9-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 3325/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παθητική δωροδοκία αστυνομικού. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ορθή εφαρμογή νόμου. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δωροδοκία.
1
Αριθμός 1037/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη- Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γιατράκο, περί αναιρέσεως της 280/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 97/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Π.Κ., κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του ΠΔ 305/1996, σκοπός του οποίου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 αυτού, είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1992 (ΕΕL 245/26892) "σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια" και ως τέτοια θεωρούνται, κατά το άρθρο 2 παρ.1α, "κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή/και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο", για να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την υγεία στο εργοτάξιο, και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 του πιο πάνω διατάγματος οι εργολάβοι και υπεργολάβοι λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ, αρ. 8 παρ.2α σε συνδ. με το παράρτημα IV - Μέρος Β, Τμήμα ΙΙ άρθ 5.(Πτώσεις από ύψος), όπου, στο άρθρο 5, ορίζεται ότι: "5.1. Οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται, ιδίως μέσω στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος που θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο, ή άλλο ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. 5.2. Οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας. Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας". Μεταξύ δε των υπευθύνων για την λήψη αυτών των μέτρων είναι και ο μηχανικός που αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτελέσεως τεχνικού έργου ή τμήματος του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τέχνης. Ειδικότερα, στο άρθρο 7 (Υποχρεώσεις επιβλέποντος) του Ν 1396/1983, οι διατάξεις του οποίου, κατά το άρθρο 1 αυτού "αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση των οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, προβλέποντα τα εξής : "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις έχει και τις ακόλουθες :1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2. Να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. 5. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 & 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για την βεβαιότητα αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε τις εφέσεις των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Περί τα τέλη του έτους 2000 η Σ1, κατόπιν συμβάσεως έργου που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του Χ1 (πρώτου κατηγορούμενου), εργολάβου οικοδομών, του ανέθεσε την ανέγερση διωρόφου οικοδομής μετά υπογείου σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στην περιοχή "..." . Για την ανέγερση της εν λόγω οικοδομής είχε εκδοθεί η υπ' αριθ.490/2000 οικοδομική άδεια από το Πολεοδομικό Γραφείο.... Τη μελέτη και επίβλεψη του εν λόγω έργου είχε αναλάβει κατόπιν προστήσεώς του από την παραπάνω ιδιοκτήτρια ο Χ2 (δεύτερος κατηγορούμενος). Με την ως άνω συμφωνία, μεταξύ άλλων, συνομολογήθηκε ότι την πρόσληψη του απαραίτητου εργατοτεχνικού προσωπικού θα έκανε ο ως άνω εργολάβος, ο οποίος σε εκτέλεση της εργολαβικής αυτής συμβάσεως προσέλαβε μεταξύ άλλων εργατών και τον αλλοδαπό Θ1, με σύμβαση αορίστου χρόνου για να εργαστεί ως εργάτης. Στις 30-1-2001 και περί ώρα 9-45, ενώ ο ως άνω εργάτης εκτελούσε εργασίες καλουπώματος στην ταράτσα του Α' ορόφου, έχασε την ισορροπία του και έπεσε με το κεφάλι στο έδαφος, σε ύψος 7 περίπου μέτρων, με αποτέλεσμα να υποστεί βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων επήλθε αμέσως ο θάνατός του. Το ατύχημα δε αυτό "οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) και των δύο ως άνω κατηγορουμένων, εργολάβου και επιβλέποντος μηχανικού, αντίστοιχα, οι οποίοι παρέλειψαν να λάβουν όπως όφειλαν και υποχρεούντο τα επιβαλλόμενα ως εκ της παραπάνω ιδιότητας τους προστατευτικά μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων, όπως αυτά προσδιορίζονται από το Π.Δ. 778/1980, το Π.Δ. 1673/81 και το Ν. 1396/1983- Ειδικότερα, η ευθύνη του πρώτου κατηγορουμένου (εργολάβου) συνίσταται στο ότι, ενώ ήταν υποχρεωμένος, ως εκ της ιδιότητας του, να κατασκευάσει σταθερά ικριώματα ή άλλα μέτρα ασφαλείας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας στην ως άνω διώροφη οικοδομή όπου εκτελούντο εργασίες καλουπώματος στο δεύτερο όροφο αυτής και έτσι υπήρχε άμεσος κίνδυνος καταπτώσεως κάποιου εργαζόμενου αν έχανε την ισορροπία του, αυτός παρέλειψε, παρά την εκ του νόμου υποχρέωσή του, να πράξει τούτο, όπως θα έκανε κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος. Επίσης, αυτός δεν παρίστατο όπως είχε υποχρέωση κατά τη διάρκεια των εργασιών στην οικοδομή και να δίνει οδηγίες στους εργαζομένους, ώστε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Περαιτέρω η ευθύνη του δεύτερου κατηγορουμένου, επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, συνίσταται στο ότι, μολονότι αυτός διαπίστωσε, λόγω της επιβλέψεως που έκανε, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (εργολάβος) δεν κατασκεύασε στην ως άνω οικοδομή τα προαναφερθέντα μέτρα ασφαλείας για την ασφάλεια των εργαζομένων, οι οποίοι εργάζονταν στον πρώτο όροφο σε ύψος επτά μέτρων από το έδαφος, δεν έδωσε, όπως είχε υποχρέωση (άρθρο 7 Ν. 1396/1983), εντολή και οδηγίες κατασκευής αυτών στον εργολάβο και να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών του. Η έλλειψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας αποδεικνύεται πλην άλλων στοιχείων και από την από 14-2-2001 έκθεση αυτοψίας του επιθεωρητή εργασίας Ε1 που αναγνώστηκε στο ακροατήριο, ο οποίος σημειώνει ότι το εν λόγω ατύχημα θα αποφεύγονταν αν είχαν κατασκευαστεί κιγκλιδώματα, ή θωράκια ή δίχτυ προστασίας που θα εμπόδιζε την πτώση. Εάν δε κατασκευάζονταν τα ως άνω μέτρα ασφαλείας στο σημείο της οικοδομής όπου εργαζόταν ο ως άνω αλλοδαπός, έστω και αν αυτός έχανε προς στιγμήν την ισορροπία του, θα μπορούσε να συγκρατηθεί από τις σκαλωσιές ή τα ικριώματα και να μην καταπέσει στο έδαφος...." . Κατ' ακολουθίαν του σκεπτικού αυτού, οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου. Ειδικότερα κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι: "Στη ..., στην περιοχή ..., στις 30-1-2001, ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, ως εργολάβος οικοδομών της εκεί ανεγειρόμενης οικοδομής και ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2, ως πολιτικός μηχανικός για την ως άνω οικοδομή από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους και επέφεραν το θάνατο άλλου, για την αποτροπή της επέλευσης του οποίου είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Ειδικότερα, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, ενώ ήταν υποχρεωμένος ως εκ της ιδιότητάς του ως εργολάβου, να τοποθετήσει στερεά κιγκλιδώματα με επαρκές ύψος που θα διέθεταν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο ή άλλο ισοδύναμο μέσο, είτε άλλους μηχανισμούς συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας, προς πρόληψη πτώσεως κάποιου εργάτη από την ως άνω οικοδομή, κατά παράβαση των διατάξεων των αρθ. 2§1, 12§1 σε συνδ. με Παράρτημα II και 8§2α σε συνδ. με Παράρτημα ΙV-Μέρος Β, τμήμα II αρθ. 5§5.1, 5.2 του ΠΔ 305/1996 που εκδόθηκε προς συμμόρφωση προς την Οδηγία 92/57/ΕΟΚ, αυτός παρέλειψε, παρά την εκ του νόμου υποχρέωσή του, να πράξει τούτο, όπως θα έκανε κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος. Επίσης, αυτός δεν παρίστατο όπως είχε υποχρέωση κατά τη διάρκεια των εργασιών στην οικοδομή και να δίνει οδηγίες στους εργαζομένους, ώστε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Ο δε δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2 ως επιβλέπων πολιτικός μηχανικός, μολονότι διαπίστωσε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (εργολάβος) δεν κατασκεύασε στην ως άνω οικοδομή τα προαναφερθέντα μέτρα ασφαλείας για την ασφάλεια των εργαζομένων, δεν έδωσε, όπως είχε υποχρέωση (άρθρο 7 Ν. 1396/1983), εντολή και οδηγίες κατασκευής αυτών στον εργολάβο και δεν επέβλεψε την τήρηση των οδηγιών του, με συνέπεια, όταν ο εργαζόμενος στην οικοδομή Θ1, που εκτελούσε εργασίες καλουπώματος στην ταράτσα του Α' ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, έχασε την ισορροπία του, να πέσει από ύψος επτά (7) μέτρων περίπου στο έδαφος, με αποτέλεσμα να υποστεί πολλαπλές εκδορές και εκχυμώσεις κατά το πρόσωπο, τα άνω και κάτω άκρα και την πρόσθια θωρακική χώρα, διάσχιση τριχωτού κεφαλής, βρεγματικά, σχήματος ανώμαλου, εκχυμωτικό μώλωπα, κυκλωτερώς φερόμενο κατά το δεξιό οφθαλμό δίκην οματοϋαλίων, κάταγμα αριστερού μηριαίου υπέρθεν της κατά γόνυ αρθρώσεως, κάταγμα εμπυεσματικό αριστερού βρεγματικού οστού, υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου τραυματικής αιτιολογίας και κάταγμα κατά το δεξιό οπίσθιο και μέσο εγκεφαλικό βόθρο, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, απήλθε ο θάνατός του" .Για την πράξη τους δε αυτή, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται, όπως αναφέρεται στην απόφαση, από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 28 , 84 παρ.2α, 302 παρ.1 του ΠΚ, άρθ. 2 παρ.1, 12 παρ.1 σε συνδ. με Παράρτημα ΙΙ άρθρ.8 παρ.2α σε συνδ. με Παράρτημα IV- Μέρος Β, Τμήμα ΙΙ άρθρ. 5.1, 5.2 του ΠΔ 305/199 και 7 του ν.1396/83, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών ο καθένας, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. IΙΙ. Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (μη συνειδητής), για την οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, προσδιορίζεται με σαφήνεια και εξειδικεύεται η νομική υποχρέωση του καθενός κατηγορουμένου και η διαπιστωθείσα παράλειψη της υποχρέωσης αυτής, αναφορικά με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι τον θάνατο του παθόντος. Το γεγονός δε ότι στο σκεπτικό της απόφασης εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία (όπως η από 14-2-2001 έκθεση αυτοψίας του επιθεωρητή εργασίας Ε1, η οποία, όπως ρητώς αναφέρεται στην απόφαση " αναγνώστηκε στο ακροατήριο"), δεν συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά , δηλαδή τα αναφερόμενα κατ' είδος στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης αποδεικτικά μέσα, χωρίς να ανακύπτει ανάγκη χωριστής αιτιολόγησης και ειδικής αναφοράς και προσδιορισμού αυτών. Προσδιορίζεται επίσης ειδικώς η αμέλεια (μη συνειδητή) την οποία επέδειξε στη συγκεκριμένη περίπτωση ο καθένας από τους κατηγορουμένους και η οποία συνίσταται, αντίστοιχα, στο ότι, ενώ είχαν αναλάβει, ο μεν εργολάβος οικοδομών Χ1, μετά από σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της Σ1, την ανέγερση της πιο πάνω διώροφης οικοδομής, και προς εκτέλεση της εργολαβικής αυτής συμβάσεως είχε προσλάβει με σύμβαση αορίστου χρόνου μεταξύ άλλων εργατών και τον αλλοδαπό Θ1, προκειμένου να εργασθεί ο τελευταίος στο έργο αυτό ως εργάτης, ο δε πολιτικός μηχανικός Χ2, κατόπιν προστήσεώς του από την παραπάνω ιδιοκτήτρια, τη μελέτη και επίβλεψη του ως άνω έργου με την ιδιότητα του επιβλέποντος μηχανικού, παρέλειψαν να λάβουν, όπως όφειλαν και υπεχρεούντο τα επιβαλλόμενα από τις παραπάνω ιδιότητες τους προστατευτικά μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων, όπως αυτά προσδιορίζονται στις αναφερόμενες στην απόφαση διατάξεις και συγκεκριμένα: Ενώ ήταν υποχρεωμένος ο πρώτος εξ αυτών (Χ1), ως εκ της ιδιότητας του ως εργολάβου του έργου, να λάβει τα ειδικώς προσδιοριζόμενα στην απόφαση μέτρα προστασίας, παρέλειψε αυτός, παρά την εκ του νόμου υποχρέωση του, να πράξει τούτο, όπως θα έκανε κάθε συνετός και ευσυνείδητος, δηλαδή ο οποιοσδήποτε εργολάβος (χωρίς να απαιτείται περαιτέρω προσδιορισμός και εξειδίκευση ότι το Δικαστήριο εννοεί τον "μετρίως συνετό" και υπό τις αυτές συνθήκες ενεργούντα εργολάβο). Επίσης, δεν παρίστατο, όπως είχε υποχρέωση, κατά τη διάρκεια των εργασιών στην οικοδομή, για να δίνει οδηγίες στους εργαζόμενους, ώστε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Ο δεύτερος τούτων επιβλέπων πολιτικός μηχανικός (Χ2), μολονότι διαπίστωσε, λόγω της επιβλέψεως που έκανε, ότι ο συγκατηγορούμενός του εργολάβος του έργου Χ1 δεν είχε κατασκευάσει στην υπό ανέγερση οικοδομή τα προαναφερθέντα μέτρα ασφαλείας για την ασφάλεια των εργαζομένων, οι οποίοι εργάζονταν στον πρώτο όροφο αυτής και σε ύψος επτά μέτρων από το έδαφος, δεν έδωσε, όπως είχε υποχρέωση (άρθρο 7 του Ν. 1396/1983), εντολή και οδηγίες κατασκευής αυτών στον ως άνω εργολάβο συγκατηγορούμενό του και δεν επέβλεψε την τήρηση των οδηγιών του, με αποτέλεσμα, το οποίο δεν προείδαν αμφότεροι οι ως άνω κατηγορούμενοι, αν και όφειλαν και μπορούσαν να το προϊδουν και αποφύγουν, όταν ο εργαζόμενος στην οικοδομή Θ1, που εκτελούσε εργασίες καλουπώματος στην ταράτσα του Α' ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, έχασε την ισορροπία του, να πέσει από ύψος επτά (7) μέτρων περίπου στο έδαφος και να υποστεί τις αναφερόμενες στην απόφαση σωματικές βλάβες, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του. Προσδιορίζεται, τέλος, επαρκώς στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των προαναφερόμενων παραλείψεων των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του Θ1. Οι περαιτέρω προβαλλόμενες από τον αναιρεσείονα πολιτικό μηχανικού Χ2 αιτιάσεις ότι δεν εκτίθεται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως από που προκύπτει ότι ο ίδιος, ως επιβλέπων την εκτέλεση του έργου πολιτικός μηχανικός, διαπίστωσε ότι ο εργολάβος συγκατηγορούμενός του Χ1 δεν είχε κατασκευάσει τα προστατευτικά μέτρα στην οικοδομή, δοθέντος ότι δεν προέκυψε τούτο κατά τη διαδικασία, , είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ , πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι: α) δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά, τα θεμελιωτικά της υποστάσεως (αντικειμενικής και υποκειμενικής) του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, β) η παραδοχή της ότι "η έλλειψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας αποδεικνύεται "πλην άλλων στοιχείων" και από την από 14-2-2001 έκθεση αυτοψίας του επιθεωρητή εργασίας Ε1", είναι εντελώς αόριστη, διότι δεν αναφέρονται τα "άλλα στοιχεία" που έλαβε υπ' όψη του το δικαστήριο, και γ) διότι θα έπρεπε το δικαστήριο να αναφέρεται στον μετρίως (και όχι στον άριστο) συνετό και ευσυνείδητο άνθρωπο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙV. Υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθιστά χειρότερη τη θέση του εκκαλούντος κατηγορουμένου (άρθρ. 470 του ΚΠΔ). Χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου επέρχεται και όταν το δικαστήριο, που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, δεν αναγνώρισε στον κατηγορούμενο ένα από τα από το άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ προβλεπόμενα ελαφρυντικά, που του είχε αναγνωριστεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντί δε γι' αυτό του αναγνώρισε άλλο ελαφρυντικό, προβλεπόμενο από την ίδια διάταξη, αφού η συνδρομή και της δεύτερης ελαφρυντικής περίστασης λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής κατά το άρθρο 85 του ΠΚ. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 470 εδ. α' και 524 § 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η θέση του κατηγορουμένου χειροτερεύει και όταν το δικαστήριο της παραπομπής, κατά την ενώπιον του νέα συζήτηση της εφέσεως του κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση την οποία είχε ασκήσει ο κατηγορούμενος εναντίον της προηγούμενης τελεσίδικης αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου, δεν αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο ελαφρυντική περίσταση την οποία του είχε αναγνωρίσει με την αναιρεθείσα απόφασή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες και προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, το δίκασαν, ως δικαστήριο της παραπομπής, Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, μετά από αναίρεση της προηγούμενης 223/2007 αποφάσεως του, με την ήδη προσβαλλόμενη 280/14-10-2008 απόφασή του, καθ' υπέρβαση εξουσίας του, καταδίκασε τους κατηγορουμένους αναιρεσείοντες για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 § 2εδ. α' του ΠΚ) και επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών στον καθένα, με τριετή αναστολή, χωρίς να τους αναγνωρίσει και την ελαφρυντική περίπτωση της επιδείξεως ειλικρινούς μετάνοιας και της επιδιώξεως να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες της πράξης τους (άρθρο 84 § 2 εδάφιο δ' του ΠΚ), την οποία τους είχε αναγνωρίσει το ίδιο Δικαστήριο, με την αναιρεθείσα 223/2007 απόφαση του. Έτσι, όμως, το Τριμελές Εφετείο κατέστησε χειρότερη τη θέση των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, υπερβαίνοντας την εξουσία του. Κατόπιν τούτων πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος της που παρέλειψε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να αναγνωρίσει στον κατηγορούμενο και τη συνδρομή της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' του ΠΚ που του αναγνωρίστηκε με την αναιρεθείσα 223/2007 προηγούμενη απόφασή του, όπως επίσης και ως προς τη διάταξη της επιμέτρησης της ποινής. Η περαιτέρω προβαλλόμενη αιτίαση αναφορικώς προς την απόρριψη του φερόμενου ως αιτηθέντος από τον συνήγορο των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους (άρθρο 84 § 2 εδ. ε' του ΠΚ),είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, καθόσον δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα. IV. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης της περί ενοχής αποφάσεως (μη συντρεχούσης εκ τούτου περιπτώσεως για αυτεπάγγελτη έρευνα τυχόν παραγραφής, κατά τη διάταξη του άρ. 511 εδ.γ του ΚΠΔ), πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί μόνο κατά το μέρος που το Δικαστήριο παρέλειψε να αναγνωρίσει στους κατηγορούμενους και τη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' του Π.Κ., καθώς και ως προς τη διάταξη για επιβολή της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 280/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Πλημμελημάτων), μόνο κατά το μέρος που το Δικαστήριο παρέλειψε να αναγνωρίσει στους κατηγορούμενους και τη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' του Π.Κ., καθώς και ως προς τη διάταξη για επιβολή της ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να ασκήσει κατά τούτο των ανωτέρω εξουσία του και να επιβάλει την προσήκουσα ποινή. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 16/12/2008 (αρ.πρωτ. 10606/16-12-08) κοινή αίτηση (δήλωση) των 1) Χ1 και 2) Χ2, για αναίρεση της 280/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Πλημμελημάτων). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2009 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια δια παραλείψεως. Στοιχεία εγκλήματος. Εργατικό ατύχημα. Ευθύνη εργολάβου και επιβλέποντος μηχανικού. Ιδιαίτερες νομικές υποχρεώσεις κατά τις διατάξεις του ΠΔ 305/1996, (προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ). Λαμβανόμενα μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ αρ. 8 παρ. 2α σε συνδυασμό με το παράρτημα IV - Μέρος Β, Τμήμα II άρθρο 5. (Πτώσεις από ύψος). Υποχρεώσεις επιβλέποντος (άρθρο 7 του Ν. 1396/1983). Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου επέρχεται και όταν το δικαστήριο, δεν αναγνώρισε ένα ελαφρυντικό, που του είχε αναγνωριστεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντί γι' αυτό δε του αναγνώρισε άλλο, καθώς και όταν το δικαστήριο της παραπομπής, δεν αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο ελαφρυντική περίσταση την οποία του είχε αναγνωρίσει με την αναιρεθείσα απόφαση. Υπέρβαση εξουσίας. Αναιρεί μόνο ως προς τη μη αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως και ως προς την ποινή (μη συντρεχούσης περιπτώσεως για αυτεπάγγελτη έρευνα τυχόν παραγραφής). Αναιρεί εν μέρει ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ΄ ΠΚ και ως προς την περί ποινής διάταξη. Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναίρεση μερική, Κατηγορούμενος.
0
Αριθμός 1036/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 88/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.11.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 80/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 62/6.2.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό Σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το υπ'αριθμ. 88/2008 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (κακ/των) την κατηγορούμενη ... , για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση (άρθρ. 187 § 1 Π.Κ.). ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού η κατηγορουμένη, με δήλωση ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., άσκησε την υπ'αριθμ. 53/28-11-2008 αίτηση αναίρεσης. (βλ. σχετική έκθεση) ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 7 Ν.2928/2001, η περάτωση για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο απ'αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης. ΙV. Με βάση τα παραπάνω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ. και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας, κατά το άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 53/28-11-2008 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από την κατηγορουμένη ..., κατά του υπ'αριθμ. 88/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. Αθήνα 29 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 7 Ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού ετροποποιήθη με το άρθρο 42 παρ. 5 Ν. 3251/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικος κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για τον σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, εάν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετάκλητα, ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περατώσεως της ανακρίσεως. Εκ της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην ταχεία περάτωση - εκκαθάριση των προβλεπομένων στο άνω άρθρο εγκλημάτων, σαφώς προκύπτει ότι αν προκληθεί κυρία ανάκριση για κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, αυτή περατώνεται πάντοτε από το Συμβούλιο Εφετών αμετάκλητα, το οποίο είναι και το μόνο αρμόδιο προς τούτο, όχι μόνο όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο κατά το άρθρο 313 ΚΠΔ, αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για την άνω πράξη κατά τα άρθρα 309 παρ. 1α και 310 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠΔ ή περίπτωση να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, κατ' άρθρο 309 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ, ή το γεγονός δεν συνιστά αξιόποινη πράξη, ή όταν υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως ή τον καταλογισμό, κατ' άρθρο 310 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠΔ. Εντεύθεν και κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών για την πράξη του άρθρου 187 ΠΚ και για συναφή εγκλήματα, συνεπώς και πλημμελήματα, δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να ασκήσει το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίον, εάν ασκηθεί, είναι απαράδεκτο. Περαιτέρω, κατ' άρθρο μεν 476 παρ. 1 ΚΠΔ, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ......... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο", κατά δε το άρθρο 513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ "Αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την άιτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη ...". Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 88/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου επερατώθη η κυρία ανάκριση και κατά της αναιρεσειούσης ..., μεταξύ άλλων κατηγορουμένων, και παρεπέμφθη αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, με σκοπό την διάπραξη κακουργημάτων και δη διακεκριμένων περιπτώσεων κλοπής άρθρου 374 περιπτ. δ' και ε' ΠΚ. Το βούλευμα αυτό είναι, κατά τα άνω εκτεθέντα, αμετάκλητο και, συνεπώς, μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου της αναιρεσειούσης να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ασκουμένη κατά βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 53/28 Νοεμβρίου 2008 αίτηση της ..., κατά του υπ' αριθμ. 88/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 7 Ν. 2928/2001, όπως ετροποποιήθη με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 3251/2004. Η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα του άρθρου 187 ΠΚ κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως, ακόμη και για συναφή εγκλήματα. Απαράδεκτη η αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης. Απορρίπτει.
Οργάνωση εγκληματική
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Οργάνωση εγκληματική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1034/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιατράκο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 158/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 480/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 287/27.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ την από 14-3-2008 αίτηση του Χ1, με την οποία επιδιώκει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ'αριθμ. 158/28-9-2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, με τριετή αναστολή για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο και χρήση νοθευμένων εγγράφων (αρ. 42 παρ. 1, 386 παρ. 1 και 216 παρ. 2-1 ΠΚ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧ ΝΑ' 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 507). Στην προκειμένη υπόθεση, η παραπάνω υπ'αριθμ. 158/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ'αριθμ. 972/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η κατ'αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ1 καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, με τριετή αναστολή, για τις πράξεις της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο και χρήση νοθευμένων εγγράφων, που συνίστανται στο ότι: "Στο ...την 2-12-1998 Α) έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει πλημμέλημα, δηλαδή με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας ξένη περιουσία, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του, ήτοι επιχείρησε να πείσει το δικαστή του Μον. Πρωτ. Ηρακλείου σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, απέτυχε όμως του σκοπού που επιδίωκε από εμπόδια εξωτερικά. Συγκεκριμένα, θέλοντας να αποκτήσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο 2.347.000 δραχμές, άσκησε ενώπιον του Μον. Πρωτ. Ηρακλείου την με αριθμό πρωτοκόλλου 2842/762/1998 χρηματική αγωγή του στην οποία ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς ότι κατά το χρονικό διάστημα από 21-11-1996 μέχρι 2-7-1997 δάνεισε και παρέδωσε με 19 διαδοχικές συμβάσεις δανεισμού στον ήδη μηνυτή (εναγόμενο) Ν1 το συνολικό ποσό των 2.347.000 δραχμών. Κατά την εκδίκαση της αγωγής που έγινε την 2-12-1998 επιχείρησε να πείσει τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου για την αλήθεια των άνω ψευδών ισχυρισμών του, προσκομίζοντας και αποδείξεις καταβολής χρημάτων προς τον εναγόμενο, οι οποίες ανέγραφαν ως αιτίες πληρωμής όχι δάνειο αλλά διάφορες αιτιολογίες (έναντι λογαριασμού , ως αμοιβή εργασίας κ.λ.π.), απέτυχε όμως του σκοπού που επιδίωκε γιατί προέκυψε ότι το άνω ποσό των 2.347.000 δρχ. το κατέβαλε στον εναγόμενο ότε και ήδη πολιτικώς ενάγοντα, από την πρόσληψη του στο ελαιουργείο και αργότερα ως διαχειριστή για τα τρέχοντα έξοδα του ελαιουργείου τα οποία αυτός κατέβαλε. Β) Με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Hρακλείου ως προς την ύπαpξη δαvειακώv συμβάσεων μεταξύ αυτού και του πολιτικώς ενάγοντος , ως προς τις επικαλούμενες με την ως άνω από 26-5-1992 (με αριθμό κατ. ΓΑ 2842/ΤΜ/762/1998, αγωγή του καταβολές από αυτόν προς τον πολιτικώς ενάγοντα Ν1 : α) την 24-12-1996 ποσού 500.000 δρχ. β) την 14-1-1997 ποσού 200.000 δρχ. γ) την 6-3-1997 ποσού 200.000 δρχ., δ) την 24-6-1997 ποσού 100.000 δρχ. και ε) την 25-7-1997 ποσού 50.000 δρχ., δηλαδή συνολικού ποσού 1.050.000 δρχ. (επί πλέον του προαναφερθέντος ποσού των 2.437.000 δρχ.) , έκανε χρήση ισάριθμων (5) αποδείξεων πληρωμής με ανάλογες ημεροχρονολογίες έκδοσης (πλην της τελευταίας, η οποία είχε ημερομηνία έκδοσης 25-7-1997), οι οποίες είχαν αρχικά συνταχθεί από αυτόν και είχαν υπογραφεί από τον λήπτη των ποσών, πολιτικώς ενάγοντα, αλλά είχε νοθευτεί το περιεχόμενο τους με την προσθήκη της φράσης "ως δάνειο", τελώντας εν γνώσει αυτής της πλαστογράφησης τους, ήτοι επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτές τις πλαστογραφημένες αποδείξεις (μαζί με άλλες γνήσιες που δεν ανέγραφαν τη φράση "δάνειο" και συνδυάσθηκαν με υπόλοιπο ποσό των 2.437.000 δρχ., το οποίο επίσης εζητείτο για την ίδια αιτία δηλαδή "ως δάνειο") στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, την 2-12-1994 κατά την εκδίκαση της ως άνω αγωγής του, για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο αυτής της αγωγής όσον αφορά το αιτηθέν με αυτή αντίστοιχο ποσό των 1.050.000 δρχ.". Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο στην χωρίς όρκο κατάθεση του ... (πολιτικώς ενάγοντος), στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο (ενενήντα τον αριθμόν) και στην απολογία του αιτούντος-κατηγορουμένου. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για να θεμελιώσει το αίτημα περί επαναλήψεως της διαδικασίας επικαλείται και προσκομίζει ο τελευταίος: "1) την υπό χρον. 8-5-1995 μήνυσή του, κατά του αντιπροσώπου της διαχειρίστριας (εγγραφον 20). 2) Την υπό χρον. 28-7-1995 αγωγήν του στρεφόμενη κατά ων ίδιων ανωτέρω προσώπων, (έγγραφον 21) από την εκτίμησιν του περιεχομένου των οποίων αποκλείουν, όχι μόνον πάσαν συνεργασίαν αυτών (εναγομένων) μετ' αυτού ως εσφαλμένως εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση (έγγραφον 17). 3) το υπ' αριθμόν 164/97 δικαστικόν πρακτικόν συμβιβασμού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (έγγραφο 23). 4) το περιεχόμενον, της υπο χρον. 7-5-98 και αριθμόν πρωτ. Γ.Α. 2418/98 αίτησης του μηνυτού του Ν1 από την οποίαν αυτοαποκαλύπτει και αυτοδιαψεύδει τους ισχυρισμούς του ο ίδιος (εγγραφον 34). 5) την άσκησιν της υπό χρον. 25-11-98 ψευδούς περιεχομένου χρηματικής αγωγής του Ν1 (έγγραφον 37) την οποίαν εστήριξεν εις την υπ'αριθμόν 658/98 απόφασιν, στρέφει εναντίον της εταιρείας και μόνον, και όχι εναντίον του εάν και εφ'όσον ο ισχυρισμός, που κατέθεσεν, ενώπιον το Πενταμελούς ήτο αληθής θα έπρεπε να την στρέψει μόνον εναντίον του ή τουλάχιστον να συμπεριλάβει και αυτόν 6) τις προσκομισθείσες, και επικληθείσες αποδείξεις κατά την συζήτησιν της υπό χρον. 26-5-98 και αριθμόν πρωτ. Γ.Α. 2842/ΤΜ/762/98 δανειστικής χρηματικής αγωγής του (έγ. 1). 7) τα υπ'αριθμόν 162/98 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (έγγραφον 2). 8) Την υπό χρον. ...έκθεσιν πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Αθηνών Φ1". Όμως τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αιτούντα ως νέα γεγονότα-αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την υπ'αριθμ. 158/2006 απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινομένη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτουμένη επανάληψη διαδικασίας, αφού δεν καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος των ως άνω πράξεων για τις οποίες κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε. Διότι όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υπ'αριθμ. 158/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει κατ'είδος και αξιολόγησε: 1) ότι ο γραφικός χαρακτήρας της πρόσθετης φράσης "ως δάνειο" στις πέντε (5) επίδικες αποδείξεις πληρωμής, η οποία φράση δεν περιλαμβανόταν κατά την αρχική σύνταξη των αποδείξεων αυτών από τον κατηγορούμενο, είναι πανομοιότυπος με τον γραφικό χαρακτήρα του τελευταίου, ενώ οι υπόλοιπες αποδείξεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου για την απόδειξη της βάσης του δανείου των λοιπών κονδυλίων της αγωγής του δεν είχαν συνταχθεί απ'αυτόν και λόγω διαφοράς γραφικού χαρακτήρα δεν επιχειρήθηκε η νόθευσή τους, η οποία θα προδιδόταν ολοφάνερα, 2) ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που ήγειρε την αβάσιμη αγωγή (από δάνεια) κατά του πολιτικώς ενάγοντος, είχε οικονομικές δυσχέρειες που επιτάθηκαν στη συνέχεια και από την αδυναμία του ίδιου και της θυγατέρας του να πληρώσουν εμπρόθεσμα τις ασφαλιστικές εισφορές από την απασχόληση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις τους και 3) ότι ο πολιτικώς ενάγων απηλλάγη αμετάκλητα των κατηγοριών της ψευδούς καταμήνυσης με αντικείμενο την κρινομένη υπόθεση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα με φυσικό αυτουργό τον εξετασθέντα κατά την εκδίκαση της δανειακής αγωγής του κατηγορουμένου, ως μάρτυρα του πολιτικώς ενάγοντα, Μ1. Περαιτέρω, η προσκομιζομένη από τον αιτούντα από 29-8-2007 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του δικαστικού γραφολόγου Φ1 δεν είναι πειστική και δεν αναιρεί την περί ενοχής του αιτούντος κρίση του δικαστηρίου, ούτε φυσικά καθιστά φανερό ότι αυτός είναι αθώος των ως άνω πράξεων, αφού ο παραπάνω δικαστικός γραφολόγος, που διενήργησε, κατόπιν εντολής του αιτούντος, την σχετική έρευνα, δεν αποφαίνεται με βεβαιότητα αλλά συμπερασματικώς. Ειδικότερα δε ως προς την επίμαχη φράση "ως δάνειο" στις πέντε (5) νοθευθείσες αποδείξεις το συμπέρασμα της γραφολογικής γνωμοδότησής του δεν στηρίζεται σε γραφολογικά δεδομένα, αλλά σε ενδείξεις, αφού εκθέτει σ'αυτή (γνωμοδότηση) ότι "...... καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι από την πλήρη εργαστηριακή έρευνα των εν λόγω αποδείξεων δεν προκύπτουν ενδείξεις που να υποστηρίζουν ότι η λέξη "δάνειον" επί των αποδείξεων ημερομηνίας 24-12-1996 και ποσού 500.000 δρχ. ημερομηνίας 14-1-97 και ποσού 200.000 δρχ. ημερομηνίας 6-3-97 και ποσού 200.000 δρχ., ημερομηνίας 24-6-97 και ποσού 100.000 δρχ. και ημερομηνίας 25-7-97 και ποσού 50.000 δρχ. συμπληρώθηκε εκ των υστέρων". Από όσα προηγούνται, προκύπτει ότι τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινομένης αιτήσεώς του, τόσο από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε ότι ο αιτών τέλεσε τις ως άνω αξιόποινες πράξεις της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο και της χρήσης νοθευμένων εγγράφων δεν καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος των εν λόγω πράξεων. Τέλος, οι λόγοι που προβάλλονται με την κρινομένη αίτηση, ότι δηλαδή το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης με εσφαλμένη, αντιφατική και ελλειπή αιτιολογία κατέληξε σε καταδικαστική κρίση, δεν αποτελούν, κατά τη μείζονα σκέψη της παρούσας, νέες αποδείξεις, αλλά λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι μάλιστα προβλήθηκαν από τον αιτούντα με την από 26-10-2006 αίτησή του για αναίρεση της εν λόγω (158/2006) αποφάσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου και απορρίφθηκαν με την υπ'αριθμ. 972/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Κατ'ακολουθία αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Α) να απορριφθεί η από 14-3-2008 αίτηση του Χ1 κατοίκου ... για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 158/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης και Β) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της υπ'αριθ. 972/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 158/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο και χρήση πλαστών (νοθευμένων) εγγράφων (άρθρα 42, 386 παρ.1και 216 παρ.2 σε συνδ. με παρ.1 Π.Κ.), για το λόγο ότι, από τα επικαλούμενα νέα έγγραφα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του ανωτέρου δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, γίνεται φανερό (όπως διατείνεται), ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, παραδεκτώς δε εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, ως άνω, απόφασης, διαλαμβάνονται για τον αιτούντα τα εξής: "Μεταξύ της θυγατέρας του κατηγορουμένου ... και της Ε1 συστήθηκε ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...Ο.Ε." με έδρα το χωριό ..., η οποία είχε, ως σκοπό την εκμετάλλευση ελαιουργείου. Διαχειρίστρια της εταιρίας είχε οριστεί με το καταστατικό, η Ε1. Ουσιαστικά όμως τη διαχείριση της εταιρίας ασκούσε ο γιος της Ε2, ο οποίος συνεργαζόταν με τον κατηγορούμενο δικηγόρο , που ήταν ο κατ' ουσίαν εταίρος στη θέση της θυγατέρας του. Κατά το Φθινόπωρο του 1996 οι σχέσεις των εταίρων διαταράχθηκαν και ο κατηγορούμενος, ενεργώντας για λογαριασμό της θυγατέρας του, προσέλαβε με σχέση εξαρτημένης εργασίας τον πολιτικώς ενάγοντα Ν1 , με σκοπό αφενός την εν γένει επίβλεψη της κατάστασης του ελαιουργείου αφετέρου δε την ενέργεια πάσης φύσεως εργασιών, όπως συντήρηση των μηχανημάτων, καταβολή σε τρίτους χρημάτων που ελάμβανε από τον κατηγορούμενο για τα έξοδα κλπ. Τελικά μετά από συμφωνία και των δύο εταίρων, (ουσιαστικά, του κατηγορουμένου και του Ε2), διορίστηκε ο πολιτικώς ενάγων, στις 7-2-1997, διαχειριστής της ανωτέρω εταιρίας, αντί αμοιβής 300.000 δρχ. μηνιαίως, καθήκοντα που άσκησε και ατά την επόμενη ελαιοκομική περίοδο 1997-1998(βλ. την τελεσίδικη 222/1999 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Ηρακλείου). Μέχρι τον διορισμό του πολ. Ενάγοντος ως διαχειριστή της εταιρίας, ο κατηγορούμενος είχε συμφωνήσει, για λογαριασμό της θυγατέρας του, να καταβάλει σ' αυτόν 1100 δρχ. την ώρα για τις προσφερόμενες υπηρεσίες του. Από τις αρχές Νοεμβρίου του 1996, οπότε ο πολιτικώς ενάγων προσλήφθηκε από τον κατηγορούμενο, ασκούσε εν τοις πράγμασι διαχείριση και για το σκοπό αυτό ο κατηγορούμενος κατέβαλε σ' αυτόν τα αναγκαία χρηματικά ποσά για την αντιμετώπιση των δαπανών διαχείρισης, μεταξύ των οποίων και το αναφερόμενο στο διατακτικό ποσό των 3.397.000. Ο κατηγορούμενος όμως για να αποφύγει την ικανοποίηση των απαιτήσεων του πολ. ενάγοντος από αμοιβή για τις ανωτέρω υπηρεσίες του, επικαλέσθηκε ότι το ποσό των 3.397.000 δρχ. το κατέβαλε σ' αυτόν ως δάνειο. Προς τούτο μάλιστα ο κατηγορούμενος άσκησε και σχετική αγωγή εναντίον του πολ. ενάγοντος, η οποία απορρίφθηκε με την 162/1999 οριστική απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Στην αγωγή αυτή υποστηρίζει ότι από 21-11-1996 μέχρι 26-12-1997 κατέβαλε στον πολιτικώς ενάγοντα σε δραχμές, ως δάνειο τα εξής ποσά: 1) 200.000 στις 21-11-96, 2) 50.000 στις 22-11-1996, 3) 200.000 στις 16-12-96, 4) 500.000 στις 18-12-96, 5) 500.000 στις 24-12-96, 6) 130.000 στις 5-1-1997, 7) 55.000 στις 8-1-97, 8) 50.000 στις 10-1-97, 9) 200.000 στις 14-1-97, 10) 50.000 στις 13-2-97, 11) 130.000 στις 13-2-97, 12) 200.000 στις 6-3-97, 13) 100.000 στις 7-3-97, 14) 200.000 στις 14-3-97, 15) 100.000 στις 23-3-97, 16) 20.000 στις 23-5-97, 17)120.000 στις 27-5-97, 18) 120.000 στις 6-6-97, 19) 100.000 στις 24-6-97, 20) 160.000στις 2-78-97, 21) 50.000 στις 25-12-97, 22) 70.000 στις 20-12-97, 23)50.000 στις 26-12-97 και 24) 42.000 στις 12-12-97. Από τις αποδείξεις που υπάρχουν στη δικογραφία και αναγνώστηκαν, τις οποίες επικαλείται ο κατηγορούμενος και δεν αμφισβητεί ο πολ. ενάγων, βεβαιώνεται ότι στον δεύτερο καταβλήθηκε τμηματικά το ποσό των 2.330.000 δρχ. Μεταξύ των αποδείξεων υπάρχει και η με ημερομηνία έκδοσης 13-2-1997 ποσού 130.000 δρχ, στην οποία αναγράφεται ότι δόθηκε στον πολ. ενάγοντα "έναντι εργασίας" και όχι ως δάνειο που υποστηρίζει ο κατηγορούμενος. Άλλες αποδείξεις, πλην των πέντε που αναφέρονται στο διατακτικό είτε δεν αναφέρεται αιτία καταβολής του ποσού, είτε αναφέρεται ότι το ποσό δίνεται "έναντι λογαριασμού". Σε πέντε (5) μόνο από τις προαναφερόμενες αποδείξεις αναγράφεται ότι το ποσό δίνεται "δάνειο" και μάλιστα στην από 24-12-96 δρχ.500.000 "ως δάνειο αποδοτέον εντόκως νομίμως". Πειστική δικαιολογία των" επικαλούμενων από αυτόν διαδοχικών δανειακών συμβάσεων δεν έδωσε ο κατηγορούμενος και μάλιστα χωρίς να γίνεται εξόφληση του προγενέστερου δανείου. Το υποστηριζόμενο από αυτόν ότι ο πολ. ενάγων είχε οικονομικές ανάγκες δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα διότι ο τελευταίος αμειβόταν για τις υπηρεσίες του και η σύζυγος του ήταν εργαζόμενη με δικό της μισθό. Ενόψει τούτων και λαμβάνοντας υπόψη ότι σε μια απόδειξη αναγράφεται η φράση "έναντι εργασίας", ότι σ' άλλες αποδείξεις (πλην των πέντε) δεν γίνεται λόγος περί δανείου και ότι σε μια μόνον απόδειξη γίνεται λόγος και για τόκους, πείθεται το Δικαστήριο ότι νοθεύτηκε το περιεχόμενο των πέντε αποδείξεων περί το τέλος του έτους 1997 με την προσθήκη στο περιεχόμενο τους των λέξεων "ως δάνειο" και ο κατηγορούμενος τελώντας εν γνώσει της νόθευσης αυτών [των νοθευμένων αποδείξεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο δίκασε την από 26-5-1998 αγωγή του κατά του πολιτικώς ενάγοντος στις 2-12-1998. Βεβαίως από το χρόνο τέλεσης της πλαστογραφίας (νόθευση) των πέντε αποδείξεων πληρωμής (τέλος 1997), μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού (28-9-2006) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος για την παραγραφή του αδικήματος (πλημμελήματος) της πλαστογραφίας χρόνος πέντε ετών με συνυπολογισμό και επιπλέον του χρόνου αναστολής της παραγραφής (τριών ετών) κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας. Συνεπώς έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο για την πλαστογραφία, λόγω παραγραφής και πρέπει να παύσει οριστικά η εναντίον του κατηγορούμενου ποινική δίωξη για την πράξη αυτή (άρθρο 111§3, 113 Π.Κ. και 370 Κ.Π.Δ.) Η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο όμως χρήση των πέντε πλαστών αποδείξεων πληρωμής αποκτά αυτοτέλεια στη συνέχεια ως αξιόποινη πράξη κατ' επιτρεπτή μεταβολή της αρχικής κατηγορίας (που προέβλεπε τη χρήση των πλατών αποδείξεων, ως επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας). Το ότι για τις επίμαχες πέντε αποδείξεις πληρωμής τελούσε εν γνώσει ο κατηγορούμενος ότι είναι πλαστές και έκανε χρήση αυτών μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις (που δεν περιείχαν τη φράση "ως δάνειο" για να παραπλανήσει το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και αφού εκλάβει ως γνήσιες αυτές τις αποδείξεις να επιδικάσει υπέρ του κατηγορούμενου και σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος το περιλαμβανόμενο σε αυτές ποσό των 1.050.000 δρχ. μαζί με το υπόλοιπο αιτούμενο με την από 26-5-1998 αγωγή ποσό των 2.497.000 δρχ. δηλαδή το συνολικό ποσό των 3.397.000 δρχ. προκύπτει ειδικότερα από τα εξής: Α) Ο γραφικός χαρακτήρας της πρόσθετης φράσης "ως δάνειο", η οποία δεν περιλαμβανόταν κατά την αρχική σύνταξη των αποδείξεων αυτών από τον "κατηγορούμενο (που ζήτησε και έλαβε τότε την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος) είναι πανομοιότυπος με τον γραφικό χαρακτήρα του συντάκτη αυτών των αποδείξεων κατηγορουμένου (βλέπε και κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος), ο οποίος κατηγορούμενος άλλωστε δεν αρνείται την πατρότητα τους. Αντίθετα οι υπόλοιπες αποδείξεις πληρωμής που επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου για την απόδειξη της βάσης του δανείου των λοιπών κονδυλίων της αγωγής του, δεν είχαν συνταχθεί από αυτόν και λόγω διαφοράς γραφικού χαρακτήρα δεν επιχειρήθηκε η νόθευση τους, η οποία θα προδιδόταν ολοφάνερα. Β) Οι πέντε αυτές αποδείξεις πληρωμής που πιστοποιούσαν τις με αρ. 5,9,12,19 και 21 καταβολές από τον κατηγορούμενο προς τον πολιτικώς ενάγοντα ποσού 1.050.000 δρχ. (500.000 + 200.000+200.000+100.000+50.000 δρχ) στο οποίο δόθηκε από τον κατηγορούμενο αυθαίρετα ο ψευδεπίγραφος χαρακτηρισμός του "δανείου", συνδυάσθηκαν με άλλες 19 καταβολές με αριθμ. 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 10, 11, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 20, 22, 23, 24, της αγωγής (ποσού 2.497.000 δρχ.) για τις οποίες προσκομίσθηκαν επιπλέον 10 αποδείξεις ποσού 1.280.000 δρχ. που δεν έκαναν μνεία για δανειακή σχέση των διαδίκων (αλλά είχαν άλλες ενδείξεις, όπως "αμοιβή εργασίας", "έναντι λογαριασμού", ή καμία ένδειξη). Και ενώ θα μπορούσε ίσως ένας τέτοιος ατυχής συσχετισμός να αποδοθεί εγκαίρως από διαφορετικές συνθήκες από άλλον καλόπιστο διάδικο σε παραδρομή, ο κατηγορούμενος παρά ταύτα ενέμεινε στο σχεδιασμό του να επιτύχει την επιδίκαση του αιτηθέντος με την αγωγή του συνολικού ποσού, επιχειρώντας έτσι να προσδώσει και στις υπόλοιπες έγγραφες αποδείξεις πληρωμής εντελώς διαφορετική έννοια από την αποτυπωμένη στο κείμενο αυτών. Εξέφρασε ο κατηγορούμενος κατ' αυτό τον τρόπο την σκοπιμότητα του για παραπλάνηση του δικαστηρίου με το σύνολο της αγωγής του, ώστε να γίνει αυτή ολικά δεκτή και για τα (9) κονδύλια για τα οποία δεν διέθετε έγγραφες αποδείξεις πληρωμής. Γ) Στον κρίσιμο χρόνο που ο κατηγορούμενος επικαλείται με την αγωγή του ότι δάνεισε στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 3.397.000 δρχ. είχε βεβαίως ο τελευταίος ανειλημμένες υποχρεώσεις για αποπληρωμή δανείων επισκευής αστικών ακινήτων του. Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε αδυναμία αυτού να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του για αποπληρωμή των δόσεων των δανείων του, από τα εισοδήματα από εργασία του ιδίου και της συζύγου του και την υπόλοιπη περιουσία του, ούτε υφίσταται κάποια ασφαλής ένδειξη ακόμα και από την πλευρά των μαρτύρων της υπεράσπισης, σχετικά με το ότι ο πολιτικώς ενάγων, ο οποίος εδικαιούτο αμοιβής για τις προσφερόμενες στην εταιρία υπηρεσίες του ως διαχειριστή αυτής και λάμβανε από τον κατηγορούμενο χρήματα για την αμοιβή του και για πληρωμές ως εντολοδόχος, έλαβε-και κάποια έστω ποσά ως δάνειο στη διάρκεια της έννομης αυτής σχέσης του ή και στα πλαίσια άλλης σχέσης του με τον κατηγορούμενο. Αντιθέτως ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που ήγειρε την ως άνω αβάσιμη αγωγή (από δάνεια) κατά του πολιτικώς ενάγοντα, είχε οικονομικές δυσχέρειες που επιτάθηκαν στη συνέχεια, όπως προκύπτει και από την αδυναμία του ίδιου και της θυγατέρας του να πληρώσουν εμπρόθεσμα τις ασφαλιστικές εισφορές από την απασχόληση εργαζομένων στις επιχειρήσεις τους (βλ. πρωτόδικες καταδικαστικές αποφάσεις 25351/11-12-2000 και 13458/25-6-2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου που εξαφανίσθηκαν κατ' έφεση μεταγενέστερα, μετά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των καταδικασθέντων προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς). Δ) Ο πολιτικώς ενάγων απηλλάγη αμετάκλητα των κατηγοριών της, ψευδούς καταμήνυσης με αντικείμενο την κρινόμενη υπόθεση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα με φυσικό αυτουργό τον εξετασθέντα κατά την εκδίκαση της από δανειακής αγωγής του κατηγορούμενου, ως μάρτυρα του πολιτικώς ενάγοντα Μ1 (βλ. πρακτικά και αποφάσεις 1525/2004 και 164/2004 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου και του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου αντιστοίχως, με συναφείς βεβαιώσεις αμετακλήτου αυτών). Κατά συνέπεια όλων των ανωτέρω και σε συμφωνία προς όσα σχετικά με την υπόθεση αυτή έχουν κριθεί με την δεσμευτική για το δικαστήριο αυτό υπ' αρ. 1452/2006 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, πρέπει: 1) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, κατά τα προαναφερόμενα, ως προς το έγκλημα της πλαστογραφίας. 2) Να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σε αυτόν αξιόποινης πράξης της απόπειρας απάτης με τις πέντε πλαστές αποδείξεις (για τις οποίες πρέπει να κηρυχθεί ένοχος χρήσης πλαστών), δεδομένου ότι όπως κρίθηκε και με την ως άνω αναιρετικά απόφαση, η απόπειρα απάτης δεν μπορεί να συρρέει με τη χρήση πλαστού εγγράφου, η οποία και μόνη τιμωρείται όταν ταυτίζονται τα πραγματικά περιστατική, που συγκροτούν τις δύο αυτές πράξεις, όπως στην προκείμενη περίπτωση. (3) Να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος απόπειρας απάτης ενώπιον δικαστηρίου που τελέστηκε με την επίκληση των 19 καταβολών και χρήση 10 γνήσιων αποδείξεων, (πέρα εκείνων που συγκροτούν τη χρήση πλαστών εγγραφών), με το ελαφρυντικό του προηγούμενου έντιμου βίου (άρθρο 84§2 α Π.Κ.)". Ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα αποδεικτικά στοιχεία 1) την υπό χρον.8-5-1995 μήνυσή του, κατά του αντιπροσώπου της διαχειρίστριας (έγγραφο 20), 2)την υπό χρον.28-7-1995 αγωγή του στρεφομένη κατά των ίδιων ανωτέρω προσώπων (έγγραφο 21) από την εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων αποκλείουν, όχι μόνον πάσαν συνεργασίαν αυτών (εναγομένων) μετ' αυτού ως εσφαλμένως εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση (έγγραφο 17), 3) το υπ' αριθμόν 164/97 δικαστικόν πρακτικόν συμβιβασμού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (έγγραφο 23), 4) το περιεχόμενο της υπό χρον. 7-5-98 και αριθμό πρωτ.2418/98 αίτησης του μηνυτή του, από την οποίαν αυτοαποκαλύπτει και αυτοδιαψεύδει τους ισχυρισμούς του ο ίδιος (έγγραφο 34), 5) την άσκηση της υπό χρον.25-11-1998 ψευδούς περιεχομένου χρηματικής αγωγής του Ν1 (έγγραφο 37) την οποία εστήριξεν εις την υπ' αριθμόν 658/98 απόφασιν, στρέφει εναντίον της εταιρείας και μόνον, και όχι εναντίον του εάν και εφόσον ο ισχυρισμός, που κατέθεσεν, ενώπιον του Πενταμελούς ήτο αληθής θα έπρεπε να τη στρέψει μόνον εναντίον του ή τουλάχιστον να συμπεριλάβει και αυτόν, 6) τις προσκομισθείσες και επικληθείσες αποδείξεις κατά την συζήτησιν της υπό χρον.26-5-98 και αριθμόν πρωτ.Γ.Α.2842/Τ.Μ./762/98 δανειστικής χρηματικής αγωγής του (έγγραφο 1), 7) τα υπ' αριθμόν 162/98 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (έγγραφο 2), και 8) την υπό χρον. 29-8-2007 έκθεσιν πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Αθηνών Φ1. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία τα με αριθμό 3,6 και 7 δεν αποτελούν νέες αποδείξεις αφού τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της αποφάσεως, ενώ τα υπόλοιπα έγγραφα δεν στηρίζουν τους ισχυρισμούς του αιτούντος και τούτο διότι τα με αριθμό 1, 2, 4, 5 έγγραφα το πρώτο τούτων είναι μήνυση του αιτούντος κατά των Ε2, ... και Ε1 για υπεξαίρεση το δεύτερο είναι αγωγή του αιτούντος απευθυνομένη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου στρεφομένη κατά των ..., Ε1 και Ε2 με την οποία ζητεί να υποχρεωθούν οι ανωτέρω να του καταβάλουν συνεπεία αδικοπραξίας το αναφερόμενο σ'αυτή χρηματικό ποσό, χωρίς επ' αυτής να υπάρχει αμετάκλητη απόφαση, το τρίτο είναι μία αίτηση του Ν1 απευθυνομένη προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου με την οποία ζητεί να διορισθεί προσωρινός διαχειριστής της εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε", το τέταρτο είναι αγωγή του Ν1 απευθυνομένη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου στρεφομένη κατά της Ο.Ε. με την επωνυμία "... Ο.Ε." με την οποία ζητεί να του καταβάλει ως αμοιβή για την παροχή εργασίας το αναφερόμενο σ' αυτή χρηματικό ποσό. Περαιτέρω και η από 29-8-2007 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του δικαστικού γραφολόγου Φ1 δεν είναι πειστική και δεν αναιρεί την περί ενοχής του αιτούντος κρίση του δικαστηρίου, αφού ο παραπάνω δικαστικός γραφολόγος, που διενήργησε, κατόπιν εντολής του αιτούντος, την σχετική έρευνα, δεν αποφαίνεται με βεβαιότητα, αλλά συμπερασματικώς. Ειδικότερα ως προς την επίμαχη φράση "ως δάνειο" στις πέντε (5) νοθευθείσες αποδείξεις το συμπέρασμα της γραφολογικής γνωμοδότησής του δεν στηρίζεται σε γραφολογικά δεδομένα, αλλά σε ενδείξεις, αφού εκθέτει σ'αυτή (γνωμοδότηση) ότι " ...καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι από την πλήρη εργαστηριακή έρευνα των εν λόγω αποδείξεων δεν προκύπτουν ενδείξεις που να υποστηρίζουν ότι η λέξη "δάνειο" επί των αποδείξεων ημερομηνίας 24-12-1996 και ποσού 500.000 δραχμών, ημερομηνίας 14-1-1997 και ποσού 200.000 δρχ., ημερομηνίας 6-3-97 και ποσού 200.000 δρχ., ημερομηνίας 24-6-97 και ποσού 100.000 δρχ. και ημερομηνίας 25-7-97 και ποσού 50.000 δρχ. συμπληρώθηκε εκ των υστέρων". Κατά συνέπεια, οι επικαλούμενες από τον αιτούντα ως άνω νέες αποδείξεις, τόσο από μόνες τους όσο και σε συνδυασμό προς τις ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης προσκομισθείσες με βάση τις οποίες τούτο έκρινε ότι ο αιτών τέλεσε τις προαναφερόμενες πράξεις της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο και της χρήσης πλαστών (νοθευμένων) εγγράφων δεν καθιστούν φανερό σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα ότι ο Χ1 είναι αθώος των πράξεων αυτών για τις οποίες καταδικάσθηκε αμετακλήτως. Οι άλλες αιτιάσεις της υπό κρίση αίτησης επιδιώκουν τον από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 158/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας. Απορρίπτει.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 1033/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαρκάτο, για αναίρεση της 1070/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουράκο-Μαυρομιχάλη. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 148/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται: α) ταυτότητα προσώπου, β) ταυτότητα πράξης, γ) αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης. Ως ταυτότητα προσώπου νοείται η του κατηγορουμένου, δηλαδή του ως δράστη κατηγορηθέντος έστω και αν μηνύθηκε υπό ψευδές ή λανθασμένο όνομα ή μεταβλήθηκαν τα χαρακτηριστικά αυτού στοιχεία ή ιδιότητες. Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθ' όλη τη διαδρομή και καθ' όλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και να αξιολογήσει αυτεπάγγελτα. Με άλλα λόγια ταυτότητα της πράξης υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το δεδικασμένο καλύπτει όχι μόνο την κατηγορία που εισάγεται για εκδίκαση στο ακροατήριο, αλλά και όλες ακόμα τις σιωπηρά συνεισαγόμενες κατηγορίες που προέρχονται από την επιτρεπτή μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού της αρχικής κατηγορίας υπό την προϋπόθεση της μη μεταβολής αυτής. Γιατί στην αντίθετη περίπτωση προκύπτει απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1β του ΚΠΔ), που αποτελεί λόγο αναίρεσης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ). Προϋπόθεση δε για την επιτρεπτή μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού της αξιόποινης πράξης που εισάγεται για εκδίκαση είναι ότι τα νεότερα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τη μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού, υπάρχουν κατά χρόνο που εκδικάζεται η απόφαση του δικαστηρίου και είναι γνωστά σ' αυτό. Ενόψει των ανωτέρω, το δεδικασμένο εξαντλείται, όχι στην ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά στην ταυτότητα της αξιόποινης πράξης για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει νέα δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη, που δεν κρίθηκε, έστω και αν στα στοιχεία της πράξης αυτής περιλαμβάνεται και εκείνο που επίσης απετέλεσε στοιχείο του εγκλήματος, το οποίο έχει κριθεί. Δεν υφίσταται ταυτότητα πράξης και ως εκ τούτου δεδικασμένο, οσάκις τα περισσότερα αποτελέσματα μιάς φυσικής πράξης έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικά καθένα ίδιο έγκλημα, το οποίο δεν τέθηκε υπό την κρίση του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη υπόθεση, από την 461/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του Χ2 αθωώθηκαν για την πράξη της παράβασης του άρθρου 232 Α παρ.1 του ΠΚ και ειδικότερα του ότι: "Στους ...κατά το χρονικό διάστημα 20η Μαρτίου μέχρι 4η Απριλίου 2001 με πρόθεση δεν συμμορφώθηκαν σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποίαν υποχρεώθηκαν σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή τους και πιο συγκεκριμένα ,με τις ιδιότητες του Δασάρχη ... ο α' κατηγορούμενος και του δασολόγου, υπηρετούντος στο δασαρχείο ... ο β' κατηγορούμενος ,καίτοι με την υπ'αριθ. 153/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, κατάστασης τελεσιδίκου μετά την έκδοση της υπ'αριθ.428/2000 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, ο μηνυτής Ψ1 είχε αναγνωρισθεί κύριος ενός αγρού, εκτάσεως 11.418,19 τ.μ. ευρισκομένου στη θέση" ..." ή " ..." ή "...ι" εντός των ορίων του Δήμου ... και υποχρεωνόταν το Ελληνικό Δημόσιο να παύσει να τον διαταράσσει στην άσκηση των δικαιωμάτων της κυριότητας του στο παραπάνω ακίνητο με την παρεμπόδιση της καλλιέργειας και της ανοικοδόμησης σ' αυτό και αφού το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με το υπ' αριθ.5819/13.11.2000 πρακτικό της οικείας Τριμελούς Επιτροπής αποφαίνετο υπέρ της αποδοχής της υπ'αριθ. 428/2000 δικαστικής αποφάσεως, εγκρινόμενης με την από ... πράξη του Υπουργού Οικονομικών, ούτοι [κατηγορούμενοι] ως εκ των ως άνω ιδιοτήτων τους, τυγχάνοντες μόνοι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιοι κατ' άρθρον 14 Ν.998/79 για την έκδοση πράξεων χαρακτηρισμού δασικών ή μη εκτάσεων για τις περιοχές της Επικράτειας για τις οποίες δεν έχει συνταχθεί δασολόγιο, όπως η περιοχή, όπου κείται η ιδιοκτησία του μηνυτού, αρνήθηκαν σε υποβληθείσες σ' αυτούς εκ μέρους του μηνυτού σχετικές αιτήσεις την χορήγηση στον τελευταίο βεβαίωσης με την έκδοση πράξης χαρακτηρισμού, ότι ο εν λόγω αγρός δεν αποτελεί δασική έκταση, η οποία {βεβαίωση} ήταν απαραίτητη προϋπόθεση κατά τις πολεοδομικές διατάξεις για την έκδοση αδείας οικοδομής στις εκτός ρυμοτομικού σχεδίου κτηματικές περιοχές, πράξη της οποίας η εκτέλεση κατά Νόμον, εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση τους, παρεμποδίζοντας το μηνυτή στην ανοικοδόμηση της προαναφερθείσης ιδιοκτησίας του και παραβιάζοντας έτσι την παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου" . Με την προσβαλλόμενη 1070/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου ο ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για παράβαση καθήκοντος ( άρθρο 259 του ΠΚ και ειδικότερα του ότι στους ... κατά το από 3-8-2001 έως 30-11-03 χρονικό διάστημα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας υπάλληλος και δη Δασάρχης ... παρέβη με πρόθεση τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να βλάψει κάποιον άλλο. Πιο συγκεκριμένα δε γιατί στον παραπάνω τόπο και χρόνο και με την προρρηθείσα ιδιότητά του, με σκοπό να βλάψει τον εγκαλούντα Ψ1 εμποδίζοντας τον να αξιοποιήσει, με την ανέγερση κτιριακών εγκαταστάσεων επ' αυτού, αγρό ιδιοκτησίας του εκτάσεως 11,418 περίπου στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., παρέβη με πρόθεση και εξακολουθητικά τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, με τις εκτιθέμενες ειδικότερα κατωτέρω ενέργειες και παραλείψεις του και δεν του χορήγησε, όπως όφειλε, βεβαίωση από την οποία να συνάγεται ο μη δασικός χαρακτήρας του ανωτέρω αγρού, ώστε να δυνηθεί αυτός (εγκαλών) ακολούθως να λάβει από την αρμόδια Πολεοδομία την σχετική οικοδομική άδεια, βλάπτοντας έτσι οικονομικά, αλλά και ηθικά τον ανωτέρω. Ειδικότερα η υπηρεσία του θεωρώντας κατ' αρχήν ότι ο ανωτέρω αγρός του εγκαλούντος ήταν δασική έκταση εξέδωσε σε βάρος του το έτος 1985 το υπ' αριθμ. πρωτ. ... Π.Δ.Α, αποβάλλοντας τον από αυτόν. Το Πρωτόκολλο όμως αυτό ακυρώθηκε αμετακλήτως με την υπ' αριθμ. 115/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με συνέπεια ο Νομάρχης Λακωνίας να ανακαλέσει εν συνεχεία, με την υπ'αριθμ.... απόφαση του, την υπ'αριθμ. ... ομοία που είχε κηρύξει τον αγρό του αναδασωτέο, δεχθείς πλάνη περί τα πράγματα. Με βάση την απόφαση αυτή ο τότε Δασάρχης Σ1, απαντώντας σε σχετική αίτηση του εγκαλούντος χαρακτήρισε, όπως είχε άλλωστε αρμοδιότητα από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 998/79, με την υπ' αριθμ. πρωτ. ... απόφαση του, την έκταση που καταλαμβάνει ο προαναφερθείς αγρός ως μη δασική (δηλαδή ως αγροτική), επιλύοντας έτσι κάθε αμφισβήτηση περί τον δασικό ή μη χαρακτήρα της. Μετά την έκδοση δε της υπ'αριθμ. 153/1996 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης με την οποία αναγνωρίστηκε αμετακλήτως κύριος της ανωτέρω εκτάσεως (αγρού) και δικαστικώς πλέον ο εγκαλών, ο τελευταίος προκειμένου να τακτοποιηθεί οριστικά το ιδιοκτησιακό καθεστώς ταύτης με την χορήγηση βεβαιώσεως περί του τελεσιδίκου χαρακτηρισμού της ως μη δασικής από τον αρμόδιο προς τούτο Δασάρχη ... και κατηγορούμενο, ώστε να δυνηθεί στη συνέχεια να οικοδομήσει νόμιμα επ' αυτής, προέβη στις ενέργειες που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 998/79, δημοσιεύοντας την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. ... απόφαση του Δασάρχη ... με την οποία χαρακτηριζόταν η έκταση αυτή ως μη δασική (δηλαδή ως αγροτική τοιαύτη) σε δύο ημερήσιες εφημερίδες και στο Δημοτικό κατάστημα... ώστε αυτή να καταστεί τελεσίδικη. Μετά την τελεσιδικία της, που επήλθε ουσιαστικά στις 31-7-01, ο εγκαλών ζήτησε από τον Δασάρχη ... και κατηγορούμενο με την από 2-8-01 αίτηση του, που πρωτοκολλήθηκε στο Δασαρχείο ... με αριθμό ... την 3η του ιδίου μηνός, να του χορηγήσει πλέον βεβαίωση τελεσιδικίας του χαρακτηρισμού της εκτάσεως αυτής ως μη δασικής. Ο κατηγορούμενος όμως παρά τις συστάσεις του τμήματος νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο με το υπ'αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του, του επεσήμανε την υποχρέωση του αυτή, με σκοπό να βλάψει κατά τα προεκτεθέντα τον εγκαλούντα, δεν του χορήγησε, κατά σαφή παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 14 του παραπάνω νόμου 998/79 και τις προαναφερθείσες οδηγίες της προϊσταμένης του αρχής, τη βεβαίωση αυτή, όπως όφειλε. Για να είναι δε τυπικά καλυμμένος στην άρνηση του αυτή, μια και γνώριζε το περιεχόμενο της αιτήσεως του εγκαλούντος από την εσπευσμένη (πριν την τελεσιδικία) υποβολή του ιδίου αιτήματος την 1-6-01 εκ μέρους τούτου στην υπηρεσία του, έσπευσε με πρόθεση κωλυσιεργίας και μόνον και υπέβαλε ολίγον νωρίτερα και δη στις 10-7-2001 προδήλως αβάσιμες αντιρρήσεις, κατά της μελλούσης να τελεσιδικήσει υπ' αριθμ....αποφάσεως του προκατόχου του, ενώπιον της Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Νομού Λακωνίας, με τη σύνταξη και αποστολή του υπ' αριθμ. πρωτ. ... σχετικού εγγράφου της Υπηρεσίας του προς αυτήν ώστε τυπικά να μην επέλθει τελεσιδικία, παρά το γεγονός ότι δεν νομιμοποιείτο από τη σαφή διατύπωση της γνωστής εις αυτόν, λόγω της ιδιότητος του, διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 3 του Ν. 998/79, στην υποβολή των αντιρρήσεων αυτών. Περαιτέρω και ενώ η πιο πάνω Επιτροπή απέρριψε ομόφωνα για το λόγο αυτό τις αντιρρήσεις του ως απαράδεκτες, με την υπ' αριθμ. ... σχετική απόφαση της, η οποία κατέστη αμετάκλητη, όπως συνάγεται από το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Δευτεροβάθμιας Ε.Ε.Δ.Α του Ν. Λακωνίας προς τον εγκαλούντα, που κοινοποιήθηκε και στην υπηρεσία του κατηγορουμένου, ο τελευταίος αρνήθηκε επιμόνως, με τον προαναφερθέντα πάντα σκοπό βλάβης του εγκαλούντος, να χορηγήσει σε αυτόν επανειλημμένως στις 18-7 και 24-9-02 βεβαίωση τελεσιδικίας του χαρακτηρισμού εκ μέρους της υπηρεσίας του, της ιδίας ως άνω εκτάσεως, ως μη δασικής, κατά σαφή και πάλι παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων που απορρέουν από τις προαναφερθείσες ήδη διατάξεις του άρθρου 14 του Ν.998/79 και τις σχετικές οδηγίες των προϊσταμένων του, όπως αυτές προκύπτουν από τα υπ' αριθμ. ....και ...έγγραφα του Υπουργείου Γεωργίας και του Διευθυντού Δασών του Νομού Λακωνίας, αντίστοιχα, προς την υπηρεσία του, με τα οποία του συνιστούσαν να εκδώσει μετά την τελεσιδικία του χαρακτηρισμού τέτοια βεβαίωση, οχυρούμενος ανεπίτρεπτα στην έλλειψη ιδιαιτέρων νομικών γνώσεων τούτου (εγκαλούντος), ο οποίος στις σχετικές από 18-7 και 24-9-02 αιτήσεις του προς αυτόν δεν ζητούσε βεβαίωση τελεσιδικίας του χαρακτηρισμού της ανωτέρω εκτάσεως ως μη δασικής, αλλά βεβαίωση ότι η έκταση αυτή δεν είναι δασική και αναδασωτέα τοιαύτη, αλλά αγροτική. Ταύτα πάντα δε παρά το γεγονός ότι γνώριζε από την μακρόχρονη αντιδικία της υπηρεσίας του με τον εγκαλούντα, τι είδους βεβαίωση ήθελε ουσιαστικά και τυπικά ο τελευταίος για την ανοικοδόμηση του ακινήτου του. Την ίδια άρνηση και με τον ίδιο πάντα σκοπό προέβαλε ο κατηγορούμενος και το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Νοεμβρίου του 2003, παρ' ότι ο εγκαλών με την από 17-11-03 σχετική αίτησή του ζήτησε, ορθά τη φορά αυτή, τη χορήγηση βεβαιώσεως τελεσιδικίας του χαρακτηρισμού της αυτής ως άνω εκτάσεως με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του προκατόχου του, ως μη δασικής". Από την αντιπαραβολή των δύο πιο πάνω αποφάσεων προκύπτει ότι η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη απόφαση είναι διαφορετική από εκείνη για την οποία αθωώθηκε με την 461/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, με την έννοια ότι αυτή δεν συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία, αφού η πράξη για την οποία καταδικάστηκε αφορούσε παράβαση καθήκοντος, μη συνισταμένη στη μη συμμόρφωση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος σε διάταξη δικαστικής απόφασης , με την οποίαν υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, δηλαδή στην 153/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που κατέστη τελεσιδίκη μετά την έκδοση της υπ'αριθ.428/2000 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, αλλά στην αναφερόμενη πιο πάνω κατ' εξακολούθηση παράβαση καθήκοντος, πράξη που έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και, επομένως, αφορά και γεγονότα, τα οποία δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της 461/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης και στηρίζουν την κατηγορία ως συστατικά στοιχεία αυτής, χωρίς να εμποδίζεται η νέα δίωξη του αναιρεσείοντος για την πράξη αυτή της παράβασης καθήκοντος από το ότι στοιχεία της πράξης αυτής περιλαμβάνοται και εκείνα που επίσης απετέλεσαν στοιχεία του εγκλήματος του άρθρου 232Α του ΠΚ, το οποίο έχει κριθεί. Ο αναιρεσείων πρόβαλε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου αυτοτελή ισχυρισμό επικαλούμενος ότι, ως προς την πράξη της παράβασης καθήκοντος που του αποδίδεται και για την οποία είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, υπήρχε δεδικασμένο που παρήχθη από την προηγούμενη 461/205 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης. Το Τριμελές Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν με την ακόλουθη αιτιολογία : ".....Στην προκειμένη περίπτωση με την 461/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, ο κατηγορούμενος Χ1 κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξεως που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 232 Α παρ. 1 Π.Κ., συνισταμένης στο ότι ως Δασάρχης ..., κατά το χρονικό διάστημα από 20.3.2001 μέχρι 4.4.2001 με την παραπάνω ιδιότητα του δεν συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του. Συγκεκριμένα, ενώ με την 153/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της 428/2000 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, ο μηνυτής Ψ1 είχε αναγνωρισθεί κύριος ενός αγρού, εκτάσεως 11.418, 19 τ.μ. , που βρίσκεται στη θέση "...", ή "...", ή "..." εντός των ορίων του Δήμου ... και υποχρεωνόταν το Ελληνικό Δημόσιο να παύσει να τον διαταράσσει στην άσκηση των δικαιωμάτων της κυριότητας του στο παραπάνω ακίνητο με την παρεμπόδιση της καλλιέργειας και της ανοικοδομήσεως σ'αυτό και αφού το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με το 5819/13.11.2000 πρακτικό της οικείας Τριμελούς Επιτροπής αποφαινόταν υπέρ της αποδοχής της 428/2000 δικαστικής αποφάσεως, εγκρινόμενης με την από 27.11.2000 πράξη του Υπουργού Οικονομικών, αυτός (κατηγορούμενος) ως εκ της ως άνω ιδιότητας του, ως ο μόνος καθύλη και κατά τόπο αρμόδιος κατ'άρθρο 14 Ν. 998/1979 για την έκδοση πράξεων χαρακτηρισμού δασικών ή μη εκτάσεων για τις περιοχές της επικράτειας, για τις οποίες δεν έχει συνταχθεί δασολόγιο, όπως η περιοχή όπου κείται η ιδιοκτησία του μηνυτή, αρνήθηκε σε υποβληθείσες σ'αυτόν εκ μέρους του μηνυτή σχετικές αιτήσεις τη χορήγηση στον τελευταίο βεβαιώσεως με την έκδοση πράξεως χαρακτηρισμού, ότι ο εν λόγω αγρός δεν αποτελεί δασική έκταση , ενώ η βεβαίωση αυτή ήταν απαραίτητη προϋπόθεση κατά τις πολεοδομικές διατάξεις για την έκδοση άδειας οικοδομής στις εκτός ρυμοτομικού σχεδίου κτηματικές περιοχές, πράξη της οποίας η εκτέλεση κατά νόμο εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του, παρεμποδίζοντας το μηνυτή στην ανοικοδόμηση της προαναφερομένης ιδιοκτησίας του και παραβιάζοντας έτσι την παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος διώκεται για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος κατ'εξακολούθηση και ειδικότερα αποδίδεται σ'αυτόν ότι κατά το χρονικό διάστημα από 3.8.2001 μέχρι 30.11.2003 παρέβη εξακολουθητικά τα καθήκοντα του ως Δασάρχης... με σκοπό να βλάψει το μηνυτή, εμποδίζοντας τον να αξιοποιήσει την ως άνω εδαφική έκταση ιδιοκτησίας του, και δεν του χορήγησε, όπως όφειλε, βεβαίωση από την οποία να συνάγεται ο μη δασικός χαρακτήρας αυτής, ώστε να δυνηθεί ακολούθως να λάβει άδεια ανοικοδόμησης από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία. Πιο συγκεκριμένα δε αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι με την προαναφερόμενη ιδιότητα του και με τον ως άνω σκοπό προέβη στις ακόλουθες πράξεις: α) ενώ ο μηνυτής αναγνωρίσθηκε αμετάκλητα κύριος της ως άνω εδαφικής εκτάσεως και προέβη στις ενέργειες που απαιτούσε η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 998/79, δημοσιεύοντας σε δύο ημερήσιες εφημερίδες και στο Δημοτικό Κατάστημα ... την με αριθμό πρωτοκόλλου ... απόφαση του προηγούμενου Δασάρχη Σ1, με την οποία ο τελευταίος απαντώντας σε σχετική αίτηση του μηνυτή είχε χαρακτηρίσει την έκταση ως μη δασική, ώστε να καταστεί η απόφαση αυτή τελεσίδικη , και μετά την τελεσιδικία της ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του χορηγήσει πλέον βεβαίωση τελεσιδικίας του χαρακτηρισμού της εκτάσεως ως μη δασικής, ο τελευταίος δεν την χορήγησε, παρά το γεγονός ότι η υποχρέωση του προς τούτο του είχε επισημανθεί και από το νομικό τμήμα του Υπουργείου Γεωργίας, β) επί πλέον για να κωλυσιεργήσει ακόμη περισσότερο τον μηνυτή έσπευσε να υποβάλει στις 10.7.2001 αντιρρήσεις ενώπιον της Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Νομού Λακωνίας, κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως του προκατόχου του, ώστε να καθυστερήσει η τυπική επέλευση της τελεσιδικίας της, παρά το γεγονός ότι δεν νομιμοποιούνταν προς τούτο, ζήτημα το οποίο γνώριζε, γ) όταν η ως άνω Επιτροπή απέρριψε ομόφωνα τις εν λόγω απαράδεκτες αντιρρήσεις με την ... απόφαση της που κατέστη αμετάκλητη, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο της Δευτεροβάθμιας Ε.Ε.Δ.Α. του Ν. Λακωνίας που κοινοποιήθηκε και στην υπηρεσία του κατηγορουμένου και πάλι ο τελευταίος αρνήθηκε επιμόνως να χορηγήσει τη σχετική βεβαίωση κατά σαφή παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων που απορρέουν όχι μόνο από την ως άνω διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 998/79, αλλά και από τις οδηγίες των προϊσταμένων από τα ... και ... έγγραφα του Υπουργείου Γεωργίας και του Διευθυντού Δασών του Νομού Λακωνίας αντίστοιχα, προς την υπηρεσία του, με τα οποία του συνιστούσαν να εκδώσει τέτοια βεβαίωση μετά την τελεσιδικία του χαρακτηρισμού της ως άνω εδαφικής εκτάσεως, δ) την ίδια άρνηση και με τον ίδιο σκοπό προέβαλε ο κατηγορούμενος και το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Νοεμβρίου 2003, παρότι ο εγκαλών με την από 17.11.2003 σχετική αίτηση του ζήτησε τη χορήγηση βεβαιώσεως τελεσιδικίας της αποφάσεως του προκατόχου του, για τον χαρακτηρισμό της αυτής ως άνω εκτάσεως ως μη δασικής. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η πράξη για την οποία κατηγορείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος αφορά και γεγονότα, τα οποία δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της 461/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης και στηρίζουν την κατηγορία ως συστατικά στοιχεία αυτής, καθόσον η ως άνω 461/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης που έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη λήφθηκαν υπόψη γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 20.3.2001 μέχρι 4.4.2001, ενώ στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος κατηγορείται για πράξεις του που έλαβαν χώρα κατά το μεταγενέστερο διάστημα από 3.8.2001 μέχρι 30.11.2003, κατά τα προαναφερόμενα και αφορούν και ζητήματα που δεν είχαν λάβει χώρα όταν εκδόθηκε η ως άνω αμετάκλητη απόφαση, κατά τα προαναφερόμενα. Επομένως δεν υφίσταται ταυτότητα της πράξεως, καθόσον δεν πρόκειται για το ίδιο ιστορικό γεγονός κατά χρόνο, αλλά πρόκειται για νέα πράξη ανεξάρτητη της πρώτης, με αποτέλεσμα, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου 57 ΚΠΔ, να είναι απορριπτέος ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί κηρύξεως απαράδεκτης της προκειμένης ποινικής διώξεως, λόγω δεδικασμένου, ορθώς δε απορρίφθηκε και από την εκκαλουμένη απόφαση...". Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, επομένως, με το να απορρίψει την πιο πάνω ένσταση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος με την προαναφερόμενη αιτιολογία, δεν παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την 461/2005 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, ούτε στέρησε την απόφασή του από την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του περί δεδικασμένου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και, συνεπώς, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ, και ΣΤ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως στον οποίο διαλαμβάνονται οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις. ΙΙ. Κατ' άρθρο 259 ΠΚ, ο υπάλληλος, ο οποίος παραβαίνει από πρόθεση τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή κάποιον άλλον παράνομο όφελος, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια, αν άλλη ποινική διάταξη δεν τιμωρεί την πράξη αυστηρότερα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι υποκείμενο της παραβάσεως καθήκοντος είναι ο υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ και ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτούνται: α) παράβαση από τον υπαίτιο των καθηκόντων της υπηρεσίας του, δηλαδή των καθηκόντων, τα οποία επιβάλλονται στον υπάλληλο από το νόμο ή καθορίζονται με διοικητικές πράξεις ή απορρέουν από ιδιαίτερες οδηγίες των προϊσταμένων του ή ενυπάρχουν σ' αυτήν την ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρονται στην έκφραση απ' αυτόν της θελήσεως της πολιτείας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι σε τρίτους, β) η παράβαση αυτή να γίνει από πρόθεση, ήτοι ο υπαίτιος να γνωρίζει, ότι ενεργώντας παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του και να θέλει να παραβεί αυτά και γ) ο υπαίτιος να ενεργεί με σκοπό, είτε να ωφελήσει παράνομα τον εαυτό του ή άλλον είτε να βλάψει το κράτος ή άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Περαιτέρω στον ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας" (Α 289) προβλέπεται η χαρτογράφηση των δασών και των δασικών εκτάσεων και η σύνταξη δασικού χάρτου, ο οποίος, μετά την τήρηση ορισμένης διαδικασίας, κυρώνεται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (άρθρο 12), καθώς και η τήρηση γενικού δασολογίου στην Κεντρική Δασική Υπηρεσία και τοπικού δασολογίου σε κάθε δασαρχείο, όπου καταχωρίζονται τα δάση και οι δασικές εκτάσεις που αποτυπώνονται στους δασικούς χάρτες (άρθρο 13). Εξάλλου, στο άρθρο 14 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: "1. Εάν δεν έχη καταρτισθή εισέτι δασολόγιον, ο χαρακτηρισμός περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως και ο καθορισμός των ορίων τούτων διά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου, ως και ο προσδιορισμός της κατηγορίας εις ην ανήκει δάσος ή δασική έκτασις κατά τας εν άρθρω 4 διακρίσεις, ενεργείται κατ` αίτησιν οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον ή αυτεπαγγέλτως διά πράξεως του κατά τόπον αρμοδίου δασάρχου. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξις, ερειδομένη επί σχετικής εισηγήσεως αρμοδίου δασολόγου και των τυχόν υφισταμένων στοιχείων φωτογραφήσεως και χαρτογραφήσεως της περιοχής ή παντός ετέρου σχετικού στοιχείου, δέον να είναι προσηκόντως ητιολογημένη, δι` αναφοράς εις την μορφολογίαν του εδάφους, το είδος, την σύνθεσιν, την έκτασιν της βλαστήσεως και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής, τας τυχόν επελθούσας προσφάτους αλλοιώσεις ή καταστροφάς ως και παν έτερον χρήσιμον στοιχείον προς χαρακτηρισμόν της εκτάσεως. Η πράξις αύτη κοινοποιείται εις τον υποβαλόντα την σχετικήν αίτησιν ιδιώτην ή νομικόν πρόσωπον ή δημοσίαν υπηρεσίαν, αποστέλλεται δε εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα και εκτίθεται επί ένα μήνα μερίμνη του δημάρχου ή του προέδρου της κοινότητος εις το δημοτικόν ή κοινοτικόν κατάστημα. Ανακοίνωσις περί της συντάξεως της ως άνω πράξεως και της αποστολής αυτής εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα μετά περιλήψεως του περιεχομένου της δημοσιεύεται εις δύο τουλάχιστον τοπικάς εφημερίδας ή εις μιαν τοπικήν και μιαν εφημερίδα των Αθηνών ή της Θεσσαλονίκης. 3. Κατά της πράξεως του δασάρχου περί ης αι προηγούμεναι παράγραφοι, επιτρέπονται αντιρρήσεις του νομάρχου, ως και παντός έχοντος έννομου συμφέροντος φυσικού ή νομικού προσώπου, εντός δύο μηνών από της κατά τα ανωτέρω προς αυτό κοινοποιήσεως, ή, εφ` όσον δεν συντρέχει περίπτωσις κοινοποιήσεως, από της τελευταίας των κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοσιεύσεων, ενώπιον της κατά το άρθρο 10 παρ. 3 επιτροπής του νομού, εις ον ευρίσκεται η υπό αμφισβήτησιν έκτασις ή το μεγαλύτερον τμήμα αυτής. Η επιτροπή ως και η δευτεροβάθμιος τοιαύτη, λαμβάνουσα υπ` όψιν τον σχετικόν φάκελον και τας προτάσεις του ενδιαφερομένου ως άνω ιδιώτου, νομικού προσώπου ή δημοσίας υπηρεσίας, δυναμένη δε και να διενεργήση αυτοψίαν προς μόρφωσιν ασφαλεστέρας γνώμης περί της υφισταμένης εν τη περιοχή καταστάσεως, αποφαίνεται ητιολογημένως εντός τριμήνου προθεσμίας από της υποβολής των αντιρρήσεων. 4. Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον αποφάσεις των επιτροπών, δι` ων χαρακτηρίζονται περιοχαί τινές ή τμήματα αυτών ως δάση ή δασικαί εκτάσεις, λαμβάνονται υποχρεωτικώς υπ` όψιν κατά την μεταγενεστέραν χαρτογράφησιν και την σύνταξιν του δασολογίου της περιοχής ή κατά την συμπλήρωσιν αυτού, συμφώνως προς τα εν άρθροις 12 και 13 οριζόμενα". Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 998/1979 θεσπίζουν για πρώτη φορά ειδική διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιας εκτάσεως ως δασικής ή μη ,προς τον σκοπό της επιλύσεως του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για τις διοικητικές αρχές, ενώπιον των οποίων προβάλλει ως πρόκριμα ο εν λόγω χαρακτήρας της εκτάσεως, όσο και για τους ενδιαφερομένους ιδιώτες. Ενόψει του χαρακτήρος και των συνεπειών τους, η απόφαση του Δασάρχου ή η απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής που εκδίδεται επί των αντιρρήσεων κατά της αποφάσεως του Δασάρχου ή η απόφαση της Δευτεροβαθμίου Επιτροπής που εκδίδεται επί των αντιρρήσεων κατά της αποφάσεως της Πρωτοβαθμίου Επιτροπής είναι αμετάκλητες . Ο δασάρχης υποχρεούται να ακολουθήσει την πιο πάνω διαδικασία του νόμου και δεν έχει την ευχέρεια να διατυπώσει απλώς προσωπική αντίληψη πληροφοριακού χαρακτήρα. Η απόφαση του δασάρχη τελειούται ως διοικητική πράξη, από της εκδόσεως και αποστολής της στον ενδιαφερόμενο ιδιώτη ή τον οικείο οργανισμό τοπική αυτοδιοικήσεως, μετά δε την κατά τον τρόπο αυτό τελείωση της πράξεως, δεν δικαιούται πλέον ο δασάρχης να επανέλθει επί της υποθέσεως ανακαλώντας ή τροποποιώντας την απόφασή του, η οποία υπόκειται μόνο σε ακύρωση ή μεταρρύθμιση από τις αρμόδιες επιτροπές κατά τη θεσπιζόμενη από το νόμο ενδικοφανή διαδικασία. Οι έννομες όμως συνέπειες, ως προς το χαρακτηρισμό εκτάσεως ως δασικής ή μη, επέρχονται, μόνον από της τηρήσεως όλων των πιο πάνω αναφερομένων των διατυπώσεων δημοσιότητας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη ου εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένοι μόνο από αυτά. Επίσης, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. ΙΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, με την ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως, πλήττει την 1070/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία καταδικάσθηκε για παράβαση καθήκοντος και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών η οποία ανεστάλη επί τριετία, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, που καθιδρύουν τους από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Ε Κ.Π.Δ λόγους αναιρέσεως. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "... Ο κατηγορούμενος στους ... κατά το από 3.8.2001 μέχρι 30.11.2003 χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας υπάλληλος και συγκεκριμένα Δασάρχης ...παρέβη με πρόθεση τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να βλάψει κάποιον άλλο. Ειδικότερα προέκυψε ότι ο εγκαλών Ψ1 με το .... συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Κων/νο Φουντούκη, αγόρασε από τους δικαιοπαρόχους του Κ2, ... και Κ1 άγονο αγρό που βρίσκεται στη θέση "..." του συνοικισμού ... . Η έκταση του αγρού αυτού προσδιορίσθηκε στο ως άνω συμβόλαιο στα 10 στρέμματα, χωρίς να έχει γίνει επί τόπου καταμέτρηση της, και είχε περιέλθει στους δικαιοπαρόχους του εγκαλούντος κατ' ισομοιρία από κληρονομιά από τον πατέρα τους ..., στον οποίο επίσης είχε περιέλθει από τον πατέρα του Κ1, αφού προηγουμένως μεταξύ του απώτερου δικαιοπαρόχου του εγκαλούντος και του αδελφού του Κ2, είχε χωρήσει άτυπη διανομή, σύμφωνα με την οποία, ο πρώτος είχε λάβει το προς το νότο ήμισυ της εν λόγω εκτάσεως και ο δεύτερος το προς το βορρά ήμισυ αυτής. Στον δε Κ1 είχε περιέλθει η έκταση αυτή μαζί με άλλη έκταση εμβαδού επίσης 10 στρεμμάτων και συνολικά 20 στρεμμάτων δυνάμει του ... παραχωρητηρίου του Υπουργείου Οικονομικών. Κατά το έτος 1978 ο εγκαλών, έχοντας αποφασίσει να αναγείρει στην παραπάνω περιοχή ξενοδοχείο και θέλοντας να υποβάλει τα αναγκαία δικαιολογητικά και τους τίτλους για τη χορήγηση σ'αυτόν τραπεζικού δανείου, επιχείρησε ουσιαστικότερο έλεγχο των τίτλων των δικαιοπαρόχων του, οπότε και προέκυψε αμφισβήτηση από την πλευρά συγκληρονόμων τους, λόγω της προγενέστερης άτυπης διανομής, η οποία όμως επιλύθηκε γρήγορα λόγω συμφωνίας μεταξύ τους. Τον Φεβρουάριο του έτους 1978 ο εγκαλών, για τον ίδιο σκοπό ανέθεσε στον αρχιτέκτονα μηχανικό Μ1 την σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος της έκτασης που είχε αγοράσει, το οποίο και συντάχθηκε και πέντε έτη αργότερα, το 1983, μετά την παροχή σχετικών κινήτρων από την Πολιτεία αποφάσισε να ολοκληρώσει τη διαδικασία για την ανέγερση ξενοδοχείου στην έκταση αυτή, απευθυνόμενος στο Πολεοδομικό γραφείο ..., προκειμένου να επιτύχει την έκδοση οικοδομικής αδείας. Η Υπηρεσία όμως αυτή, μεταξύ των άλλων δικαιολογητικών ζήτησε από το μηνυτή να προσκομίσει και βεβαίωση του Δασαρχείου ... ότι η συγκεκριμένη έκταση δεν ήταν δημόσια δασική. Τότε ο μηνυτής υπέβαλε στο Δασαρχείο ... την από 16.8.1983 σχετική αίτηση μαζί με αντίγραφα του συμβολαίου, του παραχωρητηρίου και του τοπογραφικού διαγράμματος που προαναφέρθηκαν, ο δε τότε Δασάρχης ... Δ1, όταν διαπίστωσε ότι για την έκταση αυτή υπήρχε παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου παρέπεμψε το μηνυτή αρχικά στον αρμόδιο για το λόγο αυτό Οικονομικό Έφορο ..., ο οποίος έπρεπε να βεβαιώσει προηγουμένως ότι η συγκεκριμένη έκταση ήταν δημόσια ή ιδιωτική. Κατόπιν αυτού στις 27.7.1983 ο εγκαλών Ψ1 υπέβαλε σχετική αίτηση στην Οικονομική Εφορία ... μαζί με τους παραπάνω τίτλους και το από Φεβρουαρίου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα, θεωρημένο στις 25.7.1983 από την πολιτικό μηχανικό Μ2. Ο Οικονομικός Έφορος ... επισκέφθηκε την επίμαχη έκταση ομού με τον Δασάρχη Δ1 και διαπίστωσαν ότι αυτή πράγματι αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως 20 στρεμμάτων της οποίας είχε γίνει παραχώρηση με το ως άνω παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών. Μετά από αυτά ο Οικονομικός Έφορος βεβαίωσε επί του τοπογραφικού διαγράμματος όσα είχε διαπιστώσει και το διαβίβασε με το με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο του στον Δασάρχη ..., ο οποίος ακολούθως εξέδωσε την με αριθμό πρωτοκόλλου ...βεβαίωση, στην οποία βεβαίωσε ότι η συγκεκριμένη έκταση είναι ιδιωτική. Δύο έτη αργότερα, και συγκεκριμένα το έτος 1985 μετά από καταγγελίες που έγιναν στο Δασαρχείο ... ότι η συγκεκριμένη έκταση που είχε οριοθετηθεί και χαρακτηρισθεί ως ιδιωτική με την παραπάνω διαδικασία δεν αποτελούσε πράγματι τμήμα της έκτασης που αφορούσε το ως άνω παραχωρητήριο και έρευνα που διενεργήθηκε για το ζήτημα αυτό, ο οικονομικός Έφορος ..., κατόπιν υποδείξεων υπαλλήλων του Δασαρχείου ... σχημάτισε την εντύπωση ότι δεν είχε γίνει ορθή εφαρμογή του παραχωρητηρίου και ότι τούτο αναφέρεται σε άλλη έκταση και κατόπιν αυτού ανακάλεσε την προηγούμενη από 27.7.1983 βεβαίωση του επί του τοπογραφικού διαγράμματος που προαναφέρθηκε, με την αιτιολογία ότι αυτή είχε εκδοθεί κατά πλάνη περί τα πραγματικά περιστατικά και κοινοποίησε την απόφαση του αυτή στο Δασαρχείο ..., ενώ στη συνέχεια με την ....απόφαση του Νομάρχη Λακωνίας ανακλήθηκε το παραπάνω .... έγγραφο του τότε Δασάρχη ..., που βεβαίωνε ότι η συγκεκριμένη έκταση είναι ιδιωτική και με την .... απόφαση του ίδιου Νομάρχη η έκταση αυτή κηρύχθηκε αναδασωτέα. Περαιτέρω εκδόθηκε κατά του εγκαλούντος το ... πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από την πιο πάνω έκταση, η οποία κατόπιν λεπτομερούς καταμέτρησης από δασικούς υπαλλήλους βρέθηκε να έχει εμβαδόν 11,418 στρέμματα και ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του ίδιου για παράβαση του άρθρου 280 παρ. 1 του Ν. Δ. 86/1969 και του άρθρου 71 παρ. 3-4 του Ν. 998/1979 , όπως επίσης για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπορίσεως αθέμιτου οφέλους και βλάβης άλλου, για τα όσα βεβαιώθηκαν από τον Δασάρχη Δ1 και τους πολιτικούς μηχανικούς Μ1 και Μ2 οι οποίοι επίσης κατηγορήθηκαν ως φυσικοί αυτουργοί της τελευταίας πράξεως αυτής, και για άμεση συνεργεία στην πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Με το 41/1988 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σπάρτης έπαυσε οριστικά η εν λόγω ποινική δίωξη για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 280 παρ. 1 Ν.Δ. 86/1969 και για την πράξη της απλής συνέργειας στην υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως λόγω παραγραφής, ενώ για τις υπόλοιπες πράξεις το εν λόγω Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων, επειδή δεν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή τους στο ακροατήριο, δέχθηκε δε τούτο ότι η συγκεκριμένη έκταση είναι ιδιωτική και όχι δασική. Παράλληλα ο μηνυτής άσκησε ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Επιδαύρου - Λιμηράς κατά του παραπάνω πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, η οποία όμως απορρίφθηκε με την 35/1986 απόφαση τούτου, μετά όμως από την άσκηση εφέσεως από τον μηνυτή κατ'αυτής εκδόθηκε η 115/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης , με την οποία έγινε δεκτή κατ'ουσία η έφεση, εξαφανίσθηκε η απόφαση του Ειρηνοδικείου, ακυρώθηκε το εν λόγω πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και διατάχθηκε η επανεγκατάσταση του μηνυτή στην συγκεκριμένη εδαφική έκταση, από την οποία είχε αποβληθεί. Με την απόφαση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης δέχθηκε ότι η έκταση αυτή που αγόρασε ο μηνυτής αποτελεί το νότιο τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης των 20 στρεμμάτων του αγρού που ορίζει το προαναφερόμενο παραχωρητήριο και ότι αυτή δεν ανήκει στο Δημόσιο. Ακολούθως με την ... απόφαση του Νομάρχη Λακωνίας ανακλήθηκε η προαναφερόμενη ... απόφαση του ίδιου περί κηρύξεως αναδασωτέας της συγκεκριμένης εκτάσεως. Η ανακλητική όμως απόφαση αυτή ακυρώθηκε με την ... απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Γεωργίας, που προκλήθηκε ύστερα από ενέργειες του Δασάρχη Σ1, η οποία όμως ακυρώθηκε με την 1770/1991 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τότε με ενέργειες του κατηγορουμένου και ήδη Δασάρχη ... , ο οποίος συντάσσει τα ... και ... έγγραφα του που απευθύνονται προς τη Νομαρχία Λακωνίας , επιτυγχάνεται η έκδοση της ...αποφάσεως του Νομάρχη Λακωνίας , με την οποία η επίμαχη έκταση κηρύσσεται και πάλι αναδασωτέα, η απόφαση αυτή όμως ακυρώνεται στη συνέχεια με την 1868/1994 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στην απόφαση αυτή μνημονεύεται τόσο η προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, όσο και το 41/1988 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σπάρτης, αλλά και το μεταγενέστερο με αριθμό 90/1990 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου που αθώωσε λόγω ελλείψεως δόλου, δασικούς υπαλλήλους και εφοριακούς κατά των οποίων είχε ασκηθεί ποινική δίωξη , μετά από έγκληση του ήδη εγκαλούντος, για ψευδείς βεβαιώσεις και ψευδείς ένορκες καταθέσεις για το δασικό χαρακτήρα της επίμαχης έκδοσης, με τη μνεία ότι τόσο στην απόφαση όσο και στα βουλεύματα αυτά γίνεται δεκτό ότι η συγκεκριμένη έκταση περιλαμβάνεται στην ευρύτερη έκταση, που είχε παραχωρηθεί με το προαναφερόμενο παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών. Παρά την έκδοση και αυτής της αποφάσεως ο κατηγορούμενος απευθύνει την ... νέα πρόταση του προς τον Περιφερειακό Διευθυντή του Νομού Λακωνίας περί κηρύξεως αναδασωτέας της ίδιας εκτάσεως, η οποία και κηρύσσεται ως τέτοια με την ... απόφαση του τελευταίου, που και πάλι ακυρώθηκε με την 794/1999 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και αναπέμφθηκε προς τη Διοίκηση "δια νέαν επαρκώς ητιολογημένην κρίσιν". Ήδη όμως κατόπιν σχετικής αιτήσεως του μηνυτή στο Δασαρχείο ...., ο προηγούμενος Δασάρχης τούτου Σ1 με το με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο του αναφέρει απαντώντας στον εγκαλούντα ότι η συγκεκριμένη έκταση για την οποία ο τελευταίος ζητούσε χαρακτηρισμό, έχει αποχαρακτηρισθεί με την ... απόφαση της Νομαρχίας Λακωνίας-Δ/νσης Δασών, η οποία δέχεται ότι πρόκειται για αγροτικό ακίνητο και ότι επομένως υπό την ισχύ της αποφάσεως αυτής δεν μπορεί ο Δασάρχης να κάνει αντίθετο χαρακτηρισμό, παρά τις εκπεφρασμένες αντίθετες απόψεις του. Αναγνωρίζει δηλαδή ο προηγούμενος Δασάρχης ... με το έγγραφο του αυτό ότι η συγκεκριμένη εδαφική έκταση έχει χαρακτηρισθεί ως αγροτική και ο ίδιος είναι υποχρεωμένος να δεχθεί τον χαρακτηρισμό αυτό, παρά το ότι είχε διαφορετική άποψη, προφανώς ότι δηλαδή πρόκειται περί δασικής εκτάσεως. Στη συνέχεια τούτων, ύστερα από υποβολή της από 9.10.1991 αιτήσεως του εγκαλούντος προς το Νομάρχη Λακωνίας, εκδίδεται το ... έγγραφο του Νομάρχη Λακωνίας στην οποία επισημαίνεται ότι η ως άνω ... απόφαση του ίδιου η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, έχει άρει τον χαρακτήρα της συγκεκριμένης εκτάσεως ως αναδασωτέας , ότι η υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του Σ.τ.Ε. αποτελεί συνταγματική επιταγή, παράβαση της οποίας δημιουργεί ευθύνη του υπαιτίου οργάνου και ότι ενόψει των ανωτέρω και βάσει των απόψεων του Δασάρχου ... δόθηκε "εντολή προς αυτόν όπως ασκεί τις αρμοδιότητες του μέσα στα πλαίσια των ανωτέρω δεδομένων". Ο προηγούμενος όμως Δασάρχης Σ1 εμμένοντας στις ως άνω απόψεις του προτείνει την έγερση διεκδικητικής αγωγής από το Δημόσιο για την επίμαχη έκταση και ενόψει του γεγονότος αυτού το τμήμα Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Γεωργίας συνέστησε 4μελή Επιτροπή, ζητώντας από αυτήν την υποβολή κοινής εκθέσεως περί της ταυτότητας ή μη της διεκδικούμενης εκτάσεως με το ως άνω παραχωρητήριο και διενεργήθηκε αυτοψία σ'αυτήν, κατόπιν της οποίας συντάχθηκαν τρεις διαφορετικές εκθέσεις. Η από 15.2.1993 κοινή έκθεση του Επιθεωρητού Δασών και του Δ/ντού Δασών και η με αριθμό πρωτοκόλλου .... έκθεση του Αναπληρωτού Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Δημοσίων Κτημάτων του Νομού Λακωνίας αποφαίνονται ότι η κατεχόμενη από τον μηνυτή έκταση των 11,41 στρεμμάτων ταυτίζεται όντως με το ... παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών και ότι ουδεμία άλλη θέση στην περιοχή δίδει λύση στον εντοπισμό της θέσης, αφού γύρω αυτής υπάρχουν άλλοι νόμιμοι και αναμφισβήτητοι παρά του Δημοσίου και τρίτων ιδιοκτήτες. Εξαιτίας όμως της διαφωνίας του κατηγορουμένου ως προς το ζήτημα τούτο δεν συντάχθηκε κοινή έκθεση, κατά τα προαναφερόμενα, αλλά ο ίδιος αποστέλλει την δική του από 9.2.1993 έκθεση προς τη Γενική Γραμματεία Δασών με το από ...έγγραφο του προς αυτήν. Αξιοσημείωτο είναι ότι στο έγγραφο του αυτό ο κατηγορούμενος βάλλει εμμέσως πλην σαφώς κατά των παρισταμένων στην εν λόγω αυτοψία Οικονομικού Εφόρου ..., υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας και του εκπροσώπου των Τεχνικών Υπηρεσιών, ισχυριζόμενος ότι η "πομπώδης αυτή αυτοψία", όπως την χαρακτηρίζει δεν έγινε, κατά την γνώμη του, για να διερευνηθούν επί τόπου τυχόν στοιχεία της έκτασης που θα οδηγούσαν στην διαμόρφωση ενιαίας απόψεως περί του επίμαχου ζητήματος, από όλους τους προαναφερόμενους αρμόδιους παράγοντες, αλλά για να ενισχυθούν τα , επίσης κατά τη γνώμη του, ανυπόστατα επιχειρήματα του μηνυτή. Με τον τρόπο αυτό αποδίδει μομφή στους λοιπούς παριστάμενους κατά την εν λόγω αυτοψία, θεωρώντας ότι έχει διοργανωθεί κοινό μέτωπο ώστε να γενικευθεί η άποψη που ενισχύει τους ισχυρισμούς του μηνυτή σε βάρος του Δημοσίου και εμμένει στην δική του άποψη περί του ότι η συγκεκριμένη έκταση είναι δασική. Ενόψει δε του γεγονότος ότι το Δημόσιο δεν προχωρεί στην έγερση διεκδικητικής αγωγής, για την επίλυση του ζητήματος αυτού ο εγκαλών ασκεί ο ίδιος αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου επί της οποίας εκδίδεται η 153/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, η οποία και μετά από διενέργεια πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με την 85/1995 προδικαστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου για την εφαρμογή των τίτλων του εγκαλούντος , δέχθηκε την αγωγή τούτου, αναγνώρισε την κυριότητα του επί της επίδικης εδαφικής εκτάσεως, δεχόμενη ότι πρόκειται περί αγρού, και όχι περί δασικής εκτάσεως, επί του οποίου δεν υφίστανται δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου και υποχρέωσε το τελευταίο να παύσει να διαταράσσει τον εγκαλούντα στην άσκηση των δικαιωμάτων του στο ακίνητο αυτό, με την παρεμπόδιση της καλλιέργειας και της ανοικοδόμησης του. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με την 428/2000 οριστική απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, που την επικύρωσε, ενώ είχαν προηγηθεί δύο προδικαστικές αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα οι 338/1997 και 338/1998 με τις οποίες είχε διαταχθεί νέα πραγματογνωμοσύνη και αυτοψία του επιδίκου ακινήτου αντίστοιχα. Κατά την διενέργεια της αυτοψίας αυτής παρέστη ως εκπρόσωπος του Δημοσίου ο κατηγορούμενος, ο οποίος, όπως αναφέρεται στην 12/1999 έκθεση αυτοψίας που διενεργήθηκε στο επίδικο ακίνητο από το Εφετείο Ναυπλίου προσδιόρισε την θέση του αναφερόμενου στο παραχωρητήριο ακινήτου σε άλλο σημείο , υποδεικνύοντας ότι τούτο βρίσκεται στη θέση "..." και το τοποθετεί προς την ανατολική πλευρά του παραχωρουμένου αυτού ακινήτου και προς την θάλασσα, την παλαιά οδό προς την ..., η ύπαρξη της οποίας διαπιστώνεται από το χάρτη, όχι όμως από την διενέργεια της αυτοψίας. Επισημαίνεται πάντως ότι η έκταση αυτή ανήκει σε ιδιώτες. Στην ενώπιον του Εφετείου δίκη κατατέθηκε και η από 27.6.1996 έκθεση του κατηγορουμένου, ως τεχνικού συμβούλου του Δημοσίου, όπου υποστηρίζει τα όσα υποστήριξε και κατά τη διενέργεια της αυτοψίας. Επί του ζητήματος αυτού έχουν κριθεί με την ως άνω εφετειακή απόφαση τα ακόλουθα : " Δεν μπορεί να εφαρμοσθεί το παραπάνω παραχωρητήριο στη θέση "..." , όπως υποδεικνύει ο τεχνικός σύμβουλος του εκκαλούντος Χ1 διότι η περιοχή είναι απομακρυσμένη από το χωριό ... που αναφέρει το παραχωρητήριο, το ρέμμα που υποδεικνύει δεν πρόκειται για ρέμμα αλλά για ξηροχάνδακα, ο δρόμος που επίσης υποδεικνύει είναι ανύπαρκτος σήμερα, ενώ στο χάρτη ΓΥΣ αναφέρεται ως ημιονικός δρόμος, που εφόσον δεν υπάρχει σήμερα επρόκειτο για μονοπάτι μέσω ιδιωτικών κτημάτων και πάντως δεν αποδείχθηκε ότι στην περιοχή αυτή, που σήμερα ανήκει σε τρίτους ιδιώτες, είχαν ποτέ ιδιοκτησία 20 στρεμμάτων οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος". Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει τις απόψεις του, που θέλουν την επίδικη έκταση δασική, και αντιλαμβανόμενος ότι δημιουργούνται αποφασιστικά προσκόμματα στην υλοποίηση της εκ του γεγονότος ότι αναγνωρίζεται με δικαστικές αποφάσεις και βουλεύματα, ότι αυτή αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως που είχε παραχωρηθεί στον απώτατο δικαιοπάροχο του εγκαλούντος με το προαναφερόμενο παραχωρητήριο, υποδεικνύει στο Εφετείο που διενήργησε αυτοψία άλλη έκταση σε εντελώς διαφορετικό σημείο, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού γίνεται αντιληπτό από το εν λόγω Δικαστήριο, ότι καμμία σχέση δεν υφίσταται μεταξύ της υποδεικνυόμενης από τον κατηγορούμενο εκτάσεως και εκείνης που ανήκε στους δικαιοπαρόχους του εγκαλούντος, αλλά και ότι η έκταση που υποδεικνύει ο κατηγορούμενος ανήκει σε τρίτους ιδιώτες. Η Τριμελής Επιτροπή του Δικαστικού Γραφείου Ναυπλίου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αποδέχεται ομόφωνα την άποψη του εισηγητή να μην ασκηθεί αναίρεση κατά της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, αντίγραφο δε του πρακτικού της αποστέλλεται με το με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο της προς το Δασαρχείο ... με την επισήμανση ότι η εφετειακή αυτή απόφαση έγινε δεκτή από το Δημόσιο και παράκληση για τις σχετικές ενέργειες του εν λόγω Δασαρχείου. Ακολουθεί η από 20.3.2001 αίτηση του εγκαλούντος προς το ως άνω Δασαρχείο με την οποία ζητεί να εκδοθεί βεβαίωση περί του ότι η επίδικη έκταση δεν είναι δασική, ούτε έχει κηρυχθεί αναδασωτέα για να τη χρησιμοποιήσει στην αρμόδια Πολεοδομία για την έκδοση αδείας οικοδομής και στον Ε.Ο.Τ. για την τουριστική αξιοποίηση της, ενώ στη συνέχεια ο εγκαλών υποβάλει και νέα από 28.3.2001 αίτηση στο ως άνω Δασαρχείο, με το ίδιο αίτημα προσκομίζοντας και σχετικά έγγραφα. Επειδή δεν λαμβάνει απάντηση, αλλά ούτε ασφαλώς και την αιτούμενη βεβαίωση ο εγκαλών προβαίνει σε νέα από 4.4.2001 αίτηση προς τον κατηγορούμενο Δασάρχη ..., την οποία κοινοποιεί και στον Εισαγγελέα Σπάρτης. Στην αίτηση αυτή ο εγκαλών επικαλείται όλο το ιστορικό της υποθέσεως όπως αυτό περιγράφεται παραπάνω και δηλώνει ότι ο κατηγορούμενος είναι ο μόνος που υποστηρίζει ότι η ιδιοκτησία του είναι δασική είναι ο τελευταίος, καταθέτοντας πότε ως μάρτυρας ενώπιον ακροατηρίου και πότε ενώπιον ανακριτή, προσάγων στα δικαστήρια τις εκθέσεις που συνέταξε ο ίδιος είτε ως δασολόγος προϊστάμενος του Δασαρχείου , είτε ως τεχνικός σύμβουλος του Δημοσίου, και παριστάμενος στις αυτοψίες που διενεργήθηκαν στην επίδικη έκταση, επισημαίνει δε ότι όλες οι απόψεις του κατηγορουμένου δεν έχουν κριθεί βάσιμες από τα δικαστήρια, αλλά και από τους προαναφερόμενους παράγοντες που επιλήφθηκαν της υποθέσεως. Ήδη δε το Δασαρχείο ...με το από 23.3.2001 έγγραφο του, που περιήλθε ταχυδρομικώς στον εγκαλούντα κατά τις αρχές Απριλίου 2001, απαντά στον τελευταίο ότι η διαδικασία της έκδοσης πράξεως χαρακτηρισμού, είναι ανεξάρτητη της αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που προσκόμισε ο ίδιος, δηλαδή την ως άνω αμετάκλητη απόφαση που επέλυσε το ιδιοκτησιακό καθεστώς, και απαιτείται για την έκδοση της πράξεως αυτής η διενέργεια αυτοψίας, η μελέτη του σχετικού φακέλλου κλπ. από τον εισηγητή δασολόγο, καταλήγει δε αναφέροντας: " Λόγω ελλείψεως επαρκούς προσωπικού στην υπηρεσία μας και επειδή εκκρεμούν παλαιότερα αιτήματα, δεν είναι δυνατή η άμεση εξέταση της αιτήσεως σας". Το ως άνω έγγραφο δεν υπογράφεται από τον κατηγορούμενο Δασάρχη ..., όπως θα ήταν εύλογο, αφού ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά τη συγκεκριμένη υπόθεση , είχε παραστεί σε αυτοψίες, είχε εκθέσει τις απόψεις του σε πλείστα έγγραφα προς αρμόδιες αρχές, είχε συντάξει εκθέσεις προς υποστήριξη τους και είχε συμμετάσχει στις δικαστικές διαμάχες μεταξύ εγκαλούντος και Δημοσίου περί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της επίμαχης έκτασης, στις οποίες αναγκαστικά γινόταν αναφορά στον δασικό ή μη χαρακτήρα αυτής, κατά τα προαναφερόμενα. Αντίθετα τούτο υπογράφεται από τον υφιστάμενο του κατηγορουμένου δασολόγο Χ2, πρόσωπο δηλαδή που δεν έχει ασχοληθεί μέχρι τότε με την επίμαχη υπόθεση. Η ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου να αναθέσει τη μελέτη των αιτήσεων του εγκαλούντος σε τρίτο πρόσωπο, άσχετο με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι προφανές ότι εντάσσεται στα πλαίσια της προθέσεως του να μην χορηγηθεί τελικά η αιτούμενη βεβαίωση στον εγκαλούντα. Αποφεύγει δε να απαντήσει ο ίδιος, γιατί αντιλαμβάνεται ότι θα έχει συνέπειες η κωλυσιεργία της χορηγήσεως βεβαιώσεως από αυτόν, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά ως εμπλεκόμενος στην υπόθεση, όλα τα γεγονότα και δεν θα ήταν δυνατό να επικαλεσθεί ανάγκη μελέτης του φακέλου, διενεργείας αυτοψίας, έλλειψης προσωπικού και παλαιότερες εκκρεμείς αιτήσεις για να πετύχει τον σκοπό του που είναι η μη χορήγηση της σχετικής βεβαιώσεως, με αποτέλεσμα την ηθική και οικονομική βλάβη του εγκαλούντος, ο οποίος, δεν έχει τη δυνατότητα αξιοποιήσεως της ιδιοκτησίας του. Και ο σκοπός αυτός της ηθικής και οικονομικής βλάβης του εγκαλούντος , επιτυγχάνεται, αφού ο τελευταίος, αναγκάζεται να προβεί σε νέες διαδικασίες προκειμένου να δυνηθεί να οικοδομήσει στην ιδιοκτησία του. Έτσι ο εγκαλών επισκέπτεται την προϊσταμένη του τμήματος Νομικών Υποθέσεων Γεν. Γραμ. Δασών Κ.Φ.Π. Υπουργείου Γεωργίας, η οποία, αφού της εκθέτει ότι επί σειρά ετών ταλαιπωρείται γενικά από το Δασαρχείο ... και από τον κατηγορούμενο, τον συμβουλεύει να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 14 του Ν. 998/79 και ειδικότερα να δημοσιοποιήσει την προαναφερόμενη ... έγγραφη βεβαίωση του Δασάρχη ..., με την οποία χαρακτηριζόταν η ιδιοκτησία του ως αγροτική και μετά την τελεσιδικία των δημοσιεύσεων να ζητήσει από το Δασάρχη βεβαίωση τελεσιδικίας. Πράγματι ο εγκαλών ακολούθησε τη διαδικασία αυτή δημοσιεύοντας την ως άνω έγγραφη βεβαίωση σε δύο ημερήσιες εφημερίδες και στο Δημοτικό κατάστημα ..., ώστε αυτή να καταστεί τελεσίδικη. Ο κατηγορούμενος στην εξακολουθητική προσπάθεια του να επιβάλλει την άποψη του περί του ότι η επίμαχη έκταση είναι δασική, υποβάλει το με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο του προς το Τμήμα Νομικών Υποθέσεων της Γενικής Γραμματείας Δασών, αναφέροντας σ'αυτό το προαναφερόμενο ιστορικό, όσον αφορά την έκδοση της αμετάκλητης απόφασης περί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του εν λόγω ακινήτου, του σκεπτικού αυτής ότι το επίδικο ήταν ανέκαθεν ξηρικός αγρός, άγονος και πετρώδης, πλην όμως καλλιεργούμενος και όχι δάσος ή δασική έκταση και το γεγονός της κηρύξεως αναδασωτέας αυτής και της ακυρώσεως των σχετικών αποφάσεων. Στη συνέχεια δε ζητεί από την εν λόγω Υπηρεσία να του γνωρίσει αν το Δασαρχείο θα πρέπει να επανέλθει με νέα αιτιολογημένη πρόταση για την κήρυξη της έκτασης αυτής ως αναδασωτέας, ή να προβεί στην έκδοση Πράξης Χαρακτηρισμού, αγνοώντας τα στοιχεία του φακέλου που καταγράφουν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, βεβαιώνοντας ο ίδιος ότι από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η έκταση αυτή ήταν ανέκαθεν δασικού χαρακτήρα και ως τέτοια διαχειρίζεται από την εν λόγω Υπηρεσία του Δασαρχείου. Υποβάλει δηλαδή ο κατηγορούμενος με τέτοιο τρόπο το ερώτημα του προς την ως άνω Υπηρεσία, όχι βεβαίως για να δυνηθεί να απαντήσει στον εγκαλούντα, αφού στην ενέργεια αυτή θα μπορούσε να προβεί και μόνο από το γεγονός του προηγούμενου χαρακτηρισμού της επίμαχης εκτάσεως ως μη δασικής αλλά αγροτικής με την προαναφερόμενη ... βεβαίωση του προηγούμενου Δασάρχη Σ1, χωρίς ο ίδιος να έχει τη δυνατότητα να κάνει αντίθετο χαρακτηρισμό, όπως δεν είχε τη δυνατότητα αυτή και ο εν λόγω προηγούμενος Δασάρχης, παρά τις αντίθετες απόψεις του, γεγονότα που αναφέρονται στην ίδια βεβαίωση, κατά τα προαναφερόμενα. Αντίθετα στην κατάθεση του ως άνω εγγράφου προέβη ο κατηγορούμενος, ώστε να δυνηθεί να κλονίσει την άποψη της εν λόγω Νομικής Υπηρεσίας και να έχει την κάλυψη της ώστε τελικά να μην χορηγήσει την αιτούμενη βεβαίωση. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προβαίνει σε ελλιπή αναφορά προς την ως άνω Υπηρεσία, αποκρύπτοντας από αυτήν και ουδόλως μνημονεύοντας :α) την έκδοση της βεβαιώσεως αυτής, β) και την ύπαρξη του ...παραχωρητηρίου του Υπουργείου Οικονομικών, γ) τις προαναφερόμενες εκθέσεις του Επιθεωρητού Δασών, του Διευθυντού Δασών και του Αναπληρωματικού Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, σύμφωνα με τις οποίες η κατεχόμενη από τον εγκαλούντα εδαφική έκταση ταυτίζεται με το ως άνω παραχωρητήριο, δ) το γεγονός ότι η επίσης προαναφερόμενη 1668/1994 απόφαση του Σ.τ.Ε. με την οποία ακυρώθηκε η ... απόφαση του Νομάρχη Λακωνίας περί κηρύξεως αναδασωτέας της επίμαχης εκτάσεως, λαμβάνει υπόψη της, τόσο την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που ακύρωσε το πρωτόκολλο αποβολής που είχε εκδοθεί κατά του εγκαλούντος, χαρακτηρίζοντας αυτή ως μη δασική, όπως και τα βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σπάρτης που ήδη αναφέρθηκαν και περιέχουν τον ίδιο χαρακτηρισμό αυτής. ε) την αυτοψία που διενεργήθηκε από το Εφετείο Ναυπλίου και τα αποτελέσματα της. Αναφέρει επίσης ο κατηγορούμενο στο ως άνω έγγραφο ότι δεν διαπιστώθηκε από το Εφετείο Ναυπλίου η ανυπαρξία των στοιχείων που διαθέτει ο σχετικός φάκελος του Δασαρχείου ..., από τα οποία, κατά την προεκτεθείσα άποψη του, προέκυπτε ότι η επίμαχη έκταση ήταν δασική, ζήτημα εντελώς αντίθετο με την πραγματικότητα, αφού η ως άνω απόφαση αντιτίθεται σαφώς με τα στοιχεία που προσκόμισε ο κατηγορούμενος, επιχειρώντας να τοποθετήσει την επίμαχη έκταση σε διαφορετική από την πραγματική της θέση κατά την αυτοψία αυτής και τα οποία επίσης επισημάνθηκαν στην σχετική έκθεση που κατέθεσε ως τεχνικός σύμβουλος του Δημοσίου, διαφωνώντας σαφώς μ'αυτά, με πλήρη αιτιολογία, η οποία και προεκτέθηκε. Τούτο πράττει ο κατηγορούμενος γιατί γνωρίζει ότι σύμφωνα με την 794/1999 απόφαση του Σ.τ.Ε., την οποία αρκούντως επικαλείται στο ως άνω έγγραφο του προς τη Νομική Υπηρεσία, αλλά και ως ισχυρισμό υπερασπίσεως του, " τυχόν εκδιδόμεναι αποφάσεις Πολιτικών ή Ποινικών Δικαστηρίων δεν ασκούν κατ'αρχήν επιρροήν επί του χαρακτηρισμού μιας εκτάσεως ως δασικής ή μη, δοθέντος ότι κατά την έννοια του άρθρου 26 του Συντάγματος τα εν λόγω Δικαστήρια μόνο παρεπιπτόντως δύνανται να κρίνουν το ζήτημα τούτο, εκτός εάν την παρεμπίπτουσαν ταύτην κρίσιν των διαπιστώσουν ανυπαρξία των πραγματικών περιστατικών εφ'ών εστηρίχθη η κρίσις της Διοικήσεως. Εις την τελευταίαν δε ταύτην και μόνον περίπτωσιν κλονίζεται η πραγματική βάσις της κρίσεως αυτής, εις πάσαν δε άλλην περίπτωσιν αϊ αποφάσεις των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων αποτελούν στοιχεία συνεκτιμητέα μετά των λοιπών εις την διάθεσιν της Διοικήσεως ευρισκομένων στοιχείων". Ενώ λοιπόν ο κατηγορούμενος επικαλείται την ως άνω απόφαση για να αιτιολογήσει το γεγονός ότι παρακάμπτει την έκδοση πολιτικών αποφάσεων και βουλευμάτων που χαρακτηρίζουν παρεπιπτόντως την επίμαχη έκταση ως μη δασική, προσπαθεί να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα, με την απόκρυψη των παραπάνω στοιχείων, από τα οποία ήταν ευχερώς να διαγνωσθεί από την ως άνω Νομική Υπηρεσία, ότι συνέτρεχε η διαλαμβανόμενη στην εν λόγω απόφαση του Σ.τ.Ε. περίπτωση του κλονισμού της κρίσεως της Διοίκησης περί του ότι η έκταση είναι δασική, αφού πράγματι από το Εφετείο Ναυπλίου διαπιστώνεται η ανυπαρξία περιστατικών επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση αυτή, δηλαδή των απόψεων του κατηγορουμένου και των στοιχείων επί των οποίων στηρίζονται οι απόψεις αυτές. Με το με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο της η ως άνω Νομική Υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας απαντά στο έγγραφο του κατηγορουμένου ,ότι οι αμετάκλητες αποφάσεις των Δικαστηρίων επί αγωγών κυριότητας, δεν επιλύουν το χαρακτήρα της έκτασης, επισημαίνοντας ότι για την οριστική επίλυση του θέματος απαιτείται έκδοση πράξης χαρακτηρισμού ή αν έχει δοθεί άλλη βεβαίωση στο παρελθόν, θα πρέπει να δημοσιευθεί προκειμένου να αποκτήσει έννομες συνέπειες έναντι παντός και αφού τελεσιδικήσει να δοθεί στον ενδιαφερόμενο βεβαίωση τελεσιδικίας του χαρακτηρισμού. Στην τελευταία αυτή διαδικασία είχε προβεί ήδη ο εγκαλών, όπως ειπώθηκε, ο οποίος υπέβαλε στον κατηγορούμενο Δασάρχη ... την από 31.5.2001 αίτηση του, υποβάλλοντας μ'αυτήν τα αποδεικτικά δημοσιότητας της ως άνω ... βεβαιώσεως του Δασάρχη Σ1, αιτούμενος την "άμεσον βεβαίωσιν τελεσιδικίας", καθιστώντας έτσι γνωστό στον κατηγορούμενο, ότι έχει προβεί στην σχετική διαδικασία. Ενόψει τούτου, αλλά και του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται από το ως άνω έγγραφο της εν λόγω Νομικής Υπηρεσίας ότι μετά την τελεσιδικία της προηγούμενης βεβαιώσεως που είχε εκδοθεί από τον προκάτοχο του, υποχρεωνόταν να εκδώσει βεβαίωση τελεσιδικίας του χαρακτηρισμού στον ενδιαφερόμενο εγκαλούντα, σπεύδει με τον ίδιο σκοπό της βλάβης του τελευταίου, να κωλυσιεργήσει και πάλι και να μην προβεί στην παραπάνω ενέργεια, όπως όφειλε, αφού ο ίδιος ζήτησε τη συνδρομή της Νομικής Υπηρεσίας για τις πράξεις στις οποίες έπρεπε να προβεί, σπεύδει να καταθέσει τις από 10.7.2001 αντιρρήσεις του ενώπιον της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων του Νομού Λακωνίας του άρθρου 10 του ν. 998/1979, οι οποίες απορρίπτονται ως απαράδεκτες με την ... απόφαση της, ως ασκηθείσες από πρόσωπο που δεν νομιμοποιούνταν στην άσκηση τους, γεγονός που ο κατηγορούμενος ασφαλώς γνώριζε. Με την ίδια απόφαση γίνεται δεκτό ότι η χορηγηθείσα έγγραφη βεβαίωση του προκατόχου του κατηγορουμένου Δασάρχη ... τελειούται ως διοικητική πράξη από της εκδόσεως και αποστολής της στον ιδιώτη , μετά δε της κατά τον τρόπο αυτό τελείωσης της πράξεως δεν δικαιούται ο Δασάρχης να επανέλθει επί της υποθέσεως ανακαλώντας ή τροποποιώντας ο ίδιος την απόφαση του, ακόμη και για τυπικούς λόγους νομιμότητας, παρά μόνο προσφυγή από τον αρμόδιο Νομάρχη (Περιφερειάρχη) στην Α' βάθμια Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων μετά την τήρηση διατυπώσεων δημοσιότητας είναι παραδεκτή, σύμφωνα με την Ολομέλεια Σ.τ.Ε. 1038/1988 και 1898/1996). Από τα παραπάνω επιβεβαιώνεται ακόμη περισσότερο ότι ο κατηγορούμενος, ως μόνος αρμόδιος, όφειλε να εκδώσει βεβαίωση στον εγκαλούντα που να αναφέρει ότι με την βεβαίωση του προκατόχου του είχε επιλυθεί το ζήτημα του χαρακτηρισμού της επίμαχης εκτάσεως ως μη δασικής, αυτός όμως παραβαίνοντας το υπηρεσιακό του καθήκον που απορρέει από τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 998/79 , παρέλειψε να προβεί στην ενέργεια αυτή, επικαλούμενος ότι η ανωτέρω βεβαίωση του προκατόχου του ήταν πληροφοριακού χαρακτήρα και δεν χαρακτήριζε την έκταση, ούτε επέλυε το ζήτημα, ερχόμενος σε αντίθεση τόσο με την απόφαση της ως άνω Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων του Νομού Λακωνίας, όσο και με τα αναφερόμενα στη ίδια τη βεβαίωση από τον προκάτοχο του, αλλά και τα διαλαμβανόμενα στις σχετικές αποφάσεις του Σ.τ.Ε. Παρά δε τις επισημάνσεις προς αυτόν τόσο με το έγγραφο της Νομικής Υπηρεσίας της Προϊσταμένης του αρχής, δηλαδή του Υπουργείου Γεωργίας, στην οποία ο ίδιος απευθύνθηκε κατά τα προαναφερόμενα, με σκοπό και πάλι να βλάψει τον εγκαλούντα κατά τον προδιαληφθέντα τρόπο δεν χορήγησε την αιτούμενη βεβαίωση τελεσιδικίας που του ζητούσε ο τελευταίος, αλλά υπέβαλε εν γνώσει του τις εν λόγω απαράδεκτες αντιρρήσεις με σκοπό την περαιτέρω κωλυσιεργία της επίλυσης του επίμαχου ζητήματος και έτσι πράγματι καθυστέρησε να επέλθει η εν λόγω τελεσιδικία, η οποία ουσιαστικά θα επερχόταν στις 31.7.2001, αν δεν είχαν υποβληθεί οι αντιρρήσεις. Ακόμη όμως και μετά την επερχόμενη τελικά τελεσιδικία αυτή με την ως άνω ...απόφαση της αρμόδιας επιτροπής που απέρριψε τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου και πάλι ο τελευταίος αρνήθηκε να χορηγήσει τη σχετική βεβαίωση τελεσιδικίας στον εγκαλούντα, με την πρόφαση ότι αυτός δεν ζητεί τέτοια βεβαίωση, αλλά αντίστοιχη περί του ότι η προκειμένη έκταση δεν είναι δασική και αναδασωτέα, απαντώντας με το ... έγγραφο του ότι είναι αναρμόδιος να βεβαιώσει ότι το επίμαχο ακίνητο είναι αγροτικό, πολύ δε περισσότερο όταν έχουν επιληφθεί οι επιτροπές επιλύσεων δασικών αμφισβητήσεων, ενώ καλώς γνωρίζει ότι στην πραγματικότητα ο εγκαλών ζητεί βεβαίωση τελεσιδικίας, όπως σαφώς διαλαμβάνεται στην προηγούμενη από 31.5.2001 αίτηση τούτου Στη συνέχεια κοινοποιείται στο Δασαρχείο ... το με αριθμό πρωτοκόλλου ... της Γενικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Πελοποννήσου -Διεύθυνσης Δασών Ν. Λακωνίας στο οποίο διαλαμβάνονται τα εξής: "Το έγγραφο του Δασαρχείου ... αριθμ. ..., έπειτα από την έκδοση της τελεσίδικης και αμετάκλητης υπ'αριθμ. .... απόφασης της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. Λακωνίας που αφορά την έκταση των 11.418,19 τ.μ. στη θέση "..." , έχει καταστεί οριστικό και αμετάκλητο καθόσο αναφέρεται στο χαρακτήρα της ανωτέρω έκτασης...Με τα δεδομένα αυτά παρακαλούμε όπως βεβαιώσετε επί του υποβαλλομένου αιτήματος ότι το έγγραφο σας αριθμ. ... επιβάλλει αποφεύγοντας οποιαδήποτε περαιτέρω υπηρεσιακή παρέλκυση, όπως και το έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας αριθμ. ...σας δίδει εντολή επί σχετικού ερωτήματος σας. Ο εγκαλών επανέρχεται με νέα αίτηση από 18.9.2002 πλην όμως και πάλι ο κατηγορούμενος εξακολουθώντας να παραβαίνει τα υπηρεσιακά του καθήκοντα δεν του χορηγεί την αιτούμενη βεβαίωση, πράγμα που δεν πράττει επίσης και το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Νοεμβρίου του 2003, παρότι ο εγκαλών πλέον με την από 17.11.2003 αίτηση του ζητούσε ορθά αυτή τη φορά τη χορήγηση βεβαιώσεως τελεσιδικίας του χαρακτηρισμού της αυτής ως άνω εκτάσεως με την ... απόφαση του προκατόχου του ως μη δασικής. Στις παραπάνω αναλυτικά αναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις προέβη ο κατηγορούμενος παραβαίνοντας εξακολουθητικά τα υπηρεσιακά του καθήκοντα με πρόθεση και σκοπό να βλάψει ηθικά και οικονομικά τον εγκαλούντα, γεγονός που επιτεύχθηκε τελικά, αφού ο τελευταίος ταλαιπωρήθηκε επί σειρά ετών μεγαλύτερη της δεκαετίας, προστρέχων με συνεχείς αιτήσεις σε αρμόδια όργανα και αναλωμένος σε δικαστικές διαμάχες, χωρίς να έχει κατορθώσει να αξιοποιήσει την ιδιοκτησία του με την ανοικοδόμηση της, όπως είχε το δικαίωμα, αφού αυτή είχε αναγνωρισθεί ως μη δασική, αλλά αγροτική και είχε επιλυθεί οριστικά τόσο το ζήτημα του χαρακτήρα αυτής, αλλά και το ιδιοκτησιακό της θέμα. Η πρόθεση δε του κατηγορουμένου προκύπτει σαφώς από όλες τις προαναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις του, που κατέτειναν στην επίμονη αποφυγή της χορηγήσεως της επίμαχης βεβαιώσεως, όπως επιβαλλόταν όχι μόνο από τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 998/79, αλλά και τις σχετικές οδηγίες των προϊσταμένων του, όπως αυτές προκύπτουν από τα ως άνω .... και ... έγγραφα του Υπουργείου Γεωργίας και του Διευθυντού Δασών Ν. Λακωνίας αντίστοιχα, επιμένοντας στις δικές του απόψεις που δεν έγιναν δεκτές σε καμία περίπτωση και παρά το γεγονός ότι με τις οδηγίες αυτές σαφέστατα εντέλλεται να προβεί στην έκδοση της σχετικής βεβαιώσεως, αφού περί εντολής γίνεται λόγος στο δεύτερο των εγγράφων τούτων, προερχομένης από το πρώτο, με συνακόλουθη παράκληση να εκτελέσει την εντολή αυτή και να αποφύγει κάθε περαιτέρω υπηρεσιακή παρέλκυση σχετικά με το επίμαχο ζήτημα. Παρά ταύτα ο κατηγορούμενος συνεχίζει να ισχυρίζεται ότι δεν πρόκειται περί εντολών των προϊσταμένων του και απολογούμενος εμμένει στις απόψεις του, υποστηρίζοντας και μετά από όσα έχουν λάβει χώρα ότι η προκειμένη έκταση είναι δασική. Κατά συνέπεια ενεργώντας με τον προαναφερόμενο τρόπο ο κατηγορούμενος παρέβη με πρόθεση τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, δηλαδή τα καθήκοντα που επιβάλλονταν σ' αυτόν από το νόμο ή καθορίζονται με διοικητικές πράξεις, ή απορρέουν από ιδιαίτερες οδηγίες ή εγκυκλίους των προϊσταμένων του ή υπερκειμένων αρχών, με τον σκοπό οικονομικής και ηθικής βλάβης του εγκαλούντος, όπως αυτός αναλυτικά προσδιορίσθηκε παραπάνω και κατά συνέπεια πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξεως, της κατ' εξακολούθηση παραβάσεως καθήκοντος, η οποία στοιχειοθετείται πλήρως κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση, σύμφωνα με τα όσα διεξοδικά εκτέθηκαν παραπάνω, απορριπτόμενων όλων των αντιθέτων ισχυρισμών του" . ΙΙΙ.-. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την κρίση του σχετικά με το μη δασικό χαρακτήρα της επίμαχης έκτασης, μετά την τήρηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 14 του ν. 998/1979 διαδικασίας και ως προς την υποχρέωση της διοίκησης να χορηγηθεί στον εγκαλούντα πιστοποιητικό τελεσιδικίας ως προς τον χαρακτηρισμό αυτό του ακινήτου του. Οι διαλαμβανόμενες στην αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις ότι δήθεν το ... έγγραφο του τότε Δασάρχη ... δεν συνιστούσε πράξη που επείχε θέση πράξης χαρακτηρισμού της επίμαχης έκτασης ως αγροτικής και συνεπώς μη δασικής, η οποία κατέστη οριστική και τελεσίδικη μετά την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 14 του ν.998/79,είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1Ε του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των πιο άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 259 του ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 14 του ν. 998/79, με τις πιο πάνω αιτιάσεις , είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Δεν διέλαβε όμως το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προ την έκθεση των περιστατικών που θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κατ' εξακολούθηση παράβασης καθήκοντος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Ειδικότερα: Α. Ενώ το Δικαστήριο δέχεται, ότι, σύμφωνα με την ... απόφαση της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων του Νομού Λακωνίας του άρθρου 10 του ν. 998/1979, με την οποία απορρίπτονται ως απαράδεκτες οι από 10.7.2001 αντιρρήσεις του κατηγορουμένου " ότι η χορηγηθείσα έγγραφη βεβαίωση του προκατόχου του κατηγορουμένου Δασάρχη ... τελειούται ως διοικητική πράξη από της εκδόσεως και αποστολής της στον ιδιώτη , μετά δε της κατά τον τρόπο αυτό τελείωσης της πράξεως δεν δικαιούται ο Δασάρχης να επανέλθει επί της υποθέσεως ανακαλώντας ή τροποποιώντας ο ίδιος την απόφασή του, ακόμη και για τυπικούς λόγους νομιμότητας, παρά μόνο προσφυγή από τον αρμόδιο Νομάρχη (Περιφερειάρχη) στην Α' βάθμια Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων μετά την τήρηση διατυπώσεων δημοσιότητας είναι παραδεκτή.....", δεν καθίσταται σαφές πότε το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να εκδώσει βεβαίωση στον εγκαλούντα που να αναφέρει ότι με την βεβαίωση του προκατόχου του είχε επιλυθεί το ζήτημα του χαρακτηρισμού της επίμαχης εκτάσεως ως μη δασικής, ήτοι, αν έπρεπε να εκδώσει την βεβαίωση αυτή μετά την έκδοση της ... απόφαση της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων του Νομού Λακωνίας, όπως αυτό συνάγεται από την πιο πάνω παραδοχή του σκεπτικού, αλλά και από την αναφορά σε αυτό ότι ο αναιρεσείων αρνήθηκε να εκδώσει την βεβαίωση που ζήτησε ο εγκαλών και "μετά την επερχόμενη τελικά τελεσιδικία αυτή με την ως άνω ... απόφαση της αρμόδιας επιτροπής", ή, αν έπρεπε να εκδώσει αυτή την βεβαίωση μετά από τις 31.7.2001, ημερομηνία κατά την οποία "ουσιαστικά θα επερχόταν (η τελεσιδικία) αν δεν είχαν υποβληθεί οι αντιρρήσεις". Ο σαφής καθορισμός δε της ημερομηνίας που δέχεται το Δικαστήριο ότι επήλθε η πιο πάνω τελεσιδικία είναι στην προκειμένη περίπτωση κρίσιμος, δεδομένου ότι η πρώτη επί μέρους πράξη του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, φέρεται ότι τελέστηκε στις 3/8/2001 (δηλαδή πριν από την έκδοση της 25/27.11.2001 απόφασης). Β. Περαιτέρω δεν καθίσταται σαφές, αν κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο εγκαλών ζητούσε από τον κατηγορούμενο βεβαίωση για το μη δασικό χαρακτήρα της επίμαχης έκτασης ή πιστοποιητικό τελεσιδικίας που επήλθε μετά την περάτωση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 14 του ν. 998/79. Ειδικότερα, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της απόφασης, ο κατηγορούμενος "δεν χορήγησε την αιτούμενη βεβαίωση τελεσιδικίας που του ζητούσε ο τελευταίος....Ακόμη όμως και μετά την επερχόμενη τελικά τελεσιδικία αυτή με την ως άνω ... απόφαση της αρμόδιας επιτροπής που απέρριψε τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου και πάλι ο τελευταίος αρνήθηκε να χορηγήσει τη σχετική βεβαίωση τελεσιδικίας στον εγκαλούντα, με την πρόφαση ότι αυτός δεν ζητεί τέτοια βεβαίωση, αλλά αντίστοιχη περί του ότι η προκειμένη έκταση δεν είναι δασική και αναδασωτέα, απαντώντας με το ... έγγραφο του ότι είναι αναρμόδιος να βεβαιώσει ότι το επίμαχο ακίνητο είναι αγροτικό,.... ενώ καλώς γνωρίζει ότι στην πραγματικότητα ο εγκαλών ζητεί βεβαίωση τελεσιδικίας, όπως σαφώς διαλαμβάνεται στην προηγούμενη από 31.5.2001 αίτηση τούτου....". Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι γίνεται δεκτό στο σκεπτικό της απόφασης ότι ο αναιρεσείων ζητούσε βεβαίωση ότι η ... απόφαση του τότε Δασάρχη ... επέχουσα θέση πράξης χαρακτηρισμού ως μη δασικής της έκτασης του εγκαλούντος, κατέστη οριστική και τελεσίδικη μετά την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 14 του ν. 998/79. Όμως η παραδοχή αυτή αντιφάσκει με το γεγονός ότι ο αναιρεσείων, όπως αναφέρεται στην απόφαση, "στις σχετικές από 18-7 και 24-9-02 αιτήσεις του προς αυτόν δεν ζητούσε βεβαίωση τελεσιδικίας του χαρακτηρισμού της ανωτέρω εκτάσεως ως μη δασικής, αλλά βεβαίωση ότι η έκταση αυτή δεν είναι δασική και αναδασωτέα τοιαύτη, αλλά αγροτική". Δεν συνιστά δε επαρκή αιτιολογία της απόφασης ότι ο αναιρεσείων, όφειλε να εκδώσει, αν και δεν του είχε ζητηθεί, το πιο πάνω πιστοποιητικό τελεσιδικίας, (εκτός από την αίτηση που υπέβαλε τελικά στις 17/11/2003), απλώς και μόνο διότι γνώριζε ότι ο εγκαλών είχε διατυπώσει το πιο άνω αίτημα λόγω της "έλλειψης ιδιαιτέρων νομικών γνώσεων", ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε "τι είδους βεβαίωση ήθελε ουσιαστικά". Το γεγονός δε ότι "στην προηγούμενη από 31.5.2001 αίτηση τούτου", ζητήθηκε βεβαίωση τελεσιδικίας, δεν αιτιολογεί την παραδοχή της απόφασης ότι και εκ τούτου γνώριζε ο κατηγορούμενος τι είδους βεβαίωση ήθελε ο εγκαλών και με τις μεταγενέστερες αιτήσεις του. Επιπλέον, σε αντίθεση με τα πιο πάνω γενόμενα δεκτά στο σκεπτικό της απόφασης, στην αρχή του διατακτικού αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για παράβαση καθήκοντος, διότι δεν χορήγησε στον εγκαλούντα "όπως όφειλε, βεβαίωση από την οποία να συνάγεται ο μη δασικός χαρακτήρας του ανωτέρω αγρού, ώστε να δυνηθεί αυτός (εγκαλών) ακολούθως να λάβει από την αρμόδια Πολεοδομία την σχετική οικοδομική άδεια, βλάπτοντας έτσι οικονομικά, αλλά και ηθικά τον ανωτέρω", ενώ στη συνέχεια του διατακτικού γίνεται και πάλι γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος δεν χορήγησε στον εγκαλούντα το πιο πάνω πιστοποιητικό τελεσιδικίας. Από όσα δε έχουν ήδη εκτεθεί, προκύπτει, ότι η έκδοση του πιστοποιητικού τελεσιδικίας, από τον αρμόδιο Δασάρχη, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 993/79, αφού με την βεβαίωση, αυτή απλώς βεβαιώνεται ότι η προηγούμενη απόφαση (...) του τότε Δασάρχη ..., σχετικά με τον χαρακτηρισμό ως μη δασικής της έκτασης του εγκαλούντος, κατέστη οριστική και τελεσίδικη μετά την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 14 του ν. 998/79. Αντίθετα δεν είναι επιτρεπτή έκδοση (νέας) βεβαίωσης ως προς τον δασικό ή όχι χαρακτήρα της αυτής έκτασης, όπως ζητούσε ο αναιρεσείων με τις από 18-7 και 24-9-02 αιτήσεις του και όπως αντιφατικά (σε σχέση με τις λοιπές παραδοχές της απόφασης) γίνεται δεκτό ότι ζητούσε ο αναιρεσείων με την πιο πάνω αναφορά στην αρχή του διατακτικού της απόφασης. Γ. Η αιτιολογία της απόφασης, ως προς την παραδοχή της ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων ενήργησε "κατά παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων που απορρέουν από τις προαναφερθείσες ήδη διατάξεις του άρθρου 14 του Ν.998/79 και τις σχετικές οδηγίες των προϊσταμένων του, όπως αυτές προκύπτουν από τα υπ' αριθμ. ... και 1... έγγραφα του Υπουργείου Γεωργίας και του Διευθυντού Δασών του Νομού Λακωνίας, αντίστοιχα, προς την υπηρεσία του, με τα οποία του συνιστούσαν να εκδώσει μετά την τελεσιδικία του χαρακτηρισμού τέτοια βεβαίωση...", είναι ελλιπής και ασαφής . Από τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν.998/79, προκύπτουν όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί, ενώ σε σχέση με την έκδοση της βεβαίωσης τελεσιδικίας από τον Δασάρχη, το μόνο το οποίο προκύπτει είναι, όπως προαναφέρθηκε, ότι ουδόλως εμποδίζεται από τη διάταξη ο Δασάρχης να εκδώσει αυτήν. Δεν γίνεται, όμως στο εν λόγω άρθρο ειδικότερη αναφορά για το ποιος εκδίδει τη σχετική βεβαίωση, μετά την ολοκλήρωση των οριζόμενων στις διατάξεις αυτές διαδικασιών, ότι, δηλαδή, η αμφισβήτηση ως προς τον δασικό ή μη χαρακτήρα έκτασης έχει επιλυθεί τελεσιδίκως. Επίσης, στα ... και ... έγγραφα του Υπουργείου Γεωργίας και του Διευθυντού Δασών του Νομού Λακωνίας, αντίστοιχα, όπως το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων εκτίθεται και γίνεται δεκτό στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, στο μεν πρώτο τούτων αναφέρεται ότι ".....αν έχει δοθεί άλλη βεβαίωση στο παρελθόν (δηλ. πράξης χαρακτηρισμού, όπως στην προκειμένη περίπτωση έγινε με την ... βεβαίωση του Δασάρχη...), θα πρέπει να δημοσιευθεί προκειμένου να αποκτήσει έννομες συνέπειες έναντι παντός και αφού τελεσιδικήσει να δοθεί στον ενδιαφερόμενο βεβαίωση τελεσιδικίας του χαρακτηρισμού", χωρίς, όμως, να προσδιορίζεται από ποιον "θα δοθεί" τον εν λόγω πιστοποιητικό. Ομοίως με το δεύτερο των εγγράφων αυτών παρακαλείται ο αναιρεσείων να βεβαιώσει "....επί του υποβαλλομένου αιτήματος ό,τι το έγγραφο σας αριθμ. ... επιβάλλει....", όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να διευκρινίζεται τι επιβάλλει το πιο πάνω έγγραφο και χωρίς αναφέρεται ρητώς η υποχρέωση του κατηγορουμένου να δοθεί στον ενδιαφερόμενο βεβαίωση τελεσιδικίας του χαρακτηρισμού (ενόψει μάλιστα και του μεταγενέστερου αναγνωσθέντος (μνημονευόμενου στα πρακτικά της δίκης με αριθμό 65) ... εγγράφου της αυτής Διεύθυνσης Δασών Ν.Λακωνίας, όπου ρητώς αναφέρεται ότι δεν χορηγεί βεβαίωση τελεσιδικίας ο Δασάρχης, αλλά, κατά περίπτωση, η Α/θμια ή Β/θμια Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων). Τέλος δεν αιτιολογείται η παραδοχή της απόφασης ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ήταν ο "μόνος αρμόδιος" για να εκδώσει την πιο πάνω βεβαίωση τελεσιδικίας και όχι η Α/θμια ή Β/θμια Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, που είχαν επιληφθεί της υποθέσεως, ή και γιατί δεν επαρκούσε το με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Πελοποννήσου -Διεύθυνσης Δασών Ν. Λακωνίας στο οποίο, διαλαμβάνονται, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης, τα εξής: " Το έγγραφο του Δασαρχείου ...αριθμ. ..., έπειτα από την έκδοση της τελεσίδικης και αμετάκλητης υπ'αριθμ. ... απόφασης της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. Λακωνίας που αφορά την έκταση των 11.418,19 τ.μ. στη θέση ..., έχει καταστεί οριστικό και αμετάκλητο καθόσον αναφέρεται στο χαρακτήρα της ανωτέρω έκτασης...", εφόσον βεβαίως το Δικαστήριο δέχεται ότι ο εγκαλών ζητούσε από τον Δασάρχη βεβαίωση με αυτό το περιεχόμενο και όχι (νέα) πράξη χαρακτηρισμού που εκδίδεται μόνο από τον αρμόδιο Δασάρχη, αλλά με τις προϋποθέσεις του άρθρου 14 του ν. 998/79, η οποία (βεβαίωση) στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν θα ήταν σύννομη, για τους λόγους που ήδη έχουν αναπτυχθεί. Με τα δεδομένα αυτά, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβάσεως της διατάξεως του άρθρου 259 του Π.Κ, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 14 του ν.998/79, που καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο του δικαστηρίου για την ορθή εφαρμογή του νόμου, μόνο, όμως, λόγω των πιο πάνω ασαφειών και αντιφάσεων, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. IV. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1070/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου . Και. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ) υπαλλήλου (Δασάρχη). Ένσταση δεδικασμένου. Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει σχετική ένσταση. Λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για έλλειψη αιτιολογίας. Δάση. Με το άρθρο 14 του Ν. 998/1979 θεσπίζεται διαδικασία για το χαρακτηρισμό της έκτασης ως δασικής ή μη προς το σκοπό της επίλυσης του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό για τις διοικητικές αρχές και τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες. Η απόφαση που εκδίδεται επί αντιρρήσεων κατά της απόφασης του Δασάρχη ή της πρωτοβάθμιας Επιτροπής είναι αμετάκλητη. Έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης ως προς την παραδοχή της ότι ο Δασάρχης ήταν αποκλειστικά αρμόδιος να εκδώσει βεβαίωση τελεσιδικίας ως προς τον χαρακτηρισμό της εκτάσεως ως δασικής ή μη, μετά την τήρηση της πιο πάνω διαδικασίας. Ασάφειες ως προς τι ακριβώς δέχεται η απόφαση ότι ζητούσε ο εγκαλών να βεβαιωθεί στην αίτηση. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δεδικασμένο, Παράβαση καθήκοντος.
0
Αριθμός 1031/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, κατοίκου..., και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ... ο οποίος δεν παρέστη στο Συμβούλιο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1520/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 101/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό και ημερομηνία 48/29-1-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1,3 και 528 ΚΠΔ, την από 12/12/2008 αίτηση του Χ1 κατοίκου ... και νυν κρατούμενου Φυλακών ... με την οποία αυτός ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 1520/2003 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή 100.000 € για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και σε φυλάκιση 4 μηνών και χρηματική ποινή 8.000 € για χρήση ναρκωτικών ουσιών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στη κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει, από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικάσαν δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ'αντιθέτως απορρίφθηκαν και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1513/07 ΠΧ ΝΗ - 438, ΑΠ 680/07 ΠΧ ΝΗ -219). Στην κρινόμενη υπόθεση, η παραπάνω με αριθμό 1520/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αμετάκλητη, δεδομένου ότι με την με αριθμό 669/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης από τον αιτούντα. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, Χ1, καταδικάσθηκε για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις που συνίστανται στο ότι: Α) Από τον Ιανουάριο του 1997 μέχρι τις 30-5-1998 στην ... και στην ... με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, προέβη στην αγορά ναρκωτικών ουσιών και, συγκεκριμένα 1) στην ... από τις αρχές Ιανουαρίου 1997 μέχρι τα μέσα Μαΐου του 1998 αγόρασε διαδοχικώς, μη διακριβωθείσες ποσότητες ηρωΐνης, οπωσδήποτε όμως 150 γραμμάριο, από κάποιον ονόματι ..., αγνώστων λοιπών στοιχείων, αντί μη διακριβωθέντος ποσού και 2) Στις 30-5-1998, στην ... αγόρασε από άγνωστο τρία κιλά και 440 γραμμάρια ηρωΐνης, αντί μη αποκαλυφθέντος τιμήματος. Β) Οι Χ1 και ... στην ... στις 30-5-1998, από κοινού κατείχαν ναρκωτικές ουσίες και, συγκεκριμένα, εντός της επί της οδού ... οικίας του δευτέρου κατείχαν τρία κιλά και 440 γραμμάρια ηρωΐνη, συσκευασμένη σε πέντε δέματα. Τις παραπάνω πράξεις ο Χ1 ετέλεσε κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή διέπραξε αυτές κατ'επανάληψη και έχοντας διαμορφώσει σχετική υποδομή, καθόσον διέθετε ζυγό ακριβείας μάρκας KERM και διάφορες κρυψώνες, όπως την ανωτέρω οικία, άλλη επί της οδού ... καθώς και άλλες μη διακριβωθείσες. Αποσκοπούσε δε στον πορισμό εισοδήματος, έχοντας ροπή επανειλημμένης τελέσεώς τους. Γ) Στην ... από τα μέσα του 1994 μέχρι τις 30-5-1998 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ηρωΐνης. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ένορκα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και στην απολογία του κατηγορουμένου. Ως νέο γεγονός και απόδειξη για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αίτησής του ο Χ1 επικαλείται την από... βεβαίωση του ΚΕΘΕΑ, την από ... ιατροδικαστική έκθεση και την από 21/3/2005 έγκληση που υπέβαλε σε βάρος του ... Πρωτοδίκη Ανακριτή και των ... και ... αστυνομικών οι οποίοι όταν συνελήφθη και επελήφθησαν της κυρίας ανάκρισης και προανάκρισης αντίστοιχα δεν μερίμνησαν να ζητήσουν τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης για την διαπίστωση του αν αυτός ήταν τοξικομανής. Περαιτέρω επικαλείται την με αριθμό 1520/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και την με αριθμό 669/2005 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Αυτά τα έγγραφα όμως προδήλως δεν συνιστούν νέα γεγονότα, τα οποία αν γνώριζαν οι εκδώσαντες την προαναφερθείσα απόφαση δικαστές θα αναγνώριζαν το περί τοξικομανίας ισχυρισμό του αιτούντος. Άλλωστε το αίτημα για την αναγνώριση του ισχυρισμού αυτού υπεβλήθη και απορρίφθηκε με πλήρη αιτιολογία. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω εκτεθέντων πρέπει η υπό κρίση αίτηση επανάληψης της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί η από 12/12/2008 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 1520/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. ΙΙ. Να επιβληθούν σε βάρος του ανωτέρω αιτούντος τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 21 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και στην από 20 Φεβρουαρίου 2009 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, του ως άνω αιτούντος, με την οποία αυτός δήλωσε ότι παραιτείται της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 475 § 1 ΚΠΔ "κάθε διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει. Η παραίτηση δηλώνεται σύμφωνα με το άρθρο 474 § 1' μπορεί να γίνει ακόμα και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης..." και κατ' άρθρον 476 § 1 ιδίου Κώδικος "όταν", εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό "έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο....το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο....". Περαιτέρω η κατά το άρθρο 525 ΚΠΔ αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, η οποία επερατώθη με αμετάκλητη απόφαση, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, η οποία επιδιώκει με την συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου, την ακύρωση της προσβαλλομένης με αυτή αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως. Παρά ταύτα είναι επιτρεπτή, εφ' όσον δεν είναι ασυμβίβαστο προς την αίτηση αυτή και δια την ταυτότητα του νομικού λόγου, η εφαρμογή των άνω διατάξεων (των άρθρων 475, 476 ΚΠΔ), όταν αυτή έχει υποβληθεί υπό του καταδικασθέντος, οπότε η επανάληψη διεξάγεται προς το συμφέρον του. Συνεπώς ο τελευταίος αυτός, ο οποίος υπέβαλε τοιαύτη αίτηση, επαναλήψεως της διαδικασίας, μπορεί να παραιτηθεί από αυτήν. Έτι περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 527 § 3 ΚΠΔ που ορίζει ότι "η αίτηση....υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση ....συνδυαζομένη προς τις αναλογικώς εφαρμοζόμενες διατάξεις των άνω άρθρων 475 § 1, 474 § 1 και 476 § 1 ΚΠΔ, συνάγεται ότι και η άσκηση της αιτήσεως περί επαναλήψεως της δι' αμετακλήτου αποφάσεως περατωθείσης ποινικής διαδικασίας και η από ταύτης επιτρεπομένη υπό του αιτούντος παραίτηση, γίνεται δια της υποβολής του σχετικού δι' εκάστην δικογράφου, μη απαιτουμένης εγχειρίσεως τούτου εις τους κατά τ' άνω αρμοδίους κατά περίπτωση εισαγγελείς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο Χ1 με την κρινομένη από 12/12/2008 αίτησή του, υποβληθείσα προς τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας, που επερατώθη με την υπ' αριθμ. 1520/2003 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν είχε καταδικασθεί σε ποινή ισοβίου καθείρξεως και χρηματική ποινή 100.000 €, για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, κατ' επάγγελμα και συνήθεια και αφού απερρίφθη η κατ' αυτής αναίρεση του αιτούντος, δια της υπ' αριθμ. 669/2005 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Ο αιτών, όμως, με δήλωσή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την οποίαν υπέβαλε (και δεν ενεχείρισε) δια του Διευθυντού της Δ.Φ.Κ. με την από 20/2/2009 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 εδήλωσεν ότι παραιτείται της κρινομένης ως άνω αιτήσεώς του περί επαναλήψεως, συζητουμένης κατά την εις την αρχή της παρούσης αναφερομένην δικάσιμο της 6/3/2009, δια την οποίαν και δια της υπ' αριθμ. 101/10-2-2009 κλήσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου εκλήθη ούτος, αιτών, για να παραστεί, όπως προκύπτει από το από .... αποδεικτικό επιδόσεως του Γραμματέως της Δ.Φ.Κ. ... Ενόψει αυτών, δέον, όπως, δεκτής γενομένης της νομοτύπου ως άνω παραιτήσεως από της κρινομένης αιτήσεως, αυτή απορριφθεί ως απαράδεκτος ερήμην του αιτούντος, νομίμως κλητευθέντος, κατά τ' άνω, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 § 1, 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12/12/2008 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας, που επερατώθη με την υπ' αριθμ. 1520/2003 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραίτηση από αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας. Κατ' άρθρα 475 παρ. 1, 474, 476 παρ. 1 ΚΠΔ είναι επιτρεπτή. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου η εφαρμογή των και στην αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, όταν έχει υποβληθεί υπό του καταδικασθέντος, οπότε η επανάληψη διεξάγεται προς το συμφέρον του. Η αίτηση υποβάλλεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου άρθρο 527 ΚΠΔ και δεν εγχειρίζεται. Το αυτό και η παραίτηση. Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως.
Παραίτηση
Παραίτηση, Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 1030/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο- Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπακωνσταντόπουλο και 2. Χ2 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλαβάνο-Τσαπαλίρα, περί αναιρέσεως της 3171/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Ιανουαρίου 2009 και 9 Ιανουαρίου 2009 αιτήσεις τους αντίστοιχα, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 140/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.α- Κατά το άρθρο μόνο παρ.3 του Ν. 2243/1994, στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, οι προβλεπόμενες στο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου προθεσμίες που υπερβαίνουν τις πέντε ημέρες, συντέμνονται στο ήμισυ. Το κλάσμα που τυχόν προκύπτει συμπληρώνεται ως την επόμενη ακέραιη μονάδα. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι επί αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, η προς τούτο χορηγούμενη από το άρθρο 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ προθεσμία των δέκα ημερών, για αναίρεση από εκείνον που καταδικάστηκε, συντέμνεται στο ήμισυ, δηλαδή σε πέντε ημέρες και αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, η κατά τα άνω σύντμηση της προθεσμίας στο ήμισυ εφαρμόζεται επί πράξεων τελουμένων δια του τύπου όταν αυτές διώκονται αυτοτελώς. 'Όταν, όμως, η δια του τύπου τελούμενη παράβαση συρρέει με άλλη αξιόποινη πράξη ή συρρέει ως μερικότερη πράξη εξακολουθούντος εγκλήματος που δεν υπάγεται στις περί τύπου διατάξεις, και τα οποία εγκλήματα συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε κοινή για όλα καταδικαστική απόφαση, τότε ως προς την προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής κατισχύει η γενική ρύθμιση του άρθρου 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ. Αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή για καθένα από τα συρρέοντα εγκλήματα η προθεσμία αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως λαμβάνεται υπόψη αυτοτελώς, θα κατέληγε σε άτοπα και θα οδηγούσε σε φαλκίδευση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου ο οποίος είτε θα έπρεπε να ασκήσει αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως τηρώντας τη νόμιμη προθεσμία για καθένα από τα εγκλήματα που συνεκδικάσθηκαν, είτε για τα συρρέοντα και μη υπαγόμενα στις περί τύπου διατάξεις εγκλήματα θα έπρεπε να υποχρεωθεί να ασκήσει την αίτηση αναιρέσεως εντός της βραχύτερης προθεσμίας των πέντε ημερών. β.-Στην προκείμενη περίπτωση με την από 12-1-2009 αίτηση της Χ1 επιδιώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 3171/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την άνω απόφαση καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα για συκοφαντική δυσφημήση κατ' εξακολούθηση με χρόνο και τόπο τέλεσης των μερικότερων πράξεων την 6-3-2005 στην Αθήνα και την 2-4-2005 στα .... Για την τελευταία πράξη το δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα διέπραξε αυτή δια του τύπου, ως μέσου τέλεσης αυτής. Η ως άνω απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικων αποφάσεων στις 2 Ιανουαρίου 2009, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπηρεσιακή βεβαίωση του Γραμματέα του άνω Δικαστηρίου. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση που κοινοποιήθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 12 Ιανουαρίου 2009 δηλαδή εντός της κατά το άρθρο 473 παρ.1 Κ.Π.Δ δεκαήμερης προθεσμίας και επομένως, κατά τα προεκτεθέντα, είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή και κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για την μερικότερη πράξη της συκοφαντικής δυσμημήσεως η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε δια του τύπου. γ.- Με την άνω αίτηση πρέπει να συνεκδικασθεί και η νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα από 9-1-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ2 ο οποίος επίσης καταδικάσθηκε με την άνω απόφαση ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου σ' αυτές εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλον, ''γεγονότος'' που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του και είναι ψευδές, ο δε υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Στην έννοια του ''γεγονότος'' εντάσσεται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, εμπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, η οποία προσάπτεται σε ορισμένο πρόσωπο, με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής ή της υπόληψής του. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένων περιστατικών στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, η ύπαρξη δηλαδή άμεσου δόλου, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που την δικαιολογούν. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3171/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες για συκοφαντική δυσφήμηση κατ'εξακολούθηση και επιβλήθηκε στην μεν πρώτη Χ1 ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών στον δε δεύτερο Χ2 ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, η οποία και για τους δύο ανεστάλη επί τριετία. Το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, με μνεία των κατ' ειδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων και κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ... Η δεύτερη κατηγορούµενη Χ1 είναι πρόεδρος του παγκρητίου συλλόγου προστασίας ζώων "..." που διατηρεί κυνοκοµείο φιλοξενίας αδέσποτων σκύλων στα ... και ο οποίος σύλλογος συνεργάζεται µε τον συνώνυµο σύλλογο προστασίας ζώων "..." που εδρεύει στη Γερµανία και η εγκαλούσα Ψ1 είναι πρόεδρος του σωµατείου µε την επωνυµία "Συνοµοσπονδία Ζωοφιλικών Σωµατείων Ελλάδος". Η εγκαλούσα, στα πλαίσια της δραστηριότητας της ως προέδρου της ως άνω φιλοζωϊκής συνοµοσπονδίας, είχε γίνει αποδέκτρια καταγγελιών για αθρόα εξαγωγή ζώων συντροφίας από την Ελλάδα σε ξένες χώρες, χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του Ν. 3176/2003 και της ΥΑ 280239/2003, µε σκοπό να χρησιµοποιηθούν ως πειραµατόζωα ή για την παρασκευή καλλυντικών ή στο εµπόριο γούνας. Έτσι, στα πλαίσια καταγγελίας που είχε για παράνοµη εξαγωγή σκύλων από την Ελλάδα, στις 27-2-2005, τις πρωινές ώρες, η εγκαλούσα µαζί µε τον εξετασθέντα στο ακροατήριο µάρτυρα ... και τη δικηγόρο της Αγάθη Λεκάκου, µετέβησαν στο λιµάνι του Πειραιά, όπου, σύµφωνα µε πληροφορίες της, θα κατέπλεε από τα ... το πλοίο "...", µε το οποίο µεταφερόταν φορτηγό αυτοκίνητο µε 58 σκύλους, που θα εξάγονταν από το σωµατείο "..." στη Γερµανία, µε παραλήπτη το ως άνω φιλοζωϊκό σωµατείο "...", χωρίς την τήρηση των νοµίµων διατυπώσεων. Πράγµατι εντοπίστηκε το συγκεκριµένο φορτηγό και συνελήφθησαν από τη λιµενική αρχή που είχε ειδοποιηθεί από την εγκαλούσα τρεις Γερµανοί υπήκοοι που συνόδευαν τα ζώα, τα οποία οδηγήθηκαν σε πανσιόν µικρών ζώων, ενώ κατασχέθηκαν από την λιµενική αρχή τα συνοδευτικά έγγραφα αυτών, επειδή η µεταφορά των ζώων ήταν παράνοµη, αφού αυτά δεν διέθεταν την απαραίτητη σήµανση (µικροτσίπ) και καταγραφή, καθώς και τα απαραίτητα νοµιµοποιητικά έγγραφα. Μετά απ' αυτά, η δεύτερη κατηγορουµένη, στην προσπάθεια της να διασκεδάσει κάθε εναντίον της κατηγορία για παράνοµη αποστολή ζώων στη Γερµανία, εξαπέλυσε έναν αγώνα µείωσης της υπόληψης της εγκαλούσας, ισχυριζόµενη εν γνώσει της γι' αυτήν ψευδή γεγονότα, ικανά να βλάψουν την τιµή και την υπόληψη της και να µειώσουν το κύρος της ως προέδρου της ως άνω φιλοζωϊκής συνοµοσπονδίας σωµατείων, αφού την εµφάνιζε να παρανοµεί και να ,κερδοσκοπεί εκµεταλλευόµενη τα αδέσποτα ζώα. Ειδικότερα, η δεύτερη κατηγορούµενη, στις 6-3-2005 εµφανίσθηκε σε σχετικό ρεπορτάζ στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθµού "MEGA" και εν γνώσει της δήλωσε και ισχυρίστηκε ψευδώς ενώπιον του τηλεοπτικού κοινού του ως άνω σταθµού ότι η εγκαλούσα πωλεί 3.000 αδέσποτους σκύλους σε ινστιτούτα για πειραµατόζωα. Επίσης, η δεύτερη κατηγορουµένη, στις 2-4-2005, ως πρόεδρος του ως άνω σωµατείου, εξέδωσε δελτίο τύπου, στο οποίο αναφερόµενη στο ως άνω περιστατικό της καταγγελίας της εγκαλούσας και της ένεκα αυτής αποτροπής της εκ µέρους της ίδιας αποστολής ζώων στη Γερµανία, χαρακτήριζε την εγκαλούσα "ζωόφιλη" που υποστηρίζεται από οµάδα "προστατών ζώων" και "ευλογείταιι" από υπαλλήλους του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και της τοπικής αυτοδιοίκησης, µε τη βοήθεια των οποίων έχει εξαπολύσει λυσσαλέο πόλεµο εναντίον της ίδιας, διαδίδοντας ότι αυτή έχει προβεί σε κλοπή των ζώων, τροµοκρατώντας και απειλώντας σε κάθε κατεύθυνση και επιχειρώντας ακόµη και να της αποσπάσουν τα ζώα µε τρόπο παράνοµο και καταχρηστικό, ενώ όλοι µαζί οι ανωτέρω εξυπηρετούν εκούσια ή ακούσια το "κύκλωµα" εκµετάλλευσης και εµπορευµατοποίησης των αδέσποτων. Οι χαρακτηρισµοί στο ως άνω δελτίο τύπου από µέρους της δεύτερης κατηγορούµενης για "κακόβουλη καταγγελία", για "ζωόφιλη" εντός εισαγωγικών, για "προστάτες ζώων" εντός εισαγωγικών και για εκούσια ή ακούσια εξυπηρέτηση του κυκλώµατος εκµετάλλευσης και εµπορευµατοποίησης αδέσποτων ζώων, αποτελούν κρίσεις και χαρακτηρισµούς της δεύτερης κατηγορούµενης που µειώνουν την τιµή και την υπόληψη της εγκαλούσας και όχι δυσφηµιστικά γεγονότα και ως εκ τούτου κατ' ορθότερο χαρακτηρισµό της πράξεως της δεύτερης κατηγορουµένης που αναφέρεται στις ως άνω κρίσεις και χαρακτηρισµούς της, αυτή τέλεσε το πληµµέληµα της εξυβρίσεως σε βάρος εγκαλούσας, ως προς το οποίο πρέπει να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον της κατ' εφαρµογή του άρθρου 31 παρ. 1 του Ν. 3346/2005 ,αφού η πράξη αυτή κατά της οποίας ο νόµος απειλή φυλάκιση µέχρι ένα έτος ή χρηµατική ποινή τελέστηκε πριν από τη δηµοσίευση του Ν. 3346/2005 και συγκεκριµένα στις 2-4-2005 και έχει παραγραφεί το αξιόποινό της. Αντίθετα, οι ως άνω ισχυρισµοί της δεύτερης κατηγορουµένης τόσο στο δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού καναλιού "MEGA" ότι η ,εγκαλούσα πωλεί 3.000 αδέσποτους σκύλους σε ινστιτούτα για πειραµατόζωα, όσο και και στο ως άνω δελτίο τύπου που εξέδωσε , ότι η εγκαλούσα µε τους συνεργάτες της έχει εξαπολύσει λυσσαλέο πόλεµο εναντίον της ίδιας, διαδίδοντας ότι αυτή έχει προβεί σε κλοπή των ζώων, τροµοκρατώντας και απειλώντας σε κάθε κατεύθυνση και επιχειρώντας ακόµη και να της αποσπάσουν τα ζώα µε τρόπο παράνοµο και καταχρηστικό αποτελούν ισχυρισµούς για γεγονότα που µπορούν να µειώσουν την τιµή και την υπόληψη της εγκαλούσας και ποu είναι ψευδή, καθόσον η εγκαλούσα δεν ισχυρίστηκε ούτε διέδωσε ποτέ ότι η δεύτερη κατηγορουµένη είχε προβεί σε κλοπή των ζώων, ούτε επεδίωξε να τα αποσπάσει από την κυριότητα της, αλλά, υπό την ως άνω ιδιότητα της και λόγω των πληροφοριών που είχαν περιέλθει σ' αυτήν, ενδιαφέρθηκε για τον έλεγχο της νοµιµότητας της µεταφοράς τους από την Ελλάδα στη Γερµανία και η εγκαλούσα δεν εξυπηρετούσε µε οποιοδήποτε τρόπο την εµπορευµατοποίηση των ζώων, ούτε είχε αναπτύξει έκνοµες δραστηριότητες, ούτε διευκολυνόταν στις έκνοµες δραστηριότητές της από "προστάτες" ζώων, ούτε καλυπτόταν από υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργικής Ανάπτυξης. Μάλιστα η δεύτερη κατηγορουµένη γνώριζε την αναλήθεια και το ψεύδος των ως άνω γεγονότων που ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για την εγκαλούσα και τα ισχυρίστηκε εν γνώσει τελώντας της αναλήθειάς τους µε σκοπό να βλάψει την τιµή και την υπόληψη της εγκαλούσας, εµφανίζοντάς την ότι, παρά την ως άνω ιδιότητά της, της προέδρου φιλοζωϊκής συνοµοσπονδίας σωµατείων, µόνον φαινοµενικά και όχι ουσιαστικά είναι ζωόφιλη και τούτο, προκειµένου να αποδυναµώσει την καταγγελία στην οποία είχε προβεί εκείνη εις βάρος της ίδιας για την παράνοµη αποστολή των ζώων στην Γερµανία. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ο πρώτος κατηγορούµενος Χ2 ως ιδιοκτήτης της διαδικτυακής διεύθυνσης ....com (βλ. την αναγνωσθείσα σχετική ιστοσελίδα που βρίσκεται σε φωτοαντίγραφο στην δικογραφία που τον αναφέρει ως· ιδιοκτήτη της ως άνω διαδικτυακής διεύθυνσης -site-), στην οποία είναι αναρτηµένη η ξενόγλωσση ιστοσελίδα του σωµατείου "...", το οποίο συνεργάζεται µε το σωµατείο "...", του οποίου πρόεδρος είναι η δεύτερη κατηγορουµένη, ανέβασε και καταχώρισε στην ιστοσελίδα αυτή και στην ως άνω διαδΙκτυακή διεύθυνση σειρά δυσφηµιστικών για την εγκαλούσα κειµένων µε αφορµή το ως άνω επεισόδιο της 27-2-2005 στο λιµάνι του Πειραιά και την αποτροπή της εξαγωγής των 58 σκύλων στη Γερµανία που θα παραλάµβανε το ως άνω σωµατείο "...". Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούµενος, στις 2-3-2005 ανέβασε και καταχώρησε στην ως άνω ιστοσελίδα και στην. ως άνω διαδικτυακή διεύθυνση, κείµενο µε τίτλο "Τακτικές της Άγριας Δύσης σταµάτησαν την "Πυροµέιν"", στο οποίο ισχυρίστηκε για την εγκαλούσα ότι είναι γνωστή για τις εθνικιστικές και εξτρεµιστικές ακροδεξιές της αντιλήψεις, ότι αυτή έχει ξεπεράσει τη δηµόσια εξουσία και ότι είχε προβεί στην υπεξαγωγή των εγγράφων που συνόδευαν τους µεταφερόµενους σκύλους της δεύτερης κατηγορουµένης. Επίσης, στις 2-3-2005, στην ίδια ως άνω ιστοσελίδα ανέβασε και καταχώρισε επιστολή της ..., η οποία συνόδευε µαζύ µε άλλους δύο Γερµανούς υπηκόους τα µεταφερόµενα ζώα και είχε συλληφθεί στο λιµάνι του Πειραιά για παράνοµη µεταφορά ζώων συντροφίας, µε την οποία ισχυριζόταν ότι τα συνοδευτικά έγγραφα των σκύλων είχαν υπεξαχθεί από την εγκαλούσα, πράγµα που γνώριζε δήθεν από ιδία αντίληψη και ότι αυτή το ανέφερε στον αξιωµατικό της λιµενικής αστυνοµίας παρουσία της εγκαλούσας, η οποία όµως το αρνήθηκε και ζήτησε να ψάξει τη τσάντα της, πράγµα όµως που αυτή αρνήθηκε να πράξει. Το περιεχόµενο της επιστολής αυτής' που ανέβασε και καταχώρισε στην ως άνω ιστοσελίδα, ο πρώτος κατηγορούµενος το υιοθέτησε και το διέδωσε στους επισκέπτες της ιστοσελίδας και της ως άνω διαδικτυακής διεύθυνσης, προσθέτοντας επιπλέον και καταχωρώντας στην ως άνω ιστοσελίδα και. τον ισχυρισµό ότι η λίστα των κατηγοριών και των µοµφών κατά των αντιπάλων της ζωοφιλίας, της εγκαλούσας και της δικηγόρου της Άννας Λεκκάκου, γίνεται όλο και µακρύτερη και ότι τα έγγραφα της µεταφοράς των ζώων κλάπηκαν από την εγκαλούσα µπροστά στα µάτια των οδηγών. Τέλος, ο πρώτος κατηγορούµενος, στις 15-3-2005, ανέβασε και καταχώρισε στην ίδια ως άνω ιστοσελίδα ανυπόγραφο κείµενο (άρθρο) µε τον τίτλο "Το τέλος της ζωοφιλίας στην Ελλάδα;", καθώς και κείµενο µε τον υπότιτλο "Άθλιες Προοπτικές", µε τα οποία ισχυρίσθηκε ότι η εγκαλούσα και οι συνεργάτες της κινούν τα νήµατα στο παρασκήνιο, όπως επιθυµούν, οι δε Αρχές πιστεύουν ακόµη αυτούς περισσότερο από "εµάς τους αλλοδαπούς" και ότι η εγκαλούσα τους έχει επιλέξει ως τον "εχθρό" στον αγώνα εξουσίας της, αποβλέποντας σε ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και εθνικές επιχορηγήσεις από την τουριστική ζωοφιλική βιοµηχανία και όλα αυτά καταλήγουν στα χρήµατα τα οποία η εγκαλούσα αντίπαλός τους θέλει να πάρει στα χέρια της από τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και την τουριστική ζωοφιλική βιοµηχανία. Ο χαρακτηρισµός του πρώτου κατηγορουµένου για την εγκαλούσα ότι είναι γνωστή για τις εθνικιστικές και εξτρεµlστικές ακροδεξιές της αντιλήψεις, αποτελεί κρίση και χαρακτηρισµό που µειώνει την τιµή και την υπόληψη της εγκαλούσας και όχι δυσφηµιστικό γεγονός και ως εκ τούτου κατ' ορθότερο χαρακτηρισµό της πράξεως του πρώτου κατηγορουµένου που αναφέρεται στην ως άνω κρίση και χαρακτηρισµό του, αυτός τέλεσε το πληµµέληµα της εξυβρίσεως σε βάρος της εγκαλούσας, ως προς το οποίο πρέπει να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του, κατ' εφαρµογή του άρθρου 31 παρ. 1 του Ν. 3346/2005, αφού η πράξη αυτή κατά της οποίας ο νόµος απειλή φυλάκιση µέχρι ένα έτος ή χρηµατική ποινή τελέστηκε πριν από τη δηµοσίευση του Ν. 3346/2005 και συγκεκριµένα στις 2-3-2005 και έχει παραγραφεί το αξιόποινό της. Αντίθετα, οι υπόλοιποι ως άνω ισχυρισµοί του πρώτου κατηγορουµένου, αναφέρονται σε γεγονότα που ισχυρίστηκε και διέδωσε ο πρώτος κατηγορούµενος µέσω της ως άνω ιστοσελίδας ενώπιον απροσδιόριστου αριθµού επισκεπτών της τα οποία ήταν ψευδή, καθόσον όλα τα έγγραφα συνόδευαν τα ζώα, τα οποία ήταν ελλιπή και καθιστούσαν τη µεταφορά τους παράνοµη, κατασχέθηκαν από τα αρµόδια προανακριτικά όργανα της λιµενικής αστυνοµίας, η δε εγκαλούσα δεν προέβη στην κλοπή κανενός εγγράφου, αλλά απλώς κατήγγειλε το γεγονός της παράνοµης µεταφοράς των ζώων από φιλοζωϊκά αισθήµατα και µόνο, χωρίς να προσδοκά κανένα κέρδος, αφού δεν λαµβάνει επιχορηγήσεις. ή ευρωπαϊκές επιδοτήσεις για τη φιλοζωϊκή δραστηριότητα της, τα ως άνω δε ψευδή γεγονότα ήταν ικανά να βλάψουν την τιµή και την υπόληψη της εγκαλούσας, αφού αυτή εµφανιζόταν ότι έκλεψε τα έγγραφα για να ενοχοποιήσει τους µεταφέροντες τα ζώα συντροφίας και ότι είχε ως µοναδικό κίνητρο την αποκοµιδή οικονομικού οφέλους από την εκµετάλλευση αδέσποτων ζώων και ο πρώτος κατηγορούµενος γνώριζε την αναλήθεια των προαναφεροµένων ψευδών γεγονότων και ισχυρίστηκε και διέδωσε αυτά µε σκοπό να βλάψει την τιµή και την υπόληψη της εγκαλούσας, να µειώσει το κύρος της, να την εµφανίσει ως αναξιόπιστη, να υποσκάψει τη φιλοζωϊκή δραστηριότητα της, να αποδυναµώσει την κατηγορία σε βάρος της δεύτερης κατηγορουµένης και συνεργάτιδας του και να επιτευχθεί έτσι η εξαγωγή των ζώων συντροφίας στη Γερµανία και η απ' αυτόν παραλαβή τους. Ο ισχυρισµός του πρώτου κατηγορουµένου ότι η συκοφαντική δυσφήµηση για την οποία κατηγορείται έγινε διά του τύπου είναι αβάσιµος. Τούτο διότι για να θεωρείται ότι η δυσφήµηση έγινε διά του τύπου πρέπει να έχει γίνει µε δηµοσίευση εντύπου και ως τέτοιο δεν θεωρείται το διαδίκτυο (ίντερνετ) ή η τηλεόραση. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 παρ.1 και 2 του Α.Ν. 1098/1938 "περί Τύπου", οι οποίες επανήλθαν σε ισχύ µε το άρθρο 2 του Ν. 10/1975 και οι οποίες δεν καταργήθηκαν από την παρ. 1 του άρθρου µόνου του Ν. 2243/1994, γιατί αυτές δεν. εµπίπτουν στην έννοια της ουσιαστικής ποινικής δικονοµικής διατάξεως αλλ' απλώς και µόνον προσδιορίζουν την έννοιά του τύπου, του εντύπου, του δηµοσιεύµατος και της δηµοσιεύσεως, ορίζουν ότι "Τύπος και έντυπον, επί των οποίων εφαρµόζονται οι διατάξεις του νόµου τούτο είναί πάν ότι εκ τυπσγραφίας ή οιουδήποτε άλλου µηχανικού ή χηµικού µέσου παράγεται εις όµοια αντίτυπα και χρησιµεύει εις πολλαπλασιασµόν ή διάδοση χειρογράφων, εικόνων, παραστάσεων, µετά ή άνευ σηµειώσεων ή µουσικών έργων µετά κειµένου ή επεξηγήσεων ή φωνογραφικών πλακών". "Ως δηµοσίευσις εντύπου θεωρείται η διανοµή, πώλησις, καθώς και η εις δηµόσιον µέρος ή εν δηµοσία συναθροίσει ή εις µέρος προσιτόν εις το κοινόν τοιχοκόλλησις ή έκθεσις παντός εντύπου". Και "Αδίκηµα του Τύπου υπάρχει όταν λάβει χώρα ή κατά την προηγούµενην παράγραφον δηµοσίευσις". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκληµάτων που τελούνται δια του Τύπου, δηλαδή των εγκληµάτων του κοινού δικαίου που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα ή από τους ειδικούς ποινικούς νόµους και τελούνται µε κατάχρηση του Τύπου ως µέσου για την εκδήλωσή τους (Ολ. ΑΠ. 759/198β), δεν αρκεί να συντρέχει το στοιχείο του εντύπου, όπως εννοιολογικώς προσδιορίζεται από το ως άνω άρθρο 1 του A.Ν 1092/1938, αλλά προσαπαιτείται και η δηµοσίευσή του, η οποία σύµφωνα µε 1 άρθρο 2 παρ.1 του ίδιου νόµου θεωρείται ότι υπάρχει όταν συντελεσθεί η διανοµή πώληση του εντύπου, καθώς και η τοιχοκόλληση ή έκθεση αυτού σε δηµόσιο µέρος ή σε δηµόσια συνάθροιση ή σε µέρος προσιτό στο κοινό. Κατά συνέπεια καταχώριση στο διαδίκτυο (ίντερνετ) κειµένου µε δυσφηµιστικά γεγονότα και ανακοίνωση από τηλεοράσεως δυσφηµιστικών γεγονότων, αφού το διαδίκτυο και τηλεόραση δεν αποτελούν τυπογραφία ούτε θεωρούνται µηχανικά µέσα πολλαπλασιασµού χειρογράφων και δεν θεωρούνται ως "τύπος" ή "έντυπο", δεν στοιχειοθετούν αδίκηµα τελούµενο διά του τύπου, όπως αβάσιµα ισχυρίζεται ο πρώτος κατηγορούµενος (βλ. ΑΠ. 345/2002 ΝοΒ 2002, 1522 και Ποιν.Λογ 2002,278 και ΑΠ. 136/2000 ΠοινΧρ 2000,412 και Ποιν.Δνη 2000, 494). Άλλωστε, ο ισχυρισµός του πρώτου κατηγορουµένου ότι η συκοφαντική δυσφήµηση που τέλεσε σε βάρος της εγκαλούσας ως διά του τύπου έχει υποπέσει στην δεκαοκτάµηνη παραγραφή είναι αβάσιµος και απορριπτέος και εκ του λόγου ότι επήλθε στις 7-8-2006 αναστολή της µη συµπληρωθείσας µέχρι τότε παραγραφής µε την νοµότυπη επίδοση στον πρώτο κατηγορούµενο του υπ' αριθµ. 31611/2006 κλητηρίου θεσπίσµατος και µέχρι σήµερα δεν έχει συµπληρωθεί ο χρόνος της αναστολής της παραγραφής και της παραγραφής του πληµµελήµατος που τέλεσε, ακόµη και αν θεωρηθεί ότι αυτό τελέστηκε διά του τύπου, πράγµα που όπως προαναφέρθηκε δεν συµβαίνει (βλ. στη . δικογραφία το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσµατος στον δεύτερο κατηγορούµενο και το υπ' αριθµ. πρωτ. 106479/6-10-2006 έγγραφο του Yπουργείου Δικαιοσύνης). Tέλος, το αίτηµα της δεύτερης κατηγορουµένης να αναβληθεί η υπόθεση η υπόθεση για να προσκοµισθούν οι κασέττες από τον τηλεοπτικό σταθµό "MEGA" πρέπει να απορριφθεί, αφού κατά την κρίση του Δικαστηρίου κρίνεται παρελκυστικό της εκδικάσεως της υποθέσεως, ενόψει του ότι η προσκόµιση των κασεττών από τον τηλεοπτικό σταθµό "MEGA" δεν θα συντελέσει στην ορθότερη και ασφαλέστερη διάγνωση της υποθέσεως. Εποµένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, πρέπει να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των κατηγορουµένων όσον αφορά τις προαναφερθείσες πράξεις τους που κατ' ορθότερο χαρακτηρισµό αποτελούν εξυβρίσεις και να κηρυχθούν οι κατηγορούµενοι για τις υπόλοιπες ως άνω πράξεις τους ένοχοι συκοφαντικής δυσφηµήσεως της εγκαλούσας κατ' εξακολούθηση, σύµφωνα µε το διατακτικό. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε από τα· αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ο πρώτος κατηγορούµενος µέχρι τότε που τέλεσε. την ως άνω αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφηµήσεως κατ' εξακολούθηση έζησε έντιµη ατοµική, οικογενειακή, επαγγελµατική και γενικά κοινωνική ζωή και η δεύτερη κατηγορουμένη µετά την ως άνω αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφηµήσεως κατ' εξακολούθηση συµπεριφέρθηκε καλά για σχετικά µεγάλο διάστηµα και γιαυτό στον πρώτο κατηγορούµενο πρέπει να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ. και να γίνει δεκτό ότι αυτός µέχρι της τελέσεως της ως άνω αξιόποινης πράξης που διέπραξε έζησε έντιµη ατοµική, οικογενειακή επαγγελµατική και γενικά κοινωνική ζωή και στην δεύτερη κατηγορούµενη πρέπει να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε του Π.Κ. και να γίνει δεκτό ότι αυτή συµπεριφέρθηκε καλά για σχετικά µεγάλο διάστηµα µετά την ως άνω αξιόποινη πράξη της...".- Με τις παραδοχές αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Και τούτο διότι δεν εκτίθενται στην απόφαση και μάλιστα με θετικό τρόπο συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε τη γνώση των κατηγορουμένων- αναιρεσειόντων για την αναλήθεια των γεγονότων στα οποία αφορά η συκοφαντική δυσφήμιση, δεδομένου ότι σε σχέση με το στοιχείο αυτό του άμεσου δόλου (γνώση) η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει στο σκεπτικό και το διατακτικό της, τόσον για την κατηγορουμένη Χ1 όσο και για τον κατηγορούμενο Χ2 απλώς ότι οι κατηγορούμενοι "γνώριζαν την αναλήθειά τους" και "τελούσανε εν γνώσει της αναλήθειας τους" χωρίς όμως η γνώση αυτή των κατηγορουμένων να είναι καθόλου αυτονόητη, αφού τα γεγονότα δεν συνδέονται αναπόσπαστα με αυτούς. Επομένως , ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως και των δύο αναιρεσειόντων με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως,. ΙΙΙ.- Με την παράγραφο 1 του άρθρου µόνου Ν. 2243/1994 ορίσθηκε ότι διατηρείται εν ισχύϊ η διάταξη του άρθρού 47 ΑΝ 1092/1938, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 4 § 2 Ν. 1738/1987. Το άρθρο 47 ΑΝ 1092/1938 μετά την κατά τα άνω αντικατάστασή του διαµορφώθηκε ως εξής: "τα αδικήµατα που πράττονται δια του τύπου παραγράφονται µετά 18 µήνες από την τέλεση της πράξης. Η προθεσµία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο σύµφωνα µε διάταξη νόµου δεν µπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη και για όσο χρονικό διάστηµα διαρκεί η κύρια διαδικασία ώσπου να γίνει αµετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος της αναστολής δεν µπορεί να υπερβεί τα δύο έτη". Η ειδική αυτή παραγραφή δια τα αδικήµατα του Τύπου κατισχύει της παραγραφής των άρθρων 111 και 113 Π.Κ. ( Ολ.ΑΠ 1364/1984 ). Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ.β', 370εδ.β'και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, η μερικότερη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης δια του τύπου για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα Χ1, φέρεται ότι τελέσθηκε στην ... στις 2-4-2005, έκτοτε δε και μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (6-3-2009) παρήλθε, υπολογιζομένου και του χρόνου αναστολής, χρονικό διάστημα πέραν σαράντα δύο (42) μηνών και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της άνω κατηγορουμένης για την άνω μερικότερη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, λόγω παραγραφής, κατά τα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ι.- Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3171/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΙΙ.- Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο άνω δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως ΙΙΙ._ Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης Χ1 για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης δια του τύπου, την οποία φέρεται ότι τέλεσε στα ... την 2α Απριλίου 2005.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική Δυσφήμιση κοινή και δια του τύπου. Η προθεσμία αναιρέσεως και για την μερικότερη πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε δια του τύπου δεν συντέμνεται και είναι εκείνη του άρθρου 473 του ΚΠΔ, η οποία ισχύει και για τις λοιπές πράξεις. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το στοιχείο της γνώσης. Παραγραφή μερικότερης πράξης συκοφαντικής δυσφήμισης που τελέστηκε δια του τύπου. Αναιρεί, παραπέμπει και Π.Ο.Π.Δ. για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης δια του τύπου.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Προθεσμία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.
0
Αριθμός 1029/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Πεπελάση, περί αναιρέσεως της 6585/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.11.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1991/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι κατηρτίσθη από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστου να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως. Η χρήση του εγγράφου από τον υπαίτιο της καταρτίσεως ή της νοθεύσεως θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς, όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτον και δώσει σ' αυτόν την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει γνώση πράγματι ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Περαιτέρω, από το άρθρο 217 παρ. 1, 2 ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση πλαστού ή η νόθευση πιστοποιητικού ή μαρτυρικού ή άλλου εγγράφου ή η χρήση τοιούτου (πλαστού ή νοθευμένου δηλαδή) εγγράφου ή η χρήση γνησίου πιστοποιητικού που έχει εκδοθεί για άλλον, και που μπορεί συνήθως να χρησιμεύσει, για να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ιδίου, που ενεργεί τα ανωτέρω, ή άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση ότι το πιστοποιητικό είναι πλαστό ή νοθευμένο ή ότι έχει εκδοθεί για άλλο πρόσωπο, ως προς τα οποία στοιχεία αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Επί πλέον απαιτείται με την έννοια της "υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως" στο σημείο αυτό και σκοπός διευκολύνσεως της αμέσου συντηρήσεως της κινήσεως ή της κοινωνικής προόδου του ιδίου ή άλλου. Δηλαδή, ο δράστης πρέπει να περιορίζει την ωφέλειά του στην διευκόλυνση της αμέσου συντηρήσεώς του κ.τ.λ., χωρίς να ενδιαφέρουν τα κίνητρα αυτού, ενώ δεν πρέπει να βλάπτεται ευθέως άλλος στις έννομες σχέσεις ή να υπάρχει και άλλος σκοπός, εκτός από τους ανωτέρω, διότι, άλλως, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 216 ΠΚ. Συνεπώς, εάν η πλαστογραφία γίνεται για άλλο σκοπό, εκτός του υπό του άρθρου 217 ΠΚ διαγραφομένου, τότε, και αν ακόμη χρησιμοποιούνται έγγραφα προβλεπόμενα υπό του άρθρου τούτου (μαρτυρικά και πιστοποιητικά), εφαρμογή έχει η γενική διάταξη του άρθρου 216 και όχι η εξαιρετική του άρθρου 217 ΠΚ. Το βασικό διακριτικό γνώρισμα μεταξύ πλαστογραφίας της βασικής διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ και της εξαιρετικής διατάξεως του άρθρου 217 ΠΚ συνίσταται εις το ότι, αφενός μεν στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα, κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. γ ΠΚ έγγραφα, αλλά εξ αυτών μόνο πιστοποιητικά, τα μαρτυρικά ή και κάθε άλλο έγγραφο, το οποίο δύναται συνήθως να χρησιμεύσει ως τοιούτον, και αφετέρου ως προς τον σκοπό για τον οποίο τελείται τούτο. Δηλαδή ο σκοπός, για τον οποίον τελείται η ως άνω αξιόποινη πράξη, πρέπει να αποβλέπει μόνο για την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή τέλος την κοινωνική πρόοδο του δράστου ή κάποιου άλλου, χωρίς η ωφέλεια ή η ζημία, η προερχομένη από την πράξη αυτή, να έχουν την σημασία την οποία έχουν για την θεμελίωση της παραβάσεως της βασικής διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ' και τούτο γιατί η ζημία και η ωφέλεια από την πράξη του άρθρου 217 ΠΚ έχουν δευτερεύουσα, στην περίπτωση αυτή, σημασία και γι' αυτό δεν ανήχθησαν αυτά από το νόμο σε συστατικά στοιχεία της πράξεως αυτής. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγον αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στ Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δικάσαν κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στην ... την 1-8-2001, έχοντας στα χέρια του την με αριθμό ... γνωμάτευση σωματικής ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, αποτελουμένης από τους ..., ως Πρόεδρο και ... και ... ως μέλη, η οποία (γνωμάτευση) είχε υπογραφεί από τον γραμματέα της Επιτροπής ... και αφορούσε τον στρατεύσιμο Ψ, για τον οποίο η ως άνω Επιτροπή αποφαινόταν, μετά από αυτοπρόσωπη εξέτασή του στη συνεδρίαση της 1-8-2001, ότι έπασχε από σημαντικού βαθμού σκλήρυνση του αυχένα της ουροδόχου κύστης και κρινόταν ακατάλληλος προς στράτευση (Ι/5), απάλειψε (κατηγορούμενος) τα αναγραφόμενα σ αυτήν στοιχεία του Ψ και έθεσε τα δικά του και δη "Χ με ΣΑ/ΑΜ ...", έτσι ώστε να αποδεικνύεται από το εν λόγω έγγραφο ότι αυτός εμφανίστηκε δήθεν την 1-8-01 ενώπιον της ανωτέρω Επιτροπής, η οποία αφού δήθεν τον εξέτασε αποφάνθηκε ότι έπασχε από την ανωτέρω ασθένεια και τον έκρινε ακατάλληλο προς στράτευση. Στην πράξη του αυτή προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να παραπλανήσει τις αρμόδιες στρατιωτικές αρχές και να απαλλαχθεί, με βάση το παραπάνω έγγραφο, από την υποχρέωσή του για στράτευση ως ακατάλληλος (1/5). Στη συνέχεια και δη στις 29-8-2001, ο κατηγορούμενος έκανε χρήση του ως άνω πλαστού εγγράφου, υποβάλλοντας αυτό στο Α Στρατολογικό Γραφείο Αθηνών, πέτυχε έτσι να απαλλαχθεί από την ανωτέρω υποχρέωσή του. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο οδηγείται στην ασφαλή κρίση ότι ο κατηγορούμενος, έχοντας στα χέρια του, άγνωστο με ποιο τρόπο, την ως άνω και αφορώσα τον στρατεύσιμο Ψ γνωμάτευση της Ε.Α.Α., αλλοίωσε το περιεχόμενο αυτής, κατά τα ανωτέρω στοιχεία, με τον προαναφερθέντα σκοπό και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτής προσκομίζοντάς την ο ίδιος στο αρμόδιο στρατολογικό γραφείο, τακτική συνηθισμένη εκείνο το διάστημα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, ο κατηγορούμενος προέβη στην παραπάνω πράξη του, δηλαδή στην κατάρτιση της ως άνω πλαστής γνωμάτευσης της Ε.Α.Α. έχοντας ως αποκλειστικό σκοπό, με τη χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, να παραπλανήσει τις αρμόδιες στρατιωτικές αρχές για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα για να απαλλαχθεί από την υποχρέωσή του προς στράτευση, ήταν δηλαδή ο σκοπός του διάφορος των κατά τα ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων στο άρθρο 217 ΠΚ. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί χαρακτηρισμού της αποδιδομένης σε αυτόν πράξης ως πλαστογραφίας πιστοποιητικού με χρήση, που προέβαλε πρωτόδικα και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης στην από 27-3-2008 έφεσή του και να κηρυχθεί αυτός ένοχος για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση που του αποδίδεται. Πρέπει όμως να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του ότι έζησε ως το χρόνο που τέλεσε την παραπάνω άδικη πράξη έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α ΠΚ)". Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, περιέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τα στοιχεία που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση και δη τα πραγματικά περιστατικά που υπήγαγε στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ. Ειδικότερα αναφέρει στην αιτιολογία της ότι ο αναιρεσείων προέβη στην αλλοίωση του περιεχομένου της υπ' αριθ. 10972/1.8.2001 γνωματεύσεως σωματικής ικανότητος της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, η οποία αφεώρα τον στρατεύσιμο Ψ, που είχε κριθεί ακατάλληλος προς στράτευση, με την απάλειψη των στοιχείων του τελευταίου και την θέση των δικών του στοιχείων, με σκοπό, με την χρήση της πλαστής αυτής γνωματεύσεως, να παραπλανήσει τις αρμόδιες στρατιωτικές αρχές, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη να απαλλαγεί της υποχρεώσεώς του προς στράτευση, όπερ μάλιστα και επέτυχε. Εφόσον, λοιπόν, η πλαστογραφία (νόθευση) έγινε με τον προαναφερθέντα σκοπό, ορθώς το Εφετείο εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 και όχι εκείνη του άρθρου 217 ΠΚ, διότι, κατά τ' άνω εκτεθέντα, η πλαστογράφηση έγινε για άλλον σκοπό, εκτός του εις το άρθρο 217 ΠΚ διαλαμβανομένου, οπότε (και αν ακόμη αφορά έγγραφα προβλεπόμενα από το τελευταίο άρθρο αυτό), έχει εφαρμογή η γενική διάταξη του 216 ΠΚ. Συνεπώς, ο σχετικός περί του αντιθέτου μόνος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και η περιέχουσα αυτόν κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6585/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 216 ΠΚ 217 ΠΚ πλαστογραφία. Πλαστογραφία πιστοποιητικού. Στην πλαστογραφία πιστοποιητικού ο δράστης περιορίζει την ωφέλεια του στην διευκόλυνση της αμέσου συντηρήσεως του, της κινήσεως ή και κοινωνικής προόδου και δεν πρέπει να βλάπτεται ευθέως άλλος στις έννομες σχέσεις του. Συνεπώς εάν η πλαστογραφία γίνεται για άλλο σκοπό, εκτός των ανωτέρω, τότε και αν χρησιμοποιούνται έγγραφα προβλεπόμενα από το 217, εφαρμόζεται το άρθρο 216 ΠΚ. Όχι εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αναίρεση.
Πλαστογραφία πιστοποιητικού
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πλαστογραφία πιστοποιητικού.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1028/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ...... και 2. Χ2, κατοίκων ......, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 826/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Ιουνίου 2008 και 24 Ιουνίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1157/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 514/31.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τα άρθρ. 32 § § 1,4, 138 § 2 β, 485 § 1β ΚΠΔ τις υπ'αριθμ. α) 125/23-6-2008 και β) 126/24-6-2008, αιτήσεις αναίρεσης που άσκησαν ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών οι 1) Χ1, κάτοικος ......, οδός ...... αριθμ. ..., δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Μιχαλόλια (δυνάμει της από 20-6-08 εξουσιοδοτήσεως) και 2) Χ2, κάτοικος ......, οδός ...... αριθμ. ..., δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Γεωργίας Αράπου (δυνάμει της από 18-6-2008 εξουσιοδοτήσεως), αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμ. 826/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα. Ι. Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 1740/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακ/των), τους παραπάνω κατηγορουμένους, προκειμένου να δικαστούν για την πράξη της διακεκριμένης κλοπής αντικειμένων, των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση (1, 14, 26 § 1, 27 § 1, 45, 51, 52, 72, 79, 98, 374 περ. ε' , σε συνδ. με 372 § 1 Π.Κ.). Μετά από εφέσεις που άσκησαν οι κατηγορούμενοι κατά του παραπάνω βουλεύματος, εξεδόθη το προσβαλλόμενο με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης βούλευμα, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ'ουσία οι εφέσεις τους. Το προσβαλλόμενο βούλευμα επεδόθη στην πρώτη κατηγορουμένη στις 13-6-2008 και στον δεύτερο κατηγορούμενο, με θυροκόλληση, στις 23-6-2008 και στον αντίκλητό του στις 25-6-2008 (βλ. αποδεικτικά). Συνεπώς οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης είναι νομότυπες και εμπρόθεσμες (άρθρ. 473 § 1, 474 § 1 Κ.Π.Δ.) και παραδεκτές, αφού στρέφονται κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (άρθρ. 482 § ια Κ.Π.Δ.) και τέλος περιέχουν σαφείς και συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης (άρθρ. 474 § 2 Κ.Π.Δ.). Οι κρινόμενες αιτήσεις, για την οικονομία της δίκης και την εξυπηρέτηση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης πρέπει να συνεκδικαστούν (άρθρ. 128 § 1, 129 Κ.Π.Δ.). ΙΙ. Προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως Α. Με την πρώτη από τις κρινόμενες αιτήσεις α) εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και συγκεκριμένα των άρθρ. 372, 374 εδ. ε' , 378 Π.Κ. διότι το εκδόσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο έπρεπε να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν όχι στο άρθρ. 374 εδ. ε', αλλά στο άρθρο 378 ΠΚ (υφαίρεση), αφού οι φερόμενες ως τελεσθείσες πράξεις έγιναν κατά το χρόνο του γάμου της αναιρεσείουσας με το μηνυτή. β) Απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 484§ 1 εδ. α' Κ.Π.Δ.) λόγω ασκήσεως της ποινικής δίωξης χωρίς την ύπαρξη νομίμου εγκλήσεως. γ) 'Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ.), διότι δεν προσδιορίζεται επακριβώς η αξία των αφαιρεθέντων πραγμάτων προκειμένου να προσδιοριστεί η μορφή της κλοπής (κακουργηματική ή πλημμεληματική) και ειδικότερα αν η αξία αυτή υπερβαίνει τα 73.000 Ευρώ και ακόμη διότι δεν αιτιολογείται η μη λήψη υπ'όψη της έμπρακτης μετάνοιας ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρ. 379 Π.Κ. Β) Λόγοι προβαλλόμενοι με την αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντα: α) 'Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν προσδιορίζεται η αξία των φερομένων ως αφαιρεθέντων πραγμάτων, διότι υπάρχουν αντιφάσεις στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, διότι δεν αιτιολογείται ο δόλος του αναιρεσείοντα και διότι δεν αιτιολογείται επαρκώς η διάταξη περί επιβολής των δικαστικών εξόδων σε βάρος του. ΙΙΙ. α) Η απαιτουμένη από τα άρθρ. 93 του Συντάγματος και του άρθρ. 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος κατά το άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτό με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που ασκήθηκε ποινική δίωξη οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προέκυψαν οι αποχρώσες ενδείξεις (ΑΠ 19/2001 (Ολομ.), ΑΠ 1151/2006, ΑΠ 2090/2005). β) Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρ. 484 § 1 εδ. β' του Κ.Π.Δ. υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε (Ολ. ΑΠ 9/2001, ΑΠ 1307/2004). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίασης λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται με σαφήνεια πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του συμβουλίου, από την ανάκριση ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.(Ολ.Α.Π. 9/2001, Α.Π. 259/2006, Α.Π. 1307/2004) γ) Απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρ. 484 § 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ. υπάρχει όταν συντρέχουν οι λόγοι που αναφέρονται στο άρθρ. 171 αρ. 1 του Κ.Π.Δ. και μεταξύ αυτών και οι λόγοι που αφορούν την κίνηση της ποινικής δίωξης. ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 372 § 1 Π.Κ. όποιος αφαιρεί ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Εξ άλλου κατά το άρθρο 374 § 1 εδ. ε' Π.Κ., όπως συμπληρώθηκε με το άρθρ. 14 § 7 του Ν.2721/1999, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν η συνολική αξία των αντικειμένων της κλοπής υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 Ευρώ). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης, με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αντικειμενική αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής της και εφ'όσον δεν χαρακτηρίστηκε ως κλοπή με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράγμα που αποτελεί επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που παράνομα αφαιρέθηκε (ΑΠ 564/2006 Ποιν. Χρ. ΝΖ' 41). Μόνο αν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας αυτοτελής ισχυρισμός ότι το αντικείμενο του εγκλήματος είναι ευτελούς αξίας ανακύπτει υποχρέωση του δικαστηρίου για ειδική αιτιολόγηση της κρίσης του για το αν το αντικείμενο είναι ή όχι ευτελούς αξίας (ΑΠ 564/2006). Δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου εφ' όσον ο νόμος δεν συνδέει την ύπαρξή του με ορισμένα πρόσθετα περιστατικά (Α.Π. 602/2003 Ποιν. Χρ ΝΔ' 127) κατά το άρθρ. 98 § 2 του Π.Κ., όπως η παρ. 2 προστέθηκε με το άρθρ. 14 § 1 εδ. 1.1 του Ν.2721/1999, "η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η ουσιαστική βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπ'όψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Εν όψει της ενότητας του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος στις περιπτώσεις της παραπάνω διάταξης (§ 2 του άρθρ. 98 Π.Κ.) προκύπτουν διάφορες επί μέρους συνέπειες, μεταξύ των οποίων το ότι κρίσιμος χρόνος του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος είναι ο χρόνος τέλεσης της τελευταίας μερικότερης πράξης, σημείο από το οποίο αρχίζει ο χρόνος παραγραφής και κρίνεται το ποιός νόμος θα εφαρμοστεί και αυτός είναι ο νόμος που ισχύει κατά το χρόνο τέλεσης της τελευταίας μερικότερης πράξης έστω και αν είναι αυστηρότερος και επάγεται δυσμενέστερες συνέπειες για τον κατηγορούμενο. (βλ. Ολ. Α.Π. 5/2002, Φελουτζή Ποιν. Χρ. ΜΘ' 407). Τέλος κατά το άρθρ. 379 ΠΚ "το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαίρεσης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιοδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε, χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου, το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείψει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος". Απαραίτητη προϋπόθεση για την άρση του αξιόποινου σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη είναι το να λάβει χώρα πλήρης ικανοποίηση του ζημιωθέντος οικειοθελώς και χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων και κάτι τέτοιο δεν νοείται όταν γίνεται μετά την εξέταση του υπαίτιου από τις αρχές (ΑΠ 98/2007, ΑΠ 720/2003). V. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με βάση τα κατ'είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα, από τα έγγραφα που συγκεντρώθηκαν, από τις απολογίες των κατηγορουμένων, τις διευκρινίσεις των διαδίκων κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιόν του και από όλα γενικώς τα στοιχεία που υπάρχουν στο φάκελλο της δικογραφίας, εδέχθη ότι προέκυψαν τα ακόλουθα περιστατικά: Μεταξύ του εγκαλούντος Α και της κατηγορουμένης Χ1 συνήφθη στο ...... στις 11.3.1994 νόμιμος θρησκευτικός γάμος, ο οποίος λύθηκε με την 3092/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έγινε αμετάκλητη στις 25.2.2004. Από το Δεκέμβριο 1998 είχε επέλθει διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των άνω συζύγων, οι οποίοι, όμως, εξακολουθούσαν να διατηρούν καλές σχέσεις, γι αυτό και ο εγκαλών μισθοδοτούσε τους Β και Γ, που απασχολούσε ως προσωπικό η κατηγορουμένη. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, αλλά και μετά τη διάσπαση της, ο εγκαλών μίσθωνε υπερυψωμένο ισόγειο διαμέρισμα επί της οδού ...... αρ. ..., ......, επιφάνειας 400 τ.μ. περίπου, το οποίο χρησιμοποιούσε κυρίως αυτός ως χώρο αποθήκευσης μεγάλου αριθμού οικογενειακών κειμηλίων και έργων τέχνης, που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, αλλά και η κατηγορουμένη προς εναπόθεση ειδών οικιακής χρήσης, καθώς και λίγων προσωπικών της ειδών και των επίπλων κήπου, που ανήκαν στην κυριότητα της και για το λόγο αυτό είχαν και οι δύο κλειδιά του παραπάνω διαμερίσματος. Στις 7.4.2004 ο εγκαλών επισκέφθηκε το διαμέρισμα αυτό, πράγμα που είχε να κάνει δύο χρόνια περίπου, οπότε διαπίστωσε ότι είχαν αφαιρεθεί διάφορα αντικείμενα ιδιοκτησίας του, παρότι δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης. Ειδικότερα μετά από διαδοχικούς ελέγχους ο εγκαλών διαπίστωσε ότι είχαν αφαιρεθεί δέκα πίνακες σε μουσαμά με παλαιές κορνίζες, διαφόρων διαστάσεων, με θέματα φύση, θάλασσα, βουνό κ.λ.π., ένα μεγάλο τραπέζι αντίκα και άλλα πέντε μικρά παλαιά τραπέζια (αντίκες), πολλές συλλογές βιβλίων, που απεικόνιζαν πλοία εποχής, αρχαία αντικείμενα, παλαιές μοτοσυκλέτες και αυτοκίνητα, συσκευασμένα σε 5-6 χαρτοκιβώτια διαστάσεων 30-50 εκ. είκοσι τέσσερα κινέζικα βάζα διαφόρων διαστάσεων, οκτώ διακοσμητικά αντικείμενα από μπρούντζο (αραβικά), μπρούτζινες προτομές, διάφορα μικροέπιπλα, καθρέπτης αντίκα με παλαιά κορνίζα διαστάσεων 1 μ. Χ 80 εκ., έξι παλαιές λάμπες με καπέλο και αμπαζούρ και άλλα αντικείμενα που ο εγκαλών δεν μπόρεσε να προσδιορίσει επακριβώς, επειδή ο κατάλογος στον οποίο είχε καταγράψει τα πράγματα ιδιοκτησίας του που βρισκόταν στην αποθήκη, δεν βρέθηκε στη συζυγική κατοικία, όπου τον είχε αφήσει μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης. Τα αφαιρεθέντα πράγματα είχαν συνολική αξία, κατά την εκτίμηση του εγκαλούντος 250.000 ευρώ (άλλο αποδεικτικό στοιχείο ως προς την αξία δεν υπάρχει, ακόμη δε και αν η εκτίμηση αυτή κριθεί υπερβολική λόγω του συναισθηματικού δεσμού του εγκαλούντος με τα αντικείμενα αυτά, η αξία των αφαιρεθέντων είναι κατά πολύ μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ). Την ίδια ημέρα (7.4.2004) ο εγκαλών υπέβαλε έγκληση κατ' αγνώστων δραστών, από τη διενεργηθείσα δε αυθημερόν αυτοψία από τους προανακριτικούς υπαλλήλους ...... και ...... διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης στην κύρια είσοδο ή στον ομφαλό της κλειδαριάς ή στις μπαλκονόπορτες. Περαιτέρω προέκυψε ότι η κατηγορουμένη μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης συνδέθηκε συναισθηματικά με τον κατηγορούμενο Χ2. Ο κατηγορούμενος, παρότι τούτο δεν είχε δηλωθεί στις φορολογικές αρχές, εκτός από την εμπορία ακινήτων, ασχολείτο και με εμπορία αντικών, τις οποίες αποθήκευε σε διαμέρισμα του στην περιοχή ...... (βλ. την από 3.2.2006 κατάθεση εγκαλούντος ενώπιον της 14ης τακτικής ανακρίτριας Αθηνών, σε συνδυασμό με τις διευκρινίσεις της κατηγορουμένης ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, που περιέχονται στο ταυτάριθμο με την παρούσα απόφαση πρακτικό του). Από αρχές του 2003 μέχρι 7.4.2004 η κατηγορουμένη είτε μόνη της είτε μαζί με τον κατηγορούμενο επισκεπτόταν το παραπάνω διαμέρισμα και αφαίρεσαν τα προαναφερόμενα αντικείμενα, αξίας 250.000 ευρώ, που ανήκαν στην κυριότητα του εγκαλούντος, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Ειδικότερα οι επισκέψεις των κατηγορουμένων στο άνω διαμέρισμα-αποθηκευτικό χώρο και η αφαίρεση αντικειμένων προκύπτουν από τις σαφείς και από δική τους αντίληψη καταθέσεις των μαρτύρων Γ και Β, γεγονότα που δεν αρνούνται και οι κατηγορούμενοι. Συγκεκριμένα ο πρώτος από αυτούς, ο οποίος απασχολείτο ως οικονόμος στο σπίτι της κατηγορουμένης, καταθέτει ότι η κατηγορουμένη επισκέφθηκε το διαμέρισμα το παραπάνω χρονικό διάστημα 10-12 φορές, από τις οποίες δύο μόνο μόνη της και τις υπόλοιπες μαζί με τον κατηγορούμενο, ότι του ζητούσε να συσκευάσει διάφορα έπιπλα, κάδρα, βιβλία, διακοσμητικά, τα οποία τοποθετούσε στο αυτοκίνητο της καθώς και λεπτομέρειες για την αφαίρεση των βιβλίων, ενώ ο δεύτερος από αυτούς, που απασχολείτο επίσης από την κατηγορουμένη ως οδηγός - φύλακας - αποθηκάριος, ότι είχε αγοράσει υλικά συσκευασίας που τα τοποθέτησε στο άνω διαμέρισμα καθώς και ότι είχε δει στα αυτοκίνητα της κατηγορουμένης πράγματα από το σπίτι της ...... άλλα συσκευασμένα και άλλα όχι. Οι καταθέσεις των ανωτέρω κρίνονται πειστικές, ενόψει του ότι το διαμέρισμα δεν βρέθηκε παραβιασμένο και η κατηγορουμένη είχε τα κλειδιά του διαμερίσματος. Αλλά και η ίδια η κατηγορουμένη απολογούμενη εμμέσως πλην σαφώς ομολόγησε την αφαίρεση πραγμάτων ιδιοκτησίας του συζύγου της, καταθέτοντας μεταξύ άλλων, "Υπήρχαν επίσης και αρκετά κειμήλια, τα οποία αποδόθηκαν στον πρώην σύζυγο του, όπως φαίνεται σο από 25.10.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ εμού και του πρώην συζύγου μου. Τα αντικείμενα αυτά δεν τα μετέφερα εγώ προσωπικά, αλλά τα άτομα που είχα στο σπίτι, σαν προσωπικό. Αυτά που λένε στις καταθέσεις τους οι μάρτυρες περιέχουν υπερβολές. Όλα τα αντικείμενα που έπαιρνα από την αποθήκη τα πήγαινα σπίτι μου και προκειμένου για εύθραυστα αντικείμενα τα συσκεύαζαν τα άτομα που τα μετέφεραν, όπως έγινε με τον καθρέφτη και δύο τρία βάζα". Τέλος προέκυψε ότι ο εγκαλών και η κατηγορουμένη στα πλαίσια εξωδικαστικής ρύθμισης των μεταξύ τους περιουσιακών σχέσεων κατάρτισαν το από 25-10-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η κατηγορουμένη ανέλαβε την υποχρέωση να αποδώσει τα περιγραφόμενα σ' αυτό κινητά πράγματα τα οποία, όμως είναι διαφορετικά από τα αφαιρεθέντα, όπως προκύπτει από τη σύγκριση των αναφερομένων στο συμφωνητικό με τα δηλωθέντα από τον εγκαλούντα ως κλαπέντα. Το ίδιο κατέθεσε και ο εγκαλών και διευκρίνισε κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του στο Συμβούλιο, δηλώνοντας επιπλέον ότι μέχρι σήμερα δεν του έχουν αποδοθεί τα κλοπιμαία. Στο ίδιο συμφωνητικό ο εγκαλών δηλώνει ότι "αρκεσθείς στις διαβεβαιώσεις της εγκαλούσας δέχεται ότι, μόνη αυτή δεν έχει σχέση με το καταγγελθέν υπ' αυτού αδίκημα κλοπής αντικειμένων από τον αποθηκευτικό χώρο επί της οδού ......", αναλαμβάνει να της αποδώσει τα έπιπλα κήπου καθώς και "άλλα πράγματα που ενδεχομένως ευρίσκοντο στην αποθήκη υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει συμφωνία ότι ανήκουν στην πρώτη των συμβαλλομένων (κατηγορουμένη), θα υπάρξει συνεννόηση των πληρεξουσίων των συμβαλλομένων, τόσο για τον εντοπισμό τους, όσο και την απόδοση τους". Από το περιεχόμενο του άνω συμφωνητικού συνάγεται α) ότι ο εγκαλών είναι πράγματι κάτοχος περιουσίας κινητών πραγμάτων (πινάκων ζωγραφικής, γλυπτών, επίπλων, σερβίτσιων πορσελάνης κ.λ.π.) μεγάλης αξίας, β) ότι ο εγκαλών, για λόγους προσωπικούς, προφανώς λόγω της προϋπάρξασας συζυγικής του σχέσης με την κατηγορουμένη, δηλώνει ότι δεν την θεωρεί υπαίτια για την άνω κλοπή και γ) ότι εκτός από τα έπιπλα κήπου, τα πράγματα που ανήκαν στην κατηγορουμένη και είχαν τοποθετηθεί στην άνω αποθήκη, ήταν είδη καθημερινής οικιακής χρήσης και όχι κειμήλια ή έργα τέχνης, καθόσον κρίνεται ότι στην περίπτωση αυτή η κατηγορουμένη θα μπορούσε να τα περιγράψει και να τα προσδιορίσει ώστε να υποχρεώσει τον εγκαλούντα να της τα αποδώσει απευθείας, όπως έγινε και με τα έπιπλα κήπου. Συνεπώς οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης, που προβάλλονται με το απολογητικό της υπόμνημα και με τους λόγους της υπό κρίση έφεσης της, ότι τα αφαιρεθέντα από την ίδια πράγματα ανήκαν στην κυριότητα της ίδιας και όχι στην κυριότητα του εγκαλούντος, κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι, σημειουμένου επιπλέον 1) ότι ο μη ακριβής καθορισμός του αριθμού των αφαιρεθέντων πραγμάτων οφείλεται στην παραπάνω αναφερόμενη απώλεια του καταλόγου στον οποίο είχε καταγράψει ο εγκαλών την εντός του άνω αποθηκευτικού χώρου κινητή περιουσία του και 2) ότι η από 26.5.2004 δήλωση του εκκαλούντος ότι βρήκε ένα από τους πίνακες με θέμα ένα βαπόρι, που αρχικά είχε δηλώσει ότι είχε κλαπεί, δεν οφείλεται σε κακοπιστία του, αλλά στο γεγονός ότι ο αποθηκευτικός χώρος αναστατώθηκε κατά τις επισκέψεις των κατηγορουμένων και έτσι ο συγκεκριμένος πίνακας βρέθηκε σε άλλη θέση από αυτήν που είχε τοποθετηθεί από αυτόν. Εξάλλου η καλή πίστη του εγκαλούντος ενισχύεται από το ότι αυτός δήλωσε στο Συμβούλιο, ότι δεν επιθυμεί την τιμωρία των κατηγορουμένων, παρότι δεν του έχουν αποδοθεί τα πράγματα, δήλωση βέβαια που δεν ασκεί έννομη επιρροή λόγω του χαρακτήρα της ένδικης πράξης ως κακουργηματικής κλοπής. Επίσης οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης α) ότι έπρεπε να παραπεμφθεί για πλημμεληματική υφαίρεση κατ' άρθρο 378 ΠΚ, καθόσον οι πράξεις έλαβαν χώρα εντός του 2003, δηλαδή σε χρόνο που είχε την ιδιότητα της συζύγου του εγκαλούντος, αφού ο γάμος λύθηκε αμετάκλητα στις 3.3.2004 και ως εκ τούτου η υποβληθείσα έγκληση (για το αδίκημα του άρθρου 378 ΠΚ) είναι απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης και β) περί εξάλειψης του αξιοποίνου, κατ' άρθρο 379 παρ. 1 ΠΚ λόγω δηλώσεως του εγκαλούντος στο από 25.4.2004 συμφωνητικό περί μη υπάρξεως αξιώσεως εναντίον της, κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον προέκυψαν τα εξής: 1) Ως προς τον υπό στ. α ισχυρισμό: Οι αφαιρέσεις των παραπάνω πραγμάτων έλαβαν χώρα από αρχές 2003 μέχρι 7.4.2004 (σε ημερομηνίες που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστούν), επειδή δε πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα που τελέστηκε μετά την 3.6.1999, που άρχισε να ισχύει η διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, κρίσιμος χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι ο χρόνος που έλαβε χώρα η τελευταία πράξη, ήτοι η 7.4.2004, κατά τον οποίο ο εγκαλών και η κατηγορουμένη δεν είχαν την ιδιότητα των συζύγων, αφού ο γάμος είχε λυθεί αμετάκλητα από 25.2.2004 (βλ. Ολ. ΑΠ 5/2002, Ποιν. Δικ. 2002, 836, Φελουτζή, Ποιν. Χρον. ΜΘ 407, ΠΚ Μ. Μαργαρίτη, άρθρο 98, σελ. 247 αρ. 18). Την 7.4.2004 που ο εγκαλών διαπίστωσε την κλοπή, υπέβαλε αυθημερόν την έγκληση του, δηλαδή εντός της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 117 παρ. 1 ΠΚ, ανεξάρτητα από το ότι για την ένδικη κακουργηματική κλοπή η ποινική δίωξη κινείται αυτεπάγγελτα, αφού δεν απαιτείται έγκληση, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 36 ΚΠΔ, 374Α παρ. 1, 2, 377 παρ. 1 ΠΚ). Συνεπώς ορθώς έχει χαρακτηριστεί η πράξη ως διακεκριμένη κλοπή σε βαθμό κακουργήματος. 2) Η κατηγορουμένη δεν έχει αποδώσει στον εγκαλούντα τα πράγματα, ούτε τον έχει ικανοποιήσει μέχρι σήμερα. Ακόμη όμως και αν γίνει δεκτό, ότι η δήλωση του εγκαλούντος - ζημιωθέντος στο από 25.10.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό ότι δεν διατηρεί αξιώσεις κατά της κατηγορουμένης από την ένδικη κλοπή, έχει την έννοια της πλήρους ικανοποίησης του ζημιωθέντος, που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 379 παρ. 1 ΠΚ και πάλι δεν αίρεται το αξιόποινο της ένδικης πράξης, αφού τούτο έγινε στις 25.10.2004, ήτοι μετά τις 27.4.2004 που η κατηγορουμένη εξετάστηκε από τις προανακριτικές αρχές και όχι πριν την εξέταση της από τις αρχές, όπως απαιτεί η πιο πάνω διάταξη, δηλαδή δεν έγινε οικειοθελώς και χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων (βλ. ΑΠ 98/2007, δημοσ. στη Ν0ΜΟΣ ΑΠ 720/2003, Ποιν. Δικ. 2003, 1043, ΠΚ Μ. Μαργαρίτη, άρθρο 379, σελ. 1094, 1095, αρ. 9-11). Τέλος οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος -κατηγορουμένου που προβάλλονται με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης έφεσης του περί του ότι τα αφαιρεθέντα δεν ανήκαν στην κυριότητα του εγκαλούντος αλλά της κατηγορουμένης, καθώς και περί έλλειψης δόλου κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι για τους λόγους που αναλυτικά ανωτέρω αναφέρονται. Κατόπιν αυτών προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων για την τέλεση της αποδιδόμενης σε αυτούς αξιόποινης πράξης της διακεκριμένης κλοπής αντικειμένων των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 51, 52, 79, 98, 374 περ. ε σε συνδ. με 372 ΠΚ και πρέπει να παραπεμφθούν προς εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης στο αρμόδιο κατ' ύλη και κατά τόπο δικαστήριο, και δη το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Συνεπώς, το εκκαλούμενο βούλευμα, που δέχτηκε στο σκεπτικό του ότι υπάρχουν σε βάρος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων επαρκείς ενδείξεις για τέλεση της ως άνω πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις και τους παρέπεμψε να δικαστούν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, με μόνη διαφοροποίηση ως προς την περιγραφή των κλαπέντων πραγμάτων. Γι αυτό πρέπει, να μεταρρυθμιστεί κατά το παραπάνω σκέλος το εκκαλούμενο βούλευμα και οι κρινόμενες εφέσεις να απορριφθούν κατ' ουσίαν. Τέλος πρέπει να επιβληθούν σε καθένα από τους εκκαλούντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, ποσού 220 ευρώ, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό του παρόντος (άρθρα 319 παρ. 3 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). VI. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο οι αναιρεσείοντες παραπέμπονται στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 § 1, 27 § 1, 45, 51, 52, 79, 98, 374 περ. ε', σε συνδ. με 372 § 1 Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για λόγους αναίρεσης κατ'άρθρ. 484 § 1 στοιχ. α', β', δ'. VII. Ειδικώτερα α) Η αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος δεν στοιχειοθετεί εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης ούτε έλλειψη αιτιολογίας, αλλά άρνηση της κατηγορίας και ως εκ τούτου, είναι εκτός αναιρετικού ελέγχου. β) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογημένα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι η πράξη που τους αποδίδεται συγκροτεί την έννοια του εγκλήματος της υφαίρεσης και όχι αυτόν της διακεκριμένης κλοπής (βλ. ανωτέρω κεφ. IV). γ) Δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος (κλοπής), εφ'όσον ο νόμος δεν συνδέει την ύπαρξή του με ορισμένα πρόσθετα περιστατικά (ΑΠ 602/2003 Ποιν. Χρ. ΝΔ' 127). δ) Επί επιβολής εξόδων λόγω απόρριψης του ενδίκου μέσου δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία (Μπουρόπουλος Ερμ. Κ.Π.Δ. άρθρ. 583). Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις ως αβάσιμες και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να απορριφθούν οι υπ' αριθμ. α) 125/23-6-08 και β) 126/24-6-08 αιτήσεις των αναιρεσειόντων 1) Χ1 και 2) Χ2, αντιστοίχως, Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των παραπάνω αναιρεσειόντων. Αθήνα 10 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Οι υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 125/23-6-2008 και 126/24-6-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Χ1 και β) Χ2, αντίστοιχα, κατά του υπ' αριθμ. 826/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Αθηνών Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Συνεπώς, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν και κατ' ουσίαν. 2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 § 1 του ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται αφαίρεση, με θετική ενέργεια του δράστη, από την κατοχή άλλου ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος, με σκοπό την παράνομη, δηλαδή χωρίς δικαίωμα, ιδιοποίηση αυτού. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής και τη θεμελίωση νέας προς το πράγμα κατοχής του δράστη με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση αυτού. Η έννοια της κατοχής εκφράζει τη φυσική εξουσίαση κάποιου προσώπου σε σχέση προς ένα πράγμα. Έτσι, το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου, θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία, έστω και για ελάχιστο χρόνο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 374 περ. δ του ΠΚ, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή η αξία του αντικειμένου της κλοπής υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ.Με την τελευταία αυτή διάταξη δεν καθιερώνεται προσωπικός λόγος επιτάσεως της ποινής του βασικού εγκλήματος της κλοπής, αλλά η προβλεπόμενη από αυτή περίπτωση, καθώς και οι λοιπές στο ανωτέρω άρθρο 374 αναφερόμενες περιπτώσεις, ανάγονται στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διακεκριμένης κλοπής, που διαμορφώνουν τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 378 στοιχ. α' του ΠΚ κλοπή ή υπεξαίρεση μεταξύ συγγενών και αγχιστέων σε ευθεία γραμμή, θετών γονέων και θετών τέκνων, συζύγων ... διώκεται μόνο κατ' έγκληση. Μεταξύ των εγκλημάτων της κλοπής και της υφαίρεσης δεν υφίσταται εννοιολογική διαφορά κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία, δηλαδή ό,τι συνιστά κλοπή συνιστά και υφαίρεση, αλλά ο νόμος, ως επί πλέον στοιχείο, για την μεταξύ των συγγενών κλοπή, είτε απλή του άρθρου 372 είτε κακουργηματική του άρθρου 374 ΠΚ αξιώνει για την δίωξη της πράξης την υποβολή της κατά την παρ. 1 του άρθρου 118 του ΠΚ εγκλήσεως, η οποία, κατά το αμέσως προηγούμενο άρθρο 117 παρ.1, υποβάλλεται εντός τριμήνου αφότου ο δικαιούχος έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για ένα από τους συμμετόχους της. 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκρινε το συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε αυτό την παραπεμπτική κρίση του, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο ή το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συντρέχει όχι μόνον όταν το συμβούλιο δεν υπαγάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 826/2008 βούλευμά του, δέχτηκε, κατ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών στοιχείων ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Μεταξύ του εγκαλούντος Α και της κατηγορουµένης Χ1 συνήφθη στο ...... στις 11.3.1994 νόµιµος θρησκευτικός γάµος, ο οποίος λύθηκε µε την 3092/2004 απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έγινε αµετάκλητη στις 25.2.2004. Από το Δεκέµβριο 1998 είχε επέλθει διάσπαση της έγγαµης συµβίωσης των άνω συζύγων, οι οποίοι, όµως, εξακολουθούσαν να διατηρούν καλές σχέσεις, γι' αυτό και ο εγκαλών µισθοδοτούσε τους Β και Γ, που απασχολούσε ως προσωπικό η κατηγορουµένη. Κατά τη διάρκεια της έγγαµης συµβίωσης, αλλά και µετά τη διάσπασή της, ο εγκαλών µίσθωνε υπερυψωµένο ισόγειο διαµέρισµα επί της οδού ...... αρ. ..., ......, επιφάνειας 400 τ.µ. περίπου, το οποίο χρησιµοποιούσε κυρίως αυτός ως χώρο αποθήκευσης µεγάλου αριθµού οικογενειακών κειµηλίων και έργων τέχνης, που είχε κληρονοµήσει από τον πατέρα του αλλά και η κατηγορουµένη προς εναπόθεση ειδών οικιακής χρήσης, καθώς και λίγων προσωπικών της ειδών και των επίπλων κήπου, που ανήκαν στην κυριότητα της και για το λόγο αυτό είχαν και οι δύο κλειδιά του παραπάνω διαµερίσµατος. Στις 7.4.2004 ο εγκαλών επισκέφθηκε το διαµέρισµα αυτό, πράγµα που είχε να κάνει δύο χρόνια περίπου, οπότε διαπίστωσε ότι είχαν αφαιρεθεί διάφορα αντικείµενα ιδιοκτησίας του, παρότι δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης. Ειδικότερα, µετά από διαδοχικούς ελέγχους ο εγκαλών διαπίστωσε ότι είχαν αφαιρεθεί δέκα πίνακες σε µουσαµά µε παλαιές κορνίζες, διαφόρων διαστάσεων, µε θέµατα φύση, θάλασσα, βουνό κ.λ.π, ένα µεγάλο τραπέζι αντίκα και άλλα πέντε µικρά παλαιά τραπέζια (αντίκες), πολλές συλλογές βιβλίων, που απεικόνιζαν πλοία εποχής, αρχαία αντικείµενα, παλαιές µοτοσικλέτες και αυτοκίνητα, συσκευασµένα σε 5-6 χαρτοκιβώτια διαστάσεων 30-50 εκ. είκοσι τέσσερα κινέζικα βάζα διαφόρων διαστάσεων, οκτώ διακοσµητικά αντικείµενα από µπρούντζο (αραβικά), µπρούτζινες προτοµές, διάφορα µικροέπιπλα, καθρέπτης αντίκα µε παλαιά κορνίζα διαστάσεων 1 µ. Χ 80 εκ., έξι παλαιές λάµπες µε καπέλο και αµπαζούρ και άλλα αντικείµενα που ο εγκαλών δεν µπόρεσε να προσδιορίσει επακριβώς, επειδή ο κατάλογος στον οποίο είχε καταγράψει τα πράγµατα ιδιοκτησίας του που βρισκόταν στην αποθήκη, δεν βρέθηκε στη συζυγική κατοικία, όπου τον είχε αφήσει µετά τη διακοπή της έγγαµης συµβίωσης. Τα αφαιρεθέντα πράγµατα είχαν συνολική αξία, κατά την εκτίµηση του εγκαλούντος 250.000 ευρώ (άλλο αποδεικτικό στοιχείο ως προς την αξία δεν υπάρχει, ακόµη δε και αν η εκτίµηση αυτή κριθεί υπερβολική λόγω του συναισθηµατικού δεσµού του εγκαλούντος µε τα αντικείµενα αυτά, η αξία των αφαιρεθέντων είναι κατά πολύ µεγαλύτερη των 73.000 ευρώ). Την ίδια ηµέρα (7.4.2004) ο εγκαλών υπέβαλε έγκληση κατ' αγνώστων δραστών, από τη διενεργηθείσα δε αυθηµερόν αυτοψία από τους προανακριτικούς υπαλλήλους ...... και ...... διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης στην κύρια είσοδο ή στον οµφαλό της κλειδαριάς ή στις µπαλκονόπορτες. Περαιτέρω προέκυψε ότι η κατηγορουµένη µετά τη διάσπαση της έγγαµης συµβίωσης συνδέθηκε συναισθηµατικά µε τον κατηγορούµενο Χ2. Ο κατηγορούµενος, παρότι τούτο δεν είχε δηλωθεί στις φορολογικές αρχές, εκτός από την εµπορία ακινήτων, ασχολείτο και µε εµπορία αντικών, τις οποίες αποθήκευε σε διαµέρισµα του στην περιοχή ...... (βλ. την από 3.2.2006 κατάθεση εγκαλούντος ενώπιον της 14ης τακτικής ανακρίτριας Αθηνών, σε συνδυασµό µε τις διευκρινίσεις της κατηγορουµένης ενώπιον του παρόντος Συµβουλίου, που περιέχονται στο ταυτάριθµο µε την παρούσα απόφαση πρακτικό του). Από αρχές του 2003 µέχρι 7.4.2004 η κατηγορουµένη είτε µόνη της είτε µαζί µε τον κατηγορούµενο επισκεπτόταν το παραπάνω διαµέρισµα και αφαίρεσαν τα προαναφερόµενα αντικείµενα, αξίας 250.000 ευρώ, που ανήκαν στην κυριότητα του εγκαλούντος, µε σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνοµα. Ειδικότερα οι επισκέψεις των κατηγορουµένων στο άνω διαµέρισµα-αποθηκευτικό χώρο και η αφαίρεση αντικειµένων προκύπτουν από τις σαφείς και από δική τους αντίληψη καταθέσεις των µαρτύρων Γ και Β, γεγονότα που δεν αρνούνται και οι κατηγορούµενοι. Συγκεκριµένα ο πρώτος από αυτούς, ο οποίος απασχολείτο ως οικονόµος στο σπίτι της κατηγορουµένης, καταθέτει ότι η κατηγορουµένη επισκέφθηκε το διαµέρισµα το παραπάνω χρονικό διάστηµα 10-12 φορές, από τις οποίες δύο µόνο µόνη της και τις υπόλοιπες µαζί µε τον κατηγορούµενο, ότι του ζητούσε να συσκευάσει διάφορα έπιπλα, κάδρα, βιβλία, διακοσµητικά, τα οποία τοποθετούσε στο αυτοκίνητο της καθώς και λεπτοµέρειες για την αφαίρεση των βιβλίων, ενώ ο δεύτερος από αυτούς, που απασχολείτο επίσης από την κατηγορουµένη ως οδηγός φύλακας αποθηκάριος, ότι είχε αγοράσει υλικά συσκευασίας που τα τοποθέτησε στο άνω διαµέρισµα καθώς και ότι είχε δει στα αυτοκίνητα της κατηγορουµένης πράγµατα από το σπίτι της ...... άλλα συσκευασµένα και άλλα όχι. Οι καταθέσεις των ανωτέρω κρίνονται πειστικές, ενόψει του ότι το διαµέρισµα δεν βρέθηκε παραβιασµένο και η κατηγορουµένη είχε τα κλειδιά του διαµερίσµατος. Αλλά και η ίδια η κατηγορουµένη απολογούµενη εµµέσως πλην σαφώς οµολόγησε την αφαίρεση πραγµάτων ιδιοκτησίας του συζύγου της, καταθέτοντας µεταξύ άλλων, "Υπήρχαν επίσης και αρκετά κειµήλια, τα οποία αποδόθηκαν στον πρώην σύζυγο του, όπως φαίνεται στο από 25.10.2004 ιδιωτικό συµφωνητικό που υπεγράφη µεταξύ εµού και του πρώην συζύγου µου. Τα αντικείµενα αυτά δεν τα µετέφερα εγώ προσωπικά, αλλά τα άτοµα που είχα στο σπίτι, σαν προσωπικό. Αυτά που λένε στις καταθέσεις τους οι µάρτυρες περιέχουν υπερβολές. Όλα τα αντικείµενα που έπαιρνα από την αποθήκη τα πήγαινα σπίτι µου και προκειµένου για εύθραυστα αντικείµενα τα συσκεύαζαν τα άτοµα που τα µετέφεραν, όπως έγινε µε τον καθρέφτη και δύο τρία βάζα". Τέλος προέκυψε ότι ο εγκαλών και η κατηγορουµένη στα πλαίσια εξωδικαστικής ρύθµισης των µεταξύ τους περιουσιακών σχέσεων κατάρτισαν το από 25-10-2004 ιδιωτικό συµφωνητικό, µε το οποίο η κατηγορουµένη ανέλαβε την υποχρέωση να αποδώσει τα περιγραφόµενα σ' αυτό κινητά πράγµατα τα οποία, όµως είναι διαφορετικά από τα αφαιρεθέντα, όπως προκύπτει από τη σύγκριση των αναφεροµένων στο συµφωνητικό µε τα δηλωθέντα από τον εγκαλούντα ως κλαπέντα. Το ίδιο κατέθεσε και ο εγκαλών και διευκρίνισε κατά την αυτοπρόσωπη εµφάνιση του στο Συµβούλιο, δηλώνοντας επιπλέον ότι µέχρι σήµερα δεν του έχουν αποδοθεί τα κλοπιµαία. Στο ίδιο συµφωνητικό ο εγκαλών δηλώνει ότι "αρκεσθείς στις διαβεβαιώσεις της εγκαλούσας δέχεται ότι, µόνη αυτή δεν έχει σχέση µε το καταγγελθέν υπ' αυτού αδίκηµα κλοπής αντικειµένων από τον αποθηκευτικό χώρο επί της οδού ......", αναλαµβάνει να της αποδώσει τα έπιπλα κήπου καθώς και άλλα πράγµατα που ενδεχοµένως ευρίσκοντο στην αποθήκη υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει συµφωνία ότι ανήκουν στην πρώτη των συµβαλλοµένων (κατηγορουµένη), θα υπάρξει συνεννόηση των πληρεξουσίων των συµβαλλοµένων, τόσο για τον εντοπισµό τους, όσο και την απόδοση τους". Από το περιεχόµενο του άνω συµφωνητικού συνάγεται α) ότι ο εγκαλών είναι πράγµατι κάτοχος περιουσίας κινητών πραγµάτων (πινάκων ζωγραφικής, γλυπτών, επίπλων, σερβίτσιων πορσελάνης κ.λ.π.) µεγάλης αξίας, β) ότι ο εγκαλών, για λόγους προσωπικούς, προφανώς λόγω της προϋπάρξασας συζυγικής του σχέσης µε την κατηγορουµένη, δηλώνει ότι δεν την θεωρεί υπαίτια για την άνω κλοπή και γ) ότι εκτός από τα έπιπλα κήπου, τα πράγµατα που ανήκαν στην κατηγορουµένη και είχαν τοποθετηθεί στην άνω αποθήκη, ήταν είδη καθηµερινής οικιακής χρήσης και όχι κειµήλια ή έργα τέχνης, καθόσον κρίνεται ότι στην περίπτωση αυτή η κατηγορουµένη θα µπορούσε να τα περιγράψει και να τα προσδιορίσει ώστε να υποχρεώσει τον εγκαλούντα να της τα αποδώσει απευθείας, όπως έγινε και µε τα έπιπλα κήπου. Συνεπώς οι ισχυρισµοί της κατηγορουµένης, που προβάλλονται µε το απολογητικό της υπόµνηµα και µε τους λόγους της υπό κρίση έφεσης της, ότι τα αφαιρεθέντα από την ίδια πράγµατα ανήκαν στην κυριότητα της ίδιας και όχι στην κυριότητα του εγκαλούντος, κρίνονται ουσιαστικά αβάσιµοι και απορριπτέοι, σηµειουµένου επιπλέον 1) ότι ο µη ακριβής καθορισµός του αριθµού των αφαιρεθέντων πραγµάτων οφείλεται στην παραπάνω αναφερόµενη απώλεια του καταλόγου στον οποίο είχε καταγράψει ο εγκαλών την εντός του άνω αποθηκευτικού χώρου κινητή περιουσία του και 2) ότι η από 26.5.2004 δήλωση του εκκαλούντος ότι βρήκε ένα από τους πίνακες µε θέµα ένα βαπόρι, που αρχικά είχε δηλώσει ότι είχε κλαπεί, δεν οφείλεται σε κακοπιστία του, αλλά στο γεγονός ότι ο αποθηκευτικός χώρος αναστατώθηκε κατά τις επισκέψεις των κατηγορουµένων και έτσι ο συγκεκριµένος πίνακας βρέθηκε σε άλλη θέση από αυτήν που είχε τοποθετηθεί από αυτόν. Εξάλλου η καλή πίστη του εγκαλούντος ενισχύεται από το ότι αυτός δήλωσε στο Συµβούλιο, ότι δεν επιθυµεί την τιµωρία των κατηγορουµένων, παρότι δεν του έχουν αποδοθεί τα πράγµατα, δήλωση βέβαια που δεν ασκεί έννοµη επιρροή λόγω του χαρακτήρα της ένδικης πράξης ως κακουργηµατικής κλοπής. Επίσης οι ισχυρισµοί της κατηγορουµένης α) ότι έπρεπε να παραπεµφθεί για πληµµεληµατική υφαίρεση κατ' άρθρο 378 ΠΚ, καθόσον οι πράξεις έλαβαν χώρα εντός του 2003, δηλαδή σε χρόνο που είχε την ιδιότητα της συζύγου του εγκαλούντος, αφού ο γάµος λύθηκε αµετάκλητα στις 3.3.2004 και ως εκ τούτου η υποβληθείσα έγκληση (για το αδίκηµα του άρθρου 378 ΠΚ) είναι απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσµης άσκησης και β) περί εξάλειψης του αξιοποίνου, κατ' άρθρο 379 παρ. 1 ΠΚ λόγω δηλώσεως του εγκαλούντος στο από 25.4.2004 συµφωνητικό περί µη υπάρξεως αξιώσεως εναντίον της, κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιµοι, καθόσον προέκυψαν τα εξής: 1) Ως προς τον υπό στοιχ. α' ισχυρισµό: Οι αφαιρέσεις των παραπάνω πραγµάτων έλαβαν χώρα από αρχές 2003 µέχρι 7.4.2004 (σε ηµεροµηνίες που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστούν), επειδή δε πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκληµα που τελέστηκε µετά την 3.6.1999, που άρχισε να ισχύει η διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, κρίσιµος χρόνος τέλεσης του αδικήµατος είναι ο χρόνος που έλαβε χώρα η τελευταία πράξη, ήτοι η 7.4.2004, κατά τον οποίο ο εγκαλών και η κατηγορουµένη δεν είχαν την ιδιότητα των συζύγων, αφού ο γάµος είχε λυθεί αµετάκλητα από 25.2.2004 (βλ. Ολ. ΑΠ 5/2002, Ποιν. Δικ. 2002, 836, Φελουτζή, Ποιν. Χρον. ΜΘ 407, ΠΚ Μ. Μαργαρίτη, άρθρο 98, σελ. 247 αρ. 18). Την 7.4.2004 που ο εγκαλών διαπίστωσε την κλοπή, υπέβαλε αυθηµερόν την έγκληση του, δηλαδή εντός της τρίµηνης προθεσµίας του άρθρου 117 παρ. 1 ΠΚ, ανεξάρτητα από το ότι για την ένδικη κακουργηµατική κλοπή η ποινική δίωξη κινείται αυτεπάγγελτα, αφού δεν απαιτείται έγκληση, όπως συνάγεται από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 36 ΚΠΔ, 374Α παρ. 1, 2, 377 παρ. 1 ΠΚ). Συνεπώς ορθώς έχει χαρακτηριστεί η πράξη ως διακεκριµένη κλοπή σε βαθµό κακουργήµατος. 2) Η κατηγορουµένη δεν έχει αποδώσει στον εγκαλούντα τα πράγµατα, ούτε τον έχει ικανοποιήσει µέχρι σήµερα. Ακόµη όµως και αν γίνει δεκτό, ότι η δήλωση του εγκαλούντος - ζηµιωθέντος στο από 25.10.2004 ιδιωτικό συµφωνητικό ότι δεν διατηρεί αξιώσεις κατά της κατηγορουµένης από την ένδικη κλοπή, έχει την έννοια της πλήρους ικανοποίησης του ζηµιωθέντος, που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 379 παρ. 1 ΠΚ και πάλι δεν αίρεται το αξιόποινο της ένδικης πράξης, αφού τούτο έγινε στις 25.10.2004, ήτοι µετά τις 27.4.2004 που η κατηγορουµένη εξετάστηκε από τις προανακριτικές αρχές και όχι πριν την εξέταση της από τις αρχές, όπως απαιτεί η πιο πάνω διάταξη, δηλαδή δεν έγινε οικειοθελώς και χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων (βλ. ΑΠ 98/2007, δηµοσ. στη ΝΟΜΟΣ ΑΠ 720/2003, Ποιν. Δικ. 2003,1043, ΠΚ Μ. Μαργαρίτη, άρθρο 379, σελ. 1094, 1095, αρ. 9- 11). Τέλος οι ισχυρισµοί του εκκαλούντος κατηγορουµένου που προβάλλονται µε τους σχετικούς λόγους της κρινόµενης έφεσης του περί του ότι τα αφαιρεθέντα δεν ανήκαν στην κυριότητα του εγκαλούντος αλλά της κατηγορουµένης, καθώς και περί έλλειψης δόλου κρίνονται ουσιαστικά αβάσιµοι και απορριπτέοι για τους λόγους που αναλυτικά ανωτέρω αναφέρονται. Κατόπιν αυτών προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των κατηγορουµένων για την τέλεση της αποδιδόµενης σε αυτούς αξιόποινης πράξης της διακεκριµένης κλοπής αντικειµένων των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση πράξεις που προβλέπονται και τιµωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 51, 52, 79, 98, 374 περ. ε σε συνδ. µε 372 ΠΚ και πρέπει να παραπεµφθούν προς εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης στο αρµόδιο κατ' ύλη και κατά τόπο δικαστήριο, και δη το Τριµελές Εφετείο Κακουργηµάτων Αθηνών. ...". Α._ Επί της αιτήσεως του Χ2. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου των άρθρων 45, 98, 372 και 374 περ.ε' του Π.Κ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Η αιτίαση του ότι το συμβούλιο αυθαιρέτως δέχθηκε ότι τα αντικείμενα της κλοπής ανήκαν στον εγκαλούντα και απέκλεισε οποιαδήποτε κυριότητα επ' αυτών και της συγκατηγορουμένης του, ενώ κάτι τέτοιο δεν προέκυπτε από τα αποδεικτικά στοιχεία, είναι απαράδεκτη διότι υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η διαφορετική ουσιαστική κρίση του συμβουλίου. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται και η αξία καθενός αντικειμένου ξεχωριστά που αποτέλεσαν το αντικείμενο της κλοπής, για δε τη θεμελίωση του κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξης το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ότι η συνολική αξία των κλαπέντων, ως αξιώνεται στο άρθρο 374 περ.ε'του ΠΚ, υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ. Εξάλλου, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία από τα περιστατικά που το Συμβούλιο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. Ακόμη το συμβούλιο Εφετών διαλαμβάνει στο προσβαλλόμενο βούλευμα πραγματικά περιστατικά και τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι ο αναιρεσείων από κοινού με την συγκατηγορούμενή του τέλεσαν το έγκλημα της κλοπής. Οι αιτιάσεις του αυτού αναιρεσείοντος με τις οποίες α) κατά διάφορο τρόπο αξιολογεί τις μαρτυρικές καταθέσεις εν σχέσει με τις επισκέψεις του στο διαμέρισμα από το οποίο αφαιρέθηκαν οι αντίκες και λοιπά κινητά πράγματα και β) αρνείται την επαγγελματική απασχόληση με την εμπορία αντικών είναι επίσης απαράδεκτες διότι με αυτές πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ στον διάδικο του οποίου απορρίπτεται το ένδικο μέσο επιβάλλονται τα δικαστικά έξοδα. Η κατ' εφαρμογή του άρθρου αυτού διάταξη του βουλεύματος με την οποία στον εκκαλούντα - αναιρεσείοντα επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα δεν χρήζει οποιασδήποτε αιτιολογίας. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του Κ.Π.Δ μοναδικός λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ2 με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Β.- Επί της αιτήσεως της Χ1 Το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο μεταξύ της αναιρεσείουσας και του εγκαλούντος Α γάμος λύθηκε αμετάκλητα την 25-2-2004, ότι η κλοπή των κινητών πραγμάτων αυτού από την αναιρεσείουσα από κοινού με τον Χ2 έγινε εξακολουθητικά κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 2003 μέχρι και την 7-4-2004. Κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, ο εγκαλών επισκέφτηκε το διαμέρισμα στο οποίο εφυλλάσσονταν τα αντικείμενα της κλοπής και τότε το πρώτον αντιλήφθηκε την απώλεια, αυθημερόν δε (7-4-2004) υπέβαλε αρμοδίως έγκληση κατ' αγνώστων. Με τις παραδοχές αυτές, για τις μερικότερες πράξεις κλοπής οι οποίες έλαβαν χώρα μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου της αναιρεσείουσας και του εγκαλούντος, εμπροθέσμως κατά τα άρθρα 117 και 118 του Π.Κ υπεβλήθη η έγκληση του παθόντος. Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως α) για απόλυτη ακυρότητα εκ του λόγου ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη χωρίς έγκληση του παθόντος για τις μερικότερες πράξεις κλοπής- υφαίρεσης που έλαβαν χώρα πριν την λύση του γάμου και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου εκ του λόγου ότι παραπέμπεται για κακουργηματική κλοπή και όχι για υφαίρεση είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εφόσον για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως το Συμβούλιο Εφετών δέχεται ότι η συνολική αξία των αντικειμένων της κλοπής υπερβαίνει το χρηματικό όριο των 73.000 ευρώ, η παραδοχή του βουλεύματος ότι η συνολική αξία αυτών ανέρχεται σε 250.000 ευρώ, δεν είναι αντιφατική κατά τούτο και η σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη. Τέλος με πλήρη και ειδική αιτιολογία το συμβούλιο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για εξάλειψη του αξιοποίνου κατά το άρθρο 379 Π.Κ, όσα δε περί του αντιθέτου με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ υποστηρίζει η αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 125/23-6-2008 αίτηση της Χ1 και την από 126/24-6-2008 αίτηση του Χ2 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 826/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογημένη παραπομπή για κλοπή - υφαίρεση από κοινού σε βαθμό κακουργήματος. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Συναυτουργία, Υφαίρεση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1026/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενο τον αιτούντα Χ. Με εγκαλούντα τον Ψ. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 4 Δεκεμβρίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2004/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 68/17.2.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1. Εισάγω ενώπιόν σας, κατ' άρθρο 132 παρ. 2 ΚΠΔ, την από 4/12/2008 αίτηση του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών περί κανονισμού αρμοδιότητας, καθ' όσον για την προκείμενη υπόθεση της από 25-2-2008 εγκλήσεως του Ευέλπιδος 1ης Τάξεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Ψ σε βάρος του Ευέλπιδος IVης τάξεως της ίδιας Σχολής Χ (υποβάλλεται συνημμένως η έγκληση μαζί με τη σχετική δικογραφία Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης, που υποβλήθηκε με το υπ' αρ. Φ. 453.2/11/8080/7-2-2008 έγγραφο της ΣΣΕ/ΔΠ-ΔΜ) υφίσταται αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητας (δικαιοδοσίας) μεταξύ της Εισαγγελίας του Στρατοδικείου Αθηνών και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών. 2. Επί του θέματος αυτού εκθέτουμε τα εξής: Α. Ι. Την 26-2-2008 κατετέθη στην Εισαγγελία Στρατοδικείου Αθηνών η από 25-2-2008 έγκληση του Ευέλπιδος Ιης Τάξεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Ψ κατά του Ευέλπιδος IVης Τάξεως της ίδιας Σχολής Χ για "βαριά, επικίνδυνη και απρόκλητη σωματική βλάβη", πράξη φερόμενη ως τελεσθείσα την 26-11-2007 εντός του στρατοπέδου της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων στην περιοχή ...... κατά τη διάρκεια στρατιωτικής δραστηριότητας. Την 29-4-2008 η Εισαγγελία Στρατοδικείου Αθηνών διαβίβασε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την έγκληση (μαζί με τη σχετική με αυτή Ένορκη Διοικητική Εξέταση, που είχε διενεργηθεί από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων) λόγω δικής της δικαιοδοσίας/αρμοδιότητας "καθ' όσον ο καθ' ου η έγκληση και η σχετική με αυτήν ΕΔΕ σπουδαστής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Χ είναι υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας και επομένως, ως στερούμενος της ελληνικής ιθαγένειας και όντας αλλοδαπός, δεν είναι στρατιωτικός του ελληνικού στρατού, κατ' άρθρο 5 παρ. 1 στοιχ. α και β του Ν.2287/1995 ("Κύρωση του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα"), με συνέπεια να μην υπάγεται στη δικαιοδοσία των ελληνικών στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων, κατ' άρθρο 193 παρ. 1 Ν.2287/1995, αλλά σε αυτήν των κοινών ποινικών αντιστοίχων". Την 19-6-2008 η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών με το υπ' αρ. ΑΒΜ: Δ2008/2689//19-6-2008 έγγραφό της επέστρεψε στην Εισαγγελία Στρατοδικείου Αθηνών την προαναφερθείσα έγκληση (μαζί με την Ένορκη Διοικητική Εξέταση) "καθόσον ο εγκαλούμενος σπουδαστής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Χ, καίτοι υπήκοος της Κυπριακής δημοκρατίας, υπάγεται στην δικαιοδοσία των στρατιωτικών δικαστηρίων και ουχί των κοινών ποινικών δικαστηρίων (ad hoc ΑΠ 955/1991, ΠΧρ 1991, σ. 1284 -ΑΠ 1613/1986, Πχρ 1987, σ. 1020)". ΙΙ. Ο Εύελπις IVης Τάξεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Χ γεννήθηκε στην ......, είναι υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατετάγη στην Ιη τάξη της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων το 2004 στο πλαίσιο διμερούς συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου για την παροχή από την πρώτη προς τη δεύτερη στρατιωτικής μορφωτικής βοήθειας, σύμφωνα με το υπ' αρ. Φ. ...... έγγραφο ΓΕΕΘΑ/Κλάδος Πόρων-Δνση Εκπαίδευσης/Τμήμα Διακλαδικής Εκπαίδευσης, η δε ορκωμοσία του ως πρωτοετούς μαθητή της Σχολής έλαβε χώρα την 26-11-2004. Κατά το προαναφερθέν έγγραφο ΓΕΕΘΑ, ο εν λόγω Ελληνοκύπριος Εύελπις περάτωσε με επιτυχία τις εξετάσεις της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης στην προαναφερθείσα Σχολή, έλαβε πιστοποιητικό σπουδών και πτυχίο, το οποίο όμως δεν πληροί τον προβλεπόμενο τύπο, σύμφωνα με τον Οργανισμό της Σχολής, διότι δεν συμμετείχε στην ορκωμοσία Ανθυπολοχαγών της Τάξης του, η οποία έλαβε χώρα την 23-7-2008. B. Ι. Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 96 παρ. 4 εδ. α' Συντάγματος, 5 παρ. 1 περ. α', β', 167 παρ. 1 και 193 παρ. 1 Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.2287/1995), στη δικαιοδοσία των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων υπάγονται οι στρατιωτικοί που ανήκουν στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις (στον ελληνικό στρατό της ξηράς, της θάλασσας και του αέρα), καθώς και στο λιμενικό σώμα. Η ιδιότητα του στρατιωτικού των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων αποκτάται με την κατάταξη σε αυτές λόγω ορισμένης αιτίας, ήτοι είτε προς εκπλήρωση στρατεύσιμης, εφεδρικής ή πρόσθετης στρατιωτικής υποχρεώσεως (Ν.3421/2005 "Στρατολογία των Ελλήνων και άλλες διατάξεις") είτε εθελοντικώς είτε προς Απόκτηση της ιδιότητας του μόνιμου στρατιωτικού δια της εισόδου σε στρατιωτικές παραγωγικές σχολές ή δι' άλλου τρόπου (διαγωνισμού). Είναι σαφές από τη γραμματική, την ουσιαστική και την τελολογική προσέγγιση και ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων ότι ο όρος "στρατιωτικός" στον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα προσδιορίζει τον Έλληνα, ήτοι τον έχοντα την ελληνική ιθαγένεια και όχι τον στερούμενο αυτής αλλοδαπό, ο οποίος ανήκει στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις υπό την έννοια ότι είναι ενταγμένος σε αυτές οργανικά και υπηρετεί την Ελληνική Δημοκρατία ως στρατιωτικός υπάλληλός της. Και ναι μεν κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (Ν.3284/2004) ομογενείς αλλοδαποί, εισαγόμενοι στις στρατιωτικές σχολές αξιωματικών ή υπαξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων ή κατατασσόμενοι στις ένοπλες δυνάμεις ως εθελοντές, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, αποκτούν αυτοδίκαια την ελληνική ιθαγένεια από την εισαγωγή τους στις σχολές ή από την κατάταξή τους, πλην όμως είναι προφανές και αναμφισβήτητο ότι η ρύθμιση αυτή αφορά σε ομογενείς αλλοδαπούς, οι οποίοι εντάσσονται οργανικά στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις για να υπηρετήσουν το ελληνικό κράτος ως Έλληνες στρατιωτικοί, όπως προαναφέρθηκε. ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 1911/1990 "Ρύθμιση στρατολογικών θεμάτων και άλλες διατάξεις" επιτρέπεται η εισαγωγή και φοίτηση στις παραγωγικές σχολές αξιωματικών και υπαξιωματικών, καθώς και στις σχολές πολέμου και επιμορφώσεως των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, υπηκόων ξένων κρατών (παρ. Ι), ενώ οι χώρες, από τις οποίες προέρχονται οι αλλοδαποί, που θα φοιτήσουν στις σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων και οι προϋποθέσεις, που απαιτούνται για την παροχή της εκπαίδευσης αυτών καθορίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής 'Αμυνας και Εξωτερικών (παρ. 2), οι δε αλλοδαποί, που φοιτούν στις προαναφερόμενες σχολές, έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, όπως και οι 'Ελληνες σπουδαστές των σχολών αυτών (παρ. 3). Οι αλλοδαποί μαθητές των ελληνικών στρατιωτικών σχολών εισάγονται και φοιτούν σε αυτές με βάση συγκεκριμένες διμερείς μεταξύ Ελλάδας και άλλου κράτους συμφωνίες, η ουσία των οποίων συνίσταται στη δωρεάν παροχή στρατιωτικής μορφωτικής βοήθειας, τούτο δε συμβαίνει στο πλαίσιο της ασκούμενης από τη χώρα μας εξωτερικής πολιτικής. Η εισαγωγή και φοίτησή τους δεν δημιουργεί υπηρεσιακή κατάσταση με προοπτική διάρκειας για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, αφού μετά από την αποφοίτηση τους στελεχώνουν τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας τους, στις οποίες κατά κανόνα είναι ήδη ενταγμένοι ούτε δε οι ίδιοι αλλοδαποί και οι χώρες προέλευσής τους, αλλά ούτε και η Ελληνική Πολιτεία, θεωρούν την εισαγωγή στην ελληνική στρατιωτική παραγωγική σχολή ως κατάταξη στον Ελληνικό Στρατό, μιας και πρόκειται για έναν κύκλο σπουδών και μόνο. Τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, που έχουν όπως οι Έλληνες σπουδαστές των σχολών κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 Ν. 1911/1990, είναι σαφές ότι αφορούν σε ότι έχει σχέση με την ιδιότητά τους ως σπουδαστών. Περαιτέρω, ενώ οι έλληνες μαθητές αυτών των σχολών ορκίζονται ως πρωτοετείς, με συνέπεια την απόκτηση της ιδιότητας του έλληνα στρατιωτικού (άρθρο 5 παρ. 3 Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα), για τους αλλοδαπούς μαθητές (πλην των Ελληνοκυπρίων, για τους οποίους βλ. πιο κάτω) προβλέπεται μόνο η δόση "υπόσχεσης" και όχι ορκωμοσία (Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας/Δνση Διοικητικής Υποστήριξης/Πολυεθνική Διακλαδική Εκπαίδευση "Κανονισμός Εκπαιδεύσεως Αλλοδαπών", Αθήνα 1996, Τμήμα 23 παρ. 5). Συνέπεια όλων των ανωτέρω είναι ότι δεν υφίσταται για τους αλλοδαπούς μαθητές υποχρέωση υπεράσπισης του Ελληνικού κράτους, σε περίπτωση δε εμπλοκής της Ελλάδας σε ένοπλη σύγκρουση με ξένη χώρα, αυτοί επιστρέφουν αμέσως στην πατρίδα τους. Η μοναδική υποχρέωση των αλλοδαπών μαθητών από την εισαγωγή τους στην παραγωγική Σχολή είναι εκείνη, η οποία απορρέει από την υπόσχεση που δίνουν, και αφορά στα αυτονόητα για μία στρατιωτική σχολή, ήτοι να συμμορφώνονται προς τους κανονισμούς για την τάξη και την πειθαρχία της Σχολής, να καταβάλουν τη μεγίστη προσπάθεια για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της εκπαίδευσης, επιπλέον δε να μη διαδώσουν οποιαδήποτε πληροφορία στρατιωτικής φύσης σε τρίτους. Και είναι βέβαια γεγονός ότι η φύση της υποχρέωσης συμμόρφωσης προς τους στρατιωτικούς κανονισμούς για την τάξη και πειθαρχία στη Στρατιωτική Σχολή αρμόζει μόνο σε στρατιωτικούς, πλην όμως αυτό και μόνο το δεδομένο δεν αρκεί να προσδώσει την ιδιότητα του Έλληνα στρατιωτικού σε αλλοδαπούς, οι οποίοι ουδόλως συνδέονται με την ουσία της στρατιωτικής ιδιότητας και της θεμελιακής υποχρεώσεως για κάθε Έλληνα, που είναι η υπεράσπιση του ελληνικού κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 6 του Συντάγματος. Αν γινόταν δεκτό ότι η ιδιότητα του Έλληνα στρατιωτικού προσδίδεται μόνο από την υποχρέωση κάποιου να συμμορφώνεται προς τους στρατιωτικούς κανονισμούς για την τάξη και πειθαρχία, τότε θα υπήρχε το παράδοξο, οι αλλοδαποί μαθητές των Στρατωτικών Σχολών να θεωρούνται Έλληνες στρατιωτικοί, αλλά να μην υποχρεώνονται να υπερασπίσουν το ελληνικό κράτος (βλ. ΣυμβΣτρατΑθηνών 190/97, αδημοσ. στον νομικό τύπο). Τα ίδια ισχύουν και για τους Κυπρίους (:Ελληνοκυπρίους) μαθητές των ελληνικών στρατιωτικών σχολών, οι οποίοι, ως υπήκοοι της Κυπριακής Δημοκρατίας και στρατιωτικοί αυτής, καθ' όσον προ της εισαγωγής τους στις σχολές διορίζονται "Οπλίτες του Στρατού" της Κύπρου (Κ.Δ.Π. 90/1990, 157/17-4-1991, 351/29.7.2005: Κανονισμοί εκδοθέντες δυνάμει του άρθρου 27 του Περί του Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου - Νόμος 33/1990), φοιτούν σε αυτές κατόπιν διμερούς συμβάσεως μεταξύ Ελληνικής και Κυπριακής Δημοκρατίας, μετά δε την αποφοίτησή τους στελεχώνουν τις κυπριακές ένοπλες δυνάμεις, χωρίς στην περίπτωση τους να γίνεται εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 4 παρ. 1 Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, διότι αυτοί ποτέ δεν εντάσσονται στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις ως οργανικά μέλη τους. Είναι χαρακτηριστικές προς τούτο οι ρυθμίσεις της (εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση της προπαρατεθείσας διατάξεως του άρθρου 7 παρ. 2 Ν. 1911/1990) υπ'αρ. Φ.381/191365/Σ.1899/10-1-1997 Απόφασης Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών ("Στρατιωτική Μορφωτική Βοήθεια προς την Κύπρο"), σύμφωνα με τις οποίες "το Πρόγραμμα Στρατιωτικής Μορφωτικής Βοήθειας προς την Κύπρο αποτελεί Πρόγραμμα Εθνικής Πολιτικής, που άρχισε το 1979 και αποσκοπεί στην πρόσκληση εκπαίδευση και απόδοση στελεχών, ικανών να επανδρώσουν τις Ένοπλες Δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας" (άρθρο 1 παρ. 1), "οι Ε/Κ (:εννοεί Ελληνοκύπριοι) απόφοιτοι των ΑΣΕΙ και ΣΣΥ θα παρακολουθούν υποχρεωτικά τα προβλεπόμενα και για τους ημεδαπούς, αμέσως μετά την αποφοίτηση, Σχολεία, εκτός αν η Χώρα τους δεν το επιθυμεί. Στις λοιπές Σχολές η παρακολούθηση της εκπαιδεύσεως θα γίνεται κατόπιν αιτήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας" (άρθρο 5 παρ. 3 και 4) και ουδεμία χρηματική επιχορήγηση παρέχεται στους Ε/Κ από τη Χώρα μας υπό μορφή μισθού ή επιδόματος" (άρθρο 6 παρ. 5). Και ναι μεν οι Ελληνοκύπριοι μαθητές των ελληνικών στρατιωτικών σχολών δίνουν τόσο κατά την ένταξη τους όσο και κατά την αποφοίτηση τους τον ίδιο με τους Έλληνες μαθητές όρκο, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 της ίδιας Κοινής Υπουργικής Απόφασης Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών, πλην όμως αυτοί ποτέ δεν λογίζονται ως μέλη των ελληνικών ένοπλων δυνάμεων, γι' αυτό και η δόση του όρκου από τους Ελληνοκύπριους λειτουργεί ως σημείο ένταξης και αποφοίτησης, εξομοιούμενη με την ισχύουσα για τους λοιπούς αλλοδαπούς μαθητές δόση υποσχέσεως και μη έχουσα τα αποτελέσματα του όρκου των Ελλήνων στρατιωτικών, ακολουθείται δε, κατά παρέκκλιση από τα ισχύοντα για τους αλλοδαπούς μαθητές. Ενόψει όλων αυτών, τυχόν υπαγωγή των αλλοδαπών μαθητών στρατιωτικών σχολών (στους οποίους συγκαταλεκτέοι και οι προαναφερθέντες Ελληνοκύπριοι) στα ελληνικά στρατιωτικά ποινικά δικαστήρια θα διευρύνει, κατά παράβαση της αρχής του νόμιμου δικαστή (άρθρο 8 Συντάγματος), την αρμοδιότητα των στρατοδικείων. Ως εκ τούτου, οι αξιόποινες πράξεις, που διαπράττονται από αυτούς, πρέπει να κρίνονται ως πράξεις αλλοδαπών, κατ'άρθρο 5 παρ.1 ΠΚ, από τα κοινά ποινικά δικάστηκα. Γ. Στην προκείμενη περίπτωση, κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο εγκαλούμενος (πλέον πρώην) Εύελπις IVης Τάξεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Χ, κυπριακής υπηκοότητας, ο οποίος δεν είχε κατά την κρίσιμη ημερομηνία 26-11-2007 την Ελληνική Ιθαγένεια, διότι δεν την απέκτησε με την είσοδό του στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως στρατιωτικός σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα. Συvεπώς, για τη συμπεριφορά του στην υπό κρίση περίπτωση, για την οποία υπεβλήθη η προαναφερθείσα έγκληση, δικαιοδοσία έχουν, κατά τη γνώμη μας, τα κοινά ποινικά δικαστήρια, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, και όχι τα αντίστοιχα στρατιωτικά ποινικά, τα οποία, αποφασίζοντας για υπόθεση μη υπαγόμενη στη δικαιοδοσία τους, θα έκαναν υπέρβαση εξουσίας, συνιστώσα λόγο αναιρέσεως (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ηα ΚΠΔ). 3. Κατόπιν αυτών, να γίνει από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο) ο αναγκαίος κανονισμός αρμοδιότητας (δικαιοδοσίας) κατ' άρθρο 132 παρ. 2 ΚΠΔ, για την προκεΊμενη ποινική υπόθεση σε βάρος του κυπριακής υπηκοότητας (πλέον πρώην) Ευέλπιδος IVης Τάξεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Χ, κατόπιν της από 25-2-2008 εγκλήσεως του Ευέλπιδος Ιης Τάξεως της ίδιας Σχολής Ψ, προκειμένου να θεμελιωθεί αρμοδιότητα (ήτοι να εγκαθιδρυθεί δικαιοδοσία) των κοινών ποινικών δικαστηρίων. Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω Να γίνει δεκτή η από 4/12/2008 αίτηση κανονισμού αρμοδιότητος του Εισαγγγελέα του Σρατοδικείου Αθηνών και Να ορισθούν ως αρμόδια καθύλη δικαστήρια για την προκειμένη ποινική υπόθεση σε βάρος του Κυπριακής υπηκοότητος, πρώην Ευέλπιδος IVης τάξεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Χ, κατόπιν της από 25/2/2008 εγκλήσεως του Ευέλπιδος Ιης Τάξεως της ίδιας Σχολής, Ψ, τα κοινά ποινικά Δικαστήρια. Αθήνα 27 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα, ή αν με βουλεύματα του ιδίου ή διαφορετικών Συμβουλίων αποφασίστηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμοδίων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται από τον 'Αρειο Πάγο, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, αν τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε η αμφισβήτηση υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο ή αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, ύστερα από νομότυπη αίτηση του Εισαγγελέα, του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος ή του επιτρόπου (ήδη, μετά το νέο Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, Ν. 2287/95 του εισαγγελέα στρατιωτικού δικαστηρίου), που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι υφίσταται περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, με την διαδικασία και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι εν λόγω διατάξεις και επί αποφατικής συγκρούσεως αρμοδιότητας μεταξύ των στρατιωτικών και των κοινών ποινικών δικαστηρίων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 193 παρ. 1 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, στη δικαιοδοσία των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων υπάγονται όσοι είναι στρατιωτικοί κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 β του ιδίου ως άνω κώδικα, Στρατιωτικοί είναι όσοι ανήκουν στο στρατό και στο λιμενικό σώμα, κατά δε την παρ.3 του ιδίου άρθρου, κληρωτός, εθελοντής ή έφεδρος που γίνεται δεκτός στη στρατιωτική υπηρεσία, είναι στρατιωτικός από την κατάταξή του και πριν ακόμη ορκισθεί. Οι λοιποί είναι στρατιωτικοί από την ορκωμοσία τους. Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1, 2 και 3 του Ν.1911/1990 "Εισαγωγή γυναικών στις Ανώτατες Στρατιωτικές Σχολές, ρύθμιση στρατολογικών θεμάτων και άλλες διατάξεις" επιτρέπεται η εισαγωγή και φοίτηση στις παραγωγικές σχολές αξιωματικών και υπαξιωματικών, καθώς και στις σχολές πολέμου και επιμορφώσεως των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, υπηκόων ξένων κρατών. Οι χώρες από τις οποίες προέρχονται οι αλλοδαποί που θα φοιτήσουν στις σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων και οι προυποθέσεις που απαιτούνται για την παροχή εκπαίδευσης αυτών, καθορίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής άμυνας και Εξωτερικών. Οι αλλοδαποί, που φοιτούν στις προαναφερόμενες σχολές, έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, όπως και οι Έλληνες σπουδαστές των σχολών αυτών. Τέλος κατά το άρθρο 7 παρ.1 της κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ως άνω Ν.1911/1990 εκδοθείσης υπ' αριθ. Φ. 381/191365/Σ 1899/10-1-1997 απόφασης Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών ("Στρατιωτική Μορφωτική Βοήθεια προς τη Κύπρο") οι Κύπριοι μαθητές των ελληνικών στρατιωτικών σχολών δίνουν τόσο κατά την ένταξή τους όσο και κατά την αποφοίτησή τους τον ίδιο με τους Έλληνες μαθητές όρκο. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι οι αλλοδαποί-υπήκοοι Κυπριακής Δημοκρατίας που φοιτούν στις στρατιωτικές σχολές έχουν τη στρατιωτική ιδιότητα από το χρόνο που δίδουν την ορκωμοσία, κατά το μέτρο εκείνο που συνδέεται με την εκπαίδευση. Η ανωτέρω δε στρατιωτική ιδιότητα την οποία έχουν, διαμορφώνει την υποχρέωση αυτών να υπαχθούν στο καθεστώς της σχολής στην οποία φοιτούν και στους στρατιωτικούς κανονισμούς και τους νόμους του στρατεύματος. Και είναι μεν αλήθεια ότι αυτοί δεν είναι υποχρεωμένοι να υπερασπισθούν την Ελληνική πατρίδα (άρθρο 4 παρ.6 του Συντάγματος), αλλά τούτο είναι απόρροια του γεγονότος ότι δεν είναι Έλληνες και η στρατιωτική ιδιότητά τους συνδέεται με την εκπαίδευση για την επιτυχία της οποίας πρέπει να συμμορφώνονται προς τις ανωτέρω υποχρεώσεις, οι οποίες από τη φύση τους αρμόζουν μόνο στους στρατιωτικούς. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας και το περιεχόμενο της αίτησης προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου του αρμόδιου στρατιωτικού Εισαγγελέα Αθηνών, την 26-2-2008 κατατέθηκε στην Εισαγγελία Στρατοδικείου Αθηνών η από 25-2-2008 έγκληση του Ευέλπιδος 1ης τάξεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Ψ κατά του Ευέλπιδος IVης Τάξεως της ίδιας σχολής Χ για "βαριά, επικίνδυνη και απρόκλητη σωματική βλάβη", πράξη φερομένη ως τελεσθείσα την 26-11-2007 εντός του στρατοπέδου της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων κατά τη διάρκεια στρατιωτικής δραστηριότητας. Ο εγκαλούμενος Εύελπις της IVης Τάξεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Χ, γεννήθηκε στην ......, είναι υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατετάγη δε στο πλαίσιο διμερούς συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου στην 1η τάξη της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων το έτος 2004 και η ορκωμοσία του ως πρωτοετούς μαθητή της σχολής έλαβε χώρα την 26-11-2004. Την έγκληση αυτή η Εισαγγελία του Στρατοδικείου Αθηνών διαβίβασε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών για το λόγο ότι ο εγκαλούμενος όντας αλλοδαπός δεν είναι στρατιωτικός του ελληνικού στρατού με συνέπεια να μη υπάγεται στην δικαιοδοσία των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων. Η Εισαγγελία Αθηνών με το υπ' αριθ. ΑΒΜ:Δ 2008/2869/19-6-2008 έγγραφό της επέστρεψε στην Εισαγγελία Στρατοδικείου Αθηνών την προαναφερθείσα έγκληση με την αιτιολογία ότι ο εγκαλούμενος καίτοι υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπάγεται στη δικαιοδοσία των στρατιωτικών δικαστηρίων. Με τα δεδομένα όμως αυτά δημιουργήθηκε αποφατική σύγκρουση δικαιοδοσίας μεταξύ κοινών ποινικών δικαστηρίων και στρατιωτικών και πρέπει να προσδιοριστούν τα αρμόδια για να επιληφθούν την υπόθεση που δημιουργήθηκε σε βάρος του Χ κατόπιν της από 25-2-2008 εγκλήσεως του Ψ, ως τέτοια δε κρίνονται τα στρατιωτικά ποινικά δικαστήρια, εφόσον σύμφωνα με εκείνα τα οποία προεκτέθηκαν ο εγκαλούμενος ήταν στρατιωτικός. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αίρει την αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητος, που δημιουργήθηκε μεταξύ των στρατιωτικών και των κοινών ποινικών δικαστηρίων και προσδιορίζει ως αρμόδια δικαστήρια για να επιληφθούν της υπόθεσης που δημιουργήθηκε σε βάρος του Κυπριακής υπηκοότητας, Ευέλπιδος της IVης τάξεως Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Χ κατόπιν της από 25-2-2008 εγκλήσεως του Ψ τα στρατιωτικά ποινικά δικαστήρια. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Αίρει την αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητας. Προσδιορίζει ως αρμόδια δικαστήρια τα στρατιωτικά ποινικά δικαστήρια.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
2
Αριθμός 1024/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της 5523/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1865/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή, αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 § 1 περ. α του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλο της απόφασης για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, που μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί ωστόσο να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 5523/2008 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα εξής : "Ο κατηγορούμενος, έχοντας λάβει και παλαιότερα αναβολή κατατάξεως στο στρατό αρχικά για λόγους σπουδών και το έτος 2000 με απόφαση της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, επειδή έπασχε από κάκωση έξω μηνίσκου δεξιού γόνατος, στις 27-7-2001, ενόψει της κατατάξεως του στις 30-7-2001, μετέβη στις 27-7-2001 στο αρμόδιο Στρατολογικό Γραφείο Πειραιά. Από εκεί παραπέμφθηκε για εξέταση της σωματικής του ικανότητας, γιατί είχε προσκομίσει ιατρική βεβαίωση του 401 Γ.Σ.Ν.Α. με διάγνωση "υποτροπή οσφυαλγίας ΔΕ ριζίτικα σύστοιχα" με ένδειξη εξάμηνης αναβολής, στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών. Το φάκελο του Στρατολογικού Γραφείου τον παρέλαβε ο ίδιος ο κατηγορούμενος για να τον μεταφέρει στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών. Στις 5-9-2001 εισήλθε στο Στρατολογικό Γραφείο Πειραιά γνωμάτευση της ως άνω Επιτροπής με αριθμό ..., με την οποία κρινόταν ακατάλληλος για στράτευση, αφού έπασχε από μεγάλου βαθμού σπονδιλολίσθηση 05-11 με έντονες λειτουργικές διαταραχές και ριζίτικες εκδηλώσεις. Με βάση αυτή τη γνωμάτευση χορηγήθηκε στον κατηγορούμενο απαλλαγή από τη στράτευση. Στη συνέχεια τον Απρίλιο του έτους 2005 διαπιστώθηκε από την Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών ότι η ως άνω γνωμάτευση σωματικής ικανότητας του κατηγορουμένου "δεν ήταν έγκυρη"και ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε προσέλθει για εξέταση στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών το έτος 2001. Στο αρχείο της εν λόγω υπηρεσίας υπήρχε γνωμάτευση με τον ίδιο αριθμό [...], που αφορούσε στον στρατεύσιμο ..., για τον οποίο είχε αποφανθεί ότι "είναι ικανός τετάρτης 1-4", είχε δε εκδοθεί από κλιμάκιο της ίδιας Επιτροπής, που λειτούργησε στη Σύρο. Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι ο φάκελος, που παρέλαβε, όπως προαναφέρεται, ο κατηγορούμενος για να τον μεταφέρει στην Επιτροπή Απαλλαγών, δεν βρέθηκε ότι έχει καταχωρηθεί ως εισερχόμενο έγγραφο στην υπηρεσία αυτή. Με βάση τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η γνωμάτευση σωματικής ικανότητας του κατηγορουμένου είναι πλαστή ως προς όλα της τα στοιχεία, αφού ο κατηγορούμενος δεν μετέβη στην Επιτροπή Απαλλαγών, δεν παρέδωσε το φάκελο του Στρατολογικού και, κυρίως, ουδέποτε εξετάστηκε και διαπιστώθηκε ιατρικά η νόσος από την οποία αναγράφεται ότι πάσχει. Το εν λόγω έγγραφο καταρτίστηκε από πρόσωπο, το οποίο δεν κατέστη δυνατόν να εντοπιστεί ούτε και μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου. Την απόφαση καταρτίσεως και χρήσεως αυτού του εγγράφου στο ως άνω άγνωστο πρόσωπο την προκάλεσε ο κατηγορούμενος, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο με πρόθεση, πειθώ, παραινέσεις και φορτικότητα. Από την κατάρτιση και την χρήση αυτού του πλαστού εγγράφου μόνος ωφελούμενος είναι ο κατηγορούμενος, γιατί με τη νόσο, που αναγράφηκε σε αυτό, πέτυχε την οριστική απαλλαγή του από τη στράτευση, ενόψει του ότι με την ιατρική βεβαίωση του 401 Σ.Γ.Ν.Α. που προσκόμισε αρχικά στο Στρατολογικό Γραφείο Πειραιά και την αναφερόμενη σε αυτή πάθηση "υποτροπή οσφυαλγίας ΔΕ ριζίτικα σύστοιχα"υπήρχε οδηγία για εξάμηνη αναβολή. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την παραπάνω πράξη προκειμένου να διευκολυνθεί η άμεση συντήρηση του, η κίνηση ή η κοινωνική του πρόοδος, ώστε να τίθεται ζήτημα μεταβολής της κατηγορίας σε πλαστογραφία πιστοποιητικού κατ άρθρο 217 ΠΚ [ΑΠ 868/2007, ΑΠ 2216/2005], όπως αβάσιμα ζητεί. Αντιθέτως, πλήρως αποδείχθηκε ότι τέλεσε την παραπάνω πράξη προκειμένου να παραπλανήσει το Στρατολογικό Γραφείο Πειραιά, ώστε να πετύχει, παράνομα, την απαλλαγή του από τη στράτευση του. Με βάση τα παραπάνω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, όπως και πρωτοδίκως, για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση και να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του ότι, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν θεμελιώνεται το αδίκημα του άρθρου 217 ΠΚ. Πρέπει, όμως, να αναγνωριστεί ότι μέχρι τον χρόνο τελέσεως της ως αξιόποινης πράξεως ο κατηγορούμενος έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή [ΠΚ 84 παρ.2 α]. "Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία, και, αφού ανεγνώρισε σε αυτόν την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου του άρθρου 84 § 2 εδαφ. α του ΠΚ, επέβαλε στον ίδιο ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τρία χρόνια . Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1α, και 216 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου . Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων από πρόθεση, με πειθώ φορτικότητα και παραινέσεις προκάλεσε την απόφαση στον άγνωστο τρίτο να τελέσει την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, προκειμένου αυτός να ωφεληθεί από την προπεριγραφείσα αξιόποινη συμπεριφορά εκείνου, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, ακριβώς γιατί μπορούσε να γίνει δεκτή από τις αρμόδιες υπηρεσίες (Σρατολογικό Γραφείο Πειραιώς) η ανικανότητα αυτού για στράτευση, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας να διαλάβει 1) σε τι ακριβώς συνίσταται η πλαστότητα της ιατρικής γνωματεύσεως αφού δέχεται ότι αυτή ήταν πλαστή ως προς όλα τα στοιχεία της και 2)τον τρόπο με τον οποίο η ως άνω γνωμάτευση "εισήλθε"στο Στρατολογικό γραφείο Πειραιώς. Περαιτέρω, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με τη χρήση της προδιαληφθείσης πλαστής ιατρικής γνωμάτευσης επιδίωκε ο αναιρεσείων να παραπλανήσει το Στρατολογικό Γραφείο Πειραιά ως προς τη γνησιότητά της και έτσι να κριθεί ακατάλληλος για στράτευση, ορθά το Εφετείο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ και όχι εκείνη του άρθρου 217 του ΠΚ (πλαστογραφία πιστοποιητικού), αφού από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αν η πλαστογράφηση γίνεται για άλλο σκοπό εκτός του διαλαμβανόμενου στο άρθρο 217 του ΠΚ, τότε και αν ακόμη αφορά έγγραφα προβλεπόμενα από το άρθρο αυτό, εφαρμογή έχει η γενική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ και όχι η εξαιρετική του άρθρου 217 του ίδιου κώδικα. Με βάση τα προαναπτυχθέντα, οι συναφείς εκ του άρθρου 510 παρ. παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ διατυπούμενοι λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η αίτηση αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-11-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 5523/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1027/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Βιολέττα Κριτσίλη, περί αναιρέσεως της 425/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 211/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των εδαφ. β' και ζ' της παρ.1 του άρθρου 5 του ν.1729/1987 "Καταπολέμηση της διάθεσης ναρκωτικών..", όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του ν.2161/1993, προβλέπονται ως βασικά εγκλήματα, πλην άλλων, η αγορά, η πώληση και η κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Η αγορά των ουσιών αυτών πραγματώνεται με την, κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ, μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και τη, για το σκοπό αυτή, παράδοσή της από τον πωλητή στον αγοραστή με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Ως κατοχή θεωρείται η φυσική εξουσία της ναρκωτικής ουσίας από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη δική του βούληση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠολΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα, για την αιτιολόγηση της τελέσεως των παραπάνω εγκλημάτων της αγοράς, πώλησης και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) του χρόνου τελέσεως των πράξεων αυτών, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τους, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς ούτε έλλειψη αιτιολογίας, β) της ταυτότητας των πωλητών ή των αγοραστών, του συμφωνηθέντος τιμήματος, του τρόπου καταβολής αυτού και του τρόπου παραδόσεως των ναρκωτικών ουσιών και γ) επί κατ'εξακολούθηση τελέσεως των επί μέρους πράξεων. Προς τούτοις, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρων ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. 'Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 425/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στον ... κατά το χρονικό διάστημα από 10-10-2004 έως 10-11-2004 μη όντας τοξικομανής με πρόθεση τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, τα οποία αποτελούν παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών. Ειδικότερα: α) στον ... κατά το ως άνω χρονικό διάστημα και σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε ,με πρόθεση αγόρασε από πρόσωπο η ταυτότητα του οποίου δεν εξακριβώθηκε, αντί τιμήματος το ακριβές ποσό του οποίου ωσαύτως δεν κατέστη δυνατή η διακρίβωση, ποσότητες ηρωίνης και κοκαΐνης, από τις οποίες βρέθηκε στην κατοικία του ποσότητα ηρωίνης βάρους 688,3 γραμμαρίων και ποσότητα κοκαΐνης βάρους 4,4 γραμμαρίων, οι οποίες είναι ναρκωτικές ουσίες κατά νόμο και οι οποίες κατασχέθηκαν. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος κατά το αυτό ως άνω χρονικό διάστημα με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος της πώλησης ναρκωτικών ουσιών, πώλησε σε διάφορα πρόσωπα, η ταυτότητα των οποίων δεν διακριβώθηκε, ποσότητες ηρωίνης και κοκαΐνης, αντί τιμήματος 15-22 ευρώ και 70-80 ευρώ το κάθε γραμμάριο αντίστοιχα και τέλος στον ..., στην οικία του, που διατηρούσε στην οδό ..., είχε στην κατοχή του με την έννοια της φυσικής εξουσίας τους, με σκοπό να ελέγχει κάθε στιγμή την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει, ναρκωτικές ουσίες. Συγκεκριμένα στην ανωτέρω οικία του κατά την ώρα που πραγματοποίησαν αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής, βρέθηκε να κατέχει έξι (6) νάϋλον σακκουλάκια, τα οποία περιείχαν συνολική ποσότητα ηρωίνης βάρους 600 γραμμαρίων (6χ100 γρ), ένα (1) νάϋλον σακκουλάκι, το οποίο περιείχε ηρωίνη βάρους 80 γραμμαρίων, ένα αυτοσχέδιο δε, που είχε περιτυλιχθεί με κολλητική ταινία και το οποίο περιείχε ποσότητα ηρωίνης βάρους 5,5 γραμμαρίων επτά (7) νάϋλον σακκουλάκια, τα οποία περιείχαν ποσότητα ηρωίνης βάρους 2,8 γραμμαρίων (7χ0,4 γρ.) και ένδεκα (11) νάϋλον σακκουλάκια, τα οποία περιείχαν ποσότητα κοκαΐνης βάρους 4,4 γραμμαρίων (11χ0,4 γρ). Η ανωτέρω ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, βρέθηκε, όπως αναφέρθηκε, στην κατοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι αυτή παραδόθηκε σ'αυτόν από φιλικό του πρόσωπο, χωρίς όμως να το κατονομάζει, για φύλαξη και όχι για διάθεση σε τρίτους. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός, τον οποίο είχε προβάλει και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε. Ενόψει όλων αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις της αγοράς, της πώλησης κατ'εξακολούθηση και της κατοχής των ως άνω ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες πρέπει να επιβληθεί σ'αυτόν μία ποινή (άρθρο 5 παρ.2 του ν.1729/1987, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί), όπως κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Περαιτέρω από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν προέκυψε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ. Ειδικότερα το γεγονός ότι κατά το τετραετές και πλέον χρονικό διάστημα (4 έτη και δύο μήνες περίπου), που κρατείται στις φυλακές, συμπεριλαμβανομένου και του χρονικού διαστήματος της προσωρινής του κράτησης, επέδειξε καλή διαγωγή, η οποία άλλωστε επιβαλλόταν από τους κανονισμούς του σωφρονιστικού ιδρύματος και πειθαρχημένη συμπεριφορά, ότι δεν δημιούργησε πρόβλημα με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους ή τους συγκατηγορουμένους του και δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά, δεν θεμελιώνει ελαφρυντική περίσταση, δεδομένου ότι η συμπεριφορά του αυτή αναφέρεται σε χρόνο που κρατείται και είναι εκκρεμείς οι εναντίον του κατηγορίες και αποτελεί συμπεριφορά που έχει ως στόχο να επιτύχει επιεική μεταχείριση από το Δικαστήριο και δεν αναφέρεται σε ελεύθερη διαβίωση. Εξάλλου δεν αποδείχθηκαν, ούτε ο ίδιος επικαλέστηκε άλλα θετικά στοιχεία δυνάμενα να θεμελιώσουν την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού. Άλλωστε ο ίδιος με την υπ' αριθμ.1548/1999 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκε σε κάθειρξη 12 ετών και χρηματική ποινή 5000000 δραχμών για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Σύμφωνα δε με όλα τα πιο πάνω ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 3 πιν. Α6, 5 παρ.1 εδάφ. β' ζ' ν.1729/1987, όπως ισχύει, και 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 98 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Περαιτέρω πλήρως αιτιολογείται η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του, της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ. Με βάση τα προαναπτυχθέντα, οι συναφείς εκ του άρθρου 510 παρ. παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ και συνεπτυγμένως διατυπούμενοι λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Οι λοιπές, στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι'αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η αίτηση αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ.2/29-1-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της 425/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για αγορά, πώληση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.
0
Αριθμός 1032/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 το γένος ... και 2) Χ2 αμφοτέρων κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Ευσταθόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 6.006/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 το γένος ..., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπόκοτα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 104/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 171 ΚΠΔ Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ'όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται: 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ....δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος και 2) Αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 6006/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, οι κατηγορούμενοι εξεπροσωπήθησαν από τον δικηγόρο Αθηνών Αργύριο Ευσταθόπουλο, ο οποίος τους εξεπροσώπησε και πρωτοδίκως, η δε παθούσα Ψ1 εδήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής και διώρισε πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Δημήτριο Μπόκοτα, ο οποίος και παρέστη, όπως και πρωτοδίκως. Οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεώς των, ότι στα πρακτικά αναγράφεται ο άνω Αργύριος Ευσταθόπουλος ως δικηγόρος τόσο των κατηγορουμένων, όσο και της πολιτικώς εναγούσης, υπαρχούσης, εντεύθεν, απολύτου ακυρότητος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η τοιαύτη αναγραφή, η οποία οφείλεται εις προφανή παραδρομή, δεν συνιστά λόγον απολύτου ακυρότητας, εις πάσα περίπτωση δε, κατ' ουδέν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ότι η αναγραφή του ιδίου δικηγόρου και για την πολιτικώς ενάγουσα, ο οποίος όμως δεν παρέστη και δια την τελευταίαν, παρεμπόδισε την άσκηση των υπό του νόμου παρεχομένων δικαιωμάτων τους ως κατηγορουμένων καθ' όσον κατά λέξη αναφέρουν ότι: "ως δικηγόρος της παρέστη ο δικηγόρος Αθήνας Δημήτριος Μπόκοτας, ο οποίος και αγόρευσε ως συνήγορος πολιτικής αγωγής". Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρεται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγον αναιρέσεως κατ' άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει εις την διάταξη αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη, την οποία πράγματι έχει αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη στη διάταξη που εφηρμόσθη καθώς και όταν η διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, αναγόμενο στην ταυτότητα και στα στοιχεία του οικείου εγκλήματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, οίοι είναι οι κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 332 παρ. 2 ΚΠΔ προβαλλόμενοι από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Όταν όμως ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του προβάλλει αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα ειδικώς και αιτιολογημένως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, υπ'αριθμ. 6.006/2008 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 έχουν τελέσει την πράξη της απάτης από κοινού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι με την εκκαλουμένη απόφαση. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι, το Μάϊο του 2001, ζήτησαν από την εγκαλούσα να συναινέσει στην σύναψη τοκοχρεωλυτικού δανείου στο όνομα της από τη Eurobank Ergasias, ύψους 29.350 ευρώ, με την παροχή δικαιώματος εγγραφής προσημειώσεως σε ακίνητο ιδιοκτησίας της, προκειμένου στη συνέχεια να τους παραδώσει το χρηματικό ποσό που θα λάμβανε αυτή από την ως άνω Τράπεζα, ως δάνειο για την κάλυψη των αναγκών της οικογενειακής επιχειρήσεως εμπορίας ειδών χαρτοπωλείου, βιβλιοπωλείου κ.λ.π. που διατηρούσαν και λειτουργούσε υπό τη μορφή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" με την υποχρέωση αυτών να εξοφλούν οι ίδιοι τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις του δανείου στην ως άνω Τράπεζα, διαβεβαιώνοντας την από κοινού ότι έχουν τη δυνατότητα να καταβάλουν τις δόσεις του δανείου, δεδομένου ότι είναι συγκύριοι πολυώροφης οικοδομής ευρισκόμενης στην ... στο...την οποία επρόκειτο να εκποιήσουν. Με την παράσταση του ως άνω γεγονότος, δηλ. της συγκυριότητας τους επί της ως άνω οικοδομής και της εντεύθεν δυνατότητας τους προς εξόφληση των δόσεων του δανείου έπεισαν την εγκαλούσα στις... να υπογράψει για τον ως άνω σκοπό την υπ' αριθμ. ... δανειακή σύμβαση με την ως άνω Τράπεζα και να λάβει από την τελευταία το ποσό των 29.347,73 ευρώ ως στεγαστικό δάνειο, συναινώντας στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης υπέρ της εν λόγω Τράπεζας, για την εξασφάλιση της αποπληρωμής του και ακολούθως, να καταθέσει την ίδια ημέρα εκταμίευσης του δανείου σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης κατηγορουμένης και του δεύτερου κατηγορούμενου, που τη συνόδευσε στην ως άνω Τράπεζα την ημερομηνία υπογραφής της δανειακής συμβάσεως, το ποσό του δανείου. Το παραπάνω γεγονός, όμως, με την παράσταση του οποίου ως αληθούς οι κατηγορούμενοι έπεισαν την εγκαλούσα να προβεί στις πιο πάνω πράξεις ήταν εν γνώσει τους ψευδές, αφού, όπως αποδείχτηκε, ιδιοκτήτης της πιο πάνω πολυώροφης οικοδομής, η οποία μάλιστα ήταν βεβαρημένη με κατασχέσεις και προσημειώσεις ήταν ο αδελφός τους Ζ1 πράγμα το οποίο εάν γνώριζε η εγκαλούσα δεν θα συναινούσε στη λήψη του εν λόγω δανείου και την παράδοση του ποσού αυτού στους κατηγορούμενους, καθώς και στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του παραπάνω ακινήτου της για την εξασφάλιση της αποπληρωμής αυτού. Αποτέλεσμα της ως παραπλανητικής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, στην οποία προέβησαν οι κατηγορούμενοι με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με το ποσό του δανείου με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσας, ήταν να υποστεί αυτή ιδιαίτερα μεγάλη περιουσιακή ζημία η εγκαλούσα, ύψους 2.934,73 ευρώ, δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι, πέραν μικρού αριθμού δόσεων, συνολικού χρηματικού ποσού 2.160 ευρώ περίπου (βλ. τα αναγνωσθέντα δελτία καταθέσεων στην ως άνω Τράπεζα), που αφορούσε τόκους του δανείου, σταμάτησαν από το 2002 να καταβάλουν τις δόσεις αυτού, το οποίο τελικά αναγκάστηκε να εξοφλήσει η ίδια. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται πλήρως από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, ιδίως δε από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας η οποία κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι οι κατηγορούμενοι της είπαν ότι είναι συνιδιοκτήτες σε ένα ακίνητο, ότι την ημέρα εκταμίευσης των χρημάτων κατέληξε να βρεθεί σε ένα υποκατάστημα της ως άνω τράπεζας με το δεύτερο κατηγορούμενο και να καταθέσει στον κοινό λογαριασμό τους το ποσό του δανείου, ότι αν δεν της έλεγαν ότι είχαν ακίνητη περιουσία δεν θα έκανε τέτοια κίνηση, ότι ειδοποιήθηκε από την Τράπεζα ότι δεν πληρώνονται οι δόσεις και ότι όταν ζήτησε εξηγήσεις από τους κατηγορούμενους για τη μη πληρωμή των δόσεων οι τελευταίοι της είπαν μην τους τα έδινε τα χρήματα και ότι θα την κατηγορήσουν για τοκογλυφία, ενώ στη συνέχεια, όταν αναγκάστηκε να εξοφλήσει το δάνειο για να μην έχει οφειλές προς την Τράπεζα, της υποσχέθηκαν ότι θα της πλήρωναν το κεφάλαιο και δεν της έδωσαν τίποτε. Η κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας ενισχύεται από την κατάθεση του εργαζόμενου στην ως άνω Τράπεζα ..., ο οποίος κατέθεσε ότι το έτος 2002 μετέβη η πολιτικώς ενάγουσα με το σύζυγό της στην Τράπεζα, η οποία παραπονέθηκε σε σχέση με το ως άνω δάνειο ότι έπεσε θύμα απάτης. Οι κατηγορούμενοι με τους υποβληθέντες στην παρούσα δίκη ισχυρισμούς τους που καταχωρίστηκαν στα πρακτικά, οι οποίοι στην πραγματικότητα αποτελούν άρνηση της εις βάρος τους κατηγορίας και όχι αυτοτελή ισχυρισμό, συνομολογούν ότι η πολιτικώς ενάγουσα έλαβε πράγματι και κατέθεσε στον ως άνω κοινό λογαριασμό τους το ως άνω δάνειο, ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η πρώτη κατηγορουμένη Χ1 δεν είχε την παραμικρή ανάμιξη στην έκδοση του δανείου και τη λήψη του προϊόντος του δανείου από το δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος ανέλαβε έναντι της πολιτικώς ενάγουσας την αποπληρωμή των δόσεων αυτού στην Τράπεζα, ότι η πολιτικώς ενάγουσα γνώριζε, ως μόνιμη πελάτης της επιχειρήσεώς τους (βιβλιοπωλείου) το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ως άνω πολυκατοικίας, και συγκεκριμένα ότι αυτή ανήκε στον αδελφό τους και ότι ήταν βεβαρυμένη, καθώς και τα επικαλούμενα απ' αυτούς οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, λόγω της ύπαρξης των οποίων προθυμοποιήθηκε να τους βοηθήσει οικονομικά, πλην, όμως τα παραπάνω, πέραν της συνομολογούμενης και από την ίδια ιδιότητας της ως πελάτισσας επί πολλά χρόνια της επιχειρήσεως τους, δεν επιβεβαιώνονται από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ενώ εξάλλου καθόσον αφορά τη μη ανάμιξη της πρώτης κατηγορουμένης στη λήψη του ποσού του δανείου, ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός των κατηγορουμένων αναιρείται από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, από το οποίο αποδείχτηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη ήταν αυτή που αρχικά πρότεινε στην πολιτικώς ενάγουσα να προβεί στη λήψη του δανείου για το σκοπό που προαναφέρθηκε και αναγνώρισε μαζί με το συγκατηγορούμενο αδελφό της, μετά από απαίτηση της πολιτικώς ενάγουσας, με την από 5-11-2001 υπογραφόμενη και από τους δύο κατηγορούμενους "απόδειξη δρχ. 10.000.000 (EUR 29.347,0286)" την εις ολόκληρον οφειλή της προς την πολιτικώς ενάγουσα από την παραπάνω αιτία, ενώ τέλος και το προϊόν του δανείου κατατέθηκε σε κοινό τραπεζικό λογ/σμό αυτής και του συγκατηγορούμενου αδελφού της. Επομένως, και μετά απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμων των ως άνω αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών των κατηγορουμένων, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για την ως άνω πράξη, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό". Μετά ταύτα εκήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: "Στην ... στις 30.5.2001 οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Ειδικότερα, ζήτησαν από την εγκαλούσα Ψ1 να τους δανείσει το ποσό των 29.350 ευρώ διαβεβαιώνοντας την από κοινού ότι έχουν τη δυνατότητα να εξοφλήσουν το δάνειο, διότι είναι συγκύριοι πολυώροφης οικοδομής κείμενης στο ..., επί της οδούς .... Με τον τρόπο αυτό έπεισαν την εγκαλούσα να υπογράψει την υπ' αριθμ. ... δανειακή σύμβαση και να λάβει το ποσό των 29.347,73 ευρώ ως στεγαστικό δάνειο από την Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias και αφενός μεν να παραδώσει σ' αυτούς το ποσό του δανείου, αφετέρου δε να συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της Τράπεζας σε μονοκατοικία ιδιοκτησίας της κείμενη στην οδό ... στην ... για την εξασφάλιση της αποπληρωμής του, πράξεις από τις οποίες υπέστη ιδιαίτερα μεγάλη περιουσιακή ζημία ύψους 29.347,73 ευρώ, δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν τις δόσεις του δανείου, το οποίο τελικά εξόφλησε η μηνύτρια, εάν δε γνώριζε η εγκαλούσα την αληθή των πραγμάτων κατάσταση και δη ότι δεν ανήκε σ' αυτούς η επί της οδού ... βεβαρημένη με κατασχέσεις και προσημειώσεις πολυκατοικία αλλά στον αδελφό τους Ζ1 και ότι οι κατηγορούμενοι, ήταν κατάχρεοι και δεν σκόπευαν να εξοφλήσουν το δάνειο ασφαλώς και δεν επρόκειτο να τους παρέδιδε το ως άνω ποσό". Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό του, συνδυαζόμενο με το διατακτικό της αποφάσεως, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει εις αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κατεδικάσθησαν οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27, 386 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει το ψευδές περιστατικό, το οποίο παρέστησαν ως αληθές, με την γνώση των ότι είναι ψευδές, τον σκοπό του περιουσιακού οφέλους, το οποίο και επέτυχον, με την αντίστοιχη ζημία της πολιτικώς εναγούσης, ανερχομένης εις το ως εις το διατακτικό αναφερόμενο ποσόν των 29.347,73 ευρώ, αφού τόσον ήτο και το ποσόν του δανείου, το οποίον έλαβε και εν τέλει εξόφλησεν η τελευταία αυτή, χωρίς, συνεπώς, εκ της αναφοράς των 2.943,73 ευρώ στο σκεπτικό, ως ζημίας της πολιτικώς εναγούσης, να δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση, ενώ, περαιτέρω, σαφώς αναφέρει ότι το ποσόν των 2.160 ευρώ αφορούσε τόκους του δανείου, που, εις ουδεμία περίπτωση, εμείωσαν το ποσόν της ζημίας της παθούσης. Επίσης απήντησε και στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, καίτοι δεν είχεν υποχρέωση να απαντήσει, αφού αυτοί δεν ήσαν αυτοτελείς, ως ορθώς εκρίθη υπό της προσβαλλομένης αποφάσεως, εφ' όσον επεκαλέσθησαν οι κατηγορούμενοι ότι (εν συνόψει) "δεν ετελέσθη το αδίκημα" και, εντεύθεν, ούτε ο Εισαγγελεύς ήτο υποχρεωμένος να προτείνει επ' αυτών. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα σχετικοί δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της κρινομένης αναιρέσεως, ως εκτιμώνται εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης. Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 9/16 Ιανουαρίου 2009 αίτηση των 1) Χ1 το γένος ... και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 6.006/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντας στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) έκαστον ως και την δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης εξ ευρώ πεντακοσίων (500). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη από κοινού - Αιτιολογία αποφάσεως - Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Άρθρο 171 ΚΠΔ. Όχι ακυρότης εκ του ότι αναγράφεται ο ίδιος δικηγόρος υπερασπίσεως και πολιτικής αγωγής, εφ' όσον οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι άλλος παρέστη ως συνήγορος πολιτικής αγωγής. Δεν απαιτείται αιτιολογία, όταν έχουμε αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.
0
Αριθμός 1035/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως του με αριθμό 1.271/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.975/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 65/10.2.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 1271/2008 βούλευμά του - που εκδόθηκε κατ'εφαρμογή του άρθρου 7 ν.2928/2001, όπως αντικ. με το άρθρο 42 § 5 ν.3251/2004- παρέπεμψε, μεταξύ των άλλων κατηγορουμένων και τον ...στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για κακουργήματα) Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης -187 § 1 Ποιν.Κ, όπως αντικ. με το άρθρο 1 § 1 ν.2928/2001, και 88 § 1γ ν.3386/2005. Κατά του άνω βουλεύματος, που επεδόθη σ'αυτόν στις 27-11-2008, άσκησε ο άνω κατηγορούμενος στις 5-12-2008 ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών δια πληρεξουσίου - με βάση την από 4-12-2008 εξουσιοδότησή του, στην οποία βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του από δικηγόρο - την υπ'αριθμ. 201/2008 αίτηση αναίρεσης και για τους εκεί αναφερομένους λόγους. ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 7 ν.2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 § 5 ν.3251/2004. "Η περαίωση της κυρίας ανάκρισης για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα κηρύσσεται από το συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης". Από την άνω διάταξη συνάγεται σαφώς ότι το σχετικό βούλευμα του συμβουλίου Εφετών είναι αμετάκλητο, δηλαδή δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο και δη από τον παραπεμπόμενο κατηγορούμενο (βλ. και ΑΠ 464/2003, ΑΠ 456/2003, ΑΠ 843/2005 κ.ά.) χωρίς αυτό να αντίκειται σε κάποια διάταξη νόμου υπέρ νομοθετικής ισχύος, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος δεν στερείται του δικαιώματός του να αναπτύξει τις απόψεις του στο δικαστήριο, τα δε ένδικα μέσα κατά βουλευμάτων δεν κατοχυρώνονται με τέτοιες διατάξεις (βλ. τα ανωτέρω βουλεύματα του Αρείου Πάγου και ΑΠ 177/2005, 402/2004, ΑΠ 209/2005 κ.ά.). Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί 476 § 1 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 201/2008 αίτηση αναίρεσης του ...κατά του υπ' αριθμ. 1271/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 22 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 7 Ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού ετροποποιήθη με το άρθρο 42 παρ. 5 Ν. 3251/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικος κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος εάν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετάκλητα, ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περατώσεως της ανακρίσεως. Εκ της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην ταχεία περάτωση - εκκαθάριση των προβλεπομένων στο άνω άρθρο εγκλημάτων, σαφώς προκύπτει ότι αν προκληθεί κυρία ανάκριση για κακούργημα του άρθρου 187 Π.Κ., αυτή περατώνεται πάντοτε από το Συμβούλιο Εφετών αμετάκλητα, το οποίο είναι και το μόνο αρμόδιο προς τούτο, όχι μόνο όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο κατά το άρθρο 313 Κ.Π.Δ., αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για την άνω πράξη κατά τα άρθρα 309 παρ. 1α και 310 παρ. 1 εδ. 1 Κ.Π.Δ. ή περίπτωση να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατ' άρθρο 309 παρ. 1 εδ. β' Κ.Π.Δ. ή το γεγονός δεν συνιστά αξιόποινη πράξη ή όταν υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως ή τον καταλογισμό, κατ' άρθρο 310 παρ. 1 εδ. 2 Κ.Π.Δ. Εντεύθεν και κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών για την πράξη του άρθρου 187 Π.Κ. και για συναφή εγκλήματα, συνεπώς και πλημμελήματα, δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να ασκήσει το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίον, αν ασκηθεί, είναι απαράδεκτο. Περαιτέρω κατ' άρθρο μεν 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται....το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο", κατά δε το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α' Κ.Π.Δ. "Αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476 το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη....". Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1.271/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επερατώθη η κυρία ανάκριση και κατά του αναιρεσείοντος ... και παρεπέμφθη ούτος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για συγκρότηση, μετ' άλλων τριών ατόμων (εξ ών ο είς είναι ο συγκατηγορούμενός του...) εγκληματικής οργάνωσης, με σκοπό τη διάπραξη κακουργημάτων και δη του άρθρου 323 ΠΚ. Το βούλευμα αυτό είναι κατά τ' άνω εκτεθέντα, αμετάκλητο και συνεπώς, μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ασκουμένη κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 201/5.12.2008 αίτηση του ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1.271/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 7 Ν. 2928/2001, όπως ετροποποιήθη με το άρθρο 42 παρ. 5 Ν. 3251/2004. Η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα του άρθρου 187 ΠΚ κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως, ακόμη και για συναφή εγκλήματα. Απαράδεκτη η αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης. Απορρίπτει.
Οργάνωση εγκληματική
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Οργάνωση εγκληματική.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1038/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, περί αναιρέσεως της 2187/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 122/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ.β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοση τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω πράξεων της αγοράς, κατοχής ή πώλησης ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας τούτων (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου τελέσεως των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος, και [δ] της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2187/2008 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "... Ο κατηγορούμενος κατά τους στο διατακτικό τόπους και χρόνους: 1) Αγόρασε, απαγορευμένες, από το νόμο, ναρκωτικές ουσίες, με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα αγόρασε, με τον ανωτέρω σκοπό, από άγνωστο άτομο, άγνωστο αριθμό δισκίων ECSTASY, περιεχόντων την απαγορευμένη από το νόμο ναρκωτική ουσία μεθυλενοδιοξυμεθαμφεταμίνη, ως και άγνωστες ποσότητες κοκαΐνης κατεργασμένης και ακατέργαστης κάνναβης και ουσίας MDMA (μεθυλενοδιοξυξεθαμφεταμίνης), αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος, μέρος δε των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών αποτελούν οπωσδήποτε τα 429 δισκία ECSTASY, τα 1552,4 γραμμάρια περίπου και τα 28 γραμμάρια περίπου, κατεργασμένης και ακατέργαστης κάνναβης, αντίστοιχα, τα 33,7 γραμμάρια περίπου, της ουσίας MDMA και τα 29 γραμμάρια περίπου, κοκαΐνης, που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν. 2) Κατείχε με σκοπό την εμπορία: α) άγνωστο αριθμό δισκίων ECSTASY, περιεχόντων την απαγορευμένη από το νόμο ναρκωτική ουσία μεθυλενοδιοξυμεθαμφεταμίνη, ως και άγνωστες ποσότητες κοκκαΐνης, κατεργασμένης και ακατέργαστης κάνναβης και ουσίας MDMA, β) στα ... και στην επί της οδού ... οικία του την 20.00' ώρα της 26-11-2004 κατελήφθη να κατέχει (με τον ίδιο πάντοτε, ανωτέρω σκοπό) 1) κοκκαΐνη συσκευασμένη σε 18 νάϋλον συσκευασίες, συνολικού βάρους 14,5 γραμμαρίων περίπου, 2) 53 δισκία ECSTASY, με λογότυπο τη λίρα Αγγλίας, 3) 1 δισκίο ECSTASY με λογότυπο MERCEDES, περιέχον την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία μεθυλενοδιοξυμεθαμφεταμίνη, 4) ουσία MDMA συσκευασμένη σε μία νάϋλον αυτοσχέδια συσκευασία μικτού βάρους 1,7 γραμμαρίων, περίπου, και 5) κατεργασμένη κάνναβη συσκευασμένη σε μία νάϋλον συσκευασία, μικτού βάρους 2,4 γραμμαρίων περίπου. Και γ) στον ίδιο τόπο την 20.40' ώρα της 26-11-2004 και επί των οδών ... νεονεγειρόμενης οικοδομής, ιδιοκτησίας του πατέρα του, κατελήφθη να κατέχει, με τον αυτό, ως άνω σκοπό: 1) κοκκαΐνη συσκευασμένη σε ένα (1) νάϋλον σακκουλάκι, μικτού βάρους 14,5 γραμμαρίων, περίπου, 2) 375 δισκία ECSTASY, με λογότυπο τη λίρα Αγγλίας, ακατέργαστη κάνναβη, σε μία αυτοσχέδια νάϋλον συσκευασία, μικρού βάρους 28 γραμμαρίων, περίπου και 3) ουσία MDMA συσκευασμένη σε μία αυτοσχέδια νάϋλον συσκευασία, μικτού βάρους 32 γραμμαρίων, περίπου, ως και 10 πλάκες κατεργασμένης κάνναβης, ανισοβαρείς, συνολικού βάρους 1.550 γραμμαρίων, περίπου. 3) Πώλησε απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες και ειδικότερα πώλησε σε άγνωστα άτομα, άγνωστες ποσότητες κοκκαΐνης, κατεργασμένης και ακατέργαστης κάνναβης, ουσίες MDMA, ως και άγνωστο αριθμό δισκίων έκσταση, αντί αγνώστων, κάθε φορά, χρηματικών ποσών ή άλλου ανταλλάγματος, τουλάχιστον όμως αντί του ποσού των 1.180 ευρώ... ". Με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, ως μη τοξικομανής, με ελαφρυντική περίσταση (αρ. 27 Ν. 3459/2006), ενώ με περαιτέρω σκέψεις το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ότι: α) έχει τελέσει τις αποδιδόμενες σ'αυτόν αξιόποινες πράξεις ως τοξικομανής, β) να του αναγνωριστεί η κατ' άρθρο 36 Π.Κ. ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμόν και γ) να του αναγνωρισθούν, επιπλέον και τα ελαφρυντικά των, 84 § 2α, 2γ', 2δ' και 2ε' του Π.Κ). (Ως την απόρριψη των ισχυρισμών αυτών, εκτός από τον ισχυρισμό περί τοξικομανίας, δεν προσβάλλεται η απόφαση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως). Ειδικότερα ο ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι: 1) Στην ... ή σε άλλο σημείο της ευρύτερης Αττικής εντός του τελευταίου εξαμήνου προ της συλλήψεως του (26-11-2004) αγόρασε τις αναφερόμενες στο σκεπτικό και διατακτικό απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία. 2) Με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος και δη της κατοχής απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία α) Στην ... ή σε άλλο σημείο της ευρύτερης περιοχής της Αττικής εντός του τελευταίου εξαμήνου προ της συλλήψεως του (26-11-2004) κατείχε, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης τις αναφερόμενες στο σκεπτικό ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία. β) Στα ... την 26-11-2004 και περί ώρα 20.00 εντός της επί της οδού ... οικίας του κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, σε συρτάρι επίπλου που βρισκόταν δίπλα στο κρεβάτι του, τις αναφερόμενες στο σκεπτικό ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία. Και γ) Στα ... την 26-11-2004 και περί ώρα 20.40 εντός της επί της συμβολής των οδών ... νεοαναγειρόμενης οικοδομής, ιδιοκτησίας, του πατέρα του, κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης επάνω σε τραπέζι τις αναφερόμενες στο σκεπτικό ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία. 3) Με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και δη πωλήσεις απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα στην Αθήνα ή σε άλλο σημείο ευρύτερης περιοχής της Αττικής εντός του τελευταίου εξαμήνου προ της συλλήψεως του (26-11-2004) σε ημερομηνίες που δεν εξακριβώθηκαν ειδικότερα στην ανάκριση πώλησε σε άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα κάθε φορά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία, αντί αγνώστων χρηματικών ποσών ή άλλου είδους ανταλλάγματος κάθε φορά, και συνολικά και κατ' ελάχιστον αντί του πόσου των 1.180 ευρώ. Για τις πράξεις του δε αυτές, που συνιστούν παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών (άρθρα 4 παρ.1, Πιν Α6, Β3 Πιν.Α , Υπουργ. Αποφ. Α6Β/9568/ Οικ/ 23-10-07, άρθ. 5 παρ.1 περ. β και ζ, και παρ. 2 του ίδιου άρθρου του ν. 1729/87, όπως το άρθ. 5 αντικαταστάθηκε με τα άρθρο 10 του ν.2161/93), αρ. 1 παρ. 1α,δ, 7 παρ.1, 8α ν.2168/93, 50 παρ. 1α και 54 παρ. 7γ ν.2910/01), ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, σε ποινή κάθειρξης 9 ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ. ΙΙ. Με τις παραδοχές του αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων της παράβασης της νομοθεσίας περί ναρκωτικών για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εφόσον ως αγορά και πώληση ναρκωτικής ουσίας θεωρείται η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 Α.Κ., δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, αντί του συμφωνημένου τιμήματος, για την αιτιολόγηση της τελέσεως του εγκλήματος αυτού, δεν απαιτείται να προσδιορίζεται και το ύψος του τιμήματος, η ταυτότητα του πωλητή, ούτε ακριβής προσδιορισμός της ποσότητας τούτων (βάρους), στοιχεία τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών. Επίσης δεν απαιτείται η περαιτέρω εξειδίκευση του συγκεκριμένου χρόνου τελέσεως των πράξεων, αφού δεν τίθεται θέμα παραγραφής τους. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ήταν αναγκαία η έκθεση των επιπλέον περιστατικών, που αναφέρει ο αναιρεσείων και ειδικότερα δεν είναι ανάγκη να αναφέρεται "από ποιο μάρτυρα κατηγορίας ή υπερασπίσεως, από ποιό έγγραφο που αναγνώσθηκε και αναφέρεται στα πρακτικά, από ποιο άλλο (οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο των εν αρ. 178 Κ.Π.Δ. αναφερομένων ή άλλο τι) αποδείχθηκαν τα συγκροτούντα τις ποινικές υποστάσεις των άνω εγκλημάτων", αφού αρκεί η γενική, κατά το είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. ΙΙΙ. Η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ.170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, περί της συνδρομής της περιπτώσεως του αρ.13 παρ.1 του Ν.1729/1987 όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 15 του Ν.2161/93, (ήδη άρ. 30 παρ.1 του ΚΝΝ 3459/06), η οποία καλύπτει εκείνους που απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και την οποία δεν μπορούν να αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις και έχει ως συνέπεια την ηπιότερη ποινική μεταχείριση του δράστη. Στην προκειμένη υπόθεση, από προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, καθώς και από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προς διερεύνηση της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων πρόβαλε τον σαφή και ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό ότι είναι εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα ότι από την χρόνια χρήση αυτών απέκτησε την έξη της χρήσεως, την οποία από ετών δεν μπορεί να αποβάλει με δικές του δυνάμεις. Το αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσείοντος απέρριψε το Δικαστήριο της ουσίας με την ακόλουθη αιτιολογία: " ...Από το παραπάνω αναφερόμενο και υφιστάμενο στη διάθεση του Δικαστηρίου αποδεικτικό υλικό, δεν αποδεικνύεται κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο η βασιμότητα του υπό στοιχ. α' ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 7-1-2005 εκθέσεως ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Ειδικού Ιατροδικαστή ..., τα "ευρήματα" της τελευταίας "...συνάδουν υπέρ ατόμου που ανήκει στο χώρο των χρηστών τοξικών ουσιών χωρίς όμως με τα υφιστάμενα στοιχεία να μπορεί να στοιχειοθετηθεί σχέση εξάρτησης με την έννοια του νόμου...". Η άποψη αυτή του αρμοδίως και νομίμως διορισμένου πραγματογνώμονος, δεν δύναται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να αποδυναμωθεί από τις περί του αντιθέτου "κρίσεις" που περιέχονται στις από 15-11-2007 και 15-12-2007 ιδιωτικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των ... και ..., αντίστοιχα, που επικαλείται και προσκομίζει ο κατηγορούμενος. Επομένως, ο περί τοξικομανίας ισχυρισμός του τελευταίου κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, κατ' ουσίαν..." . Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν ήταν κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο τοξικομανής, δηλαδή ότι δεν ήταν άτομο εξαρτημένο από τη χρήση ναρκωτικών που δεν μπορούσε να αποβάλει μόνος του την έξη της χρήσης τους. Την κρίση του αυτή στήριξε το Δικαστήριο της ουσίας σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης (δηλαδή, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα πού αναγνώστηκαν, απολογία του κατηγορουμένου), όπως αυτό προκύπτει από την αναφορά ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "το παραπάνω αναφερόμενο και υφιστάμενο στη διάθεση του Δικαστηρίου αποδεικτικό υλικό". Ειδική μνεία και αναφορά γίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στην "από 7-1-2005 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Ειδικού Ιατροδικαστή ...", το συμπέρασμα της οποίας ειδικώς παραθέτει, και κατά το οποίο "δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί σχέση εξάρτησης με την έννοια του νόμου". Ειδική, επίσης, αναφορά γίνεται στο σκεπτικό της απόφασης και των από 15-11-2007 και 15-12-2007 ιδιωτικών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης των... και ..., αντίστοιχα, τα συμπεράσματα των οποίων είναι αντίθετα, πλην όμως αυτά, αξιολογούμενα από το Δικαστήριο, κατά την κρίση του δεν αποδυναμώνουν το πιο πάνω απορριπτικό του περί τοξικομανίας ισχυρισμού του κατηγορουμένου συμπέρασμα "του αρμοδίως και νομίμως διορισμένου πραγματογνώμονος". Εκτίθενται δε στην απόφαση ειδικά αρνητικά περιστατικά, που οδήγησαν το Δικαστήριο στην απορριπτική αυτή κρίση, και είναι τα αναφερόμενα στην πιο πάνω ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη, το περιεχόμενο της οποίας μάλιστα, παρατίθεται κατά το ουσιώδες μέρος της και στην οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζεται απλώς ως χρήστης τοξικών, χωρίς όμως αυτός να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης τέτοιων ουσιών, ώστε να μην μπορεί να την αποβάλλει με δικές του δυνάμεις. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως της ιδιότητάς του ως "χρηστού εξηρτημένου", με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τα λοιπά οι διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αναίρεσης αιτιάσεις ότι "η αναιρεσιβαλλομένη απόφασις άνευ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και κυρίως άνευ ειδικής επιστημονικής επιχειρηματολογίας, καταλήγει αντιφατικώς εις συμπέρασμα όμοιον εκείνου της αντιφατικής - αμφίσημου ιατροδικαστικής εκθέσεως, καθ' όσον αφού βεβαιούται η ύπαρξις τουλάχιστον τριών εκ των κριτηρίων, και αδιακρίτως των τυχόν επεξηγήσεων του κ. Ιατροδικαστού, κατά νόμον πρέπει να καταφάσκεται η ιδιότης μου ως εξηρτημένου χρηστού", απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο αναιρέσεως η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, καθόσον στην περίπτωση αυτή, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας της αποφάσεως, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. ΙV. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1 ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το Δικαστικό Συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το Δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το Δικαστικό Συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 του ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών...", όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του ν. 2161/1993 ( ήδη άρ.30 ΚΝΝ 3459/06), "1. Όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις, υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους του νόμου αυτού. 2. Η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου στο πρόσωπο κατηγορούμενου ή κατάδικου διαπιστώνεται από το δικαστήριο. Για το σκοπό αυτό το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη και εργαστηριακή εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί αν πράγματι υπάρχει εξάρτηση, καθώς και το είδος και η έκταση αυτής κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην παράγραφο 3... 3. Ο ενεργών την προανάκριση ή κύρια ανάκριση διατάσσει υποχρεωτικά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εάν υποβληθεί ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής εντός 24 ωρών από τη σύλληψή του ή κατά την αρχική απολογία του, ο οποίος καταχωρείται στην έκθεση σύλληψης, εξέτασης ή απολογίας. Η πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται το αργότερο εντός 24 ωρών από τη σύλληψη ή την αρχική απολογία του δράστη. Οι πραγματογνώμονες εξετάζουν τον κατηγορούμενο αμέσως μόλις τους γνωστοποιηθεί η σχετική παραγγελία και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός 48 ωρών, συντάσσουν δε και υποβάλλουν την έκθεσή τους όσο το δυνατόν ταχύτερα...". Όμως, η μη τήρηση των πιο πάνω διατάξεων για τη διενέργεια, κατόπιν εντολής του Ανακριτή μετά την υποβολή ισχυρισμού του για παραβάσεις του ν. 1729/1987 κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής, της ειρημένης ψυχιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, και δη αναφορικά με το χρόνο διεξαγωγής της, δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης αυτής, αφού κάτι τέτοιο δεν ορίζεται στον πιο πάνω νόμο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία "και με παραβίασιν του εκ του αρ. 6 § 2 ΕΣΔΑ". Κατά αιτιάσεις αυτές η πιο πάνω ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του Ιατροδικαστή ... ήτο ατελής πραγματογνωμοσύνη, η οποία δεν διενεργήθηκε "κατά τους όρους των §§ 2 & 3 του άρθρου 13 Ν. 1729/1987 νυν 30 ν. 3459/2006 και των αρ. 1, 2, 3 της Υπ. Απ. Οικ. 3982/87 ως νυν ισχύει" και συνεπώς εφόσον λήφθηκε υπόψη και μάλιστα αποκλειστικώς στηρίχθηκε επ' αυτής η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόρριψη του ισχυρισμού του να χαρακτηριστεί ως "ουσιοεξηρτημένος χρήστης" επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Όμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, η μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 2 και 3 του ν. 1729/1987 για τη διενέργεια της ειρημένης ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα. Η δε πιο πάνω ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη, και αν ακόμη δεν περιείχε όλα τα στοιχεία που απαιτεί η προαναφερόμενη Υπουργική απόφαση, και ήταν ως εκ τούτου ατελής, μπορούσε παρά ταύτα να ληφθεί υπόψη και να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο της ουσίας, μαζί με όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς η κατ' αυτόν τον τρόπο εκτίμηση του αποδεικτικού αυτού μέσου από το Δικαστήριο να συνιστά παραβίαση του άρθρου αρ. 6 § 2 ΕΣΔΑ και του τα αρ. 28 του Συντάγματος, διότι, όπως - αβασίμως - υποστηρίζει ο αναιρεσείων, παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης, εφόσον ανάγεται στην προδικασία, θα έπρεπε, κατά τα ανωτέρω, να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, πράγμα το οποίο δεν προκύπτει ότι έγινε. Επομένως, πρέπει ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. V. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της, ως αβάσιμη, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24/12/2008 (αρ.πρωτ. 10889/29-12-2008) αίτηση (δήλωση) του ... και ήδη κρατουμένου Φυλακών ..., για αναίρεση της 2187/17&19-9-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγορά, πώληση και κατοχή ναρκωτικών. Στοιχεία αδικημάτων. Έννοια αγοράς και πώλησης ναρκωτικής ουσίας. Δεν απαιτείται να προσδιορίζεται το ύψος του τιμήματος, αλλ' αρκεί ότι υπάρχει σχετική συμφωνία. Ούτε είναι αναγκαίο να αναφέρεται η ταυτότητα του πωλητή, ο ακριβής προσδιορισμός της ποσότητας τούτων (βάρους) και η αναφορά του συγκεκριμένου χρόνου τελέσεως, εφόσον δεν τίθεται θέμα παραγραφής. Η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως είναι και η επίκληση ότι απέκτησε την έξη της χρήσης ναρκωτικών και την οποία δεν μπορεί να αποβάλλει με τις δικές τους δυνάμεις. (τοξικομανία). Απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ. Απόλυτες ακυρότητες που αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο (173 παρ. 2). Ακυρότητα που δεν προτάθηκε καλύπτεται. Η μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 2 και 3 του νόμου 1729/1987 για τη διενέργεια ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα. Ατελής πραγματογνωμοσύνη. Μπορεί να ληφθεί υπόψη και να συνεκτιμηθεί από το Δικαστήριο. Τούτο δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου αρ. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και του αρ. 28 του Συντάγματος. Οποιαδήποτε ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης, εφόσον ανάγεται στην προδικασία, μπορεί να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή στο ακροατήριο. Απόρριψη όλων των λόγων ως αβασίμων. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη.
0
Αριθμός 1019/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με εγκαλούμενους τους : 1) Χ1 και 2) Χ2. Με εγκαλούσα την Ψ1. Η αίτηση αυτή με αριθμό 713 και ημερομηνία 11 Νοεμβρίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.808/2008. Έπειτα η Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 26/19.1.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με αριθμ. 112 /18-12-2008 προσφυγή της Ψ1 κατά της με αριθμ. 66/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών με την οποία απορρίπτεται ή με ημερομηνία 14-4-2006 έγκληση του κατά των Εισαγγελικών λειτουργών, Χ1 και Χ2, Αντεισαγγελέων Εφετών Αθηνών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 136 ΚΠΔ και εκθέτω τα παρακάτω: Από τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ. ε και 137εδ.β ΚΠΔ κατά τις οποίες, κατά μεν την πρώτη "Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 -125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν α) ... ε) όταν ο εγκαλών η ο ζημιωμένος η ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο η εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122- 125 δικαστήριο" κατά δε την δεύτερη " ... Για την παραπομπή αποφασίζει α) ... β) το συμβούλιο εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές η τριμελές Πλημ/κείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο...και γ) ο 'Αρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση ..." προκύπτει ότι εφ' όσον εγκαλών, ζημιωμένος ή μηνυόμενος είναι δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο αρμόδιο δικαστήριο με βαθμό από του παρέδρου και πάνω το δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί δεν μπορεί να επιληφθεί τής εκδίκασης υπόθεσης στην οποία εμπλέκεται ο δικαστικός αυτός λειτουργός με οποιαδήποτε από τις παραπάνω ιδιότητες και για τον λόγο αυτό απαιτείται η υπόθεση στην οποία εμπλέκεται να παραπεμφθεί σε άλλο ομοιόβαθμο δικαστήριο και ότι για την παραπομπή αποφασίζει το συμβούλιο εφετών. Η υπό στοιχείο ε' περίπτωση μπορεί ν' ανακύψει και κατά την προδικασία οπότε από το αρμόδιο συμβούλιο εφετών αποφασίζεται η παραπομπή τής υπόθεσης στις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές τού Πρωτοδικείου οι οποίες καθίστανται αρμόδιες για όλες τις απαραίτητες προανακριτικές και ανακριτικές διαδικασίες .Στην περίπτωση όμως που ο μηνυόμενος είναι δικαστικός ή Εισαγγελικός Λειτουργός με βαθμό Εφέτη και Προέδρου Εφετών, Αντ/λέα ή Εισαγγελέα Εφετών και υπάρξει θέμα εκδίκασης προσφυγών ή παραπομπής του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου ανακύπτει θέμα κανονισμού αρμοδιότητας από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 135 και 137 εδ.γ. Στην προκειμένη περίπτωση η με ημερομηνία 14-4-2006 μήνυση της Ψ1 κατά των παραπάνω Εισαγγελικών λειτουργών απερρίφθη με διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών ο οποίος είχε επιληφθεί νόμιμα σε πρώτο βαθμό. Νυν όμως λόγω της προσφυγής που άσκησε η παραπάνω εγκαλούσα λόγω του ότι οι παραπάνω μηνυόμενοι Εισαγγελικοί λειτουργοί υπηρετούν όπως προκύπτει από σχετικές βεβαιώσεις της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών πρέπει να γίνει κανονισμός αρμοδιότητας προκειμένου για την υπό κρίση προσφυγή να δικαιοδοτήσει Εισαγγελέας Εφετών άλλου Εφετείου άλλα και πέρα τούτου πρέπει να καταστούν αρμόδιες δικαστικές αρχές σε περίπτωση που κατά των παραπάνω δικαστικών λειτουργών ήθελε ασκηθεί ποινική δίωξη. Κατ' ακολουθία των παραπάνω και σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις πρέπει να οριστούν οι Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιά και της Εισαγγελίας Εφετών Πειραιά για τον χειρισμό και την περάτωση της κατά των παραπάνω Εισαγγελικών λειτουργών προσφυγής της Ψ1. Δια ταύτα Προτείνω όπως: Οριστούν σαν αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές η Εισαγγελία Εφετών και το Εφετείο Πειραιά για τον χειρισμό και περάτωση της με αριθμ. 112/6-10-2006 προσφυγής 'Ψ1 κατά της με αριθμ. 66/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών με την οποία απορρίφθηκε ή με ημερομηνία 14-4-2005 μήνυση της κατά των Χ1 και Χ2 Αντεισαγγελέων Εφετών Αθηνών. Αθήνα την 15-1-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός". Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρ. 122- 125, διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρ. 122-125 δικαστήριο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της ΚΠΔ 137 παρ. 1, την παραπομπή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, και, πλην άλλων, και ο εισαγγελέας του αρμόδιου δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει: α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περιπτώσεις αδυναμίας συγκρότησης, β) το συμβούλιο των εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της άσκησης ποινικής δίωξης, για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλ. του ανεπηρέαστου της κρίσης των δικαστικών λειτουργών και τον αποκλεισμό υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρέτησης. Στην προκειμένη περίπτωση, με το 26/19.1.2009 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εισάγεται προς το Συμβούλιο αυτό η με αριθμό 112/18.12.2008 προσφυγή της 'Ψ1 κατά της με αριθμό 66/2008 Διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών με την οποία απορρίπτεται η με ημερομηνία 14.4.2006 έγκλησή της κατά των Εισαγγελικών λειτουργών, Χ1 και Χ2, Εισαγγελέως Εφετών ήδη του πρώτου και Αντεισαγγελέως Εφετών ήδη της δεύτερης, Αθηνών και των δύο, για το αναφερόμενο σε αυτή (έγκληση), ποινικό αδίκημα. Οι καταγγελόμενοι Εισαγγελικοί λειτουργού, όπως φαίνεται από τις επισυναπτόμενες υπηρεσιακές βεβαιώσεις, υπηρετούν σε Εισαγγελία Εφετών και οι δύο. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου και παραπομπή της υποθέσεως από τις άνω αρχές του Εφετείου Αθηνών στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει την υπόθεση που αφορά την από 14.4.2006 καταγγελίας της Ψ1, κατά των: 1) Χ1, Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 2) Χ2 Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, εισαγγελικών λειτουργών που υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, από τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Καταγγελία κατά Εισαγγελικών λειτουργών που υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Παραπομπή σε Εισαγγελικές και δικαστικές αρχές άλλου Εφετείου. Παραπέμπει στις αρχές του Πειραιά.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 1018/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους 1)Χ1 και 2)Χ2. Και εγκαλούντα τον Ψ1. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 64778/7-11-2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1810/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 23/19-1-2009 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας την κατά των Χ1 αντεισαγγελέα Εφετών και Πρωτοδικών Αθηνών, αντίστοιχα και Χ3, υπαστυνόμου Β' Α.Τ. ..., μήνυση του Ψ1, κατοίκου ... και εκθέτω τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 § 1 περ. γ' του Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ιδίου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο 'Αρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως, πρέπει, να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Ψ1 με την από 17-7-2008 μήνυσή του κατήγγειλε τον Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Χ1, την Αντιεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Χ2 και τον υπαστυνόμο Β' του Α.Τ. ... Χ3, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.). Με το υπ αριθμ. πρωτ. 64778/2008 έγγραφό του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, αφού βεβαιώνει ότι ο πρώτος μηνυόμενος υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και ο δεύτερος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, ζητά να γίνει κανονισμός αρμοδιότητας. Ενόψει των ανωτέρω συντρέχει νόμιμη περίπτωση, αφού οι πρώτος και δεύτερος είναι δικαστικοί λειτουργοί (άρθρο 136 ε' Κ.Π.Δ.) και ο πρώτος τούτων υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως ως προς όλους τους μηνυομένους για το ενιαίο της κρίσεως, στις Εισαγγελικές και Ανακριτικές Αρχές άλλου δικαστηρίου και δη του Εφετείου Πειραιά. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να παραπεμφθεί η από 17-7-2008 μήνυση του Ψ1 κατά των Χ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Χ2, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και Χ3, υπαστυνόμου Β' του Α.Τ. ..., από τις Εισαγγελικές και λοιπές Ανακριτικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών σε εκείνες του Εφετείου Πειραιά. Αθήνα 7 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρ. 122-125, διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρ. 122-125 δικαστήριο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της ΚΠΔ 137 § 1 την παραπομπή μπορεί να ζητήσει πλην άλλων και ο εισαγγελέας του αρμόδιου δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει: α)το συμβούλιο των πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περιπτώσεις αδυναμίας συγκρότησης, β)το συμβούλιο των εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ)ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της άσκησης ποινικής δίωξης, για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλ. του ανεπηρέαστου της κρίσης των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρέτησης. Στην προκειμένη περίπτωση με το 64778/7-11-2008 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εισάγεται προς το Συμβούλιο αυτό η από 17-7-2008 καταγγελία του Ψ1 κατά των: α)Χ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, β)Χ2, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και γ)Χ3 υπαστυνόμου Β' του ΑΤ ..., για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος (ΠΚ 259). Οι καταγγελόμενοι εισαγγελικοί λειτουργοί, όπως φαίνεται από τις επισυναπτόμενες υπηρεσιακές βεβαιώσεις, υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και Πρωτοδικών αντίστοιχα. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου και παραπομπή της υποθέσεως από τις άνω αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς, για το ενιαίο της κρίσεως δε, και ως προς τον τρίτο μηνυόμενο. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει την υπόθεση που αφορά την από 17-7-2008 καταγγελία του Ψ1, κατά των: 1)Χ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 2)Χ2 Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, εισαγγελικών λειτουργών που υπηρετούν στις Εισαγγελίες Εφετών και Πρωτοδικών Αθηνών, αντίστοιχα και 3)Χ3, υπαστυνόμου Β' του Α.Τ ... από τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Καταγγελία κατά εισαγγελικών λειτουργών που υπηρετούν σε Δικαστήρια περιφέρειας Αθηνών. Παραπομπή σε Εισαγγελικές και δικαστικές Αρχές άλλου Εφετείου. Παραπέμπει στις αρχές του Πειραιά.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1015/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Aντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου του Αρχιμανδρίτη Χ κατά κόσμον Χ-Α, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Σταυρούλα Ψύρρα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 958/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1010/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 385/17-7-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1 α' ΚΠΔ, την υπ'αριθ. 72/17-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του Αρχιμανδρίτη Χ, κατά κόσμο Χ-Α, κατοίκου ......, η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από την δικηγόρο Αθηνών Σταυρούλα Δ. Ψύρρα, δυνάμει του προσαρτημένου στην αίτηση υπ'αριθ. ...... πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Φυλλίδας Φωτεινής Κούτκου-Δοκτώρη και στρέφεται κατά της υπ'αριθ. 958/9-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 2 της "Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)", που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί (Ολομ. ΑΠ 28/2002, ΑΕΔ 48/1982). Κατά συνέπεια, τα ένδικα μέσα μπορεί κατ'αρχή να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό εθνικό νομοθέτη, σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως, που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάσισε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370 ΚΠΔ). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά κάτι άλλο, σε αναίρεση υπόκεινται οι ποινικές αποφάσεις, με τις οποίες περατώνεται η ποινική δίκη και το δικαστήριο απεκδύεται από κάθε περαιτέρω εξουσία για να επιληφθεί και πάλι της κατηγορίας. Από το περιεχόμενο δε των διατάξεων των άρθρων 533 μέχρι 544 ΚΠΔ, που καθορίζουν την αποζημίωση των κρατηθέντων και μετέπειτα αθωωθέντων (όπως έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 26 Ν. 2915/2001) προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως δεν παρέχεται αυτοτελώς κατά της αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε, είτε ως απαράδεκτη είτε ως αβάσιμη, αίτηση αποζημιώσεως από το Δημόσιο εκείνου που κρατήθηκε προσωρινά με διάταξη του ανακριτή ή με βούλευμα ή και με καταδικαστική απόφαση και μετέπειτα αθωώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή καταδικάσθηκε σε ποινή κατώτερη εκείνης, την οποία είχε εκτίσει προσωρινά (ΑΠ 2456/2005, ΑΠ 1961/2005). Αν δε ασκηθεί αναίρεση εναντίον μίας τέτοιας αποφάσεως αυτοτελώς, αυτή είναι απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο, αφού το δικαστήριο δεν αποφαίνεται με αυτή τελειωτικά για την κατηγορία και δεν υπάρχει διάταξη που να ορίζει ειδικά κάτι άλλο και εκ τούτου απορρίπτεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ'αριθ. 958/9-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η από 14-2-2006 αίτηση του αναιρεσείοντα για αποζημίωσή του, εκ της προσωρινής κρατήσεώς του, δυνάμει του υπ'αριθ. ΑΝΖ/ΕΠΚ/2/22-2-2005 εντάλματος προσωρινής κρατήσεως του Ανακριτή Ζ' Τμήματος Πλημμελειοδικών Πειραιώς και της μετέπειτα αθωώσεώς του με την υπ'αριθ. 714, 716, 718/2005, 99/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς για την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος. Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι η ανωτέρω υπ'αριθ. 714, 716, 718/2005 και 99/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς αναιρέθηκε με την υπ'αριθ. 1551/2007 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία η κατηγορία της υπεξαιρέσεως μεταβλήθηκε σε απλή κλοπή και στη συνέχεια έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του αιτούντα, λόγω παραγραφής. Σύμφωνα όμως με τα όσα προαναφέρθηκαν, η εν λόγω υπ'αριθ. 958/9-11-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας, αφού δεν αποφαίνεται επί της ενοχής και, ως τέτοια, δεν υπόκειται σε αναίρεση. Με τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθ. 72/17-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του Αρχιμανδρίτη Χ, κατά κόσμο Χ-Α, κατοίκου ......, κατά της υπ'αριθ. 958/9-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 14 Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξουσία του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 504 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται ειδικά κάτι άλλο, σε αναίρεση υπόκεινται οι ποινικές αποφάσεις με τις οποίες περατώνεται η ποινική δίκη και το δικαστήριο απεκδύεται από κάθε περαιτέρω εξουσία για να επιληφθεί και πάλι της κατηγορίας. Εξάλλου, από το περιεχόμενο των διατάξεων των άρθρων του Τρίτου Κεφαλαίου του έβδομου βιβλίου του ΚΠΔ (533-545), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 26 του Ν. 2915/2001, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι δεν παρέχεται αυτοτελώς δικαίωμα αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης η οποία απέρριψε, είτε ως εκπρόθεσμο είτε ως ουσιαστικά αβάσιμο, αίτημα αποζημίωσης από το Δημόσιο α) εκείνου που κρατήθηκε προσωρινά και στη συνέχεια αθωώθηκε αμετάκλητα με βούλευμα ή με απόφαση του δικαστηρίου, β) εκείνου που κρατήθηκε με καταδικαστική απόφαση, η οποία στη συνέχεια εξαφανίστηκε, συνεπεία άσκησης ένδικου μέσου ...:.... δ) εκείνου που τιμωρήθηκε μετέπειτα με ποινή μικρότερης διάρκειας από αυτή που εξέτισε αρχικά ... . Έτσι, αν κατά της παραπάνω απόφασης ασκηθεί αυτοτελώς αναίρεση, η αναίρεση αυτή είναι απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατά απόφασης που δεν υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο, αφού δεν πρόκειται για απόφαση με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικώς για την κατηγορία, ούτε υπάρχει διάταξη με την οποία να ορίζεται ειδικά κάτι άλλο, και ως εκ τούτου απορρίπτεται, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο δε αναιρεσείων καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επομένως, η κρινόμενη από 17.3.2008 αίτηση αναίρεσης με την οποία πλήττεται η με αριθ. 958/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η από 14-2-2006 αίτηση του αναιρεσείοντος για αποζημίωσή του από το Δημόσιο, λόγω προσωρινής κράτησής του δυνάμει του με αριθμό ΑΝΖ/ΕΠΚ/2/22-2-2005 εντάλματος προσωρινής κρατήσεως του Ανακριτή Ζ' Τμήματος Πλημ/κών Πειραιώς και της μετέπειτα αθωώσεώς του με την υπ'αριθμ. 714, 716, 718/2005, 99/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά τα άρθρα 533 επ. ΚΠΔ, είναι, ενόψει των όσων εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, απαράδεκτη, αφού στρέφεται κατ' απόφασης που δεν υπόκειται σε αναίρεση και πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-3-2008 αίτηση του Αρχιμανδρίτη Χ, κατά κόσμο Χ-Α, για αναίρεση της 958/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση κατά αποφάσεως που απέρριψε αίτηση του αναιρεσείοντος κατά του Δημοσίου, για αποζημίωσή του για κράτησή του, δυνάμει εντάλματος του Ανακριτή. Μετέπειτα αθώωσή του. Απόφαση μη οριστική. Δεν υπόκειται σε αναίρεση. Απορρίπτει.
Αποζημίωση προσωρινά κρατηθέντος
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αποζημίωση προσωρινά κρατηθέντος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1016/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ......, που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.58/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1348/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 513/30-10-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 εδαφ. α' του Κ.Π.Δ. την υπ'αριθμ. 3/2008 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 58/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και εκθέτω τα ακόλουθα: Από τη διάταξη του άρθρου 308 § 1 εδ. β' του Κ.Π.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 5 § 7 του Ν.1738/1987, στην οποία ορίζεται ότι "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του Ν.1608/50 η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα", σαφώς προκύπτει ότι κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων για εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του Ν.1608/50 και εκδόθηκαν κατά την οριζόμενη στη διάταξη αυτή διαδικασία δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο το ένδικο μέσο της αναίρεσης και ότι ο περιορισμός αυτός καταλαμβάνει όχι μόνο τα αμιγώς παραπεμπτικά βουλεύματα αλλά και εκείνα τα οποία μαζί με την παραπεμπτική διάταξη περιέχουν και απαλλακτικές υπέρ του κατηγορουμένου διατάξεις και αυτό λόγω του σκοπού του νόμου, ο οποίος είναι η ταχεία περαίωση των υποθέσεων αυτών που αφορούν κατάχρηση του δημοσίου χρήματος, εκτείνεται δε και στα συναφή εγκλήματα ανεξάρτητα από το χαρακτήρα τους, ως κακούργηματα ή πλημμελήματα (ΑΠ 309/2004 Π.Χρ. ΝΕ/121, ΑΠ 1186/07 Π.Χρ. ΝΗ/410). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις 1) της απάτης κατά συναυτουργία με συνολική περιουσιακή βλάβη που υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ, σε βάρος της εδρεύουσας στην ...... ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΕΛΛΑΣ) ΑΕ" και 2) της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία με σκοπό το όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ σε βάρος της ιδίας Τράπεζας (άρθρα 45, 216 § § 1 και 3, 386 § § 1 και 3 και 263α εδαφ. β' Π.Κ. σε συνδ. με άρθρο 1 Ν.1608/50). Συνεπώς, εφόσον εν προκειμένω η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε κατά την προαναφερόμενη διαδικασία για έγκλημα που προβλέπεται από το άρθρο 1 του Ν.1608/50, όπως ισχύει σήμερα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και για το οποίο γενικά δεν προβλέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου από την κατηγορούμενη και πρέπει κατόπιν τούτου να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ'άρθρο 476 § 1 του Κ.Π.Δ. και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα, σύμφωνα με το άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 3/2008 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 58/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και να επιβληθούν σ'αυτή τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 23 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρ. 308 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠΔ, όπως προστέθηκε με το αρ. 5 παρ. 7 του Ν. 1738/1987, στην οποία ορίζεται ότι "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το αρ. 1 του Ν. 1608/1950 η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δε χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρόταση του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα" σαφώς προκύπτει ότι κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων για εγκλήματα που προβλέπονται από το αρ.1 του Ν. 1608/1950 και εκδόθηκαν κατά την οριζόμενη στην διάταξη αυτή διαδικασία δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο το ένδικο μέσο της αναίρεσης; και ότι ο περιορισμός αυτός καταλαμβάνει όχι μόνο τα αμιγώς παραπεμπτικά βουλεύματα αλλά και εκείνα τα οποία μαζί με την παραπεμπτική διάταξη περιέχουν και απαλλακτικές υπέρ του κατηγορουμένοϋ διατάξεις και αυτό λόγω του σκοπού του νόμου, ο οποίος είναι η ταχεία περαίωση των υποθέσεων αυτών που αφορούν κατάχρηση του δημόσιου χρήματος, εκτείνεται δε και στα συναφή εγκλήματα ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα τους, ως κακουργήματα ή πλημμελήματα. Συνεπώς, εφόσον εν προκειμένω ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε κατά την προαναφερόμενη διαδικασία για έγκλημα που προβλέπεται από το αρ. 1 του Ν. 1608/1950, όπως ισχύει σήμερα ή κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και για το οποίο γενικά δεν προβλέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου από τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις 1) της απάτης κατά συναυτουργία με συνολική περιουσιακή βλάβη που υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ, σε βάρος της εδρεύουσας στην ...... ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΕΛΛΑΣ) ΑΕ" και 2) της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία με σκοπό το όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ σε βάρος της ιδίας Τράπεζας (άρθρα 45, 216 § § 1 και 3, 386 § § 1 και 3 και 263α εδαφ. β' Π.Κ. σε συνδ. με άρθρο 1 Ν.1608/50). Συνεπώς, εφόσον εν προκειμένω η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε κατά την προαναφερόμενη διαδικασία για έγκλημα που προβλέπεται από το άρθρο 1 του Ν. 1608/50, όπως ισχύει σήμερα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και για το οποίο γενικά δεν προβλέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου από την κατηγορούμενη και πρέπει κατόπιν τούτου, μετά την περί τούτου κατά την 476 παρ.1 ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με την επί του φακέλλου επισημείωση του Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ'άρθρο 476 § 1 του Κ.Π.Δ. και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα, σύμφωνα με το άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως απαράδεκτη την υπ αριθμ. 3/2008 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 58/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπομπή με βούλευμα στο ακροατήριο Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) και με το άρθρο 1 Ν. 1608/50. Δεν υπόκειται σε αναίρεση το βούλευμα. Η ασκηθείσα αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Καταχραστές Δημοσίου
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Καταχραστές Δημοσίου.
0
Αριθμός 1010/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 6029/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6.8.2007 και 10.9.2007 αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1561/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. γ' ΚΠοινΔ, δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αναιρέσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Στην αντίθετη περίπτωση που η πρώτη εκκρεμεί, παραδεκτώς ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας δεύτερη αναίρεση, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, κατά της υπ' αριθ. 6029/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκαν από τον κατηγορούμενο εμπροθέσμως οι από 6.8.2007 και 10.9.2007 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, με δήλωση στον Διευθυντή της Κλειστής Φυλακής ..., όπου αυτός κρατείται, η πρώτη και με δήλωση στον γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση η δεύτερη, οι οποίες και συζητήθηκαν ταυτόχρονα. Συνεπώς, οι δύο αυτές αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση λόγο ανωτέρας βίας η ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Ειδικότερα, όταν το γεγονός που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση εφέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως είναι η ακυρότητα της επιδόσεώς της στον Δήμαρχο της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του εκκαλούντος, ως αγνώστου διαμονής, σύμφωνα με το άρθρο 156 ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρεται στην έκθεση εφέσεως ότι ο εκκαλών (κατηγορούμενος) είχε γνωστή διαμονή κατά το χρόνο της επιδόσεως και να καθορίζεται με ακρίβεια ο τόπος, στον οποίο τότε διέμενε, έτσι ώστε να προκύπτει η ακυρότητα της επιδόσεως. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ειδικότερα της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠοινΔ, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται αναίρεση. Στην περίπτωση αυτή, ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο" Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, τον χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ. ΑΠ 4/1995, 7/1994), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του Δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 6029/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως 4063/14.5.2007 του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, κατά της 75170/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, ερήμην, για απάτη κατά συναυτουργία, σε φυλάκιση 18 μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στην ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων αναιρέσεως, δεν εκτίθενται λόγοι ανωτέρας βίας η ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, ούτε ακυρότητα της επιδόσεως στον εκκαλούντα της εκκαλούμενης αποφάσεως. Αυτό που σχετικώς διαλαμβάνεται, ότι, δηλαδή, ο εκκαλών "έλαβε γνώση την 11.05.07, ημερομηνία που παραγγέλθηκε η εκτέλεση της απόφασης", δεν εμπίπτει στην έννοια της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, ούτε συνιστά ή ενέχει επίκληση λόγου ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα. Όσα, εξάλλου, προέβαλε ο αναιρεσείων - εκκαλών, δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τη συζήτηση της εφέσεως και έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, περί ακυρότητας της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής, για τον λόγο ότι κατά τον χρόνο της επιδόσεως αυτής ήταν κρατούμενος στις φυλακές και συνεπώς "δεν ήταν άγνωστης διαμονής", είναι απαράδεκτα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Περαιτέρω, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρονται, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος (στην άσκηση ενδίκου μέσου), δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημερών, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση, από την επίδοση της απόφασης. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του, σε άγνωστο μέρος, για τη δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, οπότε ακολουθείται η διαδικασία επιδόσεως του άρθρου 156, διαφορετικά η επίδοση είναι άκυρη και απρόσφορη για την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως του ενδίκου μέσου (ΑΠ 1124/03 ΠΛογ 2003, 1195). Εξάλλου, στην έννοια της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος δεν εμπίπτει και η πρόταση του ισχυρισμού, ότι κακώς έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης στον εκκαλούντα, ως άγνωστης διαμονής, ενώ ήταν γνωστής και για το λόγο αυτό δεν έλαβε γνώση της επιδόσεως της αποφάσεως. Πάντως, στο εφετήριο πρέπει να προβάλλεται με σαφήνεια και πληρότητα ο ισχυρισμός είτε ότι οι κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή κατά το χρόνο της επίδοσης της απόφασης, είτε ότι η εκπρόθεσμη άσκησή της οφείλεται σε ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα (ΑΠ 307/02 ΠΧρ ΝΒ, 927, ΑΠ 445/02 ΠΛογ 2002, 325). Στην ένδικη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, ως αγνώστου διαμονής, στις 7/9/06 (βλ. το από ... αποδεικτικό επιδόσεως του Ε.Φ. ...), η δε έφεσή του ασκήθηκε, στις 14/5/07 (βλ. την 4063/14.5.07 έκθεση εφέσεως), δηλαδή μετά την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Όμως, ο κατηγορούμενος στην έκθεση της έφεσης δεν επικαλείται ότι κατά τον χρόνο της επίδοσης της απόφασης ήταν γνωστής διαμονής, ώστε να προβάλλει παραδεκτά αμφισβήτηση του κύρους της επιδόσεως ούτε προσδιορίζει συγκεκριμένα περιστατικά που συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά επικαλείται όλως αορίστως, ότι έλαβε γνώση της αποφάσεως στις 11/5/07. Επομένως, το ένδικο μέσο της εφέσεώς του πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής του". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης και εντεύθεν απαράδεκτης, αποφάσεως είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή, η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα (7.9.2006), το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (14.5.2007), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της, Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεσή του, κατά τα ανωτέρω, ούτε λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, ούτε ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, δεν υποχρεούτο το Τριμελές Εφετείο να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του άλλη πλέον της ανωτέρω ικανής για την στήριξη του διατακτικού της αιτιολογία, ούτε να αποφανθεί για τη βασιμότητα του άνω ισχυρισμού, τον οποίο απαραδέκτως, κατά τα ανωτέρω, προέβαλε για πρώτη φορά ο συνήγορος του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της εφέσεως. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετοι προς τα ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως και δη 1) κατ' εκτίμηση, ο πρώτος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας, γιατί δεν διέλαβε αιτιολογία επί της προβληθείσας (στο ακροατήριο το πρώτον κατά τα ανωτέρω) ακυρότητας της προς τον εκκαλούντα, και ήδη αναιρεσείοντα, επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής, και 2) ο δεύτερος (λόγος αναιρέσεως) εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικάσαν Εφετείο, με το να απορρίψει την έφεση ως εκπρόθεσμη, ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα την προβληθείσα ένσταση περί ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, υπερέβη την εξουσία του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι συνεκδικαζόμενες υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις συνεκδικαζόμενες από 6 Αυγούστου 2007 και 10 Σεπτεμβρίου 2007 αιτήσεις του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 6029/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη. Στο εφετήριο δεν εκτίθενται λόγοι ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα ως άγνωστης διαμονής ή ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Το πρώτο κατά τη συζήτηση της εφέσεως προβλήθηκε απαραδέκτως ένσταση ακυρότητας της άνω επιδόσεως για το λόγο ότι ήταν κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο κρατούμενος στις φυλακές και εντεύθεν όχι άγνωστης διαμονής. Απορρίπτονται οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει.
Εφέσεως απαράδεκτο
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1009/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Καρανάκη, περί αναιρέσεως της ΒΤ 7058/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.3.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 618/2007. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α' του ν. 2408/1996, εκείνος, ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορο αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας, που εκπροσωπείται απ' αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμής, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη, χωρίς να εξετάζεται το έγκυρο ή άκυρο ή υποστατό της υποκείμενης σχέσεως. Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο. Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθέσιμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Το αξιόποινο δε του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη, λόγω του ανύπαρκτου ή παράνομου της αιτίας. Αρκεί η επιταγή ως αξιόγραφο να έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Περαιτέρω, από τις άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν. 5960/1933, συνάγεται ότι (και πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 ΦΕΚ Α' 135/4-7-2006) δικαιούχος της εγκλήσεως δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του δικαιουμένου σε έγκληση προηγουμένου κομιστή δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιουμένου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή (ΟλΑΠ 23 και 24/2007). Συνακόλουθα, κατά τις σαφείς πιο πάνω διατάξεις, η ποινική δίωξη κατά του εκδότη ακάλυπτης επιταγής ασκείται ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε και είναι αδιάφορο, αν αυτός ήταν ο τελευταίος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής που εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή, ή αν αυτός έγινε κομιστής αυτής, αφού πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Η' περ. δ' του Κ.Ποιν.Δ, λόγους αναιρέσεως συνιστούν α) η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη, και β) η υπέρβαση εξουσίας η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε απαιτούμενη έγκληση (άρθρο 46 ΚΠοινΔ). Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέτοια πρόσθετα στοιχεία δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Η επιβαλλόμενη δε από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, η κατηγορουμένη, και ήδη αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. ΒΤ 7058/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, προέβαλε κατ' εκτίμηση, τον ισχυρισμό ότι την εναντίον της έγκληση για την έκδοση της αναφερόμενης ακάλυπτης επιταγής δεν υπέβαλε ο κατά τον χρόνο της εμφανίσεώς της στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή νόμιμος κομιστής της και συνεπώς άμεσα παθών, ο οποίος και μόνο δικαιούτο να υποβάλλει εις βάρος της τη σχετική έγκληση, αλλά ο Ψ1 ο οποίος δεν ήταν νόμιμος κομιστής της άνω επιταγής κατά τον πιο πάνω χρόνο, όπως τούτο προκύπτει από το σώμα της, αλλά εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος δεν εξόφλησε και έγινε κομιστής της, ζήτησε δε η κατηγορουμένη την οριστική παύση της ποινικής διώξεως, επειδή αυτή ασκήθηκε, ενόψει των ανωτέρω, απαραδέκτως και ήδη παρήλθε η τρίμηνη προθεσμία για τη νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε με παρεμπίπτουσα απόφασή του τον πιο πάνω ισχυρισμό της κατηγορουμένης με την ακόλουθη αιτιολογία: "Κατά το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3472/2006 η παράγραφος 5 του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, όπως προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1α του ν. 2408/1996 και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 22 του ν. 2721/1999, αντικαθίσταται ως εξής: "Η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου, ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της. Ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή, δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.)". Επομένως, ο κομιστής εξ αναγωγής της επιταγής δικαιούται να υποβάλλει έγκληση για το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, γι' αυτό δε ο σχετικός ισχυρισμός της κατηγορουμένης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο της ουσίας εξέδωσε, μετά την κήρυξη του πέρατος της συζητήσεως, την κύρια (υπ' αριθ. ΒΤ 7058/2006) απόφασή του, από το σκεπτικό της οποίας, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη στον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, με πρόθεση, εξέδωσε την ... επιταγή για να πληρωθεί από την Τράπεζα Εργασίας, ποσού 1.200.000 δρχ., σε διαταγή του Ψ1, η οποία, αφού εμφανίσθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα την ... στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί η κατηγορουμένη ένοχη". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη, και ήδη αναιρεσείουσα,Χ1 του ότι "στο ..., την ..., εξέδωσε, με πρόθεση, επιταγή, που δεν πληρώθηκε, στον Ψ1, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την επιταγή με αριθμό ..., για να πληρωθεί από την Τράπεζα Εργασίας, για δραχμές 1.200.000, σε διαταγή του Ψ1. Και αφού παρουσιάστηκε την ... στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Στη συνέχεια δε, το άνω Δικαστήριο επέβαλε στην κατηγορουμένη ποινή φυλακίσεως ενός έτους, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως, και χρηματική ποινή "το ισόποσο σε ευρώ των 800.000 δρχ.". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 ΠΚ και άρθρου79 του ν. 5960/1933, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσεις ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία, και χωρίς έτσι να στερήσει την απόφαση από νόμιμη βάση. Επίσης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε με την προαναφερθείσα ειδική αιτιολογία της άνω παρεμπίπτουσας αποφάσεώς του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης περί απαραδέκτου της ασκηθείσας κατ' αυτής ποινικής διώξεως για την άνω αξιόποινη πράξη, για τον λόγο ότι ο εγκαλών Ψ1 δεν ήταν ο νόμιμος κομιστής της επίμαχης επιταγής κατά τον χρόνο της εμφανίσεώς της στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή, και ορθά (αναφορικά και με την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού της) ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 5960/1933, αφού από αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ίδιου νόμου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, συνάγεται ότι (και πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3472/2006 και κατά συνέπεια εκ περισσού αναφέρεται το Δικαστήριο της ουσίας στον εν λόγω νόμο) δικαιούχος της εγκλήσεως δεν είναι μόνον ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίσθηκε αυτή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, όπως εν προκειμένω ο εγκαλών (Ψ1), σε διαταγή του οποίου εκδόθηκε η επίμαχη επιταγή και ο οποίος στη συνέχεια την είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση σε τρίτον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τον αναιρετικό έλεγχο επισκόπηση της επιταγής αυτής, αφού αυτός (εγκαλών) υπέστη τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της. Συνεπώς, είχε ο ανωτέρω εγκαλών δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως κατά της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και ως εκ τούτου η βάσει της εγκλήσεως αυτής ασκηθείσα εις βάρος της τελευταίας ποινική δίωξη ήταν παραδεκτή, εντεύθεν δε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του με το να μην κηρύξει την με βάση την ειρημένη έγκληση ασκηθείσα εναντίον της κατηγορουμένης ποινική δίωξη απαράδεκτη. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι. Ύστερα απ' αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Μαρτίου 2007 (υπ' αριθ. πρωτ. 619/14.3.2007) αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ 7058/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως που ασκήθηκε εναντίον της, για το λόγο ότι ο εγκαλών Μ.Λ. δεν ήταν ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο εμφανίσεώς της προς πληρωμής, αλλ' εξ αναγωγής υπόχρεος. Λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ και Η΄ ΚΠΔ. Απορριπτέοι, αφού από τις αναφερόμενες διατάξεις των 5960/33 συνάγεται ότι πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ. 3 ν. 3472/06, δικαιούχος της εγκλήσεως είναι κάθε υπογραφέας της επιταγής που την πλήρωσε ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής. Απορρίπτει.
Υπέρβαση εξουσίας
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
1
Αριθμός 1008/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βησσαρίωνα Κωνσταντούλα, περί αναιρέσεως της 12067/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειο-δικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.12.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2023/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α' του ν. 2408/1996, εκείνος, ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορο αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας, που εκπροσωπείται απ' αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμής, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη, χωρίς να εξετάζεται το έγκυρο ή άκυρο ή υποστατό της υποκείμενης σχέσεως. Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο. Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθέσιμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Το αξιόποινο δε του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη, λόγω του ανύπαρκτου ή παράνομου της αιτίας. Αρκεί η επιταγή ως αξιόγραφο να έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Εξάλλου, το άρθρο 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933 δεν παραπέμπει στο άρθρο 534 Εμπ.Ν., ούτε και κατ' άλλον τρόπο το τελευταίο αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, οπότε, σε περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του άρθρου 534 Εμπ.Ν., να τίθεται ζήτημα εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933. Συνεπώς, ούτε από την διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, ούτε από κάποια άλλη, προκύπτει ότι, αν ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είχε, κατά τον χρόνο εκδόσεώς της, πτωχεύσει ή παύσει τις πληρωμές του, ως έμπορος, το γεγονός τούτο επιδρά στο κύρος της επιταγής ή στο αξιόποινο της συμπεριφοράς του και ειδικότερα ότι αίρει τον άδικο χαρακτήρα ή εξαλείφει το αξιόποινο αυτής. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέτοια πρόσθετα στοιχεία δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτόν, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 12067/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 79 Ν. 5960/33, όπως αυτή, κατά τα συνιστώντα την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση πραγματικά περιστατικά, στο διατακτικό της παρούσας περιγράφεται. Ειδικότερα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητα του Προέδρου του ΔΣ του Καταναλωτικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού με τον διακριτικό τίτλο "...", εξέδωσε στην ... στις ... την υπ' αριθ. ... τραπεζική επιταγή, ποσού 4.571,77 ευρώ, πληρωτέα από την Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα σε διαταγή της εγκαλούσης (εταιρείας) με την επωνυμία "...". Η τελευταία, ως νόμιμη κομίστρια αυτής (ήτοι τελευταία κομίστρια), στις 18.2.2002, ήτοι εντός της νομίμου οκταημέρου προθεσμίας, εμφάνισε αυτή προς πληρωμή στην "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", η οποία ενήργησε μετά από ρητή προς αυτήν εξουσιοδότηση της ως άνω πληρώτριας Τράπεζας ως αντιπρόσωπος αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 211 ΑΚ (βλ. ΑΠ 726/2006 ΠοινΔνη 2006.1104), γεγονός που βεβαιώνεται επί του αναγνωσθέντος σώματος της επιδίκου επιταγής, πλην όμως δεν πληρώθηκε, εξ αιτίας του ότι δεν υπήρχε στον σχετικό λογαριασμό, που αναφέρεται στο διατακτικό, υπόλοιπο. Το γεγονός αυτό, ο κατηγορούμενος γνώριζε και κατά την ως άνω ημερομηνία εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, αλλά και κατά τον χρόνο εκδόσεώς της. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν κατηγορίας, με το ελαφρυντικό, όμως, του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, το οποίο και πρωτόδικα του αναγνωρίσθηκε". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, ..., του ότι "στην ... στις ... εξέδωσε επιταγή μη πληρωθείσα από την πληρώτρια Τράπεζα, στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της πληρωμής αυτής, και συγκεκριμένα εξέδωσε την υπ' αριθ. ...επιταγή, ποσού 4.571,77 ευρώ, σε διαταγή της (εταιρείας) "..." προς την Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα (Υποκατάστημα ...), η οποία εμφανίσθηκε προς πληρωμή στις ... και δεν πληρώθηκε, γιατί στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια". Στη συνέχεια δε, το άνω Δικαστήριο, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β' ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 ΠΚ και άρθρου79 του ν. 5960/1933, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσεις ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία, και χωρίς έτσι να στερήσει την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρας, έγγραφο και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Σε σχέση δε με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις: α) αναφορικά με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω πράξεως, δηλαδή τον δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών, και β) δεν ενέχει το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ασάφεια ή αντίφαση, εξαιτίας του γεγονότος ότι αναφέρεται σ' αυτό η λήψη υπόψη και αξιολόγηση "των εγγράφων που διαβάστηκαν στο ακροατήριο", αν και αναγνώσθηκε στην πραγματικότητα ένα μόνον έγγραφο, και συγκεκριμένα τα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως, καθόσον η χρησιμοποίηση πληθυντικού αριθμού για το εν λόγω έγγραφο οφείλεται εν προκειμένω σε προφανή παραδρομή. Τέλος, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι δεν είχε υποβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή την συνήγορό του οιοσδήποτε αυτοτελής ισχυρισμός, ούτε εκείνος για κήρυξη του εκπροσωπουμένου από αυτόν (αναιρεσείοντα) πιο πάνω συνεταιρισμού σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθ. 7459/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ορίσθηκε χρόνος παύσεως των πληρωμών η 1.1.2001, ήτοι προγενέστερος του χρόνου εκδόσεως της επίδικης επιταγής (12.2.2002), οπότε λογίζεται η μη πληρωμή της ως ανυπαίτια και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933. Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, και μάλιστα αιτιολογημένα, σε ισχυρισμό που δεν είχε προβληθεί. Πέραν τούτων, το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ο ειρημένος συνεταιρισμός, που κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, είχε παύσει τις πληρωμές του κατά τον χρόνο εκδόσεως της άνω επιταγής, δεν επηρεάζει το αξιόποινο της συμπεριφοράς αυτού (κατηγορουμένου) και ειδικότερα δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα, ούτε εξαλείφει το αξιόποινο του άνω αδικήματος. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ύστερα απ' αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση του ..., για αναίρεση της 12067/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειο-δικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδίκη του αναιρεσείοντος για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία. Όχι ανάγκη ειδικής αιτιολογίας για το δόλο του αναιρεσείοντος. Όχι προβολή απ' αυτόν του ισχυρισμού περί παύσεως των πληρωμών του εκπροσ/νου εκ μέρους του συνεταιρισμού προ της εκδόσεως της επίμαχης επιταγής, ανεξαρτήτως του ότι το γεγονός τούτο δεν επηρεάζει το αξιόποινο της συμπεριφοράς του και δη δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα, ούτε εξαλείφει το αξιόποινο του άνω αδικήματος. Απορρίπτονται οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Τραπεζική επιταγή, Δόλος.
0
Αριθμός 1.006/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 και 9 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, Γερμανού υπηκόου, κρατουμένου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων ......, που παρέστη αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο, κατά της με αριθμό 8/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 18 Ιουνίου 2008 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από το Πρωτοδικείο Νυρεμβέργης - Φύρτ της Γερμανίας, σε βάρος του ανωτέρω εκκαλούντος - εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, δια διερμηνέως, την από 5 Μαρτίου 2009 και με αριθμό 2/2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιώς Νικολάου Σιτζάνη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 373/2009. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε, δια της διερμηνέως, τον αυτοπροσώπως παραστάντα εκκαλούντα - εκζητούμενο, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί, καθώς και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση του εκζητουμένου και να εκτελεστεί το από 18.6.2008 ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης των Αρχών της Γερμανίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004 "Το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας : α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη, ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στο άρθρο 9 § 3 αναφέρεται ότι "όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος", η δε απόφαση στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2, εκδίδεται εντός εξήντα ημερών από τη σύλληψη του εκζητουμένου. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ιδίου νόμου "κατά της άνω οριστικής αποφάσεως του συμβουλίου εφετών επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ..." και §2 "ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο αποφαίνεται εντός οκτώ ημερών από την άσκηση της έφεσης. Ο εκζητούμενος κλητεύεται αυτοπροσώπως ή μέσω του αντικλήτου του εικοσιτέσσερις ώρες πριν από τη συζήτηση με μέριμνα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου". Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 επ., 474 παρ. 2 και 502 παρ. 2 Κ.Π.Δ., προκύπτει 1) ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των προβαλλομένων λόγων, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της προσβαλλομένης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της εφέσεως που προτείνει ο εκκαλών και 2) ότι στην έκθεση εφέσεως με την οποίαν επιδιώκεται ο έλεγχος και η διόρθωση των σφαλμάτων της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο για να είναι δεκτικοί δικαστικής εκτιμήσεως, διαφορετικά η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αυτά ισχύουν κατ' αναλογία και ως προς το ένδικο μέσο της εφέσεως που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 451 παρ. 1 Κ.Π.Δ. κατά της αποφάσεως για την έκδοση ή για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως του Συμβουλίου Εφετών. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 8/2009 απόφασή του απεφάσισε την εκτέλεση του από 18.6.2008 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Πρωτοδικείου Νυρεμβέργης - Φύρτ εις βάρος του Χ, Γερμανού υπηκόου, προκειμένου να παραδοθεί ο εκζητούμενος στην εκδούσα το ένταλμα αυτό Αρχή της Γερμανίας για να εκτίσει στερητική της ελευθερίας ποινή φυλακίσεως εκατόν σαράντα τριών (143) ημερών, που αποτελεί υπόλοιπο της στερητικής της ελευθερίας ποινής φυλακίσεως τριών (3) ετών και του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 33α 14/95/12.10.1995 απόφαση του Πρωτοδικείου του Αννόβερου. Κατά της αποφάσεως ως άνω του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς ο εκζητούμενος ήσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινομένη υπ' αριθμ. 2/5 Μαρτίου 2009 έφεση, στην έκθεση όμως, η οποία συνετάγη ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς, ουδόλως αναφέρονται λόγοι εφέσεως, ει μή μόνον ότι "εκκαλεί στο Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου την υπ'αριθμ. 8/2009 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς ... και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ... και να μην εκδοθεί για τους λόγους που θα εκθέσει στο αρμόδιο Δικαστήριο και διότι θέλει να μείνει στην ...... επειδή διαμένει εκεί η οικογένειά του". Με το περιεχόμενο αυτό η κρινομένη έφεση είναι αόριστη, γιατί ουδέν αναφέρεται σ' αυτή συγκεκριμένο σφάλμα ή πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε διατυπώνονται παράπονα για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων νόμου που εμποδίζουν την εκτέλεση του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Δι'ό και η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 2/5 Μαρτίου 2009 έφεση του Χ κατά της υπ' αριθμ. 8/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Ν. 3251/2004, προϋποθέσεις άρθρ. 1, 2, 9, 21, 22. Στην έφεση πρέπει να προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, άλλως η έφεση είναι απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της. Απορρίπτει έφεση εκζητουμένου.
Έκδοση
Έκδοση.
0
Αριθμός 1007/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βησσαρίωνα Κωνσταντούλα, περί αναιρέσεως της 12071/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2020/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, μετά και από την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του ν. 2408/1996, εκείνος, ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ'αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας, που εκπροσωπείται απ'αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη, χωρίς να εξετάζεται το έγκυρο ή άκυρο η υποστατό της υποκειμένης σχέσεως. Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο. Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθέσιμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Το αξιόποινο δε του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση η μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη, λόγω του ανύπαρκτου ή παράνομου της αιτίας. Αρκεί η επιταγή ως αξιόγραφο να έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Εξάλλου, το άρθρο 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933 δεν παραπέμπει στο άρθρο 534 Εμπ. Ν., ούτε και κατ'άλλο τρόπο το τελευταίο αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, οπότε, σε περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του άρθρου 534 Εμπ. Ν., να τίθεται ζήτημα εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933. Συνεπώς, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, ούτε από κάποια άλλη, προκύπτει ότι, αν ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είχε, κατά το χρόνο εκδόσεώς της, πτωχεύσει ή παύσει τις πληρωμές του, ως έμπορος, το γεγονός τούτο επιδρά στο κύρος της επιταγής ή στο αξιόποινο της συμπεριφοράς του και ειδικότερα ότι αίρει τον άδικο χαρακτήρα ή εξαλείφει το αξιόποινο αυτής. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτή περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ'αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέτοια πρόσθετα στοιχεία δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 12.071/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και τους αναφερόμενους σ'αυτό χρόνους τέλεσε την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 79 Ν. 5960/33 κατ' εξακολούθηση, όπως αυτή, κατά τα συνιστώντα την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση πραγματικά περιστατικά, στο διατακτικό της παρούσης περιγράφεται. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού με τον διακριτικό τίτλο "..." εξέδωσε στη ... τις εξής επιταγές, όλες σε διαταγή της εγκαλούσης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΝΑΛΚΟ ΕΠΕ": 1) στις ... τη με αριθμό ..., ποσού 34.638,54 ευρώ με πληρώτρια τράπεζα τη "NOVA BANK", 2) την ... τη με αριθμό ... ποσού 24.822,15 ευρώ με πληρώτρια τράπεζα την "ASPIS BANK" και 3) στις ... τη με αριθμό ... ποσού 44.185,85 ευρώ με πληρώτρια τράπεζα την "ΛΑΪΚΗ". Όλες οι εν λόγω επιταγές εμφανίστηκαν από την εγκαλούσα τελευταία κομίστρια προς πληρωμή στις ..., ... και ..., αντίστοιχα, ήτοι εντός της νομίμου οκταημέρου προθεσμίας από την έκδοσή τους στην πληρώτρια τράπεζα η ως άνω τρίτη επιταγή και στην τράπεζα Πειραιώς οι λοιπές, η οποία ενήργησε μετά από ρητή προς αυτήν εξουσιοδότηση των ως άνω πληρωτριών, ως αντιπρόσωπος αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 211 ΑΚ (βλ. ΑΠ 726/2006 Ποιν. Δ/νη 2006.1104), πλην όμως δεν πληρώθηκαν, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στους λογαριασμούς που αναφέρονται στο διατακτικό ότι ετηρούντο σ'αυτές. Ο κατηγορούμενος γνώριζε την μη ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων τόσο κατά το χρόνο εμφανίσεως και μη πληρωμής τους, όσο και κατά το χρόνο εκδόσεώς τους. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατ' εξακολούθηση του αδικήματος της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β' ΠΚ, το οποίο του αναγνωρίσθηκε πρωτόδικα". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, ... του ότι "με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, στη Θεσσαλονίκη στις ..., ..., ... εξέδωσε επιταγές μη πληρωθείσες από τις πληρώτριες τράπεζες, στις οποίες δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της πληρωμής αυτών, και συγκεκριμένα εξέδωσε τις υπ'αριθμ. ... επιταγή, ποσού 24.822,15 ευρώ, την υπ'αριθμ. ... επιταγή, ποσού 44.185,85 ευρώ, και την υπ'αριθμ. ... επιταγή, ποσού 34.638,54 ευρώ, σε διαταγή της "VINALKO Ε.Π.Ε." προς τις ASPIS BANK, ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και NOVA BANK, αντίστοιχα, οι οποίες εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στις ..., ... και 1..., αντίστοιχα, και δεν πληρώθηκαν, γιατί στους λογαριασμούς με αριθμούς ..., ... και ..., αντίστοιχα, του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια". Στη συνέχεια δε το άνω Δικαστήριο, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β' ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 του Π.Κ. και άρθρ. 79 του ν. 5960/1933, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και χωρίς έτσι να στερήσει την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρας, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Ειδικότερα δε, σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών. Τέλος, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι δεν είχε υποβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τη συνήγορό του οιοσδήποτε αυτοτελής ισχυρισμός, ούτε εκείνος για κήρυξη του εκπροσωπούμενου από αυτόν (αναιρεσείοντα) πιο πάνω συνεταιρισμού σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθ. 7459/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ορίσθηκε χρόνος παύσεως των πληρωμών η 1-1-2001, ήτοι προγενέστερος του χρόνου εκδόσεως των επιδίκων επιταγών (..., ...και ...), οπότε λογίζεται η μη πληρωμή τους ως ανυπαίτια και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933. Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, και μάλιστα αιτιολογημένα, σε ισχυρισμό που δεν είχε προβληθεί. Πέραν τούτων, το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ο ειρημένος συνεταιρισμός, που κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, είχε παύσει τις πληρωμές του κατά το χρόνο εκδόσεως των άνω επιταγών, δεν επηρεάζει το αξιόποινο της συμπεριφοράς αυτού (κατηγορουμένου) και ειδικότερα δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα, ούτε εξαλείφει το αξιόποινο του άνω αδικήματος. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠοινΔ, επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων εις βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, που επέρχεται κυρίως, όταν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη από τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της πρωτόδικης αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επί του ενδίκου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω απαγορεύσεως αποτελεί υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τον αναιρετικό έλεγχο επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, διατηρήθηκε πράγματι από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η ίδια ποινή φυλακίσεως με εκείνη που είχε επιβληθεί στον αναιρεσείοντα πρωτοδίκως, αλλά δεν αθωώθηκε αυτός από το ίδιο Δικαστήριο για κάποια από τις αναφερόμενες στο διατακτικό της πρωτόδικης αποφάσεως τρεις (3) ακάλυπτες επιταγές, ούτε έπαυσε οριστικά η εναντίον του ποινική δίωξη για κάποια από αυτές, ώστε να επιβαρυνθεί έτσι η νομική του μεταχείριση ή να χειροτερεύσει η πραγματική του κατάσταση, αφού δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω πλήρης ικανοποίησης της κομίστριας της πληρωτέας από την Τράπεζα "NOVA BANK υπ' αριθ. ... επίμαχης επιταγής, ώστε να τύχει εφαρμογής για την επιταγή αυτή η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 1β του Ν. 2408/1996, σύμφωνα με την οποία "Το αξιόποινο της πράξης της παρ. 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής". Άλλωστε, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αποτελεί παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ούτε η μερική εξόφληση της ειρημένης επιταγής, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, καθόσον ουδέν αναφέρεται περί αυτής (μερικής εξοφλήσεως) στο σκεπτικό ή το διατακτικό της αποφάσεως, αλλ'απλώς περιλαμβάνεται μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου μία "απόδειξη πληρωμής ποσού "2.934,70" ευρώ για την τρίτη επιταγή". Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση του ... για αναίρεση της 12071/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδίκη του αναιρεσείοντος για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση. Το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία. Όχι ανάγκη ειδικής αιτιολογίας για το δόλο του αναιρεσείοντος. Όχι προβολή από τον αναιρεσείοντα του ισχυρισμού περί παύσεως των πληρωμών του εκπροσ/νου απ' αυτόν συνεταιρισμού, προ της εκδόσεως των επίμαχων επιταγών, ανεξαρτήτως του ότι το γεγονός τούτο δεν επηρεάζει το αξιόποινο της συμπεριφοράς του και δη δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα, ούτε εξαλείφει το αξιόποινο του άνω αδικήματος. Τέλος, ναι μεν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, επέβαλε την ποινή που είχε επιβληθεί και πρωτόδικα, πλην όμως δεν αθωώθηκε αυτός για κάποια από τις μερικότερες πράξεις, ούτε έπαυσε οριστικά η κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για κάποια απ' αυτές. Απορρίπτονται οι από 3 άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄, Ε΄ και Η΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Δόλος.
1
Αριθμός 1011/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βησσαρίωνα Κωνσταντούλα, για αναίρεση της 7727/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 11 Απριλίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1476/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του ν. 2408/1996, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως επί της επιταγής ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 Κ.Ποιν.Δ., στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 42, η έγκληση γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο.. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ, 1 του ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρείαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ, 1 ότι "το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν, 2339/1995, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του., διευθυντές της εταιρίας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ, 1) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ, 2 και 22 παρ, 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της ΑΕ. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη, με την οποία το καταστατικό, προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ, 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (Ολ.ΑΠ 1096/1976). Υποκατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του Διοικητικού Συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή της εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση, όμως, που το Διοικητικό Συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρίας για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτον, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22.παρ. 3 του ν. 2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξεως που τελέσθηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος-εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 5/2006, 6/2006). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1 καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη 7727/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, για το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, μετά από υποβολή των σχετικών από 27-2-2002 και 24-4-2002 εγκλήσεων της φερόμενης ως παθούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΒΕΕ", κομίστριας των επίδικων επιταγών. Τις ανωτέρω εγκλήσεις υπέβαλε η εν λόγω παθούσα εταιρία δια του πληρεξουσίου της Δημητρίου Βουβάκη, δικηγόρου και κατοίκου Αθηνών, δυνάμει των συνημμένων υπ' αριθ. 878/14-2-2008 και 886/1-4-2002, αντίστοιχα, πρακτικών του Δ.Σ αυτής. Από τα πρακτικά αυτά, που προσκομίσθηκαν σε ακριβή αντίγραφα από το βιβλίο πρακτικών του Δ.Σ, προκύπτει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας κατά τις συνεδριάσεις του της 14-2-2002 και της 1-4-2002, αντίστοιχα, στις οποίες συμμετείχαν ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος, ο Διευθύνων Σύμβουλος και έξι μέλη, αποφάσισε και έδωσε την εντολή στον ειρημένο Δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Βουβάκη να εμφανισθεί ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και να καταθέσει για λογαριασμό της εταιρίας έγκληση κατά του κατηγορουμένου για το έγκλημα της εκδόσεως των αναφερομένων στις άνω εγκλήσεις ακαλύπτων επιταγών. Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι στην ερευνώμενη περίπτωση, σύμφωνα και με όσα έχουν αναπτυχθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, ο ανωτέρω δικηγόρος ενήργησε ως απλός εντολοδόχος του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω ανώνυμης εταιρίας για την εκτέλεση των συγκεκριμένων πράξεων που του ανατέθηκαν, και όχι ως υποκατάστατος του Δ.Σ. αυτής (ως όργανο εκπροσωπήσεως της Α.Ε). κατόπιν τούτων, έπρεπε στα άνω αντίγραφα των πρακτικών συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας πιο πάνω ανώνυμης εταιρίας, που προσαρτήθηκαν στις εγκλήσεις ως πληρεξούσια έγγραφα, να βεβαιώνεται και η γνησιότητα της υπογραφής των εντολέων (μελών του Διοικητικού Συμβουλίου) από Αρχή (δημόσια, δημοτική ή κοινοτική) ή δικηγόρο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ. 2 του ΚΠοινΔ. Τέτοια, όμως, βεβαίωση δεν υπάρχει. Ούτε καλύπτει την έλλειψη αυτή η διαφορετική βεβαίωση ότι το προσαρτηθέν πρακτικό αποτελεί ακριβές αντίγραφο εκ του βιβλίου πρακτικών του Δ.Σ. της εταιρείας "ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΒΕΕ", χωρίς άλλη μνεία και χωρίς να προκύπτει η ταυτότητα του προσώπου που υπογράφει την εν λόγω βεβαίωση, καθώς και ιδιότητά του. Επομένως, του Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο καταδίκασε, κατά τα ανωτέρω, τον αναιρεσείοντα για το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση (άρθρα 79 ν. 5960/1933 και 98 του ΠΚ), για το οποίο δεν υποβλήθηκε νομίμως η απαιτούμενη έγκληση, ενώ έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη, σύμφωνα με τα άρθρα 46 και 370 περ. γ' Κ.Ποιν.Δ, κατά παραδοχή της υποβληθείσας σχετικής ενστάσεώς του, υπερέβη την εξουσία του και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, παρελκούσης μετά ταύτα της εξετάσεως των λοιπών λόγων αυτής και του δικογράφου προσθέτων λόγων, και συνακόλουθα να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ασκηθείσα για το άνω έγκλημα ποινική δίωξη (άρθρο 517 παρ. 2 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 7727/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος Χ1, για την αναφερόμενη στην πιο πάνω απόφαση αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση. Με τα αναφερόμενα πρακτικά του Δ.Σ. της παθούσας ΑΕ, κομίστριας των επίμαχων επιταγών, δόθηκε η εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δ.Β. να υποβάλει τις αναφερόμενες εγκλήσεις για λογαριασμό της εταιρίας. Έτσι, ενήργησε αυτός εν προκειμένω ως απλός εντολοδόχος του Δ.Σ. της άνω ΑΕ και όχι ως υποκατάστατος. Παρά ταύτα, όμως, δεν βεβαιώνεται στα αντίγραφα των άνω πρακτικών, που προσαρτήθηκαν στις εγκλήσεις ως πληρεξούσια έγγραφα, η γνησιότητα της υπογραφής των εντολέων (μελών του ΔΣ) από Αρχή ή Δικηγόρο. Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για το άνω έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε νομίμως η απαιτούμενη έγκληση, υπερέβη την εξουσία του. Αναιρεί, κατά παραδοχή σχετικού λόγου αναιρέσεως και κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 517 παρ. 2 ΚΠΔ) -.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Πληρεξουσιότητα, Ανώνυμη εταιρία.
0
Αριθμός 1004/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 874/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1620/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 548/25.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, ενώπιον του δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την με αριθμό 19/26-9-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ......, οδός ...... ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του, από τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Βογιατζάκη του Γεωργίου, δυνάμει της από 25-9-2008 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδότησης και στρέφεται κατά του με αριθμό 874/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το με αριθμό 251/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ'εξακολούθηση από την οποία σκόπευε να προσπορισθεί περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τα 73.000 ΕΥΡΩ, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 25/8/2004. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 874/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε στην ουσία την έφεσή του, επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε με θυροκόλληση στον κατηγορούμενο στις 18/9/2008 και στον αντίκλητο δικηγόρο του στις 2/10/2008, η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 26/9/2008 ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Θεσσαλονίκης, συνετάγη δε από εκείνον, η με αριθμό 19/2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακούργημα. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τ'ανωτέρω στοιχεία, με τα οποια συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 67/2006 ΠΧ ΝΣΤ'-697, ΑΠ 2253/2002 ΠΧ ΝΓ 795). ΙΙΙ. Στη κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που το εξέδωσε, χωρίς καμμία αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, με δικές του σκέψεις, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις του εγκαλούντα, των εξετασθέντων μαρτύρων Α, Β, Γ, Δ, Ε, τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα, μεταξύ των οποίων φωτοαντίγραφα των πλαστών επιταγών και η από 17/8/2007 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της ειδικής Δικαστικής Γραφολόγου ......, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο πρώτος κατηγορούμενος ΣΤ στις 25-8-2004 εφοδιάστηκε από άγνωστο πρόσωπο τα σώματα των υπ' αριθ. ...... και ...... επιταγών, τα οποία είχαν αφαιρεθεί από άγνωστο πρόσωπο από την κατοχή του πολιτικώς ενάγοντος Ζ. Ο Ζ είχε προμηθευτεί τα ανωτέρω σώματα επιταγών από την Τράπεζα EUROBANK, στα πλαίσια σύμβασης επιταγής που είχε συνάψει μαζί της. Ακολούθως ο πρώτος κατηγορούμενος συμπλήρωσε τα εν λόγω σώματα επιταγών αυθαίρετα. Ειδικότερα στο σώμα της υπ' αριθ. ...... επιταγής ανέγραψε ως τόπο έκδοσης τη ...... ως χρόνο έκδοσης τις 28-1-2005, ως πληρωτέο ποσό αυτό των 30.000 ευρώ, ως πρόσωπο σε διαταγή του οποίου αυτή εκδόθηκε τον εαυτό του. Επίσης στο σώμα της υπ' αριθ. ...... επιταγής ανέγραψε ως τόπο έκδοσης τη ...... ως χρόνο έκδοσης τις 30-12-2004, ως πληρωτέο ποσό αυτό των 50.000 ευρώ, ως πρόσωπο σε διαταγή του οποίου αυτή εκδόθηκε τον εαυτό του. Επιπλέον στις ανωτέρω επιταγές έθεσε την υπογραφή του στη θέση του πρώτου οπισθογράφου και τις παρέδωσε στην ...... στις 25-8-2004 στα πλαίσια οπισθογράφησης στον δεύτερο κατηγορούμενο (Χ). Με τον τρόπο αυτό εμφανιζόταν προς τα έξω ότι οι εν λόγω επιταγές ήταν γνήσιες και είχαν εκδοθεί από τον Ζ σε διαταγή του πρώτου κατηγορουμένου. Ο πρώτος κατηγορούμενος με τη χρήση αυτών και ειδικότερα με την κυκλοφορία των επιταγών επεδίωκε να παραπλανήσει αυτούς που θα τις αποκτούσαν από τον δεύτερο κατηγορούμενο στα πλαίσια οπισθογράφησης, όπως επίσης και τους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας ότι ο Ζ είχε προβεί στην έκδοση τους και είχε αναλάβει την υποχρέωση για την ύπαρξη διαθεσίμων στον τραπεζικό λογαριασμό από τον οποίο αυτές έπρεπε να πληρωθούν. Το γεγονός αυτό ήταν κρίσιμο για τη γέννηση αστικής και ποινικής ευθύνης από την πλευρά του πολιτικώς ενάγοντος (Ζ) σε περίπτωση μη πληρωμής τους, αφού σε τέτοια περίπτωση καθένας από τους κομιστές των επιταγών αυτών μπορούσε να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος αυτού αλλά και να υποβάλει έγκληση σε βάρος του για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. 0 ανωτέρω σκοπός του πρώτου κατηγορουμένου προκύπτει από το ότι ο ίδιος προέβη αυθαίρετα στη συμπλήρωση των επιταγών και στην πλαστογράφηση της υπογραφής του Ζ στη θέση του εκδότη σε αυτές, χωρίς να έρθει σε επαφή μαζί του και μολονότι δεν υπήρχε κάποια συναλλαγή μεταξύ τους, από την οποία πήγαζε αξίωση αυτού σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος. Για το λόγο αυτό η κυκλοφορία των πλαστών επιταγών μέσω της παράδοσης τους από αυτόν στον δεύτερο κατηγορούμενο στα πλαίσια οπισθογράφησης και ή περαιτέρω παράδοση των επιταγών από τον δεύτερο κατηγορούμενο σε άλλα πρόσωπα εξυπηρετούσε τον πρώτο κατηγορούμενο να παραπλανηθούν τόσο oι περαιτέρω κομιστές των επιταγών όσο και οι υπάλληλοι της πληρώτριας τράπεζας ως προς το ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε αναλάβει την υποχρέωση να υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στον τραπεζικό λογαριασμό από τον οποίο αυτές θα πληρώνονταν. Ακολούθως ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ) στην Αθήνα στις 25-8-2004 αφού, παρέλαβε τις ανωτέρω πλαστές επιταγές από τον πρώτο κατηγορούμενο, τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση σε άλλα πρόσωπα κάνοντας έτσι χρήση αυτών. Ειδικότερα την υπ' αριθ. ...... επιταγή τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον Η, ενώ την υπ' αριθ. ...... επιταγή τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρία με την επωνυμία "IMPORT EXPORT DISPLAY ITEMS A. E" παραδίδοντας την στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά την παράδοση των υπ' αριθ. ...... και ...... επιταγών στα ανωτέρω πρόσωπα αντίστοιχα τελούσε σε γνώση της πλαστότητάς τους και ειδικότερα ότι τις είχε συμπληρώσει ο πρώτος κατηγορούμενος, τοποθετώντας χωρίς τη συναίνεση του Ζ την υπογραφή του στη θέση του εκδότη. Τούτο προκύπτει από την από 8-12-2006 κατάθεση του Ζ σύμφωνα κατά την τηλεφωνική επικοινωνία με τον δεύτερο κατηγορούμενο, αυτός του ανέφερε ότι ο ΣΤ (πρώτος κατηγορούμενος) ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο, καθώς και ότι ήταν σε θέση να πει στον Ζ ποιο ήταν το πρόσωπο που είχε αφαιρέσει από την κατοχή του τις ανωτέρω επιταγές. Από την προαναφερθείσα συνομιλία του δευτέρου κατηγορουμένου με τον πολιτικώς ενάγοντα σε συνδυασμό με το ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέλαβε τις επιταγές από τον ΣΤ στα πλαίσια οπισθογράφησης γίνεται σαφές ότι αυτός τελούσε σε γνώση της πλαστότητας των ανωτέρω επιταγών. Επιπρόσθετα ο δεύτερος κατηγορούμενος με τη χρήση των ανωτέρω πλαστών εγγράφων επεδίωκε να παραπλανηθούν οι επόμενοι κομιστές τους και οι υπάλληλοι της πληρώτριας τράπεζας ως προς το ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε αναλάβει την υποχρέωση να υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στον τραπεζικό λογαριασμό από τον οποίο αυτές θα πληρώνονταν, το οποίο ήταν κρίσιμο, αφού όπως προαναφέρθηκε σε περίπτωση μη πληρωμής τους καθένας από τους κομιστές των επιταγών αυτών μπορούσε να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος αυτού αλλά και να υποβάλει έγκληση σε βάρος του για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. 0 εν λόγω σκοπός του δευτέρου κατηγορουμένου προκύπτει από το ότι προέβη στην οπισθογράφηση των επιταγών, μολονότι γνώριζε ότι οι αυτές δεν είχαν εκδοθεί από τον πολιτικώς ενάγοντα και ότι καμία συναλλακτική σχέση δεν συνέδεε τον τελευταίο με τον πρώτο κατηγορούμενο. Ακόμη τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος με την εγκληματική συμπεριφορά, που καθένας τους ανέπτυξε, όπως περιγράφεται πιο πάνω, επεδίωκαν να προσποριστούν το συνολικό ποσό των 80.000 ευρώ βλάπτοντας την περιουσία του πολιτικώς ενάγοντος. Τούτο διότι η αυθαίρετη συμπλήρωση των ανωτέρω επιταγών και η πλαστογράφηση της υπογραφής του πολιτικώς ενάγοντος σε αυτές από την πλευρά του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος στη συνέχεια τις παρέδωσε στα πλαίσια οπισθογράφησης στον δεύτερο κατηγορούμενο, αλλά και η περαιτέρω οπισθογράφηση από τον τελευταίο και παράδοση τους σε άλλα πρόσωπα, όπως προαναφέρθηκε, έγινε παρά την ανυπαρξία οποιασδήποτε οφειλής του πολιτικώς ενάγοντος προς τον πρώτο κατηγορούμενο και παρά το ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε έρθει προηγουμένως σε επικοινωνία με τον πρώτο κατηγορούμενο. Επίσης ενόψει του ότι η επιταγή αποτελεί αξιόγραφο, στο οποίο ενσωματώνεται εντολή στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή του αναγραφόμενου ποσού, τόσο η πλαστογράφηση των υπ' αριθ. ...... και ...... επιταγών από τον πρώτο κατηγορούμενο, όπως περιγράφηκε πιο πάνω και η παράδοση τους στον δεύτερο κατηγορούμενο στα πλαίσια οπισθογράφησης, όσο και η περαιτέρω οπισθογράφηση από τον τελευταίο και παράδοση τους σε άλλα πρόσωπα, όπως προαναφέρθηκε, εξυπηρετούσαν να εμφανιστούν προς πληρωμή αυτές, αφού προηγουμένως οι ίδιoι κατά την κυκλοφορία των ανωτέρω επιταγών θα είχαν εισπράξει συνολικά το ποσό των 80.000 ευρώ βλάπτοντας την περιουσία του πολιτικώς ενάγοντος. Η περιουσιακή βλάβη αυτού συνίστατο στο ότι με την πλαστογράφηση και κυκλοφορία των ανωτέρω επιταγών, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, επήλθε διακινδύνευση στην περιουσία του πολιτικώς ενάγοντος, καθόσον ο πολιτικώς ενάγων αντιλαμβανόμενος την κλοπή των ανωτέρω επιταγών έδωσε εντολή στις 25-8-2004 στην πληρώτρια τράπεζα να μην πληρωθούν αυτές και συνεπώς οι κομιστές τους από τη μη πληρωμή των επιταγών θα είχαν το δικαίωμα να στραφούν εναντίον του ζητώντας την έκδοση διαταγών πληρωμής από τον Δικαστή του αρμόδιου Δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι έθεσε την υπογραφή του επί του σώματος1 των επιταγών, προκειμένου να αυξηθεί η εγγυητική τους αξία και μόνον δεν είναι πειστικός. 0 ισχυρισμός επίσης, ότι τις επίδικες επιταγές τις προσέφερε προς αξιοποίηση στον πρώτο κατηγορούμενο το δίδυμο Β-Λ διαψεύδεται από τους ίδιους στις καταθέσεις τους. Εξάλλου, από τη με ημερομηνία 3-9-2004 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1998 στην οποία προέβη ο ΣΤ, προκύπτει ότι αυτός επιθυμούσε συνεργασία με τον Θ, ο οποίος μέσω του κατηγορουμένου-εκκαλούντος θα του παρέδιδε δύο επιταγές δια χειρός Β ποσού 50.000 και 30.000 ευρώ αντίστοιχα για την αγορά δύο ρυμουλκών. Έτσι αποδεικνύεται έωλος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι αυτός δεν έκανε χρήση των επιταγών που οπισθογράφησε. Ακόμη, στη μήνυση του ο πολιτικώς ενάγων Ζ, αναφέρει ότι τον Οκτώβριο του 2004 του τηλεφώνησε κάποιος Κ από την ......, εκ μέρους της IMPORT-EXPORT DISPLAY ITEMS Α.Ε. τελευταίας οπισθογράφου της υπ' αριθ. ...... επιταγής, ρωτώντας αν θα την πλήρωνε και αναφέροντας του ότι την είχε λάβει από το δεύτερο κατηγορούμενο. Η δικαστική γραφολόγος ......, ομιλεί περί συγγένειας στην υπογραφή του πρώτου κατηγορουμένου και την φερόμενη (πλαστή) ως υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος στις επίδικες επιταγές. Επίσης τόσον ο πρώτος κατηγορούμενος, όσο και ο δεύτερος τηρούν όμοια γραμμή ισχυρισμών στις απολογίες τους, γνωρίζονταν μεταξύ τους και είναι γείτονες. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος εν γνώσει του έκανε χρήση πλαστών εγγράφων, τα οποία κατήρτισε εξ υπαρχής ο πρώτος, με το σκοπό πορισμού κέρδους επί ζημία άλλου, η δε απειληθείσα ζημία υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί στην ουσία της η υπ' αριθ. 9/20-3-2008 έφεση του δευτέρου κατηγορουμένου. ΙV. Από τ'ανωτέρω συνάγεται ότι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης για να καταλήξει στην κρίση του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Όμως από την επισκόπηση του φακέλλου της δικογραφίας προκύπτει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν αιτιολογήθηκαν οι από 5/3/2007 και 23/1/2007 καταθέσεις των μαρτύρων Θ και Λ αντίστοιχα καθώς και η από 19/1/2007 απολογία του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντα ΣΤ , οι οποίοι κατέθεσαν ότι τις επίδικες επιταγές έδωσε ο Β στον ΣΤ. Η παράλειψη αυτή καθιστά την αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος μη εμπεριστατωμένη, δεδομένου ότι εγένετο επιλεκτική συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 129/2007). V. Κατά συνέπεια το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι βάσιμος ο προτεινόμενος και προβλεπόμενος από το άρθρο 484 § 1 Κ.Π.Δ. λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί το πληττόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν αποφανθεί προηγουμένως (άρθρα 485 § 1- 519 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο με αριθμό 874/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Αθήνα 14 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 370 εδάφ. β' του Κ.Ποιν.Δ., η ποινική δίωξη που άρχισε τελειώνει με την οριστική παύση της, όταν έγινε παραίτηση από το δικαίωμα της εγκλήσεως, ή ανάκλησή της, ή όταν αμνηστεύθηκε η πράξη ή παραγράφηκε το αξιόποινό της, ή ο κατηγορούμενος πέθανε. Η διάταξη αυτή ως γενική, εφαρμόζεται και στη περίπτωση που ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων ή αναιρεσίβλητος) αποβιώσει μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και πριν την έκδοση οριστικής απόφασης επ' αυτής. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων Χ πέθανε την 1/1/2009 και για τον θάνατό του συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Αθηνών. Ο ανωτέρω αποβιώσας είχε ασκήσει την από 26/9/2008 αίτηση αναίρεση κατά του 874/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο επικύρωσε το με αριθμό 251/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, που παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικασθεί για χρήση πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος. Επομένως η κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη πρέπει να περατωθεί με οριστική παύση λόγω θανάτου του, σύμφωνα με την διάταξη που προαναφέρθηκε. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του Χ, κατοίκου εν ζωή ......, για την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση από την οποία σκόπευε να προσπορισθεί περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τα 73.000 Ευρώ, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 25/8/2004. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παύει οριστικώς ποινική δίωξη λόγω θανάτου του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου.
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Κατηγορούμενου θάνατος .
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1.002/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων α) Χ1, β) Χ2 και γ) Χ3, κατοίκων ..., που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό 234/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Ιουνίου 2008, δύο (2) τον αριθμό και από 25 Ιουνίου 2009, αντίστοιχα, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.471/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 482/14.10.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, τις αιτήσεις αναιρέσεως, α) από 10-6-2008 του κατηγορουμένου Χ1, β) από 10-6-2008 του κατηγορουμένου Χ2 και γ) από 25-6-2008 του κατηγορουμένου Χ3, κατά της υπ'αριθμ. 234/3-6-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, εκθέτω τα εξής: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει, ότι διά το κύρος και κατ'ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχωνται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι διά τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτή ένας τουλάχιστον λόγος, από τους αναφερομένους περιοριστικώς στο άρθρ. 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρ. 513 ΚΠΔ. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Εξ άλλου, η αίτηση αναιρέσεως που δεν περιέχει λόγους ή περιέχει λόγους ασαφείς και αορίστους, δεν μπορεί να συμπληρωθή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρ. 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτού λόγου αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 354/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/887). Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από τις εκθέσεις των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες εδήλωσαν απλώς, ότι ασκούν το εν λόγω ένδικο μέσο δι'έλλειψη της υπό του Συντάγματος επιβαλλομένης ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ), ο δε τρίτος εξ αυτών και δι'εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής διατάξεως "των προβλεπομένων ποινικών παραβάσεων του Νόμου περί των οποίων καταδικάστηκε (άρθρο 510 παρ. Ε' ΚΠΔ)", χωρίς όμως να αναφέρουν ουδέν περιστατικό θεμελιωτικό των επικαλουμένων ανωτέρω πλημμελειών. Επομένως, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, μη περιέχουσες αναιρετικό λόγο κατά τρόπο ορισμένο, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.Τέλος, πρέπει οι αναιρεσείοντες να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω. Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι αιτήσεις αναιρέσεως α) από 10-6-2008 του Χ1, β) από 10-6-2008 του Χ2, κρατουμένων εις Κλειστή Φυλακή ..., και γ) από 25-6-2008 του Χ3, κρατουμένου εις Κλειστή Φυλακή ..., κατά της υπ'αριθμ. 234/3-6-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 6 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, οι αντίκλητοι των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για την πληρότητα των από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγων αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αντιστοίχως, πρέπει: 1) στην πρώτη περίπτωση, αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, ενώ αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται με την αναίρεση, επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της σε σχέση με τις παραδοχές της ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2002, ΟλΑΠ 19/2001) και 2) στη δεύτερη περίπτωση, να αναφέρεται η διάταξη που παραβιάστηκε και να προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις παραδοχές της αποφάσεως. Εξάλλου, η αίτηση αναιρέσεως, που δεν περιέχει λόγους ή περιέχει λόγους ασαφείς και αόριστους, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτού λόγου αναιρέσεως (ΟλΑΠ 2/2002). Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες 1) Χ2, 2) Χ1 και 3) Χ3 άσκησαν τις από 10.6.2008 και 25.6.2008, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως ενώπιον του Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής ... ο πρώτος και ο δεύτερος και του Διευθυντή της Κλειστής Φυλακής ... ο τρίτος, κατά της 234/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία καταδικάσθηκαν στις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή ποινές. Στη σχετική έκθεση αναιρέσεως αναφέρει ο αναιρεσείων Χ2 επί λέξει ότι "κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 234/3.6.2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 7 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ για απλή συνεργεία σε απόπειρα πώλησης ναρκωτικών. Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης, η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του". Τα αυτά ακριβώς εκθέτει στην έκθεση αναιρέσεως του και ο αναιρεσείων Χ1, ενώ ο αναιρεσείων Χ3 στη δική του έκθεση αναιρέσεως εκθέτει επί λέξει τα ακόλουθα: "Κάνει αναίρεση κατά της αριθ. 234/3.6.2008 απόφασης του 5/μελούς Εφετείου Λάρισας, διά της οποίας καταδικάστηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και χ.π. 30.000 ευρώ για κατοχή και απόπειρα πώλησης ναρκωτικών, ενώπιον του Αρείου Πάγου, για τους παρακάτω αναφερομένους λόγους: 1) Διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έχει την προσήκουσα κατά το Σύνταγμα αιτιολογία, άρθρο 510 παρ. Δ' Κ.Π.Δ. και 2) Για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής διατάξεως των προβλεπομένων ποινικών παραβάσεων του Νόμου περί των οποίων καταδικάστηκε (άρθρο 510 παρ. Ε' Κ.Π.Δ.)". Με το περιεχόμενο αυτό, οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι δεν περιέχουν κανένα λόγο σαφή και ορισμένο, αφού δεν αναφέρουν τις παραδοχές της πληττόμενης αποφάσεως, ούτε γίνεται σαφής και ορισμένη αναφορά περιστατικών προς θεμελίωση των επικαλουμένων πλημμελειών της αποφάσεως αυτής. Επειδή ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αιτήσεις αναιρέσεως: α) από 10.6.2008 του κατηγορουμένου Χ1, β) από 10.6.2008 του κατηγορουμένου Χ2 και γ) από 25.6.2008 του κατηγορουμένου Χ3, κατά της 234/3.6.2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€), για κάθε αναιρεσείοντα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 1001/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ... και 2) ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Παπαλόη, περί αναιρέσεως της ΑΤ3065/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18.6.2008 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1226/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 330 του ΠΚ, όποιος χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης εξαναγκάζει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλήθηκε ή κάποιου από τους οικείους του. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ συνιστά η έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία υπάρχει όταν στην απόφαση δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς δέχτηκε τα εξής: " Κατά την διάταξη του άρθρου 330 ΠΚ, όποιος χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης εξαναγκάζει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιου από τους οικείους του. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχεία του εγκλήματος της παράνομης βίας είναι: α) εξαναγκασμός άλλους σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, β) ο εξαναγκασμός αυτός να γίνει με τη χρήση σωματικής βίας ή απειλής σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, γ) δόλος (αρκεί και ενδεχόμενος), στον οποίο περιλαμβάνεται η γνώση ότι η απειλούμενη πράξη ή παράλειψη ή ανοχή σε κάτι στο οποίο εκείνος δεν υποχρεούται και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της σωματικής βίας ή της απειλής σωματικής βίας κλπ και της πράξης, παράλειψης ή ανοχής του θύματος (ΑΠ 696/2005, 527/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψε ότι στις 28/2/2003 ο εγκαλών επισκέφθηκε, ως δημοσιογράφος του τηλεοπτικού σταθμού ..., το Νοσοκομείο της ... προκειμένου να κάνει ρεπορτάζ για τις συνθήκες νοσηλείας των ασθενών. Εν όψει του ότι, όμως, εισήλθε στον κυρίως χώρο του Νοσοκομείου και έκανε λήψεις με τηλεοπτική κάμερα χωρίς την άδεια της Διοίκησης, ειδοποιήθηκαν οι κατηγορούμενοι, που είναι υπάλληλοι ασφαλείας του Νοσοκομείου, οι οποίοι προσέτρεξαν αμέσως και, αφού τον εντόπισαν, τον άρπαξαν και κρατώντας τον καθένας από το ένα χέρι τον έσυραν σε μία απόσταση 25 μέτρων και τον οδήγησαν στο θυρωρείο του Νοσοκομείου. Εκεί του ζήτησαν τα στοιχεία του και επειδή ο εγκαλών αντέδρασε και διαμαρτυρήθηκε για τα συμβάντα, δημιουργήθηκε επεισόδιο, κατά τη διάρκεια του οποίου οι κατηγορούμενοι καθήλωσαν στο έδαφος τον εγκαλούντα και στη συνέχεια κλείδωσαν την πόρτα του θυρωρείου και ειδοποίησαν την Αστυνομία. Ο εγκαλών προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα, αλλά του έμεινε η πετούγια στο χέρι και τότε πήδηξε από το παράθυρο. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, προκύπτει ότι στοιχειοθετείται το έγκλημα της παράνομης βίας που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι από κοινού σε βάρος του εγκαλούντος, αφού τον εξανάγκασαν σε περιορισμό της ελευθερίας κινήσεώς του, περιορίζοντάς τον μέσα στον χώρο του θυρωρείου, όπου τον κλείδωσαν χωρίς αυτός να έχει τέτοια υποχρέωση. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι της ανωτέρω πράξης". Ακολούθως, στο διατακτικό της απόφαση οι κατηγορούμενοι κηρύσσονται αθώοι του ότι Στη ...στις 28-12 2003, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα του ενός αδικήματα και δη χρησιμοποιώντας σωματική βία εξανάγκασαν από κοινού άλλον σε ανοχή για την οποία ο παθών δεν είχε υποχρέωση και συγκεκριμένα, με κοινό δόλο και κατόπιν συναποφάσεως, καθηλώνοντας τον εκκαλούντα στο έδαφος, κλείδωσαν αυτόν στο θυρωρείο του γενικού κρατικού νοσοκομείου ... και με τον τρόπο αυτόν εξανάγκασαν αυτόν σε περιορισμό της ελευθερίας κινήσεως, για την οποία ο παθών δεν είχε υποχρέωση, και ένοχοι του ότι στη ... στις 28-12-2003, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα του ενός αδικήματα και δη με πρόθεση προξένησαν από κοινού σε άλλον σωματική κάκωση εντελώς ελαφρά και συγκεκριμένα, με κοινό δόλο και κατόπιν συναποφάσεως, έπιασαν απότομα από το λαιμό και τα χέρια τον εκκαλούντα, ..., με αποτέλεσμα εκείνος να υποστεί θλαστικές εκχυμώσεις κατά την έσω πλάγια επιφάνεια του δεξιού βραχίονος, του αντιβραχίου και της αριστερής οσφυονεφρικής χώρας, μικροεκδορές κατά το αριστερό κοιλιακό τοίχωμα, άλγος κατά την αυχενική και οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης και την έξω πλάγια επιφάνεια του άνω τριτημορίου του αριστερού μηρού, η δε κατά τα άνω προξενηθείσα σωματική βλάβη ήταν εντελώς ελαφρά. Προκάλεσαν από κοινού σε άλλον τρόμο και ανησυχία απειλώντας τον με βία και συγκεκριμένα, με κοινό δόλο και κατόπιν συναποφάσεως απηύθυναν στον εκκαλούντα τις φράσεις "θα σου δείξουμε εμείς", "Δε θα σου περάσει αυτή τη φορά", προκαλώντας σε αυτόν τρόμο και ανησυχία". Με αυτά που δέχτηκε και όρισε η απόφαση περιέχει αντιφατική αιτιολογία με τη μορφή της αντίφασης μεταξύ σκεπτικού (αιτιολογικού) και διατακτικού. Συγκεκριμένα, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 3558/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι ετέλεσαν την πράξη της παράνομης βίας από κοινού και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως αυτής και να επιβληθεί σ' αυτούς η ποινή φυλακίσεως που επιβάλλεται τελικά, στο διατακτικό κηρύσσει αθώους τους κατηγορουμένους της πράξεως της παράνομης βίας και ενόψους των πράξεων σωματικής βλάβης και απειλής, για τις οποίες όμως πράξεις (σωματικής βλάβης και απειλής) οι κατηγορούμενοι δεν είχαν ασκήσει έφεση. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ είναι βάσιμος. Μετά από αυτά και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 3065/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έλλειψη αιτιολογίας συντρέχει και στην περίπτωση που υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Το Δικαστήριο δέχτηκε στο αιτιολογικό ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη της παράνομης βίας και ότι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής, ενώ στο διατακτικό αυτοί κηρύσσονται αθώοι της παράνομης βίας και ένοχοι των πράξεων της σωματικής βλάβης και της απειλής, για τις οποίες όμως πράξεις οι κατηγορούμενοι δεν είχαν ασκήσει έφεση. Αναιρείται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και παραπέμπεται για νέα συζήτηση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βία παράνομη.
0
Αριθμός 997/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βαγιανό, για αναίρεση της με αριθμό 3.956/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.152/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται, ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δε θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια (μη συνειδητή), απαιτείται, αντικειμενικά μεν να προκληθεί σωματική βλάβη σε άλλον, υποκειμενικά δε να διαπιστωθεί αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική, αφετέρου να διαπιστωθεί ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί αντικειμενικά σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικές σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αρκεί κατ' αρχή η γενική κατά το είδος τους αναφορά αυτών, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά. Ωστόσο πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά στη διάταξη αυτή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3 και 112 του Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου περί πλημμελήματος είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεως της πράξεως, κατά δε το άρθρο 113 παρ.1 του ιδίου Κώδικος, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι, όμως, πέρα από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα. Ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου τελέσεως είναι αναγκαίος, εκτός άλλων και για τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής, όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, διαφορετικά η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος, και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να κρίνει για την παραγραφή ή μη της πράξεως και έτσι παραβιάζονται εκ πλαγίου οι ανωτέρω περί παραγραφής διατάξεις και ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ. του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, γιατί η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Τέλος από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με αυτές των άρθρων 370 στοιχ. β' και 511 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας και ενώπιον του Αρείου Πάγου. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλομένη με αριθμό 3956/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσαν επί 3ετίαν, για σωματική βλάβη από αμέλεια, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις 18-6-1999 και περί ώρα 00.30, ο κατηγορούμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο στη λεωφόρο ......- ......, με κατεύθυνση προς ......, κινιόταν στην αριστερή λωρίδα της λεωφόρου, πλησίον της διαχωριστικής λωρίδας, έφθασε στο ύψος του 42ου χιλιομέτρου της λεωφόρου. Εκεί η λεωφόρος έχει πλάτος 15,80 μ., με δύο λωρίδες κυκλοφορίας, που χωρίζονται με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή. Η ορατότητα δεν περιορίζεται, υπάρχει πινακίδα που δηλώνει ότι δεξιά υπάρχει χώρος, που επιτρέπεται η στάθμευση και το ανώτατο όριο ταχύτητας ρυθμίζεται με πινακίδα Π-32, δηλαδή 60 χιλιόμετρα την ώρα. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο και στον ίδιο τόπο ο Α οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εξήλθε από το χώρο σταθμεύσεως, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων, που εκινούντο επί της λεωφόρου και χωρίς να χρησιμοποιήσει τους δείκτες αλλαγής κατευθύνσεως, με αριστερό ελιγμό διέσχισε κάθετα τη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας προς ......, στη συνέχεια εισήλθε στην αριστερή λωρίδα του ίδιου ρεύματος, επιχειρώντας με αναστροφή να εισέλθει στο ρεύμα προς ......, αποκλείοντας έτσι την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου. Αποτέλεσμα αυτών ήταν η σύγκρουση των δύο οχημάτων και η πρόκληση στον Α των σωματικών κακώσεων που αναφέρονται στο διατακτικό. Για το ατύχημα αυτό υπάρχει αμέλεια και του κατηγορουμένου. Ειδικότερα η αμέλεια του συνίσταται στο ότι αυτός από έλλειψη της επιμέλειας, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, που βρίσκεται κάτω από παρόμοιες συνθήκες, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να διακόψει την πορεία του αυτοκινήτου του προ ενδεχόμενου κινδύνου, αλλά κινιόταν με υπερβολική ταχύτητα ανάλογα με τις περιστάσεις [νύχτα, χώρος επιτρεπόμενης σταθμεύσεως] που ξεπερνούσε το όριο των 60 χιλιομέτρων ανά ώρα και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του. Η ταχύτητα του κατηγορουμένου δεν προσδιορίζεται στα έγγραφα της τροχαίας που αναγνώστηκαν εξαιτίας ιχνών πεδήσεως. Όμως από το μέγεθος των ζημιών των οχημάτων, που περιγράφονται στην έκθεση του τροχαίου ατυχήματος, την πορεία που ακολούθησαν και την τελική θέση τους μετά τη σύγκρουση, καθώς και την έκθεση του τεχνολόγου μηχανικού οχημάτων ......, που αναγνώστηκε, η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος πλησίαζε τα 140 χιλιόμετρα ανά ώρα. Έτσι δεν αντιλήφθηκε, εγκαίρως, από απόσταση 60 μέτρων, που είχε ορατότητα και δυνατότητα να αντιληφθεί, αλλά από μικρή απόσταση περίπου πέντε μέτρων, το αυτοκίνητο του παθόντος να κινείται κάθετα στο ρεύμα πορείας του, δεν πραγματοποίησε πέδηση, ούτε ανέκοψε την ταχύτητα του, ούτε έκανε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, παρά το γεγονός ότι είχε τη δυνατότητα, αφού δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή κίνηση άλλων οχημάτων με κατεύθυνση προς ...... [άρθρα 12 παρ. 1, 16 παρ.1, 17 παρ.6 και 19 παρ.1 ν 2606/1999]. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "Στο ...... στις 18-6-2000 από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του σωματική κάκωση άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη του και συγκεκριμένα: οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...... ΙΧΕ και βαίνοντας με αυτό στην παραλιακή λεωφόρο ......-...... με κατεύθυνση προς ......, στο ύψος του 42ου χιλιομέτρου της άνω οδού, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να διακόψει την πορεία του προ ενδεχόμενου κινδύνου και ακόμη δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή και μάλιστα περί τα 140 χιλιόμετρα ανά ώρα, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί από απόσταση εξήντα μέτρων το με αριθμό κυκλοφορίας ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Α και το οποίο, προερχόμενο από χώρο επιτρεπόμενης σταθμεύσεως, είχε εξέλθει καθέτως στο ρεύμα πορείας αυτού {κατηγορουμένου}, προκειμένου να στρίψει αριστερά προς Αθήνα και να συγκρουστούν τα δύο αυτοκίνητα. Από τη σύγκρουση ο Α υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα αυχενικής μοίρας, σπονδυλικής στήλης, ρήξη διαφράγματος, πνευμονοθώρακα και κάταγμα δεξιάς μνήμης.". Έτσι, όμως που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν περιέχει την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στερείται δε και νόμιμης βάσης, συνεπεία αντιφάσεων που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε σχέση με το διατακτικό. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, 1) ο παθών Α εξήλθε από το χώρο σταθμεύσεως, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων, που εκινούντο επί της λεωφόρου και χωρίς να χρησιμοποιήσει τους δείκτες αλλαγής κατευθύνσεως, με αριστερό δε ελιγμό διέσχισε κάθετα τη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας προς ...... και στη συνέχεια εισήλθε στην αριστερή λωρίδα του ίδιου ρεύματος, επιχειρώντας με αναστροφή να εισέλθει στο ρεύμα προς ......, παράνομα, αφού στο σημείο εκείνο η λεωφόρος έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, που χωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή, αποκλείοντας έτσι την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου, 2) ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του και έβαινε με ταχύτητα 140 χιλιομέτρων την ώρα και έτσι δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως από απόσταση 60 μέτρων, που είχε ορατότητα και δυνατότητα να αντιληφθεί, αλλά από μικρή απόσταση περίπου πέντε μέτρων το αυτοκίνητο του παθόντος να κινείται κάθετα στο ρεύμα πορείας του, δεν πραγματοποίησε πέδηση, ούτε ανέκοψε την ταχύτητα του, ούτε έκανε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, παρά το ότι είχε τη δυνατότητα, αφού δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή κίνηση άλλων οχημάτων με κατεύθυνση προς το ......, 3) αποτέλεσμα των παραπάνω πράξεων και παραλείψεων ήταν ο τραυματισμός του παθόντος και 4) από έλλειψη της προσοχής του δεν προέβλεψε και στην συνέχεια δεν απέφυγε το παραπάνω αποτέλεσμα. Συνεπώς προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στο ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν προέβλεψε τον τραυματισμό του παθόντος, από έλλειψη της προσοχής του και ειδικότερα εξαιτίας της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία έβαινε, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως από ικανή απόσταση την απαγορευμένη κίνηση του παθόντος. Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, το Δικαστήριο με την απόφαση του δεν προσδιορίζει τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία θεμελιώνεται η δυνατότητα του κατηγορουμένου, ως μέσου συνετού οδηγού, να προβλέψει και πολύ περισσότερο να αποφύγει την παράνομη συμπεριφορά του παθόντος, η οποία, εκδηλώθηκε με τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Ειδικότερα δεν προσδιορίζεται το σημείο στο οποίο βρισκόταν το αυτοκίνητο του παθόντος, όταν ο κατηγορούμενος οδηγώντας το αυτοκίνητο του βρισκόταν σε απόσταση 60 μέτρων, ώστε να προβλέψει ότι εξ αιτίας της, κατ' εκείνη τη στιγμή, θέσης και πορείας του θα συνέχιζε αυτήν παράνομα και θα απέκοπτε τη δική του πορεία με αναγκαίο επακόλουθο τη σύγκρουση των αυτοκινήτων. Περαιτέρω δεν αιτιολογείται η παραδοχή ότι, ενώ υπήρχε ορατότητα εξήντα μέτρων, η υπερβολική ταχύτητα με την οποία δέχεται ότι έβαινε ο κατηγορούμενος εμπόδισε την ορατότητα του, ώστε να το αντιληφθεί μόνο από απόσταση πέντε μέτρων, παραδοχή η οποία, από μόνη της, αντιβαίνει στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και ακόμη δεν αιτιολογεί γιατί η υπερβολική ταχύτητα στη συγκεκριμένη περίπτωση τελεί, με τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν, σε αιτιώδη συνάφεια με τη σύγκρουση των οχημάτων. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια την οποία, κατά μεν το σκεπτικό τέλεσε την 18-6-1999, κατά δε το διατακτικό την 18-6-2000. Από τις παραδοχές του σκεπτικού και του διατακτικού, αλλά και το περιεχόμενο των πρακτικών, δεν προκύπτει ποιά από τις παραπάνω ημερομηνίες οφείλεται σε παραδρομή και έτσι, αφενός μεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της πληττόμενης απόφασης ως προς το κρίσιμο, επί του προκειμένου, στοιχείο του χρόνου τέλεσης της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, αφετέρου δε δημιουργείται ασάφεια περί του ποιός είναι ο ακριβής χρόνος διάπραξής της και δεν είναι εφικτός, συνεπεία της προεκτεθείσας ασάφειας και αντίφασης, ο έλεγχος τυχόν παραγραφής της ή όχι, κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης από το δικαστήριο εκείνο, δοθέντος ότι, αν ο πραγματικός χρόνος είναι εκείνος που αναφέρεται στο σκεπτικό ήδη είχε παραγραφεί, αφού είχε περάσει χρονικό διάστημα τουλάχιστον οκτώ ετών από την τέλεση της. Επομένως η πληττόμενη απόφαση στερείται της από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και έλλειψης νόμιμης βάσης κατ' ακολουθίαν δε είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περίπτωση όμως παραπομπής της υπόθεσης για εκ νέου εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή δεν συντρέχει, γιατί από την 18-6-2000 (νεότερο χρόνο), κατά την οποία, σύμφωνα με το διατακτικό, τελέσθηκε η παραπάνω πράξη μέχρι την εκδίκαση της κρινομένης αναιρέσεως παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών, με αποτέλεσμα η πράξη να έχει παραγραφεί. Συνεπώς, μετά την ουσιαστική βασιμότητα των παραπάνω λόγων αναιρέσεως και τη διαπίστωση της παραγραφής της πράξεως μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη για την πράξη αυτή (άρθρο 511 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 3.956/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος Χ, για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, την οποία φέρεται ότι τέλεσε την 18-6-2000, στο ......, σε βάρος του Α. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Μη συνειδητή αμέλεια. Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Αναιρεί απόφαση. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
0
Αριθμός 995/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βιλλαντζάκη, περί αναιρέσεως της 22/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.8.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1397/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, κατά δε την διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα συνερχόταν. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση κατά τις περιστάσεις προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν πρόβλεψε είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεις του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος σ' αυτήν αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε κατά πλειοψηφίαν τα εξής: "Την 1.7.2003 και περί ώρα 18.55 ο Ψ1 οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλ. ... δίκυκλο μοτοποδήλατο εκινείτο επί της διπλής κατευθύνσεως επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση το ... . Το εν λόγω μοτοποδήλατο τη δεδομένη χρονική στιγμή έβαινε επί κατωφερικής κλίσεως τμήματος της ανωτέρω επαρχιακής οδού, με πλάτος οδοστρώματος 5,40μ και 2,70μ ανά ρεύμα κυκλοφορίας και η οποία (οδός) εμφάνιζε κατά την ανωτέρω πορεία του μοτοποδηλάτου δεξιά στροφή. Κατά την ίδια χρονική στιγμή και επί της ως άνω επαρχιακής οδού με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς ... εκινείτο το υπ' αριθ. κυκλ. ... ΔΧΕ (ταξί), οδηγούμενο από τον κατηγορούμενο. Ενώ το δίκυκλο μοτοποδήλατο εξέρχονταν της επί του ρεύματος κυκλοφορίας του στροφής με ταχύτητα όχι μεγαλύτερη των 36 χλμ/ώρα, απώλεσε για άγνωστη αιτία τον έλεγχό του, με αποτέλεσμα την ανατροπή του και την πτώση του οδηγού του στο οδόστρωμα. Στη συνέχεια, τόσο το μοτοποδήλατο όσο και ο οδηγός του, συρόμενοι βιαίως και ανελέγκτως επί της ασφάλτου, αφού διήνυσαν σε διαγώνια γραμμή απόσταση 12,70μ, προσέκρουσαν με σφοδρότητα στο επί του κάτω εμπρόσθιου δεξιού τμήματος του αυτοκινήτου (ταξί). Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι το υπ' αριθ. κυκλ.... ΔΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, κατά την ως άνω χρονική στιγμή είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αν ληφθεί υπόψη ότι το εμπρόσθιο άκρο δεξιό τμήμα του εν λόγω οχήματος απείχε περί τα 1,54μ από το παρακείμενο του ασφάλτινου ρεύματος κυκλοφορίας έρεισμα, το συνολικό του οχήματος πλάτος είναι 1,90μ, το δε συνολικό πλάτος του οδοστρώματος στο συγκεκριμένο του ατυχήματος σημείο ανέρχεται σε 5,40μ. Επομένως το υπόψη όχημα (ταξί) είχε εισέλθει κατά την στιγμή της επί τούτου πτώσεως του μοτοποδηλάτου και του οδηγού του περί τα 0,24μ [5,40-(1,54+1,90=)3,44μ], στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, κινούμενο με ταχύτητα περίπου 40 χλμ/ώρα. Δηλαδή, με ταχύτητα κατά πολύ μικρότερη του ως προς τη πορεία του επισημασμένου ανώτερου ορίου των 90 χλμ/ώρα. Το προπεριγραφόμενο τροχαίο συμβάν, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του οδηγού του μοτοποδηλάτου Ψ1, εξαιτίας της συνθλίψεως του σώματος του (κορμού) από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και των συνεπακόλουθων εκτεταμένων κακώσεων στον θώρακα (πνεύμονες) και στην σπλαχνική κοιλότητα, που επέφεραν ακατάσχετη εσωτερική αιμορραγία, οφείλεται και στην αμέλεια του κατηγορούμενου οδηγού του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΔΧΕ (ταξί). Αυτός δεν επέδειξε στην κρινόμενη ατομική περίπτωση, την επιβαλλόμενη εξ αντικειμένου επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, η οποία κατ' αντικειμενική κρίση επιβάλλονταν με βάση τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις σε συνδυασμό με τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που τηρούνται στις συναλλαγές, τη κοινή λογική και πείρα και την οποία (επιμέλεια και προσοχή) κάθε λογικός και ευσυνείδητος οδηγός στη θέση του κατηγορούμενου θα κατέβαλε και την οποία (επιμέλεια και προσοχή) ώφειλε και μπορούσε κατά τα αμέσως στη συνέχεια εκτιθέμενα να καταβάλει, σύμφωνα με τους ακόλουθους συλλογισμούς. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή το ανωτέρω ΔΧΕ αυτοκίνητο και προσθέτως δεν προέβη στους ενδεδειγμένους ελιγμούς για την αποφυγή του συγκεκριμένου ατυχήματος (βλ. άρθρα 12§1, 19§§ 1-3 ν. 2696/99 περί ΚΟΚ), αν και είχε τη σχετική δυνατότητα εν όψει των προσωπικών Ιδιοτήτων του, γνώσεων και ικανοτήτων, λόγω του επαγγέλματος του και της εντεύθεν κτηθείσας εμπειρίας. Και τούτο, διότι την προαναφερόμενη πτώση του Ψ1 επί του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΔΧΕ αυτοκινήτου ο κατηγορούμενος οδηγός του μπορούσε να αποφύγει. Ειδικότερα ο εν λόγω οδηγός, όπως σαφώς επί της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας τοποθετήθηκε, διευκρινίζοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε το υπόψη τροχαίο ατύχημα, με την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου απολογία του, είχε πλήρη και ανεμπόδιστη οπτική εικόνα της οδού εφ' όλου του πλάτους της και σε ευθεία μάλιστα γραμμή και έως της στροφής επί της οποίας έβαινε το δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Ψ1. Ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το δίκυκλο μοτοποδήλατο να εξέρχεται της στροφής "τρέχοντας πλάγια" και με "το τιμόνι του να τρέμει". Λαμβανομένου υπόψη ότι η μεταξύ των δυο οχημάτων απόσταση όταν ο κατηγορούμενος το πρώτον είχε οπτική επαφή με το αντιθέτως της πορείας του κινούμενο μοτοποδήλατο υπερέβαινε οπωσδήποτε τα 25 μέτρα, εφ' όσον μόνον η απόσταση από του σημείου ανατροπής του έως την πρόσκρουσή του μετά του σώματος του οδηγού του στο υπ' αριθ.... ΔΧΕ αυτοκίνητο ανέρχονταν σε 12,70μ (βλ. την από 1.7.03 έκθεση αυτοψίας μετά του συνημμένου πρόχειρου σχεδιαγράμματος του Α.Τ. ...), σε συνδυασμό με τη μικρή ταχύτητα που είχε το όχημα τούτο, ο κατηγορούμενος οδηγός είχε τη δυνατότητα να ενεργήσει προς τ' αριστερά ελαφρό ελιγμό (πρβλ. ΑΠ 1525/87 Π.Χ. ΛΗ.218) και οδηγώντας το όχημά του εν όλω στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από το οποίο δεν διέρχονταν κάποιο άλλο όχημα να "δώσει χώρο" στο ανελέγκτως επί του οδοστρώματος συρόμενο σώμα του Ψ1, ώστε τούτο να διέλθει από την δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου. Στην εν λόγω παράλειψη του κατηγορούμενου, η οποία κατά τα προαναφερόμενα στοιχειοθετεί ευθέως και εκ του πράγματος ενεργό αιτία του θανάτου του Ψ1, δεν συνετέλεσε και η αμέσως πριν το ατύχημα θέση του αυτοκινήτου που οδηγούσε (ο κατηγορούμενος) στο μέσον του οδοστρώματος και εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, δεδομένου ότι η πτώση του μοτοποδηλάτου και του οδηγού του Ψ1 (ειδικότερα με το σημείο του θώρακα και της κοιλιάς του) επί του εμπροσθίου μέρους του ΔΧΕ αυτοκινήτου χωροταξικά τοποθετείται στο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας του τελευταίου και σε απόσταση 1,54μ από την άκρη του οδοστρώματος, ώστε συνυπολογιζόμενου του πλάτους του οχήματος σε 1,90μ να μην αποφεύγονταν οι θανάσιμες επί των παραπάνω σημείων του σώματός του κακώσεις και ο κατηγορούμενος οδηγούσε όπως επιπροσθέτως ώφειλε στο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας του (ΚΟΚ 16 παρ. 1 και 4). Επισημαίνεται άλλωστε ότι η διάταξη του άρθρου 16 του ΚΟΚ έχει θεσπισθεί για να διευκολύνει την κίνηση των οχημάτων που ακολουθούν στο ίδιο ρεύμα πορείας και όχι για την αποφυγή συγκρούσεων αντίθετα κινούμενων οχημάτων, αφού ο οδηγός που κινείται στο προοριζόμενο γι' αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας δεν είναι δυνατόν να θεωρήσει έστω και πιθανή την τόσο αντικανονική κίνηση εκείνου, ο οποίος οδηγεί το αυτοκίνητό του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (βλ. ΑΠ 923/85 ΕΣΔ 1985.29, ΑΠ 787/85 ΕΣΔ 15.330, ΕΑ 4494/92 ΕΣΔ 1993.172, ΕΑ 513/85 ΕΣΔ 13.134, ΕφΠειρ 565/94 ΕΣΔ 1994.457). Απότοκη συνέπεια της εκ μέρους του κατηγορούμενου οδηγού Χ1 μη επιδείξεως της οφειλόμενης ανωτέρω επιμέλειας και προσοχής (βλ. άρθρα 12 παρ.1, 19 παρ. 1-3 ν. 2696/99 περί ΚΟΚ), την οποία όπως προαναφέρθηκε αυτός ώφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ήταν να μην προβλέψει το επελθόν θανατηφόρο για τον Ψ1 συμβάν και για τον ίδιο (κατηγορούμενο) αξιόποινο αποτέλεσμα (ΠΚ 28) (ΑΠ 230/98 ΠΧ ΜΗ.808, ΑΠ 136/98 ΠΧ ΜΗ.773, ΑΠ 550/97 ΠΧ ΜΗ.125), ανεξαρτήτως της συντρέχουσας εν προκειμένω συμπεριφοράς και συνυπαιτιότητας του παθόντος οδηγού, ως όρου επίσης παραγωγικού του θανατηφόρου για τον ίδιο αποτελέσματος, συνιστάμενης στην για λόγους που τον αφορούσαν απώλεια του ελέγχου του δικύκλου μοτοποδηλάτου που οδηγούσε, της ανατροπής του επί του οδοστρώματος και της μετέπειτα ανέλεγκτης κινήσεώς του". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε κατά πλειοψηφίαν ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά όμως που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Συγκεκριμένα, δεν αναφέρει αν ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να προβλέψει τη διαγώνια κίνηση του μοτοποδηλάτου, μετά την ανατροπή του και την πορεία του σώματος του οδηγού του, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με όσα δέχεται, το μοτοποδήλατο μαζί με τον οδηγό του σύρονταν "βιαίως και ανελέγκτως επί της ασφάλτου". Επιπλέον, δέχεται ότι είχε τη δυνατότητα ο κατηγορούμενος, ενεργώντας αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, να εισέλθει εν όλω στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς να διευκρινίζει σε πόση απόσταση μπορούσε να ελέγξει την κίνηση επί του αντιθέτου ρεύματος, ενόψει της στροφής, προκειμένου να κριθεί αν ήταν ασφαλής η κατάληψη του αντιθέτου ρεύματος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή των στοιχείων της αμέλειας του κατηγορουμένου, είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή του να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου της αιτήσεως. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 22/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός αυτών που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της στοιχεία. Ο παθών μοτοποδηλάτης εξερχόμενος από στροφή ανετράπη και συρόμενος διαγωνίως προσέκρουσε στο ταξί που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, ο οποίος καταδικάστηκε με την αιτιολογία ότι είχε τη δυνατότητα να ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά και να εισέλθει εξ’ ολοκλήρου στο αντίθετο ρεύμα πορείας, ώστε να δώσει τη δυνατότητα στο συρόμενο ανελέγκτως επί του οδοστρώματος σώμα του παθόντος να διέλθει από δεξιά του. Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας γιατί: α) δεν αναφέρει αν ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να προβλέψει τη διαγώνια κίνηση του μοτοποδηλάτου και του οδηγού του, αφού δέχεται ότι σύρονταν ανελέγκτως και β) δεν διευκρινίζεται και σε πόση απόσταση ο κατηγορούμενος μπορούσε να ελέγξει την κίνηση στο αντίθετο ρεύμα πορείας ενόψει της στροφής ώστε να κριθεί αν ήταν ασφαλής η κατάληψη από αυτόν του αντίθετου ρεύματος.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
0
Αριθμός 993/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 10275/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλιόυ του Κράτους Μαριάννα - Λουΐζα Μπακαλάκου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.9.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1641/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε πριν προστεθεί δεύτερο εδάφιο με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ κατά την παράγραφο 4 του ιδίου ως άνω άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικά υπευθύνου που υποκρύπτεται. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. γ' και 10 εδ. β' του ιδίου ως άνω νόμου, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του νόμου αυτού, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ, η δε παραγραφή αρχίζει από τον χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο. Δηλαδή, σύμφωνα με τις τελευταίες ως άνω διατάξεις, η ποινική δίωξη ασκείται με βάση τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, ενώ η παραγραφή του ποινικού αδικήματος αρχίζει από τον χρόνο θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, ο οποίος χρόνος θεωρείται και ως χρόνος διαπίστωσης του αδικήματος. Η κατά τα άνω θέσπιση με νόμο χρόνου ενάρξεως της παραγραφής διαφορετικού (μεταγενεστέρου) από αυτόν της τελέσεως της πράξεως, δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 112 του ΠΚ, γιατί σ' αυτήν ορίζεται ότι η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως, εν προκειμένω δε ορίζεται άλλως με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδ. β του Ν. 2523/1997. Με τον πρώτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο έπρεπε να παύσει οριστικά την κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη, διότι από τον χρόνο τελέσεως της πράξεως (από 30.7.1999 μέχρι 20.1.2000) μέχρι την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου (17.11.2005) είχε περάσει πενταετία χωρίς να του έχει επιδοθεί κλητήριο θέσπισμα και, κατά συνέπεια, η πράξη υπέπεσε σε παραγραφή, αφού δε αρνήθηκε να το πράξει, αλλά εξέταση στην ουσία την υπόθεση και τον κατεδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 20 μηνών, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και δεν άσκησε τη δικαιοδοσία που του έδινε ο νόμος. Όμως, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, η πράξη δεν είχε παραγραφεί και ορθώς το Δικαστήριο δεν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, αλλ' εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, ο δε ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατ' είδος αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικώς η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός και αν αξιώνονται για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και κατά τρόπο ορισμένο, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 10275/2008 απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν δημόσια στο ακροατήριο, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη ..., κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 30-7-99 έως 20-1-00, στις κάτωθι ημερομηνίες (που φέρει έκαστο φορολογικό στοιχείο) εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία και συγκεκριμένα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ως υποκρυπτόμενος και πράγματι ασκών τη δραστηριότητα και την όλη διαχείριση της επιχείρησης της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης "WEST AIRSERVICE LTD" που εδρεύει στη ..., με περισσότερες πράξεις εξέδωσε κατά τις κάτωθι ημερομηνίες εκάστου τα εξής φορολογικά στοιχεία: Α) Στη χρήση 1999 οκτώ (8) εικονικές αεροφορτωτικές με ημερομηνίες έκδοσης 30-7-99 13-8-99, 25-8-99, 20-8-99, 22-10-99, 8-10-99, 15-10-99 και 29-10-99, προς την επιχείρηση "..." Β) Στη χρήση 2000, τρεις (3) εικονικές αεροφορτωτικές προς την επιχείρηση "..." με ημερομηνίες έκδοσης 7-4-00, 14-4-00 και 20-4-00 άνευ αξίας, και ειδικότερα για τις ως άνω χρήσεις τις με αριθ.: Αποστολέας VΑΤ ΝR Παραλήπτης VAT ΝR Ημ. Έκδοσης1 ... ΕL... SννΕΑΤ-ΙΝ DΕ... 30-7-99 2 ...ΕL... S\Λ/ΕΑΤ-ΙΝ DΕ... 13-8-99 3 ... ΕL... SννΕΑΤ-ΙΝ DΕ... 25-8-99 4 ... ΕL... ΕΤSΑΙ.ΕΧ & ΡΙLSSΕ FR... 20-8-99 S ... ΕL... S\Λ/ΕΑΤ-ΙΝ DΕ... 7-4-00 6 ... ΕL... S\Λ/ΕΑΤ-ΙΝ DΕ... 14-4-00 7 ... ΕL... ΕΤSΑLΕΧ & ΡΙLSSΕ FR... 22-10-99 8 ... ΕL... ΕΤSΑLΕΧ & ΡΙLSSΕ ΡΙ1.SSΕ FR... 20-4-00 9 ... ΕL... SννΕΑΤ-ΙΝ ... 8-10-99 100 ... ΕL... ΕΤSΑLΕΧ & ΡΙLSSΕ ΡΙ1SSΕ FR... 15-10-99 11 ... ΕL.... S\Λ/ΕΑΤ-ΙΝ DΕ... 29-10-99 οι οποίες απεικόνιζαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους και χρησιμοποιήθηκαν από την επιχείρηση "..." με σκοπό την παράνομη είσπραξη ως επιστροφή ΦΠΑ συνολικού ποσού 214.560.165 δρχ. ή 629.671,21 ευρώ, από εικονικά φορολογικά στοιχεία και την αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου, η δε έκθεση με τα πορίσματα "φορολογικού ελέγχου θεωρήθηκε από την ΥΠΕΕ Κ. Μακεδονίας στις 17-11-05. Στην παραπάνω εταιρία εμφανιζόταν μεν η σύζυγος του κατηγορουμένου ..., ως νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια, πλην όμως η συμμετοχή της ήταν τυπική και δεν αναμίχθηκε ποτέ στη διαχείριση της εταιρίας, αλλά πραγματικός διαχειριστής ήταν αποκλειστικά και μόνον ο εταίρος της ίδιας εταιρίας με ποσοστό 66,66%, ενώ η παραπάνω σύζυγός του είχε το 33,33% υποκρυπτόμενος κατηγορούμενος και αυτός εξέδωσε με την ιδιότητά του αυτή τα παραπάνω εικονικά φορολογικά στοιχεία. Τα παραπάνω προκύπτουν κυρίως από την αναγνωσθείσα έκθεση ελέγχου της παραπάνω επιχείρησης και την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ..., ελεγκτή του ΣΔΟΕ, που την συνέταξε και επιβεβαιώνει και στο ακροατήριο το περιεχόμενό της. Ειδικότερα, προκύπτει από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, τόσο η εικονικότητα των συναλλαγών που αφορούσαν τα παραπάνω φορολογικά στοιχεία, αφού οι συναλλαγές (αερομεταφορές) στο εξωτερικό δεν έγιναν ποτέ, κάτι που επιβεβαιώθηκε κατά τον έλεγχο και από τον αερομεταφορέα, που ήταν η Ολυμπιακή Αεροπορία, καθώς και ότι τα στοιχεία αυτά εκδόθηκαν με σκοπό την παράνομη επιστροφή ΦΠΑ, όσο και η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως πραγματικού διαχειριστή της εταιρίας και υποκρυπτόμενου εκδότη των στοιχείων. Αναφέρεται μάλιστα τόσο στην έκθεση ελέγχου όσο και στην κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι αυτός ήταν ο ουσιαστικός διαχειριστής της εταιρίας. Περαιτέρω, οι παραπάνω αναφερόμενες εικονικές αεροφορτωτικές, που εξέδωσε ο κατηγορούμενος, δεν έφεραν την ένδειξη "HOUSE" αλλά την ένδειξη "ΜΑΣΤΕΡ". Οι πρώτες από τις παραπάνω αεροφορτωτικές (οι "ΜΑΣΤΕΡ"), όπως και στην έκθεση ελέγχου αναφέρεται, είναι πάντα αριθμημένες, φέρουν στο σώμα την επωνυμία και τον διακριτικό τίτλο της αεροπορικής εταιρίας και αποτελούν νόμιμα φορολογικά στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 16 του π.δ. 186/92. Τις δε δεύτερες (τις "HOUSE") τις εκδίδουν οι πράκτορες προκειμένου να διευκολύνουν τη διανομή των εμπορευμάτων, εφόσον εκτελείται μια μεταφορά σε έναν προορισμό για διαφορετικούς παραλήπτες, σε δικό τους έντυπο που φέρει στο σώμα την επωνυμία και το διακριτικό τίτλο τους και αφορά τον κάθε παραλήπτη ξεχωριστά. Στην έκθεση ελέγχου αναφέρεται βέβαια ότι νόμιμα φορολογικά στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 16 του π.δ. 186/92 είναι μόνον οι αεροφορτωτικές "ΜΑΣΤΕΡ" και όχι και οι "HOUSE", αυτό όμως δεν μπορεί να ισχύει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε καμία περίπτωση όταν έχουν εκδοθεί μόνον οι αεροφορτωτικές "HOUSE", όπως συνέβη εν προκειμένω, σύμφωνα και με την κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα. Την κρίση του αυτή τη στηρίζει το Δικαστήριο στο γεγονός ότι σε μια τέτοια περίπτωση, οι μοναδικές εκδοθείσες αεροφορτωτικές "HOUSE" είναι ικανές να χρησιμεύσουν ως φορολογικά στοιχεία και πράγματι χρησίμευσαν σαν τέτοια στην προκειμένη περίπτωση, αφού χρησιμοποιήθηκαν από την επιχείρηση "..." με σκοπό την παράνομη είσπραξη ως επιστροφή ΦΠΑ. Θα πρέπει δε να σημειωθεί και ότι ο παραπάνω μάρτυρας θεωρεί τις αεροφορτωτικές "HOUSE" φορολογικά στοιχεία. Οι παραπάνω παραδοχές δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο και μάλιστα από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης του κατηγορουμένου ..., εκτελωνιστή, που υποστηρίζει ότι μόνον οι αεροφορτωτικές MASTER είναι φορολογικά στοιχεία, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος είναι υπάλληλός του. Βάσει των παραπάνω, ο κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παράβασης του άρθρου 19 του ν. 2523/1997 κατ' εξακολούθηση, για την οποία κατηγορείται, της οποίας πληρούται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση". Με τις σκέψεις αυτές, ο ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της πράξεως της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως είκοσι μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροααματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα: α) ως προς την ύπαρξη του δόλου του κατηγορουμένου, διαλαμβάνεται αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει αυτός από τις εκτιθέμενες στην απόφαση ειδικότερες συνθήκες τελέσεως της πράξεως, β) δέχεται η απόφαση ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε αεροφορτωτικές "HOUSE", οι οποίες δεν αποτελούν νόμιμα φορολογικά στοιχεία και ανέγραψε επ' αυτών εικονικά την ένδειξη "MASTER", προκειμένου να φαίνεται ότι πρόκειται για αεροφορτωτικές "MASTER", οι οποίες αποτελούν νόμιμα φορολογικά στοιχεία και επομένως δεν δέχεται η απόφαση ότι εκδόθηκαν και τα δύο είδη αεροφορτωτικών, ώστε να υπάρχει ασάφεια περί του είδους των εκδοθεισών αεροφορτωτικών, γ) τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό αναφέρονται οι ίδιοι χρόνοι τελέσεως της πράξεως με βάση τις ημερομηνίες που φέρει το κάθε εκδοθέν φορολογικό στοιχείο και έτσι δεν υπάρχει ως προς τους χρόνους τελέσεως αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, αφού ως προς το σημείο αυτό γίνεται ακριβής αντιγραφή, δ) από το ότι δέχτηκε η απόφαση ότι μεταξύ των εκδοθεισών από τον κατηγορούμενο εικονικών αεροφορτωτικών περιλαμβάνονται και τρεις αεροφορτωτικές άνευ αξίας, δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας να εξηγείται και η ύπαρξη δυνατότητας να χρησιμοποιηθούν αυτές για επιστροφή ΦΠΑ, αφού το έγκλημα από πλευράς του κατηγορουμένου τελειούται με την έκδοση των εικονικών στοιχείων, ασχέτως της περαιτέρω επωφελούς χρησιμοποιήσεως από πλευράς του αποδέκτη των εν λόγω στοιχείων. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβιάσεως αυτής, οι οποίοι λόγοι περιλαμβάνουν τις ως άνω ειδικότερες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, η αίτηση αναιρέσεως, που δεν περιέχει άλλον λόγο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ), καθώς και στα δικαστικά έξοδα του νομίμως παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ, τα οποία πρέπει να μειωθούν στο μισό κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, όπως ισχύει. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29.9.2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 10275/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19 Ν. 2523/1997). Στοιχεία του εγκλήματος. Η ποινική δίωξη ασκείται αμέσως με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της ΔΟΥ, ενώ η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου. Η θέσπιση με νόμο χρόνου ενάρξεως της παραγραφής διαφορετικού από αυτόν της τελέσεως της πράξεως δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 112 του ΠΚ. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του κατηγορουμένου για έκδοση εικονικών αεροφορτωτικών. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται να αναφέρεται και η περαιτέρω επωφελής χρησιμοποίηση των εικονικών στοιχείων από μέρους του αποδέκτη αυτών. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή.
1
Αριθμός 991/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια και Αναστάσιο Λιανό (ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μανώλη, περί αναιρέσεως του με αριθμό 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 20087 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.185/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 92/15.2.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας με την σχετική δικογραφία, σύμφωνα με τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 485 §1 και 476 §1 Κ.Π.Δ., την νομοτύπως και εμπροθέσμως κατά τις διατάξεις των άρθρ. 465 §1, 473 §1 και 474 Κ.Π.Δ. αίτησιν αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, με αριθ. 11/18-6-2007 κατά του υπ' αριθ. 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και επάγομαι τα ακόλουθα: I) Κατά το άρθρο 308 §1 Κ.Π.Δ., που προσετέθη με το άρθρ. 5 §7 ν.1738/1987, στα προβλεπόμενα από το άρθρ. 1 ν.1608/50 εγκλήματα, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών. Για τον σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο εφετών που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα, είτε αυτά έχει διαπράξει ο ίδιος, είτε άλλος, εφ' όσον συντρέχουν αι προϋποθέσεις του άρθρ. 129 Κ.Π.Δ. Προϋπόθεσις της εφαρμογής της ως άνω διατάξεως του άρθρ. 5 §7 ν.1738/87, είναι ότι πρόκειται για έγκλημα του ν.1608/50, διότι αν πρόκειται για άλλο έγκλημα το οποίο εσφαλμένως το Συμβούλιο Εφετών χαρακτήρισε ως έγκλημα του ν.1608/50, τότε δεν έχει εφαρμογή η ως άνω διάταξη του άρθρ. 5 §7 ν.1738/87 και το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών υπόκειται σε αναίρεση για θετική υπέρβαση εξουσίας. Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 482 §3 Κ.Π.Δ., αν το Συμβούλιο Εφετών επελήφθη σύμφωνα με το άρθρο 317 του ίδιου κώδικα, κατά του βουλεύματος που εκδίδεται από αυτό μπορεί να ασκηθεί αναίρεση μόνο στις περιπτώσεις της παραγρ. 1. Από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με τα άρθρ. 317, 481 και 482 §3 Κ.Π.Δ., προκύπτει, ότι, εφόσον επελήφθη το Συμβούλιο Εφετών είτε μετά από άσκηση εφέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, είτε εις τα πλαίσια της θεωρήσεως της κατηγορίας, υπόκειται σε αναίρεση μόνον το βούλευμα του συμβουλίου εφετών, όχι δε και το πρωτόδικο βούλευμα (Α.Π. 1187/1988 Ποιν. Χρ. ΛΘ' σελ. 114, Α.Π. 171/1989 Ποιν.Χρ. ΛΘ' σελ. 743, Α.Π. 472/1967 Ποιν.Χρ. ΙΗ' σελ.25). Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 27, 43, 49, 246, 250, 312, 317 και 318 Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι το Δικαστικό Συμβούλιο μπορεί να αποφανθεί μόνο για την παραπομπή του κατηγορουμένου για τις πράξεις για τις οποίες ησκήθη ποινική δίωξις υπό του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, ο οποίος είναι και ο μόνος αρμόδιος για την κίνηση της ποινικής δίωξης. Το Συμβούλιο Εφετών όμως έχει γενικώς το δικαίωμα να διατάσσει ό,τι και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών κατά τα άρθρ. 309 και 315 Κ.Π.Δ., ακόμη και όταν ασχολείται με την υπόθεση είτε μετά από έφεση του κατηγορουμένου είτε εις τα πλαίσια της θεώρησης της κατηγορίας. Εις τα πλαίσια της αρμοδιότητός του αυτής δύναται να προσδιορίσει σαφέστερα την πράξη για την οποία εκίνησε την ποινική δίωξη ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, στηριζόμενος όμως εις τα αυτά πραγματικά περιστατικά, δύναται ακόμη να συμπληρώσει περιστατικά στην πράξη χωρίς όμως να μεταβάλλεται η βάση των γεγονότων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο ησκήθη η ποινική δίωξις. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να χειροτερεύσει την θέση του κατηγορουμένου διότι η καθιερούμενη υπό του άρθρ. 470 Κ.Π.Δ. αντίθετη αρχή ισχύει μόνο για καταδικαστικές αποφάσεις όχι δε και όταν πρόκειται για παραπεμπτικά βουλεύματα. Δεν επιτρέπεται όμως το Συμβούλιο Εφετών να διατάξει την παραπομπή του κατηγορουμένου για πράξη για την οποία δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη από τον εισαγγελέα, γιατί στην περίπτωση αυτή επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρ. 171 §1 εδ.β' Κ.Π.Δ. Αντιθέτως, έχει το ίδιο Συμβούλιο δικαίωμα να προβεί στην προσθήκη επιβαρυντικών περιστάσεων καθόσον τούτο δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας και ως εκ τούτου απόλυτον ακυρότητα η οποία προϋποθέτει παραπομπή του κατηγορουμένου δια πράξιν ουσιωδώς διάφορου εκείνης για την οποία ησκήθη ποινική δίωξις, ούτε καθιστά χείρονα την θέσιν του κατηγορουμένου, αλλ' ούτε και συνιστά υπέρβασιν εξουσίας εν τη εννοία του άρθρ. 484 §1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. Στην τελευταία μάλιστα περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών πρέπει να μεταρρυθμίσει προσηκόντως το προσβαλλόμενο βούλευμα και ουχί απλώς να το επικυρώσει (Α.Π. 1492/88 Ποιν.Χρ. ΛΘ' σελ. 362, Α.Π. 1568/94 Ποιν.Χρ. ΜΔ' σελ. 1357, Α.Π. 1039/1988 Ποιν.Χρ. ΛΘ' σελ. 43, Α.Π. 1350/88 Ποιν.Χρ. ΛΘ' σελ. 314, Α.Π. 1101/87 Ποιν.Χρ. ΛΖ' σελ. 910, Α.Π. 32/1975 Ποιν.Χρ. ΚΕ' σελ. 410, Α.Π. 1020/80 Ποιν.Χρ. ΛΑ' σελ. 161). Περαιτέρω, κατά το όπως ισχύει άρθρ. 1 §1 ν.1608/50, στον ένοχο των υπό της διατάξεως αυτής προβλεπομένων εγκλημάτων του ποινικού κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και το άρθρ. 258 Π.Κ., που τιμωρεί την υπεξαίρεση στην υπηρεσία, εφόσον στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των Νομικών προσώπων του Δημοσίου Δικαίου ή άλλων Νομικών προσώπων από τα διαλαμβανόμενα στο άρθρ. 263Α Π.Κ., εις τα οποία ανήκει και η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, και το όφελος το οποίο επέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζημία που επροξενήθη ή οπωσδήποτε απειλήθη στο Δημόσιο ή στα παραπάνω Νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ., επιβάλλεται κάθειρξη αν δε συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, καταγιγνώσκεται ισόβια κάθειρξη. Κατά δε την παράγρ. 2 της ανωτέρω διάταξης του άρθρ. 1 ν.1608/1950, με τις ίδιες ποινές, ελαττωμένες, κατά το μέτρο του άρθρ. 83 Π.Κ., τιμωρούνται και οι υπαίτιοι των προβλεπομένων στην παράγραφο αυτή εγκλημάτων, μεταξύ των οποίων είναι και το άρθρο 394 Π.Κ., που τιμωρεί την αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος, εφόσον αυτή η αξιόποινη πράξη τελείται σε σχέση προς αδικήματα της προηγούμενης παραγράφου, ήτοι, της παραγρ. 1 του άρθρ. 1 ν.1608/50. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι ο υπαίτιος του προβλεπομένου από το άρθρ. 394 Π.Κ. εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, έστω και αν η αξία του υπό τούτου αποκρυπτομένου, αγοραζομένου, λαμβανομένου ως ενέχυρο ή με άλλον τρόπο δεχομένου στην κατοχή του προϊόντος αξιόποινης πράξης είναι αξίας κατώτερης των 50.000.000 δρχ., αρκεί να γνωρίζει ή να τελεί σε ενδεχόμενο δόλο, ότι το εν λόγω προϊόν προέρχεται από έγκλημα του άρθρου 1 §1 ν.1608/50 (Α.Π. 427/2005 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 983, Α.Π. 1071/2003 Ποιν.Χρ. ΝΔ' σελ. 237). Εξάλλου το άρθρ. 2 §1 ν.2331/1995 "περί πρόληψης και καταστολής της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων" ορίζει ότι: "με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία, που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα ...". Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 1 §1 στοιχ. α' και γ' του αυτού νόμου, η έννοια της μεν "εγκληματικής δραστηριότητας", προσδιορίζεται στην τέλεση συγκεκριμένων εγκλημάτων, που απαριθμούνται περιοριστικά, μεταξύ των οποίων διαλαμβάνονται και εκείνα της παραγρ. 1 του άρθρ. 1 ν.1608/50, ενώ, μετά την αντικατάσταση του άρθρ. 1 §1 στοιχ. α' του ν.2331/95 δια του άρθρ. 2 §1 ν.3424/2005, ναι μεν δεν ορίζονται ρητώς μεταξύ των εγκλημάτων της πρώτης κατηγορίας πλην όμως διαλαμβάνονται εις την δευτέραν κατηγορίαν που περιλαμβάνει το σύνολον σχεδόν των εγκλημάτων εις την οποίαν υπάγεται "... κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ", της δε "περιουσίας" ως τα "περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άϋλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτησιν τέτοιων περιουσιακών στοιχείων". Από την διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα αντικειμενικά μεν απαιτείται (εναλλακτικά) αγορά, απόκρυψη, λήψη με τη μορφή της εμπράγματης ασφάλειας, αποδοχή στην κατοχή, μετατροπή, ή μεταβίβαση οποιασδήποτε περιουσίας, που προέρχεται από την τέλεση της εμπεριεχομένης στο άρθρ. 1 του ως άνω νόμου, ως αντικ. δι' άρθρ. 2 §1 ν.3424/2005, αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρ. 1 ν.1608/50 αφού στρέφεται εις βάρος Τραπέζης που εμπίπτει εις το άρθρ. 263α Π.Κ., υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, έστω και ενδεχόμενος για την συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων (Α.Π. 402/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ σελ. 135). Έτσι στην πραγματικότητα το έγκλημα που προβλέπει και τιμωρεί το άρθρ. 2 §1 ν.233/95, ως αντικ. δι' άρθρ. 2 §1 ν.3424/2005, όσον αφορά τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων που μνημονεύονται εις το άρθρ. 1, δεν είναι παρά μία διακεκριμένη αποδοχή προϊόντος εγκλήματος κακουργηματική ακόμη και σε περίπτωση πλημμεληματικής προέλευσης του προϊόντος (ιδετ. Παν. Βασιλακόπουλος Ποιν.Χρ. ΜΣΤ' σελ. 1361, Εξ Θράκης 37/2000 Υπερ 2000/573). Επομένως, εν' όψει των εκτεθέντων, το Συμβούλιον Εφετών που επελήφθη της υποθέσεως το μεν κατόπιν εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών το δε προς θεώρησιν της κατηγορίας ως προς τον έτερον των κατηγορουμένων που δεν ήσκησε έφεσιν, δεν υπερέβη την εξουσίαν του που εδέχθη δια του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι συντρέχουν δι' αμφοτέρους οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρ. 1 §1 ν.1608/50 αφού δεν παρέπεμψε τούτους εις το ακροατήριον του αρμοδίου Δικαστηρίου για πράξη διαφορετική εκείνης που απηγγέλθη κατ' αυτών κατηγορία και δεν διαλαμβάνεται μεταξύ των εγκλημάτων που προβλέπει ο ν.1608/50. Συνεπώς κατά τοιούτου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν επιτρέπεται η άσκησις αιτήσεως αναιρέσεως. Λόγω δε του προαναφερθέντος σκοπού, ήτοι της ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών υποθέσεων, αίτησις αναιρέσεως δεν επιτρέπεται κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, το οποίον απεφάνθη είτε συνεπεία ασκήσεως εφέσεως υπό του κατηγορουμένου κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που εκ παραδρομής απεφάσισε αναρμοδίως επί τοιαύτης υποθέσεως είτε μετά από θεώρησιν της κατηγορίας. Τούτο ισχύει και εις την περίπτωσιν κατά την οποίαν το συμβούλιο εφετών δεν ηκύρωσε, όπως έπρεπε κατ' άρθρ. 481 §2 Κ.Π.Δ., το αναρμοδίως εκδοθέν πρωτόδικο βούλευμα (Α.Π. 1186/2007 αδημοσ., Μπουροπούλου Ερμ. Κ.Π.Δ. εκδ. Β' Τόμ. Β' σελ. 186), αλλ' απεφάνθη κατ' ουσίαν επί της κατά τούτου ασκηθείσης εφέσεως. Τέλος κατά το άρθρο 476 §1 Κ.Π.Δ., ως αντικ. δι' άρθρ. 2 §18 ν.2408/96, προϋποθέσεις της κηρύξεως απαραδέκτου του ασκηθέντος ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος υπό του αρμοδίου να κρίνει επί τούτου Δικαστηρίου (εν Συμβουλίω), μετά από πρόταση του παρ' αυτώ εισαγγελέως, κατόπιν κλητεύσεως του αναιρεσείοντος, προκειμένου να παραστεί κατά την συζήτησιν, είναι η συνδρομή μιας των εν αυτώ ρητώς και περιοριστικώς αναφερομένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και όταν το ένδικο μέσο ησκήθη κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται εις τούτο. ΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει εκ της από 7-4-2006 παραγγελίας του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Λασιθίου προς διενέργειαν κυρίας ανακρίσεως, ησκήθη ποινική δίωξις αφ' ενός μεν εις βάρος του αναιρεσείοντος για την πράξιν της Νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθησιν (άρθρ. 2 §1 παρ. 1α στοιχ. α', ζ' ν.2331/95 και 98 Π.Κ.) αφ' ετέρου δε εις βάρος του συγκατηγορουμένου του Α για τις πράξεις: α) της υπεξαίρεσης κατά συρροή με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, β) της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθησιν με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους στον εαυτό του που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, τελεσθείσαν κατ' επάγγελμα γ) της απάτης με υπολογιστή, το περιουσιακό όφελος της οποίας υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ και δ) υπεξαγωγής εγγράφων (άρθρ. 375 §§1α, β, 216 §§1,3, 386Α εν συνδ. με 386 §3, 222, 94 §1, 98, 13 περ. στ' Π.Κ.), εκ παραδρομής του παραπάνω εισαγγελέως εκρίθη ότι αι προαναφερόμενες πράξεις της υπεξαίρεσης κατά συρροή και πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθησιν καθώς και της εκ των πράξεων τούτων Νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, διεπράχθησαν εις βάρος των δικαιούχων των αντίστοιχων λογαριασμών που ετηρούντο υπ' αυτών εις το Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης και ουχί, όπως έπρεπε, εις βάρος του Νομικού προσώπου της τελευταίας. Έτσι, ενώ εις την σχετική παραγγελία περιγράφονται με συνοπτική ακρίβεια αι πράξεις για τις οποίες ησκήθη η ποινική δίωξις, δεν ετέθησαν αι αντίστοιχαι διατάξεις των άρθρ. 263Α και άρθρ. 1 ν.1608/50 που εφαρμόζονται και εις την περίπτωση κατά την οποίαν αι προαναφερόμενες πράξεις ετελέσθησαν εις βάρος της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Δια τις πράξεις αυτές ο Ανακριτής Λασιθίου, που διενήργησε κυρίαν Ανάκρισιν, απήγγειλε κατηγορίαν κατά των προδιαληφθέντων κατηγορουμένων. Μετά το πέρας της διενεργηθείσης κυρίας ανακρίσεως η υπόθεσις δεν υπεβλήθη εις τον αρμόδιον Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, αλλά εισήχθη εις το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λασιθίου, το οποίον, δια του υπ' αριθ. 112/2006 βουλεύματός του, εκδοθέντος αναρμοδίως, παρέπεμψε τον κατηγορούμενον - αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενόν του για τις προδιαληφθείσες αξιόποινες πράξεις εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (επί κακουργημάτων). Ασκηθείσης εφέσεως υπό του αναιρεσείοντος, η υπόθεσις εισήχθη εις το Συμβούλιον Εφετών, προκειμένου να κριθεί η βασιμότης ή μη των λόγων αυτής και παράλληλα για την θεώρησιν της κατηγορίας συνολικώς, κατ' άρθρ. 317 Κ.Π.Δ., ως προς τον μη ασκήσαντα το ένδικο τούτο μέσον συγκατηγορούμενόν του (Α), το οποίον δεν ακύρωσε αυτεπαγγέλτως, όπως έπρεπε, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 481 §2 Κ.Π.Δ., το αναρμοδίως εκδοθέν πρωτόδικο βούλευμα, προκειμένου να αποφασίσει ακολούθως κατ' ουσίαν, αλλά προέβη στην ουσιαστικήν εκτίμησιν της εφέσεως την οποία και απέρριψε. Ακολούθως επεκύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα αφού, κατ' ορθόν νομικόν χαρακτηρισμόν, εχαρακτήρισε την πράξιν της υπεξαιρέσεως εις την τοιαύτην της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας από την οποία το όφελος που επεδιώχθη και η ζημία που προεκλήθη εκ τούτης υπερβαίνει το ποσό των 146.735,143 ευρώ και παράλληλα την πράξιν της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα για την οποίαν εδιώχθη ο αναιρεσείων, με βασικό έγκλημα την παραπάνω πράξιν για την οποίαν εδιώχθη ο ανωτέρω συγκατηγορούμενός του (Α) και επί πλέον εις τα πλαίσια της θεωρήσεως της κατηγορίας διόρθωσε τούτο ως προς το ότι η ζημία δεν αφεώρα τους δικαιούχους των λογαριασμών που ετηρούντο εις το υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης, αλλά το Νομικό πρόσωπο της τελευταίας που έκρινε ότι υπήγετο εις την περίπτ. β' του άρθρ. 263Α Π.Κ. και συνεπώς ενέπιπτε εις το άρθρο 1 ν.1608/50 και ανεδιετύπωσε την σχετική κατηγορία σύμφωνα προς τις διατάξεις αυτές. ΙΙΙ) Επομένως, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα απεφάνθη δια πράξιν εμπίπτουσα εις την διάταξιν του άρθρου 1 ν.1608/50 τυγχάνει απαράδεκτος η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως και ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθεί, κατά την διάταξιν του άρθρ. 476 §1 Κ.Π.Δ., αφού προηγουμένως ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κληθεί ενώπιόν σας για να προσέλθει και εκθέσει τις απόψεις του. Συνακόλουθα πρέπει, να κηρυχθεί απαράδεκτος η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρ. 583 §1 Κ.Π.Δ., εις βάρος του αναιρεσείοντος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να κηρυχθεί απαράδεκτος, η υπ' αριθ. 11/18-6-2007 αίτησις αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ......, κατά του υπ' αριθ. 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος εκ 220 ευρώ. Αθήναι 20/12/2007. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την ένδικη από 18.6.2007 αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα με δήλωση στο Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Κρήτης, για την οποία συντάχθηκε η 12/2007 Έκθεση, πλήττεται το 127/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο, όπως απ' αυτό προκύπτει, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος Χ κατά του 112/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λασιθίου, αφού διορθώθηκε και αναδιατυπώθηκε το διατακτικό του τελευταίου έτσι ώστε παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Κρήτης Α) ο Α, αφενός, για τις εκεί πράξεις, μεταξύ των οποίων και για υπεξαίρεση στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από την οποία το όφελος που επιδιώχθηκε και η ζημία που προξενήθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος υπερβαίνει το ποσό των 146.735,143 ευρώ (άρθρα 258β και 1 παρ. 1 Ν.1608/1950) και Β) ο αναιρεσείων, αφετέρου, για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, με βασικό έγκλημα την ως άνω υπεξαίρεση στην υπηρεσία του Α. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι : "Στους ......, κατά το χρονικό διάστημα από 5.4.2005 έως 25.7.2005 νομιμοποίησε έσοδα από εγκληματική δραστηριότητα, ήτοι μεταβίβασε περιουσία εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματική δραστητιότητα και συγκεκριμένα από αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή, το ελάχιστο όριο της οποίας είναι ανώτερο των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ, με σκοπό να συγκαλύψει την παράνομη προέλευσή της και να παράσχει συνδρομή σε εκείνον που εμπλέκεται στη δραστηριότητα αυτή, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες της πράξης του, και συγκεκριμένα, συνδεόμενος με φιλική σχέση με τον Α, που ήταν υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και υπηρετούσε στο Κατάστημα της ΕΤΕ ...... (...), δέχθηκε να γίνουν από αυτόν (τον Α), κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (από 5-4-2005 έως 25-7-2005) ανεξακρίβωτος αριθμός καταθέσεων, σε τραπεζικούς του λογαριασμούς, συνολικού ποσού 167.240 ευρώ, το οποίο αυτός είχε υπεξαιρέσει κατά το ίδιο παραπάνω χρονικό διάστημα, από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ιδιοποιούμενος παράνομα το ποσό αυτό το οποίο είχε περιέλθει στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητας του ως υπαλλήλου της παραπάνω Τράπεζας, το δε όφελος που επιδίωξε και η ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε σε βάρος της Τράπεζας υπερβαίνει το ποσό των 146.735,143 ευρώ (50.000.000 δρχ.), μετά δε από τις καταθέσεις αυτές, ο Χ προέβαινε σε "μεταφορά"-"διοχέτευση" μέσω "internet-banking", των εκάστοτε χρηματικών ποσών που διοχέτευε στους λογαριασμούς του ο συγκατηγορούμενός του Α, σε τραπεζικούς λογαριασμούς τρίτων προσώπων-δικαιούχων, που ο Α του υποδείκνυε, ώστε με τη μεταβίβαση αυτή να αποκρύπτεται η προέλευσή τους από την παραπάνω περιγραφείσα υπεξαίρεση και ο δράστης αυτής, Α, ήτοι, για παράβαση των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18 εδ. α' και β' 26 παρ. Ια, 27 παρ, 1, 51, 52, 53, 50, 61, 79, 98 παρ. 1 ΠΚ και 1 α-ιι, -β, 2. 1-α ν. 2331/95 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ και άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1608/50". Από τη διατύπωση αυτή της κατά του αναιρεσείοντος κατηγορίας (στην οποία από προφανή παραδρομή αναφέρεται το άρθρο 375 ΠΚ αντί του 258 ΠΚ), αλλά και από το σύνολο των παραδοχών του προσβαλλομένου βουλεύματος προκύπτει ότι η επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.1608/1950 δεν αφορά και στην πράξη της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα, η οποία, άλλωστε, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εγκλημάτων του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.1608/1950. Η τελευταία αυτή διάταξη έχει τεθεί στο τέλος της ανωτέρω κατά του αναιρεσείοντος κατηγορίας όχι ως προβλέπουσα την πράξη που αποτελεί την εν λόγω κατηγορία, αλλά συνδυαστικά, κατά τον προσδιορισμό του βασικού εγκλήματος από το οποίο προέκυψε το υλικό αντικείμενο της ως άνω νομιμοποιήσεως εσόδων. Ενόψει αυτών η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως δεν είναι απαράδεκτη εκ του λόγου ότι, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, ο αναιρεσείων παραπέμπεται να δικασθεί για έγκλημα που προβλέπεται από το Ν.1608/1950 και συνεπώς αμετακλήτως, σύμφωνα με το άρθρο 308 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠοινΔ, όπως εκθέτει στην πρότασή του ο προτείνων την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως ως απαράδεκτης Εισαγγελέας. Η ίδια αίτηση, εντούτοις, είναι απαράδεκτη κατ' εφαρμογήν της αυτής διατάξεως του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠοινΔ, η οποία, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ισχύει και για συναφές κακούργημα, καθόσον, ναι μεν το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακούργημα που δεν υπάγεται στο Ν.1608/1950, πλην, όμως, το κακούργημα, για το οποίο η παραπομπή του αναιρεσείοντος, είναι συναφές, κατά την έννοια του άρθρου 129 εδ. γ' ΚΠοινΔ, με εκείνο για το οποίο παραπέμπεται αμετακλήτως, με το ίδιο βούλευμα, ο συγκατηγορούμενός του Α και το οποίο υπάγεται στο Ν.1608/1950. Δοθέντος, όμως, ότι η ως άνω πρόταση του Εισαγγελέα περιορίζεται στο απαράδεκτο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως για τον εκτιθέμενο σ'αυτήν ανωτέρω λόγο, για τον οποίο και κλήθηκε ο αναιρεσείων, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠοινΔ (ο οποίος προσήλθε και εξέθεσε τις επ' αυτού απόψεις του), το δε Δικαστήριο τούτο (ως Συμβούλιο) δεν μπορεί να απορρίψει το ένδικο αυτό μέσο ως απαράδεκτο για άλλο λόγο, αν δεν ακουσθεί προηγουμένως επ' αυτού ο ασκήσας τούτο αναιρεσείων, ούτε και να αποφανθεί επ' αυτού κατ' ουσίαν, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ.1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 εδ. β', 306 και 309 παρ. 2 ΚΠοινΔ, να απόσχει να αποφανθεί επί της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, μέχρι να υποβληθεί, κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως που θα ορισθεί αρμοδίως, εισαγγελική πρόταση, κατά τα προεκτεθέντα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί επί της υπό κρίση από 18 Ιουνίου 2007 αιτήσεως του Χ, περί αναιρέσεως του 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, μέχρι την υποβολή εισαγγελικής προτάσεως, κατά το σκεπτικό. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το άρθρο 308 παρ. 1 εδ. τελευταίο ισχύει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για συναφές κακούργημα. Όταν το βούλευμα παραπέμπει τον κατηγορούμενο όχι για έγκλημα του Ν. 1608/1950 αλλά για άλλο κακούργημα που δεν υπάγεται στο Ν. 1608/1950, πλην όμως άλλος κατηγορούμενος παραπέμπεται με το ίδιο βούλευμα για κακούργημα του Ν. 1608/1950 και το πρώτο κακούργημα είναι συναφές με αυτό (το δεύτερο), δεν υπόκειται σε αναίρεση. Όταν ο Εισαγγελέας προτείνει την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης για συγκεκριμένο λόγο, για τον οποίο και κλήθηκε ο ασκήσας το ένδικο μέσο, το Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) δεν μπορεί να το απορρίψει για άλλο λόγο, αν δεν ακουσθεί προηγουμένως ο ασκήσας τούτο. Απέχει να αποφανθεί μέχρι να υποβληθεί πρόταση από τον Εισαγγελέα.
Αποχή αποφάσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αποχή αποφάσεως.
2
Αριθμός 989/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Ιωάννη Παπουτσή (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ιωάννη Σίδερη (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Ηλιογραμμένο, για αναίρεση της 48, 49, 50, 51, 52, 53/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ......, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 122/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308 § 1 εδ. α', 310 § 1, 2 και 311 εδ. β' του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της θανατηφόρου σωματικής βλάβης, κατά την έννοια του εδ. β' του άρθρου 311 ΠΚ, το οποίο είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, απαιτείται, εκτός από το δόλο του δράστη για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης του παθόντος και αμέλεια ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου, ο οποίος είχε ως αιτία την βαριά πάθηση του σώματος ή της διάνοιας του παθόντος. Κατά το άρθρο 28 ΠΚ, για τη θεμελίωση αμέλειας ως προς το τελευταίο αποτέλεσμα απαιτείται να διαπιστωθεί α) ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική, β) ότι αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες γνώσεις και ικανότητες, ως εκ της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, μπορούσε να προβλέψει και αποφύγει το αποτέλεσμα, το οποίο είτε δεν προείδε, είτε το προέβλεψε μεν, πίστευε όμως ότι θα απεφεύγετο και γ) ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του θύματος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη, της, οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών. και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 48, 49, 50, 51, 52, 53/2007 απόφαση, δέχθηκε, ανελέγκτως, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά κατηγορία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 20-8-1999, στη ......, ο Α, ο Β και ο Γ διασκέδαζαν σε διάφορα κέντρα διασκεδάσεως μαζί με άλλους φίλους τους. Ταυτόχρονα διασκέδαζαν σε διάφορα επίσης κέντρα διασκεδάσεως ο κατηγορούμενος Χ, ηλικίας τότε 57 ετών και ο φίλος του Δ. Την 04:00' περίπου ώρα της ως άνω ημερομηνίας η πρώτη παρέα αποφάσισε να φύγει από το Μπαρ ...... και προχωρούσε πεζή στο οδόστρωμα στο ρεύμα στο οποίο κινούνταν τα αντιθέτως ερχόμενα αυτοκίνητα. Ενώ περπατούσαν ο κατηγορούμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...... IXE αυτοκίνητο του πέρασε ξυστά από αυτούς, οπότε ο Α, ηλικίας τότε 28 ετών, του είπε "ναι ρε πάτα μας κιόλας". Ο κατηγορούμενος κάτι απάντησε και ο Α του απάντησε "άντε ρε καραγκιόζη φύγε", οπότε ο κατηγορούμενος σταμάτησε, βγήκε από το αυτοκίνητο και απευθυνόμενος προς όλους είπε με σεξουαλικό υπονοούμενο "μη μου μιλάς εμένα έτσι γιατί θα σας πάω όλους σπρώχνοντας". Μεταξύ του κατηγορούμενου και του Α κατ' εξακολούθηση αντηλλάγησαν βαριές ύβρεις και καθένας από αυτούς συνεκρατείτο από τα μέλη της παρέας του προσπαθώντας να ηρεμήσουν. Η έκρυθμη κατάσταση έδειχνε να αποκλιμακώνεται, ο δε κατηγορούμενος εισήλθε στο αυτοκίνητό του για να φύγει. Προχώρησε λίγα μέτρα, πλην όμως επέστρεψε στον τόπο του επεισοδίου και θέλοντας να έχει ειπεί την τελευταία λέξη είπε προς την ως άνω αντίπαλη παρέα "εσάς θα σας γαμήσω" συνεχίζοντας μετά ταύτα την πορεία του προς την ...... . Στο άκουσμα της ως άνω προσβλητικής φράσης ο Α εξεμάνη τρέχοντας πίσω από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου πεζός. Αναλαμβάνοντας ότι δεν μπορεί να τον φθάσει επέστρεψε και ζήτησε και μετά από κάποιες χλιαρές αντιρρήσεις πέτυχε να πάρει από τον Ε τα κλειδιά της με αριθμό κυκλοφορίας ...... δίκυκλης μοτοσικλέτας του ισχύος 1000 κυβικών εκατοστών δηλαδή μοτοσικλέτας μεγάλης ιπποδύναμης, η οποία μπορούσε να αναπτύξει σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα πολύ μεγάλη ταχύτητα. Προφανής σκοπός του ήταν να καταδιώξει και να φθάσει με την μοτοσικλέτα το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου να σταματήσει αυτό και να ζητήσει από τον τελευταίο εξηγήσεις με δυναμικό τρόπο. Μάλιστα προς ενίσχυση του σκοπού του αυτού στην εν λόγω μοτοσικλέτα ανέβηκαν τα μέλη της παρέας του Α δηλαδή ο Β και ο Γ και όλοι μαζί άρχισαν να καταδιώκουν το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Η μοτοσικλέτα πράγματι έφθασε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ενώ αυτό πλησίαζε προς την ...... . Μόλις η μοτοσικλέτα πλησίασε το αυτοκίνητο, ο Α αναβόσβησε τα φώτα αυτής κάνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο σήμα για να σταματήσει. Ο κατηγορούμενος όμως παρά το γεγονός ότι στο σημείο αυτό ο δρόμος είναι φαρδύς και σε ευθεία, αντιλαμβανόμενος τις κακές προθέσεις του οδηγού της μοτοσικλέτας Α και της παρέας του άρχισε να εμποδίζει την μοτοσικλέτα να τον προσπεράσει και να του βγει μπροστά του ώστε να ανακόψει την πορεία του και να το σταματήσει (το αυτοκίνητο) πραγματοποιώντας ελιγμό προς τα αριστερά. Ο Α που ήταν επιδέξιος οδηγός, παρά την ως άνω αντίδραση του κατηγορουμένου, κατάφερε να φέρει τη μοτοσικλέτα σε θέση παράλληλη προς την πορεία του αυτοκινήτου πλησίον αυτού, βαίνοντας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της διπλής κατευθύνσεως ως άνω οδού πλησίον της διαχωριστικής γραμμής. Τη στιγμή εκείνη ο επιβαίνων στην μοτοσικλέτα κτύπησε το πλαϊνό τμήμα του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, ενώ παράλληλα ο άλλος συνεπιβάτης της μοτοσικλέτας Β κτύπησε και αυτός την αριστερή πόρτα του οδηγού φωνάζοντας προς αυτόν "σταμάτα τι κάνεις θα σκοτωθούμε". Ακολούθως ο κατηγορούμενος που είχε χολωθεί αλλά και φοβηθεί ακόμη περισσότερο από την όλη συμπεριφορά του οδηγού της μοτοσικλέτας και της παρέας του με πρόθεση να τους τραυματίσει βαριά, πραγματοποίησε ελιγμό προς τα αριστερά, αιφνιδιάζοντας τον οδηγό αυτής Παρασκευά Α, ο οποίος έχασε τον έλεγχο αυτής. Ακολούθως η μοτοσικλέτα εξετράπη της πορείας της αριστερά του δρόμου στο κατωφερές χωράφι και ανετράπη με αποτέλεσμα α) ο Α να κτυπήσει σε παρακείμενη κολώνα της Δ.Ε.Η. να υποστεί κατάγματα όγδοης και ένατης πλευράς αριστερά, εκτεταμένη ρήξη αριστερού πνεύμονα, ρήξη πνευμονικών αγγείων αριστερά με μεγάλο αιμοθώρακα αριστερά, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του, β) ο Γ να υποστεί συντριπτικό διπολικό κάταγμα αριστερής κνήμης και γ) ο Β να υποστεί γρατσουνιές στο σώμα και στο κεφάλι και γδάρσιμο στο δεξί του πόδι. Ο κατηγορούμενος λοιπόν με την ως άνω ποινικώς αξιόλογη ενέργειά του ηθέλησε και πέτυχε τη σωματική βλάβη του Α χωρίς όμως να αποσκοπεί και στον θάνατο αυτού. Διότι ναι μεν ο θάνατος του θύματος προήλθε από την πτώση αυτού στο έδαφος όμως αυτό δεν θα συνέβαινε εάν ο κατηγορούμενος είχε προβλέψει ότι οι επιβαίνοντες σε δίκυκλα είναι εκτεθειμένοι λόγω της φύσεως αυτών σε κάθε κίνδυνο πτώσεως ή συγκρούσεως και ότι στο οδόστρωμα του δρόμου υπήρχαν κολώνα της Δ.Ε.Η, (στην άκρη) χαλίκια και πέραν του δρόμου το έδαφος ήταν κατωφερές. Η μη πρόβλεψη αυτή του κατηγορουμένου οφείλεται σε έλλειψη της προσοχής του την οποία όφειλε και κατά τις περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει. Ειδικότερα με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής του μέσου συνετού ανθρώπου την οποία ο κατηγορούμενος είχε ενόψει της ηλικίας του της διαβιώσεως του και της πνευματικής του ικανότητας, έπρεπε να είχε προβλέψει ότι η ανατροπή της μοτοσικλέτας ήταν πολύ πιθανό να επιφέρει, συνεπεία της σωματικής βλάβης που επεδίωξε, τον θάνατο σε κάποιο από τους επιβαίνοντας της μοτοσικλέτας και συγκεκριμένα τον θάνατο του Α. Συνεπώς θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος θανατηφόρας σωματικής βλάβης κατ' άρθρο 311 παρ. 2 του Π.Κ. με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2γ του Π.Κ. δηλαδή του ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη αυτή από την ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος. Αντίθετα δεν, αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο διαπράξεως του ως άνω αδικήματος είχε διαταραγμένη συνείδηση λόγω φόβου και ταραχής κατ' άρθρο 34 του Π. Κ., ούτε ότι μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα". Ακολούθως, αφού έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη για τις πλημμεληματικές πράξεις λόγω παραγραφής, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε ετών, διότι ειδικότερα, "Στην ......, στις 20-8-1999, προκάλεσε θανατηφόρα σωματική βλάβη σε άλλον. Συγκεκριμένα οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...... IXE αυτοκίνητό του και εκινείτο στην ΕΟ ......-...... . Παράλληλα με το αυτοκίνητο εκινείτο και η με αριθμό κυκλοφορίας ...... δίκυκλη μοτοσικλέτα με οδηγό τον παθόντα Α και επιβάτες τους Γ και Β. Η μοτοσικλέτα ακολουθούσε το αυτοκίνητο γιατί είχε προηγηθεί λογομαχία μεταξύ του κατηγορουμένου και του οδηγού της μοτοσικλέτας. Κατά την κίνηση του αυτοκινήτου και ενώ η μοτοσικλέτα προσπαθούσε να προσπεράσει, είχε λάβει χώρα και νέα στιχομυθία, κατά την οποία ο μεν παθών ρώτησε τον κατηγορούμενο "ποιόν θα γαμήσεις ρε" και αυτός απάντησε "σας γαμάω τώρα". Τη στιγμή εκείνη ο κατηγορούμενος, με πρόθεση, αφού γνώριζε ότι από το χτύπημα του αυτοκινήτου πάνω στην μοτοσικλέτα θα προκληθεί η εκτροπή της μοτοσικλέτας και θα επέλθει βαριά σωματική βλάβη του παθόντος, αποτέλεσμα το οποίο αποδέχθηκε, έστριψε το τιμόνι του αυτοκινήτου αριστερά και χτύπησε τη μοτοσικλέτα με το αριστερό μέρος του αυτοκινήτου και ειδικότερα με την πόρτα του οδηγού, περίπου στο ένα τρίτο της απόστασης μεταξύ του καθρέφτη και της κλειδαριάς της πόρτας στο ύψος του διακοσμητικού νίκελ. Από το παραπάνω χτύπημα η μοτοσικλέτα εξετράπη από την πορεία της, βγήκε από το δρόμο, έπεσε σε κολώνα της ΔΕΗ και στη συνέχεια σύρθηκε σε παρακείμενο αγρό. Συνέπεια της εκτροπής της μοτοσικλέτας ήταν να υποστεί ο παθών Α κατάγματα 8ης, 9ης πλευράς αριστεράς, ρήξη αριστερού πνεύμονα, ρήξη αριστερών αγγείων και εκτεταμένο αιμοθώρακα αριστερά. Οι παραπάνω κακώσεις ήταν αυτές που προκάλεσαν το θάνατο του παθόντος". Με αυτές τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου αφενός παρέθεσε στην εν λόγω απόφαση την απαιτούμενη από τις προμνημονευθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προεκτέθηκε, καθόσον εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της θανατηφόρου σωματικής βλάβης, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε την εν λόγω κρίση του και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, αφετέρου ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις αυτές, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, από τις παραδοχές της αποφάσεως, προκύπτει και αιτιολογείται πλήρως τόσον η πρόθεση του αναιρεσείοντος για την πρόκληση στο θύμα βαριάς σωματικής βλάβης, όσον και η αμέλειά του ως προς το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα. Αιτιολογείται επίσης η ύπαρξη της αναγκαίας συνάφειας μεταξύ της σωματικής βλάβης από πρόθεση και του βαρύτερου αποτελέσματος του θανάτου του θύματος, καθώς και το ότι το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται στην αμέλεια του αναιρεσείοντος, η οποία, κατά τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν, εξειδικεύεται και προσδιορίζεται πλήρως. Ακόμη, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της αποφάσεως, ως προς την αιτία του θανάτου του θύματος, αφού από το συνδυασμό τους σαφώς προκύπτει ότι κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου ο θάνατός του οφείλετο στην, λόγω της απώλειας του ελέγχου της μοτοσυκλέτας του, εκτροπή της μοτοσυκλέτας από την πορεία της προς τα αριστερά του δρόμου κατωφερές χωράφι και στην εν συνεχεία πρόσκρουσή της σε κολώνα της ΔΕΗ. Περαιτέρω επαρκώς αιτιολογεί εκ του πράγματος η προσβαλλόμενη απόφαση την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι επρόκειτο ανθρωποκτονία εξ αμελείας, αφού δέχεται ότι αυτός τέλεσε θανατηφόρο σωματική βλάβη. Επομένως, οι αντίθετοι προς τα' ανωτέρω λόγοι της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, ενώ οι αντίθετοι επί της ουσίας ισχυρισμοί είναι απαράδεκτοι. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο περί ελλείψεως ικανότητας προς καταλογισμόν, κατά το άρθρο 34 ΠΚ, αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του έχει ως συνέπεια το ατιμώρητο του δράστη. Ομοίως και ο ισχυρισμός περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 § 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Όταν δεν συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 § 2 ΠΚ θεωρείται (υπό ε') και το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για την πληρότητα, πάντως, των εν λόγω ισχυρισμών δεν αρκεί η επίκληση μόνον της σχετικής διατάξεως του ΠΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος, εκτός από το ελαφρυντικό ότι αυτός ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος (άρθρο 84 § 2 εδ. γ' ΠΚ). Ζήτησαν να του αναγνωρισθεί και "το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ". Οι αυτοί συνήγοροι δήλωσαν, περαιτέρω, ότι "επαναφέρουν τον ισχυρισμό που προέβαλαν και πρωτοδίκως, να κριθεί ατιμώρητος ο κατηγορούμενος καθόσον ετέλεσε την πράξη ενώ βρισκόταν σε κατάσταση φόβου και ταραχής". Έτσι όπως διατυπώθηκαν οι εν λόγω ισχυρισμοί ήταν παντελώς αόριστοι. Το δικάσαν, επομένως, Μικτό Ορκωτό Εφετείο που τους απέρριψε, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτούς, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την απόρριψή τους με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία πλεοναστικώς αναφέρει ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρόνο διαπράξεως του ως άνω αδικήματος είχε διαταραγμένη συνείδηση λόγω φόβου και ταραχής ... ούτε ότι μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα". Επομένως, ο συναφής εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 100Α παρ. 1 του ΠΚ, αν κάποιος καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη των τριών μέχρι πέντε ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 99 και 100 του Ποινικού Κώδικα, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη. Η αναστολή αυτή εκτελέσεως της ποινής μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, να χορηγηθεί αν το Δικαστήριο από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και ιδίως των αιτιών της, της προηγούμενης ζωής και του χαρακτήρα του καταδικασμένου κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο πρέπει ακόμη να λαμβάνει υπόψη και τη διαγωγή του υπαιτίου μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που έδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξεώς του. Οι λόγοι δε που δικαιολογούν την αναστολή της εκτελέσεως πρέπει να περιέχονται συγκεκριμένα στην απόφαση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλακίσεως μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, αν υποβληθεί από τον καταδικασθέντα αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής αυτής, πρέπει να αναφέρονται στο εν λόγω αίτημα οι περιστάσεις και η συνδρομή των λόγων που δικαιολογούν, κατά τα ανωτέρω, τη ζητούμενη αναστολή. Διαφορετικά, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την απόρριψή του ειδικά και εμπεριστατωμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ και δεν ιδρύεται, από την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ο κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αυτά ως άνω πρακτικά, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος, μετά την απόφαση περί επιβολής στον αναιρεσείοντα ποινής φυλακίσεως πέντε ετών, ζήτησαν "την αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσας ποινής, σύμφωνα με το άρθρο 100 Α' ΠΚ". Δεν επικαλέσθηκαν, όμως, περιστατικά και λόγους από τους αναφερόμενους ανωτέρω, που να δικαιολογούν την αιτηθείσα αναστολή και συγκεκριμένα δεν επικαλέσθηκαν περιστατικά για τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη από τον αναιρεσείοντα, για τα αίτια που τον οδήγησαν στην τέλεσή της, για την προηγούμενη ζωή και το χαρακτήρα του, για τη διαγωγή που αυτός επέδειξε μετά την πράξη του και ιδίως τη μετάνοια και την προθυμία επανορθώσεως των συνεπειών της πράξεώς του. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο εν λόγω αίτημα, ο δε περί του αντιθέτου λόγος της ένδικης αιτήσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αυτού, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 48, 49, 50, 51, 52, 53/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Θανατηφόρος σωματική βλάβη (άρθρο 311 εδ. β΄ ΠΚ). Αιτιολογημένη καταδίκη για θανατηφόρο σωματική βλάβη του αναιρεσείοντος, ο οποίος πραγματοποίησε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ελιγμό προς τα αριστερά και χτύπησε με αυτό την παραλλήλως προς αυτό βαίνουσα μοτοσικλέτα, με πρόθεση να προκαλέσει την εκτροπή της και να επέλθει έτσι βαριά σωματική βλάβη του οδηγού της, αποτέλεσμα που επήλθε, αφού από την εκτροπή της μοτοσικλέτας και την πρόσκρουσή της σε κολώνα της ΔΕΗ προξενήθηκαν σωματικές βλάβες και κακώσεις στον οδηγό της εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του. Αυτοτελείς ισχυρισμοί ελλείψεως ικανότητας προς καταλογισμό και ελαφρυντικής περιστάσεως άρθρου 84 παρ. 2 ε΄ ΠΚ. Δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο να απαντήσει σ’ αυτούς και να αιτιολογήσει την απόρριψη, διότι προβλήθηκαν κατά τρόπο αόριστο. Αναστολή εκτελέσεως της ποινής κατ’ άρθρο 100 Α΄ ΠΚ. Τι πρέπει να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος για να είναι το αίτημα τέτοιας αναστολής ορισμένο. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Σωματική βλάβη θανατηφόρα.
0
Αριθμός 992/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπόκοτα, για αναίρεση της 69935/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1537/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 69935/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, και μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για παράβαση του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε, ότι η κατηγορούμενη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, διότι στις 18-10-2001, στην ......, με πρόθεση προέβη, ως ιδιοκτήτρια ακινήτου, στην επέκταση ισογείου κατοικίας στην οδό ......, χωρίς να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη, κατά νόμον, άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας". Με τις, ως άνω, όμως, παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτούν οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., αφού δεν αναφέρονται, και πολύ περισσότερο δεν εξειδικεύονται, ποιες ήταν οι συγκεκριμένες εργασίες που έγιναν, προκειμένου να κριθεί εάν πράγματι γι' αυτές απαιτείτο άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής. Η γενική παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη προέβη σε επέκταση της ισογείου κατοικίας, χωρίς αναφορά σε τι συνίσταται η επέκταση αυτή, καθιστά σε σχέση με την αναγκαιότητα χορήγησης οικοδομικής άδειας, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με την αντικειμενική και υποκειμενική στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα. Εξάλλου, η αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα, είναι αβάσιμη, διότι στο προοίμιο του σκεπτικού αναφέρεται σαφώς ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου της αναίρεσης, ως αλυσιτελούς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρ. 69935/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρου 17 παρ. 8 Ν. 1337/83. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.
1
Αριθμός 990/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Παπουτσή (που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ιωάννη Σίδερη (που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαντζουράνη, για αναίρεση της με αριθμό 69.043/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 375/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει, επί ποινή ακυρότητας, ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται, ώστε να μπορεί να ετοιμάσει την υπεράσπισή του. Τα ίδια ορίζονται και από το άρθρο 6 § 3 εδ. α' και β' της από 4 Νοεμβρίου 1950 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης που κυρώθηκε με το Ν.Δ 53/1974 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο. Η ακυρότητα, όμως, από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών είναι σχετική, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 § 1 Κ.Ποιν.Δ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 του ίδιου κώδικα, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κυρίας διαδικασίας και καλύπτεται αν ο κλητευθείς κατηγορούμενος εμφανισθεί στη δίκη και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδό της. Αν προβληθεί εγκαίρως από τον κατηγορούμενο (άρθρα 173 παρ.1, 174 ΚΠοινΔ) και η σχετική ένσταση απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μπορεί να προβληθεί ως λόγος εφέσεως, αλλιώς καλύπτεται. Αν απορριφθεί και από το Εφετείο, μπορεί να προβληθεί ως λόγος αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του πρώτου λόγου αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως, ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, εκπροσωπηθείς από το συνήγορό του στην πρωτοβάθμια δίκη, οπότε εκδόθηκε η 107.950/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, δεν προέβαλε ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο κλητεύθηκε να δικασθεί για την ως άνω πράξη, ούτε, περαιτέρω, προέβαλε τέτοια ακυρότητα με την από 1.7.2005 έφεση (με αριθ. έκθ. 8.677/2005) που άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ή κατά τη συζήτηση της εν λόγω εφέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 69.043/2007 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για μη απαγγελία ακυρότητας που δημιουργήθηκε από τις εκτιθέμενες ελλείψεις του επιδοθέντος στον αναιρεσείοντα κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία (ακυρότητα) προέβαλε ο αναιρεσείων, όπως υποστηρίζει, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκε, ακολούθως δε την προέβαλε ενώπιον του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, απορριφθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ.2 του Ν.2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι, προκειμένου περί των εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές και αναφέρονται, περιοριστικά, μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνον προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παραβάσεως, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως. Η έλλειψη της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως, η οποία, αν παρά ταύτα ασκηθεί, είναι απαράδεκτη. Η προϋπόθεση, όμως, αυτή δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του (άρθρο 25 § 1 του Ν. 1882/1990) και, συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, επί μη ασκήσεως προσφυγής, ούτε, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους στην περίπτωση παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα α) της οικείας εκθέσεως φορο-λογικού ελέγχου, β) της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και γ) των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, επιτρεπτώς επισκοπούμενα, κατά τα προεκτεθέντα, προκειμένου να διαγνωσθεί η βασιμότητα του δεύτερου λόγου της ένδικης αιτήσεως, κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, κατά παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν.2523/1997, μετά την υποβολή προς τον ασκήσαντα τη δίωξη αυτή Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Παλλήνης, της με αριθμό πρωτοκόλλου 23277/21.10.2002 και συνημμένο πίνακα χρεών με χρονολογία 16.12.2002 αιτήσεως για άσκηση κατά του αναιρεσείοντος της ανωτέρω ασκηθείσης ποινικής διώξεως. Για την άσκηση της εν λόγω ποινικής διώξεως, δεν ήταν αναγκαίο η ως άνω αίτηση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Παλλήνης να συνοδεύεται από άλλα έγγραφα και δη από επικυρωμένα αντίγραφα α) της οικείας εκθέσεως φορολογικού ελέγχου, β) της καταλογιστικής πράξεως του ένδικου φόρου και γ) των στοιχείων από τα οποία προέκυπτε η οριστικοποίηση της ένδικης φορολογικής εγγραφής, αφού η υπό του αναιρεσείοντος παραβίαση της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αφορά όχι χρέη από τα άρθρα 17 και 18 του Ν.2523/1997, αλλά χρέη από το άρθρο 25 του Ν.1882/1990, όπως έχει αντικατασταθεί, για τα οποία δεν ήταν εφαρμοστέα η διαδικασία του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του Ν.2523/1997, όπως προεκτέθηκε. Συνεπώς, το ως Εφετείο δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, κατά παράβαση του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 § 1 του Ν. 2523/1997, αφού απέρριψε "ένσταση απαραδέκτου της ασκηθείσης ποινικής διώξεως" που υπέβαλε ο αναιρεσείων, ισχυρισθείς ότι η ως άνω μηνυτήρια αναφορά δεν συνοδευόταν από τα προαναφερθέντα έγγραφα, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 69.043/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί με επίδοση σ’ αυτόν εγγράφου, όπου περιέχεται ο ακριβής καθορισμός των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Τυχόν ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως είναι σχετική και καλύπτεται αν δεν προταθεί εγκαίρως. Για την άσκηση ποινικής διώξεως για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 23 του Ν. 2523/ 1997) δεν είναι αναγκαίο η μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της ΔΟΥ να συνοδεύεται από αντίγραφα της εκθέσεως φορολογικού ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των αποδεικτικών της οριστικοποιήσεως της φορολογικής εγγραφής εγγράφων. Απορρίπτεται η περί των αντιθέτων αίτηση αναιρέσεως.
Φοροδιαφυγή
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 996/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Χρήστο Βρούστη και Κωνσταντίνο Ντάλτα, περί αναιρέσεως της 372/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1494/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 299 του Π.Κ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, αν δε η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενεργείας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση αφαίρεσης της ζωής του άλλου ανθρώπου. Το έγκλημα της ανθρωποκτονίας διακρίνεται αναφορικά με την ποινική μεταχείριση του δράστη, σε δύο ειδικότερες μορφές με βάση τη διάκριση του δόλου. Εάν ο δράστης αποφάσισε ή εκτέλεσε την πράξη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που επιτρέπει τη ψύχραιμη και ήρεμη σκέψη τιμωρείται με την αυστηρότερη ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ενώ εάν ο δράστης βρίσκεται σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής τόσο κατά τη λήψη της απόφασης για την τέλεση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, όσο και κατά τον χρόνο της διαπράξεώς του, τιμωρείται με την επιεικέστερη ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Ως βρασμός ψυχικής ορμής νοείται εκείνη η ψυχική υπερδιέγερση που προκαλείται από την αιφνίδια υπερένταση συναισθήματος ή πάθους, η οποία, ως ενεργός αιτία, έφθασε σε τέτοιο σημείο ώστε να αποκλείσει τη σκέψη, δηλαδή τη στάθμιση των αιτίων που τον ωθούν προς την τέλεση του εγκλήματος και εκείνων που τον απωθούν από την τέλεσή του, χωρίς να φθάνει μέχρι του σημείου ώστε να προκαλεί διατάραξη της συνειδήσεως η οποία επιφέρει στέρηση της ικανότητας ή μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό κατά τα άρθρα 34 και 36 του ΠΚ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 του ΠΚ, δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας, δηλαδή η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον του. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις. Κατά δε το άρθρο 23 του ίδιου Κώδικα, όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται, αν η υπέρβαση έγινε με πρόθεση, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83) και αν έγινε από αμέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν. Μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση, αν ενήργησε μ' αυτόν τον τρόπο εξαιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι υπέρβαση άμυνας, η οποία έχει τις παραπάνω έννομες συνέπειες, είναι εκείνη που εξέρχεται από τα όρια και υπερβαίνει το αναγκαίο στην ειδική περίπτωση μέτρο προσβολής των δικαιωμάτων του επιτιθεμένου. Το ζήτημα αν συντρέχει περίπτωση υπέρβασης των ορίων της άμυνας είναι πραγματικό και ποιο είναι το αναγκαίο μέτρο κρίνεται αντικειμενικά, όχι μόνο από τα τρία πρώτα πιο πάνω στοιχεία που ενδεικτικώς αναφέρει η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 ΠΚ, αλλά όπως στη συνέχεια η ίδια διάταξη αναφέρει, και από τις λοιπές περιστάσεις. Ο δικαστής από όλα τα πραγματικά περιστατικά θα σταθμίσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση άμυνας ποιο ήταν το αναγκαίο μέτρο άμυνας και στη συνέχεια θα κρίνει αν ο αμυνόμενος το υπερέβη. Σύμφωνα με τα παραπάνω επί καταδίκης για υπέρβαση των ορίων άμυνας, πρέπει να καθορίζεται από το δικαστήριο στην απόφαση, ποιο το αναγκαίο μέτρο άμυνας και κατά ποιο άλλο τρόπο μπορούσε να αποκρουστεί η επίθεση. Περαιτέρω, πρέπει να διασαφηνίζεται και να αιτιολογείται στην απόφαση αν η υπέρβαση έγινε από πρόθεση ή αμέλεια, δεδομένου ότι είναι διαφορετική η ποινική μεταχείριση του υπαιτίου. Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή απαλλακτικής του ή όποιας άλλης (παρεμπίπτουσας) κρίσης. Ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων (όπως τα ονόματα των μαρτύρων κ.λ.π.), δεν είναι αναγκαία, όπως δεν είναι αναγκαία και αναφορά των περιστατικών που προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με τη με αριθμό 230,231,258,264,265/2006 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος ... για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής και της οπλοχρησίας, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου(άρθρα 26&1α, 27, 84&2α, 299&& 2 και 1 του ΠΚ και 14 του Ν2168/1993), του επιβλήθηκε δε συνολική ποινή φυλακίσεως 35 μηνών, ενώ συγχρόνως απορρίφθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του, μεταξύ των οποίων και ο περί τελέσεως της πρώτης πράξεως σε άμυνα, καθώς και το αίτημα του για την αναγνώριση και άλλων ελαφρυντικών. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα, κατηγορούμενο η από 25 Οκτωβρίου 2006 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1438/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε κατά ένα μέρος η απόφαση εκείνη και ειδικότερα κατά το μέρος που το δικαστήριο που την εξέδωσε παρέλειψε να αναγνωρίσει στον αναιρεσείοντα ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, για το οποίο καταδικάσθηκε, διαπράχθηκε από αυτόν καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας, όπως είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθιστώντας έτσι χειρότερη τη θέση του, δίχως να έχει ασκηθεί έφεση από τον Εισαγγελέα, συνακόλουθα δε και κατά το μέρος της επιμετρήσεως της ποινής για την πράξη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, όπως και της συνολικής ποινής, ενώ, κατά τα λοιπά, απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως. Στη συνέχεια επακολούθησε, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, η εκ νέου εκδίκαση της υπόθεσης από το Μικτό Εφετείο Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 9-6-2008, το οποίο με την με αριθμό 372/9-6-2008 απόφαση του, δέχθηκε κατά πλειοψηφία (4-3) ότι η πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, σε βρασμό ψυχικής ορμής, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος με την 230, 231, 258, 264 και 265/2006 απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών, όπως τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία της πράξεως αυτής εξειδικεύονται στο διατακτικό της τελευταίας αποφάσεως, στο οποίο έγιναν οι αναφερόμενες στο διατακτικό της ήδη προσβαλλόμενης αποφάσεως διαφοροποιήσεις, τελέστηκε από αυτόν καθ' υπέρβαση, από πρόθεση, των ορίων της αναγκαίας άμυνας, προς απόκρουση της εκδηλωθείσης από το θύμα εναντίον του επίθεσης, και τον καταδίκασε για την πράξη αυτή (ανθρωποκτονία από πρόθεση, που αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής και καθ' υπέρβαση, από πρόθεση, των ορίων της άμυνας) σε ποινή φυλακίσεως είκοσι οκτώ μηνών. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, κατά τους οποίους: α) Η υπέρβαση των αναγκαίων ορίων της άμυνας, κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας, οφείλεται στο φόβο και την ταραχή που του προκάλεσε η συμπεριφορά του παθόντος, όπως αυτή περιγράφεται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία ήταν αιφνίδια, παράνομη, απρόκλητη και βάναυση και για το λόγο αυτό δεν πρέπει να του καταλογισθεί η υπέρβαση αυτή και συνεπώς να τιμωρηθεί για την παραπάνω πράξη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 του ΠΚ και β) σε κάθε περίπτωση πρέπει να κριθεί ότι η τυχόν καταλογισθησόμενη σ' αυτόν υπέρβαση των ορίων της αναγκαίας άμυνας οφείλεται σε ασυνείδητη αμέλεια του, καθώς από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η συμπεριφορά του δηλαδή της προσπάθειας του να αμυνθεί για να διαφυλάξει τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα από την άδικη, βίαιη, και ξαφνική επίθεση του παθόντος εναντίον του δεν μπόρεσε να προβλέψει το αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του. Προκειμένου να απορρίψει τους ισχυρισμούς αυτούς το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση την παρακάτω αιτιολογία "Επί των ζητημάτων αυτών από την ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου αποδεικτική διαδικασία και δη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, που αναφέρονται στα πρακτικά και την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Πρέπει προεχόντως να τονισθεί ότι ο φόβος του δράστη ανθρωποκτονίας, ως συναισθήματος, η αιφνίδια υπερδιέγερση του οποίου, από οποιαδήποτε αιτία, μπορεί να δημιουργήσει την κατά νόμο κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, (βλ. για την έννοια αυτής ΑΠ 2005/2007 ΝΟΜΟΣ), η οποία οδηγεί σε ηπιότερη ποινική μεταχείριση του δράστη κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 299 ΠΚ(πρόσκαιρη, αντί της ισοβίου, κάθειρξη) είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό από τον φόβο και ταραχή που αναφέρεται ρητά στη διάταξη του άρθρου 23 εδαφ. τελευταίο ΠΚ, που προκάλεσε στον δράστη αποκλειστικά και μόνο η επίθεση που δέχεται από το θύμα και τα οποία αποτέλεσαν την αιτία της υπέρβασης των ορίων της άμυνας, κατάσταση η οποία οδηγεί σε πλήρη ατιμωρησία του ενόχου της καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας τελεσθείσης ανθρωποκτονίας. Συνεπώς η τυχόν παραδοχή από το δικαστήριο, όπως εν προκειμένω έγινε με την προαναφερθείσα απόφαση του Μ.Ο.Ε, ότι η με την ανωτέρω έννοια κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, κατά την απόφαση και εκτέλεση της πράξεως της από πρόθεση ανθρωποκτονίας, προκλήθηκε από αιφνίδια υπερδιέγερση του συναισθήματος φόβου που προκάλεσε η επίθεση του θύματος, δεν δεσμεύει, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται στη συνέχεια της έρευνας της βασιμότητας του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι η υπέρβαση των ορίων της άμυνας, που προβλήθηκε προς απόκρουση της επιθέσεως του θύματος, οφείλεται στον φόβο και ταραχή που του προκάλεσε η επίθεση, τούτο δε διότι διαφορετικά πραγματικά περιστατικά και συναισθηματικές καταστάσεις ως και συνδρομή προϋποθέσεων ερευνώνται σε εκάστη των ανωτέρω δύο περιπτώσεων, σε τρόπο ώστε η κρίση επί της πρώτης να μην έχει δεσμευτικό χαρακτήρα για την δεύτερη. Ως προς τις συνθήκες και τον τρόπο εκδηλώσεως της επίθεσης από το θύμα και της προβληθείσης προς απόκρουση αυτής από την πλευρά του κατηγορουμένου άμυνας, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα: Ο δράστης, που είναι αστυνομικός εν ενεργεία, την ημέρα όμως και ώρα εκείνη (24-10-2002-20.15') δεν ήταν σε διατεταγμένη υπηρεσία, μετά την προηγηθείσα παρέμβαση του, που απέτρεψε την ληστεία, από νεαρά εποχούμενα σε δύο δίκυκλες μοτοσυκλέτες, άτομα, μεταξύ των οποίων και το θύμα ..., που ήταν συνεπιβάτης στη μία από αυτές, της οδηγού ΙΧΕ αυτοκινήτου MERCEDES, κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην ανωτέρω μερικώς αναιρεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, στάθμευσε το ΙΧΕ αυτοκίνητο του στην πλατεία της Γλυφάδας με κατεύθυνση προς το εσωτερικό της πλατείας και με το κινητό του τηλέφωνο επικοινώνησε με την άμεση δράση, την οποία ενημέρωσε για το προηγηθέν περιστατικό και γνωστοποίησε το αριθμητικό μέρος της πινακίδας του αριθμού κυκλοφορίας της μιας μοτοσυκλέτας που είχε συγκρατήσει. Ενώ βρισκόταν στο αυτοκίνητο του και μιλούσε στο τηλέφωνο παρατήρησε μέσα στην πλατεία και κοντινή απόσταση δύο από τα τρία νεαρά άτομα που μετείχαν στο προηγηθέν επεισόδιο και επέβαιναν στη μία μοτοσυκλέτα, που ήταν σταθμευμένη, στη θέση δε του συνοδηγού καθόταν το θύμα, να συζητούν μεταξύ τους και να κοιτάζουν προς το μέρος του. Στη συνέχεια το θύμα κατέβηκε απ' αυτήν και κινήθηκε γρήγορα προς το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, από τη δεξιά πλευρά, δηλαδή εκείνη του συνοδηγού, παίρνοντας ταυτόχρονα από το έδαφος μία μεγάλη πέτρα ανώμαλης επιφάνειας, η οποία ζύγιζε 8 κιλά και 100 γραμμάρια, την οποία εκσφενδόνισε με τα δύο χέρια του προς την πλευρά του συνοδηγού, από την οποία, όπως λέχθηκε και κινήθηκε προς το αυτοκίνητο, που σημειωτέον είναι δίθυρο. Η πέτρα προσέκρουσε στην εμπρόσθια δεξιά κολώνα του αυτοκινήτου, έθραυσε τον υαλοπίνακα της δεξιάς πόρτας, έπεσε στο εσωτερικό του οχήματος και στο κάθισμα του συνοδηγού, τραυματίζοντας τον κατηγορούμενο στο δεξιό μηρό και δη του προξένησε μικρό οίδημα με θλάση και υποδόριο αιμάτωμα. Τα ανωτέρω έγιναν πολύ γρήγορα και σε χρόνο που δεν παρείχε την δυνατότητα στον κατηγορούμενο να συνειδητοποιήσει του τι ακριβώς επρόκειτο να επακολουθήσει. Ενώ το θύμα, ακολουθώντας τη φορά ρίψεως της μεγάλης πέτρας ήταν σκυμμένο προς τα εμπρός και κοιτούσε στο εσωτερικό του οχήματος, βρισκόταν δηλαδή το κεφάλι του στο ύψος περίπου του καθημένου κατηγορουμένου, ο τελευταίος, ενώ ακόμη η σε βάρος του με τον ανωτέρω τρόπο εκδηλωθείσα επίθεση ήταν σε εξέλιξη, αφού ο επιτιθέμενος βρισκόταν ακόμη σε πολύ κοντινή απόσταση, πρόσωπο με πρόσωπο με τον κατηγορούμενο και δεν έδωσε σημεία ανακοπής της επιθέσεως η οποία μπορούσε, εν δυνάμει, να συνεχισθεί παντοιοτρόπως (λ.χ. ρίψη άλλου ογκώδους αντικειμένου, χρησιμοποίηση άλλου πρόσφορου μέσου κλπ), εξήγαγε το υπηρεσιακό του πιστόλι από τη θήκη του και κρατώντας το με το δεξιό του χέρι, δηλαδή προς την πλευρά του μόλις θραυσθέντος υαλοπίνακα, πυροβόλησε μία φορά το ευρισκόμενο σε απόσταση που δεν υπερέβαινε τα 5 (3-5) μέτρα θύμα, αφού το στόχευσε στο κεφάλι και το βλήμα το βρήκε στο μέτωπο και του προξένησε κάταγμα προσθίου κρανιακού βόθρου, με πύλη εισόδου του βλήματος στην περιοχή μεσοφρύου, προκαλώντας, κατά την έξοδο του, συντριπτικά κατάγματα του κρανίου στην αριστερή βρεγματική χώρα και βαριές κακώσεις σε δύο λοβούς του εγκεφάλου. Από τα τραύματα αυτά θα έπρεπε, όπως καταθέτει ο διενεργήσας την νεκροψία, ..., να επέλθει ακαριαία ο θάνατος του θύματος και αυτό να πέσει επί του εδάφους επί τόπου, πλην όμως, με δεδομένο ότι επιβίωσε επί τρίωρο, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι δυνατό να έκανε μερικά βήματα προσπαθώντας να ανεβεί στη μηχανή του φίλου του, κάτι που δεν πέτυχε και κατέπεσε επί του εδάφους, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες, σε απόσταση 10-15, περίπου, μέτρων από το αυτοκίνητο όπως τούτο καταδεικνύεται εκ του ότι εκεί βρέθηκε η λίμνη αίματος, που σχηματίσθηκε από την προκληθείσα από το τραύμα αιμορραγία. Η ανωτέρω θέση και στάση του σώματος του θύματος την στιγμή που δέχθηκε τον πυροβολισμό εξηγεί, κατά τον ιατροδικαστή, και το εύρημα ότι η φορά του βλήματος μέχρι το σημείο εισόδου στο κρανίο και η κίνηση του εντός αυτού είναι σε ευθεία γραμμή, κάτι το οποίο αποκλείει την άποψη ότι το θύμα βλήθηκε, αφού είχε ρίψει την πέτρα, ανασηκωθεί και, ενώ απομακρυνόταν, γύρισε να δει το αποτέλεσμα της ενέργειας του αυτής και δέχθηκε το βλήμα ανάμεσα, καθόσον, σε τέτοια περίπτωση, με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος ήταν καθήμενος, και το θύμα πλέον όρθιο, η φορά του βλήματος θα έπρεπε να είναι εκ των κάτω προς τα επάνω. Επίσης ο τρόπος αυτός και ο ως άνω χρόνος (αμέσως μετά τη ρίψη της πέτρας, την θραύση του υαλοπίνακα και την πτώση αυτής στο κάθισμα του συνοδηγού) ρίψεως του πυροβολισμού δικαιολογεί την εκσφενδόνιση του κάλυκα της σφαίρας εκτός του αυτοκινήτου και την εύρεση του σε μικρή απόσταση (τριάντα εκατ. περίπου) από την πίσω δεξιά ρόδα του αυτοκινήτου (εκτινάχθηκε από το θραυσμένο ήδη τζάμι) και καθιστά ήδη αβάσιμη την εκδοχή ότι ο πυροβολισμός ρίχθηκε ταυτόχρονα με την ρίψη της πέτρας, διότι σε τέτοια περίπτωση ο κάλυκας έπρεπε να μείνει εντός του αυτοκινήτου, καθόσον το τζάμι δεν θα είχε ακόμη θραυσθεί, σε κάθε δε περίπτωση θα προσέκρουε στην ογκώδη πέτρα που εισερχόταν από το παράθυρο ή τα θραύσματα του υαλοπίνακα. Το σημείο όπου πέτυχε ο κατηγορούμενος να πλήξει το θύμα καθιστά αβάσιμο τον ισχυρισμό του ότι πυροβόλησε, ενστικτωδώς, έχοντας το χέρι μπροστά στα μάτια του για να προφυλαχθεί, διότι η ευστοχία αυτή, κατά δίδαγμα της κοινής πείρας, δεν είναι αποτέλεσμα τυχαίο, όπως ισχυρίζεται, αλλά προϋποθέτει στόχευση στο σημείο εκείνο, την οποία ως και το απολύτως επιτυχές αποτέλεσμα της, δεν απέκλειε, στον έμπειρο και εκπαιδευμένο στη χρήση του όπλου αστυνομικό, η κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, στην οποία, όπως δέχθηκε, δεσμευτικώς και για το παρόν δικαστήριο, η ανωτέρω απόφαση του Μ.Ο.Ε., περιήλθε αυτός από την αιφνίδια υπερδιέγερση του συναισθήματος φόβου, που του προκάλεσε η επίθεση του θύματος, διότι και ελεύθερο οπτικό πεδίο διέθετε και το θύμα βρισκόταν σε κοντινή απόσταση (σε 40 εκατ. έως 5 μέτρα προσδιορίζει την απόσταση από την οποία ρίχθηκε ο πυροβολισμός ο ιατροδικαστής). Ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος βρισκόταν μεν σε κατάσταση αμύνης, πλην όμως γνώριζε ότι σκοπεύοντας στο κεφάλι το θύμα και πυροβολώντας το από κοντινή ως άνω απόσταση θα το σκότωνε, σε κάθε δε περίπτωση θεωρούσε πολύ ενδεχόμενο ένα τέτοιο αποτέλεσμα και το αποδέχθηκε, ενώ, όπως γνώριζε πολύ καλά, λόγω της ιδιότητας του ως αστυνομικού, μπορούσε να αποκρούσει την συγκεκριμένη επίθεση, μεταχειριζόμενος, όπως και είχε διδαχθεί και εκπαιδευθεί να κάνει, αρχικά απλά μέτρα εκφοβισμού (επίκληση της ιδιότητας του και πυροβολισμός στον αέρα) και αν δεν απέδιδαν τα μέτρα αυτά, να μεταχειρισθεί ηπιότερα μέσα προσβολής (πυροβολισμός στα πόδια ή στα χέρια), οπότε τραυματίζοντας τον επιτιθέμενο θα επιτύγχανε να τον εξουδετερώσει και να ανακόψει την επίθεση. Γνώριζε λοιπόν ότι χρησιμοποιώντας, για απόκρουση της κατά τα ανωτέρω εκδηλωθείσας επίθεσης, τον τρόπο που αναφέρθηκε υπερέβαινε τα όρια της αναγκαίας προς τούτο άμυνας, όπως τα στοιχεία του αναγκαίου μέτρου αυτής καθορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 22 πα.3 ΠΚ. Η υπέρβαση δε των ορίων της αναγκαία άμυνας προς απόκρουση της συγκεκριμένης και με τον ανωτέρω τρόπο εκδηλωθείσης επίθεσης δεν μπορεί να αποδοθεί σε φόβο και ταραχή που προκάλεσε στον κατηγορούμενο η επίθεση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός, διότι η ιδιότητα του ως έμπειρου και εκπαιδευμένου μάλιστα στην άμυνα χωρίς όπλα και στην αντιμετώπιση παρομοίων καταστάσεων, αστυνομικού, είναι ασυμβίβαστη με την πρόκληση τέτοιου φόβου και ταραχής που δεν του επέτρεπε να αντιληφθεί και συνειδητοποιήσει ότι, στοχεύοντας στο πολύ ευαίσθητο και πρόσφορο για πρόκληση θανατηφόρου αποτελέσματος εκείνο σημείο (κεφάλι) και πυροβολώντας από την προαναφερθείσα κοντινή απόσταση τον επιτιθέμενο υπερβαίνει την αναγκαία απόκρουση της συγκεκριμένης επιθέσεως άμυνα, τόσο περισσότερο καθόσον είχε διδαχθεί και γνώριζε τον ενδεδειγμένο τρόπο αποκρούσεως επιθέσεων και εξουδετερώσεως του επιτιθέμενου, που έπρεπε να ακολουθήσει ως αστυνομικός, ο οποίος βέβαια δεν είναι η θανάτωση με πυροβολισμό ανάμεσα στα μάτια από την κοντινή απόσταση των 3-5 περίπου μέτρων. Ούτε βέβαια δύναται να γίνει λόγος για υπέρβαση των ορίων της αναγκαίας για απόκρουση της συγκεκριμένης επιθέσεως άμυνας από αμέλεια, αφού το ως άνω αποτέλεσμα του επιλεγέντος τρόπου απαντήσεως στην επίθεση του θύματος δεν μπορεί να αποδοθεί σε έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει και σε αδυναμία προβλέψεως της επελεύσεως του, από τον κατηγορούμενο, αλλ' αντιθέτως αυτός γνώριζε, άλλως θεωρούσε πολύ ενδεχόμενο και το αποδέχθηκε το θανατηφόρο για τον επιτιθέμενο αποτέλεσμα του τρόπου που επέλεξε για να αμυνθεί και κατ' ακολουθίαν ότι έτσι υπερέβαινε τα όρια της αναγκαίας στην συγκεκριμένη περίπτωση, προς απόκρουση της επιθέσεως, άμυνας. Κατ' ακολουθία τούτων, κατά την πλειοψηφίσασα γνώμη του Δικαστηρίου, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, όπως τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία αυτής εξειδικεύονται υπό στοιχείο Ά στο διατακτικό της 230,231,258,264και 265/2006 αποφάσεως του Α' Μ.Ο.Ε. Αθηνών, με τις αναφερόμενες στο διατακτικό της παρούσας διαφοροποιήσεις, την τέλεσε ο κατηγορούμενος καθ' υπέρβαση, από πρόθεση, των ορίων της αναγκαίας προς απόκρουση της επιθέσεως του θύματος άμυνας". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, με βάση τα οποία πείστηκε ότι ο αναίρεσε ίων υπερέβη, από πρόθεση, τα όρια της αναγκαίας άμυνας προς απόκρουση της επιθέσεως του θύματος, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 23 και 299&2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση. Με το μοναδικό λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλει τις αιτιάσεις ότι το δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι "ο φόβος του δράστη ανθρωποκτονίας, ως συναισθήματος, η αιφνίδια υπερδιέγερση του οποίου, από οποιαδήποτε αιτία, μπορεί να δημιουργήσει την κατά νόμο κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής... είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό από τον φόβο και την ταραχή που αναφέρεται ρητά στη διάταξη του άρθρου 23 εδάφιο τελευταίο του ΠΚ και προκάλεσε στο δράστη αποκλειστικά και μόνον η επίθεση που δέχθηκε από το θύμα και τα οποία αποτέλεσαν την αιτία της υπέρβασης των ορίων της άμυνας, κατάσταση η οποία οδηγεί σε πλήρη ατιμωρησία του ενόχου της καθ υπέρβαση των ορίων της άμυνας τελεσθείσης ανθρωποκτονίας", καθώς και ότι "διαφορετικά πραγματικά περιστατικά και συναισθηματικές καταστάσεις ως και συνδρομή προϋποθέσεων ερευνώνται σε εκάστη των ανωτέρω δύο περιπτώσεων (βρασμός ψυχικής ορμής και υπέρβαση ορίων άμυνας από φόβο και ταραχή), σε τρόπο ώστε η κρίση επί της πρώτης να μην έχει δεσμευτικό χαρακτήρα για τη δεύτερη", καθόσον: α) εκτός από την πεποίθηση του ως άνω Δικαστηρίου μεταξύ δήθεν της διαφοράς του φόβου και της ταραχής που αποκλείει τη σκέψη στο βρασμό ψυχικής ορμής, δεν αναφέρονται πουθενά οι διαφορές μεταξύ τους, ούτε τα διαφορετικά περιστατικά, ούτε οι διαφορετικές συναισθηματικές καταστάσεις που θα δικαιολογούσαν την ορθότητα της ανωτέρω νομικής ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 23&2 και 299&2 του ΠΚ " και β) αφού είχε δεχθεί το Δικαστήριο ότι αμετακλήτως είχε κριθεί με την προηγούμενη μερικώς αναιρεθείσα απόφαση του (230,231,258,264 και 265/2006), ότι η κατάσταση του βρασμού ψυχικής ορμής συνέτρεχε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου κατά την στιγμή που πυροβόλησε εναντίον του θύματος με το πιστόλι του, αυτό σημαίνει ότι τη στιγμή του πυροβολισμού είχε αποκλεισθεί η σκέψη του, λόγω του αιφνίδιου συναισθήματος του φόβου και της ταραχής που ένοιωσε από την επίθεση του με την πέτρα, και δεν μπορούσε, επομένως, να σταθμίσει τις πράξεις του, είναι εντελώς αντιφατικό και αντίθετο προς τους κανόνες της λογικής να υποστηρίζεται από το Δικαστήριο ότι δήθεν "στόχευε προς το κεφάλι του θύματος" και ότι "γνώριζε ότι σκοπεύοντας στο κεφάλι θα το σκότωνα, σε κάθε δε περίπτωση θεωρούσε πολύ ενδεχόμενο ένα τέτοιο αποτέλεσμα και το αποδέχθηκε...". Επιπλέον ο βρασμός ψυχικής ορμής αποκλείει και τον ενδεχόμενο δόλο, διότι ο ευρισκόμενος στην κατάσταση αυτή δεν μπορεί να σταθμίσει καθόλου τα αίτια που κινούν την πράξη του και συνεπώς ούτε και να αποδεχθεί ή να απορρίψει το ενδεχόμενο να λάβει χώρα η συνέπεια της πράξης του. Συνεπώς ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων ήταν αδύνατο να προβεί σε ηθελημένη ενέργεια, όπως εκείνη της στόχευσης στο κεφάλι του θύματος, ούτε και να σταθμίσει τις συνέπειες της πράξης του, ώστε να τις αποδεχθεί στη συνέχεια ή να τις απορρίψει. Κατ' ακολουθίαν και κατά ορθήν ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 23 &2 του ΠΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 299&2 του ΠΚ εκείνος που τελεί ανθρωποκτονία σε βρασμό ψυχικής ορμής και παράλληλα βρίσκεται σε κατάσταση άμυνας, όταν η αιτία πρόκλησης του βρασμού είναι ο ίδιος ο φόβος και η ίδια ταραχή που του προκλήθηκε από την άδικη σε βάρος του επίθεση από το θύμα και ταυτόχρονα γίνει δεκτό ότι υπερέβη τα όρια της άμυνας, είναι δεδομένο ότι τα υπερέβη από το φόβο και την ταραχή, που του προκάλεσε την κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες γιατί οι παραπάνω παραδοχές της απόφασης δεν είναι λανθασμένες. Ειδικότερα δεν ταυτίζεται εννοιολογικά η κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, εξ αιτίας της αιφνίδιας και απότομης υπερδιέγερσης κάποιου συναισθήματος ή πάθους, η οποία φθάνει σε τέτοια ψυχική κατάσταση, που αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή, τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που κινούν στην τέλεση της πράξεως ή απωθούν από την τέλεση της, με εκείνη της υπερβάσεως των ορίων της άμυνας, που οφείλεται στο φόβο ή την ταραχή του δράστη από την εναντίον του επίθεση του θύματος, καθόσον στην πρώτη περίπτωση δεν στερείται ο δράστης της ικανότητας προς καταλογισμό, ούτε έχει μειωμένη την ικανότητα αυτή, ενώ στη δεύτερη περίπτωση ελλείπει στο πρόσωπο του δράστη ο καταλογισμός εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που του προκάλεσε η εναντίον του επίθεση του θύματος. Εξάλλου στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να δεχθεί τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος τόσο της καταστάσεως βρασμού ψυχικής ορμής κατά τη στιγμή που πυροβόλησε εναντίον του θύματος με το πιστόλι του, όσο και της υπερβάσεως του αναγκαίου μέτρου της άμυνας, γιατί διαφορετικά θα δυσχέρανε ανεπιτρέπτως τη θέση του και θα καθιστούσε την προσβαλλομένη απόφαση του αναιρετέα, για υπέρβαση εξουσίας, λαμβανομένου υπόψη ότι την μεν κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής είχε δεχθεί ήδη αμετακλήτως το ίδιο δικαστήριο με την προηγούμενη μερικώς αναιρεθείσα με αριθμό 230, 231, 258, 264 και 265/2006 απόφαση του, την δε υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου της άμυνας, είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς ως προς το κεφάλαιο αυτό να προσβληθεί η πρωτόδικη απόφαση με έφεση από τον Εισαγγελέα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-9-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 372/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.- Και. Καταδικάζει τον αναίρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από πρόθεση, σε βρασμό ψυχικής ορμής. Υπέρβαση ορίων άμυνας από πρόθεση. Προϋποθέσεις θεμελίωσης του αντίστοιχου αυτοτελούς ισχυρισμού. Απορρίπτει αίτηση.
Ισχυρισμός αυτοτελής
Ισχυρισμός αυτοτελής, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Άμυνα.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1003/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη Aντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 99/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1057/2008. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού με αριθμό 416/29-8-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 26-5-2008 αίτηση αναιρέσεως της ... κατά της υπ'αριθμ. 99/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, εκθέτω τα εξής: Εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 3 και 474 ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία προς άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, διά δηλώσεως στον γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε, είναι δεκαήμερη από της νομίμου επιδόσεώς της στον έχοντας γνωστή διαμονή στην ημεδαπή δικαιούμενο σε αναίρεση, που ήταν απών κατά την απαγγελία της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς όμως να αρχίζη η προθεσμία αυτή πριν από την καταχώρηση της τελεσιδίκου αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων, που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ το ένδικο μέσο που ασκήθηκε εκπροθέσμως απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Τότε μόνο συγχωρείται εκπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσομένη έκθεση ασκήσεώς της γίνεται επίκληση περιστατικών συνιστώντων ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά (ΑΠ 836/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/36). Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει εκ της επισκοπήσεως των εγγράφων της δικογραφίας, προς έλεγχο του παραδεκτού της ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως, η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, απορρίψασα ως ανυποστήρικτη την έφεση της αναιρεσειούσης κατηγορουμένης κατά της υπ'αριθμ. 444/1999 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας, κατεχωρήθη καθαρογραφημένη στο κατ'άρθρ. 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικό βιβλίο την 6-3-2003 και επεδόθη νομίμως στην αναιρεσείουσα την 23-4-2003 (βλ. σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως). Όμως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ησκήθη, διά δηλώσεως στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Κερκύρας, την 26-5-2008. Δηλαδή ησκήθη μετά την παρέλευση της ως άνω δεκαημέρου προθεσμίας, η δε αναιρεσείουσα ουδέν περιστατικό ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου, επεκαλέσθη. Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, εκπροθέσμως ασκηθείσα, να απορριφθή ως απαράδεκτη και να καταδικασθή η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, συμφώνως προς το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ. Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω Να απορριφθή η από 26-5-2008 αίτηση αναιρέσεως της ..., κατά της υπ'αριθμ. 99/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας. Να καταδικασθή η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 26 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 3 και 474 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, συνάγεται ότι η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε, είναι δεκαήμερη και αρχίζει από τη δημοσίευση με παρόντα τον δικαιούχο, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία αυτή πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη και καταδικάζεται ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα ... καταδικάστηκε με την 444/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 1500 δραχμές ημερησίως, για το αδίκημα της απλής συνέργειας σε παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών. Κατά ης αποφάσεως αυτής άσκησε την 24/1994 έφεση της. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως η εκκαλούσα δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η 99/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη. Η εφετειακή απόφαση καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 6 Μαρτίου 2003 (βλ. σχετική βεβαίωση της αρμοδίας Γραμματέως επί της αποφάσεως) και επιδόθηκε νομίμως στην αναιρεσείουσα στις 23 Απριλίου 2003 (βλ. το από ... αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος...). Όμως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση στον Γραμματέα του Εφετείου Κέρκυρας στις 26 Μαΐου 2008, δηλαδή μετά την παρέλευση της ως άνω δεκαήμερης προθεσμίας, χωρίς η αναιρεσείουσα να επικαλεσθεί λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση του ως άνω ένδικου μέσου. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας στην αναιρεσείουσα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 4/2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης ..., κατά της 99/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κέρκυρας. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009 Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 983/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Μωραΐτου, περί αναιρέσεως της 21776/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 23 Φεβρουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 12/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εγκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών -κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βία, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως, της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του Κ.Π.Δ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 21776/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος - κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμό 76451/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για την παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1-2 του Α.Ν. 86/1967, σε συνολική ποινή φυλάκισης 26 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Από τη σχετική υπ' αριθμό 991/22-01-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ... προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλει με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, ότι "την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι δεν έλαβε γνώση τόσο του κλητηρίου θεσπίσματος, όσο και την ερήμην του απόφαση, εφόσον είχε αποχωρήσει από τη μισθωθείσα επαγγελματική στέγη επί της ...". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώσεως από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως, περιοριζόμενος στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Δεν απεδείχθη ότι ο εκκαλών δήλωσε αλλαγή διεύθυνσης στο ΙΚΑ ή στον Εισαγγελέα παρόλο ότι γνώριζε τις δικαστικές προστριβές του με το ΙΚΑ και τις οφειλές του προς αυτό. Η αποβολή του από το μίσθιο κατάστημα, είναι μεταγενέστερη της επίδοσης στη διεύθυνση της επιχείρησης του ... του κλητηρίου θεσπίσματος και παρόλα αυτά ουδείς το παραλαμβάνει. Στην ίδια διεύθυνση στις 7-6-2006 επιδίδεται δια θυροκολλήσεως και η εκκαλουμένη απόφαση". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του (... και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του, που αναφέρεται στη μήνυση ως τελευταία γνωστή κατοικία του, στην οδό ..., και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτός διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο, ενώ με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, απέρριψε επίσης, εκ περισσού, και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής ανώτερης βίας. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ,, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-12-2008 αίτηση του ..., και τους επ' αυτής από 23-2-2009 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμό 21776/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης αποφάσεως που απέρριψε την έφεση, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού, ότι ήταν γνωστής διαμονής. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και πρόσθετους λόγους.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 981/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1913/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ...... . Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1948/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 45/25.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ'άρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 199/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ......, κατά του υπ'αριθμ. 1913/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αριθμ. 230/14-5-08 έφεσή του κατά του υπ'αριθμ. 1095/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακ/των) για τις αξιόποινες πράξεις: α) Απάτη, τετελεσμένη και σε απόπειρα, κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και β) χρήση πλαστού εγγράφου κατ'εξακολούθηση. Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, από δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 § 1, 474 και 482 § § 1,3 Κ.Π.Δ., με τη δήλωση του αναιρεσείοντα στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η προαναφερθείσα υπ'αριθμ. 199/4-12-2008 έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί στον κατηγορούμενο στις 24-11-2008. Είναι, κατά συνέπεια, τυπικά δεκτή. Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας και την αρνητική υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 482 § ια, 484 § 1 στοιχ. δ'και στ' Κ.Π.Δ. σε συνδ. με άρθρ. 32 § 4 και 139 Κ.Π.Δ.), (βλ. αίτηση). Γ) 'Ελλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο, για την πράξη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Δ) Αρνητική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν αποφανθεί για κάποια πράξη για την οποία έχει ασκηθεί δίωξη (ΑΠ 1680/87 Ποιν.Χρ. ΛΗ'273). Ε) Εξ άλλου, εφ'όσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναιρέσεως ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (ΑΠ 1457/2000, ΑΠ 591/2001). ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει, κατ'είδος, όλα τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπ'όψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ είναι αδελφός του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ και από το έτος 1975 είχε εγκατασταθεί μονίμως στην ...... . Την 8-11-1987 απεβίωσε ο πατέρας τους Α ο οποίος άφησε μεγάλη ακίνητη περιουσία. Μετά το θάνατο του οι λοιποί, πλην του εγκαλούντος, κληρονόμοι του εμφάνισαν την από 22-9-1972 ιδιόγραφη διαθήκη του η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 648/3-6-1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το έτος 2001 ο εγκαλών επέστρεψε στην Ελλάδα, πληροφορήθηκε την ύπαρξη της διαθήκης και αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπογραφής του πατέρα τους σ' αυτή. Για το λόγο αυτόν απευθύνθηκε στον γραφολόγο ...... ο οποίος, με την από 17-10-2001 έκθεση του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επί της διαθήκης υπογραφή του Α είναι πλαστή και όχι γνήσια. Παράλληλα, ο εγκαλών διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος είχε εγείρει αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή για ακίνητα που ανήκαν στην κληρονομιά, κατά της ήδη αποβιωσάσης αδελφής τους και της επίσης αποβιωσάσης μητέρα τους, με προσυμφωνημένη την ερημοδικία των εναγομένων, ώστε να καταστεί κύριος των ακινήτων αυτών δήθεν λόγω εκτάκτου χρησικτησίας. Άρχισε έτσι μεταξύ τους σφοδρή αντιδικία και ο εγκαλών υπέβαλε εγκλήσεις κατά του κατηγορουμένου, μεταξύ άλλων και για την κατάρτιση της πλαστής διαθήκης η οποία όμως απερρίφθη, με την υπ' αριθμ. Γ26/2005 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, επειδή είχε επαλειφθεί το αξιόποινο με παραγραφή, ενώ επί άλλης έγκλησης του για άλλες συναφείς πράξεις εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 474/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και, κατόπιν εφέσεων που άσκησαν οι διάδικοι, το υπ' αριθμ. 1754/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε για την υπό κρίση υπόθεση, διατάχθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη για να διακριβωθεί η γνησιότητα ή μη της ως άνω διαθήκης και ο διενεργήσας αυτή γραφολόγος ......, με την από 25-1-2007 έκθεση του αποφάνθηκε ότι η υπογραφή που έχει τεθεί στο έγγραφο αυτό δεν είναι γνήσια αλλά ετέθη από τρίτον κατ' απομίμηση της υπογραφής του Α. Ας σημειωθεί ότι το ίδιο συμπέρασμα διατύπωσε στην από 6-2-2007 έκθεση της και η γραφολόγος ......, η οποία ορίσθηκε από τον εγκαλούντα. Επίσης κατά την κυρία ανάκριση διατάχθηκε και διενεργήθηκε πραγματογνωμοσύνη για τον καθορισμό της αξίας των επιδίκων ακινήτων. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε μεγάλο όφελος από το περιεχόμενο της ανωτέρω πλαστής διαθήκης, με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος αδελφού του και εν γνώσει τελώντας του γεγονότος ότι αυτή δεν ήταν γνήσια, την χρησιμοποίησε και προέβη σε σειρά πωλήσεων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και στις ακόλουθες οι οποίες διαλαμβάνονται στην παρούσα κατηγορία: Την 19-12-2003 την προσκόμισε στη συμβολαιογράφο Κρωπίας Ελένη Στεργίου ενώπιον της οποίας δήλωσε ότι αποδέχεται την κληρονομία του πατέρα του και έτσι συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ...... πράξη αποδοχής κληρονομιάς για δύο αγρούς, έκτασης 518,67 τ.μ. και 215,92 τ.μ. αντιστοίχως, που ευρίσκονται στη θέση "......" της περιφέρειας ...... . Ακολούθως, την 22-12-2003 με τη χρήση και πάλι της πλαστής διαθήκης ενώπιον της ιδίας συμβολαιογράφου μεταβίβασε, με πώληση, για την οποία συντάχθηκε το υπ' αριθμ. 7235/...... συμβόλαιο, τους ανωτέρω δύο αγρούς στον τρίτο Β, αποκομίζοντας έτσι παράνομο όφελος τουλάχιστον 20.063 ευρώ με αντίστοιχη βλάβη του εγκαλούντος στον οποίο ανήκαν τα πωληθέντα ακίνητα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Την 31-3-2005 ο κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον Γ και στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ευαγγελία Τάμπα ότι ο ίδιος είχε στην αποκλειστική του κυριότητα, νομή και κατοχή ένα οικόπεδο έκτασης 950,06 τ.μ. που ευρίσκεται στη θέση "......", το οποίο δήθεν είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος αυτό αδιαλείπτως από το έτος 1960 και έτσι έπεισε τον πρώτο να το αγοράσει και τη δεύτερη να καταρτίσει το υπ' αριθμ. ...... συμβόλαιο μεταβίβασης, ενώ η αλήθεια είναι ότι το ακίνητο αυτό περιλαμβανόταν στην κληρονομιά της μητέρας του Δ, η οποία μέχρι το θάνατο της, την 26-11-2004 ήταν αποκλειστικά κυρία αυτού και ασκούσε τη νομή αδιαλείπτως, μετά δε το θάνατο της περιήλθε κατ' ισομοιρία στους κληρονόμους της και, επομένως, κατά το ένα τρίτο εξ αδιαιρέτου στον εγκαλούντα, με αποτέλεσμα να ωφεληθεί παρανόμως κατά το ποσό των 81.004 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος. Τέλος, την 25-7-2005, ο κατηγορούμενος με την επίκληση της ανωτέρω πλαστής διαθήκης και με την ψευδή παράσταση ότι δήθεν ήταν αποκλειστικά κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου, έκτασης 2.000 τ.μ., το οποίο ευρίσκεται στα ......, στη θέση "......", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου, ενώ η αλήθεια είναι ότι το ακίνητο αυτό περιλαμβανόταν στην κληρονομιά του πατέρα του Α και, επομένως, είχε περιέλθει σ' αυτόν μόνον κατά το ένα τρίτο εξ αδιαιρέτου, επεχείρησε να το πωλήσει και προέβη σε διαπραγματεύσεις με διαφόρους ενδιαφερομένους, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του, καθ' όσον δεν επήλθε σχετική συμφωνία. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθώς παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο με το πρωτόδικο βούλευμα, το οποίο και επικύρωσε. Ζ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος ο κατηγορούμενος, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13γ', στ', 14, 18, 26 § ια, 27, 42 § 1, 51, 52, 60, 94 § 1, 98, 216 § § 2-1, 386 § § 1, 3α Π.Κ., ενώ δεν παρέλειψε να αποφανθεί για κάποια πράξη, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Επομένως είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις που προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα. ΕΙΔΙΚΩΤΕΡΑ Ι) Η αιτιολογία του βουλεύματος είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αν αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη (Ολ. Α.Π. 1227/79 Ποιν.Χρ.Λ'53, Α.Π. 1151/2006 Ποιν. Χρ. ΝΖ' 33). ΙΙ) Είναι απαράδεκτη η αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν εκτίμησε δεόντως ουσιαστικά, κατά την άποψη τοy αναιρεσείοντα, έγγραφα και συγκεκριμένα χειρόγραφα γράμματα του θανόντα και δεν αξιοποίησε τα υπ'αριθμ. 474/2005 και 1754/2005 βουλεύματα των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών και Εφετών, αντιστοίχως, τα οποία οδηγούν ευθέως, κατά την κρίσην του αναιρεσείοντα και πάλι, σε αθωωτική πρόταση (βλ. αναιρετήριο), καθ'ότι άπτεται της ουσιαστικής και ανέλεγκτης κρίσης του συμβουλίου. ΙΙΙ) Με βάση τα παραπάνω είναι ουσιαστικά αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 199/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ......, κατά του υπ'αριθμ. 1913/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του παραπάνω αναιρεσείοντα. Αθήνα 30 Δεκεμβρίου 2008 Ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά βασική δικονομική αρχή, που προκύπτει από το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ, προ πάσης έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας ή μη των λόγων ασκήσεως του ενδίκου μέσου, πρέπει να έχει ασκηθεί αυτό με τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, διότι άλλως τούτο είναι και πρέπει να κηρυχθεί χωρίς άλλο και αυτεπαγγέλτως απαράδεκτο, αφού η τήρηση των διατυπώσεων του νόμου εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον (ασφάλεια δικαίου κλπ) με συνέπεια, εάν δεν τηρηθούν και το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο δεν κηρύξει το ένδικο μέσο απαράδεκτο, η σχετική απόφαση ή το βούλευμα υποπίπτουν σε υπέρβαση εξουσίας (484 παρ.1 περ. στ, 510 παρ. 1 περ. Η του Κ.Π.Δ). Μεταξύ δε των διατάξεων που καθιερώνουν τέτοια προϋπόθεση, είναι και η παρ. 2 του άρθρου 474 Κ.Π.Δ. κατά την οποία "Στην έκθεση (ασκήσεως του ενδίκου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Η διάταξη αυτή καθιερώνει επιτακτικό κανόνα που ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα, διότι συνάπτεται με τη φύση και το σκοπό κάθε ενδίκου μέσου και δη ποιό ή ποιά τα παράπονα του ασκούντος αυτό, πόσο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο-συμβούλιο, αφού η έκθεση αποτελεί το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης για το ένδικο μέσο. Έτσι, στην έκθεση αναίρεσης, πρέπει να περιέχονται κατά τρόπον σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, έτσι, ώστε να μπορούν να καταστούν αντικείμενο δικαστικής εκτιμήσεως από τον Άρειο Πάγο, διαφορετικά η αναίρεση είναι χωρίς άλλη έρευνα απαράδεκτη. Μάλιστα δε, στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για αυτεπάγγελτη έρευνα των λόγων αναιρέσεως (άρθρο 484 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ), αφού η έρευνα αυτή προϋποθέτει ότι η έκθεση αναίρεσης έχει τουλάχιστον έναν λόγο σαφή και ορισμένο και παραδεκτό κατά νόμο. Όπως δε είναι γνωστό οι λόγοι αναιρέσεως κατά βουλευμάτων (αλλά και κατά αποφάσεων) ορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 484 Κ.Π.Δ. Μεταξύ αυτών δεν είναι η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, λαμβανομένου υπόψη, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του βουλεύματος, ως και την τήρηση ορισμένων δικονομικών διατάξεων, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών για τα οποία κρίνει κυριαρχικά το οικείο συμβούλιο. Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη με αριθμό 199/4-12-2008, έκθεση αναιρέσεως, πλήττεται το υπ' αριθμό 1913/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία, η από 14-5-2008 έφεσή του, κατά του υπ' αριθμό 1095/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ο ήδη αναιρεσείων παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για τις πράξεις α) της κακουργηματικής απάτης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και β) της χρήσεως πλαστού εγγράφου, κατ' εξακολούθηση. Προς θεμελίωση δε της κρινόμενης με αριθμό 199/4-12-2008 αιτήσεώς του, επικαλείται κατά λέξη και πιστή αντιγραφή από την έκθεση αναιρέσεως τα παρακάτω: "1. διότι αυτό, στερείται ιδίας και αυτοτελούς ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που νόμω επιβάλλεται, πολλαπλής αιτιάσεως, 2) δι' αρνητικήν υπέρβασιν εξουσίας, ήτοι δια παράβασιν των άρθρων 482 παρ.1α, 484 παρ.1δ, και στ. του Κ.Π.Δ, εν συνδυασμό με 32 παρ.2 και 139 Κ.Π.Δ. Ειδικώτερα: Το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει ουδόλως, ουδεμίαν αιτιολογίαν. Αναφέρεται εξ' ολοκλήρου εις την Εισαγγελικήν πρότασιν, ήτις και αυτή, εξ' επόψεως αιτιολογίας είναι ελλειπεστάτη. Κυριότατα όμως παρορά ανεπιτρέπτως και μη συννόμως τα σοβαρά και σπουδαία, γνήσια έγγραφα, τα, κατά την κυρία ανάκρισιν, προσκομισθέντα, τα οποία θεμελιώνουν αρκούντως και ευπρεπώς και οδηγούν ευθέως εις αθωωτικήν πρότασιν. Ταύτα τα έγγραφα (ιδίως χειρόγραφα γράμματα του θανόντος πατρός προ του εγκαλούντα-μηνυτή) ουδόλως αξιοποιήθηκαν και κυρίως και ουδόλως αξιολογικώς εκτιμήθηκαν από τον προτείνοντα Εισαγγελέα προς συναγωγήν συμπερασμάτων περί υπάρξεως ή μη επαρκών ενδείξεων δια την κακουργηματικήν (και όχι μόνον) παραπομπήν μου. Ουδέ αξιοποίησε τα υπ' αριθμό 474/2005 και 1754/2005 βουλεύματα των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών και Εφετών αντιστοίχως. Εξ' ετέρου το προσβαλλόμενο βούλευμα, υπερέβη αρνητικώς την εξουσίαν του, καθόσον (δια της εισαγγελικής προτάσεως, ελλειπούσης της ιδίας και αυτοτελούς αιτιολογίας) ανεζήτησε ανεπιτρέπτως πλήρεις αποδείξεις, θεωρώντας μάλιστα την πλαστογραφία της διαθήκης δεδομένη, και εντεύθεν την γνώσιν δια την χρήσιν πλαστού. Τούτου ένεκεν και υπέπεσεν εις την πλημμέλειαν της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας κατ' άρθρον 484 παρ.1 στοιχ. ΣΤ. Επειδή κατά ταύτα το προσβαλλόμενον βούλευμα είναι πολλαπλώς αναιρετέο, δεκτής γενομένης της αναιρέσεώς μου". Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση του δικογράφου της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα με σαφήνεια και πληρότητα τις πλημμέλειες του προσβαλλόμενου βουλεύματος, και ειδικότερα σε τι συνίστανται οι ελλείψεις, ως προς την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των παραδοχών του, καθώς και τις πλημμέλειες ως προς τη μη ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ενόψει, όμως, των ανωτέρω, λόγω της πρόδηλης αοριστίας των προβαλλόμενων με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση, λόγων αναιρέσεως, α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, και γ) της υπερβάσεως εξουσίας, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως η οποία, ναι μεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα (473 παρ. 1 εδ. τελ. Κ.Π.Δ.) και κατά βουλεύματος που υπόκειται σ' αυτήν ( άρθρο 482 ΚΠΔ), πλην, όμως, δεν περιέχει κανένα λόγο αναιρέσεως, από αυτούς που ορίζει περιοριστικά το άρθρο 484 Κ.Ποιν.Δ, και εντεύθεν είναι απαράδεκτη. Μετά από αυτά, το Συμβούλιο τούτο, αποφαίνεται, ότι πρέπει να απόσχει από την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, για να προσέλθει ενώπιον του ως άνω Συμβουλίου, και να εκθέσει τις απόψεις του, σύμφωνα με το άρθρο 476 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί, επί της από 4 Δεκεμβρίου 2008 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ......, κατά του υπ' αριθ. 1913/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον του Συμβουλίου αυτού και εκθέσει τις απόψεις του. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση κατά βουλεύματος, που απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση κατά του πρωτόδικου βουλεύματος. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αναιρέσεως (484 ΚΠΔ). Ανυπαρξία λόγων αναιρέσεως, λόγω αοριστίας. Απέχει το Συμβούλιο, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων και προσέλθει στο Συμβούλιο τούτο (476 ΚΠΔ).
Αποχή αποφάσεως
Αποχή αποφάσεως.
2
Αριθμός 978/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλεξανδρή, για αναίρεση της 56244/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως ως και στο από 13 Φεβρουαρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 755/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, απαιτούνται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του Α.Κ, προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον, δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή του συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού, που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα αυτό είναι έγκλημα διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη της βλάβης, αφού η υπεξαγωγή είναι έγκλημα διακινδύνευσης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή, είτε υλική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο ή και απλώς ηθική. Εξάλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 περ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, δέχθηκε κατά την επικρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη της πλειοψηφίας ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι ο κατηγορούμενος είναι καθηγητής στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής του εργαστηρίου μοριακής βιολογίας του ως άνω Πανεπιστημίου και ο μηνυτής καθηγητής του ιδίου ως άνω Πανεπιστημίου και διευθυντής του εργαστηρίου γενετικής. Τα δύο ως άνω εργαστήρια στεγάζονται στο ίδιο ως άνω Πανεπιστημιακό χώρο. Οι σχέσεις κατηγορουμένου και μηνυτή ήταν πολύ κακές και ειδικότερα ο μηνυτής είχε προσφύγει στο ΣτΕ κατά της προαγωγής του κατηγορουμένου στη θέση του τακτικού καθηγητή και υπήρχε μεταξύ τους ανταλλαγή μηνύσεων που καθιστούσε αδύνατη την οποιαδήποτε συνεργασία μεταξύ τους, ακόμη και αυτή την απλή, συνομιλία. Την 25.4.2002 απεστάλη μέσω courier προς τον μηνυτή ένας φάκελος που περιείχε τέσσερα σακουλάκια με σπόρους και τα σχετικά έγγραφα ήτοι την με αριθμό ...... φορτωτική της EXPRESS FLY και κλειστό φάκελο προερχόμενο από τον Οργανισμό Βάμβακος βάσει των οποίων θα έπρεπε το εργαστήριο γενετικής, το οποίο όπως προελέχθη διεύθυνε ο μηνυτής, να εξετάσει προκειμένου να ερευνηθεί αν οι σπόροι για την σπορά βαμβακιού είναι γενετικά τροποποιημένοι. Επειδή εκείνη την ημέρα απουσίαζε ο μηνυτής, τον εν λόγω φάκελο με τα σχετικά έγγραφα και τα τέσσερα σακουλάκια με σπόρους παρέλαβε ο κατηγορούμενος, αφού υπέγραψε τη σχετική απόδειξη παραλαβής ήτοι την ως άνω φορτωτική και στη συνέχεια δεν απέδωσε τα ως άνω έγγραφα στον μηνυτή προκειμένου να εξετάσει αυτά στο εργαστήριο του, δεδομένου μάλιστα ότι το έγγραφο μεταφοράς (φορτωτική) ανέγραφε ότι πρέπει να παραδοθεί στο εργαστήριο Γενετικής, υπόψη του Ψ1 (μηνυτή). Στη συνέχεια ο μηνυτής οχλήθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία, η οποία διαμαρτυρήθηκε για ποιο λόγο δεν είχε ολοκληρωθεί η εξέταση των σπόρων βαμβακιού. Τότε ο μηνυτής, αφού διερεύνησε το θέμα, διαπίστωσε ότι τα παραπάνω έγγραφα, παρέλαβε ο κατηγορούμενος, ο οποίος διενήργησε τη σχετική εξέταση στο εργαστήριο μοριακής βιολογίας στο οποίο προΐσταται και απέστειλε το αποτέλεσμα στον Οργανισμό Βάμβακος μαζί με την εξέταση άλλων οκτώ σπόρων βάμβακος. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει: 1) ότι ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του τον φάκελο με τα τέσσερα σακουλάκια που περιείχαν σπόρους βαμβακιού, στο εξωτερικό των οποίων υπήρχε ένας κωδικός που χρησίμευε για την ταυτοποίηση του σπόρου, τα σχετικά έγγραφα που ανέφεραν την ιδιότητα των σπόρων και στα οποία εζητείτο η εργαστηριακή εξέταση τους και τα οποία είναι έγγραφα κατά την έννοια του νόμου αφού προορίζονται για να αποδείξουν γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ήτοι την παράδοση των σπόρων στον μηνυτή, τον προσδιορισμό τους και αίτημα για εργαστηριακή εξέταση και αποστολή της απάντησης στον ενδιαφερόμενο και μάλιστα σε εύλογο χρόνο καθόσον η περίοδος του Μαΐου είναι ο χρόνος σποράς του βαμβακιού, 2) απέκρυψε τα έγγραφα αυτά από τον μηνυτή με αποτέλεσμα να μη εξετάσει εργαστηριακά τους ως άνω σπόρους ο μηνυτής, 3) δεν είναι κύριος των εγγράφων αυτών, αφού τα έγγραφα αυτά στάλθηκαν προς τον μηνυτή (υπόψη κ. Ψ1) και 4) ενήργησε με σκοπό να βλάψει τον μηνυτή. Ειδικότερα ο σκοπός βλάβης του κατηγορουμένου προκύπτει από τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: 1) Ο κατηγορούμενος αν και είχε πολύ κακές σχέσεις με τον μηνυτή κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα (δεν αντάλλασσαν ούτε κουβέντα), παρά ταύτα παρέλαβε τα επίδικα έγγραφα αν και ο μέσος συνετός άνθρωπος θα απόφευγε μια τέτοια ενέργεια. Το επικαλούμενο από τον κατηγορούμενο ότι ανέθεσε στην γραμματέα του να παραδώσει τα έγγραφα αυτά στον μηνυτή δεν αποδεικνύεται βάσιμο, καθόσον η τελευταία φέρεται ότι αναζήτησε μεν τον μηνυτή δεν τον βρήκε και στη συνέχεια άφησε τα επίδικα έγγραφα και τους σπόρους σε τυχαίο μέρος στο εργαστήριο μοριακής βιολογίας, το οποίο στη συνέχεια παρέλαβε τυχαία η επίκουρη καθηγήτρια Α και εξέτασε τους σπόρους και στη συνέχεια τυχαία τα αποτελέσματα των τεσσάρων επίδικων σπόρων συσχετίσθηκαν τυχαία με άλλα οκτώ σακκουλάκια σπόρων που τυχαία περιλαμβάνοντο στο ίδιο έγγραφο του οργανισμού βάμβακος με το οποίο ο τελευταίος ζητούσε την εξέταση των σπόρων. Τέλος, η δήλωση του κατηγορουμένου ότι δεν ζήτησε εξηγήσεις από τη γραμματέα του για την παραπάνω αμέλειά της να παραδώσει τα επίδικα έγγραφα στον μηνυτή, επιβεβαιώνουν την πρόθεσή του να μην παραδώσει τα έγγραφα αυτά στον μηνυτή. 2) Εξαιτίας των διαφορών τους, ο κατηγορούμενος ήθελε να παραμερίσει τον μηνυτή από την έρευνα των σπόρων βάμβακος και την εν γένει έρευνα στο εργαστήριο του, αφενός επειδή για την εξέταση των ως άνω σπόρων, το κάθε εργαστήριο ελάμβανε αμοιβή περίπου 1.000 ΕΥΡΩ, ποσοστό 90% των οποίων διαχειρίζεται ο Διευθυντής του Εργαστηρίου και διατίθεται για ερευνητικούς σκοπούς και αμοιβή του Διευθυντή του εργαστηρίου - μέσω ενός ειδικού λογαριασμού, αφετέρου προκειμένου να αφαιρέσει οποιαδήποτε επιρροή του μηνυτή στην επιστημονική κοινότητα, να τον καταστήσει αναξιόπιστο προς τις δημόσιες υπηρεσίες και τις εμπορικές εταιρείες για λογαριασμό των οποίων εγίνοντο οι εξετάσεις των σπόρων βάμβακος. Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε, κατά πλειοψηφία, ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, της πράξεως της υπεξαγωγής εγγράφου και του επέβαλε ποινή φυλάκισης (2) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την επικρατήσασα σ' αυτό γνώμη, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα του ότι: "στην ...... και κατά τους παρακάτω χρόνους τέλεσε με πρόθεση τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις. Α) Στις 25-4-2002 με σκοπό να βλάψει άλλους απέκρυψε έγγραφο του οποίου δεν ήταν κύριος ή που άλλος είχε δικαίωμα κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου να ζητήσει την παράδοσή του. Συγκεκριμένα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενώ παρέλαβε τη με αριθμό ...... φορτωτική και κλειστό φάκελο, προερχόμενα από τον Οργανισμό Βάμβακος που προορίζονταν για το εργαστήριο Γενετικής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και έπρεπε να παραδοθούν στον εγκαλούντα Ψ1, τα απέκρυψε με σκοπό να βλάψει τόσο τον παραπάνω εγκαλούντα, όσο και το συγκεκριμένο εργαστήριο, του οποίου προΐσταται ο δεύτερος εγκαλών Ψ2". Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της απόφασης, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό, όπως από αυτά προκύπτει, καθορίζεται ο σκοπός της βλάβης και το είδος αυτής (περιουσιακή ή ηθική) του μηνυτή, αλλά γίνεται αορίστως δεκτό ότι ο κατηγορούμενος, απέκρυψε τα αναφερόμενα έγγραφα με σκοπό να βλάψει τον μηνυτή. Συγκεκριμένα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου. Πράγματι: α) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται δεκτό ότι οι εγκαλούντες δεν είναι άμεσα παθόντες από την πράξη, η οποία στρέφεται κατά του Γεωπονικού Πανεπιστημίου και ότι αυτοί (εγκαλούντες) δεν ζημιώθηκαν, αντίθετα στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με σκοπό να βλάψει το μηνυτή, χωρίς όμως, να γίνεται διάκριση ποιον συγκεκριμένα από τους δύο μηνυτές έβλαψε, ενόψει του ότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι αμφότεροι οι εγκαλούντες, ήτοι Ψ1 και Ψ2, είχαν δηλώσει ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με παρεμπίπτουσα απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, είχε διαταχθεί η αποβολή τους, β) δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των συγκεκριμένων εγγράφων, τα οποία φέρεται ο αναιρεσείων να έχει υπεξαγάγει, αφού πέραν της επίμαχης φορτωτικής με αριθμό ......, δεν γίνεται οποιαδήποτε άλλη μνεία και αναφορά σε άλλα, εκτός της φορτωτικής, έγγραφα, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία επανειλημμένα στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά ότι ο κατηγορούμενος, είτε παρέλαβε, είτε δεν απέδωσε, είτε ακόμη ότι έλαβε στην κατοχή του περισσότερα του ενός έγγραφα και γ) δεν εξειδικεύεται από ποια πραγματικά περιστατικά αιτιολογείται ότι ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να αποκρύψει ή να καταστρέψει τα επίμαχα έγγραφα , ακόμη δε η βλάβη (ηθική ή περιουσιακή), την οποία υπέστη ο εγκαλών Ψ2, δ) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση στο αιτιολογικό της δέχεται, ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με σκοπό να βλάψει το μηνυτή, στο διατακτικό αντίθετα γίνεται δεκτό ότι ο ίδιος ενήργησε με σκοπό να βλάψει άλλους. Η αιτιολογία, όμως, αυτή σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ούτε τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή εκείνων στη διάταξη που εφαρμόσθηκε και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορεί να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και ενόψει του ότι η υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως περιέχει τουλάχιστον ένα παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, και μετά από αυτά να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 56244//2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαγωγή εγγράφων. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως, για υπεξαγωγή εγγράφων με την επίκληση των λόγων: α) της απόλυτης ακυρότητας και β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει τυπική αιτιολογία χωρίς αναφορά στα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, κυρίως για το σκοπό βλάβης. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο. Παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπεξαγωγή εγγράφων.
0
Αριθμός 977/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, κατοίκων ......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της 2083/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σουμελά. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Μαΐου 2008 και 9 Ιουνίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, ως και στο από 14 Ιανουαρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 974/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης, να γίνει δεκτός ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 514 εδ. γ του Κ.Π.Δ, δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Χ2, άσκησε εμπροθέσμως στις 10-6-2008, ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τη με αριθμό πρωτοκόλλου 1692 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμό 2083/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης και ακολούθως, στις 12 Μαΐου 2008, δια της πληρεξουσίου του δικηγόρου Χρυσούλας Γιαταγάνα, ενώπιον του γραμματέως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθμό πρωτ. 31/12-5-2008 κοινή, μετά των συγκατηγορουμένων του Χ1 και Χ3 αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά της ιδίας πιο πάνω σε βάρος του εκδοθείσας καταδικαστικής αποφάσεως. Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, η δεύτερη αίτηση, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα Χ2, επιτρεπτώς ασκείται, προ της καταχωρήσεώς της στο τηρούμενο προς τούτο ειδικό βιβλίο και πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικασθούν, καθώς και οι επ' αυτών από 14-1-2009 πρόσθετοι λόγοι διότι έχουν πρόδηλη μεταξύ τους συνάφεια. Επειδή, έλλειψη της επιβαλλόμενης, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του απαλλακτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. ε' Κ.Π.Δ, συντρέχει, όταν δεν περιέχονται σ' αυτό οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, στους οποίους στήριξε το δικαστικό συμβούλιο την κρίση του, ότι, από τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν απ' όσα αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη, δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου, ικανές να στηρίξουν κατηγορία και δικαιολογήσουν την παραπομπή του στο ακροατήριο, ως προς την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη και, πιο συγκεκριμένα, ως προς τη συγκρότηση όλων ή μερικών από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους της πράξης αυτής. Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σε αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διάταξης που συνιστά λόγο αναίρεσης υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου από τα συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου κατ' άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Το κατά την παραπάνω διάταξη έγκλημα της απάτης, μπορεί να τελεσθεί και στο Δικαστήριο. Όμως με την απλή προβολή ψευδούς ισχυρισμού στο Δικαστήριο, δεν υπάρχει ούτε απόπειρα απάτης. Για να τελεσθεί η απάτη αυτή, απαιτείται και η ταυτόχρονη προσκόμιση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, εν γνώσει του διαδίκου περί του εν λόγω ελαττώματος. Ακόμη, δε μπορεί να τελεσθεί το αδίκημα αυτό (ούτε σε απόπειρα), σε διαδικασία όπου ο δικαστής δεν δικαιούται να ελέγξει την ουσιαστική αλήθεια των ισχυρισμών, όπως στην περίπτωση που αγωγή γίνεται δεκτή λόγω του τεκμηρίου ομολογίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών τόσο της πρωτοβάθμιας δίκης, όσον και των πρακτικών της αναιρεθείσας απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την απολογία των παρόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι άσκησαν κατά του τρίτου που είναι πατέρας τους και κατόπιν κοινής αποφάσεως με αυτόν την από 29.3.2000 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 169/31.3.2000, αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους σε ένα οικόπεδο εκτάσεως 1.173 μ.τ. μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας εμβαδού 127 μ2 περίπου, που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. ... Ο.Τ. της πόλης του ......, επί της οδού ......, λόγω έκτακτης χρησικτησίας, εκθέτοντας σ' αυτή (αγωγή) ειδικότερα ότι από το έτος 1970 η μητέρα και δικαιοπάροχος τους, Α, ήταν κάτοχος διάνοια κυρίου και νομέας καλής πίστεως του πιο πάνω ακινήτου, το οποίο κατά το έτος 1995 τους το είχε μεταβιβάσει, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα με άτυπη δωρεά και έτσι αυτοί συνυπολογιζομένου και του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου μητέρας τους έγιναν κύριοι του εν λόγω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και ότι ο εναγόμενος πατέρα τους αμφισβητεί την κυριότητά τους. Η αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 2.6.2000, κατά την οποία ο εναγόμενος τρίτος κατηγορούμενος παρέστη αυτοπροσώπως στο ακροατήριο και ομολόγησε τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσεως της αγωγής. Προς απόδειξη της ως άνω ιστορικής βάσεως της αγωγής τους οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους που συνέταξαν την 1.6.2000 και κατέθεσαν επί της έδρας κατά τη συζήτηση την ως άνω ομολογία του ... εναγομένου πατέρα τους, τρίτου κατηγορουμένου. Η παραπάνω ιστορική βάση της αγωγής είναι ψευδής, αφού το αληθές είναι ότι το πιο πάνω ακίνητο ανήκε αρχικά στην ιδιοκτησία της Β και μετά το θάνατό της το 1988, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, στο σύζυγο της Γ, αποβιώσαντα επίσης το ίδιο έτος μετά τη σύζυγο του, κάτοικου ......, οι οποίοι όσο ζούσαν το εκμίσθωναν στην Α, μητέρα των δύο πρώτων και σύζυγο του τρίτου των κατηγορουμένων μετά δε το θάνατο τους κατά το έτος 1988 αυτό, βάσει της εξ αδιαθέτου διαδοχής, περιήλθε στην κυριότητα των εγκαλούντων, Δ, Ε και Ψ και άλλων οκτώ συγγενών του Γ, κατοίκων όλων ......, οι οποίοι λόγω των μεταξύ τους διαφορών αδιαφόρησαν αρχικά για την κληρονομιά και επέτρεπαν στην πιο πάνω μισθώτρια και την οικογένεια της, ήτοι στον τρίτο κατηγορούμενο που ήταν σύζυγος της και στους δύο πρώτους κατηγορούμενους που ήταν τέκνα της να το χρησιμοποιούν, για όσο διάστημα δεν είχαν δείξει συμπεριφορά οικειοποιήσεώς του, όπως το χρησιμοποιούσαν και πριν το θάνατο του ζεύγους Β-Γ. Την ως άνω αληθή κατάσταση του ακινήτου γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, αφού μέχρι του θανάτου του ζεύγους Β-Γ το 1988 κατέβαλαν ως οικογένεια μίσθωμα για την οικία στην οποία διέμεναν και δεν κατείχε το ακίνητο κανένας από τα μέλη της οικογένειας, κατηγορούμενοι και η ως άνω μητέρα και σύζυγος αυτών διάνοια κυρίου. Ενώ όμως γνώριζαν την αληθή κατάσταση, προκειμένου να επιτύχουν την ενσωμάτωση του ακινήτου στην περιουσία των δύο πρώτων συμφώνησαν όλοι από κοινού και άσκησαν οι δύο πρώτοι την αγωγή και ο τρίτος την ομολόγησε με την μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια ως άνω ομολογία του ώστε να δημιουργηθεί με την μεταγραφή της αποφάσεως του δικαστηρίου τίτλος κυριότητας. Το Ειρηνοδικείο Λαγκαδά με την προαναφερομένη απόφασή του, αφού παραπλανήθηκε με την αναληθή ομολογία του τρίτου κατηγορουμένου η Ειρηνοδίκης που το συγκροτούσε, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε τους δύο πρώτους κυρίους, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, του προαναφερομένου ακινήτου, το οποίο είχε αξία που υπερέβαινε τα 50.000.000 δρχ. ανερχόμενη περίπου στα 60.000.000 δρχ., αφού η αντικειμενική αξία του κατά την 12.2.2001 ανερχόταν σε 50.000.000 δρχ. (βλ. αναγνωσθείσα δήλωση φόρου κληρονομιάς των, των Ψ, ΣΤ και Ζ προς την Θ' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης). Με την απόφαση αυτή υπέστη βλάβη η περιουσία των κληρονόμων του Γ, πραγματικών ιδιοκτητών του ακινήτου, οι οποίοι πρέπει να υποβληθούν σε δικαστικούς αγώνες για την αναγνώριση της κυριότητάς τους έναντι των δύο πρώτων κατηγορουμένων και πρέπει μόνο για αμοιβή δικηγόρων για σύνταξη σχετικής αγωγής και προτάσεων κατά τη συζήτηση της μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενόψει της προαναφερομένης αξίας του ακινήτου, να δαπανήσουν 3% της αξίας του, δηλαδή το ποσό των 1.800.000 δρχ., που είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Εν όψει των περιστατικών αυτών πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι". Περαιτέρω, σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι: "Στο ...... την 2-6-2000 ενεργώντας από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν οι δύο πρώτοι εξ αυτών παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα με σκοπό να πετύχουν να ενσωματωθεί ένα οικόπεδο εκτάσεως 1.173 μ.τ. μετά της επ'αυτού ισόγειας οικίας εμβαδού 127 μ2 περίπου, που βρίσκεται στο υπ'αριθμ. ... Ο.Τ. της πόλης του ......, επί της οδού ......, στην περιουσία των δύο πρώτων κατηγορουμένων, Χ1 και Χ2 πράγμα το οποίο αυτοί δεν δικαιούνταν, παρέστησαν εν γνώσει τους, ψευδώς στον Ειρηνοδίκη Λαγκαδά, που δίκαζε την από 29-3-2000 με αριθμό κατάθεσης 169 αγωγή των δύο πρώτων κατηγορουμένων, Χ1 και Χ2 κατά του τρίτου κατηγορουμένου, Χ3, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του πιο πάνω ακινήτου, λόγω έκτακτης χρησικτησίας, ότι από το έτος 1970 η μητέρα των δύο πρώτων κατηγορουμένων και δικαιοπάροχος τους, Α, ήταν κάτοχος και νομέας καλής πίστεως του πιο πάνω ακινήτου, το οποίο κατά το έτος 1995 τους το είχε μεταβιβάσει, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα με άτυπη δωρεά, πράγμα το οποίο ο εναγόμενος πατέρας τους, τρίτος κατηγορούμενος, Χ3 συνομολόγησε στο Δικαστήριο, ενώ το αληθές ήταν ότι το πιο πάνω ακίνητο ανήκε στην ιδιοκτησία των Β αρχικά και μετά το θάνατό της το 1988 του Β, κατοίκων ......, οι οποίοι όσο ζούσαν το εκμίσθωναν στην Α, μητέρα των δύο πρώτων κατηγορουμένων και σύζυγο του τρίτου, μετά δε το θάνατο των ανωτέρω ιδιοκτητών κατά το έτος 1988 αυτό, βάσει της εξ αδιαθέτου διαδοχής, περιήλθε στην κυριότητα των εγκαλούντων, Δ, Ε και Ψ και άλλων συγγενών του Β, κατοίκων όλων ......, οι οποίοι λόγω των μεταξύ των διαφορών και ασυμφωνίας, επέτρεπαν σιωπηρά στην πιο πάνω μισθώτρια και την οικογένεια της, ήτοι στον τρίτο κατηγορούμενο που ήταν σύζυγος της και στους δύο πρώτους κατηγορούμενους που ήταν τέκνα της να το χρησιμοποιούν, πείθοντας έτσι τον Ειρηνοδίκη Λαγκαδά να εκδώσει την υπ' αριθμ. 239/2000 απόφαση του, με την οποία η πιο πάνω αγωγή των δύο πρώτων κατηγορουμένων έγινε δεκτή, από την έκδοση δε της απόφασης αυτής βλάφθηκε η περιουσία των εγκαλούντων και των λοιπών πραγματικών ιδιοκτητών του πιο πάνω ακινήτου, αξίας 60.000.000 δρχ., οι οποίοι για να αναγνωριστεί η κυριότητα τους έναντι των δύο πρώτων κατηγορουμένων, που αναγνωρίσθηκαν κύριοι με την προαναφερομένη απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, θα πρέπει να δαπανήσουν τουλάχιστον για αμοιβή δικηγόρου που θα συντάξει τη σχετική αγωγή και τις προτάσεις, σύμφωνα με τον κώδικα των δικηγόρων, 1.800.000 δραχμών, η ζημία δε αυτή που προξενήθηκε σ' αυτούς είναι ιδιαίτερα μεγάλη". Από την αντιπαραβολή, όμως, του αιτιολογικού με το διατακτικό, προκύπτει ότι αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στη μείζονα σκέψη, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης στο Δικαστήριο, ούτε και με τη μορφή της απόπειρας, αφού ελλείπει το στοιχείο της παραπλάνησης του δικαστή και η απόφαση που εξέδωσε αυτός, στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στο τεκμήριο της ομολογίας της αγωγής από μέρους του εναγομένου. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα αντίθετα και υπήγαγε τα ως άνω περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ, δεν εφάρμοσε ορθώς τη διάταξη αυτή, την οποία ευθέως παραβίασε και ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, σχετικός λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, εφόσον, η χαρακτηριζόμενη στο νόμο ως πλημμέλημα πράξη της απάτης (άρθρα 18 και 386 παρ.1 του ΠΚ), φέρεται ότι τελέσθηκε την 2 Ιουνίου 2000, έκτοτε δε και μέχρι την, κατά την 11-2-2009, εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, πολύ δε περισσότερο μέχρι την ημέρα διασκέψεως (4-3-2009), παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο της πράξεως αυτής εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.), και κατά συνέπεια πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β' του Κ.ΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 2083/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος των κατηγορουμένων- αναιρεσειόντων 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, για την πράξη της απάτης, που φέρεται να έχει τελεσθεί την 2 Ιουνίου 2000. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως για πλημμεληματική απάτη, με την επίκληση των λόγων της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στοιχεία του αδικήματος. Δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης στο Δικαστήριο, ούτε σε μορφή απόπειρας, στην περίπτωση που υποβάλλονται ψευδείς ισχυρισμοί, χωρίς όμως να προσκομίζονται με επίκληση για την απόδειξη, εν γνώσει ψευδή ή πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα, όταν ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να δεχθεί ως αληθινούς τους ισχυρισμούς με βάση μόνο το άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠΔ (τεκμήριο ομολογίας). Αναιρεί και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (ΑΠ 1114/2005, 713/2004, 1533/1995, 483, 484/2002).
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή.
0
Αριθμός 976/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο , Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κοσμάτο, για αναίρεση της 15905/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 448/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για την νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, αλλά ούτε σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου απόφαση. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, πρέπει, να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση του Δικαστηρίου που την εξέδωσε, γιατί καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, δέχθηκε ότι για τη μηνυτήρια αναφορά-αίτηση, που υποβλήθηκε στην αρμόδια εισαγγελική αρχή, προκειμένου να ασκηθεί η ποινική δίωξη, δεν συντάχθηκε η κατά το άρθρο 41 του Κ.Π.Δ, σχετική έκθεση. Ο σχετικός, όμως, ισχυρισμός, που αποτελεί και τον πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, η μη ύπαρξη της εκθέσεως εγχειρίσεως, στη μηνυτήρια αναφορά, η οποία λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη, δεν δημιουργεί απαράδεκτο στην άσκηση της ποινικής διώξεως. Επειδή, κατά τα άρθρα 171 παρ.1α και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί και η απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τέτοια δε ακυρότητα προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις, όπως είναι αυτές των άρθρων 9 παρ.1, και 5 παρ. 1 και 2 του ν.1756/1988, οι οποίες πλην των άλλων ορίζουν, ότι στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο αν δεν υπάρχει ένας Πρωτοδίκης ή κωλύεται ή απουσιάζει, μπορεί να αναπληρωθεί με Πάρεδρο Πρωτοδικείου, Ειρηνοδίκη ή Πταισματοδίκη, οριζόμενο με πράξη του δικαστή, που διευθύνει το Πρωτοδικείο. Με το άρθρο, όμως, 77 παρ.8 του ίδιου νόμου 1756/88, όπως ισχύει, μετά την τροποποίησή του και την αντικατάστασή του με τα άρθρα 12 παρ.3 ν. 1968/1981 και 16α αρ. 9γ του ν. 2479/1997 αντιστοίχως, ενοποιήθηκαν οι οργανικές θέσεις των παρέδρων και πρωτοδικών και έτσι δεν είναι απαραίτητο η αναπλήρωση του πρωτοδίκη με πάρεδρο να γίνεται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το Πρωτοδικείο. Συνεπώς, σε περίπτωση τέτοιας αναπλήρωσης, η έλλειψη της πράξεως αυτής και πολύ περισσότερο η μη αναφορά της στην απόφαση, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα για κακή σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και είναι, ως αβάσιμος, απορριπτέος ο περί του αντιθέτου τρίτος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο που την εξέδωσε, συγκροτήθηκε με τη συμμετοχή μιας παρέδρου, που αναπλήρωσε κωλυόμενο πρωτοδίκη, χωρίς να μνημονεύεται στην απόφαση η πράξη της αναπλήρωσης. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Χαρακτήρα αυτοτελούς ισχυρισμού έχει και το αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, για επιβολή μειωμένης ποινής στην περίπτωση του άρθρου 84 παρ.2ε του ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο, η ποινή μειώνεται κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις, και ειδικότερα ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο συνήγορος των κατηγορουμένων προέβαλε το αίτημα να αναγνωρισθεί στους κατηγορουμένους, εκτός του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2β του Π.Κ, και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε του ίδιου Κώδικα. Προς τούτο, ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: " ότι θα πρέπει να αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε του Π.Κ, ότι δηλαδή συμπεριφέρθηκαν καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι μετά από σχετικό τους αίτημα και μόλις βεβαιώθηκε σε βάρος της εταιρείας η οφειλή ζήτησαν από τη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, συμβιβαστική επίλυση της οφειλής, όπως άλλωστε προκύπτει και από το ...... πρακτικό επιτροπής, όπου ματαιώθηκε ο συμβιβασμός λόγω οικονομικής αδυναμίας της εταιρείας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του Δημοσίου σε σχέση με το ύψος της προκαταβολής και των δόσεων". Το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε το παραπάνω αίτημα των κατηγορουμένων, που είχε υποβληθεί παραδεκτώς και ήταν ορισμένο, χωρίς όμως, να διαλάβει στην απόφασή του οποιαδήποτε αιτιολογία. Έτσι κρίνοντας Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συνακόλουθα πρέπει, κατά παραδοχή, ως κατ' ουσία βάσιμου, του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, δεύτερου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, θα πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο καθ' ό μέρος αφορά τις διατάξεις της, για την αναγνώριση του παραπάνω ελαφρυντικού και την επιβολή ποινής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 15905/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, μόνο ως προς τη διάταξή της για τη μη αναγνώριση του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς μετά την τέλεση της πράξεως, καθώς και ως προς εκείνη περί επιβολής της ποινής. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, ως προς το αναιρούμενο μέρος αυτής, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως παράβαση του Ν. 2523/1997, μη καταβολή Φ.Π.Α., με την επίκληση των λόγων: α) της υπερβάσεως εξουσίας, γιατί με τη μηνυτήρια αναφορά, δεν συντάχθηκε κατ’ άρθρο 41 του ΚΠΔ, σχετική έκθεση, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ και γ) της απόλυτης ακυρότητας, γιατί στη σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου συμμετείχε, ως τρίτο μέλος έμμισθος Πάρεδρος αντί Πρωτοδίκη. Αναιρεί μόνο ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περιστάσεως, για την οποία δεν διέλαβε οποιαδήποτε αιτιολογία. Παραπέμπει ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού και ως προς την ποινή.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Αναίρεση μερική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 975/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 36630/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1155/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 440/19.9.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την 36630/5-6-2007 απόφαση, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε σε φυλάκιση 3 ετών και χρηματική ποινή 7.000 ευρώ τον καθένα τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2. Κατά την εκδίκαση οι δύο κατηγορούμενοι ήταν απόντες, πλην όμως εκπροσωπήθηκαν νομίμως από τον δικηγόρο Νικόλαο Παπαστασινόπουλο, ενώ η παραπάνω καταδικαστική απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 30-7-2007 (βλ. πρακτικό και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). ΙΙ. Στις 6-6-2008 εμφανίσθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ο δικηγόρος Αθηνών Αβραάμ Ιορδανίδης και δήλωσε ότι ως πληρεξούσιος του κατηγορουμένου Χ1, δυνάμει της από 4-6-2008 εξουσιοδότησης, ασκεί για λογαριασμό του τελευταίου αναίρεση κατά της 36630/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και έτσι συντάχθηκε η 72/6-6-2008 έκθεση αναίρεσης (βλ. έκθεση). Στην έκθεση αυτή περιλαμβάνεται ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η απόφαση αυτή "...ουδέποτε επιδόθηκε στην δηλουμένη γνωστή διεύθυνσή του, αλλά ενημερώθηκε το πρώτον γι'αυτήν από το αρμόδιο Αστυν. Τμήμα την 2-6-2008...", προκειμένου προφανώς να δικαιολογηθεί η μη τήρηση της προθεσμίας για την άσκηση της αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 473 § 1 Κ.Π.Δ. ΙΙΙ. Η παραπάνω αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ., γιατί ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Η προθεσμία των 10 ημερών για την άσκηση της, άρχισε με την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο και δεν υπήρχε νόμιμος λόγος για την επίδοσή της στον αναιρεσείοντα, αφού αυτός είχε εκπροσωπηθεί στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, από τον δικηγόρο του (βλ. ΑΠ 1044/2001). Πρέπει παράλληλα να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης η 72/6-6-2008 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε δια πληρεξούσιου από τον κατηγορούμενο Χ1, κατά της 36630/5-6-2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 17 Σεπτεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 473 Κ.Π.Δ καθορίζει στην παράγραφο 1 εδ. α', ότι "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης" και στην παράγραφο 3 εδ. α', ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου". Το δε άρθρο 501 παρ. 3 ΚΠοινΔ αναφέρει, ότι "το δικαστήριο, αν πειστεί ότι ο εκκαλών δεν μπόρεσε να εμφανισθεί αυτοπροσώπως από λόγους ανώτερης βίας ή για άλλα ανυπέρβλητα αίτια, μπορεί με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, να επιτρέψει την εκπροσώπηση από συνήγορο που έχει ειδική πληρεξουσιότητα στην περίπτωση αυτή θεωρείται ότι ο εκκαλών δικάζεται σαν να ήταν παρών, και ο συνήγορός του τον εκπροσωπεί πλήρως". Από τη διατύπωση των συνδυασμένων αυτών διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά του εκπροσωπηθέντος πλήρως, υπό του διορισθέντος συνηγόρου με παρεμπίπτουσα απόφαση, εκκαλούντος (καταδικασθέντος - κατηγορουμένου) εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η απορρίπτουσα την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, λογίζεται, ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος και ότι η τασσομένη προς άσκηση της κατά της αποφάσεως αυτής αναιρέσεως προθεσμία, η προσδιοριζομένη σε δέκα ημέρες, αρχίζει από τότε που θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο η ως άνω τελεσίδικη απόφαση και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της, αφού αυτός θεωρείται, ότι δικάζεται σαν να ήταν παρών. Εξάλλου η εκπρόθεσμη άσκηση του ανωτέρω ενδίκου μέσου τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην συντασσόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 474 Κ.Π.Δ, έκθεση ασκήσεώς του γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, αλλιώς η αναίρεση κηρύσσεται, με βάση το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, απαράδεκτη. Τέλος το άρθρο 19 παρ. 4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει (άρθρο 55 του ιδίου νόμου) από της γενομένης κατά την 3 Ιουνίου 1999 δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζει, ότι οι προθεσμίες για την άσκηση των ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων και αποφάσεων αναστέλλονται κατά το από 1ης έως 31ης Αυγούστου χρονικό διάστημα. Στην προκειμένη περίπτωση από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής περιστατικά: Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την 36630/2007 απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, που εκπροσωπήθηκε στη δίκη εκείνη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαστασινόπουλο, ένοχο, της αξιόποινης πράξεως της μη καταβολής εργοδοτικών και ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών την οποία, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική ποινή και καθόρισε την κάθε μία ημέρα φυλακίσεως προς 5 ευρώ, επίσης δε τον καταδίκασε και σε συνολική χρηματική ποινή 7.000 ευρώ. Ο αναιρεσείων, άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής, την από 6 Ιουνίου 2008, αίτηση αναιρέσεως, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμους ασκήσεώς της, για τους παρακάτω λόγους. Πράγματι, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία όπως προαναφέρθηκε εκδόθηκε με τον κατηγορούμενο εκπροσωπηθέντα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο υπό του γραμματέως τηρούμενο ειδικό βιβλίο, σύμφωνα με την επ' αυτής επισημείωση του, την 30-7-2007, ενώ, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας και συγκεκριμένα την 6-6-2008. Ο ίδιος ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εκθέσεως, το μεν δεν διέλαβε στο δικόγραφο της αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά, συνιστώντα ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, το δε ανέφερε στο ίδιο δικόγραφο, ότι άσκησε το ανωτέρω ένδικο επικαλούμενος μόνο ότι "ουδέποτε του επιδόθηκε στην πιο πάνω δηλούμενη γνωστή διεύθυνσή του, ..., αλλά ενημερώθηκε το πρώτον γι' αυτήν από το αρμόδιο Α/Τ την...". 'Ετσι, όμως, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις και εκείνες των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α' Κ.Π.Δ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί ασκήθηκε εκπροθέσμως, αφού από της γενομένης κατά την 30 Ιουλίου 2007 καταχωρίσεως της πληττόμενης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο και μέχρι της κατά την 6 Ιουνίου 2008, συντελεσθείσας ασκήσεως της αναιρέσεως, παρήλθε, μετά την αφαίρεση της από 1ης έως 31ης Αυγούστου 2007 μηνιαίας χρονικής διάρκειας, χρονικό διάστημα, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνο των δέκα ημερών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής, ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 6 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμό 36630/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδι-κείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως παράβαση του Α.Ν. 86/19675, με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
1
Αριθμός 974/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, περί αναιρέσεως του με αριθμό 36/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.318/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 464/8.10.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ'αριθ. 1/10-7-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, κατά του υπ'αριθ. 36/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας και εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κερκύρας με το υπ'αριθ. 154/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Κερκύρας, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της σωματεμπορίας κατ'επάγγελμα (άρθρο 351 παρ. 1, 2, 4 στοιχ. δ' και 13 στ Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων την υπ'αριθ. 15/2007 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση αυτή και επικυρώθηκε το εκκληθέν βούλευμα. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 1 Ιουλίου 2008 (δείτε σχετ. αποδεικτικό) και κατ'αυτού άσκησε ο αναιρεσείων την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στις 10-Ιουλίου 2008 ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Κερκύρας. Είναι συνεπώς η αίτηση αυτή αναίρεσης νομότυπη και εμπρόθεσμη και παραδεκτή αφού περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς της απόλυτης ακυρότητας και της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1Α' και Δ Κ.Π.Δ.). Κατά το άρθρο 308 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Ο Εισαγγελέας οφείλει σ'αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασής του, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα της εισαγγελίας, που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Αν ο διάδικος δεν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου και δεν διόρισε αντίκλητο, δεν ειδοποιείται, χωρίς πάντως να εμποδίζεται από το λόγο αυτό να γνωρίσει την πρόταση του Εισαγγελέα και μετά την υποβολή της στο συμβούλιο. Για το σκοπό αυτό κατατίθεται στο γραμματέα της Εισαγγελίας αντίγραφο της πρότασης. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών, αλλά και στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών, του Αρείου Πάγου (άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), η παραβίαση δε αυτής, όταν εκείνος που ζήτησε να λάβει γνώση της πρότασης του Εισαγγελέα πριν να υποβληθεί στο συμβούλιο και δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση είναι ο κατηγορούμενος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 δ' Κ.Π.Δ.) που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. Το εν λόγω αίτημα των διαδίκων ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο της εισαγγελικής προτάσεως προς το δικαστικό συμβούλιο, μπορεί να υποβληθεί και με την έφεση λόγω του ότι δεν πρέπει να τηρηθεί κάποιος τύπος και με τον τρόπο αυτό περιέρχεται άμεσα σε γνώση του Εισαγγελέως, ο οποίος προ της καταρτίσεως της προτάσεώς του λαμβάνει γνώση της εφέσεως (ΑΠ 2116/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ/548). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την υπ'αριθ. 15/2007 έφεσή του κατά του υπ'αριθ. 154/2007 πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας, με το οποίο είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του ΜΟΔ περιφέρειας του Εφετείου Κερκύρας για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της σωματεμπορίας κατ'επάγγελμα (άρθρο 351 παρ. 1, 2 και 4 στοιχ. δ' και και 13 στ' Π.Κ.), και με τη φράση αυτής, κατά λέξη "ζητώ να λάβω γνώση της πρότασης που θα υποβάλει ο κ. Εισαγγελέας στο Συμβούλιό Σας πριν κατατεθεί σε αυτό για να μπορέσω αν χρειασθεί να την αντικρούσω", γνωστοποίησε ότι επιθυμεί να λάβει γνώση του περιεχομένου της σχετικής προτάσεως του Εισαγγελέως Εφετών. Όμως παρά τη γνωστοποίηση αυτή όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν ειδοποιήθηκε ούτε ο κατηγορούμενος ούτε ο αντίκλητός του δικηγόρος της έδρας του δικαστηρίου, που τον είχε διορίσει με το δικόγραφο της εφέσεώς του, για να προσέλθουν και λάβουν γνώση του περιεχομένου της προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών επί της πιο πάνω εφέσεως επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα. 'Ετσι επήλθε η ως άνω εκ του άρθρου 484 παρ. 1 α' Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα και συνεπώς είναι βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, το αυτό περιεχόμενο έχοντες και πρέπει για τον λόγο αυτόν να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Παρέλκει δε η περαιτέρω ενασχόληση του Δικαστηρίου σας με τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους που ο αναιρεσείων προβάλλει. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να γίνει δεκτή κατ'ουσία η υπ'αριθ. 1/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, κατά του υπ'αριθ. 36/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ιδίου Συμβουλίου συντιθέμενου από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2008. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμό 1/10-7-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ, κατά του υπ' αριθμό 36/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεσή του, κατά του υπ' αριθμό 154/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, για να δικαστεί ως υπαίτιος της πράξεως της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα (άρθρο 351 παρ.1, 2, 4 στοιχ. δ' και 13 στ' του ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Κατά το άρθρο 308 παρ.2 του Κ.Π.Δ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 παρ.2 του ν. 3160/2003, "οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Ο εισαγγελέας, οφείλει σε αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασής του, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά, οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα της εισαγγελίας, που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση, η δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο, αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής". Με τη διάταξη αυτή θεσμοθετείται δικαίωμα των διαδίκων να λαμβάνουν γνώση της πρότασης του εισαγγελέα, προκειμένου να υποβάλουν εγκαίρως τις παρατηρήσεις τους και η δικογραφία να εισάγεται στο συμβούλιο στο σύνολό της. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου Πλημμελειοδικών, αλλά και σ' αυτή ενώπιον του συμβουλίου Εφετών και του Αρείου Πάγου (άρθρο 485 παρ.1 του Κ.Π.Δ), η παραβίασή της δε, όταν εκείνος που ζήτησε να λάβει γνώση της πρότασης του εισαγγελέα, πριν υποβληθεί στο συμβούλιο και δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση, είναι ο κατηγορούμενος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ του Κ.Π.Δ, γιατί ανάγεται στην στέρηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. α του Κ.Π.Δ. Όπως, όμως, προκύπτει από τις σαφείς πιο πάνω διατάξεις, η υποχρέωση του εισαγγελέα να ειδοποιήσει το διάδικο, προκειμένου να λάβει γνώση του περιεχομένου της προτάσεώς του, προϋποθέτει σχετικό αίτημα, που υποβάλλεται σε αυτόν και όχι σε άλλη δικαστική υπηρεσία και μάλιστα πριν αυτός καταρτίσει την πρότασή του. Το εν λόγω αίτημα των διαδίκων, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο της εισαγγελικής προτάσεως προς το δικαστικό συμβούλιο, μπορεί να υποβληθεί και με υπόμνημα. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθρου 308 παρ.2 του Κ.Π.Δ, έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο εισαγγελέας, μετά το τέλος της ανάκρισης ή της προανάκρισης, πρόκειται να υποβάλει στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ή Εφετών πρόταση, επί της ουσίας της υπόθεσης και όχι επί υποβληθέντος παρεμπίπτοντος αιτήματος διαδίκου. Εξάλλου, από το άρθρο 309 παρ.2 σε συνδυασμό με το άρθρο 318 εδ. α του Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι το Συμβούλιο των Εφετών, αν υποβληθεί σ' αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, υποχρεούται να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος, για παροχή οποιασδήποτε διασάφησης που αφορά την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση αυτή μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, ειδικώς μνημονευόμενοι στο βούλευμα. Η παράβαση της διάταξης αυτής, που αποβλέπει στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του ανήκουν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του αυτού Κώδικα, η οποία θεμελιώνει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α του Κ.Π.Δ λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθμό 154/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας, παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Κερκύρας, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα, που φέρεται να έχει τελέσει στην Κέρκυρα, στο χρονικό διάστημα από 20-10-2006 έως 12-11-2006. Κατά του βουλεύματος τούτου, ο κατηγορούμενος άσκησε εμπροθέσμως, την με αριθμό 15 από 12-11-2007 έφεσή του, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας. Με την έφεσή του, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος υπέβαλε ρητώς και ευθέως αίτημα, το μεν να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως, την οποία θα υπέβαλε ο Εισαγγελέας Εφετών στο Συμβούλιο Εφετών, επί της εφέσεώς του, το δε να κληθεί και να παραστεί, είτε αυτοπροσώπως, είτε δια των πληρεξουσίων συνηγόρων του, ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, προκειμένου να παράσχει εξηγήσεις και διευκρινήσεις επί της σε βάρος του κατηγορίας. Το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, εξέδωσε στη συνέχεια το προσβαλλόμενο βούλευμα του, με αριθμό 36/2008, με την ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, με το οποίο αφού απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας, χωρίς, όμως, ο κατηγορούμενος ή πληρεξούσιός του και αντίκλητος που είχε διορίσει εντός της έδρας του Δικαστηρίου, να έχει κληθεί είτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ή ο πληρεξούσιος συνήγορός του, για να λάβουν γνώση της εισαγγελικής προτάσεως, προτού υποβληθεί αυτή από τον εισαγγελικό λειτουργό, στο Συμβούλιο Εφετών. Επιπρόσθετα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, απέρριψε σιγή το αίτημα του ιδίου του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, προκειμένου να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, χωρίς, όμως, το ως άνω Συμβούλιο Εφετών, προηγουμένως να διατάξει την κλήτευσή του. 'Ετσι, όμως, ενόψει των όσων έχουν εκτεθεί, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α του Κ, Π, Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 171 αριθμ.1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα), με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο (σε συμβούλιο), που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμό 36/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, (σε συμβούλιο), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009 και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση βουλεύματος που παρέπεμψε την κατηγορούμενη στο ΜΟΔ, για την πράξη της σωματεμπορίας κατ’ επάγγελμα, με την επίκληση του λόγου της απόλυτης ακυρότητας, συνιστάμενης στο γεγονός ότι, ενώ ζήτησε: α) να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως, προτού υποβληθεί στο Συμβούλιο Εφετών και β) να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, αφενός δεν ειδοποιήθηκε για να λάβει γνώση αυτής, αφετέρου απέρριψε το αίτημα χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία (σχ. ΑΠ 791/2003, 2556/2003, 1385/2002, 1171/1999).
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Σωματεμπορία, Εισαγγελικής πρότασης γνωστοποίηση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 973/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Μωραΐτου, περί αναιρέσεως της 21777/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1535/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εγκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βία, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως, της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του Κ.Π.Δ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 21777/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος - κατηγορουμένου εκπροσω-πηθέντος στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμό 123761/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για την παράβαση του άρθρου 17παρ. 8 του ν. 1337/1983, σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Από τη σχετική υπ' αριθμό 992/22-01-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλει με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, ότι "την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι δεν έλαβε γνώση τόσο του κλητηρίου θεσπίσματος, όσο και την ερήμην του απόφαση, εφόσον είχε αποχωρήσει από τη μισθωθείσα επαγγελματική στέγη επί της ...". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώσεως από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως, περιοριζόμενος στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Από το από ... αποδεικτικό επιδόσεως της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη 123761/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος επιδόθηκε στην οικία του ... όπου την παρέλαβε ο σύνοικος κατά δήλωσή του πατέρας του ... . Η κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος ουδέν αποδεικνύει σχετικά με τον χρόνο που ο εκκαλών έλαβε γνώση της αποφάσεως, και ειδικότερα με το εάν ο παραλαβών το αντίγραφο της αποφάσεως πατέρρας του, έχων ή όχι συνείδηδη των πραττομένων, γνωστοποίησε την επίδοση στον εκκαλούντα υιό του ". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του (...) και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του, που αναφέρεται στη μήνυση ως τελευταία γνωστή κατοικία του, στην οδό ..., και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτός διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο, ενώ με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, απέρριψε επίσης, εκ περισσού, και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής ανώτερης βίας. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ,, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-9-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 21777/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης αποφάσεως που απέρριψε την έφεση, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού, ότι ήταν γνωστής διαμονής. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 972/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, αμφοτέρων κατοίκων ......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κοσμάτο, για αναίρεση της με αριθμό 15.819/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Μαρτίου 2008, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 530/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσειόντων (Χ1) και να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του δεύτερου αυτών (Χ2). ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για την νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, αλλά ούτε σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου απόφαση. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, πρέπει, να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση του Δικαστηρίου που την εξέδωσε, γιατί καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, δέχθηκε ότι για τη μηνυτήρια αναφορά-αίτηση, που υποβλήθηκε στην αρμόδια εισαγγελική αρχή, προκειμένου να ασκηθεί η ποινική δίωξη, δεν συντάχθηκε η κατά το άρθρο 41 του Κ.Π.Δ, σχετική έκθεση. Ο σχετικός, όμως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, η μη ύπαρξη της εκθέσεως εγχειρίσεως, στη μηνυτήρια αναφορά, η οποία λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη, δεν δημιουργεί απαράδεκτο στην άσκηση της ποινικής διώξεως. Κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ, "όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει, όμως, σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο, κατά την κρίση του, να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής ...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 139 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/96, "οι αποφάσεις και τα βουλεύματα ... πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα ... Αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για το λόγο ότι εκκρεμεί στο πολιτικό ή στο διοικητικό δικαστήριο δίκη για ζήτημα που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων και ότι η παραδοχή ή όχι του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, την οποία οφείλει να αιτιολογήσει του Δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το Δικαστήριο με την παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για αναβολή κατά το άρθρο 61 του Κ.Π.Δ, της συζητήσεως της υποθέσεως με την ακόλουθη αιτιολογία "Στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα του συνηγόρου των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 14-10-2005 προσφυγής των ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι απορριπτέο διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν κρίνεται σκόπιμη και αναγκαία για την ουσιαστική διερεύνηση της αλήθειας. Επί πλέον λόγω του γεγονότος ότι οι κατηγορούμενοι δεν μερίμνησαν να προσδιορισθεί δικάσιμος της προσφυγής, παρά το γεγονός ότι από το χρόνο κατάθεσης της μέχρι σήμερα έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν είναι βέβαιο ότι οι κατηγορούμενοι θα επιδιώξουν και τη συζήτηση αυτής". Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το αίτημα των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, για αναβολή κατ' άρθρο 61 του Κ.Π.Δ, της ποινικής δίκης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ, όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, ''αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα (στην αιτιολογία) στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων''. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το Δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ανωτέρω Δικαστήριο, αφού επέβαλε στον καθένα αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δυο (2) ετών, ενώ μετέτρεψε την ποινή φυλάκισης, και για τον αναιρεσείοντα Χ2 σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ την ημέρα, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής, ανεξάρτητα από τη μη υποβολή σχετικού αιτήματος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου. Έτσι, όμως, το Δικαστήριο με το να μην ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής, ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα και να προβεί χωρίς αιτιολογία στη μετατροπή αυτής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ., που προβάλλεται με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνεπώς, κατά μερική παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και μόνο κατά την διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον πρώτο κατηγορούμενο ποινής φυλάκισης δύο (2) ετών, ενώ πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση του αναιρεσείοντος Χ1, ο οποίος πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ) και να παραπεμφθεί μετά από αυτά, και μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ......, για αναίρεση της υπ' αριθμό 15.819/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον ως άνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 15.819/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο Χ2, κατοίκου ......, ποινής φυλακίσεως των δυο (2) ετών. Και Παραπέμπει, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος, την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως, για παράβαση του νόμου περί Ασφαλιστικών εισφορών, με την επίκληση του λόγου: α) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και β) της απολύτου ακυρότητας. Ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δέχεται αναίρεση κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 99 ΠΚ, γιατί μετέτρεψε την ποινή φυλακίσεως των (2) ετών, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναστολής. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή.
2
Αριθμός 969/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 3017/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 σύζ. Ψ2 2) Ψ2 και 3) Ψ3 του Ψ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη. Με συγκατηγορουμένη την Ν1. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.6.2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1290/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς τον ορισμό του διερμηνεία κατά την δίκη, να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και στην συγκατηγορουμένη των αναιρεσειόντων και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Απαιτείται να διαλαμβάνεται στην απόφαση η κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων και δεν είναι αναγκαία η αναφορά περί του τι προέκυψε από καθένα από αυτά ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολόγηση αυτών ώστε η παράλειψή της να καθιστά την απόφαση ελλιπή κατά την αιτιολογία της. Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει τα άλλα. Ειδικά η αυτοψία η οποία διατάσσεται κατά τα άρθρα 180 επ. και 183 επ. ΚΠΔ με τη συνδρομή των εις τις οικείες διατάξεις προϋποθέσεων, από Ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων ή δεν διαφαίνεται ότι το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτής εμπεριέχεται στις παραδοχές της αποφάσεως, δεν προκύπτει βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι κατά τον αναφερόμενο κατωτέρω τόπο και χρόνο τέλεσαν την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του ηλικίας ένδεκα ετών Γερμανού υπηκόου Θ1. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 διατηρεί στην ... ξενοδοχειακό συγκρότημα με τον διακριτικό τίτλο "...", στο οποίο διέμεναν, πραγματοποιώντας τις θερινές διακοπές τους το θέρος του 2001 οι πολιτικώς ενάγοντες Ψ1 και Ψ2, μαζί με τα τρία ανήλικα τέκνα τους, ήτοι τους ηλικίας ένδεκα ετών δίδυμους Θ1και ... και τον ηλικίας δώδεκα ετών Ψ3. Στο ανωτέρω ξενοδοχειακό συγκρότημα λειτούργησε το έτος 2001 κολυμβητική δεξαμενή με νεροτσουλήθρες, χωρίς άδεια λειτουργίας, υπεύθυνος της οποίας είχε ορισθεί ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 ενώ η τρίτη κατηγορουμένη Ν1 παρείχε τις υπηρεσίες της ως ναυαγοσώστρια. Οι ανωτέρω νεροτσουλήθρες λειτουργούσαν με μικρή παροχή νερού, το οποίο απορροφάται από την πισίνα με αναρροφητικές σωλήνες, τοποθετημένες κάτω από αυτές, διαμέτρου δώδεκα εκατοστών του μέτρου και την χρήση αντλιών (μία δι' εκάστη), που ανεβάζουν το νερό στο σημείο της εκκίνησης. Η πισίνα αυτή είχε κατασκευασθεί με βάση την αναθεωρηθείσα υπ' αριθ. ... οικοδομική άδεια του τμήματος πολεοδομικών εφαρμογών ... για την λειτουργία της όμως με το σύστημα των νεροτσουληθρών, η εγκατάσταση των οποίων ανατέθηκε στην ομόρρυθμη εταιρεία "... ΟΕ" και η υδραυλική εγκατάσταση στην εταιρεία "..." δεν είχε χορηγηθεί άδεια, ώστε να διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι κανόνες ασφαλούς λειτουργίας της. Εν τούτοις, οι α' και β' κατηγορούμενοι επέτρεψαν την λειτουργία τους, χωρίς προηγουμένως να έχουν μεριμνήσει, όπως είχαν ιδιαίτερη υποχρέωση, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά τους για την τοποθέτηση στις οπές των σωλήνων αναρρόφησης του νερού, ειδικού συστήματος σχάρας, προκειμένου να μην δημιουργείται κίνδυνος για τους χρήστες αυτών και να αποφεύγεται η εισρόφηση μελών του σώματος των τελευταίων λόγω της αυξημένης αναρροφητικής δύναμης που δημιουργούν οι συσκευές αντλήσεως του νερού. Επιπλέον, ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέλειψε να προβεί στην τοποθέτηση κατάλληλων πινακίδων σε διάφορες γλώσσες για τον τρόπο χρήσης των νεροτσουληθρών, για την μη έλευση των χρηστών στον χώρο κάτω από τις νεροτσουλήθρες, όπου λειτουργούσε το σύστημα της αναρρόφησης του νερού, εφόσον οι υπάρχουσες πινακίδες αναφέρονταν στην ύπαρξη και λειτουργία των νεροτσουληθρών χωρίς τις ως άνω ενδείξεις, επιπλέον δε αυτός, ως υπεύθυνος των νεροτσουληθρών, παρέλειψε να μειώσει την πίεση αναρρόφησής του και να τοποθετήσει φίλτρο χαμηλής ισχύος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 1.8.2001 και περί ώρα 14.30 μ.μ. περίπου τα τρία παιδιά των πολιτικώς εναγόντων έκαναν αμέριμνα χρήση της πισίνας και των νεροτσουληθρών στο ως άνω ξενοδοχειακό συγκρότημα. Αυτά έπεσαν από διαφορετικές νεροτσουλήθρες, οι οποίες τα εκτίναξαν σε απόσταση 3-3,5 μ. από το τέρμα της τσουλήθρας σχεδόν στο μέσον της πισίνας. Στο νερό έπεσε πρώτος ο Θ1, ο οποίος για άγνωστο λόγο βρέθηκε στο πίσω και κάτω μέρος της νεροτσουλήθρας, όπου λειτουργούσε το σύστημα αναρροφήσεως του νερού, με αποτέλεσμα αυτός να παρασυρθεί και ο δεξιός του βραχίονας να σφηνωθεί στον σωλήνα αναρρόφησης, στον οποίο δεν υπήρχε προστατευτική ειδική σχάρα. Έτσι ήταν αδύνατη η εξαγωγή του απ' αυτόν και η άνοδός του στην επιφάνεια του νερού. Τα δύο αδέλφια του όταν έπεσαν στο νερό διεπίστωσαν ότι ο Θ1 δεν βγήκε στην επιφάνεια του νερού, μετά δε τις φωνές κάποιας τουρίστριας "ότι το παιδί έπεσε στο νερό και δεν βγήκε" ο Ψ3 έπεσε στο νερό και τον ανεζήτησε. Αντιληφθείς την θέση αυτού, που ήταν κάθετη προς το δάπεδο της πισίνας επιχείρησε να τον τραβήξει αλλά δεν τα κατάφερε, διότι το χέρι του Θ1 ήταν σφηνωμένο στον απορροφητικό σωλήνα, του οποίου η απορροφητική δύναμη αύξανε καθόσον η διάμετρός του μειωνόταν από την είσοδο του χεριού του άτυχου Θ1. Όταν ο Ψ3 διαπίστωσε την αδυναμία του να βοηθήσει τον αδελφό του, κάλεσε σε βοήθεια, οπότε δύο άγνωστοι άνδρες μαζί με την τρίτη κατηγορουμένη έπεσαν στο νερό και έβγαλαν τον παθόντα από το νερό αναίσθητο. Η τρίτη κατηγορουμένη προσεπάθησε να τον συνεφέρει με τεχνητή αναπνοή και καρδιακές μαλάξεις, πλην όμως, χωρίς αποτέλεσμα, αφού ήδη είχε επέλθει ο θάνατος αυτού. Ο θάνατος του Θ1 επήλθε από ασφυξία συνεπεία πνιγμού, όπως διαλαμβάνεται στην υπ' αριθ. ...ιατροδικαστική εξέταση του ιατροδικαστή ..., στο αυτό δε συμπέρασμα κατέληξε και ο μάρτυς ιατροδικαστής ..., μεά από την εξέταση του πτώματος, κατόπιν εισαγγελικής εντολής της Εισαγγελίας Μάινιγκεν Γερμανίας. Προκύπτει, δηλαδή, μετά βεβαιότητος, ότι ο θάνατος του μικρού Θ1 επήλθε από ασφυξία λόγω πνιγμού και όχι από ανακοπή που σχετίζεται με το περιεχόμενο του στομάχου, επήλθε δε μέσα σε 4-5 λεπτά. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο θανών είχε καταναλώσει τροφή πριν από την είσοδό του στην πισίνα ήταν μεν επιβαρυντικός παράγων, δεν επέφερε όμως αυτό καθαυτό τον θάνατό του, ο οποίος θα επήρχετο εφόσον παρέμενε στο νερό χωρίς αναπνοή, επί 4-5 λεπτά της ώρας, ενώ ο εμετός που είχε είναι αποτέλεσμα αντανακλαστικό του πνιγμού που λαμβάνει χώρα στα 3-4 λεπτά. Η κρίση για τις συνθήκες του ατυχήματος, της αιτίας θανάτου του ανηλίκου παθόντος και της υπαιτιότητας των α και β κατηγορουμένων, ως εκ των προαναφερομένων παραλείψεών τους, επιβεβαιώνεται και από το ότι το δεξί χέρι του παθόντος εμφάνισε κυκλοτερή εκχύμωση στο ύψος της μασχάλης και ήταν μελανιασμένο από τον ώμο μέχρι την μασχάλη (βλ. σχετ. φωτογραφίες). Η κάκωση αυτή έγινε εν ζωή όπως μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ο ιατρός..., ο οποίος, κατά τον χρόνο επέλευσης του ατυχήματος υπηρετούσε στην περιοχή ως αγροτικός ιατρός και είχε κληθεί για να προσφέρει ιατρική βοήθεια, πλην όμως, όταν έφθασε μετά από 15 λεπτά, το παιδί ήταν ήδη νεκρό. Αξίζει να σημειωθεί ότι τρεις ημέρες πριν συμβεί το ανωτέρω θανατηφόρο ατύχημα, κατά τον ίδιο τρόπο είχε λάβει χώρα τραυματισμός του ανηλίκου γερμανού υπηκόου Ζ1, του οποίου είχε αναρροφηθεί το πόδι και ο οποίος κατόρθωσε να διασωθεί, διότι είχε το κεφάλι του έξω από το νερό. Το γεγονός αυτό γνωστοποιήθηκε στους α και β κατηγορουμένους από τον πατέρα του ανηλίκου Π1, όπως βεβαιώνει ο ίδιος με την κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και με την από 6.11.2001 κατάθεσή του ενώπιον των γερμανικών ανακριτικών αρχών (βλ. σχετικά την φωτογραφία που αναγνώσθηκε). Στα πλαίσια της διερεύνησης των συνθηκών του ατυχήματος που είχε ως συνέπεια τον θάνατο του ανηλίκου παθόντος με την υπ' αριθ. ...εντολή του Αστυνόμου του Αστυνομικού Σταθμού ... διατάχθηκε η διενέργεια πραγματο-γνωμοσύνης, την οποία διενήργησε ο... Στην από ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε ο ανωτέρω, διαπίστωσε την ύπαρξη ειδικών σχαρών στους σωλήνες αναρρόφησης των νεροτσουληθρών. Σύμφωνα, όμως, με τα όσα προεκτέθηκαν, είναι βέβαιο ότι οι σχάρες αυτές τοποθετήθηκαν μετά το επισυμβάν ατύχημα, διότι διαφορετικά δεν θα υπήρχαν οι εκχυμώσεις από την αναρρόφηση του δεξιού χεριού του θύματος, ούτε οι εκχυμώσεις στο πόδι του νεαρού Ζ1, άλλωστε και η παρούσα κατηγορουμένη απολογούμενη κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι: "αν υπήρχαν προστατευτικά, δεν θα συνέβαινε το ατύχημα". Με τα δεδομένα αυτά, το ανωτέρω ατύχημα δεν θα συνέβαινε αν οι α και β κατηγορούμενοι, υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους, είχαν επιδείξει την δέουσα επιμέλεια και προσοχή και είχαν τοποθετήσει ειδική σχάρα στην οπή του ανωτέρω σωλήνα αναρρόφησης ύδατος. Όμως και η τρίτη παρούσα κατηγορουμένη, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν παρούσα στις κολυμβητικές δεξαμενές, ως είχε υποχρέωση, ως ναυαγοσώστρια, καθ' όν χρόνο αυτές λειτουργούσαν και έπαιζαν ανήλικα παιδιά εντός αυτών. Είναι βέβαιο πως αν αυτή βρισκόταν στην θέση της, ως όφειλε, πλησίον των νεροτσουληθρών και είχε τεταμένη διαρκώς την προσοχή της, θα αντιλαμβανόταν έγκαιρα ότι ο θανών δεν βγήκε στην επιφάνεια του νερού, το οποίο είχε βάθος μόλις 0,5 μ., όπως το αντιλήφθηκε η αμέριμνη τουρίστρια, που δεν είχε υποχρέωση να κατοπτεύει τον χώρο. Όφειλε δε, να είναι ιδιαίτερα προσεκτική, διότι πριν τρεις ημέρες από το ανωτέρω συμβάν είχε η ίδια απεγκλωβίσει τον ανήλικο Ζ1, του οποίου το γόνατο είχε εγκλωβιστεί στον αναρροφητικό σωλήνα. Γνώριζε δηλαδή, ότι εκεί υπήρχε παγίδα για τους ανηλίκους χρήστες της πισίνας και δεν επέδειξε την ενδεδειγμένη επιμέλεια, δοθέντος ότι, αν βρισκόταν στη θέση της την κρίσιμη στιγμή, εντός του χρόνου των 4-5λέπτου που επήλθε ο θάνατος του παιδιού, θα καλούσε τουλάχιστον τον ..., που εργαζόταν στην είσοδο της νεροτσουλήθρας να διακόψει την λειτουργία της, έτσι ώστε ο θανών να απεγκλωβιστεί άμεσα και θα του παρείχε τις πρώτες βοήθειες έγκαιρα. Συμπερασματικά αποκλειστικά υπαίτιοι για τον θάνατο του ανηλίκου Θ1 είναι και οι τρεις κατηγορούμενοι, υπό την ιδιότητα που ο καθένας είχε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ...". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και επέβαλε σε καθένα από αυτούς ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, την οποία για τον δεύτερο, Χ2, την ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην απόφασή του την επιβεβλημένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα με τις εκ του πράγματος παραδοχές, προσδιορίζει το είδος της συντρέχουσας αμέλειας των κατηγορουμένων (μη συνειδητή) τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία της πράξης, τον αιτιώδη σύνδεσμο των παραλείψεων των κατηγορουμένων από την μη τοποθέτηση ειδικού προστατευτικού πλέγματος στις οπές των σωλήνων αναρρόφησης της νεροτσουλήθρας, για την λειτουργία της οποίας δεν είχε χορηγηθεί άδεια και της μη τοποθέτησης από τον δεύτερο κατηγορούμενο, για τον οποίο ανελέγκτως δέχεται ότι ήταν υπεύθυνος λειτουργίας της πισίνας του ξενοδοχείου, ενδεικτικών πινακίδων για την ασφαλή χρήση της νεροτσουλήθρας. Η αιτίαση ότι αντιφατικά η απόφαση στο διατακτικό δέχεται ότι δεν είχαν τοποθετηθεί ενδεικτικές πινακίδες ενώ στο σκεπτικό δέχεται το αντίθετο είναι αβάσιμη. Τούτο δε διότι η αναφορά στο διατακτικό περί της ανυπαρξίας πινακίδων γίνεται με την πρόδηλη έννοια την οποία στο σκεπτικό δέχεται η απόφαση, της τοποθέτησης δηλαδή όχι πινακίδων γενικώς για εγκατάσταση και τη λειτουργία της νεροτσουλήθρας, αλλά προειδοποιητικών ως προς τον τρόπο ασφαλούς χρήσεως αυτής προς αποφυγή ατυχήματος. Η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δεν εξετίμησε την από 1-8-2001 έκθεση αυτοψίας του Αρχιφύλακα ... η οποία περιέχεται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη. Τούτο δε, γιατί το άνω έγγραφο με τον αριθμό 36, τιτλοφορούμενο ως "έκθεση αυτοψίας" δεν είναι το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 178 παρ. εδ β' του ΚΠΔ και το οποίο πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως, αφού αυτοψία διενεργεί μόνον ο δικαστής ή ο ανακριτικός υπάλληλος ή ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, όταν ενεργεί προανάκριση (άρθρο 31 ΚΠΔ), πράγμα που δεν προκύπτει ότι συνέβη στην εξεταζομένη περίπτωση. Το ως άνω έγγραφο, είναι απλό έγγραφο και ως τέτοιο λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα έγγραφα. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ 4ος και 5ος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, η αναγραφή των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεδομένου μάλιστα ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο παρατίθενται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το εάν ανεγνώσθησαν πράγματι ή όχι. Τέλος, οι φωτογραφίες και τα σχεδιαγράμματα δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, ύστερα από επίδειξή τους για τον σκοπό αυτόν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα υπό τους αύξοντες αριθμούς 4, 10, 11, 13, 16, 35 έγγραφα ήτοι α) πρόχειρο σχεδιάγραμμα του χώρου του συμβάντος, β) πέντε (5) φωτογραφίες του πτώματος του Θ1, γ) τέσσερες (4) φωτογραφίες του τραυματισθέντος ποδιού του Ψ3, δ) φωτογραφία του τραυματισθέντος γονάτου του Ζ1, ε) φωτογραφίες της πισίνας με τις νεροτσουλήθρες, στ) διάφορες φωτογραφίες των εγκαταστάσεων νεροτσουλήθρας στο ξενοδοχείο ..., χωρίς να βεβαιώνεται στο πρακτικό της αποφάσεως ότι τα παραπάνω έγγραφα επιδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Η αιτίαση αυτή των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι, όταν στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν τα παραπάνω σχεδιάγραμμα και φωτογραφίες είναι προφανές ότι η αναγραφή αυτή δεν τίθεται κατά κυριολεξία, αλλά με την παραπάνω έννοια της επισκόπησης αυτών, από τους παράγοντες της δίκης, μετά προηγούμενη επίδειξή τους. Περαιτέρω, διηγηματικά και μόνον γίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως μνεία της υπ' αριθμ. ... αδείας για την κατασκευή της πισίνας του ξενοδοχείου, εφόσον το έγγραφο αυτό δεν σχετίζεται άμεσα και καθ' οποιονδήποτε τρόπο με τα στοιχεία που θεμελιώνουν αμέλεια των κατηγορουμένων. Συνεπώς, δεν παρήχθη ακυρότητα από το ότι το έγγραφο αυτό, που δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων, μνημονεύεται, κατά τον άνω τρόπο στο σκεπτικό της αποφάσεως. Τέλος, και η αιτίαση ότι παρήχθη ακυρότης της διαδικασίας στο ακροατήριο από το ότι ανεγνώσθησαν και λήφθηκαν υπόψη οι δύο από 26-6-2002 προανακριτικές καταθέσεις, των Γερμανών υπηκόων αδελφών του θύματος, χωρίς να προσδιορίζεται ότι οι καταθέσεις αυτές είναι συντεταγμένες στην ελληνική γλώσσα, αορίστως προβάλλεται εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι οι καταθέσεις αυτές ήσαν συντεταγμένες σε ξένη γλώσσα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ 2ος και 3ος λόγοι αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδ. 1 του Κ.Π.Δ στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ., προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη και επίσης όταν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου και χωρίς να βεβαιώσει το δικαστήριο την αδυναμία εμφανίσεώς του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. δ' της Ε.Σ.Δ.Α. και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997), να εξετάζει και να ελέγχει τους μάρτυρες. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, ακόμη και χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, εφόσον ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, δεν εναντιωθούν σχετικά. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αναγνώσθηκαν μεταξύ άλλων εγγράφων και 1) οι από 25-6-2002 ένορκες καταθέσεις κατά την προδικασία, των μαρτύρων και αδελφών του θύματος ... και Ψ3, ο δεύτερος των οποίων μάλιστα εξετάσθηκε και προφορικά στο ακροατήριο, 2) η από 24-10-2001 κατάθεση του ... και 3) η από 6-11-2001 κατάθεση του Π1. Για την ανάγνωση των καταθέσεων αυτών και πριν την ανάγνωσή τους, οι κατηγορούμενοι δεν εναντιώθηκαν καθ' οποιονδήποτε τρόπο. Συνεπώς, ουδεμία ακυρότητα δημιουργήθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογία για την αδυναμία εμφανίσεως αυτών αφού δεν προβλήθηκε σχετική εναντίωση των κατηγορουμένων, η δε εκ των υστέρων, μετά την ανάγνωση των παραπάνω καταθέσεων αλλά και του συνόλου των εγγράφων και την εξέταση του μάρτυρα υπερασπίσεως, διατυπωθείσα από τον συνήγορο των κατηγορουμένων επιθυμία μη αναγνώσεως αυτών ήταν πλέον άνευ αντικειμένου. Συνεπώς, και ο 6ος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται κατά τούτο η απόφαση για απόλυτη ακυρότητα είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 233 παρ.1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν πρόκειται να εξετασθεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η παρ.2 του ανωτέρω άρθρου. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διορισθεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στο σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠΔ, που ορίζει ότι αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο, ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε, προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον ο διορισμός αφορά πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα και όχι όταν ο διορισμός γίνεται από τον πίνακα αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την έναρξη της συζητήσεως και αφού εμφανίσθηκαν οι εκπροσωπήσαντες τους κατηγορουμένους συνήγοροι, στα πρακτικά της δίκης παρατίθενται τα εξής: " Στο σημείο αυτό διαπιστώθηκε ότι η πρώτη, ο έκτος, ο έβδομος, ο όγδοος και ο ένατος εκ των μαρτύρων κατηγορίας δεν ομιλούν την Ελληνική γλώσσα και ομιλούν την Γερμανική και το δικαστήριο όρισε διερμηνέα όπως τα άρθρα 233,234 του Κ.Π.Δ ορίζουν, και η οποία αφού προσκλήθηκε από την Πρόεδρο και σε ερωτήσεις για την ταυτότητά του απάντησε ότι ονομάζεται ..., γεννήθηκε και κατοικεί στην... . Στη συνέχεια ορκίσθηκε στο Ιερό Ευαγγέλιο σύμφωνα με το άρθρο 235 Κ.Π.Δ να μεταφράζει σωστά από την Ελληνική στη Γερμανική και αντίστροφα όλη τη συζήτηση στο ακροατήριο..". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και ειδικότερα διότι η διάταξη της Προέδρου του δικάσαντος Εφετείου περί διορισμού διερμηνέα, καίτοι ο διορισθείς διερμηνέας δεν περιλαμβάνεται στον οικείο πίνακα, δεν περιέχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ', είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον στα ως άνω πρακτικά βεβαιώνεται ότι ο διορισμός του διερμηνέα έγινε "σύμφωνα με το άρθρο 233 ΚΠΔ", ήτοι από τον οικείο πίνακα και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η ειδική αιτιολόγηση της συγκεκριμένης διατάξεως του Προέδρου. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ και ειδικότερα διότι η περί διορισμού διερμηνέα διάταξη εκδόθηκε χωρίς προηγούμενη πρόταση του εισαγγελέα και χωρίς να δοθεί ο λόγος στον συνήγορο των κατηγορουμένων, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο δε διότι εφόσον ο διορισμός διερμηνέα έγινε από τον οικείο πίνακα και η διορισθείσα είχε κληθεί προς τούτο από την εισαγγελία, η εξέταση αυτής ήταν υποχρεωτική και συνεπώς παρείλκε η οποιαδήποτε υποβολή προτάσεως από τον εισαγγελέα. Περαιτέρω, από τα ίδια τα πρακτικά της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο συνήγορος των κατηγορουμένων, πριν τον διορισμό του διερμηνέα, ζήτησε να λάβει το λόγο προβάλλοντας τυχόν αντιρρήσεις ως προς το πρόσωπο αυτού και ο διευθύνων τη συζήτηση αρνήθηκε την ικανοποίηση του δικαιώματός του. Σημειώνεται ότι ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδάφ. δ' του ΚΠΔ, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, αναφέρεται δε η διάταξη αυτή σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς δηλαδή να απαιτείται και προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Τέτοια όμως ειδική υποχρέωση του δικαστή δεν υφίσταται και επί της περιπτώσεως του άρθρου 138 παρ.2 του ΚΠΔ, δηλαδή αυτεπαγγέλτως και χωρίς την αίτηση του διαδίκου, να δώσει σ' αυτόν το λόγο πριν την έκδοση της διατάξεώς του. Συνεπώς δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από την μη παροχή από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση των αναιρεσειόντων ή του συνηγόρου τους, του λόγου σε αυτούς πριν την έκδοση της περί διορισμού διερμηνέα διατάξεώς του. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα ο καθένας τους (άρθρο 583 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 583 ΚΠΔ, 176,183 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-6-2008 αίτηση των α) Χ1 και β) Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3017/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Εκτίμηση εκθέσεως αυτοψίας αστυνομικού οργάνου ως απλού εγγράφου. Όχι ειδική αναφορά μεταξύ των αποδεικτικών μέσων. Η αναφορά στα πρακτικά ότι αναγνώστηκαν φωτογραφίες και σχεδιαγράμματα γίνεται με την έννοια της επισκόπησης και επίδειξης στους διαδίκους. Δεν δημιουργείται ακυρότητα από την ανάγνωση προανακριτικών καταθέσεων μαρτύρων εάν γίνεται χωρίς εναντίωση του κατηγορουμένου. Η μετά την ανάγνωση αυτών εναντίωση είναι άνευ αντικειμένου. Εφόσον διορίζεται διερμηνέας εκ του πίνακα και αυτός είχε κλητευθεί προηγουμένως προς τούτο, δεν αιτιολογείται η διάταξη διορισμού του, παρέλκει η πρόταση του εισαγγελέα και δεν δημιουργείται ακυρότητα από τη μη δόση του λόγου στον κατηγορούμενο εφόσον δεν ζητήθηκε. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 971/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, 2. Χ2, κατοίκων ...... και 3. Χ3, κατοίκου ......, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2704/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιανουαρίου 2008 και 21 Ιανουαρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 247/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 397/31.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το αρθρ. 485§1 Κ.Π.Δ., τις παραδεκτώς, κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των αρθρ. 465§1, 473§1, 474, 482§1 στοιχ. Α' και 484§1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., ασκηθείσες αιτήσεις αναιρέσεως υπό των κατηγορουμένων Χ3, κατοίκου ......, Χ2, κατοίκου ...... και Χ1, κατοίκου ......, κατά του υπ'αριθ. 2704/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εξεδόθη κατόπιν εφέσεως των κατά του υπ'αριθ. 633/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ'αριθ. 633/2007 βούλευμα του, παρέπεμψε τους κατηγορουμένους εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) για να δικασθούν ο μεν Χ3 για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ'εξακολούθησιν, οι δε λοιποί της απάτης κατά συναυτουργίαν, από την οποίαν το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία του παθόντος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (αρθρ. 386 §§1, 3 στοιχ. Π.Κ., ως αντικατεστάθη δι'άρθρ. 1 §1 ν. 2408/96 και τούτο δι'αρθρ. 14§4 ν. 2721/1999). Κατά του ως άνω βουλεύματος ησκήθησαν αι υπ'αριθ. 266/21-5-2007, 216/4-5-2007 και 215/4-5- 2007 εφέσεις των κατηγορουμένων, αντιστοίχως, επί των οποίων εξεδόθη το προσβαλλόμενο βούλευμα δια του οποίου απερρίφθησαν κατ'ουσίαν αι παραπάνω εφέσεις και επεκυρώθη το εκκαλούμενο ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως ησκήθησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως δια δηλώσεως των κατηγορουμένων ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του Εφετείου Αθηνών και μάλιστα ο μεν πρώτος αυτοπροσώπως οι δε λοιποί δια δηλώσεως του πληρεξουσίου των δικηγόρου και περιέχουν λόγο αναίρεσης και δη της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ. 484§1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ.) και επομένως πρέπει να εξετασθούν κατ'ουσίαν. II) Κατά την διάταξη του αρθρ. 386§1 Π.Κ., για την στοιχειοθέτηση του υπ'αυτού προβλεπομένου εγκλήματος απαιτείται η πρόκληση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση δηλαδή πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν εις ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, την παράλειψη δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως από τον νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Σε περίπτωση δε που η παραπλάνηση επετεύχθη με περισσότερους τρόπους, πρέπει στην αιτιολογία να γίνεται διάκριση των γεγονότων που ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς και εκείνων που απόκρυψε ή παρασιώπησε και, αν πρόκειται για παρασιώπηση γεγονότων, να γίνεται λόγος και για την υποχρέωση ανακοινώσεως (εκ του νόμου, συμβάσεως κ.λ.π.), διαφορετικά δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση, που οδηγεί στην ανεπάρκεια της αιτιολογίας, αλλά και παραβίαση της διατάξεως εκ πλαγίου, στέρηση δηλαδή του βουλεύματος ή της αποφάσεως νομίμου βάσεως. Οι ιδιότητες του εξαπατηθέντος και του ζημιωθέντος δεν είναι αναγκαίο να συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο και επίσης δεν είναι αναγκαίο να συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, οι ιδιότητες του εξαπατήσαντος και του ωφεληθέντος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του αρθρ. 386, απαιτείται η επέλευση της βλάβης να είναι αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της τοιαύτης συμπεριφοράς στην οποία προέβη ο εξαπατών. Εάν όμως η ζημία που επήλθε από την απατηλή συμπεριφορά του εξαπατώντας ισοσταθμίζεται από μία ισάξια αντιπαροχή, η οποία περιήλθε εις τον εξαπατηθέντα από την πράξη την οποία αυτός παρεπείσθη να διαπράξει, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης, γιατί δεν υφίσταται η βλάβη (Α.Π. 1203/99 Ποιν.Χρ. Ν' σελ. 610, Α.Π. 1277/90 Ποιν.Χρ. ΜΑ' σελ. 564, Α.Π. 625/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ σελ.21, Α.Π. 353/64 Ποιν.Χρ. ΙΕ" σελ. 15). Εξάλλου κατά το αρθρ. 45 Π.Κ. αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη της εκτέλεσης της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή εις το ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή εις το ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται εις το βούλευμα ή την απόφαση του Δικαστηρίου και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας για το έγκλημα της απάτης, πρέπει, όχι μόνο να εκτίθεται ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία αλλά και να προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η βλάβη αυτής και πως επήλθε (Α.Π. 737/2007 Ποιν.Χρ. ΝΗ' σελ. 226, Α.Π. 625/2005 Ποιν.Χρ.ΝΣΤ' σελ. 21, Α.Π. 1470/2003 Ποιν.Χρ. ΝΔ' σελ. 419, Α.Π. 1034/2004 Ποιν.Χρ. ΝΑ σελ. 253). Κατά την διάταξη δε του αρθρ. 386§3 εδ.β' Π.Κ., ως αντικατεστάθη δι'άρθρ. 14§4 ν. 2721/99 "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) ... β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ., ήδη 73.000 ευρώ". Πρόκειται για νέα επιβαρυντική περίπτωση απάτης ερειδομένη μόνον επί του ποσού του προσπορισθέντος οφέλους ή της προξενηθείσης ζημίας χωρίς να απαιτείται, ως στοιχείο αυτής, το κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια του τρόπου τέλεσης της (Α.Π. 829/2001 Ποιν.Χρ. ΝΒ' σελ. 313). Περαιτέρω από αρθρ. 98 Π.Κ. προκύπτει ότι κατ'εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χωριστά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Ειδικότερα, σε περίπτωση απάτης, κατά την οποία ο δράστης προέβη διαδοχικά σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μία από τις οποίες οδήγησε και σε ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από τον ίδιο παθόντα, συντρέχουν περισσότερες πράξεις και ανακύπτει θέμα απάτης κατ'εξακολούθηση. Διαφορετική δε είναι η περίπτωση των συνεχών ψευδών παραστάσεων που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατώμενο πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, οπότε πρόκειται για μία μοναδική πράξη απάτης (Α.Π. 935/2003 Ποιν.Χρ. ΝΔ' σελ. 219, Α.Π. 1155/2000 Ποιν.Χρον. ΝΑ' σελ. 398, Α.Π. 2251/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ σελ. 794). Περαιτέρω έλλειψη της απαιτούμενης από τα αρθρ. 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το αρθρ. 484 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, εις τα οποία εστηρίχθη η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β)αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο (ή το Δικαστικό Συμβούλιο) έλαβε υπ'όψιν του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά (Α.Π. 108/200 Ποιν.Χρ. Ν' σελ. 313, Α.Π. 978/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ' σελ. 230, Α.Π. 542/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 210). Εξάλλου πάγια η νομολογία και η επιστήμη δέχονται ότι η αιτιολογία (αρθρ. 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ.) δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν εις αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μια τέτοια αιτιολογία ως εμπεριστατωμένη (Κατράς: Ποιν.Χρον.Ν' σελ. 965 σημ. 5γ, Καϊάφα-Γκμπάντι: Υπέρ 2000 σελ. 838 εις παρατηρ. Υπό την Α.Π. 112/2000). Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της απόφασης ή του βουλεύματος δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο έλαβε υπ'όψιν του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογή. Η δε υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των αρθρ. 177§1 και 178 Κ.Π.Δ. Βέβαια το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιο αποδεικτικό μέσο επείσθη τελικώς το Δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, πλην όμως πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται γιατί επείσθη από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο, αντιφατικό ή απλώς διαφορετικό. Ο δε αναιρετικός έλεγχος επ'αυτού εστιάζεται εις το αν το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο επραγματοποίησε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι "επιλεκτική" λήψη μόνο μερικών εξ αυτών. Εξάλλου, το Συμβούλιο οφείλει να λάβει υπ'όψιν και να αξιολογήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκομίσθησαν και υπερβαίνει γι'αυτό (αρνητικά) την εξουσία που του παρέχουν αι διατάξεις των αρθρ. 309, 310 και 313 Κ.Π.Δ., αν περιορισθεί στον έλεγχο και την αξιολόγηση μόνον των στοιχείων που ενισχύουν τις ενδείξεις ή μόνον εκείνων που τις αποδυναμώνουν. (Ολ.Α.Π. 9/2001 Ποιν.Χρ. ΝΑ σελ. 788, Α.Π. 68/2000 Ποιν.Χρον. Ν' σελ. 205, Α.Π. 108/2000 Ποιν.Χρ. Ν' σελ. 313, Α.Π. 699/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ' σελ. 51, Α.Π. 701/2000 Πράξ. Λογ. Π.Δ. 2000 σελ. 147 με παρατ. Γ. Συλίκου, Α.Π. 652/99 Ποιν.Χρ. Ν' σελ. 239, Α.Π. 600/98 Ποιν.Δικ. 1998 σελ. 722, Α.Π. 1786/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ' σελ. 805). Έτσι, όταν ασκείται έφεσις από τον κατηγορούμενο κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο έχει μεν την δυνατότητα για να στηρίξει τις δικές του σκέψεις, να παραπέμψει συμπληρωματικώς εις τo πρωτόδικο βούλευμα καθώς και εις την πρότασιν του Εισαγγελέως αρκεί να παρατίθενται εις ταύτην τα προαναφερόμενα στοιχεία, δεν συγχωρείται όμως το Συμβούλιο Εφετών να μην διαλαμβάνει τίποτα για τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις με τις οποίες απεφάνθη ότι υπάρχουν αποχρώσεις (επαρκείς) ενδείξεις και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφήρμοσε, αλλά απλώς να αναφέρεται εξ ολοκλήρου εις τα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος ή (και) στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση. Με τον τρόπο αυτό εκμηδενίζεται η δικαιοδοτική του εξουσία και απεκδύεται αυτό της προβλεπομένης από τον νόμο δευτέρου βαθμού κρίσεως, η οποία έχει ανάγκη δικής της αιτιολογίας, με αποτέλεσμα στην περίπτωση αυτή το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών να στερείται παντελώς της επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά μείζονα δε λόγο όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει υποβάλλει υπόμνημα και έγγραφα προς το Συμβούλιο Εφετών και δεν προκύπτει ότι αυτά αξιολογήθηκαν, δεδομένου ότι έλαβε υπ'όψιν τα έγγραφα, που υπήρχαν στην δικογραφία μέχρι της εκδόσεως του εκκληθέντος βουλεύματος, χωρίς να διευκρινίζει αν συνεκτίμησε και έγγραφα που τυχόν υπεβλήθησαν από τους διαδίκους μέχρι της εκδόσεως του (Α.Π. 1074/2006 Ποιν.Χρ. ΝΖ' σελ. 405 και τις υπ'αυτήν παραπομπές, Α.Π. 732/2005 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 1014, Α.Π. 1065/2000 Πο9ιν.Χρ. ΝΑ' σελ. 324). ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εις αυτό πρότασιν του Εισαγγελέως, εδέχθη ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ'είδος αναφέρονται προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ο εγκαλών Ψ τυγχάνει επαγγελματίας αυτοκινητιστής και έχει την ιδιοκτησία του φορτηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, με τα οποία εκτελεί διάφορες εργασίες εκσκαφής και μεταφοράς μπάζων, οικοδομικών και άλλων αδρανών υλικών. Ο εγκαλών το έτος 2000 συμφώνησε με την ανώνυμη τεχνική εταιρία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." να αναλάβει και να εκτελέσει, ως υπεργολάβος, Χωματουργικές εργασίες στην κατασκευή της Αττικής οδού και πράγματι από τον Μάιο του έτους αυτού άρχισε να μεταφέρει για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας μπάζα και άλλα αδρανή υλικά απασχολούμενος πάντα στην κατασκευή της εν λόγω οδού. Έτσι, από τον μήνα Μάϊο του έτους 2000 έως και τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 παρείχε τις υπηρεσίες του στην ρηθείσα ανώνυμη τεχνική εταιρεία και αυτή κατέβαλε κανονικά τις αμοιβές του. Ωστόσο, κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2002 παρατηρήθηκε μία εκτεταμένη οικονομική δυσπραγία στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." και ο εγκαλών φοβούμενος ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μείνει απλήρωτος, απεφάσισε να αποχωρήσει από την εν λόγω εταιρεία, μη παρέχοντας πλέον την εργασία του σε αυτή. Στη συνέχεια όμως στα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002 ο πρώτος των εκκαλούντων, Χ3, ο οποίος ήταν υπεύθυνος των εργοταξίων της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." για την κατασκευή της Αττικής οδού, ζήτησε από τον εγκαλούντα να επιστρέψει στην εταιρεία αναφέροντας σε αυτόν (εγκαλούντα) ότι η εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." ανήκει στην "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" και ότι τα χρήματα της αμοιβής του ήταν εξασφαλισμένα ακόμη και στην περίπτωση που η εταιρεία πτώχευε. Εξήγησε δε στον εγκαλούντα ότι σε αυτές τοις περιπτώσεις η κοινοπραξία αναλαμβάνει όλες τις οφειλές των εταιριών -μελών της- οι οποίες για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους προς τρίτους. Σε συνέχεια αυτής της εξήγησης στις αρχές του έτους 2004 ο εγκαλών (Ψ) ήρθε σε επαφή με τον δεύτερο και τρίτο των εκκαλούντων οι οποίοι τυγχάνουν, ο μεν δεύτερος (Χ2) γενικός τεχνικός διευθυντής και μέλος της Τριμελούς Διοικούσας Επιτροπής της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ", ο δε τρίτος (Χ1) διαχειριστής και μέλος της Τριμελούς διοικούσας επιτροπής της ιδίας Κοινοπραξίας. Οι εν λόγω εκκαλούντες, οι οποίοι γνώριζαν πολύ καλά τα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος, διαβεβαίωσαν αυτόν ότι σε περίπτωση που η εταιρία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." αντιμετωπίσει το οποιοδήποτε πρόβλημα, τότε τα χρήματα της αμοιβής του πρόκειται να καταβληθούν από την Κοινοπραξία η οποία σε αυτές τις περιπτώσεις αναλαμβάνει να καλύψει τις οφειλές των μελών της. Για να μη μείνει δε καμία αμφιβολία για τα ανωτέρω και ιδιαίτερα για την ευθύνη της Κοινοπραξίας, σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας της "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", επέδειξαν στον εγκαλούντα το από 27-4-1996 Ιδιωτικό Συμφωνητικό με το οποίο τροποποιήθηκε το αρχικό συμφωνητικό συστάσεως της Κοινοπραξίας, όπου στο άρθρο 20 αναφέρεται ότι: "Η Κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των εργασιών μέχρι τη λύση της". Έτσι, μετά την ανάγνωση του ως άνω συμφωνητικού, πείσθηκε ο εγκαλών και στις 16-1-2003 επέστρεψε στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." και άρχισε να προσφέρει και πάλι τις υπηρεσίες του στην κατασκευή της Αττικής Οδού δεχόμενος τις μεταχρονολογημένες επιταγές των 10 και 12 μηνών που λάμβανε για τις εργασίες του, έχοντας πλέον την βεβαιότητα ότι σε κάθε περίπτωση θα καλυφθεί οικονομικά από την Κοινοπραξία "Αττική Οδός". Ωστόσο, από τον Μάιο του έτους 2004 η εταιρία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." δεν ήταν σε θέση πλέον να χορηγήσει ούτε καν επιταγές, έστω και μεταχρονολογημένες, ενώ ο εγκαλών είχε λάβει έναντι λογαριασμού για τις υπηρεσίες του από την ρηθείσα Ανώνυμη Τεχνική εταιρεία τις με αριθμούς: ......, ....., ......, ...... επιταγές της τράπεζας SG, ποσών 40.000, 30.000, 10.000 και 20.000 ευρώ, αντίστοιχα, μέχρι τότε. Πλην δε των ανωτέρω ποσών και έως το πέρας των εργασιών για την κατασκευή του ως άνω έργου οφειλόταν από την εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." στον εγκαλούντα το ποσό των 40.172,44 ευρώ. Εκεί, ο εγκαλών για πρώτη φορά άκουσε ότι η μόνη υπόχρεη να καταβάλει το παραπάνω ποσό είναι η ρηθείσα εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", καθόσον, βάσει του από 27-11-99 συμφωνητικού τροποποίησης και κωδικοποίησης του κοινοπρακτικού συμφώνου αναφερόταν ρητά ότι: "Η Κοινοπραξία θα βαρύνεται για την εκτέλεση των εργασιών -πλην εκείνων που αφορούν εργασίες που έχουν κατανεμηθεί στα μέλη - μέχρι την λύση της". Σύμφωνα δε με τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος, οι εκκαλούντες, παρά την γνώση που είχαν για τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", εξαπάτησαν αυτόν, καθόσον του απέκρυψαν δολίως την ύπαρξη του από 27-11-1999 κωδικοποιημένου κοινοπρακτικού συμφωνητικού, επιδεικνύοντας σε αυτόν το προγενέστερο, από 27-4-1996 κοινοπρακτικό συμφωνητικό, περί, δήθεν, ευθύνης της Κοινοπραξίας για τα χρέη των εταιρειών μελών της και έτσι κατάφεραν να τον πείσουν να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", πράγμα που σε καμιά περίπτωση δεν θα συνέβαινε, αν ο εγκαλών γνώριζε την αλήθεια. Η ζημία δε την οποία υπέστη τελικά ο εγκαλών από την παραπάνω απατηλή συμπεριφορά των εκκαλούντων, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 149.701,96 ευρώ, μαζί με τους νόμιμους τόκους και λοιπά έξοδα. Οι εκκαλούντες από την πλευρά τους, αρνούνται τις παραπάνω καταγγελίες του εγκαλούντος ισχυριζόμενοι, αφ'ενός μεν ο Χ3 (πρώτος των εκκαλούντων), ότι εργάστηκε στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", ως προϊστάμενος ποιοτικού ελέγχου αρχικά και εν συνεχεία ως προϊστάμενος εργοταξιακού γραφείου της κατασκευής τμήματος της Αττικής οδού, πλην όμως, ουδέποτε διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα Ψ ότι τα χρήματα του ήταν εξασφαλισμένα, ακόμη και στην περίπτωση που η εταιρία πτώχευε και ότι η Κοινοπραξία θα αναλάμβανε όλες τις οφειλές των εταιρειών μελών της, ισχυριζόμενος επί πλέον ότι ο ίδιος ουδέποτε θα μπορούσε να έχει προβεί στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις, αφού δεν είχε καμία διαχειριστική αρμοδιότητα σχετικά με την οικονομική λειτουργία της εταιρείας και αφ'ετέρου οι Χ2 και Χ1 (δύο τελευταίοι των εκκαλούντων αντίστοιχα) αρνούνται, ομοίως τις κατηγορίες ισχυριζόμενοι ότι ουδέποτε διαβεβαίωσαν τον εγκαλούντα Ψ περί της δυνατότητος εξόφλησης αυτού -σε περίπτωση οικονομικής δυσπραγίας της "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." -από την κοινοπραξία "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ", επιδεικνύοντας μάλιστα κατά μήνα Ιανουάριο του 2003 προς κάλυψη οιασδήποτε αντίρρησης του εγκαλούντος (για την συνέχιση παροχής των υπηρεσιών του προς την "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." το από 27-4-1996 Κοινοπρακτικό της Κοινοπραξίας "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ". Επί πλέον δε οι ανωτέρω εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο εγκαλών προσπαθεί να ποινικοποιήσει μία αστικής φύσεως διαφορά και πως η Κοινοπραξία δεν είχε κανένα κίνητρο να παραπείσει τον εγκαλούντα να παραμείνει στο έργο κατασκευής της Αττικής οδού, αφού η παραμονή του ή μη δεν θα ασκούσε καμία επιρροή στην έγκαιρη και άρτια εκτέλεση του έργου την οποία, σε περίπτωση αποχώρησης του, θα αναλάμβαναν βάσει του κοινοπρακτικού τα υπόλοιπα κοινοπρακτούντα μέλη. Βέβαια, οι ως άνω ισχυρισμοί των εκκαλούντων, ναι μεν επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ......, δικηγόρου της ρηθείσης κοινοπραξίας του εργαζομένου στην "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." ......, ήτοι των ......, ...... και ......, πλην όμως, οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών, εν όψει και της άμεσης συνεργασίας τους με τους εκκαλούντες, δεν κρίνονται αξιόπιστες. Αντίθετα, όλοι οι ισχυρισμοί του εγκαλούντος, Ψ, επιβεβαιώνονται πλήρως, τόσον από τον υιό του Α, όσο και από τους επίσης εργαζόμενους στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", ......, ...... και ......, απάντων μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι φέρεται να εξαπατήθηκαν με όμοιο τρόπο από όλους τους εκκαλούντες, προκειμένου να συνεχίσουν να εργάζονται για την αποπεράτωση του έργου της Αττικής Οδού, μη κρινόμενου πειστικού εν προκειμένω του ισχυρισμού, ότι η τυχόν αποχώρηση κάποιων μελών δεν θα είχε αντίκτυπο στην εκτέλεση του έργου, εν όψει της συμφωνίας ότι αυτή θα την αναλάμβαναν τα λοιπά κοινοπρακτούντα μέλη, αφού ήταν γνωστός σε όλους ο κατεπείγων χαρακτήρας της αποπεράτωσης του έργου της Αττικής οδού, εν όψει των επικείμενων τότε Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα και η τυχόν αποχώρηση κάποιων εργαζόμενων θα επέφερε αναπόφευκτη καθυστέρηση, την οποία και ήθελαν να αποφύγουν με οποιονδήποτε τρόπο οι εκκαλούντες, προσπαθώντας να πείσουν όλα τα μέλη της κοινοπραξίας να προσφέρουν τις εργασίες τους. Είναι δε χαρακτηριστικό πως σε όλους τους ανωτέρω εργαζόμενους μη εξαιρουμένου και του εγκαλούντος, οφείλονται μέχρι σήμερα ως δεδουλευμένα μεγάλα χρηματικά ποσά, τη ρύθμιση καταβολής των οποίων επεδίωξαν αυτοί και μέσω της Γεν. Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ. Οι εκκαλούντες, βέβαια, με τις υπό κρίσιν εφέσεις τους εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι, δήθεν, δεν τέλεσαν την πράξη που τους αποδίδεται. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός, κατά την κρίση μου, είναι εντελώς αβάσιμος για τους λόγους που προανέφερα. Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη υπόθεση, λόγω της σπουδαιότητος αυτής, θα πρέπει να αχθεί ενώπιον του ακροατηρίου του ρηθέντος δικαστηρίου, προκειμένου να υποστεί την βάσανο του ακροατηρίου, όπου θα φανεί πλέον καθαρά, αν είναι βάσιμοι ή όχι οι ως άνω ισχυρισμοί των εκκαλούντων. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: α) Χ3, 2) Χ2 και 3) Χ1, εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) για να δικασθούν ο μεν πρώτος για απάτη κατ'εξακολούθησιν σε βαθμό κακουργήματος, οι δε δεύτερος και τρίτος για απάτη από κοινού, από την οποία η προκληθείσα ζημία και το αντίστοιχο όφελος της υπ'αυτών εκπροσωπούμενης εταιρείας υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Με βάση όμως τις παραδοχές αυτές η αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος είναι ελλιπής και έχει ασάφειες και αντιφάσεις. Ειδικότερον, ως προς τον πρώτον των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων ενώ δέχεται ότι η πράξη της απάτης ετελέσθη κατ'εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις, αφήνει αδιευκρίνιστο αν κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του παθόντος, που έχει προκληθεί από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ή μήπως, συνεπεία της άπαξ επελθούσης πλάνης ο παθών προέβη σε διαδοχικές απλώς επιζήμιες ενέργειες, οπότε δεν τίθεται θέμα κατ'εξακολούθησιν τελέσεως της απάτης, β) Δεν προκύπτει ότι αξιολόγησε όλα τα μέσα αποδείξεως, δεδομένου ότι έλαβε υπ'όψιν τα έγγραφα που υπήρχαν στην δικογραφία, μέχρι της εκδόσεως του εκκληθέντος βουλεύματος, χωρίς να διευκρινίζει αν συνεκτίμησε και έγγραφα που υπεβλήθησαν από τον εκ των αναιρεσειόντων -κατηγορούμενον (Χ3) μέχρι της εκδόσεως αυτού δια του από 21-5-2007 υπομνήματος του, ιδίως εκείνων από τα οποία προκύπτει ότι ο εγκαλών, μετά τον χρόνον τελέσεως της πράξεως υπό των κατηγορουμένων, φέρεται ότι εισέπραξε, από την υπ'αυτών εκπροσωπουμένην εταιρείαν, διάφορα χρηματικά ποσά, ώστε να διευκρινίζεται αν τα ποσά αυτά συμπεριλαμβάνονται ή όχι εις την συνολική ζημία ου υπέστη ο εγκαλών. Επίσης κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών γίνεται αναφορά μόνον στις καταθέσεις ορισμένων μαρτύρων κατηγορίας, ενώ εις αυτήν υπάρχουν και άλλες μαρτυρικές καταθέσεις που δεν αξιολογήθηκαν, ούτε γίνεται αναφορά σε όσα οι μάρτυρες αυτοί βεβαίωσαν στις καταθέσεις των, ενώ εις το αιτιολογικό γίνεται αναφορά στις καταθέσεις του συνόλου των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων. Έτσι το Συμβούλιο δεν εκθέτει σαφώς γιατί και με βάση ποία συγκεκριμένα στοιχεία δέχεται ως αληθινούς τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος, σε σχέση με τους αντίστοιχους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων και τα προσαχθέντα από αυτούς προς τεκμηρίωση τους αποδεικτικά μέσα, περί των οποίων απλώς διέλαβε σκέψιν αμφιβολίας τελέσεως της αποδιδομένης εις αυτούς (κατηγορουμένους) πράξεως. γ)Σχετικά με το στοιχείο της βλάβης για το οποίο εις μεν το σκεπτικό δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά αφού δέχεται άλλοτε ότι το ύψος αυτής ανέρχεται εις το ποσό των 140.172,44 ευρώ και άλλοτε εις το τοιούτο των 149.701,96 ευρώ, ενώ εις το διατακτικό του εκκαλουμένου προσδιορίζεται εις το ποσό των 140.172,44 ευρώ. Προφανώς εις το ποσό των 149.701,99 ευρώ διελήφθησαν τα δικαστικά έξοδα και τόκοι του κεφαλαίου, τα οποία όμως δεν συνιστούν, την στιγμή που ετελέσθη η πράξις της απάτης, μείωση της περιουσίας με την οικονομική της έννοια και δεν βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες των κατηγορουμένων (ίδετε σχετ. Ν. Μπιτζιλέκη εις Ποιν.Χρ. ΝΒ' σελ. 481). Έτσι όμως, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, διέλαβε ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της προαναφερθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως αφού δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά τί ακριβώς δέχεται το Συμβούλιο ως περιουσιακή βλάβη του παθόντος, που επιτείνονται και εκ του ότι, ενώ δέχεται ότι, συνεπεία των προαναφερομένων ψευδών παραστάσεων των κατηγορουμένων, ο παθών προέβη εις περιουσιακήν διάθεσιν, μέρος της αξίας της οποίας εκαλύφθη δια της μεταγενεστέρας εκδόσεως τεσσάρων επιταγών, συνολικού ποσού 100.000 ευρώ, οι οποίες όμως δεν επληρώθησαν, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, παρά ταύτα υπελογίσθη τούτο εις το συνολικό ποσό της ζημίας εκ της ως άνω αξιοποίνου πράξεως της απάτης, χωρίς να αιτιολογείται αν η εμμέσως προκληθείσα ως άνω περιουσιακή ζημία, που αντιστοιχεί εις το παραπάνω ποσό, βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες των κατηγορουμένων γιατί, σύμφωνα με τις παραδοχές του βουλεύματος, η ζημία αυτή που επήλθε εκ της μη πληρωμής των επιταγών, προέκυψε μετά την κατάρτισιν της εργολαβικής συμβάσεως και την περιουσιακή διάθεση του παθόντος. Επομένως, ο από το αρθρ. 484§1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστάς. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να γίνουν δεκτές οι υπ'αριθ. 15/21-1-2009, 7/11-2008 και 6/11-1-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ3, κατοίκου ......, Χ2, κατοίκου ......, και Χ1, κατοίκου ομοίως, αντιστοίχως, Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με αριθ. 2704/2007 και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστάς. Αθήναι τη 14η Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως α) του Χ3, β) Χ2 και γ) Χ1, με αριθμό 15/21-1-2008, 7/11-1-2008 και 6/11-1-2008, κατά του υπ' αριθμό 2704/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία, οι εφέσεις τους, κατά του υπ' αριθμό 633/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, απλή και κατ' εξακολούθηση με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση,( άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ). Γι' αυτό, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά τους, συνεκδικαζόμενες, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με άρθρο 1 παρ.11 του ν. 2408/1996, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση της παρ. 3, ορίσθηκε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αφαιρέθηκε δηλαδή η επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη. Η διάταξη όμως αυτή αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999 (άρθρο 55 του ίδιου νόμου) και ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000)ευρώ. Η διάταξη αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο μόνο στην περίπτωση που το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), οπότε η πράξη, και αν ακόμη έχει τελεσθεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, όπως επίσης είναι ευνοϊκότερη αν το συνολικό ποσό, χωρίς τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Αν όμως το ποσό του οφέλους ή της ζημίας είναι ανώτερο των 5.000.000 δραχμών (ήδη15.000ευρώ) και συντρέχουν οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις ή είναι απλώς ανώτερο των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ), η πράξη της απάτης έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και με τη νεότερη διάταξη. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι, επί απάτης κατά το άρθρο 386 του Π.Κ, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Εξάλλου, έλλειψη της, κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την προανάκριση και κύρια ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο, να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η αόριστη όμως αναφορά στο βούλευμα των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση, χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό του είδους των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστικό συμβούλιο δεν αρκεί, και η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται από την τυχόν επιλεκτική επίκληση, κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, μεμονωμένων καταθέσεων μαρτύρων ή εγγράφων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, οι αναιρεσείοντες, με το υπ' αριθμό 633/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Εφετείο (για τα Κακουργήματα) Αθηνών, για να δικασθούν για την πράξη της κακουργηματικής απάτης απλής και κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού, οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν τις υπ' αριθμό 266/2007, 216/2007 και 215/2007 εφέσεις. Επί των εφέσεων αυτών, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι εφέσεις και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, με αριθμό 633/2007 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων, καθώς και τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων, ότι προέκυψαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών Ψ τυγχάνει επαγγελματίας αυτοκινητιστής και έχει στην ιδιοκτησία του φορτηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, με τα οποία εκτελεί διάφορες εργασίες εκσκαφής και μεταφοράς μπάζων, οικοδομικών και άλλων αδρανών υλικών. Ο εγκαλών το έτος 2000 συμφώνησε με την ανώνυμη τεχνική εταιρία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." να αναλάβει και να εκτελέσει, ως υπεργολάβος, Χωματουργικές εργασίες στην κατασκευή της Αττικής οδού και πράγματι από τον Μάιο του έτους αυτού άρχισε να μεταφέρει για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας μπάζα και άλλα αδρανή υλικά απασχολούμενος πάντα στην κατασκευή της εν λόγω οδού. Έτσι, από τον μήνα Μάϊο του έτους 2000 έως και τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 παρείχε τις υπηρεσίες του στην ρηθείσα ανώνυμη τεχνική εταιρεία και αυτή κατέβαλε κανονικά τις αμοιβές του. Ωστόσο, κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2002 παρατηρήθηκε μία εκτεταμένη οικονομική δυσπραγία στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." και ο εγκαλών φοβούμενος ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μείνει απλήρωτος, απεφάσισε να αποχωρήσει από την εν λόγω εταιρεία, μη παρέχοντας πλέον την εργασία του σε αυτή. Στη συνέχεια όμως στα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002 ο πρώτος των εκκαλούντων, Χ3, ο οποίος ήταν υπεύθυνος των εργοταξίων της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." για την κατασκευή της Αττικής οδού, ζήτησε από τον εγκαλούντα να επιστρέψει στην εταιρεία αναφέροντας σε αυτόν (εγκαλούντα) ότι η εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." ανήκει στην "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" και ότι τα χρήματα της αμοιβής του ήταν εξασφαλισμένα ακόμη και στην περίπτωση που η εταιρεία πτώχευε. Εξήγησε δε στον εγκαλούντα ότι σε αυτές τοις περιπτώσεις η κοινοπραξία αναλαμβάνει όλες τις οφειλές των εταιριών -μελών της- οι οποίες για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους προς τρίτους. Σε συνέχεια αυτής της εξήγησης στις αρχές του έτους 2004 ο εγκαλών (Χ3) ήρθε σε επαφή με τον δεύτερο και τρίτο των εκκαλούντων οι οποίοι τυγχάνουν, ο μεν δεύτερος (Χ2) γενικός τεχνικός διευθυντής και μέλος της Τριμελούς Διοικούσας Επιτροπής της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ", ο δε τρίτος (Χ1) διαχειριστής και μέλος της Τριμελούς διοικούσας επιτροπής της ιδίας Κοινοπραξίας. Οι εν λόγω εκκαλούντες, οι οποίοι γνώριζαν πολύ καλά τα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος, διαβεβαίωσαν αυτόν ότι σε περίπτωση που η εταιρία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." αντιμετωπίσει το οποιοδήποτε πρόβλημα, τότε τα χρήματα της αμοιβής του πρόκειται να καταβληθούν από την Κοινοπραξία η οποία σε αυτές τις περιπτώσεις αναλαμβάνει να καλύψει τις οφειλές των μελών της. Για να μη μείνει δε καμία αμφιβολία για τα ανωτέρω και ιδιαίτερα για την ευθύνη της Κοινοπραξίας, σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας της "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", επέδειξαν στον εγκαλούντα το από 27-4-1996 Ιδιωτικό Συμφωνητικό με το οποίο τροποποιήθηκε το αρχικό συμφωνητικό συστάσεως της Κοινοπραξίας, όπου στο άρθρο 20 αναφέρεται ότι: "Η Κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των εργασιών μέχρι τη λύση της". Έτσι, μετά την ανάγνωση του ως άνω συμφωνητικού, πείσθηκε ο εγκαλών και στις 16-1-2003 επέστρεψε στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." και άρχισε να προσφέρει και πάλι τις υπηρεσίες του στην κατασκευή της Αττικής Οδού δεχόμενος τις μεταχρονολογημένες επιταγές των 10 και 12 μηνών που λάμβανε για τις εργασίες του, έχοντας πλέον την βεβαιότητα ότι σε κάθε περίπτωση θα καλυφθεί οικονομικά από την Κοινοπραξία "Αττική Οδός". Ωστόσο, από τον Μάιο του έτους 2004 η εταιρία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." δεν ήταν σε θέση πλέον να χορηγήσει ούτε καν επιταγές, έστω και μεταχρονολογημένες, ενώ ο εγκαλών είχε λάβει έναντι λογαριασμού για τις υπηρεσίες του από την ρηθείσα Ανώνυμη Τεχνική εταιρεία τις με αριθμούς: ......, ......, ......, ...... επιταγές της τράπεζας SG, ποσών 40.000, 30.000, 10.000 και 20.000 ευρώ, αντίστοιχα, μέχρι τότε. Πλην δε των ανωτέρω ποσών και έως το πέρας των εργασιών για την κατασκευή του ως άνω έργου οφειλόταν από την εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." στον εγκαλούντα το ποσό των 40.172,44 ευρώ. Εκεί, ο εγκαλών για πρώτη φορά άκουσε ότι η μόνη υπόχρεη να καταβάλει το παραπάνω ποσό είναι η ρηθείσα εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", καθόσον, βάσει του από 27-11-99 συμφωνητικού τροποποίησης και κωδικοποίησης του κοινοπρακτικού συμφώνου αναφερόταν ρητά ότι: "Η Κοινοπραξία θα βαρύνεται για την εκτέλεση των εργασιών -πλην εκείνων που αφορούν εργασίες που έχουν κατανεμηθεί στα μέλη - μέχρι την λύση της". Σύμφωνα δε με τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος, οι εκκαλούντες, παρά την γνώση που είχαν για τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", εξαπάτησαν αυτόν, καθόσον του απέκρυψαν δολίως την ύπαρξη του από 27-11-1999 κωδικοποιημένου κοινοπρακτικού συμφωνητικού, επιδεικνύοντας σε αυτόν το προγενέστερο, από 27-4-1996 κοινοπρακτικό συμφωνητικό, περί, δήθεν, ευθύνης της Κοινοπραξίας για τα χρέη των εταιρειών μελών της και έτσι κατάφεραν να τον πείσουν να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", πράγμα που σε καμιά περίπτωση δεν θα συνέβαινε, αν ο εγκαλών γνώριζε την αλήθεια. Η ζημία δε την οποία υπέστη τελικά ο εγκαλών από την παραπάνω απατηλή συμπεριφορά των εκκαλούντων, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 149.701,96 ευρώ, μαζί με τους νόμιμους τόκους και λοιπά έξοδα. Οι εκκαλούντες από την πλευρά τους, αρνούνται τις παραπάνω καταγγελίες του εγκαλούντος ισχυριζόμενοι, αφ'ενός μεν ο Χ3 (πρώτος των εκκαλούντων), ότι εργάστηκε στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", ως προϊστάμενος ποιοτικού ελέγχου αρχικά και εν συνεχεία ως προϊστάμενος εργοταξιακού γραφείου της κατασκευής τμήματος της Αττικής οδού, πλην όμως, ουδέποτε διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα Ψ ότι τα χρήματα του ήταν εξασφαλισμένα, ακόμη και στην περίπτωση που η εταιρία πτώχευε και ότι η Κοινοπραξία θα αναλάμβανε όλες τις οφειλές των εταιρειών μελών της, ισχυριζόμενος επί πλέον ότι ο ίδιος ουδέποτε θα μπορούσε να έχει προβεί στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις, αφού δεν είχε καμία διαχειριστική αρμοδιότητα σχετικά με την οικονομική λειτουργία της εταιρείας και αφ'ετέρου οι Χ2 και Χ1 (δύο τελευταίοι των εκκαλούντων αντίστοιχα) αρνούνται, ομοίως τις κατηγορίες ισχυριζόμενοι ότι ουδέποτε διαβεβαίωσαν τον εγκαλούντα Ψ περί της δυνατότητος εξόφλησης αυτού -σε περίπτωση οικονομικής δυσπραγίας της "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." -από την κοινοπραξία "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ", επιδεικνύοντας μάλιστα κατά μήνα Ιανουάριο του 2003 προς κάλυψη οιασδήποτε αντίρρησης του εγκαλούντος (για την συνέχιση παροχής των υπηρεσιών του προς την "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." το από 27-4-1996 Κοινοπρακτικό της Κοινοπραξίας "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ". Επί πλέον δε οι ανωτέρω εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο εγκαλών προσπαθεί να ποινικοποιήσει μία αστικής φύσεως διαφορά και πως η Κοινοπραξία δεν είχε κανένα κίνητρο να παραπείσει τον εγκαλούντα να παραμείνει στο έργο κατασκευής της Αττικής οδού, αφού η παραμονή του ή μη δεν θα ασκούσε καμία επιρροή στην έγκαιρη και άρτια εκτέλεση του έργου την οποία, σε περίπτωση αποχώρησης του, θα αναλάμβαναν βάσει του κοινοπρακτικού τα υπόλοιπα κοινοπρακτούντα μέλη. Βέβαια, οι ως άνω ισχυρισμοί των εκκαλούντων, ναι μεν επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ......, δικηγόρου της ρηθείσης κοινοπραξίας του εργαζομένου στην "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." ......, ήτοι των ......, ...... και ......, πλην όμως, οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών, εν όψει και της άμεσης συνεργασίας τους με τους εκκαλούντες, δεν κρίνονται αξιόπιστες. Αντίθετα, όλοι οι ισχυρισμοί του εγκαλούντος, Ψ, επιβεβαιώνονται πλήρως, τόσον από τον υιό του Α, όσο και από τους επίσης εργαζόμενους στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", ......, ...... και ......, απάντων μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι φέρεται να εξαπατήθηκαν με όμοιο τρόπο από όλους τους εκκαλούντες, προκειμένου να συνεχίσουν να εργάζονται για την αποπεράτωση του έργου της Αττικής Οδού, μη κρινόμενου πειστικού εν προκειμένω του ισχυρισμού, ότι η τυχόν αποχώρηση κάποιων μελών δεν θα είχε αντίκτυπο στην εκτέλεση του έργου, εν όψει της συμφωνίας ότι αυτή θα την αναλάμβαναν τα λοιπά κοινοπρακτούντα μέλη, αφού ήταν γνωστός σε όλους ο κατεπείγων χαρακτήρας της αποπεράτωσης του έργου της Αττικής οδού, εν όψει των επικείμενων τότε Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα και η τυχόν αποχώρηση κάποιων εργαζόμενων θα επέφερε αναπόφευκτη καθυστέρηση, την οποία και ήθελαν να αποφύγουν με οποιονδήποτε τρόπο οι εκκαλούντες, προσπαθώντας να πείσουν όλα τα μέλη της κοινοπραξίας να προσφέρουν τις εργασίες τους. Είναι δε χαρακτηριστικό πως σε όλους τους ανωτέρω εργαζόμενους μη εξαιρουμένου και του εγκαλούντος, οφείλονται μέχρι σήμερα ως δεδουλευμένα μεγάλα χρηματικά ποσά, τη ρύθμιση καταβολής των οποίων επεδίωξαν αυτοί και μέσω της Γεν. Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ. Οι εκκαλούντες, βέβαια, με τις υπό κρίσιν εφέσεις τους εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι, δήθεν, δεν τέλεσαν την πράξη που τους αποδίδεται. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός, κατά την κρίση μου, είναι εντελώς αβάσιμος για τους λόγους που προανέφερα. Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη υπόθεση, λόγω της σπουδαιότητος αυτής, θα πρέπει να αχθεί ενώπιον του ακροατηρίου του ρηθέντος δικαστηρίου, προκειμένου να υποστεί την βάσανο του ακροατηρίου, όπου θα φανεί πλέον καθαρά, αν είναι βάσιμοι ή όχι οι ως άνω ισχυρισμοί των εκκαλούντων. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: α) Χ3, 2) Χ2 και 3) Χ1, εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) για να δικασθούν ο μεν πρώτος για απάτη κατ'εξακολούθησιν σε βαθμό κακουργήματος, οι δε δεύτερος και τρίτος για απάτη από κοινού, από την οποία η προκληθείσα ζημία και το αντίστοιχο όφελος της υπ'αυτών εκπροσωπούμενης εταιρείας υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ". Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, στέρησε την απόφασή του από την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για τους παρακάτω λόγους: Ειδικότερα δε, σε σχέση με τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα Χ3, ο οποίος παραπέμφθηκε για την πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, γιατί, ενώ δέχεται ότι η πράξη της απάτης τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις, αφήνει αδιευκρίνιστο αν κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του παθόντος, που έχει προκληθεί από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ή μήπως, συνεπεία της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο παθών προέβη σε διαδοχικές απλώς επιζήμιες ενέργειες, οπότε δεν τίθεται θέμα κατ' εξακολούθηση τελέσεως της απάτης. Περαιτέρω, από το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη του και ότι συνεκτίμησε τα έγγραφα, που υπέβαλε προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, ο αναιρεσείων Χ3, με το από 21-5-2007 υπόμνημά του. Συγκεκριμένα, ο ως άνω αναιρεσείων, με το συνημμένο στην υπ' αριθμό 266/21-5-2007 έκθεση εφέσεώς του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, από 20-5-2007 υπόμνημά του είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει σειρά εγγράφων και δη: α) ενημερωτικό δελτίο οικονομικής χρήσεως του έτους 2003, β) σειρά λογιστικών καταστάσεων της εταιρείας ΑΛΤΕ ΑΤΕ, με τις αντίστοιχες χρηματικές καταβολές υπέρ του εγκαλούντος και του υιού του τελευταίου, γ) σειρά αποδείξεων εισπράξεως χρηματικών καταβολών, δ) τις από 5-2-2005 εκθέσεις εξετάσεως μαρτύρων, ενώπιον του τακτικού ανακριτή, ...... και ......, χωρίς όμως το Συμβούλιο Εφετών να προβεί σε οποιαδήποτε αξιολόγηση των αποδεικτικών ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, και συγκεκριμένα εκείνα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι τόσο ο εγκαλών προσωπικά, όσο ο γιός του και μετά το χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτοί παραπέμφθηκαν, φέρεται να έχουν εισπράξει διάφορα χρηματικά ποσά, από την εταιρεία που εκπροσωπούσαν οι αναιρεσείοντες και τα οποία αναμφίβολα συνέχονται με το ύψος της ζημίας που επικαλείται ότι υπέστη ο εγκαλών. Επιπρόσθετα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, γίνεται αναφορά μόνο στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, με αντίστοιχο αποκλεισμό άλλων μαρτυρικών καταθέσεων και μάλιστα των μαρτύρων υπερασπίσεως, παρά το γεγονός ότι στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά στο σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων που εξετάσθηκαν. Τέλος, υφίσταται αντίφαση και ως προς το ύψος της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη ο παθών, αφού άλλοτε γίνεται αναφορά για ποσό 140.172, 44 ευρώ και άλλοτε στο ποσό των 149.701,96 ευρώ. Από τις αναφορές, όμως, αυτές του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, προκύπτει ότι τόσο στο προσβαλλόμενο βούλευμα, όσο και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, δεν γίνεται οποιαδήποτε, έστω, γενική αναφορά των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη του, προκειμένου το συμβούλιο να καταλήξει στην κρίση του αυτή. Συγκεκριμένα, στην εισαγγελική πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προς το Συμβούλιο Εφετών, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ενσωματώθηκε καθολικά στο προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία και αναφορά, σε οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, από εκείνα του άρθρου 178 του Κ.Π.Δ, όπως επίσης και στο ίδιο το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν γίνεται από το Συμβούλιο Εφετών, αντίστοιχη αναφορά των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του. Η έλλειψη δε αυτή του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να καλυφθεί από την επιλεκτική αξιολόγηση ορισμένων μόνο εγγράφων. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια στο προσβαλλόμενο βούλευμα και ως εκ τούτου, αυτό να στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή, ως βάσιμου του προβαλλόμενου, από καθένα των αναιρεσειόντων, από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ, λόγου αναιρέσεως, της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί, το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμό 2704/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική απάτη κατ’ εξακολούθηση. Αναίρεση βουλεύματος με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και επιλεκτικής αξιολόγησης αποδεικτικών μέσων. Ανεπάρκεια αιτιολογίας, γιατί ενώ δέχεται ότι η απάτη τελέσθηκε κατ’ εξακολούθηση, δεν διευκρινίζεται αν κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης της παθούσας. (Όμοιες ΑΠ 425/2009, 840/2007, 2049/2007 σε Συμβούλιο, 2055/2007 σε Συμβούλιο και 2251/2002 σε Συμβούλιο). Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.
2